Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Μεγάλε Ἀθανάσιε, πάλι ποῦ θά σέ πᾶνε; μήπως σέ στέλνουν καί νεκρό πάλι σέ ἐξορία;

 

Τῇ Β' τοῦ αὐτοῦ μηνός (Μαΐου), μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου
τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ ΜεγάλουἈρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.  

θανάσιε, ποῦ κομίζῃ; μὴ πάλιν
Καὶ νεκρὸν ἐξόριστον ἐκπέμπουσί σε;
Δευτερίῃ νέκυς Ἀθανασίου ἐξέδυ τύμβου. 
Μεγάλε Ἀθανάσιε, πάλι ποῦ θά σέ πᾶνε;
μήπως σέ στέλνουν καί νεκρό πάλι σέ ἐξορία;
Τό πτῶμα τ’ Ἀθανάσιου βγῆκε ἀπό τό μνῆμα
στίς δυό τοῦ μήνα τοῦ Μαγιοῦ.

 

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΡΓΑ

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΡΓΑ 

 1. ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 2. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 3. ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 4. ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 5. ΠΕΜΠΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 6. ΕΚΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 7. ΕΒΔΟΜΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 8. ΟΓΔΟΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 9. ΕΝΑΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
10. ΔΕΚΑΤΟΣ  ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
11. ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ  ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
12. ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ 


ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Εκδότης: 
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ 
ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ



Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ 
Ἀθανάσιον καὶ θανόντα ζῆν λέγω.
Οἱ γὰρ δίκαιοι ζῶσι καὶ τεθνηκότες. 
Ο άγιος πατήρ ημών Αθανάσιος, στύλος της Ορθοδοξίας και φωστήρ της Οικουμένης, γεννήθηκε από ευσεβείς και ορθοδόξους γονείς το 295, λίγο πριν ξεσπάσει ο μεγάλος διωγμός του Διοκλητιανού (303-313), στην κοσμόπολη της Αλεξάνδρειας, όπου συμβίωναν οι πιο διαφορετικοί λαοί και συμπλέκονταν κάθε λογής λατρείες και θρησκεύματα. Από μικρός δεν αρεσκόταν παρά στα του Θεού και της Εκκλησίας. Μια ημέρα, καθώς έπαιζε στην παραλία με τους συντρόφους του, αναπαριστάνοντας με την μεγαλύτερη σοβαρότητα τις εκκλησιαστικές τελετές, ο Αθανάσιος ετέλεσε, εν είδει επισκόπου, το βάπτισμα παιδιών που ακόμη δεν είχαν δεχθεί του βαπτίσματος. Ο επίσκοπος Αλέξανδρος [29 Μαΐου] το παρατήρησε με θαυμασμό, διακήρυξε την εγκυρότητα του βαπτίσματος και πήρε το παιδί υπό την προστασία του.

Κατά την περίοδο των σπουδών του ο Αθανάσιος έδειξε μέτριο ενδιαφέρον για την θύραθεν γνώση. Προτιμούσε να υφαίνει εν σιωπή τον χιτώνα των αγίων αρετών μελετώντας την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, και αποσύρθηκε για ένα διάστημα στην έρημο κοντά στον άγιο Αντώνιο, του οποίου υπήρξε σε όλη του την ζωή ένθερμος μαθητής. Κατόπιν, επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια, χειροτονήθηκε διάκονος και ξεκίνησε το θεολογικό και ποιμαντικό του έργο. Τότε συνέταξε τα δύο πρώτα έργα του: «Κατά Ελλήνων» και «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου». Αφού καταδίκασε το άτοπο των εθνικών φιλοσοφιών και δοξασιών, έδειξε ότι ο Λόγος του Πατρός δεν είναι μονάχα ο Δημιουργός του κόσμου, η Σοφία και η Πρόνοιά Του, αλλά ότι έγινε Σωτήρ των ανθρώπων που είχαν υποπέσει στην φθορά: «Αυτός έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί» . Κοινωνώντας με τον Χριστό γινόμαστε «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1, 4), γιατί ο Χριστός δεν είναι απλό δημιούργημα, αλλά κατά φύσιν Λόγος του Πατρός, Μονογενής Υιός του Θεού και Θεός, που έγινε άνθρωπος για να μας κάνει θετούς υιούς του Πατρός. Αυτή η απόλυτη πεποίθηση έγινε για τον άγιο σκοπός της ζωής και των αγώνων του. Ακλόνητος υπερασπιστής του δόγματος της θεότητας του Λόγου και της πίστεως προς την Αγία Τριάδα, υπήρξε ο κήρυκας της εν Χριστώ αγιότητος και θεώσεως.

Την εποχή εκείνη, ένας πρεσβύτερος της Αλεξάνδρειας, ο Άρειος, άνθρωπος εριστικός που εμπιστευόταν πιο πολύ την ανθρώπινη λογική παρά την πίστη σε ζητήματα που αφορούν τα θεία Μυστήρια, άρχισε να διασπείρει την αμφιβολία στον λαό, διδάσκοντας ότι ο Λόγος του Θεού δεν είναι αιώνιος, ότι δημιουργήθηκε εν χρόνω και κατά συνέπειαν ότι δεν μπορεί να ονομάζεται Υιός του Θεού παρά μεταφορικά. Εκδιώχθηκε από την Αλεξάνδρεια, κατέφυγε στην Καισάρεια και σκόρπισε γρήγορα την σύγχυση σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, σε βαθμό που ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε να συγκαλέσει μεγάλη Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια (325), για να διατυπώσει και να διακηρύξει με σαφήνεια την θεότητα του Λόγου. Ο άγιος Αθανάσιος, μέλος της συνοδείας του γηραιού επισκόπου Αλεξάνδρου, συμμετείχε στις εργασίες αυτής της Συνόδου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο υπερασπιζόμενος την αλήθεια, προκαλώντας τον θαυμασμό των ορθοδόξων αλλά και το άσπονδο μίσος των αιρετικών. Έκτοτε για όλη του την ζωή ταυτίστηκε με την ομολογία της πλήρους ομοουσιότητος του Λόγου και του Πατρός. Το όνομα Αθανάσιος έγινε συνώνυμο του Δόγματος της Νικαίας, της Ορθοδόξου Πίστεως. Μετά τον θάνατο του αγίου Αλεξάνδρου, το 326, ο φλογερός Αθανάσιος εξελέγη ομόφωνα από τον λαό της Αλεξάνδρειας, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, για να τον διαδεχθεί στον επισκοπικό θρόνο του αγίου Μάρκου. Πρώτη του ενέργεια ήταν να αποκαταστήσει την ενότητα και την ευταξία στην τεράστια επαρχία του, η οποία υπέφερε όχι μόνον από τους αιρετικούς του Αρείου, αλλά και από τους σχισματικούς του Μελιτίου και από την διαφθορά των ηθών και της εκκλησιαστικής ζωής. Επί χρόνια περιόδευσε σε όλες τις επαρχίες της Αιγύπτου μέχρι τα αιθιοπικά σύνορα, κηρύττοντας και χειροτονώντας επισκόπους· απέκτησε έτσι την αγάπη του λαού, ο οποίος τον αισθανόταν σαν πατέρα του. Επισκεπτόταν επίσης τα αναρίθμητα μοναστήρια, την έρημο της Θηβαΐδας, και διέμενε στην Μονή των Ταβεννησιωτών, το μεγάλο μοναστικό συγκρότημα του αγίου Παχωμίου [15 Μαΐου].

Κατά την απουσία του όμως από την Αλεξάνδρεια, οι οπαδοί του Μελιτίου διέδωσαν πλήθος συκοφαντίες εναντίον του και, όταν επέστρεψε, ο Αθανάσιος βρέθηκε να κατηγορείται ότι εξελέγη αντικανονικά, ότι είχε καταχρεώσει την επισκοπή του, ότι μεταχειριζόταν κάθε λογής βία εναντίον των αντιπάλων του και, ιδίως, ότι είχε αναποδογυρίσει και ποδοπατήσει το δισκοπότηρο ενός ιερέα του Μελιτίου. Κατηγορήθηκε επίσης ότι είχε στηρίξει οικονομικά συνωμότες που ραδιουργούσαν κατά του αυτοκράτορα. Ο αρχιεπίσκοπος μετέβη στην Νικομήδεια, όπου βρισκόταν ο αυτοκράτορας, και δεν δυσκολεύθηκε να αποδείξει την αθωότητά του. Μόλις όμως επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε τον οπαδό του Μελιτίου, επίσκοπο Ιψάλας Αρσένιο, και ότι χρησιμοποιούσε το κομμένο χέρι του σε τελετές μαγείας. Ο Αθανάσιος ανακάλυψε τον Αρσένιο στο μοναστήρι που κρυβόταν και η αθωότητά του έλαμψε στο δικαστήριο παρουσιάζοντας το υποτιθέμενο θύμα.

Στο διάστημα αυτό ο Άρειος, που είχε εξορισθεί ύστερα από την Σύνοδο της Νικαίας, κατόρθωσε να κερδίσει την εύνοια του αυτοκράτορα χάρη στον φίλο του Ευσέβιο Νικομηδείας, άνθρωπο της αυλής, πανούργο και δόλιο. Πέτυχε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου διέδιδε την διδασκαλία του στον λαό διά μέσου ασμάτων και αποφθεγμάτων. Ο Αθανάσιος ωστόσο δεν υπέκυπτε και αρνιόταν δυναμικά να δεχθεί τον αιρετικό σε κοινωνία. Το 335, με την ευκαιρία του εορτασμού της τριακονταετηρίδος της βασιλείας του, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε νέα Σύνοδο στην Τύρο της Παλαιστίνης για να αποκατασταθεί η τάξη. Οι περισσότεροι των παρισταμένων επισκόπων είχαν επιλεγεί μεταξύ των πλέον άσπονδων εχθρών του Αθανασίου. Και, όταν ο άγιος παρουσιάσθηκε με σαράντα Αιγύπτιους επισκόπους, απαγόρευσαν την είσοδο στην συνοδεία του και οι οπαδοί του Μελιτίου μπόρεσαν να εκθέσουν με άνεση τις συκοφαντικές τους κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου, με κύριο επιχείρημα ότι είχε εμποδίσει τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης με σιτάρι. Παρουσίασαν μάλιστα και μια γυναίκα που ισχυριζόταν ότι την είχε βιάσει. Ο Αθανάσιος είπε σ’ έναν φίλο του να πλησιάσει αντί γι’ αυτόν και πάραυτα η γυναίκα, που δεν είχε δει ποτέ της τον άγιο, διακήρυξε ότι αναγνώρισε τον βιαστή της, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο την απάτη. Ήταν ολοφάνερο ότι οι αντίπαλοι μηχανεύονταν πάση θυσία την εξόντωσή του. Έξω το πλήθος, ερεθισμένο δολίως, κραύγαζε αποκαλώντας τον μάγο, άξεστο και ανάξιο. Ο Αθανάσιος επέλεξε την συνετότερη στάση: αναχώρησε κρυφά για την Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε δικαίωση από τον Κωνσταντίνο, σταματώντας τον την ώρα που εκείνος έκανε περίπατο με το άλογο. Παρά την υποστήριξη του λαού της Αλεξάνδρειας και τις επιστολές του αγίου Αντωνίου προς τον αυτοκράτορα, ο άγιος εξορίσθηκε (335-337) στα Τρέβηρα (σημ. Τρίερ στην Γερμανία), πρωτεύουσα της Γαλατίας. Αποκατέστησαν επίσημα τον Άρειο στην Εκκλησία και ο αυτοκράτορας επηρεασμένος από τον Ευσέβιο διέταξε να συλλειτουργήσει ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως με τον αιρετικό. Ο ασεβής Άρειος, όμως, χτυπήθηκε από την θεία δικαιοσύνη και πέθανε με ειδεχθή τρόπο, ακριβώς πριν την Λειτουργία, όταν τα εντόσθιά του χύθηκαν έξω, την στιγμή κατά την οποία είχε πάει για σωματική του ανάγκη.

Δύο χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνσταντίνος Β΄ επανέφερε τον άγιο από την εξορία και ο Αθανάσιος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, περνώντας από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και την Αντιόχεια για να στερεώσει εκεί την Ορθόδοξη Πίστη. Η είσοδός του στην Αλεξάνδρεια (23 Νοεμβρίου 337), χαιρετήθηκε από σύσσωμο τον κλήρο και τον λαό. Όμως, ο Ευσέβειος Νικομηδείας και οι οπαδοί του Αρείου δεν παραιτήθηκαν. Ξανάρχισαν πάραυτα τις συκοφαντίες τους, χαρακτηρίζοντας αντικανονική την αποκατάσταση του Αθανασίου στον επισκοπικό θρόνο. Μία Σύνοδος των ομολογητών της Πίστεως που συνεκλήθη στην Αλεξάνδρεια (338), εξασφάλισε τον άγιο την ομόφωνη υποστήριξη όλων των επισκόπων της Αιγύπτου· ο άγιος Αντώνιος αποφάσισε να έλθει ο ίδιος από την μακρινή του έρημο στην Αλεξάνδρεια για να υποστηρίξει τον επίσκοπο, με την μαρτυρία του λόγου και των θαυμάτων του. Οι αρειανοί συνεκάλεσαν την δική τους σύνοδο στην Αντιόχεια και επιχείρησαν να εγκαταστήσουν με την βία στον θρόνο της Αλεξάνδρειας κάποιον Γρηγόριο Καππαδόκη και να αποσπάσουν τους ναούς από τους ορθοδόξους (339). Η πόλη ολόκληρη είχε γίνει θέατρο συμπλοκών και ταραχών, οπότε ο Αθανάσιος αποφάσισε να αποσυρθεί προσωρινά για να εμποδίσει την εξάπλωση του κακού και κατέφυγε στην Ρώμη, αφού προηγουμένως εμψύχωσε τους κληρικούς του και τους παρότρυνε να μείνουν ενωμένοι ενάντια στον εγκάθετο ιεράρχη.

Ο πάπας Ιούλιος τον υποδέχθηκε εγκάρδια και παρείχε κάθε υποστήριξη σε εκείνον που δεν ήταν απλώς ένας εξόριστος επίσκοπος, αλλά είχε καταστεί υπέρμαχος της Ορθοδοξίας. Συνεκάλεσε Σύνοδο, η οποία τον ανακήρυξε μοναδικό νόμιμο επίσκοπο Αλεξανδρείας και αναγνώρισε την αθωότητά του έναντι των γελοίων κατηγοριών που είχαν εκτοξευθεί εναντίον του. Στην Ρώμη ο Αθανάσιος βρήκε και άλλους εξόριστους ομολογητές, όπως τον άγιο Παύλο Κωνσταντινουπόλεως [6 Νοεμ.]. Εξακολούθησε να διοικεί την επισκοπή του δι’ αλληλογραφίας και συνέβαλε τα μέγιστα στην άνθηση του Μοναχισμού στην Δύση, γνωστοποιώντας τον βίο του αγίου Αντωνίου και των ασκητών της Αιγύπτου.

Το 343, οι δύο αυτοκράτορες Κωνστάντιος (Ανατολή) και Κώνστας (Δύση) αποφάσισαν να συγκαλέσουν μια μεγάλη Σύνοδο στην Σαρδική (σημ. Σόφια) για να λυθεί το ζήτημα του θρόνου της Αλεξάνδρειας και να συμφωνηθεί μια ομολογία Πίστεως. Οι επίσκοποι της Ανατολής είχαν βέβαια απορρίψει τον Άρειο, αλλά επέμεναν να αρνούνται τον όρο «ομοούσιος». Χωρίς να λένε ανοικτά ότι ο Υιός του Θεού είναι κτίσμα, αρνούνταν ωστόσο να ομολογήσουν την πλήρη κατά φύσιν ταύτισή Του με τον Πατέρα. Όλη τους η αντίθεση εναντίον του δόγματος της Συνόδου της Νικαίας αποκρυσταλλωνόταν ουσιαστικά στο πρόσωπο του Αθανασίου: απαιτούσαν, ως προϋπόθεση για την σύγκληση της Συνόδου, να μην παρίσταται ο επίσκοπος Αλεξανδρείας, και εγκατέλειψαν επιδεικτικά την πόλη, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο αυτοκράτορας της Ανατολής Κωνστάντιος, καθώς είχε προσχωρήσει στους οπαδούς του Αρείου, παρεμπόδισε την αποκατάσταση των εξορίστων, επικύρωσε την ανάρρηση του Γρηγορίου στον θρόνο της Αλεξάνδρειας, καταδίωξε τους ορθοδόξους και σκόρπισε τον τρόμο σε όλη την αυτοκρατορία.

Μετά τον θάνατο του Γρηγορίου, ο Κωνστάντιος πρότεινε επανειλημμένα στον άγιο που διέμενε στην Ακουηλία να αναλάβει εκ νέου τον θρόνο του. Τέλος, ύστερα από πιέσεις του Κώνστα, του πάπα και των αξιωματούχων της αυλής, ο Αθανάσιος δέχθηκε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, περνώντας από την Αντιόχεια, όπου ο αυτοκράτορας τον διαβεβαίωσε για την υποστήριξη και τον θαυμασμό του, την Καισάρεια και τα Ιεροσόλυμα. Μπαίνοντας στην Αλεξάνδρεια, ύστερα από εξορία πλέον των έξι χρόνων, στις 21 Οκτωβρίου του 346, τον υποδέχθηκε μέγα πλήθος, που μαζεύτηκε σαν μελίσσι από όλες τις γωνιές της Αιγύπτου και τον επευφημούσε με βάγια, ύμνους και χορούς, όπως τον Χριστό όταν εισήλθε στα Ιεροσόλυμα. Στο πρόσωπο του Αθανασίου ήταν ο Ίδιος ο Χριστός παρών στην ειρηνευμένη Εκκλησία Του. Επί μία δωδεκαετία ο άγιος ιεράρχης μπόρεσε να αφοσιωθεί στο πνευματικό του ποίμνιο, στην ανάπτυξη του Μοναχισμού και στο ιεραποστολικό έργο σε πρόσφατα εκχριστιανισθείσες περιοχές, όπως η Αιθιοπία, όπου απέστειλε τον άγιο Φρουμέντιο [30 Νοεμ.].

Δυστυχώς η νίκη αυτή της Ορθοδοξίας δεν κράτησε πολύ. Το 353, ο Κωνστάντιος ανέλαβε ως μόνος αυτοκράτορας και περιήλθε εκ νέου στην επιρροή των αρειανών οι οποίοι εξαπέλυσαν, με ακόμη μεγαλύτερο μίσος, επίθεση κατά της Συνόδου της Νικαίας και του προσώπου του Αθανασίου. Ο αυτοκράτορας καταδίκασε τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και, απειλώντας με εξορία τους δυτικούς επισκόπους που έως τότε παρέμεναν πιστοί στην Ορθοδοξία, τους ανάγκασε να επικυρώσουν την καθαίρεση του αγίου (Μιλάνο 355). Ο πάπας Λιβέριος και ο Όσιος, επίσκοπος Κορδούης, ηλικίας εκατό ετών τότε, διαμαρτυρήθηκαν. Τους εξόρισαν χωρίς δισταγμό, καθώς και τον άγιο Ιλάριο Πικταβίου [13 Ιαν.]. Δεν έμεινε πια παρά να προβούν στην εκδίωξη του Αθανασίου τον οποίο προστάτευε ολόκληρος ο λαός στης Αλεξάνδρειας.

Την νύχτα της 8ης Φεβρουαρίου του 356, ο διοικητής Συριανός, επικεφαλής περισσοτέρων των πέντε χιλιάδων στρατιωτών, περικύκλωσε τον ναό του αγίου Θεωνά, όπου πλήθος χριστιανών είχε συγκεντρωθεί για να τελέσει αγρυπνία. Εν μέσω κραυγών και αναστάτωσης ο Αθανάσιος παρέμενε ακλόνητος στην καθέδρα του και γύρω του οι πιστοί σε πυκνές σειρές, έτοιμοι να πεθάνουν για να υπερασπίσουν τον ποιμενάρχη τους. Τέλος, οι φίλοι του τον έσυραν -παρά την θέλησή του- έξω από τον ναό και τον έπεισαν να φύγει στην έρημο. Γρήγορα ξέσπασαν ταραχές εναντίον των αρχών σε ολόκληρη την πόλη. Οι στρατιώτες έσφαζαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ατίμαζαν αφιερωμένες παρθένες, λεηλατούσαν και βεβήλωναν τόπους λατρείας. Δόθηκε διαταγή να διωχθεί ο Αθανάσιος ως στασιαστής και να τιμωρείται αυστηρά όποιος του παρείχε άσυλο. Διωκόμενος συνεχώς, ο άγιος Αθανάσιος αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο κατοικίας. Την πιο σταθερή υποστήριξη και την πιο πρόθυμη φιλοξενία την βρήκε κυρίως κοντά στους μοναχούς. Έζησε έξι ολόκληρα χρόνια (356-362) ως φυγάς, στηρίζοντας την Ορθόδοξη Πίστη με δεκάδες θεολογικά συγγράμματα, εγκυκλίους και επιστολές στους επισκόπους όλου του κόσμου. Στην Αλεξάνδρεια είχε ενθρονισθεί ως επίσκοπος ο Γεώργιος Καππαδόκης, ένας άνθρωπος άπληστος, βίαιος και αδίστακτος, ο οποίος γρήγορα αιματοκύλησε όλη την Αίγυπτο για να καθυποτάξει τους ορθόδοξους. Εξόρισε επισκόπους, καταδίκασε σε καταναγκαστικά έργα όσους έρχονταν σε επαφή με τον Αθανάσιο, απαγόρευσε τις συνάξεις των πιστών, διέταξε να γδάρουν και να καύσουν ζωντανούς όλους όσοι δεν υποτάσσονταν. Μετά από έναν χρόνο θηριωδίας, ο λαός της Αλεξάνδρειας απηυδισμένος εξεγέρθηκε και τον ανάγκασε να τραπεί σε φυγή (358).

Η κατάσταση της Εκκλησίας ήταν τότε περισσότερο τραγική από κάθε άλλη φορά. Όλες οι φωνές που μπόρεσαν να υψωθούν υπέρ της Ορθοδοξίας και εναντίον των αυτοκρατορικών παρεμβάσεων στα εκκλησιαστικά είχαν δυστυχώς σωπάσει. Οι επισκοπικές έδρες ήσαν κενές ή είχαν καταληφθεί από αιρετικούς. Καθώς απολάμβαναν της εύνοιας του αυτοκράτορα, οι αρειανοί αποθρασύνθηκαν και επιχείρησαν να επιβάλουν όρους πίστεως ακόμη πιο ακραίους, αρνούμενοι απολύτως την θεότητα του Υιού και κάθε ομοιότητά Του με τον Πατέρα (Αέτιος, Ευνόμιος). Οι επίσκοποι της Ανατολής ήσαν οι περισσότεροι μετριοπαθείς και απλώς ανησυχούσαν για τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των δύο Προσώπων που θα μπορούσε να φέρει ο όρος «ομοούσιος»· ευαισθητοποιήθηκαν και διακήρυξαν (Βασίλειος Αγκύρας) ότι ο Υιός είναι της ομοίας ουσίας («ομοιούσιος») με τον Πατέρα. Κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τον Κωνστάντιο, να τον πείσουν να καταδικάσει τους ακραίους αρειανόφρονες και να ανακαλέσει από την εξορία τον πάπα Λιβέριο. Ο άγιος Αθανάσιος και ο επίσκοπος Πικταβίου άγιος Ιλάριος επωφελήθηκαν αυτή την ανάπαυλα επιδιώκοντας την καταλλαγή. Συνεκλήθησαν δύο Σύνοδοι, στο Ρίμινι για την Δύση και στην Σελεύκεια για την Ανατολή (359), για να συμφωνήσουν σε μια κοινή διατύπωση Πίστεως, η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει τους ορθοδόξους της Νικαίας και τους ομοιουσιανούς. Την επόμενη χρονιά όμως, στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, ο αυτοκράτορας επέβαλε πεισματικά και πάλι την διδασκαλία του Αρείου, καλυμμένη κάτω από μια αόριστη και δόλια διατύπωση («όμοιος») και την επέβαλε διά της βίας σε όλη την αυτοκρατορία. Ο άγιος Μελέτιος Αντιοχείας [12 Φεβρ.] και όλοι οι ορθόδοξοι ιεράρχες εξορίσθηκαν. Η αίρεση θριάμβευσε παντού. «Η γη ολόκληρη οδυνόταν, ξαφνιασμένη που είχε γίνει αρειανή», έγραψε ο άγιος Ιερώνυμος [15 Ιουν.]. Όμως ο Κύριος αγρυπνεί για την Εκκλησία Του και κατασίγασε την καταιγίδα την στιγμή που η καταστροφή έμοιαζε αναπόφευκτη.

Το 361, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης σφετερίσθηκε την εξουσία και αμέσως επέβαλε με διάταγμα την ανεξιθρησκία. Ο Αθανάσιος μπόρεσε τότε να εξέλθει από την έρημο και να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου συνεκάλεσε σε Σύνοδο όλους τους διασκορπισμένους για χρόνια Ομολογητές της Πίστεως. Κατά την Σύνοδο αυτή διακηρύχθηκε η θεότητα του Αγίου Πνεύματος, που κι αυτήν με την σειρά της είχαν αρχίσει να προσβάλλουν οι αιρετικοί . Η ανεξιθρησκία όμως δεν κράτησε πολύ. Ο αυτοκράτορας έδειξε γρήγορα τις αληθινές του προθέσεις και εξαπέλυσε άγριο διωγμό με την ελπίδα να αποκαταστήσει την λατρεία των ειδώλων. Ακολουθώντας συμβουλές μάγων και μάντεων, ο Ιουλιανός έστειλε στρατό για να δολοφονήσει τον στύλο και υπέρμαχο της Ορθοδοξίας, τον Αθανάσιο. Όμως, προστατευμένος από την Χάρη του Θεού, ο άγιος μπόρεσε για μια ακόμη φορά να διαφύγει από τον περικυκλωμένο ναό και να ανέβει με πλοίο τον Νείλο προς την Θηβαΐδα. Οι άνθρωποι του αυτοκράτορα τον καταδίωξαν· την στιγμή που φάνηκε στον ορίζοντα το πλοίο τους, ο Αθανάσιος πρόσταξε τον έκπληκτο καπετάνιο του πλοίου στο οποίο επέβαινε, να ανακρούσει πρύμνα και να κινηθεί προς το μέρος τους. Όταν έφθασε κοντά τους, οι στρατιώτες τούς φώναξαν: «Μήπως είδατε τον Αθανάσιο;». Εκείνος αποκρίθηκε αλλάζοντας την φωνή του: «Ναι, μόλις τον συναντήσαμε. Βιαστείτε!». Και καθώς κωπηλατούσαν με δύναμη, ο άγιος μπόρεσε να συνεχίσει αλλάζοντας δρόμο. Έμεινε πάνω από έναν χρόνο στην Θηβαΐδα με την ήρεμη και παρηγορητική συναναστροφή των μοναχών του αγίου Παχωμίου, έως τον θάνατο του Παραβάτη (363).

Μόλις ανέβηκε στον θρόνο ο ορθόδοξος Ιοβιανός, έλαβε μέτρα για να στηρίξει την Πίστη. Προσκάλεσε τον Αθανάσιο στην Αντιόχεια για να λύσει το πρόβλημα που αφορούσε αυτή την εκκλησιαστική έδρα. Ο πρόωρος θάνατός του όμως άφησε την θέση στον ασεβή Ουάλεντα, ο οποίος επανέφερε με μεγαλύτερη αγριότητα την πολιτική του Κωνστάντιου. Διέταξε να εξορισθούν πάλι όλοι οι αρχιερείς που είχε ανακαλέσει ο Ιοβιανός. Ο Αθανάσιος κρύφθηκε τότε για τέσσερις μήνες σ’ ένα κοιμητήριο στα προάστεια της Αλεξάνδρειας, για να ξεφύγει από την καταδίωξη του διοικητή της πόλης Τατιανού. Ο αυτοκράτορας τελικά ανέστειλε τον διωγμό και διέταξε την αποκατάσταση του μεγάλου ιεράρχη. Ο λαός χαρούμενος έτρεξε από παντού μέχρι το κρησφύγετο του αγίου για να τον μεταφέρει θριαμβευτικά στην έδρα του (1 Φεβρ. του 366) και ήταν στο εξής αποφασισμένος να φυλάξει πάση θυσία τον ποιμένα του. Ύστερα από τόσους διωγμούς, απειλές, εξορίες και θλίψεις, ο άγιος μπόρεσε να απολαύσει ήσυχα τα τελευταία χρόνια του βίου του, περιβαλλόμενος από την αγάπη των πιστών του και τον θαυμασμό όλου του κόσμου. Παρέδωσε το λάβαρο της Ορθοδοξίας στον Μέγα Βασίλειο, ώστε να συνεχίσει τον μεγάλο αγώνα για το Δόγμα της Αγίας Τριάδος, αγώνα που ήρθε σε πέρας με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (381).

Ο άγιος Αθανάσιος παρέδωσε την μεγάλη αποστολική του ψυχή στις 2 Μαΐου του 373 σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, πεπεισμένος ότι έφερε σε πέρας τον καλόν αγώνα για την πίστη, την δικαιοσύνη, την αγάπη. Εξορίστηκε πέντε φορές και, από τα σαράντα έξι χρόνια της αρχιερωσύνης του, δεκαέξι χρόνια βρισκόταν μακριά από το ποίμνιό του. Ποτέ όμως δεν έπαυσε να είναι ο «επίσκοπος», δηλαδή ο «επιβλέπων», ανεπίληπτος υπερασπιστής της Πίστεως και ζώσα εικόνα του Χριστού, του Μεγάλου Αρχιερέα της ημών αιωνίου σωτηρίας. Η σταθερότητα και η ανένδοτη δράση του σε δογματικά ζητήματα δεν εμπόδιζαν διόλου αυτόν τον γενναίο στρατιώτη του Χριστού να είναι ο ταπεινός, πράος και οικτίρμων ποιμήν των πνευματικών του προβάτων, ο φιλομόναχος, ο πατέρας των ορφανών, ο βοηθός των πτωχών. Με τον θείο Λόγο που ενοικούσε μέσα του, «γινόταν τα πάντα τοις πάσι» (Α΄ Κορ. 9, 22). Τιμήθηκε αμέσως από ολόκληρη την Εκκλησία, ισάξιος με τους Πατριάρχες, τους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Μάρτυρες.

Την ίδια αυτή ημέρα, η αγία Εκκλησία συνδέει την μνήμη του αγίου Αθανασίου με εκείνην του διαδόχου του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, του φλογερού αγίου Κυρίλλου (412-444). Όπως έλαμψε ο Αθανάσιος ως υπερασπιστής της θεότητος του Λόγου, έτσι κι αυτός ανάλωσε τις δυνάμεις του για να υποστηρίξει το χριστολογικό δόγμα, έναντι του ασεβούς Νεστορίου. Κατέδειξε ότι ο Λόγος του Θεού, ομοούσιος τω Πατρί, όπως ομολογήθηκε από τον Αθανάσιο, προσέλαβε αληθώς την ανθρώπινη φύση στο Πρόσωπό Του ώστε να γίνει κοινωνός της θείας φύσεώς Του. Χάρη στον Αθανάσιο και τον Κύριλλο, μπορούμε να ομολογούμε την πίστη μας στον Ιησού Χριστό, Μονογενή Υιό και Λόγο του Πατρός, τον Ένα της Αγίας Τριάδος, ο οποίος έγινε άνθρωπος άνευ αλλοιώσεως, και γνωρίζεται, αγαπάται και λατρεύεται σε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, διά του Οποίου και εν τω Οποίω αγόμεθα προς τον Πατέρα, διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Το μακάριο τέλος του Μεγάλου Αντωνίου - Μέγας Αθανάσιος


 

 Το μακάριο τέλος του Μεγάλου Αντωνίου

Αξίζει τώρα να σας εξιστορήσω και να σας πω να μάθετε, καθώς πολύ το επιθυμείτε, και ποιο ήταν το τέλος της ζωής του, ένα τέλος όντως αξιοζήλευτο! Συνήθιζε να επισκέπτεται κατά καιρούς τους μοναχούς, που ασκήτευαν στο έξω βουνό. Στο μεταξύ η αγάπη του Θεού τον πληροφόρησε, ότι έφτασε η ώρα που θα τον καλέσει κοντά του. Και τότε επισκέφτηκε τους αδελφούς και τους είπε: «Αυτή η επίσκεψη είναι η τελευταία. Δεν ξέρω αν σας ξαναδώ σ’ αυτή τη ζωή και πάλι. Άλλωστε κοντεύω εκατόν πέντε χρονών, και είναι πλέον καιρός να πεθάνω». Κι εκείνοι σαν το άκουσαν, έκλαιγαν, τον αγκάλιαζαν, και τον κατασπάζονταν. Αυτός όμως έδειχνε να σηκώνει άγκυρα από την ξενιτιά για μισεμό στην αληθινή πατρίδα του. 
Τους μίλησε, λοιπόν, γεμάτος χαρά, τους έδωσε τις τελευταίες συμβουλές και νουθεσίες και είπε: «Να μη σας πιάνει απογοήτευση από τις δυσκολίες του ασκητικού αγώνα και παραμελείτε την πνευματική προσπάθεια. Να ζείτε σαν να είναι να πεθάνετε την ίδια αυτή μέρα, σαν να κάνετε και πάλι αρχή. Να φυλάγετε την ψυχή σας καθαρή από λογισμούς ρυπαρούς, και να προσπαθείτε να ακολουθείτε το παράδειγμα των αγίων. Να μην πλησιάζετε τους σχισματικούς Μελιτιανούς, που γνωρίζετε ποια είναι η σκοτεινή και βέβηλη πρόθεσή τους. Να μην έχετε την παραμικρή εκκλησιαστική κοινωνία με τους οπαδούς του Αρείου, που η ασέβειά τους είναι πια γνωστή σε όλους. Αν δείτε να τους υποστηρίζουν κάποιοι δικαστές, να μην χάνετε την ψυχραιμία σας, η δύναμή τους είναι εφήμερη, πρόσκαιρη, θα περάσει. Να φυλάγετε την ψυχή σας καθαρή, να ακολουθείτε πιστά την παράδοση των Πατέρων, πρώτιστα και πάνω απ’ όλα την ορθή πίστη στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, όπως τη διδάσκουν οι Γραφές, και όπως εγώ όχι λίγες φορές σας έχω εξηγήσει». 
Οι αδελφοί τότε τον παρακάλεσαν πολύ και τον πίεσαν να μείνει να πεθάνει κοντά τους, μα εκείνος σιωπούσε, και έδειχνε πως δε συμφωνεί για πολλούς λόγους, κυρίως όμως για τον εξής συγκεκριμένα. Όταν πεθαίνει κάποιος σπουδαίος άνθρωπος, ιδιαίτερα ένας άγιος μάρτυρας, οι Αιγύπτιοι συνηθίζουν να τον κηδεύουν, αλλά να μη τον θάβουν στη γη αμέσως. Καλύπτουν το σώμα του με τα σάβανα, τον τοποθετούν σε σκαμνιά, και τον κρατούν στο σπίτι πιστεύοντας ότι έτσι τον τιμούν πιο πολύ. Ο Αντώνιος διαφωνούσε από καιρό μ’ αυτή τους τη συνήθεια, και είχε παρακαλέσει τον Επίσκοπο να εξηγήσει στο λαό, ότι δεν είναι σωστό αυτό που κάνουν. Είχε ελέγξει μάλιστα τους λαϊκούς και είχε μαλώσει τις γυναίκες λέγοντας, πως αυτό δεν είναι ούτε ιερό, ούτε πρέπον. Κι ακόμα ότι τα σώματα των πατριαρχών και των προφητών είναι σήμερα στα μνήματά τους, και πως το Σώμα του Κυρίου είχε ταφεί, και είχε τεθεί στην είσοδο του τάφου εκείνη η μεγάλη πέτρα, αυτή που το κράτησε κρυμμένο μέχρι της Ανάστασης την τρίτη μέρα. 
Λέγοντάς τους αυτά, τους έδωσε να καταλάβουν, ότι εκείνος που δε θάβει τα σώματα των νεκρών στη γη, έστω κι αν είναι άγια, παραβαίνει τον κανόνα της Εκκλησίας, γιατί, εξηγούσε κι έλεγε, και αυτό το Σώμα του Κυρίου το ανώτερο και αγιότερο από όλα τέθηκε σε τάφο. Από τότε πολλοί είναι που σεβάστηκαν αυτή τη διδαχή του, και έθαβαν τους νεκρούς τους στο χώμα, και ευχαριστούσαν τον Κύριο γι’ αυτή την καλή συμβουλή του. 
Επειδή, λοιπόν, ήξερε αυτή τη συνήθεια, υποχρέωσε τους μοναχούς του έξω βουνού να του υποσχεθούν, ότι δε θα κάνουν τα ίδια με το δικό του σώμα, και έφυγε αμέσως. Ήρθε και πάλι στη σκήτη του, στο μέσα βουνό, κι έπεσε άρρωστος μετά από μερικούς μήνες. Κάλεσε τότε τους δυο μοναχούς, που απ’ όταν πια είχε γεράσει πολύ-κοντά δεκαπέντε χρόνια-έμεναν κι ασκήτευαν εκεί κοντά για να τον βοηθούν, και τους είπε: «Εγώ, όπως λέει στην Π. Διαθήκη ο Ιησούς του Ναυή, από σήμερα μπαίνω στο δρόμο που παίρνει όλος ο κόσμος, όπωςβλέπω, με καλεί ο Κύριος. Εσείς οφείλετε να έχετε ξεκαθαρισμένη κρίση, να μην αφήσετε να πάει χαμένος ο ασκητικός αγώνας τόσων χρόνων. Να φροντίζετε να ανανεώνετε το ζήλο σας, ζώντας πάντα με την αίσθηση ότι κάνετε νέα αρχή την κάθε μέρα. Να μην ξεχνάτε ούτε λεπτό αυτό που γνωρίζετε, ότι οι δαίμονες θέλουν το κακό σας, και είναι άγριοι, αλλά όπως επίσης πολύ καλά γνωρίζετε, μπρος στη δύναμη του Χριστού ασθενικοί και ανίσχυροι. Να μη τους φοβάστε καθόλου, να αναπνέετε πιο πολύ αέρα Χριστού, και να πιστεύετε βαθιά σ’ Εκείνον. Να ζείτε σαν να πεθαίνετε καθημερινά, να προσέχετε τους εαυτούς σας, και να ακολουθείτε τις συμβουλές που ακούσατε από μένα. Να μην έχετε την παραμικρή εκκλησιαστική κοινωνία με τους σχισματικούς και τους οπαδούς του Αρείου. Γνωρίζετε, άλλωστε, με πόση προσοχή τους απέφυγα κι εγώ, εξαιτίας της αντίχριστης και αντορθόδοξης αίρεσής τους. Φροντίστε να έχετε πάντοτε στενό σύνδεσμο μεταξύ σας, πριν βέβαια και πάνω από όλα με τον Κύριο, κατόπιν με τους αγίους, για να σας δεχτούν κι αυτοί μετά το θάνατο στις αιώνιες σκηνές ως γνωστούς και φίλους. Αυτά να σκέπτεστε συνεχώς, αυτά να αποτελούν το φρόνημά σας. 
Τώρα, αν κρατάτε το ενδιαφέρον σας για μένα, αν με σέβεστε και με τιμάτε ως πατέρα σας, να μην αφήσετε να πάρουν κάποιοι το σώμα μου στην Αίγυπτο, μήπως και το τοποθετήσουν στα σπίτια. Εγώ ήρθα κι έζησα ασκητής στο βουνό, κι επιθυμώ να ταφώ εδώ πάνω. Γνωρίζετε άλλωστε πόσο αυστηρό έλεγχο ασκούσα πάντοτε σε όσους το έκαναν αυτό, και πόσο έντονα παράγγελνα να παρατήσουν αυτή τη συνήθεια. Παρακαλώ, λοιπόν, να κηδέψετε το σώμα μου και να το θάψετε στο χώμα. Μάλιστα, έχετε από μένα εντολή, που επιθυμώ να τηρήσετε αυστηρά, κανένας εκτός από σας τους δυο να μη γνωρίζει τον τόπο, που θα το έχετε θάψει. Γιατί περιμένω εγώ κατά την Ανάσταση των νεκρών να το λάβω πάλι άφθαρτο από τον Κύριο και Σωτήρα! 
Τα ρούχα μου να τα μοιράσετε κατά την ακόλουθη τάξη. Στον Επίσκοπο Αθανάσιο να δώσετε τη μια μου μηλωτή κι εκείνο το ρούχο που είχα για στρώμα, αυτό που εκείνος μου χάρισε καινούργιο, κι εγώ του το παραδίδω παλιωμένο. Και στον Επίσκοπο Σεραπίωνα να δώσετε την άλλη μηλωτή, ενώ εσείς να κρατήσετε το τρίχινο ένδυμά μου. Λοιπόν, παιδιά μου, να προσέχετε πολύ και να φυλάγεστε από το κακό! Ο Αντώνιος μεταβαίνει στην άλλη ζωή, δεν είναι πια μαζί σας». 
Μόλις τέλειωσε το λόγο του, οι αδελφοί τον ασπάστηκαν. Κι εκείνος θεωρώντας πως τον είχαν επισκεφτεί φίλοι, άπλωσε τα πόδια του, κι έπεσε να ησυχάσει γεμάτος χαρά, που ήταν κοντά του. Μια χαρά που έλαμπε στο πρόσωπό του, καθώς ήταν ξαπλωμένος, αυτή με την οποία έσβησε, και προστέθηκε στη μεγάλη χορεία των Πατέρων της Εκκλησίας.  
Εκείνοι τότε κατά την εντολή που τους έδωσε, τύλιξαν με τα εντάφια το σώμα του, το κήδεψαν και το έθαψαν στη γη, σε μέρος που κανείς δεν ήξερε, παρά μόνο οι δύο τους. Και καθένας από μας που έλαβε από μια μηλωτή του Αντωνίου, και το ρούχο του το τριμμένο, τα φυλάει αυτά σαν θησαυρό μεγάλο όντως, καθώς και μόνο που τα θωρεί, είναι σαν να βλέπει τον Αντώνιο ζωντανό κοντά του. Κι όταν τα ντύνεται και τα φορεί, είναι σαν να τηρεί με προθυμία και χαρά τις συμβουλές του! 
Αυτό ήταν το τέλος της επίγειας ζωής του Αντωνίου, αυτή η αρχή και το τέλος της ασκητικής πορείας του. Και παρά το ότι η έκθεση είναι πολύ μικρή μπρος στη μεγάλη αρετή του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δίνει κάποια αφορμή να αναλογιστείτε κι εσείς, τι και ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο άνθρωπος του Θεού Αντώνιος, αυτός που από τη νεαρή του ηλικία ως τα βαθύτατα γεράματα ακολούθησε την ασκητική ζωή με αμείωτο ζήλο και μεγάλη προθυμία. Και ούτε τα γεράματα τον έκαναν να νικηθεί από την ανάγκη για καλύτερη τροφή, ούτε η απ’ αυτά εξάντληση να αλλάξει ρούχα, ή να επιθυμήσει να πλύνει και τα πόδια του ακόμα. 
Και όμως έμεινε ως το τέλος γερός σε όλα. Είχε τα μάτια του ακέραια και γερά, κι έβλεπε καλά ως το τέλος. Κανένα δόντι του δεν έπεσε, μόνο λόγω της μεγάλης του ηλικίας είχαν χαλάσει κάτω από τα ούλα. Είχε γερά τα πόδια του και τα δυο του χέρια. Και πιο γενικά, από όσους έχουν τη δύναμη και δυνατότητα να απολαμβάνουν τις ποικίλες τροφές, και τα λουτρά, και να χρησιμοποιούν κάθε εποχή διαφορετικά ρούχα, αυτός ξεχώριζε για τη ζωντάνια και τη δύναμη της αντοχής του. 
Τώρα το ότι η φήμη του διαθρυλήθηκε παντού, το ότι τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν όλοι, ακόμα κι αυτοί που δεν τον είχαν δει ποτέ, οφείλεται στη μεγάλη αρετή του και τη θεοφιλή ψυχή του. Ο Αντώνιος δεν έγινε γνωστός μέσα από θεολογικές συγγραφές, ούτε από ευρύτερες σπουδές και γνώσεις, ούτε από τυχόν επιδόσεις του σε κάποια τέχνη, αλλά από μόνη την ευσέβεια και την αφοσίωσή του στο Θεό. Και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, ότι αυτό είναι Θεού δώρο. Γιατί πώς αλλιώς θα εξηγήσει κανείς, ότι ενώ ήταν χωμένος, χαμένος κυριολεκτικά κι ασκήτευε μακριά στις ερημιές και στο βουνό απάνω, έγινε ξακουστός στην Ισπανία, τη Γαλλία, τη Ρώμη και την Αφρική, αν δεν ήταν μαζί του ο Θεός, αυτός που κάνει γνωστούς τους δικούς του ανθρώπους παντού, όπου κι αν βρίσκονται, καθώς το είχε υποσχεθεί στον Αντώνιο από την αρχή ακόμα. Κι αν ακόμα αυτοί εργάζονται αθόρυβα, και επιδιώκουν να περνούν απαρατήρητοι, ο Κύριος βρίσκει τον τρόπο να τους προβάλλει ως φωτεινά παραδείγματα για όλους, για να καταλαβαίνουν όσοι μαθαίνουν γι’ αυτούς, ότι οι εντολές του Κυρίου είναι κατορθωτές, και να αποκτούν το ζήλο που χρειάζεται της αρετής ο δρόμος! 
Αυτά που σας έγραψα, να τα διαβάσετε, παρακαλώ, και στους άλλους αδελφούς, για να μάθουν ποιος οφείλει να είναι ο μοναχικός βίος, και να πεισθούν, ότι ο Κύριός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός δοξάζει όσους τον δοξάζουν με τη ζωή τους! Και ότι, όσους τον ακολουθούν υπάκουα και ταπεινά ως το τέλος, δεν τους οδηγεί μόνο στη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά και σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, ακόμα κι αν κρύβονται, κι αν σπεύδουν σε ασκητική αναχώρηση χωμένοι και χαμένοι στις ερημιές, τα βουνά και τα δάση, τους κάνει παντού γνωστούς και ξακουστούς τόσο για την αρετή τους, όσο και για το πνευματικό όφελος των άλλων. 
Αν χρειαστεί, να μη διστάσετε να τα διαβάσετε και σε ειδωλολάτρες. Μπορεί έτσι να καταλάβουν ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, είναι Θεός και Υιός του Θεού. Και ότι, όσοι τον λατρεύουν ειλικρινά και του εμπιστεύονται με αφοσίωση τη ζωή τους, με άλλα λόγια οι αληθινοί χριστιανοί, εκείνους που οι ειδωλολάτρες θεωρούν θεούς, μπορούν να αποδείχνουν ότι δεν είναι θεοί. Μπορούν ακόμα να τους αποδιώχνουν και να τους καταπατούν ως πλάνους και διαφθορείς των ανθρώπων, με τη δύναμη του Ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν ! 
Υπό του εν αγίοις πατρός ημών 
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

Νεοελληνική απόδοση
Υπό
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗ

Είναι θαυμάσιο, έλεγε, να μην μπορεί ο ήλιος να μας κατηγορήσει για κακίες ημερινές και το φεγγάρι για αμαρτίες ή και απλούς πονηρούς λογισμούς της νύχτας.

 

55. Σταλαγματιές ασκητικής εμπειρίας. 
Λίγες ημέρες αργότερα αναχώρησε πάλι για την ασκητική καλύβα του, εκεί στο βουνό απάνω. Τώρα όμως είχαν αλλάξει τα πράγματα, καθώς τον επισκέπτονταν πολλοί μοναχοί, και όχι λίγοι άνθρωποι που δοκιμάζονταν από διάφορες αρρώστιες. Κι εκείνος δεν έπαυε ούτε λεπτό να δίνει σε όλους τους μοναχούς που τον επισκέπτονταν παραγγέλματα, όπως ετούτα: 
«Να έχουν πίστη και αγάπη στο Χριστό, να φυλάγονται από τους πονηρούς λογισμούς και τις ηδονές της σάρκας, και όπως γράφει το βιβλίο των Παροιμιών, από την κοιλιοδουλεία. Κι ακόμα, να αποφεύγουν την κενοδοξία, να προσεύχονται αδιάλειπτα, να ψάλλουν πριν και μετά τον ύπνο, να αποστηθίζουν χωρία της Γραφής με πνευματικά παραγγέλματα, να έχουν συνεχώς κατά νου τη ζωή και τα έργα των αγίων της Εκκλησίας, ώστε να ανανεώνουν έτσι το ζήλο τους, και να συντονίζουν τον ασκητικό βίο τους με τους λόγους και τις πράξεις εκείνων».
Ιδιαίτερα τους συμβούλευε: 
«Να μην ξεχνούν ούτε λεπτό εκείνο τον ωραίο λόγο του Αποστόλου Παύλου: ‘Η δύση του ήλιου μη σας βρει οργισμένους ακόμα’, και να συντονίζονται με το σήμα και το πνεύμα του. Γιατί, είναι θαυμάσιο, έλεγε, να μην μπορεί ο ήλιος να μας κατηγορήσει για κακίες ημερινές και το φεγγάρι για αμαρτίες ή και απλούς πονηρούς λογισμούς της νύχτας. Και για να το πετυχαίνουμε αυτό, είναι απαραίτητο να μη μας διαφεύγει ούτε λεπτό ο άλλος λόγος του Απόστολου που λέει: ‘Να εξετάζετε καλά τον εαυτό σας, αν όντως έχετε πίστη’. Και: ‘Να δοκιμάζετε τον εαυτό σας’. Καθένας σας να ζητάει καθημερινά εξηγήσεις από τον εαυτό του για τις πράξεις που έκανε τη μέρα και τη νύχτα, κι αν βρίσκει πως αμάρτησε, να πάψει να αμαρτάνει. Αν πάλι βρίσκει πως δεν αμάρτησε, να μην πέφτει σε καύχηση και να μη χαλαρώνει, παρά να φροντίζει να μένει σταθερός στου καλού το δρόμο. Να μη δικαιώνουμε τους εαυτούς μας, κρίνοντας κι επικρίνοντας τον πλησίον, ‘ωσότου έρθει ο Κύριος, ο μόνος που γνωρίζει και ελέγχει και τις μύχιες σκέψεις των ανθρώπων’, όπως και πάλι ο μακάριος Απόστολος μας διαμηνύει. Γιατί αν εμείς ξεχνάμε συχνά, πρόσθετε, τι πράττουμε, ας μη λησμονούμε ότι ο Κύριος και τα γνωρίζει πολύ καλά, και τα θυμάται επίσης πολύ καλά όλα».
Και δεν παρέλειπε να γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένος. 
«Ας αφήσουμε, λοιπόν, στον Κύριο, καθώς είναι το σωστό, το δικαίωμα της κρίσης του πλησίον, κι εμείς ας συμπάσχουμε ο ένας με τον άλλο. ‘Να σηκώνουμε ο ένας το φορτίο του άλλου’, και να περιοριζόμαστε να εξετάζουμε και να κρίνουμε μόνο τον εαυτό μας, κι αμέσως μετά να φροντίζουμε να αναπληρώνουμε τα υστερήματά μας. Να προσέξουμε και τούτη τη συμβουλή ακόμα, που αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα κατά της αμαρτίας. Να σημειώνει και να γράφει καθένας μας σε χαρτί τα αμαρτήματα και τις παρακινήσεις της ψυχής του σαν να πρόκειται να τα διαβάσει δημόσια και να τα ανακοινώσει στους άλλους. Να είστε απολύτως βέβαιοι πως, ακριβώς επειδή θα δούμε και θα νιώσουμε ότι ντρεπόμαστε να τα κάνουμε γνωστά, θα πάψουμε να αμαρτάνουμε ή ακόμα και να κάνουμε πονηρές σκέψεις. 
Γιατί ποιος από μας θέλει να γίνονται γνωστές οι αμαρτίες που έχει διαπράξει, ή ποιος έπραξε κάτι κακό, και δεν έφτασε ακόμα και ψέματα να πει για να το σκεπάσει; Και όπως δε θα πορνεύαμε βλέποντας ο ένας τον άλλο, έτσι αν γράφουμε τις αμαρτίες και τους πονηρούς λογισμούς, σαν να επρόκειτο να τους πούμε στους άλλους, ακριβώς επειδή θα ντρεπόμασταν, θα φυλάγαμε πιο καλά καθαρό τον εαυτό μας. Ας γίνει, λοιπόν, για μας το γράψιμο των αμαρτωλών πράξεων και των πονηρών λογισμών κάτι σαν βλέμμα των συνασκητών μας και από κίνητρο αφυπνιστικό της ντροπής, κίνητρο ριζικής αποφυγής τους! Αν σφραγίσουμε έτσι τους εαυτούς μας, θα μπορούμε να υποτάσσουμε το σώμα μας στο πνεύμα του Κυρίου, και με τον τρόπο αυτό να καταπατούμε τις μεθοδεύσεις του διαβόλου». 

Βίος του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου

Υπό του εν αγίοις πατρός ημών

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
Νεοελληνική απόδοση
Υπό
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗ

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Είστε μέσα στην αγάπη ριζωμένοι και θεμελιωμένοι, για να μπορέσετε να καταλάβετε μαζί με όλους τους Αγίους ποιό είναι το πλάτος, το μήκος, το ύψος και το βάθος της· να γνωρίσετε την αγάπη του Χριστού που ξεπερνά τη γνώση, για να γεμίσετε με όλο το πλήρωμα του Θεού».




Μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἀθανασίου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας

Το Συναξάρι του Μεγάλου Αθανασίου ΕΔΩ

Αφού ο νους των ανθρώπων ξέπεσε στα αισθητά, ο Λόγος ταπείνωσε τον εαυτό του να ενανθρωπήσει, για να σηκώσει στους ώμους του τους ανθρώπους όντας ο ίδιος άνθρωπος· να προσελκύσει προς τον εαυτό του την προσοχή των αισθήσεών τους, για να τον βλέπουν στο εξής ως άνθρωπο· να πείσει με τα έργα που εργάζεται ότι δεν είναι μόνον άνθρωπος αλλά και Θεός, Λόγος και Σοφία του αληθινού Θεού. Αυτό θέλοντας να το υπογραμμίσει και ο Παύλος λέει: «Είστε μέσα στην αγάπη ριζωμένοι και θεμελιωμένοι, για να μπορέσετε να καταλάβετε μαζί με όλους τους Αγίους ποιό είναι το πλάτος, το μήκος, το ύψος και το βάθος της· να γνωρίσετε την αγάπη του Χριστού που ξεπερνά τη γνώση, για να γεμίσετε με όλο το πλήρωμα του Θεού». Ο Λόγος παντού πρόσφερε τον εαυτό του· και πάνω και κάτω, και στο βάθος και το πλάτος. Πάνω είναι με τη δημιουργία, κάτω είναι με την ενανθρώπηση, στο βάθος είναι στον άδη και στο πλάτος είναι σ’ όλο τον κόσμο· διότι όλα είναι γεμάτα από τη γνώση του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο, δεν έσπευσε, μόλις ενανθρώπησε, να θυσιαστεί αμέσως για χάρη όλων μας· να παραδώσει το σώμα του στο θάνατο και να το αναστήσει· διότι έτσι θα έμενε στην αφάνεια. Το αντίθετο· φανέρωσε πλήρως τον εαυτό του, μένοντας στο ανθρώπινο σώμα και κάνοντας τέτοια θαυμαστά έργα και σημεία, ώστε να τον αναγνωρίζουν πλέον όχι ως άνθρωπο αλλ’ ως Θεό Λόγο. Με την ενανθρώπησή του ο Σωτήρας έκανε από αγάπη για τον άνθρωπο και τα δύο: πρώτα, εξαφάνισε το θάνατό μας και μας ανακαίνισε· και δεύτερον, ενώ ήταν αφανής και αόρατος, φανέρωσε τον εαυτό του με τα έργα του· μας γνωστοποίησε ότι είναι ο Λόγος του Πατέρα, ο Παντοκράτορας και Βασιλιάς όλων.
*** 
16. παξ γὰρ εἰς αἰσθητὰ πεσούσης τῆς διανοίας τῶν ἀνθρώπων, ὑπέβαλεν ἑαυτὸν διὰ σώματος φανῆναι ὁ Λόγος, ἵνα μετενέγκῃ εἰς ἑαυτὸν ὡς ἄνθρωπον τοὺς ἀνθρώπους, καὶ τὰς αἰσθήσεις αὐτῶν εἰς ἑαυτὸν ἀποκλίνῃ, καὶ λοιπὸν ἐκείνους ὡς ἄνθρωπον αὐτὸν ὁρῶντας, δι᾿ ὧν ἐργάζεται ἔργων, πείσῃ μὴ εἶναι ἑαυτὸν ἄνθρωπον μόνον, ἀλλὰ καὶ Θεὸν καὶ Θεοῦ ἀληθινοῦ Λόγον καὶ Σοφίαν. Τοῦτο δὲ καὶ ὁ Παῦλος βουλόμενος σημᾶναί φησιν· "Ἐν ἀγάπῃ ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι, ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ ὕψος καὶ βάθος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ· ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ." Πανταχοῦ γὰρ τοῦ Λόγου ἑαυτὸν ἁπλώσαντος, καὶ ἄνω καὶ κάτω καὶ εἰς τὸ βάθος καὶ εἰς τὸ πλάτος· ἄνω μὲν εἰς τὴν κτίσιν, κάτω δὲ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν, εἰς βάθος δὲ εἰς τὸν ᾅδην, εἰς πλάτος δὲ εἰς τὸν κόσμον· τὰ πάντα τῆς περὶ Θεοῦ γνώσεως πεπλήρωται. Διὰ δὲ τοῦτο, οὐδὲ παρ᾿ αὐτὰ παραγενόμενος τὴν θυσίαν τὴν ὑπὲρ πάντων ἐπετέλει, παραδιδοὺς τὸ σῶμα τῷ θανάτῳ, καὶ ἀνιστῶν αὐτό, ἀφανῆ ἑαυτὸν διὰ τούτου ποιῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐμφανῆ ἑαυτὸν διὰ τούτου καθίστη διαμένων ἐν αὐτῷ καὶ τοιαῦτα τελῶν ἔργα καὶ σημεῖα διδούς, ἃ μηκέτι ἄνθρωπον ἀλλὰ Θεὸν Λόγον αὐτὸν ἐγνώριζον. Ἀμφότερα γὰρ ἐφιλανθρωπεύετο ὁ Σωτὴρ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὅτι καὶ τὸν θάνατον ἐξ ἡμῶν ἠφάνιζε, καὶ ἀνεκαίνιζεν ἡμᾶς· καὶ ὅτι ἀφανὴς ὢν καὶ ἀόρατος, διὰ τῶν ἔργων ἐνέφαινε, καὶ ἐγνώριζεν ἑαυτὸν εἶναι τὸν Λόγον τοῦ Πατρός, τὸν τοῦ παντὸς ἡγεμόνα καὶ βασιλέα.
ΠΗΓΗ: ΕΔΩ

ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑ ΣΩΜΑΤΟΣ
ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα Ἑλληνική: 
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

«H ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΥΡΟΥ» Μέγας Αθανάσιος


 

«H ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΥΡΟΥ»  «ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ» ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

Σέ ὅλη του τή ζωή ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μ. Ἀθανάσιος (295-373) ἀγωνιζόταν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων. Γι᾿ αὐτό καί ὀνομάστηκε «Στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας»! 
Δέκα χρόνια μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, οἱ ἀρχηγοί τῆς ἀρειανικῆς πλάνης συκοφάντησαν αἰσχρά τόν ἅγιο ἱεράρχη καί κατόρθωσαν νά πείσουν τόν αὐτοκράτορα νά συγκληθῆ σύνοδος ἐπισκόπων γιά τήν καθαίρεσή του. 
Ἡ σύνοδος συνεκλήθη στήν Τύρο τό 335. Στή δεύτερη συνεδρίασή της συνέβη ἕνα καταπληκτικό ἐπεισόδιο, πού φανερώνει τήν εὐφυΐα καί τή σοφία τοῦ Μ. Ἀθανασίου. 
Σέ κάποια στιγμή, πού ἐπικρατοῦσε ἡσυχία στήν αἴθουσα τῆς συνόδου, ἄνοιξε ξαφνικά ἡ πόρτα καί μιά γυναίκα ὅρμησε μέσα μέ κλάματα καί κοπετούς φοβερούς. 
Μέ λυγμούς φώναζε ἀπελπισμένα ὅτι ἐνῶ εἶχε ὑποσχεθῆ νά ζήσῃ ζωή παρθενική, ὁ Μ. Ἀθανάσιος μπῆκε στό σπίτι της γιά νά φιλοξενιθῆ, καί τόλμησε νά τῆς ἐπιτεθῆ καί νά τή διαφθείρῃ!… 
Κατάπληξη καί πόνος βαθύς γέμισε ὅλους τούς ἐπισκόπους μπροστά στή νεαρή αὐτή γυναίκα. Τά βλέμματά τους καρφώθηκαν στόν Μ. Ἀθανάσιο, πού κοιτοῦσε ἀδιάφορα κάτω, σάν νά μή συνέβαινε τίποτε. Τότε ὁ πρεσβύτερος Τιμόθεος, πού στεκόταν δίπλα του, γύρισε καί τή ρώτησε τή γυναίκα: 
- Ἐγώ ἦρθα σέ σχέσεις μαζί σου; Ἐγώ μπῆκα στό σπίτι σου; 
- Ναί, ἐσύ! φώναξε μέ ἀναίδεια ἐκείνη. Ἐσύ μοῦ ἔκλεψες τήν ἁγνότητά μου. Ἐσύ μέ γύμνωσες ἀπό τή σωφροσύνη μου!… 
Κινοῦσε ἀπειλητικά τό δάκτυλο στόν πρεσβύτερο Τιμόθεο καί τόν ἔδειχνε σέ ὅλους, πιστεύοντας ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Μ. Ἀθανάσιος!… Γιατί, φυσικά, τόν ἅγιο πατριάρχη δέν τόν εἶχε δεῖ ποτέ… 
Τώρα πιά τά προπετάσματα εἶχαν κουρελιαστῆ, καί ὁ ὀχετός τῆς συκοφαντίας ἐμφανιζόταν ἀπαίσιος. Μέσα στήν αἴθουσα ἔγινε σάλος μεγάλος. Οἱ ἐχθροί τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἶχαν δωροδοκήσει μιά πόρνη γιά νά ψευδομαρτυρήσῃ ἐναντίον του. Μά ἡ ἀπέραντη σοφία του εἶχε ἐπινοήσει τήν πιό ὑπέροχη ἄμυνα. Πληροφορημένος ἀπό πρίν γιά τήν πλεκτάνη πού τοῦ ἑτοίμαζαν, ὀργάνωσε κι αὐτός μαζί μέ τόν πιστό του πρεσβύτερο Τιμόθεο τά ἀποκαλυπτήρια τοῦ δόλου καί τῆς συκοφαντίας! 
Ὅταν ἡ γυναίκα κατάλαβε τό πάθημά της ἦταν ἀργά πιά… Ἄρχισε νά τά χάνῃ, νά τραυλίζῃ, νά μήν ξέρῃ τί νά πῇ. Οἱ ἀρειανοί, πού ξεσκεπάστηκαν τόσο ἀπρόοπτα, ἔσπευσαν νά τή βγάλουν ἔξω καί νά τήν ἐξαφανίσουν. Μάταια ὀρθώθηκε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἀπαιτώντας νά κρατηθῇ ἡ γυναίκα γιά νά ὑποβληθῇ σέ κανονική ἀνάκριση καί νά φανερωθοῦν οἱ συκοφάντες. Μέ κραυγές καί ὀχλοβοή κατόρθωσαν οἱ ἀρειανοί νά σκεπάσουν τίς διαμαρτυρίες του. Φωνάζαν ὅτι ὑπάρχουν ἄλλες κατηγορίες, ἀκόμη πιό βαριές, πού καμμιά τέχνη καί καμμιά ἐξυπνάδα δέν θά μποροῦσε νά τίς διαλύσῃ. Γιατί δέν θ᾿ ἀκούσουν πιά μέ τ᾿ αὐτιά, ἀλλά θά δοῦν μέ τά μάτια τά πειστήρια τῆς ἐνοχῆς, πού θά παρουσιαστοῦν στή σύνοδο. 
Τό βράδυ τῆς ἴδιας μέρας κάποιος ἄγνωστος, κουρασμένος καί κατασκονισμένος ὁδοιπόρος, ἔφτασε στήν Τύρο. Κατευθύνθηκε ἀμέσως στό σπίτι τοῦ πατριάρχη τῆς Ἀλεξανδρείας. 
Ποιός ἦταν λοιπόν; Ἔνας ἄνθρωπος πού ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τόν ἔστελνε στήν κατάλληλη ὥρα. Μιά καινούργια νίκη ἑτοιμαζόταν γιά τόν Μ. Ἀθανάσιο. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀγρυπνοῦσε πάνω ἀπό τόν ἡρωϊκό ἀγωνιστή. 
Τήν ἄλλη μέρα ἡ σύνοδος συγκεντρώθηκε πάλι γιά συνεδρίαση. Ὅταν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι κατέλαβαν τίς θέσεις τους, ἕνα μυστηριῶδες κουτί μεταφέρθηκε στήν αἴθουσα καί τοποθετήθηκε κάτω ἀπό τά βλέμματα ὄλων. Σιγή βασίλευε στήν αἴθουσα… Τά μάτια ἦταν καρφωμένα στό κουτί. Οἱ ἀναπνοές σχεδόν συγκρατημένες. 
Τό κουτί ἀνοίχτηκε τελετουργικά. Ἕνα ἀνθρώπινο χέρι, ταριχευμένο, πρόβαλε. 
- Ἀθανάσιε, εἶπαν οἱ ἀρειανοί. Τό χέρι αὐτό σέ κατηγορεῖ συντριπτικά! Εἶναι τό χέρι τοῦ ἐπισκόπου Ἀρσενίου. Ἀπολογήσου καί πές μας καθαρά, γιατί τό ἔκοψες; 
Ἕνα πανδαιμόνιο ἀποδοκιμασιῶν ἀκολούθησε: 
Φράσεις βαριές ξεπηδοῦσαν ἀπό τά στόματα τῶν ἀρειανῶν μαζί μέ τούς ἀφρούς τῆς λύσσας τους. Ὁ ἅγιος καθόταν ἤρεμος καί σιωπηλός στό ἑδώλιο τοῦ κατηγορουμένου. Σέ λίγο σηκώθηκε ὀρθός, σήκωσε τό χέρι γιά νά ἐπιβάλῃ σιωπή, καί εἶπε: 
- Ὑπάρχει κανείς ἀνάμεσά μας πού γνώρισε προσωπικά τόν ἐπίσκοπο Ἀρσένιο; 
Πολλοί ἀπό τούς συνοδικούς βεβαίωσαν ὅτι τόν εἶχαν γνωρίσει. 
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος κάλεσε ἀμέσως κάποιον ἀπό τή συνοδεία του καί ζήτησε νά ὁδηγήσουν ἀμέσως στή σύνοδο τόν ξένο πού χθές βράδυ εἶχε φτάσει στήν πόλη. Πέρασαν λίγες στιγμές φοβερῆς ἀναμονῆς. Καί νά, μπαίνει στήν αἴθουσα ἕνας ἄγνωστος ἄνθρωπος. Τό κεφάλι του εἶναι σκυμμένο μπροστά, τόσο πού δέν διακρίνεται κἄν τό πρόσωπό του. Τό σῶμα του εἶναι τυλιγμένο σ᾿ ἕνα μανδύα φαρδύ, πού τόν σκεπάζει ἐντελῶς. Ὁ ἄγνωστος στέκεται στή μέση τῆς συνόδου. Ἡ ἔνταση πού ὑπάρχει στήν ἀτμόσφαιρα εἶναι ἀπερίγραπτή. Λίγες στιγμές ἀκόμη… Ὁ πατριάρχης προχωρεῖ. Στέκεται δίπλα στόν ἄγνωστο, καί τοῦ σηκώνει τό μέτωπο. Μιά κραυγή καταπλήξεως δόνησε τήν αἴθουσα. 
- Μήπως λοιπόν εἶναι αὐτό τό θῦμα μου; Μήπως εἶναι αὐτός ὁ ἐπίσκοπος πού ἐγώ σκότωσα; ρώτησε ὁ Μ. Ἀθανάσιος. Νἄτος λοιπόν, αὐτός πού ζητοῦν οἱ κατήγοροί μου! Αὐτός πού τοῦ φέρθηκα τόσο ὑβριστικά μετά τόν θάνατό του, κόβοντάς του τό χέρι!… 
Ναί, ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Ἀρσένιος! Δέν μποροῦσε νά τό ἀμφισβητήσῃ κανείς. Μιά φοβερή θύελλα ξέσπασε στήν αἴθουσα. Οἱ ἀρειανοί δέν μποροῦσαν πιά νά σταθοῦν ἐκεῖ οὔτε γιά ἕνα λεπτό. Μά ὁ πατριάρχης δέν βιαζόταν… Προχώρησε πάλι στόν ἐπίσκοπο Ἀρσένιο, σήκωσε σιγά-σιγά τίς πτυχές τοῦ μανδύα καί ἀποκάλυψε πρῶτα τό ἕνα καί ὕστερα τό ἄλλο χέρι. Ἔδειξε στούς ἐπισκόπους καί τά δυό χέρια, καί τό δεξί καί τό ἀριστερό, καί εἶπε: 
- Φυσικά, δέν φαντάζομαι νά περιμένῃ κανείς ἀπό σᾶς νά δῇ καί τρίτο χέρι. Νομίζω πώς μᾶλλον ἀπό δύο μᾶς ἔδωσε σέ ὅλους ὁ Θεός!… 
Ἡ ἀποκάλυψη ἦταν συντριπτική! Ἡ ἀλήθεια γι᾿ ἄλλη μιά φορά θριάμβευσε… 
 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Μέγας Αθανάσιος. Ποιόν ψαλμό του Δαβίδ πρέπει να λέμε σε κάθε διαφορετική περίπτωση.

Μέγας Αθανάσιος. 

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ 

Ποιόν ψαλμό του Δαβίδ πρέπει να λέμε σε κάθε διαφορετική περίπτωση.


Προς Μαρκελλίνον εις την ερμηνείαν των Ψαλμών (ιε΄ – κς’) 
ιε’. Οι Ψαλμοί λοιπόν έχουν διαταχθεί κατ’ αυτή την τάξη, που είναι δυνατόν για τους αναγνώστες, όπως είπα προηγουμένως, να βρει ο καθένας σε κάθε ψαλμό, τα πάθη και την διάθεση της ψυχής του, ομοίως δε και το υπόδειγμα και την διδασκαλία για κάθε πράγμα. 
Τι λόγια λέγοντας μπορεί να είναι αρεστός στον Κύριο, με ποια λόγια μπορεί να διορθωθεί και να ευχαριστεί τον Κύριο, ώστε να μη ολισθήσει σε ασέβεια αυτός που προφέρει τους λόγους αυτούς. Διότι θα αποδώσουμε λόγο στον Κριτή, όχι μόνο για τις πράξεις, αλλά και για κάθε ανώφελο λόγο. 
Αν λοιπόν θέλεις να μακαρίσεις κάποιον, έχεις (ως υπόδειγμα), για το πως πρέπει και γιατί και τι πρέπει να λες, τους ψαλμούς 1 και 31, και τους 40, 111, 118 και 127. 
Αν πάλι θέλεις να κατακρίνεις την επιβουλή των Ιουδαίων κατά του Σωτήρος, έχεις τον 2ο ψαλμό. 
Αν δε καταδιώκεσαι από τους δικούς σου και έχεις πολλούς που στρέφονται εναντίον σου, λέγε τον 3ο ψαλμό. 
Εάν βρίσκεσαι σε παρόμοια κατάσταση θλιβόμενος, και αφού επικαλέστηκες τον Κύριο θέλεις να τον ευχαριστήσεις, επειδή σε εισάκουσε, ψάλλε τον 4ο, τον 74ο, και τον 114ο. 
Αν ακόμα βλέπεις ότι οι πονηροί θέλουν να σου στήσουν ενέδρα, και θέλεις να εισακουσθεί η προσευχή σου, σήκω νωρίς το πρωί και ψάλλε τον 5ο. 
Αν αισθάνεσαι απειλή από μέρους του Κυρίου και βλέπεις ότι ταράζεσαι γι’ αυτό τον λόγο, μπορείς να λες τον 6ο και τον 37ο. 
Αν κάποιοι σε επιβουλεύονται, όπως ο Αχιτόφελ τον Δαβίδ, και κάποιος σου το αναγγείλει, ψάλλε τον 7ο και έχε εμπιστοσύνη στον Θεό, ο οποίος θα σε σώσει. 
ις΄. Αν θέλεις δε να προσφωνήσεις τον Κύριο, όταν βλέπεις την εξαπλωμένη παντού χάρη του Σωτήρος και τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, ψάλλε τον 8ο. 
Αν πάλι θέλεις να ευχαριστήσεις με άσμα τον Κύριο για τον τρυγητό, έχεις και πάλι για την περίσταση τον 8ο και τον 83ο. 
Για την κατάργηση του εχθρού και την σωτηρία της κτίσεως, μην καυχάσαι για σένα, αλλά γνωρίζοντας ότι αυτό είναι κατόρθωμα του Υιού του Θεού, λέγε τον αναφερόμενο σ΄ αυτόν 9ο ψαλμό. 
Αν πάλι κάποιος θέλει να σε συνταράξει, εσύ έχε την εμπιστοσύνη στον Κύριο και ψάλλε τον 10ο. 
Όταν δε δεις να πλεονάζει η υπερηφάνεια των πολλών και η κακία, ώστε να μη υπάρχει ευσέβεια στους ανθρώπους, να καταφύγεις στον Κύριο και να λες τον 11ο. 
Αν δε διαρκεί επί πολύ χρόνο η εναντίον σου επιβουλή των εχθρών, μη λιποψυχείς σαν να σε λησμόνησε ο Θεός, αλλά παρακάλεσε τον Κύριο ψάλλοντας το 12ο. 
Όταν δε ακούσεις να βλασφημούν μερικοί την πρόνοια του Θεού, μη μετέχεις στην ασέβεια τους, αλλά δεόμενος στον Θεό, λέγε τον 13ο και τον 52ο. 
Αν πάλι θέλεις να μάθεις, τι είδους είναι ο πολίτης της βασιλείας των ουρανών, ψάλλε τον 14ο. 
ιζ’. Αν έχεις ανάγκη προσευχής εξ αιτίας των εχθρών σου, οι οποίοι περικυκλώνουν την ψυχή σου, ψάλλε τον 16ο, τον 85ο, τον 87ο και τον 140ο. 
Αν θέλεις να μάθεις, πως προσευχήθηκε ο Μωυσής, έχεις τον 89ο. 
Αν σώθηκες από τους εχθρούς σου και διέφυγες από τους διώκτες σου, ψάλλε και συ τον 17ο ψαλμό. 
Θαυμάζεις την τάξη της κτίσεως και την φροντίδα της Πρόνοιας γι’ αυτήν και τα ιερά προστάγματα του νόμου; Ψάλλε τον 18ο και τον 23ο. 
Αν δε συναντήσεις θλιβόμενους, να τους παρηγορείς, να προσεύχεσαι γι’ αυτούς και να τους λες τους λόγους του 19ου ψαλμού. 
Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι ο Κύριος σε ποιμαίνει και σε οδηγεί στην προκοπή, χαίροντας γι’ αυτό ψάλλε τον 22ο. 
Οι εχθροί σε περιτριγυρίζουν, αλλά συ υψώνοντας την ψυχή προς τον Θεό, λέγε τον 24ο και θα τους δεις να αμαρτάνουν άσκοπα. 
Αν επιμένουν οι εχθροί σου, που δεν έχουν άλλο παρά τα χέρια τους γεμάτα αίματα και ζητούν να σε κακοποιήσουν και να σε φονεύσουν, μην δώσεις σε άνθρωπο το κρίμα (διότι όλα τα ανθρώπινα είναι ύποπτα), αλλά λογαριάζοντας μόνο τον Θεό σαν Κριτή (διότι μόνος αυτός είναι δίκαιος) λέγε τους λόγους των ψαλμών 25, 34 και 42. 
Αν δε επιτεθούν με μεγαλύτερη σφοδρότητα και γίνουν τόσον πολλοί σαν να ήταν στρατός οι εχθροί και σε καταφρονούν, διότι δεν έχεις ακόμη χρισθεί, και θέλουν να σε πολεμήσουν ακριβώς γι’ αυτό, μη φοβηθείς, αλλά ψάλλε τον 26ο ψαλμό. 
Επειδή δε είναι ασθενής η ανθρώπινη φύση, αν πάλι επιμείνουν αναίσχυντα όσοι σε επιβουλεύονται, μην προσέχεις σ’ αυτούς, αλλά κράζε προς τον Θεό, λέγοντας τους λόγους του 27ου. 
Και αν θέλεις να μάθεις πως πρέπει να προσφέρεται η ευχαριστία προς τον Κύριο, σκεπτόμενος πνευματικά ψάλλε τον 28ο. 
Και όταν κάνεις τα εγκαίνια του οίκου σου, και την ψυχή, η οποία υποδέχεται τον Κύριο, και τον σωματικό οίκο, στον οποίο κατοικείς σωματικά, να ευχαριστείς και να λες τον 29ο και τον 126ο των αναβαθμών. 
ιη’. Όταν δε βλέπεις ότι μισείσαι και καταδιώκεσαι χάρη της αληθείας, από όλους τους φίλους και συγγενείς, μην ολιγοψυχήσεις στρέφοντας την προσοχή σου, είτε σ’ αυτούς είτε στον εαυτό σου, ούτε να τρομάξεις, όταν βλέπεις να σε αποστρέφονται οι γνωστοί σου, αλλά αφού απαγκιστρωθείς από αυτούς, να στρέψεις το βλέμμα στα μέλλοντα και να ψάλλεις τον 30ο. 
Βλέποντας δε τους βαπτισμένους, οι οποίοι λυτρώθηκαν από την φθαρτή γέννηση, και θαυμάζοντας την φιλανθρωπία του Θεού, ψάλλε σ’ αυτούς τον 31ο. 
Και όταν μεν θέλεις να ψάλλεις μαζί με πολλούς, αφού συγκεντρώσεις ανθρώπους δίκαιους και ενάρετους στη ζωή τους, λέγε και συ (μαζί τους) τον 32ο ψαλμό. 
Αν δε εμπέσεις στους εχθρούς και διαφύγεις απ’ αυτούς με τη φρόνηση, αφού σωθείς από τις επιβουλές τους, αν θέλεις να ευχαριστήσεις (τον Θεό), αφού συγκεντρώσεις τους πράους ανθρώπους, ψάλλε μαζί τους τον 33ο. 
Αν δε παρατηρήσεις στους παρανομούντες, την φιλονικία πάνω στο κακό, μην πιστέψεις ότι μέσα τους κατά φύσιν υπάρχει η κακία, όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί, αλλά ψάλλε τον 35ο ψαλμό, και θα αντιληφθείς ότι αυτοί είναι αίτιοι που αμαρτάνουν (και όχι η φύση τους). 
Αν δε βλέπεις τους πονηρούς να διαπράττουν πλήθος ανομίες και να αλαζονεύονται κατά των αδύνατων, θέλεις δε να προτρέψεις μερικούς, να μην τους προσέχουν, ούτε να τους ζηλεύουν, διότι οι ασεβείς εξαφανίζονται ταχύτατα, λέγε και στον εαυτό σου και στους άλλους τον 36ο. 
ιθ’. Αλλά και συ ο ίδιος, όταν προετοιμάζεις μετά προσοχής τον εαυτό σου, βλέποντας να επιτίθεται ο εχθρός (διότι τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη οξύτητα εναντίον τους) και θέλεις να προετοιμαστείς εναντίον του, ψάλλε τον 38ο ψαλμό. 
Και εάν, όταν επιτίθενται οι εχθροί, υπομένεις τις θλίψεις και θέλεις δε να μάθεις την ωφέλεια που προέρχεται από την υπομονή, ψάλλε τον 39ο ψαλμό. 
Βλέποντας δε το πλήθος των πενήτων και των πτωχών, και θέλοντας να ελεούνται, μπορείς να επαινείς όσους έχουν ήδη δώσει ελεημοσύνη, τους δε άλλους να προτρέπεις να ελεούν, ψάλλοντας τον 40ο. 
Έπειτα, όταν έχεις στρέψει τον πόθο σου τελείως στον Θεό, αν ακούσεις να σε κοροϊδεύουν οι εχθροί, μην ταράζεσαι· αλλά σκεπτόμενος τον αθάνατο καρπό, από αυτό τον πόθο, να παρηγορείς την ψυχή σου, με την ελπίδα στον Θεό. Ανακουφίζοντας δε και καταπραΰνοντας τις βιοτικές στενοχώριες της, μ’ αυτό τον τρόπο, λέγε τον 41ο ψαλμό. 
Αν θέλεις δε να ξαναθυμάσαι συνεχώς, τις ευεργεσίες του Θεού, που έγιναν προς τους πατέρες, καθώς και την έξοδο από την Αίγυπτο και τα συμβάντα στην έρημο, πώς μεν ο Θεός είναι αγαθός, οι δε άνθρωποι αχάριστοι, έχεις τους ψαλμούς 43, 77, 88, 104, 105, 106 και 113. 
Όταν δε καταφύγεις στον Θεό και διασωθείς από τις θλίψεις που σε περιβάλλουν, αν θέλεις να ευχαριστήσεις τον Θεό και να διηγηθείς την φιλανθρωπία που σου έγινε, έχεις τον 45ο. 
κ’. Αν όμως αμάρτησες και αφού ντράπηκες μετανοείς και θέλεις να τύχεις του θείου ελέους, έχεις τους λόγους της εξομολογήσεως και της μετανοίας στον 50ο. 
Αν δε σε συκοφάντησε κάποιος πονηρός βασιλιάς και βλέπεις ότι ο συκοφάντης καυχάται αλαζονικά, φύγε και λέγε και συ τους λόγους του 51ου. 
Όταν δε σε καταδιώκουν, μερικοί δε σε διαβάλλουν θέλοντας να σε παραδώσουν, όπως οι Ζιφαίοι και οι αλλόφυλοι τον Δαβίδ, μην παραδοθείς στην λύπη, αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στον Κύριο και υμνώντας τον, λέγε τα λόγια από τους ψαλμούς 53 και 55. 
Αν δε σε ακολουθήσει ο διώκτης και, χωρίς να το γνωρίζει, εισέλθει στο σπήλαιο, μέσα στο οποίο και συ κρύβεσαι, ούτε τότε να ταραχθείς· διότι και σ’ αυτή την ανάγκη έχεις παρηγορητικούς λόγους και επίσημες ρήσεις, τους ψαλμούς 56 και 141. 
Αν δε ο διώκτης διατάξει να φρουρηθεί ή οικία σου και (παρά ταύτα) διαφύγεις, ευχαρίστησε τον Κύριο, γράφοντας στην ψυχή σου, σαν σε στήλες, την ενθύμηση του ότι δεν φονεύθηκες, και λέγε τα λόγια του 58ου ψαλμού. 
Αν δε προξενούν θλίψεις με τις κατηγορίες τους οι εχθροί και οι νομιζόμενοι φίλοι σε συκοφαντούν με τις φλυαρίες τους, και λυπηθείς για την δοκιμασία σου για λίγο χρόνο, μπορείς να παρηγορηθείς υμνώντας τον Θεό και λέγοντας τους λόγους του 54ου ψαλμού. 
Σε υποκριτές και καυχόμενους για την εμφάνιση τους, λέγε για να τους κάνεις να ντραπούν τον 57ο ψαλμό. 
Σε όσους δε ορμούν με άγριες διαθέσεις εναντίον σου και θέλουν να σου πάρουν την ψυχή, αντιπαράθεσε την υποταγή σου στον Θεό και έχε θάρρος. Όσο δε μανιάζουν εκείνοι, τόσο περισσότερον να υποτάσσεσαι εσύ στον Κύριο, και να λες τα λόγια του 61ου. 
Αν δε καταδιωκόμενος καταφύγεις σε έρημο τόπο, μη φοβηθείς ως μόνος εκεί, αλλά έχοντας εκεί τον Θεό, ψάλλε σ’ αυτόν κατά τον όρθρο, τον 62ον. 
Όταν δε σε φοβερίζουν οι εχθροί και δεν παύουν να σου στήνουν ενέδρες και μηχανεύονται το παν εναντίον σου, και αν ακόμη είναι πλήθος, μην υποχωρήσεις· διότι τα πλήγματα τους θα είναι σαν βέλη νηπίων, αν ψάλλεις τον 63ον, τον 64ον, τον 69ον και τον 70όν. 
κα’. Όταν θέλεις να υμνήσεις τον Κύριο, ψάλλε τα λόγια του 64ου. 
Αν δε θέλεις να κατηχήσεις κάποιους περί της αναστάσεως, ψάλλε τα λόγια του 65ου. 
Όταν επιζητείς το έλεος του Θεού, ύμνησε τον ψάλλοντας τον 66ο. 
Όταν δε βλέπεις ότι οι μεν ασεβείς, ευτυχούν εν ειρήνη και ζουν ευχαριστημένοι, ενώ οι δίκαιοι υφίστανται θλίψεις, για να μην σκανδαλιστείς και κλονιστείς, λέγε και συ τα λόγια του 72ου ψαλμού 
Όταν πάλι οργιστεί ο Θεός κατά του λαού, μπορείς να τον παρηγορήσεις, με τους συνετούς λόγους του 73ου ψαλμού. 
Όταν έχεις ανάγκη να εξομολογηθείς, ψάλλε τους ψαλμούς 9, 74, 91, 104, 105, 106, 107, 110, 115, 135 και 137. 
Αν πάλιν θέλεις να αποδείξεις ότι οι Έλληνες και οι αιρετικοί δεν έχουν θεογνωσία, αλλά μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, μπορείς αφού σκεφτείς να ψάλλεις τα λόγια του 75ου ψαλμού. 
Αν οι εχθροί καταλάβουν πριν από σένα τις διεξόδους, και βρίσκεσαι σε μεγάλη στεναχώρια, και αν ταραχτείς, μην απελπιστείς, αλλά προσευχήσου. Αν δε εισακουστείς στις κραυγές σου, να ευχαριστήσεις τον Θεό, λέγοντας τα λόγια του 76ου. 
Αν δε οι εχθροί επιμείνουν και ορμήσουν μέσα στο ναό και βεβηλώσουν τον οίκο του Θεού και φονεύσουν τους αγίους και ρίξουν τα σώματα τους στα πτηνά του ουρανού, για να μην πτοηθείς και υποκύψεις στην ωμότητα τους, σύμπασχε μεν με τους πάσχοντες, προσευχήσου δε στον Θεό, λέγοντας τον 78ο ψαλμό. 
κβ’. Αν θέλεις δε να υμνήσεις τον Κύριο σε εορτάσιμη ημέρα, αφού συγκαλέσεις τους δούλους του Θεού, ψάλλε τα λόγια του 80ου και 94ου. 
Αν δε μαζευτούν και πάλι όλοι οι εχθροί από παντού και απειλούν τον οίκο του Θεού, κάνοντας συμμαχίες κατά της ευσέβειας, για να μη λιποψυχήσεις εξ αιτίας του πλήθους και της δύναμης τους, έχεις σαν άγκυρα ελπίδας, τους λόγους του 82ου. 
Και εάν βλέποντας τον οίκο του Θεού και τα αιώνια σκηνώματα του, γεμίζεις με πόθο γι’ αυτά, όπως συνέβαινε και με τον Απόστολο, λέγε και συ τον 83ον ψαλμό. 
Όταν δε κάποτε πάψει η οργή και λυθεί ή αιχμαλωσία, εάν θέλεις να ευχαριστήσεις, μπορείς να λες τα λόγια του 84ου και του 125ου. 
Αν θέλεις δε να γνωρίσεις την διαφορά της Ορθόδοξης ‘Εκκλησίας, από τα σχίσματα και να τους ντροπιάσεις (τους σχισματικούς), μπορείς να λες όσα γράφονται στον 86ο. 
Αν θέλεις δε να ενθαρρύνεις τον εαυτό σου και τους άλλους στην προς τον Θεό ευσέβεια και (να τους πείσεις) ότι η ελπίδα στον Θεό δεν ντροπιάζει, αλλά καθιστά άφοβη την ψυχή, ύμνησε τον Θεό, λέγοντας τα λόγια του 90ου. 
Θέλεις να ψάλεις κατά το Σάββατο; έχεις τον 91ο. 
κγ’. Θέλεις να ευχαριστήσεις κατά την Κυριακή; έχεις τον 23ο. 
Θέλεις να υμνήσεις κατά την Δευτέρα; λέγε τον 47ο. 
Θέλεις να αινέσεις κατά την Παρασκευή; έχεις τον αίνο στον 92ο. Διότι τότε, όταν έγινε η σταύρωση, οικοδομήθηκε ο οίκος του Θεού, παρά την προσπάθεια των εχθρών να τον εμποδίσουν, γι΄αυτό πρέπει να ψάλλονται τότε στον Θεό σαν επινίκιος ύμνος, τα λεγόμενα στον 92ο. 
Αν τύχει δε αιχμαλωσία και καταστραφεί ο οίκος (του Θεού) και εν συνεχεία επανοικοδομηθεί, ψάλλε τα λόγια του 95ου. 
Αν δε η χώρα ησυχάσει από τους πολέμους και διάγει εν ηρεμία και βασιλεύει ο Κύριος, θέλεις δε να υμνήσεις γι’ αυτό, έχεις τον 96ο. 
Θέλεις να ψάλλεις κατά την Τετάρτη, έχεις τον 93ο. Διότι ο Κύριος τότε παραδόθηκε και άρχισε την εκδίκηση κατά του θανάτου και να θριαμβεύει πάνω του με γενναιότητα. Όταν, λοιπόν, διαβάζοντας το Ευαγγέλιο δεις, ότι οι Ιουδαίοι έκαναν την Τετάρτη συμβούλιο κατά του Κυρίου, βλέποντας τον Κύριο τότε να έχει παρρησία, στην εκδίκηση κατά του διαβόλου για χάρη μας, ψάλλε τα λόγια του 93ου. 
Βλέποντας πάλι, την πρόνοια του Κυρίου για τα πάντα και την εξουσία του και θέλοντας να κατηχήσεις μερικούς στην πίστη και την υπακοή σ’ αυτόν, πείθοντας τους να εξομολογηθούν πρώτα, ψάλλε τον 99ον. 
Και εάν, αφού γνωρίσεις την εξουσία του ως κριτού και ότι ο Κύριος κρίνει αναμιγνύοντας την κρίση με την ευσπλαγχνία, θελήσεις να προσέλθεις σ’ αυτόν, έχεις γι’ αυτό τους λόγους του 100ου. 
κδ’. Επειδή δε η φύση μας είναι ασθενής, αν ποτέ οι δυσκολίες της ζωής σε κάνουν φτωχό και χάσεις το κουράγιο σου, και θέλεις να βρεις παρηγοριά, έχεις τον 101 ψαλμό. 
Και επειδή πρέπει πάντοτε να ευχαριστούμε τον Θεό για όλα, όταν θέλεις να τον ευλογείς, η ψυχή σου μπορεί να παρακινηθεί σ’ αυτό, να λες τους ψαλμούς 102 και 103. 
Θέλεις να υμνήσεις τον Θεό και να μάθεις πως και για ποια πράγματα πρέπει να τον υμνείς, καθώς και ποιοι πρέπει να λένε τον ύμνο; Έχεις τους ψαλμούς 104, 106, 134, 145, 146, 147, 148 και 150. 
Έχεις πίστη, όπως είπε ο Κύριος και πιστεύεις σε όσα λες κατά την προσευχή σου; Λέγε τον 115ον. 
Αισθάνεσαι ότι με τις πράξεις σου ανεβαίνεις, ώστε να λες: «Λησμονώ μεν τα παλιά, προχωρώ δε προς εκείνα που είναι εμπρός». Μπορείς να λες σε κάθε πρόοδο τις 15 ωδές των αναβαθμών. 
κε’. Αν αιχμαλωτίστηκες από ανοίκειες σκέψεις, και αντιλήφθηκες ότι σε παρέσυραν και (μετά όμως) μετανόησες, πάψε του λοιπού και παραμένοντας στο σημείο, όπου συνέλαβες τον εαυτό σου να αμαρτάνει, κάθισε και κλάψε και συ, όπως έκανε τότε ο λαός, λέγοντας τα λόγια του 136ου. 
Θεωρώντας τους πειρασμούς σαν δοκιμασία, μετά την παρέλευση των πειρασμών, αν θέλεις να ευχαριστήσεις (τον Θεό), έχεις τον 138ο ψαλμό. 
Σε ενοχλούν πάλι οι εχθροί και θέλεις να απαλλαγείς; Λέγε τα λόγια του 139ου. 
Θέλεις να δεηθείς και να προσευχηθείς; Ψάλλε τον 5ο και τον 142ο. 
Αν εχθρός τύραννος επιτέθηκε στον λαό και σε σένα, όπως ο Γολιάθ κατά του Δαβίδ, μη φοβηθείς, αλλά πίστευε και συ, όπως ο Δαβίδ, και λέγε τα λόγια του 143ου. 
‘Έπειτα, θαυμάζοντας τις ευεργεσίες του Θεού προς όλους και ενθυμούμενος την γενόμενη αγαθότητα του, προς εσένα και προς όλους, εάν θέλεις γι’ αυτά να ευλογείς τον Θεό, λέγε τους λόγους του Δαβίδ, τους οποίους είπε και αυτός στον 144ο ψαλμό. 
Θέλεις να υμνήσεις τον Κύριο; Μπορείς να πεις τον 92ο και 97ο. 
Αν, παρ’ ότι είσαι μικρός, προτιμηθείς σε κάποια εξουσία από τους αδελφούς σου, μην υπερηφανεύεσαι έναντι τους, αλλά δίνοντας δόξα στον Κύριο, ο οποίος σε εξέλεξε, ψάλλε και συ τον 151ον ψαλμό, τον οποίο συνέθεσε ο Δαβίδ. 
Αν όμως θέλεις να ψάλλεις ψαλμούς, στους οποίους να απαντά (ο λαός) δια της επωδού «Αλληλούια», έχεις τους ψαλμούς 104, 105, 106, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 134, 135, 145, 146, 147, 148, 149 και 150. 
κς’. Όταν δε θέλεις να ψάλεις κατ’ ιδίαν, τα σχετιζόμενα προς τον Σωτήρα, βρίσκεις τέτοια (κείμενα) σχεδόν σε κάθε ψαλμό, έχεις κυρίως όμως τον μεν 44ο και τον 109ο, που υποδηλώνουν την γνήσια γέννηση του εκ του Πατρός και την ένσαρκη του Παρουσία. 
Οι δε 21ος και 68ος προλέγουν την θεία σταύρωση και τις επιβουλές τις οποίες δέχθηκε για χάρη μας και όσα έπαθε. 
Και ο μεν 2ος και ο 108ος αναφέρονται στην επιβουλή και την κακία των Ιουδαίων και στην προδοσία του Ιούδα του Ισκαριώτη. 
Οι δε ψαλμοί 20, 49 και 71 αναφέρονται, τόσο στην βασιλεία του και την εξουσία του ως Κριτού, όσο και στην ένσαρκη Παρουσία του μαζί μας και στην κλήση των εθνών. 
Επίσης ο μεν 15ος διακηρύσσει την εκ νεκρών Ανάσταση του. 
Οι δε 23ος και 46ος αναγγέλλουν την άνοδο του στους ουρανούς. 
Αναγινώσκοντας δε τους ψαλμούς 92, 95, 97 και 98, μπορείς να κατανοήσεις τις ευεργεσίες του Σωτήρος σε μας, οι οποίες προήλθαν από τα πάθη του. 

 

Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας (ΕΠΕ). Αθανασίου Αλεξανδρείας. Άπαντα τα έργα. 5. Ερμηνευτικά Α΄. εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, 1975. σελ. 40 – 59.

Δημοφιλείς αναρτήσεις