Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κενοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κενοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Περί δειλίας - Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου



ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ

Περί δειλίας
(Διά την άνανδρον δειλίαν)


1. Όποιος εργάζεται την αρετή σε Κοινόβιο ή σε συνοδία, δεν είναι συνηθισμένο να πολεμήται από την δειλία. Εκείνος όμως πού ευρίσκεται σε ησυχαστικώτερους τόπους, ας αγωνίζεται μήπως και τον κυριεύση το γέννημα της κενοδοξίας και η θυγατέρα της απιστίας, δηλαδή η δειλία.

2. Η δειλία είναι νηπιακή συμπεριφορά μιας ψυχής πού εγήρασε στην κενοδοξία. Η δειλία είναι απομάκρυνσις της πίστεως, με την ιδέα ότι αναμένονται απροσδόκητα κακά.

3. Ο φόβος είναι κίνδυνος που προμελετάται. Ή διαφορετικά, ο φόβος είναι μία έντρομη καρδιακή αίσθησις, πού συγκλονίζεται και αγωνιά από αναμονή απροβλέπτων συμφορών. Ο φόβος είναι μία στέρησις της εσωτερικής πληροφορίας. Η υπερήφανη ψυχή είναι δούλη της δειλίας∙ έχοντας πεποίθησι στον εαυτόν της και όχι στον Θεόν, φοβείται τους κρότους των κτισμάτων και τις σκιές.

4. Όσοι πενθούν και όσοι καταπονούνται χωρίς να υπολογίζουν κόπους και πόνους, δεν αποκτούν δειλία. Πολλές φορές όσοι υποκύπτουν στην δειλία χάνουν το μυαλό τους. Και είναι φυσικό αυτό, διότι είναι δίκαιος Εκείνος πού εγκαταλείπει τους υπερηφάνους, ώστε και οι υπόλοιποι να μάθωμε να μη υψηλοφρονούμε.

5. Όλοι όσοι φοβούνται είναι κενόδοξοι, αλλ΄ όμως όλοι όσοι δεν φοβούνται δεν σημαίνει ότι είναι ταπεινόφρονες, αφού και οι λησταί και οι τυμβωρύχοι δεν υποκύπτουν εύκολα στην δειλία.

6. Σε όποιους τόπους συνηθίζεις να φοβήσαι, μη διστάζης να πηγαίνης, όταν ακόμη δεν έχη ξημερώσει. Εάν δείξεις κάποια χαλαρότητα στο σημείο αυτό, τότε θα γηράση μαζί σου το νηπιακό και αξιογέλαστο τούτο πάθος. Ενώ βαδίζεις προς τα εκεί οπλίζου με την προσευχή. Μόλις φθάσης σ΄ εκείνους τους τόπους, ανύψωσε τα χέρια σου. Με το όνομα του Ιησού μάστιζε τους εχθρούς, διότι δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στην γη ισχυρότερο όπλο. Αφού απαλλαγής από την αρρώστεια αυτή, ας ανυμνήσης τον Λυτρωτή σου∙ διότι εάν τον ευγνωμονής, θα σε σκεπάζη παντοτινά.

7. Ποτέ δεν μπορείς διά μιας να γεμίσης την κοιλία. Παρόμοια βέβαια δεν μπορείς διά μιας να νικήσης την δειλία. Όταν έχωμε πολύ πένθος, θα υποχωρήση πιο γρήγορα∙ όταν όμως αυτό μας λείπη, θα παραμένουμε συνεχώς δειλοί. «Έφριξάν μου τρίχες και σάρκες» είπε ο Ελιφάζ (Ιώβ δ΄ 15), περιγράφοντας την πανουργία τούτου του δαίμονος.

8. Άλλωτε εδειλίασε πρώτα η ψυχή και άλλοτε το σώμα, και εν συνεχεία μεταβίβασε το ένα στο άλλο το πάθος. Αν συμβή να φοβηθή το σώμα, χωρίς όμως να εισδύση ο άκαιρος φόβος στην ψυχή, ευρισκόμεθα πλησίον στην θεραπεία. Όταν δε όλα τα δυσάρεστα και απροσδόκητα τα δεχώμεθα πρόθυμα, με συντριμμένη καρδιά, τότε ελευθερωθήκαμε πραγματικά από την δειλία.

9. Δεν ενισχύει τους δαίμονας εναντίον μας το σκότος και η ερημία των τόπων, αλλά η ακαρπία της ψυχής μας. Μερικές φορές όμως πρόκειται για οικονομική παίδευσι εκ μέρους του Θεού.

10. Εκείνος που έγινε δούλος του Κυρίου, θα φοβηθή μόνο τον ιδικό του Δεσπότη. Και εκείνος πού δεν φοβείται ακόμη Αυτόν, φοβείται πολλές φορές την σκιά του.

11. Όταν πλησιάση αοράτως ένα πονηρό πνεύμα, φοβείται το σώμα. Όταν όμως πλησιάση κάποιος Άγγελος, αγάλλεται η ψυχή των ταπεινών. Γι΄αυτό, μόλις από την ενέργεια αυτή αντιληφθούμε την παρουσία του, ας τρέξουμε γρήγορα στην προσευχή, διότι ήλθε να προσευχηθή μαζί μας ο αγαθός μας φύλαξ.
Όποιος ενίκησε την δειλία, είναι φανερό ότι ανέθεσε στον Θεόν και την ζωή και την ψυχή του.
Κλίμαξ 
του 
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

 


Πέμπτη 3 Αυγούστου 2023

«Τι να κάνω που ή κενοδοξία μου με θλίβει;».

 

236. 
Κάποιος ρώτησε έναν Γέροντα: 
«Τι να κάνω που ή κενοδοξία μου με θλίβει;». 
Και του απαντά ο Γέροντας: «Καλά κάνεις, γιατί εσύ δημιούργησες τον ουρανό και τη γη». 
Και απ’ αυτό κατανύχτηκε ο αδελφός και έβαλε μετάνοια λέγοντας: «Συγχώρεσε με, γιατί τίποτε τέτοιο δεν έκανα». 
Και του είπε ο Γέροντας: «Αν αυτός που τα δημιούργησε αυτά, ήρθε μέσα σε ταπεινοφροσύνη, εσύ που είσαι πηλός, γιατί κενοδοξείς; Ποιο είναι, λοιπόν, το έργο σου, δυστυχισμένε;».

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

Ἀρετὲς καὶ πάθη μέσα στὴν Οἰκογένεια



Ἀρετὲς καὶ πάθη μέσα στὴν Οἰκογένεια 
Ἀθανάσιος Μητροπολίτης Λεμεσοῦ

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  

Τὸ πρῶτο λοιπὸν πάθος, ἡ κενοδοξία ἢ καλύτερα ὁ ἐγωισμός, εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ρίζα ὅλης της μεταπτωτικῆς διαστροφῆς καὶ ἁμαρτίας. Ἡ κενοδοξία τυφλώνει τὸ νοῦ καὶ ἐκδιώκει τὸ φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ρίχνει τὸν ἄνθρωπο σὲ φοβερὰ λάθη, γιατί λειτουργεῖ μέσα μας σὰν θανατηφόρα μέθη, ποὺ σπρώχνει στὸ βάραθρο τῆς ἀποτυχίας. Ἡ κενοδοξία ἀγνοεῖ καὶ ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὴν πραγματικότητα καὶ ζεῖ σὲ κόσμους ψεύτικους, φτιαγμένους μὲ τὴν ἀρρωστημένη ἐγωπαθῆ φαντασία. 
Αὐτὸ τὸ ὀλέθριο πάθος θεραπεύεται μέσα στὸ χῶρο τῆς οἰκογένειας καὶ τῆς ἀνοχῆς, ὑπομονῆς καὶ συμβολῆς τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Ὅταν δὲν ἀρκεῖται κανεὶς στὶς δικές του κρίσεις καὶ ἀποφάσεις, ἀλλὰ ταπεινώνεται καὶ δέχεται τὶς ἀπόψεις τῶν ἄλλων καὶ ὑπακούει κόβοντας καὶ θυσιάζοντας τὸ δικό του θέλημα, τότε ἀρχίζει ἔτσι νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ στενὰ καὶ ἀσφυκτικὰ δεσμὰ τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ νὰ πλανιέται μέσα στὸν ἐλεύθερο χῶρο τῆς ταπεινώσεως. 
Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ συμβαδίζει πάντοτε μὲ μόνιμο σύντροφο τὴν πραότητα. Αὐτὲς οἱ δύο ἀρετὲς, ἡ ταπείνωση καὶ ἡ πραότητα εἶναι οἱ ἀπαραίτητοι στύλοι ποὺ συγκρατοῦν ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημα τῆς οἰκογένειας, ποὺ πρέπει νὰ ἀντέξει στὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς θύελλες καὶ πιέσεις. Μέσα στὸν κύκλο τῆς οἰκογένειας, ὅπου οἱ σωματικὲς καὶ οἱ πνευματικὲς ἡλικίες εἶναι ποικίλες καὶ διέρχονται ἰδιόμορφες ἀλλοιώσεις, ἡ πραότητα ἀποτελεῖ τὴ συνδετικὴ ὕλη ποὺ συγκροτεῖ καὶ συνέχει τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ τὰ ὁδηγεῖ ἤρεμα καὶ σταθερὰ στὴν καθολικὴ καὶ τελείωση καὶ ὡριμότητα. 
Δεύτερο πάθος καταστρεπτικό, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὸ προηγούμενο καὶ τὸ ἀκολουθεῖ ὅπως ἡ σκιὰ τὸ σῶμα, εἶναι ἡ φιλαυτία. Ἡ ἄλογη φιλία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ λατρεία τοῦ ἐγώ, ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ περιστρέφει τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὴ δική μας ἀρέσκεια καὶ προτίμηση. Ἡ φιλαυτία εἶναι ὁ ἄκρατος ἀτομισμὸς σὲ ὅλη τὴν ἔκτασή του, ποὺ διαλύει κάθε κοινωνικότητα καὶ δεσμὸ λόγω τῆς ἀδυναμίας νὰ ἀρνηθεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του. 
Ἡ φιλαυτία γεννᾶ τὴν ἀνταρσία καὶ τὴν ἰδιορρυθμία καὶ γινόμαστε δυστυχῶς μάρτυρες καθημερινῶν οἰκογενειακῶν ναυαγίων, πού, ἐὰν θελήσουμε νὰ δοῦμε τὶς αἰτίες, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι αὐτὲς δὲν εἶναι ἄλλες ἀπὸ τὸν ἀτομισμό, τὴ φιλαυτία καὶ τὴν ἰδιορρυθμία, εἴτε τῶν συζύγων μεταξύ τους, εἴτε τῶν παιδιῶν στὶς σχέσεις μαζί τους. Ὅταν “μέτρον παντων” τῶν κινήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων μας εἶναι τὸ ἄτομό μας, ἡ ἀρέσκεια καὶ ἡ ἀνάπαυσή μας, τότε καταλαβαίνουμε πολὺ καλὰ τὸ λόγο τῶν πολλῶν διαζυγίων ποὺ δημιουργεῖ ἐρείπια καὶ τραύματα μὲ μόνες τὶς καθιερωμένες πλέον προφάσεις “αὐτὸ δὲν μοῦ ἀρέσει, δὲν μὲ ἐκφράζει, δὲν μὲ καταλαβαίνει, δὲν ταιριάζουμε”. Ἡ φιλαυτία μᾶς κάνει σκληροὺς καὶ ἀνάλγητους οὐσιαστικὰ τυφλοὺς καὶ ἀναίσθητους, γιατί προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσει τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀδιαφορεῖ γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο ἤθελε συμβεῖ, γιὰ οἱαδήποτε τραύματα καὶ ἐρείπια καὶ ἂν δημιουργηθοῦν στὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ κυρίως στὰ παιδιά. 
Φάρμακο κατὰ τῆς φιλαυτίας ὁρίζουν οἱ ἅγιοι πατέρες τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Ἀγάπη ποὺ δίδει τὴ ζωογόνο δύναμη νὰ ἀποθάνει τὸ “ἐγὼ” γιὰ νὰ ζήσει τὸ “ἐσὺ μέσα στὴν κοινωνία τοῦ “ἐμείς”. Ἡ ἀγάπη “οὐ λογίζεται τὰ ἐαυτής” καὶ ἔχει διδάσκαλό της τὸ Χριστό, ποὺ παρέδωσε “ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς κόσμου ζωής” καὶ ἔτσι ἀνέστησε τὴν ’Ἐκκλησία. 
Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κένωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ ἀνασυγκρότηση τοῦ προσώπου μας, γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν ὑγιὴς κίνηση τῆς ψυχῆς. Γιὰ νὰ μπορέσομε ὅμως νὰ “κενώσωμεν ἐαυτούς” καὶ νὰ γίνομε πλήρεις ζωῆς, τότε ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ στραφεῖ πρῶτα πρὸς τὸ Θεὸ καὶ δὶ’ Αὐτοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κτίση ὁλόκληρη. Γι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ στὰ μέλη τῆς οἰκογενείας, ὥστε νὰ καταλάβουν καλὰ ποιὸ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἀγάπης, πῶς ξεκινᾶ καὶ ποῦ καταλήγει, ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ τροχιὰ καὶ πορεία της, ὥστε νὰ εἶναι ἁγνὴ καὶ ἀπαλλαγμένη ἀρρωστημένων συναισθημάτων καὶ ἀτομικῶν κριτηρίων. 
Τὸ τρίτο πάθος, ποὺ σὰν ἰσχυρὸς κρίκος ἑνώνεται μὲ τὴν προηγούμενη ἁλυσίδα, εἶναι κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ φιληδονία. 
Ἡ φιληδονία στὴ γενική της μορφὴ σὰν ἄρνηση κάθε εἴδους φιλοπονίας, κόπου καὶ στερήσεως γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ σὰν ἀπολυτοποίηση καὶ θεοποίηση τῆς ἡδονῆς. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στὴν ψυχικὴ ἀσθένεια τῆς πτώσεως καὶ τὸ σκοτισμὸ τοῦ μακράν του Θεοῦ νοῦ, μὲ προεκτάσεις καὶ ἐπιδράσεις στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι “ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος” καὶ “μέλος Χριστοῦ”. 
Ἡ φιληδονία ἔχει σὰν πρωταρχικὸ σκοπὸ καὶ νόημα τοῦ γάμου καὶ τῆς ζωῆς ὁλόκληρης τὴν ἡδονὴ καὶ βάσει αὐτῆς ρυθμίζει τὴν ὅλη συμπεριφορά. Στερεῖ τὴν προσωπικὴ κοινωνία καὶ σχέση καὶ κατεβάζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ πρόσωπο σὲ ἀντικείμενο, γιατί στέκεται στὴν ἐξωτερικὴ ὄψη καὶ ὄχι στὸ βάθος, γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει ἔντονο τὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνικανοποίητου καὶ τῆς παροδικότητας. Ἐὰν ἡ φιληδονία κυριαρχήσει στὸν ἄνθρωπο, τότε πραγματικὰ τὸν κάνει δοῦλο καὶ αἰχμάλωτό της καὶ τὸν σπρώχνει σὲ δρόμους ἔξω ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κτυπᾶ θανάσιμα τὸν οἰκογενειακὸ δεσμὸ τῆς πραγματικῆς ἀγάπης καὶ νὰ διαλύει ὅ,τι καλὸ καὶ εὐγενὲς ὑπάρχει. Ἀντίδοτο σ’ αὐτὴ τὴν ἀσθένεια εἶναι ἡ φιλοπονία. Ἡ προθυμία πρὸς κάθε ἀγώνα καὶ ἀρετή, ἐφ’ ὅσον πλέον εἶναι κανόνας, ὅτι «τὰ καλὰ κόπῳ κτῶνται καὶ πόνῳ κατορθούνται». Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μας, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ «τὴν ὀρθὴν κρίσιν τῶν νοημάτων», κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. 
Ἡ φιλοπονία, ἡ ἄσκηση, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ἀγάπη καὶ ὁ θεῖος ἔρωτας μεταμορφώνει τὸν ἐμπαθὴ ἄνθρωπο, ἁγιάζει τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικὲς κινήσεις καὶ ἔτσι ἐλευθερώνεται ὁ ἡγεμόνας νοῦς, ὥστε νὰ κρίνει ὀρθὰ τὰ πράγματα, νὰ ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στὸν ἁγιασμὸ καὶ στὴ σωφροσύνη καὶ νὰ κρατᾶ τὸν ἄνθρωπο στὸ ὕψος τῆς «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργίας του καὶ τῆς «καθ’ ὁμοίωσιν» πο­ρείας καὶ σκοποῦ. 
Αὐτοὶ, λοιπὸν, οἱ τρεῖς γίγαντες τῶν παθῶν πολεμοῦν κάθε ἄνθρωπο, τόσο μέσα στὸ χῶρο τοῦ μοναχισμοῦ ὅσο καὶ μέσα στὸ χῶρο τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας, μὲ διαφορετικὰ ὄπλα καὶ μεθόδους, ἀλλὰ μὲ ἕνα καὶ μοναδικὸ σκοπό, τὴν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νὰ βρεῖ μέσα ἀπὸ τὸν τρόπο καὶ τόπο τῆς ζωῆς του τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ σωτηρία του. 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος προτρέπει: «Ἐκκλησίαν ποίησόν σου τὴν οἰκίαν». Ἐκκλησία σὰν τόπο καὶ ναὸ τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ καθημερινοῦ προγράμματος τῆς οἰκογενειακῆς προσευχῆς, ὅπου ὅλοι μαζὶ ἐνώπιον τοῦ οὐρανίου Πατρὸς στέκονται καὶ ἐκζητοῦν τὸ θεῖον ἔλεος καὶ τὴ συνεκτικὴ καὶ θεοποιὸ ἀγάπη, μετανοοῦντες γιὰ τὰ καθημερινὰ ἀνθρώπινα λάθη καὶ δε­χόμενοι τὶς εὐεργετικὲς ἐπιδράσεις τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Ἐκκλησία ἀκόμη καὶ σὰν τόπο πνευματικῆς θεραπείας ἐκ τῶν παθῶν, ὅπως ἀκριβῶς λειτουργεῖ μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ἕνα ἀληθινὸ κοινόβιο μοναστήρι. Ἡ συμβίωση, ἡ συγκατοίκηση, ἡ συζυγία καὶ ἡ ἐν γένει κοινωνία τῆς κατ’ οἶκον ἐκκλησίας, δηλαδὴ τῆς οἰκογενείας λειαίνει τὶς προεξοχὲς τοῦ χαρακτήρα, πλα­ταίνει τὸ στενό τῆς καρδιᾶς καὶ διδάσκει, ὅτι χωρὶς τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη καὶ προκοπὴ καὶ ἡ οἰκογενειακὴ ζωὴ εὔκολα κινδυνεύει νὰ διαλυθεῖ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή. 
«Παλαίστρα καὶ στάδιον καὶ γυμναστήριον» ἀκόμη, ὑπὸ τοῦ ἰδίου Πατρός, χαρακτηρίζεται ἡ οἰκογένεια, γιατί πράγματι εἶναι πολὺς καὶ μακρὺς ὁ δρόμος καὶ τὰ ἐμπόδια, οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ θλίψεις δυσβάστακτες στὴν πορεία τῆς οἰκογενείας, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ στηρίζονται ἐπὶ τὴν ἀσάλευτον πέτραν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ὥστε νὰ μὴν τὴν καταποντίσουν τὰ κύματα. 
«Το μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστι, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν». Ὁ Κύριος ἐκένωσε ἑαυτὸν καὶ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ προσέλαβε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔκτοτε «τρέφει καὶ θάλπει αὐτήν» ὡς νυμφίος οὐράνιος καὶ παραμένει κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε Ἐκκλησία ἄνευ Χριστοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ Χριστὸς ἄνευ τῆς Ἐκκλησίας δίδει τὰ θεουργικὰ μυ­στήριά Του στὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι καὶ στὴν οἰκογένεια, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὸν ἄλλο, οὔτε σὰν σῶμα μπορεῖ νὰ συγκροτηθεῖ, ἐὰν κεφαλὴ τῆς οἰκογενείας δὲν εἶναι ὁ Χριστός. 
Πρέπει νὰ τονισθεῖ, ἐπίσης, ὅτι τὸ κατ’ εὐδοκίαν θέλημα τοῦ Κυρίου γιὰ κάθε ἕναν ξεχωριστά, εἶναι ἡ σωτηρία καὶ θέωσή μας. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέρμα ὅλης τῆς ζωῆς μας. Ἑπομένως, καὶ ἡ οἰκογένεια καὶ ὁ μοναχισμὸς δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλὰ μέσα σωτηρίας. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἕνας τρόπος σω­τηρίας, ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἀπολυτοποιήσει τὸν ἑαυτόν της, ἀλλὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν Κύριο. Ὅλα τὰ σχήματα τῆς ζωῆς εἶναι ἐφήμερα καὶ παροδικὰ καὶ ἀξιολογοῦνται μὲ τὸ κατὰ πόσον μᾶς ὁδηγοῦν ἢ ὄχι στὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν ἡ οἰκογένεια δὲν ὁδηγεῖ στὸ Χριστό, τότε τὰ ἀποτελέσματά της εἶναι πρόσκαιρα, εἶναι ἀδύνατα καὶ καταδικασμένα σὲ θάνατο, ὅπως καὶ ἡ ἴδια σὰν τρόπος ζωῆς τοῦ παρόντος αἰῶνος. 
Ἡ οἰκογένεια τότε θεωρεῖται ὅτι καὶ ἐπέτυχε τὸ σκοπό της, ὄχι μὲ τὶς κοσμικὲς ἐπιτυχίες τῶν μελῶν της, ὄχι μὲ τὴ μέχρι τέλους διατήρηση τῆς συνοχῆς της ἔστω, ἀλλὰ μὲ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ θέωση τῶν μελῶν της. 
Κάθε ἄλλη ἀξιολόγηση τῆς οἰκογένειας μὲ κριτήρια ἀνθρώπινα καὶ ἐνδοκοσμικὰ ἀδικεῖ καὶ περιορίζει ἀσφυκτικὰ τὶς δυνάμεις καὶ δυνατότητές της. 
Τελειώνω μὲ ἕνα λόγο ἑνὸς συγχρόνου ὁσίου ἁγιορείτου ἀσκητοῦ:
«ταν μάθωμε νὰ ὑπερβαίνουμε τὸ ἐγώ μας, γινόμαστε ἀληθινὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μας. Ὅταν γίνομε ἀληθινὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μας μὲ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἐγώ μας, τότε θὰ γίνωμε πραγματικὰ μέλη τῆς οἰκογένειας ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, τοῦ Ἀδάμ, καὶ τότε θὰ μποροῦμε νὰ προσευχώμαστε στὸν Θεὸν ὑπὲρ ὄλου τοῦ κόσμου. Αὐτὸ, ὅμως, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδιά μας. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, ὅτι πίσω ἀπὸ τοὺς τρεῖς μεγίστους Ἱεράρχες τῆς ’Εκκλησίας μας ὑπάρχουν ἁγίες μητέρες, ἅγιοι πα­τέρες καὶ ἁγίες οἰκογένειες. Ἐὰν θέλωμε νὰ διορθωθεῖ ὁ κόσμος, ἂς διορθώσωμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς οἰκογένειές μας». 
Μ’ αὐτὰ τὰ πτωχά, εὐχόμεθα ὁ πα­νάγαθος Κύριος νὰ εὐλογεῖ ὅλους καὶ νὰ συνέχει καὶ συγκροτεῖ τὶς οἰκογένειές μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Ο Κύριος αποδοκιμάζει την προσευχή, την ελεημοσύνη, τη νηστεία και κάθε καλό έργο που γίνεται υποκριτικά ενώπιον των ανθρώπων για την επιδίωξη δόξας.


 

Ο Κύριος αποδοκιμάζει την προσευχή, την ελεημοσύνη, τη νηστεία και κάθε καλό έργο που γίνεται υποκριτικά ενώπιον των ανθρώπων για την επιδίωξη δόξας. Ο ουράνιος Πατέρας μας, “ο εν τω κρυπτώ…” και “βλέπων εν τω κρυπτώ”, δεν ευαρεστείται με παρόμοιες πράξεις (Ματθ. ς’ 1-18). Και δεν είναι μόνον ο λόγος του Θεού που εντέλλεται να αποκρύπτουμε την εσωτερική μας ζωή από τα ξένα βλέμματα, αλλά και το υγιές πνευματικό ένστικτο, σαν κάποια “κατηγορική προσταγή”, απαγορεύει να παραβιάζουμε το μυστικό της ψυχής που παρίσταται ενώπιον του Θεού. Η προσευχή της μετανοίας ενώπιον του Υψίστου αποτελεί τον πιο ενδόμυχο χώρο του πνεύματός μας. Από την κατάσταση αυτή γεννιέται η επιθυμία να παραμένουμε κρυμμένοι σε κάποιο μέρος, κάτω από τη γη, έτσι ώστε κανείς να μη μας βλέπει ή να μας ακούει, αλλά όλα να διαμείβονται μόνο μεταξύ του Θεού και της ψυχής. Με τον τρόπο αυτό ζούσα τις πρώτες δεκαετίες της μετανοίας μου ενώπιον του Κυρίου. Από την πικρή μου πείρα πολλές φορές διδάχθηκα ότι είναι απαραίτητο να αποφεύγουμε και αυτήν ακόμη τη στροφή στον εαυτό μας, διότι αλλιώς γινόμαστε θύματα του πνεύματος της κενοδοξίας ή της αυταρέσκειας. Οι κινήσεις αυτές της καρδιάς μας επισύρουν την εγκατάλειψη από τον Θεό. […]  

 

Από τον πρόλογο της έκδοσης 
«Οψόμεθα τον Θεόν Καθώς Εστί», Άγιος Σωφρόνιος (Σαχάρωφ) Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

Περί κενοδοξίας


ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Περί κενοδοξίας
(Διά την πολύμορφον κενοδοξίαν)


1. Μερικοί συνηθίζουν, όταν ομιλούν περί των παθών και των λογισμών, να κατατάσσουν την κενοδοξία σε ιδιαίτερη τάξι, χωριστά από την υπερηφάνεια. Γι΄ αυτό και λέγουν ότι είναι οκτώ οι πρώτοι και κυρίαρχοι πονηροί λογισμοί. Αντιθέτως ο Θεολόγος Γρηγόριος και άλλοι από τους διδασκάλους τους εμέτρησαν επτά. 
Σ΄ αυτούς περισσότερο πείθομαι και εγώ∙ διότι ποιος μπορεί να έχη υπερηφάνεια, αφού ενίκησε την κενοδοξία; Τόση δε μόνο διαφορά έχουν μεταξύ τους, όση έχει έκ φύσεως το παιδί από τον άνδρα και το σιτάρι από τον άρτο. Το πρώτο δηλαδή είναι η αρχή και το δεύτερο το τέλος. Τώρα λοιπόν πού το καλεί η περίστασις ας ομιλήσωμε με συντομία για την αρχή και την ολοκλήρωσι των παθών, δηλαδή την ανόσιο οίησι. Λέγω με συντομία, διότι όποιος επιχειρεί να φιλοσοφήση γι΄αυτήν είς μήκος, ομοιάζει με εκείνον που ματαιοπονεί προσπαθώντας να ζυγίση τους ανέμους.

2. Η κενοδοξία είναι ως προς μέν την μορφή, μεταβολή της φυσικής τάξεως και διαστροφή των καλών ηθών και παρατήρησις παντός αξιομέμπτου πράγματος. Ως προς δε την ποιότητα, σκορπισμός των καμάτων, απώλεια των ιδρώτων, δόλιος κλέπτης του θησαυρού, απόγονος της απιστίας, πρόδρομος της υπερηφανείας, ναυάγιο μέσα στο λιμάνι, μυρμήγκι στο αλώνι, πού είναι μέν μικρό, αλλά απειλεί να κλέψη αθόρυβα όλον τον καρπό και τον κόπο του γεωργού.

3. Το μυρμήγκι περιμένει να γίνη το σιτάρι, και η κενοδοξία να συναχθή ο πνευματικός πλούτος. Και το μέν μυρμήγκι τρέχει για να κλέψη∙ η δε κενοδοξία χαίρεται γιατί θα διασκορπίση. Το πνεύμα της απογνώσεως χαίρεται, όταν βλέπη να πληθύνεται η κακία, ενώ το πνεύμα της κενοδοξίας χαίρεται, όταν βλέπη να πληθύνεται η αρετή. Είσοδος για το πρώτο είναι τα πλήθη των τραυμάτων, ενώ για το δεύτερο ο πλούτος των καμάτων.

4. Παρατήρησε και θα ιδής ότι αυτή η ανόσιος, δηλαδή η κενοδοξία, είναι ακμαία και μέχρι του τάφου. Θα την ιδής στα ρούχα και στα μύρα και στην νεκρική πομπή και στα αρώματα και σε πολλά άλλα.

5. Παντού λάμπει ο ήλιος άφθονα, και παντού σε κάθε έργο χαίρεται η κενοδοξία. π.χ. όταν νηστεύω, κενοδοξώ, αλλά και όταν καταλύω για να μη φανή η αρετή μου, πάλι κενοδοξώ με την ιδέα ότι είμαι συνετός. Όταν φορώ λαμπρά ρούχα νικώμαι απ΄αυτήν, αλλά και όταν τα αντικαταστήσω με ταπεινά πάλι κενοδοξώ. Όταν ομιλώ νικώμαι, αλλά και όταν σιωπώ πάλι νικώμαι. Όπως και αν την ρίξεις αυτή την τρίβολο άκανθα, ίσταται όρθιο το κεντρί της.

6. Ο κενόδοξος δείχνει ότι είναι πιστός, ενώ είναι ειδωλολάτρης. Φαινομενικά μέν σέβεται τον Θεόν, αλλά στην πραγματικότητα επιζητεί να αρέση στους ανθρώπους και όχι στον Θεόν. Κενόδοξος είναι κάθε επιδεικτικός άνθρωπος. Του κενοδόξου η νηστεία είναι χωρίς μισθό και η προσευχή άκαιρη και άστοχη. Διότι και τα δύο τα κάνει για τον ανθρώπινο έπαινο. Ο κενόδοξος ασκητής είναι διπλά αδικημένος, αφού και το σώμα του το τυραννεί, και μισθό δεν παίρνει.

7. Ποιος δεν θα γελάση με τον εργάτη της κενοδοξίας πού παρίσταται στην ψαλμωδία και επηρεαζόμενος από αυτήν, άλλοτε γελά και άλλοτε κλαίει ενώπιον όλων;

8. Αποκρύπτει πολλές φορές ο Θεός από τα μάτια μας και τα καλά που έχομε αποκτήσει. Ήλθε όμως αυτός που συνηθίζει να επαινή, ή μάλλον να πλανά, και με τους επαίνους μας άνοιξε τα μάτια. Και μόλις αυτά άνοιξαν, εξαφανίσθηκε από μέσα μας ο πνευματικός πλούτος.

9. Εκείνος πού κολακεύει είναι υπηρέτης των δαιμόνων, οδηγός προς την υπερηφάνεια, εξολοθρευτής της κατανύξεως, αφανιστής των καλών έργων, αποπλανητής από το σωστό δρόμο. «Οι μακαρίζοντες υμάς, λέγει ο προφήτης, πλανώσιν υμάς» (Ησ. γ΄ 12).

10. Ίδιον των προχωρημένων στην αρετή είναι να υπομένουν γενναία και ευχάριστα τις ύβρεις. Ίδιον όμως των αγίων και των οσίων είναι να παρέρχωνται αβλαβώς τους επαίνους.

11. Είδα πενθούντας να τους επαινούν και να εξοργίζωνται γι΄αυτό. Έτσι σαν σοφοί έμποροι σε πανήγυρι αντάλλαξαν το πάθος της κενοδοξίας με το πάθος της οργής.

12. «Ουδείς γινώσκει τά του ανθρώπου, εί μη το πνεύμα του ανθρώπου το έν αυτώ» (Α΄ Κορ. β΄ 11). Γι΄ αυτό ας αισχυνθούν και άς κλείσουν το στόμα τους όσοι εγκωμιάζουν τους άλλους κατά πρόσωπον.

13. Όταν ακούσης ότι ο πλησίον σου ή ο φίλος σου σε περιεγέλασε πίσω σου ή εμπρός σου, εσύ να του δείξης αγάπη και να τον επαινέσης.

14. Είναι μεγάλο πράγμα το να αποδιώξης από την ψυχή σου τον έπαινο των ανθρώπων. Μεγαλύτερο όμως είναι το να αποδιώξης τον έπαινο των δαιμόνων.

15. Δεν έδειξε ταπεινοφροσύνη αυτός ο οποίος εξευτέλισε τον εαυτό του∙ γιατί πώς δεν θα σηκώση κανείς τα ιδικά του λόγια; αλλά εκείνος ο οποίος εξυβρίσθη από άλλον και παρά ταύτα δεν ελάττωσε απέναντί του την αγάπη του.

16. Επεσήμανα τον δαίμονα της κενοδοξίας να σπείρη λογισμούς σε κάποιον αδελφό, και συγχρόνως να τους φανερώνη αυτούς και σ΄ έναν άλλο. Και έν συνεχεία να κάνη τον δεύτερο να αποκαλύψη στον πρώτο τα μυστικά της καρδιάς του, ώστε αυτός να τον μακαρίζη ως προορατικό. Μερικές φορές ο ανόσιος δαίμων της κενοδοξίας εγγίζει και στα μέλη του σώματος και προξενεί διάφορες κινήσεις και παλμούς.

Μην τον παραδεχθής τον δαίμονα αυτόν, όταν σου ομιλή για επισκοπές ή ηγουμενίες ή διδασκαλικά αξιώματα. Πρόσεξε γιατί είναι δύσκολο να απομακρύνης τον σκύλο από το τραπέζι του κρεοπωλείου. Μόλις αυτός αντιληφθή ότι έχομε κάποια ειρηνική κατάστασι, μας προτρέπει αμέσως να εγκαταλείψωμε την έρημο και να αναχωρήσωμε για τον κόσμο. «Πήγαινε, μας λέγει, να σώσης ψυχές οι οποίες χάνονται»!

17. Άλλη είναι η μορφή των Αιθιόπων και άλλη η μορφή των ανδριάντων. Κατά παρόμοιο τρόπο άλλη είναι η μορφή της κενοδοξίας των κοινοβιατών και άλλη των ερημιτών.

18. Τις επισκέψεις των κοσμικών στην Μονή τις αντιλαμβάνεται πρώτη η κενοδοξία και προτρέπει τους πιο ελαφρούς μοναχούς να εξέλθουν να υποδεχθούν τους ερχομένους. Τους κάνει να πέφτουν στα πόδια τους, και έτσι φορεί το προσωπείο της ταπεινοφροσύνης αυτή που ξεχειλίζει από υπερηφάνεια. Κάνει συνεσταλμένο και ταπεινό τον τρόπο της συμπεριφοράς και τον τόνο της φωνής και κοιτάζει στα χέρια των επισκεπτών για να λάβη τα δώρα τους. Επί πλέον τους αποκαλεί κυρίους και προστάτας και ότι σ΄αυτούς χρωστούν μετά τον Θεόν την ζωή τους οι μοναχοί.

Εν συνεχεία ενώ εκάθισαν στην τράπεζα, τους προτρέπει να εγκρατεύωνται και να επιπλήττουν αυστηρά τους κατωτέρους, διότι δήθεν αυτοί δεν εγκρατεύονται. Ενώ ήλθε η ώρα της ψαλμωδίας, τους ραθύμους τους έκανε προθύμους, τους αφώνους καλλιφώνους και τους νυσταλέους αγρύπνους. Τους προτρέπει ακόμη να καλοπιάνουν τον κανονάρχη και να τον εκλιπαρούν να τους παραχωρήση τα πρωτεία στην ψαλμωδία. Τους κάνει να τον αποκαλούν πατέρα και διδάσκαλο. Και όλα αυτά έως ότου αναχωρήσουν οι ξένοι!

Όσους τιμώνται και προτιμώνται τους ωδήγησε στην υπερηφάνεια και όσους καταφρονούνται στην μνησικακία.

19. Η κενοδοξία πολλές φορές αντί για τιμή προξένησε ατιμία. Διότι συνέβη να οργισθούν (εξ αιτίας της) οι μαθηταί της, και έτσι τους εντρόπιασε αφάνταστα (εμπρός στους άλλους). Η κενοδοξία τους οξύθυμους επί παρουσία ανθρώπων τους μετέβαλε σε πράους. Κάνει μεγάλη έφοδο σε όσους έχουν φυσικά χαρίσματα, και εκμεταλλευομένη αυτά ωδήγησε πολλές φορές τους αθλίους στην πτώσι.

20. Είδα έναν δαίμονα πού ελύπησε και εδίωξε τον αδελφό του! Ενώ δηλαδή ένας μοναχός ήταν ωργισμένος, έφθασαν κοσμικοί επισκέπτες, οπότε μετεπωλήθη ο άθλιος από την οργή στην κενοδοξία, δηλαδή εμφανίσθηκε ως πράος στα μάτια των επισκεπτών. Δεν μπορούσε βεβαίως να δουλεύη συγχρόνως και στα δύο πάθη, και στην οργή και στην κενοδοξία.

21. Αυτός που πουλήθηκε στην κενοδοξία ζη διπλή ζωή. Εξωτερικά και με το σχήμα του ζή ως μοναχός, με τις εσωτερικές του όμως σκέψεις και διαθέσεις ως κοσμικός.

22. Εάν σπεύδωμε γρήγορα να επιτύχωμε την ευαρέστησι την άνω, ας φροντίζωμε πολύ να γευθούμε και την άνω δόξα. Διότι αυτός πού εγεύθηκε εκείνη την δόξα, θα καταφρονήση κάθε επίγειο δόξα. Απορώ δε πώς θα μπορούσε κάποιος να καταφρονήση την δεύτερη, χωρίς να γευθή την πρώτη.

23. Πολλές φορές, ενώ μας είχε κλέψει η κενοδοξία, γυρίσαμε και την εκλέψαμε εμείς με πιο έξυπνο τρόπο. Είδα μερικούς πού άρχισαν κάποια πνευματική προσπάθεια από κενοδοξία και, μολονότι η αρχή ήταν αξιόμεμπτη, το τέλος υπήρξε καλό και επαινετό, διότι εν τω μεταξύ μετέστρεψαν την κακή σκέψι.

24. Όποιος υπερηφανεύεται για φυσικά χαρίσματα, δηλαδή οξύνοια, ευκολία στην μάθησι, στην ανάγνωσι και στην προφορά, ευφυΐα και άλλα παρόμοια, αυτός ουδέποτε θα αποκτήση τα υπερφυσικά αγαθά. Διότι ο άπιστος στα ολίγα θα φανή και στα πολλά άπιστος και κενόδοξος.

25. Για την απόκτησι της τελείας αγάπης και πλουσίων χαρισμάτων και θαυματουργικής και προορατικής δυνάμεως, πολλοί βασανίζουν και καταπονούν αδίκως το σώμα τους. Ελησμόνησαν οι ταλαίπωροι ότι όχι οι κόποι, αλλά κυρίως η ταπείνωσις είναι η μητέρα όλων αυτών. Όποιος απαιτεί πνευματικά δώρα αντί των κόπων του, έβαλε σαθρό θεμέλιο. Όποιος όμως θεωρεί τον εαυτόν του χρεώστη δούλο, αυτός ξαφνικά θα λάβη από τον Θεόν ανέλπιστο πνευματικό πλούτο.

26. Μη πείθεσαι στον λικμήτορα, στον δαίμονα δηλ. πού λιχνίζει και καταστρέφει, όταν σου προτείνη να παρουσιάζης τις αρετές σου, για να ωφεληθούν δήθεν όσοι σε ακούουν. «Τι γάρ ωφεληθήσεται άνθρωπος, εάν όλον τον κόσμο κερδήση ή ωφελήση, εαυτόν δε ζημιώση»; (Ματθ. ις΄ 26). Τίποτε δεν ωφελεί περισσότερο αυτούς πού μας βλέπουν από την ταπεινή και ειλικρινή συμπεριφορά και τον ανεπιτήδευτο λόγο. Έτσι δίδεται και στους άλλους παράδειγμα να μην υπερηφανεύωνται ποτέ, πράγμα από το οποίο τι υπάρχει περισσότερο ωφέλιμο;

27. Κάποιος από τους προορατικούς Πατέρας επρόσεξε τα εξής τα οποία και διηγείτο: «Ενώ καθόμουν σε σύναξι μοναχών, ήλθαν οι δαίμονες της κενοδοξίας και της υπερηφανείας και κάθησαν δεξιά και αριστερά μου. Και ο πρώτος μου εκεντούσε την πλευρά με τον δάκτυλο της κενοδοξίας και με προέτρεπε να ειπώ σε κάποιο όραμα ή κάτι πού επετέλεσα στην έρημο.

Μόλις όμως τον απέκρουσα, λέγοντας, «αποστραφείησαν είς τα οπίσω και καταισχυθείησαν οι λογιζόμενοί μοι κακά» (Ψαλ. ξθ΄ 3), αμέσως ο δεύτερο ο εξ αριστερών μου ψιθύριζε στο αυτί: «Εύγε! Πολύ καλά έκανες! Έγινες μέγας, αφού ενίκησες την αναιδέστατη μητέρα μου».

Τότε εγώ, χρησιμοποιώντας εύστοχα τον επόμενο στίχο του Ψαλμού, απήντησα: «Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι∙ εύγε, εύγε πεποίηκας»! (πρβλ. Ψαλμ. ξθ΄ 4).

Όταν ερώτησα τον προορατικόν αυτόν, «πως η κενοδοξία συμβαίνει να είναι μητέρα της υπερηφανείας», μου απήντησε:

«Οι μέν έπαινοι εξυψώνουν και δημιουργούν φυσίωσι∙ όταν δε εξυψωθή η ψυχή, την παραλαμβάνει τότε η υπερηφάνεια και «αναφέρει αυτήν έως των ουρανών και καταφέρει έως των αβύσσων» (πρβλ. Ψαλμ. ρς΄ 26).

28. Υπάρχει δόξα πού μας έρχεται από τον Κύριον. «Τους γάρ δοξάζοντάς με, λέγει, δοξάσω» (Α΄ Βασ. β΄ 30). Και υπάρχει δόξα πού είναι συνέπεια διαβολικής εργασίας και απάτης. «Ουαί γάρ, λέγει, όταν καλώς υμάς είπωσι πάντες οι άνθρωποι» (Λουκ. ς΄ 26).

29. Θα αντιληφθής σαφώς την πρώτη δόξα, όταν την θεωρής επικίνδυνη, όταν την αποφεύγης παντοιοτρόπως και όταν αποκρύπτης την καλή σου ζωή όπου και αν ευρίσκεσαι. Την Δευτέρα δόξα αντιθέτως θα την αντιληφθής, όταν και το παραμικρό το κάνης «προς το θεαθήναι τοίς ανθρώποις» (Ματθ. κγ΄ 5).

Μας υποβάλλει η μιαρά κενοδοξία να κάνουμε πώς έχομε αρετές πού δε έχομε, παραπλανώντας μας με το ρητό: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα» (Ματθ. ε΄ 16).

Πολλές φορές ο Κύριος ωδήγησε τους κενοδόξους σε ακενοδοξία με κάποιο ατιμωτικό γεγονός πού επέτρεψε να συμβή.

30. Αρχή της ακενοδοξίας είναι η προφύλαξις του στόματος και η αγάπη της ατιμίας. Μέσον, η απόρριψις κάθε έργου πού μας προτείνουν οι λογισμοί της κενοδοξίας. Και τέλος, εάν βεβαίως υπάρχει τέλος στην άβυσσο, το να πράττωμε ασυναίσθητα ενώπιον πλήθους κάθε τι πού μας εκθέτει.

31. Μη αποκρύπτης την αισχύνη σου, με την σκέψι να μη γίνης αιτία σκανδάλου. Όμως δεν πρέπει ίσως να χρησιμοποιήται πάντοτε το ίδιο φαρμακευτικό έμπλαστρο, αλλά να λαμβάνεται υπ΄ όψιν και το είδος του σφάλματος.

32. Όταν εμείς επιδιώκωμε την δόξα και όταν μόνη της μας στέλλεται από άλλους και όταν επιχειρήσωμε κάτι χάριν κενοδοξίας, τότε ας ενθυμηθούμε το πένθος μας και την μετά συντριβής και φόβου προσευχή μας, και τότε οπωσδήποτε θα την εκδιώξωμε την αναίσχυντη κενοδοξία, εάν βεβαίως καλλιεργούμε πραγματικά την προσευχή. Διαφορετικά, ας φέρωμε αμέσως στην σκέψι μας την ώρα του θανάτου μας. Και αν επιμένη ακόμη, ας φοβηθούμε τουλάχιστον την καταισχύνη πού ακολουθεί στην δόξα αυτή, εφ΄ όσον «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται» (Λουκ. ιη΄ 14). «Ταπεινωθήσεται» όχι μόνο στην άλλη ζωή, αλλά οπωσδήποτε και εδώ.

33. Όταν οι επαινούντες ή μάλλον οι αποπλανώντες αρχίσουν να μας επαινούν, ας ενθυμηθούμε αμέσως το πλήθος των ανομιών μας, και ασφαλώς θα ιδούμε ότι είμαστε ανάξιοι των επαίνων και των τιμών.

34. Υπάρχουν και μερικοί κενόδοξοι πού θεωρούν υποχρεωμένο τον Θεόν να τους εισακούση σε ωρισμένα αιτήματά τους. Ο δε Κύριος συνηθίζει να τους προλαμβάνη και να πραγματοποιή ό,τι θα του ζητούσαν στις προσευχές τους∙ και τούτο, για να μη τα λάβουν με την προσευχή και αυξήσουν την οίησί τους.

35. Ως επί το πλείστον οι απλοί και απονήρευτοι δεν περιπίπτουν στο φαρμακερό αυτό πάθος, αφού άλλωστε η κενοδοξία είναι διώκτης της απλότητος και επίπλαστη συμπεριφορά.

36. Υπάρχει κάποιο σκουλήκι πού, αφού αυξηθή, βγάζει πτερά και πετά στα ύψη. Ομοίως και η κενοδοξία σαν αυξηθή, γεννά την υπερηφάνεια, πού είναι ο αρχηγός και η τελείωσις, (η αρχή και το τέλος), όλων των κακών.

Βαθμίς εικοστή πρώτη!
Όποιος από αυτήν, την κενοδοξία, δεν αιχμαλωτίσθηκε, δεν θα περιπέση στην εχθράν του Θεού ακέφαλο υπερηφάνεια.


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

 

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Παιδί μου, μη γίνεσαι ψεύτης, γιατί το ψέμα οδηγεί στην κλεψιά, ούτε φιλάργυρος, ούτε κενόδοξος (ματαιόδοξος),γιατί από όλα αυτά γεννιούνται οι κλοπές.


5. Τέκνον μου, μὴ γίνου ψεύστης, ἐπειδὴ ὁδηγεῖ τὸ ψεῦσμα εἰς τὴν κλοπήν· μηδὲ φιλάργυρος μηδὲ κενόδοξος· ἐκ γὰρ τούτων ἁπάντων κλοπαὶ γεννῶνται.
 
5.Παιδί μου, μη γίνεσαι ψεύτης, γιατί το ψέμα οδηγεί στην κλεψιά, ούτε φιλάργυρος, ούτε κενόδοξος (ματαιόδοξος),γιατί από όλα αυτά γεννιούνται οι κλοπές.

 

  Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων


Δημοφιλείς αναρτήσεις