Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Μήν Ιανουάριος



Μήν Ιανουάριος
ἔχων ἡμέρας τριάκοντα μίαν
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 10 καὶ ἡ νὺξ ὥρας 14

Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος, ὁ ἄναρχος καί ἀτελεύτητος καί ἐπέκεινα παντός χρόνου νοούμενός τε καί ὑπάρχων, ὁ πάσης ἐκτός μεταβολῆς τε τῶν ὄντων καί ἀλλοιώσεως, ὁ τόν πάντα χρόνον τόν τε γεγονότα, τόν τε ὄντα καί τόν ἐσόμενον πληρῶν, ὁ ἐν τῇ ἀφάτῳ σου μακροθυμίᾳ καταξιώσας ἡμᾶς εἰς νέον ἐνιαυτόν εἰσελθεῖν· αὐτός, πανάγαθε Δέσποτα, τήν εἴσοδον ταύτην τῇ θείᾳ σου χάριτι εὐλόγησον· ὄμβρους εἰρηνικούς πρός καρποφορίαν τῇ γῇ δώρησαι· τούς ἀέρας ὑγιεινούς καί εὐκράτους ἀνθρώποις τε καί κτήνεσι κατασκεύασον· δός ἡμῖν ἐν εἰρήνῃ καί ὁμονοίᾳ βεβαίᾳ τόν κύκλον αὐτοῦ διελθεῖν, τῷ στεφάνῳ τῆς δόξης τῶν ἀρετῶν κοσμουμένους, τῷ φωτί τῶν ἐντολῶν σου εὐσχημόνως ὡς ἐν ἡμέρᾳ καλῶς ὁδεύοντας. 
Τήν ἁγίαν ἡμῶν Ἐκκλησίαν καλῶς διαφύλαξον· τό εὐσεβές ἡμῶν Ἔθνος τῇ δυνάμει σου κραταίωσον· τούς Ἄρχοντας ἡμῶν καί τόν Στρατόν τῇ κραταιᾷ σου χειρί στερέωσον καί κράτυνον. 
Τήν νεότητα παιδαγώγησον, τό γῆρας περικράτησον, τούς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε, τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου Ἐκκλησίᾳ. Ἐλθέτω δή ἐφ’ ἡμᾶς ἡ βασιλεία σου, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, βασιλεία χρηστότητος, δικαιοσύνης καί εἰρήνης καί ἀξίωσον ἡμᾶς ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ ὑμνεῖν σε καί δοξάζειν τόν ἐν Τριάδι ἄναρχον καί αἰώνιον Θεόν εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη πάντων τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν ἐν λιμῷ καὶ δίψει καὶ μαχαίρᾳ καὶ κρύει τελειωθέντων

Τῌ ΚΘ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη πάντων τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν ἐν λιμῷ καὶ δίψει καὶ μαχαίρᾳ καὶ κρύει τελειωθέντων.

 

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαρκέλλου, Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων.

 Τῌ ΚΘ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαρκέλλου, Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων.

Στίχοι
Ἀϋπνίᾳ δοὺς πάντα τὸν ζωῆς χρόνον
Μάρκελλε, κοιμήθητι μικρὸν ἐν τάφῳ.


Όσιος Μάρκελλος
Ο Όσιος Μάρκελλος πέτυχε στη ζωή του διότι με τη χάρη του Θεού κατάλαβε, ότι οι κοσμικές λαμπρότητες φαίνονται και αφανίζονται όπως τα άνθη. Και είχε την πεποίθεση ότι ζωή αληθινή και κερδισμένη είναι μόνο εκείνη, που αφιερώνεται στην υπηρεσία του καλού, επάνω στο δρόμο του Ιησού Χριστού.

Ο Μάρκελλος έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ., επί πατριαρχείας Γενναδίου του Α’ (458 – 471 μ.Χ.) και βασιλέως του Λέοντα Α’ του Μακέλλη. Η καταγωγή του Μάρκελλου ήταν από τη Aπάμειαν, μια πόλη της Συρίας και η οικογένειά του ήταν αρκετά πλούσια.

Επειδή οι γονείς του αγαπούσαν τα γράμματα, στόλισαν το γιο τους με πολλή παιδεία. Αλλά η καρδιά του νέου, είχε μέσα της ζωηρή και ακοίμητη τη φλόγα της ευσέβειας. Τα κοσμικά αξιώματα δεν τον ενδιέφεραν.

Με τέτοιες διαθέσεις πήγε στην Έφεσο, όπου μπήκε σε μοναστήρι και έγινε μοναχός. Από κει πήγε στην Κωνσταντινούπολη, στη Μονή Ακοίμητων, όπου ηγούμενος ήταν ο Αλέξανδρος.

Εκεί, γρήγορα διακρίθηκε για τις αρετές του και αγαπήθηκε πολύ από τους αδελφούς της Μονής, για την ταπεινοφροσύνη που διατηρούσε, αν και ήταν άνθρωπος μελέτης και μεγάλης διανοητικής αξίας. Αφού πέθανε ο ηγούμενος Αλέξανδρος και υστέρα ο διάδοχός του Ιάκωβος, η αγάπη και η εκτίμηση των αδελφών, ανέδειξε ηγούμενο τον Μάρκελλο. 
Η διοίκηση του ήταν άριστη. Σύμφωνα με άλλη γνώμη, τη μονή Ακοιμήτων, είχε κτίσει αυτός ο όσιος Μάρκελλος, πιθανός στη θέση του σημερινού Τσιμπουκλί. Έτσι με αυτή τη θεία και όσια ζωή του, κοιμήθηκε και αναπαύτηκε ο Μάρκελλος στη Μονή του.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Ύμνον άληκτον, Θεώ προσφέρων, νουν ακοίμητον, προσφόρως έσχες, προς εκπλήρωσιν των θείων προστάξεων όθεν κανών αρετής εχρημάτισας και Μοναστών ποδηγέτης θεόσοφος. Πάτερ Μάρκελλε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

 

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

πηγή: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ 
Προς Πέτρον έσχε κοινά κλήσιν και πέτραν,
Yπερτερεί μύρω δ’ ο της πέτρας Σίμων.
***
Σίμων ὑπερβὰς ἀστεροσκόπων θέαν.
Τὴν Βηθλεὲμ παρῆκε πρὸς πόλον θέων,
Εἰκάδι ὀγδοάτη βίοτον λίπε λυγρὸν ὁ Σίμων.

Ο όσιος Σίμων διέλαμψε στο Περιβόλι της Παναγίας προς το τέλος του 13ου αιώνα, αιώνα που το Βυζάντιο ήταν εξασθενημένο και διαιρεμένο εξ αιτίας των Σταυροφοριών και η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας είχε μεταφερθεί στη Νίκαια. Εγκατέλειψε λοιπόν ο Σίμων την ματαιότητα αυτού του κόσμου και μετέβη στο Άγιον Όρος για να αγωνισθεί για την σωτηρία της ψυχής του πλάι σ’ έναν πνευματικό πατέρα. Διάλεξε γέροντα όχι απλώς έμπειρο στους ασκητικούς αγώνες, αλλά αυστηρό και απαιτητικό, και του υποτάχθηκε ψυχή τε και σώματι, ωσάν ο γέροντας να ήταν ο ίδιος ο Θεός. Η υποδειγματική υπακοή, η ταπείνωση, η αγάπη για τον γέροντα του, ο οποίος συνεχώς του επεφύλασσε επιπλήξεις, σύντομα τον ανύψωσαν σε υψηλό βαθμό αρετής και κίνησαν τον θαυμασμό των αγιορειτών μοναχών· μέχρι κι ο ίδιος ο γέροντάς του έπαψε τελικά να τον θεωρεί υποτακτικό και του φερόταν ως συναγωνιστή του στον πνευματικό αγώνα. Οι τιμές αυτές δεν ταίριαζαν όμως σ’ εκείνον που είχε επιλέξει να ασπασθεί την εξουθένωση, τον ονειδισμό και το πάθος του Χριστού· πήρε λοιπόν ο Σίμων ευλογία και αναχώρησε για να εγκαταβιώσει «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ». Μετά από μεγάλη αναζήτηση, επέλεξε να εγκαταβιώσει σε σπήλαιο στενό και υγρό στην δυτική πλαγιά του Άθω, 300 μέτρα πάνω από την θάλασσα. Εκεί αγωνίσθηκε με καρτερία κατατροπώνοντας νυχθημερόν τις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων, με μόνο όπλο την πίστη, την ελπίδα και την επίκληση του παντοδύναμου Ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Μια νύχτα, μερικές ημέρες πριν την εορτή των Χριστουγέννων, ο άγιος Σίμων είδε ένα άστρο να αποσπάται ξαφνικά από τον ουρανό, να κατέρχεται και να στέκεται πάνω από τον απόκρημνο βράχο απέναντι από το σπήλαιο. Φοβούμενος ότι επρόκειτο για νέα παγίδα του πονηρού διαβόλου, ο οποίος συχνά μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός (βλ.Β΄ Κορ. 2, 14), ο ασκητής δεν πίστεψε στο σημείο, το οποίο εμφανίσθηκε πολλές φορές τις επόμενες νύχτες, μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων, οπότε το φωτεινό άστρο κατέβηκε πάνω στον βράχο, όπως το άστρο της Βηθλεέμ, και ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Μη δυσπιστείς, Σίμων, δούλε πιστέ του Υιού μου! Δες το σημείο αυτό και μην εγκαταλείψεις τον τόπο αυτό για να βρεις περισσότερη ησυχία, καθώς ήταν η πρόθεσή σου, διότι εδώ επιθυμώ να ιδρύσεις το κοινόβιό σου για την σωτηρία πολλών ψυχών». Μετά την άμεση αυτή διαβεβαίωση από την φωνή της Κυρίας Θεοτόκου, ο Σίμων μετεφέρθη σαν μέσα σε έκσταση στην Βηθλεέμ, ενώπιον του Θείου Βρέφους, με τους Αγγέλους και τους Ποιμένες, και όταν συνήλθε, άρχισε δίχως χρονοτριβή την οικοδομή της «Νέας Βηθλεέμ».

Λίγο μετά το όραμα αυτό, τρεις αδελφοί από πλούσια οικογένεια της Θεσσαλίας (ή της Μακεδονίας), έχοντας ακούσει να εγκωμιάζουν τις αρετές του αγίου Σίμωνος, ήλθαν και κατέθεσαν στα πόδια του οσίου όλα τους τα υπάρχοντα, ωσάν νέοι Τρεις Μάγοι με τα δώρα, ζητώντας του να τους δεχθεί ως υποτακτικούς του. Κάλεσαν τότε να έλθουν μάστορες οικοδόμοι, οι οποίοι βλέποντας την απόκρημνη και κινδυνώδη τοποθεσία, αρνήθηκαν να αναλάβουν το έργο και κατηγόρησαν τον άγιο ότι είχε χάσει τα λογικά του. Ένας από τους υποτακτικούς που τους έφερνε να πιουν, γλίστρησε ξαφνικά κι έπεσε στον βαθύ γκρεμό. Ήταν παραπάνω από βέβαιο ότι ο μοναχός πέφτοντας σκοτώθηκε και το γεγονός έδειχνε να επιβεβαιώνει τις δριμείς κατηγορίες των μαστόρων· πόση όμως ήταν η κατάπληξή τους όταν είδαν, χάρις στις προσευχές του αγίου Σίμωνος, τον μοναχό να ανεβαίνει στην απέναντι πλαγιά, σώος και αβλαβής, κρατώντας στο χέρι άθικτη την κανάτα με το κρασί και το γεμάτο ποτήρι που ετοιμαζόταν να τους προσφέρει πριν πέσει! Μεταστράφηκε η γνώμη των οικοδόμων, έγιναν κι αυτοί μοναχοί και είχαν πολλές φορές την ευκαιρία κατά την διάρκεια των εργασιών να διαπιστώσουν ότι ο Θεός χάριζε μεγάλες δυνάμεις στον πιστό δούλο του Σίμωνα.

Η ανοικοδόμηση περατώθηκε και η «Νέα Βηθλεέμ» άρχισε να κατοικείται από μεγάλο αριθμό μοναχών, όταν μία ημέρα έφθασαν Σαρακηνοί πειρατές. Ο άγιος Σίμων πήγε να τους προϋπαντήσει με δώρα, ελπίζοντας να τους πείσει να σεβαστούν και να μην λεηλατήσουν την Μονή. Η πλεονεξία όμως των μοναχών δεν ικανοποιήθηκε με τα δώρα, και οι Σαρακηνοί επιτέθηκαν στον άγιο· παρευθύς τυφλώθηκαν όλοι και παρέλυσε το χέρι εκείνου που με το ξίφος είχε απειλήσει σοβαρά τον όσιο. Χάρις όμως στις προσευχές του ανθρώπου του Θεού, θεραπεύθηκαν και ξαναβρήκαν το φως τους, μετανόησαν, βαπτίσθηκαν και ασπάσθηκαν όλοι τον μοναχικό βίο.

Επί σειρά ετών ο άγιος Σίμων κατέδειξε την Χάρη που του έδινε ο Θεός, με πολλά θαύματα, με προοράσεις και, κυρίως, με την φωτεινή διδαχή του. Εκοιμήθη ειρηνικά εν Χριστώ, παρουσία όλων των μαθητών του, τους οποίους είχε συγκεντρώσει για να τους συμβουλεύσει για μια τελευταία φορά να τηρούν όσα τους παρέδωσε μετά φόβου Θεού, πίστεως, αμοιβαίας αγάπης και πλήρους υπακοής στον ηγούμενο και πνευματικό πατέρα τους. Αργότερα, από τον τάφο του αγίου ανέβλυσε, ως πηγή ζωογόνων ναμάτων, ευώδες και θαυματουργό μύρο. Οι διαδοχικές καταστροφές της μονής δεν μας άφησαν κάποιο ίχνος του τάφου του ή των τιμίων του λειψάνων. Ωστόσο, ο άγιος δεν έπαυσε ποτέ να είναι αοράτως παρών και πολλές φορές έδειξε την εύνοια και την προστασία του προς τους υπάκουους, όπως και την αυστηρότητα και τις επιτιμήσεις του προς τους ασεβείς και τους αμελείς. Την ημέρα της εορτής του, μερικοί βλέπουν καμιά φορά θείο φως να φωτίζει το σπήλαιό του ή να περιβάλλει σαν σκέπη την εικόνα του στον ναό.

Έναν αιώνα μετά την κοίμηση του οσίου, η κόρη του Ιωάννη Ούγγλεση (†1371), δεσπότη της σερβικής ηγεμονίας της Μακεδονίας, που είχε πρωτεύουσα τις Σέρρες, λυτρώθηκε από το πονηρό πνεύμα που εμφώλευε μέσα της χάρις στις πρεσβείες του αγίου Σίμωνος. Από ευγνωμοσύνη, ο δεσπότης Ιωάννης ανοικοδόμησε ναό, μεγάλωσε το μονύδριο του Αγίου Σίμωνος και το προικοδότησε γενναιόδωρα με μεγάλη περιουσία.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 324–327.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Αν ο άνθρωπος θυμόταν τις αμαρτίες του και μετανοούσε για αυτές ειλικρινά, «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν», αμέσως θα εισχωρούσε στην καρδιά του.

 


Μερικές φορές ο άνθρωπος φαίνεται ότι προσεύχεται με ζήλο∙ όμως η Προσευχή του δεν φέρνει στην καρδιά του τους καρπούς της Ειρήνης και της Χαράς στο όνομα του Αγίου Πνεύματος. Πως συμβαίνει αυτό; Αυτό συμβαίνει γιατί, ενώ ο άνθρωπος προσεύχεται, δεν μετανοεί ειλικρινά για τις αμαρτίες που διέπραξε κατά τη διάρκεια της ημέρας και με τις οποίες μόλυνε την καρδιά του, το Ναό αυτόν του Χριστού, και προξένησε την οργή του Κυρίου. Αν ο άνθρωπος θυμόταν τις αμαρτίες αυτές και μετανοούσε για αυτές με όλη την ειλικρίνεια του και έκρινε τον Εαυτό του αμερόληπτα, «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (η Ειρήνη του Θεού που υπερβαίνει κάθε νου) αμέσως θα εισχωρούσε στην καρδιά του...

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ
Με ποιόν μιλάς ψυχή μου;
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Εκδόσεις 
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ σελ.51




Παρακλητικός Κανών Ἁγίου ΙΩΑΝΝΟΥ τῆς Κροστάνδης





Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως ὁ ρμβ΄ (142) Ψαλμός καί τό Θεός Κύριος μετά τῶν στίχων αὐτοῦ. Εἶτα τά Τροπάρια. 
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ σταυρῷ.
Τοῦ Θείου Πνεύματος γενόμενος οἶκος, τῶν Ἱερέων ἀνεδείχθης ἀκρότης, καὶ τοῦ Χριστοῦ ἐκσφράγισμα ἐν βίῳ σου παντί· ὅθεν κατηξίωσαι, Ἰωάννη Κροστάνδης, τοῦ τελεῖν θαυμάσια, τοῖς προστρέχουσι πόθῳ, καὶ ἐξαιτοῦσι τὰς πρὸς τὸν Θεόν, σὰς ἱκεσίας, Ῥωσσίας τὸ καύχημα. 
Δόξα. Καὶ νῦν Θεοτοκίον, ὅμοιον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰ μὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῥῤύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους· οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ Σοῦ· Σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄(50) Ψαλμός.

Εἶτα ὁ Κανὼν, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Ὦ Ἰωάννη, δὸς ἡμῖν τῶν αἰτημάτων λύσιν. Ἀ(θανάσιος). 
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας. 
Ὡς ἔχων τὴν χάριν τῶν πρεσβειῶν, πολλὴν πρὸς Δεσπότην, καθικέτευε ἐκτενῶς, δοθῆναι ἡμῖν τοῖς σὲ τιμῶσιν, ὦ Ἰωάννη, πταισμάτων τὴν ἄφεσιν. 
Ἰάσεις παρέχων παντοδαπάς, τοῖς ὅσοι ἐν πόθῳ, κατασπάζονται εὐλαβῶς, εἰκόνα σου, Πάτερ Ἰωάννη, κἀμοῦ τὰ χρόνια πάθη ἰάτρευσον. 
Ὡς Ἄγγελος ζήσας ἐπὶ τῆς γῆς, Χριστὸν μόνον ἔσχες, τὸ ποθούμενον ἀκλινῶς· διὸ τὴν ἀγάπην Τούτου δίδου, ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πίστει τιμώντων σε. 
Θεοτοκίον.
Ἁγνείαν Σου, Μῆτερ, παρθενικὴν, ζηλώσας ἐνθέως, Ἰωάννης ὁ θαυμαστός, ἁγνότητι βίον διεξῆλθε, συνοδοιπόρος παρθένων γενόμενος.

ᾨδὴγ ́. Οὐρανίας ἁψῖδος. 
Νοῦν Χριστοῦ κεκτημένος, ἐν τῷ Χριστῷ ἔζησας· ὅθεν καὶ ἡμᾶς τοὺς τιμῶντας, ζωὴν ἁγίαν σου, Πάτερ, ἀξίωσον, ἐν τῷ νοῒ περιφέρειν, τοῦ Κυρίου πάντοτε, μνήμην ζωήῤῥυτον. 
Νικητὴς ἀνεδείχθης, τῶν ἡδονῶν σώματος, ἀντιπαραβάλλων σωφρόνως, Χριστοῦ ἡδύτητα, ἥτις προσγίνεται, ἀσκητικοῖς, Πάτερ, τρόποις, ἥν περ δίδου δώρημα, τοῖς σὲ γεραίρουσιν. 
Ἡ Ἀγγέλου λαμπρότης, τὴν τοῦ Θεοῦ δέδειχε, Πάτερ, ἀκλινῆ προστασίαν, δι’ ἧς πεπόρευσαι· ὅθεν ἀξίωσον, κἀμὲ θερμαῖς σου πρεσβείαις, ὅπως ἔχω αἴσθησιν, ψυχῆς μου φύλακος. 
Θεοτοκίον.
Δωρεᾶς ἠξιώθης, μοναδικῆς, Ἄχραντε, τοῦ Θεοῦ γενέσθαι Μητέρα, Ἁγίῳ Πνεύματι· ὅθεν ἀξίωσον, τοὺς ὑμνητάς Σου φανῆναι, θεοτόκους, Πάναγνε, τῇ θείᾳ Χάριτι.

Διάσωσον, τοὺς σοὺς ἱκέτας, τρισόλβιε Ἰωάννη, ἀπὸ πάσης ἐπηρείας ἐχθροῦ πολεμήτορος, καὶ ἴασαι, τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων νόσους. 
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, Πανύμνητε, Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι, τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Κροστάνδης ποιμήν, ἐδείχθης ἁγιώτατος, καὶ τύπος Χριστοῦ, ἐν πάσῃ πολιτείᾳ σου, τοὺς πιστοὺς ὁδηγῶν πρὸς ζωὴν τὴν αἰώνιον, σαῖς σοφωτάταις διδαχαῖς, Ἰωάννη τρισόλβιε.

ᾨδὴ δ ́. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Ὀρθοδόξων τὸ σύστημα, ἐκ τῶν διδαχῶν σου τροφοδοτούμενον, σὲ γεραίρει ὡς διδάσκαλον, Ἰωάννη Πάτερ ἱερώτατε. 
Συμπαθείᾳ ἐπίβλεψον, ἐπὶ τοὺς θαυμάζοντας πολιτείαν σου, Ἰωάννη, καὶ ἱκέτευε, τὸν Σωτῆρα δοῦναι ἡμῖν ἄφεσιν. 
Ἡ ἀκόρεστος ἔφεσις, δι’ ἧς, Ἰωάννη, Χριστῷ προσήγγιζες, καταφλέξοι τὴν ἀναίσθητον, ἀκηδίαν ἥτις με κατέλαβε. 
Θεοτοκίον.
Μὴ παρίδῃς, Πανάμωμε, τῶν Σοὶ προσπιπτόντων θερμῶς αἰτήματα, ἀλλὰ ταῦτα πρὸς τὸν Κύριον, μητρικῇ ἀγάπῃ διαβίβασον.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἴδοιμι κἀγώ, τῇ ψυχῇ μου ἀνατέλλοντα, τὸν τῆς ζωῆς ἄϋλον Ἥλιον, Ὃς τὴν ζωήν σου, Ἰωάννη, κατεφώτισε. 
Νήψει συνεχεῖ, Ἰωάννη, πορευόμενος, εἰ καὶ ἐν κόσμῳ διετέλεις σαρκικῶς, ἡμῖν παράσχου, ταύτην δῶρον πολυτίμητον. 
Τὸ καινοποιὸν, τοῦ Κυρίου Πνεῦμα χάρισαι, τοῖς προσκυνοῦσι τὴν εἰκόνα σου θερμῶς, ὦ Ἰωάννη, ἵνα σὲ καταγεραίρωμεν. 
Θεοτοκίον.
Ὡς καταφυγήν, ἐν ταῖς θλίψεσι γνωρίζοντες, Σέ, Παναγία, ἱκετεύομεν πιστῶς, κύματα βίου, ταῖς εὐχαῖς σου καταπράϋνον.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.
Νεότητα, τῷ Χριστῷ ὁδήγησον, Ἰωάννη, στοργικῇ σου ἀγάπῃ, καὶ πειρασμῶν, ταύτην φύλαττε, Πάτερ, εἰδὼς καλῶς τῆς ψυχῆς τὸ εὐόλισθον· σαρκὶ γὰρ ζῶν ἔτι πολύν, πρὸς αὐτοὺς τὴν φροντίδα ἐδείκνυες. 
Ἀγάπης, τῆς διπλῆς παλάτιον,πρὸς Θεὸν καὶ τὸν πλησίον ὑπάρχων, οἴκους αὐτῆς, καὶ ἡμᾶς ἀναδείξαις, αὐτοαγάπην Χριστὸν ἐξαιτούμενος, Κροστάνδης ἀναμορφωτά, Ἰωάννη, θεόψυχε Ἅγιε. 
Ἰάτρευσον, ἀσθενείας, Ἅγιε, τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων σῶν δούλων, ἔχεις καὶ γάρ, τῶν ἰάσεων χάριν, παρὰ Χριστοῦ ἰατροῦ ἀνθρωπότητος, Ὃς γνοὺς ἀγάπην σῆς ψυχῆς, ἰατρόν σε φιλάνθρωπον ἔδειξε. 
Θεοτοκίον.
Τὰ πάθη μου, τὴν ψυχὴν συμπνίγουσι, καὶ σκοτοῦσι ὀπτικὸν διανοίας· διὸ Χριστόν, φῶς τοῦ κόσμου τεκοῦσα, ταῦτα ἀφάνισον δέομαι, Δέσποινα, καὶ στήριξόν με ἐν ὁδῷ, μετανοίας εὐχαῖς παναγίαις Σου.

Διάσωσον, τοὺς σοὺς ἱκέτας, τρισόλβιε Ἰωάννη, ἀπὸ πάσης ἐπηρείας ἐχθροῦ πολεμήτορος, καὶ ἴασαι,τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων νόσους. 
Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
Ἀπὸ βρέφους ποθήσας τὸν Κύριον, λειτουργὸς τούτου γέγονας ἄριστος, καὶ Ἀγγέλοις, ἁμιλληθεὶς ἁγίᾳ σου ζωῇ, ποιμὴν ὤφθης ἀληθής, πιστοὺς Θεῷ καθοδηγῶν, τοῖς σοφοῖς σου διδάγμασιν· ὅθεν τοὺς σὲ τιμῶντας, καύχημα τῆς Κροστάνδης, υἱοὺς ἀνάδειξον φωτός, Ἰωάννη, πρεσβείαις σου.


Προκείμενον. Οἱ Ἱερεῖς Σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην καὶ οἱ Ὅσιοί Σου ἀγαλλιάσσονται. 
Στ. Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ. 
Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (Κεφ. ε΄ 14-19).
Εἶπεν ὁ Κύριος· ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη, οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ ̓ ἐπὶ τὴν λυχνίαν καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐντοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν Νόμον ἢ τοὺς Προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν· ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται· ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ ̓ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. 
Δόξα. Ταῖς τοῦ Σοῦ Ἁγίου…
Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου… 
 Στ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός… 
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι. 
Ἰωάννη Ἅγιε, ὡς τοῦ Χριστοῦ ὑπηρέτης, Τοῦτον καθικέτευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε καὶ αἰτούντων σου, τὴν θερμὴν δέησιν, ὅπως ἰαθῶμεν, ἐκ πληγῶν ψυχῆς καὶ σώματος, καὶ ἐποφθείημεν, οἶκοι τῆς Τριάδος λαμπρότατοι· ζῶντες ἀεὶ ἐν Πνεύματι, ὥσπερ σὺ ὡς Ἄγγελος ἔζησας, καὶ νῦν Ἐκκλησίαν, φωτίζεις ταῖς σοφαῖς σου διδαχαῖς, καθοδηγῶν πρὸς μετάνοιαν, τρυφητὰς τῶν λόγων σου.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἡ σοφὴ ποιμανσία, ἐν Κροστάνδῃ ἐδείχθη δῶρον οὐράνιον, δι’ ἧς, Πάτερ, τὰ πλήθη, ὡδήγησας σωφρόνως, πρὸς Κυρίου τὴν μίμησιν, ἥν, Ἰωάννη σεπτέ, παράσχου ὑμνηταῖς σου. 
Μιμούμενος τὸν πρᾷον, Ἰησοῦν φιλανθρώπως πᾶσι διέκεισο, καὶ ἐλεημοσύνην, πλουσίως ἐχορήγεις, Ἰωάννη, τοῖς χρήζουσιν· ὅθεν κἀμὲ τὸν πτωχόν, ἐλέησον εὐχαῖς σου. 
Ἀγγελικῶς τραπέζῃ, τοῦ Κυρίου παρίστασο πάντοτε, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα, Αὐτοῦ πιστοῖς παρέχων, Ἰωάννη χριστόψυχε, ὧν κοινωνοῦντας ἡμᾶς, ἀξίωσον ἐν φόβῳ. 
Θεοτοκίον.
Τῆς ψυχῆς μου τὸν φόρτον, ὃν συνήγαγον, Μῆτερ, ταῖς ἁμαρτίαις μου, ἐλάφρυνον καὶ δίδου, ῥανίδας τῶν δακρύων, ὅπως εὕρω εὐΐλατον, τὸν Δικαστὴν Ἰησοῦν, ἐν ὥρᾳ τῇ ἐσχάτῃ.

ᾨδὴ η΄. Τὸν βασιλέα.
Ὡς χριστευχέτης, παντὸς τοῦ κόσμου ὑπάρχων, Ἰωάννη, ἱκέτευε Δεσπότην, ἵνα ἐλεήσῃ, τοὺς σὲ ὑμνολογοῦντας. 
Νίκην παράσχου, ἐν πειρασμοῖς, Ἰωάννη, τοῖς κυκλοῦσιν ἡμᾶς ἐν ἀναιδείᾳ, καὶ Χριστοῦ ἀγάπην, ἐμφύτευσον καρδίαις. 
Λύπης τὰ νέφη, καὶ ψυχικὰς ἀλλοιώσεις, ἀποδίωκε πόῤῥω, Ἰωάννη, τῶν ὑμνολογούντων, χαρμόσυνόν σου βίον. 
Θεοτοκίον.
Ὑπὲρ ἁπάσης, τῆς οἰκουμένης, Παρθένε, τὰς ἁγίας Σου χεῖρας πρὸς Δεσπότην, ἔκτεινον καὶ αἴτει, ἀσάλευτον εἰρήνην.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον. 
Σημεῖον ἐχαρίσθης, τῇ Ὀρθοδοξίᾳ, ἐν χρόνοις, Πάτερ, ἐν οἷς μακρυνόμεθα, τῆς τοῦ Κυρίου ἀγάπης ,ᾗ ἡμᾶς στήριξον. 
Ἰώμενος μὴ παύσῃ, Πάτερ Ἰωάννη, τὰ τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων τὰ τραύματα· σοὶ γὰρ Θεὸς ἐδεδώκει, χάριν ἰάσεων. 
Νῦν ἤγγικεν ἡ ὥρα, τοῦ θανάτου, Πάτερ, ἐν ᾗ Κριτῇ ἀδεκάστῳ στησόμεθα,Ὃν ἐξιλέου εὐχαῖς σου, φιλαδελφότατε. 
Θεοτοκίον.
Ἀκήρατε Παρθένε, σὺν τῷ Ἰωάννῃ, τῷ θεοψύχῳ Χριστὸν ἱκετεύσατε, ὅπως μὴ κλείσῃ τὴν θύραν, ἡμῖν τῆς Χάριτος.

Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξωτέραν, ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν. 
Χαίροις τῆς Ῥωσσίας θεῖος βλαστός· χαίροις τῆς Κροστάνδης, θεοπύρσευτος λειτουργός, τῆς Ὀρθοδοξίας, κοινὸν διδασκαλεῖον, ὦ Πάτερ Ἰωάννη, Χριστοῦ εἰκόνισμα. 
Τῆς ἱερωσύνης λαμπρὰν στολήν, Πάτερ Ἰωάννη, ἐξωράϊσας θαυμαστῶς, Πνεύματος δυνάμει, ἀναδειχθεὶς Ῥωσσίας, φωστὴρ αὐγάζων πάντας, τῷ θείῳ βίῳ σου. 
Τοῦ καλοῦ Ποιμένος καλὸς ποιμήν, μάκαρ Ἰωάννη, γεγονὼς καὶ ἀγγελικῶς, Τούτῳ καθ’ ἑκάστην, παρεστηκὼς ἐτρύφας, τῆς ἀκηράτου δόξης, ἧς πάντες τύχοιμεν. 
Τοὺς ἀσπαζομένους σου εὐλαβῶς, τὴν σεπτὴν εἰκόνα, πλήρου θείων εὐλογιῶν, καὶ τὴν τοῦ Κυρίου, ὑπάναπτε τὴν φλόγα, ὦ Πάτερ Ἰωάννη, θερμαῖς πρεσβείαις σου. 
Ἴασαι συντρίμματα τῶν ψυχῶν, καὶ σωμάτων νόσους, Ἰωάννη θαυματουργέ, ὥσπερ ἐν Κροστάνδῃ, ἐν βίῳ ἐξιᾶσο, τῶν ἀσθενούντων πλήθη, εὐχαῖς ἁγίαις σου. 
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια. 
Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς. 
Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα. 
Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα 
Τροπάρια. Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Χαίροις θεῖε θύτα τοῦ Χριστοῦ, Πάτερ Ἰωάννη Κροστάνδης, καὶ Τούτῳ πρέσβευε, δοῦναι τοῖς τιμῶσί σε, πταισμάτων ἄφεσιν, τὴν ὑγείαν τοῖς σώμασι, εἰρήνην καρδίαις, καὶ Ἁγίου Πνεύματος, τῶν χαρισμάτων πληθύν· ὅπως κληρονόμοι ὀφθῶμεν, θείας Βασιλείας Κυρίου, σὺν χοροῖς Ἁγίων ἅπασι. 
Δέσποινα, πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως. 
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Στίχοι.
Ἰωάννη, πρέσβευε τῷ Φιλανθρώπῳ,
Σῶσαί με ἐκ στόματος τοῦ μισανθρώπου.


Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Ποιο είναι το συμφέρον του ανθρώπου και όλης της κοινότητας; Αν το συμφέρον του ανθρώπου δεν υπηρετεί το μεγάλο στόχο, την πορεία του ανθρώπου προς τον ΘΕΟ, τότε το κάθε «φαινομενικά» καλό συμφέρον, γίνεται δαιμονιώδες.

 

Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα απο ομιλία του μακαριστού π.Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου στο κατά Ιωάννη Ευαγγελίο (Κεφ. 18, 33) που έγινε στις 17/04/2003. (Εκδίκαση υποθέσεως Ιησού Χριστού ενώπιον του Πιλάτου)

Ό,τι κάνει ένας άνθρωπος, το κάνει για το  συμφέρον του. Αλλά αν δεν έχει αυτό το πρωτογενές συμφέρον - να οδηγείται προς τον Θεόν - τότε όλα τα άλλα  γίνονται  δαιμονιώδη συμφέροντα.

Ό,τι συμφέρον τον φέρνει και τον οδηγεί στο Θεό, όλα γίνονται αγιασμένα συμφέροντα.

Υπ’ αυτή την έννοια και ο Πιλάτος και ο κάθε άνθρωπος, έχει κάποια κίνητρα που κινείται, έχει κάποια δυναμικά τα οποία κινείται. Εδώ είναι ένας κυβερνήτης, εκπροσωπεί τη Ρώμη, εκπροσωπεί τα συμφέροντα της Ρώμης.

Ποια είναι τα συμφέροντα της Ρώμης;

Ποια είναι τα συμφέροντα ενός κράτους;

Ποια είναι αλήθεια;

Βλέπετε αυτά είναι πολύ μεγάλα θέματα μέσα από αυτή τη γενική ανάλυση του «συμφέροντος». 

Τι επιδιώκει ένα κράτος; 

Να κάνει τους πολίτες του να ζουν καλά, να είναι κυρίαρχοι, να είναι εξουσιαστές να.... να.... να ..... 

Γιατί; 

Με ποιο σκοπό όλα αυτά; 

Δηλαδή ακόμα και από μία γενική κρατική εξουσία,  χαθεί ο ορισμός του ανθρώπου, που είναι «ον  Θεούμενον», τότε καμία δομή του κόσμου, δεν μπορεί να επιτελέσει το έργο της. Εκείνα τα οποία κάνει, όσο καλά και να είναι,  καταλήγουν να γίνουν αποσπασματικά και δαιμονιώδη. Αυτό είναι! Το οτιδήποτε αποσπασματικό είναι δαιμονιώδες. Γιατί είναι κομματιασμένο από την αλήθεια. Δεν υπάρχει κάτι που να μην είναι ενταγμένο μέσα σε όλη την αλήθεια. Ό,τι δεν λειτουργεί όλη την αλήθεια, είναι αποσπασματικό, είναι λεγεών, είναι κομμάτια, είναι δαιμονιώδες, αυτό είναι το  δαιμονιώδες. Πράγματα συγκεκριμένα που φαίνονται καλά και όμως είναι δαιμονιώδη, γιατί είναι αποκομμένα από την αλήθεια.

Ε, λοιπόν, η κάθε κίνησή της ζωής μας που είναι γεμάτη από συμφέροντα, γίνεται δαιμονιώδης. Το κράτος, η εξουσία, κάνει το καθήκον του. Τηρεί έναν νόμο, υπακούει στον Καίσαρα. Έχει εντολή να το κάνει. Ε, και αυτό μπορεί να γίνει δαιμονιώδες, αν όλα αυτά δεν εντάσσονται εκεί πέρα μέσα. Και μάλιστα μέσα σε αυτό το γενικό το σχήμα τώρα, αρχίζω να μπορώ να προσδιορίσω την κάθε στιγμή της ζωής μου.

Τι υπηρετώ;

Γιατί το υπηρετώ;

Με ποιο σκοπό το κάνω;

Τι υπερέχει;

Τι υπερβάλλει;

Που υποτάσσομαι;

Τι είναι το πάνω από το νόμο;

Τι είναι το ξεπέρασμα του νόμου;

Πότε μπορώ να ξεπεράσω το νόμο; Πότε δεν μπορώ να τον ξεπεράσω;

Πότε είμαι υπάκουος στον νόμο;

Και πότε γίνομαι παράνομος  στο νόμο;

Είναι μεγάλα θέματα που ο  χριστιανός κάθε μέρα αν δεν τα αντιμετωπίσει με μία σκέψη πολύ βαθιά χριστιανική, τότε ή θα ζει μια χριστιανική ζωή μη χριστιανική ή θα πουλιέται κάθε μέρα ξέροντας τι κάνει.

Άρα, χρειάζεται μία στάση πολύ υπεύθυνη στη ζωή  πάνω και όλα αυτά τα συγκεκριμένα δομικά στοιχεία του «συμφέροντος» πρέπει να μας κινούν το ενδιαφέρον. Τι κάνουμε δηλαδή. 

Το ότι έχω απαίτηση να κάνω ένα πράγμα που με συμφέρει είναι καλό να γίνει; 

Υπηρετεί αυτό το μεγάλο στόχο την πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό; 

Και όλης της κοινότητας; 

Δεν είναι πια μόνο η πορεία η δική μου. Είναι και όλης της κοινότητας; 

Υπηρετεί εμένα, να πάω προς τον Θεό και όλη μαζί η κοινότητα; 

Γιατί η Εκκλησία είναι σώμα, είναι συλλογική έκφραση, είναι κοινωνία. Και βλέπετε πια, όλος αυτός ο στόχος να εγκαταλύεται. Αν εγώ μόνο εξυπηρετούμαι να γίνω Άγιος κι  οι άλλοι καταπατούνται, για να γίνω εγώ Άγιος και αυτό είναι δαιμονιώδες! 

Βλέπετε; 

Δεν είναι απλώς η προσωπική μου στάση, εγώ να γίνω Άγιος. Περιφρονώντας τους πάντες, πατώντας τους άλλους, αφήνοντας σε καταστάσεις απίθανες τους άλλους για να γίνω εγώ Άγιος. Τότε αυτό δεν είναι αγιότητα. Θα πάρετε υπόψη σας το πρόσωπο, την κοινότητα κι αν όλα μαζί αυτά εξυπηρετούνται, τότε  υπάρχει το συμφέρον το Μοναδικό και το ένα.

Εε λοιπόν για να επανέλθω στον Πιλάτο και γιατί τα λέω όλα αυτά... Υπηρετεί κάποια συμφέροντα [Ο Πιλάτος] και από ότι φαίνεται σε όλη την πορεία του κειμένου, μέσα του παίζονται πολύ μεγάλες ισορροπίες. Είναι σε αυτό το τεντωμένο σκοινί. Καταλαβαίνετε ότι εδώ υπάρχει μία κρίσιμη στιγμή της ιστορίας. Όλες οι αμφιβολίες του Πιλάτου, ερμηνεύονται κάτω από αυτό το τεντωμένο σκοινί, γι΄ αυτό βλέπετε καθυστερεί και χρονοτριβεί ο Ιωάννης (ο ευαγγελιστής),  για να επανέλθω στην ερμηνευτική του κειμένου, γιατί λέει [ο Ιωάννης], εισήλθε ή εξήλθε. Όλες αυτές οι αναλύσεις, μπήκε, βγήκε, ξανασκέφτηκε, ξαναρώτησε ο Πιλάτος, δείχνουν ακριβώς ότι πάει να κερδίσει χρόνο. Γιατί βρίσκεται πάνω σε αυτό το τεντωμένο σκοινί της ιστορίας, όπου πάει να βρει ποιο είναι το συμφέρον, το δικό του και της κοινότητας. Και η αποτυχία του είναι, ότι ούτε το δικό του συμφέρον καταλαβαίνει, ούτε της κοινότητας. Και δεν μπορεί να πάρει καμία απόφαση. Είναι η αναποφάσιστη καταστροφή. Το να μην πάρεις απόφαση, είναι και αυτό μία καταστροφή. Και απλώς ερμηνεύω πια το κείμενο, να γιατί ο Ιωάννης, λέει τέτοιες δευτερεύουσες προτάσεις. Υποδηλώνοντας και δείχνοντας με ένα δικό του μυστικό τρόπο, με μία ερμηνευτική κίνηση καταπληκτική, αυτή την ισορροπία του Πιλάτου, στο τι γίνεται τώρα, ποιο είναι το συμφέρον. 

Ποιον συμφέρει; 

Τους Εβραίους; 

Το Ρωμαίο αυτοκράτορα; 

Εμένα προσωπικά; 

Γι' αυτό βλέπετε μέχρι και την τελευταία στιγμή έρχεται εκείνη η πρόκληση από τη γυναίκα του την Πρόκλα και του λέει: «πρόσεξε Αυτόν τον δίκαιο», αυτό είναι μία πρόκληση. Από τον Θεό έρχεται αυτό το σημείο, όπου ενεργοποιεί αυτόν τον εσωτερικό διχασμό, θα λέγαμε του Πιλάτου. Όπως και να έχουν τα πράγματα εγώ ερμηνεύω το κείμενο και προσπάθησα να σας πω γιατί αυτή η μεταβατική φράση «εισήλθεν».

«Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος» 

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ


Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ  
να εἶναι τὸ ζητούμενο στὴ ζωή μας, ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό. Ἔτσι μόνο θ' ἀποκτήσομε τὴν χάρι, τὸν οὐρανό, τὴν αἰώνια ζωή.  
Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ὅταν ἀγαπήσομε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μυστικά. Θὰ νιώθομε τότε ὅτι ὅλοι μᾶς ἀγαποῦν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν Θεό, ἂν δὲν περάσει ἀπ' τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί, «ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὃν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α’ Ἰωάν. 4, 20). Ν' ἀγαπᾶμε, νὰ θυσιαζόμαστε γιὰ ὅλους ἀνιδιοτελῶς, χωρὶς νὰ ζητᾶμε ἀνταπόδοση. Τότε ἰσορροπεῖ ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ζητάει ἀνταπόδοση εἶναι ἰδιοτελής. Δὲν εἶναι γνήσια, καθαρή, ἀκραιφνής.  
Νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε καὶ νὰ τοὺς συμπονᾶτε ὅλους. «Καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη• ὑμεῖς δέ ἐστε μέλη Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Α' Κορ. 12, 26-27). Αὐτὸ εἶναι Ἐκκλησία• ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ὁ ἄλλος νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, ὅτι εἴμαστε ἕνα. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἐγωισμός. Νὰ μὴ ζητᾶμε, «ἐγὼ νὰ σταθῶ, ἐγὼ νὰ πάω στὸν Παράδεισο», ἀλλὰ νὰ νιώθομε γιὰ ὅλους αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Καταλάβατε; Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.  
Ἔτσι, ἂν ζοῦμε ἑνωμένοι, θὰ εἴμαστε μακάριοι, θὰ ζοῦμε στὸν Παράδεισο. Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας» (Πρβλ. Ἐφ. 5, 30). Μπορῶ ν' ἀδιαφορήσω γι' αὐτόν, μπορῶ νὰ τὸν πικράνω, μπορῶ νὰ τὸν μισήσω; Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ. Ἂν αὐτὸ κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι ὁ Παράδεισος. Ἂς διαβάσομε ἀπ' τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὴν Ἀρχιερατικὴ Προσευχή. Προσέξτε τοὺς στίχους: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς... ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί... ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν... ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν... ἵνᾳ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ» (Ἰωάν. 17, 11• 21• 22• 23• 24) 
Βλέπετε; Τὸ λέει καὶ τὸ ξαναλέει. Τονίζει τὴν ἑνότητα. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα, ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό! Ὅπως ἕνα εἶναι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Πατέρα. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μεγαλύτερο βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δὲν λέγει κάτι τέτοιο. Κανεὶς δὲν ζητάει αὐτὴ τὴ λεπτότητα ποὺ ζητάει ὁ Χριστός, νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα σὺν Χριστῷ. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ πλήρωμα. Σ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα, σ' αὐτὴ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐν Χριστῷ. Καμία διάσπαση ἐκεῖ δὲν χωράει, κανεὶς φόβος. Οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κόλαση. Μόνο ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, λατρεία Θεοῦ. Μπορεῖς νὰ φθάσεις νὰ λέεις τότε μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἔμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20) 
Μποροῦμε πολὺ εὔκολα νὰ φθάσομε σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἀγαθὴ προαίρεση χρειάζεται κι ὁ Θεὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθει μέσα μας. «Κρούει τὴν θύραν» καὶ «καινὰ ποιεῖ πάντα», ὅπως λέγει στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου (Πρβλ. Ἀποκ. 3, 20• 21, 5). Μεταβάλλεται ἡ σκέψη μας, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν κακία, γίνεται πιὸ καλή, πιὸ ἁγία, πιὸ εὔστροφος. Ἄν, ὅμως, δὲν ἀνοίξομε τοῦ κρούοντας τὴν θύραν, ἂν δὲν ἔχομε ἐκεῖνα ποὺ θέλει Αὐτός, ἂν δὲν εἴμαστε ἄξιοί Του, τότε δὲν μπαίνει στὴν καρδιά μας. Γιὰ νὰ γίνομε ὅμως ἄξιοί Του, πρέπει ν' ἀποθάνομε κατὰ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μὴν ἀποθάνομε ποτὲ πλέον. Τότε θὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ ἐνσωματωμένοι μὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι θὰ ἔλθει ἡ θεία χάρις. Καὶ ἅμα θὰ ἔλθει ἡ χάρις, θὰ μᾶς τὰ δώσει ὅλα.  
Στὸ Ἅγιον Ὅρος εἶδα κάποτε κάτι πού μοῦ ἄρεσε πολύ. Μέσα σὲ μία βάρκα στὴ θάλασσα μοναχοὶ κρατοῦσαν διάφορα ἱερὰ ἀντικείμενα. Καταγόταν ὁ καθένας ἀπὸ διαφορετικὸ τόπο, ἐν τούτοις ἔλεγαν, «αὐτὸ εἶναι δικό μας» καὶ ὄχι «δικό μου».  
Ἀπὸ τὸ «Βίος καὶ Λόγοι», 
ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Χρυσοπηγῆς
Χανιὰ-Κρήτης 2004.

Δέσποινα Παρθένε καθικέτευε...




Θεοτοκίον 
Ἦχος πλ. δ'
Οἱ Μάρτυρές σου Κύριε  
Οἱ λογισμοὶ ἀκάθαρτοι, τὰ χείλη δόλια, τὰ ἔργα δέ μου, εἰσὶ παμμίαρα, καὶ τὶ ποιήσω; πῶς ὑπαντήσω τῷ Κριτῇ; Δέσποινα Παρθένε καθικέτευε, τὸν Υἱὸν καὶ πλάστην σου καὶ Κύριον, ὅπως ἐν μετανοίᾳ, δέξηταί μου τὸ πνεῦμα, ὡς μόνος εὔσπλαγχνος.

Στιχηρὰ Προσόμοια Προεόρτια. 
ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ Τῌ ΙΣΤ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἀγγαίου

Όλα να αντιμετωπίζωνται μέσα στον γάμο με αγάπη, πραότητα, υπομονή.


Μην ακούσεις ποτέ τι λέει ο κόσμος. Μπαίνουν πειρασμοί. Άνθρωποι είμεθα. Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, πανουργίες, παγίδες. Όλα να αντιμετωπίζωνται μέσα στον γάμο με αγάπη, πραότητα, υπομονή. 
Πίστη στον Θεό και προσευχή και όλα θα πηγαίνουν κατά Θεόν. Μεταξύ σας (με τον σύζυγο) να υπάρχη κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας. Μην αφήνης κάτι μέσα σου, γιατί αυτό μετά θα σε πνίξη. Μην αφήνης τους λογισμούς να εμφωλεύουν μέσα σου, είναι όφεις. Η αγάπη όλα τα σκεπάζει. Με προσοχή, διάκριση, λεπτότητα και απέναντι στον κόσμο και μεταξύ σας. Αν έχετε κάτι μεταξύ σας, μην το λέτε σε τρίτους. Η προσοχή και η προσευχή όλα τα διορθώνουν, όλα τα κάνουν καλά. Να ζούμε με σωφροσύνη, νηστείες, αποχή σαρκικών επιθυμιών». 

Πηγή: (Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος
Διηγήσεις-Νουθεσίες-Μαρτυρίες.)

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Ο περίπατος της αγιότητας …


Όταν o Βασιλίσκος σφετερίσθηκε την εξουσία και εξεδίωξε τον αυτοκράτορα Ζήνωνα (475), υπερασπίσθηκε τούς μονοφυσίτες και θέλησε να απορρίψει τις αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος, απείλησε μάλιστα τον αρχιεπίσκοπο Ακάκιο πού ζήτησε καταφύγιο στην Αγία Σοφία μαζί με τους μοναχούς της Βασιλεύουσας. Αφού απώθησε τα διαβήματα του Βασιλίσκου, πού επεδίωξε να τον προσεταιρισθεί, ο όσιος Δανιήλ, μετά από θείο σημείο, αποφάσισε να κατέλθει από τον στύλο του και να πάει στην πόλη, όπως στο παρελθόν είχε πράξει ο άγιος Αντώνιος, για να συνδράμει την δεινοπαθούσα Εκκλησία. Ένα τεράστιο και ενθουσιώδες πλήθος, πού όλο και μεγάλωνε όσο πολλαπλασιάζονταν τα θαύματα στο διάβα του αγίου, τον περιστοίχισε και ο άγιος έφθασε στην Μεγάλη Εκκλησία και κήρυξε την ορθόδοξη πίστη. Κατόπιν συνέχισε την θριαμβική πορεία του προς το παλάτιον του Εβδόμου, όπου είχε καταφύγει ο σφετεριστής. Ώς σημείο αράς, τίναξε την σκόνη από τα πόδια του μπροστά στην πύλη, σύμφωνα με την ευαγγελική ρήση (Ματθ. 10, 14), και τον μιμήθηκε όλο το πλήθος. Ό Βασιλίσκος τρόμαξε μπροστά στην ανάπτυξη αυτής της δυνάμεως και πείσθηκε όταν ο πύργος του παλατιού κατέρρευσε μόλις έφθασε ο άγιος. Την επομένη αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, όπου ομολόγησε δημόσια την ορθόδοξη πίστη και συμφιλιώθηκε με τον Ακάκιο παρουσία όλου του λαού. Ό Δανιήλ επέστρεψε στον στύλο του, επιτελώντας πολυάριθμα θαύματα κατά την διάρκεια της οδοιπορίας. Προφήτευσε τον επικείμενο θάνατο του Βασιλίσκου και την παλινόρθωση του Ζήνωνος (476-491) στον θρόνο. Ό Ζήνων είχε σε μεγάλη ευλάβεια τον άγιο, το ίδιο και ο διάδοχος του Αναστάσιος (491-518).
Νέος Συναξαριστής 
της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 
Δεκέμβριος, 
Ινδικτος

11η Δεκεμβρίου οσίου Δανιήλ του Στυλίτου


... το επόμενο έτος, ο άνεμος παρέσυρε τον δερμάτινο μανδύα του αγίου - μια νύχτα του χειμώνα - και το χιόνι πάγωσε πάνω στο σώμα του, που είχε καλυφθεί από κρυστάλλους. Όταν το πρωί πλησίασαν οι μαθητές του, τον βρήκαν άψυχο και παγωμένο. Τον ξανά έφεραν στη ζωή χρησιμοποιώντας ζεστό νερό, και πληροφορήθηκαν προς έκπληξη τους ότι όλο αυτό το διάστημα ο Άγιος είχε μεταφερθεί σε χώρο αναπαύσεως, όπου συνομίλησε με τον Άγιο Συμεών τον Στυλίτη. Μετά το συμβάν αυτό ο αυτοκράτορας διέταξε να χτιστεί μια μικρή στέγη πάνω από το στύλο, ώστε να προστατεύεται ο Δανιήλ από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Δεκέμβριος, Ινδικτος


Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

Σ' όποιον έδωσε ο Θεός πίστη, απ' αυτόν ζητάει εγκράτεια. Αυτή όταν πολυκαιρίσει, γεννά την υπομονή, η οποία είναι έξη που κατακτήθηκε με πολύν κόπο.

64. Σ' όποιον έδωσε ο Θεός πίστη, απ' αυτόν ζητάει εγκράτεια. Αυτή όταν πολυκαιρίσει, γεννά την υπομονή, η οποία είναι έξη που κατακτήθηκε με πολύν κόπο.

Όσιος Θαλάσσιος ο Λύβιος

Δ΄ Εκατοντάδα 
Κεφαλαίων Περί Αγάπης και Εγκράτειας και της κατά Νουν Πολιτείας

 

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Συναγωνιστής των Αποστόλων και ένθερμος μιμητής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ζωντανός στυλοβάτης της Εκκλησίας λόγω του ζήλου του για την υπεράσπιση της πίστεως, υπόδειγμα αγίου ιεράρχη για την ποιμαντική του φροντίδα, ο εν αγίοις πατήρ ημών Νικόλαος ανεδείχθη γενναιόδωρος έφορος της Χάριτος του Θεού με τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί υπέρ των πτωχών, των εγκαταλειμμένων, όσων υποφέρουν αδικίες και όσων μέχρι σήμερα επικαλούνται την πατρική του προστασία. Γεννήθηκε στην πόλη Πάταρα της Λυκίας κατά τα τέλη του 3ου αιώνα, από γονείς χριστιανούς που για πολλά χρόνια ήταν άτεκνοι. Ήδη από τη βρεφική του ηλικία φάνηκε ο πόθος του για την αρετή και ο ζήλος του στην τήρηση των θεσμίων της Εκκλησίας, αφού αρνούνταν να θηλάσει όλη τη μέρα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Ήταν ευλαβής και φρόνιμος· διδάχθηκε τα ιερά Γράμματα και σε νεαρά ηλικία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον θείο του, αρχιεπίσκοπο Νικόλαο. Η αγρυπνία, η νηστεία και η προσευχή ήταν οι αρετές στις οποίες ο νέος κληρικός διέπρεπε ήδη, όταν όμως μετά τον θάνατο των γονέων του διαμοίρασε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς, η ελεημοσύνη κατέστη η μεγαλύτερη δόξα του εν Κυρίω. Θεωρούσε ότι ήταν απλώς διαχειριστής των αγαθών που ανήκαν στους φτωχούς και φρόντιζε ιδιαίτερα να κρατά κρυφές τις αγαθοεργίες του, ώστε να μη στερηθεί του μισθού του στους ουρανούς (βλ. Ματθ. 6, 3). Έσωσε έτσι από την ατίμωση τρεις νεαρές κόρες, τις οποίες ο πατέρας τους, που ήταν πνιγμένος στα χρέη, ήθελε να εξωθήσει στην πορνεία· τρεις φορές πρόσφερε κρυφά αρκετά χρυσά νομίσματα ώστε να μπορέσουν οι κόρες να νυμφευθούν. Όταν, τέλος, τον ανακάλυψε ο πατέρας τους, ο Νικόλαος τον έβαλε να υποσχεθεί ότι δεν θα αποκάλυπτε σε κανέναν το όνομα του ευεργέτη του, απειλώντας τον με αιώνια καταδίκη αν παρέβαινε την υπόσχεση.
Ο Θεός αντάμειψε την αρετή του με το χάρισμα των θαυμάτων και οι δωρεές της Χάριτος τον έκαναν να λάμπει ενώπιον των ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους, δύο φορές έκανε με την προσευχή του να γαληνέψει η θάλασσα και να σταματήσει η τρικυμία που απειλούσε το πλοίο στο οποίο επέβαινε.

Όταν επέστρεψε στην γενέτειρά του εν μέσω παλλαϊκής αγαλλίασης, εξελέγη επίσκοπος της γειτονικής πόλης των Μύρων, μετά από μεσολάβηση αγγέλου Κυρίου στη Σύνοδο των επισκόπων που είχαν συγκεντρωθεί για την εκλογή. Φυλακισμένος κατά τον μεγάλο και ύστατο διωγμό που εξαπέλυσαν οι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός (303), ο άγιος ποιμενάρχης δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να διατρανώνει το φρόνημα και την πίστη του ποιμνίου του. Όταν επικράτησε η ειρήνη επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, διάπυρος ήταν ο ζήλος του για την κατακρήμνιση των ειδώλων και την εκδίωξη των δαιμόνων. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η δυσσεβής αίρεση του Αρείου ήλθε να ταράξει και να διαιρέσει το άγιο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, βρήκε όμως τον άγιο Νικόλαο στην πρώτη γραμμή των υπερμάχων της Ορθοδοξίας, μεταξύ των Πατέρων που συγκεντρώθηκαν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου, ράπισε δυνατά τον Άρειο ενώπιον του αυτοκράτορα και γι’ αυτό φυλακίσθηκε σιδηροδέσμιος. Το ίδιο βράδυ, παρουσιάσθηκε ο Χριστός και η Υπεραγία Θεοτόκος μέσα στη φυλακή και του έδωσαν Ευαγγέλιο και ωμοφόριο. Το πρωί, κάποιοι γνωστοί του τού πήγαν τροφή και τον βρήκαν λυμένο από τα δεσμά, να φορά το ωμοφόριο και να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Το πληροφορήθηκε αυτό ο αυτοκράτορας και αμέσως του ζήτησε συγνώμη και τον αποφυλάκισε.

Αφού έσωσε την πόλη των Μύρων από λιμό, εμφανιζόμενος στον καπετάνιο ενός πλοίου που ήταν φορτωμένο με σιτάρι, ο άνθρωπος του Θεού έσωσε από θάνατο τρεις ρωμαίους αξιωματικούς που είχαν κατηγορηθεί αδίκως για συνωμοσία, παρουσιαζόμενος σε ενύπνιο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και του άτιμου επιτρόπου Αβλαβίου. Όταν σηκώθηκαν, οι τρεις στρατιωτικοί, γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον άγιο, έγιναν μοναχοί.

Αλλεπάλληλες φορές, και όταν ζούσε και μετά τον θάνατό του, ο άγιος Νικόλαος παρενέβη θαυματουργικά για να προστατεύσει πλοία και ταξιδιώτες που κινδύνευαν στη θάλασσα και για το λόγο αυτό τιμάται ως προστάτης των ναυτικών. Εμφανίσθηκε στο τιμόνι ενός πλοίου που παράδερνε στην τρικυμία και το οδήγησε σε ασφαλές λιμάνι· μια άλλη φορά έτρεξε να βοηθήσει έναν ταξιδιώτη που έπεσε στη θάλασσα, ο οποίος μόλις φώναξε: «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι!», βρέθηκε ξάφνου στο σπίτι του, ανάμεσα στους εμβρόντητους συγγενείς του.

Επί πολλά χρόνια ο άγιος επίσκοπος υπήρξε για τους πιστούς ωσάν παρουσία του Φιλάνθρωπου και Καλού Ποιμένα Χριστού. Δεν υπήρχε δυστυχία που να μη συμπονέσει, αδικία που να μην επανορθώσει, διχόνοια που να μην ειρηνεύσει. Παντού, όπου βρισκόταν, το πρόσωπό του έλαμπε και ακτινοβολούσε ειρήνη. Όταν, μετά από πολλές αγαθοεργίες, εκοιμήθη για να μεταβεί στη Βασιλεία των Ουρανών, οι πιστοί θρηνούσαν που έχασαν τον ποιμένα τους και τη ζωντανή πρόνοιά τους, οι άγγελοι όμως και οι άγιοι αγάλλονταν υποδεχόμενοι μεταξύ τους τον πράο Νικόλαο. Τα τίμια λείψανά του κατατέθηκαν στα Μύρα, σε ναό που ανεγέρθη προς τιμήν του αγίου, και γρήγορα κατέστη μεγάλο προσκύνημα. Μη μπορώντας να υποφέρει τη μεταθανάτια δόξα του αγίου, μια μέρα ο διάβολος πήρε τη μορφή γριούλας, η οποία, με το πρόσχημα ότι δεν μπορούσε να επιχειρήσει τόσο μακρινό ταξίδι, εμπιστεύθηκε στους προσκυνητές ένα πιθάρι λάδι για τις ακοίμητες κανδήλες που έκαιγαν στον τάφο του αγίου· κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως, ο άγιος Νικόλαος παρουσιάσθηκε στον καπετάνιο του πλοίου και τον διέταξε να ρίξει το μαγικό λάδι στη θάλασσα. Μόλις έριξαν το λάδι, η θάλασσα πήρε φωτιά και στροβιλιζόταν προς μεγάλο τρόμο των προσκυνητών που ωστόσο ευχαριστούσαν τον Θεό, ο Οποίος, μέσω του αγίου έσωσε τον ναό.

Το 1087, καθώς τα Μύρα είχαν περιέλθει στην κυριαρχία των Σαρακηνών, οι Ιταλο - νορμανδοί σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας πήραν το τίμιο λείψανο και το μετέφεραν στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου βρίσκονται και τιμώνται σήμερα. Πάμπολλα θαύματα έγιναν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του λειψάνου [9 Μαΐου].

Ο άγιος Νικόλαος είναι μαζί με τον άγιο Γεώργιο ένας από τους πιο αγαπητούς αγίους των χριστιανών, σε Ανατολή και Δύση. Αναρίθμητοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του, αναρίθμητοι τόποι και πιστοί φέρουν το όνομά του. Υπέρμετρα τον τιμά και τον γεραίρει ο πιστός Ελληνικός λαός με τις πλούσιες θάλασσές του, επικαλούμενος τη φοβερή προστασία του για τους ναυτικούς και τα πλεούμενά τους. Ιδιαίτερα, επίσης, τον τιμά και ο ρωσικός λαός ως προστάτη της συγκομιδής, ενώ στη Δύση τιμάται ως προστάτης των παιδιών και των μαθητών, επειδή σύμφωνα με έναν μεσαιωνικό θρύλο ανέστησε τρία παιδιά που τα είχε σφάξει ένας χασάπης για να βάλει το κρέας τους στον κιμά.

Είθε, ο άγιος ιεράρχης του Χριστού Νικόλαος, ο σεπτός αρχιεπίσκοπος των Μυρέων, ο θαυματουργός και θαυμαστός Πατέρας της Εκκλησίας μας, να μας γλυτώνει από τις άγριες τρικυμίες του βίου τούτου και να ειρηνεύει τα ορμητικά κύματα των πειρασμών που παφλάζουν διαρκώς στο κατώφλι της ζωής μας, οδηγώντας στοργικά στις καρδιές μας στον εύδιο και ασφαλή λιμένα της αγάπης του Θεού.
Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Τόμ. 4ος, Δεκέμβριος, σελ. 61–65.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.

Την απόκτηση της πίστεως την ακολουθούν τα εξής: ο φόβος του Θεού, η εγκράτεια των ηδονών, η υπομονή των κόπων, η ελπίδα στο Θεό, η απάθεια και η αγάπη.

61.Την απόκτηση της πίστεως την ακολουθούν τα εξής: ο φόβος του Θεού, η εγκράτεια των ηδονών, η υπομονή των κόπων, η ελπίδα στο Θεό, η απάθεια και η αγάπη.

Όσιος Θαλάσσιος ο Λύβιος 

Δ΄ Εκατοντάδα 
Κεφαλαίων Περί Αγάπης και Εγκράτειας και της κατά Νουν Πολιτείας

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

Τῇ Ε´ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου.

Στίχ. Ψυχὴν ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ κολλῶν πάλαι,
Ἔμπροσθεν αὐτοῦ νῦν παρίσταται Σάβας.
Θεσπεσίοιο πόλου πέμπτῃ Σάβας ἐντὸς ἐσήχθη.
ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ
Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Σάββας, ο άγγελος εν σώματι και της ερήμου της Παλαιστίνης ο πολιστής, γεννήθηκε στο Μουταλάσκη (σημ. Τάλας), μικρό χωριό της Καππαδοκίας, το 439. Ήδη σε ηλικία οκτώ ετών κατενόησε την ματαιότητα των εγκοσμίων και με καρδιά πλήρη θείου έρωτος προσήλθε στην Μονή των Φλαβιανών που ήταν κοντά στην γενέτειρά του. Παρά τις προσπάθειες των συγγενών του να τον απομακρύνουν, ο Σάββας έμεινε στην Μονή και γρήγορα μυήθηκε στην τάξη του μοναχικού βίου και ιδιαίτερα στην εγκράτεια και στην αποστήθιση του Ψαλτηρίου. Μια ημέρα, την ώρα που εργαζόταν στον κήπο, του ήλθε η επιθυμία να φάει ένα μήλο. Μόλις όμως το έκοψε από το δέντρο, αμέσως κατανίκησε τον δαίμονα της γαστριμαργίας πετώντας το μήλο καταγής λέγοντας:  
«Ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν 
καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν 
θανατώσας καρπὸς διὰ τοῦ Ἀδάμ,
αὐτοῦ προτιμήσαντος 
τοῦ νοητοῦ κάλλους
τὸ τοῖς σαρκίνοις ὀφθαλμοῖς 
φανὲν τερπνὸν
καὶ τῶν πνευματικῶν ἀπολαύσεων 
τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς 
τιμιωτέραν θεμένου, 
δι’ οὗ καὶ ὁ θάνατος 
εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν· 
μὴ τοίνυν ἀπονεύσω 
τοῦ κάλλους τῆς ἐγκρατείας 
ψυχικῶν τινι νυσταγμῶν βαρηθείς· 
ὥσπερ γὰρ πάσης προηγεῖται ἄνθος, 
οὕτως ἡ ἐγκράτεια
πάσης προηγείται ἀγαθοεργίας»
(βλ. Κύριλλος Σκυθοπολίτης:
«Βίος τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάββα»,
Φιλοκαλία, ΕΠΕ 5, 195-445).

Και για να κατατροπώσει τελείως τον πειρασμό της ενδόμυχης επιθυμίας, μέχρι τέλους του βίου του δεν έφαγε ποτέ του μήλο. Το μικρό παιδί ήταν τόσο αποφασισμένο και είχε αποκτήσει τόση ωριμότητα, ώστε αφιερωνόταν στους αγώνες της νηστείας και της αγρυπνίας ωσάν έμπειρος ασκητής και υπερέβαινε τους συμμοναστές του στην ταπείνωση, την υπακοή και την εγκράτεια.

Μετά από δέκα χρόνια στην μονή, έλαβε την ευλογία του ηγουμένου να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα (456). Πληροφορήθηκε την φήμη του οσίου Ευθυμίου [20 Ιαν.] και με δάκρυα στα μάτια τον ικέτευσε να τον δεχθεί μεταξύ των μαθητών του· ο όσιος γέροντας όμως τον έστειλε πρώτα στο κοινόβιο που διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος [3 Σεπτ.], διότι δεν συνήθιζε να δέχεται αγένειους νέους μεταξύ των σκληραγωγημένων ασκητών της ερήμου.

Υπόδειγμα ταπείνωσης και αποκοπής του ιδίου θελήματος, ο Σάββας υπό την καθοδήγηση του Θεοκτίστου, αφιέρωνε όλη την ημέρα στην υπηρεσία των αδελφών και περνούσε όλη την νύχτα δοξολογώντας τον Κύριο. Σε τέτοια τελειότητα αρετής είχε φθάσει, ώστε ο άγιος Ευθύμιος τον ονόμασε «παιδαριογέροντα».

Μετά την κοίμηση του Θεοκτίστου (469), ο Σάββας πήρε ευλογία να αποσυρθεί και να ασκητεύσει μόνος σ’ ένα σπήλαιο σε κάποια απόσταση από το κοινόβιο. Τις πέντε ημέρες της εβδομάδας προσευχόταν αδιαλείπτως σε απόλυτη νηστεία, έχοντας ως εργόχειρο το πλέξιμο καλαθιών από φύλλα φοινίκων. Το Σάββατο και την Κυριακή ερχόταν στο κοινόβιο για να εκκλησιαστεί και να φάει στην τράπεζα μαζί με τους αδελφούς. Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (από τις 14 Ιανουαρίου έως την Κυριακή των Βαΐων), ο όσιος Ευθύμιος συνήθιζε να τον παίρνει μαζί του στην έρημο «Ρουβά» για να ασκηθεί στις υψηλότερες αρετές, πλησιάζοντας τον Κύριο με σιωπή και μέσα στην απουσία κάθε ανθρώπινης παρηγοριάς. Έφθασε έτσι ο Σάββας στα μέτρα των μεγάλων ασκητών της ευσεβείας και μετά την κοίμηση του οσίου Ευθυμίου αποσύρθηκε οριστικά στην αδυσώπητη έρημο για να αντιμετωπίσει ολομόναχος τον Σατανά και τους δούλους του, οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού και την επίκληση του αγίου Ονόματος του Χριστού.

Μετά τέσσερα χρόνια στην έρημο, ένας άγγελος τον οδήγησε σ’ ένα σπήλαιο στο χείλος μιας ρεματιάς της αριστερής όχθης του χειμάρρου των Κέδρων. Πέρασε πέντε χρόνια (478-483) αφιερωμένος στην προσευχή και στην θεωρία. Κατόπιν, έχοντας πληροφορία από τον Θεό ότι ήταν πλέον καιρός, άρχισε να δέχεται μαθητές. Σε καθέναν έδινε ένα κελλί σ’ ένα από τα πολλά σπήλαια της περιοχής και τους δίδασκε έμπρακτα τις αρετές του μοναχικού βίου. Καθώς οι μαθητές του είχαν φθάσει στους εβδομήντα, εισακούσθηκαν οι προσευχές του αγίου και ο Κύριος έκανε να αναβλύσει μια πηγή στην ρεματιά για την παρηγοριά τους. Για τις κοινές ακολουθίες οι αδελφοί συγκεντρώνονταν σ’ ένα μεγάλο σε σχήμα ναού σπήλαιο, το οποίο ανακάλυψε ο όσιος Σάββας οδηγούμενος από πύρινο στύλο. Η λαύρα μεγάλωνε αδιάκοπα· εκατόν πενήντα ασκητές εγκαταβίωναν εκεί και μεγάλος ήταν ο αριθμός των προσκυνητών που προσέρχονταν για να βρουν την υγεία τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, χάρις στα οποία καλύπτονταν όλες οι ανάγκες των μοναχών, που έτσι απέφευγαν τις βιοτικές μέριμνες. Παρά την επιθυμία του να αποφύγει την Ιερωσύνη, ο ταπεινός Σάββας αναγκάσθηκε να δεχθεί την χειροτονία σε πρεσβύτερο, σε ηλικία πενήντα τριών ετών, για να διασφαλίσει την σωστή τάξη του πνευματικού ποιμνίου του.

Ο μεγάλος αριθμός των μαθητών δεν εμπόδισε ωστόσο τον πόθο του για την ησυχία και, κάθε χρόνο, πιστός στις συνήθειες του πνευματικού του πατρός Ευθυμίου, αποσύρονταν στα βάθη της ερήμου την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μια χρονιά εγκαταστάθηκε στον λόφο του Καστελλίου, τον οποίον λυμαίνονταν δαίμονες. Αφού τους εξεδίωξε με τις προσευχές του, ίδρυσε εκεί ένα νέο κοινοβιακό μοναστήρι για ήδη δοκιμασμένους μοναχούς (492). Για εκείνους που είχαν μόλις αποτάξει τα εγκόσμια ίδρυσε ένα τρίτο καθίδρυμα, βόρεια της λαύρας, ώστε να διδαχθούν τα του ασκητικού βίου και να μάθουν από στήθους το Ψαλτήριο. Άφησε να εγκαταβιώνουν κατά μόνας μόνο οι έμπειροι μοναχοί, που είχαν ήδη αξιωθεί της διάκρισης των λογισμών και της νήψης, ήταν ταπεινοί στην καρδιά και είχαν πλήρως αποκόψει το ίδιον θέλημα. Όσο για τους αγένειους νέους, τους έστειλε στο κοινόβιο του αγίου Θεοδοσίου [11 Ιαν.].

Καθώς την εποχή εκείνη οι πολυάριθμοι μοναχοί της Παλαιστίνης ταράσσονταν από τις μηχανεύσεις των αιρετικών μονοφυσιτών που αντιτίθεντο στην Σύνοδο της Χαλκηδόνος, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σαλούστιος όρισε τον άγιο Θεοδόσιο και τον άγιο Σάββα αρχιμανδρίτες και εξάρχους (494) όλων των μονών που εξαρτώντο από την Αγία Πόλη: τον Θεοδόσιο για τους κοινοβιάτες και τον Σάββα για τους αναχωρητές και τους κελλιώτες μοναχούς στις λαύρες. Φοβερός πολέμιος των δαιμόνων, ο άγιος Σάββας ήταν όλος πραότητα και διάκριση έναντι των ανθρώπων. Έτσι, όταν δύο φορές κάποιοι από τους μοναχούς του στράφηκαν εναντίον του (490 και 503), ο όσιος γέροντας αποσύρθηκε οικειοθελώς δίχως να προσπαθήσει να δικαιολογηθεί ή να επιβάλει την εξουσία του, και δέχθηκε να επανέλθει στην θέση και το αξίωμά του μόνον κατόπιν επίμονης παράκλησης του Πατριάρχη.

Έχοντας κατακτήσει την μακαρία απάθεια, ακλόνητα προσηλωμένος στον Κύριο, ο άγιος Σάββας ειρήνευε τα θηρία, θεράπευε τους αρρώστους και με τις προσευχές του έφερνε ευεργετικές βροχές στην περιοχή εκείνη που την έπληττε ξηρασία και λιμός. Ίδρυσε και άλλα μοναστήρια, ώστε πέρα από το λειτούργημα του εξάρχου των ερημιτών ήταν ηγούμενος επτά μοναστηριών. Ο οικιστής αυτός της ερήμου καθοδηγούσε με σύνεση τις λεγεώνες των πνευματικών πολεμιστών του και προσπαθούσε να τις διατηρήσει στην ενότητα της Πίστεως. Το 512 εστάλη μαζί με άλλους μοναχούς στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491-518), που ευνοούσε τους μονοφυσίτες, για να στηρίξει την Ορθόδοξη Πίστη και να αποσπάσει φορολογικές ελαφρύνσεις υπέρ της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Ο πτωχός, ταπεινός και ρακένδυτος αυτός ασκητής, τον οποίον οι φρουροί των ανακτόρων στην αρχή τον απομάκρυναν νομίζοντάς τον για ζητιάνο, έκανε μεγάλη εντύπωση στον αυτοκράτορα και, καθ’ όλη την μακρά παραμονή του στην Βασιλεύουσα, ο Αναστάσιος συχνά τον καλούσε στο παλάτι για να ωφεληθεί από τις διδαχές του. Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη, ο άγιος Σάββας αναγκάσθηκε να αγωνισθεί πεισματικά ενάντια στις μηχανεύσεις του αιρετικού πατριάρχη Αντιοχείας Σεβήρου. Το 516, ο Σεβήρος, έχοντας εκ νέου παρασύρει τον αυτοκράτορα στα δίχτυα της πλάνης, κατόρθωσε να εκδιώξει τον άγιο Ηλία [20 Ιουλ.] από τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων. Με προτροπή όμως του οσίου Σάββα και του οσίου Θεοδοσίου, έξι χιλιάδες μοναχοί συγκεντρώθηκαν για να πείσουν τον διάδοχό του Ιωάννη να υπεραμυνθεί της Συνόδου της Χαλκηδόνος. Καθώς μετά από αυτήν την διαδήλωση ο αυτοκράτορας ήταν έτοιμος να κάνει χρήση βίας, ο Σάββας του έστειλε εξ ονόματος όλων των μοναχών των Αγίων Τόπων μια θαρραλέα αναφορά. Την ίδια χρονιά (518) πέθανε ο Αναστάσιος και, δόξα τω Θεώ, ο διάδοχός του Ιουστίνος Α΄ (518-527) υπερασπίσθηκε την Ορθόδοξη Πίστη και διέταξε να εγγραφεί η Σύνοδος της Χαλκηδόνος στα ιερά δίπτυχα. Ο άγιος Σάββας εστάλη τότε στην Σκυθόπολη και στην Καισάρεια για να αναγγείλει ο ίδιος την νίκη, εν μέσω της γενικής χαράς.

Το 531, μετά την αιματηρή εξέγερση των Σαμαρειτών, ο Γέροντας εστάλη εκ νέου στην Κωνσταντινούπολη, στον ευλαβή αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565), ζητώντας την συνδρομή και την προστασία του. Επιστρέφοντας προφήτευσε στον αυτοκράτορα την επανάκτηση της Ρώμης και της Αφρικής καθώς και την οριστική νίκη επί του μονοφυσιτισμού, του νεστοριανισμού και του ωριγενισμού, που θα αποτελούσε την δόξα της βασιλείας του.

Επιστρέφοντας στα Ιεροσόλυμα, ο άγιος Σάββας έγινε δεκτός με μεγάλες χαρές και ο ακαταπόνητος αυτός εργάτης του Κυρίου βρήκε τον χρόνο να ιδρύσει άλλη μια μονή, την λεγομένη του Ιερεμίου, προτού αποσυρθεί οριστικά στην Μεγάλη Λαύρα. Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, ασθένησε και εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω, την Κυριακή 5 Δεκεμβρίου του 532. Το σκήνωμα του, το οποίο θαυματουργικώς διατηρήθηκε άφθορο, κατατέθηκε αρχικά στην Λαύρα, παρουσία πλήθους κληρικών, μοναχών και λαϊκών. Την εποχή των σταυροφοριών μεταφέρθηκε στην Βενετία και πρόσφατα επεστράφη στην μονή του (13/26 Οκτωβρίου 1965).

Η Λαύρα του αγίου Σάββα έγινε στην συνέχεια κοινοβιακή μονή και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία του μοναχισμού και της Εκκλησίας στην Παλαιστίνη. Πραγματικά, μεγάλος ο αριθμός των αγίων που εγκαταβίωσαν εκεί: Ιωάννης ο Δαμασκηνός [4 Δεκ.], Κοσμάς του Μαϊουμά [14 Οκτ.], Στέφανος όσιος [28 Οκτ.], Ανδρέας Κρήτης [4 Ιουλ.], κ.α. Εκεί συντάχθηκε και καθιερώθηκε και το «Τυπικόν» που ακόμη και σήμερα κανονίζει τις ιερές ακολουθίες μας και εκεί επίσης εγράφησαν πολλοί από τους θεϊκούς ύμνους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Νέος Συναξαριστής 
της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος)
Εκδόσεις «Ίνδικτος»



Δημοφιλείς αναρτήσεις