Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ – ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


Γεώργιος Κλόντζας, «Επί Σοι Χαίρει», τέλη 16ου αι.

 ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ  

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Στην εικόνα αυτή του Γεωργίου Κλόντζα, συνδυάζονται διάφορα θέματα και συνθέτουν μία θριαμβευτική δοξολογία προς την Παναγία, η οποία εικονίζεται στο κέντρο της σύνθεσης, μέσα σε δόξα, με τον Χριστό στην αγκαλιά της και σε θρόνο από σεραφείμ. Γύρω της σε ομόκεντρους κύκλους που έχουν αυξανόμενο πλάτος, υπάρχουν οι τροχοί, τα χερουβείμ, οι άγγελοι, τα ζώδια, το Δωδεκάορτο και οι οίκοι του Ακάθιστου Ύμνου, σκηνές από τη Γένεση και επάνω και στη μέση, εκκλησία με τον Εσταυρωμένο. Στο κάτω μέρος, μέσα σε μία λιμνοθάλασσα που θυμίζει τη Βενετία, εικονίζεται η Άνω Ιερουσαλήμ, αλλά και άγιοι, οι οποίοι παρατάσσονται σε πυκνές ιεραρχημένες ομάδες. Έτσι όλο το σύμπαν και το ανθρώπινο γένος, υμνεί την Παναγία για τον ρόλο της στην Ενσάρκωση.

Το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, «ὀρθοστάδην» το πλήθος έψαλε τον, από τότε ονομαζόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ο ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Η παράδοση αποδίδει τον «Ακάθιστο ύμνο» στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. 
ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ 
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα Χαίρε , Νύμφη ανύμφευτε

 


πηγή cityculture.gr /Επί Σοι Χαίρει, Κεχαριτωμένη - Ακάθιστος Ύμνος 

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Βασίλειος Γοντικάκης Ἀρχιμανδρίτης


Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Βασίλειος Γοντικάκης
Ἀρχιμανδρίτης

Ἐρώτησι: Ἕνας περίφημος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας ὀνομάζει τὴν Παναγία οὐρανό: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος». Θὰ θέλατε, π. Βασίλειε, νὰ συζητήσουμε λίγο τὴ θέσι τῆς Πλατυτέρας τῶν Οὐρανῶν μέσα στὴν Ὀρθόδοξή μας Ἐκκλησία; 
Ἀπάντησι: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος»… Θυμᾶμαι ἕνα ἄλλο θεοτοκίο, ποὺ λέει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα», εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔκανε τὴ γῆ οὐρανό. Καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας λέει ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα καί, βλέποντάς τα, εἶδε καὶ εἶπε ὅτι ἦταν «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ κάλλος καὶ αὐτὴ ἡ καλοσύνη, ἀφοροῦσαν τὴν Παναγία. Δηλαδή, ἦταν ὅλα «καλά λίαν», ἐπειδὴ ὁδηγοῦσαν στὴν Παναγία, ἐπειδὴ ἐν τέλει θὰ ἐγεννάτο ἡ Παναγία. Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς ἀναμονῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. 
Ὁ Θεὸς δημιούργησε ὅλο τὸν κόσμο «καλόν λίαν» καὶ δημιούργησε στὸ τέλος τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸ πλάσιμο τοῦ ὁποίου καταβάλλει μία ἰδιαίτερη προσπάθεια, κάνει μία ἰδιαίτερη ἐνέργεια. Δὲν λέγει καὶ γεννᾶται ἀλλὰ πλάθει τὸν ἄνθρωπο «ἐκ τῆς γῆς» καὶ ἐμφυσᾶ «πνοήν ζωῆς» σ’ αὐτόν. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο «μοῖραν τῆς αὐτοῦ θεότητος». Κι ἔτσι, ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ γινώμαστε θεοὶ κατὰ χάριν, ἂν ὑπακούαμε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐν τέλει, ἀφοῦ μᾶς ἔκανε αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία εἶναι δίκοπο μαχαίρι -εἴτε πηγαίνεις ἐπάνω διὰ τῆς ὑπακοῆς εἴτε καταστρέφεσαι διὰ τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς αὐτονομίας- ἐμεῖς ἀκολουθήσαμε τὴ φιλαυτία καὶ χάσαμε τὸν Παράδεισο, βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ζήσαμε μία ζωὴ βασανισμένη, χιλιετίες καὶ αἰῶνες πολλούς. Καὶ αὐτὸ τὸ βάσανο τὸ ξέρουμε ὅλοι μας. 
Γεννιέται τότε τὸ ἐρώτημα πολλὲς φορές: Γιατί ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔσωσε, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀγαποῦσε; Ἐμεῖς παρηκούσαμε τοῦ πλάσαντος, κάναμε, ὅπως λέμε, τοῦ κεφαλιοῦ μας. Ἀλλὰ Αὐτός, ὡς Θεὸς εὔσπλαγχνος καὶ Πατέρας, γιατί δὲν μᾶς ἔβαζε πάλι στὸν Παράδεισο; Ὅμως δὲν ὑπάρχει Παράδεισος χωρὶς τὴν ἐλευθερία. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ σώση τὸν Ἰούδα;». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος καὶ λέει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὰ πάντα ἀλλὰ δὲν ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ σώση τὸν Ἰούδα, γιατί διὰ τῆς βίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία, παρὰ μόνο ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. 
Ἔτσι, λοιπόν, περιμέναμε χιλιετίες ὁλόκληρες, γιὰ νὰ ἔρθη κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, τί σημαίνει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, γιὰ νὰ τὸ καταλάβαινε αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἦταν καθαρὸς καὶ πολὺ ταπεινός. Καὶ γεννήθηκε ἡ Παναγία. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουμε μ’ ἐκεῖνα ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του: «Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πρὶν νὰ ἔρθη ἡ πίστι, ἤμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν Νόμο. Ὁ Νόμος ἔγινε παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν ἀλλὰ ὁ Νόμος, ὁποιοσδήποτε νόμος, ἦταν ἀνίκανος καὶ εἶναι ἀνίκανος νὰ σώση καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἄνθρωπο ἀληθινά. 
Γι’ αὐτό, ὅταν ἦρθε τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ὑπὸ… νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶναι ἡ γέννησι τῆς Παρθένου, τῆς γυναικὸς διὰ τῆς ὁποίας ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός. Αὐτὴ εἶναι ἡ «κλῖμαξ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» καί ἡ «γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
Αὐτή, λοιπόν, ἡ «ἐκ κοιλίας μητρός» τῆς ἠγιασμένη, ἀκριβῶς γιατί ἦταν καρπὸς πολλῆς προσευχῆς τῶν γονέων της, τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, ποὺ ζήτησαν νὰ τοὺς χαρίση ὁ Θεὸς ἕνα παιδί καὶ νὰ τὸ ἀφιερώσουν ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό, ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ βρεφικῆς ἡλικίας. Καὶ ἀκοῦμε στὴν ἀκολουθία τῶν Εἰσοδίων νὰ ψάλλη ἡ Ἐκκλησία ὅτι «τῶν ἁγίων εἰς ἅγια ἡ ἁγία καὶ ἄμωμος ἐν ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται». Ἐκεῖ μένει ἡ Παρθένος ἐπὶ χρόνια, ἐκεῖ τρέφεται μὲ τροφὴ Ἀγγέλου καί, ὅταν φθάση σὲ μία ὥριμη ἡλικία καὶ ἔχη ὡς μνηστῆρα τὸν Ἰωσήφ, δέχεται τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό καὶ εἶναι πιὰ ἱκανὴ νὰ πῆ «ναί» στὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, νὰ πῆ «γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου», νὰ δεχθῆ νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτή. Κι ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς, νὰ γίνη ἐκείνη ἡ ὁποία, διὰ τῆς ὅλης ὑπάρξεώς της, σαρκοποιεῖ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι, γίνεται ἡ «εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν», ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων καὶ αὐτὴ ποὺ πράγματι ἀξιώνεται νὰ κάνη τὴ γῆ οὐρανό. 
Ἐρώτησι: Οἱ Πατέρες, μιλώντας μὲ τὴ γλώσσα τῆς θεολογίας καὶ τῆς θεοπνευστίας, καθόρισαν γιὰ τὴν Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ὅτι βρίσκεται μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Τί σημαίνει αὐτό; 
Ἀπάντησι: Μ’ αὐτὸ πού μοῦ λέτε, θυμᾶμαι τὸν ὕμνο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Αὐτὴ εἶναι «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν». 
Θὰ ἤθελα τώρα νὰ ἔλεγα κάτι γενικὰ γιὰ τὶς γυναῖκες. Ὅπως εἴπατε, ἡ Παναγία -τὸ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς- εἶναι «μεθόριον κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως» καὶ κανεὶς δὲν μπορῆ νὰ ἔρθη πρὸς τὸν Θεό, παρὰ μόνο δι’ αὐτῆς. Καὶ εἶναι ἡ δόξα τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι τὸ «μητροπάρθενον κλέος». Εἶναι αὐτὴ, στὴν ὁποία «πᾶσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Καὶ εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἐκείνη ἡ ὁποία μᾶς ἔθρεψε καὶ μᾶς θήλασε μὲ τὴ Χάρι καὶ μὲ τὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἡ πρώτη, ἡ Εὕα, μᾶς θήλασε μὲ τὴν ἀνταρσία, μὲ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατο. 
Ἡ Παναγία, ὅπως λέει ἡ λέξι, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Καὶ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους, γιατί ξεπέρασε ὅλους σὲ καθαρότητα, σὲ ταπείνωσι καὶ σὲ ὑπακοή. Μπορεῖ νὰ εἶναι μεγάλοι ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, οἱ μεγάλοι Πατέρες, Ὁμολογητὲς καὶ Μάρτυρες. Ὅμως κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν Παναγία. Γι’ αὐτό, βλέπουμε ὅτι τὸ κάλλος τῆς Παναγίας καὶ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἀπὸ τὴν Παναγία, εἶναι «ἔσωθεν», εἶναι «ὁ τῆς κοιλίας αὐτῆς καρπός».Αὐτὸ τὸ κάλλος ποὺ γέννησε καὶ τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Θεός της, εἶναι αὐτὸ ποὺ φωτίζει ὅλη τὴ ζωή μας, τὰ προβλήματά μας καὶ τὶς δυσκολίες μας. 
Καὶ γυρίζω πάλι σ’ αὐτό ποὺ εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅτι θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω γιὰ τὶς γυναῖκες. Τὸ πῶς θὰ τιμήσουμε τὴ γυναίκα, τὸ πῶς θὰ γίνη αὐτὸ καὶ πῶς θὰ συμβῆ, θὰ τὸ βροῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ Θεοτόκο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο. Καὶ βλέπουμε, ὅτι οἱ γυναῖκες τώρα θέλουν νὰ πάρουν μία θέσι ἔνδοξη. Ἀλλὰ τὸ ποὺ μπορεῖ νὰ φθάση ἡ γυναίκα, τὸ ἔδειξε ἡ Παναγία μὲ τὸ νὰ γίνη «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Καὶ ἂν εἶναι μεγάλοι οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, κανεὶς δὲν εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὴν Παναγία• καὶ ἂν ἡ Παναγία εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς, δὲν ἔγινε, ὡστόσο, οὔτε διάκος οὔτε ἱερέας οὔτε δεσπότης. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν γίνονται διάκοι ἢ ἱερεῖς, ὄχι γιατί ὑποτιμῶνται μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ γιατί τιμῶνται ὑπερτέρως. 
Ἔτσι, ἀναδεικνύεται ἡ ἀλήθεια ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι, ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός καὶ ὅταν ταπεινώνωμαι, τότε δοξάζομαι. Καὶ τὸ ἀσθενὲς φύλο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς ὑπακοῆς καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως, τὴν ὁποία ἐφαρμόζουν καὶ ζοῦν οἱ Ἅγιοι καὶ τὴν ὁποία ἐφήρμοσε καὶ ἐνσάρκωσε ἰδιαιτέρως ἡ Παναγία, ἀποδεικνύεται ἰσχυρὸ καὶ ἰσχυρότερο. 
Ἐρώτησι: π. Βασίλειε, λέμε στὸν ὕμνο «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα». Ποιό είναι αυτό «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας»; 
Ἀπάντησι: Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔχθρα μεταξὺ τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς ὑπακοῆς. Κι ἐμεῖς μὲ τὴν παράβασι ἀκολουθήσαμε τὸν διάβολο καὶ ὄχι τὸν Θεό. Καὶ μᾶς πέρασε ὁ λογισμὸς, ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ φθάσουμε στὴν ἁγιότητα διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φθάσουμε στὴ θέωσι μὲ τὸ νὰ ὑπακούσουμε στὸν διάβολο. Καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ὅλο αὐτὸ τὸ χάσμα, ὅλος ὁ μεσότοιχος πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. 
Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξη κάποιος ἄνθρωπος φωτισμένος, καθαρός, ταπεινός, πανάγιος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς φθάνουμε στὴν ἐλευθερία, διὰ τῆς ταπεινώσεως φθάνουμε στὴ δόξα καί, θὰ ἔλεγα, διὰ τῆς παρθενίας καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως στὸν Θεὸ φθάνουμε στὸν ὄντως γάμο καὶ στὴν ἑνότητα τὴν ἀληθινὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ μὲ τὸν Θεό. 
Ἐρώτησι: Ἐρχόμενος, π. Βασίλειε, ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, τὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Κύπρο, ποὺ ἔχει ἀφιερώσει στὴν Παναγία πολλοὺς ναοὺς καὶ πολλὰ μοναστήρια, πῶς νοιώθετε; 
Ἀπάντησι: Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἦρθα στὴν Κύπρο προσκεκλημένος, μὲ μία διάθεσι νὰ μιλήσω γιὰ τὴν Παναγία. Καί, ἔκπληκτος, βρέθηκα στὸ νησὶ τῆς Παναγίας, γιατί σχεδὸν ὅλα τὰ μοναστήρια σας εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία, τόσες θαυματουργὲς εἰκόνες ἔχετε σὲ πολλὲς ἐκκλησίες καὶ στὰ σπίτια σας ἐσείς, οἱ Κύπριοι. 
Ἀλλὰ κάτι πού μοῦ ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι καὶ ἦταν μία δωρεὰ τῆς Παναγίας ἦταν, ὅταν ἐπισκέφθηκα ἕνα χωριό, τὴν Ὁρᾶ. Εἴδαμε μία πολὺ μεγάλη, πετρόκτιστη καὶ ὡραῖα ἐκκλησία καὶ πήγαμε νὰ προσκυνήσουμε. Ζητήσαμε, λοιπόν, νὰ ἔρθη ὁ νεωκόρος. Προσκυνήσαμε τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ μπήκαμε μέσα στὸ ἱερό. Βγαίνοντας ἔξω, εἴδαμε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸν ἀριστερὸ τοῖχο. Ἦταν ἀρχαία καὶ πάρα πολὺ ὡραῖα εἰκόνα. Τὴν ὥρα ποὺ προσκυνούσαμε, ὁ νεωκόρος, ἕνας ἡλικιωμένος ἄρχοντας τοῦ χωριοῦ, μοῦ εἶπε μία φράσι, ποὺ σ’ αὐτὴ ἦταν ὅλο τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ μυστηρίου τῆς Παναγίας. Αὐθόρμητα μοῦ εἶπε: «Εἶναι ὡραία ἡ Βασίλισσά μας. Γειά στὰ χέρια ἐκείνου ποὺ τὴν ἔκανε». 
Ἡ Βασίλισσα τῆς Κύπρου εἶναι ἡ Παναγία. Καὶ ἡ Παναγία εἶναι ὡραία• καὶ ὡραῖα τὴ λένε οἱ Προφῆτες, τὴ λένε οἱ Πατέρες, τὴ λένε οἱ ὕμνοι. Καὶ τὸ κάλλος τῆς Παναγίας ἠράσθη, ἀγάπησε ὁ Θεὸς καὶ ἔγινε ἄνθρωπος. Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας εἶναι τὸ κάλλος τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς καθαρότητος. Τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο ὅλο. Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι «τὸ ἀληθινὸν καὶ ἐράσμιον», ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεότης. 
Ἔτσι, συγκινήθηκα ἰδιαίτερα, ὅταν ἔνοιωσα αὐτὸ τὸ κάλλος, αὐτὴ τὴ χάρι, νὰ ὑπάρχη σ’ ὅλο τὸ νησὶ τῆς Παναγίας, ποὺ εἶναι ἡ Κύπρος. Καὶ συγκινεῖται κανεὶς ἰδιαίτερα, ὅταν βλέπη πόσο ζῆ ἡ Παναγία μεταξύ μας καὶ πόσο πράγματι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ. Ὄχι ἀπὸ ἕναν Προφήτη, ὄχι ἀπὸ ἕναν Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, χωριάτη καὶ ἄρχοντα, ἄκουσα αὐτὴ τὴ μεγάλη φράσι: «Ἡ Βασίλισσά μας εἶναι ὡραία». Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι, ποὺ θὰ σώση τὴν Κύπρο καὶ θὰ σώση τὸν κόσμο ὅλο. 
*Συνέντευξη σὲ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Κύπρου τὸν Μάιο τοῦ 1989.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Η εν τω Ναώ Είσοδος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας



Η εν τω Ναώ Είσοδος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας

ΠΗΓΗ: Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ 

 21 Νοεμβρίου 

Όταν το άγιο και πανάχραντο τέκνο που ο Θεός εχάρισε στο ανθρώπινο γένος - το προ πολλού στείρο εξαιτίας της αμαρτίας, των παθών και του θανάτου - έφθασε στην ηλικία των δύο χρόνων, ο πατέρας του Ιωακείμ είπε στη σύζυγό του: «Ας το οδηγήσουμε στον Ναό του Κυρίου, για να εκπληρώσουμε την υπόσχεση που εδώσαμε να το αφιερώσουμε από τρυφερή ηλικία στον Παντοδύναμο». Η Άννα, όμως, απάντησε: «Ας περιμένουμε να γίνει τριών ετών, γιατί μπορεί να ζητά τον πατέρα και τη μητέρα της, και να μη μείνει στον Ναό του Κυρίου». 
Όταν το παιδί έγινε τριών ετών, οι γονείς του αποφάσισαν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και να προσφέρουν το τέκνο τους στον Ναό. Ο Ιωακείμ κάλεσε τότε κόρες Εβραίων από καθαρή φυλή να το συνοδεύσουν στον Ναό προπορευόμενες με αναμμένες λαμπάδες, έτσι ώστε το φως να τραβήξει το ενδιαφέρον του παιδιού και να μη μπει αυτό στον πειρασμό να στραφεί πίσω προς τους γονείς του. 
Η πάναγνος Παρθένος όμως, υπό του Θεού εκ γενετής υψωθείσα σε βαθμό αρετής και αγάπης των ουρανίων πραγμάτων ανώτερο από κάθε άλλο πλάσμα, όρμησε τρέχοντας προς τον Ναό. Πέρασε μπροστά από τις παρθένες της συνοδείας της και δίχως ένα βλέμμα για τον κόσμο ρίχθηκε στην αγκαλιά του αρχιερέα Ζαχαρία που την περίμενε στον πρόναο συνοδευόμενος από τους πρεσβυτέρους. 
Ο Ζαχαρίας την ευλόγησε, λέγοντας: «Ο Κύριος εδόξασε το όνομά σου σε πάσα γενεά. Στο πρόσωπό σου θα αποκαλύψει κατά τις έσχατες ημέρες τη Λύτρωση που ετοίμασε για τον λαό Του». Και πράγμα ανήκουστο για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, εισήγαγε το παιδί στα Άγια των Αγίων, όπου μόνον ο αρχιερέας μπορούσε να εισέλθει μία φορά, τον χρόνο κατά την εορτή του Εξιλασμού. Το έβαλε να καθήσει στο τρίτο σκαλί του θυσιαστηρίου και η Χάρη του Κυρίου από τότε την επεσκίασε. Σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει για να δείξει τη χαρά της. Όσοι ήταν εκεί παρόντες εθαύμασαν τούτο το θέαμα που υποσχόταν μεγάλα θαύματα τα οποία ο Θεός επρόκειτο σύντομα να πραγματοποιήσει στο πρόσωπό της. 
Έχοντας έτσι εγκαταλείψει τον κόσμο, τους γονείς της και κάθε δεσμό με τα αισθητά πράγματα, η αγία Παρθένος παρέμεινε στον ναό μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Φθάνοντας λοιπόν σε ηλικία γάμου, οι ιερείς και οι πρεσβύτεροι φοβήθηκαν μήπως μολύνει το άδυτο και την εμπιστεύθηκαν στον αγνό Ιωσήφ που ήταν χήρος, για να διαφυλάξει την παρθενία της, παρουσιαζόμενος ως μνηστήρας της. 
Κατά τα εννέα αυτά χρόνια, η Παναγία τρεφόταν με τροφή πνευματική που της έφερνε άγγελος Κυρίου. Διήγε βίο ουράνιο, ανώτερο εκείνου των προπατόρων μας στον Παράδεισο. Δίχως μέριμνες, δίχως πάθη, έχοντας ξεπεράσει τις ανάγκες της φύσεως και την τυραννία των ηδονών, δεν ζούσε παρά μόνον για τον Θεό, με τον νου της προσηλωμένο κάθε στιγμή στη θεωρία του κάλλους Του. 
Προσευχόμενη αδιαλείπτως και επαγρυπνώντας στον εαυτό της, η αγία παιδίσκη κατόρθωσε κατά την παραμονή της στον Ναό να καθαρίσει την καρδιά της, έτσι ώστε να γίνει ακηλίδωτος καθρέπτης, όπου ανταυγάζεται η δόξα του Θεού. Φόρεσε τη λαμπρή στολή των αρετών, ως μελλόνυμφη, για να προετοιμασθεί για την εν αυτή έλευση του θείου Νυμφίου Χριστού. Κατόρθωσε τέτοια τελειότητα, που συνόψισε στο πρόσωπό της όλη την αγιότητα του κόσμου και, ομοιωθείσα διά της αρετής με τον Θεό, προσείλκυσε τον Θεό να «ομοιωθεί» με τους ανθρώπους διά της Ενανθρωπήσεως. 
Από τα βάθη του αδύτου, όπου εισήλθε σε ηλικία που τα άλλα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν, η Παναγία άκουε κάθε Σάββατο τα αναγνώσματα του Νόμου και των Προφητών που απευθύνονταν στον λαό στο κοινό τμήμα του Ναού. Με τη διάνοια της οξυμμένη από την ησυχία και την προσευχή, έφθασε έτσι στη γνώση του βαθύτερου νοήματος των μυστηρίων των Γραφών. Ζώντας εν μέσω αγίων μυστηρίων και θεωρώντας την ίδια της την αγνότητα, κατανόησε ποιο ήταν το σχέδιο του Θεού καθ’ όλη την ιστορία του περιούσιου λαού Του. 
Διέγνωσε ότι όλος αυτός ο χρόνος ήταν αναγκαίος για να ετοιμάσει ο Θεός μία μητέρα στους κόλπους της αποστάτιδος αυτής ανθρωπότητος και ότι αυτή, παιδίον άγιο που διάλεξε ο Θεός, έπρεπε να γίνει ο αληθινός, ζων Ναός της θεότητος. Τοποθετημένη στα Άγια των Αγίων, όπου φυλάσσονταν τα τεκμήρια της επαγγελίας του Θεού, η Παρθένος αποκάλυπτε ότι τα σύμβολα και οι προτυπώσεις έπρεπε να εκπληρωθούν στο πρόσωπό της. 
Αύτη η ίδια ήταν το Άδυτο, η Σκηνή του Λόγου του Θεού, η Κιβωτός της Καινής Διαθήκης, η Στάμνος η φέρουσα το εξ ουρανού μάννα, η βλαστήσασα Ράβδος του Ααρών, η Πλαξ του Νόμου της Χάριτος. 
Σε αυτή διασαφηνίζονται οι σκιώδεις προφητείες: είναι η Κλίμαξ που ενώνει τη γη με τον ουρανό, την οποία είδε στο όνειρό του ο πατριάρχης Ιακώβ, η Στήλη νεφέλης που αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού, η κούφη Νεφέλη του προφήτη Ησαΐα, το αλατόμητο Όρος του Δανιήλ, η κλειστή Πύλη του Ιεζεκιήλ διά της οποίας ο Θεός ήρθε να επισκεφθεί τους ανθρώπους, η ζώσα και εσφραγισμένη Πηγή που αναβλύζει εντός μας τα ύδατα της αιωνίου ζωής. 
Θεωρώντας πνευματικώς τα θαύματα τούτα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο πρόσωπό της, δίχως ακόμη να κατανοεί σαφώς πώς θα πραγματοποιούνταν, η Παναγία ανέπεμψε την προσευχή και μεσιτεία της προς τον Θεό με μεγαλύτερη ακόμη ένταση, για να σπεύσει ο Κύριος να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του και να σώσει το ανθρώπινο γένος ερχόμενος να κατοικήσει μεταξύ των ανθρώπων. 
Όταν η Θεοτόκος εισήλθε στα Άγια των Αγίων, ο χρόνος δοκιμής και προετοιμασίας της Παλαιάς Διαθήκης πήρε τέλος και σήμερα εορτάζουμε τους αρραβώνες του Θεού με την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό η Εκκλησία αγάλλεται και προτρέπει όλους τους φίλους του Θεού να αποσυρθούν κι αυτοί στον ναό της καρδιάς τους για να προετοιμάσουν την έλευση του Κυρίου με τη σιωπή και την προσευχή, απομακρυνόμενοι από τις απολαύσεις και τις μέριμνες του κόσμου.

Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Τόμος 3ος, Νοέμβριος,
Ίνδικτος

Τῇ ΚΑ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῆς ἐν τῷ Ναῷ Εἰσόδου τῆς Θεομήτορος.


Κοντάκιον τῆς Ἑορτῆς 
Ἦχος δ'
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ 
Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνευματι Θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος. 
Ὁ Οἶκος
Τῶν ἀπορρήτων τοῦ Θεοῦ καὶ θείων μυστηρίων, ὁρῶν ἐν τῇ Παρθένῳ, τὴν χάριν δηλουμένην, καὶ πληρουμένην ἐμφανῶς, χαίρω, καὶ τὸν τρόπον ἐννοεῖν ἀμηχανῶ τόν ξένον καὶ ἀπόρρητον, πῶς ἐκλελεγμένη ἡ ἄχραντος, μόνη ἀνεδείχθη ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην. Διό, ἀνευφημεῖν βουλόμενος ταύτην, καταπλήττομαι σφοδρῶς νοῦν τε καὶ λόγον, ὅμως δὲ τολμῶν, κηρύττω καὶ μεγαλύνω· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

Σ Υ Ν Α Ξ Α Ρ Ι Ο Ν 
Τῇ ΚΑ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῆς ἐν τῷ Ναῷ Εἰσόδου τῆς Θεομήτορος. 
Στίχοι
Ἔνδον τρέφει σε Γαβριὴλ ναοῦ, Κόρη,
Ἥξει δὲ μικρὸν καὶ τὸ Χαῖρέ σοι λέξων.
Βῆ ἱερὸν Μαρίη τέμενος παρὰ εἰκάδι πρώτῃ.

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. 
Ἀμήν.

Ἐν τῇ τραπέζῃ κατάλυσις ἰχθύος. 
Εἰδήσεις. 
1. Ἀπὸ σήμερον ἕως τῆς 24ης Δεκεμβρίου, ἐὰν ἑορτάζεται ἅγιος, ψάλλονται καταβασίαι «Χριστὸς γεννᾶται». 
2. Τῇ 22ᾳ καὶ τῇ 24ῃ Νοεμβρίου τῶν κανόνων τοῦ Μηναίου εἰς τὸν ὄρθρον προτάσσεται ὁ α΄ κανὼν τῆς ἑορτῆς, τῇ δὲ 23ῃ ὁ β΄ κανών. 
3. Ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς 25ης Νοεμβρίου σχολάζει ἡ παρακλητική (πλὴν Κυριακῆς), εἴθισται δὲ εἰς τὰς θ. λειτουργίας τῶν καθημερινῶν νὰ ψάλλωνται τὰ ἀντίφωνα τῆς ἑορτῆς (Τ.Μ.Ε., σελ. 49, §5)· κοντάκιον ὁμοίως τῆς ἑορτῆς.

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’, ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ 
ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’

ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.
ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΠΑΥΛΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ. 
Ου η ακροστιχίς.
«Τέλος με σώσον τον ανάξιον Κόρη Παύλον».

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. δ’’. Ἁρματηλάτην Φαραώ.
Τἦς πρός ἐμέ σου συμπαθείας Ἂχραντε, τήν ὑπερβάλλουσαν, πώς δυνηθῶ χάριν, ἀνυμνήσαι Δέσποινα; ἤ πώς σου τό ἐξαίρετον, τῆς προνοίας δοξάσω, ὅτι θανάτου διέσωσας, τόν πολλάκις τούτου με ἄξιον;

Ἕn ἀνομίαις συλληφθείς ὁ ἄθλιος, ὅλος γεγένημαι, ἁμαρτιῶν πλήρης, μή εἰδώς τί έτερον˙ μόνος γάρ ἐγώ γέγονα, σκεῦος ἄχρηστον πάντῃ, τῷ φιλανθρώπως με πλάσαντι˙ Δέσποινα τοῦ κόσμου βοήθει μοι.

Λὗσον παθών μου τήν ὀμίχλην Πάναγνε, φωτί τοῦ τόκου σου, τά ζοφερά νέφη τῶν ἐμῶν προλήψεων, πόρρω ἀπελαύνουσα, τῆς ἐμῆς διανοίας, καί καθαρόν ἀπαθείας μου, φέγγος τῷ σῶ δούλῳ ἀνάτειλον.

Ὁίμοι τῷ φαύλη συνηθείᾳ Δέσποινα, συνεχομένῳ δεινῶς! Οἷμοι βροτῶν μόνῳ, τῷ κατολισθήσαντι, εἰς ἀπωλείας βάραθρα, καί παθών δυσωδίας, ἀνεχομένῳ καί μένοντι, τήν ἐκ τοῦ πυρός τούτων ἔκτισιν.

ᾨδὴ γ’. Ὁ στερεώσας κατ’ ἀρχάς.
Σύνδρομον ἔχω ἀληθῶς, τῆ τῆς σαρκός μου γεννήσει, τό τοῖς πάθεσιν αὑτοῖς ὑπαχθῆναι, καί ἀλόγως τοῖς αὑτῶν, ὑπηρετήσαι πράγμασι˙ φεῦ μοι τῷ ταλαιπώρῳ! Δέσποινα πάντων βοήθει μοι.

Μἴαν ἡμέραν τῷ Θεῶ, μετανοῶ τάς δε πάσας, παροργίζω τήν αὑτοῦ εὐσπλαγχνίαν, ὁ ἀναίσθητος ἐγώ, καί τήν ψυχήν αμείλικτος˙ ἀλλά μακροθυμεῖν μοι, τοῦτον δυσώπει Πανάχραντε.

Ἕταλαιπώρησα δεινῶς, καί κατεκάμφθην εἰς τέλος, βαρυτάτοις τῶν κακῶν μου φορτίοις, οἷς ὑπέκυψα ἑκών, ἐκ παίδων ὁ ἀνόητος, ἀλλά μή με παρίδῃς τούτοις ἁγνή ἀπολλύμενον.

Σὠμά καί πνεῦμα καί ψυχήν, μεμολυσμένος ὑπάρχων, περιέχομαι σπιλῶν τόν ἀέρα, καί τοῖς ἔργοις μου τήν γῆν, μιαίνων ὁ ταλαίπωρος, ἀλλά μεταβολῆς με, τρόποις Παρθένε βελτίωσον.

ᾨδὴ δ’’. Σύ μου ἰσχύς Κύριε.
Ὦς ἐν νυκτί, μόνος ἐκ πάντων πορεύομαι, ἔργα πράττων, τά τοῦ σκότους ἄξια, καί τούς βροτῶν λήσειν ὀφθαλμούς, ὅλως ἠπειγμένος, Θεόν λαθεῖν οὐ δεδύνημαι˙ παρ’ οὐ δικαία κρίσει, ἐκδοθήσομαι σκότει, ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἁγνή με οικτείρησον.

Στενῶ πικρῶς, ἐκ βάθους νῦν τῆς καρδίας μου, ἐννοῶν μου, τήν ἀπερινόητον, πληθύν κακῶν τήν ὡς ἀληθῶς, ψάμμον τῆς θαλλάσσης, τῷ ἀριθμῶ υπερβαίνουσαν˙ διό με Θεοτόκε, πρό τοῦ τέλους εὐχαῖς σου, ἐπιστρέψασα σῶσον τόν δοῦλον σου.

Ὁὒκ εὐτονεῖ, γένος βροτῶν προσευχόμενον, ἰλεώσαι Θεόν οἷς ἐξήμαρτον, ἐπί τῆς γῆς μόνος τήν ψυχήν, τῆς δυσωδεστάτης, παθών ἐμπλήσας αισχρότητος˙ εἰ μή σύ Θεοτόκε, τοῦ Θεοῦ μου ἡ Μήτηρ, ἐξιλάσῃ καί σώσης τόν δοῦλον σου.

Νὗν ἐπ’ ἐμέ, στένει τῆς γῆς τά πληρώματα, τήν τοῦ Κτίστου ἄγαν ἐκπληττόμενα, μακροθυμίαν καί ἀνοχήν, ἐπί τοῖς πολλοῖς μου, καί ὀλεθρίοις συμπτώμασι˙ καί γάρ τήν κτίσιν Κόρη, συνεκίνησα πᾶσαν, τά δεινά θαμβουμένην μου πταίσματα.

ᾨδὴ ἕ’. Ἶνα τι με ἀπώσω.
Τὤν ἀψύχων τήν φύσιν, Κόρη ἐν οἷς μόνοις οὑκ ἔδει ἐκμιμησάμενος, ἐν οἷς ἔδει ταύτᾳ, οὑκ ἐπείσθην ζηλώσαιο ἄθλιος, παραβάς τούς νόμους, τούς φυσικούς καί παρά φύσιν, βιωτεύσας διό με ἐλέησον.

Ὁί τοῦ σκότους προστάται, ἔργων τῶν αὑτῶν ἐν μυήσει με ἔθεντο καί ἑτέρων αὖθις, δι’ αὑτῶν ἀσεβῆ με διδάσκαλον˙ οἷμοι τι ποιήσω! Ὁ τούς πολλούς ἐν τοῖς κακοῖς μου, παγιδεύσας Πανάχραντε σῶσον με.

Νεκρωθήναι τῷ κόσμῳ, πᾶσι νομισθείς τοῖς εἰδόσι με Πάναγνε, ἐναντίαν Κόρη, τῆς αὑτῶν ὑπολήψεως ἔρχομαι, διοδεύσας τρίβον, ὁ δυστυχής ἀλλ’ ὄντως φεῦ μοι! Ειμή τάχος αὑτῆς ἀπαγάγῃς με.

Ἀμαρτίαις ἐπαύξω, ἄλλας ἁμαρτίας ὁ τλήμων ἑκάστοτε, καί ἐπισυνάγω, τῆς γεέννης τό πῦρ τό ἀνύποιστον, ἐν τῆ παναθλία ἐμοῦ ψυχή ἀφοῦ με ῥῦσαι, πρό τῆς πείρας ἐκείνης Πανάμωμε.

ᾨδὴ στ’. Ἱλάσθητι μοι Σωτήρ.
Νεκρός ἐκ πάντων καλῶν, ὑπάρχων πάντῃ καί ἄχρηστος, ἐν μόνοις φθοροποιοῖς, ἔργοις οὑκ αἰσχύνομαι, ζῶν καί αγαλλόμενος˙ ὦ πώς οὑκ αἰδοῦμαι, τῆς ψυχῆς μου τό ἀξίωμα!

Ἀπάσης μέν ἐντολῆς, ἐξέκλινα ὁ ταλαίπωρος, κατήχθην δε ἐν σπουδή, πρός τά ἀπευκτότατα, τῆς κακίας βάραθρα, δία ῥαθυμίας, ἀλλ’ ἐπίστρεψόν με Δέσποινα.

Ξηρά καί ἄκαρπος γῆς, καρπῶν τοῦ Πνεύματος γέγονα, χερσομανούσα δεινῶς, καί ὕλη φλογώσεως τοῦ πυρός τοῦ μέλλοντος, βλαστάνουσα Κόρη˙ ἀλλά σύ με μετασκεύασον.

Ίδοῦ με πᾶσα κακῶν, περιεκύκλωσε θάλασσα, καί ποταμοί τῶν παθών, ἐπῆραν φωνάς αὑτῶν, ἐπ’ ἐμέ Πανάχραντε, ὤν τῆς καταιγίδος, καί ἀτάκτου φοράς ρύσαί με.

Κάθισμα. 

Τήν σοφίαν καί Λόγον.
Φωτεινήν σε νεφέλην καί λογικήν, θεϊκήν ὄντως δρόσον καί μυστικήν, ὕδωρ τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν τήν αἰώνιον, καί σωτηρίας ὄμβρον, ομβρίσασαν Δέσποινα, ἐπεγνωκώς αἰτοῦμαι, τήν σήν αγαθότητα˙ δός τῆ κεφαλή μου, κατανύξεως ὕδωρ, πηγήν τε βλυστάνουσαν, ὤσπερ νάματα δάκρυα, ἶνα ἄνωθεν πλύνῃ με, ἐκ τοῦ ῥύπου πταισμάτων μου, καί χιόνος δείξῃ με λευκότερον, ἐπί σε γάρ ἐλπίζω, ὁ ἀχρεῖος ἱκέτης σου.

ᾨδὴ ζ’. Θἑοῦ συγκατάβασιν.
Οὑκ ἔχω κατάνυξιν, οὐδέ ταπείνωσιν ἐν καρδία μου, οὔτε μήν ἀγρυπνίαν, οὐ προσευχήν τε οὐδέ εγκράτειαν˙ οὐ τινός ἄλλους ἀγαθοῦ ενέργειαν˙διο βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

Νοός ἀμαυρότητι, οὑκ ἐκτησάμην ὅλως μετάνοιαν, οὐ μελέτην θανάτου, οὐ σωφροσύνην ὄντως οὐ φρόνησιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἀνδρείαν οὐ δικαιοσύνην τε, διό βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

Κὀμῶν ἐν τοῖς πάθεσι, καί θάλλων πᾶσιν ἐν ἁμαρτήματι, προσοχῆς θείου φόβου καί προσεδρίας Θεῶ παρημέλησα˙ ἀγάπης πάσης, ἐλπίδος καί πίστεως˙ διό βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

Ὁυκ ἔστιν ὅς ἥμαρτεν, ἐν γῆ τις πλέον ἐμοῦ Πανάχραντε, οὐδέ ἐστίν ὅς οὕτω, παρώργισε τόν ποιήσαντα, ζήσας ἀσώτως ὡς ἐγώ ὁ άθλιος˙ διό βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

ᾨδὴ ἡ’. Ἕπταπλασίως κάμινον.
Ῥῦσαι κακῶν ἀπᾴσῃς με, συνηθείας Πανάχραντε, δός μοι καθαράν, ἐπιστροφήν πρός Κύριον, ἁγνείας οἰκείωσιν, τοῖς ὑπερτάτοις κάλλεσι, σώφρονα Παρθένε, ποίησόν μου τόν βίον˙ καί πᾶσαν ἀγαθῶν μοι μετουσίαν παράσχου, ὅπως δοξολογώ σε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ἡ φώς θεοῦ τό ἄφραστον, τοῖς βροτοῖς ἀνατείλασα, φώτισον ψυχῆς μου, τάς αἰσθήσεις δέομαι, τό σκότος διώκουσα τῆς δεινῆς ἀμελείας μου˙ ἀναψόν μοι πῦρ, ἐν τῆ καρδία Παρθένε, τοῦ πόθου τοῦ Υἱοῦ σου, καί τῆς τούτου γλυκείας, πλῆσον με εὐφροσύνης εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Πἄσαις καλῶν ἰδέαις με, κατακόσμησον Δέσποινα˙ πλήρωσον χαράς, πνευματικῆς τόν δοῦλον σου, τῷ κύκλῳ στεφάνωσον, τῶν ἀρετῶν Πανάμωμε˙ ἔμπλησον παντοίας, δωρεῶν μετουσίας, καί μέτοχον με δεῖξον, οὐρανῶν βασιλείας, κἀν μου ὑπέρ ἀξίαν, τό αἰτηθέν ὑπάρχει.

Ἀνεπιστρόφω νεύματι, ἀκλινεῖ τε ὁρμήματι, τήν πρός ἀρετήν ἀνεμποδίστως στέλλεσθαι, πορείαν ευόδωσον, καί τοῖς πρόσω ἐκτείνεσθαι, τῶν ὄπισθεν ἁπάντων, ἐπιλαθόμενον με˙ καί θέρμην μετανοίας, καί εὐχῶν μοι παράσχου,Παρθένε ἶνα πόθῳ, ὑμνῶ σε εἰς αἰῶνας.

Ὁ Εἱρμός.
Ἑπταπλασίως κάμινον, τῶν Χαλδαίων ὁ τύραννος, τοῖς θεοσεβέσιν, εμμανώς εξέκαυσε˙ δυνάμει δε κρείττονι, περισωθέντας τούτους ἰδών, τόν Δημιουργόν καί Λυτρωτήν ανεβόα˙ οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαός ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Ἐξέστη ἐπί τούτῳ.
Ὗμνήσαι πώς ἰσχύσω τήν καθαράν, ὁ ψυχήν καί καρδίαν ἀκάθαρτος, πώς τήν ἁγνήν λόγοις εὐφημήσω ὁ ἐναγής; Πώς ἤν ὁρᾶν συστέλλονται, τάξεις τῶν Ἀγγέλων βλέπειν ἐγώ, τολμήσω ἐν εἰκόνι, οὕτω κακῶς ὡς ἔχω; Διό μοι Δέσποινα οἰκτείρησον.

Λαβούσα δεξιάς με Κόρη χειρός, βασιλεῖ ἀθανάτῳ οἰκείωσον, τῷ σῶ Υἱῶ, τήν τῶν ἐσφαλμένων μοι παρασχεῖν, αἰτοῦσα θείαν ἄφεσιν, καί βίου διόρθωσιν παντελή˙ καί γάρ σε προστασίαν, ἐλπίδα τε καί σκέπην, καί ζῶν καί θνήσκων ἐπιγράφομαι.

Ὁ λόγος ὀν ἐλάλησα νῦν πρός σε, οὐ τό πάν τῶν κακῶν μου ἠρίθμησε, οὐ τά κρυφή, αἴσχη ἀπεκάλυψεν ἀλλ’ αἰδοῖ, τῆς τῶν ἀνθρώπων γνώσεως, ἔκρυψε τά πλείονα συσταλείς˙ σύ δε μου δεχομένῃ, τήν πρόθεσιν Παρθένε, δός μοι τελείαν τούτων ἄφεσιν.

Νυμφώνος ἀθανάτου ἐπιτυχεῖν, καί τρυφῆς Παραδείσου ἀξίωσον, τόν ἐπί γῆς, μόνην σε ἐλπίδα μετά Θεόν, μόνην πρεσβείαν ἔχοντα, μόνην προστασίαν μόνην ἰσχύν, διό ἐνδιαθέτως, τολμῶντα ταύτᾳ λέγειν, Δέσποινα σῶσον με τόν δοῦλον σου.

Προσόμοια. 

Κύριε εἰ καί κριτηρίῳ παρέστης.
Χαἶρε ἡ λευκοφαῆ μαργαρίτην, καί διαυγῆ καί πολύτιμον, ἐκ κοκκοβαφῶν σου αἱμάτων, συμπεπηγμένον γεννήσασα, τόν ταῖς γλυκείαις αὑτοῦ, καί φωτοβόλοις λάμψεσι, παντός τοῦ κόσμου τό ζοφῶδες, καταυγάζοντα Πανύμνητε.

Χαἶρε ἡ βρεφοπρεπώς ἐν ἀγκάλαις, ταῖς σαῖς Παρθένε βαστάσασα, τόν ἐφ’ ὑψηλοῦ θρόνου δόξης, Θεοπρεπώς καθεζόμενον˙ καί ἐν τοῖς στέρνοις τοῖς σοῖς, ὑπνώσαντα κρατήσασα, τόν ἀνύστακτον καί πάντα, ἐφορῶν ὄμμα ἔχοντα.

Χαἶρε ἡ ὑπέρ μέλι γλυκάζον, τόν αἰσθητόν Κόρη φάρυγγα, καί ὑπέρ κηρίον ἡδῦνον, γλῶσσαν ἁπάντων καί λάρυγγα, καί ἀμβροσίας αὑτῆς, μᾶλλον καταγλυκαίνουσα, ἐν τῷ γλυκεῖ ὀνόματι σου, τάς καρδίας τῶν υμνούτων σε.

Ἕκδυσόν με τόν πενθήρη χιτῶνα, καί σωτηρίου με ἔνδυσον, καί ἀγαλλιάσεως θείας, καί εὐφροσύνης ἱμάτιον, ὅπως μή ἐκβληθῶ, γάμου μή ἔχων ἔνδυμα, ἐκ τοῦ νυμφῶνος τοῦ Υἱοῦ σου, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα.


Δευτέρα 7 Απριλίου 2025

ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ 
ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’

ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ
ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ. 
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ.
Ου η ακροστιχίς.
«Θρήνος βροτοίς πέφυκεν εκ Θεού χάρις».

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. δ’’. Ὑγράν διοδεύσας.
Θρηνῴδη τόν βίον Μῆτερ Θεοῦ, στενόν καί πικρόν τε, καί δακρύων πλήρη μοι δος˙ ὅπως ἀποπλύνω μου τόν ῥύπον, καί καθαρός τῷ Κριτή παραστήσωμαι.

Ῥευστής καί γεώδους καί ῥυπαρᾶς, τυχών συζυγίας, οὑκ ἠδέσθην τό τῆς ψυχῆς, λαμπρότατον κάλλος Θεομῆτορ, ἀλλ’ ἡδοναῖς ἠχρειώθην τοῦ σώματος.

Ἡ πύλη τῆς θείας ἀνατολῆς, ἂνοιξον μοι πύλας, μετανοίας καί ἐκ πυλών, τῆς θανατηφόρου ἁμαρτίας, τῆ μεσιτείᾳ σου ῥῦσαι με Δέσποινα.

Νηστεί καί δάκρυσι καί κλαυθμῷ, Θεός ιλεούται, Θεομῆτορ τοῖς κατ’ ἐμέ, ἀφρόνως αὑτόν λελυπηκόσιν, ὀν μοι πρό τέλους ἰλέωσαι Δέσποινα.

ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ὁυρανίων Ἀγγέλων, λειτουργικά πνεύματα, ἐπί τῆ ἐμή καταπτώσει πικρῶς εθρήνησαν˙ καί ἐπεγέλασαν, τῶν ἀερίων δαιμόνων, τά ζοφώδη πνεύματα Θεογεννήτρια.

Συμμετρία τῶν πόνων τοῖς ταπεινοῖς ἄχραντε, τό τῆς ἀρετῆς γεωργεῖται μέλι πανθαύμαστον˙ διό ἐνίσχυσον, τήν παναθλίαν ψυχήν μου, ταπεινῷ φρονήματι ἐμπολιτεύεσθαι.

Βασιλέως θυγάτηρ καί ἀληθῶς Δέσποινα, καί παμβασιλέως Δεσπότου Μήτηρ ὑπάρχουσα, τήν βασιλεύουσαν, νῦν ἐπ’ ἐμοί ἁμαρτίαν, οἵα δούλην ἄτιμον μακράν ἐξόρισον.

Ραντισμῷ τῶν δακρύων τό δυσειδές Δέσποινα, τῶν ἁμαρτιῶν μου καθάρισον καί ἀπόπλυνον, τά σεσηπότα μου, καί ἀποζέσαντα ἕλκη, καί ὑγείαν δέομαι δός μοι τῷ δούλῳ σου.

ᾨδὴ δ’’. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ὁί πεσόντες ἀνάστησε, ὁ Χριστός κελεύει μή ἀντιτείνωμεν, ἀλλά μᾶλλον προσληψώμεθα, τήν αὑτοῦ Μητέρα πρός συμπάθειαν.

Τἴς τόν Πέτρον διέσωσε; Πάντως ἡ μετάνοια Θεονύμφευτε, καί λῃστήν πόρνην καί άσωτον˙ οὕς με μιμηθῆναι καταξίωσον.

Ὁ τοῖς πᾶσιν ἀχώρητος, Πάναγνε χωρεῖται ἐν τῆ νυδύϊ σου, διασῴζων με χρηστότητι, τόν βεβυθισμένον ἁμαρτήμασιν.

Ίκετεύω σε Δέσποινα, μή ἐγκαταλίπῃς με ὤρα θλίψεως, ἀλλά ἵλεῳς μοι φάνηθι, καί τῆς τῶν δαιμόνων ῥύου τρώσεως.

ᾨδὴ ἕ’. Ὀρθρίζοντες βοώμέν σοι Κύριε.
Στολήν τήν τοῦ βαπτίσματος ἀχρειώσαντι, πολλῶν τῶν δακρύων μοι, χρείᾳ τοῦ ταύτην καθάρασθαι.

Πλανώμενον τόν νοῦν μου τοῦ κόσμου τῆ φαντασίᾳ, σύ τοῦτον ἐπίστρεψον, φόβῳ κολάσεως Δέσποινα.

Ἕπίβλεψον εἰσάκουσον δέομαι, τῆς φωνῇς μου καί πάσας ἐξάλειψον, τάς ἁμαρτίας μου Πάναγνε.

Φὠτί τοῦ σου προσώπου με λάμπρυνον, τόν σόν δοῦλον νύμφη ἡλιόμορφε, ἐσκοτισμένον τοῖς πάθεσιν.

ᾨδὴ στ’. Χιτῶνα μοι παράσχου.
Ὗμνείν ἀδιαλείπτως τόν Θεόν, Παρθένε ὀφείλομεν, καρδίᾳ καί στόματι˙ ἀλλ’ ἡμεῖς τῆ ῥᾳθυμίᾳ κρατούμεθα.

Κινδύνων πολυπλόκων καί δεινῶν, ἁγνῇ περιστάσεων, νῦν τῶν λυπούντων με, ἐξελοῦ τόν ἀθλιώτατον δοῦλον σου.

Ἕν ὤρα τοῦ θανάτου μου σεμνῇ, βοήθεια φάνηθι˙ καί ῥῦσαι δαιμόνων με πονηρῶν τῶν ἐκζητούντων ἁρπάσαι με.

Νηστεύσωμεν ὡς ἔχομεν καιρόν, κλαύσωμεν πενθήσωμεν, ἶνα τρυφήσωμεν, καί χορεύσωμεν ἐκεῖσε αἰώνια.

Κάθισμα. 

Ἀνέστης ἐκ νεκρών.
Ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἐν τῷ κόσμῳ κατῆλθε, καί Ἄγγελος φωτός, τῆ Παρθένῳ ἐβόα, χαῖρε εὐλογημένῃ, ἡ παρθενίαν, μόνη φυλάξασα, χαῖρε ἡ συλλαβοῦσα, τόν πρό αἰώνων Θεόν καί Κύριον˙ ἶνα τῆς πλάνης σώσῃ ὡς Θεός, τό γένος τῶν ἀνθρώπων.

ᾨδὴ ζ’. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἕκ χειμῶνος τό ἔαρ, καί ἐκ ζάλης γαλήνη Ἀγνή προέρχεται, ἐκ ζόφου δε πταισμάτων, τό φώς τῆς ἀπαθείας, μετανοίᾳ εισέρχεται˙ οἱ ἐμπαθεῖς τοιγαροῦν θαρρῶμεν μεταγνόντες.

Κυριώνυμε Κόρη, ἡ Θεόν σαρκωθέντα ἡμῖν κυήσασα, πολλαῖς κυριευθεῖσαν, ἀτόποις ἁμαρτίαις, τήν ψυχήν μου διάσωσον, εὐλογημένῃ ἁγνῇ, ἶνα σε μακαρίζω.

Θρόνος πύρινος ὤφθης, καί παλάτιον θεῖον τοῦ παντοκράτορος, τοῦ κόσμου σωτηρίᾳ, καί σκέπη τοῖς βοῶσι, τῷ Υἱῶ σου Πανάμωμε˙ ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεός εὐλογητός εἰ.

Ἕξ ἱδρώτων καί κόπων, στεναγμῶν τε καρδίας Θεογεννήτρια, συναίσθησις γεννάται˙ ἀπάθειαν δ’ ἐκ ταύτης, ἦς καί φθᾶσαι τούς πρόποδας, ἀξιωθείην ἐγώ, ὁ πταίσας ὑπέρ πάντας.

ᾨδὴ ἡ’. Τόν βασιλέα.
Ὁ βασιλεύς μέν, τῶν οὐρανῶν θέλει πάντας, τήν αὑτοῦ πληρώσαι βασιλείαν˙ ἡμεῖς δε Παρθένε τήν γέενναν ποθοῦμεν.

Ὗπέρ τήν κτίσιν, κόσμου παντός Θεομῆτορ, τοῦ παντός ὁ Κτίστης τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἁμαρτανόντων ποθεῖ τήν σωτηρίαν.

Χριστού παθόντος, ὑπέρ ἡμῶν χρεωστοῦμεν, καί ἡμεῖς παθεῖν ὑπέρ ἐκείνου, καί πάθη νεκρώσαι, πιστοί τά ψυχοφθόρα.

Ἀγνή Παρθένε, χριστιανῶν ἡ προστάτις, ἐξελοῦ ἡμᾶς πάσης ανάγκης˙ ἶνα σε ὑμνῶμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ὁ Εἱρμός.
Τόν βασιλέα, τῶν οὐρανῶν ὀν ὑμνοῦσι, στρατιαί τῶν Ἀγγέλων ὑμνεῖτε, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Ῥανίδα μοι ἐλέους, στάξον Θεομῆτορ, καί τῆς ἀγνοίας, τόν ζόφον απέλασον˙ σύ γάρ ἐκύησας μόνη βροτῶν τήν λύτρωσιν.

Ἰλύϊ τῶν παθών με συγκεκαλυμμένον, καί ἡδονῶν τῷ βορβόρῳ σπιλούμενον, ὡς ἀγαθή μου προστάτις κάθαρον Δέσποινα.

Σταυροῦ τῆ πανοπλίᾳ, κράτυνον τήν πίστιν, τῶν φιλοχρίστων Ἀνάκτων φιλάνθρωπε, τῆς σε τεκούσης πρεσβείαις ὡς πολυέλεος.

Σεισμοῦ λιμοῦ πυρός τε, καί αἰχμαλωσίας, καί ἐμφυλίου πολέμου ἐκλύτρωσαι, τήν σε γεραίρουσαν ποίμνην Θεοχαρίτωτε.

Προσόμοια. 

Τι ἡμᾶς καλέσωμεν.
Χαἶρε ἀειπάρθενε Δέσποινα, ἡ τόν φύσει ἀγαθόν ἐκμιμουμένῃ ἀγαθῇ, καί προσόντων τῶν αὑτοῦ πρῶτον καί ἔξοχον ἁγνή, πλουτοῦσα Μητρικῶς τήν ἀγαθότητα, διό καί ἀγαθύνεις τούς ὑμνοῦντας σε, ὡς συμπαθῇς καί φιλάγαθος, καί ὁδηγεῖς πρός ἀπόλαυσιν, Πανάχραντε, ἀγαθῶν τῶν αἰωνίων αὑτούς.

Χαἶρε Θεοῦ σκήνωμα ὄλβιον, βασιλέως ὑψηλόν, λαμπρόν ἀνάκτορον ἁγνῇ, ἀχειρόπλοκος νυμφών, χρυσοπορφύρωτος παστάς˙ ὁ θάλαμος ὁ εὔοσμος καί πάντιμος, τό ἔμπνουν, λιθομάργαρον παλάτιον, χαῖρε ὁ θρόνςο ὁ πάγχρυσος, ἀνθρακοφόρος πυράγρᾳ τε, καί ἔμψυχος τοῦ ἀΰλου πυρός ἄχραντε.

Χαἶρε Μαριάμ Κυριώνυμε, ἡ Κυρία παντός Κόσμου, χρηματίσασα σεμνή, ὡς τόν Κύριον Κυρίων ἀποτέξασα Χριστόν˙ κυρίως, οὖσα ἀειπάρθενος, ἁγνείας, παγκτησίαν ὑπερτέλειον, κεκυρωμένως πλουτίσασα, νόος ψυχῆς τε καί σώματος, ἡ σύμπαντα, ὡς Κυρία δοῦλα γέγονεν.

Δὅς μοι διανύειν τό βίον μου, δία πάντων τῶν σεπτῶν, τοῦ σου Υἱοῦ μακαρισμῶν, τοῦ πτωχεύειν τῷ νοῖ, πενθεῖν πραΰνεσθαι πεινῆν, διψῆν τε μετ’ ἐφέσεως τό δίκαιον˙ ὑπάρχειν, καθαρόν καί ελεήμονα˙ ποιεῖν εἰρήνην διώκεσθαι, ὑπέρ Θεοῦ Παναμώμητε˙ καί χαίρειν με, ἐπί τούτοις ἀγαλλόμενον.

 

Κυριακή 6 Απριλίου 2025

ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 


ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ  
ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’

 

 ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ. 
Ως οράται εν τοις υστέροις Θεοτοκίοις. 

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. δ’’. Ἁρματηλάτην Φαραώ.
Ἀπό χειλέων ῥυπαρῶν ἐφύμνιον, δέχου Πανάμωμε, ὡς πρίν ὁ Υἱός σου, Θεός μου καί Κύριος, τῆς χήρας κατεδέξατο, τά λεπτά καί τήν λύσιν, τῶν ὀφλημάτων παράσχου μοι˙ ὅπως κατά χρέος γεραίρω σε.

Λόγον Θεοῦ σωματωθέντα τέτοκας, τόν πρίν ἀσώματον, θεανδρικῶς κόσμῳ συναναστρεφόμενον, ὑπερφυῶς Πανάμωμε Θεοτόκε Μαρία˙ διό σε πάντες γεραίρομεν, καί χρεωστικῶς μακαρίζομεν.

Τὁ Θεοτόκον σε κηρύττειν ἄχραντε, πάσης αἱρέσεως ἀποτροπήν φέρει, σάρκα γάρ γενόμενον ἀναλλοιώτως τέτοκας τόν ἐπέκεινα φύσει, Θεογεννήτορ τῆς κτίσεως, Λόγον τοῦ Θεοῦ τόν ἀΐδιον.

Θεοκυήτορ Μαριάμ θεώσεως, τετύχηκε δία σου, ἡ ταπεινή φύσις, τῶν βροτῶν καί ρέουσα˙ ἐν σοι γάρ νυμφευσάμενος, ὁ Θεός μου τήν σάρκα, ἐνυποστάτως ἐλάμπρυνε, καί εἰς οὐρανούς ἀνεβίβασεν.

ᾨδὴ γ’. Ὁ στερεώσας κατ’ ἀρχάς.
Πὕλη ἐδείχθης νοητή, ἀνατολῆς τῆς ἐξ ὕψους, ἐν τῆ γῆ φανερωθείσης Παρθένε˙ δία σου γάρ πρός ἡμᾶς, ὁ Λόγος εἰσελήλυθεν, ἐπί τῷ σώσαι πάντας, τῆς ἀλογίας Πανάχραντε.

Ῥάβδον βλαστήσασαν Χριστόν, τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας, καί χρυσοῦν θυμιατήριον πάντες, σε γινώσκομεν ἁγνή, θείας οὐσίας φέρουσαν, ἐν ταῖς ἀγκάλαις Κόρη, ἄνθρακα Θεοχαρίτωτε.

Σωτηριώδους δι’ ἡμᾶς, τοῦ Λόγου οἰκονομίας, φωτεινή σύ Μητροπάρθενε πύλη, ἐγνωρίσθης αληθώς˙ σύ γάρ ἡμῖν εἰσήγαγες, τήν νοητήν ἀκτῖνα, τῆς ὑπερθέου Θεότητος.

Ἕπί τήν ἄχραντον νηδύν, ὡς ὑετός ἐπί πόκον, σου κατέβη ὁ Θεός μου Παρθένε, καί ἐδρόσισεν ἡμᾶς τούς ἐκτακέντας καύσωνι, τῆς ἁμαρτίας δρόσῳ φιλανθρωπίας καί χάριτος.

ᾨδὴ δ’’. Σύ μου ἰσχύς Κύριε.
Σὗ ἀληθῇς, τῆς σωτηρίας ὑπόθεσις, Θεομῆτορ μόνη ἐχρημάτισας, τῷ Ποιητῇ καί Δημιουργῷ, ἐκ τῶν σῶν ἀχράντων αἱμάτων, σάρκα δανείσασα˙ δι’ ἦς αἱ τοῦ θανάτου, συνετρίβησαν πύλαι, καί ζωή τοῖς ἀνθρώποις δεδώρηται.

Νεοθαλής, ἀθανασίας Παράδεισος, καί ὡραῖος ὄντως ἀναδέδειξαι, ξύλον ζωῆς ἐν σοι φυτευθέν, θεαρχικωτάτως, κυοφοροῦσα, καί τίκτουσα, τό πᾶσιν ἀποστάζον ζωηφόρους ἐλπίδας, τοῖς πιστῶς Θεοτόκον φρονοῦσι σε.

Δαβιτικής, ἐκ βασιλίδος βλαστήσασα, συγγενείας τόν παμβασιλεύοντα, καί πρό αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρός, Λόγον ἀπορρήτως καί ὑπέρ νοῦν ἀναλάμψαντα, ἐγέννησας Παρθένε˙ Θεοτόκον διό σε, θεοφρόνως πιστοί καταγγέλομεν.

Ὁ πλαστουργός, ἐκ τοῦ αἰῶνος σε εὒρατο, ἐν κοιλάδι, κρίνον καθαρώτατον, ταῖς ἀρεταῖς λάμπουσαν σεμνή˙ βάθει τῆς ἁγνείας, εὐρύτητι τῆς σεμνότητος, καί ὕψωσεν ἐν γένει, τῶν ἀνθρώπων διό σε, ὡς Μητέρα τοῦ Κτίστου δοξάζομεν.

ᾨδὴ ἕ’. Ἶνα τι με ἀπώσω.
Στρατηγίαι τῶν ἄνω, Πάναγνε Δυνάμεων σε μακαρίζουσι˙ γενεαί δε πᾶσαι, τῶν ἀνθρώπων ἀξίως δοξάζουσι˙ δία σου γάρ μόνης, οἱ ἐπί γῆς τοῖς οὐρανίοις, συναφθέντες ὑμνοῦμεν τόν τόκον σου.

Τἤν ἀθάνατον φύσιν, ἡ θνητῇ παρέδραμεν εἰς ἁγιότητα, καί Παρθένος Κόρη, τούς ἀσάρκους Ἀγγέλους παρήλασεν˙ ὡς Θεόν τεκούσα˙ τόν βασιλέα τῶν Αγγέλων˙ ὦ προσβλέπειν ἐκείνοις ἀδύνατον.

Τὤν πιστῶν ἡ προστάτις, τεῖχος ἀκατάλυτον τῶν εὐφημούντων σε˙ ἡ παντί τῷ γένει, τῶν ἀνθρώπων φανεῖσα σωτήριος, ὡς Θεόν τεκοῦσα, σωματικῶς ἐπιφανέντα, τήν ψυχήν μου διάσωσον Πάναγνε.

Φωτεινήν σε νεφέλην, φέρουσαν τόν ἄδυτον ἥλιον Δέσποινα, οἱ βροτοί εἰδότες, ἀνυμνοῦμεν καί πόθῳ γεραίρομεν˙ τήν γάρ ἀμορφίαν, τήν ἐν Ἀδάμ ἀμαυρωθεῖσαν, ἀνεμόρφωσας θείαις λαμπρότησιν.

ᾨδὴ στ’. Ἱλάσθητι μοι Σωτήρ.
Ὁ θρόνος ὁ τοῦ Θεοῦ, τῶν Χερουβείμ ὁ υπέρτερος˙ νεφέλη ἡ τοῦ φωτός, ψυχῆς μου τά ὄμματα, Παναγίᾳ φώτισον, καί παθών ἀχλύος, τήν καρδίαν μου καθάρισον.

Ἡ μήτηρ τοῦ λυτρωτοῦ, καί τῶν κτισμάτων βασίλισσα, αἰχμαλωσίᾳ δεινή, ληφθέντα με λύτρωσαι, Μαρίᾳ Πανάμωμε˙ καί τῆς βασιλείας, τοῦ Υἱοῦ σου καταξίωσον.

Ἡ κλῆσις σου ἀληθῶς, ψυχῶν ὑπάρχει καθάρσιον˙ καί ῥυπαρῶν λογισμῶν, ἐστίν ἐλατήριον καί φυγαδευτήριον, πονηρῶν πνευμάτων, Θεοτόκε ἀειπάρθενε.

Ἀσμάτων ἄσμα σύ εἰ, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα˙ Ἀγγέλων ἡ καλλονῇ, βροτῶν ἡ ανάπλασις˙ Θεόν γάρ ἐγέννησας, σεσωματωμένον, τόν τάς φύσεις μεταλλάττοντα.

Κάθισμα. 

Τήν σοφίαν καί Λόγον.
Δεὖτε πάντα τά ἔθνη Θεοπρεπώς, τήν Μητέρα τοῦ πάντων Δημιουργοῦ, ὑμνήσωμεν λέγοντες˙ χαῖρε θρόνε πυρίμορφε, τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων, Χριστοῦ τοῦ Παντάνακτος˙ χαῖρε μόνη Κυρία, ἀπᾴσῃς τῆς Κτίσεως˙ χαῖρε τό δοχεῖον, τῆς Ἀγίας Τριάδος˙ Πατρός Υἱοῦ καί Πνεύματος, τό λαμπρόν καί ἀκήρατον, Μαριάμ Θεοδόξαστε˙ πρέσβευε τῷ σῶ Υἱῶ καί Θεῶ, τῶν πταισμάτων, ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς σοι προστρέχουσι πίστει, καί πόθῳ ὑμνοῦσι σε.

ᾨδὴ ζ’. Θεοῦ συγκατάβασιν.
Νὗν πάντα πεπλήρωται, φωτός τοῦ θείου δία σου Πάναγνε˙ σύ γάρ πύλης ἐφάνης, δι’ ἦς τῷ κόσμῳ Θεός ὡμίλησε, καταφωτίζων τούς πίστει κραυγάζοντας˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Συνέλαβες ἄχραντε, τόν ἐπί πάντων Θεόν καί Κύριον, εὐδοκήσαντα σώσαι, τό τῶν ἀνθρώπων γένος θανάτου φθοράς˙ ὀν ἐπαξίως ὑμνοῦμεν κραυγάζομεν˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Πἁλάτιον ἔμψυχον, τοῦ βασιλέως Χριστοῦ Πανύμνητε˙ χαῖρε στάμνε τό μάννα, ἐν τῆ γαστρί σου θείω βαστάσασα, τό διατρέφον τούς πόθῳ κραυγάζοντας˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Νυμφώνα πανάχραντον, τῆς ὑπέρ λόγον θείας σαρκώσεως, καί παστάδα καί θρόνον, ὀρθά φρονοῦντες σε ονομάζομεν˙ καί γεγηθότες τῷ τόκῳ σου ψάλλομεν˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

ᾨδὴ ἡ’. Ἑπταπλασίως κάμινον.
Θεογεννήτορ Δέσποινα,των πιστῶν τό κραταίωμα˙ ταῖς πρός τόν Υἱόν σου, μητρικαῖς δεήσεσι, αὑτόν μοι ἰλέωσον, τόν ἀληθῶς εὐίλατον, καί ἁμαρτιῶν μου, τό χειρόγραφον ρήξον˙ καί δεῖξον Παναγίᾳ, σῳζομένων με κλήρου, ἶνα σε μεγαλύνω εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ἡ ἐν ἀνάγκαις σῴζουσα, καί θερμῶς προστατεύουσα, πάντων τῶν ἐν θλίψει, Παναγίᾳ Δέσποινα σπλαγχνίσθητι, σῶσον με καί πεπτωκότα ἔγειρον, χεῖρα βοηθείας, πρό τοῦ τέλους διδούσα˙ μή νῦν με τοῦ θανάτου, καταλάβῃ ὑπνοῦντα, ἶνα σε κατά χρέος δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ἆλλην ἐκτός σου Δέσποινα, βοηθόν οὑκ ἐπίσταμαι, πλήν σου πρός Θεόν, καταλλαγήν οὐ κέκτημαι˙ ἐλέησον ἄχραντε, ἐμέ τόν ἀπολλύμενον, δία τάς ἐκ βρέφους ἀθεμίτους μου πράξεις˙ καί σῶσον με βοῶντα χαῖρε εὐλογημένῃ, χαῖρε δεδοξασμένῃ εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ὁυρανομήκη κλίμακα, νοητήν σε γινώσκομεν˙ δι’ ἦς καταβάς, μετά σαρκός, ὁ Ὕψιστος, ἀνθρώποις ὡμίλησε, καί ταπεινούς ἀνύψωσε, πρός τήν ὑψηλήν, τῶν οὐρανῶν πολιείαν˙ ἐντεῦθεν ἀνωτέραν, οὐρανῶν καί Ἀγγέλων, καί πάντων ποιημάτων κηρύττομεν σε Κόρη.

Ὁ Εἱρμός.
Ἑπταπλασίως κάμινον, τῶν Χαλδαίων, ὁ τύραννος, τοῖς θεοσεβέσιν, εμμανώς εξέκαυσε˙ δυνάμει δε κρείττονι, περισωθέντας τούτους ἰδών, τόν Δημιουργόν καί λυτρωτήν ανεβόα˙ οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαός ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Ἐξέστη ἐπί τούτῳ.
Τὀν θρόνον τοῦ Δεσπότου τόν ὑψηλόν, τήν καθέδραν Χριστοῦ τήν περίδοξον˙ τόν εὐαγῇ θάλαμον τό πάγχρυσον ἱερόν, τό Θεοδόχον τέμενος, τήν παντοβασίλισσαν Μαριάμ, τήν δόξαν τῶν Ἀγγέλων, βροτῶν τήν σωτηρίαν, πάντες οἱ πιστοί ἀνευφημήσωμεν.

Τὀν πάντων βασιλέα καί Ποιητήν, συλλαβοῦσα Παρθένε εκύησας˙ καί νῦν ἰδού, οίά περ βασίλισσα δεξιά, τούτου ἁγνή παρίστασαι˙ ὅθεν δυσωπῶ σε ἀριστερᾶς, μερίδος λύτρωσαι με, ἐν ὤρα τῆ τῆς δίκης, καί δεξιοῖς προβάτοις σύνταξον.

Ἀὑλῶν ἐκ λειμώνων τῶν τῆς ψυχῆς, τῶν ἀσμάτων τά ἄνθη δρεψάμενος, καί τῆ ῥοῇ μίξας τῶν δακρύων μου ἐν πυρί, τῷ τῆς καρδίας ἔψησα, Δέσποινα καί μύρον ἐσκευακώς, τόν ὕμνον ὡς ἡ πόρνη, τούς σούς ἀχράντους πόδας, ἐν τούτῳ βρέχω κράζων σῶσον με.

Σωτήριος γενοῦ μοι πύργος ἁγνῇ, τῶν δαιμόνων ἀπείργων τάς φάλαγγας, καί πειρασμῶν, ὄχλον καί κινδύνων αποσοβών˙ καί τῶν παθών τήν ἔφοδον, πόρρω ἀπελαύνων καί καθαράν, διδούς ἐλευθερίαν, καί θείων χαρισμάτων, τήν ἀφθονίαν παρεχόμενος.

Προσόμοια. 

Ὦ τοῦ παραδόξου.
Χαἶρε πηγῇ ἡ ζωήρυτος, χαῖρε λαβίς νοητή, ἡ τόν θεῖον καί ἄσβεστον, ἐν κοιλία φέρουσα, Ἠσαΐας ὀν ἔβλεψε, Θεογεννήτορ ἄνθρακα ῥύπτοντα, παντός τοῦ κόσμου τά ἁμαρτήματα, χαῖρε περίδοξον, ἄκουσμα καί λάλημα, χαῖρε σεμνῇ, χαῖρε θεῖον οἴκημα, καί ὄρος ἅγιον.

Χαἶρε Παρθένε Πανάμωμε, χαῖρε ζωῆς θησαυρέ, χαῖρε ὄρος κατάσκιον, χαῖρε στῦλε πύρινε, καί νεφέλη ὑπέρφωτε, παντός ῥυπώδους χαῖρε καθαίρεσις, χαῖρε τοῦ κόσμου ἡ ἀνακαίνισις, χαῖρε ἀνύμφευτε, χαῖρε Μήτηρ ἄχραντε, χαῖρε φλογμόν, σβέσασα τῷ τόκῳ σου, χαῖρε ἡ πάντων ἐλπίς.

Χαἶρε ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε φωτός καθαρόν, καί φαιδρόν ἐνδιαίτημα, χαῖρε στάμνε πάγχρυσε, καί παλάτιον ἔμψυχον, τοῦ βασιλέως θρόνε πυρίμορφε, εὐλογημένῃ χαῖρε ἀπείρανδρε, χαῖρε πανάσπιλε, χαῖρε καταφύγιον, χαῖρε ἁγνῇ, χαῖρε Θεοδόξαστε, χαῖρε ἡ πάντων χαρᾷ.

Σὠμά ψυχήν καί τό πνεῦμα μου, πάσαις δειναῖς ὁ δεινός, ἐργασίαις ἐμόλυνα, τό μέν σῶμα πάθεσι, παραδούς τῆς αἰσχρότητος, ψυχήν δε πᾶσιν ἐπιτηδεύμασι, πονηροτάτοις οἷς περ συνέζησα, αὖθις τό πνεῦμα, δε, ἐπηρμένοις ἤθεσι καί σκολιοῖς, Δέσποινα φρονήμασιν, ἐξ ὤν με λύτρωσαι.


Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

Eί ζωγραφεῖν τίς ἤθελεν σε, Παρθένε - Η Παναγία της Λύδδας




Eί ζωγραφεῖν τίς ἤθελεν σε, Παρθένε
ἄστρων ἐδεῖτο μᾶλλον ἀντί χρωμάτων,
ἵν' ἐγράφης φωστῆρσιν ὡς φωτός πύλη
ἀλλ' οὐχ ὐπείκει ταῦτα τοῖς βροτῶν λόγοις
ἅ δ' οὖν φύσις παρέσχε και γραφῆς νόμος,
τούτοις παρ' ἡμῶν ἱστορῆ τε και γράφη.

Κωσταντ. Ρόδιος, 9ος αίών

Ἄν κάποιος ἤθελε να σε ζωγραφήσει, Παρθένε, θα χρειαζόταν το φῶς τῶν ἄστρων και ὄχι τῶν χρωμάτων ὥστε, σάν Πύλη τοῦ φωτός, να σε ζωγράφιζε με φῶς, ὅμως τα οὐράνια σώματα δεν ὑπακούουν στα λόγια τῶν θνητῶν με ὅσα μᾶς ἐκχώρησαν οἱ νόμοι τῆς ζωγραφικῆς κι ἡ φύση, μ΄ αὐτά ὁ ἄνθρωπος θα σ΄ ἱστορήσει και θα σε ζωγραφίσει.

 

Η Παναγία της Λύδδας 

πηγή:εδώ  

Η παλαιότερη αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας, που θεωρείται δηλαδή ότι δεν ημιουργήθηκε από ανθρώπινο χέρι, προέρχεται από την πόλη Λύδδα της Παλαιστίνης (5ος αι.). Η αρχαιότερη γραπτή πηγή περί αυτής της εικόνας απαντά το 726 σε κείμενο του Επισκόπου Κρήτης Ανδρέα (690‐740), ο οποίος την ονομάζει ʹʹαχειρόγραφονʹʹ. Το 839 γίνεται μία εκτενής αναφορά στην ιστορία που συνοδεύει την εικόνα της Λύδδας και στη Συνοδική επιστολή των τριών Πατριαρχών το 836 (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) προς τον Εικονομάχο Αυτοκράτορα Θεόφιλο (829‐842) 428. Σύμφωνα με την επιστολή οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης κατά τη διάρκεια του ευαγγελισμού των κατοίκων στην πόλη Λύδδα, χτίζουν ναό προς τιμή της Παναγίας και την παρακαλούν να τον επισκεφθεί. Εκείνη τους υπόσχεται ότι θα βρίσκεται σε εκείνο τον τόπο μαζί τους: ʹʹΚαί αὐτόθι μεθ΄ὑμῶν εἰμίʹʹ. Τότε αποτυπώνεται με θαυματουργικό τρόπο η εικόνα της Παναγίας σ΄ ένα κίονα του ναού: ʹʹΚαί δή θείᾳ τινί καί ἀοράτῳ ἐνεργείᾳὁ χαρακτήρ αὐτῆς κίονι ἐνίἐνίδρυστο∙ʹʹ. Δύο αιώνες περίπου αργότερα, όταν ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης (361‐ 363), πληροφορείται για την αχειροποίητο εικόνα της Παναγίας, στέλνει στη Λύδδα Εβραίους ζωγράφους για να την εξετάσουν και να διαπιστώσουν τι συνέβη. Οι ζωγράφοι προσπαθούν να καταστρέψουν την εικόνα, εκείνη όμως γίνεται όλο και πιο λαμπρή και παραμένει ανέπαφη από τις παρεμβάσεις των βέβηλων: ʹʹἔτι μᾶλλον λαμπροτέραν καίἀπαράλλακτον ἐν τῷ βάθει τοῦ κίονος ἐφεύρισκονʹ. Εν συνεχεία σημειώνονται και διάφορα θαύματα που συνέβησαν από την εικόνα, όπως καθαρισμοί λεπρών και θεραπείες ασθενειών: ʹʹδι΄ἧς καί δαίμονες ἐλαύνονται, νόσοι θεραπεύονται, λεπροί καθαρίζονται, δυνάμεις, πᾶσα μαλακία και ασθένεια ῥώννυταιʹʹ. 
Στη συγκεκριμένη εικόνα αναφέρεται και ο Γεώργιος Μοναχός (9ος αι.) ως εξής: ʹʹτό προσκυνούμενον καί τιμώμενον ἀχειρότευκτον ἀπεικόνισμα… ʹʹ. 
Στο ελληνικό χειρόγραφο Venetus Marcianus Graegus 573 (774) απαντά επίσης η παράδοση για την εικόνα της Λύδδας, αλλά σε διαφορετική συνάφεια σε σχέση με τις παραπάνω πηγές. Σύμφωνα με το κείμενο αυτού του χειρογράφου οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι φιλονικούν στην περιοχή της Λύδδας για την ιδιοκτησία ενός ναού. Ο άρχοντας της πόλης αφήνει την υπόθεση να λυθεί από τη Θεία Πρόνοια. Ο άρχοντας ανακοινώνει ότι, αν μετά από προσευχή σαράντα ημερών δεν εμφανιστεί κάποιο θεϊκό σημάδι στον ναό, τότε ο ναός δεν θα ανήκει σε καμία από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Πάνω σ΄ ένα πορφυρό κίονα όμως, στη δυτική πλευρά του ναού, τυπώνεται θαυματουργικώς το ομοίωμα της Παναγίας: (ʹʹ…τῆς δέ Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν τοῦ χαρακτῆρος ἀχειρογράφως ἐν τῷ κεκλῆσθαι ἐκτυπωθέντος ἐν τῷ πρός δυσμάς τῆς ἐκκλησίας τοίχῳ πρός τῇ γράψαντες τῷ βασιλεῖ τάς ἱεράς εἰκόνας ἐξυβρικότι.ʹʹ, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Διήγησις, PG 113, 441A.) Μετά απʹ αυτό το γεγονός οι Εβραίοι εγκαταλείπουν τον ναό αποδεχόμενοι το θαύμα: ʹʹ…Φύγωμεν, λέγοντες, τῆς γάρ μητρός τοῦ Θεοῦ αὐτῶν, ὡς φασίν, τόἐκτύπωμα, ἰδού, πέφανται.ʹʹ (436). Έτσι ο ναός, έπειτα από τη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου, περνά στην ιδιοκτησία των Χριστιανών. 
Από τον 7ο αι. η εικόνα της Λύδδας ονομάζεται και Παναγία της Ρώμης διότι, κατά την παράδοση, ο Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, περνώντας από τη Λύδδα αφού ζήτησε να αντιγραφεί η εικόνα, την έστειλε στη Ρώμη. Δυστυχώςόμως δεν υπάρχουν περαιτέρω πληροφορίες για την τύχη της εικόνας. Η εικόνα της Λύδδας δεν σώζεται, φαίνεται όμως να σχετίζεται με την Παλαιστινιακής προέλευσης εικόνα της Παναγίας Santa Maria Nova (6ος αι.), την οποία όπως είδαμε ακολουθεί αποστολική παράδοση. 
- Όταν στο Βυζάντιο ήταν Αυτοκράτορας ο Μιχαήλ ο ΙΙΙ μαζί με την μητέρα του την Αγία Θεοδώρα την Αυγούστα, η οποία αναστήλωσε τις εικόνες και επέτρεψε την λατρεία τους και στην Ρώμη Πάπας ήταν ο Σέργιος ο ΙΙ, η εικόνα της Παναγίας άρχισε να κινείται «κύριως κατά τον Ὀρθρο και το Ἐσπερινό, κάποιες φορές και κατά την Θεία Λειτουργία». Μία φόρα άρχισε να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, σαν να την κρατούσαν χέρια Αγγέλων και σιγά-σιγά βγήκε έξω από την εκκλησία, ενώ την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Θεοδώρα την τοποθέτησε στον Ναό της Χαλκοπράτειας. Χάρη σε αυτό το θαύμα οι Βυζαντινοί άρχισαν να τιμούν αυτήν την εικόνα -την οποία τώρα ονόμαζαν Ρωμαία- στις 8 Σεπτεμβρίου. 
Η εικόνα έμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 15ο αιώνα κι αυτό επειδή στις 31 Μαρτίου 1401 ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ο VII ο Παλαιολόγος την έστειλε ως δώρο στον Ηγεμόνα Αλέξανδρο το Αγαθό, σφραγίζοντας έτσι την συμφιλίωση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την Μολδαβία, στις σχέσεις των οποίων είχε επέλθει ρήξη. Αρχικά η εικόνα τοποθετήθηκε στο Μιραούτσι της Σουτσεάβα και λίγο αργότερα ο υίος του Αλεξάνδρου του Αγαθού, ο Στέφανος ο ΙΙ την δώρησε στην Μονή Νεαμτς. 
Παρότι η εικόνα πέρασε πολλές περιπέτειες -κάποια περίοδο την είχαν θάψει μάλιστα για να την προφυλάξουν από τους Τουρκους- η εικόνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Της έχει δοθεί και το όνομα ”Προσκυνήτρια”, επειδή πολλές φορές έχει φύγει από τα χέρια των Αρχιερέων ή των Ιερέων που την κρατούσαν και άρχισε να αιώρείται στον αέρα. Πήρε λοιπόν την ονομασία επειδή τότε ο λαός ταπεινά γονάτιζε για να την προσκυνήσει. Τιμάται στις 26 Ιουνίου. 





Δημοφιλείς αναρτήσεις