Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Το όραμα του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ την Μεγάλη Πέμπτη


Το όραμα του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ την Μεγάλη Πέμπτη
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759-1833), ενισχυόταν στους αγώνες του από τη θεία πρόνοια με πνευματικά οράματα, πού πλημμύριζαν την ψυχή του με θεϊκή παρηγοριά. Ιδιαιτέρως κάποτε, την Μεγάλη Εβδομάδα και μάλιστα την Μεγάλη Πέμπτη, αξιώθηκε κατά την διάρκεια της θείας λειτουργίας να δει μία υπέροχη οπτασία.

Διηγείται ο ίδιος:

-Λειτουργούσα κάποτε τη Μ. Πέμπτη μαζί με τον ηγούμενο Παχώμιο και τον πατέρα Ιωσήφ. Η θεία Λειτουργία είχε αρχίσει στις δύο το μεσημέρι μαζί με τον εσπερινό. Μετά τη μικρά είσοδο και τα αναγνώσματα είπα ο ταπεινός μπροστά στο άγιο θυσιαστήριο την εκφώνηση: «Κύριε, σώσον τους ευσεβείς και επάκουσον ημών». Ύστερα βγήκα στην ωραία πύλη και υψώνοντας το οράριο προς το εκκλησίασμα συμπλήρωσα: «Και εις τους αιώνας των αιώνων». 
Τη στιγμή εκείνη έλαμψε ένα φως μπροστά μου σαν ηλιακή ακτίνα. Κοιτάζω προς τα εκεί και βλέπω εν δόξη τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ο οποίος με τη μορφή του Υιού του ανθρώπου έλαμπε πιο πολύ από τον ήλιο μέσα σε άπλετο και ανέκφραστο φώς. Βλέπω επίσης τριγύρω να τον περιβάλλουν σαν σμήνος από μέλισσες οι Ουράνιες Δυνάμεις των Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ. Είχε μπει από τη δυτική πύλη και βαδίζοντας ανάερα στάθηκε εμπρός στον άμβωνα. Υψώνοντας μάλιστα το χέρι ευλόγησε τους λειτουργούς και τους προσευχομένους. Τέλος μπαίνοντας στην εικόνα Του, που βρίσκεται πλάι στην ωραία Πύλη μεταμορφώθηκε, περικυκλουμενος από χορούς Αγγέλων που έλαμπαν και φώτιζαν ολόκληρη την εκκλησία. Κι εγώ, που είμαι γη και σποδός, αξιώθηκα μια ιδιαίτερη ευλογία από Αυτόν. Η καρδιά μου σκίρτησε από ιερή αγαλλίαση, πλημμύρισε από άρρητη χαρά μέσα σ’ ένα αίσθημα γλυκειάς, φλογερής αγάπης προς τον Κύριο.

Με το όραμα αυτό η όψη του οσίου αλλοιώθηκε. Δεν μπορούσε ούτε να κινηθεί από τη θέση του ούτε να μιλήσει. Πολλοί πρόσεξαν τη στάση του, χωρίς όμως να καταλάβουν την αληθινή αιτία. Αμέσως τον πλησίασαν δύο διάκονοι, και τον οδήγησαν μέσα στο άγιο Βήμα. Αλλά κι εκεί συνέχισε να στέκεται επί τρεις σχεδόν ώρες ακίνητος, σε έκσταση. Μόνο το πρόσωπό του αλλοιωνόταν συνεχώς. Πότε το σκέπαζε μια χλωμάδα, πότε απλωνόταν επάνω του ζωηρό ρόδινο χρώμα, και πότε γινόταν άσπρο σαν το χιόνι. Πέρασε πολλή ώρα χωρίς να μιλήσει. Τον είχε απορροφήσει η θαυμαστή επίσκεψη του Θεού και ευφραινόταν με τη γλυκεία Του παρηγοριά. 
Αφού συνήλθε διηγήθηκε το όραμα μόνο στους γέροντες Παχώμιο και Ιωσήφ. Εκείνοι τον συμβούλευσαν, σαν έμπειροι πνευματικοί, να μην υπερηφανευθεί, αλλά να ασφαλίσει τον εαυτό του με την σιωπή και να βυθισθεί ακόμη πιο πολύ στην ταπείνωση.

«Εγενήθη η καρδία μου, έλεγε κάποτε, ωσεί κηρός τηκόμενος. Δεν θυμάμαι όμως τίποτε απ’ αυτή την αγαλλίαση. Θυμάμαι μόνο πως μπήκα στον ναό και μετά βγήκα». 
Μετά την ουράνια αυτή οπτασία οχυρωμένος με βαθειά ταπείνωση ανερχόταν εκ δυνάμεως εις δύναμιν, και ασκούμενος ακατάπαυστα στην αυτομεμψία ακολουθούσε πιστά και σταθερά τον Κύριο, βαστάζων τον σταυρόν εαυτού. Έκτοτε άρχισε να αναζητά όλο και περισσότερο την ησυχία και ν’ απομακρύνεται συχνότερα χάριν προσευχής στο δάσος τού Σάρωφ….

Όταν τον ρωτούσαν πόσο συχνά πρέπει να προσεγγίζει κανείς το Ουράνιο Μυστήριο, απαντούσε: «Όσο συχνότερα τόσο καλύτερα».

Ιδιαίτερα στις αδελφές στο Ντιβέγιεβο έδωσε τον ακόλουθο κανόνα, όπως έχει σημειώσει η αδελφή Καπιτωλίνα: 
«Δεν πρέπει ν’ αφήνωμε καμμία ευκαιρία να περνά χωρίς να πλησιάζουμε την χάρη που μας παρέχεται δια της κοινωνίας των Αχράντων Μυστηρίων του Χριστού. Γεμάτοι με βαθειά συντριβή, αλλά και από ελπίδα και πίστη στο άμετρο έλεος του Θεού, ας πλησιάζουμε το Ιερό Μυστήριο που σώζει τα πάντα και τους πάντες, λέγοντας με συντριβή: Ήμαρτον, Κύριε, εν λόγω, εν έργω, κατά νουν και διάνοια και εν πάσαις μου ταις αισθήσεσι…».

Επίσης στον π. Βασίλειο, τον εξομολόγο της Μονής του Ντιβέγιεβο, έλεγε σχετικά με αυτό: «…τους δίνω την εντολή να κοινωνούν των Αγίων και Ζωοποιών Μυστηρίων του Χριστού… όσο συχνότερα τόσο καλύτερα. Μην τους φέρετε αντίρρηση, γιατί η χάρη που μας δίνεται μέσω της Θείας Κοινωνίας είναι τόσο μεγάλη ώστε, όσο ανάξιος και αμαρτωλός και αν είναι ένας άνθρωπος, εφ’ όσον πλησιάζει τον Κύριο που μας σώζει όλους, παρόλο ότι μπορεί να είναι γεμάτος από το κεφάλι μέχρι τα πόδια με τις πληγές των αμαρτιών, θα καθαριστεί με τη Χάρη του Χριστού και θα φωτίζεται όλο και περισσότερο, και θα δεχθεί έλλαμψη και θα σωθεί».

Σ’ αυτούς που δικαιολογούσαν την άρνηση τους να κοινωνούν συχνά με ένα υπερβολικό συναίσθημα αναξιότητας, απαντούσε αντιπαραθέτοντας την μικρότητα του αμαρτωλού ανθρώπου και την απέραντη καλοσύνη του Θεού. «Ακόμη κι έναν ωκεανό ολόκληρο αν γεμίζαμε με τα δάκρυα μετανοίας μας, δεν θα κατορθώναμε να ικανοποιήσουμε τον Κύριο που μας προσφέρει για τροφή το Σώμα του και το Αίμα του δωρεάν για να μας καθαρίση, να μας εξαγνίση και να μας αναζωογονήση. Πλησίασε χωρίς αμφιβολία, και μην ταράζεσαι, μόνο πίστευε ότι αυτό είναι το αληθινό Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, το οποίο μας δίνεται για να θεραπευθούν οι αμαρτίες μας».

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Η άσκηση της σιγής του οσίου Σεραφείμ

Η άσκηση της σιγής του οσίου Σεραφείμ
Αγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


Για τους υψηλούς του αγώνες και την θεάρεστη ζωή του ο όσιος Σεραφείμ αξιώθηκε να λάβει από τον Θεό το χάρισμα της διορατικότητας. Αλλά εκείνος ακόμη περισσότερο απέφευγε την δόξα των ανθρώπων και στρεφόταν προς την ησυχαστική ζωή και την άσκηση.

Το 1806 ο ηγούμενος της μονής του Σάρωφ π. Ησαΐας παραιτήθηκε λόγω ασθενείας και γήρατος και η αδελφότητα εξέλεξε ομόψυχα και ομόφωνα τον όσιο Σεραφείμ. Αυτός όμως το αρνήθηκε τόσο λόγω της βαθιάς του ταπεινοφροσύνης όσο και για την άκρα αγάπη του προς την έρημο και την ησυχία. Για ηγούμενο τότε εξέλεξαν τον π. Νήφωνα, γνωστό από παιδί στον όσιο Σεραφείμ.
Μετά τον θάνατο του π. Ησαΐα (1807), ο όσιος Σεραφείμ δεν μετέβαλε τρόπο αναχωρητικής ζωής άλλα πρόσθεσε νέα ιδιότητα στην άσκησή του αναλαμβάνοντας τον αγώνα της σιωπής. Σ’ αυτούς που τον επισκέπτονταν στην έρημο δεν παρουσιαζόταν. Αν συνέβαινε να συναντήσει κάποιον στο δάσος, έπεφτε κάτω με το πρόσωπο στη γη και δεν σήκωνε τα μάτια του μέχρις ότου ν’ απομακρυνθεί ο διαβάτης. 
Μέσα σε τέτοια σιωπή πέρασε τρία χρόνια. Λίγο νωρίτερα είχε παύσει να επισκέπτεται το κοινόβιο του Σάρωφ τις Κυριακές ή τις εορτές. Μία φορά την εβδομάδα, κατά την Κυριακή, ένας αδελφός του έφερνε τροφή στο ερημητήριό του, ιδίως τον χειμώνα, όταν ο όσιος δεν είχε τα λαχανικά του. 
Όταν ο αδελφός έμπαινε στον προθάλαμο, ο γέροντας λέγοντας μέσα του «αμήν» άνοιγε την πόρτα με το κεφάλι σκυμμένο προς την γη. Και μόλις έμελλε να αναχωρήσει ο αδελφός, ο όσιος έβαζε μέσα στο σκεύος, που ήταν επάνω στο τραπέζι, ένα κομματάκι ψωμί ή λίγο ξυνολάχανο και έτσι γνωστοποιούσε στον αδελφό τι ήθελε να του φέρει την επόμενη εβδομάδα. 
Όλα αυτά όμως ήσαν εξωτερικά τεκμήρια της σιγής του. Την ουσία της πολύμοχθης ασκήσεως του οσίου συνιστούσε, όχι η εξωτερική αποχή από την επικοινωνία, αλλά η ησυχία του νου, η αποταγή κάθε βιοτικού λογισμού χάριν της καθαρότατης και τελειότατης αφιερώσεώς του στον Θεό. 
Πολλοί αδελφοί θλίβονταν υπερβολικά λόγω της απομακρύνσεως αυτής του οσίου από την άμεση επικοινωνία μαζί τους και λόγω της επιδόσεώς του στον αγώνα της σιγής. Μερικοί μάλιστα ακόμη και τον κατηγορούσαν που αποσύρθηκε στην απομόνωση, ενώ σε κοινωνία με την αδελφότητα θα την οικοδομούσε με λόγους και έργα, χωρίς να παραβλάπτεται η ευλογημένη πορεία της δικής του ψυχής. 
Αλλά σ’ όλες αυτές τις μομφές ο όσιος απαντούσε με τους λόγους του αγίου Ισαάκ του Σύρου: «Αγάπησε την ησυχία, διότι αυτή αξίζει πολύ περισσότερο από το να διατρέφεις τους πεινασμένους του κόσμου»· επίσης με τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Είναι θαυμάσιο το να θεολογείς χάριν του Θεού, περισσότερο όμως συμφέρει να καθαρίσεις τον εαυτό σου χάριν Εκείνου».
Με την πολύμοχθη άσκηση της σιωπής ο όσιος Σεραφείμ καθάριζε κατά τον τελειότερο τρόπο και φώτιζε την δικαία του ψυχή οδηγώντας την όλο και περισσότερο στο μυστήριο της θείας θεωρίας, αφού αφόπλισε παντελώς τον πολέμιό του. Τι πνευματικούς καρπούς έφερε η άσκηση αυτή στον μακάριο Σεραφείμ το βλέπει κανείς καθαρά στις διδαχές του περί ησυχίας, οι οποίες βασίζονταν αναμφιβόλως και επί της προσωπικής του πείρας. 
«Όταν παραμένουμε σε σιγή», έλεγε αργότερα, ο διάβολος δεν επιτυγχάνει τίποτε κατά του κρυπτού ανθρώπου της καρδίας (Α’ Πέτρ. 3:4)· εννοείται βέβαια η σιγή του νου. Η σιγή γεννά στην ψυχή του ησυχαστή διαφόρους καρπούς του Πνεύματος. Από την μόνωση και την σιγή γεννιούνται η κατάνυξη και η πραότητα. Ενωμένη με άλλες πνευματικές εργασίες, η προσευχητική σιγή ανυψώνει τον άνθρωπο προς την ευσέβεια, τον φέρνει κοντά στον Θεό και τον κάνει επίγειο άγγελο. Συ μόνο κάθισε στο κελί σου με νήψη και σιγή· κοπίαζε με κάθε δυνατό τρόπο να πλησιάσεις τον Κύριο και Εκείνος είναι έτοιμος από άνθρωπο να σε κάνει άγγελο: “Και επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου;” (Ησ. 66:2). Εκτός των άλλων πνευματικών αποκτημάτων, καρπός της σιγής είναι η ειρήνη της ψυχής. Η σιγή διδάσκει την ησυχία και την αδιάλειπτη προσευχή, ενώ η εγκράτεια κάνει τον λογισμό αρρέμβαστο. Αυτόν που κατορθώνει την σιγή, τον αναμένει ειρηνική διάθεση. 
Έτσι ο όσιος Σεραφείμ προχωρώντας στην άσκηση της σιγής απέκτησε τα ανώτερα πνευματικά χαρίσματα, παρηγορούμενος από την θεία χάρη και αισθανόμενος στην καρδιά άρρητη χαρά εν Πνεύματι Αγίω (Ρωμ. 14:17). 

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ Βίος, Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 36, 38.

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ


Πορτρέτο του Σεραφείμ του Σαρώφ από τον
καλλιτέχνη Евстафьева και αυτόγραφο του αγίου

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Ο μέγας αυτός μάρτυρας του φωτός του Αγίου Πνεύματος ανέτειλε σαν νέος αστέρας πάνω από τη ρωσική γη στις 19 Ιουλίου του 1759, εποχή που το πνεύμα του Διαφωτισμού κατέκλυζε Ευρώπη και Ρωσία, προετοιμάζοντας από ενωρίς τους σκοτεινούς αιώνες της αθεΐας και των διωγμών. Γιος ευσεβών εμπόρων της πόλης Κουρσκ, ανατράφηκε με ευσέβεια και αγάπη για την Εκκλησία και ήδη στη νεότητά του αξιώθηκε να ιαθεί με θαύμα της Παναγίας. Στα δεκαεπτά του χρόνια εγκατέλειψε τον κόσμο, με την ευλογία της μητέρας του, και εισήλθε στη Μονή του Σάρωφ, στην επαρχία του Ταμπώφ, όπου γρήγορα έγινε πρότυπο υπομονής και μοναχικών αρετών. Με χαρά και προθυμία εκτελούσε και τις πιο κοπιαστικές εργασίες για τη διακονία των αδελφών, νήστευε για να κατανικήσει τις ορμές της σαρκός και φύλαγε νυχθημερόν τον νου του προσηλωμένο στη μνήμη του Θεού με τη νοερά προσευχή. Ύστερα από λίγο καιρό αρρώστησε βαριά και, παρά τους πόνους του, αρνιόταν τη βοήθεια των ιατρών, ζητώντας αποκλειστικά το μόνο φάρμακο που αρμόζει σε αυτούς που έχουν απαρνηθεί τα πάντα για τον Θεό: τη θεία Κοινωνία. Όταν του έφεραν την αγία Μετάληψη, του παρουσιάσθηκε η Παναγία μέσα σε ένα έντονο φως, συντροφευμένη από τον Απόστολο Πέτρο και τον Ιωάννη τον Θεολόγο, και τους είπε δείχνοντας τον νεόφυτο μοναχό: «Αυτός εδώ είναι από το δικό μας γένος!». Λίγο καιρό αργότερα ιάθηκε πλήρως και οικοδόμησε ένα νοσοκομείο στον τόπο του οράματος.

Ύστερα από οκτώ χρόνια ως δόκιμος, εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Σεραφείμ («πυρφόρος»), όνομα που τον κέντριζε να μιμείται με ακόμη περισσότερο ζήλο τους ασώματους αυτούς υπηρέτες του Θεού που φλέγονται από αγάπη και λατρεία. Όταν χειροτονήθηκε διάκονος, προσευχόταν νύχτες ολόκληρες πριν συμμετάσχει στη θεία Λειτουργία. Και καθώς πρόκοβε αδιάκοπα στον ενάρετο βίο, ο Κύριος τού επιδαψίλευε σε ανταπόδοση πολλές οράσεις, εκστάσεις και πνευματικές παραμυθίες. Καθοδηγούμενος με την πρακτική σοφία από τους γέροντες, δεν καυχιόταν ματαιόδοξα για την εύνοια του Θεού. Απεναντίας, τα βιώματα αυτά γίνονταν αφορμή να βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην ταπείνωση και την αυτομεμψία και να αποζητά ακόμη πιο πολύ την ιερή ησυχία.

Λίγο καιρό μετά τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο και τον θάνατο του πνευματικού του πατέρα, του δόθηκε ευλογία να ζήσει στην ησυχία, βαθιά στο δάσος, έξι με επτά χιλιόμετρα από το μοναστήρι και να κτίσει μια ξύλινη καλύβα τριγυρισμένη με περιβολάκι, πάνω σ’ έναν λόφο που ονόμασε «Άγιον Όρος» (Άθω). Εκεί περνούσε όλη την εβδομάδα, παρεκτός τις Κυριακές και τις εορτές που πήγαινε στο μοναστήρι, περνώντας όλο τον καιρό του με προσευχή, μελέτη και θεάρεστη σκληραγωγία της σαρκός. Καθεμιά από αυτές τις δραστηριότητες ήταν μια ακόμη ευκαιρία να υψώνει τη σκέψη του στα θεία. Αγνοούσε κάθε τι κοσμικό ή σαρκικό και υπέφερε υπομονετικά το χειμερινό ψύχος και τις εφόδους των εντόμων το καλοκαίρι, πανευτυχής που μοιραζόταν έτσι μυστικά τις θλίψεις του Κυρίου για να εξαγνίσει τη ψυχή του. Όπου πήγαινε, κουβαλούσε μαζί του ένα χοντρό Ευαγγέλιο δεμένο στην πλάτη του, σαν τα «βάρη του Χριστού», και μετακινούνταν στα διάφορα μέρη του δάσους στα οποία είχε δώσει ονόματα ιερών τόπων («Βηθλεέμ», «Ιορδάνης», «Θαβώρ», «Γολγοθάς»…), έτσι ώστε να μελετά αλλά και να βιώνει τις αντίστοιχες ευαγγελικές περικοπές. Με αυτή την χριστοκεντρική ένταση βίωνε καθημερινά τη ζωή και τα Πάθη του Κυρίου. Η αδιάλειπτη μελέτη της Αγίας Γραφής δεν του παρείχε μόνο γνώση της αλήθειας, αλλά και κάθαρση ψυχής και συντριβή της καρδιάς τόσο, ώστε πέρα από την αποστήθιση των ιερών ακολουθιών στις ορισμένες ώρες και τις χίλιες καθημερινές μετάνοιές του, μπορούσε να προσεύχεται αδιάλειπτα, με βυθισμένο τον νου στην καρδιά. Τρεφόταν στην αρχή με ψωμί που έψηναν στο μοναστήρι, ύστερα μόνον από τα κηπευτικά του περιβολιού του. Συχνά-πυκνά, αποστερούσε τον εαυτό του από το μερίδιό του για να το μοιράσει στα ζώα που έρχονταν κοντά στην καλύβα του, ιδιαίτερα σε μια θεόρατη αρκούδα που είχε γίνει κατοικίδια σαν γάτα.

Βλέποντας αυτή τη θεάρεστη βιοτή, τόσο συγγενική με εκείνη των ασώματων Δυνάμεων, ο προαιώνιος εχθρός του ανθρωπίνου γένους, ο διάβολος, καθαρά από ζηλοφθονία, έστρεψε πάνω στον αγαθό ασκητή του Χριστού τις συνηθισμένες του επιθέσεις: επηρμένες σκέψεις, θορύβους, τρομακτικά ενύπνια, κλπ. Ο άγρυπνος όμως αγωνιστής της Χάριτος τα απέκρουε όλα αυτά με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού. Καθώς ο αόρατος πόλεμος των λογισμών γινόταν ολοένα και πιο πιεστικός, ο άγιος αποφάσισε να αποπειραθεί έναν αγώνα αντάξιο των υψηλών κατορθωμάτων των παλαιών στυλιτών: πέρασε χίλια ημερόνυχτα, όρθιος ή γονατιστός πάνω σ’ έναν βράχο, επαναλαμβάνοντας εκ βάθους καρδίας την προσευχή του τελώνη: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ!» (Λουκ. 18, 13). Με τον τρόπο αυτό απαλλάχθηκε οριστικά από τους πονηρούς λογισμούς.

Όμως ο διάβολος δεν παραδεχόταν ακόμη την ήττα του και, έτσι, έστειλε εναντίον του τρεις ληστές, οι οποίοι εξαγριωμένοι που δεν βρήκαν πάνω στον ακτήμονα μοναχό τα λεφτά που έλπιζαν να βρουν, τον έδειραν με ρόπαλα και με την ανάστροφη του τσεκουριού και, στο τέλος, τον εγκατέλειψαν ημιθανή, αιμόφυρτο με τσακισμένα τα κόκαλα. Μολονότι ήταν γεροδεμένος, ο πράος και ανεξίκακος Σεραφείμ δεν θέλησε να αντισταθεί, και παραδόθηκε στα χτυπήματά τους φρονώντας ότι συμμετέχει έτσι στο Πάθος του Κυρίου του. Παρά την αξιοθρήνητη κατάστασή του, κατάφερε να συρθεί ως το μοναστήρι, όπου, ύστερα από πέντε μήνες βασάνων, θεραπεύθηκε θαυματουργικά μετά από εμφάνιση της Παναγίας, παρόμοια εκείνης που βίωσε όταν ήταν δόκιμος. Παρέμεινε ωστόσο σκυφτός σαν ραχιτικός μέχρι την κοίμησή του, περπατούσε στηριγμένος πάντα σ’ ένα ραβδί και κάθε μετακίνηση ήταν γι’ αυτόν πραγματικά επώδυνη.

Η αναπηρία αυτή του επέτρεψε να αναρριχηθεί έναν ακόμη βαθμό στην ουρανοδρόμο κλίμακα που είχε στηθεί γι’ αυτόν και να επιχειρήσει, από το 1807 ως το 1810, τον αγώνα της σιωπής στην ησυχία. Μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία του και ανέλαβε, ξαναγύρισε στην «έρημό» του και, καθώς δεν μπορούσε να έρχεται τακτικά στο μοναστήρι, έπαψε συνακόλουθα να δέχεται και να απευθύνει τον λόγο σε οποιονδήποτε. Κάθε φορά που συναντούσε κάποιον μέσα στο δάσος, έκανε εδαφιαία υπόκλιση μπροστά του, αμίλητος, έως ότου εκείνος απομακρυνόταν. Μπορούσε έτσι να κρατάει τον νου του προσηλωμένο στον Θεό, δίχως διακοπή και δίχως περισπασμούς. Στο μεταξύ, ο ηγούμενος της μονής εκοιμήθη και ορισμένοι μοναχοί άρχισαν να δείχνουν ζωηρή αντιπάθεια για τον άγιο ερημίτη, κατηγορώντας τον ότι αποχωρίζεται από τη θεία Κοινωνία. Τον διέταξαν τελικά να επιστρέψει στο μοναστήρι. Ο Σεραφείμ υπάκουσε χωρίς καμία αντίρρηση και εγκαταστάθηκε σ’ ένα στενό κελί, όπου εγκαινίασε μια νέα περίοδο στον ασκητικό του βίο: αυτή του εγκλεισμού. Στην είσοδο είχε βάλει το φέρετρό του, όπου του άρεσε να κάθεται προσευχόμενος· και στο κελί του, όπου δεν έμπαινε ποτέ κανένας, είχε για στρώμα ένα τσουβάλι πέτρες, έναν κορμό δέντρου για κάθισμα και μια εικόνα της Παναγίας της «Γλυκοφιλούσας» που ο ίδιος την αποκαλούσε «Η των πάντων χαρά», μπροστά στην οποία έκαιγε ακοίμητο καντήλι. Ζούσε μέσα σε απόλυτη σιωπή, αυξάνοντας τις εκούσιες στερήσεις, μελετώντας και ερμηνεύοντας ο ίδιος κάθε εβδομάδα ολόκληρη την Καινή Διαθήκη, προσευχόμενος αδιάκοπα, με την καρδία νήφουσα, μην έχοντας άλλους, εκτός από τους αγγέλους και τους αγίους, ως μοναδικούς μάρτυρες των συχνών εκστάσεών του και των νοερών αρπαγών του στα ουράνια δώματα.

Ύστερα από πέντε χρόνια εγκλεισμού, άνοιξε την πόρτα του, αφήνοντας να εισέλθουν όσοι ήθελαν να τον δουν, χωρίς όμως να διακόψει τη σιωπή του, ακόμη και για τους πιο επίσημους επισκέπτες. Το 1825, καθώς η ίδια η Παναγία τού αποκάλυψε πως ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει την ησυχαστική ζωή, άρχισε να προσφέρει τους καρπούς της εμπειρίας του στους άλλους: τους μοναχούς πρώτα, που τους παρότρυνε στην τήρηση των μοναστικών κανόνων και στον ζήλο για τα έργα του Θεού· τους λαϊκούς ύστερα, που ο αριθμός τους μεγάλωνε γοργά. Έχοντας κοινωνήσει εκούσια στο Πάθος του Κυρίου, μετά από σαράντα επτά χρόνια ασκητικής ζωής, και περνώντας διαδοχικά από τα στάδια του κοινοβιάτη, του ησυχαστή, του στυλίτη και του έγκλειστου, αυτός ο γέροντας ντυμένος στα λευκά, κυρτωμένος πάνω στο ραβδί του, στρεφόταν προς τους ανθρώπους, έμπλεος Χάριτος και Φωτός από το Άγιο Πνεύμα, για να εκπληρώσει στην εντέλεια το ανώτερο αξίωμα της πνευματικής πατρότητος («Στάρτσεστβο») και να καταστεί για ολόκληρο τον ρωσικό λαό ένας αληθινός «απόστολος», μάρτυρας και κήρυκας της Αναστάσεως. Η πόρτα του έμενε ανοιχτή σε όλους ως το βράδυ. Χαιρετούσε τους επισκέπτες του χαρωπός, λέγοντάς τους: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη!» και επιδείκνυε μια ξεχωριστή εύνοια απέναντι στους αμαρτωλούς που προσέρχονταν προς αυτόν μετανιωμένοι, όπως ο άσωτος υιός στον Πατέρα του (Λουκ. 15, 11). Η υπερφυσική πραότητά του προσείλκυε ακόμη και τους πιο σκληρούς· η ταπείνωσή του έκαμπτε τους υπερήφανους και τους έκανε να κλαίνε σαν παιδιά. Για τους αριστοκράτες όπως και για τους ανθρώπους του λαού, το κελί του «πτωχού Σεραφείμ» έμοιαζε κυριολεκτικά με προθάλαμο του ουρανού.

Μια συζήτηση μαζί του ή μια απλή ευλογία από αυτόν, γινόταν αληθινή συνομιλία με τον Θεό, που μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον προσανατολισμό της ζωής τους. Με το διορατικό του χάρισμα, διείσδυε στα μυστικά των καρδιών και τα φανέρωνε στους εξομολογούμενους που δεν τολμούσαν να τα ομολογήσουν· απαντούσε σε γράμματα χωρίς να χρειάζεται να τ’ ανοίξει και ήξερε να δίνει στον καθένα την κατάλληλη συμβουλή, παρηγοριά, ενθάρρυνση ή επίπληξη. Όντας ολότελα παραδομένος στο θείο θέλημα, τους έλεγε χωρίς άλλη σκέψη τον πρώτο λόγο που ο Θεός τού αποκάλυπτε και πάντα αποδεικνυόταν εκ των πραγμάτων ο πλέον κατάλληλος λόγος. Έκανε πολλές θαυματουργικές ιάσεις, αλείφοντας τους ασθενείς με το λάδι του καντηλιού που έκαιγε ακατάπαυστα στο κελί του, ή στέλνοντάς τους να πιουν από το νερό της πηγής που μετέπειτα επονομάσθηκε «Πηγή του Πατρός Σεραφείμ», σε μικρή απόσταση από το μοναστήρι, στην κοντινή «έρημό» του, όπου του άρεσε να περνάει τα απομεσήμερα. Τόσα ήταν τα αιτήματα να προσευχηθεί για τους ζώντες και τους κεκοιμημένους, που του ήταν αδύνατο να μνημονεύει όλα τα ονόματα. Άναβε για τον καθένα ένα κερί στο κελί του, που υπερθερμαινόταν και ήταν σταθερά καταυγασμένο από εκατοντάδες φλόγες, ίδιες με ψυχές ζωντανές. Ο Θεός τού παραχώρησε και το προφητικό χάρισμα, οπότε προέβλεψε μελλοντικά γεγονότα τόσο για συγκεκριμένα πρόσωπα όσο και για ολόκληρη τη χώρα, όπως τον πόλεμο της Κριμαίας, τον λιμό και τη φρικτή δοκιμασία που καθαίμαξε την Εκκλησία και τον ρωσικό λαό, έναν αιώνα αργότερα. Τις διάφορες προφητείες του όμως τις έκρυβε πίσω από αινιγματικά λόγια, που δεν τα καταλάβαιναν, παρά αφού πρώτα πραγματοποιούνταν τα γεγονότα.


Ο πλούσιος γαιοκτήμονας Μοτοβίλωφ, που είχε θαυματουργικά ιαθεί από τον άνθρωπο του Θεού και είχε γίνει θερμός μαθητής του, τον ρώτησε μία ημέρα: «Ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής;». Ο πατήρ Σεραφείμ τού αποκρίθηκε: «Είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος που λαμβάνουμε με τα αγαθά έργα που μας συνιστά η Εκκλησία και προπαντός με την προσευχή». Καθώς ο συνομιλητής τον πίεζε ρωτώντας τον για να μάθει επακριβώς τι είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο στάρετς ξαφνικά τον αγκάλιασε, τον κοίταξε κατάματα -το πρόσωπό του έλαμπε πιο πολύ από τον ήλιο το καταμεσήμερο- και του είπε προστακτικά: «Κοιτάξτε με, φίλε του Θεού, μη φοβάστε! Ζήτησα από τον Κύριο με όλη μου την καρδιά να σας αξιώσει να δείτε με τα σωματικά σας μάτια την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Και ιδού! Έχετε γίνει όπως κι εγώ, ολόφωτος. Έχετε πληρωθεί με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, διαφορετικά θα σας ήταν εντελώς αδύνατο να με αντικρίσετε έτσι φωτολουσμένο. Τι αισθάνεσθε;». Ο Μοτοβίλωφ απάντησε: «Μια γαλήνη και μια άφατη ειρήνη. Η καρδιά μου κατακλύζεται από χαρά που δεν εκφράζεται!». -«Και ακόμη;»-. «Μια θέρμη και μια ευωδία, που δεν έχω ξανανιώσει ποτέ!». -«Αυτή είναι η ευωδία του Αγίου Πνεύματος», αποκρίθηκε ο άγιος Σεραφείμ, «και αυτή η θέρμη δεν είναι εξωτερική, αφού βρισκόμαστε μεσ’ στο καταχείμωνο και ολόκληρο το δάσος γύρω μας είναι χιονοσκέπαστο, αλλά είναι μέσα μας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας που λέει: “Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας” (Λουκ. 17, 21)». Αυτή η θαυμάσια συνομιλία κράτησε πολύ ακόμη και στο τέλος ο άγιος Σεραφείμ ζήτησε από τον μαθητή του να την καταγράψει και να τη μεταδώσει σε όλο τον κόσμο. Το χειρόγραφο του Μοτοβίλωφ βρέθηκε πολύ αργότερα, το 1903, στην παραμονή της αγιοκατάταξης του αγίου Σεραφείμ. Από τότε διαδόθηκε ευρέως. Είναι το ύστατο φωτοφόρο και ελπιδοφόρο μήνυμα που ο άγιος, όσιος και προφήτης του Σαρώφ άφηνε στη Ρωσία. Στις διδαχές του έλεγε συχνά: «Χαρά μου, απόκτησε πνεύμα ειρήνης και τότε χιλιάδες ψυχές θα σωθούν κοντά σου!». Αυτή την εσωτερική ειρήνη, που είχε αποκτήσει με τίμημα τόσους μόχθους, τη σκόρπιζε ολόγυρά του ως χαρά και φως. Γι’ αυτό ο άγιος Σεραφείμ δεν άφησε πίσω του μια συγκεκριμένη διδασκαλία, αλλά μάλλον ένα ζωντανό και ευεργετικό πρότυπο ζωής.

Τότε που ήταν ακόμη διάκονος, η κτιτόρισσα της Μονής του Ντιβέγιεβο, λίγα χιλιόμετρα από το Σάρωφ, του είχε εμπιστευθεί την πνευματική καθοδήγηση του νεοσύστατου κοινοβίου. Όλη του τη ζωή, ο όσιος Σεραφείμ επέδειξε πατρική φροντίδα για τις αδελφές. Η αδελφότητα αυξήθηκε γρήγορα, παρά τις οικονομικές δυσκολίες. Ο όσιος Σεραφείμ την οργάνωσε σε αυστηρά κοινοβιακό τύπο, με την προτροπή: «Να έχετε πάντα τα χέρια στο εργόχειρο και τα χείλη στην προσευχή». Κατ’ εντολήν της Παναγίας, ίδρυσε ένα δεύτερο μοναστήρι, που αποκλήθηκε του «Μύλου», με τις πιο αγαπητές του αδελφές, στις οποίες έδωσε κανόνα βίου που ήταν βασισμένος στην άσκηση της νοεράς προσευχής. Δυστυχώς, μετά την κοίμηση του μεγάλου στάρετς, ο σατανάς υποκίνησε έναν φιλόδοξο και δολοπλόκο μοναχό, που προσπάθησε με κάθε μέσο να καταστρέψει τη φήμη και το έργο του αγίου: έκλεισε τον «Μύλο» και υπέβαλε τις μοναχές σε πλήθος ταλαιπωρίες.

Μια μέρα, λίγο καιρό πριν την εκδημία του, ο Σεραφείμ κάλεσε μια μοναχή του Ντιβέγιεβο και της ανήγγειλε σκεπάζοντάς την με τον μανδύα του: «Σε λίγο θα δεχθούμε την επίσκεψη της Παναγίας!». Την ορισμένη στιγμή, τη σήκωσε και άκουσαν ένα δυνατό θόρυβο που έμοιαζε με δυνατό άνεμο στο δάσος και ύστερα εκκλησιαστικούς ύμνους. Η πόρτα άνοιξε από μόνη της και αίφνης το κελί κατακλύσθηκε από θείο φως και ευωδία. Ο όσιος έπεσε στα γόνατα και εμφανίσθηκε η Παναγία, συνοδευόμενη από δύο αγγέλους, τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ακολουθούμενη από μια δωδεκάδα αγίων παρθενομαρτύρων. Η μοναχή έπεσε καταγής, νομίζοντας πως ήρθε το τέλος της, ενώ ο πατήρ Σεραφείμ στεκόταν όρθιος και συνομιλούσε τρυφερά με τη Βασίλισσα των Ουρανών σαν οικείος και φίλος. Η Θεοτόκος τού υποσχέθηκε να προστατεύει πάντα τις αδελφές του Ντιβέγιεβο και, στο τέλος, καθώς χανόταν η Παναγία, του είπε: «Πολυαγαπημένε μου, σύντομα θα είσαι κοντά μας!». Όταν απόμειναν μόνοι, ο στάρετς εκμυστηρεύθηκε στη μοναχή ότι ήταν η δωδέκατη θεία εμφάνιση που τον αξίωνε να ζήσει ο Κύριος.

Копия портрета преподобного Серафима Саровского работы инока Иосифа (Серебрякова)
Φθάνοντας σε ηλικία εβδομήντα ετών, ο όσιος Σεραφείμ υπέφερε φρικτά από τις παλαιές πληγές του, χωρίς όμως επ’ ουδενί να μειώσει την άσκησή του. Μιλούσε όλο και συχνότερα για τον επικείμενο θάνατό του, γεμάτος χαρά και με το πρόσωπό του να λάμπει. Την 1η Ιανουαρίου του 1833, αφού μετέλαβε, προσκύνησε όλες τις εικόνες της εκκλησίας, ανάβοντας μπροστά σε κάθε μια από αυτές ένα κερί και ευλόγησε όλους τους αδελφούς λέγοντας: «Φροντίστε για τη σωτηρία σας! Αγρυπνείτε! Σας ετοιμάζονται στεφάνια!». Ύστερα, αφού επισκέφθηκε τον τάφο του, κλείσθηκε στο κελί του και την ίδια νύχτα παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο, γονατιστός, ψάλλοντας πασχαλινούς ύμνους. Όλος ο λαός της περιοχής συγκεντρώθηκε για την κηδεία του.


Έκτοτε ο άνθρωπος του Θεού εξακολούθησε να επισκέπτεται και να συνδράμει τα πνευματικά του τέκνα με συνεχείς εμφανίσεις και ιάσεις, και η αφοσίωση του λαού σ’ αυτόν αυξανόταν, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων. Τελικά, η ανακήρυξη του οσίου Σεραφείμ σε άγιο, στις 19 Ιουλίου του 1903, παρουσία της τσαρικής οικογένειας, πολλών επισκόπων και εκατοντάδων χιλιάδων κόσμου που ήλθαν από όλα τα μέρη της Ρωσίας, ήταν η ένδειξη του ανεκδιήγητου θριάμβου του. Αυτή η τελετή υπήρξε και η τελευταία εκδήλωση της ενότητας του ρωσικού λαού και της δόξας της Εκκλησίας πριν τη μεγάλη δοκιμασία των διωγμών που ολοένα πλησίαζε. Τα σεπτά λείψανά του, που περιέφεραν εν πομπή πάνω από το πλήθος, επιτέλεσαν τότε πολλά θαύματα. Το 1926 οι μπολσεβίκοι τα δήμευσαν και τα ίχνη τους χάθηκαν. Από θεία Πρόνοια ξαναβρέθηκαν το 1991, στις αποθήκες του «Μουσείου Αθεΐας», στην Αγία Πετρούπολη. Τα πολύτιμα αυτά λείψανα, αφού εξακριβώθηκε δεόντως η ταυτότητά τους, μεταφέρθηκαν πανηγυρικά στη Μονή του Ντιβέγιεβο, ύστερα από θριαμβευτική και συγκινητική λιτάνευση μέσα από τις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας. Το γεγονός αυτό εγκαινίασε κατά κάποιο τρόπο τη σύγχρονη θρησκευτική αναγέννηση στη Ρωσία. Ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδας της αγιοκατάταξης του οσίου Σεραφείμ, τον Ιούλιο του 2003, έφερε στο Σάρωφ δεκάδες χιλιάδων πιστών. Στα εγκαίνια του ναού, που είχε κτισθεί στον τόπο του κελιού του οσίου, αλλά που είχε εν τω μεταξύ μετατραπεί σε αίθουσα διασκεδάσεων, ο πατριάρχης Αλέξιος χαιρέτησε το γεγονός αυτό ως εκπλήρωση της προφητείας του οσίου Σεραφείμ, που είχε πει ότι «θα εορτάσουν Πάσχα μες στο κατακαλόκαιρο».

※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
※

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Δεν ειναι πια ούτε μοναχός αποτραβηγμένος απ΄ τον κόσμο, ούτε άνθρωπος που ζει στον κόσμο.


Στο λειτούργημα τους, οι πατέρες εκδήλωναν ξεκάθαρα μιά υπέρβαση κάθε καθορισμένης μορφής. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, στην έξοδο του προς τους ανθρώπους, δεν είναι πια ο ερημίτης ή εκείνος που λέει ωραία λόγια, αλλά έχοντας κερδίσει το Άγιο Πνεύμα, υπερβαίνει ακόμη και τον μοναχισμό. Δεν ειναι πια ούτε μοναχός αποτραβηγμένος απ΄ τον κόσμο, ούτε άνθρωπος που ζει στον κόσμο. Είναι και το ένα και το άλλο και η υπέρβαση των δύο, μαθητής, μάρτυρας και έμπιστος του Αγίου Πνεύματος. " Ο μοναχός ή ο λαϊκός " έλεγε , " αν αγαπούν τον Θεό θα μετακινούν και οι δύο βουνά· θα αναστήσουν νεκρούς, αν το θέλει ο Θεός....."

Απόσπασμα απ΄ το βιβλίο: 
Η τρελή αγάπη του Θεού
Παύλου Ευδοκίμωφ
Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου.
Γέροντας και πνευματικός πατέρας, σελ.75

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

Ο όσιος Σεραφείμ στην έρημο του Σαρώφ

 

Ο όσιος Σεραφείμ στην έρημο του Σαρώφ 
'Αγιος Ιουστίνος ( Πόποβιτς ) 
Εκτός των σωματικών κόπων στην έρημο, ο όσιος Σεραφείμ, για να προκόψει όσο το δυνατόν περισσότερο στην πνευματική τελειοποίηση, παραδινόταν στις υψηλές εργασίες του νου και της καρδιάς και μελετούσε πολλά βιβλία, ιδίως την αγία Γραφή, τα έργα των αγίων Πατέρων και τα λειτουργικά βιβλία. Γι’ αυτόν το σημαντικότερο βιβλίο ήταν το άγιο Ευαγγέλιο, το οποίο ποτέ δεν αποχωριζόταν. Η ασκητική ζωή, η καθαρότητα της καρδιάς, η κατά την προσευχή συνομιλία με τον Θεό, η πνευματική περισυλλογή και η εξαιρετική κατάρτισή του στην αγία Γραφή και τα πνευματικά βιβλία περιέλαμψαν τον νου του με τέτοιο φως, ώστε αντιλαμβανόταν καθαρά και με όλη την ψυχή του εισχωρούσε στο νόημα των λόγων του Θεού.

Στην έρημο έβαλε διαρκή κανόνα στον εαυτό του να μελετά καθημερινά και να ερμηνεύει μερικές περικοπές από το Ευαγγέλιο και τον Απόστολο. «Την ψυχή πρέπει να την εφοδιάζουμε με τον λόγο του Θεού», έλεγε αργότερα, «διότι ο λόγος του Θεού είναι αγγελικός άρτος, με τον οποίο τρέφονται οι ψυχές που πεινούν τον Θεό. Πάνω απ’ όλα πρέπει να μελετά κανείς την Καινή Διαθήκη και τους Ψαλμούς. Από την ανάγνωση της αγίας Γραφής φωτίζεται η διάνοια και υφίσταται θείαν αλλοίωση. Πρέπει να καταρτίσουμε τον εαυτό μας έτσι ώστε κυριολεκτικά να κολυμπά στον νόμο του Κυρίου, με την καθοδήγηση του οποίου πρέπει να ρυθμίζουμε όλη μας τη ζωή. Είναι ωφελιμότατο να μελετά κανείς τον λόγο του Θεού και να εμβαθύνει σε όλη την Βίβλο. Για μία τέτοια προσπάθεια, συνδυασμένη και με τα άλλα καλά έργα, ο Κύριος, κατά το μέγα Του έλεος, δεν θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο, αλλά θα του δώσει το χάρισμα της κατανοήσεως των Γραφών».

Και ο όσιος από την ακατάπαυστη εξάσκηση στην ανάγνωση του λόγου του Θεού απόκτησε αυτό το χάρισμα της κατανοήσεως και παράλληλα την ειρήνη της ψυχής και το υψηλό χάρισμα της καρδιακής κατανύξεως. Στην αγία Γραφή δεν ζητούσε μόνο την αλήθεια, αλλά και τη θερμότητα του πνεύματος, και συχνά, όταν διάβαζε τα ιερά βιβλία, έτρεχαν από τα μάτια του δάκρυα κατανύξεως. Από τα δάκρυα αυτά, όπως ομολογούσε ο ίδιος, θερμαίνεται ο άνθρωπος και αξιώνεται πνευματικών δωρεών, οι οποίες γλυκαίνουν τον νου και την καρδιά. 
Ο όσιος διάβαζε καθημερινά το ψαλτήρι, τον δε μοναχικό κανόνα προσευχής τον έκανε κατά την διάταξη των αρχαιοτέρων χριστιανών ερημιτών. Τις διατεταγμένες ώρες διάβαζε και έψαλλε την πρώτη, τρίτη, έκτη και ενάτη ώρα, τον εσπερινό, το μικρό απόδειπνο, τις προσευχές προ του ύπνου, το μεσονυκτικό και άλλες ακολουθίες. Επίσης αντί του εσπερινού κανόνα έκανε χίλιες μετάνοιες. Αφού εξάσκησε όλες τις μορφές και τις βαθμίδες της προσευχής, κατόρθωσε όχι μόνο τη νοερά προσευχή, αλλά και την υψηλότερη επί γης κορυφή της θεωρίας, όταν νους και καρδιά ενώνονται στην προσευχή, οι λογισμοί δεν διασκορπίζονται και η καρδιά πυρπολείται από πνευματική θερμότητα, μέσα από την οποία εκλάμπει το φως του Χριστού πληρώνοντας με ειρήνη και χαρά όλον τον έσω άνθρωπο. 
Αγωνιζόμενος στην έρημο κατά τη διάρκεια της εβδομάδας ο όσιος Σεραφείμ ερχόταν παραμονές Κυριακών ή εορτών στο κοινόβιο του Σαρώφ, παρακολουθούσε τον εσπερινό, την αγρυπνία ή τον όρθρο, και στην πρωινή λειτουργία κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων. Στη συνέχεια, μέχρι τον εσπερινό, δεχόταν τους αδελφούς που έρχονταν σ’ αυτόν με διάφορα προβλήματα και κατόπιν, αφού έπαιρνε μαζί του ψωμί για μία εβδομάδα, επέστρεφε στο ερημικό του κελλί. Ολόκληρη την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής την περνούσε στην μονή, όπου ετοιμαζόταν για την θεία Μετάληψη, εξομολογούνταν και κοινωνούσε. 
Τις ανατάσεις της προσευχής ο μακάριος ασκητής συνεδύαζε με μεγάλη εγκράτεια και νηστεία. Στην αρχή της ερημικής, αναχωρητικής ζωής του τρεφόταν με σκληρό και ξερό ψωμί που το έπαιρνε από το μοναστήρι κάθε Κυριακή για ολόκληρη την εβδομάδα. Αλλά και από αυτή την ποσότητα ξεχώριζε αρκετό για τα ζώα και τα πουλιά της ερήμου, τα οποία τον υπεραγαπούσαν και συχνά επισκέπτονταν τον τόπο, όπου προσευχόταν και ασκήτευε. Ακόμη και στα άγρια θηρία ενέπνεε ο όσιος το δέος. Συχνά τον πλησίαζε μια πελώρια αρκούδα, στην οποία έδινε τροφή· κάποτε, μάλιστα, άφηνε και τους επισκέπτες του να της δώσουν. Μ’ ένα λόγο του, η αρκούδα έφευγε στο δάσος, και ερχόταν πάλι άλλη φορά. 
Αργότερα ο όσιος ενέτεινε ακόμη περισσότερο την νηστεία του. Κατάργησε το ψωμί και συνήθισε σε τέτοια εγκράτεια, ώστε τρεφόταν με λαχανικά του κήπου του, “εργαζόμενος ταις ιδίαις χερσί” κατά τον Απόστολο (Α’ Κορ. 4:12). Την πρώτη πάλι εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δεν γευόταν καθόλου τροφή μέχρι το Σάββατο, οπότε κοινωνούσε των αγίων Μυστηρίων. 
Αφού έπαυσε εντελώς το ψωμί, ζούσε επί δυόμισυ χρόνια χωρίς να παίρνει καθόλου τρόφιμα από το μοναστήρι. Οι αδελφοί απορούσαν με τι τρεφόταν ο γέροντας όλο αυτό το διάστημα, όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά και τον χειμώνα. Μόλις λίγο προ του θανάτου του διηγήθηκε ο όσιος σε κάποια προσφιλή του πρόσωπα, ότι τρία περίπου χρόνια τρεφόταν με τον ζωμό του χόρτου σνιτς * που το μάζευε το καλοκαίρι και το ξέραινε για τον χειμώνα. 
* Το χόρτο σνιτς είναι πολύ διαδεδομένο στη Ρωσία. Ο λαός το χρησιμοποιεί ως φάρμακο ορισμένων ασθενειών. Τα τρυφερά φύλλα του γίνονται σούπα.
Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ Βίος, Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 23.

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

Οι σκέψεις μας έχουν μεγάλη δύναμη!


Οι σκέψεις μας έχουν μεγάλη δύναμη! 
Άγιος Σωφρόνιος Έσσεξ 
Ας πάρουμε την εξής περίπτωση των ημερών μας. Γνωρίζετε ότι έχουν βρεθεί πρόσφατα τα λείψανα του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. 
Πριν από ενάμιση αιώνα ο Όσιος προσευχόταν στην έρημο επάνω σε μία πέτρα, και μέχρι σήμερα ενεργεί η προσευχή του. Έτσι γεννιέται με φυσικό τρόπο το ερώτημα: 
Πού πηγαίνει η κάθε σκέψη μας; 
Ποιά όρια εγγίζει;
Ο Κύριος λέει στο Ευαγγέλιο: «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» . Βλέπετε το παράδειγμα του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. 
Έκραζε προς τον Θεό μόνο για τον εαυτό του: «ο Θεός, ίλεως γενού μοι τω αμαρτωλώ!», αλλά από τις συνέπειες βλέπουμε ότι η προσευχή του έχει κοσμικές επιδράσεις σε όλη την ιστορία του ανθρωπίνου είναι. Επί εκατόν πενήντα χρόνια και περισσότερο συνεχίζει να ενεργεί και να διεγείρει σε εκατομμύρια ψυχές τη χαρά της Αναστάσεως. 
Πού πηγαίνουν όμως οι λογισμοί μας;
Για παράδειγμα, στον Γκόγκολ υπάρχει η διήγηση για τους γαιοκτήμονες παλαιού τύπου, των οποίων η σκέψη δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα από τα όρια του κτήματός τους. 
Η δική μας άραγε σκέψη περνά τα όρια της Μονής μας; 
Ή μήπως προχωρεί πέρα από τα όρια αυτά και ακόμη ως το άπειρο; 
Αν συνειδητοποιήσουμε τη σπουδαιότητα που έχει η ενέργεια της σκέψεώς μας, θα περάσουμε τη μοναχική μας ζωή ασφαλώς με περισσότερη προσοχή. 
Η προσευχή του οσίου Σεραφείμ: “Ο Θεός, ίλεως γενού μοι τω αμαρτωλώ!”, συγκλονίζει τον κόσμο ενάμιση αιώνα ήδη. Πόσοι άνθρωποι θέλουν να φέρουν το ονομά του!
Άγιος Σωφρονίου Σαχάρωφ, 
Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 314

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

Γιατί κανδήλες και κεριά στην Εκκλησία;



Γιατί κανδήλες και κεριά στην Εκκλησία;
Αγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
'Οσιος Σεραφείμ του Σάρωφ 
Ο όσιος Σεραφείμ, τον χρόνο που του απέμενε από τις υποχρεώσεις του προς τους επισκέπτες, τον αφιέρωνε στην προσευχή. Τελώντας με την χαρακτηριστική σ’ αυτόν ακρίβεια και επιμέλεια τον κανόνα του προς σωτηρίαν της ψυχής του, προσευχόταν συγχρόνως και παρακαλούσε θερμά τον Θεό για όλους τους ζώντες και κεκοιμημένους ορθοδόξους χριστιανούς. Γι’ αυτό, όταν διάβαζε Ψαλτήρι, σε κάθε στάση του ανέπεμπε ανελλιπώς δεήσεις με όλη την καρδιά του ως εξής: 
α) Για τους ζώντες: «Σώσον, Κύριε, και ελέησον πάντας τους ορθοδόξους χριστιανούς και πάντας τους διαβιούντας εν παντί τόπω της δεσποτείας σου. Χάρισαι αυτοίς, Κύριε, την ψυχικήν και την σωματικήν υγείαν και συγχώρησον αυτοίς παν αμάρτημα εκούσιόν τε και ακούσιον, και ταις αγίαις ευχαίς αυτών ελέησον και εμέ τον αμαρτωλόν». 
β) Για τους κεκοιμημένους: «Ανάπαυσον, Κύριε, τας ψυχάς των κεκοιμημένων δούλων σου, των προπατόρων, πατέρων και αδελφών ημών, των ενθάδε κειμένων και απανταχού ορθοδόξων. Χάρισαι αυτοίς, Κύριε, την βασιλείαν σου και την μέθεξιν της σης απείρου και μακαρίας ζωής και συγχώρησον αυτοίς παν αμάρτημα εκούσιόν τε και ακούσιον». 
Κατά την προσευχή, ο όσιος έδινε μεγάλη σημασία στα γνήσια κεριά, τα όποια έκαιγαν στο κελλί του ενώπιον των εικόνων. Αυτό το εξήγησε τον Νοέμβριο του 1831 στον διάλογο του με τον Νικόλαο Μοτοβίλωφ. Διηγείται ο Μοτοβίλωφ: 
«Βλέποντας στον στάρετς πολλές κανδήλες και ιδίως μεγάλο αριθμό αγνών κεριών μεγάλων και μικρών σε διαφόρους στρογγυλούς δίσκους, στους οποίους από το μακροχρόνιο στάξιμο των κεριών είχαν σχηματισθεί ολόκληροι λοφίσκοι από κερί, σκέφθηκα μέσα μου: Γιατί άραγε ο πατερούλης ανάβει τόσο πολλές κανδήλες και κεριά και προξενεί ανυπόφορη ζέστη στο κελλί του; Και εκείνος, ωσάν να έλεγε στους λογισμούς μου να σιωπήσουν, μου είπε: Εσείς θα θέλατε να μάθετε φιλόθεε, για ποια αιτία ανάβω τόσες κανδήλες και κεριά ενώπιον των εικόνων. Να λοιπόν γιατί:
Καθώς γνωρίζετε, έχω πολλά πρόσωπα που με αγαπούν και ευεργετούν τις ορφανούλες * μου του Μύλου. Αυτοί μου φέρνουν λάδι και κεριά και με παρακαλούν να προσεύχομαι γι’ αυτούς. Όταν διαβάζω την ακολουθία μου, τους μνημονεύω μία φορά στην αρχή. Επειδή όμως τα ονόματα είναι πολλά και εγώ δεν μπορώ να τα επαναλαμβάνω σε κάθε σημείο της ακολουθίας όπου πρέπει να μνημονευθούν, διότι ο χρόνος δεν θα μου αρκούσε, ανάβω όλα τα κεριά υπέρ αυτών ως θυσία στον Θεό, ένα κερί για τον καθένα. Για μερικούς ανάβω ένα μεγάλο κερί και για άλλους πάλι ανάβω μία κανδήλα. Και όπου χρειάζεται στην ακολουθία να τους μνημονεύσω, λέω: Κύριε, μνήσθητι πάντων των δούλων σου, υπέρ των ψυχών των οποίων εγώ ο ελεεινός άναψα ενώπιόν σου αυτά τα κεριά και τις κανδήλες.
Ότι δε τούτο δεν είναι κάποια δική μου επινόηση ή κάποιος δικός μου ζήλος που δεν βασίζεται σε καμία θεϊκή εντολή, θα σου φέρω ως απόδειξη τους λόγους της θείας Γραφής. Εκεί λέγεται ότι ο Μωυσής άκουσε την φωνή του Κυρίου να τον προστάζει “ίνα καίηται λύχνος διαπαντός, εν τη σκηνή τού μαρτυρίου … καύσει αυτό Ααρών και οι υιοί αυτού αφ’ εσπέρας έως πρωί εναντίον Κυρίου” (Εξ. 27:20-21).
Να, φιλόθεε, γιατί η Αγία Εκκλησία τού Θεού παρέλαβε ως συνήθεια να ανάβονται στους ιερούς ναούς και στα σπίτια των χριστιανών κανδήλες ενώπιον των αγίων εικόνων του Κυρίου, της Θεοτόκου, των Αγγέλων και των αγίων ανθρώπων, οι οποίοι ευαρέστησαν στον Κύριο».
* Έτσι αποκαλούσε ο όσιος Σεραφείμ τις αδελφές της Σεραφείμειας μονής του Ντιβιέγεβο. 
Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ Βίος, Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 74.

Δημοφιλείς αναρτήσεις