6. Ποιά λοιπόν είναι αυτή η εντολή του Θεού που βρίσκεται τώρα μπροστά σε μας; Η μετάνοια, της οποίας το ουσιαστικότερο πράγμα είναι να μη εγγίζομε πλέον τα απαγορευμένα. Επειδή δηλαδή απομακρυνθήκαμε από τον τόπο της θεϊκής τρυφής και δίκαια αποκλεισθήκαμε από τον παράδεισο του Θεού και καταπέσαμε στο βάραθρο αυτό και καταδικασθήκαμε να κατοικούμε και να ζούμε μαζί με τα άλογα ζώα και χάσαμε τις ελπίδες μας, όσο εξαρτάται από μας, για την επάνοδό μας στον παράδεισο, γι’ αυτό αυτός που με δικαιοσύνη μας επέβαλε την τιμωρία, ή καλύτερα που δίκαια επέτρεψε να επέλθει αυτή σε μας, από υπερβολική τώρα φιλανθρωπία και αγαθότητα, από μεγάλη ευσπλαγχνία του, κατέβηκε μέχρι σε μας για χάρη μας, και αφού έγινε παρόμοια με μας κατά τρόπο αναμάρτητο άνθρωπος, για να διδάξει και να σώσει με το όμοιο το όμοιο, μας έδωσε τη σωτήρια συμβουλή και εντολή της μετάνοιας, λέγοντας προς εμάς· «μετανοείτε, γιατί πλησίασε η βασιλεία των ουρανών».
Πριν από την ενανθρώπηση βέβαια του Λόγου του Θεού, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο μακριά από μας βρισκόταν η βασιλεία των ουρανών, όταν όμως επεδήμησε σε μας ο βασιλιάς των ουρανών και καταδέχθηκε την ένωσή του με μάς, ήρθε πλησίον όλων μας η βασιλεία των ουρανών.
7. Ας μετανοήσομε λοιπόν, αδελφοί, παρακαλώ, και ας παρουσιάσομε καρπούς άξιους της μετάνοιας, για να κληρονομήσομε τη βασιλεία των ουρανών· αυτή έφτασε πλησίον μας, ας μη απομακρύνομε τους εαυτούς μας από αυτήν με τα πονηρά έργα. Έλαμψε σε μας το ανέσπερο φώς· ας βαδίσομε προς τη λάμψη αυτού με τα αγαθά έργα. Φανερώθηκε η αιώνια ζωή· ας τη διεκδικήσομε, όσο μας είναι δυνατό, με τις αρετές. Ήρθε σε μας ο Χριστός που μας κάνει μακάριους· ας προσέλθομε σ’ αυτόν με προθυμία. Ας αποφύγομε την αθλιότητα αυτών που κάθονται στο σκότος και στη σκιά του θανάτου.
Ας ποθήσομε και ας αποκτήσομε τα έργα της μετάνοιας, φρόνημα ταπεινό, κατάνυξη και πένθος πνευματικό, καρδιά γεμάτη από πραότητα και ευσπλαγχνία, που αγαπά τη δικαιοσύνη, που επιδιώκει την καθαριότητα, ειρηνική, ειρηνοποιό, ανεκτική, που αντιμετωπίζει με ευχαρίστηση τους υπέρ της αλήθειας και δικαιοσύνης διωγμούς και τις ζημίες και τις ύβρεις και τις συκοφαντίες και τα πάθη, ακούοντας εκείνον που λέγει· «είναι μακάριοι οι ταπεινόφρονες, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών· είναι μακάριοι αυτοί που πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν· είναι μακάριοι οι πραείς, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη· είναι μακάριοι αυτοί που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη», και όσα λέγονται στη συνέχεια.
8. Αλλά για ποιό λόγο ο Κύριος, αφού είπε, «είναι μακάριοι οι πτωχοί», πρόσθεσε, «κατά το πνεύμα»; Για να ξεχωρίσει από την άθλια πτωχεία τη μακάρια, και για να συμπεριλάβει μέσα σε λίγα όλη τη μακαριζόμενη πτωχεία, και επί πλέον για να μας δείξει το αίτιο τής μακαριότητας· γιατί όντας το πνεύμα μας αυτοτελές, όταν βρίσκεται σε καλή και θεοφιλή κατάσταση μας κάνει μακάριους, όταν όμως διάκειται με κακία και μίσος προς τον Θεό μας καθιστά άθλιους· και γι’ αυτό ο Κύριος από αυτό έκανε την αρχή των μακαρισμών.
Τρεις είναι οι πτωχείες· μία είναι η σχετική με τον βίο και την περιουσία του καθενός, που είναι στενότητα των αναγκαίων για τη ζωή, στην οποία το εντελώς αντίθετο είναι ο πλούτος σύμφωνα μ’ αυτόν που είπε· «πλούτο και φτώχεια μη μου δώσεις». Άλλη πτωχεία είναι η σχετική με το σώμα του καθενός, όταν από την πολύ λιτή διατροφή και την ολιγοτροφία είναι αυτό πάρα πολύ ισχνό, σύμφωνα με αυτόν που είπε· «τα γόνατά μου αποδυνάμωσαν από τη νηστεία και η σάρκα μου αλλοιώθηκε από έλλειψη λαδιού». Άλλη πτωχεία είναι το μετριοπαθές και συνεσταλμένο φρόνημα της ψυχής, πράγμα που είναι η ταπείνωση του πνεύματος της ψυχής μας, αντίθετο της οποίας είναι η υπερηφάνεια. 9. Εκείνες λοιπόν οι πτωχείες, εννοώ οι σχετικές με την περιουσία στη ζωή και το σώμα, αν είναι ενωμένες με το ταπεινό φρόνημα της ψυχής είναι άξιες μακαριότητας, αν όμως είναι χωρισμένες από την ταπείνωση με υπερηφάνεια, είναι πραγματικά γεμάτες από αθλιότητα. Γιατί είναι κανείς φτωχός ως προς τον βίο ή ως προς το σώμα ή με τη θέλησή του ή χωρίς τη θέλησή του.
Αν λοιπόν είναι κανείς φτωχός χωρίς τη θέλησή του και δεν έχει την από τη μετάνοια παραγόμενη στην ψυχή αγαθή διάθεση, την ταπείνωση, δεν υπομένει γενναία τη φτώχεια που υπάρχει σ’ αυτόν χωρίς τη θέλησή του, αλλά γογγύζει εναντίον του Θεού και καταφέρεται εναντίον της δικαιότατης πρόνοιάς του σα να μη είναι τέτοια, και κατατρέχει με πολλούς τρόπους τους ανθρώπους, χωρίς να αποβλέπει προς τον Θεό, και ξεχνώντας ότι κανένας δεν καταντροπιάσθηκε ποτέ που στήριξε τις ελπίδες του στον Θεό, ούτε και να περιορίζει τις δαπάνες του, και να εξασφαλίζει τη ζωή του με τα χέρια του ή ζητώντας με ταπείνωση από τους εύπορους, αλλά με το να γίνεται κλέπτης, λωποδύτης, τυμβωρύχος, άρπαγας, ή παράσιτος, συκοφάντης, ψεύστης, υποκριτής δείχνοντας αγενή και δουλοπρεπή στάση προς τους πλούσιους, προσδοκώντας να λάβει κάποια βοήθεια από αυτούς, άραγε δεν είναι αθλιώτατος ένας τέτοιος φτωχός, ή καλύτερα οι τέτοιοι φτωχοί, και τελείως ξένοι προς αυτούς που μακαρίζονται από τον Χριστό;
10. Εάν όμως βρεθεί κάποιος να είναι φτωχός με τη θέλησή του, αλλά που το κάνει αυτό από κάποια υπεροψία μάλλον και όχι με ταπείνωση, και δεν αποφεύγει την τρυφή και τον πλούτο εξαιτίας της επαινετής πτωχείας του πνεύματος, αυτός είναι παραπλήσιος σχεδόν με τους δαίμονες· γιατί εκείνων γνώρισμα είναι η με υπερηφάνεια ατροφία και ακτημοσύνη.