Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Οι Τρεις Ιεράρχαι



του (†) Ιωάννη Φουντούλη 
Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν, την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου. 

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.
Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.
Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.
Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.
Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.
Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.
Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388. 
Η/Υ επιμέλεια, Κωνσταντίνας Κυριακούλη
πηγή: ΕΔΩ

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ 

28 Ιανουαρίου  

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - εδώ

ΕΡΓΑ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ - ΕΔΩ 

Το λαμπρό αυτό άστρο της Εκκλησίας ανέτειλε στην Ανατολή, στην πόλη Νίσιβη της Μεσοποταμίας, περί το 306. Νέος ήταν ακόμη όταν ο πατέρας του -ο οποίος ήταν ιερέας των ειδώλων- τον έδιωξε από την οικογενειακή του κατοικία εξαιτίας της συμπάθειάς του για τον χριστιανισμό. Τον δέχθηκε τότε ο άγιος επίσκοπος Ιάκωβος [13 Ιαν.], ο οποίος τον δίδαξε την αγάπη για την αρετή και την αδιάλειπτη μελέτη του λόγου του Θεού. Η μελέτη της Αγίας Γραφής άναψε μέσα του φλόγα που τον έκανε να καταφρονήσει τα αγαθά και τις μέριμνες του κόσμου, για να υψώσει τη ψυχή του προς την απόλαυση των ουρανίων αγαθών. Η πίστη και η εμπιστοσύνη του στον Θεό, ακλόνητες σαν το όρος Σιών, τον οδήγησαν να ασπασθεί ένα θαυμαστό τρόπο ζωής. Διέθετε τέτοια καθαρότητα σώματος και ψυχής, ώστε υπερέβαινε τα όρια της ανθρώπινης φύσης του, μην αφήνοντας ρυπαρό λογισμό να αναφανεί στον ορίζοντα του νου. Στο τέλος της ζωής του, αναγνώριζε ότι δεν είχε πει κακό λόγο για κανένα, ούτε είχε αφήσει να ξεφύγει από το στόμα του μάταιη κουβέντα. 
Απογυμνωμένος από τα πάντα, όπως οι άγιοι Απόστολοι, αγωνιζόμενος την ημέρα κατά της πείνας και τη νύχτα κατά του ύπνου, ενδύοντας τις πράξεις και τους λόγους του με την αγία ταπείνωση του Χριστού, έλαβε από τον Θεό το χάρισμα της κατανύξεως και των αδιάλειπτων δακρύων σε τέτοιο βαθμό, ώστε καταλαμβάνει στη χορεία των αγίων την προνομιακή θέση του «Διδασκάλου της κατανύξεως». Από θαύμα, γνωστό μόνο σε όσους προσφέρουν όλη την ύπαρξή τους θυσία στον Κύριο, οι οφθαλμοί του είχαν μεταμορφωθεί σε δύο αέναες πηγές δακρύων. Για πολλά χρόνια, ουδέ μια στιγμή της ημέρας ή της νύχτας αυτά τα φωτοβόλα νερά, τα καθαρτήρια και αγιαστικά, αυτό το «δεύτερο βάπτισμα των δακρύων», δεν έπαυσαν να τρέχουν από τα μάτια του, μετατρέποντας το πρόσωπό του σε ακηλίδωτο καθρέπτη που αντανακλούσε την παρουσία του Θεού. Θρηνούσε αδιάκοπα τα αμαρτήματά του ή τα αμαρτήματα των άλλων και καμιά φορά, όταν αναλογιζόταν τα όσα θαυμαστά έπραξε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, τα δάκρυά του μεταβάλλονταν σε δάκρυα χαράς. Σαν ένας θαυμαστός κύκλος, όπου δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αρχή και τέλος, οι στεναγμοί του γεννούσαν μέσα του τα δάκρυα, τα δάκρυα γεννούσαν την προσευχή, η προσευχή τη διδασκαλία, που κι αυτή ακόμη τη διέκοπτε νέος θεοστάλακτος θρήνος. Διαβάζοντας τους θαυμάσιους λόγους του περί κατανύξεως ή τις τόσο ρεαλιστικές περιγραφές του για τη Δευτέρα Παρουσία, ακόμη και οι πιο σκληροτράχηλοι δεν μένουν ασυγκίνητοι. Επί γενεές γενεών, έως τις ημέρες μας, η ανάγνωση των έργων του αγίου Εφραίμ φέρνει δάκρυα στα μάτια, ανοίγοντας στους αμαρτωλούς την οδό της μετανοίας και της επιστροφής. 
Λίγο μετά το άγιο Βάπτισμά του -ήταν τότε περίπου είκοσι ετών- ο Εφραίμ εγκατέλειψε τη σύγχυση της πόλης και αποτραβήχτηκε στην έρημο για να συνομιλήσει με τον Θεό στην ησυχία και να ζήσει συντροφιά με τους αγγέλους. Πήγαινε από τόπο σε τόπο, ελεύθερος από κάθε δεσμό, όπου τον οδηγούσε το Άγιο Πνεύμα, για ωφέλεια δική του και των αδελφών. Μετέβη στην πόλη Έδεσσα για προσκύνημα αναζητώντας έναν άγιο άνθρωπο στον οποίο θα μπορούσε να υποταγεί και να ζήσει ως μοναχός. Συναντώντας στον δρόμο του μια πόρνη, προσποιήθηκε ότι αποδέχεται τις φιλήδονες προτάσεις της και, λέγοντάς της να τον ακολουθήσει, την οδήγησε στην κεντρική πλατεία, αντί να αναζητήσει ένα μέρος απόμερο, κατάλληλο για την αμαρτία. Η πόρνη τού είπε: «Γιατί με έφερες εδώ; Δεν ντρέπεσαι να εκτεθείς στα βλέμματα των ανθρώπων;». Ο άγιος αποκρίθηκε: «Δυστυχισμένη! Σε φοβίζει το βλέμμα των ανθρώπων και δεν φοβάσαι το βλέμμα του Θεού, που βλέπει τα πάντα και που θα κρίνει στην έσχατη ημέρα τις πράξεις και τις πιο κρύφιες σκέψεις μας;». Φοβισμένη η γυναίκα μετανόησε και αφέθηκε να οδηγηθεί σε μέρος κατάλληλο για τη σωτηρία της. 
Ύστερα από μερικά χρόνια στην Έδεσσα, ο άγιος Εφραίμ αναχώρησε ξανά για την έρημο. Είχε ακούσει να επαινούν τις αρετές του Μεγάλου Βασιλείου [1 Ιαν.], και ο Θεός τού αποκάλυψε σε όραμα ότι ο επίσκοπος Καισαρείας έμοιαζε με πύρινη στήλη που ένωνε τη γη με τον ουρανό. Χωρίς αργοπορία ο Εφραίμ ξεκίνησε για την Καππαδοκία. Έφθασε στην Καισάρεια κατά την ημέρα των Θεοφανείων και εισήλθε στον ναό τη στιγμή που τελούνταν η θεία Λειτουργία. Μολονότι ο ίδιος δεν ήξερε και δεν καταλάβαινε ελληνικά, τον έπιασε θαυμασμός βλέποντας τον μεγάλο ιεράρχη να κηρύττει, γιατί έβλεπε ένα κατάλευκο Περιστέρι καθισμένο στον ώμο του, να του ψιθυρίζει στο αυτί θεϊκά λόγια. Το ίδιο αυτό Περιστέρι αποκάλυψε στον Μέγα Βασίλειο την παρουσία ανάμεσα στο πλήθος του ταπεινού Σύρου ασκητή. Έστειλε τότε αμέσως ανθρώπους να τον βρουν, συνομίλησε λίγο μαζί του στο βάθος του ιερού και απαντώντας στο αίτημά του, ο Θεός παραχώρησε να αρχίσει ξαφνικά ο Εφραίμ να μιλά ελληνικά, σαν να ήταν η μητρική του γλώσσα. Κατόπιν ο Βασίλειος χειροτόνησε τον Εφραίμ διάκονο και τον άφησε να επιστρέψει στην πατρίδα του. 
Την εποχή εκείνη άρχισε μακρά σειρά πολέμων μεταξύ Βυζαντινών και Περσών (από το 338 μέχρι το 387), καθώς και ανελέητοι διωγμοί των χριστιανών σε όλη την Περσία, επειδή θεωρούνταν σύμμαχοι των Ρωμαίων. Μαθαίνοντας στην έρημο τα βάσανα των αδελφών του, ο άγιος Εφραίμ επέστρεψε στη Νίσιβη για τους συνδράμει με τα έργα του και τους λόγους του. Όταν ήταν μικρός, του είχε αποκαλυφθεί η κλήση στην οποία τον καλούσε ο Θεός, βλέποντας σε όραμα να φύεται από το στόμα του μια μεγάλη κληματαριά που απλώθηκε σε ολόκληρη τη γη. Όλα τα πουλιά του ουρανού έρχονταν να καθίσουν πάνω της και να χορτάσουν από τους καρπούς της και, όσο αυτά τσιμπολογούσαν τις ρώγες, τόσο περισσότερο αυτή γέμιζε σταφύλια. Η Χάρη του Αγίου Πνεύματος τον κατείχε τόσο άφθονα, ώστε, όταν απευθυνόταν στον λαό, η γλώσσα του δεν προλάβαινε να προφέρει τις ουράνιες σκέψεις που του ενέπνεε ο Θεός και έμοιαζε να τραυλίζει. Γι’ αυτό απηύθυνε στον Θεό αυτή την ασυνήθιστη προσευχή: «Συγκράτησε, Κύριε, τα κύματα της Χάριτός Σου!». 
Όταν δεν ήταν απασχολημένος με τη διδασκαλία για τη στερέωση της Πίστεως έναντι των ειδωλολατρών και των αιρετικών, έθετε τον εαυτό του ταπεινά στην υπηρεσία όλων, ως αληθινός διάκονος, μιμούμενος κατά πάντα τον Χριστό, ο οποίος έγινε «δούλος» μας. Από ταπείνωση λοιπόν αρνιόταν πάντα να εισέλθει στον βαθμό του πρεσβυτέρου. Οι αρετές του, η προσευχή του, οι καρποί της θεωρίας και της μελέτης, όλα τα χαρίσματα που του παρείχε ο Θεός, δεν τα κρατούσε για τον εαυτό του, αλλά με αυτά κοσμούσε την Εκκλησία, τη Νύμφη του Χριστού, ωσάν με διάδημα χρυσό με πολύτιμους λίθους. Όταν οι Πέρσες πολιόρκησαν τη Νίσιβη (338), η πόλη σώθηκε χάρη στην προσευχή του αγίου Εφραίμ και του αγίου Ιακώβου [13 Ιαν.]. Όμως, ύστερα από διαδοχικούς πολέμους, παραδόθηκε τελικά στον σκληρό ηγεμόνα των Περσών το 363. Αρνούμενος να ζήσει υπό την κυριαρχία των ειδωλολατρών, ο άγιος Εφραίμ και πολλοί άλλοι χριστιανοί έφυγαν τότε για την Έδεσσα. Εκεί πέρασε τα δέκα τελευταία χρόνια του βίου του συνεχίζοντας το έργο της Ερμηνευτικής Σχολής, που είχε ιδρύσει στη Νίσιβη ο άγιος Ιάκωβος, διδάσκοντας στη Σχολή της Έδεσσας, που έφτασε να επονομάζεται «Σχολή των Περσών». Εκεί συνέταξε το μεγαλύτερο μέρος των θαυμαστών έργων του, όπου η γνώση του για τον Θεό και τα άγια δόγματα ενδύεται την υπέροχη στολή μιας ασύγκριτης ποιητικής γλώσσας. Λέγεται ότι συνέθεσε στα συριακά περισσότερους από τρία εκατομμύρια στίχους: ερμηνείες στα περισσότερα βιβλία της Αγίας Γραφής, συγγράμματα κατά των αιρέσεων, ύμνους στον Παράδεισο, στην Παρθενία, στην Πίστη, στα μεγάλα μυστήρια της Σωτηρίας και στις μεγάλες εορτές του έτους. Μεγάλο μέρος από αυτούς τους ύμνους ενσωματώθηκε στη σύνθεση λειτουργικών βιβλίων της συριακής Εκκλησίας, εξ ου η επωνυμία του «Λύρα του Αγίου Πνεύματος» και «Οικουμενικός Διδάσκαλος». Πολλά άλλα συγγράμματα μάς παραδόθηκαν με το όνομά του στα ελληνικά. Αφορούν κυρίως τη συντριβή της καρδίας, την άσκηση και τις μοναχικές αρετές. 
Ο άγιος Εφραίμ οργάνωσε την κοινωνική περίθαλψη της πόλης τον καιρό του λιμού, το 372, και παρέδωσε τη ψυχή του στον Θεό το 373, περιστοιχιζόμενος από μεγάλο αριθμό μοναχών και ασκητών που άφησαν σκήτες, ερήμους και σπήλαια για να παρευρεθούν στις τελευταίες του στιγμές. Τους άφησε μια συγκινητική «Διαθήκη», πλήρη ταπεινώσεως και κατανύξεως, στην οποία ζητάει ικετευτικά από όλους όσοι τον αγαπούν να μην τον τιμήσουν με λαμπρή κηδεία, αλλά να αποθέσουν το σώμα του στην τάφρο την προορισμένη για τους ξένους και να του προσφέρουν αντί για λουλούδια και αρώματα, το στήριγμα των προσευχών τους.
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Επιστολή [244] του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ.

 
Επιστολή [244] του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ 
Αν δεν είναι περιττό να προτρέψω σε εργασία αυτόν που εργάζεται· δε θα διστάσω, για χάρη της κοινής ασφάλειας, να ενισχύσω την προθυμία σου, όσο μπορώ. δε θα προσθέσω κάποια ακόμα ή κάποια ξένα παραγγέλματα, αλλά θα υπενθυμίσω αυτά που πολλές φορές σου έχω πει και που η εκτέλεσή τους είναι συνήθης για σένα. Κι αυτά είναι τα εξής· να ανεβάζεις την ψυχή πάνω από τα λυπηρά με την ενασχόληση σου με τα υψηλότερα· ν’ απομακρύνεις από τη σκέψη σου καθετί που είναι ξένο από την αρετή και ανάξιο της κρίσης σου· να την παρακίνησης σύντομα στην ευσέβεια και σε κάθε κοσμιότητα· να οξύνεις το νου σου, ώστε να μη δέχεται μήτε να εγκολπώνεται κάτι χωρίς εξέταση· να δυναμώνεις την φρόνηση σου σε κάθε περίσταση και με κάθε τρόπο με την αναστροφή σου με τις υποθήκες των οσίων που έφυγαν· να προτάσεις σε κάθε έχθρα και φιλιά τη δικαιοσύνη σε δικούς σου και ξένους, να έχεις συντροφιά σου παντοτινή τη σωφροσύνη, ριζωμένη γνήσια στην ψυχή κι αμετάθετα στερεωμένη σ’ αυτή· να μη μεταβάλεις τη διαγωγή σου ανάλογα με τις ανωμαλίες και τις μεταβολές της ζωής. Ούτε στην περίπτωση πλούτου είναι ασφαλές να μεγαλοφρονείς. Γι’ αυτό, το άριστο είναι στα ευχάριστα να ασκείς την εγκράτεια, στα λυπηρά την καρτέρια, να λησμονείς τα παλαιά πλούτη σου, να ζητείς την αυτάρκεια, να ικανοποιείσαι με ό,τι σου δίνουν, να ελπίζεις το καλύτερο, να υποφέρεις ήρεμα την αρρώστια, να μην μεμψιμοιρείς για τίποτα, να μην αγανακτείς. Αλλά να ευχαριστείς την πρόνοια, όπως σου εκδηλώνεται, να κρύβεις τις αιτίες αυτών που συμβαίνουν, αλλά να μην αμελείς ό,τι είναι άξιο για σένα, και σ’ αυτό αποβλέποντας να σκέφτεσαι προτού φανερώσεις ό,τι έχεις να πεις και προτού πράξεις ότι έχεις να πράξεις. Έτσι δεν θα μετανιώσεις για ό,τι πεις και ό,τι πράξεις. Μη θεωρείς ευσχημοσύνη τα εξωτερικά φορέματα. Να πιστεύεις ότι πλούτος γνήσιος και βεβαίως είναι η ολιγάρκεια. Ο σταθερός πλούτος δεν είναι να έχεις πολλά, αλλά το να μην έχεις ανάγκη από πολλά· γιατί αυτό εξαρτάται από σένα, το άλλο από εξωτερικά γεγονότα. Να κυβερνά τον τρόπο σου η επιείκεια, το χαρακτήρα σου η αταραξία, τη γλώσσα σου η ολιγολογία. Μαζί με αυτά, να στολίζεις την κεφαλή σου με ένα κάλυμμα, τα φρύδια κατεβάζοντάς τα, τα μάτια με ένα σύντομο και κόσμιο βλέμμα, το στόμα με το ν’ αποφεύγει να λέει όποια απρέπεια, τ’ αυτιά ανοίγοντάς τα μόνο στους αξιόλογους ανθρώπους, κι όλο το πρόσωπο με το ωραίο κοκκίνισμα της ντροπής. Σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο να φυλάγεις τον εαυτό σου καθαρό, ανέγγιχτο, σαν πολύτιμο κειμήλιο. Ο στολισμός που ταιριάζει στις γυναίκες είναι η σεμνότητα, η σταθερότητα, η σωφροσύνη. Τρυφή σου να θεωρείς άριστη μαζί κι ευκολότατη, την απέριττη τροφή. Αυτή είναι κι από μόνη της αξιέπαινη και προτιμότερη για τη ζωή της σωφροσύνης, άριστη για την υγεία, και την εφαρμογή του μέτρου σε όλα κι όχι ανώφελη στην άλλη κατάρτιση και την παιδεία.

*** 
ΣΜΔ΄. 
ΒΑΣΙΛΙΣΣΗι

Εἰ μὴ περιττὸν τὴν πονοῦσαν ἐγεῖραι πρὸς πόνους, οὐκ ὀκνήσω, τῆς κοινῆς ἕνεκεν ἀσφαλείας, ὅπως ἂν δύνωμαι, τὴν σὴν ἐπιρρῶσαι προθυμίαν οὐ κατὰ προσθήκην ἑτέρων τινῶν ἢ ξένων, ἀλλὰ πρὸς ὑπόμνησιν τῶν ἡμῖν τε πολλάκις εἰρημένων καὶ σοὶ συνήθως ἐκπονουμένων. Ταῦτα δέ ἐστιν· ἄγειν τὴν ψυχὴν τῶν λυπηρῶν ἀνωτέραν τῇ περὶ τὰ κράτιστα διατριβῇ, ἀποκρίνειν τῆς διανοίας πᾶν ὅσον ἀρετῆς ἀλλότριον καὶ τῆς σῆς ἀνάξιον γνώμης, συντείνειν ἑαυτὴν πρὸς εὐσέβειαν καὶ πᾶσαν εὐκοσμίαν, λεπτύνειν τὸν νοῦν εἰς τὸ μηδὲν μήτε δέχεσθαι μήτε φρονεῖν ἀνεξέταστον, κρατύνειν τὴν φρόνησιν κατὰ πάντα καιρὸν καὶ πάντα τρόπον τῷ προσομιλεῖν ἀεὶ ταῖς τῶν προλαβόντων ὑποθήκαις ὁσίων, προτάττειν πάσης ἀπεχθείας καὶ φιλίας τὴν πρὸς τοὺς οἰκείους καὶ ξένους δικαιοσύνην, σύνοικον ἔχειν καὶ συνόμιλον πάντοτε τὴν σωφροσύνην ἐρριζωμένην εἰλικρινῶς τῇ ψυχῇ καὶ παγίως ἱδρυμένην, μὴ συμμεταβάλλειν τὸν τρόπον ταῖς ἀνωμαλίαις τοῦ βίου καὶ μεταβολαῖς· οὔτε γὰρ ἐν πενίᾳ τὸ φρόνημα τοῦ βίου συστέλλειν εὐπρεπές, οὔτε ἐν περιουσίᾳ μέγα φρονεῖν ἀσφαλές, διὸ δὴ κράτιστον ἀσκεῖν ἐν μὲν τοῖς τέρπουσι τὴν ἐγκράτειαν, ἐν δὲ τοῖς λυπηροῖς τὴν καρτερίαν· ἀμνημονεῖν τῆς παλαιᾶς περιουσίας, αἰτεῖν τὴν αὐτάρκειαν, στέργειν τὸ διδόμενον, ἐλπίζειν τὸ βέλτιον, καὶ φέρειν πράως τὴν τοῦ σώματος ἀρρωστίαν, ἐπὶ μηδενὶ μεμψιμοιρεῖν, μηδὲ σχετλιάζειν, ἀλλ' εὐχάριστον εἶναι περὶ τὴν Πρόνοιαν, ὅση τις εἴη, καὶ κρύπτειν πολλάκις τὰς αἰτίας τῶν γινομένων, ἀλλ' οὐκ ἀμελεῖν τοῦ πρὸς ἀξίαν πρὸς ἣν ἀποδιδοῦσα λογίζου πρὶν ἐξειπεῖν τὸ λεκτέον καὶ πρὸ τοῦ πρᾶξαι τὸ πρακτέον· οὕτω γὰρ δὴ ἔσται σοι πᾶν τὸ ῥηθὲν ἢ πραχθὲν ἀμεταμέλητον. Εὐσχημονεῖν ἡγοῦ μὴ τοῖς ἔξωθεν προκαλύμμασιν, ἀλλὰ τοῖς τῆς ψυχῆς πλεονεκτήμασιν. Πλοῦτον νόμιζε γνήσιον καὶ βέβαιον τὴν ὀλιγόδειαν· οὐ γὰρ ἐν τῷ πολλὰ κεκτῆσθαι τὸ πλουτεῖν ἐστι βεβαίως, ἀλλὰ τῷ μὴ πολλῶν δεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ ἐπὶ σοί, τὸ δὲ τῶν ἔξωθεν.Ῥύθμιζε τὸν μὲν τρόπον ἐπιεικείᾳ, τὸ δὲ ἦθος ἀταραξίᾳ, τὴν δὲ γλῶσσαν βραχυ-λογίᾳ. Διὰ δὲ τούτων κόσμει τὴν μὲν κεφαλὴν τῷ σκέπειν, τὰς δὲ ὀφρῦς τῷ κατεσταλμένας ἔχειν, τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς τῷ συννεύειν καὶ κοσμίως βλέπειν, τὸ δὲ στόμα τῷ μηδὲν ἀπρεπῶς λαλεῖν, τὰ δὲ ὦτα τῷ μόνον τοῖς σπουδαίοις ὑπέχειν, σύμπαν δὲ τὸ πρόσωπον τῷ ἐξ αἰδοῦς χρώματι.Ἐν πᾶσι δὲ καὶ διὰ πάντων φύλασσε σεαυτὴν ἀμόλυντον, ὥσπερ τι κειμήλιον ἄψαυστον. Κόσμος γὰρ οἰκεῖος καὶ πρέπων γυναιξί, σεμνότης, εὐστάθεια, σωφροσύνη.Τρυφὴν νόμιζε καλλίστην ὁμοῦ καὶ ῥᾴστην τὴν χρειώδη τροφήν· αὕτη γὰρ καὶ καθ' ἑαυτὴν ἐπαινετὴ καὶ πρὸς τὸν ἐν σωφροσύνῃ βίον αἱρετὴ καὶ πρὸς ὑγίειαν ἀρίστη, καὶ συμμετρίαν καὶ τὴν ἄλλην εὐκοσμίαν καὶ παιδείαν οὐκ ἀνόνητος.

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ



ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
25 Ιανουαρίου 

Θεοῦ γινώσκειν ὀρθοδόξως οὐσίαν,
Χριστιανοῖς λεγάτον ἐκ Γρηγορίου.
Εἰκάδι Γρηγόριος Θεορρήμων ἔκθανε πέμπτῃ.
Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - ΕΔΩ
Ο άγιος Γρηγόριος, άνδρας με ουράνια ψυχή και στόμα καθαγιασμένο από το πυρ του Αγίου Πνεύματος, διείσδυσε τόσο βαθιά στα μυστήρια του Θεού, ώστε ανάμεσα σε όλους τους αγίους Πατέρες μόνος αυτός κρίθηκε άξιος της προσωνυμίας «Θεολόγος», όπως ο Ιωάννης ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου: όχι με την έννοια εκείνου ο οποίος κατ’ επάγγελμα διδάσκει τα θεία δόγματα, αλλά εκείνος ο οποίος κεκαθαρμένος ενώθηκε με τον Θεό διά της Χάριτος και στρέφεται προς τον λαό, όπως ο Μωυσής, για να του μεταδώσει τα θεία ρήματα και να του μεταλαμπαδεύσει το θείο Φως. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Μέγα Βασίλειο [1 Ιαν.] και τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο [13 Νοεμ.], η βιοτή του υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας απλής βιογραφίας και παρουσιάζεται μάλλον ως σθεναρό πρότυπο χριστιανικής αγιότητας, ενώ τα αθάνατα έργα του, ανυπέρβλητα σε κάλλος και βάθος, συνιστούν το πλέον αντάξιο κόσμημα της Νύμφης του Λόγου του Θεού, δηλαδή ολόκληρης της Εκκλησίας. 
Ο πατέρας του, ο άγιος Γρηγόριος [1 Ιαν.], άνδρας σοφός και ενάρετος, αρχικά είχε εμπλακεί στην αίρεση των Υψισταρίων. Κατόπιν, αφού επανήλθε στην αληθή Πίστη, χάρη στην αγάπη, την υπομονή και τις προσευχές της συζύγου του αγίας Νόννας [5 Αυγ.], εξελέγη επίσκοπος Ναζιανζού, μιας μικρής πόλεως της Καππαδοκίας κοντά στο οικογενειακό τους κτήμα της Αριανζού. Έμειναν για πολύ καιρό άτεκνοι και μετά ο Θεός τούς παραχώρησε διαδοχικά τρία παιδιά: την αγία Γοργονία [23 Φεβρ.], τον άγιο Γρηγόριο και τον άγιο Καισάρειο [25 Φεβρ.]. Μετά τη γέννηση της Γοργονίας, η αγία Νόννα παρακάλεσε τον Κύριο να αποκτήσει γιο, υποσχόμενη να τον αφιερώσει σε Αυτόν. Ο Θεός ανταποκρίθηκε στην πύρινη προσευχή της, δείχνοντας σε ενύπνιο τη μορφή του παιδιού που θα γεννιόταν και υποδεικνύοντας το όνομά του. Μόλις γεννήθηκε ο Γρηγόριος (330), η μητέρα του μερίμνησε να καλλιεργήσει μέσα του τα σπέρματα των αγίων αρετών, ώστε το παιδί γρήγορα έδωσε δείγματα γεροντικής σοφίας, έχοντας μεγάλη έλξη για τη μελέτη και ακατανίκητη έφεση για τη θεωρία και την προσευχή. Μια νύχτα, είδε σε ενύπνιο να παρουσιάζονται δύο νεαρές παρθένες, ντυμένες στα λευκά, με το πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο. Τον χάιδεψαν τρυφερά, λέγοντάς του ότι η μία ήταν η «Αγνότητα» και η άλλη η «Σωφροσύνη», συνοδοί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και φίλες όσους ασπάζονται την οδό και τον τρόπο της εν Χριστώ παρθενίας ώστε να ζήσουν μια ουράνια βιοτή. «Με προέτρεψαν να ενώσω την καρδιά μου και το πνεύμα μου με το δικό τους, έτσι ώστε αφού με γεμίσουν με τη λαμπρότητα της αγιότητάς τους, να μπορούν να με παρουσιάσουν μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδος», γράφει σ’ ένα αυτοβιογραφικό του ποίημα Ἔπος εἰς ἑαυτόν», Ι, 45, 231-258· PG 37, 1371· ΕΠΕ 10, 347). Αποφάσισε τότε ο Γρηγόριος να αφιερωθεί στον Θεό εν παρθενία και προσευχή, αρνούμενος την επιλογή του γάμου και αποφεύγοντας κάθε ηδονή και διασκέδαση τούτου του κόσμου. Από πόθο για την επιστήμη, πήγε μαζί με τον αδελφό του Καισάρειο να σπουδάσει ρητορική στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνώρισε και συναναστράφηκε τον άγιο Βασίλειο. Κατόπιν, μετέβη στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και στην Αλεξάνδρεια, όπου άφησε τον αδελφό του, ενώ ο ίδιος πήγε στη φημισμένη Αθήνα, η οποία διατηρούσε ακόμη τη φήμη της πρωτεύουσας της ρητορικής και της φιλοσοφίας. Το πλοίο όμως στο οποίο μετέβαινε, έπεσε σε φοβερή τρικυμία που κράτησε είκοσι μέρες. Γονατιστός στην πρύμνη, με το χλωμό πρόσωπο να δέρνεται από τον αέρα και τα κύματα, ο Γρηγόριος, ο οποίος κατά το έθιμο της εποχής δεν είχε βαπτισθεί ακόμη, από φόβο μήπως στερηθεί για πάντα το αγιασμένο ύδωρ που μας καθαίρει, μας αναγεννά και μας θεώνει, έστεκε με απλωμένα τα χέρια στον ουρανό παρακαλώντας με δάκρυα τον Θεό. Ξαφνικά, τη στιγμή ακριβώς που ανέφερε την υπόσχεσή του να αφιερωθεί στον Θεό, ο άνεμος κόπασε και οι ειδωλολάτρες που εν τω μεταξύ είχαν ενώσει τις προσευχές τους με τις δικές του, ασπάσθηκαν την Πίστη του Χριστού και το πλοίο έφθασε απρόσκοπτα στην Αθήνα. Εκεί ο Γρηγόριος συνδέθηκε με υπέροχη πνευματική φιλία με τον Μέγα Βασίλειο. Συμμερίζονταν τα πάντα: την αγάπη για τη γνώση, το ρητορικό τάλαντο, το βάθος του στοχασμού και, προπαντός, την καθαρότητα του ήθους, την αναζήτηση της τελειότητας και τη στροφή ολοκλήρου του είναι προς τον Θεό, αρετές που τους έκαναν να υπερβαίνουν τους συμμαθητές τους, ακόμη και τους διδασκάλους τους, τους καθιστούσαν δε αγαπητούς σε όλους και ασκούσαν μια ακαταμάχητη έλξη σε εκείνους οι οποίοι αναζητούσαν με ειλικρίνεια την αλήθεια, σε βαθμό ώστε, όταν ο Βασίλειος αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του κρίνοντας ότι είχε αποκτήσει επαρκείς γνώσεις, οι συμμαθητές τους κατάφεραν να κρατήσουν τον Γρηγόριο για αρκετό καιρό ώστε να τον έχουν για δάσκαλό τους. Κατόρθωσε τέλος ο άγιος Γρηγόριος να απαλλαγεί από την αταίριαστη αυτή στοργή, επέστρεψε στην Καππαδοκία (358) σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών και βαπτίσθηκε. Στο εξής δεν επρόκειτο να ασχοληθεί με τις θύραθεν επιστήμες και τη ρητορική. Με όλη την ορμή της καρδιάς του ποθούσε να ζει μόνο για τον Θεό, να θεωρεί ήδη από την παρούσα ζωή τη Βασιλεία και τη Δόξα Του, αποσπώντας τον νου από κάθε κοσμικό δεσμό και φίλτρο. Μέχρι το τέλος του βίου του, ο Γρηγόριος υπέταξε το σώμα του σε αυστηρή άσκηση, παρά τις συχνές ασθένειες οι οποίες παρεμπόδιζαν το έργο του και τις οποίες υπέμενε με χαρά. Έχυνε άφθονα δάκρυα, όταν ύψωνε την προσευχή του προς τον Θεό ή όταν βυθιζόταν στη μελέτη της Αγίας Γραφής· και έθεσε τη λαμπρή ευγλωττία που απέκτησε κατά τις σπουδές του στην υπηρεσία του Λόγου. Περισσότερο απ’ όλα όμως, ποθούσε να δοθεί απερίσπαστα στη θεωρία διά του ησυχαστικού και μονήρους βίου. Για το λόγο αυτό, έσπευσε προς τον άγιο Βασίλειο, στο ησυχαστήριό του κοντά στον Ίρι ποταμό, ώστε να εγκαταβιώσουν μαζί μιμούμενοι τους αγίους Αγγέλους, σύμφωνα με τα καρδιακά σχέδια που είχαν καταστρώσει κατά την παραμονή τους στην Αθήνα. Εισέρχονταν μαζί, σαν μια ψυχή, στα μυστήρια του Θεού· μεταφέρονταν μαζί σε ουράνιες θεωρίες, ζωντανές προεικονίσεις της τρυφής, της ενότητας και της ομόνοιας των εκλεκτών στη Βασιλεία του Θεού, λαμβάνοντας έτσι από τον Κύριο μία ασύγκριτη γνώση για το μυστήριο του ανθρώπου και του πραγματικού προορισμού του καθώς και για την τέχνη της κάθαρσης της ψυχής από τα πάθη. Για το λόγο αυτό, παρά τη νεαρή τους ηλικία και το βραχύ διάστημα που είχαν διαγάγει ως μοναχοί, μπόρεσαν από κοινού να συντάξουν τους «Όρους», ένα Τυπικό του κοινοβιακού βίου, οι οποίοι κατέστησαν και έκτοτε παραμένουν ο καταστατικός χάρτης του Ορθόδοξου Μοναχισμού. 
Αυτός ο καθ’ όλα ουράνιος βίος δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Γρηγόριος σύντομα εκλήθη να γηροκομήσει τον υπερήλικα πατέρα του και να αναλάβει στη θέση του τη διοίκηση της Εκκλησίας της Ναζιανζού, η οποία είχε δυστυχώς διχαστεί μετά την αιρετική σύνοδο του Ρίμινι (359). Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του ο Γρηγόριος, επιχείρησε εις μάτην να συμφιλιώσει όσους είχαν διακόψει κοινωνία με τον πατέρα του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να συνδυάσει τη θεωρία με την πράξη. Παρ’ όλο το δέος και τον σεβασμό του προς τη θεία ιερωσύνη και την ησυχία, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος παρά τη θέλησή του από τον πατέρα του, ο οποίος έλπιζε με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει το κήρυγμα του Ευαγγελικού λόγου και να τον προετοιμάσει για τη διαδοχή. Η χειροτονία αιφνιδίασε την ευαίσθητη καρδιά του Γρηγορίου όπως μια «τυραννίδα»· έφυγε και μετέβη στον Πόντο, για να μετριάσει τον εσωτερικό του πόνο κοντά στον αγαπημένο του Βασίλειο. Πολλοί κατέκριναν και κατακρίνουν ακόμη τον άγιο, κατηγορώντας τον για δειλία και για αδυναμία χαρακτήρος. Πώς όμως να αμφιβάλλει κανείς για την ισορροπία και το σθένος ψυχής ενός πνεύματος τόσο υπερκόσμια δυνατού, ο οποίος είχε κατακτήσει ήδη από τη νεότητά του τη μακάρια απάθεια και την πλήρη ψυχική αυτοκυριαρχία; Πρέπει μάλλον να διαβλέψουμε στον άγιο Γρηγόριο ένα σπάνιο παράδειγμα της άκρας ψυχοπνευματικής λεπτότητας και ευαισθησίας που αποκτούν οι άγιοι όσο πλησιάζουν εμπειρικά τον Θεό. Όπως εξηγεί ο ίδιος στον «Απολογητικό Λόγο» του, δεν απέφυγε τότε την ιερωσύνη από φόβο, αλλά από οξυμένη ευσυνειδησία για την ευθύνη του ποιμένα ψυχών και, προπαντός, επειδή προτιμούσε να ενωθεί με τον Θεό και, δι’ Αυτού, με τους ανθρώπους στην αέναη προσευχή. «Τίποτα δεν ποθούσα περισσότερο από το να κλείσω τη θύρα των αισθήσεων, να εξέλθω της σαρκός και του κόσμου, να συγκεντρωθώ εις εαυτόν, διακόπτοντας κάθε δεσμό με τα ανθρώπινα, πέρα από τα απολύτως αναγκαία, να συνδιαλεχθώ με τον εαυτό μου και μετά του Θεού, ώστε να ζήσω υπεράνω των ορατών, με τρόπο ώστε να φέρω επάνω μου τις θεϊκές εμφάσεις, χωρίς αλλοίωση ή ανάμειξη με τις παγιωμένες μορφές του ενθάδε. Να καταστώ αληθινά και συνεχώς να καθίσταμαι αληθής ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των ουρανίων, προσθέτοντας φως στο φως, υποκαθιστώντας την ασάφεια με την ευκρίνεια, απολαμβάνοντας ήδη από τον παρόντα βίο την ελπίδα των αγαθών της μέλλουσας ζωής, ώστε να συνοδοιπορήσω μετά των Αγγέλων, παραμένοντας στη γη, την οποία προηγουμένως άφησα και ανήλθα εις τα άνω διά του Αγίου Πνεύματος. Αν κάποιος από εσάς κατέχεται από αυτόν τον πόθο, γνωρίζει τι θέλω να πω και θα μου συγχωρήσει αυτό που ένιωσα τότε...» («Λόγοι» 2, 7· PG 35, 413C-416A· ΕΠΕ 1, 83). 
Μετά από τρεις μήνες όμως, με υπόδειξη του αγίου Βασιλείου και από φόβο μήπως παραβεί το θείο θέλημα, επέστρεψε στη Ναζιανζό και προσπάθησε να αποκαταστήσει την ομόνοια ανάμεσα στους ορθόδοξους και να γηροκομήσει τους καταβεβλημένους γονείς του. Επί μία δεκαετία υπήρξε για τη Ναζιανζό υπόδειγμα πνευματικής μέριμνας και στοργής· ταπεινός μαθητής του Κυρίου, όργανο του λόγου και της Χάριτός Του, κανόνας Πίστεως και ζωντανή εικόνα της ευαγγελικής τελειότητας. Όταν το 361 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, τη ζοφερή μεταβολή του οποίου είχε προείπει ο άγιος Γρηγόριος όταν σπούδαζαν μαζί στην Αθήνα, αποπειράθηκε να αποκαταστήσει τη λατρεία των ειδώλων, απαγορεύοντας στα παιδιά των χριστιανών να διδάσκονται φιλολογία, ρητορική και φιλοσοφία, ο άγιος Γρηγόριος απάντησε δυναμικά σε αυτό το μεροληπτικό μέτρο συντάσσοντας λαμπρούς λόγους και θαυμαστά ποιήματα, όπου ανέπτυσσε τα μυστήρια της Πίστεως με λογοτεχνική δεινότητα και με πλούτο εικόνων και λεξιλογίου, κατά πολύ ανώτερων των περίφημων έργων των μεγάλων συγγραφέων της αρχαιότητας. Με τον άγιο Γρηγόριο και τους άλλους Πατέρες της εποχής εκείνης ολοκληρώθηκε όχι απλώς ο εκχριστιανισμός της Ελληνικής Παιδείας, αλλά η οριστική της υπέρβαση· και στη θέση της αναπτύσσεται μια παιδεία καθαρά χριστιανική, η οποία αφομοιώνει και μεταμορφώνει το απαύγασμα των έργων της αρχαιότητας. 
Το 370 ο άγιος Γρηγόριος και ο πατέρας του συνεργάστηκαν αποτελεσματικά για την εκλογή του αγίου Βασιλείου στην επισκοπική έδρα της Καισαρείας και την αναγνώρισή του ως ηγέτη των Ορθοδόξων. Έχοντας μεγαλύτερη ελευθερία από τον Βασίλειο, ο οποίος λόγω θέσεως ήταν υποχρεωμένος να είναι κάπως επιφυλακτικός, ο Γρηγόριος κήρυξε τότε δημόσια και απροκάλυπτα τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος έναντι των αιρετικών οπαδών του Μακεδονίου και αντιστάθηκε με τόλμη στον διωγμό που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Ουάλης. Οι δύο φίλοι είχαν αποκτήσει τόση εκτίμηση και αίγλη μεταξύ του λαού, ώστε ο αυτοκράτορας δεν τόλμησε να τους θίξει και ήταν οι μόνοι Ορθόδοξοι επίσκοποι που γλύτωσαν τότε την εξορία. 
Το 372, παρά τον πόθο του, τον οποίο επιδοκίμαζε ο Βασίλειος, να αποσυρθεί από τα ποιμαντικά καθήκοντα μόλις αποβιώσουν οι γονείς του, ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε από τον φίλο του επίσκοπος στα Σάσιμα, μια κωμόπολη θορυβώδη και άνυδρη, που βρισκόταν στα σύνορα της Καππαδοκίας και της Δευτέρας Καππαδοκίας, επαρχίας που δημιούργησε ο Ουάλης για να αναχαιτίσει τη δράση του επισκόπου Καισαρείας. Παρά την αγάπη του για τον Βασίλειο και τη φροντίδα για το καλό της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος δεν αποδέχθηκε το αξίωμα και κατέφυγε εσπευσμένα μόνος στο βουνό, ελπίζοντας να βρει εκεί από τον Θεό παρηγορία για τα δεινά του. Υποκύπτοντας στις πιέσεις του πατέρα του, δέχθηκε να επιστρέψει στη Ναζιανζό και ανέλαβε τη διοίκηση της εκεί Εκκλησίας, ως αναπληρωτής επίσκοπος, έως ότου εκοιμήθη ο γέροντας πατέρας του (374) σε ηλικία περίπου εκατό ετών. Λίγο μετά την κοίμηση του πατέρα του, εκοιμήθη και η αγία Νόννα, και ο Γρηγόριος υποχώρησε για μια ακόμη φορά στις παρακλήσεις των πιστών και δέχθηκε να παραμείνει μέχρι την εκλογή νέου επισκόπου, παρά τη μεγάλη εξάντληση που τον είχαν οδηγήσει η ασθένεια, οι στερήσεις και οι αγώνες του για την Πίστη. Όταν όμως αντελήφθη ότι οι συμπολίτες του, επιθυμώντας διακαώς να τον κρατήσουν κοντά τους, καθυστερούσαν την εκλογή επισκόπου, έφυγε κρυφά και μετέβη στη Σελεύκεια, μητρόπολη της Ισαυρίας (375), και αποσύρθηκε στη μονή της αγίας Θέκλας, για να διαβιώσει επιτέλους στην ησυχία. Και εκεί όμως χρειάστηκε να στηρίξει τον «καλό αγώνα της Πίστεως» έναντι των αρειανοφρόνων, οι οποίοι έσπειραν παντού σύγχυση. Στις αρχές του 379, η Εκκλησία πένθησε τον θάνατο του φάρου της Ορθοδοξίας αγίου Βασιλείου, γρήγορα όμως παρηγορήθηκε και ιλαρύνθηκε με τη θανή του αιρετικού Ουάλη και με την ανάρρηση στο θρόνο του Μεγάλου Θεοδοσίου, πιστού υπερασπιστή του δόγματος της Νικαίας. Όλα τα ορθόδοξα βλέμματα στράφηκαν τότε προς τον Γρηγόριο, ως τον πλέον άξιο υπέρμαχο της Πίστεως και τον λαμπρότερο κήρυκά της. 
Οι πιστοί της Βασιλεύουσας, η οποία βρισκόταν για περισσότερα από σαράντα χρόνια στα χέρια των αιρετικών, ζητούσαν τότε επίμονα από τον επίσκοπο Ναζιανζού να τους συνδράμει. Αποσπάσθηκε για μια ακόμη φορά ο Γρηγόριος από τη γλυκύτητα της θεωρίας χάριν της υπεράσπισης της Εκκλησίας, και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη φέροντας μαζί του την ακλόνητη δύναμη του λόγου του και την ισχύ των θαυμάτων του. Εγκαταστάθηκε σε οικία που ανήκε σε συγγενείς του, όπου οι ορθόδοξοι άρχισαν γρήγορα να συρρέουν ολοένα και περισσότεροι, για να ακούσουν με ενθουσιασμό το κήρυγμά του, σε βαθμό που η οικία μετετράπη σύντομα σε ναό, γνωστό ως Αγία Αναστασία, επειδή η Πίστη, νεκρωμένη επί τόσα χρόνια στη Βασιλεύουσα, αναστήθηκε χάρη στον λόγο, την προσευχή, την παρουσία και τη ζωή του Γρηγορίου. Μόνος εναντίον πλειάδος αιρετικών και ποικίλων άλλων αιρέσεων, ο άγιος συνάρπαζε το ακροατήριό του με την ευγλωττία του κατακόπτοντας τα σοφίσματα και τα επιχειρήματα του σαρκικού φρονήματος με τη ρομφαία του θείου Λόγου. Σε σειρά πέντε ομιλιών («Λόγοι Θεολογικοί» 28-31· PG 36, 11- 172· ΕΠΕ 4), οι οποίες των αξίωσαν τον τίτλο του «Θεολόγου», κατέδειξε ότι δεν αρμόζει να συζητούμε για τα μυστήρια του Θεού ως κάτι το κοινό, υποτυπώδες και πρόχειρο, αλλά μόνο στην κατάλληλη στιγμή και αφού προηγουμένως έχουμε δεόντως καθαρθεί, και ανέπτυξε με καθοριστικό τρόπο το ακατάληπτο της θείας ουσίας και τη θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Περισσότερο από όλους τους άλλους αγίους Πατέρες, ο άγιος Γρηγόριος διακρίνεται για τις συνοπτικές και αντινομικές εκφράσεις με τις οποίες αναπτύσσει τα βαθύτερα μυστήρια της Πίστεως και τα μεγαλύτερα κεφάλαια της Σωτηρίας. Οι ορισμοί του είναι τόσο τέλειοι, ώστε στο πέρασμα των αιώνων οι δεινότεροι άγιοι θεολόγοι αφιέρωσαν συγγράμματα ολόκληρα στον ιδιαίτερο σχολιασμό τους· και είναι τέτοιας ωραιότητας, ώστε μεγάλος αριθμός τους χρησιμοποιήθηκε από τους μελωδούς μας στην σύνθεση λειτουργικών ύμνων των μεγάλων εορτών του έτους. Έτσι λοιπόν, μεγάλο μέρος του Κανόνα της Γεννήσεως του Χριστού είναι δανεισμένο από τον ΛΗ΄ Λόγο του αγίου Γρηγορίου· των Θεοφανείων από τον ΛΘ΄ Λόγο· του Πάσχα από τους Λόγους Α΄ και ΜΕ΄· της Πεντηκοστής από τον Λόγο ΜΑ΄ και πολλές άλλες δάνειες εκφράσεις βρίσκονται σε ακολουθίες και στις εορτές των αγίων μας. Η ανάγνωση και η αποστήθιση των έργων του αγίου Γρηγορίου, όπως της Αγίας Γραφής, μπορεί να παρομοιαστεί με την προσκύνηση μιας αγίας και χαριτόβρυτης εικόνας· μας μεταφέρουν ήσυχα και αγνά στον ουρανό και μας μυούν στα άρρητα μυστήρια του Θεού. Η γλώσσα του είναι τόσο τέλεια, ώστε αχρηστεύει κάθε άλλα λόγια και οδηγεί αβίαστα τον εραστή του Λόγου στη σιωπηλή προσευχή. 
Άκαμπτης αυστηρότητας όσον αφορά στην Πίστη, ο άγιος Γρηγόριος ήταν όλος πραότητα στη συμπεριφορά του απέναντι στους ανθρώπους, αμαρτωλούς ή παραστρατημένους. Διόρθωνε τα ήθη δίνοντας το υπόδειγμα της χριστιανικής διαγωγής με τη βιοτή του, που ήταν απαλλαγμένη από κάθε κοσμικότητα, με τη σκληραγωγία του και την υπομονή στις δοκιμασίες και τις ασθένειες, σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί από όσους άκουγαν τους λόγους του, μεταστρέφονταν ολότελα βλέποντας την ουρανόδρομη πολιτεία του. Οι επιτυχίες του προκάλεσαν ωστόσο γρήγορα ζωηρές αντιδράσεις από μέρους των αιρετικών, που ζηλόφθονοι διέδωσαν εναντίον του φρικτές συκοφαντίες, χωρίς παρ’ όλα αυτά να υπερνικήσουν την υπομονή του και την ανεξικακία του απέναντι στους εχθρούς του. Τη νύχτα της Αναστάσεως του 379, αιρετικοί, οπαδοί του Απολλιναρίου, τους οποίους είχε αντικρούσει με έξοχο τρόπο, πήγαν στην Αγία Αναστασία, έσπειραν τον πανικό στο προσευχόμενο εκκλησίασμα και επιχείρησαν να λιθοβολήσουν τον άγιο. Δεν μπόρεσαν όμως να του καταφέρουν το θανάσιμο χτύπημα, που θα επιθυμούσε ο Γρηγόριος ώστε να τελειωθεί λαμβάνοντας τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ύστερα από αυτή τη δοκιμασία, παραδόθηκε στη δικαιοσύνη ως κακούργος, αλλά εξήλθε νικητής και παρότρυνε κατόπιν τα εν Κυρίω τέκνα του να τους συγχωρέσουν. Η μετριοπαθής αυτή στάση, η αγάπη, η μακροθυμία και η ευθύτητα του τέλειου αυτού μαθητή του Χριστού κίνησαν εναντίον του την εχθρότητα δύο παρατάξεων: των αιρετικών που τον μισούσαν και των υπερζηλωτών ορθοδόξων που αδυνατούσαν πλήρως να κατανοήσουν το ειρηνικό πνεύμα του. 
Ενώ, χάρη στους αγώνες του, η αίρεση έμοιαζε να υποχωρεί, ο διάβολος τον υπέβαλε σε νέες δοκιμασίες στο πρόσωπο ενός κυνικού φιλοσόφου ονόματι Μαξίμου, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Αποκρύπτοντας αρχικά το δόλιο σχέδιό του, ο Μάξιμος κέρδισε την εκτίμηση του Γρηγορίου. Αποκαλύφθηκε όμως σύντομα, όταν επιχείρησε να εκλεγεί αντικανονικά επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, σπέρνοντας ταραχή και σκάνδαλο στην Εκκλησία. Πράος και καρτερικός ο άγιος Γρηγόριος, ήταν έτοιμος να αφήσει τον θρόνο του για να μην εναντιωθεί στον απατεώνα με αγώνα και μίσος· ο λαός όμως εξεγέρθηκε αυθόρμητα εναντίον του Μαξίμου και παρακάλεσε τον ποιμενάρχη του να μην εγκαταλείψει το ποίμνιο του Χριστού στους λύκους που το απειλούσαν, λέγοντάς του: «Εάν μας αφήσεις, Πάτερ, γνώριζε ότι παίρνεις μαζί σου και την Αγία Τριάδα!». Ο άγιος πείσθηκε και απηύθυνε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ο οποίος διέμενε τότε στη Θεσσαλονίκη. Ο αυτοκράτορας έδιωξε τον σφετεριστή και λίγο αργότερα εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, μετά τη νίκη του κατά των βαρβάρων (24 Νοεμβρίου 380). Την επομένη κιόλας έδιωξε τους αρειανόφρονες από τους ναούς που κατείχαν και επέβαλε την εκλογή του αγίου Γρηγορίου ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γρηγόριος, φλεγόμενος πάντα από τον πόθο της ησυχίας, αρχικά αρνήθηκε· αλλά η επιμονή και ο ενθουσιασμός του λαού τον έκανε τελικά να ενδώσει και να δεχθεί. Ωστόσο, καθώς ήταν αντικανονικά επίσκοπος άλλης έδρας, η μετάθεση του Γρηγορίου στη Βασιλεύουσα έπρεπε να επικυρωθεί από Σύνοδο. Για τον λόγο αυτό, ο Θεοδόσιος συνεκάλεσε το 381 την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία, αφού αναγνώρισε ομόφωνα την εκλογή του Γρηγορίου, καταδίκασε την αίρεση των πνευματομάχων (Μακεδονίων) και σημάδευσε έτσι το τέλος του αρειανισμού και την οριστική νίκη της Ορθοδοξίας. 
Τη χαρά για τον θρίαμβο αυτό διέκοψε όμως αμέσως κατόπιν ο θάνατος του προεδρεύοντος της Συνόδου αγίου Μελετίου, του ονομαστού επισκόπου Αντιοχείας [12 Φεβ.]. Ο Γρηγόριος επιφορτίσθηκε τότε την προεδρία των συνεδριάσεων, κατά τις οποίες έπρεπε να αποφασισθεί ο διάδοχός του στην επισκοπή αυτή, στην οποία υφίστατο επί πολλά έτη σχίσμα μεταξύ των ορθοδόξων: οι μεν ήταν οπαδοί του Μελετίου, οι άλλοι του Παυλίνου. Καθώς είχε συμφωνηθεί να αναγνωρισθεί ο επιζών ως μόνος επίσκοπος, ο άγιος Γρηγόριος υποστήριξε τον Παυλίνο, αντιμετώπισε όμως αμέσως την αντίσταση και τις συνωμοσίες των επισκόπων της ανατολής, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο να πληρώσουν έναν νεαρό αιρετικό για να τον δολοφονήσει. Τη στιγμή όμως που ορμούσε πάνω στον άγιο, ο κακούργος στάθηκε απότομα, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του Γρηγορίου και ομολόγησε τη φαύλη του πρόθεση. Ο Γρηγόριος τον σήκωσε όρθιο, τον ασπάσθηκε στοργικά και του ζήτησε να αφιερωθεί του λοιπού στον Θεό, αφού προηγουμένως απαρνηθεί την αίρεση. Άλλοι επίσκοποι, οπαδοί του Παυλίνου, κατήγγειλαν ότι η μετάθεση του Γρηγορίου από τα Σάσιμα στην Κωνσταντινούπολη έγινε κατά παράβαση των ιερών Κανόνων. Κατάκοπος από τόσες ασυμφωνίες, έριδες και διαμάχες, και με την καρδιά συντετριμμένη, βλέποντας να σπαράσσεται η Εκκλησία του Χριστού, εκείνος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει τιμές και εξουσία, ανακοίνωσε στη Σύνοδο ότι η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να συμβάλει στην ειρήνη και, εφόσον η θέση του στον επισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ήταν αιτία τόσης διαιρέσεως και διαμάχης, αυτός ήταν καθόλα έτοιμος να πέσει στην θάλασσα ως άλλος Ιωνάς, ώστε να κοπάσει η θύελλα και η ταραχή των πνευμάτων, με την προϋπόθεση όμως να διαφυλαχθεί η Ορθόδοξη Πίστη. Λέγοντας αυτά τα λόγια, αποχώρησε από τη Σύνοδο, πήγε στα ανάκτορα και παρακάλεσε τον αυτοκράτορα να δεχθεί την παραίτησή του και να αναλάβει εκείνος με την εξουσία του να αποκαταστήσει την ενότητα και την ομόνοια στην Εκκλησία. Σ’ έναν τελευταίο και συγκινητικό λόγο του, αποχαιρέτησε τον αγαπημένο του ναό, την Αγία Αναστασία, «τιμή και καύχημά» του, την Αγία Σοφία και τους άλλους ναούς της Βασιλεύουσας, τις οποίες είχε αποκαταστήσει στην αληθινή Πίστη και την καθαρότητα των ηθών, ετοιμάζοντάς τις για υπερχιλιετή δόξα. Αποχαιρέτισε τους κληρικούς, τους μοναχούς, τις παρθένους, τους πτωχούς, ακόμη και τους αιρετικούς, παρακινώντας τους μια φορά ακόμα να μεταστραφούν· αποχαιρέτησε την Ανατολή και τη Δύση, ενωμένες στο εξής εν ειρήνη, τους Φύλακες Αγγέλους της Εκκλησίας του και την Αγία Τριάδα, στην πρόνοια της Οποίας εμπιστεύθηκε το ποίμνιό του. Έφυγε κατόπιν από την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας διάδοχό του τον άγιο Νεκτάριο [11 Οκτ.], και επέστρεψε για λίγο στη Ναζιανζό, όπου επιδίωξε να χειροτονηθεί στη θέση του ένας τιτουλάριος επίσκοπος. Μετά την εκλογή του εξαδέλφου του Ευλαλίου, αποσύρθηκε στο κτήμα του στην Αριανζό, όπου εξουδενωμένος από την ασθένεια και από τις τόσες θρονικές ευθύνες τις οποίες δεν επιθύμησε ποτέ, πέρασε τα τελευταία χρόνια του βίου του στη σιωπή και την ησυχία. Όμως, ωσάν φρουρός που δεν εγκαταλείπει ποτέ τη σκοπιά του, δεν έπαυε να επαγρυπνεί από μακριά για την ορθότητα και καθαρότητα της Πίστεως, γράφοντας θεσπέσιες δογματικές επιστολές που αντέκρουαν τις νεοσύστατες αιρέσεις, παροτρύνοντας τον Νεκτάριο και τους άλλους ορθόδοξους επισκόπους να είναι πιο δίκαιοι, συμβουλεύοντας σοφά τα πνευματικά του τέκνα ώστε να φθάσουν στην τελειότητα, συνθέτοντας θαυμαστά ποιήματα σε αρχαϊκή γλώσσα. Με την καρδιά συντετριμμένη και ταπεινωμένη, αλλά με τον νου σταθερά στραμμένο και προσηλωμένο στη θεωρία των ανεξιχνίαστων μυστηρίων της Αγίας Τριάδος, ο ταπεινός αυτός δούλος του Θεού, που έγινε παρά τη θέλησή του μαχητής, παρέδωσε την αγία, ευαίσθητη και ποιητική ψυχή του στον Κύριο της Δόξης. 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Άπαντα Έργα [11 Τόμοι]
 του Ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 
 από τις εκδόσεις Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Πατερικαί Εκδόσεις «Αγ.Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη

Άπαντα Έργα [11 Τόμοι] του Ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Άπαντα Έργα [11 Τόμοι]
 του Ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 
 από τις εκδόσεις Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Πατερικαί Εκδόσεις «Αγ.Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη

Όλοι οι τόμοι σε pdf εδώ  

 



Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Η Οσία Ξένη της Αγίας Πετρουπόλεως

 
Η Οσία Ξένη της Αγίας Πετρουπόλεως 
24 Ιανουαρίου  

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ - ΕΔΩ 

Η Ξένια Γρηγόριεβνα Πετρόβα ήταν σύζυγος λαμπρού συνταγματάρχη του τσαρικού στρατού, ο οποίος ήταν επίσης και ψάλτης στα ανάκτορα. Ζούσε άνετη και κοσμική ζωή εν μέσω της αριστοκρατίας της πρωτεύουσας. 
Ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου της, όταν εκείνη δεν ήταν παρά είκοσι έξι ετών, την αναστάτωσε βαθιά και της φανέρωσε την ματαιότητα κάθε επίγειου δεσμού. Προσπάθησε έκτοτε να ελευθερωθεί από κάθε τι που την συνέδεε με τον κόσμο, ώστε να βαδίσει προς την Βασιλεί α των ουρανών μέσω της στενής και πλέον χαλεπούς οδού: εκείνης της δια Χριστόν σαλότητας. 
Η συμπεριφορά της άλλαξε ολότελα· βλέποντάς την οι συγγενείς να μοιράζει την περιουσία της σε ελεημοσύνες, νόμισαν ότι το πένθος την έκανε να χάσει τα λογικά της. 
Φορούσε την στρατιωτική στολή του συζύγου της και δεν αποκρινόταν παρά μονάχα αν της απευθύνονταν με το όνομα του μακαρίτη αξιωματικού. Χωρίς κατάλυμα, ανυπόδητη, φορώντας χειμώνα-καλοκαίρι τα ίδια κουρελιασμένα ρούχα, τριγυρνούσε στις φτωχογειτονιές, προσφέροντας τον εαυτό της με πραότητα και αγόγγυστα - κατά μίμησιν του Πάσχοντος Χριστού - στις λοιδορίες και στους εμπαιγμούς του όχλου. 
Δεχόταν ελεημοσύνη, μονάχα για να την ξαναμοιράσει την ίδια στιγμή στους πτωχούς, έτρωγε που και που, όταν επισκεπτόταν καμιά γνωστή της οικογένειας, και πήγαινε να περάσει την νύχτα σ’ ένα χωράφι έξω από την πόλη, όπου προσευχόταν γονατιστή ως την ανατολή. 
Οι ευσεβείς παρατήρησαν σιγά-σιγά ότι η παράξενη συμπεριφορά της έκρυβε άγια βιοτή, ότι τα αινιγματικά και μεταφορικά της λόγια δεν στερούνταν σοφίας και ότι συχνά πίσω από αυτά προλέγονταν μέλλοντα γεγονότα. 
Η ευλογία του Θεού την συνόδευε όπου κι αν πήγαινε. Όταν έμπαινε σε ένα μαγαζί, η είσπραξη της ημέρας αυξανόταν σημαντικά. Όταν ένας αμαξάς την ανέβαζε στην άμαξα, πλήθαιναν οι πελάτες του. Όταν αγκάλιαζε ένα άρρωστο παιδί, εκείνο σύντομα θεραπευόταν. Ο οίκτος που της έδειχναν μεταμορφώθηκε σύντομα σε ευλάβεια όλων των κατοίκων της πόλεως, της οποίας κατέστη αληθινός φύλακας άγγελος. 
Αφού έφερε τον σταυρό της εκούσιας σαλότητας για την αγάπη του Χριστού επί σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια, η οσία Ξένη εκοιμήθη εν Κυρίω σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών (μεταξύ 1794 και 1806). 
Ο τάφος της κατέστη αμέσως αντικείμενο τιμής και ευλάβειας και σύντομα αποτέλεσε τόπο προσκυνήματος. Θαύματα, ιάσεις, προφητείες, φανερώσεις της αγίας δεν έπαυσαν εδώ και δυo αιώνες να επιτελούνται παρά τον τάφο της, πηγή ζωής και ευλογίας. 
Ο λαός συνωστιζόταν προσευχόμενος για να δεχθεί την πανσθενουργό αρωγή τής παρρησίας της αγίας, η οποία τιμάται ως προστάτιδα της Πετρούπολης, παίρνοντας ο καθένας λίγο χώμα από τον τάφο της και λίγο λάδι από την ακοίμητη κανδήλα. 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Όσιος Μαϋσιμάς ο Σύρος



Όσιος Μαϋσιμάς ο Σύρος
 23 Ιανουαρίου

Γλώσσαις λαλῶν πρὶν Μαϋσιμᾶς τῶν Σύρων,
Γλώσσαις, λαλεῖ νῦν, Ἀγγέλων πρὸς Ἀγγέλους.

Οι γραμματικές γνώσεις του Οσίου ήταν μέτριες. Διακρίθηκε όμως, για την πολύ ενάρετη ζωή του. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μάλλον άσχημη. Και όμως, ενώ ο ίδιος ντυνόταν με παλιά φορέματα, τα φιλάνθρωπο έργα του ήταν πλούσια και αμέτρητα. Το κελί του έμενε πάντοτε ανοικτό για τους φτωχούς και τους ξένους, εφοδιαζόμενος δε με σιτάρι και λάδι, μοίραζε σ' όσους απ' αυτούς είχαν ανάγκη. Όταν κάποτε πληροφορήθηκε ότι ο άρχοντας της κωμοπόλεώς τους καταπίεζε τους γεωργούς, δεν δίστασε να παρουσιασθεί μπροστά στον υπερήφανο και λαμπροφορεμένο εκείνο εγωιστή με τα φτωχικά του ρούχα, και να του δώσει μαθήματα δικαιοσύνης και ευγενείας. Έτσι με τέτοιες άγιες ασχολίες τελείωσε τη θεοφιλή ζωή του. Η μνήμη του επαναλαμβάνεται και στις 13 Φεβρουαρίου σαν Όσιος Μαϋουμάς ή Μαϊουμάς.

Όσιος Σαλαμάνης ο Ησυχαστής.


Όσιος Σαλαμάνης ο Ησυχαστής. 
 23 Ιανουαρίου.

Οἴχῃ χαμερποῦς καὶ χαμαιζήλου βίου,
Ὑψηλὲ πράξει καὶ λόγῳ Σαλαμάνη.

Ο Όσιος Σαλαμάνης καταγόταν από μια κωμόπολη, που ήταν χτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Ευφράτη και ονομαζόταν Καπερσανά. Επειδή αγάπησε την ερημική ζωή, ακολούθησε την οδό της μοναχικής πολιτείας και έστησε το κελί του κοντά στον ποταμό Ευφράτη. 
Ο Επίσκοπος της πόλεως, που πληροφορήθηκε την αρετή του Οσίου, πήγε ο ίδιος να τον συναντήσει, για να τον πείσει να δεχθεί την ιεροσύνη, αλλά εκείνος αρνήθηκε και αρκέστηκε στην ησυχία, την προσευχή και την μελέτη του θείου λόγου. Έτσι παρηγορούσε κατά Θεόν και οδηγούσε τις ψυχές των ανθρώπων στον Χριστό. 
Στο Συναξάρι αναφέρεται ότι μια φορά πήγαν εκεί οι άνθρωποι από την κωμόπολη της καταγωγής του, που τον ήθελαν κοντά τους και χωρίς εκείνος να αντισταθεί ή να συγκατατεθεί, τον ήραν και τον έφεραν στην κωμόπολή τους, όπου έκτισαν ένα κελί και τον έκλεισαν εκεί. Και στο κελί αυτό ο Όσιος διέμενε με ησυχία και προσευχή. Ύστερα όμως από λίγες ημέρες έφθασαν εκεί νύχτα άνθρωποι από την αντίπερα κωμόπολη, που πήραν τον Όσιο και τον μετέφεραν στην δική τους κωμόπολη. Εκείνος ούτε αντίρρηση έφερε, ούτε κατέβαλε προσπάθεια να μην τον πάρουν, ούτε, πάλι, έδωσε την συγκατάθεσή του για την πράξη αυτή. 
Έτσι, λοιπόν, ο Όσιος Σαλαμάνης κατέστησε τον εαυτό του τελείως νεκρό στην παρούσα ζωή και αγωνιζόταν μόνο να τηρήσει το θέλημα του Θεού, ο Οποίος τόσο αγάπησε τον άνθρωπο και παρέδωκε τον εαυτό Του για τη σωτηρία του. 
Έτσι έζησε θεοφιλώς ο Όσιος Σαλαμάνης και κοιμήθηκε με ειρήνη.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ [12 ΤΟΜΟΙ] ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ


ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ [12 ΤΟΜΟΙ]
ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ

Τόμος 14 - Εδώ
Τόμος 14Α - Εδώ
Τόμος 14Β - Εδώ
Τόμος 14Γ - Εδώ
 Τόμος 14Δ - Εδώ
Τόμος 14Ε - Εδώ
Τόμος 14ΣΤ - Εδώ
 Τόμος 15Α - Εδώ
 Τόμος 15Β - Εδώ
 Τόμος 15Γ -Εδώ
 Τόμος 15Δ - Εδώ
 Τόμος 15Ε - Εδώ

Προτεινόμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων που είναι σε μορφή djvu  είναι το sumatrapdfreader

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ 
(ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ)

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ο άγιος Θεόδωρος (Κούζμιτς) του Τομσκ


20 Ιανουαρίου 
Ο άγιος Θεόδωρος (Κούζμιτς) του Τομσκ 
Το φθινόπωρο του 1836 ένας ξένος, που έμοιαζε πτωχός προσκυνητής ή περιπλανώμενος, συνελήφθη από την αστυνομία της Κρασνουφίμσκ στην διοικητική περιφέρεια του Περμ. Ο άνθρωπος, που δεν είχε άδεια μετακίνησης στο εσωτερικό της χώρας, δήλωσε ότι ονομάζεται Θεόδωρος Κούζμιτς, αρνήθηκε όμως να δώσει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία για την ταυτότητά του. 
Το ευγενικό παρουσιαστικό ενέπνευσε την συμπάθεια των αστυνομικών που αρκέστηκαν να τον στείλουν με αστυνομική συνοδεία στην Ζέρκαλυ, στην διοικητική περιφέρεια του Τομσκ στην Σιβηρία. Ο Θεόδωρος εγκαταστάθηκε κοντά σε ένα αποστακτήριο και διήγε ασκητικό βίο ως το 1842. Μεταφέρθηκε τότε στο κοζάκικο χωριό Μπελοζάρσκ, όπου ένας εύπορος κοζάκος του έκτισε ένα κελλί. Ύστερα από λίγο καιρό ξαναγύρισε στην Ζέρκαλυ, στο κατάλυμα ενός εξόριστου, και αργότερα σε κελλί που του έφτιαξαν οι κάτοικοι του χωριού. 
Στο διάστημα αυτό ο ασκητής, που απέπνεε μια αριστοκρατικότητα, κατέστη πολύ αγαπητός. Ζούσε πολύ ταπεινά μη έχοντας στο κελλί του παρά ένα κρεβάτι, δυο-τρεις καρέκλες, ένα τραπέζι και μερικά εκκλησιαστικά βιβλία. Δεν έτρωγε παρά μονάχα ψωμί και νερό και όλο τον ελεύθερο χρόνο του προσευχόταν. Καθώς του απέδιδαν το διορατικό χάρισμα, πολλοί χριστιανοί προσέρχονταν σ’ αυτόν για να τον συμβουλευτούν. Τους δίδασκε απλά και καθαρά τις ευαγγελικές αρχές, χρησιμοποιώντας αλληγορίες και παραδείγματα από την καθημερινή ζωή και μάθαινε τα παιδιά γραφή και ανάγνωση, εμφυσώντας τους την αγάπη για τις ευαγγελικές αρετές. Αυτή όμως η φήμη προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση ορισμένων κληρικών. Άλλοι διατύπωναν υποψίες ότι είναι αιρετικός, άλλοι ότι είναι δαιμονισμένος και άλλοι ότι πρόκειται για επίσκοπο που κρύβεται. Η περιοχή ολόκληρη πάντως μιλούσε γι’ αυτόν. 
Το 1857 γνωρίστηκε με τον Σεμέν Φεοφάνοβιτς Χρομώφ, πλούσιο έμπορο του Τομσκ, που τον κάλεσε να έλθει να ζήσει στην κατοικία του και έκτισε γι’ αυτόν ένα κελλί τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη. Το 1859 αρρώστησε βαριά και ύστερα από θερμή παράκληση του ευεργέτη του τού αποκάλυψε την αληθινή του ταυτότητα. Μόλις ανάρρωσε, ξανάρχισε την ασκητική βιοτή, καθώς όμως επισκεπτόταν έναν παλιό του φίλο στο χωριό Μπελοζάρσκ, ασθένησε εκ νέου, τον έφεραν στην Τομσκ και εκοιμήθη εκεί στις 20 Ιανουαρίου 1864. Το 1904 οικοδόμησαν παρεκκλήσιο στον τάφο του, ο οποίος είχε γίνει τόπος προσκυνήματος και πηγή θαυμάτων για τους πιστούς της περιοχής. 
Μετά τον θάνατό του, αποκαλύφθηκε ότι ο γέροντας δεχόταν κρυφά επισκέψεις υψηλά ισταμένων προσώπων της Αυλής και διατηρούσε αλληλογραφία με την Αγία Πετρούπολη και το Κίεβο. Το 1866 ο έμπορος Χρομώφ παρέδωσε στον αυτοκράτορα Αλέξανδρο Β’ έγγραφα που είχε φυλαγμένα ο στάρετς της Τομσκ. Έτσι διαδόθηκε η φήμη ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ δεν είχε πεθάνει όπως νόμιζαν στην Κριμαία το 1825, * αλλά ότι είχε λάβει την ευλογία του Μητροπολίτη Φιλάρετου να ζήσει ως ασκητής, ότι είχε επισκεφθεί τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, και ότι μετά την κοίμηση του αγίου μετέβη στο Κρασνουφίμσκ και παρουσιάστηκε ως ο μυστηριώδης Θεόδωρος. Οι πληροφορίες αυτές όμως ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν με ακρίβεια. 
* Πράγματι, ο τσάρος πέθανε μέσα σε μυστήριες περιστάσεις και η σορός, που μεταφέρθηκε στην Κριμαία δυο μήνες μετά τον θάνατό του, δεν αναγνωρίσθηκε ως εκείνη του τσάρου.

Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος)
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Δημοφιλείς αναρτήσεις