Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουλίου 2025

«ΤΙ ’Ν’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ;»

 «ΤΙ ’Ν’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ;»

Κάποτε, στο ασκητικό σώμα του Γερο - Θεοφύλακτου [εδώ]  εκδηλώθηκε και διαγνώστηκε καρκίνος. Για το λόγο αυτό, ετοιμάσθηκε από τους πατέρες ο παππούς και μετέβη κάτω στην Αθήνα. Εκεί φιλοξενήθηκε από την ανιψιά του, την Θεώνη, η οποία ανέλαβε και όλα τα ζητήματα της ασθενείας του. Η ίδια εκμυστηρεύθηκε στους πατέρες ότι οι γιατροί τού έδωσαν όλο κι όλο είκοσι μέρες ζωή. Κατόπιν, με τη συμφωνία των πατέρων, έμενε στην Καλύβη των «Αβραμαίων» για να του δοθεί η καλύτερη περιποίηση για όσο διάστημα ζήσει. Του άρχισαν τη θεραπεία με τα φάρμακα κατά του καρκίνου, αλλά ο ίδιος δεν ήθελε με τίποτα να τα πάρει. «Πονάω!», έλεγε, «δεν θέλω να τα πάρω!... Αφήστε με!..». Κι έτσι οι πατέρες, κάνοντας υπακοή σε αυτή του την επιθυμία, δεν του δίνανε καθόλου φάρμακα γνωρίζοντας τα αποκαρδιωτικά προγνωστικά των γιατρών.

Όταν πέρασε ο καιρός, ο παππούς ζήτησε να πάει και πάλι στους γιατρούς. Οι Γεροντάδες, όμως, δεν ήθελαν να τον αφήσουν να πάει για να μην καταταλαιπωρηθεί. Ο νεαρός, τότε, π. Ανδρέας των «Αβραμαίων» γυρίζει και του λέει απροκάλυπτα: 
- Παππού, έχεις καρκίνο και σε λίγες μέρες θα πεθάνεις! Τι θες, πάλι, τους γιατρούς;... 
Τότε, χωρίς να δείξει την παραμικρή ανησυχία γι’ αυτό, γιατί προφανώς το ήξερε, λέει: 
- Παιδί μου, θαύμα!... Μεγάλο θαύμα!... 
Και σταυροκοπήθηκε. 
Και με μεγάλη κατάνυξη άρχισε να διηγείται: 
- Όταν ήμουν στο νοσοκομείο μπήκαν μέσα στο θάλαμο τρεις νέοι άνδρες· και ο ένας απ’ αυτούς φαινόταν σαν «αρχηγός» τους, πιο ισχυρός. 
Με ρώτησε: 
- Τι έχεις; 

Κι εγώ του είπα: 
- Παιδί μου, δεν μπορώ!...  

Τότε, μ’ έπιασε τον καρπό του χεριού, σαν να μου μέτραγε το σφυγμό, και μου είπε: 
- Καλά πάμε! 

Κι έφυγε, αφήνοντάς μου μια αγαλλίαση εσωτερική. Όταν ήλθα πίσω στη Σκήτη, ακούω έξω μια «οχλαγωγία» και βλέπω όλους τους είκοσι αγίους Αναργύρους και τον προεξάρχοντα ηγέτη τους, «το χρυσό μου το παλικάρι» - έτσι αποκαλούσε τον άγιο Παντελεήμονα - να έρχεται κοντά στο κρεβάτι μου και να μου λέει:  
- Τί ’ν’ όλ’ αυτά τα φάρμακα; Άφησέ τα, αυτά!...  

Και τά ’ριξε κάτω στο πάτωμα κι άφησε μόνο δύο απ’ αυτά, λέγοντάς μου: 
- Απ’ αυτά θα πάρεις μόνο! 

Κι από τότε, είμαι καλά!... 
Γι’ αυτό δεν ήθελε να πάρει πλέον τα φάρμακα! Γιατί «το χρυσό του το παλικάρι» τού τα πέταξε κάτω από το τραπέζι και τον είχε ήδη θεραπεύσει! Ο παππούς ο Γερο - Θεοφύλακτος μετά απ’ αυτό το θαύμα έζησε όχι για είκοσι μέρες, όπως διέγνωσαν αρχικά οι γιατροί, αλλά τουλάχιστον για έξι χρόνια ακόμη. Έπειτα, επέτρεψε ο Θεός τον καρκίνο που εμφανίστηκε και πάλι κι έφυγε πραγματικά σαν πουλάκι!...
 
Ἕτερον ἀπολυτίκιον
ὅλων τῶν Εἴκοσι ἁγίων Ἀναργύρων
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν εἰκοσάριθμον, 
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν, 
χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στίφος ἀνευφημοῦμεν·
οὗτοι γὰρ κατέβαλον
τοῦ βελίαρ τὴν δύναμιν,
πάντων τὰ νοσήματα
συμπαθῶς ἐξιώμενοι,
τῶν μετ’ εὐλαβείας βοώντων·
δόξα Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι.
Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης»
(Το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος),
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος, 2007.


Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024

Για τον Μηνά τον Φιλόπονο, που έπαθε την έμφραξη - Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννη


Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ - ΕΔΩ 
Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννη
Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Για τον Μηνά τον Φιλόπονο, που έπαθε την έμφραξη 
Ήλθε η ώρα τον Μηνά να φέρουμε στο μέσον της διήγησης, τον Φιλόπονο, * που προΐστατο του εργαστηρίου του Αγίου Ανδρέα, που είναι στην περιοχή της Περώνης. Αρρώστησε βαριά ο φιλόπονος, πυρετός σφοδρός ήταν το νόσημά του, ο οποίος πυρετός, προσβάλλοντάς τον συνεχώς και επιτεταμένα, εξαφάνισε όλη την υγρότητα της κοιλιάς του και οδήγησε σε έμφραξη των αφυδατωμένων εντέρων, στην οποίαν έμφραξη οι γιατροί επικεντρώθηκαν με βιασύνη για να τη διαλύσουν, αδιαφορώντας για τον πυρετό, ως μη τόσο επικίνδυνο, χρησιμοποιώντας αλοιφές και πολλά διαλύματα ως και τροφές, που περισσότερο έφθειραν το στομάχι του παρά θεράπευσαν το νόσημα. Αλλά, αφού προσπάθησε μ’ αυτά, τελικά τα σταμάτησε όλα, όχι μόνον γιατί κανένα από αυτά που του δόθηκαν δεν τον ωφέλησε, αλλά επιπροσθέτως και τον έβλαψαν στο μέγιστο βαθμό. Γιατί από αυτά, που έστελναν στο στομάχι του και που παρέμειναν μέσα στα έντερα χωρίς να μπορούν να βγουν, ο άνθρωπος κινδύνευε να πεθάνει κι έβλεπε την κοιλιά του λίγο-λίγο να φουσκώνει όλο και περισσότερο και να ανυψώνεται, χωρίς να βρίσκει καμιά ανακούφιση από την ανάγκη που τον απέπνιγε. 
Αυτόν τον κίνδυνο υπομένοντας δύο εβδομάδες και μη μπορώντας άλλο να υποφέρει, κατέφυγε στον Κύρο και τον Ιωάννη, αφήνοντας στα χέρια τους τη ζωή και το θάνατο. Προσήλθε, όχι χρησιμοποιώντας τα πόδια του, ούτε άλογα ζώα καβαλικεύοντας, μήτε σε φορείο καθισμένος, επειδή δεν μπορούσε να καθίσει έτσι όπως είχαν φουσκώσει τα εντόσθιά του και είχε καταντήσει παράξενο θέαμα, αλλά ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ δεκαέξι άνθρωποι εναλλασσόμενοι τον υποβάσταζαν κατά τη μεταφορά. 
Όταν έφτασε, οι μάρτυρες, επειδή τον λυπήθηκαν, από φιλανθρωπία την ίδια νύκτα τον επισκέπτονται σε όραμα, δίνοντάς του ένα ξερό σύκο και προτρέποντάς τον να το φάει, ότι αυτό μπορεί από τη νόσο κι απ’ τον Άδη να τον λυτρώσει. Αυτός, ξυπνώντας απ’ τον ύπνο –γιατί όνειρο ήταν το όραμα– νόμιζε ότι κρατούσε ακόμη στο χέρι του το σύκο, μη βρίσκοντάς το όμως, στεναχωριόταν σαν να έχασε την ίδια του τη ζωή. Καλεσε δε τη γυναίκα του και της διηγούνταν το όραμα και ότι διατάσσονταν να φάει το ξερό σύκο. 
Εκείνη όμως, την ώρα που τον άκουγε παρατηρώντας το στρώμα του άντρα της, είδε να υπάρχει ένα σύκο πάνω σ’ αυτό, το άρπαξε αμέσως και ενώ ακόμη ο άντρας της της έλεγε και της εξιστορούσε το όραμα, του το φανέρωσε. Αυτός βλέποντας το σύκο, αμέσως ομολόγησε ότι είναι αυτό ακριβώς που είδε στον ύπνο του και ευθύς αμέσως ξαναπόκτησε και πάλι τη χαρά που είχε. 
Αφού δε έφαγε το σύκο, που οι μάρτυρες του έδωσαν για τη σωτηρία της ζωής του, της σωτηρίας αυτής και πέτυχε. Γιατί, ενώ ακόμη είχε στο στόμα του και μασούσε το σύκο, η έμφραξη πήρε τέλος και αφού λύθηκε αυτό που δέσμευε την κοιλιά του, επείγονταν να πάει στο αποχωρητήριο. Και πηγαίνοντας σ’ αυτό όλη την ύλη, που είχε θησαυρίσει στην κοιλιακή του χώρα από την έμφραξη, την απέβαλε κι έγινε τόσο λεπτός στο σώμα, όσο ήταν και πριν πάθει την έμφραξη. 
Και αφού τελείως θεραπεύτηκε, έγινε κήρυκας ευγνώμων της χάριτος των αγίων. Γιατί, αφού πήρε στον ώμο του το κρεβάτι, πάνω στο οποίο τον είχαν κουβαλήσει, έτρεχε στο δρόμο για την Αλεξάνδρεια, μιμητής γενόμενος του αρρώστου, που κείτονταν στην προβατική κολυμβήθρα και τον οποίον ο Χριστός, αφού τον θεράπευσε μετά από τριάντα οχτώ χρόνια, τον πρόσταξε να σηκώσει τον κρεβάτι του, και σε όλους κήρυττε των αγίων την απερίγραπτο δύναμη και την επενεργήσασα σ’ αυτόν μ’ αυτόν τον παράδοξο τρόπο χάρη.

* Φιλόπονος: επώνυμο χριστιανών μη κληρικών φιλοσόφων.

Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος.  
Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Άμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου)Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 232.

Για τον Ισίδωρο, τον επιληπτικό - Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννη

 
Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ - ΕΔΩ

Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννη 
Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Για τον Ισίδωρο, τον επιληπτικό. 
Για τα δωρήματα των αγίων σεμνύνεται και η Δαμασκός, που ήταν η μητρόπολη της Συρίας και η βασίλισσα όλης της Ανατολής και που κάποτε είχε δεχθεί τυφλό τον Παύλο και φιλοξένησε τον διώκτη της και τον μετέτρεψε σε κήρυκα, αλλά και τον έκρυψε, και από ένα παραθύρι, μέσα σε ένα κοφίνι τον φυγάδευσε, όταν τον καταζητούσαν να τον φονεύσουν. Περηφανεύονταν δε η πόλη, ότι είχε βγάλει μεγάλους και σημαντικότατους ανθρώπους, όπως ο βασιλέας Νίνος και η βασίλισσα Σεμίραμις, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και πολλοί άλλοι. 
Μεταξύ αυτών των ονομαστών ανθρώπων υπήρχε και ο λαμπρός Διονύσιος, που είχε και ένα γιο και διάδοχό του, τον Ισίδωρο. Αυτός όταν ήταν ακόμη παιδί και χρησιμοποιούσε τακτικά τα λουτρά, μια μέρα, κάποιος πονηρός δαίμονας μπήκε μέσα του και έπεσε κάτω και κυλιόταν. Οι παιδοτρίβες (γυμναστές), που παρευρίσκονταν, τον σήκωσαν και τον έβγαλαν έξω από τους ατμούς και το ζεστό αέρα του λουτρώνα, γιατί πίστεψαν ότι αυτή η λιγοψυχία προέρχονταν απ’ την κακή εξαέρωση του χώρου, πράγμα που τακτικά συνέβαινε σε πολλούς λουτρώνες και δεν προέρχονταν από κάποιο πονηρό πνεύμα. Αλλά όταν τον έβγαλαν έξω, επειδή επέμεναν και τότε τα συμπτώματα, κατάλαβαν ότι προέρχονται από κάποια επέμβαση και αδικία των δαιμόνων. 
Τούτο μαθαίνοντας οι γονείς του, στεναχωρήθηκαν και πολύ πόνεσαν, ήταν βλέπετε μοναχογιός και όλες τις ελπίδες τους για τη συνέχιση της οικογένειας τις είχαν ρίξει σ’ αυτόν, οπότε έπεσαν πάνω του και κάλεσαν τους καλύτερους γιατρούς για να βρεθεί θεραπεία, οι οποίοι διέγνωσαν πως η επιληψία και ο δυνατός πονοκέφαλος προέρχονταν από υπερβολική διασπορά μαύρης χολής στο αίμα. Γιατί έπασχε και από τα δύο αυτά και πότε λιποθυμούσε και πότε είχε δυνατούς πόνους και αισθάνονταν πολύ βαρύ το κεφάλι του. Αλλά τελικά μία γνώμη επεκράτησε μεταξύ των ανθρώπων, αφού δε θεραπευόταν η ασθένεια, ότι δηλαδή είναι ανίκητη σε ανθρώπους και ότι προέρχεται από ένα πονηρό πνεύμα και όχι βέβαια από τη χολή, που χύθηκε στο αίμα του. 
Ο πατέρας του παιδιού Διονύσιος, βλέποντας την ανικανότητα της ιατρικής τέχνης και των γιατρών τον έστειλε, μαζί με τη μάνα του, στον Κύρο και τον Ιωάννη και πράγματι παραλαμβάνοντάς τον, πολύ σύντομα οι άγιοι μάρτυρες το θεράπευσαν, και να πώς: 
Αφού φάνηκαν στη μητέρα του παιδιού που κοιμόταν, την πρόσταξαν να επαλείψει το παιδί από τα μαλλιά μέχρι τα νύχια με χοιρινό λίπος, προσπαθώντας να θεραπεύσουν και την ψυχή της ίδιας της Ιουλίας της μητέρας, γιατί αυτό ήταν το όνομά της, επειδή είχε διαδοθεί ότι η ίδια είχε πλανηθεί στη πίστη και ακολουθούσε τις ειδωλολατρικές πλάνες, μεταξύ δε των άλλων, ως οπαδός του Άδωνη, απέφευγε το χοιρινό κρέας *. Εάν ήταν αληθινά όσα διαδίδονταν ή ψέματα, μόνο ο Θεός μπορούσε να το γνωρίζει και οι άγιοι μάρτυρες που έδωσαν αυτού του είδους την περίεργη συνταγή. Γιατί το ότι μεν απέφευγε να τρώει χοιρινό, ήταν γνωστό σε όλους, όμως για ποια αιτία το απέφευγε δεν το γνώριζε κανείς, πλην η ασθένεια του παιδιού της την εξανάγκαζε τώρα σαν μάνα και τη βίαζε να πράξει απαραιτήτως το εντελλόμενο, για να σωθεί το μονάκριβο παιδί της. Μ’ αυτό λοιπόν το λίπος τον επάλειψε σ’ όλο του το σώμα, που ήταν άρρωστο βαριά και είχε πρόδηλα όλα της ασθένειας τα συμπτώματα. 
Αλλά το δαιμόνιο, που τον παρενοχλούσε, δεν άντεξε την ολοκλήρωση του αλείμματος και σαν να μαστιζόταν από θεία δύναμη έφυγε! Μάλλον δεν όχι ότι δεν άντεχε το χοιρινό λίπος, αλλά οπωσδήποτε γιατί αόρατα το μαστίγωναν ο Κύρος και ο Ιωάννης, που συνηθίζουν να στροβιλίζουν τους δαίμονες. Κι από τότε μέχρι και σήμερα που γράφουμε την ιστορία του και ζει, ο Ισίδωρος είναι απρόσιτος στους δαίμονες και δεν ξανααπέκτησε ποτέ την ίδια εμπειρία, που είχε προτού επισκεφθεί τους αγίους και προτού θεραπευθεί με θεϊκή ενέργεια από αυτούς· έχω δε την γνώμη ότι και η μητέρα του ωφελήθηκε από το θαύμα, αν πράγματι είχε επηρεασθεί από την ειδωλολατρική πλάνη κι αν δεν ήταν μία γυναίκα δυσσεβής και ανόητη. 
* Οι οπαδοί του Άδωνη δεν έτρωγαν χοιρινό κρέας, γιατί μυθολογείται ότι ο Άδωνης είχε σκοτωθεί από τον Άρη που είχε μεταμορφωθεί σε κάπρο.  

Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Άμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου). Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 232.

 

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Άγιος Μάρτυς Μέδικος του Οτρίκολι, ο Ανάργυρος Ιατρός.


Άγιος Μάρτυς Μέδικος του Οτρίκολι, ο Ανάργυρος Ιατρός.
Ημέρα Μνήμης: 26 Ιουνίου.

Αυτός ο ένδοξος Μάρτυς υπήρξε και στο όνομα και στο επάγγελμα γιατρός. Γεννήθηκε στην πόλη του Οτρίκολι (Otricoli) της Ιταλίας και ελκύστηκε στην χριστιανική πίστη από τα πολλά θαύματα που εγίνοντο στο ναό, όπου υπήρχαν τα Ιερά Λείψανα ενός άλλου παλαιού μάρτυρα, του Αγίου Βίκτωρος, και είχαν μεταφερθεί εκεί από την πόλη της Δαμασκού το 171. 
Κατηγορήθηκε ότι είναι χριστιανός στον Έπαρχο του Οτρίκολι Τερενζιανό, επί αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου.

Εκείνος αφού είδε το αμετάβλητο της πίστεως του Μέδικου και επειδή ο Άγιος έλεγε ότι τα είδωλα είναι δαίμονες τον έβαλε σε φυλακή, διατάζοντας κανείς να μην του πάει ούτε φαγητό, ούτε νερό, ώστε ή να αναγκαστεί να αρνηθεί την πίστη του ή να πεθάνει από την πείνα.

Αφού πέρασαν 12 ημέρες, σκεφτόταν ο Έπαρχος ότι ο Άγιος θα είχε πεθάνει. Ρώτησε λοιπόν να μάθει γι'αυτόν και όταν του είπαν οι φύλακες ότι είναι υγιής και ζωντανός και ότι ακόμα προτιμάει να πεθάνει παρά να λατρέψει τους θεούς των ειδώλων, χρησιμοποίησε άλλους τρόπους για να τον μεταπείσει.

Τον κάλεσε εκ νέου μπροστά του και του υποσχέθηκε αξιώματα και τη φιλία του αυτοκράτορα εάν θυσίαζε στους δικούς τους θεούς. Ο Άγιος όμως διακήρυξε δημοσίως ότι δε θέλει να λατρέψει ούτε να θυσιάσει σε πρόσωπα κουφά, μουγκά και τυφλά τα οποία έχουν κατασκευασθεί από ανθρώπους, ούτε ήθελε μία άλλη φιλία, ακόμη και αυτή του αυτοκράτορα, παρά μόνον αυτή του Θεού και των πιστών υπηρετών Του.

Τότε ο Τερενζιανός διέταξε να τον δέσουν σε ένα μεγάλο ξύλο και να του δέσουν τα χέρια και τα πόδια με αιχμηρούς και χοντρούς κόμπους από σίδερο. Σ'αυτό το μαρτύριο ο Άγιος ευχαριστούσε το Θεό, ο οποίος τον έκρινε άξιο να βασανιστεί για την αγάπη Του και τον περιέλαβε ανάμεσα στους πιστούς Του λέγοντας: «Ελπίζω στο Θεό μου και δεν φοβάμαι τίποτα». Στην συνέχεια ο Έπαρχος τον κατέβασε από το ξύλο, τον έβαλε στη γη και έδωσε εντολή σε 5 στρατιώτες να τον χτυπούν με χοντρά ξύλα. Συγχρόνως του έλεγαν να θυσιάσει στους θεούς που λατρεύει ο αυτοκράτορας.

Ο Άγιος απαντούσε: «Ο Θεός μου είναι Αυτοκράτωρ των αυτοκρατόρων και όποιος θυσιάσει στους ψεύτικους θεούς θα πεθάνει από αιώνιο θάνατο». Ο Τερενζιανός γεμάτος θυμό τον κρέμασε στη στρέβλη και με αναμμένες φωτιές τον έκαιγαν και με αγκίστρια και σιδερένια νύχια του έσκιζαν τις σάρκες. Ο Άγιος σε εκείνο το αποτρόπαιο βασανιστήριο, ήταν ενωμένος με το Θεό και παρακαλούσε να του δώσει δύναμη για να μπορέσει να υποφέρει αρκετά για την αγάπη Του και απευθυνόμενος στον τύραννο είπε: «δε βλέπεις φτωχέ ότι η εχθρότητά σου με κάνει να αποκτώ περισσότερο την αγάπη του Θεού μου;».

Ο Έπαρχος προσπάθησε τότε με ωραία λόγια να τον μεταπείσει. Τον βρήκε όμως πολύ χαρισματικό και φωτισμένο και διερωτόταν: «Λες η πίστη προς το Χριστό να είναι η πραγματική και η δική μας να είναι μία τρέλα;». Έμεινε σαστισμένος αλλά όχι όμως πεπεισμένος και επειδή δεν ήταν δυνατόν να τον ξεπερνούσε κάποιος στην επιστήμη, τον πέταξε σε μια τεράστια φωτιά, και επειδή βγήκε ανέπαφος, τον γύμνωσε, και αφού τον έδεσε με μεγάλες σιδερένιες αλυσίδες τον χτυπούσε σαν τρελός και στην συνέχεια τον έριξε στη φυλακή. Μετά όμως από 5 ημέρες τον βρήκε υγιή να αποδίδει ευχές στο Θεό. Τότε του είπε: «που έμαθες ω Μέδικε την μαγική τέχνη; εάν δεν την απαρνηθείς για να λατρέψεις τους δικούς μας θεούς θα σε βασανίσω τόσο πολύ που θα γίνεις το παράδειγμα για όλους τους Χριστιανούς».

Ο Άγιος του απάντησε: «Δεν είναι μαγική τέχνη, αλλά πιστεύω στον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού που είναι ζωντανός και μου δίνει τη δύναμη να ξεπερνώ τους πόνους σε κάθε μαρτύριο. Γι'αυτό δε φοβάμαι τις απειλές σου και τα μαρτύρια και ούτε πρόκειται να θυσιάσω σε ψεύτικους θεούς». Τότε οργίστηκε τόσο πολύ ο Έπαρχος ώστε διέταξε αφού χτυπήσουν με ραβδιά τον Άγιο να του κόψουν το κεφάλι. Όταν άκουσε την απόφαση ο Άγιος απέδωσε ατελείωτες ευχαριστίες στο Θεό, γιατί αφαιρώντας του τη ζωή με τέτοιο τρόπο, θα μπορούσε πολύ νωρίς να συναντήσει όλους εκείνους τους μάρτυρες που είχαν υποστεί μαρτύρια και είχαν πεθάνει για την αγάπη του Χριστού. Μετεφέρθει τότε από τους επικεφαλής έξω από τα τείχη της πόλεως και ο δήμιος του έκοψε το κεφάλι.

Έτσι αποκτά τον ένδοξο φοίνικα του μαρτυρίου και η ψυχή του μετεφέρθει στους Ουρανούς από τους Αγγέλους το 172 στις 26 Ιουνίου.

Το σώμα του ετάφη τη νύχτα σε μία σπηλιά κοντά στην εκκλησία του Αγίου Βίκτωρα, από κάποιον χριστιανό ονόματι Ελάζιμο που ήταν ιερέας, έξω από την πόλη και αργότερα μετεφέρθει στην υπόγεια εκκλησία και εκτέθηκε για πολύ καιρό σε δημόσια λατρεία κάτω από την Αγία Τράπεζα ενός παρεκκλησίου. Προς τιμήν του τους προηγούμενους αιώνες χτίστηκε ένας ναός στην πόλη του Οτρίκολι και ονομάστηκε Κάμπο ντι Σαν Μέντικο (Campo di San Medico). Ο Πάπας Ευγένιος Γ' στην πόλη του Βιτέρμπο (Viterbo) στις 27 Φεβρουαρίου του 1148, επιβεβαιώνει σύμφωνα με τους κανόνες του Αγίου Αυγουστίνου, όπως και ο Πάπας Ονόριος Γ' το 1221 και ο Πάπας Γρηγόριος Θ' και τέλος ο Πάπας Αλέξανδρος Δ' την ύπαρξη αυτού του χώρου και του Αγίου Λειψάνου.

Το 1611, στις 5 Σεπτεμβρίου ο Τζίο Μπατίστι Τόσκο ντα Ρέτζιο (Gio Battisti Tosco da Regio), Επίσκοπος του Νάρνι (Narni), βρήκε πίσω από μία παλιά αποθήκη την εκκλησία του Αγίου Μέδικου και το Άγιό του Λείψανο ενταφιασμένο μαζί με άλλους Αγίους Μάρτυρες. Έτσι λοιπόν τον Ιούλιο του 1612 έκανε λαμπρή ανακομιδή και μετέφερε το Άγιο Λείψανο από την έξω εκκλησία, στη νέα μέσα στην πόλη του Οτρίκολι

Αργότερα στις 18 Μαΐου του 1613 τοποθέτησε το λείψανο του Αγίου σε μία υπόγεια κρύπτη, κάτω από την Αγία Τράπεζα, στον κεντρικό ναό του Οτρίκολι, όπου υπάρχει μέχρι σήμερα.

Τεμάχιο από το Ιερό Λείψανο του Αγίου Μάρτυρος και Ιαματικού Μεδίκου φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Νίκαιας. 
Απολυτίκιον
Ἧχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Θεραπείαν παρέχεις, ἰατρός ὡς ἀνάργυρος, Μέδικε ἀεί τοῖς νοσοῦσιν, ρωστικῇ συμπαθείᾳ σου· πικρίας γάρ καί ἄλγη αἰκισμῶν, ὑπέμεινας γενναίῳ λογισμῷ, μαστιγώσεις τάς ἐτάσεις τήν φυλακήν, καί ξίφους τήν ἀναίρεσιν. Χαίροις τῆς Ἰταλίας ἀπαρχή, χαίροις σφραγίς τῆς πίστεως· χαίροις ὁ θησαυρίσας ἐν Θεῷ, τόν πλοῦτον τόν αἰώνιον. 

Πηγή: Αρχιμανδρίτη Επιφανίου Δημητρίου Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπολέως Δημητριάδος.

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη



Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη 
'Αγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Για τον Γέσιο, τον ιατροφιλόσοφο

Ο Γέσιος δεν ήταν φημισμένος λόγω του ότι φορούσε τον φιλοσοφικό τρίβωνα, αλλά κυρίως επειδή διακρινόταν στην ιατρική του τέχνη, και ήταν και αναγνωρισμένος ως άριστος διδάσκαλος της ιατρικής για όσους ήθελαν να μάθουν την τέχνη εκείνη την εποχή. Όμως ο Γέσιος, αν και είχε υψηλό φρόνημα και εξαίρετη φήμη, που απολάμβανε μεταξύ των γιατρών της Αλεξάνδρειας, δεν είχε απαλλαγεί από την ειδωλολατρικές πλάνες, όπως έλεγαν αυτοί που τον γνώριζαν από κοντά, αλλά διέδιδε παντού ότι δέχθηκε να βαπτισθεί φοβούμενος τις κυρώσεις, μάλιστα όταν βγήκε από το βαπτιστήριο, λένε ότι είπε μια βλάσφημη φράση απ’ τα ομηρικά έπη για το πνίξιμο του Αίαντα. (*)

Αυτή η ασέβεια υποκρύπτονταν μέσα του, αν και είχε λάβει το βάπτισμα, και εξ αιτίας της κορόιδευε και διακωμωδούσε τους χριστιανούς, ότι δήθεν παραλογότατα σέβονται τον Χριστό, και διακωμωδούσε τους αγίους Κύρο και Ιωάννη, ισχυριζόμενος ότι θεραπεύουν με την ιατρική τέχνη και όχι από κάποια θεία και υπέρτατη δύναμη τους ασθενείς. Ρωτώντας δε για τα φάρμακα, που οι άγιοι πρότειναν στους άρρωστους να χρησιμοποιήσουν για να λάβουν την ίαση, υποστήριζε ότι αυτά επακριβώς τα διδάσκουν και οι γιατροί της αρχαιότητας και έλεγε ότι αυτό είναι του Γαληνού, εκείνο του Ιπποκράτη, αυτό το έμπλαστρο είναι από τον Δημόκριτο, και γενικά διατείνονταν ότι όλα αυτά είναι γιατροσόφια των φημισμένων γιατρών και παρέπεμπε και στα συγγράμματά τους, όπου αυτά αναφέρονταν όπως έλεγε, και ότι με φυσικό άρα τρόπο θεραπεύονταν οι άρρωστοι που προσέρχονταν στους μάρτυρες.

Αλλά ότι αυτά ήταν φληναφήματα και ανοησίες του Γέσιου αποδεικνύεται και από τα πράγματα, αλλά και από τον ίδιο ακόμη τον Γέσιο που τα δημιούργησε, γιατί αρρώστησε ο ίδιος ο παράφρονας Γέσιος στις ωμοπλάτες, στους ώμους και το λαιμό, που έμειναν παράλυτα και καθόλου δεν κουνιούνταν. Αυτός όμως αγνοώντας την αιτία των πόνων, μάταια αγωνιζόταν να θεραπεύσει τον εαυτό του, όπως θεράπευε και τους άλλους, και χρησιμοποιούσε παντός είδους αλοιφές και διάφορα καθάρσια και ζεστά φαγητά και δύσκολες δίαιτες, γιατί πίστευε ότι είχε πάθει ψύξη και ότι δήθεν είχε συγκέντρωση ύδατος.

Δοκίμασε λοιπόν όλα όσα του έμαθαν ο Γαληνός και ο Ιπποκράτης και οι άλλοι γιατροί και αφού είδε και αποείδε ότι δεν μπορούσε να θεραπευθεί από μόνος του, κάλεσε όλους του γιατρούς της πόλης, οι οποίοι, όταν ό,τι του συνέστησαν, τους διαβεβαίωσε ότι το είχε ήδη εφαρμόσει από μόνος του, έχασαν τη φωνή τους και ομολογώντας ότι μόνο πια ο Θεός μπορεί να τον κάνει καλά, του συνέστησαν φιλικά να απευθυνθεί στους μάρτυρες Κύρο και Ιωάννη.

Όταν δε ο Γέσιος επιμένοντας στη πλάνη του τους είπε ότι όλα αυτά οι άγιοι τα κάνουν με ιατρικό τρόπο και ότι δεν υπάρχει τίποτα το νέο, αλλά όλες οι συνταγές των αγίων μαρτύρων βρίσκονταν στα παλαιά βιβλία, τότε οι σοφοί αυτοί γιατροί του ανέφεραν περιπτώσεις θεραπειών και τα αντίστοιχα φάρμακα, που ήταν είτε απλά είτε άσχετα με την κλασσική ιατρική και μη μπορώντας να δώσει εξήγηση τον αποστόμωσαν.

Παρ’ όλα αυτά και αν και δεν πείστηκε παντελώς, τον έπεισαν τελικά οι ισχυροί πόνοι που τον ταλαιπωρούσαν και έτσι προσήλθε τελικά στους μάρτυρες και τους θερμοπαρακαλούσε να τον θεραπεύσουν.

Οι δε άγιοι εμφανιζόμενοι στον ύπνο του, του έδωσαν ένα φάρμακο για την αρρώστια του, που συγχρόνως θα λειτουργούσε και σαν θεραπεία της ασθένειας, αλλά και σαν τιμωρία του πάσχοντος, επειδή, αν και θεωρούσε ότι ήταν σοφός, αποδείχθηκε μωρός και τελείως ανόητος. «Φέρε», του είπαν, «ένα σαμάρι και φόρα το στους ώμους, στον τράχηλο και το λαιμό που πάσχουνε και όπου είναι το πρόβλημα, και το μεσημέρι να γυρνάς το τέμενος γύρω γύρω φωνάζοντας “Ω! πόσο μωρός είμαι και τελείως ανόητος!” και θα βρεις αμέσως την υγειά σου». Αυτός όμως πιστεύοντας ότι είναι αποκύημα της φαντασίας του, δεν έκανε τίποτε από αυτά που τον πρόσταξαν οι άγιοι.

Όμως, όταν άρχισε και πάλι να καθικετεύει τους μάρτυρες, τα ίδια τον συμβούλεψαν να κάνει και χειρότερα, καθώς, αφού ήρθαν και πάλι στον ύπνο του, τον πρόσταξαν, μαζί με το σαμάρι, να κρεμάσει απ’ το λαιμό του και ένα μεγάλο κουδούνι και μ’ αυτά να τριγυρίζει μέσα στον ναό κράζοντας και κραυγάζοντας «Είμαι βλάκας!!!». Αλλά κι αυτό το αθέτησε ερμηνεύοντάς το ως φαντασιοπληξία, γιατί δεν μπορούσε να εξηγήσει τι σχέση θα μπορούσε να έχει το σαμάρι και το κουδούνι με τη μέθοδο θεραπείας της αρρώστιας του, και παρακαλούσε τον Χριστό να τον θεραπεύσει από την ασθένεια και να τον γλυτώσει συγχρόνως και από τις φαντασίες του…

Τότε και πάλι του εμφανίστηκαν οι άγιοι και του επέμεναν να κάνει όλα τα προηγούμενα, αλλά με την… προσθήκη, να φορέσει χαλινάρι σαν τα άλογα και κάποιος υπηρέτης του να τον σέρνει από το χαλινάρι, ενώ αυτός θα απαγγέλλει καθαρά και με σαφήνεια τη φράση «Είμαι βλάκας!!!». Όχι βέβαια διορθώνοντας τους εαυτούς τους με την προσθήκη του χαλιναριού και του κουδουνιού, αλλά για να κάνουν πιο φανερή την ανοησία του Γέσιου με τη μεγαλύτερη ντροπή και την πιο καυστική γελοιοποίησή του να κτυπήσουν τη μεγάλη αφροσύνη του και να τον κάνουν να συνέλθει, να τον φέρουν στα σύγκαλά του.

Αυτή τη φορά ο Γέσιος δίσταζε να το θεωρήσει το πράγμα και πάλι ως φαντασιοπληξία, και για να μη προκαλέσει την οργή των αγίων, αποφάσισε με βαριά καρδιά να κάνει υπακοή στα προσταχθέντα. Τοποθέτησε λοιπόν το σαμάρι στους ώμους του, κρέμασε στο λαιμό του το κουδούνι και βάζοντας και ένα χαλινάρι στο στόμα του, είχε έναν υπηρέτη που τον τραβούσε και κατ’ αυτόν τον τρόπο τον οδηγούσε μέσα στον ναό περνώντας τον και από τις δέκα στοές, ενώ εκείνος κραύγαζε συνεχώς «Είμαι βλάκας!». Κι αφού εκπλήρωσε την εντολή των αγίων, έγιανε και απήλαυσε την υγειά του, που πάντα αγαπά να υπακούει στα προστάγματα των αγίων.

Όταν νύχτωσε και πάλι του εμφανίστηκαν στον ύπνο του οι μάρτυρες λέγοντάς του: «Επειδή θεωρείς ότι τα φάρμακα που δίνουμε στους άρρωστους είναι εφευρήματα της ιατρικής, πες μας σε ποιο χειρόγραφο έγραψε ο Ιπποκράτης ή ο Γαληνός, που θαυμάζεις, τα βοηθήματα αυτά για την αρρώστια τη δικιά σου και πού λέει γι’ αυτά ο Δημόκριτος ή κάποιος άλλος γιατρός που να τα έχει αναφέρει. Αν αυτά τα βρεις να τα λένε, τότε επαληθεύεσαι και για τ’ άλλα που ισχυρίζεσαι, αλλά επειδή είναι βέβαιο ότι τίποτε από αυτά δεν είπαν, μάθε ότι και για τα άλλα, όσα λες, ψεύδεσαι!».

Μ’ αυτόν τον τρόπο οι άγιοι μάρτυρες, αφού στηλίτευσαν τον συκοφάντη, έλυσαν το όνειρο. Αυτός δε ακόμη και στον ύπνο του δεν είχε τίποτα να αντιτάξει στους μάρτυρες και ξύπνησε έκθαμβος από τον σοφότατο έλεγχο των αγίων, και αφού εξύμνησε τη δύναμή τους και αναγνώρισε ότι με τη χάρη τους και μόνο και όχι με γιατροσόφια θεραπεύουνε τους άρρωστους, που προσέρχονται σ’ αυτούς, αναχώρησε θεραπευμένος από το τέμενος.

(*) «Αίας δ’ εξαπόλωλεν, επεί πίεν αλμυρόν ύδωρ» Οδυσ. Δ 511. 
 
Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Άμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου).
Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 165

Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη



Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη 
Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων


Για τη Μαρτυρία, που από επήρεια έπασχε στα σπλάχνα της

Ας παρακολουθήσουμε την ασθένεια της Μαρτυρίας, αλλά και ας μη παραβλέψουμε και τη θεραπεία της, ώστε όχι μόνον να στυγνάζουμε για το πάθος, αλλά και να χαρούμε μαθαίνοντας την ίαση.

Δεινή ήταν η αρρώστια της και απερίγραπτη, γιατί δεν ήταν από φυσική αιτία, όπως όλες οι άλλες αρρώστιες, που συμβαίνουν από τη κράση και από την κίνηση των υγρών του σώματος, αλλά από εκείνες που γίνονται από επήρεια ή από φθόνο και από τη μοχθηρία ανθρώπων, που είναι χωρίς Θεό μέσα τους και που έχουν βάλει στόχο να αφανίσουν τους συνανθρώπους τους. Εάν λοιπόν η πάσχουσα έπασχε από κάποιο δηλητήριο, είτε από βλαπτικές των δαιμόνων επιθέσεις και μάστιγες, το αγνοούμε σαν άνθρωποι, και μόνον ο Θεός το ξέρει που γνωρίζει οτιδήποτε προτού ακόμη αυτό γίνει.

Φώναζε δε η γυναίκα ότι πάσχει στα σπλάχνα της και κόπτονταν και σπαράσσονταν, όμως τους ερωτώντες δεν διαφώτιζε για την αιτία της ασθένειας. Συρρέοντας και πάλι οι άριστοι από τους γιατρούς, ούτε το πάθος κατενόησαν ποιο είναι, ούτε την αιτία της αρρώστιας διέγνωσαν, ούτε καν μπόρεσαν να προσφέρουν ένα φάρμακο, αλλά χωρίς να μπορούν να ωφελήσουν και σαν να μην είχαν καν φανεί, έκαμαν πίσω. Αυτό μαθαίνοντας οι κοντινοί της συγγενείς, προς τον Κύρο και τον Ιωάννη τους μάρτυρες την φέρνουν, μη αγνοώντας τη θεία δύναμη που έχουν, με την οποία θεραπεύουν αυτούς που προσέρχονται και κάνουν τις θαυμάσιες και σωτήριες επεμβάσεις.

Οι οποίοι και τώρα κατοικτίρανε τη Μαρτυρία, που την έβλεπαν έτσι να σπαράσσεται και με πελώριες φωνές να κραυγάζει, την έφεραν σε ύπνο και την ετοίμασαν να δει ένα όνειρο, αυτοί δε ήταν μαζί και οι παρέχοντες το όραμα και οι εμφανιζόμενοι σ’ αυτό! Γιατί έβλεπε δύο άντρες με τα ιμάτιά τους να απαστράπτουνε και με πράο και μειλίχιο βλέμμα να έρχονται προς αυτή λέγοντες: «Γιατί έτσι φωνασκείς και δεν αφήνεις να κοιμηθούν όλοι αυτοί εδώ, πού χουν αρρώστιες κι έχουν έρθει για τη θεραπεία τους;» Αυτή δε τους απάντησε ότι πονούν τα σπλάχνα της κι οι άγιοι ανταπαντώντας: «Και συ μόνο», είπαν, «από όλους αυτούς έχει αφόρητο πόνο;»

Και μόλις είπαν αυτό κράτησαν κι οι δύο τη κεφαλή της και ανοίγοντας το στόμα της ο μεγαλύτερος από τους δύο, δηλαδή ο Κύρος, φύσηξε μέσα σ’ αυτό τρεις φορές· κι αφού το ‘καναν αυτό μετά αναχώρησαν, εκείνη δε σηκώθηκε από τον ύπνο της και είδε ότι μετρίασαν οι πόνοι και ήθελε να κάνει την ανάγκη της, όταν όμως κάθισε να αφοδεύσει έβγαλε απ’ τη κοιλιά της ένα πελώριο σκώληκα, που κρυφά κατέτρωγε τα σπλάχνα της και τον οποίον ως κόπρο απέβαλε.

Κι έτσι πέτυχε η Μαρτυρία να απαλλαγεί από αυτό το τρομερό πάθος και να ελεηθεί με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Χριστού και Θεού μας και με τη θεία δωρεά των σεπτών Αναργύρων. 

Από το βιβλίο: Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Αμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου). Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 132.

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

«ΕΜΕΙΣ, ΓΕΡΟΝΤΑ, ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΜΕ, ΕΑΝ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ!»

 «ΕΜΕΙΣ, ΓΕΡΟΝΤΑ,

ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΜΕ, ΕΑΝ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ!»

πηγή:Το Ειλητάριον 


Αυτό που χαρακτήριζε ιδιαίτερα τον όσιο Γέροντα Θεοφύλακτο τον Νεοσκητιώτη ήταν η πολλή του υπομονή. Γιατί εκτός από τις ποικίλες περιπέτειες του μοναχικού του βίου, σήκωνε και το σταυρό μιας ισόβιας ασθένειας που τον ταλαιπωρούσε μόνιμα. Πολλές φορές ο πόνος δυνάμωνε πολύ. Απ’ ό,τι έλεγε κι ο ίδιος ο Γέροντας Θεοφύλακτος πήγαινε συχνά στους φίλους του, τους αγίους Αναργύρους, και τους παραπονιόταν γιατί δεν τον θεραπεύουν και μετά τους έβλεπε στον ύπνο τους να του λένε: 
- Εμείς, Γέροντα, σε θεραπεύουμε, εάν το θέλεις! Αλλά αυτό εσένα δεν σε συμφέρει!... 
Αυτή η «πληροφορία» που έπαιρνε, τον ανέπαυε και τον παρηγορούσε γι’ αρκετό καιρό. Και μετά πάλι συνέχιζε ο σταυρός του…

Ο πόλεμος, τον οποίο είχε σχεδόν μόνιμα, ο ευλαβέστατος αυτός αγωνιστής του Πνεύματος, ήταν ένα είδος λύπης, περίπου κάτι σαν μελαγχολία, που συχνά τον τυραννούσε, ιδιαίτερα, μετά το θάνατο του αγαπημένου Γέροντός του, του πατρός Ιωακείμ Σπετσιέρη. Στις δύσκολες στιγμές, όταν πιεζόταν από αυτόν τον πόλεμο κι έχανε σαν άνθρωπος το θάρρος του, εισερχόταν μέσα στη μικρή του εκκλησία κι έλεγε το παράπονό του προς τους προστάτες του αγίους Αναργύρους, οι οποίοι, με κάποια δική τους θεωρία πάντα τον παρηγορούσαν ανάλογα.
Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης»
(Το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος),
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος, 2007.



Ἕτερον ἀπολυτίκιον
ὅλων τῶν Εἴκοσι ἁγίων Ἀναργύρων
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν εἰκοσάριθμον, 
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν, 
χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στίφος ἀνευφημοῦμεν·
οὗτοι γὰρ κατέβαλον
τοῦ βελίαρ τὴν δύναμιν,
πάντων τὰ νοσήματα
συμπαθῶς ἐξιώμενοι,
τῶν μετ’ εὐλαβείας βοώντων·
δόξα Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

«ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΜΕ ΚΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΓΩΓΙΟ ΜΑΣ;»

 

«ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΜΕ

ΚΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΓΩΓΙΟ ΜΑΣ;» 
Άλλοτε, πάλι, είχα τον ίδιο πόλεμο και την ίδια απόγνωση που με μάστιζε φοβερά. Γνώριζα, βέβαια, ότι αυτό είναι πόλεμος του εχθρού, αλλά δεν μπορούσα ν’ απαλλαγώ! Λόγω της απειρίας μου, δεν το πολέμησα εξ αρχής, όταν μου πρωτοεμφανίστηκε αυτό το πάθος, και μου έγινε μετά μόνιμος σταυρός. Αφού κάθισα να ξεκουραστώ, βλέπω μια ομάδα ανθρώπων, διαφορετικής ηλικίας ο καθένας τους, να ανεβαίνει από το δρόμο του Κυριακού της Σκήτης προς τα πάνω, όπου ήταν η δική μου Καλύβη, και μιλούσαν μεταξύ τους. Εγώ, πρόσεχα ποιοί ήταν και πού πήγαιναν.

Όταν πέρασαν το σταυροδρόμι και πλησίασαν τη δική μου εξώπορτα, σταμάτησαν για λίγο και τους ακούω να λένε ευκρινώς: 
– Δεν περνάμε κι από το καταγώγιό μας; 
Πράγματι, άνοιξαν την πόρτα μου και μπήκαν μέσα, ψάλλοντας το δικό τους απολυτίκιο: 
“Τὴν εἰκοσάριθμον,
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν
Χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στῖφος ἀνευφημοῦμεν…”.

Έβλεπα να προπορεύεται απ’ όλους πιο μπροστά ο άγιος Παντελεήμων: νεαρός, ξανθός, μεγαλοπρεπής, με παράσημο ιατρικής στο στήθος του, και ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι άγιοι Ανάργυροι ψάλλοντας μελωδικότατα όλο τους το τροπάριο. Ανέβηκαν τη σκάλα της Καλύβης στον επάνω όροφο που είναι η εκκλησία τους, μπήκαν μέσα, στάθηκαν με τη σειρά στους δύο χορούς κι άρχισαν να ψάλλουν τροπάρια από την ακολουθία τους. Όταν τελείωσαν τη ψαλμωδία, γύρισαν πίσω και έφυγαν προς το πάνω μέρος της Σκήτης, αφού μου άφησαν την ευλογία τους και πολλή παρηγοριά και για μέρες ήμουν γεμάτος χαρά και πνευματική ευτυχία.


Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης»
(Το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος),
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος, 2007.


Ἕτερον ἀπολυτίκιον
ὅλων τῶν Εἴκοσι ἁγίων Ἀναργύρων
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν εἰκοσάριθμον, 
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν, 
χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στίφος ἀνευφημοῦμεν·
οὗτοι γὰρ κατέβαλον
τοῦ βελίαρ τὴν δύναμιν,
πάντων τὰ νοσήματα
συμπαθῶς ἐξιώμενοι,
τῶν μετ’ εὐλαβείας βοώντων·
δόξα Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ: «ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ!»

 

 
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ:
«ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ!»
Η ιερά Καλύβη που για 63 ολόκληρα χρόνια (1923–1986) ασκήθηκε ο σύγχρονος αδάμαντας της νοεράς προσευχής και της καρτερικής ησυχίας, ο μακαριστός Γέροντας Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης (1897–1986), τιμάται επ’ ονόματι της Συνάξεως όλων των αγίων και θαυματουργών Αναργύρων. 
Σ’ αυτή την ιερή τους εικόνα ο Γέροντας Θεοφύλακτος από την αρχή της μοναχικής του αφιερώσεως έβαλε την καθιερωμένη μετάνοια και υποτάχθηκε στον ονομαστό Γέροντα Ιωακείμ Σπετσιέρη (1858–1943).
Έκτοτε, η ζωντανή επαφή του με το ιερό σμήνος των αγίων Αναργύρων ήταν καθημερινή μέχρι το τέλος της ζωής του. Το πόσο μεγάλος ήταν ο σύνδεσμός του με τους αγαπημένους αγίους του, το φανερώνουν τα πολλά θαυμαστά περιστατικά που ο ίδιος εμπιστευόταν και αποκάλυπτε στους πλησίον του πατέρες, αλλά και από τις εκδηλώσεις θαυμασμού που του διέφευγαν πηγαία και αυθόρμητα. Αποσιωπούσε πολλά λόγω ταπεινοφροσύνης. Και αρκετά πάλι, παρ’ όλο που τα ομολογούσε, δεν γίνονταν αντιληπτά από τους πατέρες.
Όταν μιλούσε για τους αγίους Αναργύρους μειδίαζε χαριτωμένα κι έλαμπε το πρόσωπό του κι αυτό, αν μη τι άλλο, πρόδιδε την αγάπη του γι’ αυτούς. Αποκαλούσε τους αγίους Αναργύρους «τα χρυσά μου τα παλικάρια!»· τον δε προεξάρχοντά τους, άγιο Παντελεήμονα, «το χρυσό μου το παλικάρι!». 
Ο παπα-Αβράμιος, από τη συνοδεία των «Αβραμαίων», μας διηγείται: «Όταν φιλοξενούνταν ο παππούς προς το τέλος της ζωής του στην Καλύβη μας, στη Θεία Λειτουργία τού δίναμε να ψάλλει το απολυτίκιο των αγίων Αναργύρων. Άρχιζε με τη βαριά του φωνή να ψέλνει: “Τὴν εἰκοσάριθμον ἔνθεον φάλαγγα…” κλπ. Κι όταν έφτανε στο τέλος του απολυτίκιου έλεγε: “Τα χρυσά μου τα παλικάρια!...”». 
Οι θαυματουργικές ιάσεις που δέχθηκε από τους αγίους τού χάρισαν μια απόλυτη εμπιστοσύνη και μια χαριτωμένη φιλία μαζί τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να θεωρεί ο ίδιος μέσα του δεδομένο ότι θα λυθεί αυτό που ζητούσε από τους αγίους Αναργύρους, είτε για τον εαυτό του είτε για τους άλλους. Διαφορετικά, «ἐσκλήρυνε τοῦ αἰτεῖσθαι» (επέμενε με γρανιτένια υπομονή ακόμη περισσότερο στα αιτήματα των δεήσεών του), μέχρι να λάβει το αίτημα που ζητούσε διά της προσευχής. Κι αυτό, όχι μόνο σε θέματα υγείας σωματικής ή πνευματικής, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα ήταν πάντα έτοιμος να καταφύγει προς τους αγίους του. 
Στην Καλύβη των αγίων Αναργύρων, εκτός από την εφέστια και μεγάλη εικόνα των Είκοσι αγίων Αναργύρων, η οποία βρίσκεται στο τέμπλο, δίπλα στην εικόνα του Χριστού, υπάρχει και μια άλλη μικρή θαυματουργή εικόνα των αγίων, στην οποία απεικονίζονται οι τρεις πρόκριτοι των Αναργύρων, δηλαδή οι άγιοι Παντελεήμων, Κοσμάς και Δαμιανός, όλη επενδυμένη με ασημένιο κάλυμμα. Από την εικόνα αυτή ο Γέροντας Θεοφύλακτος με τρεις συγκεκριμένους τρόπους δέχονταν πάντα πληροφορία για κάτι επικείμενο, δυσάρεστο ή ευχάριστο: είτε με τριγμό είτε με άρρητη ευωδία είτε με κινήσεις της ακοίμητης κανδήλας τους. Και αυτά τα σημεία συμβαίνουν ακόμη και σήμερα! 
Πολλές φορές μιλούσε με τους αγίους μόνος του. Κι όταν τον ρωτούσαν με ποιόν μιλάει, έλεγε με φυσικότητα και με παιδική αθωότητα: «Δεν βλέπετε τα χρυσά μου τα παλικάρια;». Πόσες προσευχές και αιτήματα, πόσα δάκρυα κι αναστεναγμούς, δεν δέχονταν καθημερινά οι άγιοι Ανάργυροι από τον Γέροντα Θεοφύλακτο!... 
Έμενε ώρες πολλές στο στασίδι μέσα στο ναό των αγίων Αναργύρων και, ατενίζοντας προς την αγία εικόνα τους, συνομιλούσε πραγματικά μαζί τους! Το τι τελετουργούνταν μέσα στην καρδιά αυτού του «αναργυρόφιλου» Γέροντος, μόνο ο Θεός κι αυτός το γνώριζε! Ο σεβασμός του προς τους αγίους δεν περιγράφεται! Όταν έλεγε το απολυτίκιό τους στεκόταν σε ευλαβική στάση κι ήταν γεμάτος δέος και χαρά για «τα χρυσά του παλικάρια»! 
Αρκετές φορές άκουγε ουράνιες και γλυκύτατες ψαλμωδίες που προέρχονταν μέσα από το ναό τους και που δεν συγκρίνονταν ούτε ακόμη και με αυτές τις ψαλμωδίες που άκουγε από τους πιο καλλίφωνους αγιορείτες ψάλτες! Ήταν σίγουρος ότι οι άγιοι Ανάργυροι ήταν αυτοί που έψαλλαν τόσο θεσπέσια!...
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ΄.
γιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί,
ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν·
δωρεὰν ἐλάβατε,
δωρεὰν δότε ἡμῖν.


Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης»
(Το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος),
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,
Νέα ΣκήτηΆγιον Όρος, 2007.

Δημοφιλείς αναρτήσεις