Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ο άγιος Θεόδωρος (Κούζμιτς) του Τομσκ


20 Ιανουαρίου 
Ο άγιος Θεόδωρος (Κούζμιτς) του Τομσκ 
Το φθινόπωρο του 1836 ένας ξένος, που έμοιαζε πτωχός προσκυνητής ή περιπλανώμενος, συνελήφθη από την αστυνομία της Κρασνουφίμσκ στην διοικητική περιφέρεια του Περμ. Ο άνθρωπος, που δεν είχε άδεια μετακίνησης στο εσωτερικό της χώρας, δήλωσε ότι ονομάζεται Θεόδωρος Κούζμιτς, αρνήθηκε όμως να δώσει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία για την ταυτότητά του. 
Το ευγενικό παρουσιαστικό ενέπνευσε την συμπάθεια των αστυνομικών που αρκέστηκαν να τον στείλουν με αστυνομική συνοδεία στην Ζέρκαλυ, στην διοικητική περιφέρεια του Τομσκ στην Σιβηρία. Ο Θεόδωρος εγκαταστάθηκε κοντά σε ένα αποστακτήριο και διήγε ασκητικό βίο ως το 1842. Μεταφέρθηκε τότε στο κοζάκικο χωριό Μπελοζάρσκ, όπου ένας εύπορος κοζάκος του έκτισε ένα κελλί. Ύστερα από λίγο καιρό ξαναγύρισε στην Ζέρκαλυ, στο κατάλυμα ενός εξόριστου, και αργότερα σε κελλί που του έφτιαξαν οι κάτοικοι του χωριού. 
Στο διάστημα αυτό ο ασκητής, που απέπνεε μια αριστοκρατικότητα, κατέστη πολύ αγαπητός. Ζούσε πολύ ταπεινά μη έχοντας στο κελλί του παρά ένα κρεβάτι, δυο-τρεις καρέκλες, ένα τραπέζι και μερικά εκκλησιαστικά βιβλία. Δεν έτρωγε παρά μονάχα ψωμί και νερό και όλο τον ελεύθερο χρόνο του προσευχόταν. Καθώς του απέδιδαν το διορατικό χάρισμα, πολλοί χριστιανοί προσέρχονταν σ’ αυτόν για να τον συμβουλευτούν. Τους δίδασκε απλά και καθαρά τις ευαγγελικές αρχές, χρησιμοποιώντας αλληγορίες και παραδείγματα από την καθημερινή ζωή και μάθαινε τα παιδιά γραφή και ανάγνωση, εμφυσώντας τους την αγάπη για τις ευαγγελικές αρετές. Αυτή όμως η φήμη προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση ορισμένων κληρικών. Άλλοι διατύπωναν υποψίες ότι είναι αιρετικός, άλλοι ότι είναι δαιμονισμένος και άλλοι ότι πρόκειται για επίσκοπο που κρύβεται. Η περιοχή ολόκληρη πάντως μιλούσε γι’ αυτόν. 
Το 1857 γνωρίστηκε με τον Σεμέν Φεοφάνοβιτς Χρομώφ, πλούσιο έμπορο του Τομσκ, που τον κάλεσε να έλθει να ζήσει στην κατοικία του και έκτισε γι’ αυτόν ένα κελλί τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη. Το 1859 αρρώστησε βαριά και ύστερα από θερμή παράκληση του ευεργέτη του τού αποκάλυψε την αληθινή του ταυτότητα. Μόλις ανάρρωσε, ξανάρχισε την ασκητική βιοτή, καθώς όμως επισκεπτόταν έναν παλιό του φίλο στο χωριό Μπελοζάρσκ, ασθένησε εκ νέου, τον έφεραν στην Τομσκ και εκοιμήθη εκεί στις 20 Ιανουαρίου 1864. Το 1904 οικοδόμησαν παρεκκλήσιο στον τάφο του, ο οποίος είχε γίνει τόπος προσκυνήματος και πηγή θαυμάτων για τους πιστούς της περιοχής. 
Μετά τον θάνατό του, αποκαλύφθηκε ότι ο γέροντας δεχόταν κρυφά επισκέψεις υψηλά ισταμένων προσώπων της Αυλής και διατηρούσε αλληλογραφία με την Αγία Πετρούπολη και το Κίεβο. Το 1866 ο έμπορος Χρομώφ παρέδωσε στον αυτοκράτορα Αλέξανδρο Β’ έγγραφα που είχε φυλαγμένα ο στάρετς της Τομσκ. Έτσι διαδόθηκε η φήμη ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ δεν είχε πεθάνει όπως νόμιζαν στην Κριμαία το 1825, * αλλά ότι είχε λάβει την ευλογία του Μητροπολίτη Φιλάρετου να ζήσει ως ασκητής, ότι είχε επισκεφθεί τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, και ότι μετά την κοίμηση του αγίου μετέβη στο Κρασνουφίμσκ και παρουσιάστηκε ως ο μυστηριώδης Θεόδωρος. Οι πληροφορίες αυτές όμως ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν με ακρίβεια. 
* Πράγματι, ο τσάρος πέθανε μέσα σε μυστήριες περιστάσεις και η σορός, που μεταφέρθηκε στην Κριμαία δυο μήνες μετά τον θάνατό του, δεν αναγνωρίσθηκε ως εκείνη του τσάρου.

Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος)
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Ο άγιος Φιλάρετος Μόσχας

Ο άγιος Φιλάρετος Μόσχας 

19 Νοεμβρίου  

Ο άγιος Φιλάρετος υπήρξε μία από τις πιο διαπρεπείς μορφές της ρωσικής Εκκλησίας κατά τον 19° αιώνα. Γεννήθηκε το 1782 από πατέρα ιερέα, στην πόλη Κολομνά κοντά στη Μόσχα και το βαπτιστικό του ήταν Βασίλειος. Σε ηλικία εννέα χρόνων μπήκε στο τοπικό ιεροδιδασκαλείο και συνέχισε τις σπουδές του στην ιερατική σχολή που ήταν προσαρτημένη στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος του αγίου Σεργίου. Όντας εξαίρετος μαθητής στις αρχαίες γλώσσες, όπως και στη θεολογία και την ποίηση, ο νεαρός ιεροσπουδαστής επέπεσε στην αντίληψη ενός συχνού επισκέπτη στη Λαύρα, του μητροπολίτη Μόσχας Πλάτωνα, ο οποίος και τον πήρε υπό την προστασία του. Παρά τα προσόντα του, ο Βασίλειος παρέμενε ευσεβής, ήρεμος και σεμνός και ήταν αγαπητός από όλους. Αποφοίτησε πρώτος στην τάξη του και προσελήφθη αμέσως για να διδάξει αρχαία ελληνικά (τα οποία έγραφε και μιλούσε με ευχέρεια) και εβραϊκά. Σύντομα διορίσθηκε ιεροκήρυκας στη Λαύρα και καθηγητής Ρητορικής, αφού ήταν ένας εξαίρετος ρήτορας που γνώριζε πώς να μεταδίδει στις ψυχές τη φλόγα του έρωτα της αρετής. 
Ο ευεργέτης του, μητροπολίτης Πλάτων, θεωρούμενος ο ίδιος μέγας θεολόγος και ρήτορας, έγραψε γι’ αυτόν: «Όσο για μένα, γράφω σαν άνθρωπος, εκείνος όμως γράφει σαν άγγελος». Με την ενθάρρυνση του μητροπολίτη, και μετά από ώριμη σκέψη συνοδευόμενη από εσωτερικούς αγώνες, ο λαμπρός καθηγητής εκάρη μονάχος το 1808, έλαβε το όνομα Φιλάρετος και χειροτονήθηκε διάκονος λίγες ημέρες αργότερα. Τον επόμενο χρόνο μετατέθηκε στην Αγία Πετρούπολη για να αναλάβει επόπτης και καθηγητής Φιλοσοφίας στην ιερατική σχολή. Μετά δε τη χειροτονία του ως ιερέας, διορίσθηκε να διδάσκει Αγία Γραφή, Εκκλησιαστική Ιστορία, Κανονικό Δίκαιο και Δογματική στην εκεί Θεολογική Ακαδημία. Ως ιεροκήρυκας οικοδομούσε το εκκλησίασμα των καθεδρικών ναών, που αντηχούσαν από τον λόγο του. 
Είχε επαφές με τους κορυφαίους συγγραφείς της εποχής. Συνέθεσε ένα θαυμάσιο παρηγορητικό ποίημα για τον Πούσκιν, ο οποίος του έγραψε ευγνώμων: «Ο ποιητής κυριευμένος από ιερό δέος, ακούει με προσοχή την άρπα του Φιλάρετου». Σε ηλικία τριάντα ετών, ο Φιλάρετος έγινε αρχιμανδρίτης, συντόμως δε διορίσθηκε διευθυντής της Θεολογικής Ακαδημίας και καθηγούμενος μιας από τις μεγαλύτερες μονές του Νόβγκοροντ. Ακάματος εργάτης στην εκπλήρωση τόσο των ακαδημαϊκών όσο και των διοικητικών του καθηκόντων, δεν ήταν λίγες οι φορές που βρισκόταν να χειρίζεται ταυτοχρόνως τρία ή τέσσερα θέματα μαζί. Ο μαθητής του, αρχιμανδρίτης Φώτιος, τον περιέγραψε ως εξής: 
«Η όψη του ήταν πάντα ανοιχτόκαρδη και χαρούμενη, το βλέμμα διεισδυτικό και το ήθος ευχάριστο, αν και ασκητικό και αυστηρό. Είχε αρχοντική συμπεριφορά, αβίαστη. Η φωνή του τρυφερή και μειλίχια, ωστόσο μιλούσε καθαρά. Σαν δάσκαλος, αιχμαλώτιζε τους μαθητές του με την ενορατική του διεισδυτικότητα και διάκριση σε σημείο να λησμονούνε να γευματίσουν. Η δύναμη και ομορφιά, η μεγαλοπρέπεια και η δόξα της Θεολογικής Ακαδημίας την εποχή εκείνη συγκεντρώθηκαν όλα στο πρόσωπο του Φιλάρετου».
Συνδυάζοντας εμβριθή λογιότητα και φλογερή ευσέβεια, ο Φιλάρετος αναζήτησε πάνω απ’ όλα να μεταδώσει στους ακροατές του ή στους αναγνώστες των έργων του, το «πνεύμα της Ορθοδοξίας». Τα γραπτά του έχουν γίνει κλασσικά στην ορθόδοξη βιβλιογραφία. Ακόμη και όταν ζούσε, θεωρούνταν ένας πραγματικός Πατήρ της Εκκλησίας και τον αποκαλούσαν «νέο Χρυσόστομο». 
Το 1817, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών, έγινε διδάκτωρ της Θεολογίας και χειροτονήθηκε επίσκοπος. Βοηθός επίσκοπος του μητροπολίτη Αγίας Πετρουπόλεως στην αρχή, δεν άργησε να γίνει αρχιεπίσκοπος του Τβερ, κατόπιν του Γιαροσλάβ, πέντε χρόνια, αργότερα, δε, ανέλαβε μητροπολίτης Μόσχας και Κολομνά, αξίωμα που έμελλε να διατηρήσει έως το τέλος της ζωής του. 
Στην εκπλήρωση των επισκοπικών του καθηκόντων εκόμισε την ίδια ενεργητικότητα που επέδειξε ως διευθυντής της Ακαδημίας. Ως νεοδιορισμένος επίσκοπος του Τβερ, λόγου χάριν, πέρασε εκατό ημέρες ταξιδεύοντας απ’ άκρου εις άκρον της πελώριας επισκοπής του κηρύττοντας σε όλες τις εκκλησίες. Ως μητροπολίτης Μόσχας έστρεψε το ενδιαφέρον του στα συνήθη μεταξύ του κλήρου ατοπήματα. Δεν δίσταζε να επιβάλλει κανονικές ποινές, όπου το απαιτούσαν τα παραπτώματα κληρικών, αλλά στην περίπτωση της καθαιρέσεως κάποιου μέλους του κλήρου συνεισέφερε ο ίδιος στην κάλυψη των υλικών αναγκών της οικογένειας του. Εργαζόταν ακατάπαυστα και ποτέ δεν γνώρισε μία ημέρα αργίας. Κανείς δεν γνώριζε πότε κοιμόταν οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύκτας έκανε την εμφάνιση του ο άνθρωπος που τον διακονούσε, τον έβρισκε πάντα στο γραφείο του. Έγραφε θεολογικά βιβλία, εγχειρίδια και άρθρα, αλλά εκεί που έδινε περισσότερο τον εαυτό του ήταν οι όμορφες ομιλίες του. Άφησε εκτεταμένη αλληλογραφία, η οποία περιέχει συμβουλές μεγάλης αξίας σε όλους τους τομείς της εκκλησιαστικής ζωής. Η μετάφραση της Βίβλου ξεκίνησε με τη δική του ολόψυχη υποστήριξη και συνεισέφερε σε αυτήν μεταφράζοντας μερικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Εξαιτίας της αντιδράσεως του τσάρου και ορισμένων εκκλησιαστικών κύκλων, αποδείχθηκε παρατεταμένο εγχείρημα και χρειάσθηκαν πενήντα χρόνια για να ολοκληρωθεί· χάρη στην υποστήριξη και συνεργασία του οι στάρετς της Μονής Όπτινα μπόρεσαν να εκδώσουν τις μεταφράσεις τους έργων των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίες απετέλεσαν την κινητήρια δύναμη του μεγάλου κινήματος πνευματικής αφυπνίσεως στη Ρωσία [11 Οκτ.]. 
Ο άγιος επίσκοπος ήταν πάντα πρόθυμος να συμβουλευθεί όσους εργάζονταν μαζί του και με ταπεινοφροσύνη δεχόταν την κριτική. Απέναντι στους εχθρούς του ήταν ευγενικός και υπομονετικός και υπέμενε τις πλέον άδικες κατηγορίες, δίχως μνησικακία. Από την άλλη μεριά, ήταν ανυποχώρητος όταν ετίθετο ζήτημα ιερών δογμάτων, θείων εντολών ή εκκλησιαστικής παραδόσεως. 
Εξάντλησε όλους τους οικονομικούς του πόρους σε έργα φιλανθρωπίας, φροντίζοντας οι δωρεές του να παραμένουν πάντα κρυφές. Προσέφερε τα μέσα για την ανέγερση ενός μεγάλου οικοτροφείου για ορφανά και παιδιά φτωχών οικογενειών ιερέων. Το 1819 είχε γίνει μέλος της Ιεράς Συνόδου και δεν υπήρχε θέμα που να μην μπορούσε να χειρισθεί. Τον συμβουλεύονταν ακόμη και για θέματα που ανέκυπταν σε συνεδριάσεις όπου αυτός ήταν απών, και ακόμη και στα πιο περίπλοκα θέματα έβρισκε πάντα μια λύση δίκαιη και βασισμένη σε κανονικές αρχές. 
Ο άγιος Φιλάρετος ίδρυσε τη Σκήτη της Γεθσημανής, κοντά στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος, όπου, με ασκητική λαχτάρα για την ησυχία, περνούσε συχνά μερικές ημέρες σε ένα απλό, μοναχικό κελλί, αφιερωμένος στην προσευχή. Ξεχειλίζοντας από την αγάπη του Θεού, τα μάτια του έλαμπαν από δάκρυα ακούγοντας για μια καλή πράξη, μια καλή πρόθεση ή έναν καλό λόγο. Όσα συμβούλευε τους άλλους να εργάζονται, τα έπραττε ο ίδιος δίχως άλλο, και έτσι κέρδισε την ακλόνητη αφοσίωση των πιστών που ζητούσαν τις προσευχές του και οι οποίες συχνά ανταμείβονταν με θαύματα. 
Έχοντας λάμψει ως πυρσός για μισό αιώνα στην Εκκλησία, ο άγιος Φιλάρετος παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό εν ειρήνη, στις 19 Νοεμβρίου 1867, σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών. Λίγους μήνες πριν, είχε δει στο όνειρό του τον πατέρα του, ο οποίος τον συμβούλευσε: «Να θυμάσαι την 19η».

 «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

 

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Οσία Ματρώνα η Ανυπόδητη, η δια Χριστόν σαλή από τη Ρωσία.


Οσία Ματρώνα η Ανυπόδητη, η δια Χριστόν σαλή από τη Ρωσία. 
30 Μαρτίου.
Η Ματρώνα Πέτροβνα Μυλνίκοβα ήταν γνωστή στην Πετρούπολη με το όνομα «Ματρώνα η Ανυπόδητη». 
Γεννήθηκε στο χωριό Βανίνα, της περιοχής Όντελενσκ, της επαρχίας Κοστρόμα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το πέρασε στην Αγία Πετρούπολη. Υπηρέτησε αρχικά την πατρίδα της στο στρατό, κοντά στον άνδρα της κι όταν αυτός πέθανε, αφοσιώθηκε στην υπηρεσία του Θεού και του πλησίον. 
Τον πρώτο καιρό περιπλανιόταν σε διάφορα προσκυνήματα. Παντού βάδιζε ξυπόλητη γι’ αυτό και της έδωσαν την προσωνυμία «ανυπόδητη». Πεζή και ξυπόλητη έκανε και το προσκύνημα ως τους Αγίους Τόπους και μάλιστα τέσσερις φορές. Κι αφού έζησε αρκετό διάστημα υπηρετώντας τους φτωχούς συνανθρώπους της και τους προσκυνητές, αποφάσισε ν΄ ακολουθήσει την πιο επίπονη κι αυστηρή άσκηση, εκείνην της διά Χριστόν σαλής. 
Οι γονείς της ήταν χωρικοί και κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Πατέρας της ήταν ο Πιότρ Εφστιγκνίεβιτς Στσερμπίνιν και μητέρα της η Αγάπη, από το χωριό Αντόνοβο της ίδιας επαρχίας. Εκτός από την Ματρώνα είχαν τρείς γιούς: Το Μακάριο, τον Αλέξανδρο και τον Ιβάν. Όλοι τους ήταν αγράμματοι, όπως και η Ματρώνα, και ζούσαν με την γεωργία. Από τους συγγενείς της Ματρώνουσκα μόνο δύο εγγόνια ήταν γνωστά στην Πετρούπολη: Ο Παύλος Ιβάνωφ Πουμυάντσεφ και η αδερφή του Ελισάβετ. Η ίδια η Ματρώνα είχε παντρευτεί τον Γέγκορ Τιχόνοβιτς Μυλνίκωφ, έναν άνθρωπο από την κατώτερη τάξη της Κοστρόμα. Ο γάμος όμως γι’ αυτήν ήταν μια σκληρή δοκιμασία. 
Σ’ όλο το διάστημα που ήταν παντρεμένη δοκίμασε πολλές θλίψεις. Στην Κοστρόμα η Ματρώνα Πέτροβνα είχε ένα μικρό σπίτι στην οδό Σέργιεφ κι ένα μικρό παντοπωλείο. Στον Τουρκικό πόλεμο του 1877 - 1878 ο άντρας της επιστρατεύτηκε και πέθανε στο στρατό. Η Ματρώνα τον είχε ακολουθήσει ως νοσοκόμα. Για την υπηρεσία της αυτή πληρωνόταν με 25 ρούβλια το μήνα. Με το που έπαιρνε το μισθό της όμως τον μοίραζε στους στρατιώτες εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι. 
Όταν τέλειωσε ο πόλεμος η Ματρώνουσκα αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στην υπηρεσία του Θεού και του πλησίον. Πούλησε όλη την περιουσία που είχε στην Κοστρόμα και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς. Η ίδια από τότε ανέλαβε τη δύσκολη και σκληρή άσκηση της διά Χριστόν Σαλής κι άρχισε να περιπλανιέται από δω κι από κει σε διάφορα προσκυνήματα. 
Το πρώτο της προσκύνημα το ‘κανε ξυπόλητη στους θαυματουργούς του Σολόφκι. Από τότε, δηλαδή από την εποχή της τουρκικής επίθεσης, η γερόντισσα ταξίδεψε σε πολλούς άγιους τόπους της Ρωσίας και της Παλαιστίνης (στα Ιεροσόλυμα πήγε τέσσερις φορές). 
Παντού πήγαινε ξυπόλητη. Δεν ξαναφόρεσε παπούτσια στην ζωή της. Δεν έδινε καμία σημασία αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι, αν έκανε κρύο ή ζέστη. Περπατούσε πάντα ξυπόλητη για σχεδόν τριαντατρία χρόνια. Ρούχα ζεστά δεν είχε. Φορούσε πάντα ελαφρά καλοκαιρινά και άσπρα, σαν ένδειξη της αγγελικής αγνότητάς της. 
Στην Αγία Πετρούπολη έζησε περίπου τριάντα χρόνια. Στην αρχή ζούσε στην πλευρά της Πετρούπολης. Έπειτα, τα τελευταία δεκάξι χρόνια τα πέρασε στο παρεκκλήσι «Χαρά των Θλιβομένων», που είναι δίπλα στο Υαλουργείο. 
Στη γειτονιά αυτή, κοντά στο παρεκκλήσι, στη λεωφόρο Σλίσελμπουργκ, μπορούσε να συναντήσει κανείς την Ματρώνουσκα. Ήταν πάντα ντυμένη στα λευκά, μ’ ένα μπαστουνάκι στο χέρι, μα πάντα ξυπόλητη. 
Σπάνια τύχαινε να περνάει κανείς κοντά από το διαμέρισμα της Ματρώνουσκα και να μην σταματάει να της ζητήσει να κάνει προσευχή για τις διάφορες δύσκολες περιστάσεις της ζωής του. Και πολλοί από τους θαυμαστές της της έδιναν ελεημοσύνες ανάλογα με τη δύναμή τους. Μερικοί δεν ντρέπονταν να της αφήνουν έστω κι ένα καπίκι, ενώ άλλοι της έδιναν γενναία ποσά. 
Η Κα Λ. για παράδειγμα της έδωσε κάποτε πεντακόσια ρούβλια, ο έμπορος Ρ. της έδινε είκοσι πέντε ρούβλια το μήνα, πολλοί άλλοι της έδιναν πότε πότε διάφορα αξιόλογα ποσά. Κι η Ματρώνουσκα χρησιμοποιούσε όλες αυτές τις δωρεές για ελεημοσύνες. Έδινε στους φτωχούς, βοηθούσε τις οικογένειές τους, έστελνε δωρεές σε Μοναστήρια και σε φτωχές Ενορίες. Αγόραζε Ευαγγέλια και άγιες Εικόνες και τα έδινε ευλογία στους επισκέπτες της, που ανέρχονταν σε χιλιάδες κάθε χρόνο. Κι ακόμα έστελνε κάθε χρόνο περίπου χίλια οκτακόσια κιλά λάδι για τα καντήλια σε διάφορα Μοναστήρια κι ενοριακές Εκκλησίες. Με τις προσευχές της Ματρώνουσκα πολλοί αλκοολικοί ελευθερώθηκαν από το ολέθριο πάθος τους τη μέθη. 
Ιδιαίτερα αγαπητή η Ματρώνουσκα ήταν ανάμεσα στους φτωχούς της Πετρούπολης, στους απλούς και συνηθισμένους ανθρώπους, αυτούς που κατέφευγαν σε κείνην για να τη συμβουλευτούν και να παρηγορηθούν στις περιόδους των θλίψεων και των δοκιμασιών. Δεν μπορεί να πει κανείς όμως πως οι θαυμαστές της Ματρώνουσκα ήταν αποκλειστικά οι φτωχοί κι οι δυστυχισμένοι. Είχε πολλούς θαυμαστές κι από τους μορφωμένους, από τη μεσαία αλλά κι από την υψηλή κοινωνία. Γινόταν δεκτή και σε σπίτια αρχόντων, που κατέφευγαν σ’ αυτήν για πνευματική βοήθεια, γιατί είχε το χάρισμα της προόρασης και τους προειδοποιούσε για πολλά κακά που τους περίμεναν, πρόλεγε το μέλλον τους. 
Η αγία Ματρώνα γνώριζε προσωπικά και είχε μάλιστα πνευματική συγγενεια με τον Ιωάννη της Κρονστάνδης . Έχει διατηρηθεί μια αρχειακή φωτογραφία στον αγιασμό κάποιου κτιρίου Συμμετείχε επίσης σε πολλά από τα διάσημα ταξίδια του Αγ. Ιωάννη της Κρονστάνδης στη Ρωσία. 
Το μακάριο τέλος της. 
Από τις αρχές του 1909 η Ματρώνουσκα είχε αρχίσει να προετοιμάζεται για το θάνατο. για δύο χρόνια συνέχεια, ως την ευλογημένη της κοίμηση, κοινωνούσε τα άγια μυστήρια κάθε Κυριακή. Δύο φορές αυτήν την περίοδο έκανε ευχέλαιο. Σ’ όλη της τη ζωή είχε κάνει δεκατρείς φορές ευχέλαιο. Το Μάρτιο του 1911 η Ματρώνουσκα άρχισε να νιώθει πολύ αδιάθετη. Πονούσε πολύ και μέρα με τη μέρα έχανε δυνάμεις. στις 28 Μαρτίου ένιωθε τόσο αδύναμη, ώστε αναγκάστηκε να ξαπλώσει. την άλλη μέρα όμως ήταν πάλι καθιστή στο κρεβάτι της. Όσοι την επισκέφτηκαν δεν πίστευαν πως ο θάνατος ήταν τόσο κοντά. Η προορατική γερόντισσα όμως το έβλεπε πως ο θάνατος την πλησίαζε και είπε: - Θά σάς αποχαιρετήσω με το νερό και τον πάγο. Τα λόγια της αποδείχθηκαν προφητικά, στις 30 Μαρτίου η Ματρώνουσκα ένιωθε τον εαυτό της ακόμα χειρότερα. και γύρω στη μία η ώρα το μεσημέρι, την ώρα που ο πάγος έλιωνε και γινόταν νερό, αναπαύτηκε ειρηνικά εν Κυρίω. 
Η είδηση του θανάτου της διαδόθηκε αστραπιαία σ’ όλη την Αγία Πετρούπολη. Σύντομα στο σπίτι όπου έμενε, στη λεωφόρο Σλίσελμπουργκ, μαζεύτηκε τόσος κόσμος, ώστε οι αρχές αναγκάστηκαν να στείλουν εκεί μια αστυνομική ομάδα για να τηρήσει την τάξη. το πλήθος που μαζεύτηκε για ν’ αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης και να προσκυνήσει τη νεκρή γερόντισσα προέρχονταν από διάφορες τάξεις. Ήταν εκεί φτωχοί άνθρωποι που είχαν ευεργετηθεί από την γερόντισσα. Μα ήταν και εύποροι, που της έδιναν χρήματα για τις ελεημοσύνες της. Εκείνοι που ήθελαν να περάσουν στο σπίτι και να προσκυνήσουν το λείψανό της ήταν πάρα πολλοί. Έτσι αναγκάστηκαν να κρατήσουν κάποια σειρά και να τους περνούν μέσα ανά δέκα κάθε φορά. 
Το σώμα της το έβαλαν σ’ ένα φέρετρο και το τοποθέτησαν στο αγαπημένο της κελλί, που ήταν γεμάτο εικόνες. Ήταν ντυμένη με το μεγάλο σχήμα και στο στήθος φορούσε ένα ξύλινο σταυρό, επειδή σκόπευε να πάει στα Ιεροσόλυμα και να καρεί εκεί μεγαλόσχημη με το όνομα Μαρία. Είχε υποσχεθεί στο Θεό πως αυτό θα το κρατούσε μυστικό απ’ όλους. Σύμφωνα με πολλές εφημερίδες της πρωτεύουσας, ο συνολικός αριθμός εκείνων που παρακολούθησαν την κηδεία ήταν γύρω στους είκοσι ως είκοσι πέντε χιλιάδες κόσμος. 
Από τα θαύματά της. 
Ο Προκόπιος Βασίλιεβιτς Λαμπούτιν ήταν χωρικός από το χωριό Σλόμποντα, της περιοχής Τβερ... Ζούσε στην Αγία Πετρούπολη, στη λεωφόρο Ζαμπαλκάνσκυ... Αυτός μας διηγήθηκε πως τον Οκτώβριο του 1910 ήταν άνεργος. Όλα τ' αποθέματά του είχαν εξαντληθεί. 
Όσο κι αν προσπαθούσε δεν τα κατάφερνε να βρει μια δουλειά ή να κερδίσει λίγα χρήματα για να ζήσει. Σ’ αυτή τη θλιβερή κι απελπιστική κατάσταση επισκέφτηκε τη Ματρώνουσκα, της διηγήθηκε την ελεεινή του θέση και τη δυστυχία του και την παρακάλεσε να προσευχηθεί γι’ αυτόν. Η Ματρώνουσκα προσευχήθηκε αμέσως. Μετά σταύρωσε τον Λαμπούτιν με μία Εικόνα, τον ράντισε με Αγιασμό και του είπε: -Λοιπόν, μην απελπίζεσαι τόσο εύκολα. Θα προσευχηθώ πάλι για σένα κι ο Θεός θα δώσει. Αύριο θα 'χεις δουλειά. Με το που γύρισε στο σπίτι του από τη Ματρώνουσκα, ο Λαμπούτιν έλαβε ευχάριστα νέα από το θείο του πως είχε βρει κάποια δουλειά. Την άλλη μέρα δούλευε κιόλας, όπως ακριβώς το προείπε η Ματρώνουσκα... 
Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του Πέτρου Μπότση

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

Να αρνηθώ τον Χριστό, Εκείνον που αποτελεί το νόημα όλης της ζωής μου...Όχι!

Ιερομάρτυς Πέτρος (Γκρουντίνσκι) 
Ηγούμενος Δαμασκηνός Ορλόφσκι 
Στην πόλη Γκλούσκ της επαρχίας Μίνσκ γεννήθηκε το 1877 ο ιερομάρτυς Πέτρος. Ήταν γιος του αγρότη Θεόφιλου Γκρουντίνσκι. Μετά την επανάσταση του 1905 [1] και τα γεγονότα που επακολούθησαν, ο Πέτρος εξελέγη βουλευτής της επαρχίας Μίνσκ στην κρατική Δούμα ως εκπρόσωπος των αγροτών. 
Το 1921 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίστηκε στον Ναό του Αγίου Νικολάου του χωριού Τίμκοβιτς, κερδίζοντας σύντομα με τον ζήλο και τις αρετές του τον σεβασμό και την αγάπη των ενοριτών. 
Στις 13 Ιανουαρίου του 1930 η ΓκεΠεΟυ συνέλαβε τον π. Πέτρο και τον έκλεισε στις φυλακές της πόλης Σλουτσκ με την κατηγορία ότι είχε «σχέσεις με πρώην κρατικούς υπαλλήλους και μ’ αυτούς ασκούσε αντισοβιετική προπαγάνδα». Ενώ ήταν φυλακισμένος, οι μαχητικοί άθεοι του χωριού Τίμκοβιτς σε συνέλευσή τους αποφάσισαν «να εξοντώσουν μαζί με τους κουλάκους [2] και τον παπα-Γκρουντίνσκι για την αντισοβιετική του δραστηριότητα». 
Η πρεσβυτέρα του π. Πέτρου Ειρήνη του έστειλε ένα γράμμα στη φυλακή, όπου μεταξύ άλλων του έγραφε: 
«Σε παρακαλώ…, αν με αγαπάς, απαρνήσου τα πιστεύματά σου, που κανέναν δεν ωφελούν. Επανειλημμένα σε παρακάλεσα γι’ αυτό και στο παρελθόν. Θυμήσου, τα οκτώ τελευταία χρόνια, πόσους καβγάδες κάναμε, σχεδόν κάθε μέρα, για τη θρησκεία! Τσάκιζα την ψυχή μου για χάρη σου και φορούσα τη μάσκα της πιστής από αφοσίωση σ’ εσένα. Τώρα, όμως, δέν έχω πια δυνάμεις. Κουράστηκα. Δεν πιστεύω σε τίποτα. Για τελευταία φορά σε ρωτώ: Τι προτιμάς, εμένα, που υπάρχω, ή την ανύπαρκτη ιδεοληψία σου; Αν συμφωνήσεις μαζί μου, θα σε ακολουθήσω ως την άκρη του κόσμου, χωρίς να φοβηθώ τις δυσκολίες. Αλλά ανατριχιάζω στη σκέψη και μόνο ότι θα συνεχίσω να είμαι παπαδιά. Δεν μπορώ. Απάντησέ μου τι να κάνω 
Απαντώντας της ο π. Πέτρος, της έγραψε: 
«Αγαπητή μου Ειρήνη, 
Το γράμμα σου με άφησε κατάπληκτο και με λύπησε περισσότερο κι από τη σύλληψή μου. Ηρέμησα κάπως μόνο όταν σκέφτηκα ότι το έγραψες υπό το κράτος του πόνου και της ανάγκης. Ζούμε μαζί εδώ και εικοσι τέσσερα χρόνια. Όλον αυτόν τον καιρό είχες τη δυνατότητα να αντιληφθείς ότι πάντοτε προσπαθούσα να είμαι καθαρός και δίκαιος. Συμβιβασμούς με τη συνείδησή μου ποτέ δεν έκανα. Γνωρίζεις καλά ότι δεν υπήρξα εχθρός της σοβιετικής εξουσίας… Αν, όμως, είναι θέλημα Θεού να δοκιμαστώ, πρέπει να υποταχθώ σ’ αυτό. Γιατί εσύ, λιποψυχώντας μπροστά στη δοκιμασία, με σπρώχνεις σε μιαν άνομη και άτιμη πράξη, μολονότι γνωρίζεις πως η πίστη μου είναι όχι προσποιητή αλλά ειλικρινής; Να αρνηθώ τον Χριστό, Εκείνον που αποτελεί το νόημα όλης της ζωής μου, Εκείνον που τόσες φορές με ευεργέτησε, και να τον εγκαταλείψω τη στιγμή που πλησιάζω στον τάφο; Όχι! Τέτοιο πράγμα δεν μπορώ να κάνω και δεν θα το κάνω για χάρη σου, όσο κι αν σ’ αγαπώ. 
Αγαπητή μου Ειρήνη, κυριάρχησε στον εαυτό σου και μην αφήνεις να σε κυριεύουν οποιεσδήποτε μαύρες σκέψεις… 
Είμαι υγιής και αισθάνομαι καλά, μόνο που καθε τόσο σκέφτομαι εσένα, επειδή γνωρίζω πόσο δυσκολεύεσαι. Σε αγκαλιάζω νοερά και σε φιλώ θερμά. Προσεύχομαι στον Κύριο να σε στηρίξει και να σε φυλάξει από κάθε κακό 
Στις 23 Φεβρουαρίου του 1930 ο π. Πέτρος Γκρουντίνσκι καταδικάστηκε σε θάνατο με τουφεκισμό και εκτελέστηκε. 
[1]Η επανάσταση του 1905 ήταν η κατάληξη μιας σειράς λαϊκών αντιδράσεων κατά της τσαρικής μοναρχίας, αλλά και προανάκρουσμα των κατοπινών ραγδαίων εξελίξεων, που οδήγησαν στην επανάσταση του 1917. 
[2]Ο κουλάκος ήταν εύπορος χωρικός, κάτοχος ενός σχετικά μεγάλου αγροκτήματος. Ως το 1934 οι περισσότεροι κουλάκοι είχαν εκτοπιστεί σε μακρινές περιοχές της Σοβιετικής Ενώσεως ή είχαν συλληφθεί, ενώ τα κτήματά τους είχαν δημευθεί.
Ηγουμένου Δαμασκηνού (Ορλόφσκι), ΑΓΙΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ. Ρώσοι ιερομάρτυρες και ομολογητές του 20ού αιώνα. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014, σελ. 137.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου




1 Ιουνίου  
Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου 
Αφού έγινε μαθητής του οσίου Αντωνίου του Κιέβου [10 Ιουλ.], προκειμένου να αποκτήσει υγεία ψυχής, ο όσιος Αγαπητός έβαλε τα δυνατά του να μιμείται σε όλα τον πνευματικό πατέρα του. Παρατηρούσε πώς ο Αντώνιος θεράπευε τους αρρώστους αδελφούς με την προσευχή και με ένα φάρμακο από βότανα που τους έδινε να πιουν και έλαβε την απόφαση να κάνει κι αυτός το ίδιο. Κάθε φορά που ένας αδελφός της Λαύρας αρρώσταινε, ο Αγαπητός άφηνε το κελλί του και πήγαινε να τον υπηρετήσει ικετεύοντας τον Κύριο να τον κάνει καλά. Αν η ασθένεια παρατεινόταν, παρηγορούσε τον άρρωστο ενδυναμώνοντας μέσα του την πίστη και την υπομονή. Απέκτησε έτσι την ίδια ιαματική δύναμη, όπως και ο άγιος Αντώνιος, και γι’ αυτό έλαβε το προσωνύμιο «Γιατρός». 
Η φήμη του απλώθηκε πολύ πέρα από την Λαύρα και πολλοί ήταν εκείνοι που έρχονταν να τον επισκεφθούν για να ανακουφισθούν από τα παθήματά τους. Η φήμη όμως αυτή προκάλεσε τον φθόνο ενός διάσημου Αρμένιου γιατρού του Κιέβου, ο οποίος, με σκοπό να καταστρέψει την υπόληψη του οσίου, έστειλε στο μοναστήρι έναν ασθενή γνωρίζοντας ότι η περίπτωσή του δεν είχε καμμία ελπίδα θεραπείας, αφού προηγουμένως του είχε χορηγήσει ο ίδιος δηλητήριο. Το κακόβουλο τέχνασμά του όμως δεν είχε επιτυχία καθώς ο όσιος θεράπευσε τον άρρωστο. 
Ο μέγας ηγεμόνας Βλαδίμηρος ο Μονομάχος έπεσε βαριά άρρωστος στο Τσέρνιγκωφ. Καθότι ο Αρμένιος γιατρός στάθηκε αδύνατο να κάνει το παραμικρό γι’ αυτόν, ο ηγεμόνας έστειλε να φέρουν τον όσιο Αγαπητό. Ο όσιος που δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ την μονή, ζήτησε από τον ηγούμενό του την άδεια να μην υπακούσει. Δέχτηκε ωστόσο να ετοιμάσει βότανα που οι απεσταλμένοι μετέφεραν στον ηγεμόνα. Μόλις ήπιε το φάρμακο ο Βλαδίμηρος θεραπεύτηκε και μετέβη ο ίδιος στην Λαύρα των Σπηλαίων για να ευχαριστήσει τον ευεργέτη του. Λίγο αργότερα δε, με την μεσολάβηση ενός βογιάρου, έστειλε δώρα στον Αγαπητό. Ο όσιος αρνήθηκε να τα δεχθεί, λέγοντας πως δεν είχε λόγο να λάβει αμοιβή, αφού δεν θεράπευε με τις δικές του ικανότητες, αλλά δια της δυνάμεως του Χριστού. Ο απεσταλμένος όμως επέμενε κι ο όσιος αναγκάστηκε να πάρει τα δώρα με σκοπό να τα μοιράσει στους φτωχούς· μόλις έλαβε όμως τον χρυσό, τον πέταξε στην πόρτα του μοναστηριού και έτρεξε να κρυφθεί. 
Μετά από πολλές ασκητικές σκληραγωγίες, ο όσιος Αγαπητός έπεσε και ο ίδιος άρρωστος. Ο Αρμένιος γιατρός που ήλθε να τον δει, δήλωσε κατηγορηματικά πως του απέμεναν το πολύ τρεις ημέρες ζωής. Ο όσιος αποκρίθηκε τότε ότι δεν επρόκειτο να αφήσει τον βίο αυτό πριν από τρεις μήνες. Ο γιατρός γέλασε και πήρε όρκο να γίνει μοναχός αν ο όσιος παρέμενε ζωντανός. Εν τω μεταξύ, έφεραν στον όσιο έναν άνθρωπο που έπασχε από την ίδια ασθένεια με την δική του. Ο Αγαπητός σηκώθηκε τότε, ξεχνώντας την αρρώστια του και παίρνοντας τα κοινά βότανα τα οποία συνήθιζε να χρησιμοποιεί για κάθε περίπτωση, τα έδειξε στον Αρμένιο που τον λοιδορούσε και με αυτά θεράπευσε τον ασθενή. Όσο για τον ίδιο, έζησε πράγματι τρεις μήνες ακόμη και κατόπιν εκοιμήθη εν ειρήνη. Εμφανίστηκε όμως σε όραμα στον Αρμένιο, για να του υπενθυμίσει τον όρκο του. Εκείνος πήγε τότε στην Λαύρα, δήλωσε ότι επιθυμούσε να αποτάξει την αίρεση και, αφού εκάρη μοναχός, έζησε βίο θεάρεστο, φροντίζοντας για την ψυχή του ενώ προηγουμένως φρόντιζε για το σώμα των άλλων. 

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδ. Ίνδικτος τόμος 10ος  Ιούνιος, 

Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Ο όσιος Αλέξανδρος του Όσεβεν



20 Απριλίου  
Ο όσιος Αλέξανδρος του Όσεβεν

Πέμπτος γιος ενός γαιοκτήμονας της περιοχής της Λευκής Λίμνης, ο όσιος Αλέξανδρος γεννήθηκε το 1427 και από παιδί επέδειξε μεγάλο πόθο για την μελέτη των ιερών βιβλίων και διακρίθηκε για την ευλάβειά του. Αρνήθηκε να νυμφευθεί και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης [9 Ιουν.]. Βλέποντας την ταπείνωση και τον ένθεο ζήλο του, ο ηγούμενος της μονής πρότεινε να γίνει αμέσως η κουρά του, ο όσιος όμως αρνήθηκε και παρέμεινε δόκιμος επί έξι σχεδόν χρόνια, αφοσιωμένος στην διακονία όλων των αδελφών. 
Στο μεταξύ ο κατά σάρκα πατέρας του είχε ιδρύσει ένα χωριό στις όχθες του ποταμού Κουργιούγκα, στην επισκοπική επαρχία του Όλονετς και του είχε δώσει το οικογενειακό τους όνομα: Όσεβεν. Μία μέρα που ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε τους γονείς και τα αδέλφια του, βρήκε εκεί μια τοποθεσία αποκομμένη από τον κόσμο και ο πατέρας του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να χτίσει ένα κελλί για να αποσυρθεί εκεί ο Αλέξανδρος και να ζήσει το υπόλοιπο του βίου του στην ησυχία. 
Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι, ο όσιος ανέλαβε διάφορα διακονήματα στο μαγειρείο και στον φούρνο και χειροτονήθηκε διάκονος. Τρεις φορές άκουσε φωνή ουράνια να τον καλεί να επιστρέψει στο Όσεβεν για να ιδρύσει εκεί μονή. Ανέφερε το γεγονός στον ηγούμενο, ο οποίος του έδωσε ευλογία και μία εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, με την οποία ο όσιος καθαγίασε την τοποθεσία. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο του Νόβγκοροντ Ιωνά (1459-1470) και διορίστηκε ηγούμενος του καθιδρύματος. Άρχισε αμέσως την ανέγερση ναού αφιερωμένου στον άγιο Νικόλαο, και χάρις στη συνδρομή του κατά σάρκα πατέρα του το έργο πολύ σύντομα ολοκληρώθηκε. 
Κινούμενος από διάπυρο ζήλο, ο όσιος Αλέξανδρος καθιέρωσε αυστηρό τυπικό στην αδελφότητα και ενεθάρρυνε τους μοναχούς στα έργα της αρετής, λέγοντας: «Ιδού η οδός της σωτηρίας: νηστεία, προσευχή, καρδιά καθαρά, ταπείνωση έναντι όλων, ειλικρινής αγάπη προς τον Θεό, ελεημοσύνη προς τους πτωχούς, φιλοξενία προς τους ξένους, επίσκεψη των φυλακισμένων». Οι απαιτήσεις του ήσαν τέτοιες, ώστε κάποιοι από τους μαθητές του προτίμησαν να φύγουν από την αδελφότητα και να ζήσουν ως ερημίτες στα πέριξ, στερούμενοι όμως με τον τρόπο αυτό την παραινετική παρουσία του οσίου. 
Πλήθος μοναχοί και λαϊκοί έρχονταν από παντού για να ακούσουν τη διδασκαλία του. Η σκληραγωγία και ο άθλος της πνευματικής καθοδήγησης επηρέασαν την υγεία του και ο όσιος αρρώστησε. Αντί για άλλη θεραπεία, επικαλέστηκε την βοήθεια του αγίου Κυρίλλου, ο οποίος του παρουσιάστηκε ενδεδυμένος στα λευκά, έκανε το σημείο του Σταυρού πάνω στον άρρωστο και τον διαβεβαίωσε ότι πάντα θα έχαιρε της προστασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εγκατέλειπε ποτέ το μοναστήρι. 
Μετά από είκοσι επτά χρόνια αδιάκοπης άσκησης, ο όσιος Αλέξανδρος αναπαύθηκε ειρηνικά εν Κυρίω το 1479. Μερικά χρόνια αργότερα, ενώ έσκαβαν για να θεμελιώσουν νέο ναό, οι μοναχοί βρήκαν τα λείψανα του οσίου άφθορα και τα κατέθεσαν σε παρεκκλήσιο του καθολικού της μονής, όπου έχουν επιτελέσει πολυάριθμα θαύματα.

 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Άγιος Αθανάσιος εκ Ρωσίας.



Άγιος Αθανάσιος εκ Ρωσίας. 
 18 Ιανουαρίου.

Ο Όσιος Αθανάσιος του Σγιαντέμσκϊυ έζησε τον 16ο αιώνα μ.Χ. Ξεκίνησε τον ασκητικό βίο από τη μονή του Βάλαμο της Φιλανδίας και κατέληξε στη Μονή Σγιαντέμσκϊυ της περιοχής Βολογκντά της Ρωσίας, όπου διήλθε θεοφιλώς το υπόλοιπο της μοναχικής του πολιτείας. Ο Όσιος Αθανάσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1550 μ.Χ.

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Αγία Οσιομάρτυς Σοφία του Κιεβου

 
Αγία Οσιομάρτυς Σοφία του Κιεβου

22 Μαρτίου  

Η μοναχή Σοφία γεννήθηκε στη Μόσχα το 1873.Όταν ήταν παιδί ένας στάρετς της είχε προφητέψει ότι κάποτε θα γίνει ηγουμένη. Σπούδασε στο ωδείο μετά όμως αρρώστησε βαριά. Ενώ ήταν ετοιμοθάντη την κοινώνησαν και κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα αισθάνθηκε καλύτερα και τελικά έγινε καλά. 
Μετά από αυτό το θαύμα -στα 22 της χρόνια-αποφάσισε να μπει σε μοναστήρι. Πήγε στο μοναστήρι της Παναγίας στην Καλουγκα όπου έγινε ηγουμένη. 
Όταν ήρθαν στην εξουσία οι μπολσεβίκοι, την συνέλαβαν τρεις φορές. Ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό και χαρακτηρίσε τους άθεους κομμουνιστές ως αντίχριστους. Κατά την φυλάκισή της η υγεία της υπέστη σοβαρές βλάβες. Μετά την αποφυλάκιση της το 1932 την εξόρισαν. Φτωχή, πεινασμένη και άρρωστη παρέδωσε την ψυχή της στον Χριστό το 1941.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

Ο άγιος Θεόγνωστος, μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας

 

Ο άγιος Θεόγνωστος, μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας
 
14 Μαρτίου 
Έλλην Κωνσταντινουπολίτης, ο άγιος Θεόγνωστος απέκτησε εκ νεότητος βαθειά γνώση των εντολών του Θεού και των ιερών Κανόνων, ζώντας με ευσέβεια και σοφία. Χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας από τον οικουμενικό πατριάρχη Ησαΐα το 1327, ως διάδοχος του μητροπολίτη Πέτρου [21 Δεκ.], τον οποίο φρόντισε πάραυτα να τον συγκαταριθμήσει μεταξύ των αγίων. 
Συνεχίζοντας το έργο του προκατόχου του ο Θεόγνωστος εγκατέστησε οριστικά την έδρα της μητροπόλεως στη Μόσχα, που εκείνη την εποχή κατοχύρωνε τον ηγεμονικό της ρόλο επί των άλλων ρωσικών πριγκιπάτων. Μετά τον θάνατο του μητροπολίτη Λιθουανίας Θεοφίλου (1330), ο Θεόγνωστος απέμεινε ο μοναδικός μητροπολίτης όλης της Ρωσίας και έλαβε τον τίτλο του εξάρχου. Ταξίδεψε τότε σε όλες τις επαρχίες του επαγρυπνώντας για την ευταξία της Εκκλησίας. 
Το 1342, καθώς οι Τάταροι κατακτητές απειλούσαν να κλείσουν όλες τις εκκλησίες, ο άγιος Θεόγνωστος υποχρεώθηκε να εισπράξει πολύ βαρειά φορολογία από τον πληθυσμό. Πήγε να δώσει το ποσό που συγκεντρώθηκε στη Χρυσή Ορδή, αλλά οι Τάταροι ήθελαν να τον αναγκάσουν να φορολογήσει και τον κλήρο. Ο άγιος αποκρίθηκε τότε στον χάνο Γιανιμπέκ: «Ο Χριστός ο αληθινός Θεός μας εξαγόρασε την Εκκλησία του από τους ειδωλολάτρες με το πολύτιμο αίμα Του και για τον λόγο αυτό ο κλήρος απαλλάσσεται από κάθε υποδούλωση ή υπηρεσία παρεκτός την υπηρεσία προς τον Κύριο». 
Ύστερα από αυτή την άρνηση, υπέστη φρικτά μαρτύρια από τους Τατάρους, αλλά τελικά τον άφησαν και ο Θεόγνωστος επέστρεψε στην έδρα του ευχαριστώντας τον Θεό. Φθάνοντας όμως στη Μόσχα ανακάλυψε ότι το ένα τέταρτο των εκκλησιών της πόλης είχε καταστραφεί σε μεγάλη πυρκαγιά, ενώ ο λαός προς μεγάλη πικρία του αρνείτο την κοινωνία μαζί του. Αυξάνοντας τις νηστείες και τις προσευχές κατ’ αυτή την περίοδο των θλίψεων, έφερε σε πέρας την ανοικοδόμηση περίλαμπρων λιθόκτιστων ναών που εξωράισε με ψηφιδωτά βυζαντινών καλλιτεχνών, ανυψώνοντας έτσι τη Μόσχα στο επίπεδο μεγάλης πρωτεύουσας του χριστιανικού κόσμου. 
Αγαπούσε τους μοναχούς και έδωσε στον όσιο Σέργιο του Ραντονέζ [25 Σεπτ.] την ευλογία του και την προστασία του για να ιδρύσει τη Λαύρα της Αγίας Τριάδος (1340). Έχοντας ενημερωθεί για την έριδα στο Βυζάντιο περί του ακτίστου φωτός, πήρε το μέρος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ώστε να μεταδώσει στους αιώνες την ορθόδοξη διδασκαλία στην Εκκλησία του. Ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, υποστηρικτής της αντίθετης πλευράς, θέλοντας να μειώσει την επιρροή τού αγίου Θεογνώστου, ανεβίβασε στο αξίωμα του μητροπολίτη νότιας Ρωσίας τον Θεόδωρο Αλύτς. Με το τέλος όμως του εμφυλίου πολέμου (1347) ο νέος πατριάρχης Ισίδωρος αποκατέστησε την ενότητα της ρωσικής μητροπόλεως υπό τον άγιο Θεόγνωστο. 
Δυο χρόνια πριν την εκδημία του αναγκάστηκε να αγωνιστεί εναντίον της απόπειρας νέου σχίσματος, που ετοίμαζε ο πατριάρχης του Τιρνόβου, ο οποίος είχε χειροτονήσει κάποιον Θεοδώρητο ως μητροπολίτη Μόσχας, κατά παράβαση των ιερών Κανόνων. Ο Θεόγνωστος χειροτόνησε τότε τον βοηθό του, άγιο Αλέξιο [12 Φεβρ.], επίσκοπο Βλαντιμίρ και τον υπέδειξε ως νόμιμο διάδοχό του (1351). 
Στο πέρας μιας επισκοπείας είκοσι πέντε χρόνων που χαρακτηρίστηκε από το απόγειο της βυζαντινής επιρροής στη ρωσική Εκκλησία, ο άγιος Θεόγνωστος απεβίωσε, θύμα επιδημίας πανώλους, στις 11 Μαρτίου 1353, και ενταφιάστηκε πλάι στον άγιο Πέτρο. Τα λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα το 1471. Μερικά χρόνια αργότερα φανερώθηκε εν δόξη θεραπεύοντας έναν μουγγό που ήλθε να προσευχηθεί στον τάφο του.

 

ΝΕΟΣ  ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ  ΕΒΔΟΜΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

 

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2023

Ο άγιος Αρσένιος επίσκοπος Τβερ

Ο άγιος Αρσένιος επίσκοπος Τβερ 
2 Μαρτίου   

 Ο άγιος Αρσένιος γεννήθηκε στο Τβερ από γονείς πλούσιους και ευγενείς, από τους οποίους έλαβε λαμπρή μόρφωση, εντυπώνοντάς του ταυτόχρονα φόβο Θεού και διδάσκοντάς τον ότι τα αγαθά τούτου του κόσμου είναι εφήμερα. 

Προικισμένο με ζωηρό πνεύμα και δεκτικό στα πνευματικά, ο νεαρός ένιωσε γρήγορα ξένος και παρεπίδημος στον κόσμο. Μόλις πέθαναν οι γονείς του, απελευθέρωσε τους υπηρέτες του, προς μεγάλη δυσαρέσκεια της υπόλοιπης οικογένειας, και μοίρασε την περιουσία του στους πτωχούς. Ύστερα, παρακινημένος από εσωτερική φωνή, πήγε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. 
Όταν ζήτησε από τον ηγούμενο να τον δεχτεί εξαιτίας των πολλών του αμαρτιών, εκείνος κατάλαβε αμέσως ότι κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα αναπαυόταν σε αυτό τον νέο υποψήφιο για τον μοναχικό βίο. Για να τον δοκιμάσει ωστόσο του είπε: «Διάλεξε έναν άλλο πιο εύκολο δρόμο!». Ο νέος του αποκρίθηκε χρησιμοποιώντας μάλιστα τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού» (Λκ. 9:62). 
Αφού έγινε δεκτός στο μοναστήρι, τον εμπιστεύθηκαν σε ένα πεπειραμένο γέροντα. Στα διάφορα διακονήματα υπάκουε πάντα χωρίς την παραμικρή αντιλογία, και ποτέ δεν τον άκουσαν να αργολογεί. Η παραδειγματική διαγωγή του και οι διανοητικές του ικανότητες κίνησαν την προσοχή του μητροπολίτη Κιέβου, αγίου Κυπριανού [16 Σεπτ.], που τον προήγαγε στο βαθμό του αρχιδιακόνου και τον έκανε ιδιαίτερο γραμματέα του. Κατόπιν, όταν ο άγιος Κυπριανός έφυγε για τη Μόσχα να διαδεχθεί τον αποθανόντα μητροπολίτη Αλέξιο, εξέλεξε τον Αρσένιο επίσκοπο παρά την αντίστασή του και του εμπιστεύθηκε την έδρα του Τβερ, ανταποκρινόμενος στο αίτημα του ηγεμόνα και των κατοίκων (1391). 
Μένοντας προσηλωμένος στη μοναχική ζωή, ο νέος επίσκοπος ίδρυσε στα περίχωρα του Τβερ την Μονή Ζελτίκοβο, όπου του άρεσε να αποσύρεται στην ησυχία και την προσευχή. Όταν επέστρεφε στην πόλη, μετέδιδε στους κατοίκους, με τη διδασκαλία του αλλά προπαντός την ευαγγελική του βιοτή, αυτό το μήνυμα ειρήνης και αγάπης του οποίου τα μοναστήρια αποτελούν ζωντανή πραγμάτωση. Καθώς αγαπούσε τους πτωχούς, τους μοίραζε ελεημοσύνες, περιποιόταν και θεράπευε τους ασθενείς, και χρησιμοποιούσε όλη του την επιρροή για να υπερασπιστεί τους θλιβομένους, μη διστάζοντας να απειλήσει τους ηγεμόνες του Τβερ με τη θεία οργή όταν δείχνονταν άδικοι και τυραννικοί. 
Εκοιμήθη εν ειρήνη το 1409 και τον έβαλα στον τάφο που είχε ανοιχθεί στη Μονή Ζελτίκοβο. Το 1483, τα τίμια λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα και η Εκκλησία τον συγκαταρίθμησε επισήμως στους αγίους το 1547. Μερικά χρόνια αργότερα, ένα νεκρός αναστήθηκε μπροστά στα τίμιά του λείψανα. 

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

Όσιος Ισαάκιος ο έγκλειστος.

 Όσιος Ισαάκιος ο έγκλειστος.
Ο Όσιος Ισαάκιος και σκηνές από τον βίο του

Δεν είναι δυνατό να αποφύγει ο άνθρωπος τους πειρασμούς. Εάν ο πονηρός τόλμησε να πειράξει στην έρημο τον ίδιο τον Κύριο, πολύ περισσότερο τους δούλους Του. Αυτό όμως γίνεται κατά παραχώρηση Θεού. 
Γιατί όπως το χρυσάφι δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά και καθαρίζεται και λάμπει και αστράφτει, έτσι και ο πιστός άνθρωπος, που δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά των πειρασμών, θα λάμψει τελικά σαν τον ήλιο μπροστά στο Θεό με τα καλά του έργα, ενώ ο εχθρός που σπέρνει τους πειρασμούς θα παραδοθεί στο αιώνιο πυρ. 
Μια μεγάλη πειρασμική δοκιμασία πέρασε και ο όσιος πατέρας μας Ισαάκιος ο έγκλειστος. Ο όσιος Ισαάκιος, που το κοσμικό του επώνυμο ήταν Τοροπτσάνιν, ασκούσε το εμπόριο και είχε αποκτήσει πολλά πλούτη. Κάποτε όμως η αγαθή του διάνοια σκέφτηκε ότι «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα…» [Νεκρώσιμη Ακολουθία, εις κεκοιμημένους]. Μοίρασε τότε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ήρθε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, ποθώντας ν’ αφιερωθεί στον Κύριο. 
Ο όσιος Αντώνιος, αφού δοκίμασε την αγάπη του στο Θεό και το ζήλο του για το μοναχικό βίο, τον κούρεψε μοναχό. Από τότε ο ιερός Ισαάκιος, φλεγόμενος από θείο έρωτα, άρχισε μια σκληρή ασκητική ζωή. Με την ευλογία του οσίου Αντωνίου κλείστηκε στο βάθος του σπηλαίου, στο πιο σκοτεινό και ανάερο κελί. Ήταν υγρό, αποπνικτικό και τόσο στενό, που έμοιαζε μάλλον με φρικώδη υπόγειο τάφο παρά με μοναχικό κελί. 
Θέλοντας επίσης να ταλαιπωρήσει και ν’ ασκήσει το σώμα του, έβγαλε το τρίχινο πουκάμισο που φορούσαν όλοι οι αδελφοί. Ζήτησε να του αγοράσουν μια κατσίκα. Όταν του την έφεραν, την έγδαρε και φόρεσε το τομάρι της, έτσι όπως ήταν, νωπό και ακατέργαστο, και τ’ άφησε να στεγνώσει πάνω στο σώμα του! 
Μ’ αυτό το «ένδυμα» κλείστηκε ο όσιος μέσα στην κατασκότεινη υπόγεια τρύπα του, έχτισε την είσοδο της και παραδόθηκε στα χέρια του Θεού. Προσευχόταν αδιάλειπτα στον Κύριο με δάκρυα, χωρίς να γνωρίζει πότε ήταν νύχτα και πότε μέρα. Στρώμα δεν είχε και ποτέ δεν ξάπλωνε για ύπνο. Κοιμόταν ελάχιστα, καθισμένος σ’ ένα κούτσουρο. Έτρωγε μόνο μέρα παρά μέρα λίγο πρόσφορο, κι έπινε λίγο νερό που του έφερνε ο ίδιος ο όσιος Αντώνιος, ο μόνος που άλλαζε μαζί του μερικές κουβέντες. Την τροφή του την έδινε από μια μικρή θυρίδα, απ’ όπου μόλις χωρούσε να περάσει το χέρι. 
Ο όσιος Ισαάκιος πέρασε επτά χρόνια σ’ αυτή τη σκληρή άσκηση. Αλίμονο όμως! Η καρδιά του δεν έμεινε εντελώς καθαρή από την κενοδοξία. Κάποια ίχνη του δαιμονικού αυτού πάθους μόλυναν τη συνείδησή του. Κι έτσι τον βρήκε μεγάλη συμφορά. 
Κάποια νύχτα, όταν ο μακάριος έκανε τις συνηθισμένες του μετάνοιες κι έλεγε τους ψαλμούς του μεσονυκτικού, ένιωσε μεγάλη κόπωση και αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Έσβησε το κερί και κάθισε. Και να! Έξαφνα το σκοτάδι του κελιού διαλύθηκε. Έλαμψε «φως μέγα»! Τι φως ήταν εκείνο! Δυνατό κι εκτυφλωτικό σαν του ήλιου! Ο όσιος αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του, ανίκανος να κοιτάξει ελεύθερα. Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν δυο πανέμορφοι νέοι με λαμπερά πρόσωπα. 
– Ισαάκιε, είπαν στον όσιο, είμαστε άγγελοι και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε πως, να!, έρχεται σε σένα ο Χριστός μαζί με τους άλλους αγγέλους τ’ ουρανού.
Ταλαίπωρε άνθρωπε του Θεού! Που να ήξερες ότι είχες μπροστά σου δαίμονες, που ήρθαν για να σε πλανήσουν! Ξέχασες ότι ο σατανάς μπορεί να «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» και «οι διάκονοι αυτού ως διάκονοι δικαιοσύνης»!… 
Σήκωσε λοιπόν ο όσιος τα μάτια του με δυσκολία, και Τι βλέπει! Πλήθος δαιμόνων, που εκείνος τους πέρασε για αγγέλους, με πρόσωπα αστραφτερά, κι ανάμεσα τους κάποιον που έλαμπε περισσότερο από τους άλλους, εκπέμποντας φωτεινές ακτίνες. 
– Ισαάκιε! πρόσταξαν οι δαίμονες. Να ο Χριστός! Πέσε να τον προσκύνησεις!
Ανίκανος να διακρίνει τη δαιμονική πλεκτάνη ο μακάριος, ξέχασε να επικαλεσθεί τη βοήθεια του Κυρίου ή να κάνει το σημείο του σταυρού, που κατατροπώνει τους δαίμονες. Έπεσε λοιπόν ο δυστυχής και προσκύνησε το διάβολο σαν Χριστό! 
Αυτοστιγμεί οι δαίμονες ξέσπασαν σε τρομακτικές νικητήριες ιαχές, κραυγάζοντας θριαμβευτικά: 
– Δικός μας είσαι, Ισαάκιε! Δικός μας!
Ύστερα άρπαξαν τον όσιο, τον έβαλαν να καθίσει κάτω και μαζεύτηκαν γύρω του. Μεμιάς το κελί γέμισε ασφυκτικά με δαίμονες. 
Τότε ο υποτιθέμενος Χριστός πρόσταξε: 
– Πάρτε τα όργανα! Πιάστε τα τύμπανα! Παίξτε πανηγυρικά! Και ο Ισαάκιος να μας χορέψει!
Εμφανίστηκαν αμέσως πολυάριθμοι δαίμονες με μουσικά όργανα και άρχισαν να παίζουν μια μουσική εκκωφαντική και ανατριχιαστική, αληθινά δαιμονική. Την ίδια στιγμή άλλοι δαίμονες σήκωσαν τον όσιο και τον ανάγκασαν να χορέψει μαζί τους στον τρελό ρυθμό της μουσικής. 
Ο χορός εκείνος κράτησε πολλές ώρες. Τόσες ώρες κράτησε και ο εμπαιγμός του οσίου από τους δαίμονες. Αφού τον παίδεψαν έτσι βάναυσα, τον παράτησαν κάτω μισοπεθαμένο κι εξαφανίστηκαν. 
Είχε φτάσει ήδη το πρωί. Ο όσιος Αντώνιος ήρθε στο παραθυράκι του μικρού κελιού, φέρνοντας όπως πάντα λίγο πρόσφορο και νερό. 
– Ευλόγησον, πάτερ Ισαάκιε, είπε χαμηλόφωνα.
Δεν πήρε απάντηση. 
– Πάτερ Ισαάκιε, ευλόγησον! είπε πάλι πιο δυνατά. Σιγή.
Ο όσιος Αντώνιος επανέλαβε δύο-τρεις φορές ακόμα το χαιρετισμό. Από το κελλάκι όμως δεν ακουγόταν το παραμικρό. Νόμισε τότε ότι ο Ισαάκιος είχε παραδώσει το πνεύμα του στον Κύριο. Ειδοποίησε να έρθουν ο όσιος Θεοδόσιος και οι αδελφοί από το μοναστήρι. 
Πράγματι, σε λίγο ήρθαν οι πατέρες, άνοιξαν την είσοδο της σπηλιάς και τράβηξαν τον όσιο, νομίζοντας πως ήταν νεκρός. Όταν όμως τον έβγαλαν έξω διαπίστωσαν ότι ζούσε ακόμη. Μόλις που ανέπνεε. Το σώμα του ήταν ξυλιασμένο, ανίκανο να κάνει την παραμικρή κίνηση. Το στόμα μισάνοιχτο. Τα μάτια γουρλωμένα και το βλέμμα απλανές. Σύντομα κατάλαβαν ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, να μιλήσει ή να κατανοήσει οτιδήποτε. 
Ο όσιος Αντώνιος δεν άργησε να καταλάβει πως ο έγκλειστος μοναχός είχε δεχτεί δαιμονική επίθεση. Από κείνη τη στιγμή τον πήρε στο μοναχικό του κελί και τον υπηρετούσε με κόπο πολύ. Κι όταν αναγκάστηκε να φύγει από το Κίεβο, διωγμένος από τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, τη φροντίδα του δαιμονόπληκτου αδελφού ανέλαβαν ο άγιος Θεοδόσιος και οι άλλοι πατέρες. Τον πήραν στη μονή των Σπηλαίων και μέρα-νύχτα αγωνίζονταν να τον ανακουφίσουν και να τον συνεφέρουν. 
Ο δυστυχής Ισαάκιος ήταν πράγματι σε κακό χάλι. Διαλυμένος ψυχικά και σωματικά, κουφός και άλαλος, όχι μόνο να σηκωθεί δεν μπορούσε, αλλά ούτε να γυρίσει πάνω στην κλίνη. Έμενε συνεχώς ξαπλωμένος και ακίνητος, ώσπου πλήγιασε και σκουλήκιασε. Κι ας τον καθάριζε ακούραστα και με αγάπη κάθε μέρα ο ίδιος ο όσιος Θεοδόσιος. Κι ας τον έπλεναν οι αδελφοί. Ούτε τροφή μπορούσε να πάρει. Με χίλιες δυσκολίες κατόρθωναν να χώσουν από το μισάνοιχτο στόμα μέχρι το λαρύγγι του λίγη υγρή τροφή, που την κατάπινε με πολύ κόπο. 
Αυτή η κατάσταση κράτησε δυο χρόνια. Ο όσιος Θεοδόσιος προσευχόταν καθημερινά από πάνω του και με δάκρυα παρακαλούσε τον πολυεύσπλαχνο Θεό να λυπηθεί το δούλο Του και να τον λυτρώσει από την κυριαρχία των δαιμόνων. Ώσπου μια μέρα, μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο της ταλαιπωρίας του, ο Ισαάκιος μίλησε! 
Ζήτησε ψιθυριστά να τον σηκώσουν και να τον στήσουν όρθιο. Τον σήκωσαν. Δεν μπόρεσε όμως να σταθεί. Έπεσε κάτω και περπατούσε με τα τέσσερα, σαν μωρό παιδί. 
Σιγά-σιγά έδειξε σημάδια βελτιώσεως. Στην εκκλησία όμως δεν πήγαινε. Τον οδήγησαν αρκετές φορές με τη βία. Και με τον καιρό άρχισε να πηγαίνει μόνος του. Το ίδιο και στην τράπεζα. Καθόταν ξέχωρα από τους αδελφούς και δεν επικοινωνούσε με κανέναν. Έβαζαν ψωμί μπροστά του, μα δεν το άγγιζε. Του το έβαζαν στα χέρια και τον ανάγκαζαν να το φάει, πότε με παρακλήσεις πότε με επιτιμήσεις. 
Κάποτε όμως ο όσιος Θεοδόσιος, θέλοντας να τον λυτρώσει από τη δαιμονική επήρεια, είπε αυστηρά: 
– Αφήστε το ψωμί μπροστά του, όχι στα χέρια! Να φάει μόνος του!
Για μια βδομάδα ο όσιος Ισαάκιος δεν έφαγε τίποτα. Κατόπιν όμως, βλέποντας τους άλλους να τρώνε, έπιασε κι εκείνος το ψωμί και έφαγε. Αυτή ήταν η αρχή για την οριστική απαλλαγή του από τα δαιμονικά δεσμά. 
Μετά την κοίμηση του οσίου Θεοδοσίου, στην αρχή της ηγουμενίας του οσίου Στεφάνου, ο μακάριος Ισαάκιος ξαναβρήκε εντελώς τον εαυτό του, απελευθερωμένος πια από τις αλυσίδες του πονηρού. 
Τότε, με την έγκριση του ηγουμένου Στεφάνου, ο όσιος ρίχτηκε πάλι σε σκληρή άσκηση, όχι όμως τώρα στο σκοτεινό κελί, απομονωμένος και ανυπεράσπιστος, αλλά μέσα στο μοναστήρι, περιφρουρημένος από την παρουσία και τη στήριξη του ηγουμένου και των αδελφών. 
Διδαγμένος τώρα από το πάθημα του, απευθυνόταν στον πονηρό και του έλεγε: 
– Ω διάβολε, εσύ που με πλάνησες όταν ήμουν μόνος στο σπήλαιο! Από δω και πέρα δεν θα αγωνιστώ πια μόνος και έγκλειστος. Θα σε πολεμήσω μέσα εδώ, στο μοναστήρι μου και θα σε νικήσω με τη χάρη του Θεού και τις ευχές των αδελφών! 
Φόρεσε, όπως όλοι, το τρίχινο ένδυμα και με ζήλο επιδόθηκε στα κοινοβιακά έργα. Εργαζόταν υπάκουα κάτω από τις εντολές όλων των αδελφών διακονητών. Πρώτος πήγαινε στο διακόνημα, πρώτος και στην εκκλησία. Όρθιος και αμετακίνητος στεκόταν μέσα στο ναό μέχρι το τέλος των ακολουθιών. Φορούσε κάτι τρύπια παλιοπάπουτσα χειμώνα-καλοκαίρι. Στις μεγάλες χειμωνιάτικες παγωνιές, τα μισόγυμνα πόδια του ξύλιαζαν πάνω στις κρύες πέτρες του δαπέδου της εκκλησίας. Ο όσιος όμως, δεν έκανε την παραμικρή κίνηση μέχρι την απόλυση. 
Μετά την πρωινή ακολουθία πήγαινε στο μαγειρείο, άναβε τη φωτιά, έφερνε νερό κι έκανε όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για το μαγείρεμα. Όταν έρχονταν οι μάγειροι, τα έβρισκαν όλα έτοιμα. 
Μια φορά ένας από τους μαγείρους, Ισαάκ στο όνομα, θέλησε να πειράξει το μακάριο και του είπε: 
– Πάτερ Ισαάκιε! Να, εκεί στο δέντρο κάθισε ένας κόρακας. Πήγαινε, πιάσ’ τον και φέρ’ τον εδώ
Εκείνος έβαλε βαθιά μετάνοια, βγήκε έξω, σκαρφάλωσε στο δέντρο κι έπιασε τον κόρακα χωρίς δυσκολία. Το πουλί, κατά παραχώρηση Θεού, δεν τρόμαξε ούτε προσπάθησε να πετάξει. Άφησε τον όσιο να το πιάσει στα ασκητικά χέρια του και να το φέρει στο μαγειρείο. 
Έμειναν σαν αποσβολωμένοι οι μάγειροι σαν είδαν τ’ αποτελέσματα της απλότητας και της υπακοής του αγίου. Ενημέρωσαν τον ηγούμενο και τους αδελφούς, που από τότε άρχισαν να τον τιμούν σαν χαρισματούχο. 
Ο θείος Ισαάκιος όμως, για ν’ αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων και μια δεύτερη πτώση σε δαιμονική παγίδα, άρχισε να παριστάνει το σάλο. Έλεγε λόγια παράξενα, έκανε τρέλες και προξενούσε ζημιές άλλοτε στους αδελφούς και άλλοτε στους περαστικούς κοσμικούς, με αποτέλεσμα να δέχεται ονειδισμούς, πειράγματα και ραπίσματα. Καταφύγιο του ήταν το σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, άδειο τώρα μετά την κοίμηση του. Εκεί προσευχόταν νύχτα και μέρα γυμνός, υπομένοντας τη βασανιστική παγωνιά. 
Μια νύχτα ο μακάριος άναψε την παλιά, τρύπια ξυλόσομπα του σπηλαίου. Αυτή όμως κάποια στιγμή φούντωσε κι άρχισε να βγάζει μεγάλες φλόγες από τις ρωγμές. Τότε ο όσιος, μην έχοντας άλλο μέσο για να καταστείλει τη φωτιά, άνοιξε το καπάκι της σόμπας και πάτησε μέσα, πάνω στα αναμμένα ξύλα, με τα γυμνά του πόδια. Στεκόταν εκεί αρκετή ώρα, μέχρι που η φωτιά έσβησε. Ωστόσο εκείνος δεν είχε υποστεί το παραμικρό έγκαυμα. 
Πολλά παρόμοια θαυμάσια επιτέλεσε ο όσιος, που μετά τον εμπαιγμό του από τους δαίμονες, είχε γίνει με τη χάρη του Θεού χλευαστής τους. 
Πολλές φορές εμφανίστηκαν οι δαίμονες και προσπάθησαν να τον τρομάξουν, φωνάζοντας: 
– Είσαι δικός μας, Ισαάκιε! Είσαι δικός μας, γιατί προσκύνησες τον άρχοντα μας!
 
Εκείνος όμως τους απαντούσε θαρρετά: 
– Ο άρχοντας σας είναι ο Βεελζεβούλ*, που δεν έχει δύναμη περισσότερη από μια μύγα. Γι` αυτό και δεν τον φοβάμαι, όπως δεν φοβάμαι κι εσάς τα μυγάκια, τους δούλους του. Με απατήσατε μια φορά, γιατί δεν γνώριζα τις πονηριές και τις πλεκτάνες σας. Τώρα όμως, με τη δύναμη του Κυρίου μου Ιησού Χριστού και με τις ευχές των οσίων πατέρων μου Αντωνίου και Θεοδοσίου, δεν θα με νικήσετε πια. Θα νικηθείτε και θα σκορπίσετε σαν μύγες!
Και λέγοντας αυτά ο όσιος σχημάτιζε το σημείο του σταυρού πάνω στο σώμα του κι έδιωχνε τους δαίμονες, που έφευγαν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένα σκυλιά. Όμως δεν το έβαζαν κάτω. Ξανάρχονταν αργότερα με την ίδια κακία και περισσότερη αγριότητα.

Τις νύχτες μαζεύονταν έξω από το κελί του οσίου και δημιουργούσαν τρομακτικούς θορύβους. Τσίριζαν, κραύγαζαν, χτυπούσαν σιδερικά, απειλούσαν…
– Ισαάκιεεεε! φώναζαν. Θα κατασκάψουμε το σπήλαιο και θα σε θάψουμε ζωντανό!
– Φύγε από δω, καταραμένε!, έλεγαν άλλοι. Θα σε παραχώσουμε μέσα στη γη!

Ο όσιος όμως με ηρεμία και παρρησία τους απαντούσε:
– Αν ήσασταν πλάσματα του Θεού θα περπατούσατε στο φως της ημέρας, «ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» [Α΄ Ιω. 1, 15)]. Επειδή όμως υπηρετείτε το σκοτεινό διάβολο, γι’ αυτό περπατάτε στο σκοτάδι της νύχτας, όπως ο αρχηγός σας, ο κοσμοκράτορας του σκότους, που «ἐν τῇ σκοτίᾳ ἐστὶ καὶ ἐν τῇ σκοτίᾳ περιπατεῖ, καὶ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει, ὅτι ἡ σκοτία ἐτύφλωσε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ». [Α΄ Ιω. 2, 11]
Τέτοια και άλλα παρόμοια έλεγε ο μακάριος Ισαάκιος στους δαίμονες, κάνοντας πάντοτε το σημείο του τιμίου σταυρού. Αμέσως οι δαίμονες εξαφανίζονταν σαν καπνός. 
Άλλοτε έπαιρναν τη μορφή αγρίων ζώων. Μετασχηματίζονταν σε αρκούδες, λύκους, λιοντάρια ή άλλα αρπακτικά θηρία και ορμούσαν με μουγκρητά και ουρλιαχτά εναντίον του, τάχα για να τον κατασπαράξουν. Άλλοτε πάλι έρχονταν κατά εκατοντάδες σαν φίδια, βατράχια, ποντίκια και άλλα ερπετά ή τρωκτικά, σφυρίζοντας απαίσια. 
Σε όλες τις περιπτώσεις όμως, οι δαιμονικές φαντασίες διαλύονταν με την επίκληση του ονόματος του Χριστού και με το σημείο του σταυρού. Και τα πονηρά πνεύματα έφευγαν έντρομα, ξεφωνίζοντας: 
– Αχ, Ισαάκιε, μας νίκησες! Μας νίκησες!
– Δεν σας νίκησα εγώ, αλλά ο παντοδύναμος Κύριός μου! απαντούσε ο όσιος. Εμένα με νικήσατε, τότε που μου φανερωθήκατε με τη μορφή των αγγέλων και του Κυρίου. Αλλά να! Τώρα εμφανίζεστε έτσι που σας ταιριάζει, με τη μορφή ακάθαρτων ζώων, αφού κι εσείς είστε ακάθαρτοι! 
Τρία χρόνια πολέμησε έτσι σκληρά με τους δαίμονες ο θειότατος Ισαάκιος. Μετά δεν τόλμησαν να τον ξαναπειράξουν, ηττημένοι πια από τη χάρη του Θεού, που αναπαυόταν στον αγωνιστή και πνευματέμφορο δούλο Του. 
Από τότε εγκαταστάθηκε πάλι στο μοναχικό του σπήλαιο, περιμένοντας το τέλος του με μεγαλύτερη ακόμη άσκηση — νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. 
Σε λίγο καιρό όμως ασθένησε. Είχε έρθει η ώρα της κλήσεώς του από τον Κύριο, στις αιώνιες μονές του Πατρός. Οι αδελφοί τον μετέφεραν στο μοναστήρι. Σε οκτώ μέρες αναχώρησε ειρηνικά για τη χώρα των ζώντων. Ο ηγούμενος Ιωάννης και οι αδελφοί, κήδεψαν με μεγάλη τιμή το σώμα του στον υπόγειο τόπο όπου αναπαύονται τα σεπτά λείψανα και των άλλων αγίων ασκητών της Λαύρας. 
Έτσι ο καλός στρατιώτης του Χριστού, αν και νικήθηκε αρχικά από τον πανούργο εχθρό της σωτηρίας μας, μετά αναδείχθηκε νικητής και κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών. 

Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου. 
Ιερά Μονή Παρακλήτου.
* (Βεελζεβούλ (Βάαλ-Ζεβούλ), σημαίνει κατά λέξη Βάαλ-μύγα και ευρύτερα θεός-μύγα ή θεός των μυγών. Οι Ιουδαίοι ονόμαζαν έτσι το είδωλο που λάτρευαν οι Ακκαρωνίτες (Δ΄ Βασ. 1, 2). Επειδή ήταν εξαιρετικά αποτρόπαιο, το ταύτισαν με τον ίδιο τον σατανά. Εδώ ο όσιος Ισαάκ χλευάζει τους δαίμονες, κάνοντας ένα λογοπαίγνιο με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως Βεελζεβούλ).

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Αγία Άννα Ολοφσντότερ της Σουηδίας η Πριγκίπισσα, Μοναχή του Νόβγκοροντ της Ρωσίας.



Αγία Άννα Ολοφσντότερ της Σουηδίας η Πριγκίπισσα, Μοναχή του Νόβγκοροντ της Ρωσίας. 
 10 Φεβρουαρίου & 4 Οκτωβρίου.

Αγία Άννα η Σουηδή του Νόβγκοροντ ήταν Βίκινγκ και γεννήθηκε στη Σιγκτούνα (Sigtuna) της όμορφης Σουηδίας το 1001. Μέχρι το Άγιο Βάπτισμά της ονομαζόταν Ίνγκεγκερντ Όλοφσντοτερ (Ingegerd Olofsdotter). Όταν βαπτίστηκε πήρε το όνομα Ειρήνη και όταν έγινε μοναχή έλαβε το όνομα Άννα. 
Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του Σουηδού βασιλιά Αγίου Όλαφ Σκότκονουνγκ του Αγαπητού, ο οποίος γεννήθηκε το 980 και βασίλεψε από το 994 ως το 1022 και μαρτύρησε στη Στοκχόλμη μετά την άρνηση του να κάνει θυσία στους παγανιστικούς θεούς. 
Το 1008, ο βασιλιάς, η οικογένειά του, και η προσωπική σωματοφυλακή του έλαβαν όλοι το Άγιο Βάπτισμα. Η Ειρήνη Όλοφσντοτερ έλαβε μια εξαιρετική εκπαίδευση για μια γυναίκα της εποχής της: Μελέτησε την Αγία Γραφή, Ιστορία και Λογοτεχνία. Ήταν μια αληθινή κόρη της Σκανδιναβίας την εποχή των Βίκινγκς και έτσι από τις πρώτες μέρες της, απολάμβανε μεγάλη ελευθερία, έλαβε μέρος στη δημόσια ζωή της πατρίδας της και ήταν κάτοχος της χρήσης όπλων. Ιστορικές πηγές κυρίως κάνουν αναφορά για τη μεγάλη της οξυδέρκεια, την ανδρεία της, και τη μεγάλη επιρροή της στους γύρω της. 
Το 1017, ο πατέρας της την πάντρεψε με έναν που ήταν άξιος της φιλίας του, τον Μεγάλο Πρίγκιπα Yaroslav το Σοφό (1019-1054). Ως προίκα, έφερε την πόλη του Aldeigjuborg (Παλαιά Lagoda) στη Ρωσία. Μόλις η Αγία έγινε η Μεγάλη πριγκίπισσα του Κιέβου, χρησιμοποίεισαι όλη τη δύναμη της καρδιάς και της ψυχής της, όλα τα ευγενικά χαρίσματά της, για να υπηρετήσει τη νέα πατρίδα της, και ήταν μια πιστή βοηθός και σύμβουλος στις υποθέσεις του σύζυγό της. 
Κάποτε, όταν μία μισθωμένη νορβηγική φρουρά επαναστάτησε και ζήτησε από τη Μεγάλη Πριγκίπισσα να μεσολαβήσει μεταξύ αυτών και του Yaroslav, συμφώνησε, αλλά τους προειδοποίησε ότι θα υπερασπιστεί τα συμφέροντα του συζύγου της. Όταν ο Mstislav Tmutorakansky, ο αδελφός του Μεγάλου Πρίγκιπα, ξεσηκώθηκe εναντίον του με τον οικοδεσπότη του, η Ειρήνη τον προκάλεσε να διευθετήσει το επιχείρημα με μια μονομαχία μαζί της. Ο Mstislav, όμως, απάντησε ότι δεν είχε συνηθίσει να μάχεται με γυναίκες και τα έδωσε στον αδελφό του. 
H Ειρήνη είχε μεγάλη επιρροή στη δημιουργία καλών σχέσεων με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Έδωσε καταφύγιο στους εξόριστους Edwin και Edward, γιους του Άγγλου βασιλιά Edmund, στο Κίεβο, καθώς και στον Πρίγκιπα Magnus της Νορβηγίας ο οποίος δεν επέστρεψε στην πατρίδα του έως ότου η Μεγάλη Πριγκίπισσα ήταν πεπεισμένη ότι οι Νορβηγοί θα του δώσουν το θρόνο του πατέρα του και οτι θα σέβονται τα δικαιώματά του. Σε αυτό το χρονικό σημείο, η κυβέρνηση των Ρως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή της Ευρώπης, καθώς η επιρροή και η εξουσία τους ήταν ισχυρότερη από ποτέ. Αυτό σε μεγάλο μέρος οφείλεται στο έργο της Μεγάλης Πριγκίπισσας Ειρήνης. 
Η βασιλεία του Yaroslav του Σοφού και της Ειρήνης ήταν η συμαντικότερη περίοδος των Ρως του Κιέβου. Ο Yaroslav είχε σκοπό να κάνει την πρωτεύουσα του Κιέβου «πόλη του Θεού», μία επίγεια αντανάκλαση της Ουράνιας Ιερουσαλήμ (Αποκ 2, 10). Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας έγινε το κέντρο του Κιέβου. Η είσοδος σε αυτή την πόλη της Σοφίας του Θεού ήταν από τη Χρυσή Πύλη, στην οποία χτίστηκε μία εκκλησία αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Εκείνοι που ήταν μέχρι πρόσφατα ειδωλολάτρες τώρα τιμούσαν βαθιά την Υπεραγία Θεοτόκο, βλέποντας την ως Ναό της Σοφίας του Θεού. Εξαιτίας αυτού, η ημέρα της γιορτής του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο ήταν η Γέννηση της Θεοτόκου. 
Στο 1046, όταν η Ελληνίδα πριγκίπισσα Άννα παντρεύτηκε τον Vsevolod, το γιο της Ειρήνης και του Yaroslav, έφερε μαζί της στο Κίεβο την Εικόνα της Θεοτόκου η οποία είναι γνωστή ως Οδηγήτρια, ως ευλογία από την Υπεραγία Θεοτόκο στο Ρωσικό κράτος. Τα λόγια του Ακαθίστου στη Θεοτόκο δείχνουν την πνευματική έννοια της Εικόνας αυτής για τους Χριστιανούς Ρως: «Χαίρε, ακλόνητε τοίχε του Βασιλείου». Αργότερα, αυτή η Εικόνα άρχισε να ονομάζεται «Εικόνα της Παναγίας του Σμολένσκ». 
Στο 1051, ο όσιος Αντώνιος των Σπηλαίων ήρθε από το Άγιο Όρος στο Κίεβο για να ιδρύσει τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Μέσω αυτού, η Μητέρα του Θεού ευλόγησε το Κίεβο ως τρίτο επίγειο κήπο της. 
Ο Yaroslav ο Σοφός προσπάθησε να κάνει τους Ρως ένα οργανικό μέρος της παγκόσμιας Χριστιανοσύνης. Εκκλησίες χτίστηκαν σε όλη τη Ρωσική γη. Έλληνες ψάλτες άρχισαν να διδάσκουν τους Ρώσους Ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική και μεταφράστηκε το Πηδάλιο στα Ρωσικά. Ο Yaroslav συγκέντρωσε βιβλία και χειρόγραφα τα οποία μεταφράστηκαν από τα ελληνικά στα σλαβικά. Προκειμένου να διαδοθεί ο αλφαβητισμός μεταξύ των ανθρώπων, ζήτησε από τους κληρικούς να εκπαιδεύσουν τα παιδιά και έχτισε ένα σχολείο στο Νόβγκοροντ. 
Πολύ σημαντικό ρόλο στην μόρφωση των Ρώς έπαιξαν οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος οι οποίοι μετέφρασαν μια τεράστεια συλλογή απο βιβλία και λειτουργικά κείμενα απο τη Βουλγαρία σε μια γλώσσα που ήταν κοντινή και κατανοητή στους Ρώς. 
Η Αγία απέκτησε δέκα παιδιά, έξι γιούς και τέσσερεις κόρες. Τα παιδιά της ήταν ο Άγιος Βλαδίμηρος ο Φωτιστής των Ρως, η Ελισάβετ βασίλισσα της Νορβηγίας, η Αναστασία βασίλισσα της Ουγγαρίας, η Άννα βασίλισσα της Γαλλίας, η Αγάθη σύζυγος του Edward του Εξορίστου, ο Ιζιάσλαβ, ο Σβιάτοσλαβ, ο Σβεβολόντ και ο Ίγκορ Γιαροσλάβιτς. 
Όλη η οικογένεια της ήταν ευσεβής και βαθιά αφοσιωμένη στο Θεό. Στο Κίεβο, η Αγία Ειρήνη-Άννα ίδρυσε το μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος στο οποίο έγινε ηγουμένη αφού εκάρη μοναχή με το όνομα Άννα. 
Κοιμήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου το 1050 και τάφηκε στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο οπού κοντά της λίγο αργότερα θάφτηκε και ο γιός της Αγιος Βλαδίμηρος. 
Το Ιερό της Λείψανο μαζί με του γιού της Αγίου Βλαδιμήρου Γιαροσλάβιτς παραμένουν άφθαρτα. 
Μέρος των Ιερών Λείψανο της Αγίας Άννας μεταφέρθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην Eskilstuna της Σουηδίας το 2008. 
Μετά από 1.000 χρόνια, η Αγία Άννα επέστρεψε στην αρχαία πατρίδα της και είναι η ουράνια πολιούχος της Σουηδίας.

Δημοφιλείς αναρτήσεις