Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Δεν ειναι πια ούτε μοναχός αποτραβηγμένος απ΄ τον κόσμο, ούτε άνθρωπος που ζει στον κόσμο.


Στο λειτούργημα τους, οι πατέρες εκδήλωναν ξεκάθαρα μιά υπέρβαση κάθε καθορισμένης μορφής. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, στην έξοδο του προς τους ανθρώπους, δεν είναι πια ο ερημίτης ή εκείνος που λέει ωραία λόγια, αλλά έχοντας κερδίσει το Άγιο Πνεύμα, υπερβαίνει ακόμη και τον μοναχισμό. Δεν ειναι πια ούτε μοναχός αποτραβηγμένος απ΄ τον κόσμο, ούτε άνθρωπος που ζει στον κόσμο. Είναι και το ένα και το άλλο και η υπέρβαση των δύο, μαθητής, μάρτυρας και έμπιστος του Αγίου Πνεύματος. " Ο μοναχός ή ο λαϊκός " έλεγε , " αν αγαπούν τον Θεό θα μετακινούν και οι δύο βουνά· θα αναστήσουν νεκρούς, αν το θέλει ο Θεός....."

Απόσπασμα απ΄ το βιβλίο: 
Η τρελή αγάπη του Θεού
Παύλου Ευδοκίμωφ
Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου.
Γέροντας και πνευματικός πατέρας, σελ.75

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Βίος Οσίου Παχωμίου του Μεγάλου



Βίος Οσίου Παχωμίου του Μεγάλου 
O Παχώμιος λεπτύνων σαρκός πάχος,
Ψυχή συνήγε πριν μεταστήναι στέαρ.
Πέμπτη και δεκάτη Παχώμιον ένθεν άειραν. 
Ο όσιος πατήρ ημών Παχώμιος γεννήθηκε περί το 292 στην Άνω Θηβάιδα από γονέις εθνικούς, αλλά από παιδί ακόμη ένιωθε έντονη αποστροφή για την ειδωλολατρία και επέδειξε έμφυτη κλίση προς το αγαθό. Στρατολογήθηκε διά της βιας κατά την εκστρατεία του Μαξιμίνου Δάια εαντίον του Λικινίου (312) όπου συγκινήθηκε βαθιά από την αγάπη που έδεξαν οι χριστιανοι των Θηβών απέναντι στους νεοσυλλέκτους που τους έσερναν με σκληρότητα προς τα στρατόπεδά τους σαν να ήταν αιχμάλωτοι. Σύντομα απολύθηκε ο Παχώμιος και βαπτίσθηκε στο χωριό Χηνοβοσκίων, όπου την επόμενη νύχτα είδε δρόσο να κατέρχεται από τον ουρανό και να καλύπτει την κεφαλή του, εν συνεχεία δε συγκεντρώθηκεστό δεξί του χέρι, συμπυκνώθηκε και έγινε μέλι που έτρεχε στην γη. Άρχισε παρευθύς να διάγει βίο ασκητικό με οδηγό την συνείδησή του και να υπηρετεί τους ανθρώπους του τόπου, ιδιαίτερα όταν ενέσκηψε επιδημία πανούκλας. Μετά τρία έτη, στενοχωρούμενος από τον συγχρωτισμό με κοσμικούς και κινούμενος από σφοδρή αγάπη για τον Θεό μόνο, έγινε μαθητής ενός άγιου γέροντα, του Παλάμωνος, που ήταν τραχύς και αυστηρός και ζούσε στην ερημία έξω από την πόλη [12 Αυγ.]. 
Αφού τον δοκίμασε σκληρά, ο Γέροντας τον ενέδυσε το μοναχικό Σχήμα και του δίδαξε να αγρυπνεί, όπως ο ίδιος, την μισή, συχνά δε ολόκληρη την νύχτα, απαγγέλλοντας στίχους της Αγίας Γραφής, να νηστεύει το καλοκαίρι καθημερινά μέχρι το βράδυ και τον χειμώνα να μην γεύεται τίποτα μία στις δύο η τρεις ημέρες, δίχως να καταλύει ποτέ λάδι, κρασί η μαγειρευμένη τροφή. Η Ακολουθία που τελούσαν αποτελείτο από πενήντα ομάδες Ψαλμών με κατακλείδα μία ευχή κατά την διάρκεια της νύχτας και εξήντα την ημέρα, πέρα από την διαρκή μνήμη του Θεού που διατηρούσαν στον νού και την καρδία τους, σύμφωνα με την παραίνεση του Αποστόλου (Β’ Θεσσ, 5, 17). 
Για να προσπορίζονται τα χρειώδη για την διαβίωσή τους και κυρίωςγιά την φροντίδα των πτωχών, έπλεκαν σάκκους και καλάθια από νήμα, τρίχες η φύλλα φοινικιάς και εργάζονταν ακόμη και την νύχτα, απαγγέλλοντας τον λόγο του Θεού, για να αντιμάχονται τον ύπνο. Αν, παρά την χειρωνακτική εργασία, τους κατέβαλλε ο ύπνος, τότε σηκώνονταν και πήγαιναν να μεταφέρουν άμμο με την σπυρίδα από το ένα μέρος της ερήμου στο άλλο. Κάποτε, ανήμερα το Πάσχα, ο Παχώμιος έρριξε λίγο λάδι στο τριμμένο αλάτι που ήταν η συνηθισμένη τροφή τους. Ο Παλάμων κτυπώντας το πρόσωπό του άρχισε τότε να κλαίει λέγοντας «Χθες ο Κύριος εσταύρωται, και εγώ να φάγω σήμερα λάδι!» 
Ο Παχώμιος δεν υπέμενε μόνο με προθυμία την αυστηρή τάξη του Γέροντα, αλλά φρόντιζε κυρίως να διατηρήσει την καρδία του καθαρή διά της φυλακής των λογισμών, εξαντλώντας όλες τις νοητικές του δυνάμεις για την αποστήθιση των λόγων του Θεού προκειμένου να γίνουν κτήμα του. Συνήθιζε να αποσύρεται στην έρημο για να προσευχηθεί η να σταθεί όρθιος, καθ’ όλη την νύχτα, μέσα στους τάφους, με τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό, σαν να ήταν σταυρωμένος, και ο ιδρώτας που κυλούσε έκανε λάσπη το χώμα στα πόδια του. Κατά την διάρκεια των νυχτερινών αυτών προσευχών, οι δαίμονες μαίνονταν εναντίον του και του επιτίθεντο διαρκώς, αλλά ο άνθρωπος του Θεού τους καταίσχυνε δοξολογώντας τον Θεό και χλευάζοντας τις μάταιες μηχανεύσεις τους. Καθώς οι επιθέσεις τους γίνονταν ακόμη πιο πιεστικές, σκληραγωγούσε ακόμη περισσότερο το σώμα του και ζητούσε από τον Θεό να του διώξει τον ύπνο μέχρι να φθάσει στην οριστική νίκη. Εισακούσθηκε και έκτοτε απέκτησε τόση παρρησία με τον Θεό, ώστε το σώμα του απολάμβανε ήδη εν μέρει την αφθαρσία που υποσχέθηκε ο Κύριος στους εκλεκτούς, και έτσι μπορούσε να περπατά ακίνδυνα πάνω σε ερπετά και σκορπιούς και να περνά τον Νείλο ανάμεσα σε κροκοδείλους. 
Μετά από τέσσερα χρόνια αγώνων, το όραμα της ουράνιας δρόσου επαναλήφθηκε, περίμενε όμως ο Παχώμιος άλλα τρία χρόνια πριν αποσυρθεί μόνος στην έρημο. Φθάνοντας σε έναν τόπο πού ονομαζόταν Ταβέννησις, στην βορειοανατολική όχθη του Νείλου, άκουσε φωνή εξ ουρανού που τον διέταζε να παραμείνει εκεί και να ιδρύσει κοινόβιο. Αφού έλαβε την άδεια του αγίου Παλάμωνος, λίγο πριν τον θάνατό του, ο Παχώμιος εγκαταστάθηκε εκεί και επιδόθηκε μόνος σε άλλη άσκηση, μέχρι που ήλθε να ζήσει μαζί του ο μικρότερος αδελφός του Ιωάννης. 
Έχοντας τα πάντα κοινά, ζούσαν με μεγάλη αυταπάρνηση και μοίραζαν στους πτωχούς τους καρπούς της εργασίας τους, κρατώντας μόνο τα απολύτως αναγκαια: δύο ψωμιά και λίγο αλάτι την ημέρα. Τελειώνοντας την καθημερινή αγρυπνία τους, αναπαύονταν λίγο, καθισμένοι, δίχως να στηρίζουν την ράχη στον τοίχο. Κατά την ημέρα, έμειναν εκτεθειμένοι στον καύσωνα, έχοντας κατά νού το Πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και τις δοκιμασίες των αγίων μαρτύρων. 
Μία ημέρα, άγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε στον Παχώμιο κατά την αγρυπνία του και του είπε τρεις φορές: «Παχώμιε, το θέλημα του Θεού είναι να διακονείς το γένος των ανθρώπων, για να τους συμφιλιώσεις μαζί Του». Από τότε, άνθρωποι από τα γειτονικά χωριά συγκεντρώθηκαν γύρω του για να διάγουν από κοινού τον ασκητικό βίο. Ο καθένας ζούσε χωριστά, κατά το δοκούν, και συνεισέφερε το μερίδιό του στις υλικές ανάγκες της αδελφότητος. Ο Παχώμιος έθετε τον εαυτό του ταπεινά στην υπηρεσία τους, ετοιμάζοντας την τροφή που επιθυμούσαν, δεχόμενος τους επισκέπτες και φροντίζοντας τους αδελφούς όταν ασθενούσαν, ενώ ο ίδιος αρκείτο πάντα σε ψωμί και αλάτι. Οι αγροικοι αυτοί άνθρωποι δεν έδειχναν, ωστόσο, απέναντί του κανέναν σεβασμό, και μάλιστα τον κορόιδευαν κιόλας. Ο άνθρωπος του Θεού έκανε υπομονή πέντε χρόνια, μέχρι την ημέρα που, έχοντας λάβει εντολή από τον Θεό κατά την διάρκεια μιάς ολονύχτιας προσευχής, τους επέβαλε έναν κανόνα κοινής ζωής και έδιωξε με απόφασή του όλους εκείνους που δεν ήθελαν να συμμορφωθούν. Νέοι υποψήφιοι για τον μοναχικό βίο παρουσιάστηκαν, καί ο Παχώμιος, αφού τους δοκίμασε επαρκώς, τους επέβαλε να ζούν «κατά τας Γραφάς» έχοντας τα πάντα κοινά, σε πλήρη ισότητα, κατά το παράδειγμα της αποστολικής κοινότητος (βλ. Πραξ. 2). Υπηρετώντας όλους, όπως και προηγουμένως, τους δίδαξε να βαστάζουν τον σταυρό τους για να ακολουθούν τον Χριστό και να έχουν μοναδική μέριμνα στον νού τους τα λόγια του Κυρίου. Λέγεται πως άγγελος, με μοναχική περιβολή, του υπέδειξε τον τύπο της ενδυμασίας τους και του παρέδωσε μία πλάκα στην οποία ήταν χαραγμένος ο Κανόνας της αδελφότητος, «όριζε να δίνεται φαγητό και νερό στον καθένα ανάλογα με την κράση του και την εργασία του, δίχως να εμποδίζονται εκείνοι που επιθυμούσαν να εγκρατεύονται περισσότερο, όφειλαν να ζούν σε ξεχωριστά κελλιά, χωρισμένοι κατά «οίκους», σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους η τις ενασχολήσεις τους, και να συναθρίζονται τρεις φορές την ημέρα για να αναπέμπουνστόν Θεό δώδεκα ευχές, που αποτελούνταν από Ψαλμούς και προσευχές. Όταν ο Παχώμιος αντέτεινε ότι οι προσευχές δεν ήσαν πολλές, ο άγγελος αποκρίθηκε; «όλα όσα ορίζω διασφαλίζουν ότι ακόμη και οι μικροί θα μπορούν να τηρούν τον Κανόνα, δίχως να αποθαρρύνονται, όσο για τους τελείους, αυτοί δεν έχουν ανάγκη νόμου, αφού στο κελλί τους αφιερώνουν όλη την ζωή τους στην θεωρία του Θεού». 
Όταν οι αδελφοί έφθασαν τους εκατό, ο Παχώμιος τους έκτισε ναό μέσα στο μοναστήρι και την Κυριακή καλούσε έναν ιερέα από το χωρίο να τελέσει την θεία Λειτουργία, διότι αρνούνταν να χειροτονηθεί κληρικός κάποιος από τους μοναχούς, από φόβο μήπως διαταραχθεί από ματαιοδοξία και αντιζηλία η επιτευχθείσα αρμονία τους. Λίγο μετά την ενθρόνισή του, ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας άγιος Αθανάσιος επισκέφθηκε το μοναστήρι της Ταβεννήσεως (329), αλλά ο Παχώμιος μαθαίνοντας ότι ήθελε να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο κρύφθηκε μέχρι την αναχώρηση του ιεράρχη. 
Καθώς η αδελφότητα, την οποία ονόμασε «Κοινωνία», γινόταν πολυπληθής, ο όσιος Παχώμιος όρισε αδελφούς στερεωμένους στην αρετή να τον βοηθούν: έναν ως οικονόμο, μαζι με έναν δεύτερο και άλλους ως υπευθύνους των «οίκων». Άλλοι πάλι ήσαν επιφορτισμένοι με την φροντίδα των ασθενών, την φιλοξενία η την πώληση των εργοχείρων που φτιάχνονταν στο μοναστήρι. Τρεις φορές την εβδομάδα, ο όσιος Παχώμιος δίδασκε ο ίδιος στο σύνολο της αδελφότητος ερμηνεύοντας τις Γραφές και κατά τις δύο νηστίσιμες ημέρες οι επικεφαλής των οίκων κατηχούσαν με την σειρά τους τους μοναχούς τους. 
Η αδελφή του οσίου, Μαρία, είχε έλθει κι αυτή να ζήσει κοντά του και ο Παχώμιος φρόντισε να κτισθεί ένα μοναστήρι στο χωριό, όπου συγκεντρώθηκαν πολλές αδελφές για να διάγουν βίο παρόμοιο με εκείνο των μοναχών, υπό την καθοδήγηση ενός συνετού Γέροντα, ονόματι Πέτρου. 
Ο όσιος δεχόταν με περίσκεψη τους υποψηφίους που προσέρχονταν και δεχόταν μόνο έναν μικρο αριθμό μεταξύ εκείνων που ειχαν ζήσει προηγουμένως διεφθαρμένο βίο η είχαν δύστροπο χαρακτήρα, από φόβο μήπως παρασύρουν τους άλλους αδελφούς στην απώλεια. Για όσους, όμως, δεχόταν ως υποτακτικούς, έκανε τα πάντα, προκειμένου να τους ελευθερώσει από την δουλεία των παθών, αγωνιζόμενος μέρα νύχτα μαζί τους. Όταν συναντούσε μοναχούς ατίθασους, πάσχιζε να τους διορθώσει και προσευχόταν συνεχώς γι’ αυτούς, πολλαπλασιάζοντας τις νηστειες, τις αγρυπνίες και τις σκληραγωγίες του, με σκοπό να μετανοήσουν και να διδαχθούν το μυστήριο της μοναχικής πολιτείας και την ειρήνη που αντλεί κανείς από την υπακοή. Αν, παρά ταύτα, επέμεναν να προβάλλουν αντίσταση, τους απέπεμπε από την αδελφότητα, για να μην εμποδίζουν τους άλλους μοναχούς να προοδεύουν στον φόβο Θεού. Έτσι, μία χρονιά, έδιωξε μέχρι και εκατό μοναχούς, ανάμεσα σε τριακόσιους που αποτελούσαν την Κοινωνία. 
Χάρη στο διορατικό του χάρισμα, ο όσιος Παχώμιος αντιλαμβανόταν τα σφάλματα και τους διεστραμμένους λογισμούς των αδελφών και γνώριζε πως να τους θεραπεύει πριν αμαρτήσουν. Παρόλο που θεράπευε τους αρρώστους και λύτρωνε τους δαιμονισμένους τόσο μεταξύ των αδελφών όσο και μεταξύ των κοσμικών που συνέρρεαν στο μοναστήρι, εγκαταλειπόταν για τα πάντα στο θέλημα του Θεού και δεν θύμωνε ποτέ, όταν ο Κύριος δεν εισάκουε την προσευχή του. Δίδασκε πως ανώτερα από τα σωματικά ιάματα ήσαν τα πνευματικά ιάματα των ψυχών που από την πλάνη και την ολιγωρία οδηγούνται στην γνώση του αληθινού Θεού και στην μετάνοια. Δεν ζητούσε ποτέ από τον Θεό να λάβει οράματα, διότι αυτά μπορούν να είναι ένας δρόμος που οδηγεί στην πλάνη και έλεγε:«Ανθρωπον εάν ίδης αγνόν και ταπεινόφρονα, όραμα μέγα εστίν, οράματος γαρ τοιούτου τι μείζόν εστιν, τον αόρατον Θεόν εν ορατώ ανθρώπω,ναώ αυτού ιδέιν;». 
Ακόμη και όταν ήταν καταβεβλημένος από την αρρώστια αρνιόταν να τον υπηρετούν η να λάβει κάποιαν ανακούφιση. Ένα φάρμακο μόνο δεχόταν: το Όνομα του Κυρίου, και δίδασκε τους ασθενείς με το παράδειγμά του να υπομένουν με εγκαρτέρηση και ευχαριστίες τα δεινά τους, με σκοπό να λάβουν διπλό στέφανο: εκείνον της ασκήσεως και της υπομονής στις δοκιμασίες. Στις αρρώστιες των αδελφών ήξερε να διακρίνει αλάνθαστα όσες είχαν προκληθεί από τους δαίμονες η από επενέργεια των παθών τους, και τους δίδασκε να τις νικούν με γενναία αποφασιστικότητα της ψυχής. Όταν όμως επρόκειτο για πραγματικές ασθένειες της σαρκός, ερχόταν ο ίδιος να διακονήσει τους ανήμπορους και δεν δίσταζε να δώσει σε κάποιους κρέας για τροφή, παρά το μοναστικό έθος. 
Καθώς ο αριθμός των αδελφών δεν έπαυε να αυξάνεται, ο Παχώμιος μετά από ένα όραμα ίδρυσε ένα ακόμη μοναστήρι στην Παβαύ, λίγο μακρύτερα έναντι του Νείλου, (περίπου 3 χλμ. από την Ταβέννησι). Το έκτισε πολύ μεγάλο και το οργάνωσε όπως εκέινο της Ταβεννήσεως. Όταν η Παβαύ κατοικήθηκε, ο ηγούμενος της Μονής Χηνοβοσκού (Σενεζήτ) ζήτησε από τον άγιο να θέσει την αδελφότητά του στην δικαιοδοσία του, με το ίδιο Τυπικό. Ο όσιος Παχώμιος μετέβη επί τόπου με μερικούς αδελφούς, τους οποίους και άφησε εκεί για να καταρτίσουν τους μοναχούς στην τάξη της Κοινωνίας. Έκανε το ίδιο και με την Μονή την λεγόμενη Μοναχώσις, εν συνεχεία δε, μετά από όραμα, πήγε να ιδρύσει καινούργια μονή, τη λεγόμενη Τασή. Μετά από αίτημα του επισκόπου της Πανοπόλεως, ίδρυσε ακόμη ένα μοναστήρι στην περιοχή αυτή, μοχθώντας ο ίδιος με τους αδελφούς στην κατασκευή των κτηρίων. Λίγο αργότερα, ένας πρόκριτος, ο Πετρώνιος [23 Oκτ.], προσέφερε την μονή που είχε ιδρύσει στο Τηβεύ, στην περιοχή Διοσπόλεως. Ο Παχώμιος τοποθέτησε κάποιον Απολλώνιο επικεφαλής της μονής και όρισε τον Πετρώνιο προιστάμενο ενός άλλου καθιδρύματος, της Μονής Τυμηναί, κοντά στην Πανόπολη. Τέλος, μετά από νέο όραμα, ίδρυσε ένα μεγάλο μοναστήρι στο Πιχνούμ, μακριά στον Νότο, στην έρημο Σνη. Τούτο το μεγάλο συγκρότημα από εννέα κοινόβια και δύο γυναικείες μονές αριθμούσε τρεις χιλιάδες μοναχούς, όσο ζούσε ο Παχώμιος, και μέχρι επτά χιλιάδες στην συνέχεια. Όλοι ζούσαν εκεί σε αρμονία, πιστοί στους κανόνες που θέσπισε ο άνθρωπος του Θεού. Δεν είχαν καμμία μέριμνα για τα εγκόσμια πράγματα, και χάρη στην ησυχία και τον ισαγγελικό βίο τους ζούσαν διαρκώς ωσάν μεταφερμένοι στον ουρανό. Ο όσιος τους επισκεπτόταν συχνά για να τους καταρτίσει στον λόγο του Θεού, να διορθώσει τις παρεκτροπές και να ενθαρρύνει τους αδελφούς να προσκαρτερούν στους αγώνες τους. Διέμενε συνήθως στην Μονή της Παβαύ, όπου ζούσε ως απλός μοναχός, μέλος ενός «οίκου» και υποταγμένος στην κοινή τάξη, αφού, ακλόνητα στερεωμένος στην πέτρα της ταπεινοφροσύνης, δεν σκεπτόταν ποτέ ότι ήταν επικεφαλής η πατέρας των μοναχών, παρά μόνο διάκονός τους. Μία ημέρα που επισκέφθηκε την Μονή Ταβεννήσεως, κάθησε κι αυτός να δουλέψει στο εργόχειρό του και δέχθηκε πρόθυμα τις υποδείξεις ενός παιδιού μοναχού που τον έμεμψε ότι δεν έκανε σωστά την δουλειά του. 
Ο οικονόμος του μεγάλου κοινοβίου της Παβαύ, ήταν επιφορτισμένος με την διαχείριση της Κοινωνίας: συγκέντρωνε τα αντικείμενα που κατασκευάζονταν στα μοναστήρια και μεριμνούσε για την εξυπηρέτηση όλων των αναγκών τους. Δύο φορές τον χρόνο, οι αδελφοί συναθροίζονταν στην Παβαύ, μία φορά το Πάσχα, για να γιορτάσουν όλοι μαζί,και μία φορά τον Αύγουστο, μετά την συγκομιδή, όταν οι προεστώτες λογοδοτούσαν για την θητεία τους και ορίζονταν νέοι υπεύθυνοι. Όταν ο μακάριος Παχώμιος δεν ευκαιρούσε να μεταβεί σε ένα μοναστήρι, έστελνε τον αγαπητό μαθητή του, τον Θεόδωρο [16 Μαΐου], η απηύθυνε επιστολή στον οικονόμο, γραμμένη σε μυστική γλώσσα που μόνο εκείνος κατανοούσε. Είχε πάντοτε την όψη σοβαρή και τεθλιμμένη, καθώς ο Θεός τον είχε αξιώσει να θεωρεί εν οράματι τα αιώνια βάσανα που επιφυλάσσονται στους αμαρτωλούς και στους ανάξιους μοναχούς· για τον λόγο αυτό κάθε φορά που έπαιρνε τον λόγο, προειδοποιούσε τους μαθητές του για την ημέρα της Κρίσεως. Μία ημέρα, πέθανε ένας αμελής μοναχός. Αφού τον κήδευσαν, ο όσιος δεν άφησε τους αδελφούς να ψάλουν την Εξόδιο Ακολουθία του, ούτε θεία Λειτουργία στην μνήμη του, παίρνοντας δε το ένδυμά του το έκαψε, φοβερίζοντας όλους τους αδελφούς προς διόρθωσή τους. 
Κατά την διάρκεια ενός λιμού, ο άνθρωπος του Θεού έμεινε νηστικός και είπε; «όσο οι αδελφοί μου θα πεινούν και δεν θα βρίσκουν ψωμί να φάγουν δεν θα φάω ούτε εγώ», εφαρμόζοντας έτσι κατά γράμμα τον λόγο του Αποστόλου: Και είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη (Α’ Κορ, 12, 26). 
Καθώς η φήμη του οσίου Παχώμιου είχε απλωθεί σε όλη την Αίγυπτο, βρέθηκαν κάποιοι που αμφισβήτησαν το διορατικό χάρισμά του και τις αποκαλύψεις του. Κλήθηκε λοιπόν στην Λατόπολη (345) ενώπιον σύναξης επισκόπων και ερωτώμενος επί του θέματος, αποκρίθηκε ότι ο Κύριος δεν τον αξίωνε διαρκώς με την χάρη αυτή της διακρίσεως και διορατικότητος, αλλά μόνο όταν Εκείνος ήθελε προς οικοδομήν της Κοινωνίας και σωτηρίαν των ψυχών, κατά το μέτρο της δικής του υποταγής στο θέλημα του Θεού. Τελικά αθωώθηκε και ευχαριστώντας τον Θεό δήλωσε, επ’ ευκαιρία της δοκιμασίας αυτής και της νέας εξορίας του αγίου Αθανασίου: «οφείλομεν υπομένειν πάντα πειρασμόν· ου γαρ βλάπτει». 
Προς το Πάσχα του 346, λοιμός ενέσκηψε στην Κοινωνία και αφάνισε περισσότερους από εκατό αδελφούς μεταξύ των πλέον επιφανών. Προσβλήθηκε και ο ίδιος ο όσιος, αλλά αρνήθηκε κάθε ιδιαίτερη φροντίδα. Παρότι το σώμα του ήταν άκρως εξασθενημένο «η καρδία και οι οφθαλμοί αυτού πυρ καιόμενον ην». Πέρασε τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος προσευχόμενος στον Κύριο να μην διαρραγεί η ενότητα της Κοινωνίας μετά τον θάνατό του. Έπειτα συγκεντρώνοντας τους αδελφούς επικαλέστηκε την μαρτυρία τους ότι σε όλη την ζωή του δεν τους απέκρυψε τίποτε και είχε ζήσει ανάμεσά τους ως ένας μεταξύ πολλών, ως διάκονος όλων και ως τροφός γαλουχούσα και θάλπουσα τα τέκνα της. Προσέθεσε ότι οι κανόνες και οι παραδόσεις που είχε θεσπίσει για χάρη τους με την φώτιση του Κυρίου ήσαν ο μόνος δρόμος για να αξιωθούν την ανάπαυση της ψυχής και την αιώνιο σωτηρία. Κατά την Πεντηκοστή, όρισε διάδοχό του τον Πετρώνιο που είχε προσβληθει κι αυτός από την επιδημία, εν συνεχεία δε είπε στους αδελφούς να παύσουν τα δάκρυά τους, διότι ο Κύριος του είχε δώσει την εντολή να συναντήσει τούς Πατέρες στις ουράνιες μονές τους. Με μεγάλη αυστηρότητα παρήγγειλε στον Θεόδωρο να πάει να ενταφιάσει το σώμα του σε τόπο μυστικό, για να μην του αποδίδεται τιμή, και τον ικέτευσε να φροντίζει τους αμελείς αδελφούς. Παρέδωσε την αποστολική ψυχή του στον Θεό στις 9 Μαΐου 346, σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών. Την στιγμή εκείνη ο τόπος εσείσθη από σεισμό, μία ουράνια ευωδία ξεχύθηκε και πολλοί γέροντες είδαν τάγματα αγγέλων να συνοδεύουν την ψυχή του οσίου στον τόπο αναπαύσεώς του. 
Όταν η είδηση της εκδημίας του οσίου Παχώμιου έφθασε στην μακρινή έρημο του Μεγάλου Αντωνίου, αυτός τον επαίνεσε ως νέο απόστολο και εγκωμίασε τον κοινοβιακό βίο του οποίου ήταν ο ιδρυτής. Αντιλέγοντας σε εκείνους που ισχυρίζονταν πως αυτός είχε φθάσει σε μεγαλύτερη δόξα στον ερημητικό βίο, αποκρίθηκε ότι από ανάγκη ασκείτο κατά μόνας γιατί τότε δεν υπήρχε κοινόβιο και πρόσθεσε: «Εν τη Βασιλεία των ουρανών θα βλέπωμεν αλλήλους και πάντας τους αγίους Πατέρας, μάλλον δε τον δεσπότην και Θεόν μας Ιησούν Χριστόν». Μετά την τελευτή του οσίου Παχώμιου, ο όσιος Πετρώνιος ανέλαβε την ηγουμενία στην Κοινωνία λίγες μόνον ημέρες πριν παραδώσει και ο ίδιος την ψυχή του στον Θεό. Ορίστηκε τότε ο αββάς Ωρσίσιος [15᾽Ιουν.] για να επαγρυπνεί ώστε να γίνονται σεβαστές οι παραδόσεις και να διασφαλίσει, κατά το παράδειγμα του οσίου Παχώμιου, τον λόγο του Θεού. Όταν όμως ο ηγούμενος της μονής Μοναχώσεως, Απολλόνιος, στασίασε και θέλησε να αποχωρήσει από το κοινόβιο, ο Ωρσίσιος παραιτήθηκε και όρισε ηγούμενο στην θέση του τον Θεόδωρο. 
Μετά την εκδημία των πρώτων μαθητών του οσίου Παχώμιου, τα μοναστήρια της Κοινωνίας γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη, τόσο σε αριθμό μοναχών όσο και σε υλικό πλούτο, η άνθηση, όμως, αυτή ήταν βραχύβια και αφού έπεσαν σε παρακμή, αφανίστηκαν από τις εισβολές των βαρβάρων. Οι θεσμοί, οι γραπτοί κανόνες και κυρίως το κοινοβιακό πνεύμα, του οποίου ιδρυτής στάθηκε ο όσιος Παχώμιος, κληροδοτήθηκαν, όμως, στην Εκκλησία ως τελεία οδός μιμήσεως της αποστολικής κοινότητος και ως κλίμαξ προς την Βασιλεία των ουρανών.
※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Μάιος),
σελ. 172-180.
※

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Όταν έχεις ακάθαρτους λογισμούς το σώμα σου αναδίδει τη δυσωδία τους...


 
Δεν θα αρνούμεθα τα λουτρά εις εκείνον του οποίου η ασθένεια απαιτεί αυτά. Ο ασθενής θα ακολουθεί άνευ γογγυσμού την εντολή του ιατρού̇ εις περίπτωσιν καθ’ ην διαφωνεί θα πράττει κατά την εντολήν του ηγουμένου ό,τι είναι αναγκαίον δια την υγεία του . 
Η σωματική καθαριότης έχει άμεση σχέση με το φαγητό και με τη ζωή μας. Όταν έχεις ακάθαρτους λογισμούς το σώμα σου αναδίδει τη δυσωδία τους. Χρησιμοποίησε όσα αρώματα θέλεις μόλις σε πλησιάσει κάποιος που έχει ελάχιστη πνευματική όσφρηση θα καταλάβει αμέσως ότι η ψυχή σου είναι μολυσμένη. Ό,τι είναι ο άνθρωπος εσωτερικά, είναι και εξωτερικά. Δεν μπορεί να κρυφθεί από το συνάνθρωπό του πόσο μάλλον από τον Θεόν. Επειδή οι παλαιοί το ήξεραν αυτό δεν έδιναν τόση σημασία στο λουτρό. Eπίσης τα σημερινά λουτρά έχουν καταστεί αναγκαία όχι μόνο λόγω της γενικής διαφθοράς αλλά και λόγω της αλλοιώσεως των φαγητών. Tα φαγητά των ημερών μας δημιουργούν ακαθαρσία στον οργανισμό, στην ψυχή και στο πνεύμα. ‘Oσο πιο απλό και φυσικό είναι το φαγητό τόσο και πιο καθαρός είναι ο οργανισμός. ‘Oσο το καρυκεύει και το συνθέτεις τόσο γίνεσαι και εσύ ακάθαρτος με όλες τις έννοιες της λέξεως. Επειδή λοιπόν στην εποχή μας είναι τέτοια η τροφή των ανθρώπων -αλλά και η ζωή τους και ο παρασυρμός τους- ακόμη και τα ενδύματά τους είναι κολλητά, λεπτά- γι’ αυτό ρίχνουμε το βάρος στην καθαριότητα του σώματος. Ανέκαθεν όμως υπήρχαν λόγοι που επέτρεπαν το λουτρό. Από την αρχαιότατη εποχή πήγαιναν ακόμα και οι μοναχοί 3 έως 4 φορές τον χρόνο. Σε μερικά μοναστήρια πήγαιναν κάθε μήνα. Το περισσότερο θεωρείται εντελώς ανάρμοστο για τον μοναχό, διότι υποτίθεται ότι έχει μια σχετική καθαριότητα ψυχής. Η απόπνοια του σώματος έχει μεγαλύτερη σχέση με την ψυχή παρά με το σώμα. Υπάρχει μια εξαιρέσις, οι ειδικές σωματικές ασθένειες που προκαλούν δυσοσμία. Πολλοί Άγιοι περιέπιπταν σε τέτοιες αρρώστιες και τότε αποδεικνυόταν πολύ περισσότερο η ταπείνωσις και η καθαριότητα της καρδιάς τους, από το αν θα ευωδίαζαν. 
Στην εποχή μας, οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν εάν δεν πλυθούν κάθε ημέρα. Αν είναι όμως δυνατόν σε μια τέτοια ατμόσφαιρα να υπάρξει πνευματική ζωή! Εν πάση περιπτώσει, επειδή ο Άγιος έχει όλη αυτή τη σύνθετη κατάσταση μπροστά του, λέγει ότι δεν θα αρνούμεθα τα λουτρά σε εκείνον που το απαιτεί η ασθένεια. Θέτει ως βασικό όρο την ασθένεια. Στη λέξη ασθένεια υποκρύπτεται και η έννοια της ασθένειας του χαρακτήρος και της βουλήσεως. Αλλά αυτό το κρύβει, γιατί όταν ανοίξεις σε κάποιον ένα παράθυρο θα το εκμεταλλευθεί. Όταν πω λόγου χάριν ότι απαγορεύεται να πάρετε απολυτήριο, όσο και αν το επιθυμείτε, θα παλέψετε θα μετανοήσετε δεν θα πάρετε. Εάν σας πω ότι μπορείτε να πάρετε, αμέσως θα ζητήσουν πολύ ή θα αρχίσουν να το σκέπτονται. 
Γι’ αυτό με τη λέξη "ασθένεια" μη συνάπτοντας την με τη λέξη "σώμα", εννοεί κυρίως την ασθένεια του χαρακτήρος, της ψυχής και του πνεύματος, που εξαναγκάζει τον άνθρωπο να κρύπτεται με το να λούζεται.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ 
ΑΡΧ.ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ (σελ.314)

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;


 
Ο Άγιος Αυγουστίνος τονίζει πολύ την κοινωνικότητα του μονάχου.  Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;  Όποιος μοναχός δεν κλείνεται στο κελί του- μοναχός σημαίνει κλείνομαι στο κελλί μου και αυτό μου διδάσκει τα πάντα- δεν θα γίνει ποτέ αληθινός μοναχός. Αλλά και ο μοναχός ο οποίος κλείνεται στο κελί του και αγνοεί την κοινωνία των αδελφών του, θα γίνει ένα τέρας δεν θα μάθει τίποτε. Διότι χωρίς βιωματική γνώση που απορρέει από την αίσθηση της κοινωνίας μας, το κελί γίνεται σταυροδρόμι δαιμονικών επηρειών. Γι’ αυτό και η άσκηση είναι το πιο φοβερό όπλο του δαίμονος. Η άσκηση είναι μοναδικό όχημα που οδηγεί στον ουρανό, αλλά είναι και ο δρόμος όλων των αιρετικών, των σχισματικών και των πεπλανημένων. Ο άνθρωπος του θεού δεν μπορεί να αγνοήσει τίποτε εάν θέλει να είναι άρτιος. Έλεγε ο παπα - Εφραίμ ότι δεν υπάρχει καλύτερη συσκηνία από δύο μοναχούς που ζουν μαζί. Πόσοι απομονωμένοι υπάρχουν στην έρημο! Μπορεί ο ένας να γίνει εγκρατής, ο άλλος να κάνει προσευχή, ο τρίτος να έχει συχνή θεία μετάληψη, αλλά ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν γίνεται κανένας όταν ζει μόνος του. Όλοι έχουν προβλήματα. Γι’ αυτό και η εκκλησία θέτει ως κριτήριο της μονώσεως και της προσευχής την υπακοή. Η υπακοή σε βγάζει από τον εαυτό σου. Δεν ξέρεις πού θα είσαι αύριο τι θα σου πει ο ηγούμενος σου ύστερα. Δεν ξέρεις αν θα σου πει ναι ή όχι. Του λες ένα βίωμά σου και σου λέει, φύγε από δω του πονηρού είναι. Αυτή όμως είναι η ασφάλεια. Θα μου πείτε: τότε ποιος μπορεί να πάει στην ησυχία; Το μοναστήρι στέλνει στην ησυχία τον άνθρωπο που το διακόνησε, ο οποίος έχυσε τον ιδρώτα του και μούσκεψε τα θεμέλια του μοναστηριού με το αίμα του και τον κόπο του̇ επίσης, αυτόν που έχει πνευματικές δυνατότητες να ακμάσει στην ησυχία. Ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ήταν ησυχαστής, αλλά τσεκούρωνε συνεχώς στον εαυτό του. Μη νομίζετε ότι τα πράγματα είναι όπως ακριβώς τα διαβάζετε. Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν σπινθήρας̇ άναβε αμέσως και πετούσε και ανέβαινε πάνω στα ουράνια. Ήταν μια δυνατώτατη πνευματική ύπαρξη, μυστικός άγγελος εν σώματι. 
Λέμε πως ο Άγιος Γρηγόριος και ο Μέγας Βασίλειος ήταν φίλοι. Ο Άγιος Γρηγόριος όμως έχυσε δάκρυα από τη φιλία του αυτή. Ο Μέγας Βασίλειος τον πετούσε στην άκρη του κόσμου, ακριβώς για να κρατήσει ισορροπία και να είναι και οι δύο τους χρήσιμοι στην Εκκλησία. Μπορεί να είναι δύο άνθρωποι μαζί, αλλά να είναι άχρηστοι για την Εκκλησία. Όταν όμως ο καθένας πάρει τη θέση του, τότε γίνονται χρήσιμοι. Ο χαρακτήρας εμπνέει όταν βοηθά τον πνευματικό σκοπό.
 
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ 
Αρχ.Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
σελ: 271

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!Ο ΓΑΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΘΕΩΣΕΩΣ. Ε Ν Α Σ ΤΡΟΠΟΣ ΘΕΩΣΕΩΣ!


 
Τι είναι ο γάμος μέσα στην ορθοδοξία; Σε τι μας καλεί;

Ο γάμος μέσα στην ορθοδοξία μας καλεί να πορευθούμε στο ίδιο ακριβώς γεγονός που μας καλεί και ο ορθόδοξος μοναχισμός. Να μπορέσω να κατευθυνθώ προς τον Κύριο, να θεωθώ και να μπω στην βασιλεία των ουρανών.

Αυτή είναι η προοπτική του γάμου. Μοναδική και ανεπανάληπτη όσο μοναδική και ανεπανάληπτη είναι η πορεία του κάθε χριστιανού μέσα στην εκκλησία. Την ώρα λοιπόν που αρχίζω να κουβεντιάζω για τον γάμο βάζω μπροστά μου αυτό τον σκοπό. Γάμος έξω από αυτά τα δεδομένα είναι κάτι πολύ ανόητο. Εδώ ο απόστολος Παύλος παρουσιάζει αυτή την ενότητα Χριστού και εκκλησίας και αυτή η ενότητα περνάει μέσα στη ζωή των ανθρώπων και μπολιάζει την ζωή τους. Τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει έξω από αυτήν την προσπάθεια για ενότητα μέσα στην ζωή του Χριστού και της εκκλησίας.

Ένας γάμος έχει νόημα μονάχα αν καταξιώνεται μέσα σε αυτήν την ενότητα .

Πως μπορείς να μιλήσεις για Αγάπη και για ένωση, αν δεν μπορείς να καταλάβεις τον Θεό που είναι Αγάπη και τον Θεό που συγκρατεί και ενώνει τα πάντα; Πως μπορείς να μιλήσεις για έρωτα αν δεν μπορείς να γνωρίσεις τι σημαίνει έρωτας για τον Θεό; Πως μπορείς να μιλήσεις για μια κοινή ζωή αν δεν καταλάβεις την έννοια της τριαδικότητας του Θεού;


Ο γάμος λοιπόν είναι εδρασμένος καθαρά πάνω σε αυτά τα δεδομένα που γνωρίζουμε από τον Θεό.  

ΤΡΙΑΔΑ-ΕΝΟΤΗΤΑ-ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ και ΘΕΩΣΗ του.  
Χωρίς αυτήν την προοπτική ο γάμος παραμένει και γίνεται ένα συμβόλαιο. Γίνεται μια κοινωνική πρακτική που απλώς πάει να συντηρήσει κάποιες δομές οι οποίες προυπάρχουν μέσα στην κοινωνία και απλώς πρέπει να τις συντηρήσουμε γιατί έτσι έταξαν οι άνθρωποι, γιατί έτσι είναι το ηθικόν. 

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!
Ο ΓΑΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΘΕΩΣΕΩΣ.
 ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΘΕΩΣΕΩΣ!
 
Πως πραγματώνεται αυτή η θέωση;  
Σου δίνει πολύ πρακτικά ένα σχήμα για να μπορείς, όχι να καταλάβεις αλλά να βιώσεις με τα δεδομένα τα καθημερινά σου αυτό το οποίο είναι ο Θεός!
Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΙΑΔΑ! 
Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΟΥΣΙΟΣ. Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΗΡ ΥΙΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ.  
Αυτά μονάχα ξέρουμε. Είναι ομοούσιος και διακρίνεται στα 3 πρόσωπα. Τα 3 πρόσωπα διατηρούν την δίκη τους προσωπική ελευθερία, τα δικά τους χαρίσματα και όμως είναι ομοούσια. Περιχωρούνται μέσα σε μια ενότητα Αγάπης. Απόλυτη ενότητα Αγάπης! Ερχόμαστε λοιπόν μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία να μιλήσουμε για τον γάμο μεσα από αυτά τα δεδομένα. Τα δεδομένα της Τριαδικότητας και του δοσίματος της απόλυτης Αγάπης. Τριαδικότητα σημαίνει πρώτα πρώτα ένωση και ομοουσιότητα. Μέσα στα ανθρώπινα δεδομένα φυσικά η ομοουσιότητα είναι κάτι αδύνατον να γίνει κατά φύσιν. Αλλά κατά χάριν είναι δυνατόν οι άνθρωποι να ενωθούν. Γι’ αυτό η εκκλησιά είναι μία και είναι ενωμένοι οι πιστοί μέσα στην εκκλησία. Περιχωρούν ο ένας στην ζωή του αλλού εν αγάπη. Η αγάπη σημαίνει έξοδος, σπάζοντας τους φραγμούς του εγωισμού τους. Εξέρχονται από τον εγωισμό και μπορούν να μπουν στην ζωή του άλλου και να ζήσουν τον άλλον όπως είναι ο εαυτός τους χωρίς την ίδια ώρα να χάσουν την ελευθερία του προσώπου τους! Ο γάμος λοιπόν είναι μια καθαρή δυνατότητα, πρακτικής βιώσεως της ζωής της Αγίας Τριάδος. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει ελευθερία του προσώπου και την ίδια στιγμή τι σημαίνει ενότητα. Και αν ξεκινήσεις απ'  αυτό το αφετηριακό δεδομένο μπορείς να πας παραπέρα και να θεωθείς.

Έχεις το δεδομένο το βασικό της τριαδικότητας, το ζεις, ασκείσαι γι’ αυτό, πονάς γι’ αυτό, καταλήγεις όμως να θεωθείς. Αυτή είναι η βασική τοποθέτηση της ορθόδοξης εκκλησίας για το Γάμο. 
***
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 
Απομαγνητοφωνημένο 
απόσπασμα απο ομιλία που 
έγινε στις 13-02-1988

Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΓΕΝΕΑΣ


ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΓΕΝΕΑΣ 
Ὁ ἀββὰς Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ προεφήτευσεν εἰπὼν ὅτι εἰς τὰς ὑστερινὰς ἡμέρας τοῦ ἑβδόμου καὶ ἡμίσεος αἰῶνος, ἡ Μοναδικὴ πολιτεία θέλει ἀμεληθῇ τελείως καὶ μέλλει νὰ καταφρονηθῇ τόσον ἡ ψυχικὴ σωτηρία ἀπὸ τοὺς Μοναχούς, ὥστε οἱ ἀδελφοὶ νὰ περιέρχωνται ἀνάμεσον τῶν θορύβων καὶ ταραχῶν ἐσκοτισμένοι, ἀνωφελεῖς καὶ ῥᾴθυμοι, τὴν δὲ ἀρετὴν παντελῶς μὴ ἐπιμελούμενοι, ἀλλ᾿ ὑποδεδουλωμένοι εἰς τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας. 
Διότι ἐκεῖθεν ὅπου ἐκαύθη ὁ Σατανᾶς παρὰ τῶν ἀρχαίων ἀγωνιστῶν, ἐκεῖθεν ἔχει καὶ αὐτὸς νὰ νικήσῃ τοὺς ἀμελεῖς καταφρονητὰς Μοναχούς. Ὅπου δὲ ἐπλεόνασεν ἡ δικαιοσύνη, ἐκεῖ θέλει ὑπερπερισσεύσει ἡ ἁμαρτία καὶ ἀνομία, διότι θέλει ψυχρανθῇ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν καὶ θέλει συναναστρέφωνται Μοναχοὶ ἀναμέσον τῶν πόλεων χωρὶς φόβον, περιερχόμενοι τὰς κώμας μὲ γαστριμαργίας καὶ οἰνοποσίας, καὶ ἀναμέσον τῆς ματαιότητος του κόσμου, συναναστρεφόμενοι ἐν ἀσελγείαις, καὶ ἐν ἀκαθαρσίαις σαρκὸς συμφυρόμενοι. 
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις θέλει εἷσθαι μῖσος, φθόνος, φιλονικεῖαι καὶ μάχαι εἰς τὰ Κοινόβια μέχρι φόνων. Ὡσαύτως καὶ ἐν ταῖς Λαύραις ἰδιορρυθμίαι ἐκ τῆς κακίας του ἑνὸς πρὸς τὸν ἕτερον πλησίον αὐτοῦ, καὶ προχειρίζεσθαι Ἡγούμενοι καὶ ποιμένες αὐτῶν ἄνδρες ἀδόκιμοι ἀρετῆς, ἄπιστοι, ἀπρόκοποι καὶ ἀγροῖκοι, μὴ διακρίνοντες τὴν δεξιὰν ὁδὸν ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, ἀμελεῖς καὶ ἀσυντελεῖς φιλομέριμνοι, καὶ τὰς διακονίας ἀναιδῶς προχειριζόμενοι, τὰ πρωτεῖα μὲ δῶρα ἁρπάζοντες καὶ ἐπιβαίνοντες εἰς τὴν Ἡγουμενίαν, μὴ γνωρίζοντες κατηχεῖν καὶ νουθετεῖν τὸ ποίμνιον τῆς ἀδελφότητος. Καὶ μὴ γνωρίζοντες ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ εἶναι τύπος καὶ παράδειγμα δι᾿ ὠφέλειαν του ποιμνίου. Ἐκ τῆς τοιαύτης τῆς δὲ ἀμελείας καὶ καταφρονήσεως τῶν ποιμένων ἀπολοῦνται τὰ πρόβατα. Μέλλουσι δὲ κολάζεσθαι οὗ μόνον οἱ ἀμελεῖς καὶ ῥᾴθυμοι, ἀλλὰ καὶ οἱ δόκιμοι καὶ οἱ ἐγκρατεῖς καὶ ἐνάρετοι ἀδελφοί. 
Μετὰ ταῦτα εἶδε ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Μωϋσῆς, ὅτι νέα λαῖλαψ ὁμίχλη σκοτεινὴ πειρασμῶν φοβερωτάτων, ἔπεσεν εἰς τοὺς Μοναχοὺς ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Ἄρκτου, καὶ ὅτι ἐδιώκοντο οἱ Μοναχοὶ καὶ τὸ Μοναχικὸν σχῆμα, ἀπὸ ὄλεθρον αἱρέσεων, ἠναγκάζοντο οἱ πολλοὶ ῥίπτοντες τὸ σχῆμα νὰ ὑπανδρεύωνται. 
Τότε οἱ ὀλίγοι ἀγωνισταὶ οἱ εὐδοκιμήσαντες ὡς ἀργύριον καὶ χρυσίον ἐν χωνευτηρίῳ, ἐν θλίψει πολλῇ καὶ διωγμοῖς καὶ στενοχωρίᾳ θέλουσιν εὐδοκιμήσει. Ὅσοι δὲ φανῶσι δόκιμοι καὶ νικηταὶ τοσούτων δεινῶν καὶ πειρασμῶν μεγαλυνθήσονται καὶ δοξασθήσονται καὶ τιμηθήσονται παρὰ Θεοῦ περισσότερον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς βαστάσαντας τὸ βάρος καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν παγετὸν τῆς νυκτός. Μετὰ ταῦτα εἶδεν ὁ δοῦλος του Θεοῦ Μωϋσῆς, ὅτι παρῆλθεν ὁ χειμὼν ἐκεῖνος τῶν θλίψεων καὶ πειρασμῶν καὶ ἡ στενοχωρία τῶν δεινῶν αἱρέσεων, καὶ ἐγένετο γαλήνη καὶ ἄνεσις. 
Πάλιν ὅμως μετὰ παρέλευσιν χρόνων τινῶν ἀμεληθήσεται τὸ Ἀγγελικὸν Τάγμα τῶν Μοναχῶν καὶ περισσότεροι τῶν πρώτων πειρασμοὶ ἐπαναστατήσονται μὲ Μοναχάς, καὶ ὅτι ὁμοῦ μὲ τὴν κακὴν ἐπιθυμίαν συνεμίχθη καὶ ἡ τυραννία, ὥστε καὶ οἱ μὴ θέλοντες διεφθείροντο. Οἱ δὲ ἱερεῖς μὲ πορνείας καταμολυνόμενοι, καὶ αἱ πρεσβύτεραι αὐτῶν μοιχευόμεναι, ὁμοίως καὶ αὐτοὶ ἑτέραις μοιχεύοντες. Τότε δὲ γενήσεται ὀργὴ θεήλατος, καὶ καταναλωθήσεται πᾶσα ἡ πονηρὰ γενεὰ ἐκείνη, καὶ ἀπελεύσεται εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. 
Μακάριοι λοιπὸν τότε ὅσοι οὐχ ὑποκύψουσιν εἰς τὴν ἀνομωτάτην πρᾶξιν, τῆς ἀσελγείας, ἥτις εἶναι βιαιοτέρα καὶ βαρυτέρα τοῦ φόνου· ἀλλ᾿ ἀντιστήσονται καὶ ἐλέγξουσιν τὴν ἀνομίαν, ὡς ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης, καὶ θριαμβεύσουσιν ἐλέγχοντες τὴν αἱμομειξίαν. Καὶ ἀποκτανθῶσι ὑπὸ τῶν μιαρῶν καὶ ἀκαθάρτων ἀσελγῶν ἀνθρώπων τοῦ τότε καιροῦ. Ἀναπαυθήσονται οὗτοι εἰς τοὺς κόλπους του Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακὼβ τῶν ἐνδοξοτάτων Πατριαρχῶν καὶ κατασκηνώσουσιν ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων ὡραϊζόμενοι καὶ συνευφραινόμενοι. Ὧν καὶ ἡμεῖς τῆς μερίδος ταύτης ἐπιτύχωμεν χάριτι του Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.

Τὴν τωρινὴν κατάστασιν, βλέποντες ἂς θρηνοῦμεν,
Ἵνα σὺν Θεῶ, πάντες μετανοοῦμεν.

Ἀγωνιζόμενοι καλῶς, πάντοτε βιασθῶμεν,
Μὴ πλανηθῶμεν τάλανες, κ᾿ ἔπειτα κολασθῶμεν.

Καὶ τότ᾿ οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον! Εἰς Μοναχοὺς ἀθλίους,
Τοὺς ἀρνηθέντας κόσμον μέν, μετὰ δὲ τρισαθλίους.

Οὐαὶ δι᾿ ὧν παράδειγμα, ἵνα καταστραφῶμεν,
Χριστέ μου, Παναγία μου, προφθάσατε σωθῶμεν,
Ἐκ τῶν τριῶν δεινῶν ἐχθρῶν, νὰ μὴ τραυματισθῶμεν.



Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

θὰ ἤθελα νὰ ρωτήσω καὶ γιὰ τὸν ἐγωϊσμό, γιὰ τὴ λεπτὴ διάκρισι ἀνάμεσα στὴν ταπείνωσι καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια.

Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ι. Μ. Ιβήρων Αγίου Όρους

Πατέρα Βασίλειε, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ρωτήσω μιὰ προσωπική μου ἀπορία. Μιλήσατε γιὰ τὴν ταπείνωσι σ' ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς ἑνὸς ἀνθρώπου, εἴτε εἶναι μοναχὸς εἴτε ὄχι, καὶ θὰ ἤθελα νὰ ρωτήσω καὶ γιὰ τὸν ἐγωϊσμό, γιὰ τὴ λεπτὴ διάκρισι ἀνάμεσα στὴν ταπείνωσι καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια. Γιατὶ πολλὲς φορὲς τὰ συγχέουμε αὐτὰ τὰ πράγματα. Προσπαθοῦμε νὰ φανοῦμε ταπεινοί, καὶ κάπου ἐγὼ προσωπικὰ μπερδεύομαι σ' αὐτό. 
π. Βασίλειος: Νομίζω ὅτι ἕνας ταπεινὸς εἶναι φύσει ἀξιοπρεπής. Καὶ πάλι τὸ λέει ὁ ᾽Αββᾶς ᾽Ισαάκ: Οἱ δὲ «ταπεινόφρονες καὶ νοήμονες» ἐνεργοῦν ἔτσι. ῾Ο ταπεινόφρων εἶναι νοήμων. ῾Ο ὑπερήφανος εἶναι κουφιοκεφαλάκης. ∆ὲν τὸ καταλαβαίνουμε; Μά, νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ψηλαφοῦμε. Πολλοὶ μιλοῦν γιὰ τὴν ταπείνωσι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ μέγας μυσταγωγὸς στὸ μυστήριο τῆς ταπεινώσεως εἶναι ὁ ἀββᾶς ᾽Ισαάκ. Καὶ λέει: «Ὅταν πάω νὰ μιλήσω γιὰ ταπείνωσι, φοβᾶμαι μιὰ καὶ πάω νὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γιατὶ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γενόμενος ἄνθρωπος, τὴν ταπείνωσι ἐνεδύθη ὡς ἱμάτιον». Καὶ ἡ ταπείνωσι μᾶς κάνει κατὰ χάριν υἱοὺς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ ταπείνωσι φέρνει τὴν πρώτη χάρι τῆς υἱοθεσίας, καὶ νοιώθει μετὰ ὁ καθένας ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄγρια θηρία, ὅτι ἐδῶ πέρα ἔχουν διὰ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ταπεινοῦ τὴ φανέρωσι τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Καὶ παίρνει ὁ καθένας ἄνθρωπος πονεμένος καὶ πληγωμένος (ὁ καθένας μας ἔχει τὸ πλήγωμά του μέσα του) μιὰ παρηγοριὰ καὶ μιὰ δύναμι. 
Νομίζω ὅτι αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ ζοῦμε μέσα στὴν ᾽Εκκλησία. Τὸ νὰ ζοῦμε μέσα στὴν ᾽Εκκλησία, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὴ γνῶσι στὶς τρεῖς βαθμίδες της, ποὺ ἀρχίζει ἡ μὲ σωματικὸ καὶ ψυχικὸ τρόπο ἄσκησι τῆς ἀρετῆς, καὶ μετὰ φτάνει στὴν ἀνάπαυσι, ποὺ εἶναι ἡ πρόγευσι τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας. Τὸ νὰ μποῦμε λοιπὸν μέσα στὴ ζωὴ τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι ἕνα πράγμα σωματικὸ καὶ ψυχικό. ῾Ο Χριστός, ὡς τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων. 
Γι᾽ αὐτό, νομίζω, ἔχει σημασία νὰ ζῶ στὸν φυσιολογικὸ χῶρο. ∆ηλαδή, ἂν τυχὸν θέλω νὰ γίνω μοναχός, δὲν μπορῶ νὰ μὴν πάω στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. ∆ηλαδὴ πρέπει νὰ πάω στὸ μοναστήρι. ∆ὲν μπορῶ νὰ μένω σ' ἕνα διαμέρισμα τῆς ὁδοῦ Πατησίων. Τὸ ῞Αγιον ῎Ορος, μὲ τὶς ἀκολουθίες, μὲ τὶς εἰκόνες, μὲ βοηθάει. Καὶ ἔτσι νοιώθω ὅτι, ὅταν εἶμαι στὸ κελλί μου, στὸν κῆπο, βρίσκομαι μέσα στὴ χάρι τῆς Παναγίας, μέσα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, ὅπως ἐδῶ πέρα εἶναι μεγάλη εὐλογία, καὶ τὄχω πῆ ἔτσι τόσες φορές, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καλύτερος τόπος γιὰ νὰ γίνη αὐτὴ ἡ συνάντησι τὸν 'Ιούλιο τοῦ 1989, παρά, ὅπως εἰπώθηκε στὴν ἀρχή, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Παναγίας. ῾Υπάρχει αὐτὸ τὸ περιβάλλον ποὺ μᾶς βοηθάει νὰ πετύχουμε τὴ συνάντησι καὶ τὴν ἐπικοινωνία ποὺ ἐπιδιώκει τὸ συνέδριο. Τὸ ῎Ορος λοιπὸν βοηθάει. 
'Αλλὰ λές: Γιατὶ νὰ εἶμαι ἐγὼ ἐδῶ πέρα, καὶ νὰ βασανίζωνται οἱ ἄλλοι; Νὰ σᾶς πῶ ποιὸ λυπήθηκα; Λυπήθηκα τὸ παιδὶ τῆς Λίνδου. Εἶχα πάει ἕνα χειμώνα στὴ Ρόδο, καὶ μὲ πῆγαν στὴ Λίνδο. Τὸ χωριὸ στὴν πλαγιὰ τοῦ λόφου. Στὴν κορυφὴ ὁ ἀρχαῖος ναὸς καὶ τὰ ἐρείπια. Κάτω τὸ στρογγυλὸ λιμανάκι. ῞Ενα πράμα σὰν ζωγραφιά. Τὰ σπίτια ὄμορφα, λιθόστρωτοι οἱ δρόμοι, ἡ δὲ ἐκκλησία πανάγια. Μιὰ βασιλικὴ κατάγραφη, μὲ ἕνα δάπεδο ἀπὸ βότσαλα τὰ ὁποῖα ἔχουν μὲ τὸν χρόνο πάρει ἕνα κυματισμό. Τὸ τέμπλο ξύλινο, καλοδουλεμένο, μὲ εἰκόνες ἀνάλογες.῾Οπότε, λές: Νὰ γεννηθοῦν παιδιὰ ἐδῶ πέρα, νὰ παίξουν, νὰ γυρίσουν (σὰν τὸν Παναγιώτη, τὸν Λευτέρη καὶ τὴ Μαρίνα). Νὰ τρέξουνε στὴν πλατεία, νὰ πᾶνε στὸ λιμανάκι, νὰ βγοῦνε στὴν κορυφή, νὰ παρακολουθήσουν τὴ Μεγάλη ῾Εβδομάδα στὸν ναὸ αὐτό. Τέλεια. ∆ὲν χρειάζονται καὶ πολλὲς διδασκαλίες. ῎Ηδη αὐτὸ τὸ περιβάλλον εἶναι μιὰ μήτρα θεουργικὴ ποὺ πλάθει σωστὰ τὸν ἄνθρωπο. 
῾Η παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ λέει ὅτι ὁ νεώτερος υἱὸς ἔκανε ἐπανάστασι, ζήτησε καὶ πῆρε ἀπὸ τὸν πατέρα «τὸ ἐπιβάλλον μέρος» τῆς περιουσίας του καὶ ἀπεδήμησε σὲ χώρα μακρινή. 
Μὲ τὸ παιδὶ τῆς Λίνδου, τώρα, τί ἔγινε; ∆ὲν ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀλλὰ ἡ χώρα ἡ μακρινὴ ἦρθε στὸ σπίτι καὶ κατέκτησε τὸ σπίτι. Καὶ οἱ δρόμοι γέμισαν ἀπὸ γυμνοὺς καὶ γυμνές, ἀπὸ ἀνοήτους. Καὶ ἔχουμε ἕνα συνωστισμό, σὰν τὴν ὥρα αἰχμῆς στὸ λεωφορεῖο, ποὺ δὲν μπορεῖ ἄνθρωπος νὰ μπῆ μέσα.῾Οπότε, λέει τὸ παιδί: Τί θὰ κάνω ἐγὼ ἐδῶ πέρα; Ποῦ εἶναι ἡ Λειτουργία, ποῦ εἶναι ἡ ᾽Εκκλησία, ποῦ εἶναι τὸ παιχνίδι, ποῦ εἶναι ἡ θάλασσα; Χάθηκαν ὅλα. ῾Οπότε, γιὰ νὰ μείνης στὸ σπίτι σου, πρέπει νὰ βγῆς ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι σου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασι ἡ σημερινή. 
᾽Αλλὰ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μιλήσω γι' αὐτά, πρὶν μιλήσω γιὰ τὴ δύναμι ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴν ᾽Ορθοδοξία καὶ δίδει τὴ λύσι. ῾Ο ἄνθρωπος εἶναι ἔτσι ποὺ τὸν ἔπλασε ὁ Θεὸς καὶ θέλει, ὄχι ἁπλῶς τὴν καλοσύνη, ἀλλὰ νὰ φθάση στὴ θέωσι. Καὶ μεῖς εἴμαστε ἀνίκανοι καὶ γιὰ τὴν καλοσύνη. ∆ὲν τὸ ξέρετε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε οὔτε καλοί; Καὶ τότε, γιατὶ μιλᾶμε γιὰ τὴ θέωσι; ∆ιότι τὸ ἐπιθυμοῦμε, τὸ ζητᾶμε αὐτό, καὶ μᾶς τὸ δίδει ὁ Θεὸς χάρισμα, ὅταν κάνουμε ὑπομονή. Καὶ οἱ Ἅγιοι ποὺ τὸ πέτυχαν, τὸ πέτυχαν καὶ γιὰ χάρι μας. Αὐτοὶ εἶναι μιὰ εὐλογία γιὰ μᾶς, καὶ ἐλπίζουμε στὶς πρεσβεῖες τους. 
῾Οπότε, δὲν πρέπει νὰ ἀπογοητευώμαστε, καὶ ὅλα τὰ προβλήματα θὰ λυθοῦν μὲ τὴν ᾽Ορθοδοξία. Καὶ θὰ σωθοῦμε μὲ τὴν ᾽Ορθοδοξία. Πῶς; Μὲ τὸ νὰ κάνη ὁ καθένας τὸ διακόνημά του σωστά. Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ γίνεται τώρα, μὲ τὴ συνάντησι αὐτή, εἶναι ἕνα βῆμα. Τὰ περισσότερα θὰ γίνουν μόνα τους, ἂν τυχὸν ἔχουμε αὐτιὰ καὶ ἀκούσουμε τὴν κλῆσι τοῦ Θεοῦ. Πάντως ἐγὼ πάλι θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὴν εὐχαριστία ἐκ μέρους ὅλων μας γιὰ τὴν ὁμάδα τῆς Σύρου ποὺ ἔκανε αὐτὴ τὴ μικρὴ συνάντησι, αὐτὲς τὶς μικρὲς συναντήσεις· καί, ἐπειδὴ εἶναι μικρές, εἶναι σημαντικὲς καὶ μεγάλες. 

 Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 


Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ι. Μ. Ιβήρων Αγίου Όρους

 

Νομίζω ὅτι τὴ σφραγίδα ἐτούτου τοῦ συνεδρίου την ἔδωσε ὁ ἅγιος Κυδωνίας καὶ ᾽Αποκορώνου, ὅταν εἶπε ὅτι θὰ ἐξομολογηθῆ. ᾽Απὸ ᾿κεῖ καὶ πέρα, νομίζω ὅτι ὅλες οἱ συναντήσεις, ὅλο τὸ συνέδριο, ἦταν μιὰ ἐξομολόγησι. Αὐτὸ ποὺ μ' ἄρεσε ἐπίσης, ἦταν, ὅταν ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ὁ κ. Γιούλτσης, ἦρθε τὸ πρωΐ, γίνονταν οἱ παρουσιάσεις καὶ εἶπε: «῎Επιασα τὸν σφυγμὸ τῆς συναντήσεως. Σχίζω τὴν εἰσήγησί μου, δὲν διαβάζω εἰσήγησι». Στὴ συνέχεια προχωρήσαμε καλά, ἀλλὰ πρίν φτάσουμε στὸν ἅγιο Κυδωνίας καὶ ᾽Αποκορώνου καὶ τὸν κ. Γιούλτση, ὁ ὁποῖος φέρθηκε τόσο καλά, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστήσουμε τὴν ᾽Εκκλησία: Τὸν Κύριο, τὴν Παναγία, τοὺς ῾Αγίους, τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα, ποὺ συγκροτεῖ ὅλο τὸν θεσμὸ τῆς ᾽Εκκλησίας καὶ δίνει δύναμι στοὺς ταπεινούς, στοὺς ἥσυχους καὶ στοὺς ἐλαχίστους. 
Γιατὶ αὐτὸ ποὺ ζοῦμε ἐδῶ εἶναι μιὰ εὐλογία, ἡ ὁποία δίδεται στοὺς ἥσυχους καὶ στοὺς ταπεινούς. Καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται ἐδῶ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἐκπλήσσει καὶ χαροποιεῖ, ἐπειδὴ εἶναι ἁπλὸ καὶ διοργανώνεται ἀπὸ μιὰ μικρὴ ὁμάδα σ' ἕνα μικρὸ νησὶ τῆς ῾Ελλάδος. ∆ὲν διοργανώνεται οὔτε ἀπὸ τὴν ᾽Αθήνα, οὔτε ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, οὔτε ἀπὸ τὸν Πειραιά, οὔτε ἀπὸ τὴν Πάτρα, οὔτε ἀπὸ τὸ ῾Ηράκλειο. Καὶ διοργανώνεται ἀπὸ μιὰ μικρὴ ὁμάδα, ἡ ὁποία ἔχει ἕναν ἄνθρωπο ἁπλὸ καὶ ταπεινό, τὸν ὁποῖο τὸν ξέρουμε ὅλοι, σὰν προϊστάμενό τους. ῾Οπότε, ἤδη ὅλο αὐτὸ τὸ κλίμα μᾶς φέρνει μέσα στὴν ᾽Εκκλησία αἰσθητότερα, καὶ μᾶς φέρνει μέσα στὸν μοναχισμό. 
Τώρα, ὅλα τ' ἄλλα ποὺ ἔγιναν μοῦ ἄρεσαν, γιατὶ ἦταν μοναχικὰ καὶ ἥσυχα, δηλαδὴ γιατὶ ἦταν ἀνακατωμένα καὶ ἀνήσυχα. Νομίζω ὅτι ὑπάρχουνε δυὸ γλῶσσες καὶ δυὸ τρόποι ἀντιμετωπίσεως τῶν πραγμάτων: ῾Ο ἕνας τρόπος, ὁ ᾽Ορθόδοξος τρόπος καὶ ἡ ᾽Ορθόδοξη γλώσσα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μητρικὴ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ ἄλλος τρόπος εἶναι ἕνας μηχανικός, ἕνας κτιστός, ἕνας φτιαχτὸς τρόπος, ἕνας παράλογος τρόπος, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς λογικῆς, ὅπως πολλὲς φορὲς παρουσιάζεται ὁ διάβολος μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἀγγέλου ἢ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θαμπώνει, ἀλλὰ δὲν φωτίζει. Νομίζω ὅτι ὅλα ὅσα γίνονται αὐτὲς τὶς μέρες ἐδῶ καὶ ὅλα ὅσα λέγονται παρουσιάζουν αὐτὲς τὶς δυὸ δυνάμεις. ᾽Απὸ τὴ μιά, τὸν Χριστὸ καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ «φαίνει πᾶσι», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὸ ἄλλο φῶς, τὸ ὁποῖο θαμπώνει, ἀλλὰ δὲν φωτίζει. 
῾Ο τίτλος τοῦ θέματος, ὁ γενικός, εἶναι: «῾Ο Χριστιανὸς» (ἂν θυμᾶμαι καλά) «μέσα σὲ ἕνα μεταβαλλόμενο κόσμο». Αὐτὸς εἶναι ἕνας τίτλος ἀληθινὸς καὶ ζωντανός. 
῾Ο τίτλος της δικῆς μου εἰσηγήσεως εἶναι: «῾Ο μοναχισμὸς καὶ τὰ νέα δεδομένα τῆς ζωῆς». Νὰ σᾶς πῶ τώρα πῶς θὰ μποροῦσα νὰ προχωρήσω στὴν εἰσήγησι λογικά: Νὰ μιλῶ γιὰ τὸν μοναχισμὸ καί, ταυτόχρονα, νὰ προδίδω τὸν μοναχισμὸ καὶ νὰ βασανίζω ἐσᾶς. Καὶ νὰ λέτε: «∆ὲν μᾶς ἀφήνεις ἥσυχους!» «῾Ο μοναχισμὸς καὶ τὰ νέα δεδομένα τῆς ζωῆς... ῾Υπάρχουν νέα δεδομένα τῆς ζωῆς, καὶ τώρα ἐμεῖς ζοῦμε ἔτσι καὶ ἔτσι. Χθὲς στὸ μοναστήρι ἔγινε γεώτρησι, ἡ ὁποία ἔφτανε 100 μέτρα, μὲ μιὰ ἀερόσφαιρα ποὺ δούλευε μὲ μιὰ τέτοια μηχανὴ καὶ βγάζουμε νερό, ἐνῶ παλιὰ παίρναμε νερὸ ἀπὸ τὴν πηγή. Τὰ ψάρια παλιὰ τὰ φυλάσσαμε στὸ ὑπόγειο τῆς Μονῆς, ποὺ ἤτανε δροσερό· τώρα τὰ φυλάσσουμε στὴν κατάψυξι». 
Αὐτὸ δὲν λέει τίποτα. Κάτι ἄλλο: Λένε ὅτι οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ βγοῦν στὸν κόσμο· ἢ νὰ μορφωθοῦν ἢ νὰ βοηθοῦν καὶ νὰ καλύπτουν ἀνάγκες τῆς κοινωνίας. Καὶ μοὔρχεται στὸν νοῦ ἕνα μοναστήρι δυτικὸ ἢ πολλὰ μοναστήρια δυτικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν εἰδικεύσεις, καὶ λένε ὅτι αὐτὸ ἀσχολεῖται μ' αὐτὴ τὴν δουλειά, τὸ ἄλλο μὲ τὴν ἄλλη. ῾Οπότε, οἱ μοναχοὶ αὐτοῦ τοῦ μοναστηριοῦ εἶναι ἐκπαιδευτικοί, εἶναι μορφωμένοι, ἔχουν καὶ διδακτορικὸ δίπλωμα, κάνουν συνέδρια, γράφουν βιβλία καὶ συνεννοοῦνται καλύτερα μὲ τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς καὶ μ' αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἐνημερωμένοι στὴ σύγχρονη βιβλιογραφία. ῎Αλλοι εἶναι πιὸ ἁπλοί. ᾿Αλλὰ αὐτὸ τὸ πράγμα εἶναι κάποια προδοσία τοῦ μοναχισμοῦ. Καὶ ὅταν κάτι προδίδη τὸν μοναχισμὸ στὴν ᾿Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία, προδίδει τὸν ἄνθρωπο. 
῾Ο μοναχισμὸς ἔχει ἀξία ἐδῶ, ἐπειδὴ δὲν εἶναι μοναχισμός, ἐπειδὴ εἶναι καθολικισμός. Καὶ ὁ μοναχὸς ἔχει σημασία, γιατὶ δὲν εἶναι μόνος, εἶναι μὲ ὅλους. Καὶ αὐτὸ ποὺ λέγαμε χθὲς γιὰ τὸν ἔρωτα καὶ τὸν γάμο, ὁ μοναχὸς εἶναι ὁ παντρεμένος. ῾Οπότε, ὅταν σοῦ λέη ἕνας: «Γιατὶ πῆγες καὶ ἔγινες μοναχός;» Λές: ∆ὲν ξέρω. Μήπως ξέρεις νὰ ἐξηγήσης γιατὶ τὸ λουλούδι πάει στὸ φῶς; Πάει γιὰ νὰ ζήση. Πῶς νὰ ἀπαντήσης στὴν ἐρώτησι: «Γιατὶ ἔγινες ἄνθρωπος; Γιατὶ ἀναπνέεις;» ῎Ετσι ἔγινε, ἔτσι συμβαίνει. Καὶ στὴν ἐρώτησι «Γιατὶ ἔγινες μοναχός;» ἡ ἀπάντησι εἶναι: «῎Ετσι ἔγινε». ῾Ο καθένας πῆγε γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο. ῞Ομως ὅλοι οἱ λόγοι ἀναλύονται σὲ ἕνα καὶ μοναδικὸ λόγο: ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ ὅλους καὶ καλεῖ καθένα πρόβατο μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ ἐκβάλλει αὐτό. 
῾Οπότε, πᾶς νὰ μιλήσης γιὰ τὸ ῎Ορος, χωρὶς νὰ ξέρης γιατὶ πῆγες. Κάτι σὲ τράβηξε ἐκεῖ πέρα. Τώρα, τί βρίσκεις; Κατ' ἀρχήν, βλέπεις ὅτι ὁτιδήποτε λέγεται γιὰ τὸν μοναχισμὸ καὶ ὁτιδήποτε νοεῖται ἐξωτερικά, δὲν ἔχει σχέσι μ' αὐτὸ ποὺ ἕλκει ἐσένα καὶ σὲ τραβάει. ᾿Εδῶ τώρα κάνω μιὰ παρένθεσι. ∆ὲν κάνω εἰσήγησι. Θέλω ἁπλῶς νὰ δώσω μερικὲς ἀφορμές. Κατ' ἀρχὴν βλέπεις ὅτι νοιώθεις ὅτι ἐδῶ ποὺ ἦρθα βρίσκω τὸ σπίτι μου. ᾽Εδῶ μιλιέται μιὰ ἄλλη γλώσσα. ᾽Εδῶ βρίσκω ὅλο τὸν κόσμο. 
Αὐτὸ ποὺ προηγουμένως ἀκούσαμε γιὰ τὴν πάλη τῶν γενεῶν, γιὰ τὸ χάσμα ποὺ χωρίζει τοὺς νέους καὶ τοὺς γέρους... Μιὰ ἄλλη φράσι ποὺ ἀκούστηκε λέει: «∆ὲν ἐμπιστευόμαστε τοὺς νέους». ᾽Εκεῖ μέσα, ξέρετε, στὸν μοναχισμό, στὸ ῎Ορος, ὅλα ἀνατρέπονται, ὅλα παρουσιάζονται διαφορετικά, καὶ ὅλα εἶναι ἐλεύθερα. Καὶ θἄθελα νὰ πῶ γιὰ τὴν πάλη τῶν γενεῶν: Μὰ δὲν ὑπάρχει πάλη γενεῶν. ∆ὲν ὑπάρχει γέρος καὶ νέος. ∆ὲν εἶναι νέος αὐτὸς ποὺ ἔχει λίγα χρόνια, γιατὶ τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ ἦταν ἄμοιρος καὶ βασανισμένος, γιατὶ θἆταν καταδικασμένος νὰ γεράση. Καὶ δὲν εἶναι γέρος αὐτὸς ποὺ εἶναι πολλῶν ἐτῶν, γιατὶ τότε πάλι βλέπουμε καὶ ψηλαφοῦμε τὸ ἴδιο βάσανο τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ δὲν εἶναι πεθαμένος ὁ κεκοιμημένος. Ἀλλά, ἐν τέλει, εἶναι νέος ὁ ἀληθινός. Καὶ ὁ ἀληθινὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ 228 βρῆκε τὸν ἑαυτό του. Βρῆκε τὸν ἑαυτό του αὐτὸς ποὺ χάνει τὸν ἑαυτό του. Καὶ βρίσκεις ἀληθινὰ αὐτὸ ποὺ χάνεις. Καὶ ὅποιος χάση τὴν ψυχή του γιὰ τὸν ἄλλο, τότε βρίσκει τὴν ψυχή του. Βρίσκει τὸν ἄλλο. ∆ηλαδή, βρίσκει ὅλους, δηλαδὴ ὁ καθένας ἀνακεφαλαιώνει τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ βρισκόμαστε σὲ ἄλλο χῶρο, σ᾽ ἄλλη λογικὴ καὶ σ' ἄλλη κατάστασι. 
Μπορεῖ ἐγὼ νἆμαι μοναχός, μπορεῖ νὰ φορῶ ἕνα σκοῦφο. Μὰ δὲν λέει τίποτα αὐτό. Μπορεῖ νἄχω καὶ γένια, καὶ μάλιστα ἄσπρα. Κάποιον μοναχὸ τὸν ρώτησαν: «Πόσα χρόνια εἶσαι στὸ ῞Αγιον ῎Ορος;» Λέει: «Κοιτάξτε, καὶ τὰ τσακάλια πολλὰ χρόνια εἶναι στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἀλλὰ τσακάλια εἶναι». 
᾽Ακούστηκε καὶ αὐτὸ αὐτὲς τὶς μέρες: Νὰ βγῆς σὲ συνάντησι τοῦ ἄλλου. Καὶ ὁ ἅγιος ᾽Αντώνιος λέει ὅτι στὸν ἄλλο βρίσκεται ἡ σωτηρία μας. Καὶ ἂν τυχὸν σώσουμε καὶ κερδίσουμε τὸν ἀδελφό μας, τότε κερδίσαμε τὸν Θεό. Καὶ ὅταν σκανδαλίσουμε τὸν ἀδελφὸ μας, χάσαμε τότε τὸν Θεό. 
῾Η πάλη τῶν γενεῶν, οἱ νέοι καὶ οἱ γέροι, οἱ παντρεμένοι καὶ οἱ ἀπάντρευτοι... Σχετικὰ πράγματα. ῾Ο ἄνθρωπος δὲν ἱκανοποιεῖται στὴ ζωντάνια τῆς νεότητος. ῾Ο ἄνθρωπος δὲν ἱκανοποιεῖται στὴ σύνεσι τῶν γηρατιῶν. ῾Ο ἄνθρωπος δὲν ἱκανοποιεῖται στὸν κεραυνοβόλο ἔρωτα καὶ σ' αὐτὸ ποὺ πάει νὰ τοῦ δώση, ἔτσι ποὺ εἶναι σὲ ἕνα χῶρο σαρκικὸ ἢ ψυχικό, ὅπου «ἄνθραξ ὁ θησαυρός». ᾽Εγὼ ζητῶ κάτι ἄλλο. Καὶ τὸ ἄλλο ὑπάρχει. Καὶ ὅταν βρῆς αὐτό, τότε καὶ ὅλα τ' ἄλλα σοῦ δίνονται, τὰ κτιστά, τὰ ἐφήμερα καὶ παρακατιανά, μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο· ντύνονται μὲ ἕνα ἄλλο φῶς. Καὶ τότε τὸ θνητὸ καταπίνεται ἀπὸ τὴν ἀθανασία, τὸ φθαρτὸ ἀπὸ τὴν ἀφθαρσία, καὶ ζοῦμε ἐν σαρκὶ σὰν νὰ ζοῦμε στὸν οὐρανό. 
῾Η πάλη τῶν γενεῶν... Οἱ νέοι εἶναι ἀνήσυχοι καὶ θέλουν νέες ἰδέες, ἐπαναστάσεις καὶ νέους ἀνθρώπους. Οἱ νέοι γιὰ μένα εἶναι ἄνθρωποι, καὶ θέλουν κάτι ἀληθινό, δηλαδὴ θέλουν κάτι πολὺ ἥσυχο. ῾Ησυχία εἶναι μιὰ φοβερὴ ἐπανάστασι ποὺ ἔχει καταλήξει στὴν ἡσυχία, στὴν ἠρεμία, στὴ μὴ ἐπανάστασι καὶ στὸ παιχνίδι. Νέος, ἀγαπητός, ἀείζωος, ποὺ μπαίνει στὴν καρδιά μας, καὶ θὰ τὸν ἔχουμε καὶ μέσα στὸν τάφο, εἶναι ὁ ταπεινός, αὐτὸς ποὺ διαλύει τὸν ἑαυτό του, καὶ ζῆ γιὰ τὸν ἄλλο. Καὶ ἡ ζωή του εἶναι οἱ ἄλλοι. Καὶ αὐτὸ τὸ κάνει μὲ ἕνα τρόπο ποὺ νοιώθει ὅτι δὲν τὄκανε αὐτός. ᾽Αλλὰ τοῦ δόθηκε χάρισμα. Καὶ δὲν καυχιέται γι' αὐτό. ῍Αν πάη νὰ καυχηθῆ, σημαίνει ὅτι εἶναι ψέμμα, καὶ τὄχασε. Αὐτὸς ὁ ταπεινὸς δέχτηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, ἀπὸ τὸν Θεό, ἕναν ἀσπασμό, καὶ ἔγινε καὶ αὐτὸς κατὰ χάριν θεός. Καὶ θέλει νὰ διαλυθῆ, νὰ κενωθῆ, νὰ μὴν ὑπάρχη, γιὰ νὰ ὑπάρχη ὁ ἄλλος. 
Αὐτὸν τὸν καιρὸ γίνεται φασαρία γιὰ τὸν Καζαντζάκη καὶ τὸν «Τελευταῖο πειρασμό». ῎Αλλος λέει ὅτι εἶναι δαίμονας ὁ Καζαντζάκης· ἄλλος λέει ὅτι εἶναι ἀνήσυχος, ἄλλος ὅτι εἶναι θεολόγος ἢ Πατὴρ τῆς ᾽Εκκλησίας. Τώρα τί εἶναι; ῎Ε, κοιτάχτε τί εἶναι: Ταλαίπωρος εἶναι, ἄνθρωπος εἶναι· ἄρα, εἶναι συμπαθής. ῾Ο Μινωτῆς λέει ὅτι στὸν Καζαντζάκη ὀφείλουμε ὅλοι κάτι: τὴν ἀπάνθρωπη ἐργατικότητα, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε στὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ ζητᾶ καμμία ἀμοιβὴ ἀπὸ κανένα. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, καὶ εἶναι συγκινητικό. Καὶ ὅταν τὸν πλησιάσης, νιώθεις ὅτι μοιάζει σὰν ἕνα ἄγριο καὶ ἀπάτητο κρητικὸ βουνό. ᾽Αλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ τὸν βάλης, τὸν ταλαίπωρο, στὴν καρδιά σου, γιατὶ ζητοῦσε τὸν ἑαυτό του. ῞Ενας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἕνας ναυτικός, μοῦ ἔλεγε: «∆ιάβαζα ἕνα βιβλίο τοῦ Καζανζάκη, δὲν ἤμουν θρησκευτικός. Μιὰ στιγμὴ ἀγανάχτησα, καὶ τὸ πέταξα στὴ θάλασσα». 
Τὸν διαβάζεις. Λές: «Ἐν τάξει, δούλεψε σκληρά», ἀλλὰ δὲν τὸν βάζεις στὴν καρδιά σου. ∆ὲν θὰ βάλω δίπλα σ' αὐτὸν ἕναν ῞Αγιο. ∆ὲν θὰ σᾶς πῶ γιὰ τὸν ᾽Αββᾶ ᾽Ισαάκ. Θὰ σᾶς πῶ γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι. ῾Ο Ντοστογιέφσκι θεωρεῖται ἀνατόμος τῆς ψυχῆς. ∆ὲν εἶναι ἀνατόμος τῆς ψυχῆς καὶ μεγάλος μυθιστοριογράφος. Τί εἶναι; Εἶναι ἕνας βασανισμένος Ὀρθόδοξος. Καὶ ἔχει καταλάβει τὸ μυστικό. Τώρα, τυχαίνει νἄχη καὶ τὸ ταλέντο τοῦ λογοτέχνη. Γράφει μυθιστορήματα, καὶ ὁ ἄλλος νομίζει ὅτι διαβάζει μυθιστόρημα, καὶ τοῦ ρίχνει μέσα του τὸ «μικρόβιο», ἂν θέλετε, τῆς ᾽Ορθοδοξίας. Μιὰ παράκλησι μυστική. Τὸν Ντοστογιέφσκι τὸν ἔχεις στὴν καρδιά σου, γιατὶ μὲ τὸ εἶναι του ὅλο κάνει ἕνα σχόλιο στὸν ᾽Αββᾶ ᾽Ισαὰκ τὸν Σῦρο. Τὸν Ντοστογιέφσκι τὸν ἔχουνε ὅλοι στὴν καρδιά τους, καὶ οἱ ἔνθεοι καὶ οἱ ἄθεοι καὶ ἄνθρωποι ποὺ μεταξὺ τους δὲν μιλιοῦνται. Γιατὶ τὸν ἔχουν; Γιατὶ ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι ταπεινός. 
Αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπα, ὅτι δηλαδὴ ὁ μοναχὸς εἶναι μὴ μοναχός... ῾Ο μοναχὸς στὸ τέλος εἶναι μιὰ ἀνθρωποφάνεια. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος βγῆκε ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καλεσμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ δὲν ἄξιζε, καὶ ἐπειδὴ ἔτσι τὄθελε ὁ Θεός, ποὺ κάνει ὅ,τι θέλει. ᾽Αλλὰ ἐν τέλει, ἂν τυχὸν αὐτὸς ὁ κεκλημένος ἄνθρωπος γίνη μοναχὸς καὶ διαλυθῆ, δηλαδὴ δὲν ζῆ γιὰ τὸν ἑαυτό του, τότε αὐτὸ τὸ πράγμα εἶναι μιὰ εὐλογία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ εἴχαμε πῆ πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἐκπέμπεται μιὰ ἀκτινοβολία. ᾽Ελέχθη καὶ αὐτό: ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ καθενὸς ἀξίζει περισσότερο ἀπ' ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι θεωρητικό, ἀλλὰ κάτι ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ψηλαφήσουμε. Καὶ ἂν τυχὸν εἴχαμε αἰσθήσεις πνευματικές, καὶ ἂν τυχὸν γινόμασταν μιὰ εὐαισθησία, τότε θὰ βλέπαμε ὅτι νέος εἶναι ὁ γέρος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἀείζωος, καὶ πάντοτε σύγχρονος. 
Αὐτὸς ποὺ κάνει «ἐπανάστασι» ἁπλῶς θορυβεῖ. ῞Ενας κήρυκας ποὺ κάνει τὸν δάσκαλο ἁπλῶς πολλὲς φορὲς εἶναι μιὰ ἠχορρυπαντικὴ μηχανή. ῞Ενας ἄνθρωπος ἅγιος, ταπεινός, ποὺ δὲν μιλᾶ, ἁπλώνει μιὰ γαλήνη ποὺ παρηγορεῖ τὰ ἔγκατά μας. ῞Ενας ἄλλος ποὺ κάθεται καὶ μονολογεῖ, ταπεινός, μιλᾶ σὲ ὅλους. ῾Ο Ντοστογιέφσκι μονολογεῖ δι᾽ ὅλων τῶν ἡρώων του, καὶ ὁ καθένας βρίσκει τὴν παράκλησι τὴν πραγματική. Καὶ ἕνας ἄλλος ποὺ κάνει τὸν δάσκαλο καὶ θέλει νὰ διδάξη τὸν κόσμο μηχανικά, διώχνει τὸν κόσμο. ῞Ενας ταπεινὸς προσφέρεται, σὰν φυτόχωμα, γιὰ νὰ τραφοῦν οἱ ρίζες της ὑπάρξεως τοῦ ἄλλου. Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ταπεινός, ἕλκει ὅλους τοὺς ἄλλους στὸν ἑαυτό του. ῾Ο ᾽Αββᾶς ᾽Ισαὰκ λέει ὅτι ὁ ταπεινός, ὅσο φεύγει τὸν κόσμο, τόσο ὁ κόσμος τὸν κυνηγᾶ καὶ θέλει νὰ κάθεται μαζί του. ῾Ο ἐγωϊστής, αὐτὸς ποὺ περιαυτολογεῖ καὶ ὑποτιμᾶ τὸν ἄλλο, διώ- 230 χνει τὸν κόσμο ἀπὸ κοντά του, καὶ ζῆ στὴ μοναξιά, καὶ ζῆ στὴν κόλασι. ῎Ετσι λοιπόν, μοναχὸς εἶναι ὁ μὴ μοναχός. 
῞Οταν εἶχα πάει πρώτη φορὰ στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, εἶχα νοιώσει ὅτι «ἐδῶ κάτι ἄλλο συμβαίνει». Μετὰ μοῦ λένε ἔξω: «Πὲς κάτι γιὰ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἐφ᾿ ὅσον πῆγες καὶ σοῦ ἄρεσε». Μά, λέω, δὲν μπορῶ νὰ πῶ τίποτα. Γιατὶ πάθαινα αὐτὸ ποὺ λένε: «Πιάνεις μιὰ κλωστή, τὴν τραβᾶς καὶ σηκώνεται ὅλο τὸ πάπλωμα». ῾Οπότε, νοιώθεις ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ σηκώσης τὸ σύνολο. ∆ὲν μπορεῖς νὰ ἐκφράσης τὸ ἀνέκφραστο. Ἀλλὰ μιὰ στιγμὴ δόθηκε ἡ λύσι. Βρῆκα στὴ Φιλοκαλία μιὰ φράσι ποὺ λέει: «Μοναχός ἐστιν ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνηρμοσμένος». Λέω: Ἐν τάξει, αὐτὸ εἶναι: Χωρίσθηκε ἀπ' ὅλα, καὶ ἑνώθηκε μὲ ὅλα. ᾽Αφοῦ τοῦ δόθηκε χάρισμα, καὶ ἐπειδὴ τοῦ δόθηκε καὶ εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀνήκει σ᾽ αὐτόν, ἀλλὰ ἀνήκει σ' ὅλους. ῾Οπότε, ὁ μοναχὸς ἐν τέλει, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ μοναχὸς εἶναι ὁ καθολικός. 
Εἴπαμε προηγουμένως: Καὶ ὁ νέος μπορεῖ νὰ εἶναι γέρος. Ξέρετε, μπορεῖ νὰ γεννηθῆ κανεὶς γέρος. Καὶ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος δὲν μποροῦσε νὰ γεράση ποτέ. Καὶ ταυτόχρονα, εἴπαμε ὅτι, ὅταν μιλᾶς γιὰ ἕνα μοναχό, μιλᾶς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ ἐντέλει βρίσκεις τὴ χάρη τοῦ μοναχοῦ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ταπεινοί· καὶ σᾶς εἶπα γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι. Στὴ συνέχεια, μπορεῖ νὰ σᾶς πῶ κάτι πιὸ τολμηρό: Μπορεῖς νὰ πλησιάσης καὶ ἕναν ποὺ δὲν εἶναι στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅμως εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅμως εἶναι συγκεκριμένος ἄνθρωπος, ὅμως δὲν θέλει νὰ βασανίση τὸν ἄλλο. Καὶ τότε συγκινεῖσαι, καὶ νοιώθεις ὅτι «ἐδῶ βρίσκεται ἕνας ἀδελφός μου, καὶ μπορῶ νὰ καθίσω δίπλα του». ᾽Ενῶ μπορεῖ νὰ δῆς ἕνα μοναχὸ καὶ νὰ πῆς: «∆ὲν μπορῶ νὰ καθίσω δίπλα του. ∆ὲν τὸ ἀποφασίζω ἐγώ. Τὸ ἀποφασίζουν ἄλλες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες δὲν ἐλέγχονται ἀπὸ μένα. ᾽Απὸ αὐτὸν τὸ μοναχὸ φεύγω μακριὰ χιλιόμετρα». 
Στὸν ἄλλο μένω. Σᾶς ἀναφέρω τὸν Κάφκα. Νομίζω, αὐτὰ ποὺ γράφει -ἦταν ῾Εβραῖος, φυσικὰ οὔτε κἂν χριστιανὸς- αὐτὰ ποὺ γράφει, ἂν τὰ διαβάση ἴσως ἕνα νέο παιδί, μπορεῖ νὰ ἀπογοητευτῆ· αὐτὰ ποὺ γράφει ὅμως, ἦταν ἡ ἔκκρισι τοῦ πόνου του. Καὶ ἐφ' ὅσον ἦταν αὐθεντικός, φανερώνει κάτι ἀπὸ τὸν μοναχό, φανερώνει κάτι ἀπὸ τὸν ᾽Ορθόδοξο ἄνθρωπο. ῞Οπως ἕνα πεῦκο ἐκκρίνει τὸ ρετσίνι καὶ ἕνα μαστιχόδεντρο τὴ μαστίχη, αὐτὸς ἐκκρίνει τὸν πόνο του. Καὶ τὸ γραπτό του εἶναι μιὰ μορφοποίησι τοῦ πόνου, ἄρα, εἶναι κάτι ἀνθρώπινο καὶ ἀληθινό. Λέει ὅτι «ἔνοιωσα τὸν πατέρα μου σὰν μιὰ μπότα ποὺ μὲ πατοῦσε καὶ ἐγὼ ἤμουνα τὸ σκουλήκι τὸ πατημένο. Καὶ ὅταν ἔγραφα, τὸ σκουλήκι σὰν νὰ ἔβγαζε τὸ κεφάλι ἔξω, καὶ τὸ κουνοῦσε λίγο». Τὸ γράψιμο δὲν ἦταν λύτρωσι. Τὸ γράψιμο ἦταν μιὰ κάποια παρηγοριά. Τοῦ λένε νὰ βοηθήση τοὺς ἄλλους. Τοὺς λέει: «Ποιὸς εἶμαι ἐγώ, νὰ βοηθήσω τοὺς ἄλλους, τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν μπορῶ νὰ βοηθήσω τὸν ἑαυτό μου;» ῾Ο Ρίλκε λέει ὅτι ὁ Κάφκα γράφει τὴν καλύτερη γερμανικὴ πρόζα ἀπ' ὅλους. Καὶ ὁ Κάφκα ζῆ μαζὶ μὲ τὸν Ρίλκε στὴν Πράγα καὶ δὲν βλέπει ποτὲ τὸν Ρίλκε. ∆ὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ πρόζα ἡ γερμανική, τὸν ἐνδιαφέρει ὁ πόνος ὁ ὁποῖος ἐκκρίνεται ἀπὸ τὴν καρδιά του. Σ' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τὸν κατ' εἰκόνα Θεοῦ 231 πλασμένο, τὸν μὴ Ὀρθόδοξο, ὁ ὁποῖος πονάει, νοιώθεις κάτι μοναχικό, κάτι Ὀρθόδοξο. 
Γι' αὐτό, θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι... δηλαδή, ὅταν πᾶς στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, νοιώθεις ὅτι «ἐδῶ δὲν εἶμαι σὲ ἕνα σύλλογο, δὲν εἶμαι σὲ ἕνα κόμμα, δὲν εἶμαι σὲ μιὰ ἄποψι, δὲν εἶμαι σὲ μιὰ ἰδεολογία, δὲν εἶμαι σὲ κατιτί. Εἶμαι στὸ σπίτι μου, τὸ ὁποῖο εἶναι ζεστὴ φωλιὰ ὅλου τοῦ κόσμου καί, ταυτόχρονα, εἶναι ἡ "εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν"». ᾽Ακοῦς μία φωνὴ ξεκάθαρη, ἡ ὁποία λέγεται ἐν σιγῆ. Μιὰ χάρι, ποὺ συνάγει τοὺς πάντας, καὶ μιὰ εὐλογία, ποὺ δίνει δυνατότητα στὸν καθένα νὰ βρῆ τὸν ἑαυτό του, νὰ βρῆ τὸν ρυθμὸ τῆς ζωῆς του, νὰ ἀκούση τὸ ὄνομά του καὶ νὰ μιλήση τὴ γλώσσα του. Καὶ ἀδελφώνονται οἱ ἀπομακρυσμένοι, ἀναβιοῦν οἱ πεθαμένοι, εἶναι παρόντες αὐτοὶ ποὺ θὰ γεννηθοῦν, γιατὶ τὸ Πνεῦμα, τὸ οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον, κάνει κουμάντο πάντα στὸν καθένα καὶ σ' ὅλους, καὶ ὅλοι εἶναι ὁ καθένας. 
Κάποτε ἦλθε ἕνας στὸ ῎Ορος καὶ ἤθελε νὰ εἰρωνευτῆ τοὺς μοναχούς. Πῆγε σ' ἕνα καλύβι, καὶ ἦταν ἕνας γέροντας ὁ ὁποῖος ψιθύριζε τὴν εὐχή: «Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν». Αὐτὸς τοῦ λέει: Τί λὲς «ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν», καὶ δὲν προσεύχεσαι γιὰ ὅλο τὸν κόσμο; ῾Ο γέροντας δὲν ταράχτηκε, ἀλλὰ τοῦ ἀπαντᾶ: «Ὅλοι ἕνα εἴμαστε». ῞Οταν λέη ὁ μοναχὸς τὴν εὐχή, τὴ λέει γιὰ ὅλους. Καὶ ἡ ζωή του εἶναι μιὰ προσφορὰ σ' ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ ἡ ὕπαρξί του εἶναι μιὰ πραγμάτωσι τῆς προφητείας τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία ἀκούσαμε αὐτὲς τὶς μέρες, ποὺ λέει ὅτι καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης «κἀκεῖνα με δεῖ ἀγαγεῖν», γιὰ νὰ γίνη «μία ποίμνη καὶ εἷς ποιμήν». 
᾽Εδῶ πέρα δὲν γνωρίζεις μὲ τὸ μυαλό. Ἀλλὰ ὅλη ἡ ὕπαρξί σου διαλύεται καὶ ἁπλοποιεῖται καὶ γίνεται, ἂν θέλετε, ἕνα γνωστικὸ ὄργανο, μιὰ αἴσθησι. Καὶ ὅλος ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει μὲ τὸ νὰ δίδεται ὁλόκληρος στὸν Θεό. Καὶ ὁ Θεὸς μιὰ στιγμὴ δίνει στὸν ἄνθρωπο, ὄχι μιὰ γνῶσι γιὰ τὰ ἐφήμερα πράγματα, ἀλλὰ μιὰ χάρι, τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς το εἶναι τὰ πάντα παρήγαγε», μία χάρι ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο «δυνάμει ἄκτιστον» καὶ Θεὸν κατὰ χάριν. Καὶ ἡ θέωσι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητής, δὲν ἔχει γένεσι ἀλλὰ «ἀνεπινόητον φανέρωσιν». Καὶ εἶναι αὐτὰ τὰ ἄρρητα καὶ τὰ ἀκατανόητα, τὰ ὁποῖα δὲν διδάσκονται, ἀλλὰ κοινοποιοῦνται ἀνελπίστως μιὰ στιγμὴ στὸν ἄνθρωπο. 
Καὶ τότε, ὅταν αὐτὰ κοινοποιηθοῦν στὸν ἄνθρωπο ποὺ κάνει ὑπομονή, ἐγὼ θἄλεγα ποὺ δὲν πληγώνει τὸν ἄλλον (εἶναι μικρὴ αὐτὴ ἡ ἀρετὴ καὶ μεγίστη, νὰ μὴν πληγώνης τὸν ἄλλον, καὶ νομίζω ὅτι μποροῦμε, ἀντὶ νὰ ποῦμε τὸ γνωστό: «σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω», μποροῦμε νὰ ποῦμε: «συγχωρῶ, ἄρα ὑπάρχω»). ῍Αν λοιπὸν κάποιος ὑπομένη καθένα βάσανο ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ περάση καὶ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία, ἂν συγχωρῆ ὅλους, δὲν ἔχει παράπονο μὲ κανένα, κάποτε ἀνελπίστως καὶ ἀναιτίως, ὅπως λέγει ὁ ἀββᾶς ᾽Ισαάκ, θὰ ᾽ρθῆ ἡ χάρι τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ ἄνθρωπος φωτίζεται καὶ γίνεται φῶς κατὰ χάρι. Τότε δὲν γνωρίζει ἁπλῶς τὸ μυστήριο τὸ ἄγνωστο τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους, ἀλλὰ γίνεται ὁ ἴδιος ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος. Καὶ μένοντας ἐκεῖ, μένει μαζὶ μὲ ὅλους. Θαρρῶ πὼς μποροῦμε νὰ τελειώσουμε. 
Θἄθελα νὰ διαλύσουμε τὰ εἴδωλα. ∆ηλαδή, δὲν εἶναι μοναχὸς ὁ καλός· καὶ σεῖς μὴ θέλετε νὰ γίνετε «καλοί». ∆ὲν εἶναι ὁ μοναχισμὸς ὁ Ὀρθόδοξος καλός, ἐπειδὴ ἔχει μορφωμένους μοναχούς. Μοὔλεγε ἕνας: «Ξέρετε οἱ Καθολικοὶ πόσους μορφωμένους μοναχοὺς ἔχουνε;» 
῞Ενα παράδειγμα: Εἴχαμε στὸ μοναστήρι ἕνα μοναχό, ὁ ὁποῖος ἤξερε πολλὲς γλῶσσες. Καὶ εἴχαμε καὶ ἕνα μοναχὸ γέρο, Ρουμάνο, τὸν πατέρα Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔρθει δεκατριῶν χρονῶν στὸ ῎Ορος, καὶ ἦταν στὸ μοναστήρι μας ὀχτὼ χρόνια, γιατὶ εἶχε Πάρκινσον. Στὰ τελευταῖα του λοιπόν, τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι, τὸν ἐπισκέπτονταν στὸ κελλί του. Τοῦ λέει ἕνας: «Πάτερ Βαρθολομαῖε, ξέρεις, αὐτὸς ὁ μοναχὸς ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ εἶναι πολὺ μορφωμένος, καὶ ξέρει ἀγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ρωσικὰ καὶ σέρβικα». ῾Ο ἁγιορείτης μοναχός, ὁ γέρος, ξέρετε πῶς ἀντέδρασε; Τοῦ λέει: «Γιούφτικα ξέρει; ῎Ε, τότε δὲν ξέρει τίποτα!» 
Γιὰ τὸν ἀγιορείτη μοναχὸ τὸ θέμα δὲν εἶναι τὸ πόσες γλῶσσες ξέρει ὁ ἄνθρωπος. Τὸ θέμα εἶναι: ξεπερνιέται ὁ θάνατος, ναὶ ἢ ὄχι; Τὸ θέμα εἶναι νἄμαστε Ὀρθόδοξοι. Μά, εἴμαστε ἢ δὲν εἴμαστε; ᾽Εδῶ, στὶς συζητήσεις ποὺ κάναμε μὲ μερικοὺς ἀδελφοὺς κατὰ πρασιάς, λέω: Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι, καὶ τίποτα πέρα ἀπὸ αὐτό. ῾Οπότε, μοῦ λέει δικαιολογημένα κάποιος: «Καλά, τί εἶναι αὐτὰ τὰ ἀπόλυτα πράγματα;» ᾽Εν τάξει δέχομαι την ἀντίρρησι· ἔχεις καὶ σὺ δίκαιο. ᾽Αλλὰ σοῦ λέω: Ἡ Ὀρθοδοξία αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ εἶναι ἡ μὴ Ὀρθοδοξία. Καὶ ὁ μοναχισμὸς εἶναι μὴ μοναχισμός. Καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι «ὁ δυνάμενος γνωσθῆναι», ἀλλὰ εἶναι Ὑπέρθεος. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἄνω τῷ Πατρὶ συγκαθήμενος καὶ ᾧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών», Αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει ἀοράτως, μεταξὺ μας. ῎Αν ὑπῆρχε ὁρατῶς, δὲν θὰ ἦταν Θεός, θὰ ἦταν κάτι ἄλλο. 
Λοιπόν, καὶ ὁ κόσμος ὅλος, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες καὶ οἱ Βουδιστὲς καὶ οἱ ἄθεοι καὶ οἱ ἔνθεοι καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ ᾽92 καὶ τοῦ 2000, καὶ δὲν ξέρω ποιοὶ ἄλλοι, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα. Καὶ ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμὸς λέει στὸν ἄνθρωπο τοῦ μεταβαλλομένου κόσμου: Οἱ μεταβολὲς εἶναι ραγδαῖες καὶ καταπληκτικὲς καί, ὅπως εἴπαμε, ἀσήμαντες καὶ τιποτένιες. ῾Ο μοναχισμὸς αὐτός, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι πάντα σύγχρονος, δηλαδὴ εἶναι ὑπέρχρονος. Καὶ ἡ ἐσωτέρα ἔρημος εἶναι αὐτὴ ποὺ ποθοῦμε ὅλοι, ἡ σφύζουσα κοινωνία ζωῆς. Καὶ ὅταν μιλᾶμε γιὰ οἰκουμενισμὸ καὶ ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἑτεροδόξους, θὰ πρέπη νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε, θὰ πρέπη νὰ τοὺς ταρακουνήσουμε, νὰ τοὺς κάνουμε κουρέλι, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη κουρέλι. Καὶ τὸ κακὸ εἶναι, ὅτι δὲν ἔχουμε τὴ δύναμι νὰ τοὺς τὸ κάνωμε, ἀλλὰ ἔχει τὴ δύναμι ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπη νὰ τοὺς τὸ κάνη. 
Πολλὲς φορὲς πᾶμε σὲ συναντήσεις Ρωμαιοκαθολικῶν, Προτεσταντῶν, καὶ μεῖς, δῆθεν ἀπὸ ἀγάπη, φερόμεθα φιλοφρόνως. Μά, ἡ φιλοφροσύνη ἡ κοσμικὴ εἶναι τοῦ παρόντος αἰῶνος κοροϊδία. Καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κοροϊδίες. ῎Εχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν θεώνει, ποὺ ξεπερνᾶ τὸν θάνατο. Καὶ αὐτὸ βρίσκεται μέσα στὸν μοναχισμό, καὶ αὐτὸ ὑπάρχει στὴν παράδοσί μας. Γι' αὐτό, λέω: Ἀληθινὸς μοναχὸς εἶναι ἐν τέλει ὁ καινὸς ἄνθρωπος. Καὶ ἕνας ἄνθρωπος στὸν κόσμο ποὺ εἶναι ταπεινός, ἔχει σχέσι μὲ τὸν ἀληθινὸ μοναχό, ἔχει σχέσι μὲ τὴν αἰώνια νεότητα ποὺ χαρίζει ὁ Κύριος. 
Τὸ θέμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ βαπτιστοῦμε σ᾿ ἕνα πνεῦμα ὅπου ξεπερνοῦνται οἱ διαφορές, ὅπου ὅλοι εἴμαστε ἑνωμένοι, ὅπου ὅλοι εἴμαστε ἐλεύθεροι, καὶ συναπαρτίζουμε τὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων. Εἴμαστε ὅλοι πρωτότοκοι, καὶ ὁ καθένας ἀνακεφαλαιώνει ἐν σμικρῷ τὴν Ἐκκλησία, ἀνακεφαλαιώνει ἐν σμικρῷ τὸ ὅλον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή, ἡ πίστι καὶ ἡ δωρεὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλώσσα ποὺ μιλάει. ∆ὲν λέει τίποτα ἄλλο, καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸ ἴδιο. 
Θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὲς παραγράφους ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία ποὺ τονίζουν τὴ μία ἀλήθεια: «Μακάριός ἐστι μοναχὸς ὁ πάντας ἀνθρώπους ὡς Θεὸν μετὰ Θεὸν λογιζόμενος», δηλαδὴ ὁ μοναχὸς ὁ μακάριος ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς βλέπει σὰν θεούς, μετὰ τὸν Θεό. «Μακάριός ἐστι μοναχὸς ὁ τὴν πάντων σωτηρίαν καὶ προκοπὴν ὡς οἰκείαν μετὰ πάσης χαρᾶς ὁρῶν». Τὴ σωτηρία ὅλων καὶ προκοπὴ τὴ βλέπει σὰν δική του μετὰ πάσης χαρᾶς. «Μακάριός ἐστι μοναχὸς ὁ πάντων περίψημα ἑαυτὸν λογιζόμενος», αὐτὸς ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του σκουπίδι ὅλων. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ἕνας νέος μοναχὸς στὸν γέροντά του, ὅτι μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ νοιώθω ὅτι ὁ νοῦς μου βρίσκεται πάντα στὰ θεῖα. Καὶ τοῦ λέει ὁ γέροντάς του: ∆ὲν εἶναι μεγάλο πράγμα αὐτό. Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι νὰ θεωρῆς ἑαυτὸν «ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως». Καὶ ἡ ἤδη γνωστὴ φράσι: «Μοναχός ἐστιν ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνηρμοσμένος». Χωρίσθηκε ἀπ᾿ ὅλα μὲ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑνώθηκε μ᾿ ὅλα. ᾽Επειδὴ ἤθελε νὰ ἑνωθῆ μ᾿ ὅλα, ἂν ἑνώνονταν μ' ἕνα ἐπιμέρους, θὰ χωριζόταν ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελε νὰ ἀφήση ἔξω. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε, τὰ ἀγκάλιασε ὅλα, τὰ χώρεσε ὅλα μέσα του μὲ τὸ νὰ χωρισθῆ ἀπ᾿ ὅλα. 
Γι' αὐτό, σᾶς εἶπα καὶ προχθὲς ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἀναχώρησι ἡ ὁποία εἶναι ἐπιστρεπτική, δηλαδὴ φεύγει καὶ ἐπιστρέφει στὴν κοινωνία. Φεύγεις, καὶ διὰ τῆς φυγῆς ὁδηγεῖσαι στὴν κοινωνία ὅλων. Καὶ ὑπάρχει μιὰ ἀνοδικὴ κάθοδος. Κατεβαίνεις μὲ τὴν ταπείνωσι, συντρίβεσαι ἑκούσια, τὸ ἀποδέχεσαι αὐτὸ (ἂν ἀξιωθῆς νὰ νοιώσης τὸν ἑαυτό σου «ὑποκάτω πάσης της κτίσεως»). Καὶ τότε ζῆς αὐτὸ ποὺ λέμε στὴν ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων: «∆ιὰ καταδύσεως ἡ πρὸς Θεὸν ἡμῶν ἄνοδος γέγονε». Καὶ μιὰ τελευταία φράσι: «Μοναχός ἐστιν ὁ ἕνα ἑαυτὸν μετὰ πάντων ἡγούμενος, διὰ τὸ ἐν ἑκάστῳ ἑαυτὸν ἀπαραλείπτως δοκεῖν ὁρᾶν»: Εἶναι μακάριος ὁ μοναχὸς ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ἕνα τὸν ἑαυτό του μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, γιατὶ βλέπει τὸν ἑαυτό του στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του. Νὰ σταματήσουμε καὶ νὰ ποῦμε τὰ ὑπόλοιπα στὴ συζήτησι.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

Το κτήμα του μοναχού


Το κτήμα του μοναχού 
Ένας αδελφός, όταν έγινε μοναχός, μοίρασε όλα του τα υπάρχοντα κρατώντας μόνο ένα καλό κτήμα. Κάποιος επιφανής κοσμικός επιθύμησε αυτό το κτήμα και του ζήτησε πολλές φορές να του το πουλήσει ή να το ανταλλάξει, εκείνος όμως δεν δέχτηκε τίποτε απ’ αυτά. 
Συνέβη λοιπόν ο κοσμικός να διοριστεί διοικητής της επαρχίας εκείνης και άρχισε να πιέζει τον μοναχό να εγκαταλείψει το κτήμα, ταλαιπωρώντας τον συνεχώς και περνώντας τα ζώα του μέσα από το κτήμα. 
Ο αδελφός, βλέποντας τα πράγματα πολύ δύσκολα και επειδή δεν κατόρθωσε να μεταπείσει τον άρχοντα με τα παρακάλια, κατέφυγε τελικά σε κάποιον γέροντα ενάρετο και ονομαστό που ησύχαζε στα μέρη εκείνα. Και πήγε πολλές φορές, ο γέροντας όμως τον έδιωχνε λέγοντάς του να επιστρέψει στο κελλί του. 
Όταν ο αδελφός είδε τον άρχοντα έτοιμο να του πάρει το κτήμα, πήγε πάλι στον γέροντα και του λέει: «Για τον Θεό, βοήθησέ με, και γράψε του ή στείλε κάποιον να του μιλήσει». Και επειδή επέμενε ενοχλητικά, γράφει ο γέροντας επιστολή στον άρχοντα που έλεγε τα εξής: «Ο μοναχός είναι μοναχός, για να μην έχει τίποτε με το οποίο μπορούν να τον αδικήσουν. Αν όμως έχει, ας αδικείται, διότι δεν είναι μοναχός». Και γράφοντας απ’ έξω τον αποστολέα και τον παραλήπτη έδωσε την επιστολή στον αδελφό να την πάει στον άρχοντα, το περιεχόμενό της όμως δεν το γνώριζε ο αδελφός. 
Πήγε λοιπόν και έδωσε το γράμμα στον άρχοντα. Εκείνος το δέχτηκε με πολλή τιμή και αφού το καταφίλησε το άνοιξε και το διάβασε. Και ρώτησε τον αδελφό: «Ξέρεις τι έγραψε;» Του λέει εκείνος: «Να φύγεις από το κτήμα». Και ο άρχοντας, θαυμάζοντας την αρετή του γέροντα, εγκατέλειψε το κτήμα. 
Στο περιστατικό αυτό θαυμάζουμε την αγαθότητα του Θεού και την ιδιότητα της αρετής, τι δηλαδή έγραψε ο γέροντας, χωρίς τίποτε το υβριστικό ή απειλητικό, και πώς ένα τέτοιο γράμμα έπεισε τον άρχοντα να ευσπλαχνιστεί εκείνον που τον παρακαλούσε. 

 

Άγνωστες σελίδες του Γεροντικού. 
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 15.

Δημοφιλείς αναρτήσεις