Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

«Περιμένω μόνο ένα πράγμα, την απελευθέρωση»


«Περιμένω μόνο ένα πράγμα, την απελευθέρωση»
Αφιέρωμα στη μνήμη του ιερομόναχου Στεφάνου (1917-1998), από το μοναστήρι Ξενοφώντος.
Μέρος Α.

Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

 
Ιερά Μονή Ξενοφώντος

Χωρίς καμία προειδοποίηση, ο πατήρ Στέφανος ερχόταν στο μοναστήρι μας τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο. Επειδή άλλαζε πολλές φορές τον τόπο διαμονής του στο Άγιον Όρος, μπορούμε να τον ονομάσουμε με την κοσμική λέξη «πλάνης». Ωστόσο εδώ, στο Άγιον Όρος, ονομάζουμε τέτοιους μοναχούς «τριγυρισμένους», δηλαδή που περιφέρονται εδώ στο Όρος. Μερικοί γέροντες λένε για τέτοιους μοναχούς ότι ήταν δεμένοι με σχοινί στην κορυφή του Άθω και είναι ελεύθεροι να περπατούν όπου θέλουν, μέσα στο Άγιον Όρος φυσικά.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο πατήρ Στέφανος είναι ένας απ’ αυτούς τους μοναχούς, που τριγυρίζουν σε όλο το Άγιον Όρος. Κάθε φορά, όταν έρχεται στο μοναστήρι μας, τον χαιρόμαστε. Δεν φέρει κανένα αποτύπωμα του σύγχρονου πολιτισμού και αυτό το πράγμα μας προσελκύει πολύ. Τον πλησιάζουμε, του κάνουμε πολλές ερωτήσεις και μετά μένουμε κατάπληκτοι με τις απροσδόκητες απαντήσεις του. Μεταξύ άλλων, είναι και ψάλτης αρχαίας παράδοσης. Η δυνατή φωνή του προδιαθέτει την ψυχή να δοξολογεί και να ευχαριστεί τον Θεό. Όταν τον ακούει κανείς, θέλει να ψάλλει μαζί του και η καρδιά του γεμίζει με χαρά.

Τα τελευταία χρόνια έχασε την όρασή του και γι’ αυτό εμείς του ψάλλουμε την αρχή των αγαπημένων του τροπαρίων και αυτός συνεχίζει. Ωστόσο, για να μην καθυστερούμε με την εισαγωγή και τις προσωπικές μας εντυπώσεις, να προχωρήσουμε στη συνομιλία, που είχαμε μαζί του.

– Πάτερ Στέφανε, ευλογείτε!

– Ο Κύριος!

– Τι κάνετε; Πώς τα πάτε;

– Δεν είμαι καλά.

– Και ο αγώνας;

– Έτσι κι έτσι.

– Δηλαδή;

– Κι εσύ το ίδιο! Δεν βλέπεις σε τι ηλικία είμαι; Έφτασα στην ηλικία των 81 χρονών, είμαι άρρωστος πια, αλλά με τη Χάρη του Θεού επιβιώνω κάπως, περιποιούμαι τον εαυτό μου, βοηθιέμαι από τον εαυτό μου κι έτσι ζω. Και τι μπορώ να κάνω; Έπεσα από σκάλα ύψους 4 μέτρων.

– Πότε; Πού;

– Στο κελλί. Πριν από δύο χρόνια.

– Χτυπήσατε;

– Πω, πω! Ναι, πάρα πολύ! Αλλά ο Άγιος Αθανάσιος μ’ έσωσε. Εκεί υπάρχουν δύο τέτοιες σκάλες. Αμέσως ένιωσα άσχημα, ωστόσο μία αόρατη δύναμη ήρθε να με βοηθήσει. Άρχισα να προσεύχομαι στην εικόνα της Παναγίας, η οποία βρίσκεται στο μοναστήρι των Ιβήρων. Επειδή από εκεί ακριβώς ερχόμουν, είχα πάει να την προσκυνήσω. Και όταν έφτασα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, εκεί κάποιος μου είπε: «Μην πας με τα πόδια στη Σκήτη Ξενοφώντος, επειδή τώρα κάνει πολλή ζέστη και μπορεί να πάθεις ηλίαση». «Καλά, εντάξει», απάντησα κι έμεινα εκεί. Αλλά ξέρεις, πάτερ, γλύτωσα από αυτήν την περιπέτεια, επειδή είμαι γραμμένος από τον Θεό στο βιβλίο Του.

– Μήπως μπήκες στον πειρασμό της υπερηφάνειας και γι’ αυτό έπεσες;

– Ποια υπερηφάνεια; Είμαι αμαρτωλός άνθρωπος! Μόνο ο Κύριός μας, ο Ιησούς Χριστός, είναι χωρίς αμαρτία. Δεν είναι έτσι, άραγε; Και ξέρεις, εγώ ούτε καν καταλαβαίνω τι είναι η υπερηφάνεια. Και όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν συχνά, εξ αιτίας πειρασμού από τον εχθρό. Δεν βλέπω λόγους για να είμαι υπερήφανος. Είμαι ένας απλός ασκητής!

– Μήπως σου φαίνεται ότι έχεις κάποια χαρίσματα και γι’ αυτό...

– Τι; Ποια χαρίσματα; Πες μου εσύ! Ποια χαρίσματα μπορώ να έχω εγώ, ο μοναχός; Όλα αυτά τα χαρίσματα είναι για τους επισκόπους και τους πατριάρχες, αλλά όχι για εμάς.

– Και πώς ζεις εδώ στην καλύβα σου;

– Μόνο ο Θεός ξέρει πώς! Αυτός είναι εδώ ο νοικοκύρης, καθώς και ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης! Το κατάλαβες; Η κατάστασή μου δεν είναι καλή και γι’ αυτό δεν νιώθω καλά. Αλλά τι θέλεις να κάνω, πάτερ Δαμασκηνέ; Ν’ απελπιστώ; Αυτό δεν πρέπει να συμβεί! Όχι! Εγώ μόνο λέω: «Να γίνει το θέλημά Σου» και τέλος! Υπάρχει άραγε κάποιος άλλος τρόπος να διασχίσει κανείς τη θάλασσα αυτής της ζωής; Μόνο σ’ Αυτόν πρέπει να υπακούμε. Δεν υπάρχει άλλος πατέρας και άλλος γιατρός. Και η Παναγία είναι η παρηγοριά μας. Αυτή είναι μαζί με τον Θεό και μπορεί να λάβει απ’ Αυτόν ό,τι παρακαλέσει. Γι’ αυτό εγώ ευχαριστώ την Παναγία και τον Υιό Της. Έχω καυσόξυλα γι’ αυτόν τον χειμώνα, αλλά δεν μπορώ να τα κόψω. Είπα στον γέροντα της μονής του Αγίου Γρηγορίου να με αφήσει εδώ. Ωστόσο είμαι κι εγώ μοναχός αυτής της μονής. Με κούρεψε μοναχό ο προηγούμενος Βησσαρίων.

Μόνο σ’ Αυτόν πρέπει να υπακούμε. Δεν υπάρχει άλλος πατέρας και άλλος γιατρός.

– Πάτερ Στέφανε, πού γεννήθηκες;

– Στη Μικρά Ασία, στη Σάρτη. Κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, το 1921, οι γονείς μου μετακόμισαν στη Χαλκιδική και ίδρυσαν το χωριό Νέα Σάρτη.

– Και πόσα παιδιά είχαν οι γονείς σας;

– Ήταν ένα, το οποίο πήρε ο Θεός, κι εγώ. Συνολικά δύο.

– Και πώς λέγονταν οι γονείς σας; Ήταν ευσεβείς άνθρωποι;

– Βεβαίως! Ο πατέρας μου λεγόταν Ευστράτιος και η μητέρα μου... Πώς τη λέγανε..; Πάντα το ξεχνώ! Α, ναι, τη λέγανε Ελευθερία! Ενθυμούμαι το όνομά της λόγω του ονόματος της αγοράς στη Θεσσαλονίκη.

– Και πώς επιθυμήσατε να γίνετε μοναχός;

– Άκου! Ήμουν 20 χρονών! Η απόφαση αυτή ήταν από τον Θεό. Ήταν το θέλημά Του και όταν ο Θεός θέλει κάτι, τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο. Στη σκήτη Ξενοφώντος είχα μαζί μου δυο ιερομόναχους. Έζησα κοντά τους μερικά χρόνια και μετά πέθαναν. Η Παναγία δεν θέλησε να μείνουν εδώ. Ο Κύριος μας λέει: «Εισέλθετε διά της στενής πύλης» (Ματθ. 7,13).

– Και ποια είναι αυτή η στενή πύλη;

– Είναι ο δρόμος των θλίψεων και των δυστυχιών. Πρέπει ν’ αποδεχτούμε αυτό που μας πονάει και μας στεναχωρεί στη μοναχική μας ζωή και να συνεχίζουμε την πορεία μας στον ίσιο δρόμο, ο οποίος μας οδηγεί στην Ουράνια Βασιλεία.

– Και μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα σωθούμε;

– Όποιος ζει με το θέλημα του Θεού... Θα προσευχόμαστε κι εμείς σιγά-σιγά... για να μην αποσπαστούμε απ’ αυτόν τον δρόμο... Πρέπει να προσέχουμε πολύ, επειδή εμείς, οι μοναχοί, δώσαμε μοναχικούς όρκους και πρέπει να τους τηρούμε. Γι’ αυτό, όπως έλεγε ο Κύριος: «Ο μη εισερχόμενος διά της θύρας εις την αυλήν των προβάτων, αλλά αναβαίνων αλλαχόθεν, εκείνος κλέπτης εστί και ληστής» (Ιωαν. 10,1).

 
Η κορυφή του Άθωνα

– Και πόσα χρόνια είσαστε εδώ στο Άγιον Όρος, πάτερ Στέφανε;

– 60. Ήρθα στο Άγιον Όρος στην ηλικία των 20.

– Πώς ζήσατε αυτά τα 60 χρόνια;

– Ο Θεός το ξέρει! Περιμένω μόνο ένα πράγμα, την απελευθέρωση.

– Φοβάστε τον θάνατο;

Αν είσαι καλός, δεν υπάρχει ο θάνατος για σένα. Αλλά αλίμονο στον άνθρωπο που φεύγει απ’ αυτήν τη ζωή απροετοίμαστος!

– Φοβάμαι, επειδή κι εγώ έκανα τα σφάλματα. Αλλά έχουμε τη Θεοτόκο. Ακούει τις προσευχές μας και ο Υιός της ακούει τις δικές της προσευχές και αυτά τα μικρά λάθη, που κάνουμε, Αυτός θα τ’ αγνοήσει. Αν είσαι καλός, δεν υπάρχει θάνατος για σένα. Ο θάνατος είναι κοίμηση, είναι χαρά, γι’ αυτό και πρόκειται για μετοίκηση από τόπο στεναχώριας σε τόπο ζωής. Αλλά αλίμονό στον άνθρωπο που φεύγει απ’ αυτήν τη ζωή απροετοίμαστος! Θυμήσου τι είπε ο Κύριος: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν» (Ιωαν. 11,11).

Συνεχίζεται...


Ερωτήσεις προς τον Ιερομόναχο Στέφανο Ξενοφώντος έκανε ο μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μετέφρασε από τα Ρουμανικά στα Ρωσικά η Ζηναϊδα Πεϊκόβα
Μετέφρασε από τα Ρωσικά στα Ελληνικά η Κατερίνα Πολονέιτσικ


10/20/2021

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

Ιστορικά στοιχεία για τον άγιο Δημήτριο


 ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

Ιστορικά στοιχεία για τον άγιο Δημήτριο

Γράφει ο Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Παρακάτω δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από τη μελέτη του γράφοντος Αρχαίοι διωγμοί και Μάρτυρες – Ιστορικά στοιχεία για τους αρχαίους διωγμούς κατά των χριστιανών και τους μάρτυρες της Εκκλησίας. Η εικόνα με τον άγιο που ραίνει με το μύρο του τη Θεσσαλονίκη προέρχεται από το άρθρο της Σβετλάνας Ντιμιτρόβα Άγιος Δημήτριος, ο προστάτης των Βαλκανίων. 

Στο βιβλίο του The Warrior Saints in Byzantine Artand Tradition, published by Ashgate, England 2003, και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Theoriginal Demetrius» (που δημοσιεύεται εδώ), ο συγγραφέας Christopher Walter θέτει τα ιστορικά ζητήματα που αφορούν στην αυθεντική προσωπικότητα και βιογραφία του αγίου Δημητρίου. Σημειώνει ότι στις πρώιμες βυζαντινές πηγές για τη ζωή, το μαρτύριο, αλλά και τα θαύματά του, αναφέρονται ελάχιστες πληροφορίες γι’ αυτόν: ότι ήταν μέλος αριστοκρατικής οικογένειας με υψηλή διοικητική θέση στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος παράλληλα δίδασκε κρυφά το χριστιανισμό, γι’ αυτό και συνελήφθη, φυλακίστηκε στο χώρο των ρωμαϊκών λουτρών και τελικά θανατώθηκε με αφορμή το γνωστό περιστατικό της μονομαχίας του νεαρού Νέστορα με το Λυαίο. Η ιδιότητά του ως ανώτερου αξιωματικού του ρωμαϊκού στρατού δεν αναφέρεται, τουλάχιστον ρητά (ίσως υπονοείται σε κάποια θαύματα σχετικά με την υπεράσπιση της Θεσσαλονίκης από επιδρομείς), παρά σε κείμενα που εντοπίζονται μερικούς αιώνες αργότερα. 
Αναφέρει όμως επίσης ότι ο έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος (που, κατά τις πηγές, οικοδόμησε τον πρώτο ναό (βασιλική) προς τιμήν του αγίου Δημητρίου, αφού η ασθένεια, από την οποία έπασχε, θεραπεύτηκε από τον άγιο), είναι μια επιβεβαιωμένη ιστορική προσωπικότητα, που πιστοποιείται από μια αναφορά με χρονολογία 412-13 στον Θεοδοσιανό Κώδικα. Ο Λεόντιος επιχείρησε να πάρει λείψανα του αγίου και να τα μεταφέρει στο Σίρμιο, με το οποίο συνδεόταν, αλλά ο άγιος του εμφανίστηκε και τον απέτρεψε, αφήνοντάς τον να λάβει μόνον ελάχιστα δείγματα, και έτσι μεταφέρθηκε η τιμή του αγίου Δημητρίου στο Σίρμιο, που σήμερα είναι η Σρέμσκα Μιτροβίτσα (δηλ. «Πόλη του αγίου Δημητρίου») της Σερβίας. Συνεπώς – συμπεραίνει ο συγγραφέας – υπήρχαν και τα λείψανα του μάρτυρα. 
Κατά τον Walter, η τιμή του αγίου Δημητρίου καθιερώθηκε μετά από ενέργειες του Λεόντιου, γιατί στα αρχαία εορτολόγια δεν βλέπουμε να εορτάζεται στη Θεσσαλονίκη ο γνωστός σ’ εμάς άγιος Δημήτριος, παρά μόνον ένας άγιος διάκονος Δημήτριος, που αναφέρεται στο Ιερωνυμιανό Μαρτυρολόγιο (Martyrologium Hieronymianum), χρονολογούμενο στο α΄ μισό του 5ου αιώνα, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Όμως πρέπει να πούμε ότι (α) ο άγιος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος δεν αποκλείεται να είχε χειροτονηθεί στο βαθμό του διακόνου, και σε αυτή την περίπτωση να ταυτίζεται με τον προαναφερόμενο, (β) εφόσον προσευχήθηκε ο Λεόντιος στον άγιο Δημήτριο, προφανώς ο άγιος ήταν γνωστός από πριν στη Θεσσαλονίκη και (γ), όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο Walter, έχει ανακαλυφθεί η κρύπτη που αποτέλεσε το αρχικό ιερό προς τιμήν του αγίου Δημητρίου στο χώρο των ρωμαϊκών λουτρών, όπου, κατά το μαρτυρολόγιό του, ο άγιος φυλακίστηκε και θανατώθηκε (δεν υπάρχει άλλος λόγος να μετατραπεί ο χώρος των λουτρών σε χριστιανικό ιερό), ενώ γνωρίζουμε από τα τέλη του 6ου αιώνα την πρώτη εκτεταμένη καταγραφή, από τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ιωάννη, θαυμάτων του αγίου που συνέβησαν στα προηγούμενα χρόνια. Στην καταγραφή αυτή κέντρο της απόδοσης τιμής προς τον άγιο είναι το ασημένιο κιβώριο των λειψάνων του. 
Το συμπέρασμα των ανωτέρω είναι ότι ο άγιος Δημήτριος ως ιστορικό πρόσωπο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ασχέτως από το βαθμό αποδοχής ή αμφισβήτησης που θα δείξει κάποιος για τις λεπτομέρειες της παραδεδομένης βιογραφίας του ή τις διηγήσεις των θαυμάτων του. 
Εκτός όμως των παραπάνω, τα λείψανα του αγίου, τα οποία για αιώνες αγνοούνταν, ανακαλύφθηκαν στην Ιταλία και μάλιστα μελετήθηκαν ανθρωπολογικά με ενδιαφέροντα συμπεράσματα (και το μεγαλύτερο μέρος τους επιστράφηκε στη Θεσσαλονίκη τα έτη 1978-1980). Για το θέμα αναδημοσιεύουμε μερικά αποσπάσματα από το άρθρο της βυζαντινολόγου και αρχαιολόγου κυρίας Μαρίας Θεοχάρη «Ανακάλυψη των λειψάνων του αγίου Δημητρίου στο Σαν Λορέντζο της Ιταλίας», που δημοσιεύεται εδώ: 
«Είναι γνωστό από τους “Βίους” και τα “Θαύματα” του Μυροβλύτη, που αποτελούν μεγάλης σημασίας ιστορικές πηγές για το μεσαιωνικό βίο της Θεσσαλονίκης, ότι ο άγιος “λόγχαις κατεσφάγη” στο δημόσιο λουτρώνα της πόλεως, στις αρχές του 4ου αι., κατά τη διάρκεια των μεγάλων διωγμών των Χριστιανών, επί Διοκλητιανού. Την ίδια νύχτα, κρυφά, οι Χριστιανοί έσκαψαν τάφο στον τόπο του μαρτυρίου του και έθαψαν το εγκαταλειμμένο σώμα του μάρτυρα. Το 313, μετά το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας, χτίζεται ένας μικρός “οικίσκος” πάνω από τον τάφο του. Στα μέσα του 5ου αι., ο έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος, που γιατρεύεται με θαύμα του αγίου από βαριά αρρώστια, χτίζει μία μεγάλη βασιλική στα ερείπια του ρωμαϊκού λουτρού. Τότε μεταφέρεται κι ο τάφος από το μικρό “οικίσκο” μέσα στην εκκλησία. “Κατά μέσον του ναού, προς τοις λαιoίς πλευροίς”, ιδρύθηκε το περίφημο ασημένιο Κιβώριο που περιείχε τη λάρνακα του αγίου. 
Οι ανασκαφές του αειμνήστου Γ. Σωτηρίου, μετά την πυρκαϊά του 1917, έφεραν στο φως την εξάγωνη βάση του. Εξ άλλου η εξαιρετικής σημασίας μελέτη του καθηγητή κ. Ανδρέα Ξυγγόπουλου μας αποκάλυψε ποιο ήταν το σχήμα του Κιβωρίου και της λάρνακας και έθεσε τα προβλήματα τα σχετικά με το μαρτύριο και την εικονογράφησή του. Επρόκειτο για ένα κενοτάφιο που περιείχε την ασημένια λάρνακα με την ανάγλυφη εικόνα του αγίου, που προσκυνούσαν οι πιστοί ενώ “έκειτο υπό γην το πανάγιον αυτού λείψανον” από το οποίον έρεε το μύρο. Το λείψανο αυτό οι πιστοί το ’βλεπαν στα όνειρά τους. Κι η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης το φρουρούσε άγρυπνα, αφού είχε αρνηθεί σε δύο αυτοκράτορες, τον Ιουστινιανό και τον Μαυρίκιο, να τους δώσει τεμάχιο». 
Η συγγραφέας αναφέρει στη συνέχεια την απώλεια του ιερού λειψάνου από τη Θεσσαλονίκη («Στο ναό της Θεσσαλονίκης το λείψανο του αγίου δεν υπάρχει πια. Οι ανασκαφές του Σωτηρίου έφεραν στο φως μόνον ένα φιαλίδιο με το αίμα του μάρτυρα») και εξιστορεί την ανακάλυψή του στη δύση και συγκεκριμένα στο αββαείο του Σαν Λορέντζο της Ιταλίας, το οποίο ιδρύθηκε γύρω στο 1000 μ.Χ. «Στις 20 Ιουνίου του 1520, ενώ γίνονταν εργασίες αναστηλώσεως στο ναό από τον Επίσκοπο Μάρκο Βιγέριο τον Β΄, επίτροπο του αββαείου, βρέθηκε κάτω από το κεντρικό ιερό βήμα του ναού, εντοιχισμένη ξύλινη λάρνακα χρωματισμένη με κόκκινο. Την άνοιξαν και είδαν ότι περιείχε άγια λείψανα καθώς και μία μολύβδινη πλάκα, που διατηρείται μέχρι σήμερα και φέρει σε συντομογραφία μία λατινική επιγραφή. (…) Η επιγραφή πρέπει να διαβαστεί “Ενθάδε αναπαύεται το σώμα του Αγίου Δημητρίου” (Ηic Requiescit Corpus Sancti Demetrii). Οι επιγραφολόγοι την χρονολογούν στο τέλος του 12ου – αρχές 13ου αιώνα». 
Αφού αναφέρεται στις γραπτές πηγές, από το 16ο αιώνα, που συμφωνούν ότι η ανακάλυψη θεωρήθηκε πάντοτε ότι αφορά στα λείψανα του αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης, καταλήγει: «Το ότι μάλιστα οι Ιταλοί, που δεν έχουν ιδιαίτερη ευλάβεια για τον άγιο Δημήτριο, εξέδωκαν κατά καιρούς θεσπίσματα και Ακολουθίες για τον πανηγυρικό εορτασμό της μνήμης του, δείχνει ότι επρόκειτο για ένα σεβάσμιο λείψανο και τέτοια ήσαν εκείνα που είχαν έρθει από την Ανατολή». 
Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα του δικού μας άρθρου είναι η επόμενη αναφορά: «Τέλος, η πρόσφατη αναγνώριση των λειψάνων, που έγινε με σύγχρονα επιστημονικά μέσα, απέδειξε, όπως βεβαιώνουν οι μάρτυρες - επίσκοποι και ιερείς, καθώς και τρεις διακεκριμένοι γιατροί - ότι τα οστά ανήκουν σε νεαρό άτομο που υπέστη βίαιο θάνατο, στις αρχές του 4ου αιώνα». 
Όσον αφορά στη μυροβλυσία και στα θαύματα, που αποδίδονται στον άγιο Δημήτριο, παραπέμπουμε στα άρθρα: 
«Είναι μυροβλύτης ο άγιος Δημήτριος (εδώ), με καταγραφές περιστατικών μυροβλυσίας του στην εποχή μας (γνωρίζω κι άλλο περιστατικό, μη καταγεγραμμένο), Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Θεοδωρή, «Η ιστορία του αγίου μύρου», εδώ. Αρχιμανδρίτου Δοσιθέου Κανέλλου, «Ο άγιος Δημήτριος θαυματουργεί και στους Τούρκους», εδώ, με περιγραφή της τιμής του αγίου Δημητρίου στην Κωνσταντινούπολη από μουσουλμάνους όλης της Τουρκίας, λόγω των εμφανίσεων και θαυμάτων που, κατά τις μαρτυρίες τους, επιτελεί σε αυτούς…

Παρακλητικός Κανών εις την Αγία Ὀσιομάρτυρα Αναστασία την Ρωμαίαν


Παρακλητικός Κανών εις την Αγία Ὀσιομάρτυρα Αναστασία την Ρωμαίαν

Εορτάζετε στις 29 Οκτωβρίου

Εΰλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον 
ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ΄. 
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
π’ ἀμετρήτων ἀναγκῶν καὶ κακώσεων, καὶ ἀφορήτων πειρασμῶν οἱ στενούμενοι, ἐν μετανοία σπεύσωμεν, βοῶντες θερμῶς• Μάρτυς ἀξιάγαστε, ἀθληφόρε Κυρίου, σπεῦσον ἐξανάστησον, ἐκ παθῶν ἡμᾶς πάντας, ἑξαιτουμένους τὴν σὴν ἀρωγήν, Ἀναστασία, τῆς Ρώμης τὸ βλάστημα.

Δόξα.
π’ ἀμετρήτων ἀναγκῶν καὶ κακώσεων, καὶ ἀφορήτων πειρασμῶν οἱ στενούμενοι, ἐν μετανοία σπεύσωμεν, βοῶντες θερμῶς• Μάρτυς ἀξιάγαστε, ἀθληφόρε Κυρίου, σπεῦσον ἐξανάστησον, ἐκ παθῶν ἡμᾶς πάντας, ἑξαιτουμένους τὴν σὴν ἀρωγήν, Ἀναστασία, τῆς Ρώμης τὸ βλάστημα.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν ποτὲ Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι. Εἰ μὴ γὰρ σὺ προίστασο πρεσβεύουσα, τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ σοὺ σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Καὶ ἀρχόμεθα τοῦ κανόνος, οὐ ἡ ἀκροστιχίς•
ΔΙΑΣΩΣΟΝ ΜΕ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ.

Ὠδὴ α’. 
Ἦχος πλ. δ’. Ὑγράν διοδεύσας.
Δειναῖς χειμαζόμενος προσβολαῖς, πρὸς σὲ ἀνατρέχω, ἐκζητῶν τὴν ἀναψυχὴν ὢ μάρτυς Χριστοῦ Ἀναστασία, ἐξ ὀμιχλώδους θυέλλης με λύτρωσαι.

άσεων χάριν παντοδαπῶν, καὶ δύναμιν πάσαν, διασώζειν ἐκ συμφορῶν, λαβοῦσα Σεμνὴ παρὰ Κυρίου, ἐκ τῆς διττῆς ἀσθενείας με ἴασαι.

ρρήτων χαρίτων καὶ δωρεῶν, τυχεῖν ἠξιώθης, ἐκ χειρὸς παγκρατορικῆς• διό ἐκ τῆς πλάνης καὶ τοῦ δόλου, τοῦ Ἀρχεκάκου ταχὺ με ἑξάρπασον.

Θεοτοκίον
Σωτῆρα τεκοῦσα καὶ ποιητήν, Ἀνύμφευτε Νύμφη, ὑπερήρθης τῶν οὐρανῶν διό δυσωπῶ σὲ τῶν παγίδων, καὶ τῶν τοῦ κόσμου κακῶν με ἁπάλλαξον.

Ὠδὴ γ’. 
Οὐρανίας ἁψίδος.
ς θερμὴν προστασίαν, καὶ ἀκλινῆ πρόμαχον, ὡς καταφυγὴν τῶν νοσούντων καὶ ἐπανόρθωσιν, ἀεὶ τιμῶντες σε, Ἀναστασία παρθένε, νῦν ἐπικαλούμεθα τὴν σὴν ἀντίληψιν.

Σὺ ἐδέξω Ἁγία, πρὸ τοῦ σεπτοῦ τέλους σου, ἄνωθεν φωνὴν βεβαιοῦσαν, σοὶ τὸ αἰτούμενον, τὸ θεραπεύειν δή, παντοίας νόσους πασχόντων, ὅθεν νῦν ἐνέργησον τὸ ἐν σοί χάρισμα.

μηγύρεις ἀζύγων, ἀθωνικὸν σύστημα, καὶ πληθὺς πιστῶν ἐκ περάτων, πάντες προστρέχουσιν, ὡς ἀνυμνήσοντες ἐν τῇ Μονῇ Γρηγορίου, τὰ λαμπρά σου θαύματα καὶ ἀγωνίσματα.

Θεοτοκίον
Νοσημάτων ποικίλων, καὶ πειρασμῶν ἔφοδος, καὶ ἀλλεπαλλήλων κυμάτων, μέγα κλυδώνιον, ἀναχαιτίζεται, ταῖς κραταιαῖς μεσιτείαις, καὶ ταῖς παρακλήσεσι τῆς θεομήτορος.

Διάσωσον, ὁσιομάρτυς παρθένε Ἀναστασία, τοὺς σοὺς δούλους ἐκ συμφορῶν, παθῶν τε καὶ θλίψεων, ὡς ἄληκτος κρήνη τῶν Ἰαμάτων.

πίβλεψον, ἐν εὐμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β’. 
Τὰ ἄνω ζητῶν.
Πηγὴ δωρεῶν, ὑγείαν ἀναβρύουσα, αἰτία καλῶν, ψυχῶν θεραπευτήριος, συμπαθῶς ἐπίβλεψον Ἀναστασία τοῖς ἰκέταις σου, σαῖς μεσιτείαις ἄγουσα ἡμᾶς, εἰς θεῖον νυμφώνα καθαρότητας.

Ὠδὴ δ’. 
Εἰσακήκοα Κύριε.
Μεγαλύνω τὰ πάθη σου, ἄπερ καθυπέστης διὰ τὸν Κύριον ἑξανάστησόν με δέομαι, Μάρτυς Ἀναστάσεως ἐπώνυμε.

πανέγειρον Πάνσεμνε, κλίνης ὀδυνῶν μου πίκρας τε θλίψεως, κατευθύνουσα τὸν βίον μου, ἐκ τῆς ἀκηδίας πρὸς τὰ κρείττονα.

Οἰδημάτων νοσήματα, ψύξεις, αἱματώσεις, κῆλαι, ἐγκαύματα, ἀσθενούντων δεομένων σου, τῇ σῇ ἐπικλήσει θεραπεύονται.

Θεοτοκίον
Συμμαχία ὑπέρμαχος, συμπόνος καὶ συμπλοῦς τῶδε τῷ βίω μου, συνεργὸς καὶ συνεπίκουρος, στήθι μοὶ Μαρία Ἀειπάρθενε.

Ὠδὴ ε’. 
Φώτισον ἡμᾶς.
λιγγος δεινός, πυρετός, καρδιοπάθεια, νοσώδεις καὶ λοιμώδεις ἐπιφοραί, τῇ σῇ προνοία, Ἀθληφόρε ἀπελαύνονται.

γκοι φοβεροί, λευχαιμία, νεφροπάθεια, αἱμορραγίαι, ἀρθρίτις καὶ πληγαί, τῇ σῇ φροντίδι καὶ ἀγάπη θεραπεύονται.

Μόλυνσις ψυχῆς, τῇ μολύνσει νοῦ καὶ σώματος, συνῆλθε ἐν ἐμοὶ τῷ ρυπαρῶ Ἀναστασία, σαῖς λιταῖς ὅλον με κάθαρον.

Θεοτοκίον
γνισον Ἁγνή, λεπρωθείσαν τὴν καρδίαν μου, τῷ πλήθει τῶν ἀμέτρων μου κακιῶν, ὀδοποιοῦσα, πρὸς τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως.

Ὠδὴ στ’. 
Τὴν δέησιν.
ωννύμενος, ἐκ πολλῶν κακώσεων, καὶ ἁλλόμενος ὡς ἔλαφος ψάλλω, ἀνευφήμων ποσαπλὼς σοῦς ἀγῶνας, καὶ ἀνύμνων σὰ λαμπρὰ κατορθώματα, προσπίπτω δὲ καὶ προσκυνῶ, τὴν παμπόθητον θείαν εἰκόνα σου.

Τὸ σῶμά σου, ἠξιώθης Πάνσεμνε, τῷ Νυμφίῳ παραστήσαι θυσίαν, καὶ δι’ ἐλαίου φρονίμων παρθένων, συνεισελθεῖν εἰς νυμφῶνα οὐράνιον, κακεῖθεν οἵα συμπαθής, καταπέμπειν ἀφθόνως δωρήματα.

πήκοος, ἕως τέλους γέγονας, τῇ σεμνῇ σοῦ διδασκάλῳ Σοφίᾳ οὐκ ἐδειλίασας γὰρ τοὺς τυράννους, καὶ τὸ δριμὺ τῶν βασάνων ὑπήνεγκας• διὸ ἀπείληφας τρανώς, τὸν τῆς δόξῃς ἀμάραντον στέφανον.

Θεοτοκίον
Συνέλαβες, ἀπορρήτως Δέσποινα, τόν τοῦ κόσμου συνοχέα καὶ Κτίστην, ἀποκυήσασα τοῦτον ἀφράστως, καὶ μετὰ τόκον ὡς πρὶν διαμείνασα διὸ τιμῶμεν εὐλαβῶς, σὲ τὴν μόνην Ἁγνὴν Ἀειπάρθενον.

Διάσωσον, ὀσιομάρτυς παρθένε Ἀναστασία, τοὺς σοῦς δούλους ἐκ συμφορῶν, παθῶν τε καὶ θλίψεων, ὡς ἄληκτος κρήνη τῶν ἰαμάτων.

χραντε ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ΄ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκούσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παρρησίαν.

Αἴτησις καί τό Κοντάκιον.
Ἦχος β’. 
Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
Προστασία τῶν χειμαζόμενων ἀκράδαντε, ἱκεσία πρὸς τὸν Πλαστουργὸν ἀμετάσειστε, μὴ βραδύνης ἀνενεγκεὶν θεῷ λιτὰς ἡμῶν, ἀλλὰ πλήρωσον ὡς συμπαθής, τὸ δεδομένον ἐξ Αὐτοῦ, τοῖς πιστῶς εὐφημούσι σὲ τάχυνον ἐν ἀνάγκῃ, καὶ σπεῦσον πρὸς θεραπείαν, ἡ ἰατρεύουσα ἡμᾶς, Ἀναστάσεως φερώνυμε.

Καὶ εὐθὺς Τὸ Προκείμενον.
πομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι, καὶ εἱσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.
Στίχ: Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, καὶ κατηύθυνε τὰ διαβήματά μου.

Εὐαγγελίον. 
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον. (Κεφ. κε’, 1-13.)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην, ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τάς λαμπάδας αὐτῶν, ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ Νυμφίου. Πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καὶ αἱ πέντε μωραί. Αἵτινες μωραὶ λαβοῦσαι τάς λαμπάδας ἑαυτῶν, οὐκ ἔλαβον μεθ’ ἑαυτῶν ἔλαιον αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν. Χρονίζοντος δὲ τοῦ Νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον. Μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι καὶ ἐκόσμησαν τάς λαμπάδας αὐτῶν. Αἱ δὲ μωραὶ ταῖς φρονίμοις εἶπον δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι λέγουσαι• μήποτε οὐκ ἀρκέσει ἡμῖν καὶ ὑμῖν πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς. Ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι, ἦλθεν ὁ Νυμφίος, καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. Ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι• Κύριε, Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ἡ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.

Δόξα.
Ταῖς τῆς Ἀθληφόρου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός
Προσόμοιον. 
Ἦχος πλ. β΄. 
Ὅλην ἀποθέμενοι.
λη εἰ πλησίον μου, περικαλλὴς καὶ ὡραία, μῶμός σοι οὐκ ἐνεστί, λέγει σοὶ ὁ Κύριος, Ὀσιόαθλε ἄσπιλον κόσμον γάρ, περιβεβλημένη, παρεὶ νῦν ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, πεποικιλμένη δέ, τὰ τροπαιοφόρα μαρτύρια ταῦτα δὴ ταῦτα πρότεινον, ἅπερ δι’ Αὐτὸν καθυπέμεινας, ὅπως ἐξιλάση Αὐτὸν κινοῦσα σπλάγχνα οἰκτιρμῶν, τοῦ συγχωρήσαι καὶ σώσαι μέ, ὅταν μέλλω κρίνεσθαι.

Σῶσον, ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου …

Ὠδὴ ζ’. 
Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
νεγείρεις πεσόντας, νουθετεῖς τοὺς πιστούς, καὶ νεύροις τοὺς κάμνοντας, ὑψοῖς ἡμῶν τὸ κέρας, εὐφραίνεις τοὺς ὑμνούντας, ἐκ καρδίας καὶ μέλποντας• ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, θεὸς εὐλογητὸς εἰ.

Νοεραῖς ταῖς ἀκτῖσιν, ἐλαμπρύνθης Παμμάκαρ ψυχὴ καὶ σώματι• διὸ ἡ μυροθήκη, τῶν θείων σοῦ λειψάνων, θεραπεύει τοὺς ψάλλοντας• ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, θεὸς εὐλογητὸς εἰ.

γαπῶσα τὸν Κτίστην, τὴν διττὴν ἐντολὴν Μάρτυς ἐξεπλήρωσας, ἐπεὶ καὶ τὸν πλησίον, ἠγάπησας ὡς ἔδει, ἐν τῇ πράξει διδάσκουσα ὁ τῶν Πατέρων θεός, ὄντως ἐστὶν Ἀγάπη.

Θεοτοκίον
Στάμνος ὄντως ἐφάνης, συλλα-βοῦσα Χριστὸν μάννα τὸ οὐράνιον, καὶ τοῦτον ἐκτεκοῦσα, τροφὴν ἀθανασίας, καὶ τρυφὴν ἠμῶν ἄρρητον, τὸν τῶν Πατέρων ἠμῶν, θεὸν εὐλογημένον.

Ὠδὴ η’. 
Τὸν βασιλέα.
Τὶς μὲ χωρίσει, ἀπὸ ἀγάπης Κυρίου; οὐ λιμός, οὐ γυμνότης, οὐ θλῖψις• Αὐτῶ ποθῶ συνεῖναι, ἔφης εἰς τοὺς αἰῶνας.

νακουφίζεις, παραμυθεῖς ἀσθενοῦντας, ἀναψύχεις καταπονουμένους• πάντα δρᾶς εἰς δόξαν, Χριστοῦ τοῦ ἀναστάντος.

Συμπαθέστατη καὶ φιλανθρώπῳ προνοίᾳ, συμπαρίστασαι τοῖς ἐνδεέσι, καὶ εὐγνωμονούσι, σὲ Κόρη εἰς αἰῶνας.

Θεοτοκίον
λαρωτάτη, καὶ ἀγαθὴ διαθέσει, ἀσφαλίζεις παντοίων ἐκ κινδύνων, τοὺς ὑπερυψούντας σε μόνη Θεοτόκε.

Ὠδὴ θ’. 
Κυρίως θεοτόκον.
Αἱμάτων σου ἐκχύσεις, κάλλος παρθενίας, καὶ ἀκλινεῖς μεσιτείαί σου Πάνσεμνε, ἀποκαθαίρουσι πάθη, πληγὰς καὶ τραύματα.

μόλυντον νυμφῶνα, Κόρη ἐκληρώσω, εἰς οὐρανίους θαλάμους χορεύουσα, τοὺς εὐσεβῶς σὲ τιμῶντας ἐπιβραβεύουσα.

οαῖς τῶν σῶν αἱμάτων, μύροις δὲ λειψάνων, ἐν ἐπικλήσει σεπτού σου ὀνόματος, Ἀναστασία πηγάζεις, ἄφθιτα νάματα.

Θεοτοκίον
Τρυφὴ πιστῶν Παρθένε, δόξα σύ Μαρτύρων, Ἱεραρχῶν τὸ σεπτὸν ἐγκαλλώπισμα, Ἀθωνιτὼν δὲ Πατέρων στερρὸν προτείχισμα.

ξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.

Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια,
νυχας, ὀδόντας τε καὶ μαστούς, χεῖράς τε καὶ πόδας, ἐκκοπεῖσα ἀνηλεῶς, ὄνυξιν ἐξέσθης, πυρὶ καταφλεχθεῖσα, Ἀναστασία μάρτυς ὀσιοπάρθενε.

Δόξῃς ἀκηράτου κατατρυφάν, κατηξιωμένη, ἐν ταῖς ἄνῳ διαμοναῖς, πρόσδεξαι δεήσεις, λαοῦ ἡμαρτηκότος, καὶ σαῖς πρεσβείαις ῥῦσαί, πάντας κολάσεως.

Τρεῖς λαμπροὺς στεφάνους ἀπολαβεῖν, Μάκαρ ἠξιώθης, ἐκ χειρὸς τοῦ Δημιουργοῦ τὸν τῆς παρθενίας, καὶ τόν του μαρτυρίου, τὸν τῆς ὑπακοῆς δέ, ἐν τῇ ἀσκήσει σου.

φθονα Ἰάματα παρασχεῖν, νῦν μὴ κατοκνήσῃς, μηδὲ πέμψῃς ἡμᾶς κενούς• ὢ Ἀναστασία, τὸ δύνασθαι γὰρ ἔχεις, ὡς φέρουσα τὴν χάριν τοῦ Παντοκράτορας.

Ζῇ ἡ σὴ ψυχὴ ἐν χειρὶ θεοῦ, ἄνευθεν βασάνων, ἐν εἰρήνῃ διηνεκεῖ χαίρει δὲ πλουτοῦσα, Μονὴ τοῦ Γρηγορίου, τὰ θεία λείψανά σου, κόσμον ὡς ἄφθαρτον.

λαιον ἀγάπης παρθενικῆς, νήψεως ἐν πᾶσι, ἐγρηγόρσεως μυστικῆς, ἔσχες ἐν λαμπάδι, τῇ σὴ Ἀναστασία, διὸ νῦν ἐμβατεύεις εἰς τὰ οὐράνια.

λαιον ἐπίσταξον ἐπ’ ἐμέ, τὸν κεναῖς ἀπάταις, δουλωθέντα καὶ ἡδοναῖς, φώτισον τὸν νοῦν μου, ψυχήν τε καὶ καρδίαν, χριόμενα ἐλαίῳ ἀγαλλιάσεως.

Δίδαξον μὲ Μάρτυς ἐπιτελεῖν, τὴν ἁγιωσύνην, ἐν τῷ φόβῳ τῷ πρὸς θέον, καὶ τῇ σῇ πρεσβείᾳ καθήλωσον τάς σάρκας, καὶ πρὸς τὸν Ἰησοῦν μου, στρέψον τὴν ἔφεσιν.

ς ἀπολαβοῦσα δόξῃς τρισσώς, τὸ λογιστικόν μου, σὺν τῷ ἐπιθυμητικῷ, καὶ θυμοειδεῖ μου καταύγασαν φωτί σου, καὶ τῆς θεώσεως μὲ ποίησον ἄξιον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
γιος ὁ Θεός, γιος Ἰσχυρός, γιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς). 
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον. 
Δόξα Πατρί… 
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

τι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. 
Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Καἰ τὸ Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος γ’. 
Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὀσιόαθλον καὶ καλλιπάρθενον, Ῥώμης τὸ βλάστημα, καὶ μέγα καύχημα, τῆς ἀναστάσεως Χριστοῦ, ἀξίως τὴν ἐπώνυμον, δεῦτε εὐφημήσωμεν, Ἀναστασίαν τὴν πάνσεμνον, βρύει γὰρ ἰάσεων, ἀκεσώδυνα φάρμακα, τοῖς τῶν λειψάνων αὐτῆς τὴν θήκην, προσπτυσσομένοις μετὰ πίστεως.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς

Ἦχος β’. 
Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάντες οἱ ἐν νόσοις χαλεπαῖς, καὶ ταῖς τρικυμίαις τοῦ βίου, ἐκταρασσόμενοι νῦν, δεῦτε δὴ προσδράμωμεν καὶ προσκυνήσωμεν, τὴν εἰκόνα τὴν πάντιμον, τῆς Ἀναστασίας, ταύτην ἱκετεύοντες ἐν κατανύξει πολλῇ• σπεῦσον, ἐξεγέρθητι ὅπως πάντας ἐκ παθὼν ἀναστήσῃς, Μάρτυς Ἀναστάσεως φερώνυμε.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς,
Ἀμήν.


Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

Αγία Αναστασία η Ρωμαία


Αγία Αναστασία η Ρωμαία 
Η θαρραλέα μαθήτρια του Χριστού
Συμεών του Μεταφραστού 

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ 

Μαρτύριον της αγίας ενδόξου οσιοπαρθενομάρτυρος Αναστασίας της Ρωμαίας [1]
Δύο Αναστασίες βρίσκουμε στους βίους των Αγίων, που ήσαν και οι δύο επιφανείς και ξακουστές για την φήμη του γένους τους και για την ομολογία της πίστεώς τους, ήσαν δε και οι δύο από την περιφανή Ρώμη.

Η πρώτη παντρεύτηκε διά της βίας από τους γονείς της, και δεν συνευρέθηκε με τον άνδρα της, ούτε καν κοιμήθηκε μαζί του, γιατί ήταν ειδωλολάτρης, με την πρόφασι πως ήταν τάχα άρρωστη. Έτσι φύλαξε άφθαρτη την παρθενία της, διότι λίγες ημέρες αργότερα πέθανε ο άνδρας της. Ως εκ τούτου, πέρασε όλη τη ζωή της ασκητικά, με σωφροσύνη και με όλες τις αρετές, δίνοντας όλο το βιός της ελεημοσύνη στους φτωχούς. Επισκεπτόταν στα δεσμωτήρια τους άγιους μάρτυρες, τους παρακινούσε να υπομένουν τα βάσανα για τον Κύριο, τους νουθετούσε και τους βοηθούσε στις βιωτικές ανάγκες τους. 
Όταν πλέον τους εφόνευαν οι τύραννοι, έκλεβε τα ιερά τους λείψανα και τα ενταφίαζε με ευλάβεια κι αγάπη. Ενώ έκανε αυτή την καθημερινή εργασία, τόμαθαν οι ασεβείς, και τελειώθηκε διά πυρός, ανεβαίνοντας προς τον Κύριο ως οσμή ευωδίας. Επιτελούμε τη μνήμη της στις 22 Δεκεμβρίου. 
* * * 
Η δεύτερη αγία Αναστασία δεν παντρεύτηκε καθόλου, ούτε αγάπησε τους κοσμικούς θορύβους. Τον Χριστό επόθησε από μικρή, και σήκωσε τον χρηστό και γλυκύτατο ζυγό Του, και βάσταξε το ελαφρό φορτίο Του, δηλαδή έγινε μοναχή. Ύστερα πάλι αξιώθηκε να μαρτυρήση, και υπέμεινε διάφορα και πάνδεινα βασανιστήρια με πολλή ανδρεία και γενναιότητα για χάρη του ουρανίου Νυμφίου. Γιαυτό και δοξάστηκε πολύ από Αυτόν με τριπλό στεφάνι: ένα για την παρθενία της, δεύτερο για την άσκησί της, και τρίτο για το μαρτύριό της, καθώς θα διηγηθούμε λεπτομερώς στη συνέχεια. 
Αυτή η αξιέπαινη κόρη, που φέρει το όνομα της Αναστάσεως του Θεού και Σωτήρα μας Χριστού, απαρνήθηκε πατέρα, μητέρα και συγγενείς, μίσησε πλούτο, δόξα και κάθε σωματική ηδυπάθεια, εγκατέλειψε όλα τα φθαρτά και πρόσκαιρα αγαθά, για να απολαύση τα μόνιμα και αιώνια. Είκοσι χρόνων μπήκε σε μοναστήρι, και την έκειρε μοναχή μια ενάρετη και γραμματισμένη μοναχή ονόματι Σοφία, η οποία την δίδασκε και την νουθετούσε με επιμέλεια στη μοναχική πολιτεία. Η Αναστασία πλέον, γνωστική και συνετή όντας, προέκοπτε διαρκώς με τις νουθεσίες της διδασκάλισσας και έδειχνε πολλή αρετή. Η Σοφία πάλι, βλέποντας την πνευματική της κόρη να προκόβη στον ένθεο έρωτα, δόξαζε τον Κύριο. 
Ο κοινός μας εχθρός όμως φθόνησε τη γενναιότητα της κόρης, και της έδωσε μεγάλο και σφοδρότατο σαρκικό πόλεμο, για να την κάνη, όσο του ήταν δυνατό, να μισήση τη μοναχική πολιτεία, ή έστω να γίνη αμελής στην άσκησι. Αλλά η Αγία δεν χαλάρωσε διόλου στους πνευματικούς αγώνες, μάλιστα γινόταν όλο και πιο πρόθυμη. Όσο λοιπόν έβλεπε τον εχθρό και επίβουλο να την πολεμά δυνατά, τόσο πιο ανδρεία κι αυτή ανταγωνιζόταν. Έτσι νικούσε και ντρόπιαζε ολοσχερώς τον πειρασμό. 
Σαν είδε αυτός πως με τέτοιο τρόπο δεν μπόρεσε να τη νικήση, βάζει ο τρισάθλιος άλλη πανουργία. Την γνωστοποίησε στους υπηρέτες του και εργάτες της ασεβείας, που είχαν τον καιρό εκείνο πολύ πόθο και φροντίδα να βασανίζουν τους χριστιανούς με ποικίλα βασανιστήρια. Τότε βασίλευε ο ασεβής Διοκλητιανός. Έσπευσαν λοιπόν οι υπηρέτες και ανήγγειλαν στον ηγεμόνα Πρόβο πως η Αναστασία δεν προσκυνούσε τους θεούς τους, ούτε σεβόταν τους βασιλείς, αλλά εκήρυττε τον Χριστό ως αληθινό Θεό και Δημιουργό όλης της κτίσεως. Τότε ο Πρόβος σύναξε πολλούς ανθρώπους στο θέατρο και πρόσταξε να φέρουν τη μακαρία μπροστά του. Έτρεξαν αμέσως ασυγκράτητοι οι υπηρέτες, έσπασαν την πύλη της μονής, μπήκαν με αναισχυντία και ζήτησαν κάποια που λεγόταν Αναστασία. 
Σαν είδε η διδασκάλισσα Σοφία ξαφνικά τους ορμητικούς στρατιώτες, κατάλαβε το λόγο, και τους παρακάλεσε να περιμένουν λίγη ώρα. Πήρε τότε την Αναστασία, και με δάκρυα στα μάτια πήγε κρυφά στο Ιερό θυσιαστήριο. Την έφερε μπροστά στην αγία εικόνα του Δεσπότου και της είπε: 
-Κόρη μου αγαπημένη, από την ώρα που σε αναδέχθηκα για πνευματικό μου τέκνο, δεν αμέλησα καθόλου να σε διδάσκω την κατά Θεόν πολιτεία, ώσπου έφτασες πιά στην ηλικία του πληρώματος του Χριστού. Πήγαινε λοιπόν σ’ Αυτόν με αγαλλίασι. Μ’ Αυτόν σε νυμφεύω σήμερα. Σ’ Αυτόν σε προσφέρω, σ’ Αυτόν σε παραδίδω, να σε δεχθή ως άφθαρτη νύμφη Του. Ο νυμφώνας στολισμένος, ο Νυμφίος αψευδής. Άγιοι Άγγελοι παραστέκουν, να σε πάνε ως νύμφη Χριστού στους ουρανίους θαλάμους. Εκεί θα αγάλλεσαι και θα ευφραίνεσαι, μαζί Του πάντα, σ’ εκείνη την ανεκλάλητη ευφροσύνη. Βάδισε τη στενή και τεθλιμμένη οδό του μαρτυρίου.
Μέσα απ’ αυτήν θα φτάση η ψυχή σου στην αιώνια άνεσι και αναψυχή. Είναι σωστό και δίκαιο, όχι μόνο να υπομείνουμε τα φοβερώτερα βασανιστήρια για την αγάπη του Χριστού, αλλά να λάβουμε και αυτόν τον θάνατο με αγαλλίασι. Αν ο ίδιος ο Κύριος και Δεσπότης μας πέθανε για χάρη μας, πως κι εμείς να μη μιμηθούμε πρόθυμα το θάνατό Του για τη σωτηρία μας; Ναί, κόρη μου αγαπημένη, δεν λογίζεται θάνατος το να πεθάνης για τον Χριστό. Είναι χαρά, ηδονή, ευφροσύνη, αγαλλίασις, λαμπρότητα, φως πιο γλυκό και πιο ωραίο από αυτό το φως. Είναι διάβασις, μετάστασις από τα φθαρτά και πρόσκαιρα στα άφθαρτα και αιώνια, από τα λυπηρά και κοπιαστικά στα ωραία και χαρμόσυνα. 
Τώρα πηγαίνεις στα σταθερά και μόνιμα, στα διαρκή και ατελείωτα, κόρη μου πολυαγαπημένη, να συνευφραίνεσαι με τις φρόνιμες παρθένες σ’ εκείνη την άρρητη ηδονή, την άφραστη αγαλλίασι, που διαρκεί αιωνίως και πάντοτε. Μη δειλιάσης την αυστηρότητα των τυράννων, την δριμύτητα των κολάσεων. Ο ίδιος ο Νυμφίος σου, ο Δεσπότης Χριστός, θα σου συμπαρασταθή, θα ελαφρύνη τους πόνους. Κι αν σ’ αφήση λίγο να κακοπαθήσης, για να φανή η υπομονή σου, να δοκιμασθή η πίστις σου, και να θαυμάσουν οι θεατές την ανδρεία και την προθυμία σου, πάλι δεν θα σ’ εγκαταλείψη ως το τέλος. Όταν κουραστής, θα σβήση η δριμύτητα των πόνων και των πληγών σου, θα ανατείλη φως και παρηγοριά, και δόξα Κυρίου θα σε κυκλώση. 
Σαν είπε όλα αυτά η πάνσοφη Σοφία προς την Αναστασία, της απάντησε η παρθένος: 
-Κάνε δέησι και ικεσία προς τον Δεσπότη μας, Μητέρα μου, για να μου στείλη εξ ύψους δύναμι και βοήθεια, ώστε να μή δειλιάσω τους βαναύσους τυράννους. Το μέν πνεύμα πρόθυμο, μα η σάρκα ασθενική, και χωρίς θεία βοήθεια δεν κατορθώνεται το αγαθό. Προσευχήσου θερμά για χάρη μου, και ανδρειωμένη με τη θεία δύναμι, θα φροντίσω να φυλάξω απαρασάλευτες όλες τις υποσχέσεις.
Αυτά είπε η παρθένος προς την διδασκάλισσα, και τότε έτρεξαν οι στρατιώτες, άρπαξαν την Αγία σαν αρνί από την μητέρα της και την πήγαν στο κριτήριο αλυσοδεμένη, αλλά και χαρούμενη. Όταν είδαν τόση ευκοσμία και ωραιότητα πάνω της οι παρευρισκόμενοι, έμειναν έκθαμβοι. 
Τότε ο Πρόβος την ρώτησε: 
-Πως ονομάζεσαι; 
Κι εκείνη αποκρίθηκε:
-Αναστασία καλούμαι, γιατί μ’ ανέστησε ο Κύριος, για να ντροπιάσω σήμερα εσένα και τον πατέρα σου Διάβολο.
Όταν άκουσε ο Πρόβος τέτοια απότομη απόκρισι, θέλησε να μαλακώση την αυστηρότητα και την τραχύτητά της με κολακείες. Μα δεν ήξερε ο ανόητος την δυνατή πίστι στην ψυχή της, που ήταν πιο σκληρή κι απ’ το διαμάντι. Της έλεγε λοιπόν: 
-Ακουσέ με, Κόρη, που σε συμβουλεύω για το συμφέρον σου. Θυσίασε στους μεγάλους θεούς, κι εγώ θα σε παντρέψω μ’ ένα πλουσιώτατο άρχοντα, θα σου δώσω χρυσάφι και ασήμι πολύ, ρούχα πολυτελή, πλήθος δούλων και υπηρετών, και θα γίνης μονομιάς ευγενής και περίδοξη. Κατάλαβε λοιπόν το καλό σου, σκέψου όπως αρμόζει στην ωραιότητα και στην ψυχική σου ευγένεια. Μή θέλης να δοκιμάσης το θυμό μου, και να μάθης πόσο κακό είναι η ασέβειά σου. Εγώ -οι θεοί το ξέρουν- λυπάμαι το κάλλος σου, και σαν πατέρας φροντίζω για το όφελος σου, σε συμβουλεύω για το συμφέρον σου. Αν όμως δεν μ’ ακούσης, θα δοκιμάσης αναγκαστικά την αγριότητα και το θυμό μου, όπως είδες τώρα την ημερότητα και την ευμένειά μου, και τότε θα μετανοιώσης ανώφελα. 
Μόλις άκουσε η Μάρτυς τούτα τα λόγια, θυμήθηκε τις μητρικές παραινέσεις της σοφής διδασκάλισσας Σοφίας, και του αποκρίθηκε ταπεινά: 
-Για μένα, ηγεμόνα, πλούτος και ζωή και Νυμφίος είναι ο γλυκύτατος Δεσπότης μου Χριστός. Ο θάνατος για χάρη Του μου είναι πιο πολύτιμος κι απ’ αυτή τη ζωή. Γι’ Αυτόν περιφρόνησα όλα τα ευχάριστα και απολαυστικά πράγματα της γής, χρυσάφι, ασήμι, πολυτίμους λίθους, κι όλα όσα τιμούν οι φιλόσαρκοι τα θεωρώ σαν χώμα. Φωτιά, σπαθί, κοντάρι, διαμελισμό, πληγές και μάστιγες, κι ό,τι άλλο νομίζετε για τιμωρία, εγώ τα έχω για ευχαρίστησι και αγαλλίασι, ατενίζοντας προς τον Δεσπότη Χριστό και Σωτήρα μου. Γιά την αγάπη Του επιθυμώ όχι μόνο να πάθω τέτοια δεινά, αλλά και να πεθάνω μύριες φορές για χάρη Του. Μήν υποκρίνεσαι λοιπόν πως τάχα λυπάσαι την ομορφιά μου που μαραίνεται σαν τα άνθη του αγρού, αλλά κάνε ό,τι είναι στην εξουσία σου. Μή χάνης άσκοπα τον καιρό σου. Εγώ ξύλινους και πέτρινους θεούς δεν θα προσκυνήσω ποτέ.
Σαν άκουσε όλα αυτά ο ηγεμόνας, άναψε απ’ το θυμό του. Προστάζει λοιπόν πρώτα να τη δείρουν ανελέητα στο πρόσωπο. Κατόπιν να τη γδύσουν τελείως, να τη δή όλο το θέατρο, για να καταισχυνθή. Έτσι λοιπόν εγύμνωσαν εκείνο το πάγκαλλο σώμα, που το σέβονται και οι Άγγελοι, και το παρουσίασαν χωρίς κανένα ρούχο, για να την καταφρονήσουν όλοι. Τότε της λέγει ο άρχοντας:
-Για την υπερηφάνειά σου, έτσι σου ταιριάζει, να εξευτελίζεσαι μπροστά σε τόσα μάτια ανδρών. Μα έστω και τώρα, έλα στην ευμένεια των θεών. Μή θέλης να δής να μαραίνεται πρόωρα τέτοια ομορφιά, να χαθής πολύ άθλια. Σε βεβαιώνω πως αν δεν κάνης το θέλημά μου, κανείς δεν σε γλιτώνει από το χέρια μου. Θα σε κόψω σε λεπτά κομμάτια, και θα σε ρίξω τροφή στα άγρια θηρία.
Η Αγία τότε απάντησε:
-Ηγεμόνα, αυτή μου τη γύμνωσι δεν την έχω για ντροπή, αλλά για περίλαμπρο και ευπρεπέστατο στολισμό, γιατί γδύθηκα τον παλαιό άνθρωπο, και ντύθηκα τον καινούργιο, με δικαιοσύνη και αλήθεια. Είμαι έτοιμη να λάβω κι αυτόν τον θάνατο, καθώς με φοβέρισες. Τον επιθυμώ υπερβολικά. Μα κι αν και τα μέλη μου κατακόψης, βάναυσε δικαστή, και ξερριζώσης τη γλώσσα μου, τα δόντια και τα νύχια μου, τότε θα με ευεργετήσης ακόμη περισσότερο. Όλο τον εαυτό μου τον χρεωστώ στον Δημιουργό και Σωτήρα μου. Ποθώ Αυτός να δοξασθή σε όλα μου τα μέλη. Θα του τα παραστήσω σαν κοσμήματα, με το στολισμό της ομολογίας.
Αυτά κι άλλα παρόμοια έλεγε η Αγία, για να θυμώση ο δικαστής, να μη την λυπηθή, να μη την αφήση ατιμώρητη, και στερηθή τα στεφάνια της αθλήσεως. Έκπληκτος ο άρχοντας και όλο το θέατρο μπροστά σ’ αυτήν την ελευθεροστομία της παρθένου, άφησε κατά μέρος τις κολακείες, και αποφασίζει ν’ αρχίση τις τιμωρίες και τα βασανιστήρια.

Προστάζει λοιπόν να καρφώσουν στη γή τέσσερις πασσάλους, επάνω στους οποίους τέντωσαν την Μάρτυρα, και την έδεσαν μπρούμυτα. Από κάτω άναψαν φωτιά με λάδι, πίσσα και θειάφι, και άλλα εύφλεκτα, άπ’ όπου καταφλέγονταν το στήθος, η κοιλιά και τα σπλάγχνα της. Από πάνω την χτυπούσαν στην πλάτη με ξύλα οι άσπλαγχνοι. Έτσι έπασχε και βασανιζόταν η αείμνηστη ώρα πολλή, και ήταν η ράχη και όλα τα οπίσθια καταξεσχισμένα από τα ραβδίσματα. 
Από μπροστά πάλι καταφλέγονταν οι σάρκες, οι φλέβες και το αίμα, και είχε τόση πολλή οδύνη και πόνους, που μόνο και να τ’ ακούη κανείς, δειλιάζει και απορεί. Πραγματικά, τι γενναία ψυχή για τον Χριστό, ανώτερη από την ανάγκη της φύσεως! Μόνο με την προσευχή της σαν δροσιά, έσβηνε τη σφοδρότητα της φωτιάς, γιατί θυμόταν τα παλαιά θαύματα του Θεού, όπως στη βαβυλωνιακή κάμινο. Είχε βέβαια πολλή σύνεσι, σοφία και γνώσι των θείων Γραφών, κι έτσι ελάφραινε τους πόνους. 
Μόλις είδε πια εκείνο το άγριο και απάνθρωπο θηρίο ότι η Μάρτυς δεν εδείλιασε με τέτοια βάσανα, προστάζει να τη δέσουν σ’ ένα τροχό. Αμέσως ο λόγος έγινε έργο, και στο γύρισμα του τροχού με κάποια μηχανή, συντρίφτηκαν όλα τα κόκκαλα της Αγίας, τεντώθηκαν τα νεύρα και οι αρμοί του σώματος, μετατοπίστηκε η σωματική διάπλασις από τη φυσική της αρμονία, κι απόμεινε ελεεινό θέαμα. 
Αλλά η Μάρτυς και πάλι επικαλέστηκε Εκείνον που μπορεί να τη βοηθήση σε καιρό θλίψεως, και να τη λυτρώση από τα χέρια των εχθρών της, λέγοντας τα εξής: 
-Θεέ θεών και Κύριε των δυνάμεων, ο Θεός της σωτηρίας μου, η υπομονή, η καταφυγή μου και δύναμις, η ελπίδα της ψυχής μου και σωτηρία μου, μην απομακρυνθής από μένα, διότι εξαντλήθηκα από τους πόνους, κόλλησε στη γή η κοιλιά μου και τα οστά μου σαν φρύγανα φλογίστηκαν. Δός μου βοήθεια στη θλίψι μου, Θεέ μου, που με περιζώνεις με δύναμι.
Με τέτοια προσευχή -τι γρήγορη φροντίδα! Τί ταχύτατη λύτρωσις!- αμέσως η Μάρτυς βρέθηκε ελευθερωμένη από εκείνο το φοβερό μηχάνημα, και στάθηκε υγιής και ολόσωμη, χωρίς κανένα σημάδι πληγής ή έγκαυμα στη σάρκα της. Μα ο τυφλωμένος τύραννος δεν μπόρεσε να καταλάβη τη θαυματουργία της θείας δυνάμεως, μεθυσμένος και σκοτισμένος στην ασέβεια και μανία του. Γι’ αυτό πάλι την κρέμασε σε ξύλο, κι έβαλε να την καταξεσχίσουν με σιδερένια νύχια. Όμως η Αγία προσευχόταν, και πάλι ήλθε εξ ύψους βοήθεια, και οι δήμιοι ατόνησαν, κι αυτή στεκόταν χωρίς καμμία οδύνη. 
Γεμάτος απορία, οργή και θυμό ο ηγεμόνας σηκώθηκε πολλές φορές από το θρόνο του, μή ξέροντας τι να κάνη. Μα ο Διάβολος που τον συμβούλευε κατ’ ιδίαν, του έβαλε στο νού να κόψη τους μαστούς της Αγίας. Αυτή η τιμωρία είναι η πιο φοβερή και επώδυνη, διότι στο μέρος αυτό είναι ενθρονισμένη και ριζωμένη η καρδιά. Αλλά η Μάρτυς είχε μεγαλύτερο πάθος στην καρδιά για τον έρωτα του Χριστού, και γιαυτό καταφρόνησε το μικρό και κατώτερο. 
Ο τύραννος πάλι, βλέποντας πως η Οσία υπέμεινε και αυτό το φοβερώτατο βάσανο, φιλοδοξούσε να νικήση την υπερβολική καρτερία της με τα υπερβολικά βασανιστήρια. Γιαυτό της ξερρίζωσε όλα τα δόντια και τα νύχια. Και πάλι η Αγία, σαν να μην αισθανόταν κανένα πόνο, ευχαριστούσε πιο θερμά τον Κύριο, που αξιώθηκε να γίνη συγκοινωνός και συμμέτοχος στα πάθη Του. Συγχρόνως έβριζε τους θεούς του τυράννου, αποκαλώντας τους σκοτεινούς, πλάνους, δαίμονες και απώλεια ψυχής. 
Μή υποφέροντας να ακούη τέτοια λόγια ο δικαστής, αφού το γλυκό φως είναι μισητό στους ασθενικούς οφθαλμούς, διατάζει να της ξερριζώσουν και τη γλώσσα από τον φάρυγγα. Αλλά και πάλι η Οσία δεν δείλιασε μ’ αυτή την τιμωρία, μόνο ζήτησε λίγη διορία, για να αποδώση την πρέπουσα προσευχή και να δοξάση τον Κύριο με το όργανο της φωνής. Αφού λοιπόν Τον ευχαρίστησε, Τον παρακάλεσε να την αξιώση να τελειώση καλώς το μαρτύριο, και όσοι άρρωστοι την επικαλεσθούν σε βοήθεια, να τους θεραπεύη ως ιατρός κάθε αρρώστειας. Την ώρα που η Αγία είπε την προσευχή, ακούστηκε φωνή απ’ τον ουρανό που μαρτυρούσε την πραγματοποίησι των αιτημάτων, δηλαδή να γίνη το θέλημά της, όπως το ζήτησε. 
Χάρηκε σαν άκουσε τη θεία φωνή η Μάρτυς, και λέγει στον δήμιο να εκτελέση το πρόσταγμα. Έτσι κι έγινε. Της έκοψε με ξίφος τη θεολογική της γλώσσα, που έλεγε τα θεία λόγια. Έτρεχαν τα αίματα, κοκκίνησαν τα ρούχα της άμωμης νύμφης του Χριστού, που απ’ τον πόνο λιγοψύχησε, και ζήτησε λίγο νερό. 
Τότε βρέθηκε κάποιος ευσεβής και ενάρετος χριστιανός ονόματι Κύριλλος, ο οποίος μ’ αυτή τη μικρή καλωσύνη του ψυχρού ποτηριού απολαμβάνει ως ανταμοιβή από τον Θεό το στεφάνι της αθλήσεως. Διότι μαθαίνοντας ο Πρόβος ότι λυπήθηκε την Αγία και την πότισε νερό, πρόσταξε να κόψουν τα κεφάλια και των δύο. Έτσι τελείωσαν κι οι δύο το δρόμο του μαρτυρίου. 
Το λείψανο της Οσίας έμεινε λίγες ημέρες ριγμένο στο χώμα, χωρίς διόλου να το αγγίξη πουλί, ή θηρίο, κατόπιν θείας νεύσεως και βουλής. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και θείος Άγγελος εστάλη από τους ουρανούς, για να δώση το άγιο λείψανο στη διδασκάλισσά της Σοφία. 
Πράγματι η Σοφία εκείνη, από τη στιγμή που άρπαξαν μέσα από την αγκαλιά της την Αναστασία, προσευχόταν ασταμάτητα και παρακαλούσε τον Κύριο να τη δυναμώση έως τέλους, να μη νικηθή από τις κολακείες, να μή δειλιάση από τις τιμωρίες, και ζημιωθή τα στεφάνια. Ενώ λοιπόν προσευχόταν ολόψυχα με ολόθερμα δάκρυα, άγιος Άγγελος φανερώνεται, και της αναγγέλλει το πολυπόθητο άκουσμα και γλυκύτατο μήνυμα: Η Μάρτυς ετελειώθη, και ανήλθε στον ουράνιο θάλαμο, για την αιώνια αγαλλίασι. Συνάμα την οδηγεί και της παραδίδει το παμπόθητο και σεβάσμιο λείψανο της Μάρτυρος. 
Τότε η Σοφία έπεσε πάνω του, το αγκάλιαζε και το φιλούσε συνέχεια, λέγοντας τα εξής με δάκρυα και πολλή αγαλλίασι: 
-Ποθητό και πολυαγαπητό μου τέκνο, που σε ανέθρεψα καλώς με πολύ κόπο, με ησυχία και με άσκησι, σ’ ευχαριστώ, που δεν καταφρόνησες τις επαγγελίες, δεν παρήκουσες τις νουθεσίες, δεν παρέβλεψες τις εντολές. Φύλαξες τις υποσχέσεις, και τώρα παραστέκεις δίπλα στον Χριστό τον Νυμφίο σου, περιβεβλημένη με ιμάτιο παρθενίας, πεποικιλμένη με στίγματα μαρτυρίου, και στολισμένη με στεφάνι από λίθους πολυτίμους. Τώρα κατοικείς σε τόπο σκηνής θαυμαστής, στον οίκο της δόξης Κυρίου, και με τους Αγγέλους ευφραίνεσαι. Γιαυτό σε παρακαλώ, πολυαγαπημένη μου κόρη και πνευματική μου μητέρα, γίνε μου καλή γηροκόμος σ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή, και μεσίτρια και πρέσβυς προς τον Δεσπότη μας, να αξιώση και μένα να εισέλθω στη βασιλεία Του.
Με τέτοια και παρόμοια λόγια, η φιλότεκνη και φιλόθεη γερόντισσα αγκάλιαζε και καταφιλούσε το τίμιο λείψανο, μα δεν μπορούσε απ’ τα γηρατειά να το σηκώση. Την ώρα που συλλογιζόταν τι να κάνη, ξάφνου παρουσιάστηκαν δύο μεγαλοπρεπείς και αξιοσέβαστοι άνδρες, οι οποίοι σήκωσαν εκείνο το σεβάσμιο και ιερώτατο λείψανο και το μετέφεραν με την Σοφία μέσα στη Ρώμη, και το απέθεσαν στον τάφο λαμπρά και τιμητικά, προς δόξαν Θεού Πατρός, και Κυρίου Ιησού Χριστού, μετά του οποίου πρέπει τιμή και κράτος και προς το Άγιον Πνεύμα, νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 
1. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η Αγία Αναστασία η Ρωμαία εμαρτύρησε επί Δεκίου. Φαίνεται ότι συγχέεται με άλλη Αγία Αναστασία, η οποία εορτάζει στις 12 Οκτωβρίου. 
Πηγή: Αγία Αναστασία η Ρωμαία σελ. 11-22, έκδ. Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 1998


Δημοφιλείς αναρτήσεις