Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ - Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου

 
Γ’ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 
 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ  
Καλύβη Τιμίου Σταυρού 13‐1‐1971

 

Εν Χριστώ αδελφές, ευλογείτε. Προ ημερών έλαβα τις επιστολές σας και σκέφθηκα να σας στείλω ολίγα πνευματικά βότανα. Φυσικά, δικά μου δεν είχα, αλλά υπάρχουν στο Περιβόλι της Παναγίας αρκετά. Έχω υπόψη μου από έναν πρακτικό Μοναχό, ο οποίος έχει ωφελήσει την ψυχή μου πολύ, και πολύ γνωστό μου, τα οποία και αναφέρω, για να καταλάβετε καλύτερα τι είδους βότανα έδινε στην κάθε πάθηση. Ίσως δεν σας χρειάζονται τώρα, αλλά ας βρίσκονται, γιατί άνθρωποι είμαστε. Παίρνω λοιπόν τις ξένες και αυτές κόλλες και τυλίγω τα βότανα τα ξένα. Επειδή δε η μεγαλύτερη αρρώστια είναι η υπερηφάνεια, η οποία μας μετέφερε από τον Παράδεισο στην γη και από την γη προσπαθεί να μας πάη στην κόλαση, αρχίζω από αυτήν. 
Τον ερώτησε κάποιος: 
-Πώς είναι δυνατόν, Γέροντα, να μην υπερηφανεύωμαι, ενώ βλέπω να μου κατεβαίνουν σοφές σκέψεις, και να με θαυμάζουν οι συμφοιτητές μου; 
Απεκρίθη: 
-Αυτές που κατεβαίνουν στον εγκέφαλο μας, αδελφέ, από ψηλά, είναι του Θεού. Αυτά που κατεβάζει ο εγκέφαλος μας από τις μύτες μας, είναι δικά μας. * * 
Ερωτήθη από άλλον: 
-Γιατί, όταν προσεύχομαι, για να απαλλαγώ από ένα πάθος ή για έναν γνωστό μου, άλλοτε με ακούει ο Θεός και άλλοτε όχι, ενώ κοπιάζω περισσότερο προσευχή; 
Απεκρίθη: 
-Ο Θεός περισσότερο εξετάζει πόση ταπείνωση έχουμε και όχι πόσο κόπο καταβάλλουμε. Εάν έχουμε υπερηφάνεια, η οποία φέρνει και τις πτώσεις, και μας ακούση ο Θεός και μας τις θεραπεύση, τι ωφελεί; Γι’ αυτό ο Καλός Θεός δεν μας ακούει, μήπως οι πολλές πτώσεις μας συνεφέρουν, για να ταπεινωθούμε. Γι’ αυτό, όταν δεν μας το θεραπεύη το πάθος, πρέπει να καταλάβουμε ότι υπάρχει η υπερηφάνεια, και θα πρέπη να Τον παρακαλούμε να μας θεραπεύση απ’ αυτήν, και όλα τ’ άλλα μόνο τους φεύγουν. 

 

Ερωτήθη κάποτε από Μοναχό:  
-Όταν ήμουν στον κόσμο, Γέροντα, ήμουν καλύτερος· τώρα που ήρθα στο Μοναστήρι, γιατί είμαι χειρότερος; 
Απεκρίθη: 
-Αυτό είναι αλήθεια, αδελφέ, διότι στον κόσμο έκανες σύγκριση του εαυτού σου με τους κοσμικούς· στο Μοναστήρι κάνεις σύγκριση του εαυτού σου με τους Αγίους.  
Ερωτήθη άλλοτε: 
-Τι να κάνω, Γέροντα, που ζηλεύω και πολλές φορές χαίρομαι, όταν οι προοδευμένοι αδελφοί κάνουν σφάλματα; 
Απεκρίθη: 
-Να λες: «Θεέ μου, σε παρακαλώ τους αδελφούς να βοηθήσης, ο καθένας να φθάση στα μέτρα του Αγίου που φέρει το όνομα του, και εμένα στα μέτρα των αδελφών». Κάνε αυτό και θα ιδής την ενέργεια του Θεού 

 

Ερωτήθη κάποτε από αδελφό: 
-Θέλω να αναχωρήσω της Μονής, γιατί δεν αναπαύομαι· θα κάνω καλά; 
Απεκρίθη ο Γέρων: 
-Είσαι Μοναχός; 
-Όχι, Γέροντα, δόκιμος. 
-Φυσικά, μπορείς και να αναχωρήσης. Δεν μου λες, αδελφέ, πόσο καιρό δοκομάζεις; 
-Περίπου τρία χρόνια. 
-Εάν σκέπτεσαι για τα ενδότερα της ερήμου, είναι πολύ νωρίς, νομίζω. Εάν για τα ενδότερα του κόσμου, είναι πολύ αργά, νομίζω, διότι, όσοι σε βλέπανε με τα ράσα επί τρία χρόνια, έχουν την εντύπωση ότι είσαι Μοναχός και μετά θα νομίζουν ότι τα πέταξες, και θα σκανδαλίσης πολλές ψυχές. 
-Γιατί να μου έρχωνται αυτές οι σκέψεις για τον κόσμο; 
-Διότι πολύ γρήγορα ξέχασες τι τράβηξες, για να ελευθερωθής από τον κόσμο. Εάν θα τα θυμάσαι, θα παύσης να θυμάσαι τον κόσμο, και ο νους σου θα σκαλώση στους Ουρανούς.  
Ερωτήθη από ένα νέο Μοναχό πολύ προοδευμένο: 
-Ο νους μου, Γέροντα, κινείται μόνος του στην ευχή όχι μόνον την ημέρα, αλλά και όταν κοιμάμαι ακόμη· ξυπνώ πολλές φορές, και πράγματι, χωρίς να γίνη διακοπή, συνεχίζεται και η επίλοιπη ευχή. Μήπως είναι πλάνη; 
Απεκρίθη: 
-Πλάνη δεν είναι, αδελφέ, αλλά ούτε και δικό σου είναι. Είναι δώρο του Θεού, και θα πρέπη να Τον ευχαριστήσης, αλλά και να Τον παρακαλέσης να το δώση και σε άλλους που είναι καλύτεροι σου. Να λες στον Θεό: «Θεέ μου, εάν εμένα δεν με σιχάθηκες και μου έδωσες θείο δώρο, θα πρέπη να δώσης και σε όλα τα πλάσματα Σου που είναι πολύ καλύτεροι μου»  
Ερωτήθη άλλοτε από άλλον: 
-Όταν αγρυπνώ πολύ, τότε μου έρχονται πολλοί κακοί λογισμοί και με στενοχωρούν, διότι ούτε και να τους διώξω πολλές φορές μπορώ. Τι να κάνω;
Απεκρίθη: 
-Η αγρυπνία σου, αδελφέ, ή υπερηφάνεια έχει ή υπέρ τις δυνάμεις σου αγωνίζεσαι, και αυτό πάλι δεν είναι καθαρό. Προσπάθησε η άσκηση σου να μην είναι ξερή και σου δημιουργήση ψευδαισθήσεις, όπως και στους άλλους που σε βλέπουν, και σε οδηγήση στην πλάνη. 
-Πόσες ώρες πρέπει να κοιμάμαι; Ο Μέγας Αρσένιος λέει μία ώρα. 
Απεκρίθη: 
-Ο Μέγας Αρσένιος λέει μία ώρα, εάν είσαι αγωνιστής. Και εγώ σου λέω, εάν είσαι Μέγας Αρσένιος. Έχω την γνώμη ότι ο αρχάριος, όταν δεν έχη πόλεμο, θα πρέπη να κοιμάται με διάκριση, όπως και να τρώη με διάκριση, για να μην είναι σαν το ζαλισμένο κοτόπουλο, και τον φάει το γεράκι. Διότι, όταν κάνη άσκηση υπέρ τις δυνάμεις του και είναι ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνη ούτε αυτά που διαβάζει ούτε και αυτά που λέει προσευχόμενος, ενώ δεν έχει πνευματικό απόθεμα ακόμη, πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθή και να καρποφορήση; Όταν υπάρχη πόλεμος, και τότε ο αρχάριος, πριν αρχίση να χτυπήση σκληρά την σάρκα, να εξετάση καλά τον εαυτό του, μήπως δεν φταίη η σάρκα αλλά η υπερηφάνεια, η κατάκριση κ.λπ. Αυτό το καταλαβαίνουμε, όταν επί παραδείγματι κάνουμε μικρό αγώνα (αποκλεισμό και αγρυπνία) και παρακαλέσουμε τον Θεό να μας βοηθήση, και δεν μας βοηθάει· απόδειξη ότι «αλλού στάζει». 
Ερωτήθη: 
-Απορώ, Γέροντα, ενώ οι Άγιοι Πατέρες είχαν απεκδυθή τον παλαιό τους άνθρωπο, γιατί κάνανε υπερβολές;
Απεκρίθη: 
-Αδελφέ μου, με ρωτάς για επίγειους Αγγέλους και όχι για ανθρώπους. Όταν ο άνθρωπος απεκδυθή τον παλαιό του άνθρωπο, γίνεται Θεοφόρος. Ευρισκόμενος σ’ αυτήν την κατάσταση είναι δυνατόν να επιθυμή υλικά πράγματα; Άλλοτε τρώγανε κάτι και άλλοτε ξεχνούσαν· το ίδιο και με τον ύπνο. Η έντονη παρουσία του Θεού τους έτρεφε με την παραδεισένια γλυκύτητα και, εφ’ όσον βρίσκονταν σ’ αυτήν την κατάσταση την εξαϋλωμένη, δεν είχαν, όπως εμείς, μεγάλη ανάγκη από τροφές και ύπνο· είχαν δυνάμεις, διότι κατοικούσε μέσα τους ο Χριστός. 
Ερωτήθη: 
-Πόσα κομποσχοίνια είναι καλά να κάνη κανείς; 
Απεκρίθη: 
-Άλλος γεωργός από δέκα στρέμματα που σπέρνει βγάζει πέντε χιλιάδες κιλά σιτάρι, και άλλος από πενήντα στρέμματα δεν βγάζει ούτε και τον σπόρο που έριξε· του μένει και η κούραση του χεριού από το αλέτρι. 
Ερωτήθη κάποτε: 
-Όταν πήγαινα στο Πανεπιστήμιο, Πάτερ, μπορούσα να παρακολουθήσω την πρόοδο μου από τους βαθμούς. Εδώ στην Πνευματική ζωή, δεν ξέρω πού βρίσκομαι. 
Απεκρίθη: 
-Μπορείς και εδώ να την παρακολουθήσης από τους λογισμούς σου. Εάν περνούν συνέχεια κακοί λογισμοί, και τους διώχνης, και πάλι έρχωνται, και πάλι τους διώχνης, πρέπει να γνωρίσης τότε ότι πέρασες στον χώρο της μετάνοιας και αγωνίζεσαι. Εάν περνούν άλλοτε κακοί, και τους διώχνης, και άλλοτε καλοί, εάν οι κακοί είναι μηδέν, οι δε καλοί είναι δέκα, ανάλογα με τις μονάδες μπορείς να βγάλης τον βαθμό. Όταν βλέπης επί παραδείγματι ότι οι κακοί λογισμοί λιγοστέψανε, και περισσότεροι είναι οι καλοί, γνώριζε ότι έχουν μειωθή τα μηδενικά και έχουν αυξηθή τα δεκάρια, και έχει καλυτερεύσει ο βαθμός σου. Όταν παύσουν να περνούν κακοί λογισμοί, και μόνον καλοί περνούν, τότε γνώριζε ότι έχει γίνει η κάθαρση, έχει καθαρισθή η καρδιά σου, το σπήλαιο, και έχει μεταβληθή σε Σπήλαιο της Βηθλεέμ. 
Ερωτήθη κάποτε από έναν αδελφό: 
-Είναι κακό, Γέροντα, που αντιδρώ με ένα παιδικό πείσμα, ακόμη και στον Γέροντα μου; 
Απεκρίθη: 
-Το Τυπικό, καθώς γνωρίζεις, άλλοτε μας λέει Κύριε ελέησον τρις, άλλοτε ιβ’ και άλλοτε μ’. Δηλαδή τα πάθη δεν παύουν να είναι κακό σε όλες τις ηλικίες, και ανάλογα με την ηλικία του ο καθένας έχει και τα Κύριε ελέησον. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι ότι, ενώ είσαι μεγάλος, έχεις πείσμα παιδικό! Εάν όμως επιμένης ότι είναι παιδικό, να δέχεσαι τότε να σου τραβούν τα αυτιά και κάπου‐κάπου κανένα μπάτσο. 
Ερωτήθη από άλλον αδελφό: 
-Εγώ έχω, Γέροντα, χαρίσματα πολλά και τάλαντα, και μου λέει ο λογισμός ότι αδικούμαι, και οι σκέψεις αυτές με έχουν ζαλίσει. Τι να κάνω;
Απεκρίθη: 
-Όταν εξαρχής άκουσα το «εγώ έχω», κατάλαβα ότι τίποτε δεν έχεις εκτός από το «εγώ» σου. Αυτό το «εγώ» σου είναι που σε ταλαιπώρησε, σε ταλαιπωρεί, και ταλαιπωρείς. Τότε μόνον, όταν το «εγώ» σου αφανίσης, θα σπάση το σφυρί του εχθρού, και θα παύση να σου χτυπάη με λογισμούς το κεφάλι, το οποίο σου το κάνει τάλαντο, και ηχούν τα τάλαντα σου.

 

Αδελφός κάποτε τον ρώτησε: 
-Τι να κάνω με τον απότομο τρόπο μου, που πληγώνει τους άλλους; 
Απεκρίθη: 
-Τον απότομο τρόπο σου να τον στρέψης στον παλαιό σου άνθρωπο, για να αξιοποιηθή. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μέσα σε μια Αδελφότητα είναι και πληγωμένες ψυχές, οι οποίες έχουν τουλάχιστον από παρηγοριά ανάγκη, αν όχι από θεραπεία, και όχι από περισσότερο πλήγωμα. Επίσης είναι και Αγγελικές ψυχές, που πρέπει να τις φερώμαστε με ευλάβεια, διότι στα μάτια του Θεού, νομίζω, έχουν μεγαλύτερη αξία και από τους Αγγέλους οι ένσαρκοι Άγγελοι. Ο διάβολος όμως πολλές φορές μας κοροϊδεύει με τον εξής τρόπο: την μεν εικόνα του Αγγέλου να την  προσκυνούμε με ευλάβεια μεγάλη, τον δε ένσαρκο Άγγελο, τον πλησίον μας, που είναι εικόνα Θεού, να τον πληγώνουμε, να τον βρίζουμε κ.λπ. 
Ερωτήθη κάποτε: 
-Πόσες ώρες θα πρέπη να διαβάζη κανείς; 
Απεκρίθη: 
-Αυτό δεν το καταλαβαίνω, αδελφέ. Υγεία έχουν όχι αυτοί που τρώνε πολύ και το κατεβάζουν αμάσητο, αλλά αυτοί που τρώνε λίγο και μασάνε καλά. Ακόμη και θα πρέπη να το μηρυκάζεται κανείς αυτό που διαβάζει και να παρακαλάη τον Θεό να του λύση την στείρωση του νου του με τον θείο Του φωτισμό, για να αρχίση να γεννάη τα θεία νοήματα. Τότε δέχεται την πύρινη γλώσσα της Πεντηκοστής. Με τα άλλα δε διαβάσματα, με το να τα μάθουμε απέξω, για να αποκτήσουμε γνώσεις, να πουλάμε εξυπνάδες, χωρίς να στριμώχνουμε τον εαυτό μας σε εφαρμογή, όχι μόνο δεν ωφελούμε τους άλλους, αλλά αντιθέτως την απιστία σπέρνουμε, όταν μας ιδούν ότι αυτά που λέμε, δεν έχουν καμιά σχέση με τον εαυτό μας. Γι’ αυτό ο σκοπός του διαβάσματος να είναι η εφαρμογή στον ίδιο τον εαυτό μας, και όχι να αποστηθίζουμε, αλλά να εσωστηθίζουμε· όχι να εξασκήσουμε την γλώσσα, αλλά να μπορέσουμε να δεχθούμε την πύρινη γλώσσα και να ζήσουμε τα μυστήρια του Θεού. Με το να μαθαίνη κανείς πολλά, για να αποκτήση γνώσεις και να κάνη τον δάσκαλο στους άλλους, και ο ίδιος να μην τα εφαρμόζη, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να φουσκώνη το κεφάλι του με αέρα, και το πολύ‐πολύ να ανέβη στην Σελήνη με μηχανές. Ο σκοπός του Χριστιανού είναι να ανέβη στον Θεό δίχως μηχανές. 
Ερωτήθη κάποτε: 
-Τι να κάνω, Γέροντα, που μου περνούν κακοί λογισμοί; Δεν τους δέχομαι φυσικά, αλλά με στενοχωρούν. 
Απεκρίθη: 
-Αδελφέ μου, και εμένα πάνω από την στέγη της Καλύβης μου περνούν πολλές φορές αεροπλάνα και μου χαλούν την ησυχία μου. Κακό είναι, όταν ισοπεδώση κανείς ένα κομμάτι της καρδιάς του και δέχεται τα «Λυκόφτερα» (τα ταγκαλάκια). Εάν καμιά φορά συμβή και αυτό, αμέσως εξομολόγηση και καλλιέργεια του αεροδρομίου και φύτευμα αμέσως δένδρων καρποφόρων, να γίνη πάλι Παράδεισος. 
Ερωτήθη: 
-Εάν οι λογισμοί, Γέροντα, είναι τέτοιου είδους που δεν λέγονται, τι να κάνω; 
Απεκρίθη: 
-Καταλαβαίνω ποιους λογισμούς εννοείς: αυτούς που είναι γύρω από τον Θεό, τα θεία κ.λπ. και πολλές φορές και για τον Πνευματικό Πατέρα. Οι λογισμοί αυτοί, οι βλάσφημοι, είναι του διαβόλου όλοι. Και οι βλασφημίες είναι του διαβόλου, και οι αμαρτίες αυτές είναι του διαβόλου. Γι’ αυτό, αδελφέ, δεν είναι σωστό να στενοχωρούμαστε και για τις αμαρτίες του διαβόλου. Στον Πνευματικό, όταν πη κανείς: «μου περνούν βλάσφημοι λογισμοί για τον Θεό ή τον Χριστό ή το Άγιο Πνεύμα ή για την Παναγία ή για τους Αγίους ή για σένα τον Πνευματικό μου», δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Ούτε ο Πνευματικός θα ζητήση λεπτομέρειες, αλλά ούτε και εμείς πρέπει να του πούμε. Μόνον ότι «μου περνούν βλάσφημοι λογισμοί», αυτό είναι αρκετό. Ο κακούργος διάβολος, για να μας μπλέξη, μας φέρνει λογισμούς και για το Πανάγιο Πνεύμα ακόμη και μετά μας λέει ο ίδιος ότι αυτή η αμαρτία δεν συγχωρείται κ.λπ. Τι μας το λέει; Εμείς το ξέρουμε αυτό. Ας το ακούση αυτός που βλασφημάει το Πανάγιο Πνεύμα και όχι εμείς που το ευλαβούμαστε. Από εδώ μπορούμε να καταλάβουμε ότι είναι του διαβόλου, γιατί συνήθως τέτοιους λογισμούς φέρνει στους πολύ ευλαβείς και πολύ ευαίσθητους με σκοπό ό,τι πετύχει. Εάν δεν κατορθώση να φέρη τον άνθρωπο σε απόγνωση να αυτοκτονήση, τουλάχιστον να τον τρελάνη και, εάν δεν μπορέση ούτε και αυτό, τον ευχαριστεί, εάν του φέρη έστω και μία μελαγχολία. Αρκεί στον διάβολο να αχρηστέψη ένα πλάσμα του Θεού. Επειδή ξέρω ότι θα θέλατε να μάθετε τι είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος και πότε είναι ένοχος ο άνθρωπος, σας λέω μόνο δύο λόγια, αυτά που νιώθω. Βλασφημία είναι η περιφρόνηση γενικά στα θεία, όταν ο άνθρωπος έχη, εννοείται, τα λογικά του. Τότε είναι και ένοχος. Αδύνατο επομένως σε έναν ευλαβή άνθρωπο να υπάρχη βλασφημία. Στο πρώτο στάδιο της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος βρίσκονται οι αναιδείς άνθρωποι και στο δεύτερο οι περιφρονητές προς τον Θεό και τα θεία. Στο τρίτο βρίσκεται ο διάβολος. Γι’ αυτό θα πρέπη, όσο μπορούμε, να προσέχουμε από την αναίδεια, την περιφρόνηση, όχι μόνον προς τα θεία αλλά και προς τον πλησίον μας, διότι είναι εικόνα Θεού, και να μη δίνουμε σημασία στους βλάσφημους λογισμούς που φέρνει ο διάβολος, χωρίς εμείς να τους θέλουμε. 
Κάποτε ερωτήθη: 
-Γέροντα, θα πρέπη να πιστεύουμε στα όνειρα και να τα εξηγούμε; 
Απεκρίθη: 
-Αδελφέ, εάν έφθασες στα μέτρα του Ιωσήφ, θα πρέπη. Εάν όμως όχι, όχι. 
Νομίζω ότι φτάνουν αυτά τα βότανα προς το παρόν, και θα πρέπη να τα βάλω στην σακούλα (στον φάκελο), να τα στείλω, η οποία και αυτή ξένη είναι, όπως οι κόλλες που τυλιχτήκανε τα ξένα βότανα. Του λόγου μου διέθεσα μόνο δύο ώρες να τα τυλίξω και γι’ αυτόν τον κόπο μου θέλω να με πληρώσετε με μια ευχή κάπου‐κάπου. Έχω ανάγκη από πολλές ευχές σας, αλλά δεν θέλω να σας κουράσω. Όσο μπορείτε να καλλιεργήσετε την Πνευματική αρχοντιά και Πνευματική λεβεντιά. Την ζήλια μην την αφήσετε να μπη μέσα από τα σύρματα, διότι όλη την καλοσύνη σας θα την μουρνταρέψη, όπως το ψόφιο ποντίκι μέσα στο πιθάρι με το λάδι. Η καλοσύνη της γυναίκας εκ φύσεως είναι μεγάλη, αλλά το πιθάρι της καλοσύνης το σκεπάζουν δυστυχώς οι γυναίκες με ένα μαντίλι (εννοώ οι περισσότερες), και πέφτουν μετά ποντίκια μέσα και την μουρνταρεύουν. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ο Χριστός και η Παναγία μαζί σας ο αδελφός σας Μοναχός Παΐσιος.

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: Επιστολές 

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης (1924-1994) - Σύντομος Βίος


Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης 
(1924-1994) 
Σύντομος Βίος
Απόσπασμα απο το βιβλίο Ιερόν Ησυχαστήρίον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Παρακλητικός Κανών Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου- εδώ
O Ἅγιος Παΐσιος γεννήθηκε στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924. Χάρη στὴν ἁγία καὶ φωτισμένη παρουσία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, ποὺ ἦταν ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, τὰ Φάρασα ἀποτελοῦσαν μιὰ μικρὴ ἑστία Ἑλληνισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας στὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ πατέρας τοῦ Γέ­ροντος Παϊσίου Πρόδρομος Ἐζνεπίδης ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν παλληκαριά του, ἐνῶ ἡ μητέρα του Εὐλογία διακρινόταν γιὰ τὴν σύνεση, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν εὐλάβειά της. Ἡ γέννησή του συνέπεσε μὲ τὶς τραγικὲς ἡμέρες τοῦ ξεριζωμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸν ξεριζωμό, ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος βάπτισε ὅλα τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν καὶ ὁ Γέροντας Παΐσιος. Ὁ Ἅγιος προβλέποντας ὅτι θὰ γίνη καλόγερος, δὲν τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα ποὺ ἤθελαν οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ τὸ δικό του ὄνομα λέγοντας: «Ἐσεῖς καλὰ θέλετε νὰ ἀφήσετε ἄνθρωπο στὸ πόδι τοῦ παπποῦ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀφήσω καλόγερο στὸ πόδι μου;». 
Ἡ φυγὴ τῶν Φαρασιωτῶν ἀπὸ τὴν πατρογονικὴ γῆ ἔγινε στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες ἔφθασαν στὴν Ἑλλάδα. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε τελικὰ στὴν ἀκριτικὴ καὶ ὀρεινὴ Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου. Ἐκεῖ ὁ Ἀρσένιος ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ ἀπέπνεε τὸ ἄρωμα τῆς ἀνατολίτικης εὐλάβειας καὶ ἦταν διαποτισμένο ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Οἱ γονεῖς του, καὶ κυρίως ὁ ψάλτης τοῦ Ἁγίου Πρόδρομος Κορτσινόγλου, διηγοῦνταν ὅσα θαυμαστὰ εἶχαν ζήσει κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀρσένιο. Οἱ θαυμαστὲς διηγήσεις γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ἄναψαν στὴν παι­δικὴ ψυχὴ τοῦ Ἀρσενίου τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνη καὶ αὐτὸς καλό­γερος. Ἐπίσης πολὺ τὸν βοήθησε στὸ νὰ ἀγαπήση τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀποκτήση ἀπὸ μικρὸς ἀγωνιστικὸ πνεῦμα καὶ ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία ἀξιοποιώντας ἁπλὰ καθημερινὰ γεγονότα, τὸν δίδα­ξε τὴν ταπείνωση καὶ τοῦ ἔμαθε νὰ σκέφτεται πνευματικά. 
Ὅταν ὁ Ἀρσένιος πῆγε σχολεῖο καὶ ἔμαθε νὰ διαβάζη, ἄρχισε νὰ μελετᾶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ σύντομα Συναξάρια Ἁγίων. Ὅ,τι διά­βαζε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἐφαρμόζη, καὶ ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερο αὐξανόταν ὁ ζῆλος του γιὰ τὴν ἀσκη­τικὴ ζωή. Πολὺ συχνὰ πήγαινε στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβά­ρας, ποὺ βρισκόταν μέσα στὸ δάσος καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ σπίτι του, καὶ ἐκεῖ μελετοῦσε βίους Ἁγίων, ἔψαλλε, προσευχόταν καὶ ἔκανε πολλὲς μετάνοιες. 
Ἀναφερόμενος ἀργότερα στὰ χρόνια αὐτὰ ἔλεγε: «Τὰ Συναξάρια πολὺ μὲ βοήθησαν στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἀπὸ δέκα ὣς δεκαέξι ἐτῶν, δηλαδὴ μέχρι τὸ 1940 ποὺ ἄρχι­σε ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος, ἔζησα ἀμέριμνος τὴν πνευματικὴ ζωή· πέρασα τὰ καλύτερά μου χρόνια. Ὅταν ἔτρωγα ἕνα κομμάτι κουλούρα καὶ πήγαινα στὸ δάσος, στὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρ­βάρας, ὤ, ἔνιωθα τέτοια χαρά, ποὺ δὲν ἤθελα τίποτε ἄλλο! Τὰ κα­λύτερα φαγητὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντικαταστήσουν ἐκείνη τὴν πνευματικὴ χαρὰ ποὺ ἔνιωθα. Πετοῦσα ἀπὸ τὴν χαρά μου!». 
Μετὰ τὸ δημοτικὸ Σχολεῖο, ὁ Ἀρσένιος δὲν θέλησε νὰ πάη στὸ Γυμνάσιο, ἀλλὰ προτίμησε νὰ μάθη τὴν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, γιὰ νὰ μιμηθῆ καὶ σ' αὐτὸ τὸν Χριστό. Ὅταν ἦταν δεκαπέντε ἐτῶν, κάποιος συμπατριώτης του, προκειμένου νὰ τὸν ἀποτρέψη ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, τοῦ μίλησε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου καὶ προ­σπάθησε νὰ τὸν πείση ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ζαλισμένος ἀπὸ λογι­σμοὺς ὁ Ἀρσένιος κατέφυγε στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ὅπου γιὰ πολλὴ ὥρα ἔκανε μετάνοιες παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερωθῆ, γιὰ νὰ στερεωθῆ στὴν πίστη του. Κάποια στιγμή, κα­τάκοπος ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες, κάθησε νὰ ξεκουρασθῆ καὶ σκέ­φθηκε: «Ἀκόμη κι ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς καὶ δίκαι­ος ἄνθρωπος, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ συμπατριώτης μου, καὶ οἱ Ἑβραῖοι τὸν θανάτωσαν ἀπὸ φθόνο, ἀξίζει καὶ νὰ πεθάνω γι' Αὐτόν». 
Μόλις ἔβαλε αὐτὸν τὸν φιλότιμο λογισμό, παρουσιάσθηκε μέσα σὲ φῶς ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται». Τὰ ἴδια λόγια διάβα­ζε καὶ στὸ ἀνοιχτὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε ὁ Χριστὸς στὸ χέρι Του. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θεῖο αὐτὸ γεγονός, δυναμωμένος στὴν πίστη, αὔξησε ἀκόμη περισσότερο τοὺς φιλότιμους ἀγῶνες του. 
Τὰ δύσκολα χρόνια τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, καθὼς καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Ἀνταρτοπολέμου, μέχρι τὸν Φεβρουά­ριο τοῦ 1948, ἔμεινε στὴν Κόνιτσα ὡς προστάτης τῆς οἰκογενείας του, γιατὶ τὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια του εἶχαν ἐπιστρατευθῆ. Ἐρ­γαζόταν φιλότιμα, μὲ δεξιοτεχνία καὶ σβελτάδα, ἐνῶ μὲ τὸν νοῦ του ἔλεγε συνέχεια τὴν εὐχή. Ἦταν ἀφιλοκερδὴς καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ἀνεξικακία καὶ τὴν εὐσπλαγχνία του πρὸς ὅλους. 
Κι ὅταν στὴν συνέχεια ὑπηρέτησε σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση τὴν στρατιωτική του θητεία, διακρίθηκε γιὰ τὸ ἦθος, τὴν παλλη­ καριὰ καὶ τὴν αὐτοθυσία του. Γιὰ νὰ προφυλάξη συστρατιῶτες του, ἰδίως οἰκογενειάρχες, συχνὰ ἀναλάμβανε δύσκολες ἀποστο­λές. «Καλύτερα, ἔλεγε, νὰ σκοτωθῶ μιὰ φορὰ ἐγώ, παρὰ νὰ σκο­τωθῆ ὁ ἄλλος καὶ ὕστερα νὰ μὲ σκοτώνη ἡ συνείδησή μου σὲ ὅλη μου τὴν ζωή». Μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του καὶ χάρη στὴν θερμὴ προ­σευχή του ἔσωσε πολλὲς φορὲς συναδέλφους του ἀπὸ βέβαιο θά­νατο. Ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ στρατοῦ ἔστελνε σήματα καὶ καλοῦσε ἐνισχύσεις, καὶ ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ Θεοῦ καλοῦσε μὲ τὶς προσευ­χές του τὴν «ἐξ ὕψους δύναμιν». Κάποτε, ἐνῶ οἱ ἀντάρτες τοὺς εἶχαν περικυκλώσει καὶ οἱ σφαῖρες ἔπεφταν βροχή, ἐκεῖνος ὄρθιος, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, προσευχόταν. Ἄλλοτε μιὰ σφαῖρα σφη­νώθηκε στὴν μικρὴ Ἁγία Γραφὴ ποὺ εἶχε ἐπάνω του καὶ σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος. Καὶ ἄλλη φορά, καθὼς ἔβγαινε χωρὶς κράνος ἀπὸ πρόχειρο ὀχύρωμα ποὺ παραχώρησε σὲ συστρατιῶτες του, μία σφαῖρα τοῦ ξύρισε τὰ μαλλιά, χωρὶς νὰ τὸν τραυματίση. Ὅσοι γύρω του ἀντιλαμβάνονταν τὶς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ, ἔλεγαν: «Αὐτὸς ἢ ἅγιο ἔχει ἢ ἅγιος εἶναι»! 
Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐννέα ἐτῶν, ὁ Ἀρσένιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ καταταγῆ στὸ Ἀγγελικὸ Τάγμα τῶν μονα­χῶν. Ποθώντας τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἀρχικὰ ἐπισκέφθηκε μερικὰ Κελλιὰ καὶ ἔμεινε λίγους μῆνες στὸ καθένα. Τελικὰ ἀποφάσισε νὰ πάη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου, ἡ ὁποία ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν τὸ πιὸ αὐστηρὸ Κοινόβιο. Ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο νὰ πα­ραμείνη γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα στὸ Μοναστήρι, μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμασθῆ γιὰ τὴν ἔρημο, καὶ ἐκεῖνος τὸν δέχθηκε. Ὕστερα μά­λιστα ἀπὸ ἕξι μῆνες, βλέποντας τὸν ζῆλο του, τοῦ πρότεινε νὰ γίνη Μεγαλόσχημος. Ὁ Ἀρσένιος ὅμως δὲν ἔνιωθε τὸν ἑαυτό του ἄξιο, γι' αὐτὸ ἔλαβε μόνον τὴν ρασοευχὴ καὶ ὀνομάσθηκε Ἀβέρκιος. 
Ὡς ἀρχάριος μοναχὸς ὁ Ἀβέρκιος παρακολουθοῦσε μὲ προ­σοχὴ τὸν ἑαυτό του, ἔκανε φιλότιμη ἄσκηση καὶ τηροῦσε τὴν ὑπακοὴ μέχρι θανάτου. Ὑποτασσόταν μὲ μεγάλη προθυμία ὄχι μόνο στὸν Ἡγούμενο ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἀδελφό. Κι ὅταν ἔβλεπε μερικοὺς ἀδελφοὺς νὰ δυσκολεύωνται στὴν διακονία τους, μὲ χα­ρὰ ἔτρεχε καὶ τοὺς βοηθοῦσε. Πολλὲς φορὲς πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν μία διακονία στὴν ἄλλη, χωρὶς νὰ παραλείπη καὶ τὰ πνευματι­κά του καθήκοντα, εἶχε μία μόνον ὥρα μέσα στὸ εἰκοσιτετράωρο γιὰ ἀνάπαυση. Ἡ καρδιά του ὅμως ἦταν ἀναπαυμένη, καθὼς φτε­ρούγιζε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς. Μέσα στὸ εὐλογημένο αὐτὸ Κοινόβιο ὁ μοναχὸς Ἀβέρκιος ἔζησε τρία χρό­νια κάνοντας ὑπὲρ φύσιν ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ γευόμενος ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε ἐξαντλήσει ὅλες τὶς δυνάμεις του, τοῦ συνέβη ἕνα θεῖο γεγονὸς πού, ὅπως ἔλεγε ἀρ­γότερα ὁ ἴδιος, «τὸν ἔθρεψε πνευματικὰ γιὰ δέκα χρόνια». Ἐνῶ προσευχόταν ὄρθιος τὴν νύκτα, ξαφνικὰ τὸν περιέλουσε ἕνα οὐρά­νιο φῶς. Ἀπὸ τὰ μάτια του ἔτρεχαν «ἀσταμάτητα γλυκὰ δάκρυα» καὶ μία θεία ἀγαλλίαση τὸν πλημμύρισε. 
Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὑπακοῆς καὶ προόδου στὴν ἀρετή, ἀφοῦ «εἶχε βγάλει πλέον τὰ πνευματικὰ φτερά», πῆρε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο εὐλογία νὰ ἀναχωρήση στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ ζήση τὴν ποθητή του ἡσυχαστικὴ ζωή. Συνάντησε ὅμως ἐμπόδια ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ φύγη ἀπὸ τὸ Μονα­στήρι ἕνας τόσο χρήσιμος ἀδελφός. Τότε ὁ ἐνάρετος Γέροντας Κύ­ριλλος τῆς Καλύβης τῶν Εἰσοδίων τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης, ποὺ τὸν εἶχε ἤδη δεχθῆ ὡς ὑποτακτικό, τὸν συμβούλεψε νὰ πάη στὴν ἰδιόρρυθμη τότε Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ζοῦσε ὁ Φαρασιώτης καὶ συγγενής του Προηγούμενος Συμεών. «Ἐκεῖ, τοῦ εἶπε, μπορεῖς νὰ ζῆς πιὸ ἀσκητικά, ἀθόρυβα, καὶ ἐγὼ θὰ σὲ παρακολουθῶ». 
Ἔτσι πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου (τὸ 1956), ὅπου μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο τὸν ἔκειραν σταυροφόρο μοναχὸ καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Παΐσιος. Οἱ ἐπίτροποι τῆς Μονῆς τοῦ ἀνέθεσαν τὸ ὑπεύθυνο καὶ κοπιαστικὸ διακόνημα τοῦ δοχειάρη καὶ τοῦ τραπεζάρη. Μὲ πολὺ μόχθο προσπαθοῦσε νὰ ἀνταποκριθῆ μόνος του στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ διακονήματος, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ πάρη λαϊκοὺς ὡς βοηθούς, γιὰ νὰ μὴν τὸν διακόπτουν ἀπὸ τὴν νοερὰ ἐργασία τῆς προσευχῆς. Λόγῳ τῆς διακονίας του ἐρχόταν κάθε μέρα σὲ ἐπικοινωνία μὲ ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς, μὲ τοὺς ἐργάτες καὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς ποὺ κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι. Σὲ ὅλους αὐτοὺς μοίραζε μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη τὰ τρόφιμα, προσπαθώντας νὰ ἀναπαύση τὶς ἀνάγκες τους. Ὁ ἴδιος εἶχε περιορίσει τὶς ἀνάγκες του στὸ ἐλάχιστο· κάθε μέρα ἔκανε ἐνάτη καὶ τὴν νύκτα ἀγρυπνία, ἐνῶ συχνὰ ἔκανε τριήμερα. Τρεφόταν ὅμως πνευματικά, καθὼς εἶχε τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν εὐλογία νὰ ἐπικοινωνῆ μὲ ἁγίους Γέροντες ἐρημίτες. Τὸ πνευματικό τους μέλι γλύκαινε τὴν ψυχή του καὶ μέσα του ἄναβε ὅλο καὶ περισσότερο ὁ πόθος τῆς ἐρημικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλι τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν ἄλλο γιὰ τὸν ἀγαθὸ δοῦλο Του. Ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγη γιὰ τὴν ἔρημο τῶν Κατουνακίων, ἡ Παναγία τὸν πληροφόρησε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν νὰ πάη στὰ ἐρημικὰ Κατουνάκια, ἀλλὰ στὴν πατρίδα του, τὴν Κόνιτσα, στὴν ἐρειπωμένη καὶ καμένη ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ἱερὰ Μονὴ Στομίου. Σὰν σὲ τηλεόραση εἶδε ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὰ Κατουνάκια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου. Ἀμέσως, μὲ λαχτάρα στράφηκε πρὸς τὰ Κατουνάκια καὶ τότε ἄκουσε τὴν φωνὴ τῆς Παναγίας νὰ τοῦ λέη: «Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνάκια‧ θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου». 
Πῆγε λοιπὸν στὴν Μονὴ Στομίου τὸν Αὔγουστο τοῦ 1958 καὶ παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, μὲ κοπια­ στικὴ προσωπικὴ ἐργασία καὶ θυσίες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συμπαρά­σταση εὐλαβῶν Κονιτσιωτῶν, ἀνακαίνισε τὸ καμένο Μοναστή­ρι τῆς Παναγίας. Στὸ Στόμιο ὁ πατὴρ Παΐσιος ἔζησε ὡς γνήσιος ἀσκητὴς καὶ ὡς «καλὸς ποιμήν». Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὑπερφυσικοὶ καὶ ἡ ποιμαντική του φροντίδα γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κόνιτσας ἀκατάπαυστη. Μὲ τὴν ἀγάπη του, τὴν προσευχή του καὶ τὶς διακριτικές του ἐνέργειες κατόρθωσε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία ὀγδόντα περίπου οἰκογένειες, ποὺ εἶχαν παρασυρθῆ ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες. Ἡ πύλη τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν πάντα ἀνοικτὴ γιὰ ὅλους καὶ ὁ πατὴρ Παΐσιος μὲ πατρικὴ στοργὴ φρόντιζε, φιλοξενοῦσε, νουθε­τοῦσε καὶ παρηγοροῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔφθαναν στὸ Μο­ναστήρι μετὰ ἀπὸ δύσκολη ἀνάβαση δύο ὡρῶν. Τὸν ἴδιο δρόμο ἐκεῖνος τὸν ἔκανε σὲ τρία τέταρτα, καὶ μάλιστα τὶς περισσότερες φορὲς φορτωμένος. Ἄλλοτε ἀνέβαζε ὑλικὰ γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς, ἄλλοτε κατέβαινε νύκτα στὴν Κόνιτσα μὲ διάφορες εὐλογίες, τὶς ὁποῖες ἄφηνε ἀθόρυβα στὶς πόρτες φτωχῶν οἰκογενειῶν, ὄχι μόνο Χριστιανῶν ἀλλὰ καὶ Μουσουλμάνων. Ὅλοι ἀποροῦσαν πῶς αὐτὸς «ὁ σκελετωμένος καλόγερος» μποροῦσε μὲ λίγο τσάι καὶ παξιμάδι, ποὺ ἦταν ἡ συνηθισμένη του τροφή, νὰ ἐργάζεται τόσο πολὺ καὶ παράλληλα νὰ ἀγρυπνῆ κάθε βράδυ καὶ νὰ ἀσκητεύη μέσα σὲ σπηλιές. 
Ὁ πατὴρ Παΐσιος στὸ Στόμιο ὑπέμεινε μεγάλους πειρασμοὺς ἀπὸ τὸν μισόκαλο διάβολο, ὁ ὁποῖος βλέποντας νὰ καρποφοροῦν οἱ φιλότιμοι ἀγῶνες του ἔβαλε ἐμπόδια στὸ ἔργο του. Ἀφημένος ὅμως ὁλοκληρωτικὰ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψη τὸ «Περιβολάκι τῆς Παναγίας», ὅπως ὀνόμαζε τὴν Μονὴ Στομίου, καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψη τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ δείξη «ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσεται». 
Ἔτσι, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1962 δέχθηκε σὰν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ τὴν πρόταση νὰ μεταβῆ στὸ Θεοβάδιστο Ὄρος Σινᾶ. Ἔμεινε γιὰ λίγο στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ στὴν συνέχεια ἐγκαταστάθηκε στὸ ἀσκητήριο τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστήμης, ποὺ ἀπέχει μία ὥρα περίπου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἐκεῖ, νῆστις, ἀνυπόδητος καὶ μονοχίτων, ὅπως οἱ παλαιοὶ ἀσκη­τές, ἀφιερωμένος στὴν ἀδιάλειπτη εὐχή, ἔζησε ζωὴ ἰσάγγελη, βίωσε ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἀξιώθηκε θείων χαρισμά­ των καὶ ἀποκαλύψεων. Οἱ πολέμιοι δαίμονες τὸν πολεμοῦσαν μὲ ὅλη τους τὴν μανία, αὐτὸς ὅμως ἀγωνιζόμενος στὸν ἀπαράκλητο ἐκεῖνο τόπο μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ταπείνωση «συνέτριψε τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἔπαρσιν». 
Ἡ εὐαίσθητη καρδιά του, ποὺ φλεγόταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, πονοῦσε καὶ γιὰ τοὺς Βεδουΐνους, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ μὲ μεγάλη ἀνέχεια. Προσπαθοῦσε νὰ τοὺς βοη­θήση, ὅσο μποροῦσε, μὲ τὰ λίγα χρήματα ποὺ ἐξασφάλιζε ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό του – σκάλιζε ξύλινα εἰκονάκια. Σύντομα ὅμως ἀντι­μετώπισε τὸ δίλημμα: «Ἦρθα ἐδῶ, γιὰ νὰ βοηθῶ τοὺς Βεδουΐνους ἢ γιὰ νὰ κάνω προσευχὴ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο;» καὶ ἀποφάσισε νὰ περιορίση τὴν ἐργασία. Τὴν ἴδια μέρα ποὺ περιό­ρισε τὸ ἐργόχειρό του, πῆγε κάποιος στὸ ἀσκητήριό του καὶ τοῦ πρόσφερε σημαντικὸ χρηματικὸ ποσὸ λέγοντας: «Πάρε αὐτὰ τὰ χρήματα, γιὰ νὰ βοηθᾶς τὰ Βεδουϊνάκια καὶ νὰ μὴ βγαίνης ἀπὸ τὸ ἀσκητικό σου πρόγραμμα». Ὁ πα­τὴρ Παΐσιος τὰ δέχθηκε μὲ πολλὴ συγκί­νηση γιὰ τὴν ἄμεση ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ καὶ συνέχισε τελείως ἀπερίσπαστος τὴν ἀσκητικὴ ζωή του. Ἡ κλονισμένη ὅμως ὑγεία του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ χαρῆ γιὰ πολὺ τὴν χαρὰ τῆς ἡσυχίας. Καθὼς τὸ ὑψόμετρο ἦταν μεγάλο καὶ ἡ ἀτμο­σφαιρικὴ πίεση χαμηλή, ἡ δύσπνοια ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου τὸν δυσκόλευε πολύ. Οἱ ἀπότομες ἀλλαγὲς τῆς θερμο­κρασίας μέσα στὸ ἴδιο εἰκοσιτετράωρο – τὴν ἡμέρα ἔκανε πολλὴ ζέστη καὶ τὸ βράδυ πολὺ κρύο – ἐπιβάρυναν τὸ πρό­βλημα ποὺ ἤδη εἶχε στοὺς πνεύμονες. Γι' αὐτὸ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφήση «τὴν γλυ­κειὰ ἔρημο τοῦ Σινᾶ» καὶ νὰ ἐπιστρέψη στὸ Ἅγιον Ὄρος (1964). 
Αὐτὴν τὴν φορὰ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἰβηρίτικη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προ­ δρόμου, ὅπου δέχθηκε κοντά του κά­ποιους νέους οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνουν μοναχοί. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1966, ἐπειδὴ ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του ἐπιδεινώθηκε, ὁ Γέροντας Παΐσιος κατέβηκε στὴν Θεσσαλο­νίκη γιὰ ἐξετάσεις, οἱ ὁποῖες ἔδειξαν ὅτι ἔπρεπε νὰ χειρουργηθῆ στοὺς πνεύμονες, καὶ εἰσήχθη στὸ Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδος. Τότε τὸν γνώρισαν καὶ μερικὲς νέες, οἱ ὁποῖες ἤθελαν ἀπὸ χρόνια νὰ ἱδρύσουν Μοναστήρι, ἀλλὰ συναντοῦσαν δυσκολίες. Οἱ νέες αὐτὲς τὸν ἐπισκέπτονταν καθημερινὰ καὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα ποὺ χρειάσθηκε γιὰ τὴν ἐγχείρηση. Ἀπὸ τότε ὁ Γέροντας τὶς θεωροῦσε ἀδελφές του καὶ ἀνέλαβε νὰ τὶς βοηθήση. Βρῆκε τὸν τόπο, γιὰ νὰ κτισθῆ τὸ Μοναστήρι, καὶ σὲ ἕναν χρόνο ἐγκαταστάθηκαν οἱ πρῶτες Ἀδελφές. Ἔτσι ἱδρύθηκε τὸ Ἡσυχα­στήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσα­ λονίκης, τὸ ὁποῖο ὁ Γέροντας Παΐσιος βοηθοῦσε πνευματικὰ μέ­ χρι τὴν κοίμησή του. 
Ἐπιστρέφοντας ὁ Γέροντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζήτησε «καλύβη στὸ ξηρότερο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους». Ἐγκαταστά­θηκε στὰ Κατουνάκια, ὅπου παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του, συ­νέχισε τὸ αὐστηρὸ ἀσκητικό του πρόγραμμα καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδι­νε ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Κάποια φορά, μιὰ ὁλόκληρη νύ­κτα οὐράνιο γλυκὸ φῶς γέμιζε τὸ φτωχικό του κελλί. Ἔνιωθε νὰ τὸν πλημμυρίζη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ νοῦς του νὰ καταυγάζεται ἀπὸ τὸν θεῖο φωτισμό. Ὅταν ξημέρωσε, τὸ ἡλιακὸ φῶς τοῦ φαινό­ταν σὰν τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ. 
Ὕστερα ἀπὸ ἕναν χρόνο (τὸ 1968) ὁ Γέροντας, κάνοντας ὑπακοὴ στὴν Ἱερὰ Κοινότητα, μετέβη στὴν τότε Ἰδιόρρυθμη Μο­νὴ Σταυρονικήτα, γιὰ νὰ βοηθήση στὴν μετατροπή της σὲ Κοι­νοβιακή. Μὲ ἀγάπη καὶ θυσίες βοήθησε στὴν πνευματικὴ θεμε­λίωση τῆς νέας Ἀδελφότητος στηρίζοντας πνευματικὰ τοὺς νέ­ους μοναχούς. «Ἔχουμε τρόπον τινὰ ἐπιστρατευθῆ, ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του. Τρία ἄτομα σχεδὸν κρατοῦμε ὁλόκληρο Μονα­στήρι. Ἀπὸ Προϊστάμενοι μέχρι καθαριστές, διὰ νὰ διοργανω­θοῦν τὰ διακονήματα. Ὁ ἕνας ὑποτακτικός μου ἔγινε Ἡγούμενος καί, ἀφοῦ ταχτοποιηθοῦν τὰ πράγματα, ἐγὼ θὰ μείνω σὲ καμμιὰ καλύβη στὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς». 
Ἐκείνη τὴν περίοδο εἶχε τὴν εὐ­λογία νὰ μείνη γιὰ μία ἑβδομάδα κο­ντὰ στὸν Γέροντά του Παπα­Τύχωνα, στὸ Σταυρονικητιανὸ Καλύβι τοῦ Τι­μίου Σταυροῦ, γιὰ νὰ τὸν φροντίση τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του. Δύο μέ­ρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ὁ Παπα­ Τύχων τοῦ εἶπε: «Ἐὰν ἐσὺ καθήσης στὸ Κελλὶ αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω χαρά, ἀλλὰ ὅπως ὁ Θεὸς θέλει, παιδί μου». Πράγ­ματι, τὸν Μάρτιο τοῦ 1969, ὁ Γέροντας ἐγκαταστάθηκε στὸ Καλύβι τοῦ Παπα­Τύχωνα, ὅπου ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ Κοινοβίου δόθηκε καὶ πά­ λι στὴν ζωὴ τῆς ἡσυχίας, στὴν ἄσκηση καὶ στὴν προσευχὴ γιὰ τὸν ταλαιπωρη­μένο κόσμο. Στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔμεινε 10 χρόνια. Ἐκεῖ ἔνιωσε τὸ πατρικὸ χάδι τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπισκέφθηκε, μόλις τέλειω­σε τὴν συγγραφὴ τοῦ βίου του, καὶ τὸν ἄφησε «μὲ μία ἀνέκφραστη γλυκύτη­τα καὶ ἀγαλλίαση οὐράνια στὴν καρ­διά του». Ἐκεῖ δέχθηκε τὴν ἐπίσκεψη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡ ὁποία τὸν γέμισε μὲ οὐράνια εὐφροσύνη. Ἐκεῖ εἶδε τὸν Χριστὸ καὶ ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὸ ἄρρη­το κάλλος Του ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του: «Θὰ ἄξιζε νὰ κάνη κανείς, ἐὰν μπο­ροῦσε, ὅλους τοὺς ἀγῶνες ποὺ ἔκαναν ὅλοι οἱ ἀσκητὲς ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰώνα μέχρι τὸν εἰκοστό, γιὰ νὰ δῆ τὸν Χρι­στό, ὄχι γιὰ πάντα στὸν Παράδεισο, ἀλλὰ ἔστω γιὰ ἕνα λεπτό». Πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν θερμότητα τῆς θείας Χάριτος ποὺ τὸν πλημμύριζε λύγιζε σὰν τὸ κερὶ καὶ ἔλεγε: «Χριστέ μου, ἐλάττωσε λίγο τὴν ἀγάπη Σου, γιατὶ δὲν ἀντέχω». 
Πόθος τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἦταν νὰ ζήση στὴν ἀφάνεια. Πάντοτε ἐπιθυμοῦσε ἕναν μακρινὸ τόπο, στὸν ὁποῖο νὰ χαθῆ, νὰ ἐξαφανισθῆ. «Εὔχομαι καὶ ἐπιδιώκω, ἔγραφε, ἕναν ἄγνωστο τόπο, γιὰ νὰ ζήσω ἄγνωστος ἀνάμεσα σὲ ἀγνώστους, γιὰ νὰ γνωρίσω πιὸ πολὺ τὴν ἀχαριστία μου καὶ τὴν ἁμαρτία μου καὶ νὰ πλησιά­σω καὶ νὰ γνωρίσω τὸν Θεὸ ἀπὸ πιὸ κοντά, γιὰ νὰ διαλυθῶ τε­λείως ἀπὸ τὴν μεγάλη Του ἀγάπη». Ὅμως «ἄλλαι αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου». Ἤδη ἡ πολιτεία του εἶχε γίνει γνωστὴ καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Συχνὰ προσκυνητὲς χτυποῦσαν τὸ καμπανάκι του, ἔστω κι ἂν διάβαζαν στὴν πόρτα του: «Σημειῶστε στὸ χαρτὶ τί θέλετε νὰ συζητήσουμε καὶ βάλτε το μέσα στὸ κουτί. Περισσότερο θὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν προσευχὴ παρὰ ἀπὸ τὴν ἀργολογία». 
Τὰ τελευταῖα δεκατέσσερα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔμεινε στὸ Κελλὶ «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὕστερα ἀπὸ θεία πληροφορία, ἀφιερώθηκε πλέον στὴν διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ξεχειλίσει τὸ πνευματικὸ μέλι τῶν χαρισμάτων ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἐκεῖνος, ὡς καλὸς οἰκονόμος, τὸ πρόσφερε πλούσια σὲ ὅποιον τὸν πλησίαζε. Τὴν νύκτα τὴν ἀφιέρωνε στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἡμέρα δεχόταν ὅσους κατέφευγαν στὸ Καλύβι του. Γινόταν «τὰ πάντα τοῖς πᾶσι», γιὰ νὰ ὁδηγήση ψυχὲς στὴν σωτηρία. Ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του: «Κόσμος πολύς, κουρασμένος, βασανισμένος· ψυ­χὲς τραυματισμένες. Ἄνθρωποι μὲ σοβαρὰ θέματα ποὺ ἔχουν πραγ­ματικὴ ἀνάγκη καὶ ἀγαθὴ διάθεση... Πολλοὶ ἄνθρωποι, πολὺς κό­πος, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία μὲ τοὺς Ἁγίους μὲ κρατᾶνε στὸ πόδι. Πρέπει νὰ μπορῶ πάντα. Μπορῶ­ δὲν μπορῶ, πρέπει νὰ μπορῶ». Βοηθοῦσε μεγάλους καὶ μικρούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Μὲ τὸ διορατικό του χάρισμα ἔβλεπε καρδιὲς ἀνθρώπων, μὲ τὸν θεῖο φωτισμὸ καθοδηγοῦσε, μὲ τὴν ἁγία του ἁπλότητα ξεκούραζε, μὲ τὴν πατρικὴ στοργή του παρηγοροῦσε, μὲ τὸ ἰαματικό του χάρι­σμα θεράπευε σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ξεχείλιζε ἀπὸ θεϊκὴ ἀγάπη καὶ θὰ ἤθελε, ἂν ἦταν δυνατόν, νὰ μοιράση σὲ ὅλον τὸν κό­σμο τὴν «καιομένην ὑπὲρ ἁπάσης τῆς κτίσεως» καρδιά του. 
Τὸ διάστημα αὐτό, καθὼς ἔβλεπε νὰ λιγοστεύη ὅλο καὶ περισ­σότερο τὸ ἀγωνιστικὸ καὶ ἀσκητικὸ πνεῦμα, θέλησε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ διασώση βίους παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἀγωνιστῶν, τοὺς ὁποίους πρῶτα ὁ ἴδιος εἶχε μιμηθῆ. Ἔτσι ἔγραψε τὴν βιογραφία τοῦ Γέροντος Χατζη­Γεώργη καὶ τὸ βιβλίο «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα». 
Τοὺς τελευταίους ὀκτὼ μῆνες τῆς ἐπιγείου ζωῆς του – ἀπὸ τὸν Nοέμβριο τοῦ 1993 μέχρι τὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1994 – ὁ Γέροντας Παΐσιος λόγῳ τῆς ἀσθένειας τοῦ καρκίνου καὶ τῆς ἐξελίξεώς της παρέμεινε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης. Οἱ ὀδυνηροὶ πόνοι ποὺ ὑπέμεινε τὸ διάστημα αὐτό, ἔλεγε πὼς τὸν ὠφέλησαν ὅσο δὲν τὸν ὠφέλησαν ὅλοι οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες τῆς ζωῆς του. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ ταφῆ στὸ Ἡσυχαστήριο, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁπλοὺς στίχους ποὺ ἔγραψε καὶ χα­ράχθηκαν κατὰ τὴν ἐπιθυμία του σὲ μικρὴ μαρμάρινη πλάκα ἐπά­νω στὸν τάφο του. Ἐπίσης, ζήτησε ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία νὰ τε­λεσθῆ ἀπὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου στὸ Παρεκκλήσι τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ νὰ παρευρεθῆ σ' αὐτὴν μόνον ἡ Ἀδελφότητα. Ἐπιθυμία του τέλος ἦταν νὰ μὴ γίνη ποτὲ ἡ ἐκταφή του. 
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν ἑνδεκάτη πρωινὴ ὥρα τῆς 12ης Ἰουλίου τοῦ 1994. Τὸ βράδυ τελέσθηκε Ἀγρυπνία καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Ἐτάφη πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. 
Μετὰ τὴν κοίμησή του, ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας προστρέχουν στὸν τάφο του, γιὰ νὰ ἀντλήσουν βοήθεια, δύναμη καὶ παρη­ γοριά. Κάποιοι ἀφήνουν ἐκεῖ γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὴν πρὸς τὸν Θεὸ μεσιτεία του ἢ ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴν βοήθειά του. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφασίζουν νὰ ἀγωνισθοῦν «τὸν καλὸν ἀγῶνα» ἔχοντας ὡς βοήθεια τὶς διδαχές του: Ἁπλοποίηση τῆς ζωῆς, καλὴ ἀνησυχία, μετάνοια καὶ ἐξομο­λόγηση, καλλιέργεια καλῶν λογισμῶν, ἀγάπη καὶ ταπείνωση, φιλότιμο, ἀρχοντιὰ καὶ θυσία. Ἄνθρωποι ποὺ τὸν εἶχαν γνωρίσει καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν τὸν συνάντησαν ποτέ, ἀλλὰ τὸν γνώρισαν ἀπὸ κάποιο βιβλίο ἢ ἀπὸ κάποια θαυμαστὴ παρουσία του στὴν ζωή τους, ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι τὸν αἰσθάνονται νὰ βρίσκεται κοντά τους καὶ νὰ πρεσβεύη γι' αὐτοὺς στὸν Θεό. 
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν!


Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ἡ Ἁγία Τεσσαρακοστή - πορεία πρὸς τὸν Γολγοθᾶ

Ἡ Ἁγία Τεσσαρακοστή 
πορεία πρὸς τὸν Γολγοθᾶ 
Άγιος Παΐσιος
Καλὴ Σαρακοστὴ καὶ καλὸ Τριήμερο[1]. Πιστεύω αὐτὴν τὴν Σαρακοστὴ νὰ μὴν ἔχετε πολλὲς δουλειὲς καὶ νὰ συμμετάσχετε ψυχικὰ στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου, δουλεύοντας περισσότερο πνευματικά. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀρχίζει τὸ Τριώδιο[2], πρέπει νὰ ἀρχίζη κανεὶς νὰ ὁδεύη πρὸς τὸν Γολγοθᾶ. Καί, ἂν ἀξιοποιήση πνευματικὰ αὐτὴν τὴν περίοδο, ὅταν πεθάνη, θὰ ὁδεύση ἡ ψυχή του πρὸς τὰ ἄνω, χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται ἀπὸ «διόδια» καὶ τελώνια[3]. Κάθε χρόνο ἔρχονται αὐτὲς οἱ ἅγιες ἡμέρες, ἀλλὰ καὶ κάθε χρόνο μᾶς φεύγει καὶ ἕνας χρόνος· καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Τὸν ἀξιοποιήσαμε πνευματικὰ ἢ τὸν σπαταλήσαμε στὰ ὑλικά; Μαζὶ μὲ ὅλες τὶς ἄλλες κοσμικὲς ἀλλοιώσεις τῆς ἐποχῆς μας, ἔχει χάσει τὴν ἔννοιά του καὶ τὸ Τριήμερο, γιατὶ οἱ κοσμικοὶ κάθε ἑβδομάδα ἔχουν τριήμερο - Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακὴ - μὲ ζωὴ κοσμική. Εὐτυχῶς ποὺ διατηρεῖται καὶ ἡ πραγματικὴ πνευματικὴ ἔννοια τοῦ Τριημέρου στὰ μοναστήρια καὶ σὲ λίγες χριστιανικὲς οἰκογένειες στὸν κόσμο, καὶ ἔτσι κρατιέται ὁ κόσμος. Ἡ πολλὴ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία ποὺ γίνεται κάθε χρόνο σ’ αὐτὸ τὸ Τριήμερο, στὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, φρενάρει τὸν κόσμο ἀπὸ πολλὰ πνευματικὰ ὀλισθήματα, ποὺ γίνονται συνήθως στὰ κοσμικὰ τριήμερα. 
- Γέροντα, ποιό εἶναι τὸ νόημα τοῦ Τριημέρου; 
ὸ Τριήμερο τῆς Σαρακοστῆς ἔχει περισσότερο τὸ νόημα νὰ συνηθίση κανεὶς στὴν νηστεία, στὴν ἐγκράτεια. Ὕστερα, ὅταν θὰ κάνη κάθε μέρα ἐνάτη[4], θὰ τὸ θεωρῆ πανηγύρι. Στὸ Κοινόβιο μετὰ τὸ Τριήμερο τρώγαμε μιὰ σούπα νερόβραστη στὶς τέσσερις τὸ ἀπόγευμα καὶ τὸ θεωρούσαμε μεγάλη εὐλογία. Μετὰ τὸ Τριήμερο τί εὐλογία νὰ τρῶμε κάθε μέρα! Βοηθάει τὸ Τριήμερο στὴν ἀρχή, γιὰ νὰ νηστέψη κανεὶς ὅλη τὴν Σαρακοστή. Ἂν ὅμως κάποιος δὲν μπορῆ νὰ κρατήση τὸ Τριήμερο, ἂς φάη λίγο παξιμάδι τὸ βράδυ ἢ ἂς κρατήση ἐνάτη. Εἶναι καλύτερα νὰ οἰκονομηθῆ, γιατί, ἂν ζαλίζεται καὶ δὲν μπορῆ νὰ κάνη τίποτε ἀπὸ πνευματικά, τί πνευματικὸ κέρδος βγάζει μετά; Μιὰ Καθαρὰ Τρίτη ὁ Γερο‐Βαρλαάμ, ἀπὸ τὴν Καλύβη τῶν Ὁσίων Βαρλαὰμ καὶ Ἰωάσαφ, πῆγε σὲ ἕνα Κελλί, ὅπου μόλις εἶχαν ἐγκατασταθῆ δύο γνωστοί του νέοι μοναχοί. Χτυπάει τὴν πόρτα· τίποτε. Ἀνοίγει καὶ τοὺς βρίσκει καὶ τοὺς δύο ξαπλωμένους. «Τί γίνεται; λέει, ἄρρωστοι εἶστε;». «Κάνουμε Τριήμερο!», λένε. «Ἄντε σηκωθῆτε ἐπάνω, τοὺς λέει. Κάντε ἕνα τσάι, βάλτε δυὸ κουταλιὲς ζάχαρη, φᾶτε καὶ κανένα παξιμάδι, γιὰ νὰ πῆτε καμμιὰ εὐχή, νὰ κάνετε κανένα κομποσχοίνι. Τριήμερο εἶναι αὐτό; Τί βγάζετε ἀπὸ αὐτό;». 
-Γέροντα, πῶς θὰ μπορέσω τὴν Σαρακοστὴ νὰ ἀγωνισθῶ περισσότερο στὴν ἐγκράτεια;
ἱ κοσμικοὶ τώρα τὴν Σαρακοστὴ προσέχουν κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἐγκράτεια, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ πάντα πρέπει νὰ προσέχουμε. Τὸ κυριώτερο ὅμως ποὺ πρέπει νὰ προσέξη κανεὶς εἶναι τὰ ψυχικὰ πάθη καὶ μετὰ τὰ σωματικά. Γιατί, ἂν δώση προτεραιότητα στὴν σωματικὴ ἄσκηση καὶ δὲν κάνη ἀγώνα, γιὰ νὰ ξερριζωθοῦν τὰ ψυχικὰ πάθη, τίποτε δὲν κάνει. Πῆγε μιὰ φορὰ σὲ ἕνα μοναστήρι ἕνας λαϊκὸς στὴν ἀρχὴ τῆς Σαρακοστῆς καὶ κάποιος μοναχὸς τοῦ φέρθηκε ἀπότομα, σκληρά. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ καημένος εἶχε καλὸ λογισμὸ καὶ τὸν δικαιολόγησε. Ἦρθε μετὰ καὶ μοῦ εἶπε: «Δὲν τὸν παρεξηγῶ, Πάτερ· ἦταν, βλέπεις, ἀπὸ τὸ τριημέρι!». Ἂν τὸ τριημέρι ποὺ ἔκανε ἦταν πνευματικό, θὰ εἶχε μιὰ γλυκύτητα πνευματικὴ καὶ θὰ μιλοῦσε στὸν ἄλλον μὲ λίγη καλωσύνη. Ἀλλὰ αὐτὸς ζόριζε ἐγωιστικὰ τὸν ἑαυτό του νὰ κάνη Τριήμερο, καὶ γι’ αὐτὸ ὅλα τοῦ ἔφταιγαν. 
 -Γέροντα, τί νὰ σκέφτωμαι τὴν Σαρακοστή; 
ὸ Πάθος, τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ νὰ σκέφτεσαι. Ἂν καὶ ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ πρέπει συνέχεια νὰ ζοῦμε τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ μᾶς βοηθοῦν σ’ αὐτὸ κάθε μέρα τὰ διάφορα τροπάρια, ὅλες οἱ Ἀκολουθίες. Τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ μᾶς δίνεται ἡ μεγαλύτερη εὐκαιρία γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ νὰ συμμετέχουμε ἐντονώτερα στὸ σωτήριο Πάθος τοῦ Κυρίου μας, μὲ μετάνοια καὶ μὲ μετάνοιες, μὲ ἐκκοπὴ τῶν παθῶν καὶ μὲ ἐλάττωση τῶν τροφῶν, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό. Ἂς ἀξιοποιήσουμε, ὅσο μποροῦμε, τὸ πνευματικὸ αὐτὸ στάδιο μὲ τὶς πολλὲς προϋποθέσεις καὶ δυνατότητες ποὺ μᾶς δίνονται, γιὰ νὰ πλησιάσουμε περισσότερο στὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό, γιὰ νὰ βοηθηθοῦμε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ νὰ χαροῦμε τὴν Ἁγία Ἀνάσταση ἀλλοιωμένοι πνευματικά, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε ζήσει πνευματικώτερα τὴν Μεγάλη Σαρακοστή.  Εὔχομαι καλὴ δύναμη τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, γιὰ νὰ ἀνεβῆτε στὸν Γολγοθᾶ κοντὰ στὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Προστάτη σας Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, καὶ νὰ συμμετάσχετε στὸ φρικτὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας. Ἀμήν.
[1] Τριήμερο: Τρεῖς ἡμέρες ἀποχὴ ἀπὸ τροφὴ καὶ νερό· συνήθως γίνεται τὶς τρεῖς πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. 
[2] Τριώδιο: Ἐκκλησιαστικὴ περίοδος ποὺ ξεκινάει τὴν Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου καὶ τελειώνει τὸ Μέγα Σάββατο. 
[3] Βλ. Γρηγορίου μοναχοῦ, μαθητῆ Ἁγ. Βασιλείου τοῦ Νέου, Ὁ τελωνισμὸς τῶν ψυχῶν κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου: Τὰ εἴκοσι τρία βασικὰ τελώνια, Ἱ. Ἡσυχαστήριον Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου καὶ Ἁγ. Νεομαρτύρων Ἀκυλίνης, Κυράννης καὶ Ἀργυρῆς, Γαλήνη Ὄσσης Λαγκαδᾶ. 
[4] Κάνω ἐνάτη: Τρώω νηστήσιμη τροφὴ μετὰ τὴν ἐνάτη βυζαντινὴ ὥρα, δηλαδὴ μετὰ τὶς 3 μ.μ.

 


Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: 
ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ 
«Περί Προσευχής» 

 ΣΕ PDF ΕΔΩ

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

Ο παπα-Τύχων ο Ερημίτης και ο άγιος Παΐσιος



Ο παπα-Τύχων ο Ερημίτης και ο άγιος Παΐσιος

Χαιρόταν περιμένοντας το μακάριο τέλος ο Ρώσος ερημίτης της Καψάλας ιερομόναχος Τύχων. Κυριολεκτικά ο μακάριος αυτός αθωνίτης έπαιζε με τον θάνατο! 
Άνοιξε ο ίδιος τον τάφο του δέκα μέτρα περίπου από το κρεββάτι του. Τον έσκαψε με τα χέρια του και στο σωρό του χώματος που έβγαλε, τοποθέτησε ένα φτυάρι. 
–Να, έτσι ρίξει χώμα, έλεγε στον υποτακτικό του π. Παΐσιο και έκανε τη σχετική κίνηση ρίχνοντας μια φτυαριά χώμα μέσα στον τάφο του.
Φύτεψε και ένα δεντρολίβανο στην άκρη. Συχνά έδινε οδηγίες για το τι θα κάνουν στην έξοδό του.
–Πεθαίνει παπα-Τύχων; Σιωπή! Κάνει κομποσχοίνι. Μετά λες: Παπα-Τύχων πέθανε.
Και άλλοτε πρόσθετε:
–Καλός, όχι καλός παπα-Τύχων… Θεός Δευτέρα Παρουσία πει καλός, όχι καλός.
Είχε ετοιμάσει ο άνθρωπος του Θεού και γράμματα που θα τα έστελναν μετά τον θάνατο του σε γνωστούς και φίλους του. Ανάμεσα στους παραλήπτες ήταν ο πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος, μητροπολίτες, ιερομόναχοι και άλλοι. Έγραφε λοιπόν:
«Φίλος παπά-Τύχων απέθανε ημέρα… (άφηνε κενό) παρακαλώ διάβασε μια ευχή».
Πολλές φορές τον ρωτούσαν οι νεαροί μοναχοί του γειτονικού μοναστηριού:
–Θα σου κόψουμε φέτος, παπά-Τύχων, ξύλα για τον χειμώνα; 
–Θα κόψετε, αν δεν πεθάνει. Αν πεθάνει, δεν θα κόψετε, απαντούσε.
Κάποτε του έδωσαν ένα κλαδί βασιλικό για να μυρίσει. Αφού ανέπνευσε την ευωδία του, έκανε ποικίλους μορφασμούς που έδειχναν την ικανοποίησή του από το άρωμα και αμέσως πρόσθεσε:

– Καλό βασιλικό αυτό, μα καλύτερο Παράδεισος!
* * *
Στο τέλος πια της πορείας του ο Κύριος του αποκάλυψε ότι επρόκειτο να τον παραλάβει. Κάλεσε τότε τον π. Παΐσιο για να είναι κοντά του. Εκείνος τον φρόντιζε με πολλή στοργή και αγάπη. Σαν πραγματικό του πατέρα τον έβλεπε. Ο γέροντας ήθελε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και έλεγε με δάκρυα:
– Γλυκό Παΐσιο.
Μια μέρα λέει στον υποτακτικό του: 
–Παπά-Τύχων, αν θέλει ο Θεός ζήσει μία εβδομάδα, δέκα μέρες…
Σε λίγες μέρες ο π. Παΐσιος μπαίνει μέσα στο κελάκι που ήταν ο γέροντας, και τον είδε να ψάχνει να βρει κάποιον. Γύριζε δεξιά, αριστερά… Σε μια στιγμή ρωτά: 
–Πού είναι Παναγία, άγιο Σέργιο, άγιο Σεραφείμ;
Πιάνει το ράσο του υποτακτικού και του λέει: 
–Συ, άγιο Σέργιο;
– Όχι, γέροντα, εγώ ο Παΐσιος είμαι. 
Ησύχασε για λίγο ο ασκητής, μα ο π. Παΐσιος τον ρώτησε: 
–Γέροντα, τι σου είπε η Παναγία;
Και η απάντηση ήταν η εξής : 
–Είπε παπά-Τύχωνα περάσει γιορτή της, πάρει!
Και πράγματι, αφού πέρασε η εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου, σε δύο μέρες, στις 10-9-1968, αφού έλαβε το «εφόδιον της αθανασίας», τα Άχραντα Μυστήρια, εξέφρασε την ευχαρίστησή του με προσευχή και με λαμπερό πρόσωπο, έκανε το σημείο του σταυρού και ανεπαύθη.

* * *
Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε με πολλή κατάνυξη και το εξαγιασμένο σκήνος ετάφη στον χώρο που είχε ετοιμάσει από καιρό ο ίδιος. Εκεί στο απλό μνήμα υπάρχει στημένο το σημάδι της ελπίδας και της αναστάσεως, επάνω στο οποίο είναι γραμμένα με το χέρι του μακαρίου Τύχωνα τα εξής λόγια: «Αμαρτωλός Τύχων Ιερομόναχος. 60 χρόνια Άγιον Όρος. Δόξα σοι ο Θεός».

Πράγματι δεν υπάρχει καλύτερη δοξολογία του Υψίστου από τη ζωή και την τελευτή των αγίων του!

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ. Τόμος δεύτερος. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2008, σελ. 242.

Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ - 12 ΙΟΥΛΙΟΥ


ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Ἐκ τῆς Ἀκολουθίας τὴν ὁποίαν ἐποίησεν ἡ Ἀδελφότης τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Βασιλικά Θεσσαλονίκης

Παρακλητικός Κανών Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτουεδώ

Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Παΐσιος, ὁ Ἁγιορείτης, ἐγεν­νήθη ἀπὸ γονέων εὐλαβῶν, τοῦ Προδρόμου καὶ τῆς Εὐλογίας, εἰς τὰ Φάρασα τῆς Καπ­­­παδοκίας κατὰ τὸ χιλιοστὸν ἐνακοσιοστὸν εἰκοστὸν τέ­ταρτον ἔτος (1924), ὀλίγον πρὸ τῆς ὀδυνηρᾶς φυγῆς τῶν Φαρασιωτῶν ἐκ τῆς πα­­τρῴας γῆς καὶ τῆς καταφυγῆς των εἰς την μητέρα Ἑλλάδα. Βρέφος, ὀλίγων μό­λις ἡμερῶν, ἐβαπτίσθη ὑπὸ τοῦ διαλάμποντος ἐν ἁγιότητι πολιοῦ ἱερέως τῶν Φαρά­σων, Ὁ­σίου Ἀρ­σενίου τοῦ Καπ­πα­δόκου, ὅστις ὠνόμασεν αὐτὸν Ἀρσένιον, θέ­λων νὰ ἀφή­σῃ, καθὼς εἶπε, «καλό­γηρον εἰς τὸ πόδι του». Εἰς τὴν Ἑλ­λάδα ἡ οἰ­κο­­γένεια τοῦ Ὁσίου Παϊσίου ἐγκα­τε­στάθη εἰς τὴν Κόνιτσαν τῆς Ἠπεί­ρου, ὅπου ὁ Ὅσιος διῆλθε τὴν παι­δικὴν αὐτοῦ ἡλι­κί­αν γαλουχηθεὶς διὰ τῶν διηγήσεων περὶ τοῦ θαυμαστοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὥστε ἀπὸ τῆς ἡλικίας τῶν πέντε ἐτῶν ἔλεγεν ὅτι θὰ γίνῃ μοναχός. Καὶ ὅτε ἔμαθεν ἀνά­γνω­σιν, εἶχεν ὡς ἐντρύφημα τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ τοὺς βί­ους τῶν Ἁγίων, τοὺς ἀ­σκητικοὺς ἀγῶ­­­νας τῶν ὁποίων μετὰ ζήλου θερμοῦ ἐμι­­μεῖτο. Μετὰ τὴν πρώ­την ἐγκύκλιον παι­­δείαν δὲν ἠθέλησε νὰ μάθῃ περισσότερα γράμματα, ἀλλὰ ἐπιθυ­μῶν νὰ μι­μη­θῇ τὸν Χριστόν, ἐμαθήτευσεν εἰς ξυλουργεῖον, ἔνθα ἐπιμε­λῶς καὶ ἐπιτηδείως εἰρ­­γάζετο. Εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν δεκαπέντε ἐτῶν ἠξι­ώ­θη τῆς φιλανθρώπου ἐμφα­νείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κατόπιν ἑνὸς φιλοτίμου λογισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποί­ου μετὰ σοφίας ἀπέκρουσε δαιμονικήν τινα προσβο­λὴν ἀ­πι­στίας. Ἔκ­το­τε, ἐπερίσσευσεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ τὸ πῦρ τῆς θεί­ας ἀγάπης καὶ ὁ πόθος τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Ἐν καιρῷ ταραχῆς καὶ πο­λέμου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ Ὅ­­σι­­ος, καὶ ὡς ἁπλοῦς πολί­της καὶ ὡς στρατιώτης - ὑπηρετῶν ὡς ἀσυρμα­τι­στὴς τὴν στρατιωτικὴν αὐ­τοῦ θητείαν - ἐπέδειξεν ἀπα­ράμιλλον ἀνδρείαν καὶ αὐτο­θυ­­­σίαν. Πρόθυμος γὰρ ἦτο νὰ δώ­σῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν ἄλ­λων. Εὑρεθεὶς δὲ πολλάκις ἐν μέσῳ πυρῶν, πολ­­­λοὺς διέσω­σε διὰ τῶν διαπύρων αὐτοῦ προσευχῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θαυμαστῶς διεσώθη.

Μετὰ τὴν ἀποστράτευσίν του, εἰργάσθη ἐπὶ τριετίαν τὴν ξυλουργικὴν τέχνην, ἵνα συνδράμῃ οἰκονομικῶς τὴν οἰκογένειάν του. Καὶ εἰς ἡλικίαν εἴκοσι ἐννέα ἐτῶν, καταλιπὼν πάντα τὰ τοῦ κόσμου, ἀνέδραμεν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Φλεγό­μενος δὲ ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς ἡ­συ­­χίας καὶ πάντοτε νεύσει Θεοῦ κινούμενος, ἠσκήτευσεν εἰς διαφόρους Μονὰς καὶ Σκήτας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ εἰς τὴν ἐν Στομίῳ τῆς Ἠπείρου Ἱερὰν Μονὴν τῆς Πανα­γίας − τὴν ὁποίαν καὶ ἀνῳκοδόμησε −, καὶ εἰς τὸ ἐν Σινᾷ ἀσκητήριον τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστή­μης. Ἅπας δὲ ὁ βίος αὐτοῦ ἦτο νηστεία διαρκής, ἐγκράτεια ἀσύγκριτος, ἀγρυ­πνία ἄπαυ­στος, προσευχὴ ἀδιά­λειπτος, μετὰ πράξεως μελέτη τῶν ἁγίων Πατέ­ρων, καὶ δὴ τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ, ἄκρα σκληραγωγία καὶ καρτερία μετὰ ἀνδρεί­ας καὶ ἀκα­τα­παύστου δοξολογίας. Διὰ τῶν ὑπερ­­φυῶν ἀγώνων, εἰς τοὺς ὁποί­ους ταπεινῶς ὁ Ὅσιος ὑπεβάλλετο, ἐνίκησε τὸν πολυμήχανον διά­βολον, ἡνώ­θη μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ηὐφραίνετο ἐκ τῆς θείας παρα­κλήσεως. Ζῶν ὡς ἄ­σαρ­κος ἐπὶ τῆς γῆς, οὐρα­νοπολίτης ἐγένετο· καὶ τὴν πρᾶξιν θεωρίας ἐπί­βα­σιν ἔχων, εἰς ὑψηλὰς ἀναβάσεις ἀνῆλθεν καὶ οὐρανίων μυστηρίων ἐγένετο κοινωνός. Διό­τι, καὶ τῆς ὡραιότητος τοῦ Χριστοῦ κατε­τρύ­φησε, καὶ Θεομητορικῶν εὐλογιῶν ἀπέ­λαυε, καὶ τῆς ἐμφανίσεως Ἁγίων ἠξιώθη, ὡς τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, τοῦ Ἁ­γίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, τοῦ Ἁ­γίου Λουκιλλιανοῦ, τοῦ Ἁ­γίου Παντελεήμονος, τοῦ Ἁ­γίου Βλασίου τοῦ ἐν Σκλαβαίνοις, τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡ ὁποία ἐπεσκέφθη τὴν Καλύβην αὐτοῦ καὶ συνωμίλησε μετ᾽ αὐτοῦ. Ὡσαύτως καὶ τὸν Φύλακα αὐτοῦ Ἄγγε­λον εἶδε, καὶ ἀγγελικὰς ἤκου­εν ὑμνῳδίας, καὶ φωτὶ οὐρανίῳ κατηυγάζετο.

Φῶς δὲ ὅλος γενόμενος, ἀδύνατον ἦτο νὰ μένῃ πλέον ἀφανής, ὡς αὐτὸς ἐπεθύμει. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ πανταχοῦ διατρέχον ἐφείλκυε πλῆθος ἀνθρώ­πων, πάσης ἡλικίας καὶ τάξεως, πρὸς τὴν πλησίον τῶν Καρεῶν ταπει­νὴν Κα­λύβην του, τὴν ἐπονομαζομένην «Παναγούδα». ’Εκεῖ ἔζησεν ὁ Ὅσιος τὰ τελευταῖα δεκα­τέσ­σα­ρα ἔτη τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, εἰ καὶ σφοδρῶς ἐπεθύμει τὴν πε­φι­λημέ­νην του ἡσυχίαν καὶ ἐλογίζετο ὅπως μεταβῇ εἰς τόπον ἄγνωστον καὶ ἐκεῖ­θεν ἐλεῇ καὶ στηρίζῃ ἀφα­νῶς τὸν κόσμον, διὰ τῆς προσευχῆς. Πληροφορία ὅμως ἄνωθεν ἔδειξεν εἰς αὐτὸν ὅτι ἄλλον ἦτο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὤφειλε νὰ παρα­μείνῃ εἰς τὴν Καλύβην του πρὸς παράκλη­σιν καὶ στήριξιν τῶν προστρεχόντων εἰς αὐτόν. Ὅθεν ἐν μὲν τῇ νυκτί, ὡς λαμπὰς τηκόμενος, προσηύχετο μετὰ πόνου ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός, μνη­μονεύων ἰδιαιτέρως καὶ πλῆθος ὀνομάτων ζών­των τε καὶ κεκοιμη­μένων. Ἐν δὲ τῇ ἡμέ­ρᾳ ἐδαπα­νᾶτο εἰς τὸ ἀναπαύειν τὸ πλῆ­θος τῶν συῤῥεόντων εἰς τὴν Καλύβην του, καλὸς οἰκονό­μος γινό­μενος τῶν μεγάλων χαρισμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἐλεή­μων Θεὸς εἶχε πλουτίσει αὐτόν. Διότι, καὶ ἐξ ὀνόματος τοὺς προσιόντας εἰς αὐτὸν ἐκάλει, καὶ τὰ κρυ­πτὰ τῶν καρδιῶν διέ­βλεπε, καὶ τὰ μέλλοντα προέλεγε, καὶ μετὰ ἀλλο­γλώσσων συνω­μί­λει, καὶ ἀσθενείας − σω­μα­τικὰς καὶ ψυ­χι­κὰς − ἐθερά­πευε, καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ πνευ­μά­των ἀκαθάρτων εἶχεν, ὥστε καὶ δαιμονῶντας ἠ­λευ­θέρωσε διὰ τῆς ἐπι­κλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ δὲ λόγοι αὐτοῦ ἦσαν «ὡς λόγοι Θεοῦ», κατὰ τὸν Ἀπόστολον, καὶ δι᾿ αὐτῶν ἐδείκνυε τοῖς πᾶσι τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τῆς ἐπιγείου ζωῆς − τὸ ἑτοι­μά­ζε­σθαιδηλονότι διὰ τὴν μέλ­λουσαν −, καὶ προέ­τρεπεν εἰς μετά­νοιαν, ἐξομολόγησιν καὶ ἀγῶνα φιλότιμον. Ἦτο δὲ ὁ Ὅσιος ἐν ταῖς ἀναστροφαῖς γλυκύς, ἁπλοῦς, προση­νής, ἐλεήμων, λίαν παρηγορητικός, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ὅλος ἀγάπη. Ἐνίοτε ὅμως ἐγίνετο ὡς «λέων πῦρ πνέων» πρὸς ὅσους ἠθελημένως παρε­ξέκλινον τοῦ θείου νόμου καὶ τῶν πατερικῶν παρα­δό­σεων. Ἰδιαιτέρως δὲ ἐπο­λέ­μει τὸ κοσμικὸν φρόνημα, θεωρῶν τοῦτο μέγιστον ἐχθρὸν τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν καὶ δὴ τῶν μοναχῶν.

Ὁ ἀκαταπόνητος οὗτος ἀσκητής, ὑπομείνας ἐκ νεότητος πολλὰς σωματικὰς ἀ­σθενείας, ὑπέμεινεν ἐν τέλει εὐχαρίστως καὶ τοὺς μαρ­τυρικοὺς πόνους τοῦ καρ­­κίνου, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεπαύθη τὴν δω­δεκάτην Ἰουλίου τοῦ χιλιοστοῦ ἐνα­κοσι­ο­στοῦ ἐνενηκοστοῦ τετάρτου ἔτους (1994), ζή­σας ἐν ὅλῳ ἔτη ἑβδομήκοντα. Ἐ­κοι­μήθη παρεπιδημῶν ἐν τῷ Ἱερῷ Ἡσυχαστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεο­λό­γου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πλησίον τοῦ χωρίου Σουρωτὴ τῆς Θεσσα­λο­νίκης καὶ τὸ ὁποῖον ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ἔτη καθωδήγει· ἐκεῖ εἶχεν ἐναποθέσει καὶ τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, τοῦ καὶ ἀναδόχου του. Ἐν τῷ Ἡσυχαστηρίῳ τούτῳ, πλη­σί­ον τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, εὑρί­σκε­ται καὶ ὁ τάφος, ὅπου ἀναπαύεται τὸ πολύ­αθλον αὐτοῦ ὁσιακὸν σῶμα.

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος, ζῶν ἐπὶ γῆς, ἐδόθη ὅλως εἰς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους· νῦν δέ, ἐν Οὐρανῷ εὑρισκόμενος, ἐδόθη δῶρον ἐκ τοῦ Θεοῦ εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.

Ταῖς αὐτοῦ Ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ΠΗΓΉ: ΕΔΩ

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Νηστεία μὲ φιλότιμο




Άγιος Παΐσιος, 
Νηστεία με φιλότιμο

Μὲ τὴν νηστεία ὁ ἄνθρωπος δείχνει τὴν προαίρεσή του. Κάνει ἀπὸ φιλότιμο μιὰ ἄσκηση καὶ ὁ Θεὸς βοηθάει. Ἄν ὅμως ζορίζη τὸν ἑαυτό του καὶ πῆ «τί νὰ κάνω; εἶναι Παρασκευή, πρέπει νὰ νηστέψω», θὰ βασανίζεται. Ἐνῶ, ἄν μπῆ στὸ νόημα καὶ νηστέψη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, θὰ χαίρεται. «Αὐτὴν τὴν ἡμέρα, νὰ σκεφθῆ, ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε· οὔτε νερὸ δὲν Τοῦ ἔδωσαν νὰ πιῆ· ξίδι Τοῦ ἔδωσαν. Κι ἐγὼ δὲν θὰ πιῶ νερὸ ὅλη τὴν ἡμέρα». Ἄν τὸ κάνη αὐτὸ, τότε θὰ νιώθη ἀνώτερη χαρὰ μέσα του ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πίνει τὰ καλύτερα ἀναψυκτικά! Καὶ βλέπεις, πολλοὶ κοσμικοὶ μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν μποροῦν νὰ νηστέψουν, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο μποροῦν νὰ κάθωνται καὶ νὰ κάνουν ἀπεργία πείνας γιὰ ἕνα πεῖσμα, γιὰ νὰ πετύχουν κάτι. Ἐκεῖ ὁ διάβολος τούς δίνει κουράγιο. Αὐτοκτονία εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνουν. Ἄλλοι πάλι, ὅταν ἔρχεται τὸ Πάσχα, ψάλλουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ χαρὰ καὶ μὲ ὅλη τους τὴν δύναμη, γιατὶ θὰ φᾶνε καλά. Μοιάζουν μὲ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἤθελαν νὰ κάνουν βασιλιὰ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ τοὺς τάισε στὴν ἔρημο. Θυμᾶστε τί λέει καὶ ὁ Προφήτης; «Ἐπικατάρατος ὁποιῶν τὰ ἔργα κυρίου ἀμελῶς». Ἄλλο εἶναι, ὅταν κανεὶς ἔχη καλὴ διάθεση νὰ νηστέψη, ἀλλὰ δὲν μπορῆ, γιατὶ, ἄν δὲν φάη, τρέμουν τὰ πόδια του, πέφτει κάτω –δὲν τὸν βοηθάει δηλαδὴ ἡ ἀντοχή του, ἡ ὑγεία του κ.λ.π.- καὶ ἄλλο νὰ ἔχη δυνάμεις καὶ νὰ νηστεύη. Ποῦ εἶναι ἡ καλὴ διάθεση τότε; Καὶ ἡ στενοχώρια αὐτοῦ ποὺ θέλει νὰ κάνη ἕναν ἀγώνα καὶ δὲν μπορεῖ, ἀναπληρώνει πολλὴ ἄσκηση, καὶ αὐτὸς ἔχει πιὸ πολὺ μισθὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο ποὺ ἔχει κουράγιο καὶ κάνει ἕναν ἀγώνα, γιατὶ ἐκεῖνος νιώθει καὶ μιὰ εὐχαρίστηση. Ἦρθε σήμερα μιὰ φουκαριάρα, πενῆντα πέντε χρονῶν περίπου, καὶ ἔκλαιγε, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ νηστέψη. Τὴν ἔχει χωρίσει ὁ ἄνδρας της. Ἕνα παιδὶ, τὸ ἔχασε καὶ αὐτὸ σὲ κάποιο δυστύχημα καὶ ἔμεινε μόνη της. Ἡ μάνα της πέθανε, δὲν ἔχει οὔτε σπίτι οὔτε φαγητὸ, καὶ τὴν παίρνειπότε ἡ μιὰ καὶ πότε ἡ ἄλλη στὸ σπίτι της καὶ κάνει καμμιὰ δουλειὰ ἐκεῖ. «Ἔχω βάρος μεγάλο στὴν συνείδησή μου, Πάτερ, μοῦ εἶπε ἡ καημένη, γιατί δὲν κάνω τίποτε· καὶ τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα εἶναι, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ κάνω νηστεῖες. Ὅ,τι μοῦ δίνουν τρώω. Μερικὲς φορὲς Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ μοῦ δίνουν νηστήσιμα, ἀλλὰ συχνὰ μοῦ δίνουν ἄρτυμένα καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ τρώω, γιατὶ ἐξαντλοῦμαι καὶ δὲν μπορῶ νὰ σταθῶ στὰ πόδια μου». «Φάε, τῆς λέω, ἀφοῦ δὲν ἔχεις κουράγιο». Πρέπει νὰ παρακολουθῆ κανεὶς τὸν ἑαυτό του. Ἄν δῆ ὅτι δὲν ἀντέχει, θὰ φάη λίγο παραπάνω. «Μέτρησον τὸν ἑαυτὸ σου», λέει ὁ Ὅσιος Νεῖλος. 
-Γέροντα, παλιά, πῶς μερικὲς γυναῖκες στὰ χωρὰ δὲν ἔτρωγαν τίποτε ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου; Μὲ ἕνα σωρὸ δουλειές, σπίτι, παιδιά, ζῶα, χωράφια, πῶς ἄντεχαν; 
-Μὲ τὸν λογισμό τους ἔλεγαν: «Κανονικὰ πρέπει νὰ φᾶμε τὸ Μέγα Σάββατο». Ὁπότε, σοῦ λέει, αὐτὸ τὸ Σάββατο εἶναι κοντά. Ἤ μπορεῖ νὰ ἔλεγαν: «Ὁ Χριστὸς σαράντα μέρες νήστεψε, ἐγὼ τί εἶναι νὰ νηστέψω μιὰ ἑβδομάδα;». Ὕστερα εἶχαν ἁπλότητα, γι’ αὐτὸ ἄντεχαν. Ἄν ἔχη κανεὶς ἁπλότητα, ταπείνωση, δέχεται τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νηστεύει ταπεινὰ καὶ τρέφεται θεϊκά. Τότε ἔχει θεϊκὴ δύναμη καὶ πολλὴ ἀντοχὴ σὲ μεγάλες νηστεῖες. Στὴν Αὐστραλία ἕνας νέος περίπου εἴκοσι ἑπτὰ χρονῶν ἔφθασε σὲ σημεῖο νὰ μὴ φάη τίποτε γιὰ εἴκοσι ὀκτὼ ἡμέρες. Τὸν εἶχε στείλει ὁ Πνευματικὸς του νὰ μοῦ τὸ πῆ. Ἦταν πολὺ εὐλαβὴς καὶ εἶχε πολὺ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα. Ἐξομολοτεῖτο, ἐκκλησιαζόταν, μελετοῦσε πατερικὰ βιβλία, καὶ κυρίως τὴν Καινὴ Διαθήκη. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ διάβαζε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Χριστὸς νήστεψε σαράντα μέρες συγκινήθηκε πολὺ καὶ σκέφτηκε: «Ἄν ὁ Κύριος ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀναμάρτητος νήστεψε σαράντα μέρες, ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος πολὺ ἁμαρτωλός, τί πρέπει νὰ κάνω;». Γι’ αὐτὸ ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικό του νὰ νηστέψεη καὶ αὐτὸς, ἀλλὰ δὲν σκέφτηκε νὰ τοῦ πῆ τὸν λογισμό του ὅτι ἤθελε νὰ μὴ φάη τίποτε σαράντα μέρες. Ἄρχισε λοιπὸν τὴν νηστεία του ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, πέρασε καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, χωρὶς νὰ πιῆ οὔτε νερό, ἐνῶ ἐργαζόταν σὲ ἐργοστάσιο καὶ ἔκανε μάλιστα βαρειὰ δουλειὰ -στοίβαζε κιβώτια. Ὅταν ἔφθασε ἡ εἰκοστὴ ὀγδόη ἡμέρα, αἰσθάνθηκε μιὰ μικρὴ ζάλη τὴν ὥρα ποὺ δούλευε, γι’ αὐτὸ κάθησε λίγο. Ὕστερα ἤπιε ἕνα τσάι καὶ ἔφαγε λίγο παξιμάδι, γιατὶ σκέφτηκε πώς, ἄν πέση κάτω καὶ τὸν μεταφέρουν σὲ νοσοκομεῖο, θὰ διαπιστώσουν ὅτι τὸ ἔπαθε ἀπὸ νηστεία καὶ θὰ ποῦν: «Γιὰ δές, οἱ Χριστιανοὶ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν νηστεία». «Γέροντα, μοῦ εἶπε, μετὰ ἀπὸ τὴν νηστεία τόσων ἡμερῶν, ἀπεχθανόμουν τὶς τροφὲς, ἀλλὰ πίεζα τὸν ἑαυτό μου κάτι νὰ τρώω, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἐργάζωμαι». Τὸν πείραζε ὅμως ὁ λογισμὸς του ποὺ δὲν συμπλήρωσε τὶς σαράντα μέρες καὶ τὸ εἶπε στὸν Πνευματικό του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε μὲ διάκριση: «Καὶ αὐτὲς οἱ ἡμέρες ποὺ νήστεψες ἦταν ἀρκετὲς· μὴν ἔχης λογισμούς». Στὴν συνέχεια τὸν ἔστειλε σ’ ἐμένα, γιὰ νὰ μὴν τοῦ μείνη κανένας λογισμὸς καὶ βασανίζεται. Γιὰ νὰ εἶμαι σίγουρος ὅτι τὰ κίνητρά του ἦταν ἁγνά, τὸν ρώτησα: «Ἔκανες ὅρκο νὰ νηστέψης σαράντα μέρες;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Ὅταν πῆρες εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικὸ σου νὰ νηστέψης, δὲν σκέφθηκες ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ πῆς τὸν λογισμό σου, ὅτι δηλαδὴ ἤθελες νὰ μὴ φᾶς τίποτε σαράντα μέρες ἤ ἔκρυψες τὸν δῆθεν καλὸ λογισμό σου, γιὰ νὰ νηστέψης μὲ τὸ θέλημά σου σαράντα μέρες;» «Ὄχι, Πάτερ», μοῦ εἶπε. Τότε τοῦ εἶπα: «Αὐτὸ φυσικά τὸ ἤξερα· ἁπλῶς σὲ ρώτησα, γιὰ νὰ καταλάβης μόνος σου ὅτι ἔχεις μισθὸ οὐράνιο γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ νήστεψες, οἱ ὁποῖες ἦταν ἀρκετές, καὶ νὰ μὴν ἀνησυχῆς ποὺ δὲν μπόρεσες νὰ κρατήσης σαράντα μέρες. Ἄλλη φορὰ ὅμως νὰ λὲς στὸν Πνευματικό σου καὶ τοὺς καλοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔχεις καὶ ὅ,τι καλὸ κρύβεις στὴν καρδιὰ σου, καὶ ὁ Πνευματικός σου θὰ κρίνη, ἄν πρέπη νὰ κάνης μιὰ ἄσκηση κ.λπ». Ἐπειδὴ εἶχε πολλὴ ταπείνωση, χάρη στοὺς ταπεινοὺς λογισμοὺς ποὺ καλλιεργοῦσε, καὶ ἔκανε τὴν νηστεία αὐτὴ ἀπὸ πολὺ φιλότιμο γιὰ τὸν Χριστὸ, ἑπόμενο ἦταν νὰ τὸν ἐνισχύη ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θεία Του Χάρη. Ἄν πάη καὶ κάποιος ἄλλος νὰ κάνη μιὰ τέτοια νηστεία καὶ πῆ ἐγωιστικὰ «γιατί νὰ μὴν τὸ κάνω καὶ ἐγώ, ἀφοῦ τὸ ἔκανε αὐτος;» μιά-δυὸ μέρες μόνο θὰ νηστέψη καὶ θὰ σωριαστῆ κάτω. Θὰ σκοτιστῆ καὶ τὸ μυαλὸ του, γιατὶ θὰ τὸν ἐγκαταλείψει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ λυπηθῆ ἀκόμη καὶ τὸν κόπο ποὺ ἔκανε. Μπορεῖ νὰ φθάση νὰ πῆ: «Καὶ τί βγῆκε μ’ αὐτό;». Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν νηστεία γίνεται ἀρνί. Ὅταν γίνεται θηρίο, σημαίνει ὅτι ἡ ἄσκηση ποὺ κάνει ἤ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του ἤ τὴν κάνει ἀπὸ ἐγωσιμό, γι’ αὐτὸ δὲν δέχεται θεία βοήθεια. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄγρια ζῶα, τὰ θηρία, μερικὲς φορὲς τὰ ἡμερεύει, τὰ ταπεινώνεται ἡ νηστεία. Βλέπεις, ὅταν πεῖνουν, πλησιάζουν τὸν ἄθρωπο. Ἀπὸ ἔνστικο νιώθουν ὅτι ἀπὸ τὴν πεῖνα θὰ ψοφήσουν, ἐνῶ, ἄν πλησιάσουν τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βροῦν τροφή, μπορεῖ νὰ μὴν πάθουν τίποτε. Ἐγὼ εἶδα λύκο ποὺ ἦταν σὰν ἀρνάκι, γιατὶ ἦταν νηστικὸς. Εἶχε κατεβῆ στὴν αὐλή μας μιὰ φορὰ τὸν χειμώνα μὲ χιόνια πολλά. Εἴχαμε βγῆ μὲ τὸν ἀδελφό μου νὰ ταΐσουμε τὰ ζῶα καὶ ἐγὼ κρατοῦσα τὸ λυχνάρι. Πῆρε ὁ ἀδελφός μου τὸ φουρνόξυλο καὶ τὸν χτυποῦσε καὶ δὲν ἀντιδροῦσε καθόλου. Ἄν δὲν φθάση κανείς, ὅ,τι κάνει, νὰ τὸ κάνη ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο του, κάνει σπατάλη. Ἄν νηστεύη καὶ ἔχη ὑπερήφανο λογισμὸ ὅτι κάτι κάνει, πάει χαμένη ἡ νηστεία του. Εἶναι μετὰ σὰν ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο ποὺ δὲν κρατάει τίποτε. Ρίξε νερὸ μέσα σὲ ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο σιγὰ-σιγὰ φεύγει ὅλο.

Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. 
Λόγοι Δ΄. 

Δημοφιλείς αναρτήσεις