Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ


Παρακλητικός Κανών της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννας εδώ
Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ
Μητρός της Υπεραγίας Θεοτόκου 
Σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, ο Οποίος επιθυμούσε ένα πάναγνο κατοικητήριο για να κατασκηνώσει μαζί με τους ανθρώπους, δεν επετράπη αρχικά στον Ιωακείμ και την Άννα, τους δίκαιους Θεοπάτορες, να αποκτήσουν απογόνους. Και οι δύο είχαν φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και είχαν μείνει όλα σχεδόν τα χρόνια της ζωής τους στείροι -συμβολίζοντας έτσι κατ’ ακρίβεια την ανθρώπινη φύση, τη στρεβλωμένη και την αποξηραμένη από το βάρος της αμαρτίας και του θανάτου-, δεν έπαυσαν ωστόσο να παρακαλούν εκτενώς τον Θεό να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας. 
Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που είχε αποσυρθεί σε ένα βουνό και στην Άννα που θρηνούσε την δυστυχία της στον κήπο τους, για να τους αναγγείλει ότι επρόκειτο σύντομα να εκπληρωθούν στο πρόσωπό τους οι πάλαι προφητείες και ότι θα γεννούσαν ένα υπερευλογημένο τέκνο που προοριζόταν να καταστεί η αυθεντική Κιβωτός της καινής Διαθήκης, η θεία Κλίμαξ, η άφλεκτος Βάτος, το αλατόμητον Όρος, ο ζωντανός Ναός όπου θα κατοικούσε ο Λόγος του Θεού. 
Την ημέρα αυτή, με την σύλληψη της Αγίας Άννης, τερματίζεται η στειρότητα της ανθρώπινης φύσης που χωρίσθηκε από τον Θεό διά του θανάτου· και με την υπέρ φύσιν τεκνοποίηση αυτής, που είχε μείνει στείρα έως την ηλικία κατά την οποία δεν μπορούν πλέον φυσιολογικά να τεκνοποιήσουν οι γυναίκες, ο Θεός ανήγγειλε και επιβεβαίωσε το πλέον υπερφυές θαύμα της ασπόρου συλλήψεως και της αμώμου γεννήσεως του Χριστού από τα άχραντα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. 
Παρ’ ότι εγεννήθη από θεία επέμβαση, η Παναγία, προήλθε από κατά πάντα φυσιολογική σύλληψη μέσω συνευρέσεως ανδρός και γυναικός κατά τους νόμους της ανθρώπινης φύσης μας, της πεπτωκυίας και δέσμιας της φθοράς και του θανάτου μετά το προπατορικό αμάρτημα (βλ. Γέν. 3, 16). Σκεύος εκλογής, τίμιος Ναός που προετοίμασε ο Θεός προ των αιώνων, η Θεοτόκος είναι η πλέον αγνή και τέλεια αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας, αλλά δεν βρίσκεται εκτός της κοινής κληρονομίας και των συνεπειών του αμαρτήματος των πρωτοπλάστων. Ακριβώς όπως έπρεπε, για να μας λυτρώσει ο Χριστός από το κράτος του θανάτου διά του εκουσίου Σταυρικού Του θανάτου (βλ. Εβρ. 2, 14), για να γίνει ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού όμοιος με τον άνθρωπο στα πάντα πλην της αμαρτίας, εξίσου απαραίτητο ήταν και η Μητέρα Του, στα σπλάχνα της οποίας ο Λόγος του Θεού ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, να είναι σε κάθε τι όμοια με εμάς, υποκείμενη στην φθορά και στον θάνατο, μη τυχόν και θεωρηθεί ότι η Λύτρωση και η Σωτηρία δεν μας αφορούν απολύτως και εξ ολοκλήρου, εμάς τους απογόνους του Αδάμ. 
Η Θεοτόκος εξελέγη μεταξύ των γυναικών όχι με τυχαίο τρόπο, αλλά γιατί ο Θεός είχε προβλέψει προαιωνίως ότι θα ήταν σε θέση να διαφυλάξει τελείως την αγνότητά της ώστε να Τον δεχθεί μέσα της. Και ενώ συνελήφθη και γεννήθηκε όπως όλοι μας, αξιώθηκε να καταστεί κατά σάρκα Μητέρα του Υιού του Θεού και κατά πνεύμα μητέρα όλων μας. Γλυκύτατη και φιλεύσπλαχνος, είναι σε θέση να μεσιτεύει υπέρ ημών ενώπιον του Υιού της, ώστε να μας χαρίσει Εκείνος το μέγα έλεος. 
Ακριβώς όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο καρπός της παρθενίας της, η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν καρπός της σωφροσύνης του Ιωακείμ και της Άννας. Ακολουθώντας αυτήν την οδό της αγνότητας και της καθαρότητας, αγνεύοντες μοναχοί και σώφρονες χριστιανοί, κάνουμε τα πάντα ώστε να γεννηθεί και να μεγαλώσει μέσα μας εν Πνεύματι ο Σωτήρας Χριστός. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος)
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·


Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024

Στίς 25 Ἰουλίου εἶναι ἡ γιορτή τῆς Ἁγίας Ἂννης.


Πηγή:Εδώ

Στίς 25 Ἰουλίου εἶναι ἡ γιορτή τῆς Ἁγίας Ἂννης. Ἡ γιορτή τῆς Ἁγίας εἶναι ἀφιερωμένη στίς γυναῖκες. Σήμερα γιορτάζουν οἱ παντρεμένες Ἂννες. Πολλά τάματα καί εὐχές στήν Ἁγία γιά ἓνα μωρό ἢ γιά εὐτεκνία. Πολλά ἀπ΄ αὐτά τά τάματα ἒχουν σταλεῖ στή Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἂννης, στό Ἃγιον Ὂρος, μέ τήν εὐχή νά ἀκουσθεῖ ἡ παράκληση νά ἀποκτήσουν ἓνα παιδί. Ὑπάρχουν στό χωριό Ἂννες πού ἒχουν - λόγω τοῦ θαύματος κατά τή σύλληψή τους - τό ὂνομα τῆς Ἀγίας. 
Ἀπό τό βιβλίο 
Ἀπό τό Σεπτέμβριο ὢς τόν Αὒγουστο. 


Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2022

Παρακλητικός Κανών εις τους Αγίους και Δικαίων Θεοπάτορων Ιωακείμ και Άννης


 
Παρακλητικός Κανών εις τους Αγίους και Δικαίων Θεοπάτορων Ιωακείμ και Άννης
Ποίημα Επισκόπου Αργυρουπόλεως Σεραφείμ 
†Εορτάζουν στις 9 Σεπτεμβρίου

Εὐλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον 
ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

καὶ τἀ ἑξῆς Τροπάρια.

Ἦχος δ’’. Ο ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Ιωακείμ τοῦ θαυμαστοῦ καί τῆς Ἄννης, τῶν παραδόξως τήν Παρθένον τεκόντων, πίστει ἡμεῖς δεόμεθα κραυγάζοντες∙ ῥύσασθε Προπάτορες , τοῦ Σωτῆρος ἐκ νόσων, θερμαῖς ὑμῶν δεήσεσι, πειρασμῶν καί κινδύνων, καί ταῖς γαστρί ἐχούσαις γυναιξί, τήν εὐτοκίαν ταχέως δωρήσασθε.

Δόξα. Τό αὑτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ανάξιοι˙ ειμή γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; τίς δε διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; οὑκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ σου, σούς γάρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

καὶ ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Τοὺς σοὺς Γονεῖς, Πάναγνε, λιγαίνω Πόθω.

Ὠδή α΄. Ἠχός πλ. δ΄. Ὑγράν διοδεύσας.
Τούς ἀξιωθέντας τεκεῖν ἐν γῆ, τήν ὑψηλοτέραν , ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, Ιωακείμ καί Ἄνναν τούς ἐνθέους, ἐκδυσωπεῖν ὑπέρ ἡμῶν ἱκετεύσωμεν.

Ὀλοτρόπω νεύσει πρός τόν Θεόν, προσέχοντες ὄντως, οἱ Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ, ἐκύησαν φύσεως τοῖς νόμοις, τήν Θεοτόκον, ἤν δυσωπεῖν οὐ παυόμεθα.

Ὑπερτέραν ζῶντες ἤδη ζωήν, ἐν ἀφθάρτῳ βίῳ, ἱκετεύσατε τόν Θεόν, Ιωακείμ καί Ἄννα, παρασχεῖν μοι, τῷ τεθλιμμένῳ χαράν ὑπερκόσμιον.

Θεοτοκίον.
Σαρκός μου τά πάθη τά χαλεπά, αἴτησαι σόν Τόκον, θανατώσαι , ὦ Μαριάμ, καί νεκρόν με ὄντα ἁμαρτίαις, αναζωώσαι ὡς φύσει φιλάνθρωπος.

Ὠδή γ΄. Σύ εἰ τό στερέωμα.
Στειρεύουσα, Ἔνθεε, τεκεῖν ὡς Κτίστην, ικεύτευες, οὕτω καί νῦν, δυστοκίας πάσης , τάς ἐγκύους ἀπάλλαξον.

Ο χάριν τήν ἔνθεον, τεκεῖν πλουτήσας Θεόπαιδα, Ιωακείμ, πρέσβευε Κυρίῳ, λυτρωθῆναι κινδύνων με..

Ὕμνους νῦν προσάξωμεν, πρός τούς Θεόπαιδα τέξαντας, Ιωακείμ, καί Ἄνναν τήν θείαν, καί πιστῶς μακαρίσωμεν..

Θεοτοκίον
Σε πλουτοῦντες στήριγμα, καί προστασία, Πανάχραντε, τῶν πειρασμῶν, καί δεινῶν παντοίων , ἐκλυτρούμεθα τάχιον.

Ὠδή δ. ΄Εισακήκοα Κύριε
Γηθοσύνως γεραίρομεν, καί πιστῶς νυνί ἱκετεύομεν, τοῦ Σωτῆρος τούς Πρπάτορας, ἶνα λυτρωθῶμεν πάσης θλίψεως.

Οἱ Σωτῆρος Προπάτορες, Ἄννα καί Ιωακείμ οἱ Θεόληπτοι, αὑτῷ δέησιν προσάξατε, πάσης ἡμᾶς ῥύσασθαι κακώσεως.

Νεκρωθέντα με πταίσμασι, καί δεινοῖς παντοῖοι ἐξαναστήσατε, Θεοπάτορες Πανένδοξοι, καί εἰς ἀφθαρσίαν ὁδηγήσατε.

Θεοτοκίον
Ἐν δεινοῖς ἁμαρτήμασι, τήν ψυχήν μολύνας ὁ ἄθλιος, πρός τήν σκέπην σου, Θεόνυμφε, καταφεύγω λύσιν ἐξαιτούμενος.

Ὠδή ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἰθῦνον ἀεί, ξυνωρίς Θεομακάριστε, πρός τά τοῦ Κυρίου προστάγματα, πάντα μου βίον, καί πρός φώς με καθοδήγησον.

Σώφρονι ζωή, ελλαμθέντες, Θεοπάτορες, πάντας σωφρονεῖν ἀξιώσατε, καί καθαρότητος πληρώσατε.

Πάντας, Ἀγαθοί, ἀγαθότητος στειρεύοντας, θείω φέγγει ἡμᾶς λάμψατε, ὡς παρθενίας τό ἀγλάϊσμα γεννήσαντες.

Θεοτοκίον
Ἄσπιλε Θεόν, ἡ τεκοῦσα τήν καρδίαν μου, μολυνθεῖσαν πάθεσι σύ ἁγίασον , ἁγιωτέρα τῶν Ἀγγέλων οὖσα, Πάναγνε.

Ὠδή στ΄. Ἱλάσθητι μου.
Νενεκρωμένον τόν νοῦν, ἐκ τῶν κακῶν μου, Θεόληπτοι, ὑμῶν πρεσβεῖαι θερμαῖς, ἤδη ἀναστήσατε, καί πάσης με ῥύσασθε, θλίψεως καί νόσου , καί δεινῶν τοῦ πολεμήτορος.

Ἀπωθοῦ, ὦ ταπεινή, φορτία δυσβάστακτα, ἁμαρτιῶν καί Χριστοῦ , Προπάτορσι βόησον , ἀεί ἐνισχύειν σε, τόν φόρτον βαστάζειν , τοῦ Χριστοῦ τόν ἐλαφρότατον.

Γενοῦ μοι καταφυγή , ὦ Ξυνωρίς ὑπερθαύμαστε, τῶν Προπατόρων Χριστοῦ , καί θεία ἀντίληψις, τῆ πασχούσῃ δούλη σου , ὑπό δυστοκίας , ἦς απάλαξόν με δέομαι.

Θεοτοκίον
Νοσοῦντες καί πειρασμοῖς, δεινοῖς ἀεί συνεχόμενοι, Παρθενομῆτορ Ἀγνῇ, πρός σε καταφεύγομεν, καί πίστει βοῶμεν∙ ῥῦσαι τούς σούς δούλους, περιστάσεων καί θλίψεων.

Διάσωσον , Ξυνωρίς θεία τῶν Θεοπατόρων , Ιωακείμ καί Ἄννης ἡμᾶς ἀπό θλίψεων , καί νόσων , ταῖς ὑμῶν ἱκεσίαις.

Ἄχραντε. ἤ διά λόγου τόν Λόγον άνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον ὦς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αῖτησις καὶ τό Κοντάκιον Ἦχος β’.
Ὡς μέγιστοι δύο ἀστέρες ἠνέγκατε, τήν Αὐγήν ὄντως τήν πάμφωτον, τήν τῷ κόσμῳ τόν μέγαν Ἥλιον ἐξανατείλασαν∙ διό σύν Αὑτῇ Αὑτόν ἱκετεύσατε, Ιωακείμ καί Ἄννα Θεόφρονες, σωθῆναι τούς πίστει ὑμᾶς γεραίροντας.

Εἶτα τό Προκείμενον.
Ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυΐδ ἀλήθειαν , καί οὐ μή ἀθετήσει αὑτήν∙ ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου.
Στίχ. αγαλλιάσθαι , δίκαιοι ἐν Κυρίῳ∙ Τοῖς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις

Εὐαγγέλιον.
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν (η΄. 16-21).
Εἶπεν ὁ Κύριος∙ Οὐδείς, λύχνον ἅψας, καλύπτει αὑτόν σκεύει, ἤ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν∙ ἀλλ’ ἐπί λυχνίας ἐπιτίθησιν, ἶνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τό φώς. Οὐ γάρ ἐστι κρυπτόν , ὁ οὐ φανερόν γενήσεται∙ οὐδέ ἀπόκρυφον , ὁ οὐ γνωσθήσεται, καί εἰς φανερόν ἔλθῃ. Βλέπετε οὑν πως ἀκούετε∙ ὅς γάρ ἀν ἔχῃ, δοθήσεται αὑτῷ, καί ὅς ἀν μή ἔχῃ ,καί ὁ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ’ αυτόυ∙ Παρεγένοντο δε πρός αὑτόν ἡ Μήτηρ καί οἱ ἀδελφοί αὑτοῦ, καί ούκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὑτῷ διά τόν ὄχλον. Καί ἀπηγγέλθη αὑτῷ, λεγόντων∙ ἡ μήτηρ σου καί οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω, ἰδεῖν σε θέλοντες. Ο δε ἀποκριθείς εἶπε πρός αὑτούς. Μήτηρ μου καί ἀδελφοί σου εἰσίν , οἱ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ακούοντες,και ποιοῦντες αὑτόν.

Δόξα.
Ταῖς τῶν Θεοπατόρων πρεσβείαις, έξάλειψον τά πλήθη, τῶν έμών ἐγκλημάτων.

Καί νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, έξάλειψον τά πλήθη, τῶν έμών ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλεῆμον, ἐλέησον με ὁ Θεός…..
Καί τό παρόν Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Μεταβολῇ τῶν θλιβομένων
Μεταβολῇ παντός κινδύνου , ἀπαλλαγῇ παντοίων νόσων ὑπάρχουσα, Δυᾷς εὐλογημένη, Ιωακείμ καί Ἄννα, σώσατε πόλιν καί λαόν, ταῖς Ὑμῶν ἐνθέρμοις ἱκεσίαις, πρός τόν ἐκ Παρθένου γεννηθέντα, ἐκ πάσης ἀσθενείας καί θλίψεως.

Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου…..
Κύριε, έλέησον (12κις).

Ὠδή ζ΄. Παῖδες Ἑβραίων.
Ἐλέους οἱ τέξαντες τήν βρύσιν, ὦ προπάτορες Χριστοῦ τοῦ Ζωοδότου, ταῖς πρεσβείαις Ὑμῶν, παύσατε ψυχάς νόσον, τούς πρός ὑμᾶς προσφεύγοντας, καί τά πάθη τῆς καρδίας.

Λάμψει Παροπάτορες Σωτῆρος, τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεόπαιδος Μαρίας, καταυγάσατε νῦν , ψυχάς τῶν ἀνυμνούντων , καί τήν ὑμῶν πανήγυριν μετά πόθου ἐκτελούντων.

Ἰδέ, Ιωακείμ θεόφρον, τήν ἀσθένειαν ψυχῆς μου τῆς ἀθλίας, καί ἐχθρῶν τῶν δεινῶν, καί πάσης ἄλλης βλάβης, ῥῦσαι με ταῖς πρεσβείαις Σου , ἰν’ ἀεί σε μακαρίζω.

Θεοτοκίον
Γένος, Παρθένε, ὀρθοδόξων, συνεχόμενον κινδύνοις τε καί νόσοις, σοι προστρέχει θερμῶς, καί πίστει ἀνακράζει, σῶσον με παναμώμητε, παναγίαις σου πρεσβείαις.

Ὠδή η΄. Τόν Βασιλέα
Ἀπεγνωσμένῳ, ὦ Ξυνωρίς μακαρία ἐκ τοῦ πλήθους παθών τῶν ψυχοφθόρων, βίου ἐναρέτου, γενοῦ μοι ὁδηγία.

Ἰλεῶν, Ἄννα, τόν Σωτῆρα, γενέσθαι, ταῖς πασχούσαις ἀεί ἐκδυσώπει, καί τῆς δυστοκίας, αὑτάς ελευθέρωσαι.

Νοσούντων πάντων, Θεοπάτορες θείοι, ἰατρούς Ὑμᾶς ἀναγνωρίζων, πίστει καταφεύγω, ὑμῶν τῆ προστασία.

Θεοτοκίον
Ὡς ὀρθοδόξων ἡ ἀντίληψις, Μῆτερ, καί βοήθεια, ἐλπίς τε καί σκέπη, τόν σύ προσφυγόντα, σκέπασον, ὦ Παρθένε.

Ὠδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον
Παρθένου τῆς Πανάγνου, Γεννήτορες ὄντες, τούς ἐκτελοῦντας τήν μνήμην ὑμῶν, Πανένδοξοι δεινῶν παντοίων , λυτρωθῆναι καθικετεύσατε.

Οικτήρατε, Πατέρες, τῆς Ἀειπαρθένου, ὡς συμπαθεῖς ἐμέ τόν ἀκάθαρτον, καί λαμπηδόνων φωτός, τοῦ θείου ἐμπλήσατε.

Θεόν τόν σαρκωθέντα, Ιωακείμ καί Ἄννα, ὑπέρ ἡμῶν ἱκετεύειν μή παύσητε, τοῦ λυτρωθῆναι κινδύνων , καί νόσων καί θλίψεων.

Θεοτοκίον
Ω Θεοτόκε Κόρη, σῶσον τόν σόν δοῦλον, καί ἐκ κινδύνων καί νόσων ἀπάλλαξον, ταῖς μητρικαῖς σου χρωμένη, πρεσβείαις Ἄσπιλε.

’Ἀξιόν ἔστιν ὦς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί τταναμώμητον, καί μητέρα τοΰ Θεοΰ ήμών. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καί ἐνδοξοτέραν, ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν.

Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια,
Δεῦτε εὐφημήσομεν οἱ Πιστοί, Ιωακείμ καί Ἄνναν, τούς Προπάτορας τοῦ Χριστοῦ, τούς ἐξ ἐπαγγελίας καί τῆς φύσεως νόμοις, τεκόντας τήν Παρθένον καί Θεομήτορα..

Σώσατε, Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ, τάς ἐγκυμονούσας, καί λυτρώσατε ταῖς εὐχαῖς, ὑμῶν δυστοκίας καί πάσης ἄλλης βλάβης, ὡς παρρησίαν ἔχοντες πρός τόν Κύριον.

Πρεσβεύσατε, Θεόληπτοι, τῷ Χριστῷ, ῥυσθῆναι ἐκ νόσων, καί παντοίων ἁμαρτιῶν, τούς πίστει τιμῶντας τήν σεπτήν ὑμῶν μνήμην, καί δοῦναι εὐτοκίαν πάσαις ἐπίτευξιν

Πάσαι τῶν ’Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Άποστόλων ἤ δωδεκάς οἵ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Καί τό τροπάριον.Ήχος β΄.
Τῶν δικαίων Θεοπατόρων, Κύριε, τήν μνήμην ἑορτάζοντες, δι’ αὑτῶν σε δυσωποῦμεν. Σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς:

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σε νεκρόν.
Δεῦτε φιλοδίκαιοι πιστῶς, δεῦτε οἱ Ὀρθόδοξοι πάντες, συνεορτάσωμεν, τήν σεπτήν πανήγυριν, τῶν Προπατόρων Χριστοῦ, καί συμφώνως ὑμνήσωμεν, αὑτούς ἐκβοῶντες∙ ῥύσασθε, Θεόληπτοι, ἡμᾶς ἐκ θλίψεων, νόσων καί πολλῶν ἐγκλημάτων , καί λιταῖς ὑμῶν εὐτοκίαν, πάσαις ταῖς ἐπίτευξι δωρήσασθαι.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν ‘Αγίων Πατέρων ἠμῶν.
Κύριε Ίησοῦ Χριστέ ό Θεός ἠμῶν έλέησον ἠμᾶς.
’Αμήν.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΠΡΟΜΗΤΟΡΟΣ ΑΝΝΗΣ

 *** 

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΠΡΟΜΗΤΟΡΟΣ ΑΝΝΗΣ

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν
 
Ὁ ἱερεύς· 
Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. 
Ὁ χορός· Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τὴ ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τὴ δικαιοσύνην σου. Καὶ μὴ εἰσέλθεις εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισεν μὲ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος, καὶ ἠκηδίασεν τὸ πνεῦμα μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδίαν μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτησα. Διαπέτασα πρὸς σὲ τὰς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου. Μὴ ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἂπ΄ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκον. Ἀκουστὸν ποίησον μοὶ τὸ πρωὶ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοί ἤλπισα· γνώρισὸν μοὶ κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ᾗρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοὺ με ἐκ τῶν ἐχρῶν μου Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον, δίδαξον μὲ τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὃτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Τὸ Πνεῦμα σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει μὲ ἐν γῆ εὐθεία, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου. Καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλος σου εἰμί.

Καὶ εὐθὺς τὸ Θεὸς Κύριος, μετὰ τῶν στίχων αὐτοῦ ἐξ ἑκατέρων τῶν χορῶν. 
Ἦχος δ΄ 
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
 Στιχ. α´. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
 Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
 Στιχ. β´. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
 Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
 Στιχ. γ´. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἐστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
 Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῇ θεοφόρῳ ἐκτενῶς νῦν προσέλθωμεν, οἱ ταπεινοὶ ὡς ἀληθῶς καὶ προσπέσωμεν, ἐν κατανύξει κράζοντες θερμὼς ἐκ ψυχῆς, Ἂννα πολυΰμνητε, σπλαχνισθεῖσα σοῖς δούλοις' πάσης ἡμὰς λύτρωσαι, προσβολῆς ἐναντίας, καὶ ἀπειλῇς δεινῶν παντοδαπὼν εἰς σὲ γὰρ πάντες, ἀεὶ ἐγκαυχώμεθα.
 
Δόξα, τὸ αὐτό. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων, τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ' σούς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.
 
Ψαλμὸς Ν' (50)
λέησον μὲ ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν μὲ ἀπὸ τάς ἀνομίας μου, καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διὰ παντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα ὅπως ἂν δικαιωθεὶς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσεις ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεὶς μὲ ὑσσώπω, καὶ καθαρισθήσομαι πλυνεῖς μέ, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιείς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξαλεῖψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀπορρίψεις μὲ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ' ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σοῦ, καὶ πνεύματι ἠγεμονικὸ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. Ῥυσαὶ μὲ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἂν ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην, ὁ Θεός, οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.
 Εἶτα ἀρχόμεθα τοῦ κανόνος, λέγοντες ἐν ἑκάστῳ τροπαρίω: Ἁγία Θεοπρομῆτορ Ἄννα πρεσβεῦε ὑπὲρ ἡμῶν.
 Ὠδή α'. Ἦχος πλ. δ'. Ὑγρὰν διοδεύσας.
πίβλεψον ἄνωθεν εὐμενῶς προμῆτορ Κυρίου, καὶ ἐπόμβρησον δαψιλώς, τὰ ῥεῖθρα τοῦ θείου σοῦ ἐλέους, τοῖς προσιούσι θερμὼς ἐν τῇ σκέπῃ σου.
 
Παθῶν ἀκαθέκτων τὴν χαλεπὴν κατεύνασον ζάλην, καὶ παντοίων ἐπιφορῶν, τὴν ῥύμην ἀνάστειλον θέοφρον, σαῖς πρὸς Θεὸν ἱεραῖς παρακλήσεσιν.

ν νόσοις σὲ εὕροιμεν ἰατρόν, φιλάγαθε Ἄννα, καὶ ἐν θλίψεσι πλατυσμόν, καὶ πύργον ἰσχῦος ἐν ἀνάγκαις, καὶ ἐν κινδύνοις ταχεῖαν ἀντίληψιν.
 Θεοτοκίον.
πίσκεψαι Δέσποινα συμπαθῶς, τοὺς πίστει καὶ πόθῳ, σὲ ὑμνούντας ἀνελλιπῶς, καὶ πᾶσι παρασχοὺ σωτηρίαν' καὶ φωτισμὸν καὶ εἰρήνην καὶ ἔλεος.
 Ὠδὴ γ'. Οὐρανίας ἄψῖδος.
Συμφορῶν καὶ κινδύνων, καὶ ἀναγκῶν ἔνδοξε, καὶ ἀνιαρῶν ἐπαλλήλων, καὶ περιστάσεων, πάντας διάσωσον, τούς τῳ σεπτώ σου τεμένει, πόθῳ προσεδρεύοντας, καὶ σὲ γεραίροντας.
 
ξ ἑφόδου παντοίας, βαρβαρικῆς πάνσεμνε καὶ δαιμονικὴς ἐπηρείας, καὶ ἐπιθέσεως, κακοποιούντων ἀνδρῶν, ῥυσαὶ τὴν ποίμνην σου ταύτην, τὴν ἐκ διαθέσεως, σὲ μεγαλύνουσαν.
 
Νοσημάτων παντοίων καὶ ἀλγεινῶν λύτρωσαι, τοὺς εἰλικρινῶς αἰτουμένους, τὴν σήν, ἀντίληψιν, ?ννα φιλεύσπλαγχνε' ὅσα γὰρ θέλεις ἀνύεις, ὡς προμήτωρ ἔνθεος, τοῦ Παντοκράτορος.
 Θεοτοκίον.
ἐλπὶς ἢ βεβαία, τῶν γηγενῶν ?χραντε, καὶ ἡ ὀξυτάτη καὶ μόνη ἡμῶν βοήθεια, ῥυσαὶ δεόμεθα, τῆς πολυπλόκου κακίας, τοῦ δολίου δράκοντος, τοὺς σὲ δοξάζοντας.

Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σοῦ, σῶφρον Αννα, ὅτι πάντες πρὸς σὲ θερμώς, ἀεὶ καταφεύγομεν, ὡς ἔνθεον πρὸς Θεὸν ἡμῶν πρέσβυν.

πιβλέψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
 Κάθισμα.Ἦχος β'. Τὰ ἄνῳ ζητῶν.
Πρεσβείαν τὴν σήν, ὡς ὅπλον ἀπροσμάχητον, πλουτοῦντες ἀεί, οἱ δοῦλοι σοῦ πανεύφημε, ἐκτενῶς βοῶμέν σοι, θεοδόξαστε ?ννα προφθάσον, καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μόνη προμήτωρ τοῦ ποιήσαντος.
 Ὠδὴ δ'. Εἰσακήκοα Κύριε.
Συνεχόμενοι πάντοθεν, καὶ δεινοῖς παντοίοις κλυδωνιζόμενοι, βοηθείας τῆς σῆς τύχοιμεν, Αννα οἱ προστρέχοντες τῇ σκέπῃ σου.

Τάς βουλὰς διασκέδασον, τῶν ὠρυομένων κατὰ τῆς ποίμνης σου, καὶ ματαίωσον δεόμεθα, τάς αὐτῶν ἐλπίδας Ἄννα πάνσεμνε.

Μὴ παρίδῃς θεόληπτε, τοὺς προσκαλουμένους σὲ εἰς βοήθειαν ἀλλὰ τάχυνον τοῦ ῥύσασθαι, τῆς παρενοχλούσης ἡμὰς θλίψεως.
 
Θεοτοκίον.
Συμφορῶν καὶ κακώσεων, καὶ ἐπερχομένων δεινῶν συμπτώσεων, καὶ ποικίλων παραπτώσεων, Θεοτόκε σῷζε τοὺς ὑμνούντας σέ.
 Ὠδή ε'. Φώτισον ἡμᾶς.
ασαι ἡμῶν, τῶν σωμάτων τὰ συντρίμματα, καὶ τοῦ νοὸς τάς ἐκτροπὰς ἀγαθή, καὶ διανοίας διασκέδασον τὴν ζόφωσιν.

Αἴτησαι ἡμῖν, ἑπταισμένων τὴν συγχώρησιν, ἐλευθερίαν πολυτρόπων δεινῶν καὶ εἰρηναίαν παμμακάριστε κατάστασιν.
 
Πάσης ἀπειλῆς, καὶ παντοίας ἐλευθέρωσον, θέοφρον Αννα δυσχερείας ἡμᾶς, ὅπως ὑμνῶμεν ἀεὶ τὰ μεγαλεῖα σοῦ. 
Θεοτοκίον.
Προστῆθι ἁγνή, τοῖς πιστῶς σὲ λιτανεύουσι, καὶ ἀσιγήτως σὲ γεραίρουσι, καὶ ὀρθοδόξως Θεοτόκον καταγγέλλουσιν.
 Ὠδὴ ς'. Τὴν δέησιν
Μὴ παύσῃ ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύουσα, προνοοῦσά τε ἀεὶ καὶ φρουροῦσα πρὸς σὲ καὶ γὰρ παναοίδιμε Αννα, διὰ παντὸς ἀφορῶμεν οἱ δοῦλοι σοῦ' παντοίας οὖν ἐπιφοράς, ἀνωτέρους ἡμᾶς διατήρησον.
 
κ πάσης ἡμὰς ἀεὶ περισῷζε, συνοχῆς τε καὶ παντοίας ὀδύνης, καὶ χαλεπῆς ἐλευθέρωσον βλάβης, ψυχῆς ὅμου τε καὶ σώματος ἔνδοξε' ἰσχύεις γὰρ ὡς ἀληθῶς, ὡς προμήτωρ τοῦ πάντα ἰσχύοντος.
 
κ σάλου τῆς τῶν παθῶν ὀχλήσεως, καὶ δεινῆς ἡμὰς θεόληπτε Aννα, τῶν πονηρῶν λογισμῶν καταιγίδος, πρὸς γαληνότατον ὅρμον προσόρμισον, προνοία σου τῆς ἀγαθῆς, ἀγαθοῦ τε Δεσπότου προμήτορος.
 Θεοτοκίον.
ς πάντων τὴν δεσποτείαν ἔχουσα, οἵα μήτηρ τοῦ τῶν πάντων Δεσπότου, δίδου ἡμῖν ἐγκλημάτων τὴν λύσιν, καὶ παθημάτων Ἁγνὴ ἀπολύτρωσιν, κινδύνων τε ἀπαλλαγήν, καὶ Θεοῦ βασιλείας οἰκείωσιν.
 
Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σοῦ σῶφρον Ἄννα, ὅτι πάντες πρὸς σὲ θερμὼς ἀεὶ καταφεύγομεν, ὡς ἔνθεον πρὸς Θεὸν ἡμῶν πρέσβυν.
 
χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκούσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παρρησίαν.
 Κοντάκιον, ἦχος β'.
Προστασία τῶν πιστῶν ἀκαταμάχητε, μεσιτεία πρὸς Θεὸν ἀμετακίνητε, μὴ παρίδῃς σῶν οἰκετῶν ἱκέσιον φωνήν, ἀλλ' ἐπιβλέψον ὡς συμπαθής, εἰς τὴν ταπείνωσιν ἡμῶν, τῶν πιστῶς προστρεχόντων σοι, σῴζουσα ἐκ κινδύνων, καὶ σκέπουσα ἐκ παντοίων, πειρατηρίων χαλεπῶν, Αννα πάνσεμνε τοὺς δούλους σοῦ.
  Εἶτα τὸ Α΄ ἀντίφωνον τῶν Ἀναβαθμῶν τοῦ δ΄ ἤχου.
Ἐκ νεότητός μου, πολλὰ πολεμεῖ μὲ πάθη* ἀλλ΄ αὐτὸς ἀντιλαβοῦ, καὶ σῶσον Σωτήρ μου. Δίς

Οἱ μισοῦντες Σιών, αἰσχύνθητε ἀπὸ τοῦ Κυρίου* ὡς χόρτος γὰρ πυρὶ ἔσεσθε ἀπεξηραμμένοι. Δίς
 Δόξα…
γίῳ Πνεύματι, πᾶσα ψύχη ζωοῦται καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ Τριαδικη Μονάδι ἱεροκρυφίως.
 Καὶ νῦν…
γίῳ Πνεύματι ἀναβλυζει τὰ τῆς χάριτος ῥεῖθρα, ἀρδεύοντα ἅπασαν τὴν κτίσιν, πρὸς ζωογονίαν.
 
Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.
Ἀγαλλιάσθε δίκαιοι ἐν Κυρίῳ, τοῖς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις.
 Στίχ. Μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον.
 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
Εἶπεν Ὁ Κύριος οὐδεὶς λύχνον ἅψας, καλύπτει αὐτὸν σκεύει, ἢ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν ἀλλ? ἐπὶ λυχνίας ἐπιτίθησιν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς. Οὐ γάρ ἐστι κρυπτόν, ὁ οὗ φανερὸν γενήσεται οὐδὲ ἀπόκρυφον, ὃ οὐ γνωσθήσεται καὶ εἰς φανερὸν ἔλθῃ. Βλέπετε οὖν πως ἀκούετε ὃς γὰρ ἂν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ καὶ ὃς ἂν μὴ ἔχῃ, καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν, ἀρθήσεται ἀπ? αὐτοῦ. Παρεγένοντο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ Μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον. Καὶ ἀπηγγέλθη αὐτῷ. λεγόντων ἡ Μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοὶ σοῦ ἑστήκασιν ἔξω, ἰδεῖν σὲ θέλοντες. Ὁ δὲ ἀποκριθείς, εἶπε πρὸς αὐτούς. Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὔτοι εἶσιν, οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες, καὶ ποιοῦντες αὐτόν.
 Δόξα, ἦχος β'.
Ταῖς τῆς σῆς Προγόνου, πρεσβείαις, ἐλεῆμον, ἐξαλεῖψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
 Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, ἐλεῆμον, ἐξαλεῖψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Εἶτα. Ἐλέησον μὲ ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
 Ἦχος πλ. β'. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Μὴ παρίδῃς ἔνδοξε, τὴν ἀνυμνούσαν σὲ πίστει, καὶ πόθῳ γεραίρουσαν, καὶ ἀδιαλείπτως σὲ μεγαλύνουσαν, ἱερὰν ποίμνην σου, ἀλλ' αὐτὴν Θέοφρον, ἀκοιμήτῳ προστασίᾳ σου, περιχαράκωσον, καὶ διαπαντὸς περιτείχισον, καὶ πάσαις ἀνεπιβατόν, ταῖς ἀντικειμέναις δυνάμεσιν, ἀνάδειξον ταύτην, πανεύφημε προμῆτορ τοῦ Χριστοῦ ἐν σοὶ γὰρ αὔτη κρατύνεται, καὶ αὐχεῖ καὶ σῴζεται.
 
Κύριε, ἐλέησον (ιβ´). Ὠδὴ ζ'. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Πειρασμῶν ἀνηκέστων, συμφορῶν ἀδοκήτων, Αννα θεόκλητε μαστίγων πολυτρόπων, δεινῶν ὀλεθροτόκων, ῥυσαὶ πάντας τοὺς ψάλλοντας, ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἰ.

Δυσμενείας παντοίας, καὶ δεινῆς προσδοκίας, καὶ πάσης ἔνδοξε, βουλῆς κακομηχάνου, περισῷζε τοὺς πίστει, εἰσαεῖ ἀναμέλποντας' ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἰ.
 
Ψυχικὴν εὐεξίαν, καὶ σωμάτων τὴν ῥῶσιν, πᾶσι θεόληπτε, παρασχοὺ τοὺς ἐν πίστει, τῷ θείῳ σοῦ τεμένει, προσιούσι καὶ ψάλλουσιν? ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἰ.
 
Θεοτόκιον.
Σηπεδόνας ψυχῆς μου, καὶ παθὼν ἀλγηδόνας, θᾶττον ἀφάνισον, καὶ ὅλον μὲ Παρθένε, ῥοπὴ τοῦ σου ἐλέους, σεσῳσμένον ἀνάδειξον, ὅπως ὕμνῳ σου ἀεί, τάς θείας δυναστείας. 
 Ὠδὴ η'. Τὸν Βασιλέα τῶν Οὐρανῶν.
Τοὺς ἐκ παντοίων, ἀνιαρῶν τρυχομένους, καὶ δεινοῖς ἀεὶ ἐταζομένους, λύτρωσιν θέοφρον, παρασχοὺ εἰς αἰῶνας.
 
Τῆς τῶν δαιμόνων, πανωλεθρίου μανίας, καὶ ἀνδρῶν ἐχθίστων ἀπηνείας, προφθάσον καὶ ῥυσαί,, τοὺς σοῦς σεμνὴ οἰκέτας.
 
Τοὺς ἐν ποικίλοις, πειρατηρίοις τοῦ βίου, πολυτρόπως πάντοτε θέοφρον, περιστατουμένους, σῷζε εἰς αἰῶνας.
 
Θεοτοκίον.
Τοὺς πεποιθότας, ἀνενδοιάστως Παρθένε, τῇ πανσωστικῇ σου προστασίᾳ, ἀνεπηρέαστους, συντήρει εἰς αἰῶνας.
 Ὠδὴ θ'. Κυρίως Θεοτόκον.
Τοὺς πίστει προσκυνοῦντας, τὴν σεπτὴν σορόν σου, καὶ ἐμφερείας τὸ θεῖον ἐκτύπωμα, σκέπε καὶ φρούρει, καὶ σῷζε Ἄννα φιλάγαθε.
 
κ θείων ὑψωμάτων, μὴ ἐλλείπης ὅλως, θέοφρον Ἀννα ἡμᾶς ἐποπτεύουσα, καὶ τάς ἰάσεις ἀφθόνως πᾶσι βραβεύουσα.
 
Μὴ παύσῃ συντηροῦσα ταύτην σοῦ τὴν ποίμνην, ἐκ πολυπλόκων σκανδάλων τοῦ ὄφεως, καὶ ἐξ ἀνθρώπων ἀδίκων, Ἂννα πανθαυμαστέ.
 Θεοτοκίον.
λπίς μου γλυκυτάτη, καὶ ἀναψυχή μου, καὶ τῆς ψυχῆς μου χαρὰ Παναγία, χαρὰς ἐκείνης μὲ δεῖξον πάναγνε μέτοχον.
 Καὶ εὐθὺς ψάλλομεν τό.
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν Ἀειμακάριστον, καὶ Παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ Ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκούσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.
 
Καὶ τὰ μεγαλυνάρια.
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, Ἄνναν τὴν Ἁγίαν, τὴν προμήτορα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀξιωθεῖσαν, γεννήσαι τὴν Παρθένον, τὴν μόνην Θεοτόκον καὶ Παναμώμητον.
 
Χαρίτων ὡς ἔμπλεως ἀγαθή, χαρίτωσον πάντας τοὺς ἐν πίστει σὲ ἀκλινεῖ, ἀνυμνολογούντας, καὶ πόθῳ προσκυνοῦντας, τῆς θείας κληρουχίας πάντας ἀξίωσον.
 
Τὸ θεῖον ἀγλάισμα τῶν πιστῶν, δικαίων τὸ κλέος, προπατόρων τὴν καλλονήν, τὴν ἐκλελεγμένην, καὶ κεχαριτωμένην, Προμήτορα τοῦ Λόγου, πάντες τιμήσωμεν.
 
Χαίροις χαριτώνυμε ἀληθῶς, χαίροις ἡ Προμήτωρ, τοῦ τῶν ὅλων Δημιουργοῦ, χαίροις ἡ τὰ κάτω, συνάψασα τοῖς ἄνω, τῷ θείῳ τοκετῷ σου, Ἅννα πανόλβιε.
 
Ταῖς θεοφεγγέσι μαρμαρυγαῖς, ἐκλελαμπρυσμένη, καὶ τοῦ κάλλους τοῦ νοητοῦ, κατεμφορουμένη, Θεοπρομῆτορ Ἄννα, μνημονεῦε τῶν πόθῳ, μνημονευόντων σοῦ.
 
Τοὺς περιπολούντας διηνεκῶς, τῷ θείῳ ναῷ σου, καὶ ὑμνούντας ἀνελλιπῶς, σοῦ τάς δυναστείας, Προμῆτορ τοῦ Κυρίου, παντοίας ἐπηρείας, πάντας διάσωσον.
 
Τὸν δεκαεξάριθμον καὶ σεπτόν, δῆμον τῶν Ὁσίων, εὐφημήσωμεν εὐλαβῶς, χαίρετε βοῶντες, τοῦ Ἄθω σεπτὰ κρίνα, καὶ Σκήτης τῆς Προγόνου Χριστοῦ οἱ φοίνικες.
 
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί…
 
Τρισάγιον.
Ὁ Ἀναγνώστης·
 
γιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς (ἐκ γ´).
 
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δεσπότα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
 
Κύριε, ἐλέησον. Κύριε, ἐλέησον. Κύριε, ἐλέησον.
 
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
 
Ὁ Ἱερεύς·
τι Σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
 
Τά τροπάρια ταῦτα.
Ἦχος πλ. β΄
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην σοὶ τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς. 
 
Δόξα.
Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· ἐπὶ σοὶ γὰρ πεποίθαμεν· μὴ ὀργισθῇς ἡμῖν σφόδρα, μηδὲ μνησθῇς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν· ἀλλ ἐπιβλέψον καὶ νῦν, ὡς εὔσπλαγχνος, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν· σύ γὰρ εἰ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς λαός σου· πάντες ἔργα χειρῶν σου, καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπικεκλήμεθα.
 
Καὶ νῦν.
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε· ἐλπίζοντες εἰς σέ, μὴ ἀστοχήσωμεν· ῥυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σύ γὰρ εἰ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.
 
Προσόμοια.
Ἦχος β'. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σὲ νεκρόν.
 
Πάντων μνημονεύεις ἀγαθή, τῶν μνημονευόντων σοῦ πόθῳ, καὶ εὐφημούντων σέ, καὶ ἐκλιπαρούντων σὲ Θεοπρομῆτορ θερμώς, καὶ πρὸς σὲ μετὰ πίστεως, ἀεὶ ἀφορώντων, καὶ πρὸς τὴν ἀντίληψιν καταφευγόντων τὴν σὴν πάσης οὖν ἡμὰς ἐπηρείας, νόσων συμφορῶν καὶ κινδύνων, καὶ δεινῶν ἁπάντων ἐλευθέρωσον.
Ἕτερον ὅμοιον.
Πάντες σοὶ προσπίπτομεν πιστῶς, πάντες σὲ θερμὼς δυσωποῦμεν, Ἂννα φιλεύσπλαγχνε, πάντας ἡμὰς λύτρωσαι τῇ μεσιτεία σου, πολυτρόπων κακώσεων, μελλόντων κινδύνων δεινῶν ἐπιθέσεων, καὶ ἀλγηδόνων πικρῶν, καὶ ἀνιαρῶν ἐπαλλήλων, καὶ ἀρρωστημάτων ποικίλων, καὶ πολυειδῶν ἑτέρων θλίψεων.
 
Ἕτερον ὅμοιον.
Πάσης τῶν ἐθνῶν ἐπιδρομῆς, πάσης τῶν ἐχθρῶν κακουργίας, πάσης στενώσεως, πάσης περιστάσεως, πάσης κακώσεως, πάσης ἄλλης συμπτώσεως, παντοίας ἀνάγκης, ἐκ πάσης τε θλίψεως, καὶ προσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐκ πολυτρόπων σκανδάλων, καὶ πειρατηρίων τοῦ βίου, ῥυσαὶ τοὺς σοῦς δούλους Ἄννα ἔνδοξε.
 
Δι' εὐχῶν…

Δημοφιλείς αναρτήσεις