Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΙΜΑΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΙΜΑΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Περί μνήμης θανάτου

 
ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ 
Περί μνήμης θανάτου 
1.Πρίν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου. 
2.Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3.Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια. 
4.Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5.Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6.Η μνήμη του θανάτου σ΄ αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζούν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου - αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7.Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου. 
8.Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9.Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνου πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11.Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο» [1]. Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι. 
12.Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφίνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13.Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη. 
14.Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15.Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο. 
16.Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17.Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ.(Ψαλμ.ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18.Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,. Η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19.Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20.Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21.Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους. 
22.Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα. 
23.Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24.Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι. 
25.Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26.Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου». 
Βαθμίς έκτη! 
Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ Ο Συγγραφέας της «Κλίμακας»



ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
Ο Συγγραφέας της «Κλίμακας» 

30 Μαρτίου  

Ο θεοφόρος αυτός άνδρας γεννήθηκε πιθανόν κατά το δεύτερο ήμισυ του 6ου αιώνα, αγνοούμε όμως την γενέτειρά του και την καταγωγή του, επειδή από την πρώτη στιγμή που εγκατέλειψε τα εγκόσμια μερίμνησε ιδιαίτερα να ζήσει ως ξένος. «Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνει ο νους αχώριστος από τον Θεό» (Γ΄ 3). Γνωρίζουμε μόνον ότι, από ηλικίας δεκαπέντε ετών, αφού απέκτησε στέρεα διανοητική κατάρτιση, απέταξε όλα τα θέλγητρα του μάταιου αυτού βίου από αγάπη για τον Θεό και μετέβη στο Σινά, στους πρόποδες του θεοβαδίστου εκείνου όρους, όπου ο Θεός είχε άλλοτε αποκαλύψει την δόξα Του στον Μωυσή, και προσφέρθηκε με φλεγόμενη καρδία στον Κύριο ως ευωδιάζουσα θυσία. 
Διώχνοντας με την είσοδό του στο στάδιο της αθλήσεως κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και κάθε αυταρέσκεια διαμέσου μιας απροσποίητης ταπείνωσης, υπετάγη ψυχή τε και σώματι σε έναν γέροντα ονόματι Μαρτύριο και αφοσιώθηκε, ελεύθερος από κάθε μέριμνα, στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακος, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο Θεός, ο Οποίος τον καλούσε να εντείνει τους αγώνες του προσθέτοντας «κάθε μέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο, προθυμία στην προθυμία»(Α΄48). Βλέποντας τον Γέροντά του ως ζώσα εικόνα Χριστού (Δ΄23), και πεπεισμένος ότι εκείνος θα δώσει λόγο υπέρ του μαθητή του ενώπιον του Θεού (Δ΄ 43), δεν είχε άλλη μέριμνα παρά να απορρίπτει το ίδιον θέλημα και να εξασκεί «την απόθεση της δικής του κρίσεως μέσα στον πλούτο της πνευματικής διακρίσεως»(Δ΄4), κατά τέτοιο τρόπο ώστε δεν υπήρχε κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στις εντολές που του έδινε ο Μαρτύριος, ακόμη και τις φαινομενικά άνευ λόγου, και στην υπακοή του μαθητή. Παρ’ όλη την τέλεια υποταγή, ο Μαρτύριος τον κράτησε τέσσερα χρόνια ως δόκιμο και δεν τον έκειρε μοναχό παρά σε ηλικία είκοσι ετών, αφού είχε δοκιμάσει τον βαθμό της ταπείνωσής του. Ένας από τους παριστάμενους μοναχούς την ημέρα εκείνη, ονόματι Στρατήγιος, προέβλεψε ότι ο νέος αυτός μοναχός είχε κληθεί να γίνει μία ημέρα φωστήρ της οικουμένης. Όταν έπειτα ο Μαρτύριος με τον μαθητή του επισκέφθηκαν τον Ιωάννη τον Σαββαΐτη, έναν από τους πιο φημισμένους της εποχής, εκείνος, παραμελώντας τον Γέροντα, έσπευσε να νίψει τους πόδας του Ιωάννη. Μετά την αναχώρησή τους, δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον νεαρό μοναχό αλλά εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα είχε σπεύσει να νίψει τους πόδας του ηγουμένου του Σινά. Η ίδια προφητεία επικυρώθηκε και από τον μεγάλο Αναστάσιο τον Σιναΐτη [21 Απρ.], τον οποίον επίσης επισκέφθηκαν. 
Παρά το νεαρόν της ηλικίας του, ο Ιωάννης επιδείκνυε ωριμότητα και διάκριση γέροντα. Μία ημέρα, ενώ είχε σταλεί στον κόσμο με αποστολή και βρισκόταν στο τραπέζι με λαϊκούς, προτίμησε να υποκύψει λίγο στην κενοδοξία, τρώγοντας ελάχιστα παρά στην γαστριμαργία· καθώς από τα δύο πάθη προτιμητέο είναι το λιγότερο επικίνδυνο για τους νεοφερμένους στον μοναχικό βίο (ΚΣΤ΄ 43). Πέρασε έτσι δεκαεννέα χρόνια στην μακάρια αμεριμνησία που παρέχει η υπακοή, απαλλαγμένος από κάθε αγώνα χάρις στην προσευχή του πνευματικού του πατρός, πλέοντας ακίνδυνα ωσάν σε ενύπνιο προς τον λιμένα της απαθείας (Δ΄ 3). Μετά την κοίμηση του Γέροντος Μαρτυρίου, ο Ιωάννης αποφάσισε να ακολουθήσει την ανάβαση της κλίμακος της αρετής, ζώντας ως ερημίτης, είδος βιοτής που αρμόζει στον μικρό αριθμό εκείνων που, στερεωμένοι στην πέτρα της ταπείνωσης, απομακρύνονται από τους ανθρώπους για να μην στερηθούν ούτε στιγμή την θεία ηδύτητα (ΚΖ΄ 25). Αφοσιώθηκε σε αυτή την οδό, την πλήρη εμποδίων, όχι εμπιστευόμενος την κρίση του, αλλά με τις συστάσεις ενός αγίου Γέροντα, του Γεωργίου Αρσιλαΐτη, ο οποίος τον δίδαξε τον τρόπο της ζωής των ησυχαστών. Επέλεξε ως στίβο των ασκητικών παλαισμάτων έναν τόπο απόμερο, ονομαζόμενο Θολάς, πέντε μίλια απόσταση από την μεγάλη μονή, όπου ζούσαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο. Έζησε εκεί επί σαράντα χρόνια, φλεγόμενος από το ολοένα αυξανόμενο πυρ του θείου έρωτος, χωρίς μέριμνα για το σαρκίο, απαλλαγμένος από κάθε επαφή με ανθρώπους, μη έχοντας άλλη ασχολία παρά την αδιάλειπτη προσευχή και την φυλακή της καρδίας του, με σκοπό «να περιορίσει το ασώματο του θείου μέσα στο σωματικό οίκο» του (ΚΖ΄ 5), ως άγγελος με σώμα. 
Τρεφόταν με ό,τι επέτρεπε η μοναχική κλήση, αλλά σε πολύ μικρή ποσότητα, δαμάζοντας έτσι την τυραννία της σαρκός χωρίς να παρέχει αφορμή στην κενοδοξία. Με την αποταγή και την ησυχία, είχε επιτύχει να νεκρώσει την κάμινο της απληστίας, η οποία, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας και της φιλοξενίας, παρασύρει τους αμελείς μοναχούς στην γαστριμαργία, την θύρα των παθών (ΙΔ΄ 38), και την φιλαργυρία, που αποτελεί θυγατέρα απιστίας και προσκύνηση των ειδώλων (ΙΣΤ΄ 2). Την ακηδία, αυτή την ψυχική νέκρωση, η οποία επισκέπτεται κυρίως τους ησυχαστές (ΙΓ΄ 3), καθώς και την αμέλεια, τις καταπολεμούσε νικηφόρα με την μνήμη θανάτου (ΙΖ΄ 6) και, μελετώντας τα μέλλοντα αγαθά, έκοβε τα δεσμά της λύπης. Η μόνη λύπη που γνώριζε, ήταν το «Χαροποιόν Πένθος», που είναι «διάθεση της πονεμένης καρδίας, η οποία δεν παύει να ζητεί με πάθος εκείνο το οποίο ποθεί» (ΙΖ΄ 1) και είναι αυτό που μας κάνει να πορευόμαστε στην οδό της μετανοίας καθαίροντας την ψυχή από τους μολυσμούς της. 
Τι άλλο έμεινε για να φθάσει στην απάθεια; Τον θυμό, τον είχε νικήσει από καιρό με το ξίφος της υπακοής. Την κενοδοξία, αυτό το τριβόλι που στέκεται με όρθιο το αγκάθι μπροστά στους αγωνιστές της ευσέβειας και που προσκολλάται σε κάθε αρετή σαν βδέλλα (ΚΑ΄ 5), την είχε καταπνίξει με τον εγκλεισμό και ακόμη περισσότερο με την σιωπή. Και ως επιβράβευση των κόπων του, τους οποίους διάνθιζε πάντα με την αυτομεμψία, ο Κύριος τού έδωσε την βασίλισσα των αρετών, την αγία και πολύτιμη ταπείνωση, που είναι «η ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθεί μόνον από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι, επίσης, ανέκφραστος πλούτος, ονομασία (Ματθ. 11, 29) και δωρεά του Θεού» (ΚΕ΄ 3). 
Επειδή το κελί του ήταν πολύ κοντά στα κελιά άλλων ησυχαστών, αποσυρόταν συχνά στους πρόποδες του όρους σε απομακρυσμένο σπήλαιο, το οποίο μετέτρεπε σε προθάλαμο του ουρανού με τους στεναγμούς και τα δάκρυα που ακόπως ανάβλυζαν από τους οφθαλμούς του ωσάν από αστείρευτη πηγή, μεταμορφώνοντας το σώμα του σε γαμήλιο χιτώνα (Ζ΄ 8, 41). Επακόλουθο του χαροποιού αυτού πένθους του και της συνεχούς ροής δακρύων ήταν το γεγονός ότι εόρταζε καθημερινά της ψυχής τον πνευματικό γέλωτα (Ζ΄ 38), φυλάσσοντας στην καρδιά του την αδιάλειπτη προσευχή, καθιστώντας την οχυρό απόρθητο στις επιθέσεις των λογισμών. Του συνέβη κάποτε να βρεθεί μεταξύ των αγγέλων και με ένθεη παρρησία ζητούσε να διαφωτιστεί για τα μυστήρια του Θεού (ΚΖ΄, β΄ 13). Εξερχόμενος από την προσευχή ως από πυρός καμίνου, αισθανόταν άλλοτε «κουφισμό», ελάφρωση δηλαδή και καθαρισμό από κάθε ρύπο της ύλης και άλλοτε σαν να έχει καταφωτισθεί από φως (ΚΗ΄ 52). Όσον δε αφορά τον ύπνο, δεν του παραχωρούσε παρά το ελάχιστο μερίδιο χρόνου για να διατηρεί το πνεύμα του σε εγρήγορση στην προσευχή, ενώ προτού κοιμηθεί, προσευχόταν διά μακρόν ή έγραφε σε πινάκια τους καρπούς της εμπνευσμένης μελέτης της Αγίας Γραφής. 
Παρά την μεγάλη φροντίδα του να διαφυλάττει πάντοτε τις αρετές του κρυφές από τα μάτια των ανθρώπων, όταν ο Θεός έκρινε ότι επέστη ο καιρός για να μεταδώσει στους άλλους το φως που είχε αποκτήσει προς πνευματική οικοδόμηση της Εκκλησίας, οδήγησε στον Ιωάννη, έναν νεαρό μοναχό, ονόματι Μωυσή, ο οποίος χάρις στην παρέμβαση των άλλων ασκητών κατάφερε να λυγίσει την αντίσταση του ανθρώπου του Θεού και να γίνει δεκτός ως μαθητής του. Μία ημέρα που ο Μωυσής απομακρύνθηκε αναζητώντας χώμα για το μικρό τους περιβόλι και ξάπλωσε κάτω από έναν μεγάλο βράχο για να ξαποστάσει λίγο, αποκαλύφθηκε στον Ιωάννη που βρισκόταν στο κελί του ότι ο μαθητής του Μωυσής κινδυνεύει. Άρπαξε στην στιγμή το όπλο της προσευχής και, όταν ο Μωυσής επέστρεψε το βράδυ, του αφηγήθηκε ότι μέσα στον ύπνο του είχε ακούσει ξαφνικά την φωνή του Γέροντά του να τον καλεί, την στιγμή ακριβώς που ο βράχος είχε αποσπαστεί και απειλούσε να τον συντρίψει. 
Η προσευχή του οσίου Ιωάννη είχε ακόμη την δύναμη να θεραπεύει τις ορατές και αόρατες πληγές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λύτρωσε έναν μοναχό από τον δαίμονα της πορνείας που τον ωθούσε στην απελπισία. Μια άλλη φορά, έφερε βροχή. Ο Θεός όμως εκδήλωνε ιδιαίτερα την Χάρη Του προς αυτόν παρέχοντάς του το χάρισμα της πνευματικής διδασκαλίας. Στηριζόμενος στην προσωπική του εμπειρία, κατηχούσε γενναιόδωρα όλους όσους έρχονταν να τον βρουν, σχετικά με τα εμπόδια που παραμονεύουν τους μοναχούς στον αγώνα τους εναντίον των παθών και του άρχοντος του κόσμου τούτου. Αυτή η πνευματική διδασκαλία προκάλεσε όμως την ζηλοφθονία ορισμένων, οι οποίοι διέδωσαν συκοφαντίες εναντίον του, χαρακτηρίζοντάς τον «λάλον» και «φλύαρον». Μολονότι είχε την συνείδησή του ήσυχη, ο Ιωάννης δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί και για να αφαιρέσει κάθε αφορμή από αυτούς που ζητούσαν αφορμή, ανέστειλε επί έναν ολόκληρο χρόνο τον ρου της διδασκαλίας του, πεπεισμένος ότι αξίζει περισσότερο να ζημιώσει λίγο τους φίλους του αγαθού παρά να ερεθίσει την μνησικακία των κακών. Όλοι οι κάτοικοι της ερήμου ωφελήθηκαν ψυχικά από την σιωπή του, απόδειξη και αυτή της ταπεινοφροσύνης του, και μόνον μετά από την επιμονή των ίδιων των μεταμελημένων συκοφαντών του πείσθηκε να δεχθεί και πάλι επισκέπτες. 
Έμπλεος όλων των αρετών της πράξεως και της θεωρίας και έχοντας φθάσει πλέον στην κορυφή της κλίμακος της αγιότητος, με την νίκη που είχε καταγάγει όλων των παθών του παλαιού ανθρώπου, ο όσιος Ιωάννης ακτινοβολούσε σαν αστέρας στην χερσόνησο του Σινά και έχαιρε του θαυμασμού όλων των μοναχών. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του αρχάριο και μη χορταίνοντας να συλλέγει παραδείγματα ευαγγελικής διαγωγής, ταξίδεψε σε διάφορα μοναστήρια της Αιγύπτου. Επισκέφθηκε κυρίως ένα μεγάλο κοινόβιο στην περιοχή της Αλεξάνδρειας, αληθινό επίγειο ουρανό, το οποίο διηύθυνε ένας θαυμαστός ποιμένας με αλάνθαστη διάκριση. Αυτή η αδελφότητα ήταν ενωμένη εν Κυρίω με αγάπη, τόσο απαλλαγμένη από παρρησία ή αργολογία, ώστε οι μοναχοί δεν χρειάζονταν συστάσεις από τον ηγούμενο και μόνοι τους αμίλλονταν αναμεταξύ τους σε θεία εγρήγορση. Από όλες τις αρετές τους, η θαμαστότερη, κατά τον Ιωάννη, ήταν ότι προσπαθούσαν να μην πληγώσουν επ’ ουδενί την συνείδηση ενός αδελφού (Δ΄ 16). Οικοδομήθηκε πολύ ο όσιος Πατήρ και από την επίσκεψη σε ένα εξάρτημα αυτής της μονής, αποκαλούμενο «Φυλακή», όπου ζούσαν με αυστηρή άσκηση, αποδεικνύοντας την μετάνοιά τους, μοναχοί που είχαν διαπράξει βαριά αμαρτήματα στη ζωή τους και που αγωνίζονταν να κερδίσουν με τους κόπους τους την θεία συγχώρεση. Αντί να του φανεί σκληρή και αδιάλλακτη αυτή η φυλακή, απεναντίας του φάνηκε πρότυπο μοναστικής ζωής. «Διότι η ψυχή που στερήθηκε την προηγούμενη παρρησία προς τον Θεό, που έχασε την ελπίδα της απαθείας, που διέρρηξε την σφραγίδα της αγνότητος, που της έκλεψαν τον πλούτο των χαρισμάτων, που αποξενώθηκε από την θεία παρηγορία, που αθέτησε το συμβόλαιό της με τον Κύριο, που έσβησε μέσα της το χαριτωμένο πυρ των δακρύων και που πληγώνεται συνεχώς αναπολώντας αυτά και κεντιέται γι’ αυτό οδυνηρά…, όχι μόνον τους προηγούμενους κόπους τούς δέχεται ολοπρόθυμα, αλλά πολύ περισσότερο, θα επινοήσει με ευσεβείς ασκήσεις να οδηγηθεί προς τον θάνατο (της παλαιότητάς της), εάν βέβαια απόμεινε μέσα της κάποια σπίθα αγάπης και φόβου του Κυρίου» (Ε΄ 24). 
Όταν ο άγιος συμπλήρωσε σαράντα έτη παραμονής στην έρημο, ως άλλος Μωυσής, επιφορτίσθηκε από τον Θεό να τεθεί επικεφαλής του νέου αυτού Ισραήλ και έγινε ηγούμενος (περί το 650) της κυρίας μονής, στους πρόποδες του όρους Σινά. Αφηγούνται ότι την ημέρα της ενθρόνισής του παρίσταντο εξακόσιοι προσκυνητές και, ενώ βρίσκονταν όλοι καθισμένοι στην τράπεζα, αξιώθηκαν να δουν τον προφήτη Μωυσή, έναν άγνωστο και υποβλητικό ξένον ντυμένο με λευκό χιτώνα, να πηγαινοέρχεται δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους, στους δοχειάρηδες και άλλους διακονούντες. 
Έχοντας διεισδύσει στον μυστικό γνόφο της θεωρίας, ο νέος αυτός Μωυσής είχε μυηθεί στα μυστικά του πνευματικού Νόμου και κατεβαίνοντας από το όρος, απαθής, με το πρόσωπο που ακτινοβολεί από την θεία Χάρη, απέβη για όλους ποιμένας, ιατρός, στήριγμα και πνευματικός διδάσκαλος, ο οποίος, φέροντας μέσα του την πολύσοφη και φωτιστική βίβλο του Θεού, δεν είχε ανάγκη από άλλα βιβλία για να διδάξει τους μοναχούς την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών. 
Ο ηγούμενος της Ραϊθώ, που επίσης ονομαζόταν κι αυτός Ιωάννης, πληροφορήθηκε την εξαίρετη πολιτεία των μοναχών του Σινά και έγραψε στον Ιωάννη για να του ζητήσει να εκθέσει, μεθοδικά και συνεπτυγμένα, τα δέοντα σε όσους έχουν ασπασθεί τον ισάγγελο βίο για την σωτηρία τους. Και εκείνος, που δεν είχε μάθει ούτε στιγμή να αντιλέγει στους αδελφούς του, χάραξε με την θεόπνευστη γραφίδα της ιδίας του εμπειρίας τας «Πλάκας του πνευματικού Νόμου» (αυτός ήταν ο αρχικός τίτλος της «Κλίμακος» έτσι όπως μαρτυρείται σε ορισμένα χειρόγραφα). Παρουσίασε την πραγματεία του σε μορφή κλίμακας τριάντα αναβαθμών, τους οποίους ο Ιακώβ, δηλαδή «αυτός που υπερέβη τα πάθη», ατένισε, καθώς αναπαυόταν στο προσκέφαλο της ασκήσεως (πρβλ. Γεν. 28, 12). Σε αυτή την ορθόδοξη εγκυκλοπαίδεια της πνευματικής ανθρωπολογίας, εργασίας και ζωής, που παραμένει ακέραιη στους αιώνες, για τους μοναχούς όσο και για τους λαϊκούς, ο κατ’ εξοχήν απλανής και ασκίαστος οδηγός της ευαγγελικής βιοτής, ο όσιος Πατήρ Ιωάννης δεν θεσπίζει κανόνες, αλλά με αφετηρία πρακτικές συστάσεις, λεπτομέρειες συνετά επιλεγμένες, υπομνήσεις, υποτυπώσεις, παραινέσεις, εύστοχες αναπτύξεις, αφορισμούς ή αινίγματα συχνά πνευματωδέστατα, μυεί την κάθε εμφιλόσοφη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στην διάκριση των λογισμών. Ο λόγος του είναι σύντομος, πυκνός, περιεκτικός, εμβαθής, μεγαλειώδης, ποιητικός, άρτιος, λεπτοφυής και διεισδύει ως δίστομος ρομφαία στα κατάβαθα της ψυχής, αποκόπτοντας χωρίς συμβιβασμό κάθε χαλεπή αυταρέσκεια, καταδιώκοντας ως την ρίζα τους την υποκριτική και κίβδηλη άσκηση ακόμη και τον πιο αφανή εγωισμό. Παρόμοιος με τον λόγο του αγίου Γρηγορίου [25 Ιαν.] στο θεολογικό πεδίο, ο λόγος του οσίου Ιωάννη αποτελεί εμπνευσμένη και πρακτική εφαρμογή του Ευαγγελίου και οδηγεί με ασφάλεια όσους διαποτίζονται από αυτόν, διά της ενδελεχούς ανάγνωσης και της καρδιακής μελέτης, μέχρι την θύρα του Ουρανού, όπου μας αναμένει ο Χριστός. 
Προς το τέλος της ζωής του ο μακάριος Ιωάννης υπόδειξε τον αδελφό Γεώργιο, ο οποίος είχε ασπασθεί επίσης τον ησυχαστικό βίο όταν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, να τον διαδεχθεί στην ηγουμενία. Όταν επρόκειτο να εκδημήσει προς Κύριον, ο Γεώργιος τού είπε: «Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριέ μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω την συνοδεία. Και τώρα, αντίθετα, προπέμπω εσένα!». Του απάντησε τότε καθησυχαστικά ο αββάς Ιωάννης: «Να μη λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Πράγματι, δέκα μήνες μετά την κοίμηση του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ο Γεώργιος (ο επίσκοπος της Φαρράν, ο οποίος το 680 εγκατέστησε την έδρα του στην Μονή του Σινά), κατά την πρόρρηση του οσίου προκατόχου του, εξεδήμησε και εκείνος προς Κύριον.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Περί μνήμης θανάτου



6 
Περί μνήμης θανάτου 
1. Πριν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψη. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας, προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα τοποθετήσαμε στην φυσική τους θέση και σειρά του λόγου. 
2. Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3. Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίο οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν δείχθηκε μετάνοια. 
4. Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξει καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5. Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψη του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6. Η μνήμη του θανάτου σ΄αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγηση των αμαρτιών τους και γλυκιά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστές πού ζουν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωση από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου – αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7. Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν μοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς, η φυσική από την παρά φύση δειλία του θανάτου. 
8. Αληθής απόδειξη εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο, είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνηση του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9. Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνοι, πού αμαρτάνουν συνεχώς, παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωση τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί, πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι, πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους, ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν γνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄ όσον όμως θα είχε ζυμωθεί με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11. Όταν πενθείς για τις αμαρτίες σου, μην ακούσεις ποτέ τον «κύνα» [=σκύλο] εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεό φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι, να βγάλει από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβο φόβο» [1]. Μην τον ακούσεις, παρά μόνο όταν τυχόν δεις τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωση. 
[1] Τι εννοεί με την έκφραση αυτή, γίνεται κατανοητό από αυτό που αναφέρει κατόπιν, στην παράγραφο 16. 
12. Αυτός που θέλει να διατηρεί πάντοτε μέσα του, την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφήνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμπά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13. Η ζωηρή μνήμη του θανάτου, λιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτονται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόβονται μαζί και τα πάθη. 
14. Η αναλγησία (σκληρότητα) της καρδιάς φέρνει πώρωση στον νου, και τα πολλά φαγητά ξεραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθεί η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15. Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος, θα τα δοκιμάσει και θα τα βρει με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρει και θα τα γευθεί, θα χαμογελάσει ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάσει περισσότερο. 
16. Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτη», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώση). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθηση του θανάτου είναι «άφοβη», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17. Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκεί πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό, να θυμάται τον Θεό, να θυμάται την ουράνια βασιλεία, να θυμάται τον ζήλο των Μαρτύρων, να θυμάται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ. (Ψαλμ. ιε΄ 8). Να θυμάται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντηση με τα τελώνια του αέρα, την απόφαση του Κριτή, την κόλαση. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18. Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξη για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,η μνήμη αυτή σαν δικαστής, μου το απαγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19. Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψη του θανάτου γινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανασήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20. Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησύχιου του Χωρηβίτη*. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν, συνέβη να ασθενήσει βαρύτατα και να φθάσει στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι πέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγουμε αμέσως. Και αφού έχτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να μιλήσει καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο βυθισμένος στις σκέψεις του, εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκσταση του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφραση του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέσει ποτέ πλέον να αμαρτήσει». 
Εμείς θαυμάζαμε, βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο, να έχει μεταμορφωθεί τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωση. Και αφού τον θάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού βρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιο του λείψανο, αλλά δεν τον βρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21. Μερικοί θεωρούν, ότι η θαλάσσια άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενη. Παρόμοια και η σκέψη του θανάτου, δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάσταση, ώστε και η αγνότητα και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστη, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθεί και αυτή η δύναμη των οστών τους. 
22. Ας βεβαιωθούμε ότι και αυτό είναι δώρο Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζουμε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζουμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμαστε. 
23. Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός θυμάται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς, δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24. Μη θέλεις να δείχνεις σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτα από τον Θεό να τους την φανερώσει εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέσει ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξη. 
25. Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσεις τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσουμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26. Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου».

Βαθμίδα έκτη! Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήσει, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» [Να θυμάσαι τα τέλη της ζωής σου και όσο ζεις δεν θα αμαρτήσεις] (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).

* [Το όρος Χωρήβ, είναι το βουνό στο οποίο δόθηκαν οι Δέκα Εντολές στον Μωυσή από τον Θεό] 

Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης. 

Κλίμαξ. 

Εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου. 

Ωρωπός

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Περί ξενιτείας


ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

Περί ξενιτείας

1. Ξενιτεία είναι η οριστική εγκατάλειψις όλων εκείνων που υπάρχουν στην πατρίδα μας και πού μας εμποδίζουν να επιτύχωμε τον ευσεβή σκοπό της ζωής μας. Η ξενιτεία είναι απαρρησίαστος συμπεριφορά, κρυμμένη σοφία, σύνεσις πού δεν φανερώνεται, ζωή μυστική, σκοπός που δεν βλέπεται, λογισμός αφανής, όρεξις της ευτελείας, επιθυμία της στενοχωρίας, αιτία του θείου πόθου, πλήθος του θείου έρωτος, άρνησις της κενοδοξίας, βυθός της σιωπής.

2. Στην αρχή συνήθως ενοχλεί συνεχώς και έντονα αυτός ο λογισμός τους εραστάς του Κυρίου, ωσάν να τους φλογίζη θεϊκή φωτιά. Δηλαδή ο λογισμός, ο οποίος παρακινεί τους εραστάς ενός τόσο μεγάλου αγαθού να απομακρυνθούν από τους οικείους των, για να ζήσουν με ευτέλεια και θλίψι. Αυτός όμως ο λογισμός όσο σπουδαίος και αξιέπαινος είναι, άλλο τόσο χρειάζεται και πολλή διάκρισι. Διότι δεν είναι καλή κάθε απότομος και απόλυτος ξενιτεία.

3. Επειδή «πάς προφήτης άτιμος έν τη πατρίδι αυτού», όπως είπε ο Κύριος (Ματθ. ιγ΄57), ας εξετάσωμε μήπως η ξενιτεία γίνη σ΄εμάς αιτία κενοδοξίας[1].

Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνη ο νους αχώριστος από τον Θεόν.

Ξενιτεύων είναι ο εραστής και εργάτης του αδιακόπου πένθους.

Ξένος είναι αυτός που φεύγει κάθε σχέσι είτε με τους ιδικούς του είτε με τους ξένους.

4. Σύ πού βιάζεσαι να ξενιτεύσης ή να πάς στην έρημο, μη περιμένης να έλθουν μαζί σου ψυχές πού αγαπούν ακόμη τον κόσμο. Πρόσεχε, διότι ο κλέπτης δεν γίνεται αντιληπτός. Πολλοί που αποπειράθηκαν να πάρουν μαζί τους ανθρώπους ραθύμους και οκνηρούς για να τους σώσουν, εχάθηκαν μαζί με αυτούς, διότι σύν τώ χρόνω έσβησε εξ αιτίας τους το πύρ (της ψυχής τους). Από την στιγμή που εδέχθηκες μέσα σου την φλόγα, τρέχε. Διότι δεν γνωρίζεις πότε θα σβήση και θα σε αφήση στο σκοτάδι.

5. Δεν απαιτείται από όλους μας να σώσωμε τους άλλους. Διότι λέγει ο θείος Απόστολος: «Άρα ούν έκαστος ημών, αδελφοί, περί εαυτού δώσει λόγον τώ Θεώ» (Ρωμ. ιδ΄ 12). Και πάλι λέγει: «Ο διδάσκων έτερον, σεαυτόν ού διδάσκεις;» (Ρωμ. β΄ 21). Ενώ οπωσδήποτε όλοι έχομε χρέος να σώσωμε τον εαυτό μας.

6. Όταν ξενιτεύης, ασφαλίζου από τον γυρολόγο και φιλήδονο δαίμονα. Διότι η ξενιτεία του δίνει αφορμές να σε πολεμήση.

7. Είναι καλή η απροσπάθεια. Μητέρα της δε είναι η ξενιτεία.

8. Εκείνος που εξενίτευσε για τον Κύριον, δεν διατηρεί πλέον δεσμούς και σχέσεις με τίποτε, για να μη φανή ότι περιπλανάται και ξενιτεύει για την ικανοποίηση των παθών του. Εκείνος που έφυγε από τον κόσμο και εξενίτευσε, ας μην εγγίση πλέον στον κόσμο, διότι συνήθως τα πάθη είναι «φιλεπίστροφα», (αγαπούν δηλαδή να επιστρέφουν πίσω σ΄αυτόν που τα είχε).

9. Η Εύα εξωρίσθηκε ακούσια από τον παράδεισο, ενώ ο μοναχός εξορίζεται εκούσια από την πατρίδα του. Και η μέν Εύα, εάν έμενε στον παράδεισο, θα επιθυμούσε και πάλι το ξύλο της παρακοής. Ο δε μοναχός θα διέτρεχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα κίνδυνο από τους κατά σάρκα συγγενείς του.

10. Απόφευγε σαν μάστιγα τους τόπους των πτώσεων. Διότι όταν δεν υπάρχη εμπρός μας ένα οπωρικό, δεν ερεθίζεται και τόσο η όρεξίς μας.

11. Ούτε αυτός ο τρόπος και δόλος των κλεπτών, (των δαιμόνων δηλαδή), ας σου διαφεύγη: Μας συμβουλεύουν να μην χωριζώμαστε από τους κοσμικούς, διότι, λέγουν, θα είναι πολύς ο μισθός μας, εάν βλέποντας τις γυναίκες κυριαρχούμε στον εαυτό μας. Δεν πρέπει ασφαλώς να τους πιστεύωμε, αλλά μάλλον να κάνωμε το αντίθετο.

12. Όταν έχωμε απομακρυνθεί από τους ιδικούς μας ολίγο ή πολύ καιρό, και έχωμε αποκτήσει κάποια ευλάβεια ή κατάνυξι ή εγκράτεια, τότε έρχονται οι «λογισμοί της ματαιότητος» και μας παροτρύνουν να επιστρέψωμεν στην πατρίδα μας, για να οικοδομήσωμε, όπως λέγουν, πολλές ψυχές, να γίνωμε υπόδειγμα (μετανοίας) και να ωφελήσωμε όσους εγνώριζαν τις ανομίες της προηγουμένης ζωής μας. Αν τύχη δε να έχωμε και κάποια δύναμι λόγου ή ολίγη μόρφωσι, τότε οι δαίμονες μας παρακινούν να επιστρέψωμε στον κόσμο σαν σωτήρες των ψυχών και διδάσκαλοι, ώστε αυτά πού με τόση επιμέλεια συναθροίσαμε μέσα στο λιμάνι, να τα διασκορπίσωμε κακώς έξω στο πέλαγος.

13. Ας προσπαθήσωμε να μιμηθούμε όχι την γυναίκα του, αλλά τον ίδιο τον Λώτ. Διότι η ψυχή πού θα επιστρέψη εκεί απ΄όπου βγήκε, θα γίνη σαν το χαλασμένο αλάτι και θα μένη πλέον στήλη νεκρά και ακίνητη.

14. Φεύγε από την Αίγυπτο «αμεταστρεπτί», (χωρίς καμμία σκέψι επιστροφής). Διότι οι καρδιές πού ενοστάλγησαν την Αίγυπτο, την Ιερουσαλήμ  -την γη δηλαδή της απαθείας- δεν την αντίκρυσαν.

15. Μερικοί πού στην αρχή (της επιστροφής τους) λόγω της πνευματικής τους ανωριμότητος εγκατέλειψαν τον τόπο τους και έν συνεχεία (ανδρώθηκαν πνευματικά) και εκαθαρίσθηκαν τελείως από τα πάθη τους, μπορεί να επιστρέψουν πάλι στον τόπο τους, με τον σκοπό ίσως να σώσουν και άλλους αφού εσώθηκαν οι ίδιοι, πράγμα ωφέλιμο για τις ψυχές. (Ας γνωρίζουν όμως ότι) ο Μωϋσής εκείνος ο θεόπτης αν και απεστάλη από τον ίδιο τον Θεόν για να σώση το γένος των ομοφύλων του, αντιμετώπισε πολλούς κινδύνους, όταν επέστρεψε από την έρημο στην Αίγυπτο, δηλαδή αντιμετώπισε πολλούς σκοτασμούς, όταν επέστρεψε στον κόσμο.

16. Είναι προτιμότερο να λυπήση κανείς τους γονείς του παρά τον Κύριον. Διότι αυτός και μας έπλασε και μας έσωσε. Ενώ οι γονείς πολλές φορές κατέστρεψαν αυτούς που αγάπησαν και τους έστειλαν στην κόλασι.

17. Ξένος πραγματικά είναι εκείνος πού σαν να ευρίσκεται ανάμεσα σε ξενόγλωσσους ανθρώπους ησυχάζει και σιωπά έχοντας πλήρη συναίσθησι του τι κάνει.

18. Δεν φεύγομε μακρυά από τους συγγενείς μας ή τους τόπους μας, επειδή τους μισούμε. Μη γένοιτο! Αλλά για να αποφύγωμε την βλάβη πού μας προκαλούν.

19. Όπως σε όλα τα άλλα έτσι και σ΄αυτό έχομε διδάσκαλο τον Κύριον. Διότι και ο ίδιος πολλές φορές εγκατέλειψε τους κατά σάρκα οικείους του. Και όταν άκουσε από μερικούς την ειδοποίησι: «Η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου ζητούσί σε», αμέσως ο καλός μας Διδάσκαλος μας υπέδειξε το «απαθές μίσος», απαντώντας: «Μήτηρ μου και αδελφοί μου εισίν, οι ποιούντες το θέλημα του Πατρός μου του έν τοίς ουρανοίς» (Ματθ. ιβ΄ 47-50).

20. Ας είναι για σένα πατέρας εκείνος πού και θέλει και μπορεί να κοπιάση μαζί σου, για να κάνη ελαφρότερο το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Μητέρα, η κατάνυξις, η οποία έχει την δύναμι να σε αποπλύνη από τον ρύπο της αμαρτίας. Αδελφός, εκείνος που κουράζεται και συναγωνίζεται μαζί σου στον δρόμο που ανεβάζει στον ουρανό. Σύζυγο αχώριστο απόκτησε την μνήμη του θανάτου. Τέκνα σου φίλτατα ας είναι οι στεναγμοί της καρδίας. Ως δούλο έχε το σώμα σου. Ως φίλους τις άγιες αγγελικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να σε βοηθήσουν την ώρα του θανάτου σου, εφ΄όσον γίνουν φίλοι σου. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον» (Ψαλμ. κγ΄ 6).

21. Ο πόθος του Θεού σβήνει τον πόθο των γονέων. Αυτός που ισχυρίζεται ότι διατηρεί και τους δύο πόθους, απατά τον εαυτό του, εφ΄ όσον ακούει τον Κύριον να λέγη: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» κ.λ.π. (Ματθ. στ΄ 24).

22. Ο Κύριος είπε: «Δεν ήλθα να βάλω ειρήνη στην γη ούτε αγάπη γονέων προς τα τέκνα ή (αδελφών προς) τους αδελφούς, σε όσους απεφάσισαν να με υπηρετήσουν. Αντιθέτως ήλθα να φέρω μάχη και μάχαιρα, να διχάσω τους φίλους του Θεού από τους φίλους του κόσμου, τους υλικούς από τους πνευματικούς, τους φιλοδόξους από τους ταπεινόφρονας» (Ματθ. ι΄ 34). Ο δε Κύριος ευφραίνεται γι΄αυτήν τη διαμάχη και τον χωρισμό, πού γίνεται για την αγάπη του.

23. Πρόσεχε, πρόσεχε, εσύ που έχεις πολλή αγάπη και «προσπάθεια» στους ιδικούς σου, μήπως και σου φανούν όλα όσα εγκατέλειψες βυθισμένα στα νερά (των δακρύων και του πόνου). Και έτσι επιστρέψης πίσω και παρασυρθής και σύ και βυθισθής στα νερά και στον κατακλυσμό της φιλοκοσμίας. Μη συγκινηθής από τα δάκρυα των γονέων ή των φίλων σου, διότι διαφορετικά πρόκειται να δακρύζης αιωνίως.

24. Όταν σε περικυκλώσουν σαν μέλισσες, ή μάλλον σαν σφήκες, οι συγγενείς σου, θρηνούντες για σένα, προσήλωσε τότε αμέσως το βλέμμα της ψυχής σου στον θάνατο και στις αμαρτωλές πράξεις σου, ώστε με τον ένα πόνο να κατορθώσης να αποδιώξης τον άλλον.

25. Υπόσχονται σ΄ εμάς με πονηρία οι ιδικοί μας (κατά την σάρκα), αλλά όχι ιδικοί μας (κατά το πνεύμα), ότι θα κάνουν ό,τι μας αρέσει, (εάν μείνωμε κοντά τους). Ο πραγματικός τους όμως σκοπός είναι να μας εμποδίσουν από τον εκλεκτό δρόμο που διαλέξαμε και έν συνεχεία να μας παρασύρουν στον ιδικό τους σκοπό.

26. Όταν αναχωρήσωμε από τους τόπους μας, ας διαλέξωμε μέρη όπου θα υπάρχη ολιγωτέρα παρηγορία, ολιγώτερες αφορμές για κενοδοξία και περισσότερες για ταπείνωσι. Αλλιώτικα φεύγομε και πετούμε μαζί με τα πάθη μας.

27. Απόφευγε να εκθειάζης και να φανερώνης την ευγενική σου καταγωγή και την κοσμική σου δόξα, για να μη φανής άλλος στα λόγια και άλλος στα πράγματα.

28. Κανείς δεν παρέδωσε τόσο πολύ τον εαυτόν του στην ξενιτεία, όσον ο μέγας εκείνος, (δηλαδή ο Αβραάμ), ο οποίος άκουσε τα λόγια: «Έξελθε έκ της γής σου και έκ της συγγενείας σου και έκ του οίκου του πατρός σου» (Γεν. ιβ΄ 1), παρ΄όλο πού εκαλείτο να μεταβή σε χώρα αλλόγλωσσο και βαρβαρική.

29. Μερικές φορές ο Κύριος δοξάζει υπερβολικά κάποιον πού εξενιτεύθηκε όπως ο μέγας (Αβραάμ). Όμως είναι καλό η δόξα αυτή, παρ΄όλο που δίδεται εκ Θεού, να αποκρούεται με την ασπίδα της ταπεινώσεως.

30. Όταν οι δαίμονες ή και οι άνθρωποι μας επαινούν σαν για μεγάλο κατόρθωμα για την ξενιτεία μας, τότε εμείς ας συλλογισθούμε Εκείνον που εξενίτευσε για μας και ήλθε από τον ουρανό στην γη, και με την σκέψι αυτή θα διαπιστώσωμε ότι εμείς είς τον αιώνα του αιώνος δεν θα κατορθώσωμε να ξεχρεώσωμε μία τέτοια ξενιτεία.

31. Είναι επικίνδυνη, η «προσπάθεια» προς κάποιον ιδικό μας ή και ξένο. Αυτή μπορεί σιγά-σιγά να μας τραβήξη προς τον κόσμο και να σβήση τελείως την φλόγα της κατανύξεως.

32. Όπως είναι ακατόρθωτο να κοιτάζη κανείς με το ένα μάτι τον ουρανό και με το άλλο την γη, έτσι είναι αδύνατον να μη κινδυνεύση η ψυχή εκείνου, πού δεν εξενίτευσε τελείως από όλους -ιδικούς του και ξένους- όχι μόνο με το σώμα, αλλά και με τον λογισμό.

33. Με πολύ κόπο και μόχθο θα αποκτήσωμε καλό ήθος και καλή εσωτερική κατάστασι. Είναι όμως δυνατόν εκείνο πού με πολύ κόπο κατωρθώσαμε, να τα χάσωμε μέσα σε μια στιγμή. Διότι «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί» (Α΄ Κορ. ιε΄ 33), κοσμικές και συγχρόνως άκοσμες.

34. Αυτός που μετά την απάρνησι του κόσμου συναναστρέφεται με κοσμικούς ή παραμένει κοντά τους, οπωσδήποτε ή θα πέση στα δίχτυα τους ή θα μολύνη την καδιά του με κοσμικές σκέψεις. Αλλά και αν ακόμη δεν μολυνθή έτσι, θα μολυνθή κατακρίνοντας εκείνους που μολύνονται.

Περί των ονείρων των αρχαρίων

Τo ότι ο νούς που διαθέτω είναι ολωσδιόλου ατελής και γεμάτος από άγνοια, δεν είναι δυνατόν να το κρύψω. Ο λάρυγγας διακρίνει τα φαγητά, και η ακοή την έννοια των λόγων. Την αδυναμία των οφθαλμών την φανερώνει το δυνατό φως του ηλίου και την αμάθεια της ψυχής μου την αποκαλύπτουν τα λόγια μου. Ο νόμος όμως της αγάπης αναγκάζει να επιχειρή κανείς πράγματα πού υπερβαίνουν την δύναμί του.

Νομίζω λοιπόν -δεν δογματίζω- ότι ύστερα απ΄όσα ελέχθησαν περί ξενιτείας, ή μάλλον μαζί με αυτά, πρέπει να επακολουθήσουν και να λεχθούν ολίγα περί των ονείρων. Τόσα, όσα χρειάζονται, ώστε ούτε σ΄αυτόν τον δόλο των δολίων δαιμόνων να είμαστε αμύητοι.

36. Όνειρο είναι μία κίνησις του νου, ενώ το σώμα ευρίσκεται ακίνητο.

37. Φαντασία είναι μία εξαπάτησις των οφθαλμών, όταν το μυαλό κοιμάται. Φαντασία είναι μία παρασάλευσις του νου, ενώ το σώμα είναι ξύπνιο. Φαντασία είναι ένα θέαμα πού δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.

38. Είναι φανερή η αιτία που θελήσαμε, μετά τους προηγούμενους λόγους, να ομιλήσωμε για τα όνειρα. Αφού εγκαταλείψωμε για τον Κύριον τα σπίτια μας και τους οικείους μας και με την ξενιτεία για την αγάπη του Χριστού πωλήσωμε τον εαυτό μας, τότε οι δαίμονες επιχειρούν να μας ταράζουν με όνειρα. Παρουσιάζουν δε σ΄αυτά τους ιδικούς μας ότι θρηνούν, πεθαίνουν, καταστεναχωρούνται και βασανίζονται εξ αιτίας μας. Εκείνος λοιπόν πού πιστεύει στα όνειρα ομοιάζει μ΄αυτόν που κυνηγά την σκιά του και προσπαθεί να την πιάση (Σοφ. Σειράχ λδ΄ 2).

39. Οι δαίμονες της κενοδοξίας εμφανίζονται στον ύπνο μας σαν προφήτες. Συμπεραίνουν σαν πανούργοι πού είναι, μερικά από τα μέλλοντα να συμβούν και μας τα προαναγγέλλουν. Και όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εμείς μένομε έκθαμβοι, και υπερηφανεύεται ο λογισμός μας με την ιδέα ότι πλησιάσαμε στο προορατικό χάρισμα.

40. Σε όσους τον πιστεύουν, ο δαίμων αυτός φάνηκε πολλές φορές αληθινός προφήτης. Σε όσους όμως τον περιφρονούν πάντοτε αποδείχθηκε ψεύτης. Διότι, σαν πνευματική ύπαρξις πού είναι, βλέπει όσα συμβαίνουν μέσα στην ατμόσφαιρα, και μόλις αντιληφθή ότι κάποιος πεθαίνει, τρέχει αμέσως σ΄εκείνους πού είναι ελαφρόμυαλοι και τους το προλέγει με τα όνειρα.

41. Τίποτε μελλοντικό δεν γνωρίζουν οι δαίμονες από προγνωστική δύναμι. Διότι τότε θα μπορούσαν και οι μάγοι να μας προλέγουν τον θάνατό μας.

42. Στον ύπνο μας πολλές φορές οι δαίμονες «μετασχηματίζονται είς αγγέλους φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14) και σε μορφές αγίων Μαρτύρων, τους οποίους παρουσιάζουν να έρχωνται προς το μέρος μας. Έτσι αφού ξυπνήσωμε μας βυθίζουν σε υπερηφάνεια και χαρά.

43. Το σημείο από το οποίο θα διακρίνης την πλάνη είναι τούτο: Οι άγγελοι μας δείχνουν την κόλασι, την Κρίσι και τον χωρισμό, και έτσι μας κάνουν να ξυπνούμε έντρομοι και περίλυποι.

44. Εάν αρχίσωμε να πιστεύωμε στους δαίμονες κοιμώμενοι, ύστερα θα εμπαιζώμεθα από αυτούς και ξύπνιοι. Εκείνος που πιστεύει στα όνειρα είναι εντελώς άσοφος και άπειρος, ενώ αυτός πού δεν πιστεύει τίποτε είναι πραγματικά συνετός και σοφός.

45. Πίστευε μόνο σ΄εκείνα πού σου αναγγέλλουν για την κόλασι και την Κρίσι. Εάν όμως δημιουργήται μέσα σου απόγνωσις, τότε και αυτά τα όνειρα προέρχονται από τους δαίμονες.
Βαθμίς τρίτη! Δρόμος πού οδηγεί στην ισάριθμη Αγία Τριάδα. Εκείνος που ανέβηκε άς μη κοιτάξη δεξιά ή αριστερά.

 

[1] Ενώ δηλαδή στην πατρίδα μας δεν απελαμβάναμε κάποιας ιδιαιτέρας προσοχής και εκτιμήσεως, ως συνήθεις και γνώριμοι και ασήμαντοι άνθρωποι, στην ξένη χώρα παρουσιαζόμεθα ως σπουδαίοι και αξιόλογοι.


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου


O άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης: Ο συγγραφέας της «Κλίμακος»


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 
O άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης: 
Ο συγγραφέας της «Κλίμακος»

Η Δ΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια μεγάλη ασκητική, πατερική και πνευματική μορφή της Εκκλησίας μας, στον άγιο Ιωάννη το Σιναΐτη, ο οποίος μας είναι καλλίτερα γνωστός ως άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, από το ομώνυμο περισπούδαστο σύγγραμμά του. Η προβολή και η τιμή του αγίου αυτού άνδρα κατά την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή κρίθηκε επιβεβλημένη από τους Πατέρες. Το περίφημο σύγγραμμά του, θεωρήθηκε ως εξαιρετικό μέσο πνευματικής καθοδήγησης για τους αγωνιζόμενους πιστούς. Αλλά και η οσιακή του μορφή αποτελεί παράδειγμα αγώνα κατά των ψυχοκτόνων παθών μας αυτή την ιερή περίοδο. 
Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη, κατ’ άλλους στη Συρία, περί το 523 από πλούσια, ευγενή και ευσεβή οικογένεια. Οι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σπουδαία εκπαίδευση. Περισσότερο όμως φρόντισαν να του μεταδώσουν τη δική τους ευσέβεια και πίστη στο Θεό. Κοντά σε πνευματικούς δασκάλους σπούδασε σε βάθος τη θεολογία της Εκκλησίας μας. Του άρεσε να μελετά με πάθος τις άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Από πολύ μικρός αγαπούσε την άσκηση και γι’ αυτό νέος όντας αποσύρθηκε στην έρημο του Σινά, κοντά στον φημισμένο ερημίτη και πνευματικό δάσκαλο Μαρτύριο και εκάρη μοναχός.
Έζησε κοντά στον άγιο ασκητή τέσσερα χρόνια διδασκόμενος τις αρετές και τους τρόπους επίτευξης της προσωπικής κάθαρσης, σημειώνοντας τεράστια πνευματική πρόοδο. Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί ώστε στο ερημητήριό του έτρεχε πλήθος μοναχών και λαϊκών να τον συμβουλευθούν. Μάλιστα είχε αποκτήσει και τη φήμη του θαυματουργού, ο οποίος με την προσευχή του έκανε πολλά θαύματα. Εκεί έζησε για δεκαεννιά χρόνια. Κατόπιν εγκαταβίωσε στη Μονή του Θωλά. Όταν κοιμήθηκε ο ηγούμενος της σεβάσμιας Μονής της Αγίας Αικατερίνης Σινά, οι μοναχοί τον ανάδειξαν ηγούμενο, όπου τους ποίμανε για λίγα χρόνια και γι’ αυτό πήρε και την ονομασία Σιναΐτης. 
Η νοσταλγία όμως της ερημικής ζωής τον οδήγησε να αφήσει την Μονή και να φύγει ξανά στην έρημο, όπου έμεινε ως την κοίμησή του, ασκούμενος, προσευχόμενος και συγγράφοντας τα περισπούδαστα βιβλία του «Κλίμαξ» και «Λόγος προς τον Ποιμένα». Κοιμήθηκε το 606 και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 30 Μαρτίου, ημέρα της κοίμησής του και ιδιαιτέρως την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών. 
Ήταν σοφός άνθρωπος και προπαντός μεγάλος ασκητής, εφάμιλλος του μεγάλου Αντωνίου, αγίου Ευθυμίου και αγίου Σάββα. Γύρω από τον μεγάλο αυτό δάσκαλο ασκητή συγκεντρώθηκαν πολλές χιλιάδες μοναχοί, παίρνοντας από αυτόν μαθήματα πνευματικού αγώνα. Για να μπορούν οι μοναχοί να έχουν καταγραμμένες τις σοφές διδαχές και παραινέσεις του, τις κατέγραψε στα προαναφερόμενα συγγράμματά του. 
Η «Κλίμαξ», που σημαίνει σκάλα, είναι το πρώτο και σπουδαίο σύγγραμμά του, διότι το περιεχόμενό του, ως νοητή σκάλα, ανεβάζει κλιμακωτά τον ασκούμενο άνθρωπο στην κορυφή των αρετών. Περιέχει τριάντα λόγους σε αντίστοιχες αρετές. Αρχίζει από τις αρετές, οι οποίες εύκολα αποκτώνται και έχουν κυρίως πρακτικό χαρακτήρα, και προχωρεί στις δύσκολες και υψηλές αρετές, οι οποίες έχουν θεωρητικό χαρακτήρα. Ο άγιος Ιωάννης αποδεικνύεται βαθύτατος γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, όταν η επιστήμη της ψυχολογίας ήταν άγνωστη και ως έννοια. Με θαυμαστό τρόπο, ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή και προσπαθεί να εντοπίσει τις αμαρτωλές έξεις της και τις καταβολές, ώστε να την θεραπεύσει και να τη θωρακίσει από την ψυχοκτόνο δράση της αμαρτίας και του κακού. Γνωρίζει πως στην ανθρώπινη ψυχή υπάρχουν βαθμίδες κάθαρσης από τα πάθη και επίσης βαθμίδες απόκτησης των αρετών. Γι’ αυτό και ιεραρχεί με καταπληκτικό τρόπο την κάθαρση και την απόκτηση αρετών, ώστε να γίνεται με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο. Έστω για παράδειγμα: αρχίζει με τις αρετές της μετάνοιας, της υπακοής, της μνήμης του θανάτου, για να αποκολλήσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και προχωρεί σε υψηλές αρετές, όπως τις διακρίσεως, της ησυχίας, της απάθειας, της ταπεινοφροσύνης κλπ. Οι απόκτηση των αρετών είναι έτσι ταξινομημένες στο ιερό σύγγραμμα, ώστε η κάθε αρετή να προϋποθέτει την προηγούμενη και αυτή να είναι προϋπόθεση για την επόμενη! Μεγαλύτερη ηθική τελειότητα από αυτή δεν έχει γραφεί ακόμη ως τώρα! 
Η «Κλίμαξ» είναι γραμμένη σε υπέροχη λόγια και κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη και με μελωδικότητα. Έχει διαύγεια σκέψεων, γλαφυρότητα, παραστατικότητα, πλούτο εκφράσεων, επιτυχημένες παρομοιώσεις, ζωηρές εικόνες, ώστε να παρουσιάζει τον ιερό συγγραφέα της ως έναν σπάνιο χειριστή της ελληνικής γλώσσας και σκέψεως. 
Αλλά και το δεύτερο μικρό του σύγγραμμα «Λόγος προς τον Ποιμένα», είναι μια βαθυστόχαστη πραγματεία - οδηγό για όσους έχουν επωμισθεί την ευθύνη να ποιμαίνουν ανθρώπινες ψυχές. 
Τα υπέροχα κεφάλαια του βιβλίου της «Κλίμακος» είναι ένα από τα προσφιλή και ωφέλημα αναγνώσματα των πιστών αυτή την κατανυκτική περίοδο. Ανήκει στα λεγόμενα νηπτικά κείμενα και απευθύνεται τόσο στους μοναχούς, όσο και στους κοσμικούς και συμπληρώνει τον θαυμαστό πλούτο της εκκλησιαστικής μας γραμματείας. Όσοι αισθανόμαστε την ανάγκη να αγωνιστούμε κατά των παθών μας, την κάθαρση του κακού εαυτού μας και την πνευματική μας πρόοδο, είναι ενδεδειγμένο να εντάξουμε τα συγγράμματα του αγίου Ιωάννου στα αναγνώσματά μας. Οι σοφές παραινέσεις του μεγάλου πνευματικού δασκάλου θα αποτελέσουν πολύτιμο πνευματικό οδηγό για κλιμακωτή κατάκτηση αρετών, ώστε να αξιωθούμε να υποδεχτούμε τον Αναστάντα Κύριο, καθαροί από τους ρύπους της αμαρτίας και τη φθορά του κακού. 


Δημοφιλείς αναρτήσεις