Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019


195. Όταν θέλεις να βρεις λύση σε πρόβλημα περίπλοκο, ψάξε γι’ αυτό, τι αρέσει στο Θεό, και θα βρεις την λύση του την ωφέλιμη.
 Άγιος Μάρκος ο Ασκητής

Κάθε ορμή της επιθυμίας για το καλό συνοδεύεται, ήδη στο ξεκίνημα της κίνησής της, από ζήλο πυρωμένο σαν κάρβουνα αναμμένα.


ΛΟΓΟΣ ΙΖ  
Με ποια μέσα συντηρείται ή μυστική εγρήγορση της ψυχής. Πώς εισβάλλουν στην διάνοια ό ύπνος και ή ψυχρότητα, πού σβήνουν την άγια θέρμη της ψυχής και απονεκρώνουν την θεία επιθυμία της για πνευματικές και ουράνιες απολαύσεις.


Ο Εχθρός δεν έχει καμιά δυνατότητα να εμποδίσει όσους επιθυμούν το καλό, εκτός κι αν αυτοί οι ίδιοι δώσουν την ευκαιρία στην πολυμήχανη κακία του. Κάθε ορμή της επιθυμίας για το καλό συνοδεύεται, ήδη στο ξεκίνημα της κίνησής της, από ζήλο πυρωμένο σαν κάρβουνα αναμμένα. Αυτός ο ζήλος έχει την ιδιότητα να περιτειχίζει την ορμή της επιθυμίας, διώχνοντας μακριά της κάθε ενδεχόμενο εμπόδιο. Γιατί κατέχει μεγάλη δύναμη και μιαν άρρητη ισχύ, που μ' αυτήν οχυρώνει την ψυχή, ώστε να μην εξασθενεί ούτε να κλονίζεται από τις εφόδους των κάθε είδους δυσκολιών.

Η αρχική ορμή της ψυχής οφείλεται στην δύναμη της άγιας επιθυμίας. Η επιθυμία αυτή ανήκει στην ίδια την φύση της ψυχής, αφού κινητοποιείται από την θυμική δύναμη, η οποία ενυπάρχει φυσικά στην ψυχή. Η θυμική δύναμη έχει τοποθετηθεί εκεί φύσει από τον Θεό, για να περιφρουρεί τα όρια της φύσεως και να χρησιμοποιεί την δύναμή της ώστε να εκπληρώσει τον φυσικό πόθο της ψυχής, δηλαδή την αρετή. Χωρίς αυτήν, η αρετή δεν μπορεί να καλλιεργηθεί. Αυτή η δύναμη, λοιπόν, καλείται ζήλος.

Αυτή είναι που δίνει τον ζήλο στον άνθρωπο, παρακινώντας τον, φλογίζοντας τον, και κάποτε ενδυναμώνοντας τον ώστε να καταφρονήσει το σώμα και να μπορέσει να παραδώσει γεμάτος πεποίθηση τον εαυτό του στον θάνατο, μέσα σε τρομερούς πειρασμούς και βάσανα. Αυτή τον ενισχύει ώστε να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του Αποστάτη, για να εκπληρωθεί αυτό που τόσο πολύ αγαπά η ψυχή.

Ένας άνθρωπος που έχει ενδυθεί τον Χριστό ονομάζει, κάπου στα κείμενά του, τον ζήλο αυτό «σκύλο» και «φύλακα του νόμου του Θεού», που είναι η αρετή. Η αρετή είναι η εκπλήρωση των νόμων του Θεού.

Για δύο λόγους εδραιώνεται αυτή η δύναμη του ζήλου, αφυπνίζεται και φλογίζεται ώστε να φρουρεί το σπίτι, και για δύο λόγους πάλι εξασθενεί, αποναρκώνεται και εξαλείφεται από την αμέλεια. Ο πρώτος λόγος της αφύπνισης και της έξαψης της είναι ο φόβος, που μπορεί να νιώσει κανείς για την αρετή που απέκτησε η γι' αυτήν που πρόκειται να αποκτήσει, στην περίπτωση που θα κλαπεί η θα καταστραφεί από κάποιο τυχαίο συμβάν. Ο φόβος αυτός ενεργοποιείται από την θεία Πρόνοια σε όλους τους αληθινούς καλλιεργητές της αρετής, ώστε να επαγρυπνεί η ψυχή με ζήλο διαρκή, και να μην αποκοιμηθεί.

Όταν λοιπόν ο φόβος, αυτός ο σκύλος, όπως λέγει ο Ευάγριος, κινητοποιηθεί μέσα στην ανθρώπινη φύση, θα είναι η μέρα και νύχτα φλογερός, σαν πυρωμένος κλίβανος, και θα την αφυπνίζει. Σαν το Χερουβείμ, είναι άγρυπνος διαρκώς και κοιτάζει ολόγυρά του. Θα έλεγε κανείς πως, κι ένα πουλί να περνούσε από κοντά του, αυτός θα ορθωνόταν και θα γαύγιζε με απερίγραπτη αγριότητα.

Όμως, ο φόβος υπέρ του σώματος είναι σατανικός. 'Όποιος έχει τέτοιον φόβο, έχει αμφιβολίες στην πίστη του για την Πρόνοια του Θεού. Έχει λησμονήσει πως ο Θεός μεριμνά γι' αυτούς που μεριμνούν για την αρετή, και φροντίζει πάντοτε για ο, τι τους αφορά.

Όπως είπε το Άγιο Πνεύμα δια στόματος του Προφήτη, «ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν.», και «τὸ ὄνομα κυρίου τῶν φοβουμένων αὐτόν». Και αλλού λέγει ο Προφήτης, απευθυνόμενος τρόπον τινά εκ μέρους του Θεού σ' όσους καλλιεργούν την αρετή, «οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου. ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου· ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου·».

Επομένως, ο φόβος για την σωτηρία της ψυχής, για την περίπτωση που συμβεί στην αρετή κάποιο δυστύχημα και κλαπεί η ζημιωθεί με οποιονδήποτε τρόπο, είναι ένας Λογισμός ενάρετος και θείος. Η αγωνία αυτή και ο φόβος της ψυχής, ο τρόμος που βασανίζει τον νου με ανησυχία, προέρχονται από την Πρόνοια του Θεού.

Η δεύτερη αιτία της ισχύος και της έξαψης του ζήλου, που ο Ευάγριος τον παρομοιάζει με σκύλο, είναι ο αυξανόμενος πόθος της ψυχής για αρετή. Όσο μεγαλύτερη είναι η επιθυμία της ψυχής γι' αυτό που αγαπά, όσο ισχυρότερος είναι αυτός ο θείος λογισμός, τόσο περισσότερο διεγείρεται ο φυσικός ζήλος.

Η άμβλυνση και η ελάττωση της επιθυμίας της ψυχής είναι η πρώτη αιτία της χαύνωσης και της ύπνωσης. Η δεύτερη είναι η είσοδος και η εγκατοίκηση κάποιου λογισμού αυτοπεποίθησης στην ψυχή του ανθρώπου, ο όποιος φαντάζεται τότε συχνά, πλήρης πεποιθήσεως, πως δεν υπάρχει τίποτε επιβλαβές, τίποτε που να πρέπει να φοβάται. Την ίδια αυτή στιγμή πετά μακριά του την πανοπλία του ζήλου και γίνεται σαν σπίτι αφρούρητο, όπου ο σκύλος έχει εγκαταλείψει την σκοπιά του και κοιμάται.

Αυτός ο λογισμός είναι η αιτία, που οι περισσότερες πνευματικές οικίες λεηλατούνται, δηλαδή αμαυρώνεται η καθαρότητα της φλόγας της άγιας γνώσης μέσα στην ψυχή. Και για ποιόν λόγο αμαυρώνεται, αν όχι επειδή κάποιος λεπτεπίλεπτος λογισμός κενοδοξίας εισέρπει στην ψυχή του ασκητή, η επειδή αυτός έχει την τάση να μεριμνά υπερβολικά για τα του σώματος, η έχει συχνές συναντήσεις με τον κόσμο;

Όταν ο αγωνιστής συναινεί σε συναντήσεις με τον κόσμο, και ιδίως με γυναίκα, η ψυχή του αμέσως ατονεί. Αλλά κι αν συναντήσει πολλούς ανθρώπους, η ψυχή πειράζεται αναπόφευκτα από την κενοδοξία. Εν συντομία, όποτε ο πηδαλιούχος νους συναντά τον κόσμο, μοιάζει με κυβερνήτη που, ενώ ταξιδεύει ήρεμα στην θάλασσα, με ούριο άνεμο να τον φυσά προς το λιμάνι, πέφτει έξαιφνης σε ύφαλο.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ, Ασκητικά Τόμος Β3 
Λόγοι ΙΒ΄-ΜΑ΄σελ,48-52 





Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ ( †13 Αυγούστου)




Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ ( †13 Αυγούστου)

Ο Άγιος Τύχων γεννήθηκε το 1724 από φτωχούς γονείς στο χωριό Κορέτζκ της επισκοπής του Νόβγκοροντ. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, πήγε να δουλέψει σε κάποιους χωρικούς για να βγάζει ίσα-ίσα το ψωμί του. Σπούδασε στην Εκκλησιαστική Σχολή και κα­τόπιν στο Ιεροδιδασκαλείο του Νόβγκοροντ, όπου έγινε καθηγητής ρητο­ρικής, μόλις πήρε το δίπλωμά του. Είχε το αίσθημα της διαρκούς παρουσίας του Θεού και του άρεσε να διαβάζει ή να μελετά νύχτες ολόκληρες. Κάποτε όταν αγρυπνούσε, καθώς σκεφτόταν την αιώνια μακαριότητα, άνοιξε ξαφνικά ο ουρανός και ένα άφατο φως άστραψε μπροστά του δημιουργώντας μέσα του φλογερό πόθο για την μοναχική ζωή και την προσευχή. Μετά από τέσσερα χρόνια (1758) εκάρη μοναχός με το όνομα Τύχων και αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, την ίδια χρονιά, του εμπιστεύθηκαν την διεύθυνση του Ιεροδιδασκαλείου του Τβερ.

Αν και επιθυμούσε να ζήσει ως μοναχός έγινε επίσκοπος σε ηλικία 37 ετών (1761) και σύντομα έγινε επίσκοπος του Βορονέζ, μία επισκοπή με τεράστια προ­βλήματα. Φρόντισε να ανεβάσει το πολιτιστικό επίπεδο και το ηθικό φρόνημα του κλήρου. Επισκεπτόταν τις ενορίες, δίδασκε ακούραστα, γραπτά και προφορικά τις αλήθειες του Ευαγγελίου που συνέδεε πάντα με το πρό­σωπο του Χριστού. Ήταν πολύ πράος και ταπεινός   και όταν θεωρούσε πως είχε πληγώσει κάποιον ζητούσε αμέσως συγχώρεση γονατίζοντας στη γη. Με την αγάπη και τον ζήλο που τον διέκρινε, δεν έκανε οικονομία στις φυσικές του δυνάμεις και μετά από πέντε χρό­νια αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από το αξίωμά του για λό­γους υγείας (1768). Αποσύρθηκε στο ταπεινό μοναστήρι του Ζαντόνσκ όπου πέρασε τον υπόλοιπο βίο του με θεάρεστη άσκηση.

Στο κελλί του αντί για κρεβάτι είχε ένα κι­λίμι στρωμένο στη γη και δύο μαξιλάρια, και σκεπαζόταν με μία προ­βιά. Είχε μερικές εικόνες στον τοίχο, ένα τραπέζι, μία καρέκλα και με­ρικά βιβλία. Φορούσε ένα τραχύ μάλλινο ράσο και υποδήματα από πλεγμένο φλοιό και την σύνταξή του την μοίραζε στους φτωχούς. Η πόρτα του ήταν ανοιχτή σε όλους  που έβρισκαν κοντά στον άγιο επίσκοπο τροφή, ρούχα και πνευματικούς λόγους παραμυθίας. Έβγαινε μόνο για να παρευρεθεί στην θεία Λει­τουργία, ψάλλοντας με τους μοναχούς στον χορό, αλλά ποτέ δεν τελούσε ο ίδιος την Λειτουργία. Κοινωνούσε πάντα με δάκρυα στα μάτια. Μετά ασχολούνταν με τη συγγραφή των θεολογικών και ηθικών έργων του. Προικισμένος με εξαιρετική μνήμη, εμπλούτιζε τις ερμηνείες του με πλήθος παραθεμάτων από τις Γραφές, τους αγίους Πατέρες και τους Βίους των αγίων. Όταν υπαγόρευε τα έργα του, οι λόγοι του, εμπνευσμένοι από το άγιο Πνεύμα, κυλούσαν από το στόμια του με τόση γρηγοράδα που ο γραμματέας του δεν προλά­βαινε να τα καταγράψει. Τη νύχτα αφοσιωνόταν στην προσευχή και τις μετάνοιες μέχρι το πρωί. Μία νύχτα εμφανίσθηκε σ’ αυτόν ο Χριστός, ματωμένος και γεμάτος πληγές, και ο άγιος έπεσε στα πόδια Του για να τα προσκυνήσει φωνάζοντας: «Εσύ, εσύ Σωτήρ μου, να έρχεσαι σε μένα!»

Μιαν άλλη νύχτα, ενώ έκανε όπως συνήθιζε τον γύρο του ναού γο­νατίζοντας μπροστά σε κάθε πόρτα και ευχαριστώντας τον Θεό με δά­κρυα, στράφηκε προς το ιερό και είδε από τους ουρανούς να ξεχύνεται ένα λαμπρό φως που καταύγασε όλο το μοναστήρι και άκουσε μία φωνή να λέει: «Ιδού τα αγαθά που έχουν ετοιμασθεί για εκείνους που αγαπούν τον Θεό». Μια άλλη φορά, είδε την Θεο­τόκο ένθρονη πάνω από τα σύννεφα μαζί με τους αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο στο πλευρό της. Γονατίζοντας ο άγιος της ζήτησε τότε να μεσιτεύσει για να συνεχίσει ο Θεός να δίνει την χάρη του σε όλο τον κόσμο.

Από το 1779, ο άγιος Τύχων έγινε τελείως έγκλειστος: δεν δεχό­ταν πια επισκέπτες, σπανίως μιλούσε σε αυτούς που τον υπη­ρετούσαν στο κελλί του, δεν πήγαινε πια στον ναό και έβγαινε μόνο τις εορτές για να επισκεφθεί τους φυλακισμένους. Στην απομόνωση αυτή διαλογιζόταν τον θάνατο μπροστά στο φέρετρο που είχε ετοιμάσει. Πέρασε έτσι τέσ­σερα χρόνια μέχρι την ημέρα όπου ύστερα από ένα όραμα προσβλήθηκε από ημιπληγία και υποχρεώθηκε να μένει κατάκοιτος. Νιώθοντας τις δυ­νάμεις του να εξαντλούνται, τρεις ημέρες πριν την εκδημία του, συγκέν­τρωσε τους κοντινούς του ανθρώπους Κάι ευεργέτες του και τους είπε δεί­χνοντας τον Σταυρό: «Δέομαι στον Κύριο για όλους σας». Ήσαν τα τελευταία λόγια του και τρεις ημέρες αργότερα κοιμήθηκε εν Κυρίω σε ηλικία πενήντα εννέα ετών.

Η τιμή του άρχισε αμέσως μετά την τελευτή του και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την ρωσική γη. Αναγνωρίσθηκε επισήμως από την Εκκλη­σία την ημέρα της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του, παρουσία πολλών χιλιάδων πιστών, στις 25 Αυγούστου 1861.

Αββάς Δωρόθεος: προσπάθεια, α-προσπάθεια, α-πάθεια

ο βίος του αγίου εδώ  

ν λοιπὸν θέλουμε ν' ἁπαλλαγοῦμε τέλεια καὶ να ἐλευθερωθοῦμε, ἂς μάθουμε να κόβουμε τὰ θελήματα μας, καὶ ἔτσι προκόβοντας λίγο - λίγο, μὲ τῇ Χαρῇ τοῦ Θεοῦ, θὰ φτάσουμε στην «ἀπροσπάθεια». Γιατὶ τίποτα δεν ὠφελεῖ τόσο τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸ να κόψουν τὸ θέλημα τούς. Πραγματικά, προοδεύει κανεὶς ἀπ' αὐτὸ τὸ πρᾶγμα σχεδὸν περισσότερο ἀπ' ὄσο με ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετή. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος ποῦ περπατάει στο δρόμο καὶ βρίσκει ἕνα μονοπάτι καὶ τὸ ἀκολουθεῖ, μ' ἐκεῖνο τὸ μονοπάτι κερδίζει πολὺ μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸ δρόμο, τὸ 'ἴδιο συμβαίνει καὶ μ' αὐτὸν ποῦ ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς «ἐκκοπὴς τοῦ θελήματος». Γιατί με τὸ να κόβει κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ, ἀποκτᾷ τὴν «ἀπροσπάθεια» καὶ ἀπὸ τὴν «ἀπροσπάθεια» ἔρχεται, μὲ τῇ Χαρῇ τοῦ Θεοῦ, σὲ τέλεια «ἀπάθεια». Μπορεῖ δὲ σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα να κόψει κανεὶς δέκα θελήματα, καὶ σᾶς λεὼ πῶς: Κάνει ἕνα μικρὸ περιπατο καὶ βλέπει κάτι, καὶ τοῦ λέει ὁ λογισμός: «Κοίταξε ἐκεῖ», καὶ λέει στο λογισμό: «Ὄχι δεν κοιτάζω καθόλου», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν προσέχει. Πάλι συναντάει μερικοὺς ποῦ κουβεντιάζουν, καὶ τοῦ λέει ὃ λογισμός: «Πες καὶ σὺ αὐτό», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν τὸ λέει. Πάλι τοῦ λέει ὁ λογισμός: «Πήγαινε καὶ ῥώτησε τὸ μάγειρά τι μαγειρεύει», καὶ δεν πάει, ἀλλὰ κόβει τὸ θέλημά του. Βλέπει κάτι καὶ τοῦ λέει ὃ λογισμός: «Ῥώτησε ποῖος τὸ ἔφερε», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν ῥωτάει. Καὶ ἔτσι κόβοντας συχνὰ - πυκνὰ τὸ θέλημά του, συνηθίζει να τὸ κόβει καὶ ἀρχιζοντας ἀπὸ τὰ μικρὰ φτάνει να κόβει με ἄνεση καὶ χαρὰ καὶ τὰ μεγάλα. Ἔτσι καταλήγει να μὴν ἔχει καθόλου θέλημα, ἀλλὰ ὀτιδήποτε συμβεῖ τὸν ἀναπαύει, σὰν να γίνεταί με τὸ θέλημά του. Καὶ χωρὶς να θέλει ὃ 'ἴδιος να κάνει τὸ θέλημά του βρίσκεται πάντοτε να τὸ κάνει. Γιατὶ για ὁποῖον δεν ἔχει δικὸ τοῦ θέλημα, καθετὶ ποῦ γίνεται εἶναι καὶ δικὸ τοῦ. Καὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο φτάνει, ὅπως εἴπαμε, να μὴν ἔχει «προσπάθεια» καὶ ἀπὸ τὴν «ἀπροσπάθεια» ἔρχεται στην «ἀπάθεια».

 

ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ, έργα ασκητικά,
Εκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
σελ 101- 103 Α΄ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ


Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

Τῇ ΙΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Φωτίου καὶ Ἀνικήτου.


Πῦρ Ἀνίκητον συμφλέγει τῷ Φωτίῳ, 
Οὓς φωτὸς οἶκος ὡς ἀνικήτους φέρει. 
Πῦρ κατὰ δωδεκάτην κτάνε Φώτιον ἠδ' Ἀνίκητον.

Ὁ Φώτιος ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀνίκητου. Κατάγονταν καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ τὴν Νικομήδεια. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς θέλησε νὰ κινήσει διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, μίλησε μπροστὰ στὴ Σύγκλητο μὲ τοὺς πιὸ ὑβριστικοὺς λόγους ἐναντίον τους. Ἐκεῖ ἦταν παρὼν καὶ ὁ Ἀνίκητος, ποὺ ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια του βασιλιᾶ, ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ σηκώθηκε μὲ θάρρος, δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ εἶπε στὸ Διοκλητιανό: «Πλανᾶσαι, βασιλιά, ἂν νομίζεις ὅτι μὲ τὰ μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν θὰ πετύχεις τοὺς ἀσεβεῖς σκοπούς σου. Μάθε ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν σήμερα τὴν ὑγιέστερη μερίδα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ θὰ ἦταν ἀνόητοι καὶ ἀναίσθητοι ἂν πίστευαν στὰ εἴδωλα. Γι᾿ αὐτὸ ὅποια μέτρα καὶ ἂν πάρεις ἐναντίον τους, στὸ τέλος ζημιωμένος θὰ εἶσαι ἐσύ, ἐνῷ αὐτοὶ ἔνδοξοι μάρτυρες». Ὁ Διοκλητιανός, προσβεβλημένος ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀνίκητου, διέταξε καὶ τὸν ἔριξαν τροφὴ σὲ ἕνα τρομερὸ λιοντάρι. Ἀλλὰ τὸ λιοντάρι σταμάτησε τὴν ἄγρια ὁρμή του καὶ ἡμέρεψε σὰν πρόβατο. Τότε ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ συνετρίβησαν πολλὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα. Κατόπιν τὸν ἔβαλαν σὲ τροχὸ μὲ ἀναμμένη φωτιὰ ἀπὸ κάτω. Ἀλλ᾿ ὢ τοῦ θαύματος, ὁ τροχὸς σταμάτησε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε. Τότε ἔτρεξε καὶ τὸν ἀγκάλιασε ὁ ἀνεψιός του Φώτιος. Μόλις εἶδαν αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες, ἔδεσαν καὶ τοὺς δυὸ μέσα στὸ λεγόμενο λουτρὸ τοῦ Ἀντωνίου. Καὶ ἀφοῦ ὑπερθέρμαναν τὸ νερό, παρέδωσαν καὶ οἱ δυὸ ἔνδοξα τὸ πνεῦμα τους.

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Γράμματα στη Ρωσία - Η συγχρονη εκκλησιαστική ζωή.




Η συγχρονη εκκλησιαστική ζωή. 
το άρθρο "Η ενότητ της Εκκλησίας". Η αμοιβαία σχέση 
του γενικού και του μερικού στην εκκλησιαστική ζωή
The Old Rectory

24 Αύγουστου 1973

Αγαπητή μου Μαρία,

Ειρήνη σ' εσένα.

Μου έλεγες ότι όλους σας ενδιαφέρει να μάθετε πώς βλέπω τη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή, τα πιο επίκαιρα προβλήματα των ήμερων μας. Για να απαντήσω στο αίτη­μα σου, σχεδιάζω να εκθέσω μερικές βασικές ιδέες πού διατύπωσα ήδη το 1950...

Στη νέα σύνταξη του άρθρου μου στα γαλλικά [1] ανα­πτύσσω λίγο περισσότερο και θεμελιώνω εκείνες τις από­ψεις πού βρίσκουν διαρκώς μεγαλύτερη επικαιρότητα. Βλέπουμε ότι τα προβλήματα της ενότητος όλου του χρι­στιανικού κόσμου ολοένα και περισσότερο συναρπάζουν τους κλάδους του ιστορικού Χριστιανισμού, και σε σχέση με αυτό έρχεται στο προσκήνιο το ερώτημα για την αρχή εκείνη πού πρέπει να τεθεί ως βάση της καθολικής ενότητος. Υπάρχουν τρία βασικά ρεύματα. Το πρώτο: Ό «Οι­κουμενισμός», το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, πού ιδρύθηκε από τον Προτεσταντισμό με περιορισμένες απαιτήσεις στον χώρο του δόγματος και των μυστηρίων. Το δεύτερο: Ό Ρωμαιοκαθολικισμός, ο «Καθολικισμός» με μοναδική κεφαλή, ενδεδυμένη με όλο το πλήρωμα της εξουσίας, με το δόγμα του αλάθητου του Πάπα. Το τρίτο: Ή Ορθοδοξία, με τη συνοδικότητα της και την αναγνώρι­ση της Ισοτιμίας των τοπικών εκκλησιών... Φυσικά το τε­λευταίο το θεωρώ αποκλειστικά ορθό. Οι λόγοι του Κυρί­ου, «ωσιν εν καθώς Ημείς...»(Ιωάν.19,21.) υποδεικνύουν ότι άλλη αρχή ενότητος από εκείνη πού έχουμε στην Αποκάλυψη για την εικόνα της Ενότητος της Αγίας Τριάδος δεν μπο­ρεί να υπάρξει.

Το Όν είναι ενιαίο. Συνεπώς και ή δογματική διδα­σκαλία γι' αυτό πρέπει να είναι "ενιαία". Είναι αδύνατο να λύσουμε σωστά το πρόβλημα για την ενότητα της Εκκλησίας, χωρίς να έχουμε λύσει σωστά τα άλλα δογμα­τικά προβλήματα. Έτσι, το δόγμα για την Αγία Τριάδα, και κατά συνέπεια για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύμα­τος, έχει θεμελιώδη σπουδαιότητα για την Εκκλησιολο­γία. Στο άρθρο μου προσπαθώ να δείξω ότι στην ορθόδο­ξη δογματική συνείδηση δεν υπάρχει ρήγμα ανάμεσα στην Ουσία-Φύση και τις Υποστάσεις. Και ή Ουσία και ή Υπό­σταση ταυτίζονται απολύτως, χωρίς ωστόσο να ανάγο­νται ή μία στην άλλη. Ή "ταύτιση" αυτή ή η "ισορροπία" μεταξύ Προσώπου και Φύσεως έχουν χαθεί στην προο­πτική του Filioque του Ρωμαιοκαθολικισμού, διότι εκεί αναγνωρίζεται ή οντολογική πρόταξη και υπεροχή της Φύσεως, ενώ οι υποστάσεις θεωρούνται ως σχέσεις διαφο­ροποιήσεως μέσα στη μία ουσία.. Κατά το μέτρο πού δίδε­ται στην φύση οντολογική προτεραιότητα, ενώ οι υποστά­σεις τίθενται σε δευτερεύουσα θέση, αλλάζουν αντιστοί­χως oλα όσα αφορούν τη θεώρηση του 'Όντος, τόσο του Θείου oσο και του κτιστού, πού έχει δημιουργηθεί «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν».

Όταν η θεωρία αυτή του Θείου Είναι μεταφέρεται στο επίπεδο της ανθρώπινης ζωής, στο πνευματικό επίπε­δο της ασκητικής πράξεως, τότε δημιουργείται το ίδιο ακριβώς ρήγμα ανάμεσα στην αρχή του προσώπου και την αρχή της φύσεως: ή τελευταία επικρατεί επί του προσώ­που, πράγμα πού στον Ρωμαιοκαθολικισμό οδηγεί στον υπερτονισμό της «δικανικής» απόψεως στην σωτηριολογία, στη λειτουργική πράξη με το ex opere operato (εξ έρ­γου είργασμένου), στην Έκκλησιολογία με το αλάθητο του Πάπα ex cathedra, δηλαδή ex officio (από καθέδρας και αξιώματος). "Όλα αυτά είναι δυνατά σε αυτούς, εξαι­τίας της φύσεως των πραγμάτων ανεξάρτητα από τα γνω­ρίσματα του προσώπου του Πάπα* προσώπου, πού μπορεί να προσδιοριστεί από τη φύση, ή οποία βρίσκεται υψηλό­τερα από την αρχή του προσώπου. 
Η τοποθέτηση αυτή του ανθρωπίνου πνεύματος α­ντανακλάται και σε όλη τη γνώση γενικά, σε όλη τη δομή της ανθρώπινης κοινωνίας, στο πνεύμα των νόμων, σε όλα. "Όλη ή ανθρωπότητα ανάγεται στο τυπικό: Ή αντικειμε­νική αρχή, ή υπερπροσωπική ή απρόσωπη, κατέπνιξε το πρόσωπο. Στη συνείδηση των ανθρώπων υπερισχύουν ο θεσμός, ή κοινωνία, το σύνολο, ενώ το πρόσωπο υπηρετεί τις άξιες αυτές. Εφόσον όμως ή τάξη αυτή δεν μπορεί να εκμηδενίσει εκείνο πού ό Θεός έθεσε στη δημιουργία, πα­ραμένει ανυπέρβλητη και ή σύγκρουση μεταξύ κοινωνίας και προσώπου. Όσο λοιπόν και αν καταπιέζουν οι άνθρω­ποι μέσα στον Ίδιο τον εαυτό τους το «προσωπικό» στοι­χείο, αυτό δεν θα παύσει να αναζητεί δικαίωση και για το δικό του είναι, διότι κατά κυριολεξία εκείνο πού ζει είναι το πρόσωπο και όχι ή ανθρώπινη φύση. Έτσι, αν δεν στε­ρεωθεί στη συνείδηση των ανθρώπων η αληθινή δράση του Θείου Είναι, οπού το κάθε πρόσωπο αποτελεί φορέα όλου του πληρώματος του Είναι, δηλαδή οπού η Φύση και το Πρόσωπο συνιστούν απόλυτη και απλή ενότητα, οπού το κάθε πρόσωπο είναι «δυνάμει» ίσο προς την Τριαδική ενό­τητα, δηλαδή αληθινός και τέλειος Θεός, απολύτως ίσος με τα άλλα πρόσωπα και με όλη την Ενότητα των Τριών, οπού παρατηρείται πλήρης ισορροπία ανάμεσα στην αρχή της Φύσεως και του Προσώπου, (ως τότε) δεν θα λυθεί και στην ανθρωπότητα το πρόβλημα της σχέσεως «κοινωνίας» και «προσώπου».

Δεν κλείνω τα μάτια μου μπροστά στο ότι μια τέτοια θεοειδής τελειότητα της άνθρωπότητος αποτελεί απλώς τον σκοπό πού θέτουν οι εντολές του Χριστού· ότι ή τελει­ότητα αυτή ίσως ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί στο επί­πεδο της ιστορίας. Άλλα και αυτή ακόμη ή θεώρηση δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην απόφαση να εγκαταλείψουμε ως "ουτοπία" την τελειότητα πού μας ζήτησε ό Θεός, και ελαττώνοντας τον Χριστιανισμό να ακολουθήσουμε σκο­πούς χαμηλότερης τάξεως, πού παρέχουν περισσότερο ορατά αποτελέσματα. Ό σκοπός μας είναι ή πραγματοποίηση ή εκπλήρωση της εντολής του Χρίστου στο Είναι της Εκκλησίας... «Ή αρχή του αυτοκέφαλου των τοπικών εκ­κλησιών στην εσχάτη πραγμάτωση της μας ομιλεί για την κοινή ελπίδα μας, ότι όχι μόνο οι τοπικές εκκλησίες άλλα και κάθε μέλος της Εκκλησίας, κάθε υπόσταση ξεχωριστά λαμβανόμενη οφείλει να γίνει φορέας όλου του καθολικού πληρώματος της Εκκλησίας...». Στη νέα σύνταξη την άπο­ψη αυτή την αναπτύσσω λίγο περισσότερο βασιζόμενος σε χωρία της Καινής Διαθήκης και των αγίων Πατέρων ιδι­αίτερα παραπέμπω στον Γρηγόριο Νύσσης, τον Μάξιμο τον Ομολογητή και τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο.

Η συνάντηση της Ορθοδοξίας με τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντικό Οικουμενισμό μας αναγκάζει να αναζητήσουμε τη ρίζα των διαιρέσεων μας. Χωρίς αυτό, όλες οι έριδες για τις "λεπτομέρειες" δεν οδηγούν σε τίποτε απολύτως. Στην καλύτερη περίπτωση πραγματο­ποιείται κάποια "ψυχολογική καταπράυνση" των σχέσε­ων, ενώ η αυθεντική ενότητα, πού εκφράζεται στη μία Λειτουργία, δεν κατορθώνεται.

Συχνά συναντώ αλλοδαπούς, Ρωμαιοκαθολικούς και άλλους. Από την πείρα των συναντήσεων αυτών διέκρινα ότι στα βάθη των ψυχών τους παραμένει πάντοτε εκείνη ακριβώς η σύγκρουση, για την οποία μίλησα παραπάνω. Ιδιαίτερα στους Ρωμαιοκαθολικούς. Αυτοί πάσχουν έντο­να και βαθιά από την εξωτερική αυθεντία πού τους επι­βλήθηκε, κάθε ασυμφωνία προς την οποία προκαλεί και στις δύο πλευρές οδυνηρή κατάσταση.

Ο Ρωμαιοκαθολικισμός σήμερα, παρά την εξωτερική του επιτυχία, περνάει μία από τις βαθύτερες κρίσεις του. Βλέποντας ότι η άλυτη σε αυτούς σύγκρουση του "κοινού" και του "προσωπικού" λύνεται στην Ορθοδοξία, οι ρωμαι­οκαθολικοί ελκύονται προς την τελευταία, αν και ακόμη συνεσταλμένα* από φόβο μένουν ακόμη προσκολλημένοι στις συνηθισμένες τους μορφές σκέψεως και δράσεως, αλλά δεν βλέπουν πλέον την Ορθοδοξία ως κάτι το κατώ­τερο, το απολιθωμένο, το νεκρωμένο, άποψη πού παλαιό­τερα ήταν συνηθισμένη. Το βιβλίο του Ernst Benz, πού πα­ρουσιάζεται στο δέκατο τεύχος του περιοδικού του Πα­τριαρχείου της Μόσχας, δεν είναι καθόλου μεμονωμένη περίπτωση.

Από τις συναντήσεις μου είχα αρκετές αφορμές να πεισθώ ότι κάθε σμίκρυνση του Χριστιανισμού συνεπιφέ­ρει ή προσωπικές ή συλλογικές καταστροφές. Και μόνο με τη σμίκρυνση αύτη είναι δυνατό να εξηγήσουμε την απο­μάκρυνση από τον εκκλησιαστικό περίβολο πολλών προ­σώπων, πού ειλικρινά αναζητούν την παγκόσμια "καθολι­κή»" Δικαιοσύνη και την παγκόσμια "καθολική" Αλή­θεια. Δεν αναφέρομαι σε διεστραμμένους, άλλα σ' εκεί­νους πού βαθιά αναζητούν λύση των μεγάλων προβλημά­των της υπάρξεως μας, πού αγωνίζονται για την ολοκλη­ρωτική, και μάλιστα την απόλυτη γνώση, φυσική για τον άνθρωπο.

Όλα αυτά, σε κάπως ανακόλουθη τάξη, σου τα γρά­φω, για να διευκολύνω με αυτό τον τρόπο την κατανόηση του άρθρου μου και των αφορμών πού το προκάλεσαν. Γνωρίζω ότι για τη Ρωσική Εκκλησία προς το παρόν πρω­τεύουσα θέση κατέχει ένας άλλος σκοπός, πού πιστά ανι­χνεύεται και σοφά διενεργείται στη ζωή. "Εχω ύπ' όψιν μου τις τάσεις για αποκατάσταση και αναστήλωση. Γι' αυτό δεν θέλω να απασχολήσω την προσοχή του ρωσικού λαού με το άρθρο μου και το αποστέλλω μόνο σε σας... Μου φαίνεται όμως ότι δεν βρίσκεται μακριά ή στιγμή εκείνη κατά την οποία όλος ο χριστιανικός κόσμος θα αναμένει από τη Ρωσική Εκκλησία, εμπλουτισμένη από την πείρα της προσευχής, από τη λειτουργική της ζωή γε­νικά, απάντηση στο ερώτημα: «Ποια λοιπόν αρχή ενότητος πρέπει να αναγνωρισθεί ως η πλέον ανταποκρινόμενη στην Αποκάλυψη πού δόθηκε στην Καινή Διαθήκη»;

Παρά την πραγματική εξασθένηση της υγείας μου, παρά τη ραθυμία μου ίσως ή τους δυσμενείς ορούς της ζωής μου κατά το παρόν, εργάζομαι, αλλά παράγω πολύ λίγο. Περνούν οι εβδομάδες και δεν μπορώ να βρω, έστω και μία μέρα για να ασχοληθώ από το πρωί με το γράψιμο, ώστε με κάποιον τρόπο να τελειώσω το βιβλίο πού έχω στο νου μου να εκδώσω στα γαλλικά σχετικά με τις δογματικές βάσεις του ασκητισμού μας. Θα ήθελα να δείξω λε­πτομερέστερα και σαφέστερα ότι κάθε αλλοίωση της δογ­ματικής μας θεωρίας αναπόφευκτα αντανακλάται σε όλη την ύπαρξη μας* ότι έστω και ή μερική απώλεια εκείνου πού μας δόθηκε στην Αποκάλυψη συνεπιφέρει αλλοίωση της ζωής όλου του "σώματος" της μιας ή της άλλης Εκ­κλησίας. ΄Αν και ή συντριπτική πλειονότητα των ανθρώ­πων ζει σε κατάσταση «ύπο-δογματικής» πίστεως, δηλαδή ακόμη μόνο με τη φυσική στροφή της ψυχής προς τον Θεό, ωστόσο και στη ζωή αυτών αντανακλάται ή δογματική γνώση ή η διδαχή της Εκκλησίας στην οποία αυτοί ανή­κουν.

Ο δικός σου Σωφρόνιος

1. Το άρθρο «Ή ενότητα της Εκκλησίας κατ' εικόνα της Αγίας Τριάδος» στη βελτιωμένη παραλλαγή του δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Γέροντος Σωφρονίου,"Ασκησις κάί Θεωρία, σ. 107-168.

Γράμματα στη Ρωσία
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ(Σαχάροφ)
εκδόσεις Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Ανάμνηση της προόδου του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού



Την πρώτη του μήνα Αυγούστου, ανάμνηση της προόδου του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού
Την ημέρα αυτή υπήρχε η συνήθεια στην Κωνσταντινούπολη να βγάζουν τον Τίμιο Σταυρό από το παλάτι και να τον φέρνουν στην Αγία Σοφία με συνοδεία πλήθους ιερέων και διακόνων, που καθ’ οδόν τον θυμίαζαν. Έκαναν πρώτα μια στάση στο μικρό βαπτιστήριο, όπου τελούνταν η Ακολουθία του αγιασμού των υδάτων, και κατόπιν ο Σταυρός κατετίθετο στο ιερό βήμα της Αγίας Σοφίας. Από την Μεγάλη Εκκλησία γινόταν τις επόμενες ημέρες η περιφορά του ανά την πόλη, από συνοικία σε συνοικία, μέχρι την παραμονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου(14 Αυγ.), για να εξαγνισθεί ο αέρας και να προστατευτεί η Βασιλεύουσα από επιδημίες που μεταδίδονταν πιο εύκολα τις ημέρες εκείνες, λόγο της ζέστης. Αφού χάριζε έτσι υγεία και παραμυθία σε όσους τον τιμούσαν με πίστη, ο Τίμιος Σταυρός επέστρεφε πάλι στο παλάτι.

Δημοφιλείς αναρτήσεις