Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

Ζ’. Ἐρημίτης παπα–Τύχων


Ζ’. Ἐρημίτης παπα–Τύχων

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση
Ο πα­πα–Τύ­χων, κα­τά κό­σμον Τι­μό­θε­ος Γκολεγ­κώφ τοῦ Πα­ύ­λου καί τῆς Ἑ­λέ­νης γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1884 στή Νόβα Μι­χα­λό­σκα τῆς Ρωσ­σί­ας. Ἀ­πό μι­κρός αἰ­σθάν­θη­κε τήν μο­να­χι­κή κλή­ση. Μέχρι νά ἐ­νη­λι­κι­ω­θῆ γύ­ρι­σε ὡς προ­σκυ­νη­τής πολ­λά ρωσ­σι­κά Μο­να­στή­ρια. Κα­τό­πιν πῆ­γε, προ­σκύ­νη­σε στο­ύς Ἁ­γί­ους Τόπους καί ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὅ­που ἐ­κά­ρη μο­να­χός στό Κελ­λί Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Μπου­ρα­ζέ­ρη μέ τό ὄ­νο­μα Τύχων. 
Με­τά ἀ­πό πέν­τε χρό­νια ἐ­πε­θύ­μη­σε ἀ­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή ζωή καί πῆ­γε γιά 15 χρό­νια στά Κα­ρο­ύ­λια. Ἔ­με­νε σέ μία σπη­λιά, ἔ­τρω­γε κά­θε τρεῖς μέ­ρες μία φο­ρά καί δα­πα­νοῦ­σε ὅ­λον τόν χρό­νο του στήν προ­σευ­χή, στήν με­λέ­τη καί στίς με­τά­νοι­ες. Τόν κα­θωδη­γοῦ­σε ἕ­νας σο­φός καί πρα­κτι­κός Γέροντας. 
Ὅ­ταν ἀ­σκή­τευ­ε στά Κα­ρού­λια, γνώ­ρι­σε δύ­ο μο­να­χούς πού νή­στευ­αν πο­λύ, ἔ­κα­ναν ἀ­πό χί­λι­ες με­τά­νοι­ες ἀλλά πέ­θα­ναν νέοι. 
Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε καί ἔ­με­ινε σ᾿ ἕ­να Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νό Κελ­λί τῆς Κα­ψά­λας στήν ὑ­πα­κοή Γέροντος, τόν ὁ­ποῖ­ον γη­ρο­κό­μη­σε. Με­τά ἀ­πό πα­ρο­τρύν­σεις ἔ­γι­νε Ἱε­ρέ­ας καί Πνευ­μα­τι­κός· ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σά­κι τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­φι­έ­ρω­σε στήν Ὕ­ψω­ση τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ. 
Κρά­τη­σε κά­πο­τε δύ­ο νέ­ους μο­να­χούς ὡς ὑ­πο­τα­κτι­κούς γιά ἕ­να ὀ­κτά­μη­νο. Προ­σπα­θοῦ­σαν νά τόν ἀ­κο­λου­θοῦν στό τυ­πι­κό του. Τούς τό­νι­ζε ὅ­τι ἐ­δῶ στήν ἔ­ρη­μο πού ἤρ­θα­με, πρέ­πει νά δο­ξο­λο­γοῦ­με τόν Θε­ό καί ὄ­χι νά κοι­μώ­μα­στε καί νά τρῶ­με σάν ζῶ­α. Ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα ἔ­τρω­γαν μί­α φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα ἀ­λά­δω­το, ἐ­νῶ τό Σάβ­βα­το καί τήν Κυ­ρια­κή ἔ­βα­ζε μό­νο τρεῖς κου­τα­λι­ές τῆς σού­πας λά­δι στήν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­παιρ­νε ὁ κα­θέ­νας τό φα­γη­τό καί τό ἔ­τρω­γε στό κελ­λί του. Ἔ­λε­γε: «Ἔ­χει εὐ­λο­γί­α νά πά­ρε­τε καί ἄλ­λο φα­γη­τό». Εἶ­χε δι­ά­κρι­ση καί οἰ­κο­νο­μοῦ­σε τά κα­λο­γέ­ρια του. 
Με­τά τήν ἀ­λά­δω­τη καί ἀ­σκη­τι­κή τρά­πε­ζα ὁ πα­πα-Τύ­χων περ­πα­τοῦ­σε ἤ­ρε­μα γύ­ρω στήν πε­ρι­ο­χή τῆς κα­λύ­βης του καί ἔ­λε­γε ἐκ­φώ­νως τήν εὐ­χή μέ ἀ­νεί­κα­στο πό­θο. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τά βά­θη τῆς καρ­διᾶς του ρυθ­μι­κά. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν, «Τί κά­νεις, Γέ­ρον­τα;», ἀ­παν­τοῦ­σε: «Ἀρ­χί­ζει ἡ καρ­διά νά ζε­σταί­νε­ται». 
Καί στόν ὕ­πνο του ἀ­κό­μη δέν δι­ε­κό­πτε­το ἡ εὐ­χή. Με­γά­λη κα­τά­στα­ση. «Ἐ­γώ κα­θεύ­δω, διά τήν χρεί­αν τῆς φύ­σε­ως, ἡ δέ καρ­δί­α μου ἀ­γρυ­πνεῖ, διά­ τό πλῆ­θος τοῦ ἔ­ρω­τος»[1]. 
Μι­λοῦ­σαν πο­λύ λί­γο με­τα­ξύ τους. Κά­πο­τε ἔ­κα­ναν 17 ἡ­μέ­ρες νά ἀν­ταλ­λά­ξουν κου­βέν­τα. Μό­νο ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν ἐ­πι­σκέ­πτες τούς φώ­να­ζε νά ἀ­κοῦ­νε καί αὐ­τοί τήν πνευ­μα­τι­κή συ­ζή­τη­ση καί νά ὠ­φε­λοῦν­ται. 
Ὅ­ταν πρω­το­πῆ­γε νά τόν ἐ­πι­σκε­φθῆ ὁ γε­ρω–Νε­κτά­ριος ὁ «Κα­ρα­μαν­λῆς», τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ ἀ­γά­πη καί τοῦ πα­ρέ­θε­σε «ἐ­πί­ση­μη τρά­πε­ζα». Πῆ­γε ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή καί μά­ζε­ψε μί­α χο­ύ­φτα ἐ­λι­ές ἀ­πό τό δέν­δρο, τοῦ ἔ­φε­ρε χον­τρό ἁ­λά­τι καί σκου­λη­κι­α­σμέ­νο πα­ξι­μά­δι ἀπ᾿ τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­τρω­γε καί ὁ ἴ­διος.Ὕ­στε­ρα τόν ἄ­φη­σε λέ­γον­τάς του: «Ἐγ­κώ τώ­ρα φέ­λει κά­νει προ­σευ­χή», καί μπῆ­κε στό Κελ­λί του. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τά ἔ­φα­γε, για­τί ὁ ἀ­κτή­μων ἀσκη­τής τά πρό­σφε­ρε μέ ἀ­γά­πη καί ἁ­πλό­τη­τα. 
Ὁ εὐ­λα­βέ­στα­τος παν­το­πώ­λης τῶν Κα­ρυ­ῶν κ. Θε­ό­δω­ρος Τα­λέ­ας εἶ­χε πνευ­μα­τι­κό τόν πα­πα -Τύ­χω­να. Μία φο­ρά πού εἶ­χε πά­ει γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τοῦ εἶ­πε ὁ προ­η­γού­με­νος ἐ­πι­σκέ­πτης ὅ­τι ὁ παπα -Τύ­χων τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι θά ἔρ­θει με­τά ἀ­πό σέ­να ὁ Θό­δω­ρος καί θά φέ­ρει αὐ­τά καί αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη­σαν. 
Τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­ποι­ος καί ὁ πα­πα-Τύχων τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­σύ, παι­δί μου, δέν ἦρ­θες γιά μέ­να, ἀλ­λά νά δῆς ἄν ἔ­χη ἡ πε­ρι­ο­χή ἀ­γρι­ο­γο­ύ­ρου­να». 
Ἔ­κα­νε γιά ἐρ­γό­χει­ρο εἰ­κό­νες (Ἐ­πι­τα­φί­ους). Μία εἰ­κό­να μπο­ρεῖ νά ἔ­κα­νε καί δύ­ο χρό­νια νά τήν τε­λει­ώ­ση. Ἐρ­γό­χει­ρο στήν ἀρ­χή ἔ­κα­νε μία ὥ­ρα, ὕ­στε­ρα μι­σή, με­τά τό κα­τήρ­γη­σε τε­λεί­ως. 
Ἀ­πέ­φευ­γε ἐ­πι­με­λῶς τήν κα­τά­κρι­ση. Ὅ­ταν ἔ­στελ­νε τούς πα­ρα­γυι­ούς του στίς Κα­ρυ­ές, πή­γαι­νε μα­ζί τους πε­ρί­που ἕ­να χι­λι­ό­με­τρο καί περ­νοῦ­σαν ἀ­πό ἕ­να Κα­λύ­βι Ρώσ­σου γεί­το­νά τους. Ἐ­πει­δή ἦ­ταν λί­γο εὐ­τρα­φής ὁ γείτονάς τους πα­πᾶς, γιά νά μήν τόν κα­τα­κρί­νουν, τούς συμ­βού­λευ­ε πα­τρι­κά. «Ὅ­ταν δῆ­τε τόν πα­πα-Ε., νά πῆ­τε: “Αὐ­τός εἶ­ναι ἅ­γιος ἄν­θρω­πος, τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με” καί νά τοῦ φι­λή­σε­τε τό χέ­ρι». 
Τούς ἔ­λε­γε κατά τήν ἐ­πιστροφή τους ἀ­πό τίς Κα­ρυ­ές, νά μήν τόν ἐ­νο­χλοῦν, ἀλ­λά μό­νον νά χτυ­ποῦν τήν πόρ­τα τοῦ κελ­λιοῦ του, γιά νά κα­τα­λα­βα­ί­νη ὅ­τι ἐ­πέ­στρε­ψαν, καί ὕ­στε­ρα νά πᾶ­νε στό κελ­λί τους. Κά­πο­τε ὁ ἕ­νας ἀ­πό κα­λή πε­ρι­έρ­γεια κοί­τα­ξε ἀ­πό τήν χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας, γιά νά δῆ τί κά­νει ὁ Γέ­ρον­τας. Τόν εἶ­δε νά κλαί­η, νά σκου­πί­ζη τά δά­κρυ­ά του μέ μαν­δή­λι καί νά θρη­νῆ ρα­πί­ζον­τας ἐ­λα­φρά τήν κε­φα­λή του. Ἀ­γα­ποῦ­σε ὑ­περ­βο­λι­κά τήν με­τά­νοι­α, ἄν καί ἡ ζω­ή του ἦ­ταν ἁ­γί­α, δο­σμέ­νη ἀ­πό νε­ό­τη­τος στόν Θε­ό. Τά δά­κρυ­ά του ἦ­ταν κα­θη­με­ρι­νή τρο­φή του. Εἶ­χε πολ­λά δά­κρυ­α καί πολ­λή κα­τά­νυ­ξη. Μέ τά δά­κρυά του μού­σκευ­ε τά πό­δια τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου. Τά σκού­πι­ζε μέ τά μαλ­λιά του σάν τήν γυ­ναῖ­κα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Στό κελ­λί του ἔ­κα­νε ἐρ­γα­σί­α πνευ­μα­τι­κή καλ­λι­ερ­γών­τας τήν με­τά­νοι­α καί τό χα­ρο­ποι­όν πέν­θος. 
Καί ὅ­ταν ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε κα­τανυσ­σό­ταν, ἔ­κλαι­γε συμ­πά­σχον­τας μέ τόν ἐ­ξο­μο­λο­γο­ύ­με­νο. Ἕ­νας μα­θη­τής τῆς Ἀ­θω­νιά­δος ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το στόν πα­πα -Τύ­χω­να. Ὕ­στε­ρα ἔ­γι­νε πα­πᾶς καί ἔ­λε­γε: «Αὐ­τή ἡ φα­λά­κρα μου εἶ­ναι βρεγ­μέ­νη μέ τά δά­κρυ­α τοῦ πα­πα–Τύ­χω­να». 
Λει­τουρ­γοῦ­σε συ­νή­θως κά­θε Κυ­ρια­κή, ἀλ­λά εἶ­χε φυ­λαγ­μέ­νο Ἅ­γιον Ἄρ­το καί κοι­νω­νοῦ­σε κά­θε μέ­ρα.
Ὁ πα­πα–Τύχων εὐ­λο­γῶν 
Στήν Λει­τουρ­γί­α ἔ­βλε­παν νά ἀλ­λοι­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πό του. Τά μά­τια του μέ­σα στό σκο­τά­δι ἦ­ταν πο­λύ φω­τει­νά. Πάν­τα λει­τουρ­γοῦ­σε μέ κα­τά­νυ­ξη καί δά­κρυ­α. Τήν ὥ­ρα τῆς θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τό δι­ά­βα­ζε μέ δά­κρυ­α. Μέ δά­κρυ­α σή­κω­νε τά Ἅ­για καί ἔ­κα­νε τήν Εἴ­σο­δο, ἐ­κτός βέ­βαι­α ἀ­πό τίς ἁρ­πα­γές καί τίς θεῖ­ες ὀ­πτα­σί­ες πού εἶ­χε. 
Τόν πα­πα -Τύ­χω­να, τόν ξε­λει­τουρ­γοῦ­σε καί ὁ γε­ρω -Γε­ρόν­τιος, τόν ὁποῖο πλή­ρω­νε δέ­κα δραχ­μές γιά κά­θε θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη πού δί­ναν πέν­τε δραχ­μές στόν πα­πᾶ. Μία φο­ρά ὁ γερω - Γε­ρόν­τιος τόν εἶ­δε ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο πά­νω ἀ­πό τήν γῆ. «Πιό με­γά­λο ἅ­γιο σ᾿ ὅ­λο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν ἔ­χω δεῖ», ἔ­λε­γε. 
Δι­η­γή­θη­κε καί ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος: «Ὁ παπα - Τύ­χων στήν Λει­τουρ­γί­α, γιά νά μήν ἀ­πο­σπᾶ­ται, κλε­ί­δω­νε τήν πόρ­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί ἐ­γώ ἔ­λε­γα τό ”Κύριε ἐ­λέ­η­σον” ἀπ᾿ ἔ­ξω ἀ­πό τόν δι­ά­δρο­μο. Μία φο­ρά, σέ μία Λει­τουρ­γί­α κα­τά τήν ὥ­ρα τοῦ κα­θα­για­σμοῦ τῶν Τι­μί­ων Δώρων, χά­θη­κε ἡ φω­νή του. Πε­ρί­με­να πέν­τε ὧ­ρες πε­ρί­που καί δέν τόν δι­έ­κο­ψα για­τί δέν εἶ­χα εὐ­λο­γί­α. Με­τά ἀ­πό πέν­τε ὧ­ρες συ­νέ­χι­σε μέ τό ”Ἐξαιρέτως…”. Ποῦ βρι­σκό­ταν τό­σες ὧ­ρες; Μᾶλ­λον ἡρ­πά­ζε­το σέ θε­ω­ρί­α. Τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κε­ί­νη ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α τε­λε­ί­ω­σε τό ἀ­πό­γευ­μα». 
Ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀ­μέ­ρι­μνος καί δέν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν κα­θό­λου γιά τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά. Τό κελ­λί του πο­τέ δέν τό σκού­πι­ζε. Στό πά­τω­μα τοῦ κελ­λιοῦ του τά χώ­μα­τα καί οἱ τρί­χες εἶ­χαν κά­νει βου­να­λά­κια πού ἔ­μοια­ζαν σάν καύ­κα­λα χε­λώ­νας. 
Ἔ­κα­νε γύ­ρω στίς τρεῖς χι­λιά­δες με­τά­νοι­ες καί συμ­βού­λευ­ε κά­ποι­ον μο­να­χό: «Νά κά­νης πολ­λές με­τά­νοι­ες, μέ­χρι νά μου­σκέ­ψη ἡ φα­νέλ­λα σου ἀπ᾿ τόν ἱ­δρῶ­τα». 
Ἀ­πό τήν πο­λύ­ω­ρη ὀρ­θο­στα­σί­α, τά πό­δια του ἦ­ταν πάν­τα πρη­σμέ­να. 
Νή­στευ­ε πο­λύ. Ἕ­να ψω­μί μπο­ρεῖ νά τό ἔ­τρω­γε καί σέ ἕ­να μῆ­να. Εἶ­πε κά­ποι­α μέ­ρα στούς δύ­ο μο­να­χούς νά μα­ζέ­ψουν κού­μα­ρα καί νά τά βρά­σουν στήν κα­τσα­ρό­λα. Ὅ­ταν εἶ­δε τό κόκ­κι­νο ζου­μί, τούς εἶ­πε ἄλ­λη φο­ρά νά μήν ξα­να­κά­νουν κού­μα­ρα, για­τί ἔ­χουν πο­λύ αἷ­μα. 
Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν με­λέ­τη. Δι­ά­βα­ζε δύ­ο - τρεῖς ὧ­ρες καί γλυ­και­νό­ταν. Ἔ­λε­γε: «Τί γλυ­κός πού εἶ­ναι ὁ ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ!». Εἶ­χε δι­α­βά­σει δύ­ο - ­τρεῖς φο­ρές καί τά Ἅ­παν­τα τοῦ ἁ­γί­ου Χρυ­σο­στό­μου. 
Ὅ­λη τή νύ­χτα δέν ἐκοιμᾶτο σχε­δόν κα­θό­λου. Μό­λις νύ­χτω­νε κα­λοῦ­σε τούς πα­τέ­ρες στήν Ἐκ­κλη­σί­α χτυ­πών­τας τόν τοῖ­χο. Μέ­χρι πρό τοῦ με­σο­νυκτί­ου ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή στό Ἐκ­κλη­σά­κι καί ἔ­ψαλλε ὁ ἴ­διος. Τούς ἔ­λε­γε νά κά­θων­ται σέ κά­ποι­ες στιγ­μές, ὕστε­ρα πά­λι ὄρ­θιοι. Στό τέλος εὔ­χον­ταν γιά ὅ­σους τούς βο­η­θοῦ­σαν, καί ὕ­στε­ρα πή­γαι­ναν στά κελ­λιά τους. Ἔ­λε­γε στά κα­λο­γέ­ρια του: «Ἔ­χει εὐ­λο­γί­α νά κά­νε­τε ὅ­σες με­τά­νοι­ες θέ­λε­τε, καί ἄν μπο­ρῆ­τε νά ἀ­γρυ­πνή­σε­τε ὅ­λη τή νύ­χτα». 
Ἔ­λε­γε ὁ πα­πα–Τύ­χων: «Μέ­σα στά Μο­να­στή­ρια ὑ­πάρ­χουν ἀ­γω­νι­στές καί προ­χω­ρη­μέ­νοι πα­τέ­ρες. Ἕ­νας ἀ­πό αὐ­το­ύς εἶ­ναι στοῦ Κα­ρα­κάλ­λου (πα­πα–Ματ­θαῖ­ος), ἕ­νας στῶν Ἰ­βή­ρων (πα­πα–Θα­νά­σης, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το στόν πα­πα–Τύ­χω­να), καί ἕ­νας στοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου (πα­πα–Θα­νά­σης)». 
«Με­τά ἀ­πό τρί­α χρό­νια πα­ρα­μο­νή στό Κοι­νό­βιο, ὁ μο­να­χός εἶ­ναι γιά πό­λε­μο» (πνευ­μα­τι­κό). 
«Οἱ κα­λές συ­νή­θει­ες εἶ­ναι ἀ­ρε­τές καί οἱ κα­κές εἶ­ναι πά­θη». 
«Ὁ κα­λό­γε­ρος νά μήν ἔ­χη σχέ­ση μέ τά ζῶ­α, για­τί αὐ­τά τοῦ παίρ­νουν τό νοῦ καί τήν καρ­διά. Δι­ό­τι, ἀν­τί νά δώ­ση τήν ἀ­γά­πη του στόν Θε­ό, μοι­ρά­ζε­ται στά ζῶ­α. Ὁ ἅ­γιος Βα­σί­λει­ος ἀ­πα­γο­ρεύ­ει στόν μο­να­χό πού θά χα­ϊ­δέ­ψει γά­τα ἤ σκύ­λο, νά κοι­νω­νή­ση». 
«Ἡ εὐ­χή, ”τό Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με­”, εἶ­ναι σι­τά­ρι κα­θα­ρό. Ὁ κα­λός ὑ­πο­τα­κτι­κός μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κτή­ση τήν εὐ­χή». 
«Μέ τήν με­λέ­τη τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, ἄν δέν προ­σέ­ξη κα­νείς, μπο­ρεῖ νά πλα­νη­θῆ, ὅ­πως ὁ Ὠ­ρι­γέ­νης». 
«Κα­λύ­τε­ρα τρεῖς με­τά­νοι­ες μέ τα­πε­ί­νω­ση, πα­ρά χί­λι­ες μέ ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη». 
«Μό­νο ἡ τα­πεί­νω­ση θά μᾶς σώ­σει. Τα­πει­νό­φρο­νες πραγ­μα­τι­κο­ύς πο­λύ λί­γους θά βρεῖς. Πρέ­πει νά το­ύς ψά­ξης μέ τό κε­ρί». Τό­σο ἀ­γά­πη­σε τήν τα­πεί­νω­ση πού γύ­ρι­σε ὁ­λό­κλη­ρο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ψά­χνον­τας νά βρῆ τα­πει­νό ἄν­θρω­πο. Ἐ­πί τέ­λους βρῆ­κε στοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου ἕ­να γε­ρον­τά­κι πού εἶ­χε ἐν­δυ­θῆ σάν δι­πλο­ΐ­δα τήν ἀ­λη­θι­νή καί τε­λεί­α τα­πεί­νω­ση. Ὑ­πῆρ­χαν βέ­βαι­α καί πολ­λοί ἄλ­λοι ἀλ­λά ἦ­ταν κρυμ­μέ­νοι στά μά­τια τῶν πολ­λῶν. 
Κα­λοῦ­σαν τόν πα­πα–Τύ­χω­να στοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου γιά νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ τά κα­λο­γέ­ρια. Τό­τε ἦ­ταν πά­νω ἀ­πό ἑ­ξῆν­τα πα­τέ­ρες. Εἶ­χε εὐ­λά­βεια στόν ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο τόν Ρῶσ­σο καί λει­τουρ­γοῦ­σε στό σπή­λαι­ο πού ἔ­ζη­σε ὁ ὅ­σιος Ἀν­τώ­νιος Πε­τσέ­ρσκα­για. Ἔ­πει­τα ἐ­πέ­στρε­φε στό Κελ­λί του μέ τά πό­δια, καί μά­λι­στα βά­δι­ζε πο­λύ γρή­γο­ρα. 
Εἶ­χε φι­λί­α καί πολ­λές σχέ­σεις μέ τόν ἅ­γιο Σι­λουα­νό τοῦ Ρωσ­σι­κοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τήν κο­ί­μη­σή του πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν πα­πα -Τύχωνα καί συ­νω­μί­λη­σαν. 
Κα­ρυ­ώ­της Γέρων μαρ­τυ­ρεῖ: «Ὁ πα­πα–Τύχων ἦ­ταν πο­λύ ἁ­πλός καί ζοῦ­σε σ᾿ ἕ­να δι­κό του κό­σμο. Ἦ­ταν βια­στής πο­λύ καί πα­ρό­λο πού νή­στευ­ε ἦ­ταν σω­μα­τώ­δης. Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν στό Κελ­λί μας καί τόν βά­ζα­με νά φά­η, ἔ­τρω­γε μό­νο δυό κου­τα­λι­ές γιά εὐ­λο­γί­α. Τώρα δέν ἔ­χει κα­νέ­να σάν αὐ­τόν, μήν ψά­χνε­τε». 
Κά­ποι­α μέ­ρα εἶ­πε στά κα­λο­γέ­ρια του, ὅ­ταν πεθάνη, νά μήν τόν ξε­θά­ψουν. Ὁ ἕ­νας σκέ­φθη­κε: «Θά τόν βγά­λω καί θά πῶ εὐ­λό­γη­σον». Ὁ πα­πα -Τύχων δι­ά­βα­σε τόν λο­γι­σμό του καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν ἔ­χει εὐ­λο­γία­». 
Ἐ­κοι­μή­θη στίς 10 Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 1968 ἀ­φοῦ προηγουμένως εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα τήν Πα­να­γί­α μα­ζί μέ τόν ἅ­γιο Σέργιο καί τόν ἅ­γιο Σε­ρα­φε­ίμ, πού τοῦ προ­εῖ­παν ὅ­τι θά πε­ρά­σει ἡ ἑ­ορτή τοῦ Γε­νε­θλί­ου τῆς Θε­ο­τό­κου καί θά τόν πά­ρουν. 
Κοντά του ἦ­ταν ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος πού τόν γη­ρο­κό­μη­σε, τίς τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες, τόν ἔ­θα­ψε καί τόν δι­α­δέ­χθη­κε στό Κα­λύ­βι. Ὁ ἴ­διος ἔ­γρα­ψε τόν βί­ον τοῦ πα­πα -Τύχωνα με­τά ἀ­πό θαυ­μα­στή ἐμ­φά­νι­σή του στό βι­βλί­ο Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται Πα­τέ­ρες. 
Τό τί­μιο λε­ί­ψα­νό του μέ­χρι σή­με­ρα πα­ρα­μέ­νει θαμ­μέ­νο ἀ­να­μέ­νον­τας τήν κοι­νήν Ἀ­νά­στα­σιν. 
Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με. Ἀ­μήν.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα


[1] . Κλῖ­μαξ Λ’, ζ’.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2022

Ο όσιος Δανιήλ Κατουνακιώτης και η σεισμογόνος προσευχή

 

Ο όσιος Δανιήλ Κατουνακιώτης και η σεισμογόνος προσευχή

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  


Ο π. Αλύπιος της Ι. Μονής Ξενοφώντος, διακρινόταν πολύ για τον ζήλο του. Ιδιαίτερα αγαπούσε να βρίσκει ένα ήσυχο μέρος και να προσεύχεται συνεχώς με την ευχή, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, έλεησόν με». Κάθε φόρα που έλεγε τη ευχή, σκιρτούσε η ψυχή του από ανέκφραστη χαρά. 
Κάποτε όμως τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή. Χωρίς να μπορεί και ο ίδιος να καταλάβει τι συνέβη, αδυνατούσε να συνεχίσει την ευχή. Αν δοκίμαζε μια φορά να την πει, αμέσως - φοβερό και ανεξήγητο - άρχιζε να κλονίζεται το σώμα του. 
«Και το περίεργο και απορίας άξιον ήτο», όπως γράφει ο γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, «ότι ταραττομένου του σώματός του συνεταράττοντο και όσοι παραπλευρώς αυτού ίσταντο. Ήτοι, ευρισκομένου αυτού εν τη ακολουθία και προσέχοντος τη ευχή, όσοι αδελφοί ίσταντο παραπλεύρως αυτού εν τοις στασιδίοις τοις συνεχομένοις απ’ αλλήλων, όλοι ομού μετά των στασιδίων συνεχόρευον οιονεί και συνεταράττοντο. Όταν δε επίσης ηύχετο εν τω κελλίω αυτού, αυτό μετά των παρακειμένων κελλίων, δίκην βεζουβίου εκρήξεως εδονούντο, πράγμα τω όντι πρωτάκουστον». 
Σειόταν λοιπόν ο τόπος, όταν ο π. Αλύπιος έλεγε την ευχή! Και πού δεν κατέφυγε, τι γέροντες, τι πνευματικοί τον είδαν, τι προσευχές και εξορκισμούς του διάβασαν… το αποτέλεσμα μηδέν. 
 
Η υπόθεση έπαιρνε τραγικές διαστάσεις. Επειδή ο π. Αλύπιος είχε, χρόνια τώρα, γίνει ένα με την ευχή, δεν μπορούσε να την σταματήσει. Έτσι ασυναίσθητα, στο κελλί του, στην εκκλησία, στο φαγητό, στην εργασία κλπ. πρόσφερε ενδόμυχα τα ιερά λόγια. Και αμέσως το κρεβάτι ή τα στασίδια ή το τραπέζι ή τα πράγματα της εργασίας, όλα άρχιζαν να χορεύουν. Και όσοι τυχόν πατέρες ήσαν δίπλα του πήγαιναν και αυτοί πέρα-δώθε! 
- Σταμάτα, πάτερ Αλύπιε, να λες την ευχή. Δεν βλέπεις τι κακό γίνεται;
- Μα μήπως το θέλω; Ασυναίσθητα την προσφέρω. Συγχωρήστε με, πατέρες. 
Αφού απελπίσθηκαν απ’ όλους, σκέφθηκαν τον γέροντα Δανιήλ. Και ο π. Αβέρκιος, ο οικονόμος του μοναστηριού, ξεκίνησε με τον π. Αλύπιο για τα Κατουνάκια. Βράδιασαν στην Ι. Μονή της Σιμωνόπετρας. 
- Πρόσεχε, πάτερ Αλύπιε. Τώρα που θα πάμε στο μοναστήρι, μην πεις την ευχή και τρομοκρατήσουμε τους πατέρες…
Στον νάρθηκα όμως της εκκλησίας ξεχάσθηκε και την πρόφερε μια φορά και γύρω του τότε έγινε… σεισμός. Την άλλη μέρα έφθασαν στα Κατουνάκια.

Ο γέρων Δανιήλ έμαθε το ιστορικό και μετά πήρε ιδιαιτέρως τον π. Αλύπιο.
- Εγώ, του είπε, δεν είμαι πνευματικός, αλλά πρέπει να μάθω λεπτομερώς την πνευματική σου ζωή. Θα μου κάνεις λοιπόν γενική εξομολόγηση και θα περιγράψεις το πώς σου συνέβη για πρώτη φορά το φαινόμενο.
– … Εκείνη την νύχτα αγρυπνούσα στο παρεκκλήσιο της αμπελικής κοντά στην Ι. Μονή Ξενοφώντος και προσευχόμουν με το κομποσχοίνι. Σε μια στιγμή χτύπησε ο μάνταλος της πόρτας! Ένιωσα ένα φόβο στην καρδιά μου και κλονισμό στο σώμα μου. Συνέχισα όμως την προσευχή. Εν τω μεταξύ τα χτυπήματα έγιναν περισσότερα. Ο μάνταλος πήγαινε πάνω-κάτω. Σε λίγο άρχισε να χτυπάει και η πόρτα! Ένα δυνατό χτύπημα. Δεύτερο δυνατό χτύπημα. Αντιλήφθηκα πως ήταν κάτι σατανικό. Προχώρησα ως την πόρτα, αλλά δεν είδα τίποτα. Σε λίγο πάλι χτυπήματα και πάλι κλονισμός στο σώμα μου. Βεβαιώθηκα τότε πως ήταν του διαβόλου και δεν έδωσα σημασία. Με περισσότερο τώρα ζήλο έλεγα την ευχή. Τα χτυπήματα όμως αυξήθηκαν και όχι μόνο το σώμα μου, η πόρτα, αλλά και ολόκληρη η εκκλησία βρισκόταν σε μια περίεργη κίνηση. Από την στιγμή εκείνη, όταν σταματούσα την ευχή έπαυαν οι κινήσεις. Όταν την έλεγα, άρχιζαν. Έτσι έχουν τα πράγματα, άγιε γέροντα.
Ο γέρων Δανιήλ βυθίστηκε σε σκέψεις. Πρωτάκουστη περίπτωση. Αλλά δεν τον φόβισε. Και δικαίως, γιατί στους πνευματοφόρους ανθρώπους τίποτε δεν μένει ανεξήγητο. Όπως γράφει και ο απόστολος Παύλος, «Ο πνευματικός ανακρίνει πάντα». Για μια στιγμή σαν να φωτίσθηκε, ρώτησε τον μοναχό: 
- Πάτερ Αλύπιε, όταν άρχισαν τα πρώτα έντονα χτυπήματα στην πόρτα, και κατάλαβες ότι πρόκειται για διαβολική ενέργεια, τι είπες με τον λογισμό σου; τι αισθήματα κυριάρχησαν στην ψυχή σου; φόβος και δειλία ή αταραξία και περιφρόνηση; Ή μήπως κάτι άλλο τυχόν;
Ο π. Αλύπιος ανέφερε λεπτομέρειες. Και ο γέρων Δανιήλ βρήκε την εξήγηση του φαινομένου. Καθώς ο διάβολος δημιούργησε τον θόρυβο, ο π. Αλύπιος έλεγε μέσα του: 
«Ας χτυπάει όσο θέλει. Εμένα δεν πρόκειται να με αποσπάσει από την προσευχή μου. Μήπως τα ίδια δεν έκανε στον Μ. Αντώνιο; Αυτός την δουλειά του κι εγώ την δική μου. Είτε ο κλονισμός στο σώμα μου είναι ενέργεια της χάριτος είτε ενέργεια του φθονερού μισόκαλου, εγώ πρέπει συνεχώς μέχρι εσχάτης μου αναπνοής να λέω την ευχή, και θα σκάσει ο διάβολος».
Δηλαδή, τον κατέλαβε μια αδιόρατη εκ πρώτης όψεως ομίχλη υπερηφάνειας και έδειξε προς τον εχθρό υπεροπτική περιφρόνηση, σαν να είχε φθάσει στα μέτρα του Μ. Αντωνίου. Μολυσμένη πια η προσευχή του από την οίηση δεν ανέβαινε ευπρόσδεκτη στον Θεό.

Ο γέρων Δανιήλ ανέλυσε σε βάθος την υπόθεση και συμβούλευσε τον πολεμούμενο:
- Από τώρα και στο εξής λέγε την ευχή με ταπείνωση, με συντριβή. Να την αισθάνεσαι, όταν την λες. Να πιστεύεις ότι είσαι ένας αμαρτωλός, ένας υπόδικος στα μάτια του Θεού. Να θεωρείς την ταραχή του σώματος ως σατανική ενέργεια. Και όταν παρουσιασθεί, να παρακαλείς νοερά τον Χριστό να την φυγαδέψει. Έτσι μόνο θα ελκύσεις την θεία χάρη.
Ο ταλαιπωρημένος από τον διάβολο μοναχός βρήκε την θεραπεία του. Προσευχήθηκε ταπεινά και ειρήνεψε. Ρίχθηκε από τότε με περισσότερο ζήλο στους πνευματικούς αγώνες και στην κατάκτηση της ταπεινώσεως.


ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ. Τόμος πρώτος. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2008, σελ. 51
.

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Θεοφύλακτος μοναχός Νεοσκητιώτης (1897 - 1986)




Θεοφύλακτος μοναχός Νεοσκητιώτης (1897 - 1986)
Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Θεοφάνης Πάγκαλος στο χωριό Ρέθι Κορινθίας το 1897, από ευσεβείς, πολύτεκνους και πλούσιους γονείς σε πνευματικά και υλικά αγαθά. Τη νεότητα του διήλθε μελετώντας τα έργα του όσιου Νικοδήμου του Αγιορείτου και επισκεπτόμενος μονές και εκκλησίες. Από νωρίς είχε πάρει την απόφαση για τη μοναχική του αφιέρωση. 
Το 1925 ήλθε στο Άγιον Όρος και υπετάγη στον ενάρετο Γέροντα Ιωακείμ (†1943) της Καλύβης των Αγίων Αναργύρων της Νέας Σκήτης. Εκάρη μοναχός το 1926. Αγάπησε θερμά την ασκητική ζωή δι’ όλου του βίου του. Νηστεία, αγρυπνία, κακοπάθεια, ακτημοσύνη, υπακοή, υπομονή, προσευχή, ταπείνωση τον στόλιζαν. Υπόμενε το κρύο του χειμώνα δίχως καμία θέρμανση. Δεν του αρκούσαν οι καθιερωμένες νηστείες της Εκκλησίας, αλλά πρόσθετε και άλλες. Απόφευγε να μαγειρεύει μόνος του. Αν του έδιναν κάτι, το έτρωγε. Είχε την αλουσία των παλαιών πατέρων και δεν μύριζε. Έλεγε ακατάπαυστα την ευχή του Ιησού. Η ψυχική καθαρότητα και η πηγαία ταπεινότητά του τον έκανε αγαπητό σε όλους τους πατέρες. 
Οι ένθεες αρετές στόλιζαν την αγνή του καρδιά. Με την ανεξικακία του συμπαθούσε και τους συκοφάντες του. Τους συκοφάντες του θεωρούσε ευεργέτες του. Ο δαίμονας τον πολεμούσε κι εκείνος τον αντιπολεμούσε επιτήδεια και νικηφόρα. Δεν άφηνε το νου του να παρασυρθεί από μάταιους λογισμούς. «Δεν φθάνει που απαρνηθήκαμε τον κόσμο», έλεγε, «αλλά πρέπει να ευαρεστήσουμε και τον Θεό». Είδε τον Κύριο να του λέει πως όλοι οι μοναχοί δεν σώζονται. Δεν αιχμαλωτίσθηκε ποτέ από υλικά πράγματα. Το νου του είχε μόνιμα στραμμένο στα ουράνια. Είχε μία χάρη το πρόσωπό του. Γαλήνευε κανείς μόνο που τον έβλεπε. Είχε παιδική ψυχή, απλότητα, ακακία, αγαθότητα. Την αρετή του την έκρυβε επισταμένως. Μερικές φορές λόγω της μακαρίας απλότητάς του φανερωνόταν. 
Είχε μαθητεύσει στον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή († 1959) και ήταν επιμελής εργάτης της νοεράς προσευχής. Απλά έλεγε: «Μόνη της έρχεται μέσα μου η ευχή, δεν καταβάλλω προσπάθεια, αβίαστα την λέγω». Ευχάριστα και πρόθυμα προσευχόταν για όποιον του το ζητούσε. Οι δαίμονες, κατά το κοινώς λεγόμενο, είχαν βρει τον μπελά τους μαζί του. Η αυτομεμψία τον χαρακτήριζε, γιατί ήταν αληθινά ταπεινός. Δεν πίστευε ότι θα εισέλθει στον παράδεισο. Είχε μία φυσική ευγένεια, λεπτότητα και χάρη παντού και πάντοτε. 
Είχε μεγάλη ευλάβεια στους Αγίους Ανάργυρους, τους προστάτες της Καλύβης του. Πολλές φορές είδε τα θαύματά τους στη ζωή του και τους είχε ένθερμους και αχώριστους φίλους του, τους ονόμαζε «χρυσά παλληκάρια». Όλα του τα προβλήματα τα έλυνε διά των αγίων. Κάποτε που ήταν πολύ άρρωστος, πήγε στην εικόνα τους κι άκουσε να του λένε το εξής θαυμάσιο και αξιοπρόσεκτο: «Εμείς, Γέροντα, σε θεραπεύουμε, εάν θέλεις, αλλά αυτό δεν σε συμφέρει!». Στο τέλος της ζωής του τυφλώθηκε τελείως, φωτίσθηκαν όμως τότε πιό πολύ τα μάτια της ψυχής του. Πήγαιναν να τον παρηγορήσουν και παρηγορούνταν οι ίδιοι. Η ζωή του κύλησε μέσα σε θεία και αποκαλυπτικά οράματα. Οι επιθέσεις του πονηρού πολλές. Οι πρεσβείες των άγιων δυνατές και η σκέπη της Θεοτόκου σωστική. 
Υπόμενε ασθένειες, γηρατειά, τύφλωση γενναία. Είχε όμως κουρασθεί και ήθελε να φύγει από τη ζωή. Είχε προγευθεί ουράνιες δωρεές της θείας Χάριτος κι επιθυμούσε την αιώνια ζωή. Προσευχόμενος απήλθε της παρούσης ματαιότητος. Ανεπαύθη στις 15/28.7.1986. Ένας ιερεύς της σκήτης που έκανε σαρανταλείτουργο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του, είδε τον Γέροντα Θεοφύλακτο αναπαυμένο με πολλή δόξα σε ολόφωτο ανάκτορο… 
Ο βιογράφος του ιερομόναχος Πρόδρομος στο τέλος της ωραίας βιογραφίας του σημειώνει: «Μυρίπνοο άνθος της Χάριτος του Θεού υπήρξε και ο Γέρων Θεοφύλακτος, που με το άρωμα της αγιότητός του κατηύφρανε τους συνασκητάς του και με τους ασκητικούς του αγώνας ευλόγησε την αθωνική γη».
Πηγές-Βιβλιογραφία: 
Προδρόμου Νεοσκητιώτου μονάχου, Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης, το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος, Άγιον Όρος 2007. 
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ’ – 1956-1983, σελ. 1153-1156, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

η μπουγάδα του γέροντα…

tibet

Στο ξύλοσαπισμένο μπαλκόνι μιας μονής του Αγίου Όρους  και στα μπετόσιδερένια  του κόσμου η διάθεση της καρδιά μας είναι που αγιάζει τον τόπο και αναπαύει τον διπλανό μας.
Το παρακάτω περιστατικό έγινε στη μονή του Οσίου Γρηγορίου στο Άγιο Όρος όταν Ηγούμενος  ήταν  ο γέροντας Αθανάσιος.
¨ Κάποια φορά άκουσαν δυνατές φωνές. Βγήκαν έξω και είδαν στον κάτω όροφο κάποιον μοναχό να φωνάζει και να διαμαρτύρεται επειδή ό Γέροντας εί­χε κρεμάσει λίγα ρούχα πλυμένα και έσταζαν στον όροφό του. Ό Ηγούμενος δεν μίλησε μόνο είπε σι­γανά: «Θα σε κανονίσω», και έκοψε το σχοινί πού είχε απλωμένα τα ρούχα του για να μην απλώσει άλλη φορά τα ρούχα του εκεί. ¨
Το περιστατικό αυτό βρίσκεται στο βιβλίο “Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση ” σελ.416
Λίγα λόγια για τον γέροντα :
π. Αθανάσιος Γρηγοριάτης ( +10-1-1953)
Ο Γέροντας της ειρήνης και της υπομονής

Ο π. Αθανάσιος υπήρξε σεβάσμια μορφή που θύμιζε τους παλαιούς Πατέρες της Θηβαΐδας. Πράγματα απλά και σημαντικά όπως η γαλήνη, η ηρεμία, η έλλειψη ταραχής, η υπομονή, η εσωτερική ειρήνη και η ευγένεια στις σχέσεις του με τους άλλους, ήταν τα στοιχεία που συνέθεταν την προσωπικότητά του. Πτωχεία και στέρηση ήταν αναπόσπαστα στοιχεία στη ζωή του π. Αθανασίου, που διέθετε το διορατικό χάρισμα και γεύθηκε θείες παρηγορίες και ουράνιες χαρές.
Ως ηγούμενος στην Ι. Μ. Γρηγορίου (1924-1937)… θύμιζε μοναχούς της Μονής Στουδίου: « Πρέπει, έλεγε, να μείνουμε στύλοι ακλόνητοι εις τας παλαιάς παραδόσεις των πατέρων μας». Πάν απ’ όλα τοποθετούσε την υπομονή και την ειρήνη. Την χάρη της σιωπής προσπαθούσε να την μεταδώσει και στους υποτακτικούς του. Έλεγε συχνά: « Με τη σιωπή σώζεται κανείς από πολλά κακά».
Είχε το χάρισμα να απαλλάσσει τις ψυχές από το δαιμόνιο της λύπης. Το πετραχείλι του κάτω από το οποίο πολυάριθμες ψυχές βρήκαν παρηγοριά και ειρήνη, σώζεται σήμερα στην Ι. Μ. Γρηγορίου και συχνά ευωδιάζει. Όταν δε το αγγίξει στο κεφάλι του κάποιος μοναχός, που ταλαιπωρείται από λογισμούς λύπης και ταραχής αμέσως γαληνεύει.
Ο θάνατος του όχι μόνο δεν έσβησε τη μορφή του από τις καρδιές των υποτακτικών του, αλλά αντίθετα τη κατέστησε πιο ποθητή. Πολλές φορές στον ύπνο τους άλλοι τον είδαν να λάμπει μέσα σε θαυμαστό φως, άλλοι να βρίσκεται σε τιμητική θέση, άλλοι να λειτουργεί με εξαίρετα άμφια σε μεγαλοπρεπή ναό, άλλοι να παρουσιάζεται επιβλητικός και να τους βγάζει από κάποια δύσκολη θέση. Ο μακάριος Γέροντας υπήρξε χωρίς καμιά αμφιβολία «σκεύος χρυσίου ολοσφύρητον κεκοσμημένον παντί λίθω πολυτελεί».
( Αρχ. Χερουβείμ, Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές, Αθανάσιος Γρηγοριάτης, Εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπού – Αττικής – αποσπάσματα)

Δημοφιλείς αναρτήσεις