Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Ἀββάδων, ἤτοι Πατέρων τῶν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀναιρεθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων, τῶν λεγομένων Μαύρων.

 

Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Ἀββάδων, ἤτοι Πατέρων τῶν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀναιρεθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων, τῶν λεγομένων Μαύρων.
Διπλοῦς στεφάνους χειρὸς ἐκ τοῦ Κυρίου,
Πόνων χάριν δέχεσθε καὶ τῶν αἱμάτων.
Εἰκάδι Ἀββάδες ἐκ χθονὸς Οὐρανὸν ἤλυθον εὐρύν. 
Οὗτοι οἱ Ὅσιοι Ἀββάδες συναθροισθέντες ἀπὸ διαφόρους τόπους, ἡσύχαζαν μέσα εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Σάββα, δουλεύοντες τὸν Θεὸν μὲ ἐνάρετον πολιτείαν, καὶ μὲ πολλὴν κακουχίαν καὶ ἄσκησιν. Ἀλλ’ ὁ φθονερὸς καὶ μισόκαλος Διάβολος, ὁ πάντοτε φθονῶν τοὺς ἐναρέτους, ἐκίνησε κατὰ τῶν Ὁσίων τούτων τοὺς ἀθέους Αἰθίοπας, τοὺς καλουμένους Μαύρους ἢ Μώρους, οἱ ὁποῖοι ἐλπίζοντες, ὅτι θέλουν εὕρουν ἄσπρα καὶ πλοῦτον, ἐπῆγαν εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ἐπειδὴ δὲ ἐρευνήσαντες, δὲν εὑρῆκαν ἄσπρα νὰ πάρουν, καθὼς ἤλπιζαν, διὰ τοῦτο ἔχυσαν τὸν θυμόν τους οἱ αἱμοβόροι κατ’ ἐπάνω τῶν ἐκεῖσε Ἁγίων Πατέρων. Καὶ ἄλλους μὲν ἀπὸ αὐτοὺς ἀπεκεφάλισαν. Ἄλλους δὲ κατέκοψαν εἰς λεπτά. Ἄλλους, ἔσχισαν εἰς τὸ μέσον, καὶ ἄλλους κεντήσαντες μὲ τὸ ξίφος, ἔχυσαν τὰ αἵματα αὐτῶν εἰς τὴν γῆν. Οἱ δὲ Ὅσιοι εὐχαριστοῦντες, παρέδωκαν τὰς ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ ἀπέλαβον τὴν αἰώνιον καὶ μακαρίαν ζωὴν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπέμειναν, καὶ τοὺς προτέρους ἀγῶνας τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὰ ὑστερινὰ βάσανα τῆς ἀθλήσεως (1).

(1) Περὶ τῶν Ἀββάδων τούτων τῶν φονευθέντων γράφει ὁ Δοσίθεος, σελ. 535 τῆς Δωδεκαβίβλου, ὅτι ἦτον εἰς τὸν ἀριθμὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες. Ἀφ’ οὗ δὲ οὗτοι ἐφονεύθησαν ὑπὸ τῶν βαρβάρων, ἀφέθησαν τὰ σώματά των ἄταφα, ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἐρριμμένα. Τὰ ὁποῖα βλέπωντας ὁ Ἀββᾶς Νικομήδης, ἐνεβριμήσατο καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, καὶ εἶπε τὸ τοῦ Ἡσαΐου ἐκεῖνο· «Ἄνδρες δίκαιοι αἴρονται, καὶ οὐδεὶς κατανοεῖ. Ἀπὸ γὰρ προσώπου ἀδικίας ἦρται ὁ δίκαιος· ἔσται ἐν εἰρήνῃ ἡ ταφὴ αὐτοῦ· ἦρται ἐκ μέσου» (Ἡσ. ν΄ [= νζ΄, 1]). Καὶ πάλιν ἐβόησε τὰ τοῦ Σολομῶντος· «Οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ· καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· καὶ ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται· ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτούς, καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ» (Σοφ. γ΄, 3). Ἦλθε δὲ καὶ ὁ τότε Ἱεροσολύμων Μόδεστος καὶ αὐτὸς ἁγιώτατος ὢν Ἀββᾶς, καὶ ὡς εἶδεν ἔρημα τὰ κελλία ὅλα, δὲν ἐδύνετο νὰ κρατήσῃ τὰ δάκρυα. Ἔδραμε δὲ καὶ κατησπάζετο τὰ ἱερώτατα λείψανα τῶν Ὁσίων Πατέρων.

Γράφει δὲ περὶ αὐτῶν καὶ ὁ Ὅσιος Ἀντίοχος ὁ Παλαιστινός, πρὸς Εὐστάθιον ἡγούμενον Μονῆς τῆς Ἀτταλικῆς. Ἡ δὲ Βίβλος αὐτοῦ οὕτως ἐπιγράφεται, Πανδέκτη Βίβλος, ἔχουσα κεφάλαια διάφορα ἑκατὸν τριάκοντα, τοῦ Μοναχοῦ Ἀντιόχου τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ταύτης γὰρ εἶχε τότε αὐτὸς τὴν ἐπιστασίαν. (Λαύρας δὲ ὀνομάζουσιν οἱ ἡμέτεροι, τὰ μεγάλα καὶ πολυάνθρωπα Μοναστήρια μεταφορικῶς, ἀπὸ τῆς Λαύρας, ἤτοι τῆς ἐνδομύχου καύσεως, ἢ ἀπὸ τοῦ λίαν αὔρας ἔχειν, ἤτοι πολλὰς πνοάς, διὰ τοὺς ἐν αὐτοῖς πολλοὺς ἀνθρώπους. Ὁ δὲ Βαρῖνος τὴν Λαύραν ἐτυμολογεῖ, ἀπὸ τοῦ λαὸν ῥέειν δι’ αὐτῆς.) Οὗτος λέγω γράφει περὶ τῶν Πατέρων τούτων, ὅτι πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν τῆς ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἔπαθον τὰ δεινὰ μαρτύρια ἀπὸ τοὺς βαρβάρους κατὰ τοὺς χρόνους Ἡρακλείου τοῦ βασιλέως ἐν ἔτει 610. Δὲν ἠξεύρει δέ, πῶς νὰ ὀνομάσῃ τοὺς φονευθέντας ὁ Ἀντίοχος, λέγων· «Ἀπορῶ πότερον χρὴ αὐτοὺς ὀνομάσαι, Ἀγγέλους ἢ ἀνθρώπους; Ἐξ ἁπαλῶν γὰρ ὀνύχων ἔλαβον τὸν γλυκὺν ζυγὸν τοῦ Κυρίου. Καὶ οἱ πλείονες ἦτον πλήρεις ἡμερῶν, ταπεινοί, πρᾷοι, τίμιοι, ἄμεμπτοι, εὐλαβεῖς, ἀλλότριοι πάσης κακουργίας καὶ μέμψεως. Πάσαις ταῖς ἀρεταῖς κεκοσμημένοι, καὶ θεϊκῶν χαρισμάτων πεπληρωμένοι. Τινὲς δὲ ἦτον ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἔτη. Δὲν ἐξήρχοντο ἀπὸ τὴν Λαύραν, οὔτε εἰς τὸ κάστρον (τῶν Ἱεροσολύμων) ἀπήρχοντο. Ὄντως οὐράνιοι ἄνθρωποι, καὶ ἐπίγειοι Ἄγγελοι. Ἰσμαηλῖται δὲ ἦτον οἱ αὐτοὺς φονεύσαντες. Ὅταν δὲ ἐπλησίασαν εἰς τὴν Λαύραν, τινὲς μὲν Μοναχοί, ἔφυγον, τινὲς δέ, ἔμειναν· ὅσοι δηλαδὴ ἦτον δυνατώτεροι καὶ νεώτεροι». Ἄλλοι δὲ φαίνονται νὰ ᾖναι οὗτοι ἀπὸ τοὺς ἑορταζομένους κατὰ τὴν δεκάτην ἕκτην τοῦ Μαΐου, καὶ ὅρα ἐκεῖ.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

ΑΓΙΟΙ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑ

 


ΑΓΙΟΙ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑ
ΠΗΓΉ:ΕΔΩ
Ο Χρύσανθος ήταν γιος επιφανούς άρχοντος της Αλεξανδρείας, του συγκλητικού Πολέμωνος, ο οποίος μετέβη και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Νουμεριανού (283-284). Αφού περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ο Χρύσανθος άρχισε να μελετά τη φιλοσοφία. Η ανθρώπινη σοφία, όμως, δεν τον ικανοποιούσε και ανακάλυψε τότε το Ευαγγέλιο, το βιβλίο της ενυπόστατης Σοφίας. Οδηγημένος από τη θεία Πρόνοια, βρήκε γρήγορα τον οδηγό που αναζητούσε στο πρόσωπο του ιερέα Καρποφόρου, ο οποίος κρυβόταν σε σπήλαιο εξαιτίας του διωγμού. Ο Χρύσανθος κατηχήθηκε από αυτόν στα μυστήρια της Πίστεως και αναγεννήθηκε με το άγιο Βάπτισμα. Επιστρέφοντας στην πόλη επτά ημέρες αργότερα, άρχισε να κηρύττει τον Χριστό προς μεγάλη αναστάτωση των γονέων του. Ο Πολέμων δοκίμασε αρχικά να τον πείσει να αλλάξει γνώμη, υποσχόμενος απολαύσεις και πλούτη· καθώς οι υποσχέσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, τον έκλεισε σε ένα σκοτεινό κελλί, ελπίζοντας ότι θα κατορθώσει να κάμψει την αποφασιστικότητα του γιού του διά της πείνας.

Βλέποντας όμως τον γιο του να δυναμώνει με τη νηστεία και τον εγκλεισμό, κατά συμβουλή ενός φίλου, τον εγκατέστησε σε ένα δωμάτιο με υπέροχη διακόσμηση και έστειλε εκεί ωραίες νέες να τον βάλουν σε πειρασμό με φιλιά και θωπείες. Παρ’ όλα αυτά, ο Χρύσανθος έμενε αναίσθητος στα θέλγητρά τους, επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού και ενθυμούμενος το παράδειγμα της αγνείας του πατριάρχου Ιωσήφ (πρβλ. Γεν. 39). Έτσι, κάθε φορά που τον πλησίαζαν οι άσεμνες κοπέλες, έπεφταν σε λήθαργο. Συνέστησε τότε στον Πολέμωνα μια νεαρή και όμορφη κόρη που καταγόταν από την Αθήνα, άκρως ικανή περί τη φιλοσοφία, ονόματι Δαρεία. Την παρουσίασαν στον Χρύσανθο στολισμένη υπέροχα και εκείνη επιχείρησε να τον παρασύρει στα δίχτυα των θελκτικών λόγων της. Ο Χρύσανθος τής απάντησε παρουσιάζοντάς της την προοπτική του θανάτου και της τελικής Κρίσης. Έπειτα, καθώς δοκίμαζε να του θυμίσει την τιμή που οφείλεται στους θεούς, ο αληθινός και φωτισμένος φιλόσοφος αντέκρουσε τα επιχειρήματά της χωρίς δυσκολία, δείχνοντάς της ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο από τη λατρεία των φυσικών στοιχείων, της γης, των υδάτων, του πυρός, ιδίως όταν τους αποδίδεται και ανθρώπινη μορφή. Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Δαρεία, ασπάσθηκε και εκείνη την αληθινή σοφία και αποφάσισαν να προσποιηθούν γάμο, ώστε να ζήσουν εν παρθενία μέχρι την τελευτή τους, ετοιμαζόμενοι για αγνούς και άφθαρτους γάμους στον Ουρανό. Ύστερα, άρχισαν να κηρύττουν ένθερμα την Πίστη στους νέους και τις νέες στη Ρώμη, πείθοντας ορισμένους να φυλάξουν την καθαρότητά τους για τον Θεό.

Οι ειδωλολάτρες θορυβήθηκαν και τους κατήγγειλαν στον έπαρχο Κελλερίνο, ο οποίος διέταξε τη σύλληψή τους και παρέδωσε τον Χρύσανθο στον τριβούνο Κλαύδιο. Όταν οδηγήθηκε στον βωμό του Διός, ο άγιος Μάρτυρας αρνήθηκε να θυσιάσει, οπότε τον έδεσαν με βούνευρα βρεγμένα στο νερό, που στεγνώνοντας εισέδυαν αργά-αργά βαθειά στις σάρκες έως το κόκαλο. Ο Θεός όμως τον διαφύλαξε σώο θαυματουργικά και από αυτό και από άλλα μαρτύρια που επινόησαν προς αυτόν οι τύραννοι. Τον έριξαν σε σκοτεινή φυλακή, που αμέσως καταυγάσθηκε από θείο φως. Τον χτύπησαν με ραβδιά, που φάνηκαν στον άγιο σαν φτερά να τον χαϊδεύουν στοργικά. Ο Κλαύδιος τότε αναγνώρισε τη δύναμη του Θεού, μαζί με όλη του την οικογένεια, τη γυναίκα του Ιλαρία, τους γιους του Ιάσονα και Μαύρο, καθώς και τους στρατιώτες που ήσαν υπό τις διαταγές του, και ζήτησε από τον άγιο να τους κατηχήσει. Ετοιμάσθηκαν να βαπτισθούν διακηρύττοντας ότι ήσαν πρόθυμοι να υποστούν κάθε μαρτύριο για το Όνομα του Χριστού.

Όταν το πληροφορήθηκε ο Νουμεριανός, διέταξε εξοργισμένος να ρίξουν τον Κλαύδιο στη θάλασσα με μια πέτρα δεμένη στον λαιμό και να αποκεφαλίσουν τους γιους του και τους στρατιώτες. Χριστιανοί εναπέθεσαν τα σώματα των αγίων Μαρτύρων σε ένα υπόγειο, κοντά στην οδό Σαλαρίας, όπου η Ιλαρία εγκαταστάθηκε για να ανάβει το καντήλι και να προσεύχεται στους τάφους τους. Όταν πήγαν στρατιώτες να τη συλλάβουν, τους ζήτησε να την αφήσουν μια τελευταία φορά να προσευχηθεί στους τάφους των αγίων Μαρτύρων, όπου και παρέδωσε ξαφνικά τη ψυχή της στον Κύριο. Οι υπηρέτριές της την ενταφίασαν εκεί και οικοδόμησαν αργότερα ένα ναΰδριο.

Φοβούμενος ότι οι μεταστροφές θα πολλαπλασιάζονταν, ο αυτοκράτορας έκλεισε τον Χρύσανθο στη φρικτή, δυσώδη και γεμάτες ακαθαρσίες φυλακή της Μαμερτίνης και έστειλε τη Δαρεία σε πορνοστάσιο. Ο Κύριος όμως επισκέφθηκε γι’ ακόμα μια φορά τους αγίους Του· περιέβαλε τον Χρύσανθο με άρρητο φως και ευωδία, ενώ στη Δαρεία έστειλε ένα λιοντάρι να τη διαφυλάξει από αναίσχυντες επιθέσεις. Η αγία εμπόδισε το λιοντάρι να κατασπαράξει τον πρώτο ασεβή που έφτασε, τον οποίο με γλυκύτητα κατάφερε να ασπασθεί την Πίστη του Χριστού, κάνοντας έκκληση στη λογική του, ενώ το λιοντάρι φύλαγε στην πόρτα. Κάποιους άλλους τους έφερε το λιοντάρι και μετανόησαν κι εκείνοι ακούγοντας τους λόγους της. Μετά από αυτό, καθώς ο Κελλερίνος έβαλε φωτιά στην είσοδο, η Δαρεία εξαπέστειλε το λιοντάρι στο δάσος και ετοιμάσθηκε για τον έσχατο αγώνα.

Ο Χρύσανθος και η Δαρεία υποβλήθηκαν σε νέα μαρτύρια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τους έριξαν τελικά στον λάκκο, που σκέπασαν με πέτρες και χώματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ετελειώθησαν μαρτυρικώς και κέρδισαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Τον επόμενο χρόνο, καθώς οι χριστιανοί συναθροίσθηκαν επί τόπου για τη μνήμη της γέννησής τους στους Ουρανούς, ο Νουμεριανός διέταξε να φράξουν την είσοδο του σπηλαίου μέσα στο οποίο είχαν συναχθεί για τη θεία Λειτουργία, που τελούσαν ο ιερέας Διόδωρος και ο διάκονος Μαριανός. Όλοι τους κοινώνησαν των αχράντων Μυστηρίων, την ώρα που οι στρατιώτες έριξαν σωρούς χωμάτων μέσα στη σπηλιά. Έτσι, όλοι τους πήγαν να ανταμώσουν στην αιώνια χαρά τον Χρύσανθο, τη Δαρεία και τους συναθλητές τους.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος)
σελ. 179–181·
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

 

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

πηγή:Εδώ

Ο πατήρ ημών Κύριλλος γεννήθηκε πιθανώς στα Ιεροσόλυμα περί το 315, από γονείς ευσεβείς και ορθόδοξους. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο άγιο Μάξιμο [1], ο οποίος τον επιφόρτισε με την κατάρτιση των κατηχουμένων. Άνθρωπος ειρήνης, ταπεινός και πράος, αφιερώθηκε περισσότερο στη ψυχική ωφέλεια και οικοδόμηση των πιστών, απερίσπαστος από τις ατελείωτες δογματικές διαμάχες και αντιπαραθέσεις που ταλάνιζαν την Εκκλησία μετά τη Σύνοδο της Νικαίας (325)· απέφευγε με βαθιά διάκριση να μεταχειρίζεται τον όρο «ομοούσιος» [2], αλλά συμμεριζόταν πλήρως την ορθόδοξη Πίστη. Αυτή του η επιφύλαξη έκανε τους οπαδούς του Αρείου (256-336) να πιστέψουν ότι ήταν με το μέρος τους και, όταν μετά τον θάνατο του Μαξίμου (347) εξελέγη ο Κύριλλος από τον λαό για να τον διαδεχθεί, ο αρειόφρων Ακάκιος, μητροπολίτης της Καισαρείας της Παλαιστίνης, από τον οποίο εξαρτώταν τότε τα Ιεροσόλυμα [3], ενέκρινε την εκλογή και τον χειροτόνησε. Γρήγορα όμως αναγνώρισε πικραμένος το μοιραίο λάθος του [4], γιατί ο νέος επίσκοπος δίδασκε περίτρανα την ορθόδοξη διδασκαλία για τη Θεότητα του Λόγου του Θεού, ερμηνεύοντας με εκπληκτική ενάργεια το Σύμβολο της Πίστεως στους κατηχουμένους στις «Κατηχήσεις» του [5]. Σαν καλός Ποιμήν, διοικούσε σοφά την αγία Πόλη, η οποία χάρις στα έργα ανοικοδόμησης που είχε αναλάβει ο Μέγας Κωνσταντίνος (272-337) [21 Μαΐου], επανακτούσε βαθμιαία το κλέος της και προσείλκυε μεγάλο αριθμό προσκυνητών από τα πέρατα του χριστιανικού κόσμου.

Το 351 υπήρξε μάρτυς, όπως και όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων, της θαυματουργικής εμφάνισης ενός πελώριου φωτεινού Σταυρού στον ουρανό, από τον Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών, και έγραψε στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο (317-361) για να τον ενημερώσει [6]. Συνέβαλε επίσης στην οργάνωση εορτών και λιτανειών στους Αγίους Τόπους, οι οποίες έγιναν αφετηρία πολλών εορτών της Εκκλησίας. Μερικά χρόνια αργότερα, υπέβαλε στον μητροπολίτη Καισαρείας έγγραφη αναφορά, απαιτώντας την αναγνώριση των αποστολικών προνομίων της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, τα οποία οι Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας είχαν αναγνωρίσει χωρίς όμως να καθορίσουν με ακρίβεια. Τούτη η απαίτηση προκάλεσε τη μανία και το μίσος του Ακακίου ο οποίος, με πρόσχημα ότι ο Κύριλλος σε καιρό σιτοδείας είχε πουλήσει τα ιερά σκεύη και τον λειτουργικό στολισμό της βασιλικής της Αναστάσεως για να δώσει τροφή στους απόρους, τον κάλεσε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο με σκοπό να τον καταδικάσει. Καθώς ο Κύριλλος δεν ανταποκρινόταν στις επανειλημμένες προσκλήσεις του, τον καθαίρεσε και τον έδιωξε βιαίως από τα Ιεροσόλυμα, τοποθετώντας στη θέση του έναν αρειανόφρονα. Ο άγιος Κύριλλος άσκησε έφεση, ζητώντας η υπόθεση να παραπεμφθεί σε ανώτερη εκκλησιαστική αρχή και, εν αναμονή της αποφάσεως, κατέφυγε στην Ταρσό της Κιλικίας, κοντά στον επίσκοπο Σιλβανό. Παρά τις απειλές του Ακακίου, ο Σιλβανός τον υποδέχθηκε αδελφικά και του ζήτησε να κηρύξει στον λαό, ο οποίος τον άκουγε ενθουσιασμένος και εκστατικός ως άλλον απόστολο.

Η Σύνοδος που συνεκλήθη στη Σελεύκεια το 359 αποκατέστησε τον Κύριλλο και καθαίρεσε τον Ακάκιο. Η απόφαση όμως δεν πρόλαβε να εκτελεστεί, γιατί ο μητροπολίτης Καισαρείας, σπεύδοντας στην Κωνσταντινούπολη, άσκησε πίεση στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να ακυρώσει την απόφαση της Συνόδου και κανόνισε να επικυρωθεί η καθαίρεση του Κυρίλλου από ψευδοσύνοδο αρειανοφρόνων επισκόπων (360).

Όταν λίγο αργότερα ανήλθε στην εξουσία ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο άγιος Κύριλλος επωφελήθηκε από τα μέτρα ανεξιθρησκείας που έλαβε προετοιμάζοντας την αποκατάσταση της ειδωλολατρείας και επέστρεψε στην έδρα του καθώς και όλοι οι επίσκοποι που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου. Εκεί, όμως, ήρθε αντιμέτωπος με νέες δοκιμασίες. Με την προτροπή του αυτοκράτορα, οι ειδωλολάτρες της Γάζας εξεγέρθηκαν κατά των χριστιανών, προκαλώντας πολλά θύματα, ενώ κατέστρεψαν τη Μονή του Αγίου Ιλαρίωνος [21 Οκτ.] διασκορπίζοντας τους μοναχούς. Καθώς ο Ιουλιανός ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ασύστατες οι προφητείες του Χριστού σχετικά με την οριστική κατάλυση του Ναού στα Ιεροσόλυμα (πρβλ. Ματθ. 24, 2), που κατεστράφη από τους Ρωμαίους επί βασιλείας Τίτου, επέτρεψε στους Εβραίους να τον ανοικοδομήσουν. Όμως, σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου Κυρίλλου, τα έργα σταμάτησαν ξαφνικά εξαιτίας τρομερού σεισμού, ο οποίος συγκλόνισε συθέμελα τον αρχαίο Ναό, ενώ το πυρ που έβγαινε από τα έγκατα της γης κατέκαυσε κάποιους εργάτες και άλλους τραυμάτισε, δείχνοντας σε όλους ολοφάνερα τα σημεία της θείας οργής.

Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού (363) και αφού η κατάσταση ειρήνευσε, ο Κύριλλος ανέλαβε ξανά το ποιμαντικό του έργο και μετά τον θάνατο του Ακακίου ενθρόνισε επίσκοπο τον ανιψιό του, στη θέση του μητροπολίτου Καισαρείας. Με τις ραδιουργίες τους, όμως, οι οπαδοί του Αρείου ζήτησαν από τον Ουάλεντα (364-378) να εκθρονίσει τον άγιο επίσκοπο Ιεροσολύμων και να τον καταδικάσει εκ νέου σε εξορία, καθώς και όλους τους άλλους επισκόπους που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου (367). Όταν πέθανε ο Ουάλης, ο άγιος Κύριλλος ανέκτησε την επισκοπή του, ύστερα από δώδεκα χρόνους απουσίας, ανακάλυψε όμως με οδύνη ότι ορισμένοι ορθόδοξοι, επηρεασμένοι από τις συκοφαντίες των αρειανοφρόνων, αρνούνταν να τον δεχτούν ως νόμιμο επίσκοπό τους και να έχουν κοινωνία μαζί του. Για τον λόγο αυτό η Σύνοδος της Αντιοχείας (379) απέστειλε τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [10 Ιαν.] για να αποκαταστήσει την ειρήνη στα Ιεροσόλυμα. Αποτυγχάνοντας ο άγιος Γρηγόριος, αποσύρθηκε αποθαρρημένος και θλιμμένος, αφήνοντας τον άγιο Κύριλλο να αντιμετωπίσει μόνος, με πίστη και ελπίδα, τις διαιρέσεις στον οίκο του Θεού. Ο άγιος συμμετείχε στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381) που συγκάλεσε ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος (347-395) και συνέβαλε στην οριστική καταδίκη του αρειανισμού και των ποικίλων παραφυάδων του. Περατώνοντας τις συνεδρίες της η Σύνοδος αναγνώρισε πανηγυρικά τους αγώνες του επισκόπου Ιεροσολύμων υπέρ της Ορθοδοξίας. Επιστρέφοντας στην πόλη του ο άγιος Κύριλλος μπόρεσε για λίγο καιρό να απολαύσει την ειρήνη που είχε αποκαταστήσει με τόσους κόπους και εκοιμήθη το 386, ύστερα από τριάντα πέντε έτη επισκοπείας, από τα οποία πέρασε τα δεκαέξι εξόριστος.

Ο άγιος Κύριλλος, παρεξηγημένος από τους αβαθείς ορθόδοξους για τη μη χρήση του όρου «ομοούσιος» αλλά κατ’ ουσίαν σταθερός αντίπαλος των αρειανών, εξαιτίας της ομολογουμένης αντιθέσεώς του προς αυτούς, παρέμεινε στη ζωή του σε ένα ευλογημένο και καρποφόρο «περιθώριο». Αυτή του η «περιθωριοποίηση» όμως, του έδωσε τη δυνατότητα, τις προϋποθέσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες να εργαστεί ουσιαστικότερα και σε βάθος, δίνοντας όλες του τις δυνάμεις και τα χαρίσματα στην τελειότερη οργάνωση του ποιμαντικού και κατηχητικού του έργου, πράγμα που απέδωσε πολλούς καρπούς στην Εκκλησία και του προσέδωσε τον τίτλο του Πατρός της Εκκλησίας και του προσάρτησε τη μοναδική επωνυμία του Κατηχητού, καταγράφοντάς τον στην εκκλησιαστική ιστορία με το όνομα: «Κύριλλος, ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ὁ Κατηχητής». Τις συκοφαντικές διαδόσεις περί του σεπτού προσώπου του αγίου διαλεύκανε μια για πάντα η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 381, η οποία με συνοδική της απόφαση αποκατάστησε την αλήθεια, αποκαλώντας τον άγιο Κύριλλο μεγάλο αγωνιστή κατά των αρειανών: «Τῆς δέ γε μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον καὶ θεοφιλέστατον Κύριλλον, ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν, κανονικῶς παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι, καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα» [7].

Εκείνο που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του αγίου Κυρίλλου είναι η τέλεια εναρμόνιση θεολογίας και ζωής. Η ευαίσθητη και θεωρητική φύση του, δουλεμένη πρακτικά στις αναμετρήσεις της σκληρής καθημερινότητας και στη δεκαεξάχρονη περίπου θητεία του στην εξορία, του χάρισαν σπάνια ισορροπία των στοιχείων της προσωπικότητάς του, που έγινε εμφανής κυρίως στην μετέπειτα ποιμαντική διακονία του, η οποία ήταν πλήρης διακρίσεως, σοφίας, ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, και αποτέλεσε κυριολεκτικά προβολέα της όλης του προσωπικότητας. Ο σύγχρονος μελετητής της ζωής και του έργου του αγίου Κυρίλλου, θα διακρίνει εύκολα στις «Κατηχήσεις» του, τη μεγάλη Πατερική προσωπικότητα, η οποία εδράζεται στην ορθοδοξία και εκφράζεται στην ορθοπραξία, στην οποία δόγμα και ζωή συνυπάρχουν, αλληλοπεριχωρούνται και «μελωδοῦν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας».

Όπως προαναφέρθηκε, ο άγιος Κύριλλος εκοιμήθη την 18 Μαρτίου του 386, ημέρα την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία (παραδόξως και η Ρωμαιοκαθολική) αφιέρωσαν την τιμή της μνήμης του. Στο Απολυτίκιο και το Κοντάκιο της εορτής του, ο ορθόδοξος υμνογράφος κατέγραψε με σεμνότητα, ποιητική λιτότητα και θεολογική ακρίβεια όλο το πνευματικό κάλλος του αγίου Πατρός και σκιαγράφησε την πολυτάλαντη μορφή του, τιτλοφορώντας τον «Στῦλο τῆς Πίστεως», του οποίου ο «φωσφόρος λόγος ἔσχε κῦρος οὐράνιον».

-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-
[1] Μνημονεύεται στις 5 Μαΐου στη λατινική Εκκλησία.
[2] Πρβλ. τη μνήμη του αγίου Αθανασίου [18 Ιαν. και 2 Μαΐου].
[3] Υποβιβασμένη σε απλή κωμόπολη μετά την καταστροφή της από τους Ρωμαίους και αφού η χριστιανική της κοινότητα διασκορπίσθηκε την εποχή των διωγμών, η Ιερουσαλήμ, ονομαζομένη Αίλια Καπιτωλίνα, υπήχθη εκκλησιαστικά στην Καισάρεια, διοικητική πρωτεύουσα της Παλαιστίνης.
[4] Όπως λίγο αργότερα οι οπαδοί του Αρείου που ευνοούσαν την εκλογή του αγίου Μελετίου Αντιοχείας [12 Φεβρ.].
[5] Οι «Κατηχήσεις» του, των οποίων υπάρχουν διάφορες εκδόσεις, παραμένουν μία από τις καλύτερες εκθέσεις της ορθοδόξου Πίστεως και σπουδαία μαρτυρία για τη γνώση της λειτουργικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας. Εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της προπαρασκευαστικής περιόδου εν όψει του αγίου Βαπτίσματος, και περιλαμβάνουν μία «Προκατήχηση», δεκαοχτώ «Κατηχήσεις» των φωτιζομένων που επεξηγούν το Σύμβολο της Πίστεως και τα θεμέλια της ορθοδόξου Πίστεως, και πέντε «Μυσταγωγικές Κατηχήσεις», που προορίζονταν για τους νεόφυτους που μόλις είχαν βαπτισθεί το Πάσχα, στις οποίες ο επίσκοπος εξηγεί την τελετή του Βαπτίσματος και της Ευχαριστίας. Νεοελληνική μετάφραση στη σειρά ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1994, και από την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέα Αττικής, 1991.
[6] Το θαύμα αυτό μνημονεύεται στις 7 Μαΐου.
[7] Θεοδ. Εκκλ. Ιστ. 5, 9· PG 82, 1217C.


«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
 «Κατηχήσεις
Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων»,
Εκδόσεις «Ετοιμασία»
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου·

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

ο ύμνος του αγίου Πατρικίου



Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ
(8ος αιώνας μ.Χ)


Η ασπίδα μου σήμερα,
μια αμάχητη δύναμη, η επίκληση της Τριάδας,
στην βεβαίωση της τριαδικότητας, 
στην ομολογία της μοναδικότητας
του δημιουργού των πάντων, 
δια της αγάπης.
*
Ασπίδα μου σήμερα
η δύναμη της αγάπης των Χερουβείμ,
η υπακοή των αγγέλων,
η διακονία των αρχαγγέλων,
των αγίων ο ένδοξος αναστάσιμος χορός,
οι προσευχές των πατριαρχών,
των προφητών οι οράσεις,
των αποστολών οι διδαχές,
των ομολογητών η πίστη, 
των παρθένων η αγνότητα,
των δικαίων τα παλαίσματα.
*
Η ασπίδα μου σήμερα
η δύναμη του ουρανού,
το απαύγασμα του ήλιου,
η ασπράδα του φεγγαριού,
της φωτιάς το σελάγισμα, 
της αστραπής το τάχος,
η σφοδρότητα του ανέμου,
το βάθος του ωκεανού,
της γης η σταθερότητα,
η ακινησία των βράχων.
*
Ο Χριστός δίπλα μου, ο Χριστός εμπρός μου,
ο Χριστός πίσω μου, ο Χριστός εντός μου,
ο Χριστός πάνω και κάτω,
ο Χριστός παραμυθεί και ανακαινίζει,
ο Χριστός στην ειρήνη, ο Χριστός στον κίνδυνο,
ο Χριστός στην καρδιά αυτών που με σκέφτονται,
ο Χριστός στην καρδιά αυτών που μου μιλούν.



Ο άγιος Μακάριος, ηγούμενος της μονής Κολιαζίνο



Ο άγιος Μακάριος, ηγούμενος της μονής Κολιαζίνο 
17 Μαρτίου  
Προερχόμενος από οικογένεια ευγενών της περιοχής του Τβερ (Ρωσία), ο άγιος Μακάριος διάβαζε αχόρταγα από παιδί τους Βίους των αγίων και διαποτιζόταν από τη μεγαλοσύνη των πράξεων τους, θέλοντας να τους μιμηθεί και να κερδίσει και αυτός την ουράνια πατρίδα. Αργότερα τον απασχολούσαν συχνά τα λόγια του Κυρίου: «ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησον σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Ματθ. 19:21), επιθυμώντας να τα εφαρμόσει στη μοναστική του βιοτή. Οι γονείς του όμως τον εμπόδιζαν να πραγματοποιήσει το ευσεβές σχέδιό του και προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν θυμίζοντας του το παράδειγμα πολλών αγίων που έζησαν έγγαμο βίο. 
Ακολούθησε το θέλημά τους και παντρεύτηκε, κάνοντας συμφωνία με τη γυναίκα του ότι εάν ο ένας τους πέθαινε, ο επιζών δεν θα ερχόταν σε δεύτερο γάμο αλλά θα ασπαζόταν τη μοναστική ζωή. Από θεία βουλή οι γονείς του πέθαναν τρία χρόνια μετά τη συμφωνία αυτή και σε λίγο καιρό η σύζυγός του. Ο δούλος του Θεού μοίρασε χωρίς χρονοτριβή τα αγαθά του στους φτωχούς και έγινε μοναχός με το όνομα Μακάριος, στο μοναστήρι του Κλομπούκοβο, κοντά στο Κασσίν. 
Μιμούμενος με αυστηρότητα το βίο των μεγάλων ασκητών, που φύλαγε στη μνήμη του από παιδί, υποτασσόταν υπάκουα στο θέλημα των αδελφών, διακρινόμενος περισσότερο από όλους για την ταπείνωσή του. Ύστερα από πολλά χρόνια, ζήτησε από τον ηγούμενό του την ευλογία για να εγκαταβιώσει ως ερημίτης. Βρίσκοντας ένα κατάλληλο μέρος κοντά στον Βόλγα, εφάρμοσε αυστηρή άσκηση και μοιραζόταν το λιγοστό φαγητό του με τα άγρια ζώα. 
Κάμποσοι μαθητές μαζεύτηκαν σύντομα γύρω του και η μόνωσή του μετατράπηκε σε μοναστήρι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Από ταπεινότητα ο άγιος αρνήθηκε να αναλάβει την ηγουμενία, είχε όμως επιβάλλει ένα καθεστώς αυστηρά κοινοβιακό. Αφού δύο ηγούμενοι απομακρύνθηκαν από τη θέση τους, ως μη σεβόμενοι τους μοναστικούς κανόνες, ο άγιος υποχρεώθηκε υπό την πίεση των πραγμάτων να αναλάβει την ηγουμενία. 
Η αυξανόμενη ευημερία της μονής προκαλούσε ζήλεια και ο ιδιοκτήτης γειτονικών εδαφών ονομαζόμενος Ιβάν Κολιάγκα, παρενέβαλε στον άγιο χίλια εμπόδια, σχεδιάζοντας μάλιστα να τον σκοτώσει, αν δεν ικανοποιούσε τους σκοπούς του. Χτυπήθηκε όμως από τη θεία δίκη και αρρώστησε βαριά. Μετανιωμένος, κάλεσε τον άγιο Μακάριο και του ζήτησε ταπεινά συγγνώμη. Μετά την αποκατάσταση της υγείας του έδειξε τέτοια μεταμέλεια, που έγινε παράδειγμα μοναχού και δώρησε τις γαίες του στον άγιο, που από τότε αποκαλούσε το μοναστήρι του «Κολιαζίνο», από το όνομα του αργοπορημένου του μαθητή (1459). 
Η ευταξία και η πειθαρχία του μοναστηριού προκαλούσαν το θαυμασμό των συγκαιρινών του αγίου, και ένας μεγάλος στάρετς προερχόμενος από το Άγιον Όρος διακήρυξε ότι η Μονή «Κολιαζίνο» δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από την αυστηρότητα του Άθωνα. Από εδώ προήλθαν και άλλοι άγιοι κτήτορες, όπως ο άγιος Εφραίμ του Περεκόπ [16 Μαΐου] ή ο άγιος Παΐσιος του Ουγκλίτς [6 Ιουν.]. Με την προσευχή του ο άγιος Μακάριος θεράπευε τους αρρώστους που εξομολογούνταν ταπεινά τα αμαρτήματά τους, και μια μέρα θεράπευσε κλέφτες που έκλεψαν τα βόδια της μονής και ο Θεός τους τύφλωσε. 
Φθάνοντας σε ηλικία ογδόντα ενός ετών, ο άγιος ηγούμενος δεν περιόρισε διόλου τις αγρυπνίες και τις προσευχές του, παρ’ ότι βαριά άρρωστος. Καθώς πλησίαζε το τέλος του, προσκάλεσε τους μαθητές του, τους ευλόγησε και αφού μετέλαβε, παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του στο Θεό, ψιθυρίζοντας τούτα τα λόγια: «Δόξα σοι ο Θεός, πάντων ένεκεν!» [17 Μαρτίου 1483]. 
Τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα βρήκαν το σώμα του και τα ρούχα του άφθαρτα, να αποπνέουν ένα γλυκό άρωμα και έφερναν ουράνια παρηγοριά και ίαση ασθενειών σε αυτούς που πλησίαζαν με πίστη.
ΝΕΟΣ  ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ  ΕΒΔΟΜΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ

ΙΝΔΙΚΤΟΣ 

 

ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
πηγή:εδώ

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ εδώ 

Ἄνθρωπος ἐν γῇ τοῦ Θεοῦ κληθεὶς μόνος,
Ἕξεις τὶ καινὸν κἄν πόλῳ, Πάτερ μόνος.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ, Ἀλέξιε, πότμον ἀνέτλης.
Ο όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408). Οι γονείς του, ο ευλαβής συγκλητικός Ευφημιανός και η Αγλαΐα, ήσαν επί πολλά χρόνια άτεκνοι. Ο Αλέξιος έλαβε λαμπρή μόρφωση και, όταν ενηλικιώθηκε, οι γονείς του προετοίμασαν τα του γάμου του με μια νεαρή κόρη εκλεκτής οικογένειας της αριστοκρατίας της Ρώμης. Όμως την ίδια νύκτα του γάμου τους ο Αλέξιος, ο οποίος ποθούσε την αγία και τέλεια παρθενία, ψιθύρισε κάτι στο αυτί της συζύγου και, αφού της παρέδωσε το δαχτυλίδι του, έφυγε κρυφά. Εμπιστευόμενος τη θεία Πρόνοια, επιβιβάστηκε σε πλοίο και έφθασε στη Λαοδίκεια της Συρίας και από εκεί ακολούθησε ένα καραβάνι εμπόρων που κατευθυνόταν στην Έδεσσα. Εκεί σταμάτησε σε έναν ναό αφιερωμένο στην Θεοτόκο και παρέμεινε στον νάρθηκα δεκαεπτά χρόνια, ντυμένος με κουρέλια και συντηρούμενος από ελεημοσύνες των πιστών που έρχονταν στον ναό για να προσευχηθούν.

Στο μεταξύ, ο πατέρας του είχε στείλει υπηρέτες προς κάθε κατεύθυνση για να τον βρουν, ενώ η μητέρα του φόρεσε τρίχινο ένδυμα και θρηνούσε απαρηγόρητη· η δε νύφη, με την αγάπη που δείχνει η τρυγόνα για το ταίρι της, ανυπομονούσε να έχει κάποια είδηση. Κάποιοι από τους απεσταλμένους του Ευφημιανού έφθασαν στην Έδεσσα και έδωσαν ελεημοσύνη στον Αλέξιο, χωρίς διόλου να υποπτευθούν βέβαια ότι επρόκειτο για τον κύριό τους· τόσο πολύ είχε παραμορφωθεί από την άσκηση και τη σκληραγωγία που επέβαλε στο σώμα του ευχαρίστως για την αγάπη του Θεού.

Μετά από πολλά χρόνια αγώνων εν τω κρυπτώ, η Παναγία εμφανίσθηκε στον νεωκόρο της εκκλησίας λέγοντάς του να επιτρέψει την είσοδο στον άνθρωπο του Θεού. Βλέποντας ότι τον αντιλήφθηκαν και ότι επρόκειτο να τον περιβάλουν με τιμές, ο Αλέξιος αναχώρησε και πάλι παίρνοντας το πλοίο για την Ταρσό. Οι αντίθετοι άνεμοι όμως, ή μάλλον η θεία Πρόνοια, ώθησαν το πλοίο στο λιμάνι της Ρώμης. Ο άγιος υποτάχθηκε σε αυτό το θείο σημείο και πήγε στο πατρικό σπίτι, όπου ζήτησε από τον πατέρα του που έβγαινε εκείνη τη στιγμή ελεημοσύνη σαν ζητιάνος. Χωρίς να αναγνωρίσει τον πολυαγαπημένο του γιο, ο Ευφημιανός, που είχε γίνει ακόμη πιο φιλάνθρωπος ύστερα από την τόσο επώδυνη αυτή απώλεια, πρόσταξε στους υπηρέτες του να δώσουν κατάλυμα στον δύστυχο αυτόν άνθρωπο για όσο διάστημα επιθυμούσε να μείνει και να του δίνουν να τρώει από τα περισσεύματα της τραπέζης του.

Ο άνθρωπος του Θεού έμεινε άλλα δεκαεπτά χρόνια σε μια γωνιά του πατρικού του σπιτιού, υφιστάμενος χωρίς να προφέρει το παραμικρό παράπονο και, μάλιστα, με ευχαρίστηση τις προσβολές και τις λοιδορίες των υπηρετών. Όταν έλαβε πληροφορία από τον Θεό ότι επίκειται η εκδημία του, ζήτησε να του φέρουν χαρτί και μελάνι και με την πένα στο χέρι, γράφοντας την ιστορία της ζωής του, εξεδήμησε προς τας αιωνίους μονάς.

Την ίδια ημέρα, καθώς ετελείτο η θεία Λειτουργία στη βασιλική του Αγίου Πέτρου, χοροστατούντος του πάπα και παρουσία του αυτοκράτορα Ωνορίου (395-423) και πλήθους κόσμου, φωνή ακούστηκε από το θυσιαστήριο λέγουσα: «Αναζητείστε τον άνθρωπο του Θεού· θα δεηθεί για την πόλη και για όλους εσάς. Ήδη εξέρχεται του σώματος!». Καθώς το εκκλησίασμα άρχισε να προσεύχεται, η φωνή ακούστηκε ξανά αποκαλύπτοντας ότι αυτός ο άνθρωπος του Θεού βρισκόταν στην οικία του Ευφημιανού. Όταν η επιβλητική πομπή με επικεφαλής τον πάπα και τον αυτοκράτορα έφθασε εκεί, ο υπηρέτης που τον φρόντιζε, αποκάλυψε ότι ο ζητιάνος, που στεκόταν τόσα χρόνια πλάι στην εξώθυρα, μοίραζε την τροφή του στους πτωχότερους και ο ίδιος δεν τρεφόταν παρά μόνο την Κυριακή με ψωμί και νερό, μένοντας ατάραχος αν όχι και χαρούμενος όταν οι άλλοι υπηρέτες τον καθύβριζαν. 

 

Πήγαν στην καλύβα του και τον βρήκαν νεκρό να κρατά ένα χαρτί στο χέρι. Όταν το διάβασαν δημόσια, έμειναν κατάπληκτοι από τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο αυτός ο δούλος του Θεού είχε αγωνιστεί ενάντια στη φύση για να λάβει τα υπέρ τη φύση αγαθά. Ο αυτοκράτορας και ο πάπας βλέποντας τα δάκρυα και τους γοερούς θρήνους των γονέων του, τους συμβούλεψαν να χαίρονται μάλλον και να αγάλλονται που έφεραν στον κόσμο έναν τέτοιο άγιο, ο οποίος μέλλει να βασιλεύει με τον Χριστό στους αιώνες.

Το πλήθος συνωστιζόταν γύρω από τη νεκρική κλίνη, τυφλοί έβρισκαν το φως τους, κουφοί την ακοή τους, μουγγοί δόξαζαν τον Θεό μεγαλοφώνως, πονηρά πνεύματα τρέπονταν σε φυγή, επικρατούσε τέτοια αναταραχή, που η νεκρώσιμη πομπή δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ο αυτοκράτορας σκόρπισε τότε χρυσά νομίσματα με την ελπίδα ότι θα αποσπούσαν την προσοχή του πλήθους από το φέρετρο. Δεν συνέβη όμως αυτό, καθώς ο λαός περιφρονούσε τον φθαρτό χρυσό για να λάβει τη χάρη της αφθαρσίας αγγίζοντας το σώμα του αγίου. Τέλος, το τίμιο σκήνωμα εναποτέθηκε στη βασιλική του Αγίου Βονιφατίου σε λάρνακα, διακοσμημένο με χρυσό και πολύτιμους λίθους, απ’ όπου ανάβλυζε άφθονο μύρο ευωδιαστό, ιαματικό κάθε νόσου. Σύμφωνα με άλλες πηγές η κηδεία του αγίου έγινε στον Άγιο Πέτρο στις 17 Ιουλίου του 383. Η δε πάντιμη κάρα του αγίου Αλεξίου τιμάται στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων, στην Πελοπόννησο. 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 160–162·
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Οσία Ματρώνα η Ανυπόδητη, η δια Χριστόν σαλή από τη Ρωσία.


Οσία Ματρώνα η Ανυπόδητη, η δια Χριστόν σαλή από τη Ρωσία. 
30 Μαρτίου.
Η Ματρώνα Πέτροβνα Μυλνίκοβα ήταν γνωστή στην Πετρούπολη με το όνομα «Ματρώνα η Ανυπόδητη». 
Γεννήθηκε στο χωριό Βανίνα, της περιοχής Όντελενσκ, της επαρχίας Κοστρόμα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το πέρασε στην Αγία Πετρούπολη. Υπηρέτησε αρχικά την πατρίδα της στο στρατό, κοντά στον άνδρα της κι όταν αυτός πέθανε, αφοσιώθηκε στην υπηρεσία του Θεού και του πλησίον. 
Τον πρώτο καιρό περιπλανιόταν σε διάφορα προσκυνήματα. Παντού βάδιζε ξυπόλητη γι’ αυτό και της έδωσαν την προσωνυμία «ανυπόδητη». Πεζή και ξυπόλητη έκανε και το προσκύνημα ως τους Αγίους Τόπους και μάλιστα τέσσερις φορές. Κι αφού έζησε αρκετό διάστημα υπηρετώντας τους φτωχούς συνανθρώπους της και τους προσκυνητές, αποφάσισε ν΄ ακολουθήσει την πιο επίπονη κι αυστηρή άσκηση, εκείνην της διά Χριστόν σαλής. 
Οι γονείς της ήταν χωρικοί και κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Πατέρας της ήταν ο Πιότρ Εφστιγκνίεβιτς Στσερμπίνιν και μητέρα της η Αγάπη, από το χωριό Αντόνοβο της ίδιας επαρχίας. Εκτός από την Ματρώνα είχαν τρείς γιούς: Το Μακάριο, τον Αλέξανδρο και τον Ιβάν. Όλοι τους ήταν αγράμματοι, όπως και η Ματρώνα, και ζούσαν με την γεωργία. Από τους συγγενείς της Ματρώνουσκα μόνο δύο εγγόνια ήταν γνωστά στην Πετρούπολη: Ο Παύλος Ιβάνωφ Πουμυάντσεφ και η αδερφή του Ελισάβετ. Η ίδια η Ματρώνα είχε παντρευτεί τον Γέγκορ Τιχόνοβιτς Μυλνίκωφ, έναν άνθρωπο από την κατώτερη τάξη της Κοστρόμα. Ο γάμος όμως γι’ αυτήν ήταν μια σκληρή δοκιμασία. 
Σ’ όλο το διάστημα που ήταν παντρεμένη δοκίμασε πολλές θλίψεις. Στην Κοστρόμα η Ματρώνα Πέτροβνα είχε ένα μικρό σπίτι στην οδό Σέργιεφ κι ένα μικρό παντοπωλείο. Στον Τουρκικό πόλεμο του 1877 - 1878 ο άντρας της επιστρατεύτηκε και πέθανε στο στρατό. Η Ματρώνα τον είχε ακολουθήσει ως νοσοκόμα. Για την υπηρεσία της αυτή πληρωνόταν με 25 ρούβλια το μήνα. Με το που έπαιρνε το μισθό της όμως τον μοίραζε στους στρατιώτες εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι. 
Όταν τέλειωσε ο πόλεμος η Ματρώνουσκα αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στην υπηρεσία του Θεού και του πλησίον. Πούλησε όλη την περιουσία που είχε στην Κοστρόμα και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς. Η ίδια από τότε ανέλαβε τη δύσκολη και σκληρή άσκηση της διά Χριστόν Σαλής κι άρχισε να περιπλανιέται από δω κι από κει σε διάφορα προσκυνήματα. 
Το πρώτο της προσκύνημα το ‘κανε ξυπόλητη στους θαυματουργούς του Σολόφκι. Από τότε, δηλαδή από την εποχή της τουρκικής επίθεσης, η γερόντισσα ταξίδεψε σε πολλούς άγιους τόπους της Ρωσίας και της Παλαιστίνης (στα Ιεροσόλυμα πήγε τέσσερις φορές). 
Παντού πήγαινε ξυπόλητη. Δεν ξαναφόρεσε παπούτσια στην ζωή της. Δεν έδινε καμία σημασία αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι, αν έκανε κρύο ή ζέστη. Περπατούσε πάντα ξυπόλητη για σχεδόν τριαντατρία χρόνια. Ρούχα ζεστά δεν είχε. Φορούσε πάντα ελαφρά καλοκαιρινά και άσπρα, σαν ένδειξη της αγγελικής αγνότητάς της. 
Στην Αγία Πετρούπολη έζησε περίπου τριάντα χρόνια. Στην αρχή ζούσε στην πλευρά της Πετρούπολης. Έπειτα, τα τελευταία δεκάξι χρόνια τα πέρασε στο παρεκκλήσι «Χαρά των Θλιβομένων», που είναι δίπλα στο Υαλουργείο. 
Στη γειτονιά αυτή, κοντά στο παρεκκλήσι, στη λεωφόρο Σλίσελμπουργκ, μπορούσε να συναντήσει κανείς την Ματρώνουσκα. Ήταν πάντα ντυμένη στα λευκά, μ’ ένα μπαστουνάκι στο χέρι, μα πάντα ξυπόλητη. 
Σπάνια τύχαινε να περνάει κανείς κοντά από το διαμέρισμα της Ματρώνουσκα και να μην σταματάει να της ζητήσει να κάνει προσευχή για τις διάφορες δύσκολες περιστάσεις της ζωής του. Και πολλοί από τους θαυμαστές της της έδιναν ελεημοσύνες ανάλογα με τη δύναμή τους. Μερικοί δεν ντρέπονταν να της αφήνουν έστω κι ένα καπίκι, ενώ άλλοι της έδιναν γενναία ποσά. 
Η Κα Λ. για παράδειγμα της έδωσε κάποτε πεντακόσια ρούβλια, ο έμπορος Ρ. της έδινε είκοσι πέντε ρούβλια το μήνα, πολλοί άλλοι της έδιναν πότε πότε διάφορα αξιόλογα ποσά. Κι η Ματρώνουσκα χρησιμοποιούσε όλες αυτές τις δωρεές για ελεημοσύνες. Έδινε στους φτωχούς, βοηθούσε τις οικογένειές τους, έστελνε δωρεές σε Μοναστήρια και σε φτωχές Ενορίες. Αγόραζε Ευαγγέλια και άγιες Εικόνες και τα έδινε ευλογία στους επισκέπτες της, που ανέρχονταν σε χιλιάδες κάθε χρόνο. Κι ακόμα έστελνε κάθε χρόνο περίπου χίλια οκτακόσια κιλά λάδι για τα καντήλια σε διάφορα Μοναστήρια κι ενοριακές Εκκλησίες. Με τις προσευχές της Ματρώνουσκα πολλοί αλκοολικοί ελευθερώθηκαν από το ολέθριο πάθος τους τη μέθη. 
Ιδιαίτερα αγαπητή η Ματρώνουσκα ήταν ανάμεσα στους φτωχούς της Πετρούπολης, στους απλούς και συνηθισμένους ανθρώπους, αυτούς που κατέφευγαν σε κείνην για να τη συμβουλευτούν και να παρηγορηθούν στις περιόδους των θλίψεων και των δοκιμασιών. Δεν μπορεί να πει κανείς όμως πως οι θαυμαστές της Ματρώνουσκα ήταν αποκλειστικά οι φτωχοί κι οι δυστυχισμένοι. Είχε πολλούς θαυμαστές κι από τους μορφωμένους, από τη μεσαία αλλά κι από την υψηλή κοινωνία. Γινόταν δεκτή και σε σπίτια αρχόντων, που κατέφευγαν σ’ αυτήν για πνευματική βοήθεια, γιατί είχε το χάρισμα της προόρασης και τους προειδοποιούσε για πολλά κακά που τους περίμεναν, πρόλεγε το μέλλον τους. 
Η αγία Ματρώνα γνώριζε προσωπικά και είχε μάλιστα πνευματική συγγενεια με τον Ιωάννη της Κρονστάνδης . Έχει διατηρηθεί μια αρχειακή φωτογραφία στον αγιασμό κάποιου κτιρίου Συμμετείχε επίσης σε πολλά από τα διάσημα ταξίδια του Αγ. Ιωάννη της Κρονστάνδης στη Ρωσία. 
Το μακάριο τέλος της. 
Από τις αρχές του 1909 η Ματρώνουσκα είχε αρχίσει να προετοιμάζεται για το θάνατο. για δύο χρόνια συνέχεια, ως την ευλογημένη της κοίμηση, κοινωνούσε τα άγια μυστήρια κάθε Κυριακή. Δύο φορές αυτήν την περίοδο έκανε ευχέλαιο. Σ’ όλη της τη ζωή είχε κάνει δεκατρείς φορές ευχέλαιο. Το Μάρτιο του 1911 η Ματρώνουσκα άρχισε να νιώθει πολύ αδιάθετη. Πονούσε πολύ και μέρα με τη μέρα έχανε δυνάμεις. στις 28 Μαρτίου ένιωθε τόσο αδύναμη, ώστε αναγκάστηκε να ξαπλώσει. την άλλη μέρα όμως ήταν πάλι καθιστή στο κρεβάτι της. Όσοι την επισκέφτηκαν δεν πίστευαν πως ο θάνατος ήταν τόσο κοντά. Η προορατική γερόντισσα όμως το έβλεπε πως ο θάνατος την πλησίαζε και είπε: - Θά σάς αποχαιρετήσω με το νερό και τον πάγο. Τα λόγια της αποδείχθηκαν προφητικά, στις 30 Μαρτίου η Ματρώνουσκα ένιωθε τον εαυτό της ακόμα χειρότερα. και γύρω στη μία η ώρα το μεσημέρι, την ώρα που ο πάγος έλιωνε και γινόταν νερό, αναπαύτηκε ειρηνικά εν Κυρίω. 
Η είδηση του θανάτου της διαδόθηκε αστραπιαία σ’ όλη την Αγία Πετρούπολη. Σύντομα στο σπίτι όπου έμενε, στη λεωφόρο Σλίσελμπουργκ, μαζεύτηκε τόσος κόσμος, ώστε οι αρχές αναγκάστηκαν να στείλουν εκεί μια αστυνομική ομάδα για να τηρήσει την τάξη. το πλήθος που μαζεύτηκε για ν’ αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης και να προσκυνήσει τη νεκρή γερόντισσα προέρχονταν από διάφορες τάξεις. Ήταν εκεί φτωχοί άνθρωποι που είχαν ευεργετηθεί από την γερόντισσα. Μα ήταν και εύποροι, που της έδιναν χρήματα για τις ελεημοσύνες της. Εκείνοι που ήθελαν να περάσουν στο σπίτι και να προσκυνήσουν το λείψανό της ήταν πάρα πολλοί. Έτσι αναγκάστηκαν να κρατήσουν κάποια σειρά και να τους περνούν μέσα ανά δέκα κάθε φορά. 
Το σώμα της το έβαλαν σ’ ένα φέρετρο και το τοποθέτησαν στο αγαπημένο της κελλί, που ήταν γεμάτο εικόνες. Ήταν ντυμένη με το μεγάλο σχήμα και στο στήθος φορούσε ένα ξύλινο σταυρό, επειδή σκόπευε να πάει στα Ιεροσόλυμα και να καρεί εκεί μεγαλόσχημη με το όνομα Μαρία. Είχε υποσχεθεί στο Θεό πως αυτό θα το κρατούσε μυστικό απ’ όλους. Σύμφωνα με πολλές εφημερίδες της πρωτεύουσας, ο συνολικός αριθμός εκείνων που παρακολούθησαν την κηδεία ήταν γύρω στους είκοσι ως είκοσι πέντε χιλιάδες κόσμος. 
Από τα θαύματά της. 
Ο Προκόπιος Βασίλιεβιτς Λαμπούτιν ήταν χωρικός από το χωριό Σλόμποντα, της περιοχής Τβερ... Ζούσε στην Αγία Πετρούπολη, στη λεωφόρο Ζαμπαλκάνσκυ... Αυτός μας διηγήθηκε πως τον Οκτώβριο του 1910 ήταν άνεργος. Όλα τ' αποθέματά του είχαν εξαντληθεί. 
Όσο κι αν προσπαθούσε δεν τα κατάφερνε να βρει μια δουλειά ή να κερδίσει λίγα χρήματα για να ζήσει. Σ’ αυτή τη θλιβερή κι απελπιστική κατάσταση επισκέφτηκε τη Ματρώνουσκα, της διηγήθηκε την ελεεινή του θέση και τη δυστυχία του και την παρακάλεσε να προσευχηθεί γι’ αυτόν. Η Ματρώνουσκα προσευχήθηκε αμέσως. Μετά σταύρωσε τον Λαμπούτιν με μία Εικόνα, τον ράντισε με Αγιασμό και του είπε: -Λοιπόν, μην απελπίζεσαι τόσο εύκολα. Θα προσευχηθώ πάλι για σένα κι ο Θεός θα δώσει. Αύριο θα 'χεις δουλειά. Με το που γύρισε στο σπίτι του από τη Ματρώνουσκα, ο Λαμπούτιν έλαβε ευχάριστα νέα από το θείο του πως είχε βρει κάποια δουλειά. Την άλλη μέρα δούλευε κιόλας, όπως ακριβώς το προείπε η Ματρώνουσκα... 
Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του Πέτρου Μπότση

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ 
Την ημέρα αυτή που ακολουθεί λίγο μετά την εαρινή ισημερία, καθώς το σκοτάδι της νύχτας φθάνει στο τέρμα της υπεροχής του έναντι της ημέρας και αρχίζει να υπερτερεί το φως, η Εκκλησία εορτάζει τη σύλληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κάθοδο, στο σκότος και τον ζόφο του κόσμου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, η οποία ανέστρεψε τον ρου του χρόνου και της ιστορίας και, από κάθοδο προς τον άδη, τον έκανε ανύψωση προς την οριστική άνοιξη της αιωνιότητας. 
Ρίζα και αρχή όλων των δεσποτικών εορτών, στις οποίες μνημονεύουμε κατ’ έτος τη Σωτηρία μας, η εορτή αυτή του Ευαγγελισμού πρέπει να εορτάζεται πάντα την ίδια ημερομηνία, επειδή σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά τον μήνα Μάρτιο και, στις 25 Μαρτίου ακριβώς, ο Αδάμ, ο οποίος πλανήθηκε από την υπόσχεση του όφεως και θέλοντας ο ίδιος να γίνει θεός, παρέβη τη θεία εντολή και εξορίστηκε από τον Παράδεισο[1]. Άρμοζε λοιπόν η ίαση της φύσεώς μας να επιτελεστεί, ως δεύτερη δημιουργία, διά των ιδίων μέσων και τις ίδιες ακριβώς ημέρες, στις οποίες συνέβη η αρχέγονη πτώση μας. Και καθώς το ανθρώπινο γένος υποδουλώθηκε στον θάνατο διά της παρακοής της Εύας, στην άνοιξη του κόσμου, άρμοζε να λυτρωθεί κατά τον Μάρτιο μήνα διά της υπακοής της Παρθένου. Αναπτύσσοντας με θαυμαστό τρόπο τη θεολογία των αντιστοιχιών στην Οικονομία της Σωτηρίας, ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου[23 Αυγ.] γράφει σχετικά: «Και όπως η Εύα εξαπατήθηκε και παράκουσε τη φωνή του Θεού, έτσι τώρα η Θεοτόκος πείσθηκε να υπακούσει προς τον Θεό και να γίνει αυτή η παράκλητος της πρώτης και παλαιάς παρθένου, της Εύας. Και όπως συνδέθηκε το γένος των ανθρώπων με τον θάνατο μέσω της παρθενικής ανυπακοής, έτσι τώρα λύθηκε από τα δεσμά του θανάτου με την παρθενική υπακοή της Παναγίας» [2]. 
Μετά την πτώση μας ο Θεός, μακροθυμώντας μέσα στην άπειρη ευσπλαχνία Του, προετοίμασε σιγά-σιγά την ανθρωπότητα, από γενεά σε γενεά, με γεγονότα άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή, στην πραγματοποίηση του Μεγάλου Μυστηρίου, το οποίο κρύπτεται προαιωνίως στην Τριαδική Βουλή, το οποίο είναι η Ενανθρώπηση του Λόγου. Ενώ ο Κύριος γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ποιο θα ήταν το σφάλμα του ανθρώπου και οι τραγικές του συνέπειες, παρ’ όλα αυτά δημιούργησε την ανθρώπινη φύση έχοντας κατά νουν το πέρας αυτού του Μυστηρίου, «ώστε να βρει και να ετοιμάσει μια μητέρα»[3], η οποία με την ωραιότητα της άσπιλης ψυχής της, περιβεβλημένη με τα στολίδια όλων των αρετών, θα είλκυε πάνω της το βλέμμα του Παντοδύναμου και θα απέβαινε η νυφική παστάδα του Λόγου, το δοχείο Αυτού που περιέχει και συνέχει τα πάντα, το παλάτι του επουρανίου Βασιλέως και το ευλογημένο πέρας του θείου Σχεδίου. 
Έξι μήνες μετά τη θαυματουργική σύλληψη εκείνου που επρόκειτο να είναι σε όλα Πρόδρομος του Σωτήρος (βλ. Λουκ. 1, 17), ο Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας ευσπλαχνίας[8 Νοεμ.], στάλθηκε από τον Κύριο στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, προς την Παρθένο Μαρία, η οποία μετά την έξοδό της από τον Ναό είχε μνηστευθεί τον δίκαιο και αγνό Ιωσήφ, ώστε να γίνει εκείνος φύλακας και προστάτης της παρθενίας της[4]. Φανερώθηκε αιφνίδια στην ταπεινή κατοικία της Κόρης με ανθρώπινη όψη κρατώντας ράβδο και χαιρέτησε εκείνην που θα γινόταν «η λύτρωση της Εύας από τα δάκρυα» του πόνου, της αμαρτίας και του θανάτου[5], λέγοντας: «Χαίρε, εσύ, που έχεις χαριτωθεί από τον Θεό· είναι μαζί σου ο Κύριος!» (Λουκ. 1, 28). Παραξενεμένη από την εμφάνιση αυτή, η Μαρία άφησε να πέσει το αδράχτι της[6]· και, ταραγμένη από τα παράδοξα λόγια αυτά του ασώματου επισκέπτη, αναρωτιόταν μήπως αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα δεν ήταν, όπως και στην Εύα, παρά μια ακόμη πλάνη από εκείνον που μπορεί πολύ εύκολα να μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (βλ. Α΄ Κορ. 11, 14). Ο άγγελος όμως την καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβάσαι, Μαριάμ! Γιατί βρήκες εξαίρετη χάρη από τον Θεό!». Μην παραξενεύεσαι από την εμφάνισή μου και από αυτά τα χαρμόσυνα λόγια του χαιρετισμού που σου φέρνω -επειδή είχε πλανηθεί άλλοτε από τον όφι η φύση σου και καταδικάσθηκε σε κόπους και ωδίνες-, γιατί ήρθα τώρα να σου αναγγείλω την αληθινή χαρά και την απολύτρωση από την κατάρα της πρώτης μητέρας(πρβλ. Γέν. 3, 16). Να, πρόκειται να συλλάβεις και να γεννήσεις Γιο -εκπληρώνοντας την πρόρρηση του προφήτου Ησαΐα που έλεγε: «Να, η παρθένος, που θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο!» (Ησ. 7, 14) - και θα Τον ονομάσεις “Ιησού” (που σημαίνει “Σωτήρ”). Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί -γι’ αυτό που ήδη είναι- Υιός του Υψίστου!» (Λουκ. 1, 30). 
Ακούγοντας τα απίστευτα αυτά λόγια η Παρθένος, αναφώνησε: «Πώς θα γίνει αυτό που μου λες, αφού δεν έχω άνδρα;». Δεν έθεσε, η Κυρία Θεοτόκος, σε αμφισβήτηση τα θεία λόγια από έλλειψη πίστεως, όπως ο Ζαχαρίας που τιμωρήθηκε γι’ αυτό με αλαλία (βλ. Λουκ. 1, 20), αλλά αναρωτήθηκε με ποιο τρόπο το Μυστήριο αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή της, χωρίς τη γαμήλια ένωση, που είχε καταστεί ο νόμος αναπαραγωγής του γένους των ανθρώπων, του υποταγμένου στη φθορά. Κατανοώντας τις αμφιβολίες της, ο Άγγελος δεν την έψεξε καθόλου, αλλά, όσο μπορούσε, της εξήγησε τον καινοφανή τρόπο αυτής της υπέρλογης συλλήψεως: «Το Πνεύμα Άγιο θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα σε σκεπάσει». Κατόπιν, αφού της υπενθύμισε ότι η Ελισάβετ, την οποία αποκαλούσαν «στείρα», συνέλαβε γιό στα γεράματά της, της κατέδειξε ότι μπροστά «στη βουλή του Θεού νικιέται η τάξη, η σειρά και ο τρόπος της φύσεως»[7] και τη διαβεβαίωσε ότι, με την έλευσή Του το Άγιο Πνεύμα, επρόκειτο να επιτελέσει θαύμα εισέτι μεγαλύτερο από τη δημιουργία του κόσμου. Ο Βασιλεύς του σύμπαντος, ο τα πάντα πληρών, κατέβηκε από τους ουρανούς και «ἑαυτὸν ἐκένωσεν»(Φιλ. 2, 7) από άφατη συγκατάβαση, ώστε να κατοικήσει εντός της, να ανακραθεί σε ένωση με την ανθρώπινη φύση ασυγχύτως και να ενδυθεί την ανθρώπινη σάρκα, βαμμένη με το παρθενικό αίμα της, σαν βασιλική πορφύρα. 
Κλίνοντας τότε το βλέμμα της ταπεινά στη γη, αποδεχόμενη το θείο σχέδιο με όλο το θέλημα της υπάρξεώς της, η Παρθένος αποκρίθηκε: «Ιδού, είμαι μια δούλη του Κυρίου, πρόθυμη να υπηρετήσω τη βουλή Του· ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με τον λόγο σου». 
Με τα λόγια αυτά αποδέχθηκε -και μαζί της όλη η ανθρώπινη φύση- την έλευση σε αυτήν της θείας Δυνάμεως που της μετέδιδε ο λόγος του Αγγέλου [8]. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή συντελέστηκε η σύλληψη του Σωτήρος Χριστού. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου: ένα Πρόσωπο σε δύο φύσεις. Ο Θεός ενδύεται την ανθρωπότητα και η Παρθένος γίνεται αληθινά Θεοτόκος, έτσι ώστε χάριν αυτής της ανταλλαγής των φυσικών ιδιοτήτων, οι άνθρωποι, λυτρωμένοι πια από τη φθορά, δύνανται να γίνουν υιοί Θεού κατά χάριν. 
Η εκπλήρωση του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, άγνωστου ακόμη και σε αυτούς τους αγγέλους, δεν υπήρξε επομένως μόνον έργο του Πατρός, εν τη συγκαταβάσει Του, του Υιού που κατήλθε εκ των ουρανών, και του Πνεύματος που επισκίασε την Παρθένο, αλλά ο Κύριος προσδοκούσε αυτήν, που την είχε διαλέξει από όλες τις γυναίκες, να πάρει ενεργό μέρος με την ελεύθερη και εκούσια συγκατάθεσή της, ώστε η Σωτηρία του ανθρωπίνου γένους να αποτελέσει έργο από κοινού του θείου θελήματος και της ανθρώπινης πίστεως. Επομένως, διά μέσου μιας ελεύθερης συνέργειας της ανθρωπότητας με τη θεία βουλή εκπληρώθηκε το Μέγα Μυστήριο, που προετοιμαζόταν προ πάντων των αιώνων. «Εκείνος ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς»[9]· και η Παρθένος, η Νύμφη η ανύμφευτη, αποβαίνει για την ανακαινισμένη φύση μας πηγή και αιτία παντός αγαθού και ευλογίας. 
Αυτή που προαναγγέλθηκε από τις παλαιές προτυπώσεις των προφητών, όπως· η άφλεκτη βάτος (Γέν. 3, 14)· το αλατόμητο όρος, από το οποίο δεν αποκόπηκε κανένας λίθος (Δαν. 2, 34)· η κλεισμένη πύλη από την οποία θα διέλθει μόνον ο Θεός (Εξ. 44, 2)· η Θεοτόκος είναι η ζώσα Κλίμακα (Γέν. 28, 10-17), διά της οποίας κατήλθε ο Θεός και από την οποία η θεία ευδοκία επιτρέπει τους ανθρώπους να ανέλθουν στον ουρανό. Ανοίγεται πλέον στους ανθρώπους ένας νέος τρόπος υπάρξεως: η παρθενία, χάρις στην οποία το σώμα του ανθρώπου κατά το παράδειγμά της καλείται να γίνει ναός Θεού (Α΄ Κορ. 3, 16· 6, 19). 
Η κτίση ολόκληρη, που είχε υποταχθεί άλλοτε στη φθορά από την αμαρτία του ανθρώπου, προσδοκούσε και εκείνη σιωπηλά το «Ναι!» της Παρθένου, που ανήγγελλε την απαρχή της λύτρωσης. Γι’ αυτό σήμερα τα ουράνια και τα επίγεια ενωμένα σχηματίζουν εκ συμφώνου μία εορταστική χορωδία με τους υιούς του Αδάμ, για να δοξάσουν τον Θεό, τιμώντας τη σύλληψή Του διά της ανύμφευτης και αειπάρθενης Μητρός Του, της Κυρίας Θεοτόκου. Τέλος, ας σημειωθεί ότι η πανεύσημος Εορτή του Ευαγγελισμού καθιερώθηκε επί βασιλείας Ιουστινιανού (περί το 542).
-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ- 
[1]Αναφέρεται επίσης ότι κατά τον μήνα Μάρτιο ο εβραϊκός λαός εξήλθε από την Αίγυπτο και διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα αβρόχοις ποσί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανέστη εκ νεκρών στις 25 Μαρτίου και ακόμη ότι η τελική Ανάσταση και η Κρίση θα λάβουν χώρα και αυτές την ίδια ημερομηνία. Αυτός ο μήνας, που ήταν ο πρώτος του έτους στους Εβραίους και που δήλωνε με το όνομά του την τελειότητα, ανακεφαλαιώνει επομένως όλα τα μυστήρια της θείας Οικονομίας, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την έσχατη ανάσταση. Λόγω ακριβώς του συμβολικού χαρακτήρα της 25ης Μαρτίου, η εορτή του Ευαγγελισμού δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να μεταφερθεί σε άλλη ημερομηνία, σε περίπτωση που συμπέσει με άλλη εορτή. Γι’ αυτό το Τυπικόν προβλέπει περίπλοκους κανόνες συνδυασμού της εορτής αυτής με τη Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή ή το Πάσχα. 
[2]Άγιος Ειρηναίος, Κατὰ αἱρέσεων Ε΄, 19, 1, SC 153, 249-251. 
[3]Είναι η διδασκαλία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα στην Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν 8 (Η Θεομήτωρ, «Ἐπὶ τὰς πηγάς», Αθήνα 1968, σελ. 150), εμπνευσμένη πιθανόν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. 
[4]Πρβλ. 21 Νοεμβρίου. 
[5]Πρβλ.τον Ακάθιστο Ύμνο, που υπήρξε αρχικά ύμνος για την εορτή του Ευαγγελισμού και ψάλλεται πανηγυρικά το Σάββατο της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ψάλλεται επίσης κατά μέρος στις τέσσερεις πρώτες Παρασκευές της Τεσσαρακοστής. Στα μοναστήρια διαβάζεται καθημερινά στο Απόδειπνο. Πολλοί πιστοί τον ξέρουν από στήθους και τον απαγγέλλουν πολλές φορές την ημέρα, επειδή ο Χαιρετισμός του Αρχαγγέλου κατέστη έκφραση χαράς και ευχαριστίας από μέρους όλων των χριστιανών προς την Κυρία Θεοτόκο. 
[6]Κατά το Πρωτευαγγέλιο του αγίου Ιακώβου, οι ιερείς τής είχαν αναθέσει να υφάνει το πορφυρό ύφασμα για το καταπέτασμα του Ναού. Η λεπτομέρεια αυτή διατηρήθηκε στην ορθόδοξη εικονογραφία. 
[7]Τρίτο Στιχηρό Εσπερινού του Ευαγγελισμού και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν, PG 56, 385. Για όλα αυτά, βλέπε τη μνήμη της Συνάξεως της Θεοτόκου [26 Δεκ.]. 
[8]Σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η σύλληψη του Κυρίου έγινε με τη μεσολάβηση της φωνής του αρχαγγέλου Γαβριήλ: «τοῦ Γαβριὴλ τὴν φωνήν, ἀντὶ σπορᾶς εἰσεδέξατο» (Ανδρέου Κρήτης, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 97, 820). Κατ’ άλλους όμως, ο Γαβριήλ εστάλη για να αναγγείλει στην Παρθένο το θαύμα της εισόδου του Λόγου στον χρόνο, που συντελέσθηκε κατά άφατο τρόπο «πριν» την έλευσή Του (άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 62, 756). 
[9]Αγίου Αθανασίου, Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54, PG 25, 192 (Πρὸς Ἀδέλφιον), 4, PG 26, 1077. Διδασκαλία που αναπτύσσεται θαυμάσια στο Δοξαστικό των Αίνων της εορτής: «Τὸ ἀπ’ αἰῶνος μυστήριον, ἀποκαλύπτεται σήμερον, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῶ μοι τοῦ βελτίονος. Ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, καὶ θεὸς ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν, ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται…».

Λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα

  A perspektíva jelentősége a rajzolásban - Művészház

Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Κυριακή 25 Μαρτίου 2001.

   γιορτή, ἡ κάθε γιορτή, μέσα σέ αὐτόν τόν χῶρο πού λέγεται Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει πάντοτε ἕναν διττό χαρακτήρα. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ὄχι μόνο μνημειακό κι οὔτε κἄν μουσειακό. Διττό χαρακτήρα ἐκφραζόμενο κατά τήν οὐράνια καί [κατά] τήν ἀνθρωπολογική της διάσταση. Οὐράνια, καταπῶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί ἐκφράζεται καί ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό τό ἀκοῦμε καί τό δεχόμαστε καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα, εἶναι τί προεκτάσεις ἀνθρωπολογικές ἔχει πάνω μας αὐτή ἡ γιορτή, δηλαδή πόσο βαθιά θεραπευτικές προεκτάσεις μπορεῖ νά ἔχει αὐτή ἡ γιορτή. Καί ἀξίζει τόν κόπο αὐτή τή γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καί ὅπως καί ὅλες τίς γιορτές, ἄν θέλουμε νά τίς συλλάβουμε πρακτικά γιά τή ζωή μας χωρίς νά τίς χάσουμε σέ μιά μνημειακή μόνο ἀναμέτρηση μαζί τους, νά τή δοῦμε καί ἔτσι. Τό οὐράνιο εἶναι δεδομένο. Ὁ Θεός ἐκφράζεται καί συγκαταβαίνει. Νά δοῦμε τό ἀνθρώπινο καί τί προεκτάσεις ἔχει πάνω μας. Τό πρῶτο μέρος εἶναι κατά τά ἀνθρώπινα κατανοητό, γίνεται ὁ Θεός ἄνθρωπος καί ἀλλάζει ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρου καί αὐτό ἔχει ἀπροσμέτρητες συνέπειες πάνω στή ζωή μας. Προσέξτε τώρα τό βαθύ ἀνθρωπολογικό πού λειτουργιέται στό κάθε μέρα τῆς ζωῆς μας καί λειτουργεῖ μιά βαθιά θεραπεία καί μιά ἰσορροπία ὅλου τοῦ ψυχοσωματικοῦ μας ὀργανισμοῦ. 

  Τί εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός; Ἡ λειτουργία δύο προσώπων, τοῦ Ἀγγέλου καί τῆς Παναγίας. Ἀκοῦστε τί κάνει ὁ Ἄγγελος. Ὁ Ἄγγελος πρῶτα-πρῶτα, εἶναι ἕνα πνεῦμα λειτουργικό πού ἀποστέλλεται γιά νά διακονήσει τόν ἄνθρωπο. Βλέπετε τί κάνει; Εἶναι λειτουργικό πνεῦμα, ὑπηρετεῖ τόν Θεό, Τόν λειτουργεῖ καί ταυτόχρονα, ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο. Διττός ὁ χαρακτήρας του. 

  Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ Παναγία, πού φαίνεται νά δέχεται ἕνα μήνυμα, κάνει ἀκριβῶς τό ἴδιο τό πράγμα. Αὐτή ἡ ἀποδοχή εἶναι λειτουργία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπηρετεῖ καί διακονεῖ τόν ἄνθρωπο. Καί οἱ δύο, πού φαίνεται νά ἀντιτάσσονται σέ μία διαλογική ἀναμέτρηση, κάθε ἄλλο παρά σέ αὐτή βρίσκονται. Καί οἱ δύο ἀπό τό μέρος τους, μέσα ἀπό τό δικό τους κοίταγμα καί μέ τόν τρόπο τους, ὑπηρετοῦν τόν ἴδιο ταυτόχρονα σκοπό διττῶς: ὑπηρετοῦν τόν Θεό καί ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο.  
  Γι᾽ αὐτό ἡ γιορτή εἶναι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ὄχι ἁπλῶς τῆς Συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Ἐδῶ γίνεται ἕνα ἄγγελμα τό ὁποῖο μᾶς καλεῖ σέ μία διπλή ἰσορροπία. Τό «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τό] «ὑπηρετεῖν» τόν ἄνθρωπο πού σημαίνει, προσέξτε τώρα τίς ἀπίθανες ἀνθρωπολογικές προεκτάσεις τῆς καθημερινότητας: Ἄν ἔχεις στόχους, παραδείγματος χάριν, νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους καί [νά] γίνεις ἀνθρωπιστής καί κάνεις μόνο αὐτό, κάνεις μισή δουλειά, γιατί ἡ λειτουργία, τοῦ «τούς ἀνθρώπους ἐξυπηρετεῖν», δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει ἄν δέν εἶναι ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νά γίνει δαιμονιώδης. Μπορεῖ νά γίνει καταστροφική, μπορεῖ νά γίνει ἀπάνθρωπη. Καί πόσες τέτοιες ἐκφράσεις δέν ἔχουμε μέσα στήν πορεία τῆς ζωῆς μας καί [στήν ἱστορία] τοῦ κόσμου. Ἡ ἱστορία τοῦ «λειτουργεῖν τῷ Θεῷ» καμία προοπτική [δέν ἔχει], ἄν δέν ἔχει μέσα της τό «λειτουργεῖν» τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νά γίνει μέσα της μιά διαλογιστική ἀτομικιστική κίνηση δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς εὐωχίας. Δηλαδή ἕνα ἀπίθανο κλείσιμο, τό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά ἄλλη ἀνθρωπολογική καταστροφή καί σέ πολύ βαθιές διαταραχές τῆς ψυχοσωματικῆς μας ἰσορροπίας. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει παρά μόνο ἀπό αὐτή τήν καθημερινή ἔκφραση, σέ αὐτό τό διπλό σχῆμα, τοῦ «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τοῦ] «ὑπηρετεῖν» τούς ἀνθρώπους. Ἄν δέν ἀντέχεις νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους, δέν μπορεῖς νά ὑπηρετεῖς τόν Θεό. Καί τά δύο λειτουργοῦν μαζί. Καί αὐτό πιά ἀποκτάει ἕνα κάλλος μέσα στήν Ὀρθόδοξη ζωή καί μᾶς δίνει ἰσορροπίες οἱ ὁποῖες ἀκριβῶς δίνουν ἀπαντήσεις στό πῶς θά σταθοῦμε καί πῶς θά ζήσουμε πάνω στή ζωή μας.  
  Γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί αὐτή ἡ ἰσορροπία, πού ἄν τή διαταράξουμε, διαταραχθήκαμε ὁλόκληροι. Οὔτε ἀνθρωπιστές εἴμαστε, οὔτε θεϊστές εἴμαστε. Ἐμεῖς λειτουργοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διά τῆς προσφορᾶς μας, τῆς ζωῆς μας στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Καί τά δύο μαζί. Καί τότε ἀκριβῶς, ὁ Εὐαγγελισμός βρίσκει τό κάλλος του καί τότε ἡ ζωή μας ἰσορροπεῖ, γιατί ἀκριβῶς αὐτή ἡ γιορτή δηλώνει αὐτή τήν ἰσορροπία τοῦ Θείου μέ τό ἀνθρώπινο, σέ μία, προσέξτε, μυστική συνάφεια. Δέν μποροῦμε νά ἐκφράσουμε πῶς ἔγινε τό γεγονός, εἶναι ἄφραστο. Καί εἶναι πράγματι ἄφραστο. Ἄν ρωτήσετε δηλαδή, πόσα χιλιοστά τῆς ζωῆς μου νά βάλω γιά τόν Θεό καί πόσα γιά τούς ἀνθρώπους, αὐτό δέν γίνεται. Τά βάζεις καί τά δύο πέρα ἀπό ποσοστά. Καταπῶς μπορεῖς καί καταπῶς ζεῖς καί καταπῶς ὑπάρχεις. Δηλαδή τά βάζεις ὅλα. Τά ὅλα εἶναι ὅλα καί δέν εἶναι ποσοστά. Γι’ αὐτό, αὐτό εἶναι μυστήριο, αὐτή ἡ συνάφεια. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς δέν μπορῶ νά ἐκφραστῶ τό τί συμβαίνει. Εἶναι μυστήριο καί ἡ ζωή μας γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο. Δέν μπορεῖς νά πεῖς τί ποσοστά δίνεις γιά τόν Θεό καί τί γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι μία προγραμματική μαθηματική ἔκφραση καί τίποτα ἄλλο. Τά δίνεις ὅλα καί στά δύο καί χωρᾶνε ὅλα σέ ὅλα, καί τότε ἔχουμε ἰσορροπία. Καί ἐπειδή οἱ ὧρες μου εἶναι εἴκοσι τέσσερις, ἔτσι μοῦ τίς ἔδωσε ὁ Θεός, σημαίνει ὅτι καί τά δύο χωρᾶνε μέσα σέ εἴκοσι τέσσερις ὧρες, ταυτόχρονα μ’ ἕναν μυστικό τρόπο νά λειτουργήσουνε καί ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ θεραπεία [τοῦ] ἀνθρώπου καί δέν λέει τώρα θά δώσω τόσες ὧρες γιά τόν Θεό καί τόσες γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο, πού ἡ ζωή μας εἶναι ἀνθρώπινη κατεξοχήν καί κατεξοχήν Θεία. Καί δέν ὑπάρχουν ὧρες μεμονωμένες καί τότε ἀποκτοῦμε ἰσορροπία καί τότε βρίσκουμε τό κάλλος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς.

Ο άγιος ιερομάρτυρας Παρθένιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Ο άγιος ιερομάρτυρας Παρθένιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 24 Μαρτίου 

Ο άγιος αυτός Παρθένιος [1] καταγόταν από τη Μυτιλήνη και ήταν γιος ευσεβών γονέων, οι οποίοι τον ανέθρεψαν καλώς και τον έστειλαν σε σχολείο, όπου έμαθε τα ιερά γράμματα σε λίγο καιρό, διότι ήταν ευφυής. 
Όταν ενηλικιώθηκε προχώρησε και σε ανώτερα μαθήματα, γραμματικά και φιλοσοφικά, στα οποία πρόκοψε πολύ και έγινε ένας από τους σοφούς του καιρού εκείνου. Καθώς μάλιστα ήταν πολύ ευλαβής και καλός, άφησε τον κόσμο και τα βιωτικά και καταγινόταν με τη μελέτη των θείων γραφών και την παρακολούθηση όλων των ιερών ακολουθιών της Εκκλησίας μας. 
Έτσι χειροτονήθηκε κατά σειρά αναγνώστης, υποδιάκονος, διάκονος και ιερέας, και όταν πέθανε ο αρχιερέας της Χίου, εκλέχθηκε από το Πατριαρχείο διάδοχός του και εποίμαινε θεάρεστα το ποίμνιο του Χριστού. Μετά από αρκετά χρόνια, με απόφαση της Αγίας και ιεράς Συνόδου των αρχιερέων, ανήλθε και στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, το έτος 1656. 
Ο μισόκαλος όμως διάβολος δεν υπέφερε να βλέπει τον λύχνο να λάμπει επάνω στη λυχνία, και για να τον βγάλει από τη μέση ετοίμασε την ακόλουθη επιβουλή. 
Ο ηγεμόνας των Τατάρων (Ταταρ-χαν) του καιρού εκείνου έστειλε για κάποια υπόθεση έναν πρέσβη στον Χάτμανο, δηλαδή τον αρχηγό (αταμάν) των Κοζάκων [2]. Ο πρέσβης αυτός, όταν πήγε εκεί, είδε έναν Μητροπολίτη πρώην Νικαίας να κάθεται τιμητικά με τον ηγεμόνα και να έχει πολλή παρρησία εκεί, και τον φθόνησε. Επιστρέφοντας λοιπόν στον ηγεμόνα των Τατάρων είπε πολλά σε βάρος αυτού του Μητροπολίτη, και ότι σίγουρα είναι σταλμένος εκεί από τον Πατριάρχη ως επίβουλος και προδότης της βασιλείας των Τούρκων. 
Ο ηγεμόνας έγραψε στον βεζύρη όσα του είπε ο πρέσβης, και ο βεζύρης έστειλε αμέσως και έφεραν μπροστά του τον Πατριάρχη. Αφού τον εξέτασε με επιμέλεια για όλες εκείνες τις κατηγορίες, τον βρήκε εντελώς αθώο. Όμως για να μην προσβάλει τον ηγεμόνα των Τατάρων, ότι λέει ψέμματα, παρέδωσε τον Πατριάρχη στον έπαρχο της Πόλης για να τον θανατώσει ως προδότη, εκτός αν θελήσει να τουρκέψει, οπότε θα τους βεβαίωνε ότι είναι ένα με αυτούς και δεν τους επιβουλεύεται. 
Τον παρέλαβε ο έπαρχος και τον παρακινούσε να τουρκέψει, λέγοντάς του ότι όχι μόνο θα γλιτώσει τη ζωή του, αλλά και μεγάλες τιμές, πλούτη και υψηλά αξιώματα θα λάβει από τον Σουλτάνο. 
Όταν τ’ άκουσε αυτά ο Άγιος, άνοιξε το ευλογημένο του στόμα και του είπε: 
- Ότι δεν είμαι επίβουλος της βασιλείας και είμαι εντελώς αθώος και πάσχω άδικα, κι εσείς οι ίδιοι το ξέρετε πολύ καλά, αν θέλετε να ομολογήσετε την αλήθεια. Αυτό όμως που μου λέτε, να αφήσω την πίστη μου, για να γλιτώσω από τον θάνατο, ποτέ και με κανένα τρόπο δεν πρόκειται να το κάνω, να αρνηθώ τον γλυκύτατό μου Κύριο και Θεό, τον Ιησού Χριστό. Ακόμα και μύριους θανάτους να λάβω για το άγιο όνομά Του, το έχω χαρά μου και αγαλλίαση, ενώ τις δικές σας τιμές και τα αξιώματα ούτε να τ’ ακούσω δεν θέλω.
Τότε ο έπαρχος άρχισε να τον βασανίζει χωρίς έλεος με πολλά και διάφορα βασανιστήρια, ελπίζοντας ότι με αυτά θα τον κάνει να αρνηθεί τον Χριστό, αλλά ο Μάρτυρας του Χριστού τα υπέμενε όλα με μεγάλη γενναιοψυχία, και βλέποντας στο σώμα του τα στίγματα του Χριστού ευχαριστούσε τον Κύριο που τον αξίωσε να πάθει για το όνομά του το άγιο, και τον παρακαλούσε να του δώσει υπομονή μέχρι τέλους. 
Βλέποντας λοιπόν ο τύραννος ότι ο Άγιος μένει στερεός και ασάλευτος στην πίστη του Χριστού, τον πήρε με όλη τη φρουρά και τον πήγε δεμένο στο Παρμάκ-καπί (Καγγελωτή Πύλη), κι εκεί τον κρέμασε το Σάββατο του δικαίου Λαζάρου (1657), κι έτσι έλαβε ο τρισμακάριος το στεφάνι του μαρτυρίου. 
Το πανάγιο λείψανό του έμεινε κρεμάμενο στην αγχόνη τρεις μέρες, και κάθε νύχτα φως ουράνιο άστραφτε γύρω από την αγία του κεφαλή. Έπειτα το έριξαν στη θάλασσα, οι Χριστιανοί όμως το βρήκαν, το πήραν κρυφά και το έθαψαν με τιμή και ευλάβεια στα νησιά της Πόλης [3], εις δόξαν Χριστού του Θεού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό του Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 
[1]Το «Νέον Μαρτυρολόγιον» στον τίτλο αναφέρει: Παρθένιος ο και Παρθενάκης επικαλούμενος. Αυτό ίσως δείχνει ότι ο Άγιος ήταν μικρόσωμος. 
[2]Ας σημειωθεί ότι οι Τάταροι ήταν Μουσουλμάνοι ενώ οι Κοζάκοι Χριστιανοί. 
[3]Συγκεκριμένα στην Ι. Μονή Καμαριωτίσσης στη Χάλκη. Η μνήμη του εορτάζεται στις 24 Μαρτίου. 
Από το βιβλίο «Νέον Μαρτυρολόγιον» του Αγίου Νικοδήμου (1799), σελ. 80. 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις