Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΓΚΥΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΓΚΥΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Άγιος Βασίλειος Ιερομάρτυρας Πρεσβύτερος Aγκύρας 22 Μαρτίου

Άγιος Βασίλειος Ιερομάρτυρας Πρεσβύτερος Aγκύρας
 22 Μαρτίου 

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Θείου Πνεύματος, τὴ ἐπινεύσει, χρῖσμα ἅγιον, ἱεροσύνης, ἐπαξίως ὑπεδέξω Βασίλειε, ὅθεν ὡς θῦμα βασίλειον ἔθυσας, τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων τοὺς ἄθλους σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.  

 ΜΗΝΙ ΤΩ ΑΥΤΩ ΚΒ΄ 

Ἄθλησις τοῦ ἁγίου ιερομάρτυρος Βασιλείου πρεσβυτέρου τῆς Ἀγκυρανῶν ἐκκλησίας. Οὗτος ὑπῆρχεν ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου καὶ Σατορνίνου ἡγεμόνος Ἀγκύρας. Διαβληθεὶς δὲ παρέστη τῷ ἡγεμόνι, καὶ ἐρωτηθεὶς ἐπὶ ξύλου ἀναρτᾶται καὶ τὰς πλευρὰς ξέεται καὶ τῇ εἱρκτῇ ἐναπορρίπτεται· καὶ αὖθις τῆς φυλακῆς ἐκβληθεὶς ἐπὶ πολὺ ξέεται καὶ σιδήροις πεδηθεὶς τῇ φρουρᾷ κατακλείεται. Μεθ᾿ ἡμέρας δέ τινας τῷ ἀποστάτῃ, διερχομένῳ κατὰ τὴν τῶν Ἀγκυρανῶν, προσάγεται δεδεμένος ὁ ἅγιος, καὶ ἐρωτηθεὶς τῷ κόμητι Φραβεντίῳ λωροτομηθῆναι δίδοται, ὁ καὶ θᾶττον ἐπληροῦτο. Καὶ δὴ πολλῶν αὐτῷ λώρων ἀποσυρέτνων καὶ τῶν ὀπίσθεν ἔμπροσθεν καὶ τῶν ἔμπροσθεν ὀπίσθεν κατὰ τῶν ὤμων τοῦ μάρτυρος ἐκκρεμαμένων λώρων, ἕνα ἀποσπάσας ὁ ἀδάμας ἔρριψε κατὰ πρόσωπον τοῦ τυράννου. Ὁ δὲ πυρωθείσαις σούβλαις κατακαῦσαι αὐτὸν ἐκέλευσε καὶ διατρῆσαι τὴν κοιλίαν καὶ τὰ νῶτα καὶ πάσας τὰς ἁρμονίας οῦ γενομένου τὸ πνεῦμα τῷ Θεῷ ὁ ἅγιος μάρτυς παρέθετο.
Στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ρεντίνας Καρδίτσας
βρίσκεται αποθησαυρισμένο τμήμα της κάρας του Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου πρεσβυτέρου της Εκκλησίας της Αγκύρας


Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως, 
Το «Συναξάριον περιέχον ὅλου τοῦ ἐνιαυτοῦ τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ τῶν ὁσίων ἐν συντόμῳ τὰ ὑπομνήματα» κατά μήνα. 
Από τα πρώτα και πληρέστερα συναξάρια και πολύτιμη πηγή στη μελέτη του Βυζαντίου. Η σύνταξη της συλλογής σύντομων βίων σχετίζεται με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και ανάγεται βάσει έμμεσων μαρτυριών στο 10ο αιώνα. 
Αποτέλεσε πρότυπο και βάση για πολλά μεταγενέστερα συναξάρια (όπως το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄) και με την πάροδο του χρόνου υπέστη ορισμένες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις. 
Εκδόθηκε το 1902 από το Βέλγο λόγιο και ιησουίτη Hippolyte Delehaye [Synaxarium ecclesiae Constantinopolitanae e codice Sirmondiano (Bruxelles 1902)].

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

Άγιος Βασίλειος Ιερομάρτυρας Πρεσβύτερος Aγκύρας


Άγιος Βασίλειος Ιερομάρτυρας Πρεσβύτερος Aγκύρας
 22 Μαρτίου 

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Θείου Πνεύματος, τὴ ἐπινεύσει, χρῖσμα ἅγιον, ἱεροσύνης, ἐπαξίως ὑπεδέξω Βασίλειε, ὅθεν ὡς θῦμα βασίλειον ἔθυσας, τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων τοὺς ἄθλους σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος. 
Ό άγιος Βασίλειος ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Άγκυρας, στην Γαλατία, επί έπισκοπείας Μαρκέλου, o όποιος τόσο πολύ εναντιώθηκε στον αρειανισμό ώστε υπέπεσε στην αντίθετη αίρεση, καθιστώντας τα τρία θεία Πρόσωπα τρείς όψεις ή εκφάνσεις της θεότητας. Ό άγιος Βασίλειος δεν συμμεριζόταν τις απόψεις αυτές και δίδασκε με ζήλο την αληθινή Πίστη, οδηγώντας πολυάριθμες ψυχές στην ευθεία οδό που φέρνει στον Θεό. Τον παρέδωσαν στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο, ομολόγησε την Ορθοδοξία με ακλόνητη σταθερότητα και αφέθηκε ελεύθερος. 
Όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ανέλαβε την εξουσία (360) και άρχισε να αποπειράται την αποκατάσταση της ειδωλολατρίας, ο γενναίος ομολογητής επί πλέον αγωνίστηκε για να καταγγείλει το μάταιο των ψευδοθεών. Κατηγορήθηκε για βλασφημία κατά του προσώπου του αυτοκράτορα και απάντησε ότι ήθελε να υπακούει στον μόνο Βασιλέα του ουρανού και της γης. Ο ανθύπατος Σατουρνίνος διέταξε να τον τεντώσουν στον τροχό, και όσο τον βασάνιζαν ο άγιος απηύθυνε προς τον Κύριο την ακόλουθη προσευχή: «Κύριε, προαιώνιε Θεέ, σου οφείλω χάρη ότι αξίωσας με να βαδίσω την οδό των όδύνων, την οποίαν ακολουθών βέβαιον είναι ότι θα φθάσω στην χώρα των ζώντων και θα βρεθώ μεταξύ εκείνων ους κατέστησες κληρονόμους των Σών επαγγελιών και ήδη χαίρουν αυτάς». 
Ό Ιουλιανός έξεστράτευσε τότε κατά των Περσών (362) και στρατοπέδευσε στην Άγκυρα. Του παρουσίασαν τον Βασίλειο, ο οποίος διακήρυξε ότι είναι χριστιανός και προείπε ότι ο Θεός, του όποιου είχε πρόσφατα ανατρέψει τα θυσιαστήρια, σύντομα θα ανέτρεπε τον αυτοκράτορα από τον θρόνο και ότι το πτώμα του θα έμενε άταφο και θα γινόταν αντικείμενο χλεύης και λοιδορίας. Ό Ιουλιανός με σκοτισμένο νου έδωσε εντολή να κόβουν κάθε ή μέρα μια λωρίδα από το δέρμα του Βασιλείου. Αφού υπέφερε επί πολλές ημέρες τις φρικτές τομές, ο άγιος ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα. Πιστεύοντας ότι ήταν έτοιμος να απαρνηθεί την πίστη του, ο Ιουλιανός μετέβη στον ναό του Ασκληπιού και ετοίμασε θυσία. Μόλις όμως έφτασε μπροστά του, ο Βασίλειος ξεκόλλησε μια λωρίδα από τις σάρκες του, πού μόλις είχαν κόψει και κρεμόταν ακόμη πάνω στο σώμα, και την πέταξε κατά πρόσωπο στον Ιουλιανό λέγοντάς του: «Να, πάρε να φας αυτό το κομμάτι αφού σου αρέσει το κρέας. Και μάθε ότι για μένα ο θάνατος είναι κέρδος: για τον Χριστό είναι πού υποφέρω, Εκείνος είναι ή καταφυγή, το στήριγμα και ή ζωή μου!» Έξαλλος ο αυτοκράτορας διέταξε να τον κατακόψουν μέχρι βαθιά στα σωθικά του. Όση ώρα τον βασάνιζαν ο άγιος προσευχόταν στον Κύριο να αξιωθεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα, χωρίς να χάσει την πίστη του, ώστε να γίνει δεκτός στην Βασιλεία των ουρανών.
Στην φυλακή πού τον έριξαν, τον επισκέφτηκε την νύχτα ο Χριστός και την επομένη, όταν ο άρχοντας Φρουμεντίνος τον έφερε για νέα ανάκριση, ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να κάμψει το φρόνημά του προτού ο Ιουλιανός αναχωρήσει για την Αντιόχεια, διαπίστωσε έκπληκτος ότι οι πληγές του Αγίου είχαν επουλωθεί. Φοβούμενος όμως περισσότερο την οργή του τυράννου παρά εκείνην του Θεού, διέταξε κραυγάζοντας να κατατρυπήσουν το σώμα του μάρτυρος με πυρωμένες σούβλες. Μέσα στον καπνό και την διαπεραστική οσμή της καμένης σάρκας ο άγιος Βασίλειος είπε αυτά τα λόγια: «Ιησού, φώς μου, Ιησού, ελπίς μου, ευχαριστώ Σε, Θεέ των πατέρων ημών, ότι εξήγες τέλος την έμήν ψηχήν έκ της χώρας του θανάτου. Μη επιτρέψεις να βεβηλωθεί το ιερό όνομα πού φέρω: Σού έστι, Κύριε, διαφύλαξέ το εντός μου καθαρό και ακηλίδωτο. Δέξου το πνεύμα του δούλου σου, πού πεθαίνει ομολογώντας ότι Σύ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός». Και ξεψύχησε.

Στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ρεντίνας Καρδίτσας
βρίσκεται αποθησαυρισμένο τμήμα της κάρας του Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου πρεσβυτέρου της Εκκλησίας της Αγκύρας


Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΓΚΥΡΑΣ


ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. 
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ. 
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν… 
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς. 
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν… 
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. 
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. 
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν ἱερόαθλον πρεσβύτερον πάντες, Ἀγκυρανῶν τῆς Ἐκκλησίας προθύμως, Βασίλειον τιμήσωμεν βοῶντες αὐτῷ· αὔχημα περίδοξον, τοῦ σεμνείου Ῥεντίνης, σκέπε τοὺς ὑμνοῦντάς σου, τοὺς τιμίους κάματους, διὰ Χριστὸν οὓς ἔτλης Ἀθλητά, καὶ προσκυνοῦντας, τὴν πάνσεπτον κάραν σου.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός ν’ (50).
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Βασίλειε, Ῥεντίνης ἔφορε, βοήθει μου. Χ. Μ.
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. Δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Βασίλειε κλέος Ἀγκυρανῶν, σεπτῆς Ἐκκλησίας, καὶ Ῥεντίνης φρουρὲ Χριστῷ, μὴ παύσῃ πρεσβεύων καταπέμψαι, τοῖς σὲ τιμῶσι κατ’ ἄμφω ὑγείαν. 
κέστωρ ὑπάρχεις καὶ ἀρωγός, λαοῦ χριστωνύμου, αἰτουμένου σὰς προσευχάς, Βασίλειε μάκαρ Ἐκκλησίας, τῆς ἀμωμήτου Κυρίου πρεσβύτερε. 
Στολὴν πορφυρώσας ταῖς σαῖς ῥοαῖς, ἱερατικήν σου, τῶν αἱμάτων παρὰ Θεοῦ, ἀπείληφας χάριν ἱκετεύειν, ὐπὲρ ἡμῶν Ἀθλοφόρε Βασίλειε.
Θεοτοκίον.
λέωσαι Κύριον καὶ Θεόν, ἡμῖν Θεομῆτορ, μεγαλύνουσιν εὐλαβῶς, Σὸν ἄμετρον πλῆθος θαυμασίων, καὶ θερμὴν προστασίαν Σου Δέσποινα.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Λαμπηδὼν σωφροσύνης καὶ ἀκραιφνοῦς πίστεως, ἱερεῦ Βασίλειε μάκαρ, πάντας ἐφώτισας, ἀκτῖσι σῶν διδαχῶν· διό σε πόθῳ τιμῶντες, τὰς θερμὰς πρεσβείαις σου, ἀπεκδεχόμεθα. 
Εὐσυμπάθητε Πάτερ τοὺς σοὶ ταχὺ σπεύδοντας, καὶ ἀσπαζομένουν σὴν θείαν, κάραν Βασίλειε, ῥῦσαι δεινῶν συμφορῶν, καὶ ἀνυποίστων κινδύνων, σαῖς λιταῖς πρὸς Κύριον, τὸν πανευΐλατον. 
ερεῦ τοῦ Ὑψίστου περικλεὲς πρόσδεξαι, παρακλήσεις τῶν ἱκετὼν σου, Πάτερ Βασίλειε, καὶ ὡς εὐῶδες αὐτάς, Χριστῷ προσάγαγε τάχος, Ἅγιε θυμίαμα, χάριτος σκήνωμα.
Θεοτοκίον.
λεήμονος Μῆτερ Υἱοῦ Θεοῦ Δέσποινα, κεχαριτωμένη μαρία, πάντων ἐπάκουσον, Σοῦ δεομένων θερμῶς, καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου ἐλέη, ἅπασι κατάπεμψον, Σὲ μακαρίζουσι. 
Βασίλειε, Μονῆς Ῥεντίνης ὁ τάχιστος ἀντιλήπτωρ, καθικέτευε τὸν Χριστὸν ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε, καὶ κάραν τὴν θείαν σου προσκυνούντων.
πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.


Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Προστάτης θερμὸς Μονῆς Ῥεντίνης πέφηνας, ὡς ὄλβον σεπτὸν ἐχούσης νῦν Βασίλειε, τὴν ἁγίαν κάραν σου, καὶ πιστῶν ἱερὸν καταφύγιον, τῶν ἐκβοώντων· Χαῖρε Ἀθλητά, Χριστοῦ Ἐκκλησίας γενναιότατε.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
αντισμῷ προστασίας σου, θαυμαστὲ Βασίλειε καθαγίασον, τοὺς προστρέχοντας σῇ χάριτι, καὶ ἐξαιτουμένους σὴν βοήθειαν. 
πομβρίαις ἀόκνων σου, προσευχῶν Βασίλειε τῶν προσφύγων σου, τὰς ψυχὰς τρισμάκαρ πίανον, πρὸς καρποφορίαν βίου κρείττονος. 
Νοῦν ἡμῶν ἀποκάθαρον, ῥύπου ἁμαρτάδων πολλῶν Βασίλειε, ἱερόαθλε πανεύφημε, τῆς Μονῆς Ῥεντίνης ἀγαλλίαμα.
Θεοτοκίον.
Τείχισόν με πρεσβείαις Σου, πρὸς τὸν μόνον πάντας σώζεις δυνάμενον, θεῖον Τόκον Σου καὶ Κύριον, Ἰησοῦν Μητρόθεε πανύμνητε.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
ουλιανοῦ, Παραβάτου τὴν σκοτόμαιναν, ὁ σκεδάσας μαρτυρίου σου βολαῖς, διασκόρπισον ὁμίχλην ἀγνωσίας μου. 
Νεῦσον ταῖς ἡμῶν, οὐρανόθεν παρακλήσεσι, καταπαύων τὰ σκιρτήματα σαρκός, τὰ χαμαίζηλα Βασίλειε θειότατε. 
νυσας καλῶς, τῆς ἀθλήσεως τὸ στάδιον, καὶ Μαρτύρων παῤῥησίαν εἰληφώς, ἐκπληροῖς σῶν ἱκετῶν εὐχὰς Βασίλειε.
Θεοτοκίον.
Στήριξον ἡμᾶς, κλονουμένους Μητροπάρθενε, βακτηρία Σῶν ἀόκνων προσευχῶν, πρὸς τὸν Στῦλον τῆς ζωῆς τὸν ἀμετάθετον.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
πάκουσον, τῶν ἡμῶν Βασίλειε, προσευχῶν Ἱερομάρτυς γενναῖε, ὁ ἁγιάσας Ἀγκύρας τὴν χθόνα, τῶν σῶν αἱμάτων ῥοαῖς καὶ ἐπόμβρισον, ἡμῖν ἰσχὺν τὸν πονηρόν, θριαμβεῦσαι ἐχθρὸν τὸν ἀλάστορα.
Φωτόλαμπρε, Ἀθλητὰ Βασίλειε, ἱερέων ἀλκιφρόνων φαιδρότης, μὴ διαλίπῃς Χριστὸν ἱκετέυων, ἡμῖν βραβεῦσαι ὑψόθεν μετάνοιαν, ἵνα μελλόντων ἀγαθῶν, ἀπολαύσω ἐν πόλῳ ὁ δύστηνος.
τάχιστος, ἀρωγὸς Βασίλειε, ὁμηγύρεως πιστῶν καὶ προστάτης, Μονῆς Ῥεντίνης τοὺς ἀσπαζομένους, τὴν παναγίαν σου κάραν κατεύθυνε, πρὸς τὴν σωτήριον ὁδόν, οὐρανῶν πρὸς σκηνώσεις τὴν ἄγουσαν.
Θεοτοκίον.
οδόπλοκον, καὶ τερπνὸν ὀσφράδιον, παρθενίας ἀγλαὴ Θεομῆτορ, τὴν δυσωδίαν παθῶν μου ὑσσώπω, τῶν πρεσβειῶν σου ἀπόπλυνον δέομαι, καὶ εὐωδίαν τοῦ Χρισοῦ, καὶ Υἱοῦ Σου μὲ δεῖξον Σὸν πρόσφυγα.
Βασίλειε, Μονῆς Ῥεντίνης ὁ τάχιστος ἀντιλήπτωρ, καθικέτευε τὸν Χριστὸν ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε, καὶ κάραν τὴν θείαν σου προσκυνούντων.
χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Κοντάκιον. 
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τὸν ταῖς αἱμάτων ῥοαῖς πορφυρώσαντα, ἱερωσύνης ποδήρη χιτώνιον, Βασίλειον ὕμνοις τιμήσωμεν, καὶ τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν ἀσπαζόμενοι, λιτὰς τὰς αὐτοῦ ἐκζητήσωμεν.

Προκείμενον:  Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. 
Στ.: Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.

Εὐαγγέλιον. Κατά Ματθαίον 
(ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30)
Εἶπεν ὁ Κύριος· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.
Δόξα: Ταῖς τοῦ Ἱεράρχου...
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...

Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός...

Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι. 
νθεε πρεσβύτερε, καὶ Λειτουργὲ τοῦ Ὑψίστου, Ἀθλητὰ Βασίλειε, τῆς Ἀγκύρας καύχημα ἱερώτατον, τὸν λαμπρὸν στέφανον, ἐκ Θεοῦ ἐδέξω, ὡς Μαρτύρων ἐγκαλλώπισμα, Ὃν καθικέτευε, πάσης χαλεπῆς περιστάσεως, καὶ νόσων καὶ κακώσεων, ῥύεσθαι τοὺς σοὶ καταφεύγοντας, καὶ ἀσπαζομένους, τὴν κάραν σου τὴν θείαν καὶ σεπτήν, τὴν πᾶσι βρύουσαν νάματα, ἰαμάτων Ἅγιε.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
ν σοὶ γάνυται μάνδρα τῆς Ῥεντίνης ἐν κόλποις ὡς ὄλβον ἔχουσα, τὴν πάνσεπτόν σου κάραν, Βασίλειε Ἀγκύρας, ἱερόαθλε πάντιμε, ἣν ῥύου πάσης πληγῆς, κακῶν καὶ δυσχερείας. 
Βοηθὸς ἐν ἀνάγκαις τῶν προσφύγων σου πέλεις σοφὲ Βασίλειε, καὶ θεῖος ἀντιλήπτωρ, τῶν πίστει ἀνυμνούντων, τὴν στεῤῥάν σου ἐνάθλησιν, δι’ ἧς Ἰουλιανοῦ, ἐπάτησας τὸ θράσος. 
μοδίαιτε πάντων τῶν Ἁγίων ἐν πόλῳ κλεινὲ Βασίλειε, σὺν τούτοις ἐκδυσώπει, ὑπὲρ τῶν σὲ τιμώντων, τὸν παντάνακτα Κύριον, ἵνα ῥυσθῶμεν δεινῶν, παντοίων καὶ ἀνάγκης.
Θεοτοκίον.
ἀκένωτος κρήνη οὐρανίων ὑδάτων Θεογεννήτρια, σωτήριόν μοι νᾶμα, ἀνάβλυσον Παρθένε, τῷ ἀχρείῳ οἰκέτῃ Σου, καὶ πότισόν μου ψυχήν, ταχέως τὴν διψῶσαν.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Θραῦσον τὰ βέλη, τὰ ἰοβόλα τοῦ πλάνου, καθ’ ἡμῶν τὰ κινούμενα Πάτερ, θείων πρεσβειῶν σου, Βασίλειε ἀσπίδι. 
χει σε στέφος, καὶ πολυτίμητον γέρας, ἡ Μονὴ τῆς Ῥεντίνης θεόφρον, Ἀθλητὰ ἣν σκέπε, Βασίλειε ἀπαύστως. 
σχύν μοι δίδου, κατὰ παθῶν ψυχοφθόρων, καὶ ἐκκάθαρον ἐκ νοημάτων, ἀπρεπῶν τὸν νοῦν μου, Βασίλειε παμμάκαρ.
Θεοτοκίον.
Μῆτερ τοῦ Λόγου, Θεοῦ Κυρία Παρθένε, ἐκ παθῶν σκοτασμοῦ λύτρωσαί με, ἵνα Σὲ γεραίρω, τὴν κεχαριτωμένην.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
λύχνος εὐψυχίας, ἄναψόν μοι πόθον, ζωῆς ἀγήρω βοῶ σοι Βασίλειε, Ἀγκυρανῶν Ἐκκλησίας φωστὴρ παμμέγιστε. 
ερωσύνης κέρας, καὶ Μαρτύρων εὖχος, θαυματουργὲ καὶ φωσφόρε Βασίλειε, τοὺς σοὺς ἱκέτας κατεύθυνον πρὸς τελείωσιν. 
Χαρὰ ἱεροάθλων, τὴν σεπτήν σου κάραν, πανευλαβῶς οἱ πιστοὶ ἀσπαζόμενοι, τῶν λυπηρῶν τὴν ὁμίχλην ἀποδιώκομεν.
Θεοτοκίον.
Μετὰ τοῦ Βασιλείου, καὶ Ἁγίων Πάντων, εὐλογημένη Παρθένε ἱκέτευε, ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Υἱόν Σου τῶν δοξαζόντων Σε.
Μεγαλυνάρια.
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν. 
Χαίροις ἱερέων ὑπογραμμός, χαίροις Ἀθλοφόρων, ἁλκιφρόνων ὁ κοινωνός, χαίροις Παραβάτου, ὀφρῦν ὁ ἐδαφίσας, γενναιοτάτῃ γνώμῃ, Πάτερ Βασίλειε.
Χαίροις Ἐκκλησίας Ἀγκυρανῶν, ἄνθος πανευῶδες, εὐωδίαν ἀθλητικήν, δήμοις χριστωνύμων, ὁ διαπνεύσας Μάρτυς, Βασίλειε ἀγάπης, Κτίστου ὡς ἔπλεως.
Χαίρων καθυπέμεινας κολασμούς, ἱερεῦ παμμάκαρ, δι’ ἀγάπην τοῦ Λυτρωτοῦ, καὶ τῶν μισοθέων, τοὺς δήμους ἐτροπώσω, Βασίλειε ἐνστάσει, ἀνδρειοφρόνῳ σου.
χει ὡς ἀτίμητον θησαυρόν, κάραν σου τὴν θείαν, καὶ ἰάσεων ποταμόν, ἡ Μονὴ Ῥεντίνης, Βασίλειε ἣν σῶζε, ἐκ πάσης ἐπηρείας, τοῦ παναλάστορος.
Νόσων ἀνιάτων καὶ λοιμικῶν, πειρασμῶν παντοίων, ψυχοφθόρων δυσχερεῖν, καὶ κινδύνων ῥῦσαι, τοὺς μεγαλύνοντάς σε, ὡς Ἱερομαρτύρων, κλέος Βασίλειε.
Τῇ θερμῇ πρεσβείᾳ σου ἀκλινῶς, σπεύδει καθ’ ἑκάστην, ἡ ὁμήγυρις εὐσεβῶν, ἣν ἀεὶ συντήρει, ἀπήμαντον ἐκ πάσης, ἐπιβολῆς τοῦ πλάνου, μάκαρ Βασίλειε.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. 

Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα Τροπάρια:
Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου. 
Μάρτυς, Ἀθλοφόρε ἱερέ, τῆς Ἀγκυρανῶν Ἐκκλησίας, θεόφρον μυσταγωγέ, ἄλκιμε Βασίλειε, Ἀγγέλων σύσκηνε, ἐκτενῶς καθικέτευε, τῶν πάντων Δεσπότην, ὅπως πάσης θλίψεως, ἐχθροῦ κακώσεως, καὶ δυσχερειῶν λυτρωθῶμεν, κάραν οἱ τὴν σὴν προσκυνοῦντες, καὶ τὴν ἄθλησίν σου μακαρίζοντες. 
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως. 
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.
Δι’ εὐχῶν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις