Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οσιος Ιωνάς του Κιέβου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οσιος Ιωνάς του Κιέβου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

Ο Κύριος σπάει την «καραντίνα» του αγίου Ιωνά του Κιέβου


 ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΑΓΙΟΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ.
Από τις σημειώσεις του ίδιου του γέροντα Ιωνά γνωρίζουμε, ότι μερικοί από τους μοναχούς ιδιαιτέρως, απ’ αυτούς που είχαν κάποια εξουσία, δεν τον αγαπούσαν και τον ταλαιπωρούσαν. Ήθελαν μάλιστα να τον διώξουν από το μοναστήρι, αλλά τον προστάτευε ο ηγούμενος.   
Τελικά αυτοί που μισούσαν τον π. Ιωνά κατόρθωσαν να τον απομονώσουν από την αδελφότητα στο κελλί του. Μόνο ο γέροντας του, επιτρεπόταν να τον επισκέπτεται και κανείς άλλος. Έτσι λοιπόν ο πατέρας Ίωνάς βρέθηκε σε ένα ακούσιο εγκλεισμό, που ωστόσο ήταν πολύ ωφέλιμος γι’ αυτόν, ώστε να γράφει ο ίδιος «ζούσα σαν εκτός του σώματος». 
Όταν ελευθερώθηκε από την απομόνωση, άρχισαν καινούργιοι πειρασμοί. Οι αρχαιότεροι μοναχοί που είχαν κάποια εξουσία στο μοναστήρι, έκαναν ανταρσία κατά του ηγουμένου και αξίωναν να συμμετέχει και ο π. Ιωνάς. Εκείνος όμως αρνήθηκε προκαλώντας και πάλι το μίσος τους εναντίον του. Ο γέροντας του, π. Άβελ,  είχε κοιμηθεί και ο  π. Ιωνάς  έμεινε χωρίς στήριγμα. 
Οι αντάρτες μοναχοί κατόρθωσαν μόνο να αλλάξουν τον αρχοντάρη και να βάλουν δικό τους άνθρωπο, τον μοναχό Καισάριο. Ήρθε όμως αμέσως η τιμωρία του Θεού· ο καινούργιος αρχοντάρης έπεσε παράλυτος, ώστε δεν μπορούσε να κινήσει ούτε πόδια ούτε χέρια ούτε καν τη γλώσσα του. 
Τότε αυτοί πρόσταξαν τον π. Ιωνά να περιποιείται τον άρρωστο και να κάθεται συνέχεια κοντά του, τόσο που δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από τον Καισάριο ούτε μία ώρα, ακόμη ούτε για να πάει στην εκκλησία. Υπέμενε όμως αυτή τη δοκιμασία με καρτέρια και προθυμία. 
Καθώς όμως πλησίαζε η μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων, ένιωσε βαθιά θλίψη μέσα στην ψυχή του, που και πάλι δεν θα μπορούσε να λειτουργηθεί. Αλλά ο Κύριος τον παρηγόρησε με ένα θαυμαστό τρόπο. 
Διηγείται ο ίδιος: 
«Ήμουν πολύ λυπημένος στις 4 και 5 Ιανουαρίου. Μετά τη Θεία Λειτουργία και τον μεγάλο αγιασμό οι γέροντες ήρθαν να αγιάσουν, όταν είχε σχεδόν βραδιάσει κι έτσι αξιώθηκα ν’ ασπαστώ τον Τίμιο Σταυρό και να με ραντίσουν με το Μέγα Αγιασμό. Και τότε όμως μου είπαν πάλι πως είμαι υπό δυσμένεια. Μετά οι άγιοι γέροντες έφυγαν κι εγώ συνέχισα να περιποιούμαι τον άρρωστο. Μόλις νύχτωσε, τον τακτοποίησα και τον έβαλα να κοιμηθεί. Τότε βίασα τον εαυτό μου να φάει κάτι. Ύστερα αφού διάβασα τις προσευχές προ του ύπνου, κάθισα στο σκαμνί για τη νοερά προσευχή. Έσβησα το φως και προσπαθούσα να ξεπεράσω τη συνεχιζόμενη εναντίον μου εχθρική επίθεση των γερόντων αυτών∙ δεν τα κατάφερα όμως. 
Τελικά νικήθηκα: τόσο πληγώθηκε η καρδιά μου από τη θλίψη, ώστε εξαντλήθηκα εντελώς και με δάκρυα στα μάτια πήγα και ξάπλωσα. Το μόνο που σκεφτόμουν, παρακαλούσα γι’ αυτό το Θεό, την Παναγία και όλους τους Αγίους, ήταν να με βοηθήσουν αυτή την ώρα της φοβερής θλίψεως. 
Στις δέκα σημάναν οι καμπάνες για την αγρυπνία και πικράθηκα  ακόμα περισσότερο: Όλοι οι αδελφοί θα ψάλουν στην αγρυπνία των Θεοφανείων κι εμένα δεν μου επιτρέπεται ούτε να πάω στην εκκλησία. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. 
Ξαφνικά άκουσα κάποιον να μπαίνει μέσα στο κελλί. Όμως εγώ ήμουν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και νόμιζα πως ήρθε ο αρχοντάρης που πότε - πότε επισκεπτόταν τον π. Καισάριο. 
Με πλησίασε και είπε: 
- Είναι καλός στρατιώτης αλλά μικρόψυχος και δεν έχει υπομονή. 
Άγγιξε μετά με το χέρι του το κεφάλι μου και με ρώτησε: 
- Γιατί πάλι παραδίνεις τον εαυτό σου στη θλίψη και τη στεναχώρια; Σήκω στα πόδια σου σου και λάβε δύναμη και σθένος. 
Και μ’ έπιασε από το χέρι. Όμως εγώ δεν κατάλαβα ποιος ήταν, επειδή είχα τα μάτια κλειστά όπως το συνηθίζω πάντα, όταν είναι σκοτάδι. Νόμιζα ακόμα πως είναι ο αρχοντάρης και μάλιστα, εκνευρίστηκα που μ’ ενοχλεί. Μα όταν άνοιξα τα μάτια μου και είδα πολύ μεγάλο φως και λάμψη, φοβήθηκα κι έπεσα σαν νεκρός. Δεν αισθανόμουν, δεν καταλάβαινα, δεν θυμόμουν τίποτα ούτε ήξερα πόσο βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση. Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα χέρι πάνω στο αμαρτωλό κεφάλι μου και από αυτό το χέρι κύλησε μέσα σ’ όλο το σώμα μου η ζωή. 
Τότε αυτός που έλαμπε μέσα στο φως, κάθισε σ’ ένα κούτσουρο και με πήρε κοντά του. Έβλεπα μόνο τα πόδια του. 
- Γιατί είσαι τόσο πικραμένος; 
Με ρώτησε… κι εγώ ο ταλαίπωρος είδα τότε καθαρά και γνώρισα τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα μου Ιησού Χριστό, που είχε έρθει σε μένα τον ανάξιο με τη συνοδεία πολλών αγίων. Μου λέει λοιπόν γεμάτος στοργή, έλεος, αγάπη και γλυκύτητα: 
- Δες και ψηλάφησε τις πληγές στα χέρια, τα πόδια και την πλευρά μου και βεβαιώσου ότι δεν είμαι φάντασμα, αλλά είμαι εγώ ο ίδιος, που ήρθα να σε θεραπεύσω. 
Ευδόκησε ο καλός μας Δεσπότης να μου δείξει στα χέρια του τις πληγές από τα καρφιά του, που ήταν βαθιές και μεγάλες, τα ματωμένα πόδια,  που ήταν σαν να πληγώθηκαν τώρα και την άχραντη λογχισμένη πλευρά του. 
Όλα αυτά τα επέμεινα, μου είπε, επειδή αγαπώ πολύ τους ανθρώπους. Όμως πιο πολύ αγαπώ το τάγμα των μοναχών. Έπειτα με παρηγόρησε και με νουθέτησε: 
-Να είσαι ανδρείος∙ να κάνεις υπακοή πάντα με προθυμία, επειδή η υπακοή είναι αγία και αγιάζει τον μοναχό που την έχει και του δίνει φτερά που τον ανεβάζουν στο θρόνο του ανεσπέρου φωτός. Μη δειλιάζεις, σε βεβαιώνω ότι θα είμαι πάντα κοντά σου. 
Έθεσε τότε ο Κύριος την παλάμη του πάνω στο ακάθαρτο κεφάλι μου και κοιτάζοντας τον άρρωστο Καισάριο μου είπε: 
-Δεν πρόλαβα να τελειώσουν τα σχέδια τους! Έτσι είναι οι άνθρωποι! Να τον υπηρετείς στην αρρώστια του, επειδή γι’ αυτόν αυτή η αρρώστια είναι η σωτηρία του.
Μετά τα λόγια αυτά ο Κύριος του παντός βγήκε από το κελλί μου με την ιερή συνοδεία του και εγώ τον συνόδεψα. 
 
Όταν φτάσαμε στην εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας μου είπε: 
-Να την τιμάς κι εσύ και όλοι οι πιστοί που έχουν εξαγοραστεί με το αίμα μου, γιατί χάρισε στον κόσμο τη σωτηρία. Να, αυτή τη στιγμή στην εκκλησία η αγρυπνία έφτασε στην 9η ωδή και όλοι οι μεγαλύνουν τη Θεοτόκο και Μητέρα του φωτός. 
Και πράγματι, μόλις είπε αυτά τα λόγια, σήμαναν οι καμπάνες για την 9η ωδή. Έστρεψε τότε το θείο πρόσωπο του σε μένα το ταλαίπωρο και μ’ ευλόγησε: 
-Έχε Ειρήνη∙ να σώζεσαι. 
Και αμέσως ένα υπέρλαμπρο σύννεφο τύλιξε τον Κύριο της δόξης μέσα σε ένα άπειρο φως θείας ελλάμψεως».
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ
Μαθητής του οσίου Σεραφείμ στο Σαρώφ
Σταυροπηγιακή και Συνοδική 
Ι. Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Ἡ φιλομόναχος Παναγία Δέσποινα Προστατεύει τὴν Ἀγγελικὴ Τάξη τῶν Μοναχῶν


 

Ἡ φιλομόναχος Παναγία Δέσποινα Προστατεύει τὴν Ἀγγελικὴ Τάξη τῶν Μοναχῶν «Ἀγάλλεται γι᾿ αὐτοὺς τὸ πνεῦμά Μου καὶ χαίρεται ἡ ψυχή Μου» 
«Δὲν μπορῶ νὰ κρύψω καὶ νὰ λησμονήσω», ἔγραφε ὁ Ὅσιος Στάρετς Ἰωνᾶς τοῦ Κιέβου**, ὁ Κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, «τ᾿ ἀνέκφραστα ἀγαθὰ καὶ ἐλέη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς Παναγίας, ποὺ εἶναι θερμότατη προστάτις τῶν πιστῶν, ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ μισοῦν τὰ ἔργα τοῦ πονηροῦ διαβόλου. Κάποτε μετὰ τὴν Ἀκολουθία στὸν μεγάλο Ναό, δὲν θυμᾶμαι ποιὸ ἔτος, ὅλοι οἱ Ἀδελφοί, μεγάλοι καὶ μικροί, εἶχαν ἀποσυρθεῖ στὰ κελλιά τους καὶ ἔκαναν τὸν Κανόνα τους. Ἤμουν καὶ ἐγὼ στὸ κελλί μου μόνος καὶ ἑτοιμαζόμουν νὰ ξαπλώσω. Ξαφνικὰ ἦρθε ὁ Δόκιμος Κοδράτος καὶ μοῦ χτύπησε τὴν πόρτα λέγοντας ὡς συνήθως τὴν εὐχή. 
Ἀπάντησα: “ἀμὴν” καὶ τοῦ ἄνοιξα. 
Ἔτρεμε ἀπὸ τὸν φόβο του καὶ μὲ σπασμένη φωνὴ μοῦ εἶπε: “Ἡ Παναγία Δέσποινα Θεοτόκος... μαζὶ μὲ τὸν ῞Αγιο Πρόδρομο... μ᾿ ἔστειλαν νὰ σᾶς πῶ νὰ ἔρθετε, ποὺ σᾶς περιμένουν... κάτω... κοντὰ στὴν Ἐκκλησία”. 
Μόλις τὸ ἄκουσα, ἔνιωσα καὶ ἐγὼ ρῖγος ἀπὸ τὸν φόβο, φόρεσα γρήγορα τὸ ζωστικὸ καὶ τὸν σκοῦφο, εἶπα μία φορὰ τὸ “ ῎Αξιόν ἐστι” κι ἔκανα μετάνοια. “Δόξα” καὶ “νῦν”, “Κύριε, ἐλέησον” τρεῖς φορές, καὶ πάλι μετάνοια. “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησον ἡμᾶς”, μετάνοια. Κι ἀφοῦ κατέβηκα βιαστικὰ τὶς σκάλες, βλέπω μὲ συγκίνηση τὴν Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο καὶ τὸν ῞Αγιο Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ νὰ μὲ περιμένουν. 
- Ἔλα, μὴ φοβᾶσαι, μὲ ἐνθάρρυνε ἡ Παναγία. Ἡ θεία Χάρη ἂς εἶναι μέσα σου καὶ μέσα σὲ ὅλη τὴν θεοσύλλεκτη Ἀδελφότητα πάντοτε, νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Τότε ὁ ῞Αγιος Πρόδρομος μοῦ λέει: - Πές, “ἀμήν”... 
- Ἦρθα νὰ σᾶς ἐπισκεφθῶ, συμπλήρωσε ἡ Παναγία. Ἐγὼ Τῆς ἐβαλα μετάνοια καὶ γονατιστὸς Τὴν παρακάλεσα νὰ εὐλογήσει ὅλη τὴν Μονή, ὅλους τοὺ Ἀδελφοὺς καὶ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. 
- Νομίζεις ὅτι ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ πρώτη φορά; μὲ ρώτησε. Κάθε Σάββατο ποὺ ψάλλετε τοὺς Χαιρετισμούς Μου, ἔρχομαι, περνάω ἀπὸ κάθε κελλί, χαιρετάω μὲ χαρὰ τοὺς Ἀδελφοὺς καὶ ἀγάλλεται ἡ ψυχή Μου γιὰ αὐτοὺς καὶ γιὰ τὴν εὐλαβικὴ παράστασή τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.  Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια μπῆκε στὴν μικρὴ Ἐκκλησία, ἔκανε μετάνοια μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ ἀσπάστηκε τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐπισκέφθηκε τὰ κελλιὰ τῶν Μοναχῶν, π. Ἱλαρίωνος καὶ π. Ἰωήλ, ποὺ κοιμόντουσαν καὶ εὐλόγησε καὶ τοὺς δύο. Μετὰ κατέβηκε στὸν κάτω ὄροφο. Ἔπειτα πῆγε στὸ Σχολεῖο τοῦ Ὀρφανοτροφείου τῆς Μονῆς καὶ στὸ Νοσοκομεῖο καὶ εὐλόγησε ὅσους κοιμόντουσαν σεμνὰ καὶ εὐλαβικά. Δὲν θέλησε νὰ μπεῖ στὸ κελλὶ τοῦ Ἱερομονάχου Χριστοφόρου, τοῦ μελισσουργοῦ Προκοπίου καὶ ἑνὸς Δοκίμου ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ ἄλλη Μονή, ἐπειδὴ κοιμόντουσαν ἄσεμνα καὶ μοῦ εἶπε νὰ τοὺς ἀπομακρύνω ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα γιὰ πάντα. Τὸ ἴδιο μοῦ εἶπε καὶ γιὰ τοὺς Δοκίμους Ἰάκωβο καὶ Ἠλία, ποὺ μόλις εἶχαν ἔρθει στὴν Μονή. Ἔπειτα εὐλόγησε τὸ πηγάδι καὶ ἀμέσως μπῆκε στὴν Τράπεζα. Εἶδε στὴν ὀροφὴ τὴν τοιχογραφία τῆς Κοιμήσεώς Της: τὸ σῶμα Της μέσα στὸ νεκροκρέβατο, τὰ σάβανα, τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους τριγύρω καὶ τὴν ψυχή Της μέσα στὶς ἀγκάλες τοῦ Υἱοῦ Της στοὺς αἰθέρες. 
- Αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια, εἶπε. 
Στὴν μεγάλη Ἐκκλησία καὶ μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα προσκύνησε τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Παρεκκλησίου. Ἐπισκέφθηκε ἐπίσης τὸν Ξενώνα καὶ εὐλόγησε τοὺς ἀρχοντάρηδες καὶ μόνο ὅσους προσκυνητὲς κοιμόντουσαν σεμνά. 
Κατόπιν λέει ἡ Παναγία: “Πρέπει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπισκεφθοῦμε καὶ ὅσους Ἀδελφοὺς κοπιάζουν αὐτὴν τὴν ὥρα στὸ διακόνημά τους”. 
Πρῶτα πῆγε στὸ Ἀρτοποιεῖο. Μόλις εἶχαν ἀρχίσει νὰ ζυμώνουν. Πλησίασε, εὐλόγησε τὴν ζύμη, καθὼς καὶ τρεῖς φορὲς τὸν κάθε Ἀδελφό. Τοῦ Προϊσταμένου εὐλόγησε τὸ κεφάλι, τὸ στῆθος καὶ τὰ χέρια τρεῖς φορές. Εὐλόγησε ἐπίσης τὸ ἀλεύρι, τὸ νερό, τὸν φοῦρνο καὶ ὅλα τὰ ἐργαλεῖα καὶ εἶπε: “Ἂς εἶναι σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο ἡ Χάρη τοῦ Υἱοῦ Μου”. Ἔπειτα πέρασε ἀπὸ τοὺς στάβλους καὶ τὰ βουστάσια· εὐλόγησε τὶς ἀγελάδες, τὰ μοσχαράκια καὶ τ᾿ ἄλλα ζῶα καὶ εὐχήθηκε νὰ αὐξάνωνται γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Στὴν συνέχεια ἐπισκεφθήκαμε αὐτούς, ποὺς ἐργάζονται στὰ βουστάσια. Ἡ Παναγία τοὺς εἶδε ποὺ κοιμόντουσαν σεμνὰ μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα πάνω στὸ στῆθος, τοὺς κοίταξε μὲ ἀγαλλίαση καὶ τοὺς εὐλόγησε ὅλους. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀνέβηκε πάλι στὴν μεγάλη Ἐκκλησία καὶ εἶπε: 
- Σᾶς δίνω τὴν ἐντολή Μου καὶ τὴν διαθήκη Μου: κάθε Σάββατο, ποὺ ψάλλετε τοὺς Χαιρετισμούς Μου, ἔρχομαι ἐδῶ καὶ σᾶς ἐπισκέπτομαι ὅλους. Ἂν δῶ κάποιον νὰ βρίσκεται σὲ ἀσχημοσύνη, θὰ τὸν διώξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἐνῶ αὐτοὺς ποὺ ἐργάζονται πιστὰ καὶ ὑπομένουν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν κόπο, τὶς στερήσεις καὶ τὰ πάντα, θὰ τοὺς ἐνδυναμώνω, θὰ τοὺς προστατεύω, θὰ τοὺς παρηγορῶ καὶ θὰ τοὺς σώζω. Τότε τόλμησα νὰ πῶ στὴν Παναγία:  
- Εὐδόκησες νὰ ἐπισκεφθεῖς τὸ Ἀρτοποιεῖο, ὅπου ἀγρυπνοῦσαν καὶ ἐργάζονταν οἱ Ἀδελφοί, δὲν τοὺς ἔδωσες ὅμως ἕνα αἰσθητὸ σημεῖο τῆς παρουσίας Σου. 
- Ἂν δίνω σημεῖο παντοῦ ὅπου περάσω, τότε θὰ ἔχουν μικρότερο μισθό. Χωρὶς σημεῖα καὶ θαύματα ὁ καθένας μοχθεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸν εὐαρεστήσει καὶ νὰ σωθεῖ. Ἂν ὅμως αἰσθανθεῖ τὴν ἐπίσκεψή Μου, θὰ ἀρχίσει νὰ ἀναπαύεται, νὰ μετεωρίζεται καὶ νὰ κοπιάζει λιγότερο καὶ ἔτσι θὰ πέσει στὴν ἀμέλεια καὶ τὴν ἀκηδία. Γι᾿ αὐτὸ καλύτερα εἶναι νὰ μοχθεῖ καὶ νὰ ἀγωνίζεται. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προκόβει στὸν φόβο καὶ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ, στὴν εὐλάβεια, στὸν πόθο τοῦ θείου ἔρωτος καὶ πορεύεται σιγά-σιγὰ στὴν τελειότητα. Πολὺ ἀγαπῶ αὐτούς, ποὺ παρέδωσαν τὸν ἑαυτό τους στὸν Θεὸ καὶ στὴν ὑπακοὴ τοῦ ἁγίου Θελήματός Του καὶ ποὺ ὑψώνουν τὰ μάτια τους σὲ Μένα· Εἶμαι πάντα κοντά τους, γιατὶ ἀποτελοῦν τὴν ἁγία καὶ ἀγγελικὴ τάξη τῶν Μοναχῶν. Ἀγάλλεται γι᾿ αὐτοὺς τὸ πνεῦμά Μου καὶ χαίρεται ἡ ψυχή Μου. Εἶναι μακάριοι, γιατὶ ζοῦν “ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν”. Ὁ Κύριος βρίσκεται ἀνάμεσά τους καὶ ἀγάλλεται τὸ πνεῦμα Του σ᾿ αὐτούς. Θὰ τοὺς κληροδοτήσει τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση, ἀναλλοίωτη στοὺς αἰῶνες. 
Τότε ὁ θεῖος Πρόδρομος μοῦ λέει: 
Πές, “ἀμήν”. 
Ἐγὼ εἶπα: “ἀμήν” καὶ ἔκανα μετάνοια στὴν Παναγία. Ἐκείνη κατέβηκε στὴν μικρὴ Ἐκκλησία καὶ στάθηκε στὸ σημεῖο, ὅπου εἶχε ἔλθει συνοδευόμενη ἀπὸ πολλοὺς Ἁγίους. Μοῦ ἔδωσε κάποιες ἀκόμη νουθεσίες καὶ τέλος εὐλόγησε τὴν Μονή, τὴν Ἀδελφότητα, τοὺς ἐργάτες καὶ τοὺς προσκυνητές. Ἐγὼ ἔβαλα μετάνοια, ἐνῶ ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου ἀπομακρύνθηκε καὶ ἐξαφανίστηκε μαζὶ μὲ τὸν Τίμιο Πρόδρομο».  

Ὁ Στάρετς Ἰωνᾶς τοῦ Κιέβου,
ἔκδοσις τῆς Σταυροπηγιακῆς 
καὶ Συνοδικῆς Ἱερᾶς Μονῆς 
Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου,
 Κάλαμος Ἀττικῆς, 2000.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣ.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣ.

 

 «Κάποιο μέρα, μετά τη θεία λειτουργία, περίπου στις 12 το μεσημέρι, καθόμουν στο κελί μου κι έφτιαχνα πάλι κουτάλια. Ή καρδιά μου θλιβόταν για τον τρομερό Κριμαϊκό πόλεμο. Έξαφνα ακούω κάποιον έξω από την πόρτα του κελιού μου να λέει την ευχή:

"Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς". Ή φωνή είναι γυναικεία λεπτή και καθαρή. Ακούω και σωπαίνω. Ξέρω ότι - καμιά γυναίκα δεν έρχεται ποτέ στο κελί μου και γι’ αυτό σωπαίνω. Ακούω την ευχή δεύτερη φορά• σωπαίνω. Τρίτη φορά• πάλι σωπαίνω. Τότε, η πόρτα ανοίγει μόνη της, ενώ εγώ πάντοτε είχα τη συνήθεια να την κλείνω από μέσα με το γάντζο, και εισέρχονται στο κελί μου τρεις γυναίκες. Μόλις μπήκαν, στάθηκαν μπροστά στην εικόνα της, Παναγίας της Τριχερούσας, έκαναν τον σταυρό τους και τρεις μετάνοιες. Εγώ συνεχίζω να κάθομαι, χωρίς να τούς δίνω προσοχή. Σκέπτομαι με θυμό: πώς τόλμησαν αυτές οι γυναίκες να έλθουν σε μένα το μοναχό και μάλιστα άγνωστες: Αυτές, αφού προσευχήθηκαν λίγο, γυρίζουν και μου λένε:

—Να σε σώζει ό Κύριος, πάτερ. 
Βλέπω πώς είναι ντυμένες απλά και φορούν μαντήλι στο κεφάλι τους, όπως όλες οι γυναίκες του λαού. Ή μεγαλύτερη απ’ αυτές μου λέει:

—Ήλθαμε, πάτερ, να σε πάρουμε μαζί μας, για να πάμε στην Κριμαία να περιποιηθούμε τούς πληγωμένους και βασανισμένους στρατιώτες. 
Τότε πια σηκώθηκα και τούς είπα: 
—Μα πώς μπορώ να πάω τόσο μακριά, και μάλιστα, χωρίς να έχω διαβατήριο;

—Μόνο να έχεις την αγάπη προς το Θεό και ό Θεός μπορεί να τα κάνη όλα, μου απάντησε ή πρώτη δεν χρειάζονται χαρτιά. Πάμε να τούς ανακουφίσουμε λίγο και μην παίρνεις τίποτε μαζί σου τα έχουμε φροντίσει όλα. Πάρε μόνο δύο- τρεις πετσέτες για να πλένεις, να σκουπίζεις και να περιποιέσαι τις πληγές τους. Όλα τ’ άλλα τα έχουμε. 
—Πώς όμως, θα γίνει αυτό; Γιατί αν οι αδελφοί με δουν μαζί με γυναίκες, θα σκανδαλιστούν

—Όχι, δεν θα μάς δη κανείς. Θα κάνουμε το έργο της άγιας υπακοής, θα υπηρετήσουμε τούς αρρώστους και θα γυρίσουμε απόψε. 
Άς προσευχηθούμε λοιπόν στον Κύριο και Θεό για να μάς δώσει τη δύναμη και βοήθεια να τον υπηρετήσουμε στο πρόσωπο των δούλων του, πού είναι στρατιώτες και πολεμάνε για το άγιο όνομά Του και την άγια πίστη Του. Λέγε εσύ την προσευχή, μου είπε.

Κι εγώ είπα το "’Άξιον εστί", ενώ όλες έκαναν τον σταυρό τους και μετάνοιες. Συνέχισα "Δόξα Πατρί και Υίώ και Άγίω Πνεύματι και νυν..." μέχρι τέλος και πάλι βάλαμε μετάνοια. "Κύριε ελέησον" τρεις φορές, "εύλόγησον", μετάνοια. “Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών...", μετάνοια, αμήν. Ή πρώτη λέει "Κύριε εύλόγησον την οδόν". Όλες πάλι έκαναν τον σταυρό τους και βγήκαν έξω. "Έκλεισα το κελί και τις άκολούθησα. Βγήκαμε στην αυλή κι αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Σε λίγο γύρισα πίσω και δεν είδα πιάτο κελί μου. Κοιτάζω μπροστά και βλέπω ένα μεγάλο κτίριο, στον τοίχο τού όποιου ήταν γραμμένο: Έδώ είναι το νοσοκομείο των στρατιωτών, πού πληγώθηκαν για το Χριστό, την πίστη την άγια και τη θεοφύλακτη πατρίδα μας Ρωσία".

—Δόξα τω Θεώ, φθάσαμε, είπε ή πρώτη.

Μπήκαμε, σ’ ένα φωτεινό και μακρύ διάδρομο, πού δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν θάλαμοι με κρεβάτια καθαρά και μαλακά. Στον πρώτο θάλαμο βρίσκονταν οι βαριά πληγωμένοι: άλλος δεν έχει χέρι, άλλος πόδι, άλλος έχει ανοιγμένα σπλάγχνα, άλλος είναι χωρίς σαγόνι, μύτη, μάτι, κάποιου το κεφάλι είναι ανοιγμένο... 
Μόλις μπήκαμε στον πρώτο θάλαμο ή μεγάλη μου λέει: "Πρόσεξε, ότι θα κάνουμε εμείς να κάνης και εσύ σκοπός μας είναι να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε τούς πληγωμένους".

Ετοιμάσθηκε πρώτη, πλησίασε έναν τραυματία, έβαλε στη λεκάνη νερό, κι αφού έπλυνε τις πληγές μ’ ένα σφουγγάρι, τις σκούπισε με την καθαρή πετσέτα την όποια είχε μαζί της. Έπειτα έβγαλε από την σακούλα της κάποια αλοιφή και άλειψε τις πληγές. Τέλος τού έπλυνε το πρόσωπο, τον σκούπισε και τον χτένισε. Όλα τα έκανε επιδέξια και γρήγορα, κι αμέσως πηγαίνει σε άλλον άρρωστο. Τα ίδια κάνει και μ’ αυτόν. Αν κάποιος έχει σπασμένο χέρι ή πόδι, το διορθώνει• αν έχει βγαλμένα έξω τα εντόσθια, τα πλένει με καθαρό νερό και τα βάζει στη θέση τους. Αφού περιποιηθεί κάθε τραυματία, τον σταυρώνει, του δίνει να πιει καθαρό νερό, του λέει λίγα λόγια παρηγοριάς και πηγαίνει σ’ άλλον. “Όταν έχει τελειώσει τον τρίτο, γυρίζει και μου λέει: 
—Είδες, πώς κάνω; Σπάσου έδώ ανάμεσα σε μένα και τη μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα, κοίτα κι ότι κάνουμε εμείς, κάνε και σύ. Μη σιχαίνεσαι και μην περιφρονείς κανέναν, αλλά να παρηγορείς όλους τούς, πληγωμένους ανεξαιρέτως. Τότε στρέφεται σ’ εκείνη πού ονόμασε άγια Βαρβάρα και της λέει: άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, να τον παρακολουθείς, να τον βοηθάς και να τον διορθώνεις στην άγνοιά του, για να υπηρετήσει καλά τούς τραυματίες εις δόξα θεού. 
Μου υπέδειξε στη συνέχεια κάποιον πληγωμένο εγώ τον πλησίασα, τον ξεσκέπασα, έβγαλα το πουκάμισό του και είδα έντρομος ότι ήταν όλος σχισμένος από πάνω μέχρι κάτω και τα εντόσθια του χυμένα έξω τόσο φοβήθηκα, πού έχασα τις αισθήσεις μου. Αμέσως ή μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έπιασε το αριστερό χέρι μου και λέει στην πρώτη: "Πολυέλεη Δέσποινα, μητέρα τού Θεού και Κυρία όλων μας, βλέπεις ότι λιποθύμησε• δυνάμωσέ τον, για να υπηρετεί τον Κύριο, τον γλυκύτατο νυμφίο μου Ιησού Χριστό, πού αγάπησα με όλη την καρδιά μου και τού παρέδωσα ολόκληρο τον εαυτό μου". 
Τότε εγώ κατάλαβα ποιά ήταν αυτή ή πρώτη και ποιά ή δεύτερη και σκίρτησε ή καρδιά μου. Τα είχα χαμένα. Δεν καταλάβαινα, που βρίσκομαι. Στρέφεται λοιπόν, ή Παναγία και λέει προς την τρίτη:

—Αγία Μεγαλομάρτυς Αλεξάνδρα, βοήθησε λίγο και σύ αυτό το μικρόψυχο μοναχό, πού Θέλει να δώσει τη ζωή του για το όνομα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, και για την εκκλησία. Ηλθε μαζί μας εδώ να υπηρετήσει τούς τραυματίες, αλλά μόλις είδε τις πληγές τους φοβήθηκε κι έσβησε.

—Δεν υπάρχει, Δέσποινά μου, απάντησε ή αγία Αλεξάνδρα, άνθρωπος, πού να έχει τη Χάρι τού Κυρίου Ιησού Χριστού, την όποια έχεις εσύ. Όλοι είναι φτωχοί και αδύναμοι. Εσύ λοιπόν, ευλόγησε και ενίσχυσε τον δώσε του άφθονη Χάρι, δύναμη, διάκριση, υπομονή και σοφία. 
Τότε ή Δέσποινά μας με πλησίασε, με σταύρωσε τρεις φορές και μού είπε: 
—Από δώ και πέρα θα είναι μαζί  σου και με όλα τα έργα σου ή Χάρι μου, για να υπηρέτης με αγάπη και ευσέβεια το Θεό και τον πλησίον, επειδή αγαπά πολύ εκείνους πού υπηρετούν τούς πονεμένους και Θλιμμένους ανθρώπους. Κάνε, λοιπόν, τον κόπο αυτής της διακονίας μαζί μας και ό Θεός να σ’ ευλόγηση

Με αυτά τα λόγια ζωντάνεψε το πνεύμα μου και ξανάρχισα την περιποίηση των τραυματιών χωρίς φόβο, αλλά με Θάρρος και χαρά. Είχα δεξιά μου την Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο κι αριστερά την άγια μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα. Ή Δέσποινα ρώτησε τον πρώτο τραυματία, πώς λέγεται κι αυτός απάντησε, Βασίλειος. Μου λέει λοιπόν ή Παναγία: "Βάλε το όνομά του μέσα στην καρδιά σου και τη μνήμη σου. Θα έλθει κάποτε, εκεί πού θα βρίσκεσαι. Όταν έλθει, να του δώσεις την ευλογία σου στο όνομα του Κυρίου". Και πράγματι. Μετά από καιρό ήλθε εδώ στη μονή, εξομολογήθηκε και κοινώνησε των θείων μυστηρίων. Με αναγνώρισε και θυμήθηκε όσα έγιναν τότε: ότι ήταν πολύ πληγωμένος, τί ένιωθε και τί άκουγε. Μου εξήγησε ότι ήλθε, γιατί σε κάποιο όνειρο του δόθηκε εντολή να έλθει στο Κίεβο, για να με βρει. Εγώ όμως, έκανα πώς δεν ξέρω τίποτε, για να μη διαδοθεί ή φήμη μεταξύ των ανθρώπων. Έμεινε μερικές μέρες κι έφυγε με ειρήνη.

Γρήγορα λοιπόν, και με επιτυχία τελειώσαμε αυτό το θάλαμο, περιποιηθήκαμε όλους τούς αρρώστους και πήγαμε σ’ άλλον, έπειτα σε άλλον και σε άλλον και τέλος στο θάλαμο αναρρώσεως. Εκεί ή Δέσποινα, αφού τούς ευλόγησε όλους τούς παροτρύνε να έχουν πίστη στο Θεό, υπακοή στην Εκκλησία και να αγωνίζονται για τη σωτηρία του πλησίον τους. Στη συνέχεια επισκέφτηκε όλα τα συντάγματα, όπου ευλόγησε και παρηγόρησε όλους τους φιλόχριστους στρατιώτες. Επισκέφτηκε ακόμη τη Σεβαστούπολη, τη Συμφερούπολι, το Μπαχτσισαράι και το Καρασουμπαζάρι, κοντά στο μαύρο ποταμό, όπου οι στρατιώτες μας ήταν στα χαρακώματα.

Έπειτα απ’ όλα αυτά επιστρέψαμε στο Κίεβο. Μπήκαμε στο κελί μου και ή άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα είπε:

—Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα. Προσευχηθήκαμε στον Κύριο και βάλαμε τρεις μετάνοιες.

—Να τα θυμάσαι όλα αυτά, μου είπε τότε ή Δέσποινα μην τα ξεχάσεις, θα σου χρειαστούν. Όταν έλθει ό καιρός, το Πνεύμα το Άγιο θα έμπνευση τις ψυχές και καρδιές πολλών ανθρώπων, ανδρών και γυναικών διαφόρων ηλικιών, τάξεων, αξιωμάτων και θρησκευμάτων να έλθουν σ’ εσένα. Μην αρνηθείς τη βοήθειά σου σ’ αυτούς και μην απεχθάνεσαι κανέναν, επειδή κεφαλή όλων είναι ό Χριστός και όλοι είναι δικά Του μέλη. Να υπηρέτης με αγάπη το Θεό και τον πλησίον να συμπονάς όλους, να παρηγορείς τούς βασανισμένους και απελπισμένους ανθρώπους. αφού και εσύ έχεις περάσει πολλά να έχεις ταπεινοφροσύνη και υπομονή και να ευχαριστείς για όλα τον Κύριο. Φρόντισε να εκτελείς πιστά το καθήκον σου επειδή γι’ αυτό το έργο σε κάλεσε. Ή ειρήνη τού Θεού να είναι μαζί σου", μου ευχήθηκε και με σταύρωσε τρεις φορές. 
Τότε έκθαμβος είδα την Κυρία Θεοτόκο με τις δύο αγίες, όχι πια με απλά και φτωχικά. αλλά μέσα σε δόξα, ομορφιά κι ολόλαμπρο φως πού δεν μπορεί να τα περιγράψει ή ανθρώπινη γλώσσα.

Ζήτησα τις ευχές και το έλεος της Δέσποινας για μένα και για όλα τα έργα μου, καθώς και των δύο μεγαλομαρτύρων Βαρβάρας και Αλεξάνδρας. 
—Ξέρουμε την αδυναμία σου, μου απάντησαν εκείνες, γι’ αυτό να καταφεύγεις στον Κύριο και στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο, πού είναι ή μητέρα όλων και δίνει τη σκέπη, τη Χάρι και την παρηγοριά. Έχεις διαβάσει στους βίους μας, πώς υπομείναμε τα βάσανα από το διάβολο και τούς υπηρέτες του για την αγάπη του Χριστού. Είδες πώς ό Κύριος των δυνάμεων δοξάσθηκε στ αδύνατα γυναικεία σώματά μας και στις ροές του αίματος μας. Αλήθεια, θαυμαστός είναι ό Κύριος εν τοις αγίοις αυτού! Αμήν. 
Ή Δέσποινα μού έδωσε και πάλι την ειρήνη και εύλογία και βγήκε από το κελί μου μαζί με τις δύο άγιες- τις συνοδέυσα λίγο κι εγώ. 
—Στην εκκλησία τελείται ή πρωινή δοξολογία του Θεού. 
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της Παναγίας...

Καθώς επέστρεφα στο κελί, σκεπτόμουν πόσο αφηρημένος ήμουν, ώστε από την έκπληξη μου δεν άναψα το κερί, ενώ ήταν νύκτα. Μόλις μπήκα όμως, είδα το κελί μου πολύ φωτισμένο το κερί ήταν στη θέση του, αλλά σβηστό κι όμως, το φώς στο δωμάτιό μου ήταν λαμπερό. Πόσο φτωχός ήμουν στο μυαλό, πού δεν μπορούσα τότε να καταλάβω... Θεωρώ τώρα και θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου ανόητο σε όλα. Ό Κύριος και Θεός μου, ή Παναγία μήτερα Του και όλοι οι άγιοι δείχνουν σε μένα τα μεγάλα τους ελέη και τη Χάρι τους, μα εγώ είμαι αχάριστος σ’ αυτούς. Φόρεσα το μανδύα και πήγα στην εκκλησία. Ήταν δύο ή ώρα τα μεσάνυχτα»

«Λίγο μετά την επίσκεψι της Παναγίας στις 9 Μαρτίου έλαβα ένα δέμα. Ανοίγω το κουτί και βλέπω μια ιερή εικόνα της Αγίας Τριάδος. Μαζί ήταν κι ένα γράμμα με το εξής περιεχόμενο:

"Πάτερ Ιωνά, σάς παρακαλούμε να δεχτείτε αυτή την εικόνα της Αγίας Τριάδος στην ιερά μονή σας. Σχετικά με αυτή πρέπει να σάς διηγηθούμε ένα θαυμαστό γεγονός, πού είχε συμβεί σ’ ένα συμπατριώτη μας, πρώην ταγματάρχη, ό όποιος είχε βαρειά πληγωθεί στον τουρκικό πόλεμο. Ή μάχη διαρκούσε μέρες. Δεν υπήρχε δυνατότητα να μεταφέρουν τούς τραυματίες ούτε καν να τούς προσφέρουν κάποια μικρή βοήθεια, αλλά ούτε και να θάψουν τούς νεκρούς. Οι τραυματίες ήταν εγκαταλελειμμένοι στο έδαφος, υπέφεραν φοβερά, αιμορραγούσαν, διψούσαν και πολλοί απ’ αυτούς πέθαιναν. Αυτός ό ταγματάρχης βρισκόταν πεσμένος ανάμεσα στους νεκρούς και τούς πληγωμένους μ’ ένα βαρύ τραύμα στο κεφάλι. Για ένα διάστημα έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, υπέφερε πολύ και ικέτευε το Θεό και την Παναγία να τον βοηθήσουν και να τον σώσουν.

Την πέμπτη ή έκτη ήμερα βλέπει το πρωί κάποιες γυναίκες, πού περνούσαν απ’ όλους τούς αρρώστους. Ήταν ντυμένες σαν απλές αγρότισσες και σκεπασμένες με λευκά μαντήλια. Πλησίαζαν τους πληγωμένους, περιποιούνταν τις πληγές τους, τους έδινα να πίνουν καθαρό και δροσερό νερό και ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Πάνω στους νεκρούς έκαναν το σημείο του σταυρού. Ό ταγματάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και σκεπτόταν: Από που να είναι αυτές οι γυναίκες: Έδώ κοντά δεν υπάρχει κανένα χωριό• και πόσο καλά περιποιούνται τούς άρρωστους!.

"Έπειτα, μάς διηγήθηκε ό ταγματάρχης, πλησίασαν και προς εμένα και μου είπαν: "Να έχεις ειρήνη και να σου δώσει ό Κύριος την υγεία. Μου έπλυναν τα χέρια, το πρόσωπο και τις πληγές στο σώμα και στο κεφάλι. Μου φόρεσαν καθαρά ρούχα και μού έδωσαν να πιω νερό και να φάω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Μετά ή μεγαλύτερη μού λέει: "Να τα υπομένετε όλα με καρτερία για την αγάπη του Θεού και θα λάβετε τη βασιλεία των ουρανών. 
Συνέχισαν να έρχονται κάθε μέρα. Όταν ρώτησα τα ονόματα τους, δεν μου απάντησαν, μόνο ή πρεσβύτερη μού είπε: "Να ευχαριστείτε την Παναγία και όλους τούς άγιους.

Μετά από επτά ημέρες μάς πήραν στο νοσοκομείο. Όταν έγινα καλά, αποστρατεύτηκα και πήγα στο σπίτι μου. Θυμόμουν πάντοτε αυτό το γεγονός και ήθελα από ευγνωμοσύνη ν’ αγοράσω μια εικόνα. Πέρασε αρκετός καιρός. Κάποτε ήλθαμε μαζί με τη γυναίκα μου στο Κίεβο για προσκύνημα. Έδώ ήθελα να αγοράσω την εικόνα, αλλά δεν ήξερα ποιά ακριβώς. Επισκεφτήκαμε όλα τα εκκλησιαστικά μαγαζιά τού Κιέβου, μα πουθενά δεν μπορέσαμε να βρούμε την εικόνα τού θα μας άρεσε ούτε στη Λαύρα βρήκαμε.

Κάποια μέρα λοιπόν, μετά τη θεία Λειτουργία στη μεγάλη εκκλησία βγήκαμε για να πάμε στο ξενοδοχείο μας. Ξαφνικά κοντά στην πύλη της Λαύρας μια γυναίκα μάς πλησιάζει και μάς λέει: Έχω μια ωραία εικόνα, Θέλετε να την αγοράσετε;

Την είχε τυλιγμένη σε μια λευκή και καθαρή μανδήλα όμοια με αυτή την οποία φορούσε στο κεφάλι της. Ήταν ντυμένη πολύ απλά. Την κοιτάζω και σκέπτομαι: "Κάπου την έχω ξαναδεί αυτή τη γυναίκα”. Κι αυτή πάλι κοιτάζει εμένα και μου λέει: 'Θέλετε να πάρετε την άγια Εικόνα;”.

Την ξετύλιξε αμέσως κι εγώ την περιεργάσθηκα. Μού άρεσε πάρα πολύ, σαν να ήταν αυτή ακριβώς την οποία έψαχνα ν’ αγοράσω. Τη ρώτησα για την τιμή. Μου είπε ότι της αρκεί ότι θα της δώσω. Αυτή ή εικόνα επίσης, άρεσε πολύ και στη σύζυγό μου πού με παρότρυνε να την αγοράσω. Παρακάλεσα τη γυναίκα να έλθει μαζί μας στο ξενοδοχείο για να της δώσουμε τα χρήματα. Μόλις όμως, φθάσαμε, εκείνη εξαφανίσθηκε. Την έψαξα παντού, μα δεν τη βρήκα. Μετά από μερικά χρόνια αυτή ή γυναίκα μού εμφανίσθηκε πάλι στον ύπνο και μού είπε: 'Μην παραξενεύεσαι• ησύχασε και μη με ψάχνεις. Είμαι μία απ’ αυτές πού διακονούσαν εσένα και τούς άλλους πληγωμένους στον πόλεμο”.

Μετά απ` αυτό το γεγονός ηρέμησα. Ή εικόνα όμως, παραδόξως άρχισε να αλλάζει όψη: το πρόσωπο, ή μύτη, τα μάτια, τα δάκτυλα μεταμορφώνονταν και γίνονταν σαν του ζωντανού ανθρώπου. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή κράτησε για ένα ορισμένο διάστημα. Όλοι το είδαν. Αργότερα, από κάποιο δάκτυλο άρχισε να βγάζει κάτι σαν λάδι ή μύρο. Στην αρχή δεν δώσαμε καμιά προσοχή και το λάδι έσταζε στο προσκυνητάρι. Μετά αρχίσαμε να το μαζεύουμε με βαμβάκι, το δίναμε στοάς άρρωστους και όλοι θεραπεύονταν.

Κρύβαμε όμως, τα θαύματα της εικόνος. Εν τω μεταξύ γεράσαμε εγώ και ή γυναίκα μου κι αρχίσαμε να προβληματιζόμαστε που να την αφήσουμε. Αυτή ή σκέψη μάς βασάνιζε. Κάποτε πού προσευχόμασταν ακούσαμε με έκπληξη και φόβο να βγαίνει από την εικόνα μια φωνή: Μη στενοχωρείστε• αυτή ή εικόνα θα βρει τη θέση της και θα τιμάται. 
Εμείς πάντως ησυχάσαμε με την απόφαση ότι, όταν κάποιος από τούς δύο πεθάνει, ό άλλος θα βρει μεταξύ των συγγενών μας μια καλή και θεοφιλή οικογένεια και θα της παραδώσει την εικόνα, μέχρι πού ό Κύριος να δείξει το θέλημά του.

Πρώτος κοιμήθηκε ό άνδρας. Τότε ή γυναίκα βρήκε μια ευσεβή παρθένο και της έδωσε την εικόνα, αφού της διηγήθηκε την ιστορία και τα θαύματά της. Αυτή ή παρθένος φύλαγε με ευλάβεια την εικόνα, ή οποία έκανε πολλά νέα θαύματα. Όταν γέρα σε και αισθάνθηκε ότι πλησιάζει ό θάνατος, την παρέδωσε στον εφημέριό της μαζί μ’ ένα γράμμα πού περιείχε όλη την ιστορία της. Ό ιερέας τοποθέτησε την εικόνα μέσα στην εκκλησία και ό πιστός λαό, την τιμούσε πολύ. Κάποια μέρα μετά το χερουβικό ύμνο ακούστηκε μια δυνατή φωνή και όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι -προερχόταν από την εικόνα. Η φωνή έλεγε: 'Στείλε αυτή την αγία εικόνα μου στο Κίεβο και δώσε την στον ιερομόναχο Ιωνά, πού μένει πιο πάνω από το μοναστήρι Βύντουμπιτσκυ στον κήπο. Εκεί θα κτιστή μονή στο όνομα της Ζωοποιού Τριάδος. Πρέπει να την τοποθέτηση μέσα στο ιερά βήμα στην αγία πρόθεση. Στείλε την αμέσως’.

Όλοι άκουσαν τη φωνή του ό ιερέας δεν ήταν βέβαιος από ποια εικόνα προερχόταν. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν, αλλά ό ιερέας τούς καθησύχασε. Τέλεση μια δέηση στην αγία Τριάδα, ωστόσο δεν την έστειλε. 
Πέρασε λίγος καιρός και πάλι μια Κυριακή κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, όταν ό ιερέας διά βάζε την όπισθάμβωνο ευχή ό εύλογών τούς ευλογούντος σε, Κύριε..., ξανακούσθηκε ή φωνή: 
—Γιατί καθυστερείς και δεν στέλνεις την εικόνα μου εκεί πού σού υπέδειξα; Στείλε την, σου είπα, στον “ιερομόναχο Ιωνά πού μένει στον κήπο, πιο πάνω από το Βύντουμπιτσκυ. 
Τότε ή εικόνα έλαμψε κι έτσι όλοι είδαν από πού προήλθε ή φωνή.

“Ύστερα από τη θεία λειτουργία, αφού έκαναν μια δέηση στην αγία Τριάδα και προσκύνησαν την εικόνα, ό “ιερέας την έστειλε ταχυδρομικούς σε μένα μαζί με όλη την ιστορία και τα θαύματά της. Τώρα βρίσκεται μέσα στο ιερό της εκκλησίας στην προσκομιδή, όπως όρισε ή θεία φωνή».

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. 
Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ 
ΚΑΛΑΜΟΣ 

Ο όσιος Ιωνάς σώζει μουσουλμανικό χωριό από χολέρα μετά από παράκληση μουσουλμάνου!

 


Ο όσιος Ιωνάς σώζει μουσουλμανικό χωριό από χολέρα μετά από παράκληση μουσουλμάνου!

Ο μουσουλμάνος Μεδζίντ Χαντζιμπίεβ γράφει στην εφημερίδα «Φως» το εξής: 
Κοντά στην πόλη Αικατερινοντάρ του Κουβάν (περιοχή στη νότιο Ρωσία) βρίσκεται το χωριό Τοχτομουκάι, όπου κατοικούν πάνω από δυο χιλιάδες καυκάσιοι μουσουλμάνοι.

Σ’ αυτό το χωριό εμφανίστηκε φοβερή επιδημία χολέρας. 
Κάθε μέρα πέθαιναν 20-25 άτομα. Ο πανικός ήταν απερίγραπτος. Όλες οι ελπίδες είχαν σβήσει, επειδή δεν υπήρχε ιατρική βοήθεια. 
Εγώ είμαι κάτοικος αυτού του χωριού και μουσσουλμάνος. Είχα ακούσει από μερικούς γνωστούς μου ρώσους, για την αγιότητα και τη δύναμη της προσευχής του ηγουμένου του μοναστηριούς της Αγίας Τριάδος στο Κίεβο του γέροντα Ιωνά και είχα δει με τα μάτια μου αρκετές περιπτώσεις θεραπείας στο Αικατερινοντάρ που έγιναν με την προσευχή του. 
Γι’ αυτό την 29η Ιουλίου έστειλα στο Κίεβο ένα τηλεγράφημα όπου περιέγραφα το δράμα μας, και ζήτησα από τον π. Ιωνά τις προσευχές του για τη σωτηρία μας απ’ τη χολέρα.

Έλαβα πολύ γρήγορα μια θερμή και παρηγορητική απάντηση, ότι αυτός δέχτηκε την παράκλησή μου και προσεύχεται προς το θρόνο του Θεού για τη σωτηρία του χωριού. 
Μετά το τηλεγράφημα επακολούθησε η ευλογία: 
Παρακολουθούσα προσεκτικά τα γεγονότα μέσα στο χωριό και καθημερινά μάθαινα όλες τις σχετικές εξελίξεις για την επιδημία της χολέρας. 
Γι’ αυτό είμαι σε θέση να βεβαιώσω θετικά ότι από την ημέρα που έστειλα το τηλεγράφημα, οι θάνατοι μειώθηκαν σημαντικά και η ασθένεια υποχώρησε. 
Από τον Αύγουστο μάλιστα δεν εμφανίστηκαν νέα κρούσματα της αρρώστιας, αλλά ούτε και μια περίπτωση θανάτου. 
Επιστολή στο περιοδικό «Ρώσος προσκυνητής», αριθμός 35, του 1892, η οποίοα αναδημοσιεύεται στο βιβλίο ο “Στάρετς Ιωνάς του Κιέβου, Μαθητής του οσίου Σεραφείμ το Σαρώφ”, έκδοση της Σταυροπηγιακής και Συνοδικής Ιεράς Μονής Αγίου Συμεών του Θεολόγου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις