Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΘΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΘΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Περί μνήμης θανάτου

 
ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ 
Περί μνήμης θανάτου 
1.Πρίν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου. 
2.Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3.Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια. 
4.Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5.Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6.Η μνήμη του θανάτου σ΄ αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζούν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου - αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7.Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου. 
8.Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9.Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνου πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11.Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο» [1]. Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι. 
12.Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφίνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13.Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη. 
14.Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15.Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο. 
16.Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17.Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ.(Ψαλμ.ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18.Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,. Η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19.Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20.Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21.Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους. 
22.Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα. 
23.Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24.Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι. 
25.Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26.Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου». 
Βαθμίς έκτη! 
Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Εάν σου πει ο λογισμός σου μια γιορτινή ημέρα να κάνεις διάφορα φαγητά, μην τον ακούσεις...

 


96. Είπε κάποιος Γέροντας: «Εάν σου πει ο λογισμός σου μια γιορτινή ημέρα να κάνεις διάφορα φαγητά, μην τον ακούσεις, γιατί με τον τρόπο αυτό θα γιορτάσεις ιουδαϊκά. Εκείνοι έτσι γιορτάζουν. Τροφή άξια του μοναχού είναι το πένθος και τα δάκρυα». 


Αποφθέγματα των Πατέρων. Γ΄.
Για την κατάνυξη.

Το Μέγα Γεροντικόν,
Τόμος Α΄.
εκδ. Ιερό Ησυχαστήριο
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου».

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Επιστολή προς μοναχή, για να μην στενoχωρείται για τους κεκοιμημένους



ΛΟΓΟΣ ΜΑ΄  

Επιστολή προς μοναχή, για να μην στενoχωρείται για τους κεκοιμημένους 

Όπως και ο ίδιος κατέχομαι από θλίψη και λύπη του σώματος και της ψυχής μου, έτσι ακούω και για σένα, ότι υπέστης τις ίδιες στενοχώριες και στενοχωρείσαι πολύ και ζητάς από όλους παρηγοριά. Πως να βοηθήσω τον εαυτό μου και να γλυτώσω από την στενοχώρια, το ξέρω και μπορώ να το κάμω, επειδή εξαρτάται από την βούλησή μου και το καλό και το κακό, και έχω την εξουσία να κατευθυνθώ και δεξιά και αριστερά. Κανείς δεν μπορεί να με εμποδίσει στην σωστή μου απόφαση, όσο έχω εκ δεξιών μου τον επιβλέποντα τις σκέψεις και τις πράξεις μου Ιησού Χριστό, όπως με διδάσκει ο θείος προφήτης που λέγει: «Προωρώμην τον Κύριον διαπαντός, ότι εκ δεξιών μου εστιν, ίνα μη σαλευθώ» [1]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, παρηγορώ και βοηθώ τον εαυτό μου στην στενοχώρια μου.

Την αγία όμως ψυχή σου, που βρίσκεται σε μεγάλη θλίψη, πως αλλιώς μπορώ να την παρηγορήσω και να την απελευθερώσω από την μεγάλη πίκρα που την θλίβει, παρά με τα λόγια του αποστόλου Παύλου, που παρηγορώντας μας δίνει την εξής εντολή: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτώ» [2]. Αυτά είναι τα αξιο­σέβαστα λόγια του αποστόλου. Η σημασία τους έχει ως εξής. Το μυστήριο της ορθόδοξης πίστεως σε σχέση με μας τους ευσεβείς συνίσταται κυρίως στα τρία πιο βασικά δόγματα. Πρώτον, στην εν σαρκί γέννηση του μονογενούς Υιού του Θεού, ο οποίος, ενώ είναι ασώματος, αόρατος και ακατάληπτος Θεός, ευδόκησε από την πολλή αγαθότητά Του να ενδυθεί την ανθρωπίνη σάρκα και να γίνει ορατός, καταληπτός και απτός άνθρωπος. Δεύτερον, αφού έγινε άνθρωπος, πέθανε ως άνθρωπος, για να χαρίσει διά του θανάτου Του την αιωνία ζωή σε όλους αυτούς που βαπτίζονται στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, κατά την εντολή Του που λέγει, «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται» [3]. Δηλαδή θα ζει αιώνια την αγγελική ζωή, αφού γλυτώσει από τα αιώνια βάσανα που αναμένουν τους αμαρτωλούς. Και έπειτα προσθέτει: «και όσοι δεν έχουν πίστη, θα καταδικαστούν»[4] μαζί με τα ασεβή δαιμόνια. Τρίτον, αφού ενσαρκώθηκε και δέχθηκε τον θάνατο ως άνθρωπος, Αυτός κατά την τρίτη ημέρα ανέστη εκ νεκρών και νίκησε τον θάνατο.

Εμείς, που πιστέψαμε στον Χριστό και βαπτιστήκαμε στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ελπίζουμε με αυτήν την πίστη να γίνουμε άξιοι της εκ νεκρών αναστάσεως και της αιωνίας ζωής. Αν όμως πενθούμε πολύ και οδυρόμαστε για την έξοδο των δικών μας με δάκρυα, αμαρτάνουμε με αυτά, διότι δηλώνουμε την πίστη μας στον Χριστό και την ελπίδα μας σε Αυτόν μόνο με τα λόγια και όχι με όλη την καρδιά και την σταθερή σκέψη μας, όπως λέγει ο θείος προφήτης: «Πιστεύω του ιδείν τα αγαθά Κυρίου εν γη ζώντων» [5]. Ο θείος Παύλος μας διδάσκει ποια είναι αυτά τα αγαθά και πόσο θαυμάσια είναι λέγοντας: «Α οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» [6].

Αν όμως τα θεία αγαθά είναι εντελώς άρρητα και ακατάληπτα, τότε με ποιόν τρόπο ο βασιλέας Δαυίδ μπόρεσε και απέκτησε τόσο δυνατή πίστη σε αυτά; Μόνο με την τελεία αγάπη, με την οποία αγάπησε, με όλη την ψυχή, με όλη την καρδιά και με όλη την σκέψη και την δύναμή του, τον Δημιουργό των όλων, όπως λέγει ο ίδιος: «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου. Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου. Ο Θεός μου βοηθός μου, ελπιώ επ’ αυτόν, υπερασπιστής μου και κέρας σωτηρίας μου» [7]. Και πάλι λέγει: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» [8]. Και δείχνοντας την μέγιστη αγάπη του και την επιθυμία του Θεού το δηλώνει με το παράδειγμα λέγοντας: «Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός. Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα» [9]. Και έπειτα, σαν να θρηνεί για την μακρόχρονη διαμονή του σε αυτήν την προσ­ωρινή ζωή, προσθέτει: «Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού; Εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός εν τω λέγεσθαί μοι καθ’ εκάστην ημέραν· που εστιν ο Θεός σου;» [10]. Όπως ο πεινασμένος άνθρωπος επιθυμεί πολύ τον άρτο, έτσι και εγώ, λέγει, από την ακατάπαυστη επιθυμία μου με πολλά δάκρυα ελπίζω να γίνω άξιος της γλυκυτάτης θέας του Θεού μου και της απολαύσεως της θείας ομορφιάς Του, όπως το λέγει σε άλλο χωρίο: «Μίαν ητησάμην παρά Κυρίου, ταύτην εκζητήσω· του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου, του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου και επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αυτού» [11].

Όποιος ομιλεί έτσι και προσεύχεται με τόση θέρμη, έχει ίσως απομακρύνει τον εαυτό του από όλες τις άλλες προσωρινές και ψυχοφθόρες ομορφιές της πλάνης αυτού του αιώνος και με όλη την σκέψη του έχει στερεωθεί στην επιθυμία του απροσίτου και στην αγάπη για την απόλαυση της αγαθότητας της θείας χάριτος. Και μολονότι αυτός ήταν γνωστός βασιλέας περιβεβλημένος με διάφορες απολαύσεις και βασιλική δόξα, τίποτα από αυτά δεν μπόρεσε να τον αποσπάσει από την αγάπη προς τον Θεό και την επιθυμία των αιωνίων αγαθών. Γι’ αυτό και λέγει, «κρείσσων ημέρα μία εν ταίς αυλαίς σου υπέρ χιλιάδας· εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον η οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» [12]. Ποια άλλα σκηνώματα αμαρτωλών εννοεί, αν όχι τα μεγαλοπρεπή κτίρια και τις τεράστιες οικοδομές εκείνων, που ύστερα από αυτόν βασίλεψαν άνομα και θεομίσητα στα Ιεροσόλυμα και την Σαμάρεια και σε όλη την Ιουδαία; Αυτός ο μακάριος βασιλέας, διαθέτοντας την προφητική ικανότητα, προέβλεψε όλη αυτήν την ασέβεια, στην οποία έπεσαν ύστερα από αυτόν όλοι οι ασεβείς βασιλείς, από τους οποίους ο πιο ασεβής ήταν εκείνος, ο οποίος είχε υπερβεί με την ασέβειά του όσους ασεβούσαν προηγουμένως και έπειτα δοξάστηκε με την μετάνοιά του, ο Μανασσής, που για πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια αδιαφορούσε για τον νόμο του Θεού και μόλυνε τον ναό του Θεού με θυσίες στα είδωλα [13]. Αλλά αρκετά γι’ αυτά.

Εμείς όμως έχοντας στην Αγία Γραφή αυτές τις νουθεσίες, τις παρηγορίες και τα παραδείγματα του θεαρέστου βίου, ας απομακρύνουμε από την σκέψη μας κάθε θλίψη, ραθυμία και κάθε άλλη αφοσίωση στις προσωρινές και άχρηστες ομορφιές αυτής της μάταιης ζωής, γιατί αυτές μας αποτρέπουν από την απόλαυση των αρρήτων αιωνίων αγαθών. Ας αγαπήσουμε την δόξα, την τιμή και τον έπαινο, που έχει ετοιμάσει για μας στους ουρανούς ο Θεός, και όχι αυτά που προβάλλονται από τους ανθρώπους και τα κυνηγούμε με κάθε τρόπο από την μεγάλη ανοησία μας, εξευτελίζοντας τον εαυτό μας, κολακεύοντας τον καθένα που βρίσκεται στην εξουσία και αποσιωπώντας τις αδικίες του. Αν όμως δεν τον ντρεπόμασταν, θα μπορούσαμε να τύχουμε επαίνου από τον Θεό και συνάμα να αποτρέψουμε και εκείνον από κάθε κακό και κάθε αδικία, νουθετώντας τον και υπενθυμίζοντάς του την φοβερή δικαιοσύνη του αδέκαστου Κριτή, του Ιησού Χριστού, όταν ανοίξει «απ’ ουρανού οργή Θεού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων» [14]. Φοβερός είναι αυτός ο λόγος, αγία μητέρα, και άξιος κάθε τηρήσεως για όλους τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα για μας τους ευσεβείς, που δεχθήκαμε να ακολουθήσουμε τον τέλειο νόμο του Σωτήρος Χριστού, που μας διατάζει: «Εισέλθετε διά της στενής πύλης» [15], δηλαδή με την τιμία ζωή και την θεάρεστη παρουσία την στολισμένη με την εκούσια παραίτηση από τα αγαθά του βίου. Αυτήν αγάπησαν με όλη την ψυχή τους και την εφάρμοσαν με τον λόγο και την πράξη όχι μόνο οι πολλοί όσιοι και θεοφόροι άνδρες, που έζησαν σε απόμακρες ερήμους, αλλά και οι πολλές ευγενείς και έντιμες γυναίκες. Αυτές μάλιστα περιφρόνησαν κάθε ομορφιά της ζωής και την αφθονία της περιουσίας τους, τον πλούτο και την δόξα, τους γονείς, τους συγγενείς και τους φίλους, την πατρίδα και την ίδια την νεότητά τους, και με όλη την ψυχή και όλη την καρδιά τους ακολούθησαν τον αθάνατο και πάναγνο Νυμφίο τους. Προηγουμένως μοίρασαν όλα τα πλούτη τους και όλα τα υπάρχοντά τους σε πτωχούς και ορφανούς σύμφωνα με την σωτήρια εντολή του Νυμφίου τους, ο οποίος είπε στον γνωστό πλούσιο νέο: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρο ακολούθει μοι» [16]. Αυτήν την σωτήρια εντολή τήρησαν πολλές ευγενείς γυναίκες, όπως η αείμνηστη Συγκλητική [17], η Μελάνη [18], και η Διονυσία [19], τις οποίες μιμήθηκες διαλέγον­τας τον ίδιο δρόμο.

Εύχομαι να σε αξιώσει ο Κύριος να διάγεις μέχρι τέλους, με οσιότητα, αλήθεια και ελεημοσύνη για τους ενδεείς, ώστε να δεχθείς και εσύ στους ουρανούς από τον Νυμφίο σου Χριστό, ανάλογη με αυτές δόξα και στέφανο. Αμήν.

Παραπομπές
1. Ψαλμ. 15, 8.
2. Α΄ Θεσσ. 4, 13-14.
3. Μαρκ. 16,16.
4. Μαρκ. 16,16.
5. Ψαλμ. 26, 13.
6. Α΄ Κορ. 2, 9.
7. Ψαλμ. 17, 2-3.
8. Ψαλμ. 83, 2-3.
9. Ψαλμ. 41, 2-3.
10. Ψαλμ. 41, 3-4.
11. Ψαλμ. 26, 4.
12. Ψαλμ. 83, 11.
13. Βλ. Δ´ Βασ. 21,1-18. Β´ Παρ. 33,1-20.
14. Ρωμ. 1,18.
15. Ματθ. 7, 13.
16. Ματθ. 19, 21.
17. Για τον βίο της αγίας Συγκλητικής βλ. ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Βίος και πολιτεία της αγίας και μακαρίας και διδασκάλου Συγκλητικής, PG 28,1488-1557. Εκδόσεις του βίου της κ.α. βλ. στού FR. HALKIN, Bibliotheca Hagiographica Graeca [Subsidia Hagiographica 8a], τ.ΙΙ, Bruxelles 19533, σ. 261, αριθμ. 1694, 1694a.
18. Για την αγία Μελάνη η Μελανία βλ. ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΛΕΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Η προς Λαύσον ιστορία περιέχουσα βίους οσίων πατέρων, PG 34,1225Α-1228D, H. DELEHAYE, «S. Melaniae iunioris. Acta graeca – Βίος της οσίας Μελάνης», Analecta Bollandiana 22 (1903) 7-49. M. RAMPOLLA DEL TINDARO, Santa Melania Giuniore sematrice Romana, Roma 1905. ΣΥΜΕΩΝ ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟύ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, Βίος και πολιτεία της οσίας Μελάνης της Ρωμαίας, PG 116, 753-793.
19. Η Διονυσία υπήρξε διακόνισσα στην αρχαία Εκκλησία. Το ονομά της δεν περιλαμβάνεται στα Συναξάρια και Αγιολόγια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βλ. σχετικά Svjataja Olimpiada i drugie diakonissy drevnej Gerkvi (αγία Ολυμπιάδα και οι άλλες διακόνισσες της αρχαίας Εκκλησίας), εκδ. Μετοχίου της Λαύρας του Αγίου Σεργίου στην Μόσχα, Μόσχα 2010.

Δημοφιλείς αναρτήσεις