Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Η μορφή του Αγίου Σιλουανού

Η μορφή του Αγίου Σιλουανού
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Εμείς γνωρίσαμε τον Γέροντα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του: Οι μακροί χρόνοι της τιτάνιας μάχης με τα πάθη, είχαν περάσει. Τότε, ήταν αληθινά μέγας στο πνεύμα! Αφού μαθήτευσε στα μυστήρια του Θεού και καθοδηγήθηκε άνωθεν στον πνευματικό αγώνα, ανέβαινε πλέον με σταθερό βήμα στην απάθεια. 
Εξωτερικά ο Γέροντας ήταν απλός. Στο ανάστημα, ήταν ψηλότερος από τον μέσο άνθρωπο, αλλά όχι μεγαλόσωμος. Το σώμα του, δεν ήταν ούτε λεπτό ούτε παχύσαρκο. Ρωμαλαίος κορμός, ισχυρός λαιμός, πόδια δυνατά, συμμετρικά με τον κορμό, με μεγάλα πέλματα, χέρια εργάτη στιβαρά, με μεγάλες παλάμες και ανάλογα δάκτυλα, το πρόσωπο και το κεφάλι σε πολύ αρμονικές αναλογίες. Ωραίο, μέτριο στρογγυλό μέτωπο, μόλις μεγαλύτερο από το μήκος της μύτης. Το κάτω σαγόνι έντονο, δυνατό και αποφασιστικό, αλλά χωρίς αισθησιασμό και σκληρότητα. Μάτια βαθύχρωμα, όχι μεγάλα, βλέμμα επιεικές, προσεκτικό, διορατικό, πολλές φορές κουρασμένο από την πολλή αγρυπνία και τα δάκρυα. Φρύδια χαμηλά, ευθυτενή. Τα μαλλιά μαύρα, ως τα γηρατειά, μάλλον πυκνά. Τον φωτογράφησαν μερικές φορές, αλλά χωρίς επιτυχία. Τα ισχυρά, ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου του αποτυπώνονταν σκληρά, ενώ στην πραγματικότητα είχε όψη πραεία, συμπαθητική, με γαλήνιο βλέμμα. Το πρόσωπο, ωχρό από τον λίγο ύπνο και την πολλή νηστεία, συχνά γεμάτο κατάνυξη, αλλά ουδέποτε τραχύ. 
Έτσι ήταν συνήθως, αλλά καμιά φορά άλλαζε και γινόταν αγνώριστος! Το χλωμό, καθαρό πρόσωπό του, έπαιρνε τέτοια φωτισμένη έκφραση, γινόταν τόσο καταπληκτικό, που δεν είχες την δύναμη να το ατενίσεις: τα μάτια χαμήλωναν! Ακουσίως, ερχόταν στην μνήμη η Αγία Γραφή που λέει, πως, εξαιτίας της δόξας του προσώπου του Μωϋσή, ο λαός φοβόταν να τον ατενίσει. 
Η ζωή του Γέροντα ήταν μετρίως αυστηρή, με τέλεια αδιαφορία για την εξωτερική εμφάνιση και μεγάλη αφροντισιά για το σώμα. Ντυνόταν με χοντροφτιαγμένα ενδύματα, όπως οι εργάτες μοναχοί, και φορούσε πολλά ενδύματα ακόμη και το καλοκαίρι, επειδή την εποχή που έδειχνε πλήρη αδιαφορία για το σώμα του, συχνά αρρώσταινε και υπέφερε από ρευματισμούς. Κατά την διαμονή του στο «Παλαιό Ρωσικό» έπαθε ψύξη στο κεφάλι και μαρτυρικοί πονοκέφαλοι τον ανάγκαζαν να μένει πολλές φορές ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Εκείνη την εποχή, για να έχει μεγαλύτερη απομόνωση, περνούσε τις νύχτες έξω από τα τείχη της κυρίως Μονής, στην γωνιά μιας αποθήκης τροφίμων που διαχειριζόταν. 
Αυτή ήταν η απλή και ταπεινή εξωτερική εμφάνιση αυτού του ανθρώπου. Να μιλήσουμε, όμως, για τον χαρακτήρα και την εσωτερική του μορφή, είναι και πρόβλημα και για την διήγηση!
Στα χρόνια εκείνα, που μας δόθηκε η ευκαιρία να τον παρακολουθήσουμε, παρουσίαζε μία εξαιρετική αρμονία των ψυχικών και σωματικών του δυνάμεων. 
Ήταν ολιγογράμματος. Όταν ήταν μικρός, πήγε στο σχολείο του χωριού του μόνο για «δυο χειμώνες», αλλά από την συνεχή ανάγνωση και ακρόαση στον Ναό της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραφών των Αγίων Πατέρων, αναπτύχθηκε πολύ. Και, σε ό,τι σχετιζόταν με την πνευματική ασκητική ζωή, έδινε εντύπωση εγγράμματου ανθρώπου. Είχε εκ φύσεως οξύ, δημιουργικό νου, και η μακροχρόνια εμπειρία του πνευματικού αγώνα, της εσωτερικής Νοεράς Προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών, αλλά και των εξαιρετικών Θείων επισκέψεων, τον έκαναν σοφό και οξυδερκή, περισσότερο από το συνηθισμένο. 
Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν άνθρωπος με αληθινά τρυφερή καρδιά, ευαίσθητη στην αγάπη, με σπάνια λεπτότητα και συμπόνια στην θλίψη και στον πόνο, χωρίς όμως κανένα ίχνος αρρωστημένης συναισθηματικότητας. Το αδιάκοπο βαθύ πνευματικό πένθος, ποτέ δεν μεταβαλλόταν σε συναισθηματικά κλαυθμηρίσματα. Η ακοίμητη εσωτερική ένταση, δεν είχε ούτε σκιά νευρικότητας. Αξιοθαύμαστη είναι και η μεγάλη σωφροσύνη αυτού του μεγαλόσωμου και δυνατού άνδρα. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του, ακόμη και τον παραμικρό λογισμό που θα δυσαρεστούσε τον Θεό. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, η συμπεριφορά και οι σχέσεις του προς όλους τους ανθρώπους ήταν εντελώς ελεύθερες και φυσικές, με αγάπη και απλότητα, ανεξάρτητα από την θέση και τον τρόπο της ζωής τους. Μέσα του, δεν υπήρχε ούτε σκιά αποστροφής, ακόμη και για ανθρώπους με ρυπαρή ζωή –στο βάθος της ψυχής του, όμως, θλιβόταν για τις πτώσεις τους, όπως λυπάται ο πατέρας ή η μητέρα για τις αποτυχίες των αγαπημένων τους παιδιών. 
Δεχόταν και υπέμενε τους πειρασμούς με μεγάλη ανδρεία. Ήταν άνθρωπος τελείως άφοβος και ελεύθερος και, συγχρόνως, δεν υπήρχε μέσα του ούτε ίχνος θρασύτητας. Ήταν άφοβος, αλλά ζούσε με φόβο Θεού. Φοβόταν πραγματικά να μην Τον λυπήσει, έστω και με έναν κακό λογισμό. Ήταν άνθρωπος μεγάλης ανδρείας και, συγχρόνως, εξαιρετικής πραότητας: συνδυασμός σπάνιος και με ασυνήθιστη ομορφιά. 
Ο Γέροντας είχε βαθειά, γνήσια ταπείνωση, και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Του άρεσε να δίνει το προβάδισμα στους άλλους, του άρεσε να είναι κατώτερος, να χαιρετά πρώτος, να ζητά ευλογία από τους κληρικούς, κυρίως από τους επισκόπους και τον ηγούμενο και, όλ’ αυτά, χωρίς καμία ανθρωπαρέσκεια ή κολακεία. Τιμούσε ειλικρινά όσους είχαν αξίωμα ή θέση, καθώς και τους μορφωμένους, αλλά ποτέ δεν είχε μέσα του αίσθημα φθόνου ή μειονεκτικότητας. Ίσως γιατί γνώριζε βαθιά, πόσο εφήμερα είναι κάθε κοσμική θέση, εξουσία, πλούτος, ακόμη και επιστημονική γνώση. Γνώριζε «πόσο πολύ αγαπά ο Κύριος τον λαό Του». Και από αγάπη για τον Θεό και τους ανθρώπους, τιμούσε αληθινά και σεβόταν κάθε άνθρωπο. 
Η εξωτερική συμπεριφορά του ήταν απλή και συγχρόνως αυτό που κυρίως τον χαρακτήριζε ήταν η εσωτερική ευγένεια, η «αριστοκρατικότητα», αν θέλετε, στην πιο σωστή σημασία της λέξεως. Σε όποιες συνθήκες και αν τον συναντούσε κανείς, ακόμη και ο άνθρωπος με την λεπτότερη διαίσθηση, δεν μπορούσε να παρατηρήσει σε αυτόν άξεστες κινήσεις της καρδιάς: αντιπάθεια, απροσεξία, περιφρόνηση, προσποίηση και τα παρόμοια. Ήταν άνθρωπος πράγματι ευγενικός, όπως μπορεί να είναι μόνο ο χριστιανός. 
Ο Γέροντας ποτέ δεν γελούσε δυνατά. Ποτέ δεν μιλούσε διφορούμενα. Δεν περιγέλασε, ούτε αστειεύθηκε άλλους ανθρώπους. Στο συνήθως σοβαρό, γαλήνιο πρόσωπό του, ζωγραφιζόταν καμιά φορά ένα ελαφρύ χαμόγελο, χωρίς να ανοίγονται τα χείλη (εκτός και αν μιλούσε). 
Αντιστεκόταν στους πειρασμούς και τους υπέμενε με μεγάλη ανδρεία. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέση μέσα του. Παρά την φανερή απλότητα, την σπάνια διαλλακτικότητα και την υπακοή, ήταν απολύτως αντίθετος με κάθε τι ψεύτικο, πονηρό και άσχημο. Σε αυτόν δεν συναντούσες κατάκριση, χυδαιότητα, μικρότητα και τα παρόμοια. Εδώ φαινόταν η έμμονη ακαμψία του, αλλά με τρόπο, που να μην στεναχωρεί αυτόν που αμαρτάνει. Πρόσεχε μάλιστα να μην τον προσβάλει, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά κυρίως ούτε και με την κίνηση της καρδιάς του, γιατί ο λεπτός ο άνθρωπος αισθάνεται και τις κινήσεις της ακόμη. Αυτό το κατάφερνε με εσωτερική προσευχή και ησυχία, χωρίς να επηρεάζεται από οποιαδήποτε δυστροπία.
Είχε σπάνια δύναμη θελήσεως, χωρίς πείσμα. Είχε απλότητα, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία με πραότητα και προσήνεια. Ταπείνωση και υπακοή, χωρίς δουλοπρέπεια και ανθρωπαρέσκεια. Ήταν αληθινά άνθρωπος, εικόνα και ομοίωση Θεού. 
Ωραίος είναι ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου Θεού!...
Αλλά, δεν υπάρχει τίποτε πιο θαυμάσιο από τον άνθρωπο·
τον αληθινό άνθρωπο·
τον υιό του Θεού!!..

«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»·
Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής
Τιμίου Προδρόμου·

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Είναι απαραίτητον εις το κακόν να εύρη δι’ εαυτό δικαίωσιν, να εμφανισθή ενδεδυμένον το ένδυμα του αγαθού, και ουχί σπανίως και του υψίστου αγαθού.





Η ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Καθώς την δευτέραν εντολήν εθεώρει ο Γέρων ως την ασφαλή καθοδηγητικήν αρχήν προς έλεγχον του αληθούς της πορείας ημών προς τον Θεόν, ούτω και δια την διάκρισιν του καλού και του κακού η ασφαλής ένδειξις είναι ουχί τοσούτον ο άγιος και υψηλός κατά την εξωτερικήν αυτού διατύπωσιν σκοπός, όσον τα μέσα, άτινα εκλέγονται δια την πραγματοποίησιν του σκοπού τούτου.

Απόλυτος είναι μόνον ο Θεός. Το κακόν, μη όν αυθύπαρκτον αλλ’ απλώς αντίθεσις του ελευθέρου δημιουργήματος κατά της ανάρχου Υπάρξεως, του Θεού, δεν δύναται να είναι απόλυτον. Δια τούτο το κακόν εις καθαράν, τουτέστιν απόλυτον, μορφήν δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη. Πάν κακόν, τελούμενον υπό των ελευθέρων κτισμάτων, ζη αναγκαίως ως παράσιτον επί του «σώματος» του αγαθού. Είναι απαραίτητον εις το κακόν να εύρη δι’ εαυτό δικαίωσιν, να εμφανισθή ενδεδυμένον το ένδυμα του αγαθού, και ουχί σπανίως και του υψίστου αγαθού. Το κακόν αναμιγνύεται πάντοτε και αναποφεύκτως μετά τινος δόσεως θετικής αναζητήσεως, και ένεκα τούτο «πλανά» τον άνθρωπον. Την θετικήν αυτού άποψιν το κακόν προσπαθεί να παρουσιάση εις τον άνθρωπον ως αξίαν τοσούτον σπουδαίαν, ώστε δια την επιτυχίαν αυτής να είναι επιτρεπτά όλα τα μέσα.

Εις την εμπειρικήν ύπαρξιν του ανθρώπου το απόλυτον καλόν δεν επιτυγχάνεται. Εν παντί ανθρωπίνω εγχειρήματι υπάρχει δόσις τις ατελείας. Η ύπαρξις ατελειών εις το ανθρώπινον καλόν αφ’ ενός, και η αναπόφευκτος παρουσία του αγαθού προσχήματος εν τω κακώ αφ’ ετέρου, καθιστούν δυσχερή την διάκρισιν του καλού από του κακού.

Επίστευεν ο Γέρων ότι το κακόν πάντοτε ενεργεί «δια της απάτης», δι’ επικαλύμματος καλού, ενώ το καλόν δεν έχει ανάγκην της συνεργασίας του κακού δια την πραγμάτωσιν αυτού, και δια τούτο, όπου εμφανίζονται κακά μέσα (πονηρία, ψεύδος, βία, και τα όμοια), εκεί άρχεται περιοχή ξένη προς το πνεύμα του Χριστού. Το καλόν δεν επιτυγχάνεται δια κακών μέσων, ούτε ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. «Το καλόν ουκ έστι καλόν, αν μη καλώς γένηται». Αύτη είναι η διαθήκη την οποίαν παρέδωκαν εις ημάς οι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες. Εάν ενίοτε νικά το καλόν και δια της εμφανίσεως αυτού διορθώνη το κακόν, θα ήτο σοβαρόν σφάλμα  να σκέπτηται τις ότι το κακόν ωδήγησεν εις το καλόν, ότι το καλόν υπήρξεν αποτέλεσμα του κακού. Τούτο είναι αδύνατον. Η δύναμις όμως του Θεού είναι τοιαύτη, ώστε, εκεί όπου εμφανίζεται, να ιατρεύη το παν, διότι ο Θεός είναι πλήρωμα της ζωής και δημιουργεί την ζωήν εκ του μηδενός.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ 
Μετάφρασις εκ του ρωσικού
υπό του ιδίου του συγγραφέως
και του Ιερομ. Ζαχαρίου

σελ.156-158 

Ο κόσμος συγκρατείται με τις προσευχές των Αγίων και, όταν εξασθενήσει η προσευχή, τότε ο κόσμος θα χαθεί…



Ο κόσμος συγκρατείται με τις προσευχές των Αγίων και, όταν εξασθενήσει η προσευχή, τότε ο κόσμος θα χαθεί… θα πεις, ίσως, ότι τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι μοναχοί, που να προσεύχονται διακαώς για όλο τον κόσμο. Εγώ, όμως, θα σου πω πως, όταν θα λείψει από τη γη αυτή η προσευχή, τότε ο κόσμος θα χαθεί, θα έλθουν μεγάλης οδύνες, που και τώρα υπάρχουν. σελ.284  
Για πολλά χρόνια η ζωή του γέροντα ήταν προσευχή για τον κόσμο και με άγνωστο σε μας τρόπο η χάρη του Θεού τον πληροφορούσε πως, όσο ακόμα θα υπάρχει στον κόσμο τέτοια αγάπη και προσευχή, ο κόσμος θα διαφυλάσσεται από το Θεό, αλλά, όταν λείψει τελείως από το πρόσωπο της γης η αγάπη για τους εχθρούς τότε ο κόσμος θα χαθεί στο πυρ της γενικής συρράξεως. σελ 287


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ 
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ 

Η δύναμη της προσευχής 
για τον κόσμο

Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ - Τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη


Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ
Τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη



Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, ἐγνώριζε στόν Παράδεισο τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι, μετά τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο γιά τό ἁμάρτημά του, ἐγκαταλειμμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρά καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς στεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του. Ἡ ψυχή του βασανιζόταν μέ τή σκέψη: «Ἐλύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό». Δέν μετάνοιωνε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού τραβᾶ ἀχόρταγα τήν ψυχή στό Θεό. 
Τό ἴδιο καί κάθε ψυχή πού γνώρισε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τό Θεό κι ὕστερα ἔχασε τή χάρη, δοκιμάζει τό ἀδαμιαῖο πένθος. Θλίβεται ἡ ψυχή καί μεταμελεῖται σφοδρῶς, ὅταν προσβάλη τόν ἀγαπημένο Κύριο. 
Βασανιζόταν κι ὀδυρόταν στή γῆ ὁ Ἀδάμ κι ἡ γῆ δέν τοῦ ἔδινε χαρά. Νοσταλγοῦσε τό Θεό κι ἐφώναζε: 
Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί Τόν ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μήν Τόν ζητῶ; 
Ὅταν ἤμουν μαζί Του, ἀγαλλόταν εἰρηνικά ἡ ψυχή μου καί ἤμουν ἀπρόσιτος γιά τούς ἐχθρούς. 
Τώρα ὅμως ἀπέκτησε ἐξουσία πάνω μου τό πονηρό πνεῦμα καί κλονίζει καί τυραννεῖ τήν ψυχή μου. Γι᾽ αὐτό λυώνει ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο μέχρι θανάτου. Τό πνεῦμα μου ὁρμᾶ πρός τό Θεό καί τίποτε τό γήϊνο δέν μέ παρηγορεῖ· κι ἡ ψυχή μου δέν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, ἀλλά ποθεῖ διψασμένα νά Τόν δῆ καί νά Τόν ἀπολαύση ὡσότου χορτάση. Δέν μπορῶ νά Τόν λησμονήσω οὔτε στιγμή κι ἀπό τόν πολύ μου πόνο στενάζω καί ὀδύρομαι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τό παραπεσόν Σου πλάσμα». 
Ἔτσι ὀδυρόταν ὁ Ἀδάμ κι ἔτρεχαν ποτάμι τά δάκρυα ἀπό τό πρόσωπό του κι ἔπεφταν στό στῆθος του καί στή γῆ. 
Μέ δέος ἄκουγε ὅλη ἡ ἔρημος τούς στεναγμούς του. 
Ζῶα καί πουλιά σιωποῦσαν ἀπό θλίψη. 
Κι ὁ Ἀδάμ ὀδυρόταν, γιατί μέ τό ἁμάρτημά του στερήθηκαν ὅλοι τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη. 
Ἦταν μεγάλη ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἐξορία του ἀπό τόν Παράδεισο. Σάν εἶδε ὅμως τό γυιό του Ἄβελ σκοτωμένο ἀπό τόν Κάϊν, αὐξήθηκε ἀκόμα πιό πολύ ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι ἔκλαιγε: 
«Ἐξ ἐμοῦ λαοί ἐξελεύσονται καί πληθυνθήσονται ἐπί τῆς γῆς· κι ὅλοι θά ὑποφέρουν, θά ζοῦν μέσα στήν ἔχθρα καί στόν ἀλληλοσκοτωμό». 
Κι ἦταν ἡ θλίψη του μεγάλη σάν τόν ὠκεανό· καί τήν καταλαβαίνουν μόνον οἱ ψυχές πού γνώρισαν τόν Κύριο καί τήν ἀνείπωτη ἀγάπη Του. 
Κι ἐγώ ἔχασα τή χάρη καί φωνάζω μαζί μέ τόν Ἀδάμ: 
«Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δῶσε μου πνεῦμα ταπεινώσεως καί ἀγάπης».
Ὤ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Ὅποιος σέ γνώρισε, σ᾽ ἀναζητεῖ ἀκούραστα καί φωνάζει μέρα καί νύχτα: 
«Σέ ποθῶ, Κύριε, καί Σ᾽ ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μή Σέ ζητῶ; Ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά Σέ γνωρίσω μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι αὐτή ἡ θεία γνώση τραβᾶ ἀδιάκοπα τήν ψυχή μου κοντά Σου». 
Θρηνεῖ ὁ Ἀδάμ: 
«Δέν μέ τέρπει ἡ σιγή τῆς ἐρήμου.
Δέν μέ τραβοῦν τῶν βουνῶν τά ψηλώματα.
Δέν μ᾽ ἀναπαύει ἡ ὀμορφιά τῶν δασῶν καί τῶν λειβαδιῶν.
Δέν καταπραΰνει τόν πόνο μου τῶν πουλιῶν τό κελάδημα.
Τίποτε, τίποτε δέν μοῦ δίνει τώρα χαρά,
Ἡ ψυχή μου ράγισε ἀπό τήν πολύ στενοχώρια.
Τόν ἀγαπημένο Θεό μου ἐπρόσβαλα.
Κι ἄν μέ ξανάπαιρνε στόν παράδεισο ὁ Κύριος καί ἐκεῖ θά
θρηνοῦσα λυπητερά, πονεμένα
Γιατί πίκρανα τόν ἀγαπημένο μου Θεό».
Διωγμένος ἀπό τόν Παράδεισο ὁ Ἀδάμ ἀνάβλυζε πηγές ἀπό δάκρυα ἀπό τήν πληγωμένη του καρδιά. Τό ἴδιο κάθε ψυχή πού γνώρισε τόν Κύριο θρηνεῖ γι᾽ Αὐτόν καί λέει:
«Ποῦ εἶσαι, Κύριε;
Γιατί κρύβεις τό πρόσωπό Σου;
Πολύν καιρό τώρα δέν βλέπει τό Φῶς Σου ἡ ψυχή μου καί
Σ᾽ ἀποζητᾶ θλιμμένη.
Ποῦ εἶναι ὁ Κύριός μου;
Γιατί δέν Τόν βλέπω στήν ψυχή μου;
Τί Τόν ἐμποδίζει νά κατοικεῖ ἐντός μου;
Δέν ὑπάρχει μέσα μου, λοιπόν, ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς.
Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ἄπειρη καί ἀνερμήνευτη».

Πορευόταν πάνω στή γῆ ὁ Ἀδάμ καί δάκρυζε ἀπό τό σφίξιμο τῆς καρδιᾶς καί μέ τό νοῦ συλλογιζόταν ἀδιάκοπα τό Θεό. Κι ὅταν τό ταλαιπωρημένο του σῶμα δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε φλογιζόταν γιά τό Θεό τό πνεῦμα του, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήση τόν Παράδεισο καί τήν ὡραιότητά του. Ἀγαποῦσε ὅμως ὅλο καί πιό πολύ τό Θεό ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν. 
Ψάλλε μας, Ἀδάμ, τοῦ Κυρίου τό ἄσμα, γιά νά χαρῆ ἡ καρδιά μου γιά τόν Κύριο καί νά σηκωθῆ νά Τόν ὑμνήση καί νά Τόν δοξολογήση, ὅπως Τόν δοξάζουν στούς οὐρανούς τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν. 
Τραγούδησέ μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, τήν ὠδή τοῦ Κυρίου, γιά νά τήν ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ὑψώσουν ὅλα τά παιδιά σου τό νοῦ τους στό Θεό καί νά αἰσθανθοῦν τήν γλυκύτητα τοῦ οὐράνιου ὕμνου, ξεχνώντας τίς θλίψεις τῆς γῆς. 
Πές μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου γιά τόν Κύριο. Ἡ ψυχή σου ἐγνώριζε τόν Θεό, ἐγνώριζε καί τή γλυκύτητα καί τήν ἀγαλλίαση τῆς Ἐδέμ, καί τώρα κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τή δόξα τοῦ Κυρίου. 
Πές μας, πῶς δοξάζεται ὁ Κύριός μας γιά τά πάθη Του καί πῶς ψάλλονται οἱ ὠδές στούς οὐρανούς καί πόσο γλυκειές εἶναι αὐτές οἱ ὠδές πού τραγουδιοῦνται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. 
Μίλα μας γιά τή δόξα τοῦ Κυρίου καί πόσο σπλαγχνικός εἶναι. 
Μίλησέ μας καί γιά τήν ἁγία Θεοτόκο. Πῶς μεγαλύνεται στούς οὐρανούς καί μέ ποιούς ὕμνους τήν μακαρίζουν. 
Πές μας πῶς ἀγάλλονται ἐκεῖ οἱ Ἅγιοι καί πῶς τούς καταυγάζει ἡ χάρη· πῶς ἀγαποῦν τόν Κύριο καί μέ ποιάν ἅγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στό θρόνο Του. 
Παρηγόρησε, Ἀδάμ, καί χαροποίησε τίς θλιμμένες μας ψυχές. 
Διηγήσου μας, τί βλέπεις στούς οὐρανούς; 
Δέν ἀποκρίνεσαι; Γιατί αὐτή ἡ σιγή; 
Νά, θλίβεται ὅλη ἡ γῆ. 
Ἤ ἀπό τή Θεία ἀγάπη δέν μπορεῖς οὔτε κἄν νά μᾶς θυμηθῆς; 
Ἤ βλέπεις τή Θεομήτορα στή δόξα της καί δέν μπορεῖς νά ἀποχωριστῆς ἀπ᾽ αὐτή τήν οὐράνια ὀπτασία; Καί γι᾽ αὐτό ἀφήνεις τά θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργῆς, γιά νά ξεχάσωμε τά δεινά τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας; 
Ἀδάμ, πατέρα μας, δέν ἀποκρίνεσαι; 
Ἐσύ βλέπεις τή θλίψη τῶν γυιῶν σου στή γῆ. 
Γιατί τάχα αὐτή ἡ σιωπή; 
Ὁ Ἀδάμ λέγει: 
«Ἀφῆστε με στήν εἰρήνη, ἀγαπητά μου παιδιά. Δέν μπορῶ ν᾽ ἀποχωριστῶ ἀπό τή θέα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή μου λαβώθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καί σκιρτᾶ μέ τήν ἀγαθότητά Του. Ὅσοι ζοῦν στό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Δεσπότη δέν μποροῦν νά θυμηθοῦν τά γήϊνα». 
- Ἀδάμ, πατέρα μας, μᾶς ἐγκατέλειψες, τά ὀρφανά παιδιά σου, ἐνῶ βυθιζόμαστε στήν ἄβυσσο τῶν δεινῶν τῆς γῆς; Πές μας, τουλάχιστον, πῶς μποροῦμε νά εὐαρεστήσωμε στό Θεό; 
Ἄκουσε τά παιδιά σου, πού εἶναι σκορπισμένα σ᾽ ὅλη τή γῆ. Ὁ νοῦς τους εἶναι συγχυσμένος καί δέν μπορεῖ νά συλλάβη τό Θεῖο, καί πολλοί ἀποστάτησαν ἀπό τό Θεό καί ζώντας στό σκοτάδι πορεύονται στίς ἀβύσσους τοῦ ἅδη. 
- Μή διακόπτετε τήν ἔκστασή μου. Βλέπω τή Θεομήτορα δοξασμένη καί δέν μπορῶ ν᾽ ἀποσπάσω τό νοῦ μου ἀπό τή θεϊκή τούτη θεωρία καί νά σᾶς μιλήσω. 
Βλέπω καί τούς ἅγιους Προφῆτες καί Ἀποστόλους κι ἐκπλήττομαι πῶς μοιάζουν ὅλοι τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. 
Περπατῶ στήν Ἐδέμ καί, νά, παντοῦ ἡ δόξα τοῦ Κυρίου, γιατί Αὐτός ζῆ μέσα μου καί μ᾽ ἔκανε ὅμοιο μέ τόν Ἑαυτό Του. 
Ἔτσι δοξάζει ὁ Κύριος τόν ἄνθρωπο. 
- Μίλησέ μας, Ἀδάμ· εἴμαστε παιδιά σου κι ὑποφέρουμε στή γῆ. 
Πές μας, πῶς μποροῦμε νά κληρονομήσωμε τόν παράδεισο, γιά νά βλέπωμε κι ἐμεῖς, ὅπως καί σύ, τή δόξα τοῦ Κυρίου; Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν γιά τόν Κύριο, ἐνῶ σύ χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι στούς οὐρανούς μέ τή θεία δόξα. 
Σέ ἱκετεύομε, παρηγόρησέ μας. 
- Γιατί φωνάζετε πρός ἐμένα, παιδιά μου; Ὁ Κύριος σᾶς ἀγαπᾶ καί σᾶς ἔδωσε σωτήριες ἐντολές. Τηρήσατε τίς ἐντολές καί ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, κι ἔτσι θά βρῆτε τήν ἀνάπαυση κοντά στό Θεό. 
Μετανοεῖτε κάθε ὥρα γιά τά παραπτώματά σας, γιά νά ἀξιωθῆτε νά συναντήσετε τό Χριστό. Ὁ Κύριος εἶπε: 
«Ἀγαπῶ ὅσους μέ ἀγαποῦν καί θά δοξάσω ὅσους μέ δοξάζουν». 
- Ὤ Ἀδάμ, πρέσβευε γιά μᾶς, τά παιδιά σου. Ἡ ψυχή μας εἶναι γεμάτη πόνο ἀπό τίς πολλές μας θλίψεις. 
- Ἀδάμ, πατέρα μας, σύ κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τόν Κύριο νά κάθεται δοξασμένος στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ἐσύ βλέπεις τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλους τούς Ἁγίους. Ἐσύ ἀκοῦς τά οὐράνια ἄσματα καί ἡ γλυκύτητά τους ἀπορροφᾶ τήν ψυχή σου. Ἐμεῖς ὅμως λαχταροῦμε γιά τό Θεό ἀκατάπαυστα, σκυθρωποί καί στερημένοι τή χάρη. 
Τραγούδησέ μας κάτι ἀπό τίς ὠδές πού ἀκοῦς στούς οὐρανούς, γιά νά τ᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ξυπνήσουν ὅλοι ἀπό τό θανατερό λήθαργο. 
- «Μή μέ κουράζετε, παιδιά μου. Ὁ καιρός τῶν δικῶν μου θλίψεων πέρασε. Ἡ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ τρυφή τοῦ Παραδείσου μ᾽ ἐμποδίζουν νά γυρίσω τήν προσοχή μου στή γῆ. Ἀλλά καί πάλι θά σᾶς πῶ: 
Σᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος καί ζήσετε κι ἐσεῖς μέ ἀγάπη. Νά πείθεσθε στούς προϊσταμένους σας, νά ταπεινώνετε τίς καρδιές σας, καί τότε θά κατοικήση μέσα σας Πνεῦμα Θεοῦ. Αὐτό ἔρχεται ἤρεμα καί δίνει εἰρήνη στήν ψυχή καί μαρτυρεῖ γιά τή σωτηρία της χωρίς λόγια. 
Ψάλλετε ὕμνους στό Θεό μέ ἀγάπη καί πνευματική ταπείνωση, γιατί ὁ Κύριος χαίρετε μ᾽ αὐτό. 
- Ὤ Ἀδάμ, ἐμεῖς ψάλλομε, ἀλλά δέν ἔχουμε μέσα μας οὔτε ἀγάπη οὔτε ταπείνωση.
- Μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε. Κι ἐγώ μετανοοῦσα γιά πολύν καιρό καί στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τό Θεό καί γιατί μέ τά δικά μου ἁμαρτήματα χάθηκε ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς. Τά δάκρυά μου χύνονταν στό πρόσωπό μου καί πότιζαν τό στῆθος μου κι ἔπεφταν στή γῆ· κι ὅλη ἡ ἔρημος ἄκουγε τούς στεναγμούς μου. 
Ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά ἐννοήσετε τό βάθος τῆς θλίψεώς μου, οὔτε πῶς ὀδυρόμουν γιά τό Θεό καί τόν Παράδεισο. Στόν Παράδεισο ἤμουν καταχαρούμενος. Μέ εὔφραινε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν ὅμως διώχτηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μ᾽ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μ᾽ ἀποφεύγουν· οἱ κακοί λογισμοί σπάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· ὁ ἥλιος μ᾽ ἔκαιγε καί μ᾽ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στό Θεό. 
Καί ἐσεῖς, παιδιά μου, ὑπομείνετε τούς πόνους τῆς μετάνοιας· ἀγαπᾶτε τίς θλίψεις, ἀποξηραίνετε τά σώματά σας μέ ἄσκηση καί ἐγκράτεια, ταπεινῶστε τόν ἑαυτό σας κι ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς, γιά νά κατοικήση μέσα σας τό Ἅγιο Πνεῦμα. 
Τότε θά γνωρίσετε καί θά βρῆτε τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. 
Μήν ταράζετε ὅμως τήν εἰρήνη μου. Ἀπό τή θεία ἀγάπη δέν μπορῶ τώρα νά στραφῶ πρός τή γῆ. Ξέχασα ὅλα τά ἐπίγεια. Ξέχασα ἀκόμα κι αὐτόν τόν Παράδεισο πού ἔχασα, γιατί βλέπω τήν αἰώνια δόξα τοῦ Κυρίου καί τή δόξα τῶν Ἁγίων, πού τό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ τούς κάνει νά λάμπουν κι οἱ ἴδιοι σάν κι Αὐτόν.
- Ψάλλε, Ἀδάμ, ψάλλε μας τόν οὐράνιο ὕμνο, γιά ν᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά νοιώση τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ποθοῦμε πολύ ν᾽ ἀκούσωμε αὐτούς τούς γλυκούς ὕμνους, γιατί ψάλλονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. 
Ὁ Ἀδάμ ἔχασε τόν ἐπίγειο Παράδεισο καί τόν ἀναζητοῦσε μέ θρήνους: 
«Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Κι ὁ Κύριος μέ τήν ἀγάπη Του στό σταυρό τοῦ χάρισε ἄλλο Παράδεισο, καλύτερον ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχασε, στούς οὐρανούς, ὅπου εἶναι τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος. 
Ἀρχιμ. Σωφρονίου
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2024

Κάθε στροφή προς τον εαυτό μας μειώνει ή και παύει τη διαμονή στο φως της θεότητας

"Κάθε στροφή προς τον εαυτό μας μειώνει ή και παύει τη διαμονή στο φως της θεότητας και γι' αυτό όποιος γνώρισε την αγάπη του Θεού και συγχρόνως την πίκρα για την απώλεια αυτή αποστρέφεται με οργή καθετί που οδηγεί στην απώλεια αυτή."



πηγή video : Διδαχές Αγίων 

Ομιλούντες περί του πληρώματος της πανανθρωπίνης πείρας, είμεθα πεπεισμένοι ότι είναι εφικτή εις τον άνθρωπον υπό οιασδήποτε συνθήκας· ούτω και ο μοναχισμός ως τοιούτος δεν αποτελεί εξαίρεσιν της γενικής καταστάσεως. Εις έκαστον εξ ημών εδόθη η ιδία εντολή· εν άλλοις λόγοις, ουδείς εξ ημών είναι ηδικημένος ενώπιον του Θεού, αλλά πάντες τιμώνται κατ’ ίσον μέτρον. Εις  έκαστον εξ ημών εδόθη και το αυτό «ποσόν», εάν δυνάμεθα να εκφρασθώμεν ούτως, δια του οποίου αποκτάται η εσχάτη εφικτή εις τον άνθρωπον τελειότης της αγάπης, το τίμημα της οποίας δια πάντας και δι’ έκαστον είναι το αυτό: να μη φεισθή εαυτού εις τέλος. Τούτο δεν σημαίνει μόνον να «ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου και παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσωμαι» (Α’ Κορ. ιγ’ 3), αλλά να αποταχθώ «πάσι τοις εμαυτού υπάρχουσιν» (πρβλ. Λουκ. ιδ’ 33) εν τοις ορίοις του κτιστού μου είναι, εν τω χωρισμώ αυτού από του Θεού, εν τη εγωϊστική μονώσει και αντιθέσει αυτού προς τον πλησίον, τον συνάνθρωπον. 
Ίσως είπη τις: Δεν είναι άραγε υπερβολική αξίωσις να λέγωμεν ότι η χριστιανική πείρα εξαντλεί το πλήρωμα της πανανθρωπίνης υπάρξεως; Δεν είναι και η πείρα αύτη, ως και αι άλλαι, απλώς μία εκ των πολλών πλευρών της ατελευτήτως πλουσίας κοσμικής υπάρξεως, ήτις συναποτελείται εκ πολλών σφαιρών πραγματικοτήτων, εφικτών εις το έν ή το άλλο είδος πείρας, επί παραδείγματι, η μία εις την επιστήμην, η άλλη εις την τέχνην, η τρίτη εις την φιλοσοφίαν, η τετάρτη εις τον πανθεϊσμόν, η πέμπτη εις τον χριστιανισμόν κ.ο.κ.; Πραγματευόμενοι περί της εξαντλήσεως των δυνατοτήτων της ανθρωπίνης υπάρξεως, στηριζόμεθα επί της θέσεως ότι η ύπαρξις παντός λογικού κτιστού όντος κινείται μεταξύ δύο ορίων: το έν, η προς τον Θεόν αγάπη έως του καθ’ εαυτού μίσους· το άλλο, η προς εαυτόν αγάπη έως του κατά του Θεού μίσους. Ουδέν των λογικών όντων δύναται να εξέλθη των ορίων τούτων, εν ουδεμιά των πράξεων αυτού. Παν ό,τι τελείται εν τη προσωπική ημών υπάρξει προέρχεται εκ της πνευματικής ημών αυτοδιαθέσεως, ακριβώς εντός των ορίων αυτών, ασχέτως αν αντιλαμβανώμεθα τούτο δια του λογικού, ή αν η αυτοδιάθεσις αύτη τελήται εν τω ακαθορίστω εκείνω βάθει του πνεύματος ημών, οπόθεν εκπηγάζει και αυτή αύτη η λογική ημών σκέψις. Εις τον καθορισμόν και των δύο άλλων ορίων βλέπομεν τας αυτάς λέξεις  -αγάπη και μίσος- αλλ’ εις διάφορον λογικήν ακολουθίαν, εις διάφορον συσχετισμόν. Η διαφορά όμως ενταύθα δεν έγκειται μόνον εις της ακολουθίαν, αλλά και εις την βαθείαν σημασίαν αυτών των λέξεων. Εν τη πρώτη περιπτώσει, η αγία και τελεία αγάπη, και το άγιον και τέλειον μίσος. Εν τη δευτέρα, η αμαρτωλός φιλαυτία και το αμαρτωλόν μίσος. Το πρώτον μίσος είναι αποτέλεσμα του πληρώματος της προς τον Θεόν αγάπης, της πλήρους συγκεντρώσεως πασών των δυνάμεων του είναι ημών εις τον Θεόν, μέχρι λήθης εαυτού, μέχρις απροθυμίας στροφής προς εαυτόν. Η απροθυμία αύτη της προς εαυτόν στροφής λαμβάνει κατηγορηματικόν χαρακτήρα, και τότε ορίζεται ως «οργή», είτε ως «μίσος» καθ’ εαυτού. Πάσα προς εαυτόν στροφή μειοί ή και παύει την διαμονήν εις το φως της Θεότητος, και δια τούτο ο γνωρίσας την αγάπην του Θεού και συγχρόνως την πικρίαν της απωλείας αυτής αποστρέφεται εν οργή παν ό,τι οδηγεί εις την απώλειαν ταύτην. Εντελώς διαφόρως δέον όπως ομιλώμεν περί του κατά του Θεού μίσους. Οι αγαπώντες εαυτούς έως του κατά του Θεού μίσους είναι εκείνοι οίτινες «ηγάπησαν μάλλον το σκότος ή το φως» (Ιωάν. γ’ 19). 
Το θέμα τούτο υπερβαίνει τας δυνάμεις ημών, και δια τούτο διακόπτομεν τον περί αυτού λόγον. 

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Αγίου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)


Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2024

Η μορφή του αγίου Σιλουανού...





Ημείς εγνωρίσαμεν τον Γέροντα κατά την περίοδον ταύτην της ζωής αυτού. Είχον παρέλθει οι μακροί χρόνοι της τιτανίου μάχης κατά των παθών. Τότε ήτο αληθώς μέγας εις το πνεύμα. Μαθητευθείς εις τα μυστήρια του Θεού και καθοδηγηθείς άνωθεν εις τον πνευματικόν αγώνα, ανήρχετο ήδη σταθερώ ποδί εις την απάθειαν.

Εξωτερικώς ο Γέρων ήτο πολύ απλούς. Εις το ανάστημα υψηλότερος του μέσου ανδρός αλλ’ ουχί μεγαλόσωμος. Το σώμα αυτού ούτε ξηρόν ούτε πολύσαρκον ήτο. Ρωμαλαίος κορμός, ισχυρός λαιμός, πόδες δυνατοί, σύμμετροι προς τον κορμόν μετά μεγάλων πελμάτων, χείρες εργάτου στιβαραί, μεγάλαι παλάμαι και ανάλογοι δάκτυλοι· πρόσωπον και κεφαλή πολύ αρμονικών αναλογιών. Ωραίον, μέτριον στρογγύλον μέτωπον, μόλις μεγαλύτερον του μήκους της ρινός. Η κάτω σιαγών έντονος, δυνατή και αποφασιστική, αλλ’ άνευ σημείων αισθησιασμού ή τραχύτητος. Οφθαλμοί βαθύχρωμοι, ουχί μεγάλοι, βλέμμα επιεικές, προσεκτικόν, διορατικόν, πολλάκις καταπεπονημένον εκ της πολλής αγρυπνίας και των δακρύων. Γένεια μεγάλα, δασέα, εν μέρει φαιόχροα. Οφρύες χαμηλαί, ευθυτενείς. Η κόμη της κεφαλής μαύρη μέχρι του γήρατος, μάλλον πυκνή. Έτυχε να φωτογραφήσουν αυτόν, αλλ’ άνευ επιτυχίας. Τα ισχυρά, ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου αυτού απετυπούντο σκληρά, ενώ εις την πραγματικότητα είχε την όψιν πραείαν, συμπαθή, μετά γαληνίου βλέμματος. Το πρόσωπον ωχρόν εκ του ολίγου ύπνου και της πολλής νηστείας, συχνάκις κατανενυγμένον, ουδέποτε τραχύ.

Ούτως ήτο συνήθως, αλλ’ ενίοτε μετεμορφούτο, ώστε να γίνηται αγνώριστος. Το χλωμόν, καθαρόν πρόσωπον ελάμβανε τοιαύτην πεφωτισμένην έκφρασιν, εγίνετο τοσούτον καταπληκτικόν, ώστε δεν είχες την δύναμιν να προσβλέψης εις αυτό· οι οφθαλμοί υπεστέλλοντο. Ακουσίως ήρχετο εις την μνήμην η Αγία Γραφή λέγουσα ότι ένεκα της δόξης του προσώπου του Μωϋσέως ο λαός εφοβείτο να ατενίση εις αυτόν.

Η ζωή του Γέροντος ήτο μετρίως αυστηρά, μετά τελείας αδιαφορίας δια την εξωτερικήν εμφάνισιν και μεγάλης αφροντισίας δια το σώμα. Περιεβάλλετο χονδροειδή ενδύματα, ως οι εργάται μοναχοί, έφερε δε πολλά ενδύματα, έτι και κατά το θέρος, επειδή εις τους χρόνους της πλήρους αδιαφορίας δια το σώμα αυτού συχνάκις ησθένει και έπασχεν εκ ρευματισμών. Κατά την διαμονήν αυτού εν τω Παλαιώ Ρωσικώ έπαθε ψύξιν εις την κεφαλήν και μαρτυρικαί κεφαλαλγίαι ηνάγκαζον αυτόν να μένη πολλάκις εξηπλωμένος επί της στρωμνής. Κατ’ εκείνον τον καιρόν, χάριν μεγαλυτέρας μονώσεως, διήρχετο τας νύκτας έξω των τειχών της κυρίως Μονής, εις τινα γωνίαν μεγάλης αποθήκης τροφίμων, την οποίαν διεχειρίζετο.

Τοιούτον ήτο το απλούν και ταπεινόν εξωτερικόν αυτού του ανθρώπου. Αλλά να ομιλήσωμεν δια τον χαρακτήρα και την εσωτερικήν αυτού μορφήν είναι «και πρόβλημα εις διήγησιν».

Κατά τα έτη εκείνα, ότε εδόθη εις ημάς η ευκαιρία να παρακολουθήσωμεν αυτόν, ενεφάνιζε θέαμα εξαιρέτου αρμονίας των ψυχικών και σωματικών δυνάμεων.

Ήτο ολιγογράμματος. Μικρός, εφοίτησεν εις το σχολείον του χωρίου αυτού μόνον «δύο χειμώνας», αλλά εκ της συνεχούς εν τω ναώ αναγνώσεως και ακροάσεως της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραφών των Αγίων Πατέρων ανεπτύχθη πολύ και, όσον αφορά εις την πνευματικήν ασκητικήν ζωήν, έδιδεν εντύπωσιν εγγραμμάτου ανθρώπου. Εκ φύσεως είχεν οξύν, δημιουργικόν νουν, η δε μακρά εμπειρία του πνευματικού αγώνος, της εσωτερικής νοεράς προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών αλλά και των εξαιρέτων θείων επισκέψεων κατέστησαν αυτόν υπερανθρώπως σοφόν και οξυδερκή.

Ο Γέρων Σιλουανός ήτο άνθρωπος αληθώς τρυφεράς καρδίας, συγκινητικής αγάπης, εξαιρέτου λεπτότητος και ευσπλαγχνίας εις πάσαν θλίψιν και πάντα πόνον, άνευ ουδεμιάς νοσηράς και θηλυπρεπούς αισθηματικότητος. Το συνεχές βαθύ πνευματικόν πένθος ποτέ δεν μετετρέπετο εις συναισθηματικούς κλαυθμηρισμούς. Η ακοίμητος εσωτερική έντασις ουδέ σκιάν νευρικότητος είχεν.


Αξία πολλού θαυμασμού είναι και η μεγάλη σωφροσύνη του ανδρός τούτου, παρά το ρωμαλέον σώμα. Εφύλαττεν εαυτόν ισχυρώς, προσέτι και από παντός λογισμού μη ευαρέστου εις τον Θεόν. Παρά ταύτα συμπεριεφέρετο και συνανεστρέφετο μεθ’ όλων των ανθρώπων εντελώς ελευθέρως και φυσικώς, μετ’ αγάπης και απλότητος, ανεξαρτήτως της θέσεως και του τρόπου ζωής αυτών. Εντός αυτού ουδέ σκιά αποστροφής υπήρχεν, έτι και δι’ ανθρώπους οίτινες έζων ρυπαρώς, αλλ’ εν τω βάθει της ψυχής αυτού εθλίβετο δια τας πτώσεις αυτών, καθώς ο πατήρ ή η μήτηρ θλίβονται δια τα ολισθήματα των ηγαπημένων αυτών τέκνων.

Εδέχετο τους πειρασμούς και έφερεν αυτούς μετά μεγάλης ανδρείας.

Ήτο άνθρωπος παντελώς άφοβος και ελεύθερος, και συγχρόνως δεν υπήρχεν εντός αυτού ουδέ ίχνος θρασύτητος. Άφοβος ών, ενώπιον του Θεού έζη εν φόβω. Τω όντι, εφοβείτο να λυπήση Αυτόν έστω και δια κακού λογισμού.

Ήτο ανήρ μεγάλης ανδρείας, και εν τω άμα εξαιρέτου πραότητος· σπάνιος και ασυνήθους ωραιότητος συνδυασμός.

Ο Γέρων ήτο άνθρωπος βαθείας, γνησίας ταπεινώσεως, και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Ηγάπα να δίδη το προβάδισμα εις τους άλλους, ηγάπα να είναι κατώτερος, να χαιρετίζη πρώτος, να λαμβάνη ευλογίαν παρά των φερόντων ιερατικόν βαθμόν, ιδίως παρά των επισκόπων και του ηγουμένου, και πάντα ταύτα άνευ ουδεμιάς ανθρωπαρεσκείας ή κολακείας. Ετίμα ειλικρινώς τους ανθρώπους οίτινες είχον αξίωμα ή θέσιν, και τους πεπαιδευμένους, αλλ’ ουδέποτε εντός αυτού υπήρχεν αίσθημα φθόνου ή μειονεκτικότητος, ίσως επειδή βαθέως εγνώριζε το εφήμερον πάσης κοσμικής θέσεως, εξουσίας, πλούτου, προσέτι δε επιστημονικών γνώσεων. Εγνώριζε «πόσον πολύ αγαπά ο Κύριος τους ανθρώπους Αυτού», και εξ αγάπης προς τον Θεόν και τους ανθρώπους ετίμα αληθώς και εσέβετο πάντα άνθρωπον.


Η εξωτερική αυτού διαγωγή ήτο απλή, και ταυτοχρόνως η αναμφίβολος ποιότης αυτού ήτο η εσωτερική ευγένεια, η αριστοκρατία, αν θέλητε, εν τη υψηλοτέρα σημασία της λέξεως. Εν τη υπό διαφόρους συνθήκας επικοινωνία μετ’ αυτού ο άνθρωπος και της λεπτοτέρας εισέτι διαισθήσεως δεν ηδύνατο να παρατηρήση εις αυτόν τραχείας κινήσεις καρδίας: αντιπάθειαν, απροσεξίαν, περιφρόνησιν, προσποίησιν και τα παρόμοια. Ήτο ανήρ όντως ευγενής, ως δύναται να είναι μόνον ο χριστιανός.

Ο Γέρων ποτέ δεν εγέλα ηχηρώς. Ποτέ δεν ωμίλει κατά τρόπον διφορούμενον. Ουδέποτε περιεγέλασε και ουδέποτε ηστειεύθη άλλους ανθρώπους. Επί του συνήθως σοβαρού γαληνίου προσώπου αυτού μόλις εσχεδιάζετο ενίοτε ελαφρόν τι μειδίαμα, μη ανοιγομένων των χειλέων (εκτός εάν ωμίλει).

Ανθίστατο εις τους πειρασμούς και υπέμενεν αυτούς μετά μεγάλης ανδρείας. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέσιν εις αυτόν. Αλλά παρά την φανεράν απλότητα, την σπανίαν διαλλακτικότητα και την υπακοήν, ήτο απολύτως αντίθετος προς παν ψευδές, πονηρόν και άσχημον. Κατάκρισις, χυδαιότης, μικρότης και τα τοιαύτα εις αυτόν δεν ευρίσκοντο. Επί τούτου εξεδήλου έμμονον ακαμψίαν, αλλά και τρόπον ώστε να μη θλίβη τον αμαρτάνοντα, και προσείχε να μη προσβάλη αυτόν ουχί μόνον εξωτερικώς, αλλά, το κυριώτερον, ούτε και δια της κινήσεως της καρδίας αυτού, διότι ο λεπτός άνθρωπος αισθάνεται και τας κινήσεις της καρδίας. Επετύγχανε δε τούτο προσευχόμενος εσωτερικώς και μένων ήσυχος, ανεπηρέαστος από παντός δυστρόπου.

Παρετηρείτο εις αυτόν θέλησις σπανίας δυνάμεως, άνευ πείσματος· απλότης, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία μετά πραότητος και προσηνείας· ταπείνωσις και υπακοή, άνευ δουλοπρεπείας και ανθρωπαρεσκείας: Ήτο αληθώς άνθρωπος, εικών και ομοίωσις Θεού. 
Ωραίος ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου
Θεού· αλλ’ ουδέν θαυμασιώτερον του ανθρώπου, του αληθούς ανθρώπου, του υιού Θεού!
 
Ποτέ δεν ενδιεφέρθημεν δια τα γεγονότα της εξωτερικής ζωής του μακαρίου Γέροντος. Ίσως αποτελεί σφάλμα εκ μέρους ημών, αλλά δεν δυνάμεθα πλέον να επανορθώσωμεν τούτο. Κατά τας συναντήσεις ημών μετά του Γέροντος η προσοχή ημών ήτο τελείως απερροφημένη εκ του πόθου να κατανοήσωμεν την πνευματικήν αυτού διδαχήν· να συλλάβωμεν αυτήν δια του νου, να συγκρατήσωμεν δια της καρδίας, να αφομοιώσωμεν δια της ψυχής τους λόγους ή μάλλον την πνευματικήν αυτού κατάστασιν.

Ενίοτε εφαίνετο εις ημάς ότι εις τον Γέροντα εδόθη η δύναμις να επιδρά δια της προσευχής επί των συνομιλητών αυτού. Τούτο ήτο απαραίτητον, διότι ο λόγος αυτού εξωτερικώς ήτο απλούς, ως εάν ουδέν το «ιδιαίτερον» να περικλείετο εις αυτόν. Κατ’ ουσίαν όμως ήτο λόγος περί καταστάσεως υπερφυσικής και, ως εκ τούτου, ήτο αναγκαίον να μεταδοθή δια της προσευχής, ει δε μη ο λόγος αυτού θα παρέμενεν ακατανόητος, ασύλληπτος, κεκρυμμένος.

Η μετά του Γέροντος επικοινωνία έφερε χαρακτήρα απλότητος και ελευθερίας από δισταγμού ή φόβου ότι ενδέχεται να σφάλης εις τι. Υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη ότι ουδεμία ενέργεια ή λόγος αδέξιος, ή εισέτι και ανόητος, θα καταστρέψη την ειρήνην, θα συναντήση εις απάντησιν μομφήν ή σκληράν απώθησιν. Συγχρόνως όμως χορδή τις εις τα βάθη της ψυχής σου ενετείνετο μετ’ εσχάτης εντάσεως προσευχής, ίνα αξιωθής να αναπνεύσης εκείνο το πνεύμα, δια του οποίου ήτο ούτος πεπληρωμένος.

Όταν εισέρχησθε εις τόπον πλήρη ευωδίας, το στήθος υμών σπεύδει, ίνα ανοίξη και δεχθή αυτήν μετά βαθείας εισπνοής. Καθ’ όμοιον τρόπον εκινείτο και η ψυχή κατά την ώραν της επικοινωνίας μετά του Γέροντος. Γαλήνιος, ειρηνικός, αλλά συγχρόνως και ισχυρός, βαθύς πόθος εκυρίευε της ψυχής να εμποτισθή υπό της ευωδίας του Πνεύματος του Χριστού.

Οποίαν εξαίρετον και όλως ιδιαιτέραν πνευματικήν τέρψιν δίδει η κοινωνία μετά τοιούτου ανθρώπου!

Ο Γέρων ηδύνατο να ομιλή μεθ’ απλότητος άνευ κενοδοξίας περί πραγμάτων εξερχομένων των κοινών ανθρωπίνων ορίων. Εάν ο ακροατής είχε πίστιν εις αυτόν, τότε δια της απλής αυτής εξωτερικής συνομιλίας εδέχετο, εις μέτρον εφικτόν δι’ αυτόν, την υπερφυσικήν εκείνην κατάστασιν, εν τη οποία ευρίσκετο ο ίδιος ο Γέρων.

 



Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1995, σελ.62-67

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ



ΑΓΙΟΣ  ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ  Ο  ΑΘΩΝΙΤΗΣ
ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ
ΟΣΙΟΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΝ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΤΗΝ ΕΔΩ

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΕΔΩ

Αυτό το νεοφανές άστρο του στερεώματος της Εκκλησίας, ο όσιος Σιλουανός -κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ- γεννήθηκε το 1866 από γονείς χωρικούς της περιφέρειας Ταμπώφ της Ρωσίας. Από την ηλικία των τεσσάρων ετών αναρωτιόταν: «Πού είναι αυτός ο Θεός; Όταν μεγαλώσω, θα γυρίσω όλη την γη αναζητώντας Τον!».

Όταν μεγάλωσε, οι «Βίοι των Αγίων» και τα θαύματά τους πυρπόλησαν την νεανική του καρδιά από αγάπη προς τον Θεό, ο νους του προσκολλήθηκε στην αδιάλειπτη μνήμη Του και προσευχόταν πολύ με δάκρυα. Η χαρισματική αυτή κατάσταση που διήρκησε τρεις μήνες, διήγηρε μέσα του τον πόθο για την μοναχική ζωή. Νέος όμως, εύθυμος εκ χαρακτήρος και προικισμένος με εξαιρετική φυσική δύναμη, επανήλθε στην κοσμική ζωή και συμμετείχε σε όλες τις διασκεδάσεις του χωριού. Κάποια ημέρα, σε μία συμπλοκή παρά λίγο θα σκότωνε έναν συγχωριανό του. Λίγο καιρό μετά από αυτό το επεισόδιο, αποκοιμήθηκε ελαφρά και είδε στον ύπνο του ένα φίδι να σύρεται μέσα του από το στόμα. Μαζί με την αηδία που ένιωσε, άκουσε την φωνή της Θεοτόκου να του λέει με ασυνήθιστη γλυκύτητα: «Κατάπιες στο όνειρό σου φίδι και δεν σου άρεσε· το ίδιο δεν αρέσει και σε μένα να βλέπω τα έργα σου!».

Ύστερα από την κλήση αυτή η ζωή του άλλαξε ριζικά. Αισθάνθηκε βαθειά αποστροφή προς την αμαρτία και κυριευμένος από θερμή μετάνοια δεν σκεπτόταν τίποτε άλλο παρά μόνον το Άγιον Όρος και την Μέλλουσα Κρίση. Το 1892, αμέσως μόλις τελείωσε την στρατιωτική του θητεία, ζήτησε από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης [20 Δεκ.] να εύχεται γι’ αυτόν «να μην τον κρατήσει ο κόσμος» και αναχώρησε για το Περιβόλι της Παναγίας. Εισήλθε ως δόκιμος στην ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η οποία τότε βρισκόταν στο ύψιστο σημείο της ακμής της και αριθμούσε δύο χιλιάδες περίπου μοναχούς.

Μετά την γενική εξομολόγηση που έκανε στην αρχή της νέας του ζωής, ο πνευματικός τού είπε ότι συγχωρήθηκαν όλες του οι αμαρτίες και ο νεαρός δόκιμος παραδόθηκε αφελώς στην χαρά. Έτσι, έχασε την βαθειά του μετάνοια και άρχισε να πολεμείται από σαρκικούς λογισμούς, που τον έδιωχναν στον κόσμο για να νυμφευθεί. Ο πνευματικός τον συμβούλευσε ποτέ να μην συγκατατίθεται στους λογισμούς, αλλά να τους διώχνει αμέσως με την επίκληση του Ονόματος του Ιησού. Από την στιγμή εκείνη και κατά τα σαράντα πέντε χρόνια της μοναχικής του ζωής, ο μακάριος δούλος του Θεού δεν δέχθηκε ούτε έναν απρεπή λογισμό. Πήρε την μεγάλη απόφαση και είπε στον εαυτό του: «Εδώ θα πεθάνω για τις αμαρτίες μου!» και άρχισε με πύρινη αδιάλειπτη προσευχή να ζητά από τον Κύριο να τον ελεήσει, την μεν ημέρα στην βαριά και κοπιαστική διακονία του μύλου, που εκτελούσε με ακρίβεια και ολοκληρωτική απάρνηση του ιδίου του θελήματος, κυρίως όμως την νύκτα, την οποία περνούσε όλη σχεδόν με ζέουσα προσευχή, όρθιος ή καθισμένος σε ένα σκαμνί. Όταν απέκαμνε από την εξάντληση, δεν ξάπλωνε, αλλά κοιμόταν καθισμένος στο σκαμνί δεκαπέντε έως είκοσι λεπτά και σηκωνόταν πάλι για προσευχή. Συνολικά κοιμόταν δύο ώρες το εικοσιτετράωρο και αυτές διακεκομμένες.

Είχαν περάσει τρεις μόνον εβδομάδες από την άφιξή του στο Μοναστήρι, όταν κάποιο βράδυ, καθώς προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η Ευχή του Ιησού εισέδυσε στην καρδιά του και άρχισε να ενεργείται εκεί μόνη της ακαταπαύστως ημέρα και νύκτα. Την σπάνια και μεγάλη αυτή δωρεά, που μερικές φορές χαρίζει ο Θεός και στους αρχαρίους, ακολούθησε σκληρός αγώνας κατά των λογισμών που του υπέβαλλαν οι δαίμονες. Άλλοτε του έλεγαν ότι είναι άγιος, άλλοτε πάλι τον έριχναν σε απόγνωση πως δεν θα σωθεί. Μία νύκτα, της ώρα της προσευχής το κελί του γέμισε έξαφνα από ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε όλο του το σώμα. Η ψυχή του ταράχθηκε. Αν και η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του, ο δόκιμος Συμεών είχε χάσει ωστόσο την συντριβή και τότε κατάλαβε ότι επρόκειτο περί σατανικής πλάνης.

Έξι μήνες πάλευε με αυτές τις δαιμονικές επιθέσεις, προσευχόμενος με όλη την δυνατή ένταση οπουδήποτε και αν βρισκόταν, είτε στον ναό είτε στο διακόνημα του μύλου είτε στο κελί, ώσπου έφθασε σε εσχάτη απόγνωση. Καθισμένος μία ημέρα στο κελί του, πριν από τον Εσπερινό, σκέφθηκε: «Ο Θεός είναι αδυσώπητος!». Την ίδια στιγμή ένιωσε μέσα του τελεία εγκατάλειψη και η ψυχή του για μία ώρα περίπου βυθίστηκε σε σκοτάδι απερίγραπτης αγωνίας. Την ώρα του Εσπερινού, ενώ προσευχόταν με την Ευχή, «Κύριε Ἰησού Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», έχοντας το βλέμμα του προσηλωμένο στην εικόνα του Χριστού του τέμπλου του παρεκκλησίου του μύλου, ξαφνικά τον περιέλαμψε υπερφυσικό φως -ιλαρό και γλυκύτατο αυτή την φορά- και είδε τον Σωτήρα Χριστό ζωντανό να τον ατενίζει με ανεκλάλητη πραότητα. Η θεία αγάπη διαπέρασε όλη του την ύπαρξη και άρπαξε με ειρηνική βία το πνεύμα του προς την θεωρία του Θεού, έξω από τα σχήματα και τα νοήματα αυτού του κόσμου. Στα
επόμενα σαράντα πέντε χρόνια του μοναχικού του βίου ακατάπαυστα μαρτυρούσε ότι διά του Αγίου Πνεύματος γνώρισε τον Ίδιο τον Κύριο, ο Οποίος του εμφανίσθηκε και του αποκάλυψε την Χάρη Του στην πληρότητά της. Το όραμα αλλοίωσε τόσο την ψυχή του από άμετρη αγάπη προς τον Κύριο, ώστε ακόρεστα πια το πνεύμα του, νύκτα και ημέρα στραμμένο προς τον Ηγαπημένο Κύριο, έκραζε: «Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ. Πώς να μη Σε ζητώ; Συ πρώτος με ζήτησες και μου έδωσες να γευθώ την γλυκύτητα του Πνεύματος του Αγίου, και η ψυχή μου Σε αγάπησε ολοκληρωτικά».

 

Μόλις πέρασε ο πρώτος καιρός μετά την εμφάνιση του Κυρίου, οι δαίμονες όρμησαν πάλι εναντίον του με λογισμούς τώρα υπερηφανείας. Ο δόκιμος ακόμη Συμεών συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα για καθαρή προσευχή. Κατά καιρούς παρηγοριόταν από ολιγόχρονες επισκέψεις της Χάριτος, αλλά όταν αυτή τον εγκατέλειπε και εμφανίζονταν δριμείς προς αυτόν οι δαίμονες, η εσωτερική οδύνη της ψυχής του ήταν πραγματικά απερίγραπτη. Προκειμένου να κρατήσει αναφαίρετη την Χάρη μέσα του, άρχισε έναν μακροχρόνιο και εξαιρετικά επίπονο αγώνα, που συχνά ξεπερνούσε κατά πολύ τις συνηθισμένες ανθρώπινες δυνάμεις.

Το έτος 1896 εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Σιλουανός. Εξωτερικά συνέχισε να ακολουθεί με πιστότητα την γενική τάξη της Μονής, αλλά η ένταση του εσωτερικού και αφανούς βίου του τον δίδασκε σταδιακά την τελειότερη ασκητική τάξη του μυστικού ένθεου βίου.

Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια μαρτυρικών αγώνων από την ημέρα που του εμφανίσθηκε ο Κύριος· και μία νύκτα, όταν σηκώθηκε από το σκαμνί του για να κάνει μετάνοιες, ένας δαίμονας εμφανίσθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού περιμένοντας να δεχθεί αυτός την εδαφιαία προσκύνηση. Ο Σιλουανός με οδύνη καρδίας ζήτησε την βοήθεια του Κυρίου και άκουσε στην ψυχή την άνωθεν απάντηση: «Οι υπερήφανοι πάντα έτσι υποφέρουν από τους δαίμονες!». «Κύριε», είπε τότε ο Σιλουανός, «τι πρέπει να κάνω για να ταπεινωθεί η ψυχή μου;». Και πήρε την απάντηση από τον Χριστό: «Κράτα τον νου σου στον άδη και μη απελπίζου!».

Με τον λόγο αυτόν -παρακαταθήκη στην γενεά μας- ο Θεός τού αποκάλυψε ότι κάθε ασκητικός αγώνας πρέπει να αποβλέπει στην απόκτηση της Ταπεινώσεως του Χριστού, κατά τον λόγο Του «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ, ὅτι πρᾷος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11, 29)· και ότι αυτή η Ταπείνωση είναι η βασιλική και ασφαλής οδός που οδηγεί στην καθαρή προσευχή και στην απάθεια. Έλεγε πως, μόλις ο νους του έφευγε από την μνήμη του πυρός της κολάσεως, οι λογισμοί αποκτούσαν πάλι δύναμη.

Στο εξής, τηρώντας ως κανόνα απλανή τον λόγο του Κυρίου, πορευόταν σταθερά την οδό της Δεσποτικής Ταπεινώσεως. Η Χάρις ενοίκησε μονίμως μέσα του· αλλά, όταν αυτή ελαττωνόταν εξαιτίας του ευμετάβλητου της ανθρώπινης φύσεως -από το οποίο έπασχε ακόμη ο Σιλουανός-, έχυνε οδυνηρά δάκρυα. Πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια εντατικού αγώνος, μέχρις ότου αποκτήσει πλήρη κυριαρχία επάνω σε κάθε κίνηση της καρδιάς του και εισέλθει, κατά την τελευταία δεκαπενταετία του επίγειου βίου του, στην μακαρία κατάσταση της απαθείας.

 


Το 1911 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Εκείνη περίπου την εποχή, ποθώντας η αδιάλειπτη προσευχή του να είναι απερίσπαστη, ζήτησε από τον ηγούμενο την ευλογία να αφήσει το διακόνημα του οικονόμου και να πάει στο «Παλαιό Ρωσικό» -εξάρτημα της Μονής που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό- όπου χάρη στην ερημική ησυχία του τόπου ζούσαν τότε αυστηροί ασκητές. Εκεί έπαθε ψύξη στο κεφάλι και έως τον θάνατό του υπέφερε από μαρτυρικούς πονοκεφάλους, τους οποίους θεώρησε ως παιδαγωγική τιμωρία επειδή παραβίασε την κρίση του ηγουμένου και είχε κάνει το θέλημά του.


Ενάμισι όμως χρόνο αργότερα το Μοναστήρι τον ανακάλεσε στο διακόνημα του οικονόμου, στο οποίο παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Επιστρέφοντας στην υπακοή του, μολονότι ανέλαβε υπό την ευθύνη του διακόσιους περίπου εργάτες, η προσευχή του έγινε θερμότερη παρά στο «Παλαιό Ρωσικό». Κάθε πρωί περιερχόταν τα εργαστήρια για να κατανείμει τις εργασίες της ημέρας και επέστρεφε πάλι στο κελί του για να προσευχηθεί με δάκρυα γι’ αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους, «για τον λαό του Θεού». Έχοντας λάβει από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα να βιώνει ενεργώς την απέραντη αγάπη του Χριστού προς τον κόσμο, με πύρινα δάκρυα προσευχόταν αδιαλείπτως για την ανθρωπότητα, για όλον τον Αδάμ, ιδιαιτέρως δε για τους κεκοιμημένους. Έλεγε: «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα»· και δίδασκε ότι το κριτήριο της αληθινής πίστεως είναι η αγάπη προς τους εχθρούς.

Ο ταπεινός αυτός Αγιορείτης Μοναχός, που έζησε όλα τα χρόνια της μοναχικής του ζωής έναν μαρτυρικό αγώνα στην αφάνεια, άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά στην Εκκλησία -σαν ένας νέος προφήτης των τελευταίων καιρών- την προσευχή υπέρ του κόσμου· αυτή είναι η σύνθεση του Χριστιανισμού και η συντομότερη οδός για την επίτευξη της εν Χριστώ τελειότητος. Στηρίζοντας τον κόσμο με την προσευχή του και δεόμενος διακαώς προς τον Κύριο να Τον γνωρίσουν εν Πνεύματι Αγίω όλοι οι λαοί της γης, ετελείωσε εν ειρήνη τον επίγειο δρόμο του στις 24 (11) Σεπτεμβρίου του 1938. Η επίσημη αναγνώρισή του σε άγιο έγινε το 1988 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Εκκλησίες του παλαιού ημερολογίου τον εορτάζουν στις 11 Σεπτεμβρίου. Για τον εκτενή και κατά πλάτος Βίο και για τις Γραφές του Αγίου Σιλουανού βλέπε το περισπούδαστο και θεολογικότατο έργο του πιστού μαθητή και μόνου βιογράφου του, του μακαριστού Γέροντος Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ (1896–1993): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», έκδοση της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας,

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),

Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Δημοφιλείς αναρτήσεις