Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΑΝΔΡΟΓΥΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΑΝΔΡΟΓΥΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

ΑΚΥΛΑΣ ΚΑΙ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ, ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ



ΑΚΥΛΑΣ ΚΑΙ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ,
ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ


Εβραϊκής καταγωγής από τον Πόντο, ο Ακύλας ήταν εγκατεστημένος στη Ρώμη με τη σύζυγό του Πρίσκιλλα (ή Πρίσκα), όπου ασκούσε το επάγγελμα του σκηνοποιού. Πιθανόν να είχε ήδη ασπασθεί τον Χριστιανισμό, όταν ο αυτοκράτορας Κλαύδιος διέταξε την απέλαση όλων των εβραίων της πρωτεύουσας (49-50). Πήγαν να εγκατασταθούν στην Κόρινθο, λίγο πριν την άφιξη του αγίου Παύλου που ερχόταν από την Αθήνα (Πράξ. 18, 1-3). Ο Απόστολος έμενε στο σπίτι τους και εργαζόταν μαζί τους, γιατί δεν ήθελε να είναι βάρος σε κανέναν. Τους κατάρτισε στα μυστήρια της Πίστεως και, όπως λέγουν μερικοί, τους βάπτισε ο ίδιος. Αφοσιωμένοι ολόψυχα στον διδάσκαλό τους, ο Ακύλας και η γυναίκα του η Πρίσκιλλα, έκαναν το παν για να τον βοηθήσουν στο ουράνιο κήρυγμά του και φλέγονταν από διάπυρο ζήλο να μοιραστούν και να κουφίσουν τις πολλές δοκιμασίες του. Όσο για τον Απόστολο Παύλο, δεν έχανε ευκαιρία να τους δείχνει την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του, στέλνοντάς τους χαιρετισμούς σε πολλές επιστολές του. Έγραφε, λόγου χάριν, στην «Προς Ρωμαίους»: «Χαιρετισμούς στην Πρίσκιλλα και στον Ακύλα, τους συνεργάτες μου στο έργο του Ιησού Χριστού. Διακινδύνεψαν τη ζωή τους για χάρη μου και τους ευχαριστώ, όχι μόνον εγώ, αλλά και όλες οι εκκλησίες του Θεού που είναι διάσπαρτες στα έθνη» (Ρωμ. 18, 3. Βλ. επίσης Α΄ Κορ. 16, 19· Β΄ Τιμ. 4, 19).


Όταν ο Απόστολος Παύλος άφησε την Αχαΐα για να επιστρέψει στην Ασία, η Πρίσκιλλα και ο Ακύλας τον ακολούθησαν πιστά και εγκαταστάθηκαν στην Έφεσο, όπου η μεγάλη οικία τους χρησίμευε ως τόπος σύναξης των χριστιανών για την κατήχηση των ψυχών τους και για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Εκεί, οι δύο αποστολικοί άγιοι, ολοκλήρωσαν την χριστιανική κατήχηση του Απολλώ [8 Δεκ.], ενός εβραίου της Αλεξάνδρειας, ανθρώπου με ευγλωττία και γνώση των ιερών Γραφών, ο οποίος δίδασκε μεν την οδό του Κυρίου, αλλά αγνοούσε το Βάπτισμα του Χριστού (Πράξ. 18, 26).

Από την Έφεσο επέστρεψαν στη Ρώμη, περί το 58, όπου προσέφεραν πάλι το σπίτι τους για να χρησιμεύσει ως εκκλησία αγίων. Έφυγαν ξανά για την Έφεσο, όπου και βρίσκονταν ακόμη, όταν ο Παύλος, φυλακισμένος και δέσμιος για τον Χριστό δεύτερη φορά, έγραφε από τη Ρώμη στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο Εφέσου, και του ζητούσε να τους χαιρετήσει εκ μέρους του (Β΄ Τιμ. 4, 19). Κατά πάσα πιθανότητα οι άγιοι Ακύλας και Πρίσκιλλα ετελειώθησαν εκεί ενδόξως, αποκεφαλιζόμενοι από τους ειδωλολάτρες.

※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
※

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία


Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία

Η Παράκληση των Αγίων - εδώ 

Ο άγιος μάρτυς Αδριανός και η σύζυγός του Ναταλία κατάγονταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο (ήτοι 302-305 μ.Χ.) της βασιλείας του Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.) συνελήφθησαν είκοσι τρεις χριστιανοί άνδρες, οι οποίοι κρύπτονταν στα σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πλεί­στα όσα βασανιστήρια και κακώσεις. Αυτούς λοιπόν ο Αδριανός, προ του μαρτυρίου τους, τούς ρώτησε το εξής: «Για ποιό λόγο, καλοί μου άνθρωποι, υπομένετε αυτές τις ανυπόφορες και δεινές τιμωρίες;». Αυτοί του αποκρίθηκαν: «Για να κερδίσουμε τα αγαθά που έχει ετοιμάσει ο Θεός για όσους πάσχουν υπέρ Αυτού, τα οποία βεβαίως δεν εί­ναι δυνατόν ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος ανθρώπι­νος να τα περιγράψει». 
Αμέσως λοιπόν τότε ο μακαριστός Αδριανός, διεγερθείς από τη θεία χάρη, είπε στους γραμματείς που έγραφαν τα ονόματα των μελλόντων να υποστούν μαρτυρικό θάνατο χριστιανών: «Γράψτε και το δικό μου όνομα· στ’ αλήθεια, ευχαρίστως συναριθμούμαι με αυτούς». Εκείνοι, πράγματι, έγραψαν το όνομά του και, αφού του έδεσαν τα χέρια με αλυσίδες, τον έριξαν στη φυλακή. Πληροφορηθείσα δε η σύζυγός του Ναταλία τη σύλληψη και φυλάκισή του, νόμι­σε ότι αυτά έγιναν για άλλο λόγο και στενοχωρήθηκε πά­ρα πολύ. Ύστερα όμως έμαθε ποιά ήταν η αιτία της καθείρξεως του συζύγου της Αδριανού. Αμέσως, αφού φό­ρεσε λαμπρά ενδύματα, έσπευσε στο δεσμωτήριο, μπήκε μέσα και καταφιλούσε τις αλυσίδες με τις οποίες ήταν δε­μένα τα χέρια του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον, τον μακάριζε για την προθυμία του και τον συμβούλευε να υπομένει με καρτερία τους αφόρητους πόνους των βασανι­στηρίων, μένοντας ασάλευτος και ακλόνητος στην πίστη του στο Χριστό. Και, ακόμη, παρακαλούσε τους συνδεσμώ­τες του χριστιανούς να προσεύχονται γι’ αυτόν. 
Αλλά τότε, ύστερα από προτροπή του μάρτυρος Αδριανού, η Ναταλία επέστρεψε στην οικία της. Μετά δε από λίγο ο Μάρτυς, επειδή είχε την εντύπωση ότι θα οδη­γούνταν στον τύραννο, χαιρέτισε τους συνδεσμώτες του χριστιανούς και, αφού έδωσε χρήματα στους δεσμοφύλα­κες, έλαβε άδεια και πήγε στην οικία του, για να μηνύσει στη σύζυγό του Ναταλία να είναι παρούσα κατά την τελείωσή του. Εκείνη όμως, μόλις αντίκρισε το σύζυγό της, νόμιζε ότι φοβήθηκε τα βασανιστήρια και για το λόγο αυ­τό αρνήθηκε το Χριστό και, έτσι, αφέθηκε ελεύθερος. Αφού λοιπόν η Ναταλία έκαμε τη σκέψη αυτή, του έκλει­σε την πόρτα κατάμουτρα, ονειδίζοντας τον για την άρνη­ση του Χριστού και αποκαλώντας τον φιλόζωο και δειλό. Ακόμη δε η Αγία του υπενθύμισε την απειλή του Χριστού προς εκείνους που θα αθετήσουν την πίστη τους σ’ Αυτόν. Επιπλέον δε και τον εαυτό της τον αποκαλούσε άθλιο και δυστυχισμένο, γιατί ούτε μια ήμερα, έλεγε, δεν είχε την ευτυχία να ονομαστεί γυναίκα Μάρτυρος, αλλά την ευτυ­χία και τη μακαριότητα, που είχε την ελπίδα να λάβει, τη διαδέχτηκαν μεμιάς η δυσφημία και η αθλιότητα. Όταν όμως αυτή έμαθε το σκοπό για τον οποίον ο Άγιος πήγε στην οικία του, του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες και, αφού τον αγκάλιασε, τον ασπαζόταν με απέραντη αγαλλίαση και χαρά. Αμέσως δε, όπως ήταν, τον ακολούθησε στην πο­ρεία του προς τον τύραννο. 
Οδηγήθηκε λοιπόν ο άγιος Αδριανός στο βασιλιά, στον οποίο και διακήρυξε με παρρησία ότι ο Χριστός εί­ναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως τότε ο τύραννος πρόσταξε και υποβλήθηκε ο Άγιος σε βασανιστήρια. Και πρώτα – πρώτα, τον έριξαν στο έδαφος μπρούμυτα και τον έδειραν ανηλεώς με ξύλα. Έπειτα τον γύρισαν ανάσκελα και τον χτύπησαν τόσο πολύ στην κοιλιά, ώστε αυτή άνοιξε και φάνηκαν τα σπλάχνα του. Ήταν δε τότε ο Άγιος είκο­σι οχτώ χρόνων. Ακολούθως οι δήμιοι τον ακρωτηρίασαν μαζί με τους υπόλοιπους Αγίους. Και βέβαια ο πρώτος που του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια ήταν ο Αδριανός. Μάλιστα δε η σύζυγός του Ναταλία έθετε πάνω στο αμόνι κάθε μέλος και τον μεν δήμιο τον παρακαλούσε να χτυ­πάει δυνατά με το σφυρί την κοπίδα, τον δε σύζυγό της Αδριανό τον ενθάρρυνε και τον ενδυνάμωνε να υπομένει καρτερικά τους πόνους και να μην προδώσει από δειλία την υπέρ του Χριστού άθλησή του. 
Όταν λοιπόν ο άγιος Αδριανός ετελειώθη, και μαζί και οι άλλοι άγιοι Μάρτυρες, τα δε σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στο πυρ, για να καούν, η Ναταλία πήρε στην αγκαλιά της το ένα χέρι του συζύγου της Αδριανού και ακολουθούσε τα άγια λείψανα. Αλλά και με τα αίματα που έσταζαν από τα ιερά αυτά λείψανα άλειφε τον εαυτό της. 
Μόλις οι δήμιοι έφτασαν στον προκαθορισμένο τόπο, έριξαν στο πυρ τα άγια λείψανα. Αμέσως όμως τότε ξέ­σπασε μεγάλη νεροποντή, η οποία έσβησε το πυρ, και τα λείψανα έμειναν άθιχτα. Έτσι ένας χριστιανός, ονόματι Ευσέβιος, περισυνέλεξε τα άγια λείψανα και, αφού τα έβαλε σε ένα πλοιάριο, τα μετέφερε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο, και τα ενταφίασε. Εκεί και η αγία Ναταλία, μεταβάσα αργότερα, παρέδωσε το πνεύμα της στο Θεό και ενταφιάστηκε δίπλα στα λείψανα των αγίων Μαρτύρων. 
Πηγή: Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Με τους Αγίους μας, Συναξαριστής μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.148-152.


 Δόξα. 

Ἦχος α'. Ἐφραὶμ Καρίας 
Ζῆλος ἀνδρὸς εὐσεβοῦς, εἵλκυσε γυναῖκα θεοφιλῆ, πρὸς παραίνεσιν φαιδράν· Ἀδριανὸς γὰρ ὁ πανάριστος, Ναταλίας τῶν ῥημάτων ὑπαχθείς, ἀθλήσεως τὸν δρόμον ἐκτετέλεκεν· Ὢ γυναικὸς θεοφιλοῦς! οὐχ ὡς γὰρ Εὔα τῷ, Ἀδὰμ ἤνεγκε φθοράν, ἀλλὰ ζωὴν ἄληκτον τῷ συζύγῳ προεξένησε. Ταύτην σὺν τῷ ἀνδρὶ ἐπαινοῦντες, βοήσωμεν Χριστῷ· Δὸς ἡμῖν βοήθειαν, ταῖς πρεσβείαις τῶν Ἁγίων σου.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Όσιος Θεοσέβιος ο Αρσινοΐτης και η συμβία αυτού.


Όσιος Θεοσέβιος ο Αρσινοΐτης και η συμβία αυτού. 
12 Οκτωβρίου. 
 
Ο Όσιος Θεοσέβιος γεννήθηκε στο μικρό χωριό Μελάνδρα, 12 χιλιόμετρα Νοτιοανατολικά της αρχαίας Αρσινόης, της σημερινής Πόλης της Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου, από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Μιχαήλ και την Άννα. Είχε δε αδελφό τον όσιο Αρκάδιο τον μετέπειτα επίσκοπο Αρσινόης [9 Αυγούστου]. Η ακριβής χρονολογία της γέννησής του µας είναι άγνωστη. Θα πρέπει όμως να τοποθετείται στα τέλη του 4ου µ.Χ. αιώνα, αν δεχτούμε, σύμφωνα µε τους επισκοπικούς καταλόγους της περιοχής, ότι ο αδελφός του Αρκάδιος ήταν επίσκοπος της Αρσινόης στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. 
Αν και ο αδελφός του πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει, αυτός έμεινε κοντά στους γονείς του και έγινε βοσκός. Ποιμαίνοντας τα πρόβατά του, είχε την ευκαιρία να επιδίδεται στην προσευχή, τη μελέτη του λόγου του Θεού και άλλες αρετές. Με πρόφαση τη βοσκή των προβάτων προχωρούσε στο βουνό σε µια απόσταση 3 χιλιομέτρων από το χωριό του και σε τόπο ήσυχο και απόμερο προσευχόταν απερίσπαστα. Εντόπισε μάλιστα στην περιοχή και κάποιο σπήλαιο στο οποίο πολύ συχνά εισερχόταν και µε νηστείες και γονυκλισίες προσευχόταν στο Θεό. 
Ο Όσιος Θεοσέβιος έτρωγε ελάχιστα, µόνο για να ζει. Τις µέρες της νηστείας μοίραζε όλη την τροφή που έπαιρνε μαζί του, που ήταν συνήθως µόνο ψωμί, σ' όσους έβρισκε μπροστά του και είχαν ανάγκη. Κι αν δεν έβρισκε κανένα τέτοιο άνθρωπο μπροστά του, έδινε το ψωμί του στα πουλιά, για να μην αθετεί την εντολή της νηστείας. 
Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, υπακούοντας και στην επιθυμία των γονέων του, προχώρησε σε γάμο µε µια ενάρετη κόρη από το διπλανό χωριό, τη Φιλούσα. Είχε ήδη όμως προχωρήσει τόσο στην πνευματική ζωή που αποφάσισε, αφού δέχτηκε την πρότασή του και η σύζυγός του, να ζήσει βίο αγνό και παρθενικό, μέσα στο γάμο, έχοντας µε τη σύζυγό του απλώς σχέσεις αδελφικές. 
Κάποια µέρα, διαισθανόμενος το τέλος του, ίσως αυτό να του μηνύθηκε κατά κάποιο τρόπο από το Θεό, ο Θεοσέβιος κάλεσε τη γυναίκα του και µε τρόπο παραβολικό της είπε ότι φεύγει πιο μακριά για βόσκηση των προβάτων κι εκεί θα μείνει για αρκετό χρόνο. Την προέτρεψε να συνεχίσει την προσπάθεια της τελείωσης µε υπομονή και σωφροσύνη παραμένουσα είτε στο σπίτι τους στη Μελάνδρα είτε μεταβαίνουσα στη Φιλούσα, κοντά στους γονείς της. Κι αφού αντάλλαξαν σκέψεις για την αιώνια ζωή αναχώρησε στο τόπο της προσευχής. Άφησε το κοπάδι να βόσκει κι αυτός προχώρησε στο σπήλαιο, προσευχήθηκε µε θέρμη και εκεί ήρεμα παρέδωσε το πνεύμα στο Θεό. Ήταν 12 Οκτωβρίου. 
Ο σκύλος του Αγίου, που βρισκόταν στο στόμιο του σπηλαίου σα να εκτελούσε χρέη θυρωρού, μάζεψε την επόμενη µέρα το κοπάδι και το οδήγησε στη Μελάνδρα. Οι γονείς και η σύζυγος του Αγίου βλέποντας το κοπάδι χωρίς τον ίδιο, ανησύχησαν. Τον αναζήτησαν στη Φιλούσα κι όταν δεν τον βρήκαν, καθοδηγούμενοι από το σκύλο του, έφτασαν μετά τρεις µέρες στο σπήλαιο. Εκεί βρήκαν το λείψανο του Αγίου να ευωδιάζει. Κι επειδή δεν μπόρεσαν να το μετακινήσουν και να το μεταφέρουν στο χωριό για ταφή, κι επειδή είχε ήδη νυχτώσει, έμειναν το βράδυ στο µέρος εκείνο, λογαριάζοντας να επιχειρήσουν τη μεταφορά την εποµένη. Φάνηκε όμως το βράδυ εκείνο ο Άγιος στον πατέρα του και του ζήτησε να τον θάψει εκεί. Πράγματι τον κήδεψαν εκεί όπου και αργότερα κτίστηκε ναός επ' ονόµατί του. Ο ναός του έγινε καταφύγιο πολλών Χριστιανών τόσο από τα γύρω όσο και τα μακρινότερα χωριά. Κατέφευγαν σ' αυτό µε πίστη και θεραπεύονταν από διάφορες ασθένειες κι έπαιρναν κουράγιο και δύναμη για συνέχιση του πνευματικού αγώνα. 
Ο Άγιος Νεόφυτος αναφέρει πάµπολλα θαύματα που έγιναν από τον Άγιο Θεοσέβιο µετά το θάνατό του. Κατά τρόπο θαυμαστό υπέδειξε σε μοναχό που ήθελε να κτίσει κελιά κοντά στο ναό του, τον τόπο όπου υπήρχε ασβέστης τον οποίο και βρήκε και χρησιμοποίησε. Προστάτεψε το μικρό περιβόλι του ίδιου μοναχού από τους κόρακες, πάλι µε τρόπο πρωτάκουστο. Άνοιξε οφθαλμούς τυφλών και θεράπευσε κωφούς. Κάποτε, δύο βοσκοί σύλησαν τον Ναό του Αγίου, ωμολόγησαν την αμαρτία τους, επέστρεψαν όσα έκλεψαν και ζήτησαν και πήραν συγχώρεση. Κι άλλα πολλά ενεργεί μέχρι τις µέρες µας ο Άγιος Θεοσέβιος µε τη βοήθεια του Θεού. 
Στις µέρες µας επιδεικνύεται ακόμη «το σπήλαιον του Αγίου Θεοσεβίου». 
 
Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ'.
Θείον φρόνημα, έχων παμμάκαρ, εκ νεότητος, εν τη ψυχή σου, θεοφρόνως τω Θεώ ευηρέστησας. Και αρεταίς λαμπρυνθείς Θεοσέβιε, θαυμάτων χάριν θεόθεν απέλαβες. Πάτερ ’Οσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Δημοφιλείς αναρτήσεις