Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Όταν κάποιος, είναι εξαγοράσιμος σημαίνει ότι, δεν είναι χριστιανός.



Από τον βίο του Αγίου Θεοδοσίου
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

πηγή:εδώ  

Όταν κάποιος, είναι εξαγοράσιμος σημαίνει ότι, δεν είναι χριστιανός. Οι ορθόδοξοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν πτοήθηκαν από δωροδοκίες ή απειλές. Η δωροδοκία σε ζητήματα πίστεως είναι ισοδύναμη με την περίπτωση του Ιούδα, ο οποίος πρόδωσε το Χριστό για κάποια αργύρια. Τέτοια δωροδοκία χαρακτήριζε μόνον ορισμένους αιρετικούς. Όταν ο αυτοκράτορας Αναστάσιος ενέδωσε στην αίρεση του Ευτυχούς, στράφηκε εναντίον των αποφάσεων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα. 451) και θέλησε να ακυρώσει την ισχύ αυτών των δογμάτων. Προκειμένου να κερδίσει την υποστήριξη των πιο επιφανών αντιπροσώπων της Εκκλησίας, ο αυτοκράτορας άρχισε να τους στέλνει διάφορα δώρα. Ο άγιος Θεοδόσιος ήταν ο πιο φημισμένος άνθρωπος σε ολόκληρη την Παλαιστίνη. Ο αυτοκράτορας του έστειλε ως δώρο τριάντα κιλά χρυσό για τις ανάγκες τάχα του μοναστηριού. Ο Θεοδόσιος κατάλαβε ότι ο αυτοκράτορας ήθελε να τον δωροδοκήσει. Πράγματι πόσο σοφά ενέργησε ο άγιος του Θεού! Δεν ήθελε να κρατήσει τα χρήματα για το μοναστήρι, παρόλο που αυτό είχε μεγάλες οικονομικές ανάγκες• δεν ήθελε όμως ούτε να τα επιστρέψει στον αυτοκράτορα, για να μην τον παροργίσει περισσότερο εναντίον των ορθοδόξων• έτσι μοίρασε αμέσως όλο το χρυσάφι στους φτωχούς στο όνομα του αυτοκράτορα. Η ελεημοσύνη αυτή δυνάμωσε την προσευχή του στο Θεό για τη διόρθωση του αυτοκράτορα και την επιστροφή του στον ορθό δρόμο. 

 

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, 
«Ο Πρόλογος της Αχρίδος», 
τ. 1, Ιανουάριος, εκδ. Άθως

Βίος Ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου

Βίος Ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου 
Μνήμη 11 Ἰανουαρίου
Ἐπιμέλεια τοῦ βίου: Γαβριὴλ Τ. 

πηγή:εδώ  

Στὸ Synax. Eccl. CP[1], στὴν Ἑλληνικὴ Πατρολογία[2], στὸ Μηναῖο τοῦ Ἰανουαρίου (ΙΑ΄) καὶ ἀλλοῦ[3], ἀναφέρεται ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου. 
Καταγόταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Καππαδοκίας ποὺ ὀνομαζόταν Μωγαρισοῦ[4]. Ἦταν υἱὸς γονέων εὐσεβῶν καὶ πιστῶν. Τὸν πατέρα του τὸν ἔλεγαν Προαιρέσιο καὶ τὴ μητέρα του Εὐλογία. 
Σὲ νεαρὴ ἡλικία χειροτονήθηκε ἀναγνώστης καὶ τοῦ ἄρεσε νὰ μελετᾶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἀβραάμ, προτύπου ὅλων ὅσοι ἀπὸ ἀγάπη στὸν Κύριο ξενιτεύονται (Γέν. 12), καὶ τοὺς λόγους τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνιστοῦν νὰ ἀφήσουμε γονεῖς, ἀγαθὰ καὶ φίλους γιὰ νὰ κληρονομήσουμε ζωὴν αἰώνιον (Ματθ. 19,29). Μὲ ψυχὴ ποὺ καταφλεγόταν ἀπὸ θεῖο ζῆλο, ὁ Θεοδόσιος ἀποφάσισε νὰ ἐφαρμόσει αὐτὰ τὰ παραγγέλματα[5]
Ἀφοῦ ἔγινε μοναχός, πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἦρθε στὴν Ἀντιόχεια, καὶ ἀντάμωσε τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Στυλίτη ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔμαθε καὶ τὴν πρόοδο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἔχει στὴν ἀρετή, καὶ ὅτι θὰ γίνει καὶ ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἔπειτα ἔζησε κοντὰ σὲ ἕναν ἡσυχαστή, ποὺ λεγόταν Λογγίνος, καὶ παρουσιάστηκε τόσο ὑπερβολικὰ ἐγκρατής, ποὺ ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἔτρωγε μόνο μία φορά. Στὸ διάστημα μάλιστα τριάντα ὁλόκληρων χρόνων δὲν ἔφαγε καθόλου ψωμί, παρὰ μόνο ἰσχάδες, χουρμάδες, κουκιὰ καὶ βότανα. 
Ἄσκησε λοιπὸν κάθε εἶδος ἀρετῆς καὶ ἔφθασε σὲ τέτοιο ὕψος ἀναβάσεως, ὥστε ἀξιώθηκε νὰ ἐκτελεῖ παράδοξα θαύματα. Μόνο αὐτὸς ἔβλεπε μαζὶ μὲ ἕναν ἄλλο ἀδελφὸ τὸ μαθητὴ του Βασίλειο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ πέθανε καὶ ἐνταφιάστηκε στὸν τάφο, τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος ἔκτισε γιὰ αὐτὸν πρὸς ἐνθύμηση τοῦ θανάτου, στεκόταν μετὰ τὸ θάνατο στὴν Ἐκκλησία μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς καὶ ἔψαλλε μαζί τους. Καὶ ἦταν ἀόρατος γιὰ ὅλους τούς ἄλλους. Αὐτὸς ἄναψε καὶ τὰ σβησμένα κάρβουνα χωρὶς φωτιὰ στὸν τόπο ἐκεῖνο, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ θεμελιωθεῖ τὸ μοναστήρι. Ἐπίσης ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν αἱμορραγία μία γυναίκα, ἡ ὁποία προσῆλθε μὲ πίστη καὶ ἀπὸ ἕνα σπυρὶ σιτάρι, τὸ ὁποῖο εὐλόγησε, ἔκανε νὰ ὑπερχειλίσουν οἱ σιταποθῆκες.

Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἐμφανίστηκε χωρὶς νὰ τὸν βλέπουν, ἔβγαλε ἀπὸ τὸ βυθὸ τοῦ πηγαδιοῦ τὸ παιδὶ ποὺ ἔπεσε ἐκεῖ μέσα καὶ ἀκόμη βοήθησε τὰ παιδιὰ μίας γυναίκας, τὰ ὁποία πρὶν ἀκόμα ἔρθουν στὴ ζωή, ἁρπάζονταν ἀπὸ τὸ θάνατο. Ἔτσι καὶ τὴ μητέρα τους, ἡ ὁποία δὲν εἶχε καλύτερη τύχη καὶ ἀπὸ μία ἐντελῶς στείρα, ἐξαιτίας τῶν θανάτων τῶν παιδιῶν, ὁ Ἅγιος μὲ τὴν προσευχὴ του τὴν ἔκανε πολύτεκνη. Ἀλλὰ καὶ τὸ νέφος ἀκρίδων ἒδιωξε μὲ μία μόνον ἐπιτίμηση. Αὐτὸς καὶ τὸν Κόμη τῆς Ἀνατολῆς Κήρυκο φύλαξε ἄτρωτο στὸν πόλεμο, διότι ἐκεῖνος φοροῦσε γιὰ προστατευτικὸ θώρακα τὸ τρίχινο ἱμάτιο τοῦ Ἁγίου. Ἀλλὰ καὶ τὴ γῆ ποὺ ἀδικοῦνταν ἀπὸ τὴν ξηρασία καὶ δὲν ἔδινε καρπὸ τὴν ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν ἀνυδρία, προκαλώντας βροχὴ μὲ τὴν προσευχή του.

Προεῖπε ἀκόμα ὁ Ὅσιος καὶ τὴν κατεδάφιση ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ ἡ πόλη Ἀντιόχεια ἀπὸ τὸν σεισμὸ (526). Καὶ πολλοὺς ἀνθρώπους γλύτωσε ἀπὸ τὴν τρικυμία τῆς θάλασσας μὲ τὴν ἐμφάνισή του ὅταν κινδύνευαν. Καὶ στάθηκε καὶ δάσκαλος τῆς ἀρετῆς σὲ πολλοὺς μαθητές, καὶ περισσότερους παρακίνησε πρὸς τὸν ἴδιο ζῆλο καὶ μίμηση τῆς δικῆς του ἀρετῆς μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του καὶ στὴ συνέχεια τοὺς ἔφερε κοντὰ στὸν Κύριο.

Ἡ φήμη του γιὰ τὴν ἁγία ζωὴ του ἔγινε γρήγορα γνωστὴ στὰ πέρατα τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἔφερε στὸ ἡσυχαστήριό του δεκάδες ἀδελφοὺς ἀναγκάζοντας τὸν Θεοδόσιο νὰ ἱδρύσει ἕνα εὐρύχωρο μοναστήρι ὅπου ἐφάρμοσε πιστὰ τὰ πρότυπα τοῦ ἀσκητικοῦ βίου. Τὸ μεγάλο κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου, τέλεια ὀργανωμένο, ἦταν ἕνας ἀληθινὸς ἐπίγειος παράδεισος. Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, θαυμάζοντας τὴ μοναστικὴ αὐτὴ πολιτεία, διόρισε τὸν Ἅγιο Θεοδόσιο γενικὸ προϊστάμενο καὶ ἐπόπτη ὅλων τῶν κοινοβίων τῆς Παλαιστίνης, γι' αὐτὸ καὶ λέγεται Κοινοβιάρχης. 
Ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῶν αἱρέσεων ἐργάσθηκε ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, γι' αὐτὸ καὶ ἔπεσε στὴ δυσμένεια τοῦ αἱρετικοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου τοῦ Δικόρου (491-518), ποὺ ὑποστήριζε τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε μόνο θεία φύση, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἐξόρισε. Μετὰ τὴν ἐξορία του, ὁ Κοινοβιάρχης ξαναγύρισε στὸ κοινόβιό του κι ἔζησε ἀκόμα 11 χρόνια μέχρι τὸ 529, ποὺ κοιμήθηκε σὲ ἡλικία 105 ἐτῶν. 
Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος ὡς τὰ βαθειὰ γεράματά του ἦταν ἕνας ὡραῖος μὲ ἐπιβλητικὸ παράστημα ἄνθρωπος, ὥστε νὰ ἔχουν καὶ σ' αὐτὸν ἐφαρμογὴ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου τῶν γὰρ ἁγίων οὐχὶ τὰ ρήματα μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πρόσωπα πνευματικῆς γέμει χάριτος[6]
Ἡ εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του διαδόθηκε σὰν ἀστραπή. Καὶ ἔτρεξαν πολλοί, λαϊκοί, κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἀκόμη καὶ Ἐπίσκοποι, γιὰ νὰ ἀσπαστοῦν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἀνδρός, ποὺ στάθηκε γιὰ ὅλους φιλόστοργος πατέρας καὶ προστατευτικὸς ἀδελφός. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων προσῆλθε νὰ ἀσπασθεῖ καὶ νὰ παραστεῖ στὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία· μεγάλη δὲ ὑπῆρξε ἡ συγκίνησή του, ὅταν βρέθηκε ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος τοῦ Ὁσίου. Ἡ σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ σεπτὸ Ἀποστολεῖο (Ἀποστολικὸ ναὸ) τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία. 
Ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Ἱερομόν. Ἐφραὶμ Χαλής, μελετώντας τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου, ἀναγνωρίζει κανεὶς τὴν μεγάλη προσφορὰ τοῦ Ὁσίου στὴν ἐκκλησία καὶ στὴν κοινωνία. Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἦταν κοινωνικὸς ἐργάτης, ἱεραπόστολος καὶ ἱεροκῆρυξ, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ μοναχὲς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἡ μοναχικὴ πολιτεία εἶναι φῶς γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ μάλιστα ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ παρθενία τῶν μοναχῶν πολλὰ μποροῦν νὰ μᾶς διδάξουν[7].

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν κατὰ πλάτος Βίο τοῦ Ἁγίου[8] 
Καὶ ἦταν σὲ ὅλα ὅσα γίνονταν πραότατος, ταπεινὸς καὶ ἥμερος, ὅταν ὄμως κινδύνευε ἡ εὐσέβεια, τότε φαινόταν φιλόνικος καὶ ἰσχυρογνώμων ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος. Καὶ ἦταν, σύμφωνα μὲ τὴ Γραφή, «πῦρ φλέγον» καὶ «μάχαιρα κόπτουσα», ποὺ ἀφανίζει τὰ κακὰ ζιζάνια. Ἔτσι φιλονίκησε μὲ τὸν παράνομο βασιλιὰ Ἀναστάσιο, τὸν μεγάλο καὶ ἄσπονδο ἐχθρό τῆς Δ' οἰκουμενικῆς ἁγίας Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀκολουθοῦσε τὴν αἵρεση τοῦ δυσσεβοῦς Εὐτυχοῦς καὶ Διοσκόρου καὶ Σεβήρου, οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μία φύση, οἱ ἄχρηστοι, ὁ ὁποῖος βασιλιὰς ἄλλους πατέρες κολάκευε καὶ συμμορφώνονταν μὲ τὴν αἵρεση καὶ ἄλλους τοὺς τυραννοῦσε ὁ ἄμυαλος. Κι ἔτσι δοκίμασε νὰ παρασύρει καὶ τὸν σοφὸ Θεοδόσιο μὲ ἀργύρια, ὁ φιλάργυρος.

Τοῦ ἔστειλε λοιπὸν δωρεὰ τριάντα λίτρες χρυσοῦ καὶ γιὰ νὰ μὴν τὸ καταλάβει ὅτι τὸ ἔστειλε μὲ πονηριὰ καὶ τὸ γυρίσει πίσω, κάλυψε μὲ πονηριὰ τὸ δόλωμα καὶ τοῦ μήνυσε νὰ τὸ δεχτεῖ γιὰ νὰ τὸ ξοδέψει γιὰ τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς φτωχούς. Καὶ ὁ Ἅγιος δέχτηκε τὸ χρυσὸ γιὰ νὰ μὴ δώσει ἀφορμὴ γιὰ σκάνδαλο, τὴ μιαρὴ ὅμως γνώμη του τὴ μίσησε καὶ τὴν ἀπέκρουσε, ἀνατρέποντάς την μὲ ἀληθινὲς ἀποδείξεις καὶ παραδείγματα, καὶ νικήθηκε ὁ βασιλιάς, σὰν νὰ πολεμοῦσε τὸ ἐλάφι μὲ τὸ λιοντάρι, ὅπως θὰ φανεῖ παρακάτω.

Ἀφοῦ πέρασε λίγος καιρός, ἀφότου φιλοδώρησε τὸν Ἅγιο μὲ τὸν χρυσὸ ὁ βασιλιάς, ἔστειλε ἀνθρώπους στὸν Ὅσιο νὰ ὑπογράψει τὴν προαναφερθεῖσα αἵρεση. Τότε συγκεντρώνει ὅλους τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου καὶ μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη καὶ τὴ θέληση ὅλων γράφει στὸν βασιλιὰ τὴν ἑξῆς ἀπάντηση: 
«ἐπειδὴ μᾶς ἔστειλες μήνυμα νὰ κάνουμε ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, δηλαδὴ ἢ νὰ συμφωνήσουμε μὲ τὴν ἄποψη τῶν Ἀκέφαλων ἢ νὰ θανατωθοῦμε βίαια ἂν μείνουμε πιστοὶ στὰ ὀρθὰ Δόγματα τῶν Πατέρων, μάθε ὅτι προτιμοῦμε τὸν θάνατο καὶ ὄχι μόνο ἐμεῖς δὲν παρεκκλίνουμε καθόλου ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ ὅσους ἄλλους παρασύρετε καὶ δεχτοῦν τὰ φρονήματά σας, ἐμεῖς τοὺς ἀναθεματίζουμε, καὶ ἂν χειροτονήσετε κάποιον ἀπὸ τοὺς Ἀκέφαλους, ἐμεῖς δὲν τὸν δεχόμαστε.

Μακάρι, Χριστὲ Βασιλιά, νὰ μὴ συμβεῖ νὰ παραιτηθοῦμε οὔτε λίγο ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἂν δοῦμε τοὺς Ἅγιους αὐτοὺς Τόπους νὰ ἔχουν παραδοθεῖ στὴ φωτιά, ἀκόμα καὶ ἂν πάθουμε ὁτιδήποτε ἄλλο, δὲν ἀλλάζουμε γνώμη, ἀκόμα καὶ ἂν ἐλεεινὰ τεμαχίσουν τὰ σώματά μας σὲ μικρὰ τεμάχια, ἀλλὰ πιστεύουμε στὶς τέσσερις Ἅγιες Συνόδους, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ Α΄ τῶν 318 Πατέρων ἔγινε κατὰ τοῦ Ἄρειου στὴ Νίκαια, τὸν ὁποῖο καὶ ἀναθεμάτισαν, ἐπειδὴ τὸ δόγμα τοῦ δυσσεβοὺς θεωροῦσε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ξένο ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Πατρός. Ἡ Β΄ κατὰ τοῦ Μακεδόνιου, ὁ ὁποῖος βλασφημοῦσε πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ Γ΄ πραγματοποιήθηκε στὴν Ἔφεσο κατὰ τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος φλυαροῦσε μὲ μιαρὸ καὶ παράλογο τρόπο κατὰ τῆς οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ τέταρτη τῶν 630 θεοφόρων Πατέρων στὴ Χαλκηδόνα, οἱ ὁποῖοι ἔχοντας ἴδιο φρόνημα μὲ τοὺς ἄλλους, ἀφόρισαν τὸν Εὐτυχῆ καὶ τὸν Νεστόριο, καὶ τοὺς ἒδιωξαν μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δυνάμωσαν τὴν Ἀνατολικὴ Πίστη, χαρακτηρίζοντας αὐτοὺς ποὺ ἔχουν διαφορετικὸ φρόνημα ξένους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπὸ αὐτὴ λοιπὸν τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη δὲν παρεκκλίνουμε οὔτε προδίδουμε (μακριὰ ἀπὸ ἐμᾶς!) τὴν εὐσέβεια, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ μᾶς δώσετε χιλιάδες θανάτους. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ποὺ καθοδηγεῖ κάθε νοῦ, μακάρι νὰ εἶναι φύλακας καὶ ὁδηγὸς τοῦ κράτους σου».
Μόλις δέχτηκε αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ ὁ βασιλιάς, εὐλαβήθηκε τὸν Ἅγιο καὶ τοῦ ἔστειλε ἀπάντηση προφασιζόμενος ὅτι δὲν ἔφταιγε ὁ ἴδιος σὲ αὐτὸ τὸ θέμα, ἀλλὰ οἱ κακοὶ Ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι θέλοντας νὰ φανοῦν σοφοί, προκαλοῦσαν τὰ σκάνδαλα. Αὐτὰ καὶ ἄλλα ἀφοῦ ἔγραψε ὁ βασιλιὰς στὸν Ἅγιο, σταμάτησε καὶ δὲν ἐκβίαζε κανένα νὰ ἀκολουθήσει τὴν αἵρεση. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἄλλαξε γνώμη καὶ ἔστειλε πάλι γράμματα κατὰ τῆς εὐσέβειας, ὁ ἀπερίσκεπτος.

Ὁ γενναῖος ὅμως καὶ ζηλωτὴς τῆς ὀρθῆς πίστης Ἅγιος Θεοδόσιος, δὲν ἀποδέχτηκε τὰ γράμματα, ἀλλὰ σὰν λιοντάρι ὅρμησε κατὰ τῶν ἀπεσταλμένων καὶ ἀφοῦ συγκέντρωσε τὸ πλῆθος, ἀνέβηκε στὸν ἄμβωνα καὶ εἶπε μεγαλόφωνα: «ὅποιος ἐναντιωθεῖ στὶς τέσσερις Ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ δὲν τὶς τιμᾶ ὅπως τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια, νὰ ἔχει τὸ ἀνάθεμα.». Αὐτὰ εἶπε καὶ ἔτρεξε σὰν Ἄγγελος στὶς κοντινὲς χῶρες καὶ πόλεις σὰν στρατηγός, μὲ πολλοὺς Μοναχοὺς νὰ τὸν ἀκολουθοῦν, καὶ στήριζε τοὺς πιστούς, ξεσήκωνε τοὺς νωθροὺς καὶ ὅσους εἶχαν ἀμφιβολία γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη τοὺς βεβαίωνε καὶ τοὺς ἔκανε πρόθυμους νὰ μὴ φοβηθοῦν τὶς ἀπειλὲς τοῦ τυράννου, ἀλλὰ νὰ πεθάνουν, ἂν χρειαστεῖ, γιὰ τὴν εὐσέβεια.

Καὶ τοὺς δίδασκε ὁ Ὅσιος νὰ γνωρίζουν ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόχρονα Θεὸς καὶ ἄνθρωπος σὲ μία ὑπόσταση, δηλαδὴ πρόσωπο, ἔχοντας ἀπὸ τὴ φύση του τὴ θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἔφερε καὶ γιὰ ἀπόδειξη τὴν Ἁγία ἐκείνη καὶ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία σαφέστατα ἀνατρέπει αὐτὲς τὶς δύο αἱρέσεις, τοῦ δυσσεβοὺς Νεστόριου, ὁ ὁποῖος χώριζε τὸν ἕνα Χριστὸ σὲ δύο υἱοὺς καὶ δύο ὑποστάσεις ὁ ἀνόητος, καὶ τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ Διοσκόρου καὶ Σεβήρου, οἱ ὁποῖοι συγχέουν σὲ μία φύση τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ τὴ θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα.

Γιατί ὁ Νεστόριος πίστευε δύο φύσεις καὶ ὑποστάσεις στὸ Χριστὸ καὶ δύο υἱούς, ἕναν Θεὸ ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ ἄλλον ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο. Ὁ Εὐτυχὴς πάλι καὶ ὁ Διόσκορος καὶ ὁ Σεβῆρος, ποὺ πίστευε τὰ ἴδια μὲ αὐτούς, θέλοντας δῆθεν νὰ πολεμήσουν αὐτὴ τὴ σφαλερὴ διαίρεση τοῦ Νεστόριου, ἔπεσαν πάλι καὶ οἱ ἴδιοι τόσο ἀνόητα σὲ ἄλλη αἵρεση, δίνοντας στὸ Χριστὸ μία φύση θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ πιστεύοντας οἱ ἄμυαλοι ὅτι ἡ θεότητα μπορεῖ νὰ πάσχει. Γιατί , ἂν ἔχει ὁ Χριστὸς μία φύση, ὅπως φλυάρησαν αὐτοί, ἄρα καὶ ἡ θεότητα γνώρισε τὸ θάνατο. 
Ἀλλὰ ἂς σφραγισθοῦν τὰ μιαρά τους στόματα, γιατί ἡ Ἁγία Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφάσισε νὰ τιμοῦμε δύο φύσεις θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος σὲ μία ὑπόσταση χωρὶς νὰ τὶς συγχέουμε, χωρὶς νὰ τὶς μεταβάλλουμε καὶ δίχως νὰ τὶς χωρίζουμε, ἕναν Υἱὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς προαιώνιο σύμφωνα μὲ τὴ θεότητα, μεταγενέστερο καὶ πάλι γεννηθέντα ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο μὲ νεότερο νόμο σύμφωνα μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ἀμήτορα καὶ ἀπάτορα.

Μὲ αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια δίδασκε μὲ θάρρος τὸ ποίμνιό του ὁ σοφὸς Θεοδόσιος. Καὶ γιὰ αὐτὸ ὁ βασιλιὰς θύμωνε μαζί του καὶ τὸν ἐξόρισε ἄδικα. Ὁ δίκαιος κριτὴς ὅμως Θεός, ἀφαίρεσε τὴ ζωὴ ἐκείνου τοῦ παράφρονα καὶ ὅταν ἐπέστρεψε πάλι ὁ Ὅσιος ἔπαυσε ὁ διωγμὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ σταμάτησαν τὰ σκάνδαλα. Καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἀρχιερεῖς διώχτηκαν ἀπὸ τοὺς θρόνους τους, καὶ οἱ εὐσεβεῖς πῆραν πίσω τούς δικούς τους θρόνους, ὅπως καὶ πρίν, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπαίνεσαν τὸν μέγα Θεοδόσιο γιὰ τὸ θάρρος ποὺ ἔδειξε καὶ δὲν δέχτηκε τὰ βασιλικὰ προστάγματα. Ἰδιαίτερα οἱ Ἀρχιεπίσκοποι, τῆς Ῥώμης Ἀγάπιος καὶ ὁ Ἐφραὶμ τῆς Ἀλεξάνδρειας τοῦ ἔγραψαν ἐγκωμιαστικὰ γράμματα καὶ πολὺ τὸν ἐγκωμίασαν.

Ὁ ἅγιος Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης καὶ τὸ κοινόβιό του στὴν Παλαιστίνη[9] 
Βρίσκεται ἀνατολικά τῆς Βηθλεέμ, στὴν ἀρχὴ τῆς Ῥέμου καὶ πάνω στὸν ἀρχαῖο κεντρικὸ δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν καρδιὰ τῆς ἐρήμου τῆς Ἰουδαίας καὶ στὴ Νεκρὰ Θάλασσα. Τὸ σημερινὸ μοναστήρι εἶναι χτισμένο στὴ θέση τοῦ ἀρχαίου κοινοβίου, ποὺ ἵδρυσε ὁ μέγας Κοινοβιάρχης τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Ἁγίας Γῆς, ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, τὸν 5ο αἰώνα. Στὸν περίβολο τοῦ μοναστηριοῦ βλέπει κανεὶς μωσαϊκὰ δάπεδα μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφές, μαρμάρινα κιονόκρανα καὶ κολῶνες, στέρνες καὶ ἐρείπια κτιρίων. 
Ἡ σπηλιὰ-προσκύνημα εἶναι τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον τμῆμα τοῦ μοναστηριοῦ. Εἶναι φυσική, μὲ λίγα λαξευτὰ σημεῖα καὶ κατὰ τὴ μακραίωνη ἱστορία τῆς μονῆς χρησιμοποιήθηκε ὡς κοιμητήριο τῶν ἡγουμένων καὶ τῶν ἐπιφανῶν της μοναχῶν. Στὶς λάρνακες κατὰ μῆκος τῶν τοίχων τῆς σπηλιᾶς εἶναι ἐνταφιασμένοι, μεταξὺ ἄλλων, ὁ ἱδρυτὴς τοῦ μοναστηριοῦ Ἅγιος Θεοδόσιος, ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, διάδοχος τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου καὶ μετέπειτα ὀνομαστὸς πατριάρχης τῆς Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἅγιος Κόπρης, ἡ Ἁγία Θεοδότη, ἡ μητέρα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ ἄλλες ἐξέχουσες μορφὲς τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Παλαιστίνης.

Ἡ ἱστορία τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ εἶναι ἀπὸ τὶς ὡραιότερες, ἀλλὰ καὶ δραματικότερες τῶν μοναστηριῶν τῆς Παλαιστίνης. Ἱδρύθηκε τὸ 465 ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεοδόσιο καὶ ἀμέσως ἔγινε τὸ σπουδαιότερο κέντρο τοῦ ἀνατολικοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τὸ σχολεῖο τῶν μοναχῶν, ὅπως τὸ ἔλεγαν. Ἐκεῖ μέσα ἔφθασε ὁ μοναχισμὸς στὴν πιὸ τέλεια καὶ ὀργανωμένη του μορφή, καλλιεργήθηκε ἡ ὑπακοὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς μία ψυχοσωματικὴ ἑνότητα θεραπευόταν ψυχοσωματικὰ ζώντας σύμφωνα μὲ τὶς Εὐαγγελικὲς ἐντολές. 
Στὶς μέρες τὶς ἀκμῆς του, τὸ κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου (στὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του μέχρι τὸ 700 περίπου μ.Χ.) ἔφτασε νὰ ἔχει μέχρι 700 μοναχούς, διαφόρων ἐθνοτήτων. Μέσα στὴ μονὴ ὑπῆρχαν ἐργαστήρια, Ἐκκλησίες, πτωχοκομεῖα, φροντιστήρια, γηροκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖο, ξενῶνες κ.ἂ. Ὅλα αὐτὰ ἔκαναν τὸ μοναστήρι νὰ μοιάζει μὲ μικρὴ πολιτεία ὄχι μόνον ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος καὶ τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐργασίας καὶ προσφορᾶς.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τὸ κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου δὲν ἔβγαλε μόνο ἁπλοϊκοὺς Ἁγίους ἀλλὰ καὶ σοφούς, ὅπως τὸν περίφημο Ἰωάννη Μόσχο, τὸν Ἅγιο Μόδεστο καὶ τὸν Ἅγιο Σωφρόνιο, τοὺς μετέπειτα Πατριάρχες τῶν Ἱεροσολύμων καὶ πολλοὺς ἄλλους.

Ἡ περσικὴ εἰσβολὴ καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἀραβικὴ κατάκτηση ἀνέκοψαν τὴν πρόοδο τοῦ μοναστηριοῦ καὶ σκόρπισαν τοὺς μοναχούς του. Μὲ λίγους μοναχοὺς καὶ μὲ τὸν διαρκή κίνδυνο σφαγῶν καὶ λεηλασιῶν ἀπὸ τοὺς Βεδουίνους, τῆς ἐρήμου, ἐπέζησε τὸ μοναστήρι μέχρι τὸν 15ο αἰώνα. Τότε ἦταν ποὺ ἐγκαταλείφθηκε. 
Στὰ 400 περίπου χρόνια τῆς ἐγκατάλειψης καὶ λησμονιᾶς χρησιμοποιήθηκαν τὰ κτίριά του ὡς στάνες καὶ ἄσυλα τῶν μουσουλμάνων τῆς φυλῆς Ἰμπιν-Ἀμπέντ, γι' αὐτὸ καὶ μέχρι σήμερα εἶναι γνωστὸ στὰ ἀραβικὰ ὡς Δὲρ-Ἰμπιν-Ἀμπέντ. Τὸ 1858 τὰ ἐρείπιά του ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Πατριαρχεῖο, ἔγιναν ἐργασίες ἀναστήλωσης καὶ ἀνακαίνισης καὶ τὸ μοναστήρι ἐπαναλειτούργησε ἀποκτώντας τὴ σημερινή του μορφή.

Ὑμνολογικὰ κείμενα ἀφιερωμένα στὸν Ὅσιο Θεοδόσιο[10]

Κοινοῦ Θεοδόσιος Ἡγεμὼν βίου,
Κοινὴ Μονασταῖς ἐκβιώσας ζημία.
Ἑνδεκάτῃ ὀλοὸν βίοτον λίπε Κοινοβιάρχης.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν. Θεοδόσιε Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος πλάγιος α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
ρεταὶς θεοσδότοις ἐκλάμψας ὅσιε, Μοναστικῆς πολιτείας ὤφθης λαμπρὸς χαρακτήρ, καὶ φωστὴρ θεοειδὴς Πάτερ καὶ ἔξαρχος, Θεοδόσιε σοφέ, τῶν Ἀγγέλων μιμητά, θεράπων ὁ τῆς Τριάδος ἣν ἐκδυσώπει ἀπαύστως,ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κάθισμα. 
Ἦχος πλ. δ'. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
γκρατείᾳ καὶ πόνοις καὶ προσευχαῖς, τὴν ψυχήν σου κοσμήσας θεοπρεπῶς, γέγονας συμμέτοχος, τῶν Ὁσίων Ἀοίδιμε· καὶ τῶν θαυμάτων ὄντως, χαρίσματα ἔλαβες, τοῦ ἰᾶσθαι τάς νόσους, τῶν πίστει τιμώντων σε· ὅθεν καὶ Δαιμόνων, ἀπελαύνων τὰ πλήθη, παρέχεις ἰάματα, τοῖς ἀνθρώποις τῇ χάριτι, θεοφόρε Θεοδόσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον
Δόσιν θεοδώρητον εἰληφώς, δόσεσιν ὁσίαις, τὰς χορείας τῶν Μοναστῶν, ἱερῶς ῥυθμίσας, δοτοὺς Θεῷ προσῆξας, τοὺς σοὶ ἐφαπομένους, ὦ Θεοδόσιε.

[1] H. Delehaye, Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae e codice Sirmondiano, adjectis synaxariis «Selectis»,σ.383-386, Bruxellis 1902.
[2] Vita a. Symeone Metaphrasta, P.G. 114.469-553.
[3] Βλ. BHG II, 288, (1776-1778b).
[4] Στὰ Acta Sanctorum ἀναφέρονται ἐπίσης καὶ οἱ ὀνομασίες Μαγαρισοῦ καὶ Μαρισσοῦ.
[5] Ἱερομ. Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. Ε΄ (Ἰανουάριος), σ. 127.
[6] Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Σερβιῶν καὶ Κοζάνης + Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Εἰκόνες ἔμψυχοι – Κηρύγματα ἁγιολογικὰ (Ἑξαπλὰ β΄), ἔκδ. Ζωηφόρος.
[7] Ἱερομ. Ἐφραὶμ Χαλής, Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης (Ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναχισμοῦ), σ. 8.
[8] Τὸ παρὸν ὑλικὸ εἶναι ἀναρτημένο στὴν ἰστοσελίδα: www.impantokratoros.gr. Πηγὴ τοῦ ἄρθρου ἀποτελεῖ τὸ βιβλίο τοῦ Γ. Τέζα, Ἡ αἵρεσις τῶν μονοφυσιτῶν ἀντιχαλκιδωνίων, ἔκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη.
[9] Τὸ παρὸν κείμενο εἶναι ἀναρτημένο στὴν ἰστοσελίδα http://holylandagioitopoi.blogspot.com, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία σημειώνεται ὅτι πολλὰ στοιχεῖα ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Β. Τζαφέρη: Ἅγιοι Τόποι. Ἐπίσης πηγὴ τῶν εἰκόνων ἀποτελεῖ ὁ ἰστότοπος: http://picasaweb.google.gr/injerousalem/OrthodoxMonasteriesIn.
[10] Μηναῖον Ἰανουαρίου ΙΑ΄, σσ. 252-267 καὶ Νέος Ἐνιαύσιος Στέφανος, σ.188.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

Από τον βίο του αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχη Β΄



Από τον βίο του αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχη

Ο μέγας Θεοδόσιος την ανέχεια των φτωχών τη νικούσε με την παροχή των αναγκαίων, αν και αυτά που μπορούσε να δώσει ήταν λιγότερα από όσα θα ήθελε· όπως ακριβώς και όσα θα ήθελε να δώσει ήταν πάντοτε λιγότερα από τη πλουσιοπάροχη δωρεά του Πνεύματος, όπως θα φανεί από τα παρακάτω.

Ενώ λοιπόν είχε τόση συμπόνια για όλους γενικά εκείνους που υπέφεραν από τη φτώχεια, έδειχνε ακόμη περισσότερη προς όσους υπέφεραν περισσότερο, καθώς, μαζί με τη φτώχεια, τους βασάνιζε και κάποια αρρώστια ή αναπηρία, ή ακόμη και η ιερά νόσος, δηλαδή η επιληψία, το πιο βαρύ από όλα. Έτσι λοιπόν γινόταν μάτι για τους τυφλούς, πόδι για τους κουτσούς, ρούχο για τους γυμνούς, στέγη για τους άστεγους, γιατρός για τους άρρωστους, χορηγός, βοηθός, δούλος. Για τους πάντες γινόταν τα πάντα, λόγω της πολλής του φιλανθρωπίας: έπλυνε αίματα, καθάριζε τραύματα, φιλούσε στα χείλη τους λεπρούς, και έτσι, με πολύ σοφό τρόπο, τους παρηγορούσε και τους έπειθε να υπομένουν με ηρεμία τη συμφορά τους. Αν, επομένως, κάποιος τον ονομάσει λιμάνι για όλους, όπως επίσης ιατρείο, καταφύγιο και ταμείο για όλους, θα μιλήσει σωστά και σύμφωνα με την αλήθεια. Γιατί όλοι δέχονταν από αυτόν τη φροντίδα που είχαν ανάγκη· αν έψαχνες εκεί για κανέναν παραμελημένο ή αφρόντιστο λόγω της φτώχειας του, δεν θα έβρισκες κανέναν απολύτως· αντίθετα, ακριβώς για τη φτώχεια και την ασημότητά του, δεχόταν κανείς περισσότερη φροντίδα, αφού και ο Χριστός κρύβεται στους άσημους και, ό,τι κάνουμε σε εκείνους, φανερά θεωρεί ότι το κάνουμε σε αυτόν (Ματθ. 25:40).

Έτσι λοιπόν, εκεί κανέναν δεν έδιωχναν, κανένας δεν έμενε χωρίς να τον προσέξουν και να του δείξουν ευσπλαχνία. Οι αδελφοί μάλιστα που είχαν το σχετικό διακόνημα θυμούνται ότι κάποτε έστρωσαν περισσότερο από εκατό τραπέζια σε μία μέρα. Τετοια λοιπόν ήταν η ανθρώπινη πηγή της ευσπλαχνίας που ανέβλυζε τόσο πλούσια· ποια όμως ήταν η πηγή της ευσπλαχνίας του Θεού; Ήταν πάρα πολύ, ή μάλλον άπειρα ανώτερη, όπως θα φανερώσει η συνέχεια της διήγησης.

Ο Θεός έστειλε κάποτε παιδαγωγική τιμωρία στη γη· συγκεκριμένα, έστειλε πείνα. Και η πείνα αυτή δεν κράτησε για λίγο, ούτε μάστιζε μόνο ορισμένους, αλλά ήταν κοινή για όλους. Έτσι λοιπόν οι άνθρωποι υπέφεραν πληρώνοντας για τις αμαρτίες τους, αφού και ο προφήτης Μιχαίας (7:13) λέει ότι αυτά τα φαινόμενα είναι καρπός των κακών πράξεων. Στο μεταξύ έφτασε και η γιορτή των Βαΐων, κατά την οποία ήρθαν στη μονή πλήθη φτωχών και χωρικών για την πανήγυρη, επειδή το είχαν έθιμο, αλλά περισσότερο επειδή τότε τους ανάγκαζε και η πείνα. Οι αδελφοί λοιπόν που υπηρετούσαν στην ετοιμασία του φαγητού τα έχασαν βλέποντας τόσο πλήθος και προσπάθησαν να μοιράσουν την τροφή με το ζύγι, ώστε με αυτή την οικονομία και την ακρίβεια να φτάσει για περισσότερους. Η μερίδα μάλιστα που όρισαν ήταν περίπου μία λίτρα (περίπου 327 γραμμάρια).

Όταν πέρασε από εκεί ο μέγας Θεοδόσιος, είδε τι γινόταν, και ότι οι πύλες πιέζονταν από το πολύ πλήθος. Καθώς λοιπόν και αυτός ήταν μαθημένος να φρονεί όπως ο Ιώβ και να λέει: «Κανείς ξένος δεν έμενε έξω, και η πόρτα μου ήταν ανοιχτή για κάθε οδοιπόρο» (Ιώβ 31:32), πρόσταξε να ανοίξουν διάπλατα τις πύλες, ώστε να περάσουν μέσα όλοι όσοι ήθελαν, και στη συνέχεια να στρώσουν τα συνηθισμένα τραπέζια για ανθρώπους που ήταν πολύ δύσκολο να τους μετρήσεις, πόσο μάλλον να τους χορτάσεις. Οι αδελφοί ωστόσο που ήταν να υπηρετήσουν σε αυτό το έργο, όσο έβλεπαν μόνο το πλήθος, έμεναν να δυσπιστούν και να μην κάνουν κάτι, γιατί η εντολή φαινόταν απραγματοποίητη. Όταν όμως σκέφτηκαν την αρετή και τη χάρη του αγίου που τους έδωσε την εντολή, άφησαν τους ανθρώπινους λογισμούς και είδαν το θέμα πνευματικά. Άνοιξαν λοιπόν αμέσως τις πύλες και υποδέχονταν με χαρά όσους έμπαιναν. Έπειτα καταπιάστηκαν με το στρώσιμο των τραπεζιών και παρέθεταν πρόσχαρα από ό,τι είχαν.

Τι έκανε λοιπόν ο παντοδύναμος Θεός; Του ήταν και τώρα αρκετά λίγα τρόφιμα για να θρέψει πολλά πλήθη, όπως ακριβώς παλιά έθρεψε με πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες ανθρώπους (Ματθ. 14:16-21). Και ενώ οι άνθρωποι γέμιζαν το στομάχι τους, οι αποθήκες βρίσκονταν ακόμη πιο γεμάτες από ψωμιά· αυτοί νόμιζαν ότι θα τελειώσουν όλα, αλλά οι αποθήκες ήταν γεμάτες, έχοντας περισσότερα από όσα είχαν πριν, σαν να είχαν γίνει γι’ αυτές, με την προσευχή του αγίου, πολύ γόνιμα χωράφια τα στομάχια των φτωχών! Έτσι λοιπόν αντάμειψε ο Θεός τον άγιο για την καλή του πρόθεση, όπως και για την καλοσύνη του προς τους φτωχούς. Όχι μόνο δηλαδή του έδινε από ψηλά άφθονα αγαθά σαν βροχή, επειδή και ο άγιος είχε άφθονη καλοσύνη, αλλά και έκανε να τον θαυμάζουν παντού και να μιλούν γι’ αυτόν, σύμφωνα με την υπόσχεσή Του, η οποία είναι αδιάψευστη. Γιατί έχει υποσχεθεί ότι θα δοξάζει όσους ξέρουν να τον δοξάζουν (Α’ Βασ. 2:30) με τα έργα τους.

Και άλλοτε πάλι ήταν γιορτή, και μάλιστα γιορτή της Παρθένου και Θεοτόκου. Σε αυτή την πολύ επίσημη μέρα συγκεντρώθηκε τόσο πολύ πλήθος, ώστε οι αδελφοί που είχαν οριστεί για την υποδοχή δεν επαρκούσαν να βάζουν στο τραπέζι όσους έρχονταν, πόσο μάλλον να τους χορηγούν τροφή αρκετή για να χορτάσουν. Έτσι αναγκάστηκαν να βάζουν σε κάθε τραπέζι ένα μόνο ψωμί. Ο Κύριος όμως που και προηγουμένως είχε γεμίσει τις αποθήκες, αυτός, με το ανεξάντλητο και πλουσιοπάροχο δεξί του χέρι, το οποίο ανοίγει και τρέφει όλα του τα δημιουργήματα, γέμισε και τότε τα τραπέζια, ή μάλλον τα στομάχια, έτσι ώστε, ενώ οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι χόρτασαν με το παραπάνω, τόσα ήταν τα κοφίνια με τα περισσεύματα, ώστε αυτοί που έφαγαν πήραν πολλά και για τα σπίτια τους, και με τα υπόλοιπα οι αδελφοί που υπηρετούσαν έστρωσαν τραπέζι και πολλές άλλες φορές. 
Αλλά και κατά τα εγκαίνια του ναού της μονής του μεγάλου Θεοδοσίου, βλέποντας να συρρέουν προσκυνητές ακόμη και από την Αίγυπτο, ποιος δεν θα πίστευε ότι, για να πιεί νερό το τόσο πλήθος, θα άδειαζαν και τα πηγάδια; Και όμως, έφαγαν και χόρτασαν, και τα περισσεύματα έφτασαν για να φάνε και όσοι ήρθαν μετά από αυτούς. 
Ποιος λοιπόν, βλέποντας και τώρα να γίνονται αυτά στην έρημο, δεν θα πειστεί αμέσως ότι ο Θεός, ο οποίος παλιά στην έρημο, με τη μεσολάβηση του Μωυσή, έβρεξε παράδοξη τροφή στους Εβραίους (Εξ. 16:4-14), ο ίδιος και τώρα, μέσω του Θεοδοσίου -ο οποίος ζει, όπως πιστεύουμε, μέσα στη χάρη του Χριστού-, πραγματοποιεί τούτο το μεγάλο και παράδοξο θαύμα και χορηγεί πλουσιοπάροχα τροφή σε τόσους ανθρώπους; Γι’ αυτό και θα δεις πολλούς να σπεύδουν να πάνε σε αυτόν τον τόπο, πιστεύοντας ότι πραγματικά είναι ο ίδιος εκείνος τόπος, όπου ο Σωτήρας ευλόγησε παλιά τα πέντε ψωμιά και έθρεψε χορταστικά τόσες χιλιάδες ανθρώπους (Ματθ. 14:16-21). 
ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση Μς’ (46), σελ. 366. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2006.

Από τον βίο του αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχη Α΄


 

Από τον βίο του αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχη

Ο μέγας Θεοδόσιος, επειδή ήξερε ότι γι’ αυτούς που διάλεξαν να ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού τίποτε άλλο δεν βοηθά τόσο πολύ στην απόκτηση της αρετής και στη διατήρησή της όσο η μνήμη του θανάτου, τι σκέφτηκε να κάνει; Έδωσε εντολή στους μαθητές του να φτιάξουν έναν τάφο, από τη μια για να φέρνει στη μνήμη το τέλος -γι’ αυτό άλλωστε λέγεται “μνημείο”- και έτσι να τους κάνει πιο επίμονους στον αγώνα και να τους κεντρίζει να κοπιάζουν περισσότερο για την αρετή, και από την άλλη για να θάβονται σε αυτόν όταν πεθαίνουν. Επιπλέον όμως και γιατί κάτι μελλοντικό έβλεπε και πληροφορούνταν από πριν. 
Όταν λοιπόν ετοιμάστηκε ο τάφος, στάθηκε μπροστά ο άγιος και γύρω οι μαθητές του. Και βλέποντας με το διαπεραστικό βλέμμα του νου του τι πρόκειται να γίνει, τους κοίταξε και είπε σαν να αστειευόταν: «Ο τάφος είναι κιόλας έτοιμος, ποιος να είναι όμως από εσάς αυτός που θα τον εγκαινιάσει;» 
Αυτός λοιπόν έτσι μίλησε, ανακατώνοντας και την ευχαρίστηση στην αστειότητα του λόγου. Και κάποιος Βασίλειος, ιερέας, που με τον ζήλο του για τα καλά παρουσίαζε ολοκάθαρα στον εαυτό του τα χαρακτηριστικά του πνευματικού του πατέρα, και αυτόν που τον γέννησε πνευματικά τον έμοιαζε κατά την ομοιότητα των αρετών όχι λιγότερο από όσο μοιάζουν τα παιδιά τους γονείς τους, κατάλαβε ότι ο δάσκαλος δεν είπε άσκοπα αυτόν τον υπαινιγμό. Άρπαξε λοιπόν πρώτος τον λόγο και φάνηκε έτοιμος και πρόθυμος να διαλέξει τον θάνατο, σαν να ήταν κάτι όχι ανεπιθύμητο, αλλά πολύ κερδοφόρο και ωφέλιμο. Αμέσως γονάτισε με το πρόσωπο στο έδαφος και είπε: «Δώσε μου την ευλογία σου, πάτερ, και εγώ θα σου εγκαινιάσω πρώτος τον τάφο». 
Αφού πήρε την ευλογία που ζήτησε, μπήκε στον τάφο και ο πατέρας πρόσταξε να του κάνουν όλα όσα είναι καθορισμένα για τους νεκρούς, δηλαδή μνημόσυνα στις τρεις, στις εννιά και στις σαράντα μέρες. Όταν πια συμπληρώθηκαν οι σαράντα μέρες, ο Βασίλειος, χωρίς ούτε πυρετός να τον πιάσει, ούτε ο παραμικρός πόνος στο κεφάλι ή σε άλλο μέρος του σώματος, σαν να τον πήρε ύπνος ελαφρός και πολύ ευχάριστος, αναχώρησε για τον Κύριο. Και το ότι παρουσιάστηκε στον Θεό πρώτος από την αδελφότητα και πήρε πρώτος το στεφάνι ήταν το βραβείο που κέρδισε για την υπακοή του και για την προθυμία του να πάει στα εκεί -η οποία δείχνει καθαρά ποιοι δεν ευχαριστιούνται με τα εδώ. 
Τις επόμενες σαράντα μέρες, ο μέγας Θεοδόσιος έβλεπε και άκουγε τον Βασίλειο στη διάρκεια των ύμνων του Εσπερινού να στέκεται ανάμεσα στους μαθητές που έψαλλαν και να ψάλλει μαζί τους. Κανένας άλλος δεν τον άκουγε ούτε τον έβλεπε, εκτός από κάποιον Αέτιο, που βάδιζε στα ίχνη του δασκάλου του και ήθελε να είναι μαθητής του Θεοδοσίου όχι μόνο με το να ξέρει και να διηγείται τα σχετικά με αυτόν, αλλά μάλλον με το να τον μιμείται. Αυτός δεν έβλεπε βέβαια τον Βασίλειο, άκουγε όμως τη φωνή του· ρώτησε λοιπόν τον δάσκαλο αν άκουγε και εκείνος τη φωνή του πεθαμένου. Εκείνος απάντησε ότι και τον ακούει και τον βλέπει και, αν θέλει, θα του τον δείξει την ώρα που θα εμφανιστεί. 
Όταν πήρε να βραδιάζει και γινόταν η ακολουθία, ο άνθρωπος του Θεού είδε πάλι ολοκάθαρα τον Βασίλειο να στέκεται μαζί με αυτούς που έψαλλαν και να ψάλλει μαζί τους. Τον έδειξε τότε με το δάχτυλο στον Αέτιο και προσευχήθηκε λέγοντας: «Άνοιξε, Κύριε, και τούτου τα μάτια και ας δει το μεγάλο αυτό μυστήριο των μεγάλων σου έργων». Αμέσως εκείνος τον είδε και τον γνώρισε και έτρεξε με λαχτάρα να τον αγκαλιάσει. Ο Βασίλειος όμως όχι μόνο έμεινε άπιαστος, αλλά έγινε και άφαντος, και τούτο μόνο ακούστηκε να λέει: «Να σωθείτε, πατέρες και αδελφοί· εύχομαι να σωθείτε. Εμένα δεν θα με ξαναδείτε πια».

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι είναι εντελώς αληθινό και αξιόπιστο αυτό που είπε ο Χριστός στο Ευαγγέλιο: «Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει» (Ιω. 11:25).

 


ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση ΛΔ’ (34), σελ. 330. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

Και ήταν σε όλα όσα γίνονταν πραότατος, ταπεινός και ήμερος, όταν όμως κινδύνευε η ευσέβεια, τότε φαινόταν φιλόνικος και ισχυρογνώμων ο Άγιος Θεοδόσιος.



Απόσπασμα από τον κατά πλάτος Βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου

Και ήταν σε όλα όσα γίνονταν πραότατος, ταπεινός και ήμερος, όταν όμως κινδύνευε η ευσέβεια, τότε φαινόταν φιλόνικος και ισχυρογνώμων ο Άγιος Θεοδόσιος. Και ήταν, σύμφωνα με τη Γραφή, «πυρ φλέγον» και «μάχαιρα κόπτουσα», που αφανίζει τα κακά ζιζάνια. Έτσι φιλονίκησε με τον παράνομο βασιλιά Αναστάσιο, τον μεγάλο και άσπονδο εχθρό της Δ’ οικουμενικής αγίας Συνόδου, ο οποίος ακολουθούσε την αίρεση του δυσσεβούς Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι πίστευαν ότι ο Χριστός έχει μία φύση, οι άχρηστοι, ο οποίος βασιλιάς άλλους πατέρες κολάκευε και συμμορφώνονταν με την αίρεση και άλλους τους τυραννούσε ο άμυαλος. Κι έτσι δοκίμασε να παρασύρει και τον σοφό Θεοδόσιο με αργύρια, ο φιλάργυρος. Του έστειλε λοιπόν δωρεά τριάντα λίτρες χρυσού και για να μην το καταλάβει ότι το έστειλε με πονηριά και το γυρίσει πίσω, κάλυψε με πονηριά το δόλωμα και του μήνυσε να το δεχτεί για να το ξοδέψει για τους αρρώστους και τους φτωχούς. Και ο Άγιος δέχτηκε το χρυσό για να μη δώσει αφορμή για σκάνδαλο, τη μιαρή όμως γνώμη του τη μίσησε και την απέκρουσε, ανατρέποντάς την με αληθινές αποδείξεις και παραδείγματα, και νικήθηκε ο βασιλιάς, σαν να πολεμούσε το ελάφι με το λιοντάρι, όπως θα φανεί παρακάτω.

Αφού πέρασε λίγος καιρός, αφότου φιλοδώρησε τον Άγιο με τον χρυσό ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους στον Όσιο να υπογράψει την προαναφερθείσα αίρεση. Τότε συγκεντρώνει όλους τους Πατέρες της ερήμου και με τη σύμφωνη γνώμη και τη θέληση όλων γράφει στον βασιλιά την εξής απάντηση: 
«επειδή μας έστειλες μήνυμα να κάνουμε ένα από τα δύο, δηλαδή ή να συμφωνήσουμε με την άποψη των Ακέφαλων ή να θανατωθούμε βίαια αν μείνουμε πιστοί στα ορθά Δόγματα των Πατέρων, μάθε ότι προτιμούμε τον θάνατο και όχι μόνο εμείς δεν παρεκκλίνουμε καθόλου από την αλήθεια, αλλά και όσους άλλους παρασύρετε και δεχτούν τα φρονήματά σας, εμείς τους αναθεματίζουμε, και αν χειροτονήσετε κάποιον από τους Άκέφαλους, εμείς δεν τον δεχόμαστε. Μακάρι, Χριστέ Βασιλιά, να μη συμβεί να παραιτηθούμε ούτε λίγο από την Ορθοδοξία, αλλά ακόμα και αν δούμε τους Άγιους αυτούς Τόπους να έχουν παραδοθεί στη φωτιά, ακόμα και αν πάθουμε οτιδήποτε άλλο, δεν αλλάζουμε γνώμη, ακόμα και αν ελεεινά τεμαχίσουν τα σώματά μας σε μικρά τεμάχια, αλλά πιστεύουμε στις τέσσερις Άγιες Συνόδους…

Από αυτή λοιπόν την Ορθόδοξη Πίστη δεν παρεκκλίνουμε ούτε προδίδουμε (μακριά από εμάς!) την ευσέβεια, έστω και αν πρόκειται να μας δώσετε χιλιάδες θανάτους. Η ειρήνη του Θεού που καθοδηγεί κάθε νου, μακάρι να είναι φύλακας και οδηγός του κράτους σου».
Μόλις δέχτηκε αυτή την επιστολή ο βασιλιάς, ευλαβήθηκε τον Άγιο και του έστειλε απάντηση προφασιζόμενος ότι δεν έφταιγε ο ίδιος σε αυτό το θέμα, αλλά οι κακοί Αρχιερείς και κληρικοί, οι οποίοι θέλοντας να φανούν σοφοί, προκαλούσαν τα σκάνδαλα. Αυτά και άλλα αφού έγραψε ο βασιλιάς στον Άγιο, σταμάτησε και δεν εκβίαζε κανένα να ακολουθήσει την αίρεση. Αλλά μετά από καιρό άλλαξε γνώμη και έστειλε πάλι γράμματα κατά της ευσέβειας, ο απερίσκεπτος. Ο γενναίος όμως και ζηλωτής της ορθής πίστης Άγιος Θεοδόσιος, δεν αποδέχτηκε τα γράμματα, αλλά σαν λιοντάρι όρμησε κατά των απεσταλμένων και αφού συγκέντρωσε το πλήθος, ανέβηκε στον άμβωνα και είπε μεγαλόφωνα: «όποιος εναντιωθεί στις τέσσερις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους και δεν τις τιμά όπως τα τέσσερα Ευαγγέλια, να έχει το ανάθεμα.». αυτά είπε και έτρεξε σαν Άγγελος στις κοντινές χώρες και πόλεις σαν στρατηγός, με πολλούς Μοναχούς να τον ακολουθούν, και στήριζε τους πιστούς, ξεσήκωνε τους νωθρούς και όσους είχαν αμφιβολία για την Ορθόδοξη πίστη τους βεβαίωνε και τους έκανε πρόθυμους να μη φοβηθούν τις απειλές του τυράννου, αλλά να πεθάνουν, αν χρειαστεί, για την ευσέβεια….

Με αυτά και άλλα παρόμοια δίδασκε με θάρρος το ποίμνιό του ο σοφός Θεοδόσιος. Και για αυτό ο βασιλιάς θύμωνε μαζί του και τον εξόρισε άδικα. Ο δίκαιος κριτής όμως Θεός, αφαίρεσε τη ζωή εκείνου του παράφρονα και όταν επέστρεψε πάλι ο Όσιος έπαυσε ο διωγμός της Εκκλησίας και σταμάτησαν τα σκάνδαλα. Και οι αιρετικοί αρχιερείς διώχτηκαν από τους θρόνους τους, και οι ευσεβείς πήραν πίσω τους δικούς τους θρόνους ,όπως και πριν, και πολλοί από αυτούς επαίνεσαν τον μέγα Θεοδόσιο για το θάρρος που έδειξε και δεν δέχτηκε τα βασιλικά προστάγματα. Ιδιαίτερα οι Αρχιεπίσκοποι, της Ρώμης Αγάπιος και ο Εφραίμ της Αλεξάνδρειας του έγραψαν εγκωμιαστικά γράμματα και πολύ τον εγκωμίασαν. 

 


Πηγή: Η αίρεσις των μονοφυσιτών αντιχαλκηδονίων, Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη, Απόδοση στα νέα Ελληνικά, Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  


Δημοφιλείς αναρτήσεις