Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ο όσιος Ανδρέας Ρουμπλιώφ ο εικονογράφος

 
4 ΙΟΥΛΙΟΥ  
Ο όσιος Ανδρέας Ρουμπλιώφ ο εικονογράφος

Ο όσιος Ανδρέας, ο μεγαλύτερος των αγίων εικονογράφων, γεννήθηκε περί το 1360. Επιθυμώντας παιδιόθεν να γίνει μοναχός, μετέβη στην Λαύρα της Αγίας Τριάδος την οποία καθοδηγούσε τα χρόνια εκείνα ο άγιος Νίκων [17 Νοεμ], που τον έστειλε στην Μονή Σερπουχώφ, κοντά στον μαθητή του Αθανάσιο, από τον οποίο έλαβε το μοναχικό Σχήμα. 
Αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, δεδομένου ότι ο Αθανάσιος είχε φύγει για την Κωνσταντινούπολη, ο Ανδρέας επέστρεψε στην Λαύρα της Αγίας Τριάδος για να ζήσει στην σκιά του αγίου Σεργίου. Εκεί μυήθηκε στην τέχνη της εικονογραφίας εν μέρει από τον συμμαθητή και εν Χριστώ αδελφό του Δανιήλ τον Μαύρο, βουλγαρικής καταγωγής, ο οποίος του μετέδωσε τα στοιχειώδη της βυζαντινής παράδοσης. Επισκέπτονταν μαζί συχνά την Μόσχα, όπου διέμεναν στην Μονή του Ανδρονίκου, την οποία είχε επίσης ιδρύσει ο άγιος Σέργιος και όπου ο Δανιήλ είχε αρχίσει τον μοναχικό του βίο και συνδέθηκαν εκεί με τον μεγάλο διδάσκαλο της εικονογραφικής τέχνης της σχολής της Μόσχας, Θεοφάνη τον Έλληνα. 
Εργάστηκαν εκεί από κοινού στην διακόσμηση του ναού του Γενεθλίου της Θεοτόκου, κατόπιν δε στον καθεδρικό ναό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ στο Κρεμλίνο. Το 1399, ο δεύτερος γιος του αγίου Δημητρίου Ντονσκόι, Γεώργιος Δημήτριεβιτς, που διέμενε στο Ζβενιγκορόντ, ανήγειρε έναν καθεδρικό ναό και μία μονή στην πόλη αυτή και κάλεσε τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής για την ιστόρησή τους. Οι τοιχογραφίες του καθεδρικού ναού ανατέθηκαν στον όσιο Ανδρέα. 
Το 1405, ο Θεοφάνης τον ανακάλεσε στο Κρεμλίνο της Μόσχας για να ζωγραφίσει το εικονοστάσιο του καθεδρικού ναού του Ευαγγελισμού. Τρία χρόνια αργότερα εργάστηκε μαζί με τον Δανιήλ τον Μαύρο στην φιλοτέχνηση του καθεδρικού ναού της Κοιμήσεως του Βλαδιμίρ. 
Περί το 1420 επέστρεψαν στην Λαύρα και έλαβαν από τον ηγούμενο το διακόνημα να ιστορήσουν το Καθολικό της Αγίας Τριάδος. Ο άγιος Δανιήλ εργάστηκε στις τοιχογραφίες και ο όσιος Ανδρέας στο εικονοστάσιο που περιελάμβανε τις υπέροχες εικόνες του Αρχαγγέλου Γαβριήλ και του Αποστόλου Παύλου, κυρίως όμως την περίφημη εικόνα της Αγίας Τριάδος που, καθώς λέγεται, του ενέπνευσε ο άγιος Σέργιος. 
Οι δύο εικονογράφοι μοναχοί έδειχναν τέτοιο ζήλο για την νηστεία και την προσευχή, ώστε επληρώθησαν θείας χάριτος. Κατακυριευμένοι από θείο έρωτα έστρεφαν πάντα το πνεύμα και τους λογισμούς τους προς το θείο φως, που καταύγαζε στα βάθη της καρδιάς τους, με μόνο μέλημα να μεταγράψουν σε χρώματα πάνω στους τοίχους και τα σανίδια τα απαυγάσματα της εσωτερικής αυτής θεωρίας. 
Όταν δεν ήσαν απασχολημένοι να ζωγραφίζουν, την Κυριακή, παρέμεναν καθισμένοι μπροστά στις τίμιες εικόνες που είχαν φιλοτεχνήσει οι προκάτοχοί τους, πλημμυρισμένοι από χαρά και θείο φώς. Για τον λόγο αυτό ο Κύριος τους δόξασε κατά την στερνή τους ώρα: ο Ανδρέας εκοιμήθη πρώτος (περί το 1427)· κατόπιν δε ο Δανιήλ, που είχε αρρωστήσει και αυτός, είδε κατά την στιγμή της εκδημίας του από τον κόσμο τούτο τον συνάδελφό του εν μεγάλη δόξη, ο οποίος τον καλούσε με χαρά προς την αιώνια και άπειρη μακαριότητα. Ενταφιάσθηκαν μαζί στην Μονή Ανδρονίκου, όπου εργάζονταν στην ιστόρηση του Καθολικού [1]. 
Όλες οι εικόνες που φιλοτέχνησε ο όσιος Ανδρέας είναι έμπλεες θείας χάριτος και ορισμένες αποδείχθηκαν θαυματουργές, ωστόσο η πλέον φημισμένη είναι αναμφιβόλως εκείνη της Αγίας Τριάδος που η Σύνοδος των Εκατό Κεφαλαίων (1551) ανακήρυξε πρότυπο κάθε ορθόδοξης εικόνας. 
Στην εικόνα της Αγίας Τριάδος ο Αντρέι Ρουμπλιώφ ξεπερνά το καθιερωμένο πρότυπο της εμφανίσεως των τριών αγγέλων στον Αβραάμ και αναπαριστά με απαράμιλλη τέχνη και άφθαστη θεολογική δύναμη την άφατη αγάπη που ενώνει τα θεία Πρόσωπα. Η κυκλική κίνηση που υποδηλώνεται από την κλίση της κεφαλής των Αγγέλων και από το δένδρο στο βάθος της σκηνής, όπως και η ανεστραμμένη προοπτική που κατευθύνει το σημείο φυγής της στον θεατή, καθιστούν τον πιστό, που στέκει με ευλάβεια μπροστά σε αυτήν την «εικόνα των εικόνων», μέτοχο του θείου αυτού χορού. Προσκαλείται να καθήσει και αυτός σ’ αυτή την τράπεζα, ως τέταρτος συνδαιτυμόνας, και να γευθεί από το ποτήριον που με λεπτότητα υποδεικνύει ο Άγγελος, μέσα στο οποίο διακρίνει κανείς ένα θυσιασμένο ζώο, σύμβολο της θείας Ευχαριστίας.

[1] Κατά την διάρκεια εργασιών στο Καθολικό της μονής αυτής το 1992 βρέθηκαν στο υπόβαθρο του θυσιαστηρίου του Καθολικού τα λείψανα του κτίτορος Ανδρονίκου [13 Ιουν] και άλλων τριών ηγουμένων. Εν συνεχεία ανακαλύφθηκε ένας πέμπτος τάφος που περιείχε τα σώματα δύο μοναχών που είχαν επανενταφιαστεί στο μέρος εκείνο κάποιο χρονικό διάστημα μετά την τελευτή τους και φαίνεται ότι πρόκειται για τα λείψανα του οσίου Ανδρέα Ρουμπλιώφ και του Δανιήλ του Μαύρου.

 

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 11ος, Ιούλιος. Ίνδικτος, 

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΟΥ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

 
Νά δοῦμε σήμερα τήν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας. 

Α. Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΟΥ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΔΗ 

εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στή δική μας ἁγιογραφία ἀπεικονίζεται ὡς ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν Ἅδη, ὡς Κάθοδος στόν Ἅδη, γιατί τό γεγονός τό λειτουργικό τῆς νίκης πάνω στό θάνατο, λειτουργεῖται ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ Χριστοῦ πάνω στό Σταυρό. Πῆρε ἀνθρώπινη μορφή καί μόνος Του δέχεται θάνατο, πού σημαίνει ὅτι χωρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ὅπως συμβαίνει στό θάνατο ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μέ τή μόνη διαφορά ὅτι [στήν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ] καί ἡ ψυχή Του καί τό σῶμα Του ἦταν ἑνωμένα ὑποστατικά μέ τή θεία φύση [Του]· αὐτό πού δέν συμβαίνει μέ μᾶς, ἀκριβῶς ἐπειδή ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τό Θεό. Ἐκεῖνος εἶναι Ἐκεῖνος ὅπου συγκρατεῖ τή συνάφεια ψυχῆς καί σώματος. Δηλαδή, ἄν πάρω [στό χέρι μου] δυό μολύβια, [καί ὑποθέσω] τό ἕνα εἶναι ἡ ψυχή καί τό ἄλλο εἶναι τό σῶμα, αὐτά εἶναι μαζί γιατί τά συγκρατεῖ καί τά δύο τό χέρι μου. Ἄν αὐτή ἡ ἑνότητα, πού λέγεται ἄνθρωπος ἐδῶ στό συμβολισμό μέ τά μολύβια, θελήσει οἰκείᾳ βουλήσει καί οἰκείῳ θελήματι νά φύγει ἀπό τό χέρι μου -εἶναι ἐλεύθερη νά τό κάνει- τότε θά διαλυθοῦν. Σημαίνει [ὅτι] ὁ Θεός ἔφτιαξε τόν ἄνθρωπο καί κρατοῦσε στά χέρια Του αὐτή τήν ἑνότητα. Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό ὁδηγεῖ στό θάνατο, πού σημαίνει [ὅτι] ὁ θάνατος [εἶναι ἡ] διάσταση ψυχῆς καί σώματος. 
Στό Χριστό συμβαίνει τό ἴδιο γεγονός· ἔχει σῶμα καί ψυχή, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι στόν ἄνθρωπο, σῶμα καί ψυχή. Τά συγκρατεῖ Ἐκεῖνος, ἀλλά ἐδῶ δέν ὑπάρχει περίπτωση νά φύγει ἀπό τόν ἑαυτό Του. Ἡ μόνη περίπτωση εἶναι ἡ παρέμβαση ἡ ἐξωτερική ἑνός φόνου [πού ἔγινε μέ τήν σταύρωσή Του]. Σέ αὐτή τήν περίπτωση, χωρίζεται μέν ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ἀλλά καί τά δύο παραμένουν ὑποστατικά, μέ τό χέρι μου πού συμβολίζει [στό παράδειγμά μας] τή θεία φύση. Ἔτσι λοιπόν, [στήν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ] ὁ θάνατος εἶναι ἄλλου εἴδους θάνατος, ὅτι ὑπάρχει [μέν] διάσταση ψυχῆς-σώματος, ἀλλά ἀκολουθεῖ ἀνάσταση, γιατί αὐτά δέν ἔφυγαν μακριά ἀπό τήν ἕνωση μέ τόν Χριστό. 
Αὐτό συμβαίνει καί σέ μᾶς. Ζώντας κοντά στήν Ἐκκλησία ἑνώνουμε τήν ψυχή καί τό σῶμα, σέ ὅλη μας τήν ὕπαρξη, μέ τό Θεό καί ἔτσι τό προσωρινό μας διάβα μέσα ἀπό τό θάνατο, κατά ἄκρα φιλανθρωπία καί ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ θάνατος εἶναι ἄκρα φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, θά ὁδηγήσει στό τέλος στήν ἕνωση, ἐπειδή θά εἴμαστε ἑνωμένοι· καί ἡ ψυχή μας καί τό σῶμα μέ τόν Χριστό. Βλέπετε, ἡ ψυχή πάει κοντά στό Χριστό καί εἶναι ἁγία ψυχή, προσδοκᾶ τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων καί τά σώματα, παρόλο πού εἶναι νεκρά σώματα καί διαλύονται, εἶναι ὅλα τά στοιχεῖα τοῦ σώματος ἑνωμένα μέ τό Θεό. Γι᾽ αὐτό βλέπετε τά σώματα τῶν ἁγίων λειψάνων βρύουν ἰάματα καί ἀναβλύζουν ἰάσεις καί ἀναβρύζουν εὐωδίες. Τί συμβαίνει πάνω σέ αὐτά τά ὑπολείμματα τοῦ σώματος, πάνω σέ ἐλάχιστα τμήματα ἀπό ὀστᾶ; Συμβαίνει ἡ Xάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τά κάνει νά ἔχουν καί ἄλλο χρῶμα καί νά βγάζουν ἰάματα καί νά ὑπάρχουν οἱ μυροβλύσεις. 
Ἄρα λοιπόν, στήν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε τήν κατά τά ἀνθρώπινα μέτρα διάσταση ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ὄχι τή διάσταση ἀπό τή θεία φύση. Ἔτσι λοιπόν, ἡ νίκη πάνω στό θάνατο συμβαίνει ἀκριβῶς τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πηγαίνει ὅπου πήγαιναν ὅλες οἱ ψυχές, στόν Ἅδη, ἀλλά σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί [γι᾿ αὐτό] νικιέται ὁ θάνατος, νικιέται ὁ σατανᾶς, ὁ ὁποῖος αὐτό δέν τό προσέμενε. Δέν εἶχε προσμονή ἤ προσδοκία ὅτι θά μποροῦσε κάποιος ἄνθρωπος νά τόν νικήσει. Γι᾽ αὐτό εἶχε πάντοτε ἀμφιβολία ἄν ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί γι᾽ αὐτό ἔσπρωξε τά πράγματα γιά νά Τόν δολοφονήσει. Πείστηκε σέ ἕνα σημεῖο πού δέν εἶναι Θεός κι ἐδῶ νικήθηκε. Αὐτή εἶναι ἡ στιγμή τῆς Καθόδου στόν Ἅδη.
Βέβαια, ἄλλη ἡ στιγμή τῆς Καθόδου στόν Ἅδη καί ἄλλη ἡ Ἀνάσταση, πού γίνεται τριήμερος. Προσέξτε, τριήμερος, ὄχι μετά ἀπό τρεῖς μέρες - τριήμερος. Προσέξτε, «τριήμερος ἀνέστη», ὄχι μετά ἀπό τρεῖς μέρες, γιατί τίς μέρες τίς μετρᾶμε, ὅταν μετρᾶμε, π.χ., ἄν ἕνα παιδί γεννήθηκε χθές, σήμερα εἶναι δύο ἡμερῶν. Ἡ πρώτη μέρα μετράει ὡς μέρα. Ὅταν διαβάζουμε τήν εὐχή τῆς ὀγδόης ἡμέρας τῆς γεννήσεως τοῦ παιδιοῦ, μετρᾶμε καί τήν πρώτη ἡμέρα. Ὅταν μετρᾶμε σαραντισμό, μετρᾶμε καί τήν πρώτη ἡμέρα. Ἄρα τριήμερος ἀνέστη: Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή, «ὄρθρου βαθέος», «τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀνέστη». Ὄχι μετά ἀπό τρεῖς μέρες, κατά τά μέτρα τά ὡρολογιακά, ἀλλά τριήμερος ἀνέστη. Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει τόσο πολύ αὐτή ἡ διάρκεια, ἀλλά τό μετρᾶμε ὡς τριήμερος, «τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀνέστη». 
Ἔτσι λοιπόν, [σ᾿ αὐτήν τήν εἰκόνα τῆς Καθόδου τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη], ὑπάρχει ἡ στιγμή τῆς νίκης πάνω στόν Ἅδη ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ Χριστοῦ μας πάνω στό Σταυρό καί μετά, τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, ἔχουμε τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. 
Ἄν διαβάσετε τίς ὑποσημειώσεις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στό Πηδάλιο, λέει ὅτι εἶναι δύο διαφορετικά γεγονότα. Καί λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὅτι οἱ ἁγιογράφοι δέν πρέπει νά ἀπεικονίζουν τά γεγονότα μέ ἕνα γεγονός. Εἶναι πράγματι δύο διαφορετικά γεγονότα, ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία ἐπέλεξε τό δεύτερο γεγονός νά μήν τό ἀπεικονίζει -τό γεγονός τῆς ἐξόδου μέσα ἀπό τόν τάφο- καί ἐπέλεξε συλλογικά, συνοπτικά, γενικῶς τήν Ἀνάσταση νά τήν ἀπεικονίζει ἀπό τά προοίμιά της, γιατί ἀνάσταση σημαίνει νίκη πάνω στό θάνατο, δέν σημαίνει ἔξοδος ἁπλῶς ἀπό μιά δυσκολία. Ὑπάρχουν πολλοί Ὀρθόδοξοι συγγραφεῖς νά διαβάσετε, πού αὐτό τό γεγονός ἀλλιῶς τό πιάνουν, ἀλλά δέν μπορεῖ νά γίνει παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας δέν ἔχει εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως ὡς ἔξοδος ἀπό τόν τάφο. Ἔχουμε [τήν εἰκόνα τῆς Καθόδου στόν Ἅδη]. Ἄσχετα οἱ μεταφορές καί τά δάνεια πού ἔγιναν μέσα ἀπό τό χῶρο τῆς Δύσης, ὅπου ἀπεικονίζονται καί στό Ἅγιον Ὄρος, μεταγενέστερα, ἀπό τίς Δυτικές ἐπιρροές καί Ἀναστάσεις ὡς ἔξοδος ἀπό τόν τάφο, ἀλλά ἡ παράδοσή μας, ποτέ μά ποτέ δέν ἔχει τό Χριστό νά ἐξέρχεται ἀπό τόν τάφο. Ἔχει ἄλλες παραστάσεις, ἔχει πιθανῶς τήν παράσταση τῶν Μυροφόρων, πού εἶναι τό κενοτάφιο. Οἱ Μυροφόρες καί ὁ κενός τάφος, ὑπάρχει αὐτή ἡ παράσταση. Ὑπάρχουν ἀπεικονίσεις τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάσταση, πού εἶδε ἀνθρώπους -ἕντεκα φορές [συνολικά] ἐμφανίστηκε- ἀλλά δέν ὑπάρχει ἔξοδος ἀπό τόν τάφο, παρά μόνο ἀπό τή Δυτική ἐπιρροή. Ἄρα ἐμεῖς ἐπιμένουμε καί μένουμε, ν᾿ ἀπεικονίζουμε τήν Ἀνάσταση μόνο μέ αὐτό τόν τρόπο, ὡς Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη κι ἐδῶ πραγματικά ἔχουμε τόν Χριστό πού κατεβαίνει στόν Ἅδη. 
Παρόλο πού στή θεολογία τῶν χρωμάτων εἴμαστε πιό ἐφεκτικοί, δηλαδή πιό συγκαταβατικοί, σέ προσβάσεις πού κάνουν οἱ ἁγιογράφοι, στό σκίτσο καί στίς μορφές δέν κάνουμε συγκατάβαση, δέν ἀλλάζουμε τή θεολογία τῆς εἰκόνας πού παίζεται πάνω στό σκίτσο. Οἱ ἁγιογράφοι μπορεῖ νά «παίξουν» μέ τά χρώματα. Ἄλλοι ἁγιογράφοι μπορεῖ νά κάνουν τόν Χριστό μέ ἄλλο χρῶμα ἐνδύματος, [γιά παράδειγμα] νά κατέβει μέ λευκά ἐνδύματα. Δέν στεκόμαστε τόσο πολύ. Βάζει, ὅμως, ἕνα ἔνδυμα γιατί κατεβαίνει «ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς»· «ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς... καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Προσέξτε, «ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ἐν τάφῳ σωματικῶς, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες μετά Πατρός καί Πνεύματος»- ἦταν παντοῦ. Ἀλλά ἐν Ἅδου εἶναι «μετά ψυχῆς», ἄρα ὁ Χριστός [στόν Ἅδη εἶναι] μετά ψυχῆς. Ἄρα σωστή ἡ ἀντιμετώπιση [τοῦ ἁγιογράφου] πού βάζει ἕνα χρῶμα ρούχου, [ἐπάνω στόν Χριστό]. 
Κατεβαίνει [ὁ Χριστός] στόν Ἅδη καί συντρίβει τάς πύλας τοῦ Ἅδου. Σταυροειδῶς εἶναι οἱ πύλες, σταυροειδῶς, διά τοῦ σταυροῦ. Οἱ πύλες συνετρίβησαν καί διά τοῦ σταυροῦ συνέτριψε τίς πύλες τοῦ Ἅδου. 
Ὅταν πρίν ἀπό λίγα χρόνια κάναμε τήν ἐπέκτασή του ναοῦ, ζήτησα οἱ ξύλινες πόρτες πού εἶναι ἀπ᾽ ἔξω, νά γίνουν ἀπό αὐτές τίς παρομοιώσεις, πού συμβολίζει καί ἡ ἁγιογραφία [τῆς εἰκόνας τῆς Καθόδου τοῦ Χριστοῦ μας στόν Ἅδη]. Συμβολισμοί εἶναι αὐτοί, ὅταν μπαίνεις στήν ἐκκλησία, νά θυμᾶσαι τή νίκη πάνω στόν Ἅδη· ποιοί τό θυμοῦνται αὐτό δηλαδή... τρελαμένοι εἶναι κι ἐδῶ... ἀλλά δέν πειράζει, ἄς τό ἀφήσουμε κι αὐτό. Ὁ κόσμος μπαίνει, βγαίνει ἐκεῖ πέρα μέσα. Κάποια διεργασία πολύ βαθιά γίνεται, ἀλλά θαρρεῖς καί μερικές φορές πού δέν ἔπιασες τίποτε. Τρελοί μπαίνουν, τρελοί βγαίνουν, τρελοί... Μακάρι νά βγοῦν τρελοί, τρελοί ἀπό τήν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ νά βγοῦν. 
Αὐτό λοιπόν συμβολίζουμε, ἔστω μέ τά ξύλα, μέ τίς πόρτες, μέ ὅλα τά ἤθη. [Ἴσως ἀναρωτηθεῖ κάποιος] γιατί δέν βάζουμε μιά πόρτα μεταλλική, νά εἷναι σάν ἕνα κάστρο; Κάτι συμβολίζει μέ ὅλα αὐτά ἡ Ἐκκλησία, κάτι συμβολίζει, μέ ὅλα αὐτά τά μεγέθη· [συμβολίζει τή νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν Ἅδη]. 
Καί ὁ Χριστός κατεβαίνει [στόν Ἅδη] καί προσλαμβάνει τούς πρώτους ἀνθρώπους, τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα. Γίνεται μιά πρόσληψη. Ἡ Εὔα καί ὁ Ἀδάμ, οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι γίνονται πιά ἅγιοι. Ἀναφέρονται τήν ἡμέρα τῶν Ἁγίων Προπατόρων, πού εἶναι πρίν τά Χριστούγεννα. Ἔχουμε τό Συναξάρι καί ἀναφέρονται ἐπί 15 λεπτά στό Συναξάρι, τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ ἁγίου προφήτου Τάδε, ὅλων τῶν προφητῶν καί τῶν δικαίων... Πρῶτα-πρῶτα ἀναφέρονται ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικά εἶναι ἅγιοι, γιατί κατά κάποιο τρόπο, [σύμφωνα] μέ τά βιογραφικά δεδομένα, ἔχουν κάποια μετάνοια μετά καί: «Ἐκάθισαν, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο». Θά τό ἀκούσουμε καί σάν τροπάριο τήν ἡμέρα τῆς παραμονῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. 
Καί ὅλοι οἱ δίκαιοι μαζί ἐξέρχονται. Ἐξέρχεται καί ὁ Πρόδρομος, διότι κι αὐτός ἦταν στόν Ἅδη, ἀκόμη καί ὁ Προφητάναξ Δαυίδ. [Στό κάτω μέρος τῆς εἰκόνας] ὑπάρχουν κάποιοι παῖδες, κάτι κλειδιά, κάτι ἀντικείμενα, μέ τά ὁποῖα ἐδένοντο. Καμιά φορά κάτω ὑπάρχει καί ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος παραμένει κάτω. Ὁ Χριστός κατέβηκε στόν Ἅδη, δέν βγῆκαν ὅλοι ὅμως. Δέν σημαίνει πού ἦταν γιά ὅλους νίκη πάνω στόν Ἅδη, [κι αὐτό] γιατί δέν τό ἤθελαν. Καί ἄρα παρόλο πού ὁ Χριστός κατεβαίνει καί παρόλο πού ὁ Πρόδρομος προανήγγειλε στόν Ἅδη τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ, ἦταν πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καί στόν Ἅδη, μερικοί δέν βγῆκαν· καί αὐτή εἶναι ἡ κόλαση: Νά ζήσεις τήν ἀκατάληπτη συγκατάβαση καί ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί νά μή θέλεις νά βγεῖς· γι᾽ αὐτό σέ ἄλλες εἰκόνες ἀπεικονίζεται καί ὑπ᾽ αὐτή τήν ἔννοια. 
Ὑπάρχει βέβαια καί μιά ἄλλη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού εἶναι ὁ Χριστός «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ»· εἶναι [ἀπό] τά γεγονότα μετά τήν Ἀνάσταση. Ἀλλά καί αὐτό [τό γεγονός] προσεγγίζεται ὡς γεγονός ἀναστάσιμο. 
Ἔχουμε, λοιπόν, τήν ἔξοδο ἀπό τούς τάφους, τούς δικαίους καί τό Χριστό· καί ὁ Χριστός παραμένει νά κρατάει, τό εἰλητάριο. Ἄλλες φορές μέ τό [δεξί] χέρι εὐλογοῦσε καί τώρα αὐτή ἡ εὐλογία γίνεται πρόσληψη. Καί πάνω σέ αὐτή τήν κίνηση -τρομερή κίνηση αὐτή ἡ πρόσληψη- λειτουργεῖ ἡ θεολογία πού παίρνει ἔκφραση, λογική καί γραφική ἔκφραση, μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον». Εἶναι ρητό τῆς Ἐκκλησίας, καθοριστικό δηλαδή, πῶς [γιά παράδειγμα] πάνω ἀπ᾽ τά νοσοκομεῖα βάζουν ρητά τοῦ Ἱπποκράτη... Αὐτή ἡ κίνηση τοῦ χειρός, εἶναι αὐτή ἡ πρόσληψη. 
Κακή ἀπομίμηση εἶναι αὐτό πού ἔγινε [στό παρεκκλήσι τοῦ Ἀποστολικοῦ Παλατιοῦ, τῆς ἐπίσημης κατοικίας τοῦ Πάπα, στήν πόλη τοῦ Βατικανοῦ] τήν Καπέλα Σιξτίνα, πού ὑπάρχει [ζωγραφισμένος] ἐκεῖ ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἀγγίζει τόν Ἀδάμ μέ τό δάχτυλο. Ἁπλῶς τόν ἀγγίζει νά τοῦ δώσει ζωή μέ ἕναν τρόπο, ἔτσι, «σέ ἀγγίζω». Πολύ ὄμορφη εἰκόνα εἶναι, ἀλλά δέν εἶναι αὐτό πού θέλουμε νά φανερώσουμε [μέ τήν Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία]. Ἐδῶ γίνεται μιά πρόσληψη, ἁρπάζει τόν Ἀδάμ ὁλόκληρο νά τόν βγάλει διότι «τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον». Προσλαμβάνει τόν Ἀδάμ γιά νά τόν θεραπεύσει καί τό χέρι πιά τῆς εὐλογίας γίνεται χέρι προσλήψεως καί ταυτόχρονα [στό ἄλλο χέρι] παραμένει τό εἰλητάριο, μέ τό ὁποῖο εὐλογεῖται. Ἔχει τήν ἐξουσία ὁ Χριστός νά κάνει ὅ,τι κάνει. Παίρνει τήν εὐλογία, νά τό πῶ ἔτσι, νά τό κάνει.

 

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, στά πλαίσια τῶν μαθημάτων ἁγιογραφίας τῶν Ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού ἔγινε τήν Παρασκευή 17-2-2006. 

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ



Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ 

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ 

Όπως κάθε εκκλησιαστική εορτή, έτσι και η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα έχει τη δική της λειτουργική εικόνα: είναι η εικόνα του Νυμφίου. Η εικόνα αυτή, ανάλογα με το λειτουργικό περιεχόμενο της ημέρας, μπορεί ν’ αναπαριστά τον Νιπτήρα(Μ. Τετάρτη),τον Εσταυρωμένο (Μ. Πέμπτη),την Αποκαθήλωση (Μ. Παρασκευή) ή την Εις Άδου Κάθοδο (Μ. Σάββατο κ.ε.). Όλα αυτά όμως τα γεγονότα συνοψίζονται δημιουργικά στην κατεξοχήν εικόνα του Νυμφίου, που φέρει τον τίτλο «Η Άκρα Ταπείνωσις».  
Ο εικονογραφικός αυτός τύπος αντανακλά μία συγκεκριμένη θεολογική θεώρηση. Ο αγιογράφος μέσα στον νεκρό άνθρωπο βλέπει έναν τέλειο Θεό. Αυτό το αποδίδει με τη γαλήνη του προσώπου, αλλά και τη δυναμικότητα της τεχνοτροπίας. Τίποτα δεν θυμίζει φυσικό, σταυρικό θάνατο, σκέτα ανθρώπινο, αλλά ένα θάνατο «μυστήριο». Η παράλογη -κατά τους φυσικούς νόμους- όρθια στάση του νεκρού Ιησού κρύβει μέσα της μία κίνηση, μία ενέργεια.  
Ο αναπαριστώμενος δεν εγκλωβίζεται μέσα στα σωματικά όρια. Ο Ιησούς της «Άκρας Ταπεινώσεως» δεν μοιάζει σ’ ένα πτώμα, αλλά σε κάποιον που έχει αποκοιμηθεί. Από τη μια μεριά εικονίζεται χωρίς συγχύσεις ένας τέλειος άνθρωπος με σάρκα και οστά, ενώ από την άλλη, αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά πλάθονται με τρόπο που να ενώνονται αδιαίρετα και να μας δείχνουν ότι συγχρόνως είναι κι ένας τέλειος Θεός.
Στην εικόνα της Καστοριάς (12ου αι.) η δυναμική γραμμικότητα της τεχνοτροπίας στα μαλιά και τα γένια, στα χαρακτηριστικά του προσώπου, μας υπογραμμίζει τη θεότητα της μορφής. Ιδιαίτερα ο διακοσμημένος σταυρός μέσα στο φωτοστέφανο. Παρ’ ότι ο Χριστός βρίσκεται μπροστά από τον Σταυρό, ο σταυρός στο φωτοστέφανο δεν αποτελεί στοιχείο πλεονασμού, αλλά σημαίνει την ένωση θείας και ανθρώπινης βούλησης στο Πρόσωπό Του, σημαίνει την αγάπη του Θεανθρώπου να πεθάνει υπέρ της σωτηρίας του κόσμου, αγάπη σταυρική. 
Η εικόνα του Νυμφίου Τον παριστάνει νεκρό μπροστά στον Σταυρό, με κλειστά μάτια, φέροντας την επιγραφή η Άκρα Ταπείνωσις. Η ταπείνωση όμως του Χριστού δεν πρέπει να θεωρηθεί υπό το πρίσμα του ευσεβισμού ή του ηθικισμού. Η ταπείνωση του Νυμφίου έχει σχέση με τον τρόπο ύπαρξής Του κι όχι με κάποιες ηθικές πράξεις. Η ταπείνωση στον Χριστό αποτελεί υποστατική ιδιότητα, δηλαδή κάτι συνυφασμένο με το πρόσωπό Του, που μας αποκαλύπτει πώς είναι ο Θεός. 
Λέμε, ότι ο Θεός έλαβε μορφή δούλου κι έφθασε μέχρι τον σταυρικό θάνατο. Για ποιο λόγο; Επειδή ο άνθρωπος με δική του πρωτοβουλία, ελεύθερα, αρνήθηκε την ένωσή του με τον Θεό κι έγινε δέσμιος της κτιστής του φύσης, υποτάχθηκε στον θάνατο. Ως θνητός δεν είχε καμία δυνατότητα να ξεπεράσει τον θάνατο και να σωθεί από την φθορά. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί κάποιος, ο οποίος ελεύθερα να ενώσει και πάλι τον θνητό άνθρωπο με τον αθάνατο Θεό και να τον σώσει. Η μόνη δυνατότητα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Η σωτηρία μας έπρεπε να περάσει μέσα από την προσωπική ελευθερία, το ναι εκείνο της προαίρεσης. 
Ο Υιός του Θεού, αναλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, συγκατατίθεται ελεύθερα στη θέληση του Πατρός· όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος δέχεται ελεύθερα τον σταυρικό θάνατο. Η ελευθερία αυτή φαίνεται στην αγωνία της Γεσθημανή, όταν υπακούοντας στον Πατέρα λέγει: «πλήν μη το εμόν γινέσθω θέλημα». Ως τέλειος άνθρωπος αγωνιά μπροστά στον θάνατο, όμως δεν είναι μόνος· ως τέλειος Θεός είναι ενωμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, το οποίο Του συμπαρίσταται σ’ όλη εκείνη την πορεία μέσα στην ανθρώπινη φθορά και Τον λυτρώνει από τις συνέπειές της. Έτσι λοιπόν και το ανθρώπινο θέλημα ακολουθεί το θείο, εφόσον ο Χριστός συγκατατέθηκε ως Πρόσωπο. Όμως, αν δεν αγαπάς, δεν κόβεις το δικό σου θέλημα, δεν υπακούς στο θέλημα του άλλου, αλλά και για ν’ αγαπήσεις, πρέπει να είσαι ελεύθερος. Η αγάπη δεν μπορεί να γεννηθεί έξω από την ελευθερία, όπως και η ελευθερία έξω από την αγάπη. Έτσι η υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα είναι έκφραση της αγάπης Του, είναι κίνηση ενός ελεύθερου Προσώπου. 
Η κύρια έκφραση της ταπείνωσης του Θεού είναι η Άκρα Ταπείνωσις, η οποία εμφανίζεται πάνω στο Σταυρό. Είναι ο σταυρικός θάνατος του Χριστού, η απόλυτη αγάπη που μόνο ο Θεάνθρωπος κατέχει. Ωστόσο, η προσφορά της σταυρικής θυσίας έχει εδώ κάτι παραπάνω από το στοιχείο της αγάπης του Υιού προς τον Πατέρα και αντιστρόφως· είναι η αγάπη του Θεού και Πατρός προς τον κόσμο Του, είναι η προσφορά του Υιού Του ως βάση για την κατά χάριν υιική, προσωπική σχέση μας με τον Πατέρα. Είναι μία μυστηριακή πράξη, μια λειτουργία, ένα μυστήριο. Για τον λόγο αυτό, όσο κι αν κενούται ο Υιός του Θεού «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού», διατηρεί την υπερβατικότητά Του... 
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής θεώρησης του Νυμφίου είναι η επιγραφή, ο Βασιλεύς της Δόξης. 
Πώς είναι δυνατόν ο ζωγράφος να βλέπει στο Πρόσωπο του νεκρού, αθώου αλλά και ταπεινωμένου Ιησού τον Βασιλιά της δόξας; Φυσικότερο θα ήταν να δανειστεί μία εικόνα της κοσμικής εξουσίας, όπως ο βασιλικός θρόνος κι όχι την εικόνα του σταυρικού θανάτου. Η θεώρηση αυτή ταυτίζεται με την ίδια την Ορθοδοξία. Αν η σταυρική θυσία έχει λυτρωτική σημασία για τον άνθρωπο, είναι γιατί πάνω στον Σταυρό ο θάνατος καταπατήθηκε. Η Ανάσταση μ’ άλλα λόγια αποκαλύπτει και συνεχίζει τη νίκη του Σταυρού. Η βασιλική δόξα του Χριστού δεν είναι μια αντανάκλαση της θεϊκής Του φύσης αλλά το αναστάσιμο γεγονός της θέωσης του ανθρώπου. Ως θεάνθρωπος ανέστησε την ανθρώπινη φύση καταλύοντας τον έσχατο εχθρό του ανθρώπου, δηλαδή τον θάνατο, γι’ αυτό είναι Βασιλιάς της δόξας (του Θεού). Η Ανάσταση συντελείται πάνω στο Σταυρό, ακριβώς τη στιγμή που ακολουθεί το τετέλεσται, γι’ αυτό και η δύναμη της Ανάστασης είναι «δύναμη του Σταυρού». Να γιατί ο Κύριος εικονίζεται στις παραστάσεις της Εις Άδου Καθόδου να κρατά τον Σταυρό. 
Ο Χριστός, επομένως, της Άκρας Ταπείνωσης είναι ο αναστημένος Χριστός, ο Βασιλεύς της Δόξης. Ο Θεάνθρωπος δεν νικά τον θάνατο λόγω της θεϊκής Του φύσης, γιατί ήταν Θεός, αλλά γιατί ως Πρόσωπο είναι αδιαίρετα ενωμένος με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα. Ο Θεός Πατήρ ανιστά τον Υιό Του δια του Αγίου Πνεύματος. Ανασταίνεται, λοιπόν, ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος, όπως δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος λαμβάνει σάρκα στη μήτρα της Θεοτόκου κι έτσι μαζί μ’Εκείνον ανασαίνεται και ολόκληρη η ανθρωπότητα. 
Η εμπειρία αυτή καθορίζει την Ορθοδοξία. Το Άγιον Πνεύμα επομένως είναι Εκείνο που μας ελευθερώνει από την φθαρτότητα της φύσης μας και μας θεώνει. Το Άγιον Πνεύμα μας κάνει θεούς κατά χάριν καθιστώντας το ιστορικό σώμα του Χριστού, μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός»




«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός»  
Πηγή: εδώ 
...Νυμφίος της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος, ο Θεός που έχρισε την ανθρώπινη φύση με τη Θεότητα, ο Χριστός. Είναι ο μονογενής Υιός του Θεού, ο ομοούσιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Είναι Εκείνος, που με την ευδοκία του Θεού Πατρός χαμήλωσε τους ουρανούς και κατήλθε προς τον κόσμο. 
...Η κάθοδός Του είναι και η ταπείνωση, η κένωσή Του. Αδειάζει λοιπόν ο Θεός κατά τρόπο ακατάληπτο από τη θεϊκή Του δόξα, χωρίς να χάνει τίποτα απ’ αυτό που είναι, για να συναναστραφεί τους ανθρώπους. Όμως ο θεϊκός αυτός έρωτας είναι τόσος, που φθάνει ως τα άκρα. Ανεβαίνει ο Θεός στον Σταυρό κι από εκεί κατεβαίνει στον Άδη. Πιο χαμηλά δεν υπάρχει ούτε τόπος ούτε τρόπος για να πάει ο Θεός. Κι εκεί απλώνει τα χέρια Του, ώστε όποιος θέλει να μπορέσει να Τον πιάσει και να τον βγάλει μέσα από τον Άδη, όπως λέει ένας σύγχρονος πατήρ της Εκκλησίας, ο Γέρων Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης. Αυτή είναι η Άκρα Ταπείνωση του Θεού, ο Νυμφώνας του Θεανθρώπου... 
Από το βιβλίο: Σπ. Μαρίνη, Ερμηνεύοντας την εικόνα, εκδ. Γρηγόρη, σ.144-145). 
Εικόνα του 1400. 
Ιδιωτική συλλογή, Αθήνα.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΟΝΤΖΑΣ


Η Δευτέρα Παρουσία τέλη 16ου αιώνα, 79×67εκ. 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΟΝΤΖΑΣ, 
Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ


Ο Γεώργιος Κλόντζας γεννήθηκε το 1530 στον Χάνδακα και έζησε όλη τη ζωή του εκεί. Κατάγονταν από μεγάλη αστική οικογένεια της Κρήτης, που είχε το παρωνύμιο Χριστιανόπουλος. Ο πατέρας του Ανδρέας ήταν κάτοχος σημαντικής περιουσίας στο Ηράκλειο και ιδιοκτήτης του ναού του Αγίου Μάρκου των Ρωμαίων.Το 1562 νυμφεύθηκε την Εργίνα Πανταλέου και απέκτησε τρεις γιούς, μελλοντικούς ζωγράφους, τον Νικολό, τον Μανέα και τον Λουκά. Το 1564 ο κυρ Γεώργιος Κλόντζας (ως maistro Giorgi Cloza depentor) μνημονεύεται για πρώτη φορά ως μάρτυρας σε νοταριακό έγγραφο (αντίστοιχο με τα σημερινό συμβολαιογραφικό έγγραφο) και το Δεκέμβριο του 1566 ανέλαβε να εκτιμήσει, μαζί με τον παπα-Ιωάννη de Frossega, μία εικόνα του νεαρού τότε Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
Σύμφωνα με νοταριακές πράξεις, στις οποίες αναφέρονται οι γιοί του, ο θάνατός του πρέπει να τοποθετηθεί στους πρώτους μήνες του έτους 1608.
Από τους πιο παραγωγικούς ζωγράφους της εποχής του, κατόρθωσε, περισσότερο από άλλους συγχρόνους συναδέλφους του, να δημιουργήσει ένα προσωπικό ύφος, χωρίς να απομακρυνθεί από τον κανόνα της βυζαντινής παράδοσης. Το ύφος του κλιμακώνεται από το πιο ακαδημαϊκό κρητικό έως το πλησιέστερο προς τον ιταλικό μανιερισμό, προφανώς ανάλογα με τον παραγγελιοδότη του. Πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα η ικανότητα του καλλιτέχνη για εικαστικές επινοήσεις, που όχι μόνο εμπλουτίζουν τις παραδοσιακές εμβληματικές εικόνες, αλλά και δημιουργούν εντελώς καινούριες συνθέσεις, σχεδόν ιστορικού χαρακτήρα, όπως παρατηρείται συχνά σε φορητές εικόνες αλλά και σε μικρογραφίες. 
Κάποια από τα έργα του περιέχουν ανορθογραφίες στις επιγραφές των ονομάτων, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο -ιδιαίτερα μορφωμένος- Κλόντζας ανέθετε συχνά σε βοηθούς του τις επιγραφές των εικόνων του. Είναι γνωστό ότι ο Κλόντζας διατηρούσε εργαστήριο, στο οποίο εκτός από τους γιους του, που ήταν όλοι ζωγράφοι, δούλευαν και άλλοι τεχνίτες. 
Ένας μεγάλος αριθμός έργων του βρίσκεται στη Βενετία, στην Πάτμο, στο Σινά, στη Ζάκυνθο και αλλού. Τα περισσότερα από τα έργα του είναι ανυπόγραφα. Έγινε διάσημος για τις φορητές εικόνες του -οι περισσότερες από τις οποίες είναι μικρογραφίες- και για τα τρίπτυχά του. Ο Κλόντζας παίρνει ένα θέμα διαδεδομένο μόνο στη δυτική τέχνη, προσπαθώντας να το εντάξει στην ορθόδοξη παράδοση, γεγονός που δείχνει την ισχυρή προσωπικότητά του και τις μεγάλες του ικανότητες.

Η «Δευτέρα Παρουσία», θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Γύρω από τον πύρινο ποταμό που καταλήγει στην Κόλαση, οργανώνεται όλη η παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας. Στο μέσο και ψηλά παριστάνεται ο Ιησούς–Κριτής, πλαισιωμένος από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και την Παναγία. Το τρίπτυχο έχει ξυλόγλυπτη βάση και επίστεψη διακοσμημένη με δεκαπέντε μικρά μετάλλια με σκηνές από τη Γένεση. Στην εσωτερική του όψη παριστάνεται η Δευτέρα Παρουσία. Στο κεντρικό φύλλο επάνω βρίσκεται ο Παντοκράτορας που δέχεται τις δεήσεις της Παναγίας και του Προδρόμου, χαμηλότερα ο σταυρός με τον Αδάμ και την Εύα και οι χοροί των πατριαρχών και των προφητών. Πιο κάτω εικονίζονται η Ψυχοστασία και η Κόλαση. Στο αριστερό φύλλο παριστάνονται έξι απόστολοι ένθρονοι, σε δύο ζώνες οι χοροί των ιεραρχών, των στρατιωτικών αγίων και των μοναχών και πιο κάτω η Έγερση των νεκρών. Στο δεξί φύλλο παριστάνονται οι υπόλοιποι έξι απόστολοι, οι άνθρωποι που περιμένουν την κρίση τους και η Κόλαση με το κτίριο της φλεγόμενης καμίνου, τη βάρκα με τον φοβερό βαρκάρη, τη γέφυρα με τους αμαρτωλούς και τους δαίμονες που στέλνουν τους ανθρώπους στο στόμα του δράκοντα. 
 
 

cityculture.gr / Γεώργιος Κλόντζας, Η Δευτέρα Παρουσία / Παναγιώτης Καμπάνης*

*Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου - Αγιογραφία

 


Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου. 
«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι» καὶ τὰ ἑξῆς (Λουκ. ιη΄, 10 κἑ). Ἱστορία. Ναὸς μὲ σκάλαν καὶ ἐπάνω αὐτοῦ, ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, ὁ Φαρισαῖος, γέρων μακρυγένης μὲ φαρδιὰ ῥοῦχα καὶ τυλιγμένος τὴν κεφαλὴν μὲ μανδήλι, ἱστάμενος καὶ βλέπων πρὸς οὐρανόν, ἔχων τὸ ἕνα χέρι ἁπλωμένον ἄνω καὶ μὲ τὸ ἄλλο δεικνύων τὸν Τελώνην, καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ὁ δαίμων τῆς ὑπερηφανείας, καθήμενος· καὶ ἄντικρυς αὐτοῦ ὁ Τελώνης βλέπων κάτω καὶ τύπτων τὸ στῆθός του, καὶ εἷς ἄγγελος ἄνωθεν αὐτοῦ εὐλογῶν αὐτόν.

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΦΟΥΡΝΑ 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 

 σελ.174

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Ἡ Παραβολὴ τοῦ δείπνου.

 


Ἡ Παραβολὴ τοῦ δείπνου. 
«νθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε» καὶ τὰ ἑξῆς (Λουκ. ιδ΄, 16-23). Ἱστορία. Ὁ Χριστὸς ἱστάμενος εὐλογῶν καὶ γύρωθεν αὐτοῦ οἱ ἀπόστολοι, καὶ εἰς τὰ δεξιὰ μέρη αὐτοῦ οἱ Ἰουδαῖοι, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ἄλλοι τρώγοντες καὶ πίνοντες, ἄλλοι πραγματευόμενοι καὶ ἄλλοι προσπίπτοντες εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸ ἄλλο μέρος αὐτοῦ οἱ ἐθνικοί, προσπίπτοντες καὶ αὐτοὶ εἰς αὐτόν, καὶ οἱ ἀπόστολοι διδάσκουσιν αὐτούς.

Η Παραβολή του Δείπνου.

«Ένας άνθρωπος έκανε ένα μεγάλο δείπνο και κάλεσε» και τα εξής (Λουκάς 14, 16-23)
Σκηνή / Εικονογραφία. 
Ο Χριστός στέκεται όρθιος και ευλογεί, και γύρω του βρίσκονται οι απόστολοι. Στα δεξιά Του (της εικόνας) βρίσκονται οι Ιουδαίοι, Γραμματείς και Φαρισαίοι, άλλοι τρώνε και πίνουν, άλλοι συζητούν για διάφορα ζητήματα (πραγματευόμενοι) και άλλοι πέφτουν στα πόδια Του (Τον προσκυνούν). Στο άλλο μέρος (της εικόνας), βρίσκονται οι Εθνικοί (μη Ιουδαίοι), οι οποίοι επίσης πέφτουν στα πόδια Του, και οι απόστολοι τους διδάσκουν.

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΦΟΥΡΝΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 σελ.172-173

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

 
Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ
ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ [2]
«Πεθαμένη τέχνη» και πεθαμένοι άνθρωποι που την κρίνουν
(Άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 28/11/1948)
(Όπως είχαμε υποσχεθεί, προχωρούμε στο 2ο μέρος του άρθρου του Φώτη Κόντογλου για τη Βυζαντινή Τέχνη.) 
Ο Θεοτοκόπουλος που τον υμνολογάτε τώρα, παράτησε τον Τισιάνο και τους Βενετσάνους, που ήτανε τον καιρό εκείνο αυτό που λέτε εσείς σήμερα «μοντέρνοι» και γύρισε πίσω και στην τεχνική και στη σύνθεση του έργου του. Οι Βενετσάνοι ζωγραφίζανε τότε ελεύθερα γιομάτοι κοσμικό πνεύμα χωρίς θρησκευτικότητα με επίδειξη μάλιστα της αθρησκίας τους. Τα θρησκευτικά θέματα τα παίρνανε σαν αφορμή για να κάνουνε σαρκικά έργα κι αυτό το καυχιόντανε κι οι ίδιοι κι άλλοι «ελεύθεροι νόες» κι ίσαμε σήμερα το καυχιούνται, πως δηλαδή πετάξανε το θεοκρατισμό που πίεζε την τέχνη, κληρονομιά του Βυζαντίου, και γυρίσανε στην «καθαρή αισθητική απόλαυση», εμπνευσμένοι από το παγανιστικό πνεύμα του αρχαίου κόσμου. Για ελευθερία περνούσε η εξυπνάδα να βάζουνε το Χριστό καμωμένο πολλές φορές από τον καθρέφτη μέσα σ’ ένα παλάτι της Βενετιάς να τρώγει σ’ ένα τσιμπούσι μαζί με κάποιους άρχοντες, που ήτανε ντυμένοι με ρούχα βενετσιάνικα και που γνωριζόντανε πως ήτανε ο τάδε και ο τάδε και να τους υπηρετούνε σερβιτόροι και λακέδες του καιρού τους, όλοι ντυμένοι με νταντέλες. Τα τραπέζια, το φαγητό, τα κανάτια, τα ποτήρια, τα λυκόσκυλα, όλα ήτανε παρμένα από τη ζωή. Κι αυτό το καλύβι της Γαλιλαίας, που γίνηκε ο εν Κανά γάμος, αυτοί το κάνανε Παλάτσο Ντουκάλε. Σ’ άλλες αγιογραφίες π.χ. στα μαρτύρια των αγίων, οι στρατιώτες δεν ήτανε αρχαίοι Ρωμαίοι αλλά Βενετσάνοι εκείνου του καιρού, αρματωμένοι με αλεμπάρδες και αρκεμπούζια. 
Ο Θεοτοκόπουλος γύρισε στα παλιά. Πρώτα πρώτα ήτανε θρήσκος κι έκανε θρησκευτική ζωγραφική. Αυτός γύρισε σ’ αυτά που σιχαινόντανε οι τοτεινοί νεωτεριστές, όπως οι δικοί μας σήμερα, ήγουν στα ξυλένια χέρια, στα ασκητικά πρόσωπα, στα κορμιά δίχως ανατομία και που ήτανε τυλιγμένα με αρχαία ρούχα, στα τοπία και στα φανταστικά τα χτίρια δίχως προοπτική κι έκανε εκείνα τα σύννεφα που ‘ναι σα βράχια στον ουρανό, όλα στραβοζωγραφισμένα κατά το παλιό βυζαντινό σύστημα, στόματα, μάγουλα, μάτια αλλήθωρα, δάχτυλα από κερί, μύτες παρά φύση, νεύρα και φλέβες δίχως γνώση, όλα ακατάστατα και άσχημα. 
Οι Ιταλιάνοι του καιρού του και οι Ισπανιόλοι ύστερα, που ήτανε ποτισμένοι από το μοντέρνο πνεύμα της Ιταλίας, τον λέγανε τρελλόν. Είχανε κάνει άνω κάτω τον κόσμο να ξεπαστρέψουνε αυτές τις μούμιες της Ανατολής (τις βυζαντινές εικόνες) για να κάνουνε ωραίες γυναίκες, με γάμπες τορνευμένες, με όμορφα στήθια, μ’ ένα σωρό μπαμπίνα (γυμνά παιδιά), που πετούσανε στον αγέρα, σύννεφα απαλά σα γάζες, κτίρια μεγαλόπρεπα, γαλερίες που ξεγελούσανε το μάτι και τρυπούσανε το μουσαμά και πηγαίνανε εκατό, διακόσια μέτρα παραμέσα, όλη τούτη την αισθηματολογία που τη λένε οι σημερινοί αισθηματολόγοι «χαρά της ζωής, νόημα της ζωής κ.λ.π.». Πως λοιπόν ήτανε νεωτεριστής ο Θεοτοκόπουλος που πήγαινε κατά πίσω; Τι ήθελε να βγάλει απ’ αυτά τα είδωλα, απ’ αυτά τα φαντάσματα της ορθοδοξίας, της γριάς Ανατολής, τώρα που το δροσερό αγέρι της λευτεριάς είχε φυσήξει στην τέχνη κι έκανε «ωραία πράγματα, τέλεια σαν δεύτερη φύση κι ωραιότερη από δαύτη»; Σαν Ρωμιός που ήτανε, θα λέγανε ο Τισιάνος και οι φιλότεχνοι αισθητικοί, δεν μπορεί παρά να ΄ναι «παλαιός, οπισθοδρομικός, θρησκόληπτος, παλιοημερολογίτης, ξυλένιος. Πέταξε ό,τι έμαθε από τη βασίλισσα της τέχνης, τη Βενετιά, και ζωγραφίζει σαν αρχαίος». 
Ένας Μαντσίνι, που ήτανε σε κείνον τον καιρό ο πιο σπουδαίος τεχνοκρίτης κι είχε κι αυτός μια θεωρία, γράφει πως ο Θεοτοκόπουλος πέθανε πολύ γέρος και «χαμένος για την τέχνη». Και τώρα αυτοί που αν ζούσανε τότες θα λέγανε ό,τι έλεγε κι ο Μαντσίνι, δοξάζουνε τον Θεοτοκόπουλο σαν «γίγαντα της τέχνης» και τους πιάνει σεληνιασμός και τον αναλύουνε και τον ψάχνουνε και τον σκαλίζουνε και τον γαργαλάνε και τον βασανίζουνε και τον πνίγουνε με τα θυμιατήρια τα ψεύτικα. Κι οι ίδιοι είναι που λένε πως τώρα έχει πεθάνει πια η παράδοση. Όσο πεθαμένη ήτανε στον καιρό του Αλέξιου του Κομνηνού, είτε στον καιρό των Παλαιολόγων, είτε στον καιρό του Θεοτοκόπουλου, άλλο τόσο είναι πεθαμένη σήμερα, Πεθαμένοι είναι αυτοί που τη λένε πεθαμένη. Η παράδοση λέγει τα λόγια του Παύλου : « Είμαι η ζωή η αληθινή, μα σε κείνους που έχουνε μέσα τους τη ζωή, μυρίζω ζωή και σε κείνους που έχουνε μέσα τους θάνατο μυρίζω θάνατο».

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.



Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

«Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος καὶ ἐνεδιδύσκετο» καὶ τὰ ἑξῆς (Λουκ. ισ', 19-31). Ἱστορίζεται οὕτως. Παλάτι καὶ ἐν αὐτῷ τράπεζα μὲ διάφορα φαγητά, καὶ εἷς ἄνθρωπος φορῶν λαμπρὰ φορέματα, καθήμενος εἰς αὐτὴν καὶ βαστῶν εἰς τὸ χέρι του ποτήρι, καὶ ὑπηρεται πολύς ὑπηρετοῦντες αὐτὸν καὶ φέροντες διάφορα φαγητά, καὶ παρέκει πολύν αὐτὸς εἰς κλίνην καὶ δαίμονες ἑβγάνοντες τὴν ψυχήν του, καὶ γύρωθεν αὐτοῦ γυναῖκες καὶ παιδία κλαίοντα, καὶ ὑποκάτω τῶν θυρῶν τοῦ παλατίου εἷς ἄνθρωπος γυμνός, πληγωμένος, κείμενος καταγῆς, καὶ σκυλλία γλύφουν τὰς πληγάς του. καὶ ἐπάνωθεν του ὁ Δαβὶδ μὲ τὴν κιθάραν καὶ τῶν ἀγγέλων τὰ τάγματα λαμβάνοντα τὴν ψυχήν του μετὰ σαλπίγγων, καὶ ὀργάνων. καὶ παρέκει ὁ Ἄδης καὶ ὁ πλούσιος ἐν αὐτῷ καιόμενος καὶ λέγων: «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με» καὶ ἀντίκρυ αὐτοῦ παράδεισος καὶ μέσα ὁ Ἀβραὰμ καὶ εἰς τοὺς κόλπους του ὁ Λάζαρος· ὁ δὲ Ἀβραὰμ ἀποκρίνεται πρὸς τὸν πλούσιον: «Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου» καὶ τὰ ἑξῆς.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΦΟΥΡΝΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 σελ.172-173

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ 

18 Οκτωβρίου  

Ο απόστολος Λουκάς καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας και, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν γόνος οικογενείας εθνικών. Από νεαρή ηλικία αφιερώθηκε στην αναζήτηση της σοφίας, στη μελέτη των επιστημών και των τεχνών. Αυτή η δίψα του για γνώση τον έκανε να ταξιδεύσει ανά τον κόσμο και να διαπρέψει στην ιατρική επιστήμη και την τέχνη της ζωγραφικής. Εκτός από την ελληνική γλώσσα, την οποία χειριζόταν θαυμάσια, όπως μαρτυρεί το Ευαγγέλιό του, γνώριζε επίσης την εβραϊκή και την αραμαϊκή. 

Σύμφωνα με μια εκκλησιαστική παράδοση, συγκαταλεγόταν μεταξύ των Εβδομήκοντα Αποστόλους, τους οποίους απέστειλε ανά δύο ο Κύριος να κηρύξουν τον λόγο της σωτηρίας στις πόλεις και στα χωριά της Παλαιστίνης [1]. Κατά τη διάρκεια του ζωηφόρου θείου Πάθους, ο άγιος Λουκάς βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα· και το πρωί του Πάσχα περπατούσε μαζί με τον Κλεόπα [30 Οκτ.] προς το χωριό Εμμαούς, θλιμμένος και εξουθενωμένος για την απώλεια του Διδασκάλου. Η θλίψη του όμως μετατράπηκε σε άφατη χαρά, όταν ο Χριστός, ο Οποίος τους παρουσιάσθηκε «κατά το κομμάτιασμα του άρτου», μαρτυρώντας έτσι την εκ νεκρών τριήμερη έγερσή Του (Λουκ. 24, 35). Εν συνεχεία, μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ο Λουκάς έμεινε για κάποιο διάστημα στα Ιεροσόλυμα μαζί με τους άλλους Αποστόλους και κατόπιν επέστρεψε στην Αντιόχεια, όπου βρισκόταν ήδη κάποιοι από τους μαθητές. Ορισμένοι όμως αναφέρουν ότι ο άγιος Απόστολος έμεινε στη Σεβάστεια της Σαμαρείας για λίγο, για να κηρύξει τον λόγο του Θεού, και εκεί απέκτησε το λείψανο της δεξιάς χειρός του Τιμίου Προδρόμου, το οποίο μετέφερε στην πατρίδα του ως πολύτιμο τρόπαιο. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια, πρέπει να συνάντησε τον Απόστολο Παύλο, κατά τη διάρκεια της δεύτερης αποστολικής περιοδείας του (περί το 50), και από εκεί να ξεκίνησε μαζί του, συνοδεύοντάς τον στην Ελλάδα, με σκοπό να κηρύξει το Ευαγγέλιο της σωτηρίας. 

Αλλά μια άλλη παράδοση [2] αναφέρει ότι ο Λουκάς δεν είχε γνωρίσει τον Κύριο κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, και ότι συνάντησε τον απόστολο Παύλο στη Θήβα της Βοιωτίας -επί βασιλείας Κλαυδίου (περί το 42)-, όπου ο ίδιος φρόντιζε και περιέθαλπε τους ασθενείς. Οι πύρινοι λόγοι του Αποστόλου των εθνών τον έπεισαν για την αλήθεια, την οποία ματαίως αναζητούσε επί τόσα χρόνια στην ανθρώπινη σοφία. Αμέσως και χωρίς δισταγμούς, εγκατέλειψε τα υπάρχοντά του και την ιατρική του σώματος, για να γίνει μαζί με τον απόστολο Παύλο ιατρός των ψυχών. 

Συνόδευσε επίσης στις περιοδείες από την Τρωάδα έως τους Φιλίππους τον Απόστολο των εθνών, και τον εγκατέστησε εκεί για να εδραιώσει τη νεοσύστατη εκκλησιαστική κοινότητα. Ο Λουκάς έμεινε πολλά χρόνια στη Μακεδονία. Όταν ο Παύλος την ξαναεπισκέφθηκε κατά τη διάρκεια της τρίτης περιοδείας του (38), τον έστειλε στην Κόρινθο, για να παραλάβει τα χρήματα (τη αναφερόμενη ως «λογία») που είχαν συγκεντρώσει οι πιστοί υπέρ των πτωχών των Ιεροσολύμων. Εν συνεχεία, μετέβησαν μαζί στην Αγία Πόλη, ενισχύοντας τις Εκκλησίες που συναντούσαν στον δρόμο τους. Όταν ο απόστολος Παύλος συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ο Λουκάς δεν τον εγκατέλειψε, αλλά τον ακολούθησε μέχρι τη Ρώμη, όπου παρουσιάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του Καίσαρα. Ως πιστός μαθητής, αντιμετώπισε μαζί του όλα τα δεινά και τις περιπέτειες του ταξιδιού, τις οποίες περιγράφει στο τέλος των «Πράξεων των Αποστόλων» (27-28).
Στη Ρώμη, υπό την καθοδήγηση του αποστόλου Παύλου, ο Λουκάς συνέγραψε το Ευαγγέλιό του και τις «Πράξεις των Αποστόλων». Και τα δύο αυτά έργα του τα αφιέρωσε στον ηγεμόνα της Αχαΐας, στον «κράτιστο» Θεόφιλο, ο οποίος ασπάσθηκε τον χριστιανισμό [3]. Προσθέτοντας στο Ευαγγέλιό του λεπτομέρειες που δεν τις βρίσκουμε στα δύο πρώτα Ευαγγέλια, διηγείται τον Βίο του Σωτήρος Χριστού, υπογραμμίζοντας τη φιλευσπλαχνία και τη φιλανθρωπία Του προς το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, το οποίο ήλθε να βοηθήσει ως Ιατρός. Στις δε «Πράξεις», αφού αναφερθεί στα γεγονότα που συνόδευσαν την ίδρυση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, υπογραμμίζει ιδιαιτέρως το αποστολικό έργο του διδασκάλου του Παύλου, ο οποίος εργάσθηκε για τη διάδοση του ευαγγελικού λόγου περισσότερο από τους άλλους Αποστόλους.
 

Ο απόστολος Παύλος έμεινε στη φυλακή δύο χρόνια. Όταν αποφυλακίσθηκε, ξανάρχισε αμέσως τις αποστολικές περιοδείες του, έχοντας μαζί του τον πιστό μαθητή του Λουκά. Λίγο αργότερα όμως, ο Νέρων εξαπέλυσε ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών της Ρώμης. Ριψοκινδυνεύοντας τότε ο Παύλος και την ίδια του τη ζωή, επέστρεψε στην πρωτεύουσα για να στηρίξει τους πιστούς. Εκεί συνελήφθη και κλείστηκε πάλι στη φυλακή, σε συνθήκες χειρότερες από τις προηγούμενες φορές. Ο Λουκάς παρέμεινε κοντά του πιστός, ενώ άλλοι τον εγκατέλειψαν (Β΄ Τιμ. 4, 11), και πιθανόν να παραβρέθηκε στο μαρτύριό του, χωρίς ωστόσο να μας αφήσει γραπτή μαρτυρία. 

Μετά τον ένδοξο θάνατο του Αποστόλου των εθνών, ο Λουκάς πήρε τον δρόμο της επιστροφής, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της σωτηρίας στην Ιταλία, τη Δαλματία, καθώς και στη Μακεδονία, από όπου πέρασε για να φθάσει στην Αχαΐα. Αναφέρεται ότι στα γεράματά του πήγε στην Αίγυπτο, για να ευαγγελισθεί τους εκεί ειδωλολάτρες, και υπέστη μεγάλες ταλαιπωρίες, και ότι έφθασε μέχρι τη μακρινή Θηβαΐδα, όπου χειροτόνησε τον άγιο Άβιλο δεύτερο επίσκοπο Αλεξανδρείας [4]. 

Εν συνεχεία, επιστρέφοντας ο Λουκάς στην Ελλάδα, έγινε επίσκοπος των Θηβών της Βοιωτίας. Χειροτόνησε τότε πρεσβυτέρους και διακόνους, ανήγειρε ναούς και με την προσευχή του θεράπευσε τους ψυχικά και σωματικά ασθενείς. Εκεί, σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών, τον συνέλαβαν οι ειδωλολάτρες, τον έγδαραν ζωντανό, τον σταύρωσαν σε μια ελιά [5], και έτσι μαρτυρικά παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο. Αργότερα επιτέλεσε πολυάριθμα θαύματα, χάρη σε ένα θαυματουργικό υγρό το οποίο ανέβλυζε από τον τάφο του και θεράπευε κάθε ασθένεια, ιδίως τις ασθένειες των οφθαλμών σε όποιον με πίστη χριόταν με αυτό. 

Μετά από πολλά χρόνια, στις 3 Μαρτίου του 357, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, απέστειλε τον ηγεμόνα της Αιγύπτου άγιο Αρτέμιο [20 Οκτ.] στις Θήβες, για να προβεί στην ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του αποστόλου Λουκά στον ναό των Αγίων Αποστόλων της Βασιλεύουσας· τα κατέθεσε τότε κάτω από την αγία Τράπεζα, μαζί μ’ εκείνα των αγίων Αποστόλων Ανδρέου και Τιμοθέου. 

Η παράδοση της Εκκλησίας αναφέρει επίσης ότι ο άγιος Λουκάς υπήρξε ο πρώτος αγιογράφος και ότι φιλοτέχνησε εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου, ενώ ακόμη ζούσε. Η Παναγία δέχθηκε με χαρά την εικόνα και είπε: «Ἡ χάρις τοῦ παρ’ ἐμοῦ Τεχθέντος, εἴη μετ’ αὐτῆς!» [6]. Εν συνεχεία, ο άγιος ιστόρησε και άλλες εικόνες της Παναγίας και των αγίων Αποστόλων και έτσι μετέδωσε στην Εκκλησία την ιερή και ευλαβή παράδοση της τιμής των εικόνων του Χριστού και των αγίων. Για τον λόγο αυτό τιμάται εξαιρέτως ως προστάτης των αγιογράφων. 

-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-
[1] Ο Λουκάς είναι ο μόνος Ευαγγελιστής ο οποίος αναφέρει την από του Κυρίου αποστολή των Εβδομήντα μαθητών. Αυτή η μαρτυρία επιβεβαιώνει μάλλον την άποψη ότι συγκαταλεγόταν μεταξύ τους. 

[2] Την οποία μνημονεύει το Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ την προηγούμενη αναφέρει ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής, στηριζόμενος στους αρχαίους συγγραφείς Ωριγένη, Κλήμη Αλεξανδρείας και Ευσέβιο Καισαρείας. 

[3] Κατ’ άλλους, τις συνέγραψε στα Ιεροσόλυμα. Ο πρόλογος του κατά Λουκάν Ευαγγελίου φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη ότι δεν υπήρξε ο ίδιος αυτόπτης μάρτυς του Βίου του Κυρίου, αφού γράφει: «όπως μας τα παρέδωσαν εκείνοι που από την αρχή ήταν αυτόπτες μάρτυρες και υπηρέτες του λόγου, αφού ερεύνησα όλα τα γεγονότα από την αρχή με ακρίβεια, θεώρησα κι εγώ καλό να σου τα γράψω με τη σειρά…» (Λουκ. 1, 2). 

[4] Την παράδοση αυτή μνημονεύει μόνο ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής. 

[5] Ο μαρτυρικός του θάνατος μνημονεύεται από τους πλέον πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς (από το άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο κυρίως), μόνο όμως ο Νικηφόρος ο Κάλλιστος (14ος αι.) αναφέρει τον σταυρικό θάνατο. Κατ’ άλλους (Ηλίας ο Κρης, Νικηφόρος Γρηγοράς), ο άγιος Απόστολος ανεπαύθη εν ειρήνη. 

[6] Η εικόνα αυτή της Θεοτόκου, η πασίγνωση «Οδηγήτρια» που κρατεί ευθυτενώς το Θείο Βρέφος, εστάλη από την Παλαιστίνη στην Κωνσταντινούπολη από την αυτοκράτειρα Ευδοκία, ως δώρο στην αδελφή του συζύγου της Πουλχερία, και αυτή την κατέθεσε στη Μονή των Οδηγών, της οποίας ήταν κτιτόρισσα (βλ. Θεοδώρου Αναγνώστου· «Εκκλησιαστική Ιστορία», εκδ. G.C.Hansen, Βερολίνο 1971, σελ. 100). Η εικόνα επιτέλεσε αναρίθμητα θαύματα, ιδίως κατά τη λιτάνευσή της επί των επάλξεων για την απώθηση των Αράβων που πολιορκούσαν τη Βασιλεύουσα (717). Καταστράφηκε από τους Τούρκους κατά τη φρικτή άλωση. Άλλες εικόνες που αγιογράφησε ο απόστολος Λουκάς, βρίσκονται η μία στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο, μία άλλη στη Μονή Κύκκου στην Κύπρο, και η τρίτη στη Μονή Παναγίας Σουμελά του Πόντου. Και αλλού απαντώνται και άλλες εικόνες, οι οποίες μόνο κατά την παράδοση αποδίδονται στον άγιο Απόστολο και Ευαγγελιστή. Ο άγιος Ανδρέας ο Κρης μνημονεύει επίσης (PG 97, 1304) δύο εικόνες του αγίου Λουκά, μία του Χριστού και μία της Θεοτόκου, τις οποίες μπορούσε κανείς να προσκυνήσει στη Ρώμη και στα Ιεροσόλυμα.


Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 2ος, Οκτώβριος. Ίνδικτος, 

 

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

Τὸ Πρόσωπο τοῦ Φωτὸς Εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σωφρόνιο

Τὸ Πρόσωπο τοῦ Φωτὸς
Εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σωφρόνιο 
Μοναχὴ Γαβριηλία 

πηγή:εδώ  

ποιος εἶδε τὸ Ἄκτιστο Φῶς καὶ ἀναγνώρισε στὸ Φῶς αὐτὸ τὸν Χριστό, αὐτὸς ποτὲ πλέον δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴ γνώση ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου.¹

Χριστὸς ἦταν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Κατὰ τὴν πρώιμη παιδική ἡλικία του εἶχε τὴν ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Στὴν ἐφηβεία ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ στράφηκε πρὸς τὸ σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας. Ὁ Χριστὸς ὅμως τὸν ἀναζήτησε καὶ στὸ σκοτάδι εἰσέδυσε λεπτὴ ἀκτίνα Φωτός, στὴν ὁποία ὁ Ἅγιος ἀναγνώρισε τὸν Δημιουργό του. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ γιὰ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του, μὲ φλογερὴ προσευχὴ μετανοίας, ἐπιζητοῦσε νὰ γίνει ἐγγὺς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Κύριος εἰσάκουσε τὴ δεήσή του, χαρίζοντάς του καὶ πάλι τὴ χάρη τῆς θεωρίας τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς καὶ τῆς σπάνιας δωρεᾶς τῆς προσευχῆς, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς προσευχόταν μέσα του. 
Ὅταν τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ -καθώς ἐστιν- ἀποκαλύπτεται σὲ ἐμᾶς, μένουμε μὲ τόσο βαθειὰ αἴσθηση γι’ Αὐτόν, ποὺ καθετὶ ἄλλο ὠχριᾶ καὶ τότε ἀρχίζει μιὰ νὲα περίοδος στὴ ζωή μας. Ἔχοντας ἀγαπήσει τὸν Χριστό, τὸν Δημιουργό μας, ἔχοντας δεῖ τὸ Πρόσωπό Του, θὰ ἐμπνευστοῦμε μὲ πύρινη ἔμπνευση γιὰ ὅλη μας τὴ ζωή.[2]

Πρὸς τὸ τέλος τῆς μακρᾶς ζωῆς του ὁ ἅγιος Σωφρόνιος συνέγραψε τὴν πνευματική αὐτοβιογραφία του καθὼς καὶ κάποια ἀκόμη βιβλία, ὅπου περιέγραψε τὴν ἐσωτερική του πορεία καὶ ἐμπειρία γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν ἄλλων. Ὅμως ὁ λόγος κάποτε δὲν ἐπαρκεῖ νὰ ἀποδώσει αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ διηγηθεῖ ἡ εἰκόνα, ποὺ ἀπὸ μόνη της μπορεῖ νὰ ἐκφράσει χιλιάδες λέξεις. 
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ζωγράφισε ἀρκετὲς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ. Δαπανοῦσε πολλὲς ὧρες ἀναζητώντας προσεκτικὰ τὸ σωστὸ βλέμμα, τὴν ὀρθὴ ἀπόδοση τοῦ φωτός, τῆς ταπείνωσης, τῆς πραότητας, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴ σωστὴ ἔκφραση τῆς Θείας ἰσχύος τοῦ ὑπερκόσμιου αἰωνίου, ἐνδεδυμένου τὴν ἀνθρώπινη μορφή. Ὡστόσο ποτὲ δὲν ἔμενε πλήρως ἰκανοποιημένος μὲ τὸ ἀποτέλεσμα. Παρατηροῦσε ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσει κάποιος μόνο ἐν μέρει τὸν Χριστὸ καὶ ὅτι ἡ εἰκόνα Του λειτουργεῖ ὡς ἐφαλτήριο· βλέπουμε στὴν εἰκόνα τὸ πρόσωπό Του καὶ ὁ νοῦς μας ἀνάγεται ἀπείρως ὑψηλότερα, πέρα ἀπὸ αὐτή, πρὸς τὸν Δημιουργό μας. 
Παρὰ τὴν ἔντονη ἀναζήτησή του νὰ ἀπεικονίσει τὸν Χριστό, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος δὲν ἔπαψε νὰ προσπαθεῖ νὰ ζωγραφίσει τὴν εἰκόνα Του, ἐλπίζοντας κάθε φορὰ νὰ ἀποδώσει κάτι περισσότερο ἀπὸ Ἐκεῖνον. 
Ἔρεισμα καὶ πρότυπο γιὰ τὸν ἅγιο Σωφρόνιο ὑπῆρξε ἡ Σινδόνη τοῦ Τορίνο, τὴν ὁποὶα θεωροῦσε ὡς φωτογραφία δοσμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ μιὰ ἐποχὴ τεχνολογικῆς ἐξέλιξης, ὅταν ἡ γῆ στράφηκε ταχύτερα πρὸς τὴν ἀρχὴ τοῦ τέλους. Κι ὅμως, ὅλως παραδόξως, πρὶν ἀκόμη ἐμφανισθεῖ ἡ ἀρνητικὴ ἀποτύπωσή της στὸν σκοτεινὸ θάλαμο τοῦ ἰταλοῦ φωτογράφου Σεκόντο Πία τὸ 1898, ἡ πλειοψηφία τῶν εἰκόνων, τῶν τοιχογραφιῶν καὶ τῶν ψηφιδωτῶν τῶν παλαιότερων ἁγιογράφων φέρουν σχεδὸν ταυτόσημα χαρακτηριστικὰ μὲ τὴ φωτογραφία Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτό Του σὲ πολλοὺς ταπεινοὺς ζωγράφους στὸ παρελθόν, μὲσα στὸ ἀέναο ρεῦμα τῆς Παράδοσεως. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ὁδὸς ποὺ ἀκολούθησε καὶ ὁ ὅσιος Γέροντας, ἴσως ὅμως μὲ ἕναν δικό του ἰδιαίτερο τρόπο. 
Ὁ ἁπλὸς ἁγιογράφος τίθεται στὴ διακονία τοῦ προσώπου ποὺ σκοπεύει νὰ ἀπεικονίσει ἤ ὅταν πρόκειται γιὰ παραστάσεις ἑορτῶν, στὸ πνεῦμα τοῦ γεγονότος. Μὲ προσοχὴ καὶ προσευχή, κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνατοτήτων του, ἀρχίζει νὰ δημιουργεῖ. Τὸ πιὸ σημαντικό εἶναι νὰ κρατήσει ταπεινὴ στάση, γιατί, ὅταν ὑπερισχύει τὸ ἐγώ, χάνεται ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν εἰκονιζόμενο Ἅγιο καὶ τὸ ἔργο παύει πλέον νὰ φέρει
πνευματικὴ χροιά. Εἶναι σκληρὴ καὶ ἀπαιτητικὴ ἐργασία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ ἴδιος πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ κάθε ἀλλότρια σκέψη ὡς πρὸς τὸ ἐπικείμενο ἱερὸ ἔργο. Σὲ σπάνιες περιπτώσεις δημιουργεῖται κάποια σύνδεση μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ αἰώνιου προσώπου ποὺ ἀπεικονίζεται. 
Σὲ τέτοιες στιγμὲς μεταδίδεται στὸν ἁγιογράφο μιὰ μικρὴ γεύση αἰωνιότητος ποὺ ταπεινώνει τὸ πνεῦμα του, ἐφόσον φέρει χαρακτήρα κρίσεως. Κατοπτεύει τὸ ὑπερκόσμιο καὶ γεύεται τὸ αἰώνιο. Κι ἂν αὐτὸ συμβαίνει σὲ ἕναν ἁπλὸ ἁγιογράφο, πόσο μᾶλλον ἰσχύει γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἦρθε σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, εἴτε μέσῳ τῆς θεωρίας τοῦ Προσώπου Του, εἴτε μὲ τὴν ἔλλαμψη τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση τὸ βάρος τῆς εὐθύνης νὰ ἀποδοθεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν εὐκρινέστερα τὸ θεωρούμενο Πρόσωπο, εἶναι ἀπείρως μεγαλύτερο ἀπὸ ὅτι γιὰ τὸν καλλιτέχνη ποὺ ἁπλῶς ἀκολουθεῖ πρότυπα ἢ προγενέστερες ἀποκαλύψεις ἀποτυπωμένες σὲ εἰκόνες. 
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶχε δεχθεῖ τὴ σπάνια δωρεὰ τῆς θεωρίας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, ἀλλὰ καὶ τῆς προσωπικῆς συναντήσεως μὲ τὸν Ζῶντα Χριστό. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ κατάσταση χάρισε στὸν Γέροντα ἕναν σπάνιο συνδιασμὸ βαθειᾶς θεογνωσίας καὶ λεπτῆς καλλιτεχνικῆςαἴσθησης, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τὸν Γέροντα νὰ ξεχωρίζει κατὰ πολὺ ἀπὸ τὰ μέτρα κάθε συνηθισμένου ἁγιογράφου. Ὁ κλῆρος του ἦταν νὰ ἀποδώσει πιστὰ τὴν προσωπική του ἐμπειρία μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ καταστήσει τὸ Πρόσωπό Του προσιτὸ σὲ ὅλους. 
Ὁ ἴδιος ἀφιέρωνε πολλές ὧρες ἐπίπονης ἐργασίας γιὰ κάθε εἰκόνα ἢ τοιχογραφία τοῦ Δημιουργοῦ του καὶ συχνὰ ἔκανε προπαρασκευαστικὰ σχέδια καὶ μελέτες στὸ χαρτί, πρὶν ξεκινήσει τὸ βασικὸ ἔργο. Ὅλα τὰ βασάνιζε μὲ μεγάλη ἔνταση προσευχῆς, γνωρίζοντας ὁ ἴδιος πὼς οἱ ἄνθρωποι θὰ στρέψουν τὸ βλέμμα τους
στὴν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος ἐπιζητώντας βοήθεια, διόρθωση καὶ καθοδήγηση. 
Οἱ φορητὲς εἰκόνες καὶ οἱ τοιχογραφίες περνοῦσαν ἀπὸ διάφορα στάδια ποὺ πολλὲς φορὲς ἐξέπλητταν καὶ προκαλοῦσαν ἀπορία στὸν θεατή. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔλεγε στοὺς μοναχοὺς καὶ στὶς μοναχὲς τῆς Μονῆς του ποτὲ νὰ μὴν κρίνουν ἕνα ἔργο πρὶν ὁλοκληρωθεῖ. 
Δυστυχῶς, μόνο τὰ ἔργα τῶν τελευταίων ἐτῶν τῆς ζωῆς του καταγράφηκαν στὶς διάφορες φάσεις τῆς ἐξέλιξής τους. Κάποιες ἀπὸ τὶς φωτογραφίες αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀντανακλοῦν τὰ στάδια ἑνὸς ἔντονου ἀγώνα, τὸν ὁποῖο αἰσθάνεται κανείς, ὅταν τὶς παρατηρεῖ. Αὐτὸ γίνεται ἰδιαίτερα φανερὸ στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, ποὺ βρίσκεται στὸν Ναὸ τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ, τοῦ πνευματικοῦ διδασκάλου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. 
Οἱ παλαιότερες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ ἔχουν μιὰ ἐλαφρὰ αἴσθηση αὐστηρότητας, παρουσιάζοντάς Τον ὡς τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου. 
Μὲ τὸ πὲρασμα τῶν χρόνων, ὅμως, τὸ Πρόσωπό Του ἀποκτᾶ ἔκφραση περίλυπης ἀγάπης Τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο φέρει τὸ αἰώνιο βλέμμα τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ κόσμου λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του. 
Διακρίνεται πάλι ἡ αἴσθηση τῆς ἐπικείμενης νίκης ἔναντι τοῦ θανάτου, ἡ ἔκφραση τῆς «εἰς τέλος» ἀγάπης Του γιὰ τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ καὶ τῆς βαθειᾶς λύπης Του γιὰ τὴν πτώση του. 
Γιὰ νὰ τὸ καταφέρει αὐτό, ὁ Γέροντας, ὄντας ὁ ἴδιος σχεδὸν ἐννενήντα χρονῶν, ἐργάστηκε γιὰ ἡμέρες ἀδιάκοπα ἐπάνω στὴ σκαλωσιά. 
Καθηλωμένος γιὰ ὧρες ἐπιχειροῦσε μὲ πολλὴ προσοχὴ νὰ ἀποδώσει εὐκρινέστερα τὴν ἔκφραση τοῦ Κυρίου, προσθέτοντας χρώμα ἢ χαράσσοντας ἐλαφρὰ τὴν τοιχογραφία προκειμένου νὰ ἀναδείξει μερικὰ φωτεινὰ σημεῖα, διορθώνοντας τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν, τῶν φρυδιῶν, τὸ περίγραμμα τῶν μαλλιῶν καὶ γενικὰ τὴν τονικότητα τοῦ ἔργου. Ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ ἐν μέρει τὴν προσπάθεια τοῦ Ἁγίου σὲ ὅλη τὴν πορεία τῆς ἀναζήτησης τοῦ Ἀληθινοῦ Προσώπου. 
Κατὰ τὸ τελικὸ στάδιο, ὅταν ἡ μορφὴ τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου ἦταν ἕτοιμη, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος μοῦ ζήτησε νὰ ἀνέβω στὴ σκαλωσιά, ἐνῶ ὁ ἴδιος, καθισμένος στὸν κυρίως Ναὸ καὶ χρησιμοποιώντας κυάλια θεάτρου, μὲ καθοδηγοῦσε προσεκτικὰ στὴ λεπτὴ προσαρμογὴ τοῦ περιγράμματος τῆς μορφῆς στὸ χρυσὸ φόντο. Τὸ περίγραμμα τῆς μορφῆς ἐπηρεάζει πολὺ σημαντικὰ τὴν ἔκφραση στὸ σύνολό της. 
Τὸ συγκεκριμένο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὴν τοιχογραφία τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου ἔρχεται νὰ συμπληρώσει τὶς γραφὲς τοῦ Ὁσίου: 
ἐκεῖ ποὺ οἱ λέξεις σταματοῦν, παίρνει τὸν λόγο ἡ εἰκόνα. Μέσω αὐτῆς τῆς τοιχογραφίας μπορεῖ κάποιος νὰ γίνει μέτοχος τῆς ἐγγύτητας τοῦ ἁγίου Γέροντα πρὸς τὸν Χριστό. Ἀπὸ κάθε σημεῖο τοῦ Ναοῦ μπορεῖ ὁ πιστὸς νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ ἀπευθύνεται σὲ αὐτὸν προσωπικὰ καὶ σὲ ὅλους. Ὁ Κύριος κοιτάζει μὲ ἀγάπη «εἰς τέλος» μὲ ἀγαθότητα, μὲ ἄκρα ταπείνωση, καλώντας ὅλους τοὺς πιστοὺς σὲ προσωπικὴ κοινωνία μαζί Του. Στὴν εἰκόνα αὐτὴ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔδωσε ὅλο τὸν ἑαυτό του. Ἄδειασε τὸν ἑαυτό του γιὰ χάρη τῶν ἄλλων, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ὠφεληθοῦν ἔστω καὶ λίγοι ἐκπληρώνοντας ἔτσι τὴν
προσευχὴ τοῦ Γέροντός του, ὁσίου Σιλουανοῦ: Δέομαί Σου, ἐλεήμον Κύριε, ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς.[3]
Μερικὰ χρόνια ἀργότερα, ἀφοῦ εἶχε ἀπεικονίσει τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ καθὼς ἀκόμη ἀναζητοῦσε νὰ ἀποδώσει τὴ μορφὴ τοῦ Προσώπου μὲ τρόπο ἐπάξιο, ἔκανε ἕνα σχέδιο μὲ μολύβι γιὰ μιὰ νέα εἰκόνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοποθετηθεῖ στὸ τέμπλο τοῦ Ναοῦ ποὺ προαναφέρθηκε. Τὸ σχέδιο αὐτὸ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἡ κορωνίδα τῶν ἔργων του. Ἔχει τὴν πλησιέστερη ἔκφραση μὲ αὐτὴ ποὺ ζητοῦσε νὰ ἀποδώσει στὸν Χριστό. Ἡ ἀποτύπωση τῆς εἰκόνας στὸ ξύλο ὅμως, δὲν ἀπέδωσε μὲ τὴν ἴδια διαφάνεια τὸν αἰώνιο χαρακτήρα τοῦ Σωτῆρος. Ὡστόσο, ἡ εἰκόνα αὐτὴ στὸ τέμπλο τοῦ Ναοῦ τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ ἔχει κάτι ἰδιαίτερο. Κανένας φωτογραφικὸς φακὸς δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει τὴν Παρουσία ποὺ συνοδεύει τὴν εἰκόνα αὐτή. 
Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ ἀόρατη αὐτὴ διάσταση ὀφείλεται στὶς προσευχὲς ποὺ ἀπηύθυναν οἱ πιστοὶ πρὸς τὴν εἰκόνα στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχές τοῦ ὁσίου Γέροντος. Γενικὰ παρατηροῦμε ὅτι ἡ φωτογραφία δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδώσει τὴν πραγματικὴ αἴσθηση καὶ διάσταση ποὺ ἔχει ἡ εἰκόνα αὐτή. Ἡ προσωπικὴ ἐμπειρία εἶναι ἀναντικατάστατη. 
Ἐν τέλει, τὸ σχέδιο τῆς ἐν λόγῳ εἰκόνας παραμένει ἡ πιὸ βαθειὰ καὶ δυνατὴ ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Γέροντα. Μέσα ἀπὸ τὸ Πρόσωπο αὐτὸ ἂς ἀξιωθοῦμε νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ βρεθοῦμε ἐγγύτερα στὸν Δημιουργὸ καὶ Σωτήρα, Ἰησοῦ Χριστό, διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ ὁσίου θεράποντός Αὐτοῦ, Γέροντος Σωφρονίου.  
[1]. Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Hearken my Beloved Brethren, Tolleshunt Knights: Stavropegic Monastery of St John the Baptist, 2021, p. 55.

[2]. Ο.π, σελ.98  

[3]. Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 172018 p. 355


Τὸ Πρόσωπο τοῦ φωτός

Εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σωφρόνιο

Ἀδελφὴ Γαβριηλία

Δημοφιλείς αναρτήσεις