Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Η Κάθοδος στον Άδη του Χριστού, στη μονή της Χώρας - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Η Κάθοδος στον Άδη του Χριστού, στη μονή της Χώρας

π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - Ο επίλογος της εκπομπής "Ράδιο Παράγκα" Κυριακή του Πάσχα1993

   Το ηχητικό απόσπασμα εδώ 

Δεν μπορεί να περάσει Πάσχα και να μη θυμηθώ, εκείνο που έχει τυπωθεί πολύ βαθιά μες στην καρδιά μου. Κάτι πολύ απλό και κάτι πολύ μεγάλο. Όλα φαίνονται σχετικά για τους ανθρώπους, αλλά για μένα προσωπικά, είναι κάτι πολύ απλό και κάτι πολύ μεγάλο. 
Να σας το θυμίσω. 
Μία εικόνα, μια εικόνα ανεπανάληπτη. Για’ κείνον φυσικά, που κοιτάζει τις εικόνες και θέλει να τις κοιτάζει με ένα άλλο μάτι. Μία εικόνα, σε έναν τόπο, που είναι πολύ μικρός, αλλά είναι αχώρητος. Σ' έναν τόπο, που είναι χώρα, αλλά είναι Χώρα του Αχωρήτου. Σε έναν τόπο, που λες ,κανείς δεν χωράει εδώ πέρα μέσα, αλλά χωράνε όλοι. Η Χώρα του Αχωρήτου. Όποιος έχει πατήσει στη Μονή της Χώρας του Αχωρήτου, θα καταλάβει τι εννοώ, και τι λέω. Εκεί μέσα μπαίνοντας, στη μικρή Μονή της Χώρας του Αχωρήτου, κάπου σήμερα, στρυμωγμένη ανάμεσα σε παλιόσυνοικίες της παλιάς Κωνσταντινουπόλεως, θα έχει συγκλονιστεί, αν πραγματικά βλέπει τις εικόνες με άλλο μάτι, από κείνη την κάθοδο στον Άδη, του Χριστού. 
Ο Χριστός λευκόφορεμένος, έχει απλώσει τα χέρια Του, για να βγάλει από τους τάφους τους νεκρούς. Και όλοι εκείνοι, προσκυνώντας την ένδοξον Του Ανάσταση, βγαίνουν έξω και όλα γύρω λαμπροφόρα, και όλα γύρω αναστημένα. Οι μορφές, το φως, ο αγιογράφος εκεί πάνω, έπαιξε με τα χρώματα. Αλλά ήταν πάνω από όλα αγιασμένος. Η Μόνη της Χώρας Του Αχωρήτου και στο βάθος μιας κόγχης, η κάθοδος στον Άδη του Χριστού. Καθηλώνεσαι από κάτω και τη βλέπεις και λες. Τι είναι αυτό; Τι χώρα είναι αυτή; Τι παράξενη χώρα; Από τη μία μεριά, τρομάζεις για τις αμαρτίες σου, όπως βλέπεις τους νεκρούς να βγαίνουν από τους τάφους και από την άλλη μεριά, χαίρεσαι, γιατί έχεις μπροστά σου τον Χριστό και ξέρεις πως είναι, πολύ μικρή η ύπαρξή σου, για να μπορεί να ατενίσει αυτά τα πράγματα. Αλλά ξέρεις που Εκείνος είναι πολύ μεγάλος και χωράει τους πάντες. Η χώρα του Αχωρήτου και η κάθοδος στον Άδη. Ότι μού’ χει μείνει βαθιά χαραγμένο μέσα στην ψυχή μου απ’ αυτό τον τόπο που λέγεται η χώρα του Αχωρήτου. 
Η Ανάσταση Του Χριστού και η συντριβή όλων των δαιμονικών δυνάμεων. Αυτό και μόνο του [είναι]μία ολόκληρη κατήχηση. Η χώρα του Αχωρήτου, μία εικόνα, πολύ μικρή για κάποιους, πολύ μεγάλη, για έναν που αλλιώς θέλει να δει τα πράγματα. 
Ο τόπος μας, ο κάθε τόπος ο στενάχωρος, ο μικρός. Ο τόπος όπου πάσχουμε, ο τόπος όπου παθαίνουμε, ο τόπος όπου δεν μπορούμε να πούμε Αναστάσεως ήμερα και Χριστός Ανέστη. Ας αποκτήσει αυτή την οσμή της ευωδιάς της πνευματικής. Ας αποκτήσει την οσμή της ευωδίας της Χώρας Του Αχωρήτου. Όλοι χωρούν εκεί μέσα, γιατί αυτή Χώρα είναι ατελείωτη, όσο μεγάλα είναι τα χέρια του Χριστού που βγάζουν από τους τάφους τους νεκρούς. 
Η μονή της χώρας του Αχωτήτου και η κάθοδος του Χριστού στον Άδη.
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Γύρω μας ο θάνατος λειτουργεί τη μπόχα του. 
Γύρω μας ο Άδης λειτουργεί τα έργα του. 
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται. 
Η μπόχα του θανάτου που μυρίζει γύρω μας, δεν έχει καμία εξουσία πάνω μας. 
Χριστός Ανέστη 
Και αυτό το Χριστός Ανέστη, μέσα από τα δεκάδες Χριστός Ανέστη που λέει η Εκκλησία μας αυτές τις μέρες. Είναι ένα άλλο σάλπισμα πραγματικά εγερτήριο. 
Ένα σάλπισμα που κάνει κάθε καρδιά Ορθόδοξη να τιναχτεί στον αέρα και δεν μπορεί πια να συνεχίσει αλλιώτικα. 
Απ’ τη στιγμή που είπες το Χριστός Ανέστη, δεν μπορείς να πας πίσω. Το πίσω πια είναι, κρίση μεγάλη και τάφος, ο όποιος δεν έχει πια τέλος. Δεν μπορείς να γυρίσεις στον τάφο μετά από το Χριστός Ανέστη. Χριστός Ανέστη λοιπόν και αυτή η ιαχή να γίνει η ιαχή που θα χαρακτηρίσει το αύριο, το μεθαύριο και το ατέλειωτο μέλλον της ζωής μας. 
Χριστός Ανέστη, μέσα από το Χριστό που έβγαλε από τους τάφους όλους τους νεκρούς και μαζί και μας, τους αμαρτωλούς και χαμένους μέσα στην μπόχα και την μυρωδιά του θανάτου.

 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ο ΛΕΥΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΜΙΛΕΣΕΒΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ




Ο ΛΕΥΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΜΙΛΕΣΕΒΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ
γγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ˙ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών.
Το μοναστήρι της Μιλέσεβα βρίσκεται στην Κεντρική Σερβία, κοντά στην όχθη του ποταμού Μιλεσέβιτσα. Χτίστηκε το έτος 1219 και αποτελεί δωρεά του Σέρβου βασιλιά Στέφανου Βλάντισλαβ. Κατά τη διάρκεια των οκτακοσίων χρόνων της ιστορίας του έπαθε πολλές καταστροφές, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί στον πανδαμάτωρα χρόνο. Το έτος 1863 χάρη στις προσπάθειες του Σέρβου βασιλιά Μιχαήλ Ομπρένοβιτς, το μοναστήρι αποκαταστάθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του και ξεκίνησε μια νέα ζωή. 
Στέφανος Βλάντισλαβ – Μιχαήλ Ομπρένοβιτς

Πολλά κοινά σημεία με τις σύγχρονες τοιχογραφίες της Αχειροποιήτου ευνοούν την άποψη για την έλευση καλλιτεχνών από τη Θεσσαλονίκη. Είναι μονόκλιτη εκκλησία με τρούλο, ενώ ο εξωνάρθηκας, που χτίστηκε το έτος 1236, έχει πλάγια παρεκκλήσια αφιερωμένα στους Αγίους Γεώργιο και Δημήτριο, τοιχογραφημένα από τους καλύτερους μάστορες της Ηπείρου. Το 16ο αι. γνωρίζουμε ότι στο ναό της Μιλέσεβα εργάστηκε και ο γνωστός ζωγράφος Λογγίνος από την πόλη Πέτς, όπου βρισκόταν το Πατριαρχείο της Σερβίας μέχρι τις αρχές του 20ου αι. Το καθολικό της Μονής είναι αφιερωμένο στην Ανάληψη του Κυρίου και από αρχιτεκτονικής απόψεως συγκαταλέγεται ανάμεσα στα έργα της περίφημης Σχολής της Ράσκας, δηλαδή του σερβοβυζαντινού εκκλησιαστικού ρυθμού, ο οποίος άνθισε το 13ο αι. στη Σερβία, κατά τη διάρκεια της περιόδου βασιλείας της Δυναστείας των Νεμανιδών. Μία τυπική εκκλησία ήταν ορθογωνίου σχήματος, με έναν μεγάλο τρούλο στο κέντρο της και μικρότερους γύρω από τον κεντρικό.

Το έτος 1237 ο βασιλιάς Στέφανος Βλάντισλαβ μετέφερε στο μοναστήρι της Μιλέσεβα από τη βουλγαρική πόλη Τρνοβο τα ιερά λείψανα του αγίου Σάββα, που ενταφιάστηκαν εκεί. Το 1594 ο Τούρκος Σινάν πασάς έδωσε διαταγή στους Τούρκους στρατιώτες να πάρουν τα ιερά λείψανα, να τα φέρουν στο Βελιγράδι και να τα κάψουν. Οι μοναχοί κατάφεραν να σώσουν το ένα χέρι του αγίου, το οποίο φιλοξενείται εναλλάξ, στο μοναστήρι Μιλέσεβα και στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην πόλη Πλιέβλια του Μαυροβούνιου.

 

Παρά τις πολλές ληστρικές επιθέσεις των Τούρκων, το μοναστήρι διαθέτει ένα πλούσιο θησαυροφυλάκιο, στο οποίο φυλάσσεται η Οκτώηχος από την Κατίγνη, που χρονολογείται στο έτος 1494, η Τρίωδος από το 1563 και το Τετραευαγγέλιο του Βελιγραδίου, από το 1552. Επίσης, στο θησαυροφυλάκιο βρίσκονται τρεις εξαιρετικά πολύτιμες εικόνες∙ δύο απ’ αυτές είναι έργα της ιταλο-κρητικής τέχνης του 16ου αιώνα και μία έργο του γνωστού Σέρβου αγιογράφου του 1837, Αλεξίου Λάζοβιτς. Τον 16ο αιώνα στο μοναστήρι λειτούργησε σχολείο αντιγραφής εκκλησιαστικών βιβλίων, καθώς και τυπογραφείο. Στις αρχές του 16ου αιώνα στο σχολείο του μοναστηριού φοίτησαν ο Μπάιτσα Σοκόλοβιτς, ο μετέπειτα Μεχμέντ πασάς Σοκόλοβιτς και ο αδελφός του Μακάριος, ο μετέπειτα Σέρβος πατριάρχης.

Οι τοιχογραφίες που σώζονται στο καθολικό του μοναστηριού θεωρούνται ως τα καλύτερα ευρωπαϊκά έργα τέχνης του 13ου αι., και εντάχτηκαν στον Κατάλογο των Μνημείων της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Μορφές μνημειώδεις και συνθέσεις πλασμένες με την ορμή και την αξιοπρέπεια της επίσημης τέχνης, προβάλουν μέσα σε χρυσό φόντο. Οι προσωπικότητες απεικονίζονται με ζωηρό χαρακτήρα, χυμώδες ανάγλυφο και πλούσια ψυχικότητα. Οι ιδέες του εικονογραφικού προγράμματος εναρμονίζουν τις θεολογικές απόψεις του αρχιεπισκόπου Σάββα με τις προθέσεις του δυναστικού οίκου των Νεμανιδών.

Από όλες τις τοιχογραφίες εκείνη που ξεχωρίζει είναι αυτή του Λευκού Αγγέλου. Σύμφωνα με την αφήγηση του Ματθαίου (28:1-8), ο άγγελος εικονίζεται αριστερά καθισμένος στο λίθο, δείχνοντας με ήρεμη αντικίνηση τον τάφο του Χριστού άδειο στη Θεοτόκο και στην Μαρία την Μαγδαληνή, οι οποίες στη θέα του υποχωρούν φοβισμένες και τις ορίζει να κοινοποιήσουν στους μαθητές ότι ο Κύριος «ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν». Ο υπέροχος άγγελος καταυγάζει την εκκλησία με την ουράνια θωριά και το ηρωικό μέγεθος, την ομορφιά και τη γαλήνια χάρη της ασπροντυμένης και με χρυσαφιές ανταύγειες πλασμένης μορφής του, κατάντικρυ στο χρυσό βάθος, που πληρούν με θρίαμβο ζωής στην ηγεμονική κίνηση οι απλωμένες φτερούγες του.


Πρόκειται ίσως για την πιο γοητευτική εικόνα του συνόλου της βυζαντινής τέχνης. Ο Άγγελος με το ωραίο φωτεινό πρόσωπο, εράσμιος, με ευγενικά χαρακτηριστικά και καστανά φωτεινά μάτια, κατευθύνει το βλέμμα του ορμητικό και αόριστο πέρα, προς τα έσω στραμμένο, σε κατοπτρισμό αγνής και γαλήνιας αφιερωμένης στην πίστη ψυχής. Το κεφάλι του στεφανώνεται με βοστρυχωτή καστανή κόμη, ενώ ο πλατύς λαιμός του αποπνέει ευρωστία και υγεία. Η γεροδεμένη κορμοστασιά του, πλήρης αποκαλυπτικού και ανέσπερου κάλλους, διαπνέεται από μια δύναμη εσωτερικής έκφρασης και πνευματικής ευωδίας. 

Γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Εξήγηση μερικών ρητών του αγ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού που βρίσκονται μέσα σε τροπάρια που ψάλλονται το Άγιον Πάσχα

Εξήγηση μερικών ρητών του αγ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού που βρίσκονται μέσα σε τροπάρια που ψάλλονται το Άγιον Πάσχα 
Αββάς Δωρόθεος 
ΙΣΤ’ Διδασκαλία 
Με πολλή ευχαρίστηση θα σας μιλούσα λίγο για το νόημα των ψαλμών που ψάλλουμε στην Εκκλησία, για να μην σας απορροφάει η μελωδία, αλλά να συμμετέχει ανάλογα και ο νους σας στη δύναμη και το βάθος των λόγων. Τι λοιπόν ψάλαμε τώρα μόλις; 
Είναι ημέρα της Αναστάσεως 
Ας προσφέρουμε σαν δώρο τους ίδιους τους εαυτούς μας 
Επειδή στην παλιά εποχή οι Ισραηλίτες στις γιορτές, δηλαδή στα θρησκευτικά πανηγύρια, πρόσφεραν, σύμφωνα με το νόμο, διάφορα δώρα στον Κύριο, όπως «θυσίες», «ολοκαυτώματα», «απαρχές» και άλλα παρόμοια, συμβουλεύει και εμάς ο Άγ. Γρηγόριος να γιορτάσουμε για τον Κύριο, όπως ακριβώς εκείνοι και μας προτρέπει λέγοντας. 
Είναι ημέρα της Αναστάσεως. 
Αντί της αγίας ημέρας που γιόρταζαν οι Ισραηλίτες, έχουμε τώρα ημέρα θεϊκού πανηγυριού, την ημέρα του χριστιανικού Πάσχα. Τι είναι όμως το Πάσχα του Χριστού; Οι Ισραηλίτες γιόρταζαν το «Φασέχ» όταν έφυγαν από τη γη της Αιγύπτου. Το Πάσχα όμως που μας προτρέπει τώρα ο Άγιος να πανηγυρίσουμε, το γιορτάζει η ψυχή, που βγαίνει από τη νοητή Αίγυπτο, δηλαδή από την αμαρτία. Γιατί όταν διαβαίνει η ψυχή από την αμαρτία στην αρετή, τότε γιορτάζει το «Φασέχ» του Κυρίου, όπως είπε και ο Ευάγριος: «Το Πάσχα του Κυρίου είναι διάβαση, δηλαδή πέρασμα από το χώρο της κακίας στον χώρο της αρετής». 
Σήμερα λοιπόν είναι Πάσχα του Κυρίου, ημέρα λαμπρής γιορτής, ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού, που πέθανε και αναστήθηκε και κάρφωσε στο σταυρό για χάρη μας την αμαρτία. Ας προσφέρουμε λοιπόν και εμείς στον Κύριο δώρα, θυσίες και ολοκαυτώματα, όχι βέβαια αλόγων ζώων, που δεν τα θέλει ο Χριστός. Γιατί «θυσία και προσφορά αλόγων ζώων δεν θέλησες και ολοκαυτώματα μοσχαριών και προβάτων δεν σου είναι ευάρεστα» (Εβρ. 10, 5-6: Ψαλμ. 39, 7). Και ο Ησαΐας λέει: «Τι να τις κάνω τις πολλές θυσίες σας; λέει ο Κύριος κτλ.» (Ησ. 1, 11). Αλλ’ επειδή ο Αμνός του Θεού θυσιάστηκε για μας -όπως λέει ο Απόστολος: «Γιατί το δικό μας Πάσχα είναι ο Χριστός, που θυσιάστηκε για μας» (Α’ Κορ. 5, 7) -για ν’ απαλλάξει τον κόσμο από την αμαρτία και «έγινε κατάρα για μας»- όπως λέει η Αγ. Γραφή: «Καταραμένος είναι όποιος κρεμιέται στο ξύλο» για να μας εξαγοράσει από την κατάρα του νόμου (Γαλ. 3, 13) και «για ν’ αποκτήσουμε την υιοθεσία» (Γαλ 4, 5) - οφείλουμε και εμείς να του προσφέρουμε σαν δώρο κάτι από εκείνα που του είναι ευάρεστα. Ποιο λοιπόν δώρο και ποια θυσία οφείλουμε να προσφέρουμε στο Χριστό την Αναστάσιμη αυτή ημέρα, για να ευαρεστηθεί αφού δεν θέλει θυσίες αλόγων ζώων; Πάλι ο Άγ. Γρηγόριος μας το διδάσκει. Γιατί αφού είπε: 
Αναστάσεως ημέρα 
πρόσθεσε: 
Ας προσφέρουμε δώρο τους εαυτούς μας 
όπως λέει και ο Απόστολος: «Προσφέρετε σαν δώρο στο Θεό τα σώματά σας θυσία ζωντανή, άγια, ευάρεστη στο Θεό, τη λογική λατρεία σας» (Ρωμ. 12, 1). 
Πώς όμως οφείλουμε να προσφέρουμε στο Θεό τα σώματά μας θυσία ζωντανή και άγια; Με το να μην κάνουμε τα θελήματα που μας υπαγορεύει η σάρκα μας και ο λογισμός μας, αλλά ζώντας πνευματικά και μη εκπληρώνοντας κανένα σαρκικό μας θέλημα (Εφεσ. 2, 3). Γιατί αυτό ακριβώς σημαίνει το να νεκρώσουμε τα μέλη του σώματος που μας σπρώχνουν σε γήινες επιθυμίες (Κολ. 3, 5). Αυτή θεωρείται ζωντανή θυσία, άγια και ευάρεστη στο Θεό. Γιατί όμως ονομάζεται ζωντανή θυσία; Επειδή το άλογο ζώο που οδηγείται για θυσία, την ίδια στιγμή που θυσιάζεται, πεθαίνει. Οι άγιοι όμως που προσφέρουν τους εαυτούς τους στο Θεό, θυσιάζονται καθημερινά, ενώ ταυτόχρονα παραμένουν στη ζωή, όπως λέει ο Δαυίδ: «Για χάρη Σου θανατωνόμαστε όλη την ημέρα, θεωρηθήκαμε σαν πρόβατα που προορίζονται για σφαγή» (Ψαλμ. 43, 22). Αυτό σημαίνει εκείνο που λέει ο Άγ. Γρηγόριος: 
Ας προσφέρουμε τους εαυτούς μας, 
δηλαδή, ας θυσιάσουμε τους εαυτούς μας, ας τους θανατώνουμε όλη την ημέρα, όπως όλοι οι άγιοι, για το Χριστό και Θεό μας, γι’ Αυτόν που πέθανε για χάρη μας. Πώς όμως οι άγιοι θανάτωσαν τους εαυτούς τους; Έπαψαν να αγαπούν τον κόσμο και τα εγκόσμια, όπως λέει ο Άγ. Ιωάννης στις Καθολικές επιστολές (Α’ Ιωάν. 2, 15) «αρνήθηκαν εντελώς τη σαρκική επιθυμία, την επιθυμία των ματιών και την υπερηφάνεια της κοσμικής ζωής, δηλαδή τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, την κενοδοξία, σήκωσαν το σταυρό τους, ακολούθησαν το Χριστό» (Ματθ. 16, 24) και «σταύρωσαν όχι μόνον τους εαυτούς τους για τον κόσμο, αλλά και ό,τι κοσμικό είχαν μέσα τους» (Γαλ. 6, 14). Γι’ αυτό λέει κι ο Απόστολος: «Αυτοί που ανήκουν στον Ιησού Χριστό σταύρωσαν τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες» (Γαλ. 5, 24). Να λοιπόν, έτσι θανάτωσαν τους εαυτούς τους οι άγιοι. 
Πώς όμως πρόσφεραν τους εαυτούς τους; Ζώντας, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, αλλά σύμφωνα με τις εντολές του Θεού υποτάσσοντας και εγκαταλείποντας τα θελήματά τους για χάρη της εντολής και της αγάπης του Θεού και του πλησίον, όπως είπε και ο Απόστολος Πέτρος: «Να, εμείς τ’ αφήσαμε όλα και Σε ακολουθήσαμε» (Ματθ. 19, 27). Τι άφησε; Μήπως είχε χρήματα ή κτήματα ή χρυσάφι ή ασήμι; Μόνο το δίχτυ είχε και αυτό παλιό, όπως είπε ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Άφησε όμως, όπως είπε, όλα τα θελήματά του, όλη την «προσπάθεια» αυτού του κόσμου -και όπως φαίνεται, και αν ακόμη είχε χρήματα ή περιουσία και εκείνα θα τα περιφρονούσε- και αφού σήκωσε το σταυρό, ακολούθησε το Χριστό, σύμφωνα μ’ αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: «Δεν ζω πια εγώ, αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Να, έτσι πρόσφεραν για δώρα τους εαυτούς τους οι άγιοι. Αφού νεκρώθηκαν, όπως είπαμε, από κάθε «προσπάθεια» και κάθε προσωπικό θέλημα, έζησαν δοσμένοι μόνο στο Χριστό και στις εντολές Του. 
Έτσι λοιπόν και εμείς 
«ας προσφέρουμε τους εαυτούς μας», 
όπως διδάσκει ο Άγ. Γρηγόριος. Γιατί εμάς εννοεί όταν λέει: 
«το πιο πολύτιμο δημιούργημα του Θεού». 
Αληθινά, το πολυτιμότερο, απ’ όλα τα ορατά κτίσματα, είναι ο άνθρωπος. Γιατί εκείνα μεν τα δημιούργησε ο Θεός μόνο με το λόγο Του λέγοντας: «Να γίνει αυτό» και έγινε. Και πάλι: «Να φυτρώσει στη γη αυτό» και φύτρωσε ή «Να βγάλουν τα νερά της θάλασσας ψάρια και έβγαλαν» (Γεν. 1, 3, 11, 20) και όλα τ’ άλλα. Τον άνθρωπο όμως τον έπλασε με τα ίδια Του τα χέρια και τον καταστόλισε. Και όλα τα κτίσματα τα δημιούργησε με το σκοπό να υπηρετούν και ν’ αναπαύουν τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο όμως τον όρισε βασιλιά όλων αυτών των δημιουργημάτων και τον έπλασε για ν’ απολαμβάνει την τρυφή του παραδείσου. Και το πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι, όταν αυτός ξέπεσε από τη θέση του, από δικό του λάθος, πάλι τον αποκατέστησε στην πρώτη του κατάσταση, με το Αίμα του Υιού Του του Μονογενούς, ώστε να είναι ο άνθρωπος το πολυτιμότερο απ’ όλα τα ορατά δημιουργήματα. Και όχι μόνον το πολυτιμότερο, αλλά και το τιμιότερο και το πιο οικείο. 
Γιατί είπε: «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο, ‘κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν’» (Γεν. 1, 26). Και ακόμα η Αγ. Γραφή συμπληρώνει: «Δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, ‘κατ’ εικόνα’ Θεού τον δημιούργησε, και φύσηξε πάνω στο πρόσωπό του πνοή ζωής» (Γεν. 2, 7). Και ο ίδιος ο Κύριός μας, όταν σαρκώθηκε, πήρε ανθρώπινη μορφή, σάρκα ανθρώπου και ψυχή ανθρώπου. Και με λίγα λόγια, έγινε σ’ όλα άνθρωπος, εκτός από την αμαρτία, φέρνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο κοντά Του τον άνθρωπο, κάνοντάς τον, όπως θα λέγαμε, δικό Του. Γι’ αυτό λοιπόν πολύ καλά και ταιριαστά είπε ο Άγ. Γρηγόριος: «Το πιο πολύτιμο και το πιο οικείο δημιούργημα για το Θεό είναι ο άνθρωπος».

Μετά πιο καθαρά προσθέτει: Ας αποκαταστήσουμε την εικόνα που μας έδωσε ο Θεός στην αρχική της κατάσταση. 
Πώς όμως θα γίνει αυτό; Μας το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε σωματικό και πνευματικό μολυσμό» (Β’ Κορ. 7, 1). Ας ξανακάνουμε καθαρή την εικόνα μας, όπως την παραλάβαμε. Ας την απαλλάξουμε από τη βρωμιά της αμαρτίας, για να φανεί με τις αρετές η ομορφιά της. Γι’ αυτήν την ομορφιά προσευχόταν και ο Δαυίδ λέγοντας: «Κύριε, Συ θέλησες και έδωσες τόση δύναμη σε κάθε αγαθό και ωραίο που έχω μέσα μου» (Ψαλμ. 29, 8). Ας καθαρίσουμε λοιπόν το «κατ’ εικόνα» μας. Γιατί ο Θεός το θέλει από μας όπως ακριβώς μας το έδωσε, χωρίς κηλίδες ή ρυτίδες, ή κάτι παρόμοιο. 
Ας αποκαταστήσουμε στο αρχαίο κάλλος του το «κατ’ εικόνα». 
Ας συνειδητοποιήσουμε τη μεγάλη αξία που μας έδωσε ο Θεός. 
Ας μάθουμε πόσα μεγάλα αγαθά μας δωρήθηκαν. Ας μάθουμε «κατ’ εικόνα» τίνος πλαστήκαμε. Ας μην παραγνωρίσουμε τα μεγάλα δώρα που μας δωρήθηκαν απ’ Αυτόν, όχι για την αξία μας, αλλά μόνο και μόνο από την αγαθότητά Του. Ας μάθουμε ότι δημιουργηθήκαμε «κατ’ εικόνα» του ίδιου του Θεού που μας έπλασε. 
Ας τιμήσουμε το Αρχέτυπο. Ας μην προσβάλουμε την εικόνα του Θεού, σύμφωνα με την οποία πλαστήκαμε. Ποιος από εκείνους, που θέλουν να ζωγραφίσουν την εικόνα του βασιλιά, τολμάει να χρησιμοποιήσει φτηνό και άχρηστο χρώμα και να προσβάλει το βασιλιά με κίνδυνο να τιμωρηθεί; Αντίθετα χρησιμοποιεί όλα τα πολύτιμα και λαμπρά χρώματα, που είναι αντάξια της εικόνας του βασιλιά. Πολλές φορές μάλιστα τοποθετεί στην εικόνα των βασιλιάδων φύλλα χρυσού και φροντίζει ν’ απεικονίζει, όσο είναι δυνατόν, όλα τα ενδύματα του βασιλιά, ώστε να περιέχει η εικόνα όλα τα βασιλικά χαρακτηριστικά και όποιος τη βλέπει να νομίζει ότι βλέπει τον ίδιο το βασιλιά, το ίδιο το Αρχέτυπο. Και τότε η εικόνα είναι πολύ όμορφη και λαμπρή. Και εμείς λοιπόν ας μην ατιμάσουμε το Αρχέτυπό μας. Δημιουργηθήκαμε «κατ’ εικόνα» του Θεού, ας φτιάξουμε την εικόνα μας καθαρή και έντιμη, αντάξια του Αρχέτυπου. Γιατί, αν τιμωρείται εκείνος που πρόσβαλε την εικόνα του βασιλιά, που είναι και αυτός άνθρωπος τι πρέπει να πάθουμε εμείς που καταφρονούμε τη θεία εικόνα που βρίσκεται μέσα μας, και όπως είπε ο Άγιος «δεν ξαναδίνουμε στην εικόνα του Θεού που έχουμε μέσα μας ολόκληρη την αρχική της δόξα;» Ας τιμήσουμε λοιπόν το Αρχέτυπο»; 
Ας μάθουμε του μυστηρίου τη δύναμη και για χάρη τίνος πέθανε ο Χριστός.

Η δύναμη του μυστηρίου του θανάτου του Χριστού είναι αυτή: Επειδή αφανίσαμε μέσα μας με την αμαρτία το «κατ’ εικόνα» και γι’ αυτό νεκρωθήκαμε, όπως λέει και ο Απόστολος, «με τα παραπτώματα και τις αμαρτίες» (Εφεσ. 2, 1), γι’ αυτό και ο Θεός - που μας έπλασε «κατ’ εικόνα» Του,- επειδή σπλαγχνίστηκε το πλάσμα και την ίδια την «εικόνα» Του έγινε για μας άνθρωπος, και καταδέχτηκε να υποστεί το θάνατο για χάρη όλων των ανθρώπων, για να επαναφέρει εμάς, τους νεκρωμένους στη ζωή, από την οποία ξεπέσαμε με την παράβαση της εντολής. Έτσι, αφού ανέβηκε και σταύρωσε πάνω στον άγιο σταυρό Του την αμαρτία, που εξαιτίας της βγήκαμε από τον παράδεισο, «αιχμαλώτισε την αιχμαλωσία μας» (Ψαλμ. 67, 19: Έφεσ. 4, 8). 
Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει ότι από τότε που ο Αδάμ παρέβηκε την εντολή του Θεού, μας αιχμαλώτισε ο εχθρός και μας είχε υπόδουλους. Όταν λοιπόν οι ψυχές χωρίζονταν από τα σώματα των ανθρώπων πήγαιναν στον Άδη, επειδή ήταν κλεισμένος ο παράδεισος. Όταν όμως ο Χριστός ανέβηκε στο ύψος του αγίου και ζωοποιού σταυρού, μας λύτρωσε με το ίδιο Του το Αίμα, από τη σκλαβιά που μας είχε δεμένους ο εχθρός μας, ο διάβολος, εξαιτίας της παραβάσεως της εντολής. Δηλαδή, μας άρπαξε πάλι από τα χέρια του εχθρού και, κατά κάποιο τρόπο μας πήρε από την πρώτη σκλαβιά στη δική Του δουλεία, αφού νίκησε και κατατρόπωσε το διάβολο, που μας είχε πριν σκλαβώσει. Γι’ αυτό λέγεται «αιχμαλώτισε αιχμαλωσία». Αυτή είναι η δύναμη του μυστηρίου. Γι’ αυτό ο Χριστός πέθανε για χάρη μας, για να ξαναφέρει στη ζωή εμάς, που είχαμε απονεκρωθεί, όπως είπε ο Άγιος. Λυτρωθήκαμε λοιπόν από τον Άδη με τη φιλανθρωπία του Χριστού και τώρα είναι πια στο χέρι μας να γυρίσουμε στον Παράδεισο. Γιατί δεν μας τυραννάει πια, ούτε μας έχει δούλους όπως πρώτα ο εχθρός. 
Μόνο ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, και ας φυλάξουμε τους εαυτούς μας από την έμπρακτη αμαρτία. Γιατί, όπως πολλές φορές σας είπα, κάθε αμαρτία, που γίνεται έμπρακτα, μας ξανακάνει υπόδουλους στον εχθρό, επειδή με τη θέλησή μας παραδίνουμε και υποδουλώνουμε τους εαυτούς μας. Γιατί δεν είναι, αλήθεια, ντροπή και μεγάλη ταλαιπωρία, αφού ο Χριστός μας λύτρωσε από τον Άδη με το πανάγιο Αίμα Του και αφού τ’ ακούμε όλα αυτά, να ξαναγυρίσουμε και να ρίξουμε πάλι τους εαυτούς μας στον Άδη; Άραγε, δεν είμαστε τότε άξιοι για πιο χειρότερη και ελεινότερη κόλαση; Ο φιλάνθρωπος Θεός ας μας ελεήσει και ας μας δώσει πνευματική αγρύπνια για να έρθουμε σε συναίσθηση, να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας και να βρούμε λίγο έλεος την ημέρα της κρίσεως. 
Αββά Δωροθέου “Έργα Ασκητικά”, Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Πασχαλινή νύχτα στη φυλακή...



Πασχαλινή νύχτα στη φυλακή
πηγή:εδώ 
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - ΕΔΩ 
Ο ιερέας Γεώργιος Κάλτσιου (1925-2006) πέρασε 21 χρόνια στη φυλακή για την ομολογία της πίστεως. Το 1948, σε ηλικία 23 χρονών, έλαβε την πρώτη του καταδίκη, την οποία πέρασε υπό τις δυσκολότερες συνθήκες. Έτσι, φυλακίστηκε στην πόλη Ζιλάβα, στο σωφρονιστικό κατάστημα Κασίμκα, το οποίο βρισκόταν σε βάθος μερικών μέτρων κάτω από τη γη, χωρίς φως, με τον αέρα να διεισδύει εκεί μόνο μέσω τριών μικρών οπών στην πόρτα. Ένας από τους κρατούμενους εκεί ήταν άρρωστος με φυματίωση και, μη λαμβάνοντας ιατρική βοήθεια, έχασε πολύ αίμα. Για να τον βοηθήσει, ο μελλοντικός ιερέας Γεώργιος άνοιξε τις φλέβες του κι έδινε το αίμα του, για να πιει ο ασθενής. 
Το 1964, λόγω της πίεσης δυτικοευρωπαϊκών οργανώσεων, όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι της Ρουμανίας αμνηστεύθηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο πατήρ Γεώργιος μπήκε στη Σχολή Φιλολογίας και στη Σχολή Θεολογίας. Μετά από την αποφοίτηση, έκανε το διδακτορικό του στην ειδικότητα «Θεολογία». Ύστερα έλαβε τη χάρη της ιεροσύνης κι έγινε καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στο Βουκουρέστι. 
Το 1979 συνελήφθη ξανά και κρατήθηκε υπό απάνθρωπες συνθήκες. Διάσημοι Ρουμάνοι εμιγκρέδες, όπως ο Μιρτσέα Ελιάντε, ο Ευγένιος Ιονέσκο και άλλοι, τον υπερασπίστηκαν ενεργά. Το 1984, ο πατήρ Γεώργιος απελευθερώθηκε, όμως ήταν εξαναγκασμένος να μετακομίσει στις ΗΠΑ. Μετά την πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, κάθε χρόνο επισκεπτόταν την πατρίδα του, όπου και αναπαύτηκε η ψυχή του, στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής Πέτρου Βόντα. 
Ετοιμαζόμουν για τη μεγάλη εορτή. Καθάριζα την ψυχή μου όσο μπορούσα, έκλεισα τ’ αυτιά μου στις προσβολές, έγινα αναίσθητος για τα χτυπήματα, απρόσιτος για την πείνα. Ζεσταινόμουν με τη νοερά προσευχή και τη νύχτα, η οποία, όσο γνώριζα, ήταν Πασχαλινή, άκουσα τις καμπάνες της φυλακής. Ο ήχος τους έφτανε στο κλουβί μου σιγά-σιγά. Δεν ήταν εκείνο το εκκωφαντικό κουδούνισμα, το οποίο ακούει κάποιος που βρίσκεται δίπλα στις καμπάνες, αλλά διαπερνούσε τους τοίχους. Αυτός ο ήχος διείσδυε σαν μια αναγγελία από τον εξωτερικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού. 
Κι εγώ εκφώνησα «Χριστός Ανέστη!». Στην αρχή το είπα από μέσα μου και μετά ήθελα να το ψάλλω φωναχτά, όμως χωρίς να το ακούσει κανένας άλλος. Στη φυλακή κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία και κάθε κίνηση στα κλουβιά αντηχούσε έξω, στον διάδρομο. Ο φύλακας, μάλιστα, άκουσε ότι ψάλλω, γι’ αυτό ήρθε και με μάλωσε. Κι εγώ αποφάσισα να σιωπήσω, ώστε να μη χαλάσω αυτήν την αγία πασχαλινή νύχτα. Άρχισα ν’ αναθυμούμαι τα παιδικά μου χρόνια, τις πιο πολύτιμες για την ψυχή μου αναμνήσεις. 
Στο τμήμα, όπου βρισκόμουν, υπήρχαν 6 φύλακες. Αυτοί έκαναν την επιτήρηση με βάρδιες. Ο φύλακας, του οποίου τελείωνε τη βάρδια, έκανε ένα βήμα μπροστά και πήγαινε να σταθεί στη φαλάγγα. Ο άλλος, που ξεκινούσε τη βάρδια, πήγαινε ν’ ανοίξει την πόρτα στο κλουβί μας. Εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς έπρεπε να στεκόμαστε με τα πρόσωπα στραμμένα προς τον τοίχο. Εκείνος έμπαινε μέσα, κοιτούσε γύρω, ήλεγχε αν είναι όλα εντάξει. Μας απαγορευόταν να στραφούμε προς την πόρτα, μέχρι ν’ ακούσουμε το κλείδωμά της. 
Εκείνο το πασχαλινό πρωινό αποφάσισα να μη γυρίσω το πρόσωπό μου προς τον τοίχο. Και ο φρουρός τότε ήταν ένας «όμορφος διάβολος». Εκείνος ο νεαρός, μάλιστα, ήταν ένα απλό παλληκάρι από χωριό, ψηλός, λεπτός, με γαλάζια αγγελικά μάτια, με όμορφο κορμί, πάντα ωραία και καθαρά ντυμένος. Οι άλλοι ήταν πιο ασυγύριστοι, ενώ αυτός ήταν πάντα κομψός. Αλλά ήταν φοβερά σκληρός. 
Είναι δύσκολο να καταλάβω πως μπορεί ένας άνθρωπος, που έχει τέτοια κομψότητα και ανδρική ομορφιά, να συμπεριφέρεται τόσο άγρια. Αν δεν χτυπούσε 5-6 κρατούμενους, τότε, μάλλον, αισθανόταν άβολα. 
 
Γενικά, στη φυλακή, μέσα στην καταπιεστική ατμόσφαιρα φόβου και απειλής, ήταν πιο εύκολα να υποφέρουμε τα βασανιστήρια. Αλλά, όταν ακούς τις φωνές κάποιων άλλων... Πιο συχνά χτυπούσαν τους ποινικούς καταδικασμένους, επειδή οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν λίγοι. Και αυτοί φώναζαν όταν τους χτυπούσαν. Ενώ εμείς δεν φωνάζαμε ποτέ. Όταν εκείνοι φώναζαν, η φαντασία μας αμέσως άρχιζε να οργιάζει και φανταζόμασταν φοβερά πράγματα. Η ψυχή μας πονούσε τόσο πολύ από αυτές τις φωνές, που θα προτιμούσαμε να χτυπούν εμάς παρά αυτούς. Λοιπόν, εκείνος ο νεαρός ήταν ο τύπος που έβρισκε απόλαυση στο να βασανίζει τους ανθρώπους. 
Εκείνο το πρωί, όταν άνοιξε η πόρτα, ήμουν ακόμα όρθιος, χωρίς να κλείσω μάτι, επειδή προσευχόμουν στον Θεό όλη τη νύχτα. Εκατοντάδες ή ίσως και χιλιάδες φορές είπα: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνημασι ζωήν χαρισάμενος!». Πιο πιθανόν, χιλιάδες φορές, ώστε η αλήθεια για την Ανάσταση ν’ αποτυπωθεί στη μνήμη μου. 
Στάθηκα με το πρόσωπό μου στραμμένο προς την πόρτα και, όταν μπήκε εκείνος, του είπα: 
– Χριστός Ανέστη! 
Ο φρουρός με κοίταξε, μετά γύρισε πίσω, κοιτάζοντας τη φρουρά, και μετά στράφηκε προς εμένα και είπε: 
– Αληθώς Ανέστη! 
Ήταν σαν να με χτύπησε κεραυνός. Κι εγώ κατάλαβα ότι το «Αληθώς Ανέστη» δεν το είπε ο φύλακας, αλλά ο Άγγελος του Θεού. Εκείνος ο Άγγελος, που στεκόταν δίπλα στον Τάφο και είπε στις μυροφόρες: 
– Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών. Ουκ εστίν ώδε, αλλ’ ηγέρθη (Λουκ. 24, 5-6). Δεύτε ίδετε τον τόπον όπου έκειτο ο Κύριος (Ματθ. 28,6).
Με το στόμα του αγγέλου, εκείνος με διαβεβαίωσε για την αλήθεια της Αναστάσεως, επειδή είχα μεγάλη ανάγκη από αυτήν τη διαβεβαίωση. Ο Θεός θέλησε, με το στόμα του εχθρού μου, να μου επιβεβαιώσει την εγκυρότητα εκείνου του Πάσχα. 
Το κλουβί μου γέμισε αμέσως με φως. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη, που τις 5-6 ώρες πριν το μεσημεριανό φαγητό τις πέρασα μέσα στην ακτινοβολία του φωτός και της πνευματικής χαράς[1]. 
Ιερέας Γεώργιος Κάλτσιου
Μετάφραση από τα Ρωσικά στα Ελληνικά της Κατερίνα Πολονέιτσικ


[1] Από το βιβλίο του ιερέα Γεωργίου Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα «Τα βάσανα ως ευλογία»
(Părintele Gheorghe Calciu-Dumitreasa. Suferinţa ca binecuvântare. Bucureşti: Editura Cathisma, 2007. Р. 31–35).

Εκείνος ο οποίος θέλει να μάθει για την Ανάσταση, να μπει στην Εκκλησία και να πάθει τα πάθη του Χριστού.


-1-
Όταν κάποιος άνθρωπος έχει καλή θέληση και θέλει να μάθει για την Ανάσταση αλλά είναι δύσκολο να την πιστέψει και θέλει αποδείξεις για να πιστέψει, τότε τι πρέπει να κάνει για να μάθει τα πάντα;
Κοιτάξτε, το είπαμε κάπου στην εκπομπή μας και το είπε εκείνο το κείμενο το πανέμορφο του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη. Εδώ δεν είναι απλώς να πιστέψεις μέσα από το μυαλό σου, είναι να πάθεις γι’ αυτά τα πράγματα και μπαίνοντας στην Εκκλησία, παθαίνεις. Και ο Χριστός παίρνει πάνω Του, όλα σου τα πάθη. Παθαίνεις πρώτα και μετά γνωρίζεις την Ανάσταση. Μην προσπαθούμε να αναμετρηθούμε με την Ανάσταση λογικά. Θα μπορούσαμε να φέρουμε δεκάδες επιχειρήματα. Κάποιο απ’ αυτά, έτσι για να αλλάξουμε τον τρόπο της κουβέντας, το χρησιμοποιήσαμε την ώρα που κουβεντιάζουμε με τα παιδιά. Αλλά οποιοδήποτε επιχείρημα, δεν θα έχει κανένα νόημα, αν την Ανάσταση δεν την πάθεις πάνω στη ζωή σου. Επιχείρημα δεν είναι και το Φως που βγαίνει κάθε Μεγάλο Σάββατο στον Πανάγιο Τάφο; Αλλά ούτε αυτό το επιχείρημα, το πολύ ουσιαστικό, δεν είναι αρκετό για να πείσει και να είναι η απόδειξη για την αλήθεια του Χριστού. Τίποτε ως απόδειξη δεν μπορεί να βιάσει τη σύνδεση και την ελευθερία κάποιου που δεν θέλει να πιστέψει. Εκείνος ο οποίος θέλει να μάθει για την Ανάσταση, να μπει στην Εκκλησία και να πάθει τα πάθη του Χριστού, κατά τα μέτρα που Εκείνος απαθώς έπαθε εκείνα που έπαθε και τότε θα καταλάβει τι σημαίνει Ανάσταση.

π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος  

Ράδιο Παράγκα Πάσχα του 1993 

 


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ- π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 

- Η εισαγωγή της εκπομπής "Ράδιο Παράγκα"  Κυριακή του Πάσχα1993 

Το ηχητικό απόσπασμα εδώ 

Χριστός Ανέστη.
Χριστός Ανέστη και ζωή πολιτεύεται.
Χριστός Ανέστη και πεπτώκασι δαίμονες.
Χριστός Ανέστη.
 
Ξυπνάτε νεκροί από τον Άδη, για να μηνύσετε στους ζωντανούς τα τού Άδου. Οι ζωντανοί ζουν σα νεκροί και οι νεκροί, γίνονται ζωντανοί. 
Ο Άδης επικράνθη. 
Όλη η ισορροπία και η τάξη των πραγμάτων αναστρέφεται, όλα αλλάζουν, όλα παίρνουν μία άλλη χροιά. Εκείνος που πεθαίνει, ανασταίνει τους πάντες και εκείνοι που νομίζουν που ζουν, είναι σαν πεθαμένοι και αν εκείνοι που νομίζουν που ζουν που είναι σαν πεθαμένοι, δεν προσκολληθούν και δεν αγαπήσουν, Αυτόν που πέθανε για Αυτούς, Αυτόν που κατέβηκε στον Άδη, τότε η ζωή τους, η ζωντάνια τους, η ενεργητικότητά τους, όλα είναι μία χαμένη υπόθεση. 
Χριστός Ανέστη και ζωή πολιτεύεται. 
Αν μιλούνε για τη ζωή, αν μιλούν για τα της ζωής, αν μιλούν για τα πράγματα του κόσμου, αν μιλούνε για αυτά που είναι ζωντανά, μόνο μέσα από Αυτόν που Ανέστη και ζωή πολιτεύεται μπορούν να ζουν, μπορούν να υπάρχουν, μπορούν να κινούνται, μπορούν να είναι ενεργητικοί, μπορούν να μιλούν, μπορούν να κλαίνε, μπορούν να αγαπούν, μπορούν να ερωτεύονται, μπορούν να κουβεντιάζουν, μπορούν να λένε απόψεις. 
Χωρίς Αυτόν και χωρίς τη Ζωή που πολιτεύεται και χωρίς Αυτόν που Ανέστη εκ των νεκρών. Όσο και να μιλούν, όσο και να φωνάζουν, όσο και να αναλύουν ιδέες, όσο και να αγαπούν, όσο και να ερωτεύονται, όσο και να δουλεύουν, όσο και να φτιάχνουν ιδέες, όσο και να φτιάχνουν προγράμματα, όσο και να φτιάχνουν την τάξη των πραγμάτων του κόσμου. Όλα είναι θάνατος και μυρίζουνε την μυρωδιά του θανάτου. 
Χριστός Ανέστη. 
Χωρίς Αυτόν όλα είναι πεθαμένα. 
Με Αυτόν, όλα τα πεθαμένα γίνονται ζωντανά. 
Και στο τέλος η βαθιά προσδοκία όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών για την Ανάσταση των νεκρών. 
Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών.

Χριστός Ανέστη.

Η ζωή μας παίρνει άλλο νόημα και από τώρα νοηματοδοτείται και εκεί οδεύουμε και εκεί πηγαίνουμε.Για την Ανάσταση των σωμάτων.
Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών.

Χριστός Ανέστη.

Γιατί άλλο να μιλήσουμε σήμερα; Παρά μόνο για αυτό το μεγάλο γεγονός. Όσο μπορεί να το πλησιάσει, το μυαλό εκείνων που είναι ανόητοι. Όσο μπορεί να τον πλησιάσει το δικό μας το μυαλό, που λίγο σταύρωσε κάτι από τα πάθη μας.

Χριστός Ανέστη.

Και εμείς σήμερα να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για αυτή την ανατροπή της τάξεως των πραγμάτων του κόσμου, να μιλήσουμε για τους νεκρούς που ανασταίνονται και τη δική μας κοινή μελλοντική Ανάσταση.


Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Ώρες, Απόδειπνο & Μεσονυκτικό Διακαινησίμου

Ώρες, Απόδειπνο & 
Μεσονυκτικό Διακαινησίμου
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ 
Από τῆς σήμερον μέχρι τοῦ Σαββάτου τῆς Διακαινησίμου, ὡς καί τῇ ἡμέρᾳ τῆς ᾽Αποδόσεως, ἀντί τῆς πρό τοῦ ῾Εσπερινοῦ Θ´ ῞Ωρας, τῶν ῾Ωρῶν τοῦ ᾽Αποδείπνου καί τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἀναγινώσκεται ἡ διατεταγμένη ἐναρκτήριος ᾽Ακολουθία ὡς ἑξῆς:

Μετά τό· « Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν... ». 
Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος (τρίς).

᾽Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ῞Αγιον Κύριον ᾽Ιησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον. Τόν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καί τήν ἁγίαν σου ᾽Ανάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν, ἐκτός Σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τό ὄνομά Σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί προσκυνήσωμεν τήν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν ᾽Ανάστασιν· ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ, χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διαπαντός εὐλογοῦντες τόν Κύριον, ὑμνοῦμεν τήν ᾽Ανάστασιν αὐτοῦ. Σταυρόν γάρ ὑπομείνας δι' ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν (τρίς).

Προλαβοῦσαι τόν ὄρθρον αἱ περί Μαριάμ, καί εὑροῦσαι τόν λίθον ἀποκυλισθέντα τοῦ μνήματος, ἤκουον ἐκ τοῦ ᾽Αγγέλου· τόν ἐν φωτί ἀϊδίῳ ὑπάρχοντα, μετά νεκρῶν τί ζητεῖτε ὡς ἄνθρωπον; βλέπετε τά ἐντάφια σπάργανα· δράμετε καί τῷ κόσμῳ κηρύξατε, ὡς ἠγέρθη ὁ Κύριος, θανατώσας τόν θάνατον· ὅτι ὑπάρχει Θεοῦ Υἱός, τοῦ σῴζοντος τό γένος τῶν ἀνθρώπων.

Εἰ καί ἐν τάφῳ κατῆλθες, ἀθάνατε, ἀλλά τοῦ ῞ᾼδου καθεῖλες τήν δύναμιν· καί ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστέ, ὁ Θεός, γυναιξί Μυροφόροις φθεγξάμενος, Χαίρετε· καί τοῖς σοῖς ᾽Αποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.

᾽Εν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ῞Αδῃ δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά λῃστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος.

Δόξα Πατρί...
῾Ως ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος, ὄντως καί παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος, Χριστέ, ὁ τάφος σου, ἡ πηγή τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως. 
Καί νῦν καί ἀεί...
Τό τοῦ ῾Υψίστου ἡγιασμένον θεῖον σκήνωμα, χαῖρε· διά σοῦ γάρ δέδοται ἡ χαρά Θεοτόκε τοῖς κραυγάζουσιν· Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν ὑπάρχεις, πανάμωμε Δέσποινα.

«Κύριε, ἐλέησον» (μ´). Δόξα, Καί νῦν· «Τήν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ...». «Δι' εὐχῶν...».

῾Η ᾽Ακολουθία αὕτη ἐπαναλαμβάνεται τρίς, ὡς ἔχει καί μετά μικρά ᾽Απόλυσις ἐπισφραγιζομένη διά τοῦ· «Χριστός ἀνέστη...».

Ευχή του Μεγάλου Βασιλείου
Ευλογητός εί, Κύριε, Δέσποτα παντοκράτορ, ο φωτίσας τήν ημέραν τώ φωτί τώ ηλιακώ, καί τήν νύκτα φαιδρύνας ταίς αυγαίς τού πυρός, ο τό μήκος τής ημέρας διελθείν ημάς καταξιώσας, καί προσεγγίσαι ταίς αρχαίς τής νυκτός, επάκουσον τής δεήσεως ημών, καί παντός τού λαού σου, καί πάσιν ημίν συγχωρήσας τά εκούσια καί τά ακούσια αμαρτήματα, πρόσδεξαι τάς εσπερινας ημών ικεσίας, καί κατάπεμψον τό πλήθος τού ελέους σου καί τών οικτιρμών σου επί τήν κληρονομίαν σου. Τείχισον ημάς αγίοις Αγγέλοις σου όπλισον ημάς όπλοις δικαιοσύνοις σου, περιχαράκωσον ημάς τή αληθεία σου, φρούρησον ημάς τή δυνάμει σου, ρύσαι ημάς εκ πάσης περιστάσεως, καί πάσης επιβουλής τού αντικειμένου. Παράσχου δέ ήμίν καί τήν παρούσαν εσπέραν, σύν τή επερχομένη νυκτί, τελείαν, αγίαν, ειρηνικην, αναμάρτητον, ασκανδάλιστον, αφάνταστον, καί πάσας τάς ημέρας τής ζωής ημών πρεσβείαις τής αγίάς Θεοτόκου, καί πάντων τών Αγίων τών απ' αιώνός σοι ευαρεστησάντων.Αμήν.

 Ἠχογράφηση (mp3, 5.69 ΜΒ) ΕΔΩ

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου



Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου 
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς 
λλωστε μόνο μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀναστημένου Θεανθρώπου, Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, μποροῦσε νὰ δοθεῖ καὶ δίδεται καὶ πάντοτε θὰ προσφέρεται ἡ δύναμη σὲ κάθε Χριστιανό, ἀπὸ τὸν πρῶτο ἕως τὸν τελευταῖο, ὥστε νὰ ξεπεράσει ὅλη τὴ θνητότητα –ἀκόμη καὶ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο, ὅλη τὴν ἁμαρτία– ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴν ἁμαρτία, ὅλους τοὺς διαβόλους – ἀκόμη καὶ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο. Ἐξάλλου, μόνο μέσῳ τῆς Ἀνάστασής Του ὁ Κύριος ἔδειξε καὶ ἀπέδειξε, ὅτι ἡ ζωὴ Του εἶναι Αἰώνια ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του εἶναι αἰώνια Ἀγάπη, τὸ καλὸ Του εἶναι Αἰώνιο Καλό, ἡ χαρὰ Του εἶναι Αἰώνια Χαρὰ καὶ ὅτι Αὐτὸς δίνει τὰ πάντα σὲ κάθε Χριστιανὸ ἀπὸ ἀπαράμιλλη φιλανθρωπία. Δὲν ὑπάρχει κανένα γεγονός, ὄχι μόνο στὸ Εὐαγγέλιο ἀλλὰ καὶ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, τὸ ὁποῖο νὰ εἶναι τόσο τεράστιο, τόσο συντριπτικό, τόσο ἀναμφισβήτητο, ὅπως εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. 
Ἀναμφίβολα, σέ оλόκληρη τὴν ἱστορική του πραγματικότητα, τὴν ἱστορικὴ δύναμη καὶ τὴν παντοδυναμία του, ὁ Χριστιανισμὸς βασίζεται στὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτὸ σημαίνει πίστη στὴν αἰώνια ζωντανὴ προσωπικότητα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ πολύχρονη καὶ συνεχῶς θαυμαστὴ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ. Ἐὰν ὑπάρχει ἕνα γεγονός, στὸ ὁποῖο μποροῦν νὰ κατατείνουν ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ γενικὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, τότε αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὁμοίως, ἐὰν ὑπάρχει μία Ἀλήθεια, στὴν ὁποία μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν ὅλες οἱ ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου, τότε αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον, ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα, στὴν ὁποία μποροῦν νὰ συγκεραστοὺν ὅλες οἱ πραγματικότητες τῆς Καινῆς Διαθήκης, τότε αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Τέλος, ἐὰν ὑπάρχει ἕνα θαῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, στὸ ὁποῖο μποροῦν νὰ κατατείνουν ὅλα τὰ θαύματα τῆς Καινῆς Διαθήκης, τότε αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε μόνο ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ γίνεται φανερὰ γοητευτικὴ ἡ μορφὴ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ τοῦ ἔργου Του. Μόνο στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν πλήρη ἐξήγηση ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα δηλαδὴ τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέχρι τήν Аνάστασή Του, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δίδαξε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ἔδειξε, ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος πράγματι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν Ἀνάστασή Του, δίδαξε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν Aνάστασή Του κατέδειξε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὄντως ἡ Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν Ἀνάστασή Του, Ἐκεῖνος δίδαξε ὅτι ἡ πίστη σὲ Αὐτὸν ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του, ἔδειξε ὅτι ἔχει νικήσει τὸ θάνατο, παρέχοντας στοὺς νεκροὺς τὴν ζωὴ καὶ διασφαλίζοντας τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ἀθανασία. Ναί, ναί, ναί: Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς κατέδειξε καὶ ἀπέδειξε, ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεάνθρωπος σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπινους καιρούς.

Ἐπιπλέον, χωρὶς τὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεάνθρωπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐξηγηθεῖ οὔτε ἡ ἀποστολικότητα τῶν Ἀποστόλων οὔτε τὸ μαρτύριο τῶν Μαρτύρων οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν οὔτε ὁ ἀσκητισμὸς τῶν ἐρημιτῶν οὔτε ἡ θαυματουργία τῶν θαυματουργῶν οὔτε πάλι θὰ μποροῦσε νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ πίστη τῶν πιστευσάντων οὔτε ἡ ἀγάπη οὔτε ἡ ἐλπίδα τῶν ἐλπιζόντων οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευτῶν οὔτε ἡ προσευχὴ τῶν ἱκετῶν οὔτε ἡ εὐγένεια τῶν εὐγενῶν οὔτε τὸ πένθος τῶν θρηνούντων οὔτε κανένα ἄλλο χριστιανικὸ κατόρθωμα. Ἐὰν ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ, δὲν θὰ γέμιζε ὡς ἐκ τούτου τοὺς μαθητές του μὲ τὴν βίαιη δύναμη καὶ τὴν θαυματουργὴ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὔτε θὰ τοὺς εἶχε συγκεντρώσει, ὅταν ἦσαν ἔντρομοι καὶ φυγάδες, καὶ οὔτε θὰ τοὺς ἔδινε τὸ θάρρος, τὴ δύναμη καὶ τὴ σοφία νὰ κηρύξουν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὸν ἀναστημένο Κύριο ἄφοβα, δυνατὰ καὶ σοφά. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν πρόκειται κατοπινὰ καὶ νὰ πεθάνουν γιὰ Αὐτόν; Καὶ ἂν ὁ ἀναστημένος Σωτῆρας δὲν τοὺς γέμισε μὲ θεϊκὴ δύναμη καὶ σοφία, πῶς θὰ ἔβαζαν στὸν κόσμο φωτιὰ μὲ τὴν ἀσίγαστη φλόγα τῆς πίστεως, αὐτοὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἦταν λόγιοι ἀλλὰ ἀδαεῖς καὶ φτωχοί; Ἑπομένως, ἐὰν ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν εἶναι ἡ πίστη τοῦ Ἀναστάντος, καὶ ἑπομένως τοῦ αἰώνιου καὶ ζωοδότου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ποιός θὰ ἐνθουσίαζε τοὺς μάρτυρες γιὰ τὸν ἆθλο τοῦ μαρτυρίου, τοὺς ὁμολογητὲς γιὰ τὸν ἆθλο τῆς ὁμολογίας, τοὺς ἀσκητὲς γιὰ τὴν ἆθλο τῆς ἀσκήσεως, τοὺς Ἀναργύρους γιὰ τὸν ἆθλο τῆς ἀνάργυρης φιλαδελφείας, τοὺς ἀναχωρητὲς γιὰ τὸν ἆθλο τῆς ἀναχωρητικῆς βιοτῆς καὶ κάθε χριστιανὸ γιὰ ὁποιονδήποτε ἆθλο τοῦ Εὐαγγελίου;

Αὐτὸ ἰσχύει τόσο γιὰ μένα, ὅσο καὶ γιὰ σένα καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο, γιατί ὁ θαυμάσιος καὶ γλυκὺς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀναστημένος Θεάνθρωπος, δηλαδὴ τὸ μόνο ὅν κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τόσο τὸν θάνατο ὅσο καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο καὶ νὰ γίνει εὐτυχισμένος, μετέχοντας στὸ ἀθάνατο καὶ Αἰώνιο Βασίλειο τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ ἀμέτρητες περισσότερες φορές: Χριστὸς Ἀνέστη!

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Σέρβικα: Γεώργιος Ἰω. Ἀβραμόπουλος

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Το σώμα δεν ήταν εκεί, αλλά ο χώρος δεν ήταν κενός. Δεν υπάρχει τίποτε κενό σε όλη τήν κτίση. «Ο πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών» δεν αφήνει κενά.

 


Πασχαλινή εγκύκλιος του μακαριστού Μητροπολίτου Γλυφάδας κ. Παύλου
Αγαπητοί μου αδελφοί,
«Ηγέρθη ουκ έστιν ώδε»,
Αναστήθηκε, δεν είναι πλέον εδώ το νεκρό σώμα, ακούστηκε να λέει η φωνή του Αγγέλου.
Το σώμα δεν ήταν εκεί, αλλά ο χώρος δεν ήταν κενός.
Δεν υπάρχει τίποτε κενό σε όλη τήν κτίση.
«Ο πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών» δεν αφήνει κενά.
Τα πάντα γεμίζουν από φως.
Όπου υπάρχει φως, δεν υπάρχει κενό, κι᾽ επειδή ο Χριστός, είναι
«Φως εκ Φωτός», όλο το σύμπαν, και πέρα από το σύμπαν, είναι πλήρες φωτός.
«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια».

«Ηγέρθη ουκ έστιν ώδε», λένε οι Άγγελοι
και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός,
συγγραφέας του Κανόνος της εορτής τονίζει:
«Τον εν φωτί αϊδίω υπάρχοντα,
μετά νεκρών, τι ζητείτε ως άνθρωπον;».
Που όμως είναι το φως;
Που είναι ο αναστημένος Χριστός;
θα έλεγε κάποιος απογοητευμένος, από την τραγωδία του κόσμου.
«Πάσχα πανσεβάσμιον» η πανμνημονιακόν;
«Πάσχα των πιστών» η των ανέργων;
θα έλεγε κάποιος άλλος.
Οι σταυρωτές του Χριστού,
δεν θριάμβευσαν, για πολλές μέρες.
Οι σταυρωτές των λαών,
δεν θα μπορούν να θριαμβολογούν, για πολύ καιρό.
Την Ελλάδα την πωλούν φθηνά,
ούτε για τριάκοντα αργύρια,
στους εμπόρους των εθνών.
Την ψυχή μας, όμως δεν θα μπορέσουν,
επειδή έχουμε ανάσταση και τα «πάντα πεπλήρωται φωτός».
Αυτός ο βασανισμένος λαός,
και μόνο αυτός,
που μπορεί να πανηγυρίζει σήμερα
και να στρέφει το νου και την ελπίδα του, στην Ανάσταση
και να πληρούται η καρδιά του, από το φως του Ζωηφόρου Τάφου,
έχει τη δυνατότητα, να δώσει την απάντηση στα Συμβούλια των ανόμων.

«Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα,
τω απροσίτω φωτί της Ανάστασεως», λέει το τροπάριο της εορτής.
Γράφει για το φως αυτό, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Γνώρισμα του φωτός εκείνου, είναι
η κατάπαυση των μη καλών ηδονών και παθών μέσα στην ψυχή,
η ειρήνευσις και καταπράϋνση των λογισμών».
Αυτό το φως, το της Αναστάσεως,
χρειάζονται οι άνθρωποι, λαός και άρχοντες,
προκειμένου να δώσουν «φωτισμένες» λύσεις,
στην πολυεπίπεδη κρίση, που ταράσσει
τα θεμέλια της κοινωνίας μας.
Αυτό το φως το της αναστάσεως
δεν είναι μία αφηρημένη φιλοσοφική ιδέα,
και όπως γράφει ο Άγιος Μακάριος:
«Δεν είναι φωτισμός νοημάτων και γνώσεως,
αλλά έλλαμψη της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος,
καθ¶ υπόσταση μέσα στην ψυχή». Κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, αυτό το φως:
Είναι« άρρητη ενέργεια, ορωμένη αοράτως και νοουμένη αγνώστως».

Χωρίς τη βίωση αυτού του φωτός,
που καταυγάζει το νου και την καρδιά μας,
οι καθημερινές σκέψεις και αποφάσεις μας,
θα είναι περιπεπλεγμένες και σκοτισμένες.
Τον δρόμο για την βίωση, πρακτικά, αυτού του φωτός,
τον περιγράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος:
«Όπου υπάρχει τήρηση των εντολών του Χριστού,
υπάρχει κάθαρση της σαρκός από το νέφος, που κάθεται στην ψυχή
και εμποδίζει να δούμε καθαρά το Θείο Φως,
και όπου υπάρχει κάθαρση, υπάρχει έλλαμψη αυτού του Φωτός».

Όπου υπάρχει κάθαρση νοός,
υπάρχουν λύσεις καθαρές και πρακτικές, για όλες τις κρίσεις,
και όπου εφαρμόζεται η Ορθόδοξη νηπτική μέθοδος της καθάρσεως,
κάνει τον κάθε άνθρωπο, μέτοχο του Ακτίστου Φωτός της Αναστάσεως,
και τότε γίνεται πάντοτε υπέρβαση των κρίσεων.
Υπήρξε ποτέ οικονομική κρίση στην κοινωνία των μαθητών του Χριστού;
Υπήρξε ποτέ οικονομική κρίση στην κοινωνία των πρώτων χριστιανών;
Ήταν αδύνατον, αφού ο ένας ζούσε για τον άλλο.
Και αυτό το άθλημα του καθενός, που ζει για τους υπόλοιπους,
λέγεται ξεπέρασμα του ατομικού εγωισμού.
Είναι δυνατό αυτό το επίτευμα, να βιωθεί μόνο μέσα στην Εκκλησία,
και μόνο μέσα, από την κάθαρση των παθών,
που αφήνει χώρο στο Άκτιστο Φως της Αναστάσεως,
προκειμένου να πληρώσει τον νουν και την καρδιά μας.
Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα, κάποιας πολιτικής μεθοδολογίας,
κομμουνιστικού η σοσιαλιστικού τύπου,
η ακόμη και εκμεταλλεύσεως των λαών
καπιταλιστικής και μνημονιακής τραγωδίας.

Χριστός ανέστη.
Δεν χρειαζόμαστε ψευδοσωτήρες,
που θάπτουν τους λαούς στο σκοτάδι της απογνώσεως.

Χριστός ανέστη.
Δεν χρειαζόμαστε νέες ιδέες και νέα προγράμματα,
μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα,
που ανακοινώνουν μια μελλοντική, πιο πολυτελή κόλαση.

Χριστός ανέστη.
Αυτός ο τόπος έχει πολύμορφη εμπειρία τάφων,
που όλους, τους αντιμετώπισε αναστάσιμα.
Ο Τάφος δεν είναι άδειος,
αρκεί να αποκτήσουμε καθαρές αισθήσεις,
και μέσα από την
απελπισία ενός τάφου, που έχει οσμή θανάτου,
να αναδύεται οσμή ευωδίας Αναστάσεως,
Ο Τάφος δεν είναι άδειος,
μέσα του βρίσκονται Άγγελοι με λευκή ενδυμασία.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέει για τους Αγγέλους, που παρίστανται:
«Είναι ντυμένοι στα λευκά, όχι μόνο εξ αιτίας
του καθαρού και φωτοειδούς της φύσεως των Αγγέλων,
αλλά και διότι διαλευκαίνουν και επεξηγούν το μυστήριο της Αναστάσεως,
συγχρόνως όμως, επειδή στην πράξη συνεορτάζουν μαζί μας,
την πραγματικά λαμπροφόρο ημέρα της δεσποτικής αναστάσεως».
Για κείνους, που μετέχουν στη ζωή του Θεού, δεν υπάρχουν κενά.

Χριστός ανέστη.
Το ερώτημα των Αγγέλων,
προς την Μαρία, που βρίσκεται στον τάφο:
«Γύναι, τι κλαίεις;»,
προλαβαίνει οποιοδήποτε κενό απελπισίας,
στον νου και στην καρδιά της.
Τα δάκρυα μεταμορφώνονται σε χαρά.
Και ενώ «μετά δακρύων εζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουσαι».

Χριστός ανέστη.
Αγαπητά μου τέκνα εν Κυρίω,
Εύχομαι εκ βαθέων, προς όλους σας να εορτάσουμε
«Πάσχα ιερόν, Πάσχα καινόν, άγιον,
Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον»,
μέσα στο αναστάσιμο πανηγύρι της ανεκλάλητης αγάπης,
του νικήσαντος τον θάνατο, Κυρίου μας.

Ο Επίσκοπος και Ποιμενάρχης Σας.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο ΓΛΥΦΑΔΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ, ΒΟΥΛΑΣ, ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΒΑΡΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ο Α

Το Πάσχα του Ισαάκ - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος



Το Πάσχα του Ισαάκ   


Εκείνη την ιστορία, που θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μου την έλεγε η γιαγιά μου και έχει χαραχθεί βαθιά μέσα στη μνήμη μου. Ο πατέρας της ήταν παπάς σ’ ένα από τα χωριά τού άνω Βοσπόρου, που σήμερα έχει την ονομασία «Μπέηκοζ». Ο πατήρ Αντώνιος, έτσι έλεγαν τον παπά, είχε πολλά παιδιά, ανάμεσά τους και το Χριστόδουλο. Ο Χριστόδουλος ήταν 10 ετών όταν έγιναν εκείνα τα τρομερά γεγονότα. Μια Μεγάλη Παρασκευή οι Εβραίοι έκλεψαν το παιδί και το πήραν μαζί τους. Την ίδια κιόλας μέρα το κάρφωσαν, το παιδί, σ’ ένα σταυρό, όπως το Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρήκαν, την άλλη μέρα, το Χριστόδουλο αναίσθητο στο δρόμο. Μετά από λίγες μέρες, μέσα στην αναστάσιμη ατμόσφαιρα, πέθανε. Αυτή η διήγηση ήταν αληθινή πέρα για πέρα. Όταν πλησίαζε το Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις και θύμησες ανασκάλευαν το νου μας και μπαίναμε σε ένα πολεμικό κλίμα με τους Εβραίους. Αποκορύφωμα τού κλίματος αυτού ήταν και το κάψιμο τού Εβραίου που γινόταν Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά την περιφορά τού επιταφίου.

Στη γειτονιά μας, εκεί στο Σταυροδρόμι, έμεναν πολλοί Εβραίοι. Κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς είχαμε στις παρέες μας εβραιόπουλα. Μάς ένωνε η αντίθεσή μας με τα τουρκάκια. Αυτές όμως τις ημέρες όλα άλλαζαν. Δεν μπορούσαν οι Εβραίοι να παίζουν τα «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Η Μεγάλη Εβδομάδα μας προσέφερε μια καταπληκτική ευκαιρία για παιχνίδια που άρχιζαν από το ιερό τού Ναού της Παναγίας και συνεχίζονταν στον αυλόγυρο και στα περίχωρα.

Ο Ισαάκ έμενε σε ένα γωνιακό σπίτι στη μεγάλη κατηφόρα, στο Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα από το σπίτι μας. Ήταν από ΄κείνα τα εβραιόπουλα που ήταν καλοί μας φίλοι. Δεν υπήρχε ζαβολιά στην οποία να μην μετείχε. Το κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό απεδείχθη σπουδαίο σε δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι, μια φορά, που ήρθε μια γειτόνισσα να διαμαρτυρηθεί, επειδή χτυπούσαμε τα κουδούνια στις πόρτες των σπιτιών και φεύγαμε τρέχοντας. Ο Ισαάκ, τότε, με πολύ σοβαρό ύφος, είπε:
- Για το καλό σας το κάναμε εμείς. Πρόκειται να βρέξει και σάς ειδοποιήσαμε να μαζέψετε τα ρούχα που είχατε απλώσει στην ταράτσα να στεγνώσουν.
- Πού είδες μπρέ παλιόπαιδο τη βροχή; Φώναξε η κυρά Κατίνα η Μπαλού.

- Το είπε το δελτίο καιρού στο ραδιόφωνο, απάντησε ο Ισαάκ.

Ο Ισαάκ, λοιπόν, με το κοφτερό μυαλό, που τόσες φορές μας έβγαλε από δύσκολες καταστάσεις, αυτή τη φορά γινόταν «αποσυνάγωγος». Ήταν Εβραίος. Δεν μπορούσε τώρα να είναι μαζί μας. Αυτός, αυτή την Εβδομάδα τη Μεγάλη, δεν μπορούσε να παίξει. Εμείς το βλέπαμε φυσικό. Ο Ισαάκ έπρεπε να τιμωρηθεί επειδή οι Εβραίοι είχαν σταυρώσει το Χριστό. 
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ημέρα τού μεγάλου παιχνιδιού. Η εκκλησία έμενε ανοιχτή όλη τη μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τον κόσμο με κολώνια, κρατούσαμε την τάξη στο ναό, κάναμε στον αυλόγυρο της εκκλησίας την περιφορά τού επιταφίου κι ένα σωρό άλλα πράγματα που μας ενθουσίαζαν. 
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών ήρθε μέσα στο ιερό, όπου ήμαστε μαζεμένοι, η είδηση: Ο Ισαάκ φάνηκε στον αυλόγυρο. Ο Ισαάκ στον αυλόγυρο; Αυτό ήταν απαράδεκτο. Τέτοια μέρα; 
-Ήρθε σίγουρα για να μας βεβηλώσει, είπε ο Σούλης ο χερούκλας. 
- Ναι, σίγουρα, φώναξαν όλοι οι άλλοι. 
- Θα πρέπει να μάθει πώς δεν μπορεί εβραίος τέτοια μέρα να γυρνάει με το μέτωπο ψηλά σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Καί το Χριστό σταύρωσαν και από το παιχνίδι θέλουν να επωφεληθούν, φώναξε ο Λάμπης ο Γό. 
Έτσι τον αποκαλούσαν γιατί το γράμμα Ρ το πρόφερε Γό. 
Ο Σούλης ο χερούκλας έλαβε αμέσως το λόγο, αφού εθεωρείτο και ο φυσικός αρχηγός των παιδιών τού ιερού. Στράφηκε σε μένα λέγοντας: 
- Ντίνο, θα πας να τού πεις πώς είναι ανεπιθύμητος. Εσύ τον γνωρίζεις πιο καλά. Είναι και γείτονάς σου. 
- Ναι, είπα. Έδειχνα όμως διστακτικός. 
- Φοβάσαι, ρε; μου είπε ο Σούλης και συνέχισε: 
- Εβραίος είναι, το κατάλαβες; Την εβδομάδα αυτή δεν πρέπει να τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί. Αυτοί σταύρωσαν το Χριστό. Θα τους σταυρώσουμε κι εμείς. 
- Ο Χριστός, όμως, δε σταύρωσε αυτούς που τον σταύρωσαν, τόλμησα να πω. 
- Τι λες ρε; Τι λες ρε; Τι είναι αυτό που άκουσαν τ΄ αυτιά μου; Χρονιάρα μέρα με τους Εβραίους είσαι; Έ; λέγε. 
- Όχι, τού είπα. 
- Άσε, λοιπόν, τα λόγια και κάνε αυτό που λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δε θα κάνεις εσύ. Και στο παιχνίδι κομμένος. 
- Καλά, τού είπα φοβισμένος. 
Βγήκα έξω. Ο Ισαάκ πράγματι βρισκόταν έξω. Τόν πλησίασα αφού πήρα ύφος αυστηρό. 
- Ισαάκ τι γυρεύεις εδώ; 
- Γιατί να μην είμαι; Ποιος μπορεί να μ΄ εμποδίσει; Μετά, αφού άλλαξε τόνο, μου είπε εμπιστευτικά: 
- Ντίνο, τι έπαθες; Πού είναι η καρδιακή μας φιλία; 
- Ο Χριστός μας χωρίζει Ισαάκ. Εσείς οι Εβραίοι σταυρώσατε το Χριστό, δεν μπορείτε να πατάτε εδώ τέτοια μέρα. 
- Ο Χριστός σας, όμως, δεν έδιωξε κανένα από κοντά του. 
- Ισαάκ, τώρα δε γίνεται τίποτε. Μετά το Πάσχα θα είμαστε και πάλι φίλοι, είπα κι έφυγα τρέχοντας επειδή δεν άντεχα την αναμέτρηση. 
Όταν τελείωσε η ακολουθία κι άρχισαν τα γνωστά παιχνίδια στον αυλόγυρο, ένιωθα μια πλάκα να πιέζει το στήθος μου. Σαν να ήμουν ένας από τους σταυρωτές τού Χριστού. Είχα δίκαιο ή άδικο; Δεν μπορούσα να χαρώ τη μέρα. Τότε βρήκα τη λύση. Τη βρήκα καθώς στεκόμουν αφηρημένος μπροστά στον επιτάφιο. Μπροστά στην άκρα ταπείνωση. Έπρεπε να κάνω κάτι. Αυτός που ήταν μέσα στον επιτάφιο έκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πήρα την απόφασή μου. Πήγα στο σπίτι τού Ισαάκ. Καθόταν στα σκαλοπάτια βλοσυρός. Μια λάμψη διαπέρασε τη ματιά του, αλλά εξωτερικά δεν το έδειξε. 
- Ισαάκ, τού είπα, συγγνώμη για το πρωί. Εκπροσωπούσα ξέρεις, μια ομάδα παιδιών. Γνωρίζεις τη νοοτροπία. Σκέφθηκα όμως κάτι σπουδαίο. Θα πούμε στα παιδιά πώς είσαι μεν Εβραίος, αλλά μέσα στην καρδιά σου αγαπάς το Χριστό και λυπάσαι που οι Εβραίοι τον σταύρωσαν. Θα πεις πώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. 
Ο Ισαάκ με παρατηρούσε με προσοχή. Με ένα βλέμμα κοφτερό και αντρίκιο. 
- Ντίνο, μου είπε, ούτε προφήτης να ήσουν, έτσι σκέπτομαι αλήθεια. Εγώ πήρα μια βαθιά ανάσα. 
- Σε περιμένω το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου. Τα παιδιά θα τα αναλάβω εγώ. 
Τα παιδιά, όμως, δεν με πίστευαν με τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ήταν αμετάπειστοι. 
- Μα, ο Χριστός συγχώρησε τους σταυρωτές του. 
- Μη μιλάς, σταμάτα, αν δε θέλεις απόψε βράδυ, να σε κάψουμε μαζί με τον Εβραίο, είπε ο Σούλης. 
Το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στην περιφορά τού επιταφίου. Εμείς όλοι, τα χριστιανόπουλα, περιφέραμε αγέρωχα τον επιτάφιο στο μεγάλο αυλόγυρο της Παναγίας. 
Μέσα στον κόσμο ξεχώρισα τον Ισαάκ. Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Δεν μπόρεσα να διακρίνω αν ήταν οι ψιχάλες ή τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια τού φίλου μου, τού Ισαάκ. Κι αν έκλαιγε, έκλαιγε επειδή δεν τον δέχτηκαν τα παιδιά παρά την ομολογία του, ή επειδή λυπόταν για τη σκληροκαρδία μας; 
Μετά την περιφορά δεν γλύτωσα από τη σχετική καρπαζιά τού Σούλη τού χερούκλα. 
- Σε είδα βρε, σε είδα, άλλαξες φιλικές ματιές με τον εβραίο. Και πρόσθεσε: 
- Εσύ απόψε Εβραίο δεν καις. 
- Δεν πειράζει, είπα, θα πάρω πάνω μου την ευθύνη για τον Ισαάκ. 
Από το παράθυρο τού σπιτιού μου παρατηρούσα το άτυπο τελετουργικό. 
Στο τέλος της καύσεως, πέρασε ένας απεσταλμένος τού Σούλη, κάτω από το παράθυρο, φωνάζοντας: 
- Άκου Ντίνο, εσύ Ανάσταση φέτος δεν θα κάνεις, ούτε και ο Εβραίος. 
Η κρίσιμη στιγμή ήταν κατά την Ανάσταση. Στην Πόλη πολλές χρονιές η Ανάσταση δεν γινόταν τα μεσάνυχτα, αλλά στις πέντε το πρωί. Η Ανάσταση είναι πάντοτε μια κρίσιμη στιγμή. Το συναπάντημα τού Χριστού με τον Άδη. Η ήττα τού Άδη. Η απελευθέρωση των νεκρών. 
Όλα αυτά τα ζήσαμε εκείνο το πρωί μέσα στη λειτουργία της Αναστάσεως. Τα παιδιά είχαν φθάσει εκεί με τις τσέπες γεμάτες από αυγά και βαρελότα. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη», στις πέντε το πρωί, θα γινόταν χαμός. 
Αυγά ανάμεικτα με βαρελότα θα ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια μας. 
Είχα φθάσει φοβισμένος. Δεν τόλμησα να μπω στο ιερό. Τα παιδιά εξάλλου με παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στην εξέδρα, εκεί που θα γινόταν η Ανάσταση. «Δεύτε λάβετε Φώς!» 
«Χριστός Ανέστη». 
Χαρά ανεκλάλητη. Ξέχασα τα πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δεν φοβόμουν το Σούλη το χερούκλα, ούτε κανέναν. Χαιρόμουν ατελείωτα. Τα βαρελότα έδιναν τόνο πολεμικής ατμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαράς. Και ανάμεσα στο θόρυβο άκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ανθρώπων. Σα να μάλωναν ή να έδερναν κάποιον. Στράφηκα προς τα εκεί μαζί με όλα τα παιδιά, που ήταν σε απόσταση βολής. Ναι, ήταν πραγματικές κραυγές. Ο πατέρας τού Ισαάκ είχε παρακολουθήσει το γιό του που έφυγε κρυφά από το σπίτι. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη» άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα. Πώς τόλμησε ένας Εβραίος να πει: «Χριστός Ανέστη»; 
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, για την οικογένεια. Είδα τον Ισαάκ να ποδοπατείται από τον πατέρα του με μίσος. 
- Τι είπες; Τι είπες; Χριστός Ανέστη; Φώναζε ξέφρενα εκείνος. 
Ο Ισαάκ ήταν σε άσχημη κατάσταση. Έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του. Τόλμησε να πει. 
- Ναι, πατέρα, Χριστός Ανέστη. Γιατί εμείς οι Εβραίοι τον σταυρώσαμε. Χριστός Ανέστη. 
Κυλιόταν κάτω σαν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας. 
- Χριστός Ανέστη… 
Μάς θύμισε το μαρτύριο τόσων και τόσων που φώναξαν αυτό το «Χριστός Ανέστη» στα ματωμένα χώματα της Πόλης. 
Μετά έμεινε αναίσθητος. Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε. Τα παιδιά είχαν παγώσει. Ο πατέρας τού Ισαάκ τον άρπαξε στα χέρια του. Ή μάλλον τον έσερνε. Εμείς μείναμε άφωνοι. Ο Σούλης με κοίταξε. Τον κοίταξα. Με φίλησε. 
- Αληθώς Ανέστη, είπε δακρυσμένος. 
- Ναι, Αληθώς Ανέστη. 
Τον Ισαάκ, μετά, τον χάσαμε. Μάθαμε πώς έμεινε μήνες στο κρεβάτι. Έφυγαν από τη γειτονιά. 
Μετά από χρόνια, κάποιος μου μίλησε για έναν ιερομόναχο σε μια σκήτη τού Αγίου Όρους, που παλιά ζούσε στην Πόλη και ήταν Εβραίος. Και μετά έγινε χριστιανός. Για έναν ιερομόναχο που ήταν κυρτός από κάποιο ατύχημα. Ήταν σιωπηλός πάντα και έλεγε «Χριστός Ανέστη», σε όσους τον συναντούσαν. 
Έτσι μου είπαν και το πιστεύω, ναι, πως είναι ο φίλος μου ο Ισαάκ.
Χριστός Ανέστη! 

Το Πάσχα του Ισαάκ

Του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου

Πηγή 
Αυτοτελές απόσπασμα μέσα από το βιβλίο 
«Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου», Σελίδα 9, εκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.

Δημοφιλείς αναρτήσεις