Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΝΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΝΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

῞Οσιος Μωϋσῆς ὁ Οὗγγρος




῞Οσιος Μωϋσῆς ὁ Οὗγγρος 
 (26η ̓Ιουλίου)
«Αὐτὸς ἀναδείχθηκε ἀνώτερος ἀπὸ τὸν πάγκαλο ̓Ιωσὴφ στὴν σωφροσύνη, γι ̓ αὐτὸ μπορεῖ νὰ βοηθήσει ἀποτελεσματικὰ ὅσους πολεμοῦνται ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας» 
Το ακάθαρτο πνεῦμα, ὁ διάβολος, τυφλώνει τὶς καρδιές, οἱ ὁποῖες εἶναι ὑποδουλωμένες στὸ θεομίσητο πάθος τῆς πορνείας. ῎Ετσι δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ ἀντικρύσουν τὸν Κύριο, ἀφοῦ μόνο οἱ καθαροὶ στὴν καρδιὰ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ Τὸν ἰδοῦν, ὅπως ὁ ῎Ιδιος διαβεβαίωσε. Στὸ πεδίο αὐτὸ τοῦ πνευματικοῦ πολέμου πολεμήθηκε ἄγρια ἀπὸ τὸν ἀκάθαρτο ἐχθρὸ ὁ ῞Οσιος πατέρας μας Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος τελικὰ τὸν ἐνίκησε θριαμβευτικὰ καὶ μᾶς ἄφησε τὸν ἑαυτό του σὰν ζωντανὸ παράδειγμα θριάμβου τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς ἁγνείας. 

Ο Όσιος Μωϋσῆς ἦταν Οὗγγρος στὸ γένος (κατ ̓ ἀκρίβειαν Καρπαθορῶσος) καὶ πολὺ ἀγαπητὸς στὸν Πρίγκιπα τῆς Ρωσίας ῞Αγιο Μάρτυρα Μπόρις, στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὁποίου βρισκόταν μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Γεώργιο.῞Οταν ὁ ῞Αγιος Μπόρις δολοφονήθηκε ἀπὸ τὸν ἄνομο Σβιατοπὸλκ στὸν ποταμὸ ῎Αλτα, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀξιωματούχους του (24.7.1015), ὁ μακάριος Μωϋσῆς ἦταν ὁ μόνος ποὺ σώθηκε· κατέφυγε στὴν φιλόθεη Πρεντισλάβα, τὴν ἀδελφὴ τοῦ Γιαροσλάβου, ἡ ὁποία τὸν ἔκρυψε ἀπὸ τὸν Σβιατοπόλκ. Μὴ μπορώντας νὰ καταφύγει σὲ ἄλλο μέρος, παρέμεινε ὁ γενναῖος ἐκεῖ, προσευχόμενος ἀδιάλειπτα στὸν Θεό. 
Στὸ μεταξύ, ὁ εὐλαβέστατος Πρίγκιπας Γιαροσλάβος, ἀγανακτισμένος γιὰ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ πολυαγαπημένου του ἀδελφοῦ Μπόρις, ἐπέδραμε ἐναντίον τοῦ Σβιατοπὸλκ καὶ τὸν ἐνίκησε. ̔Ο τύραννος τότε κατέφυγε στὴν Λεχία (Πολωνία), συμμάχησε μὲ τὸν βασιλιὰ τῆς χώρας Μπολιεσλάβο καὶ κίνησε μὲ πολὺ στρατὸ ἐναντίον τοῦ Κιέβου. ̔Ο Γιαροσλάβος νικήθηκε καὶ ὁ Σβιατοπὸλκ ἀνέβηκε στὸν θρόνο τῆς Μεγάλης ̔Ηγεμονίας. Μετὰ τὴν νίκη τοῦ Σβιατοπόλκ, ὁ σύμμαχός του βασιλιὰς Μπολιεσλάβος ἐπέστρεψε στὴν χώρα του, παίρνοντας μαζί του γιὰ σκλάβους πολλοὺς αἰχμαλώτους. ̓Ανάμεσα σὲ αὐτοὺς - ἀλλοίμονο! -ἦταν οἱ δύο ἀδελφὲς τοῦ Γιαροσλάβου, οἱ βογιάροι του καὶ ὁ μακάριος Μωϋσῆς, δεμένος χειροπόδαρα μὲ βαρειὲς ἁλυσίδες. 
Στήν Λεχία, ὁ ῞Οσιος ἔμεινε στὰ δεσμὰ πέντε χρόνια, ὑπομένοντας καρτερικὰ τὴν αἰχμαλωσία του μὲ προσευχὴ καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τότε, κάποια νέα καὶ ὡραία γυναίκα, ἀπὸ τὶς ἀρχόντισσες τῆς χώρας, μὲ μεγάλη περιουσία καὶ πολλὴ δύναμη, εἶδε τὸν ρωμαλέο καὶ πανέμορφο Μωϋσῆ καὶ σαγηνεύτηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά του. Λειώνοντας ἀπὸ σαρκικὸ πόθο, πλησιάζει καὶ τοῦ λέει δελεαστικά: 
- ῎Αχ, ἄνθρωπέ μου! ῎Αδικα ὑπομένεις τέτοια βάσανα. Φαίνεσαι ἱκανὸς καὶ μυαλωμένος. Γιατί λοιπὸν νὰ μὴν ἐλευθερωθείς ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὶς θλίψεις;
Ο Μωϋσῆς τῆς ἀπάντησε ἤρεμα: 
- Γιατὶ ἔτσι θέλησε ὁ Κύριος.
̔Η γυναίκα ἐπέμεινε: 
- ῎Αν ὑποταχθείς σὲ μένα, θὰ σὲ ἐλευθερώσω καὶ θὰ σὲ κάνω ἀφέντη δικό μου καὶ ἄρχοντα σὲ ὁλόκληρη τὴν Λεχία.
Ο μακάριος κατάλαβε τοὺς ἄσεμνους σκοπούς της καὶ τῆς ἀποκρίθηκε:
- Ποιός ἄνθρωπος, ποὺ ἄκουσε γυναίκα καὶ τῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του, ἔκανε καλά; ̔Ο πρωτόπλαστος ̓Αδὰμ ὑπάκουσε στὴν Εὔα καὶ διώχθηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. ̔Ο Σαμψών, ὁ δυνατώτερος ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ νικητὴς τῶν ἀλλοφύλων, στὸ τέλος παραδόθηκε ἀπὸ μία γυναῖκα στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν. ̔Ο Σολομών, ποὺ ἔφτασε στὰ ὕψη τῆς θείας σοφίας, ἀσέβησε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ παραδόθηκε στὶς γυναῖκες. Καὶ ὁ ̔Ηρώδης, ποὺ στεφανώθηκε μὲ πολλὲς νίκες, στὸ τέλος ἔγινε δοῦλος μιᾶς γυναίκας καὶ ἔκοψε γιὰ χάρη της τὴν ἁγία κεφαλὴ τοῦ Προδρόμου ̓Ιωάννου. Πῶς λοιπὸν ἐγώ, ὄντας ἐλεύθερος, θὰ δουλώσω τὸν ἑαυτό μου σὲ μία γυναῖκα, τὴν ὁποία δὲν γνωρίζω οὔτε τὴν ἔχω ξαναδεῖ;
- Μὰ θὰ σ ̓ ἐλευθερώσω!… φώναξε μὲ πάθος ἡ γυναίκα. Θὰ σὲ κάνω πλούσιο καὶ ἔνδοξο καὶ κυβερνήτη τοῦ σπιτιοῦ μου. Θὰ σὲ πάρω γιὰ ἄνδρα μου. Μόνο κάνε μου τὸ θέλημα! Σβῆσε τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς μου! ῎Αφησέ με νὰ ἀπολαύσω τὰ κάλλη σου! Δὲν ἀντέχω στὴν σκέψη πὼς ἡ δύναμη καὶ ἡ ὀμορφιά σου θὰ πᾶνε χαμένες. ῎Αν δεχθείς τὴν πρότασή μου, ἐγὼ θὰ ἐκπληρώσω τὸν πόθο μου καὶ σὺ θὰ γίνης ὁ ἀφέντης μου, ὁ κύριος τῆς περιουσίας καὶ τῆς ἐξουσίας μου, ὁ ἀρχηγὸς τῶν βογιάρων. Τί λὲς λοιπόν;
-Γνώριζε μιὰ γιὰ πάντα,… ἀποκρίθηκε σταθερὰ ὁ θαυμάσιος Μωϋσῆς, πὼς οὔτε τὸ θέλημά σου θὰ κάνω οὔτε τὰ πλούτη καὶ τὴν ἐξουσία σου ζηλεύω. ̔Η καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ σωφροσύνη τοῦ σώματος εἶναι ἀνώτερα ἀπ ̓ ὅλα αὐτά. Δὲν εἶμαι ἔνοχος γιὰ ὅ,τι ὑποφέρω, γιὰ τὶς ἁλυσίδες καὶ τὰ βάσανα. Γι ̓ αὐτὸ ἐλπίζω ὅτι αὐτὰ θὰ μὲ λυτρώσουν ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα. 
῞Οταν ἡ γυναίκα εἶδε πὼς κινδύνευε νὰ στερηθεί τέτοια ὀμορφιὰ ψυχῆς καὶ σώματος, ἅρπαξε μιὰν ἄλλη συμβουλὴ τοῦ διαβόλου. «῎Αν τὸν ἐξαγοράσω ἀπὸ τὰ δεσμά», σκέφτηκε, «θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μοῦ ὑποτάσσεται καὶ χωρὶς τὴν θέλησή του».῎Εστειλε λοιπὸν ἕναν ἔμπιστό της ἄνθρωπο στὸν ἐπιτηρητὴ τῶν αἰχμαλώτων καὶ ζήτησε νὰ τῆς πουλήσει τὸν Μωϋσῆ ὅσο ἤθελε. ̓Εκεῖνος κατάλαβε πὼς ἦταν μεγάλη εὐκαιρία νὰ γίνει πλούσιος. Καὶ τὸν ἐπούλησε γιὰ τρεῖς χιλιάδες χρυσᾶ νομίσματα! 
῞Οταν ἡ γυναίκα τὸν ἀπέκτησε, διέταξε νὰ τὸν φέρουν ἐνώπιόν της, νὰ τοῦ βγάλουν τὰ δεσμὰ καὶ τὰ κουρέλια καὶ νὰ τὸν ἐνδύσουν μὲ πολυτελῆ ἐνδύματα. ῞Υστερα, διέταξε νὰ φέρουν ἡδονικὰ φαγητὰ καὶ ἐξανάγκαζε μὲ κάθε τρόπο τὸν μακάριο νὰ τὰ γευθεί, βιάζοντάς τον συνάμα νὰ ἐνδώσει στὴν ἀκόλαστη ἐπιθυμία της. 
̔Ο δίκαιος ὅμως, ὅπως ὁ πάγκαλος ̓Ιωσήφ, ἐγύμνωσε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πλούσια φορέματα καὶ ἔφευγε τὴν ἁμαρτία, λογιάζοντας σὰν ἕνα τίποτα τὸν κόσμο ὅλο καὶ τὶς ἡδονές του. Ξέφευγε ἀπὸ τὴν γυναῖκα καὶ κρυβόταν, ὑποβάλλοντας τὸν ἑαυτό του σὲ ἀγῶνες, νηστεῖες, προσευχὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προτιμοῦσε νὰ τρώει γιὰ τὸν Θεὸ ξερὸ ψωμὶ καὶ νερὸ μὲ σωφροσύνη, παρὰ πλούσια φαγητὰ καὶ ποτὰ μὲ μολυσμὸ ψυχῆς. 
Αὐτὴ ἡ ἀνδρεία ἀντίσταση τοῦ μακαρίου ἐκίνησε τὴν ὀργὴ τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία διέταξε νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πεθάνει τῆς πείνας. ̔Ο Θεὸς ὅμως δὲν ἐγκαταλείπει τοὺς δούλους Του, οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τὴν ἐλπίδα τους σὲ Αὐτόν. ῞Ενας δοῦλος τῆς πονηρῆς ἐκείνης γυναίκας σπλαχνίστηκε τὸν ἀξιομακάριστο Μωϋσῆ καὶ τὸν ἔτρεφε κρυφά. 
Στὸ μεταξύ, οἱ σύνδουλοι τοῦ ̔Οσίου προσπαθοῦσαν νὰ τὸν πείσουν νὰ ὑποκύψει: 
- ̓Αδελφὲ Μωϋσῆ, τοῦ ἔλεγαν, τί σ ̓ ἐμποδίζει νὰ νυμφευθείς; Εἶσαι ἀκόμη νέος. Καὶ ἡ γυναίκα αὐτὴ εἶναι χήρα, ποὺ ἔζησε ἕνα χρόνο μόνο μαζὶ μὲ τὸν ἄνδρα της. ̔Η ὀμορφιά της εἶναι σπάνια, ὁ πλοῦτος της ἀνεκτίμητος, ἡ δύναμή της μεγάλη. ̓Αλήθεια, ἂν ἤθελε νὰ πάρει ἕναν ἀπὸ τοὺς πρίγκιπες, ποιός θὰ τὴν ἀπέφευγε; Καὶ σύ, ποὺ εἶσαι αἰχμάλωτος καὶ δοῦλος τῆς γυναίκας αὐτῆς, δὲν θέλεις νὰ γίνεις κύριός της; Λὲς ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ παραβείς τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. ̓ Αλλά, τί παραγγέλλει ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο; «῞Ενεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»! Καὶ ὁ ̓Απόστολος δὲν λέει «κρεῖσσον γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι»; Καὶ ἐπιτρέπει στὶς χῆρες νὰ συνάπτουν δεύτερο γάμο. ̓ Αφοῦ δὲν εἶσαι καλόγερος, ἀλλὰ ἐλεύθερος ἀπὸ μοναχικὲς ὑποσχέσεις, γιατί παραδίδεις τὸν ἑαυτό σου σὲ πικρὰ βάσανα; Γιὰ ποιό λόγο ἀποφεύγεις τὸν γάμο; ῍Αν πεθάνεις στὴν κατάσταση αὐτή, ποιός θὰ σ ̓ ἐπαινέσει; Ποιός ἄνθρωπος, ἀπὸ τὸν ̓Αδὰμ μέχρι σήμερα, καταφρόνησε τὴν γυναῖκα, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Μοναχούς; Τί ἔκαναν ὁ ̓Αβραάμ, ὁ ̓Ισαάκ , ὁ ̓Ιακώβ; ̓Αλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ πάγκαλος ̓Ιωσήφ, ἀφοῦ πρῶτα ἐνίκησε τὸν πειρασμό, τί ἔκανε ὕστερα; Πῆρε γυναίκα! Κι ἐσύ, ἂν γλυτώσεις τὴν ζωή σου, κάποιαν ἄλλη θὰ πάρεις. Καὶ ποιός τότε δὲν θὰ σὲ περιγελάσει γιὰ τὴν ἀνοησία σου νὰ περιφρονήσεις μία τόσο ἀξιοζήλευτη εὐκαιρία; Δὲν εἶναι προτιμότερο γιὰ σένα, νὰ παραδώσεις τὸν ἑαυτό σου στὴν ἀρχόντισσα αὐτή, νὰ ἐλευθερωθείς ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ νὰ γίνεις ἄρχοντας;
Αλλὰ ὁ εὐλογημένος Μωϋσῆς ἀποκρίθηκε: 
-Αδελφοὶ καὶ φίλοι μου καλοί, ἐσεῖς καλὰ τὰ λέτε. ̓Αλλὰ νομίζω ὅτι οἱ ψιθυρισμοὶ τοῦ πονηροῦ φιδιοῦ πρὸς τὴν Εὔα δὲν ἦταν χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδικούς σας λόγους. Μὲ πιέζετε νὰ παραδοθῶ στὴν γυναῖκα αὐτή, ἀλλὰ δὲν πρόκειται μὲ κανένα τρόπο νὰ σᾶς ἀκούσω. ῍Αν πεθάνω στὰ δεσμὰ αὐτὰ καὶ τὰ πικρὰ βάσανα, ἐλπίζω μὲ μεγαλύτερη βεβαιότητα νὰ βρῶ ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεό. ῍Αν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε ὅλοι οἱ δίκαιοι νὰ σώζωνται διὰ τοῦ γάμου, μάθετε ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι δίκαιος. Εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ γι ̓ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ σωθῶ μαζὶ μὲ γυναίκα. ῍Αν ὁ ̓Ιωσὴφ παραδινόταν στὴν γυναῖκα τοῦ Πετεφρῆ, δὲν θὰ γινόταν κατόπιν βασιλιάς. Ο Θεὸς εἶδε τὴν ὑπομονή του καὶ τοῦ ἐχάρισε τὴν βασιλεία. ῎Ετσι λοιπὸν δοξάζεται σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες γιὰ τὴν σωφροσύνη του, μολονότι ἄφησε παιδιὰ πίσω του. ̓Εγὼ ὅμως, οὔτε τὴν βασιλεία τῆς Αἰγύπτου θέλω, οὔτε ἐξουσία κοσμικὴ ἐπιζητῶ, οὔτε στὴν χώρα τῆς Λεχίας ἐπιθυμῶ νὰ ζήσω, οὔτε νὰ τιμηθῶ σὲ ὁλόκληρη τὴν ρωσικὴ γῆ ἐπιδιώκω. ῞Ολα αὐτὰ τὰ περιφρονῶ γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καὶ ἂν ξεφύγω ζωντανὸς ἀπὸ τὰ χέρια αὐτῆς τῆς γυναίκας, θὰ γίνω Μοναχός. Γιατὶ ὁ Κύριος εἶπε στὸ Εὐαγγέλιο: «Πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει». Τὸν Χριστὸ λοιπὸν νὰ ἀκούσω ἢ ἐσᾶς; Καὶ ὁ ̓Απόστολος λέει βέβαια, ὅτι «κρεῖσσόν ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι», ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ αὐτὸ τί ὑπογραμμίζει; «Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ. Εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν». Καὶ παρακάτω: « ̔Ο ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ· ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί». Ποιόν λοιπὸν ν ̓ ἀκούσω, ἐσᾶς ἢ τὸν ̓Απόστολο; Καὶ ποιόν εἶναι καλύτερα νὰ ὑπηρετεί κανείς, τὸν Χριστὸ ἢ τὴν γυναῖκα; ̔Ο ̓Απόστολος πάλι λέει: «Οἱ δοῦλοι ὑπακούετε τοῖς κυρίοις ὑμῶν εἰς τὸ ἀγαθόν». Λοιπόν, μάθετε πὼς ἡ ὀμορφιὰ τῆς γυναίκας δὲν μὲ δελεάζει καθόλου. Οὔτε μπορεῖ αὐτὴ νὰ μὲ ἀποπλανήσει μακρυὰ ἀπὸ τὸ Νυμφίο τῆς ψυχῆς μου.
Όταν ἡ ἀρχόντισσα πληροφορήθηκε ὅλα αὐτά, ἔβαλε σὲ ἐφαρμογὴ ἕνα νέο πανοῦργο σχέδιο. Διέταξε νὰ ἀνεβάσουν τὸ μακάριο Μωϋσῆ σὲ ἕνα καταστόλιστο ἄλογο καὶ νὰ τὸν περιφέρουν μὲ τὴν συνοδεία πολλῶν δούλων στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις ποὺ ἐξουσίαζε. ̓Εκείνη ἵππευε δίπλα του σὲ ἕνα ἄλλο ἄλογο. ̓Αφοῦ τοῦ ἔδειξε τὴν ἐπικράτειά της, τοῦ εἶπε: 
-῞Ολη αὐτὴ ἡ χώρα εἶναι ἰδική σου. ῞Ολος αὐτὸς ὁ λαὸς εἶναι ἰδικός σου. Κάνε τους ὅ,τι θέλεις.
῎Επειτα στράφηκε στὸν λαὸ καὶ ἐφώναξε: 
- Νά, ὁ κύριός σας καὶ σύζυγός μου! ῞Ολοι σας νὰ τὸν σέβεσθε καὶ νὰ τὸν προσκυνᾶτε! 
Ο ῞Αγιος ὅμως γέλασε μὲ τὸν παραλογισμὸ τῆς παθιασμένης γυναίκας καὶ τῆς εἶπε: 
- Μάταια κοπιάζεις. Δὲν μπορεῖς νὰ μὲ δελεάσεις μὲ φθαρτὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, οὔτε νὰ συλήσεις τὸν ἄφθαρτο πνευματικό μου πλοῦτο. Πάρ ̓ το λοιπὸν ἀπόφαση καὶ μὴν πασχίζεις ἄδικα νὰ μὲ κερδίσεις.
Η γυναίκα ἔγινε ἔξαλλη. 
-Ξέχασες ὅτι σὲ ἔχω ἀγοράσει;… οὔρλιαξε σὰν ἀγριεμένη λύκαινα. Ποιός μπορεῖ νὰ σὲ γλυτώσει ἀπὸ τὰ χέρια μου; Δὲν θὰ μοῦ ξεφύγεις ζωντανός! Θὰ σὲ βασανίσω ἀνελέητα καὶ ἔπειτα θὰ σὲ θανατώσω!
-Δὲν φοβᾶμαι τὶς ἀπειλές σου…, ἀποκρίθηκε ἄφοβα ὁ γενναῖος. Καὶ ἂν θέλει ὁ Θεός, δὲν θὰ ἀργήσω νὰ γίνω Μοναχός.
Η πρόρρηση τοῦ ̔Οσίου σύντομα ἐκπληρώθηκε μὲ τρόπο θαυμαστό, τὸν ὁποῖο παραχώρησε ἡ ἀνεξερεύνητη βουλὴ τοῦ πανάγαθου Θεοῦ. Συνέβη δηλαδὴ νὰ περάσει τότε ἀπὸ ἐκεῖ ἕνας ̔Ιερομόναχος ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος. Συνάντησε μὲ τοῦ Θεοῦ τὴν εὐδοκία τὸν μακάριο Μωϋσῆ, πληροφορήθηκε τὰ παθήματα καὶ τὸν πόθο του καὶ τὸν ἐνέδυσε τὸ ̓Αγγελικὸ Σχῆμα. ̓Αφοῦ τὸν ἐσυμβούλευσε νὰ διατηρήσει μὲ κάθε θυσία τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μὴν παραδώσει τὸν ἑαυτό του στὸν ἐχθρό, τοῦ εὐχήθηκε νὰ λυτρωθεί ἀπὸ κείνη τὴν ἀσελγῆ γυναῖκα καὶ ἀναχώρησε. Αὐτὸς ὁ ̔Αγιορείτης ̔Ιερομόναχος ἀναζητήθηκε μετὰ παντοῦ, ἀλλὰ δὲν βρέθηκε ποτὲ πουθενά. 
̔Η γυναίκα πάλι, ὅταν ἔχασε τὶς ἐλπίδες της, παρέδωσε τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ στοὺς βασανιστές. Τὸν τέντωσαν σὲ ἕνα πάγκο καὶ τὸν ἔδειραν ἀλύπητα μὲ σιδερένια ραβδιά, μέχρι ποὺ ἡ γῆ βάφτηκε κόκκινη ἀπὸ τὸ αἷμά του. 
Ενῶ τὸν ἐκτυποῦσαν, τοῦ ἔλεγαν: 
-Υποτάξου στὴν κυρία σου καὶ κάνε τὸ θέλημά της. ῍Αν δὲν ὑποκύψεις, θὰ κόψουμε τὸ σῶμα σου σὲ κομμάτια. Δὲν ἔχεις σωτηρία. Θὰ παραδώσεις πικρὰ τὴν ψυχή σου μετὰ ἀπὸ πολλὰ μαρτύρια. Λυπήσου λοιπὸν τὰ νιάτα σου. Βγάλε αὐτὸ τὸ ξεσχισμένο ράκος, φόρεσε στολὴ πολύτιμη καὶ θὰ γλυτώσεις ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα σοῦ ἑτοιμάζουμε.
̓Αλλὰ ὁ μακάριος τοὺς ἀποκρίθηκε μὲ γενναιότητα: 
- ̓Αδελφοί, κάντε ὅ,τι σᾶς διέταξαν καὶ μὴν καθυστερῆτε. Ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ ἀρνηθῶ τὶς μοναχικές μου ὑποσχέσεις καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε πόνοι, οὔτε φωτιά, οὔτε πληγὲς μποροῦν νὰ μὲ χωρίσουν ἀπὸ τὸν Κύριό μου καὶ τὸ μεγάλο ̓Αγγελικὸ Σχῆμα. Αὐτὴ ἡ σκοτισμένη γυναίκα ἐπιδεικνύει ἀσύστολα τὴν ἀδιαντροπιά της. Οὔτε τὸν Θεὸ φοβᾶται οὔτε τοὺς ἀνθρώπους ἐντρέπεται, βιάζοντάς με ἀναιδέστατα σὲ διαφθορὰ καὶ πορνεία. ̓Αλλὰ δὲν πρόκειται νὰ κάνω τὸ ἄθλιο θέλημά της.
Λύσσαξε ἡ ἀρχόντισσα μὲ τὴν ἀντίσταση τοῦ γενναίου ἀθλητοῦ τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν περάσει ἤδη ἕξι χρόνια ποὺ τῆς ἀντιστεκόταν αὐτὸς ὁ δοῦλος, καὶ θέλησε νὰ ἐκδικηθεί τὴν προσβολὴ ποὺ τῆς ἔκανε.῎Εστειλε λοιπὸν ἀνθρώπους μὲ γράμματα στὸν βασιλιὰ Μπολιεσλάβο. 
-«Γνωρίζεις καλά, βασιλιά μου», τοῦ ἔγραφε, «ὅτι ὁ ἄνδρας μου σκοτώθηκε στὸ πεδίο τῆς μάχης, πολεμώντας γενναῖα στὸ πλευρό σου. ̓Εσὺ μετὰ μοῦ ἔδωσες τὴν ἐλευθερία νὰ διαλέξω ὅποιον θέλω γιὰ σύζυγό μου. ̓Ερωτεύθηκα ἕνα πανέμορφο νέο ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους σου, τὸν ἐλευθέρωσα, τὸν ἔφερα στὸ παλάτι μου, τοῦ χάρισα ὅλη τὴν περιουσία μου, τὸν ἔκανα ἐξουσιαστὴ τῆς γῆς μου, τοῦ λαοῦ μου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου. ῞Ομως αὐτὸς ὅλα τοῦτα τὰ περιφρόνησε. Πολλὲς φορὲς τὸν ἐβασάνισα μὲ πεῖνα καὶ πληγές, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχα νὰ τὸν κάνω σύζυγό μου. ῎Εκλεισαν ἕξι χρόνια ποὺ τὸν ταλαιπωρῶ καὶ μὲ ταλαιπωρεῖ. ̓Αλλ ̓ αὐτὸς ὁ σκληρόκαρδος ὑπομένει ὅλα τὰ μαρτύρια καὶ δὲν ταπεινώνεται. Τώρα μάλιστα ἔγινε κρυφὰ Μοναχὸς ἀπὸ κάποιον ἄγνωστο καλόγερο. Λοιπόν, τί διατάζεις νὰ τοῦ κάνω;». 
Ο Μπολιεσλάβος διέταξε νὰ παρουσιασθοῦν καὶ οἱ δύο ἐνώπιόν του. ῞Οταν ἦλθαν, ἄρχισε νὰ προτρέπει ἐπίμονα τὸν Μωϋσῆ νὰ ὑποκύψει στὶς ἀξιώσεις τῆς κυρίας του. 
Στὸ τέλος τοῦ εἶπε: 
-Ποιός εἶναι τόσο ἀναίσθητος ὅσο ἐσύ, ποὺ ἀποστερεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τόσα ἀγαθὰ καὶ προτιμᾶς τόσα πικρὰ βάσανα; Λοιπόν, γνώριζε ὅτι στὰ χέριά σου κρατᾶς τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατό σου. ῍Η κάνεις τὸ θέλημα τῆς κυρίας σου καὶ κερδίζεις τιμὲς καὶ δόξες, ἢ βρίσκεις θάνατο φρικτό.
῎Επειτα ὁ βασιλιὰς στράφηκε στὴν γυναῖκα: 
-Δὲν εἶναι δυνατό, τῆς εἶπε αὐστηρά, ὁ αἰχμάλωτος ποὺ ἀγόρασες νὰ κάνει τοῦ κεφαλιοῦ του. Εἶσαι κυρία του καὶ εἶναι δοῦλός σου. ῍Αν λοιπὸν δὲν ὑποκύψει δῶσ ̓ του ἕνα καλὸ μάθημα, ὥστε νὰ παραδειγματιστοῦν καὶ οἱ ἄλλοι αἰχμάλωτοι καὶ νὰ μὴν τολμοῦν νὰ παρακοῦνε τοὺς κυρίους τους.
Ο εὐλογημένος Μωϋσῆς εἶπε τότε στὸ βασιλιά: 
- ̔Ο Κύριός μου λέει: «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». Πῶς λοιπὸν μοῦ ὑπόσχεσαι δόξες καὶ τιμές, ὅταν ἐσὺ ὁ ἴδιος σὲ λίγο θὰ πεθάνεις καὶ ἡ γυναίκα αὐτὴ θὰ σκοτωθεί; ̔Η πρόρρηση τοῦ θεοφώτιστου Μωϋσέως δὲν ἄργησε νὰ πραγματοποιηθεί.
Προηγουμένως ὅμως, ὁ ῞Οσιος ὑπέφερε καὶ ἄλλα μαρτύρια ἀπὸ τὴν πονηρὴ γυναῖκα. ῎Εχοντας τώρα καὶ τὴν ἔγκριση τοῦ βασιλιᾶ, φορτικὰ καὶ ἀσύστολα τὸν προκαλοῦσε στὴν ἁμαρτία. 
-Χαμένοι οἱ κόποι σου…, τῆς ἀπαντοῦσε ὁ μακάριος. Μὴ μὲ νομίζεις ἀνόητο ἢ ἀνίκανο νὰ κάνω αὐτὴ τὴν πράξη. Σὲ ἀποστρέφομαι ὅμως σὰν ἀναίσχυντη καὶ ἀθεόφοβη.
Τότε ἐκείνη, ἀπελπισμένη πιά, πρόσταξε νὰ τοῦ δίνουν ἑκατὸ ραβδισμοὺς κάθε ἡμέρα καὶ μετὰ νὰ τὸν ἀκρωτηριάσουν. Σὲ λίγες μέρες ὁ πολύπαθος Μωϋσῆς ἦταν πεσμένος κάτω, μέσα σὲ μία λίμνη αἵματος, ἀναίσθητος, σὰν νεκρός. Λίγη πνοὴ ζωῆς τοῦ ἔμενε ἀκόμη. 
Στο μεταξύ, ὁ βασιλιὰς Μπολιεσλάβος, θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσει τὴν πικραμένη γιὰ τὴν ἀποτυχία της ἀρχόντισσα, ἐσήκωσε διωγμὸ ἐναντίον τῶν Μοναχῶν τῆς Λεχίας καὶ τοὺς ἔδιωξε ὅλους ἀπὸ τὴν ἐπικράτειά του. ̓Αλλὰ ὁ Κύριος τὸν ἀντάμειψε γρήγορα γιὰ τὴν ἀνόσια πράξη του. ̔Ο βασιλιὰς πέθανε ξαφνικὰ μία νύκτα. Καὶ ἀμέσως ξέσπασε ἐπανάσταση σὲ ὁλόκληρη τὴν χώρα. ̔Ο λαὸς ἐσκότωσε τοὺς βογιάρους καὶ μαζί τους τὴν βάναυση γυναῖκα, ἡ ὁποία ἐβασάνιζε τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ. 
Μετὰ τὸν θάνατο τῆς κυρίας του, ὁ πάγκαλος Μωϋσῆς ἐλευθερώθηκε καὶ μὲ κλονισμένη τὴν ὑγεία του ξεκίνησε γιὰ νὰ ἀφιερωθεί στὸν Κύριο. ῏Ηλθε μὲ κόπους καὶ πόνους στὴν Μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, βαστάζοντας στὸ σῶμά του τὶς πληγὲς τοῦ μαρτυρίου καὶ στὴν κεφαλὴ τὸ στεφάνι τῆς νίκης, σὰν γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. 
Ο Κύριος, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἔδωσε στὸν πνευματέμφορο Μωϋσῆ τὸ χάρισμα κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν. Κάποιος ἀδελφὸς τῶν Σπηλαίων ἀντιμετώπιζε σκληρὸ πόλεμο ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας. ῏Ηλθε στὸν ῞Αγιο, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσει καὶ τοῦ εἶπε:   
-῞Ο,τι μοῦ πῆς θὰ τὸ κρατήσω ὥς τὸν θάνατό μου. 
-῞Οσο ζῆς, νὰ μὴν συνομιλήσεις ποτὲ μὲ γυναίκα…, εἶπε ὁ ῞Οσιος.
῎Επειτα σήκωσε τὸ ραβδί του - περπατοῦσε πάντοτε μὲ ραβδί, γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ σταθεί μόνος του ἀπὸ τὶς πληγὲς - καὶ ἐκτύπησε μὲ αὐτὸ τὸν ἀδελφὸ στὸ στῆθος. ̓Αμέσως ὁ πόλεμος τοῦ ἀδελφοῦ σταμάτησε καὶ ἀπὸ τότε ποτὲ δὲν πειράχθηκε ἀπὸ σαρκικὴ ἐπιθυμία. 
̔Ο θεσπέσιος Μωϋσῆς ἔφτασε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ τέλη τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ μὲ τὰ παθήματα καὶ τὶς ἀσκήσεις του ἀξιώθηκε νὰ γίνεί θεόπτης, ὅπως ὁ ἀρχαῖος Μωϋσῆς, καὶ νὰ λάμψει μὲ τὴνἀρετὴ καὶ τὰ θαύματά του σὲ ὅλη τὴν ρωσικὴ γῆ.῏Ηταν 26 ̓Ιουνίου τοῦ ἔτους 1043 (περ.), ὅταν ἀναπαύτηκε ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τὶς πληγές του. ̔Ο Θεὸς τὸν ἐδόξασε γιὰ τὴνὑπομονή του, χαρίζοντας στὸ τίμιο Λείψανό του τὴν θαυματουργικὴδύναμη κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν. 
Στον βίο τοῦ ̔Οσίου ̓Ιωάννου τοῦ Πολυάθλου τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου [18η ̓Ιουλίου], ἀναφέρεται ὅτι, προκειμένου ὁ῞Οσιος νὰ ἐνισχύσει ἕναν Μοναχό, ὁ ὁποῖος ὑπέφερε ἀπὸ τὸν πόλεμο τῆς πορνείας, διηγήθηκε εἰς αὐτόν, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος εἶχε πολεμηθεί ἀγρίως ἀπὸ τὸ δαιμόνιο τῆς πορνείας ἐπὶ τρία χρόνια καὶ ὅταν ἔφθασε σὲ ἕνα πολὺ κρίσιμο σημεῖο κατὰ τὴν νύκτα τῆς ̓Αναστάσεως, ἐβόησε πρὸς Κύριον:
- Θεὲ καὶ Κύριε, σῶσέ με! Γιατί με ἐγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ὁ μόνος φιλάνθρωπος. Σῶσέ με, τὸν ἁμαρτωλό, ὁ μόνος ἀναμάρτητος. ̓Απάλλαξέ με ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία μου, γιὰ νὰ μὴν πιαστῶ στὰ δίχτυα τοῦ πονηροῦ γιὰ πάντα. Γλύτωσέ με ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ ποὺ θέλει νὰ μὲ καταπιεί. ῎Ελα νὰ μὲ σώσεις μὲ τὴν δύναμή Σου. Ρίξε ἀστραπὴ καὶ κάψε τον, γιὰ νὰ ἐξαφανισθεί ἀπο τὁ πρόσωπο τῆς γῆς!…
Πράγματι, τὴν ἴδια στιγμὴ ἄστραψε ἕνα Φῶς οὐράνιο. ̓Αμέσως τὸ φοβερὸ θηρίο ἐξαφανίστηκε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.῎Ακουσα τότε μία φωνὴ νὰ μοῦ λέει: 
- ̓Ιωάννη! ̓Ιωάννη! Σὲ ἐβοήθησα, ὅπως Μοῦ ἐζήτησες. Πρόσεχε τώρα τὴν ψυχή σου, γιὰ νὰ μὴν πάθεις χειρότερα στὸν μέλλοντα αἰῶνα! 
-Κύριε,… ρώτησα μὲ παράπονο, γιατί μὲ ἄφησες τόσο πολὺ νὰ βασανισθῶ;
-Σὲ δοκίμασα κατὰ τὴν δύναμη τῆς ὑπομονῆς σου. Περνώντας ἔτσι μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι τῶν πειρασμῶν, θὰ παρουσιασθείς ἐνώπιόν Μου καθαρὸς σὰν τὸ χρυσάφι. Ποτὲ δὲν ἐπιτρέπω νὰ δοκιμασθεί ὁ ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γιὰ νὰ μὴν ἐμπαιχθεί καὶ νικηθεί ἀπὸ τὸν ̔ ̔ἀρχέκακο πονηρὸ ὄφι’. ̓Εσύ, ὅμως, γιὰ νὰ ἀπαλλαχθῆς ἀπὸ τὸν σαρκικὸ πόλεμο, προσευχήσου στὸν ῞Οσιο Μωϋσῆ τὸν Οὗγγρο. Αὐτὸς ἀναδείχθηκε ἀνώτερος ἀπὸ τὸν πάγκαλο ̓Ιωσὴφ στὴν σωφροσύνη, γι ̓ αὐτὸ μπορεῖ νὰ βοηθήσει ἀποτελεσματικὰ ὅσους πολεμοῦνται ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας.
̓Εγὼ τότε ̔ ̔ἐκέκραξα πρὸς Κύριον ̓ ̓: 
-Κύριε, δι ̓ εὐχῶν τοῦ ̔Οσίου Μωϋσέως, ἐλέησόν με!
Καὶ νά! ̓Αμέσως, μὲ ἔλουσε ἕνα ὑπέροχο, γλυκύτατο Φῶς, ποὺ μέχρι τώρα παραμένει καὶ φωτίζει τὴν σπηλιά μου τόσο, ὥστε δὲν μοῦ χρειάζονται κεριά. Καὶ ὅσοι ἔρχονται ἐδῶ μὲ πίστη, ἁπλότητα καὶ καθαρὴ καρδιά, βλέπουν τὸ θεῖο αὐτὸ Φῶς, τὸ ὁποῖο μὲ καταύγασε καὶ μὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὴν νύκτα ἐκείνη τῆς ̓Αναστάσεως. 
Τελειώνοντας τὴν διήγησή του ὁ Πολύαθλος ̓Ιωάννης, ἐστράφηκε στὸν Μοναχὸ ποὺ εἶχε τὸν πόλεμο τῆς πορνείας καὶ τοῦ εἶπε:- ̓Αδελφέ, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καρφώνουμε τὸν νοῦ μας στὴν λατρεία τῆς σάρκας, γι ̓ αὐτὸ ταλαιπωρούμαστε. Καὶ ὁ Κύριος μὲ τὴν δίκαιη κρίση Του ἀφήνει νὰ πολεμηθοῦμε, γιατὶ δὲν ἔχουμε καρποὺς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε καὶ ἐσὺ τὶς εὐχὲς τοῦ μακαρίου Μωϋσέως τοῦ Οὕγγρου καὶ ἴσως νὰ σὲ λυπηθεί ὁ Θεός. 
̓Αφοῦ προσευχήθηκε μαζὶ μὲ τὸ Μοναχὸ ὁ εὐλογημένος ̓Ιωάννης, πῆρε ἕνα τεμάχιο ἀπὸ τὰ τίμια λείψανα τοῦ ̔Οσίου Μωϋσέως καὶ εἶπε: 
- ̓Ακούμπησέ το στὸ σῶμα σου.
̔Ο ἀδελφὸς ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπε. Καὶ αὐτοστιγμεὶ ἔνοιωσε νὰ ὑποχωρεί ἡ πύρωση καὶ νὰ νεκρώνεται τὸ πάθος τῆς ἀκολασίας, τὸ ὁποῖο δὲν τὸν ἐνόχλησε ποτὲ πιά.῎Ετσι, ἀποδείχθηκε, ὅτι πράγματι ὁ Θεὸς ἔδωσε τὸ χάρισμα στὸ ἱερὸ Λείψανο τοῦ ̔Οσίου Μωϋσέως κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν. 

Πατερικὸν τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου,  Ιερά Μονή Παρακλήτου. Ωρωπὸς ̓Αττικῆς 

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

Περί αγνείας


ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ 
Περί αγνείας 
(Διά την άφθαρτον αγνείαν και σωφροσύνην, την οποία κατακτούν φθαρτοί άνθρωποι διά καμάτων και ιδρώτων)


1.Ακούσαμε την μαινάδα, δηλαδή την γαστριμαργία, πού μόλις πρό ολίγου μας ανέφερε ότι ιδικός της απόγονος είναι ο σαρκικός πόλεμος. Διότι μας το διδάσκει αυτό και ο παλαιός εκείνος προπάτωρ, ο Αδάμ, ο οποίος εάν δεν είχε νικηθή από την κοιλία, δεν θα ερχόταν σε σαρκική σχέσι με την σύζυγό του. Όσοι λοιπόν τηρούν την πρώτη εντολή, δεν πέφτουν στην δεύτερη παράβασι. Και παραμένουν βεβαίως υιοί του Αδάμ, χωρίς όμως να δοκιμάσουν και να γνωρίσουν την πτώσι του Αδάμ, σε μία κατάστασι ολίγο κατωτέρα από τους Αγγέλους. Και τούτο, για να μη γίνη το κακό αθάνατο, όπως λέγει ο Άγιος που ονομάζεται Θεολόγος [1]. 
2.Αγνεία σημαίνει απόκτησις της ασωμάτου φύσεως. Αγνεία σημαίνει ζηλευτός οίκος του Χριστού και επίγειος ουρανός της καρδιάς. Αγνεία σημαίνει υπερφυσική απάρνησις της ανθρωπίνης φύσεως, μία αληθινά παράδοξη άμιλλα σώματος θνητού και φθαρτού προς τους ασωμάτους αγγέλους. Αγνός είναι εκείνος πού με τον ένα έρωτα απέκρουσε τον άλλο έρωτα, και έσβησε τα υλικό με το άϋλο πύρ. 
3.Σωφροσύνη σημαίνει γενική ονομασία όλων των αρετών. Σώφρων είναι εκείνος πού και κατά τον ύπνο δεν αισθάνεται καμμία σαρκική κίνησι ή αλλοίωσι της καταστάσεώς του. Σώφρων είναι εκείνος πού απέκτησε τελεία αναισθησία ως προς την διαφορά του φύλου. Αυτός είναι ο κανών και ο όρος της τελείας και πανάγνου αγνείας, το να συμπεριφέρεται κανείς παρόμοια και προς τα έμψυχα και προς τα άψυχα σώματα, και προς τα λογικά και προς τα άλογα. 
4.Κανείς από όσους ήσκησαν την αγνεία ας μη θεωρή δικό του κατόρθωμα την απόκτησί της. Διότι το να νικήση κανείς την φύσι του είναι από τα ανέλπιστα. Όπου πραγματοποιήθηκε ήττα της φύσεως, εκεί φανερώθηκε η παρουσία του υπερφυσικού. Διότι χωρίς καμμία αντιλογία το κατώτερο καταργείται από το ανώτερο. Η αρχή της αγνείας είναι η μη συγκατάθεσις στους σαρκικούς λογισμούς, καθώς και οι αραιές καθ΄ ύπνον ρεύσεις χωρίς αισχρά όνειρα. Το μέσον της αγνείας είναι η παρουσία φυσικών κινήσεων στην σάρκα, μόνο εξ αιτίας πολυφαγίας, χωρίς εικόνες σαρκικές και χωρίς ρεύσεις. Το τέλος δε είναι η νέκρωσις του σώματος, αφού προηγουμένως ενεκρώθηκαν οι σαρκικοί λογισμοί. 
5.Μακάριος αληθινά εκείνος πού εμπρός σε οποιοδήποτε σώμα και χρώμα και ηλικία απέκτησε τελεία αναισθησία. 
6.Αγνός δεν θεωρείται εκείνος πού εφύλαξε αρρύπωτο το πήλινο σώμα του, αλλ΄ εκείνος πού υπέταξε τα σωματικά μέλη στην ψυχή είναι ο τελείως αγνός. 
7.Μέγας είναι εκείνος ο οποίος στην αφή παρέμεινε απαθής. Ανώτερος όμως είναι εκείνος πού έμεινε άτρωτος από την θέα, και ενίκησε την θέα του σαρκικού πυρός με την σκέψι του ουρανίου κάλλους. 
8.Εκείνος πού απομακρύνει τον κύνα με την προσευχή, ομοιάζει με αυτόν που παλεύει με λέοντα. Εκείνος πού τον ανατρέπει με την αντίρρησι, ομοιάζει με αυτόν πού καταδιώκει ακόμη τον εχθρό του. Και εκείνος που ολοτελώς εξουδετέρωσε τις επιθέσεις, μολονότι ζή ακόμη με την σάρκα, ήδη έχει αναστηθή από τον τάφο. 
9.Αν είναι απόδειξις της αληθινής αγνείας το να μην επηρεάζεται κανείς από τις αισχρές φαντασίες πού παρουσιάζονται στον ύπνο, οπωσδήποτε το όριο της λαγνείας είναι το να παθαίνη κανείς ρεύσι από αισχρές ενθυμήσεις ξύπνιος. 
10.Όποιος πολεμά τούτον τον αντίδικο με ιδρώτες και μόχθους, είναι σαν να έδεσε τον εχθρό του με ένα βούρλο. Όποιος τον πολεμά με την εγκράτεια και την αγρυπνία, είναι σαν να του πέρασε αλυσίδες. Και όποιος τον πολεμά με την ταπεινοφροσύνη και την αοργησία και την δίψα, είναι σαν να τον εφόνευσε και τον έκρυψε στην άμμο. Άμμο να θεωρήσης την ταπείνωσι, διότι η άμμος δεν παρέχει βοσκή στα πάθη, αλλά είναι χώμα και στάκτη. 
11.Άλλος είναι εκείνος πού έδεσε τον τύραννο με τους αγώνες, άλλος εκείνος πού τον έδεσε με την ταπείνωσι, και άλλος εκείνος πού τον έδεσε με την παρέμβασι και εμφάνεια του Θεού. Και ομοιάζουν ο πρώτος με τον αυγερινό, ο δεύτερος με την πανσέληνο και ο τρίτος με τον ολόλαμπρο ήλιο. Ωστόσο και οι τρείς έχουν το πολίτευμά τους στους ουρανούς. Από την αυγή γεννάται το φως, και από το φως προβάλλει ο ήλιος. Έτσι ανάλογα πρέπει να σκεφθούμε και να βρούμε το αντίστοιχο νόημα σ΄ αυτά πού είπαμε. 
12.Η αλεπού υποκρίνεται πώς κοιμάται. Ο δαίμων δε και το σώμα υποκρίνονται σωφροσύνη. Και η μέν αλεπού, για να εξαπατήση την όρνιθα. Ο δαίμων, για να καταστρέψη την ψυχή. 
13.Μην εμπιστευθής στην ζωή σου το πήλινο σώμα, και μη ξεθαρρέψης μαζί του, μέχρις ότου συναντήσης τον Χριστόν. 
14.Μην παίρνεις θάρρος και νομίζης ότι λόγω της εγκρατείας σου θα σωθής από την πτώσι. Κάποιος χωρίς να τρώγη τίποτε έπεσε από τον ουρανό [2]. 
15.Μερικοί γνωστικοί πού έδωσαν ορθό ορισμό της αποταγής, την εχαρακτήρισαν ως έχθρα προς το σώμα και μάχη προς την κοιλία. 
16.Στους αρχαρίους οι πτώσεις κατά κανόνα συμβαίνουν από την απόλαυσι των φαγητών. Στους μεσαίους, και από υπερηφάνεια, πράγμα πού παρατηρείται βέβαια και στους αρχαρίους. Σ΄ εκείνους δε που πλησιάζουν προς την τελειότητα, αποκλειστικά εξ αιτίας της κατακρίσεως. 
17.Μερικοί μακαρίζουν όσους γεννήθηκαν ευνούχοι, διότι, όπως λέγουν, έχουν λυτρωθή από την τυραννία του σώματος. Εγώ όμως μακαρίζω όσους γίνονται καθημερινά ευνούχοι και ακρωτηριάζουν τους εαυτούς των χρησιμοποιώντας ως μάχαιρα τον υγιή λογισμό. 
18.Έχω ιδεί μερικούς πού έπεσαν ακουσίως, και έχω ιδεί άλλους που επιθυμούσαν την πτώσι, αλλά δεν την κατώρθωναν? και τους ελεεινολόγησα περισσότερο από εκείνους πού αμαρτάνουν κάθε ημέρα, διότι παρά την αδυναμία τους επιθυμούσαν την δυσωδία. 
19.Ελεεινός όποιος πέφτει. Ελεεινότερος όμως όποιος παρασύρει και άλλον στην πτώσι. Διότι και των δύο πτώσεων την ενοχή και την εφάμαρτη ηδονή, τα παίρνει επάνω του. 
20.Μην προσπαθής με εύλογα επιχειρήματα και αντιρρήσεις να αποκρούσης τον δαίμονα της πορνείας, διότι εκείνος έχει με το μέρος του τις ευλογοφανείς προφάσεις, αφού μας πολεμεί με σύμμαχο την φύσι μας. 
21.Όποιος απεφάσισε να πολεμήση ή να νικήση την σάρκα του με τις ιδικές του δυνάμεις, άδικα τρέχη. Εάν ο Κύριος δεν γκρεμίση τον οίκο της σαρκός και δεν οικοδομήση τον οίκο της ψυχής, άδικα αγρύπνησε και ενήστευσε αυτός που απεφάσισε να γκρεμίση τον οίκο (πρβλ. Ψαλμ. ρκς΄ 1). 
22.Ανάθεσε στον Κύριον την ασθένεια της φύσεώς σου, αναγνωρίζοντας πλήρως την ιδική σου αδυναμία, και τότε θα λάβης το χάρισμα της σωφροσύνης, χωρίς να το καταλάβης. 
23.Σ΄ εκείνους πού είναι έκδοτοι στις ηδονές παρατηρείται, όπως μου διηγήθηκε κάποιος απ΄ αυτούς πού τα εδοκίμασε, μετά την ανάνηψί του, μία αίσθησις έρωτος σωμάτων, και ένα πνεύμα γεμάτο αναίδεια και απανθρωπιά θρονιασμένο αισθητά στην καρδιά. Αυτό το πνεύμα προξενεί στον πολεμούμενο άνθρωπο πόνο στην καρδιά πού τον καίει σαν φλογερό καμίνι. Τον κάνει επίσης να μη φοβήται τον Θεόν, να μη λογαριάζη καθόλου την μνήμη της κολάσεως, να βδελύσσεται την προσευχή, και κατά την ώρα της διαπράξεως της αμαρτίας, και τα λείψανα ακόμη των νεκρών να τα θεωρή σαν ξηρούς λίθους. Τον κάνει εκτός εαυτού και έξω φρενών, μεθυσμένον συνεχώς από την επιθυμία σωμάτων λογικών ανθρώπων και αλόγων ζώων! Και αν ο Θεός δεν συντόμευε τον χρόνο της κυριαρχίας του, δεν θα σωζόταν καμμία ψυχή (πρβλ. Ματθ. κδ΄ 22) καμμία ψυχή που έχει ενδυθή το πήλινο αυτό σώμα, το αναμεμειγμένο με αίμα και ρυπαρό χυμό. Και πώς μπορεί να είναι διαφορετικά, αφού κάθε πράγμα αναζητεί με σφοδρότητα ό,τι του είναι συγγενικό; Το αίμα αναζητεί το αίμα, το σκουλήκι το σκουλήκι, ο πηλός τον πηλό. Έτσι και η σάρκα την σάρκα, έστω και αν προσπαθούμε εμείς οι βιασταί της φύσεως και ερασταί της ουρανίου βασιλείας να εξαπατήσουμε με διάφορα τεχνάσματα την απατεώνα, δηλαδή την σάρκα. 
24.Όσοι δεν εδοκίμασαν τον πόλεμο πού προανέφερα είναι μακάριοι. Ας παρακαλούμε ώστε να σωθούμε για πάντα από την δοκιμή του, διότι εκείνοι πού εγλύστρησαν μέσα σ΄ αυτόν τον βόθρο, πέφτουν πολύ μακρυά από όσους ανεβαίνουν και κατεβαίνουν την ουρανοδρόμο κλίμακα και για να σηκωθούν έχουν ανάγκη από πολλούς ιδρώτες και αυστηρότατη νηστεία. 
25.Ας εξετάσωμε μήπως και οι αόρατοι εχθροί μας, όπως συμβαίνει και στον αισθητό πόλεμο, καθώς είναι παρατεταγμένοι εναντίον μας, έχουν ο καθένας κάποια ωρισμένη ειδικότητα και εργασία, πράγμα όντως αξιοθαύμαστο. 
26.Παρηκολούθησα τους πειραζομένους και είδα πτώσεις φοβερώτερες από τις συνήθεις. Όποιος διαθέτει νού ας τα ακούη. Συνηθίζει πολλές φορές ο διάβολος, και μάλιστα σ΄ όσους αγωνίζονται στον μοναχικό βίο, να στρέφη όλη του την ορμητικότητα και τον ζήλο και την τέχνη και την πανουργία και την εφευρετικότητα, στις παρά φύσιν και όχι στις κατά φύσιν αμαρτίες, και σ΄ αυτόν τον τομέα τους κάνει να πολεμούνται περισσότερο. Ως εκ τούτου συναναστρεφόμενοι μερικοί ωρισμένες φορές με γυναίκες και μη ενοχλούμενοι από σαρκική επιθυμία, εμακάρισαν τον εαυτόν τους, μη γνωρίζοντες οι ταλαίπωροι, ότι όπου υπάρχει όλεθρος μεγαλύτερος, δεν είναι απαραίτητος ο μικρότερος. 
27.Έχω την γνώμη, ότι για τις δύο επόμενες αιτίες συνηθίζουν να πολεμούν και να πολιορκούν εμάς τους αθλίους οι φονικοί και πανάθλιοι δαίμονες στις παρά φύσιν αμαρτίες. Πρώτον διότι διαθέτουν ευκολώτερα τα μέσα, και δεύτερον διότι για την πτώσι αυτή υφιστάμεθα μεγαλύτερη τιμωρία. Το γνωρίζει τούτο ο μέγας ασκητής πού προηγουμένως εξουσίαζε τους αγρίους όνους και ύστερα εξουσιάζετο και περιεπαίζετο από αυτούς πού προηγουμένως ετρέφετο με ουράνιο άρτο, και έπειτα στερήθηκε την μεγάλη αυτή χάρι. Και το πιο αξιοθαύμαστο: Μετά την μετάνοιά του, θρηνώντας πικρά ο καθηγητής μας Αντώνιος είπε: «Στύλος μέγας έπεσεν». Αλλά απέκρυψε ο σοφός τον τρόπο της πτώσεως. Εγνώριζε βέβαια ότι μπορεί να μολύνη κανείς το σώμα του με την πορνεία, χωρίς να υπάρχη ξένο σώμα [3]. 
28.Υπάρχει μέσα μας ένας κίνδυνος θανάτου και ένας κίνδυνος ολεθρίου πτώσεως, πού συμπορεύεται πάντοτε μαζί μας και ιδίως κατά την περίοδο της νεότητος. Αυτά δεν είχα την τόλμη να τα γράψω, διότι μου κράτησε το χέρι εκείνος πού είπε: «Τά γάρ κρυφή γινόμενα υπό τινων, αισχρόν έστι καί λέγειν καί γράφειν καί ακούειν» (πρβλ. Έφεσ. ε΄ 12). 
29.Την ιδική μου και όχι ιδική μου, την φιλική και εχθρική τούτη σάρκα ο Παύλος την απεκάλεσε «θάνατο», λέγοντας: «Τις με ρύσεται από του σώματος και του θανάτου τούτου»; (Ρωμ. ζ΄ 24). Και ένας άλλος θεολόγος την ωνόμασε «εμπαθή και δούλην και νυκτερινήν» [4]. Εγώ διψούσα να μάθω για ποιο λόγο της έδωσαν τέτοιου είδους ονόματα. 
30.Εάν, όπως έχει προαναφερθή, η σάρκα είναι θάνατος, τότε οπωσδήποτε αυτός πού την ενίκησε δεν πρόκειται να πεθάνη. Και «τις έστιν άρα ο άνθρωπος εκείνος, ός ζήσεται και ούκ όψεται θάνατον μολυσμού σαρκός αυτού»; (πρβλ. Ψαλμ. πη΄ 49). Ας ερευνήσωμε, παρακαλώ: Ποιος είναι ανώτερος; Αυτός που πέθανε και έπειτα ανεστήθη ή αυτός πού δεν πέθανε καθόλου; Εκείνος που εμακάρισε τον δεύτερο, είπε ψέματα, διότι ο Χριστός ανέστη αφού πέθανε. Εκείνος πού εμακάρισε τον πρώτο, επιθυμεί να μην απελπίζωνται όσοι δοκιμάζουν τον θάνατο ή καλύτερα την πτώσι της αμαρτίας. 
31.Φιλάνθρωπο ονομάζει τον Θεόν ο απάνθρωπος εχθρός, ο επικεφαλής της πορνείας, και ότι συγχωρεί εύκολα το πάθος αυτό, σαν κάτι το φυσικό. Ας παρατηρήσωμε δε την δολιότητα των δαιμόνων και θα ιδούμε ότι μετά την διάπραξι Τον ονομάζουν δικαιοκρίτη και αυστηρό. Προηγουμένως ενήργησαν έτσι, για να μας σπρώξουν στην αμαρτία. Τώρα διαφορετικά, για να μας καταποντίσουν στην απελπισία. Και όσο διαρκεί η λύπη και η απελπισία, δεν μπορούμε να ταλανίσωμε ή να κατηγορήσωμε τον εαυτόν μας ή να εκδικηθούμε τον δαίμονα για το αμάρτημα. Όταν όμως αφανισθή η απελπισία, ακολουθεί πάλι ο τύραννος πού ομιλεί για την φιλανθρωπία του Θεού. 
32.Όσο άφθαρτος και ασώματος είναι ο Κύριος, τόσο ευφραίνεται με την αγνότητα και αφθαρσία του σώματός μας. Αντιθέτως οι δαίμονες, καθώς ισχυρίζονται μερικοί, με κανένα άλλο δεν χαίρονται τόσο, όσο με την δυσωδία της πορνείας, και με κανένα άλλο πάθος, όσο με τον μολυσμό του σώματος. 
33.Η αγνεία είναι προσοικείωσις του Θεού και ομοίωσις προς Αυτόν, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο. Μητέρα της γλυκύτητος των καρπών είναι η καλή γη και η δροσιά της βροχής, και μητέρα της αγνείας η ησυχία μαζί με την υπακοή. 
34.Η απάθεια του σώματος πού επιτυγχάνεται με την ησυχία, πολλές φορές πού επλησίασε στον κόσμο, δεν έμεινε ασάλευτη. Η απάθεια όμως πού αποκτήθηκε με την υπακοή, παρουσιάζεται παντού δόκιμη και ακράδαντη. 
35.Είδα υπερηφάνεια πού προξένησε ταπεινοφροσύνη, και θυμήθηκα εκείνον πού λέγει: «Τις έγνω νούν Κυρίου»; (Ρωμ. ια΄ 34). 
36.Η πτώσις είναι λάκκος και γέννημα της υπερηφανείας. Η πτώσις όμως υπήρξε πολλές φορές σ΄ όσους το θέλησαν αιτία ταπεινοφροσύνης. 
37.Εκείνος πού θέλει να νικήση τον δαίμονα της πορνείας με την γαστριμαργία και τον χορτασμό, είναι όμοιος μ΄ εκείνον πού σβήνει την πυρκαϊά με το λάδι. 
38.Εκείνος που προσεπάθησε να σταματήση τούτον τον πόλεμο μόνο με την εγκράτεια, είναι όμοιος μ΄ εκείνον πού κολυμπώντας με το ένα χέρι αγωνίζεται να βγή από το πέλαγος. Να συζεύξης με την εγκράτεια την ταπείνωσι, διότι χωρίς την δεύτερη, η πρώτη αποδεικνύεται ανωφελής. 
39.Όποιος θα ιδή τον εαυτόν του να υποσκελίζεται ιδιαιτέρως από κάποιο πάθος, ας οπλισθή πρό πάντων εναντίον αυτού του πάθους μόνον, και μάλιστα εάν πρόκειται για τον εμφύλιο εχθρό, δηλαδή την σάρκα. Διότι εάν αυτός ο εχθρός δεν υποταγή, καθόλου δεν ωφελούμεθα από τις άλλες νίκες μας. Όταν και εμείς πατάξωμε τούτον τον Αιγύπτιο, θα αντικρύσουμε οπωσδήποτε στην βάτο της ταπεινώσεως τον Θεόν. Πειραζόμενος εγώ αισθάνθηκα ότι ο λύκος αυτός δημιουργούσε απατηλά στην ψυχή χαρά αναίτιο και δάκρυα και παρηγορία. Και σαν μικρό νήπιο ενόμιζα πώς κρατούσα στα χέρια μου καρπό και όχι καταστροφή. 
40.«Πάν αμάρτημα, ό εάν ποιήση άνθρωπος, εκτός του σώματός εστίν, ο δε πορνεύων είς το ίδιον σώμα αμαρτάνει» (Α΄ Κορ. ς΄ 18). Αυτό οπωσδήποτε λέγεται, διότι μολύνουμε το ίδιο το σώμα μας, με την ρεύσι, πράγμα πού είναι αδύνατον να συμβή με άλλη αμαρτία. Εγώ ερευνώ για ποιόν λόγο συνηθίσαμε να λέγωμε, προκειμένου για οποιαδήποτε αμαρτία, μόνο ότι σφάλλουν οι άνθρωποι, ενώ όταν ακούσωμε πώς κάποιος επόρνευσε, λέγομε με οδύνη: ο τάδε έπεσε. 
41.Το ψάρι φεύγει γρήγορα μακρυά από το αγκίστρι, και η φιλήδονη ψυχή αποστρέφεται υπερβολικά την ησυχία. 
42.Όταν ο διάβολος θελήση να συνδέση δύο μεταξύ τους με αισχρό δεσμό, εξετάζει καλά και τα δύο μέρη και αρχίζει να θέτη το πύρ από τα αδύνατα σημεία που ανακαλύπτει. 
43.Πολλές φορές αυτοί πού ρέπουν στην φιληδονία φαίνονται συμπαθείς και ελεήμονες και ευκατάνυκτοι. Εκείνοι όμως πού αγωνίζονται επιμελώς για την αγνότητα δεν παρουσιάζουν με όμοιο τρόπο τις αρετές αυτές. 
44.Κάποιος γνωστικός μου έθεσε ένα δυσχερέστατο πρόβλημα. «Ποια αμαρτία, μου είπε, είναι βαρύτερη απ΄ όλες, εξαιρέσει του φόνου και της αρνήσεως»; Και όταν εγώ του απήντησα «το να πέση κανείς σε αίρεση», εκείνος με ξαναρώτησε: «Και πώς η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχεται τους αιρετικούς, και μετά τον ειλικρινή αναθεματισμό της αιρέσεώς των, τους αξιώνει της Θείας Μεταλήψεως, ενώ όποιον επόρνευσε τον δέχεται μέν μετά την εξομολόγησί του και την διόρθωσί του, αλλά τον στερεί επί χρόνους των Αχράντων Μυστηρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των Αποστολικών Κανόνων»; Και ενώ εγώ έμεινα κατάπληκτος με την ερώτησι, το άλυτο πρόβλημα παρέμεινε άλυτο. 
45.Ας ερευνήσωμε και ας μετρήσωμε και ας προσέξωμε ποια είναι η γλυκύτης πού δημιουργείται μέσα μας, όταν ψάλλωμε ηδονικά επηρεασμένοι από τον δαίμονα της πορνείας, και ποια προέρχεται από τα λόγια του Αγίου Πνεύματος και από την μυστική τους χάρι και δύναμι. 
46.Μην ξεγελασθής, ώ νέε! Μου έτυχε να ιδώ μερικούς να προσεύχωνται ολόψυχα για πρόσωπα πού τα αγαπούσαν πολύ. Και ενώ τους κινούσε το πνεύμα της πορνείας, ενόμιζαν ότι εκπληρώνουν τον νόμο της αγάπης! 
47.Είναι δυνατόν να μολυνθή το σώμα με μία απλή επαφή, διότι δεν υπάρχει καμμία αίσθησις πιο επικίνδυνη από την αφή. 
48.Να ενθυμήσαι αυτόν πού ετύλιξε το χέρι με το κάλυμμα της κεφαλής [5]. Και να ακινητοποιής το χέρι σου, ώστε να μην εγγίζη οποιοδήποτε μέλος είτε του ιδικού σου είτε ξένου σώματος. 
49.Νομίζω πώς κανείς δεν μπορεί να λέγεται πραγματικά άγιος, αν δεν μεταποιήση το χώμα τούτο -δηλαδή την σάρκα- σε αγιασμένο χώμα? εάν βέβαια είναι κατορθωτή αυτή η μεταβολή. 
50.Όταν πέφτουμε στο στρώμα, άς έχουμε άγρυπνη την προσοχή, διότι τότε ο νους παλεύει μόνος του με τους δαίμονες χωρίς την συνεργασία του σώματος. Και αν φανή φιλήδονος, γίνεται εύκολα προδότης. 
51.Η μνήμη του θανάτου ας κοιμηθή και ας ξυπνήση μαζί σου, καθώς η μονολόγιστη ευχή του Ιησού. Καμμία βοήθεια δεν θα βρής στον ύπνο ανώτερη από αυτά. 
52.Μερικοί αποφαίνονται δογματικά ότι οι σαρκικοί πόλεμοι και οι εκκρίσεις προέρχονται μόνο από την πολυφαγία. Εγώ όμως έχω ιδεί ανθρώπους να είναι βαρειά ασθενείς και να νηστεύουν υπερβολικά, και έν τούτοις να μολύνωνται υπερβολικά από εκκρίσεις. 
53.Ερώτησα κάποτε έναν από τους πιο ικανούς διακριτικούς μοναχούς, σχετικώς με τα θέματα αυτά, και με εδίδαξε με πολλή σαφήνεια ο μακάριος. 
«Συμβαίνει, μου είπε ο αοίδιμος, καθ΄ ύπνους έκκρισις από την πολυφαγία και την ανάπαυσι. Άλλοτε προέρχεται από την υπερηφάνεια, όταν αισθανθούμε έπαρσι, διότι επί πολύν καιρό δεν μας συνέβη έκκρισις. Και άλλοτε πάλι είναι αποτέλεσμα της κατακρίσεως του πλησίον. Εξ αυτών των περιπτώσεων οι δύο πρώτες παρατηρούνται και στους αρρώστους μάλλον και οι τρείς. Εάν δε κάποιος βλέπη τον εαυτόν του καθαρό από όλες τις αιτίες που αναφέραμε, είναι μακάριος πού έφθασε σε τέτοια απάθεια, και ό,τι έπαθε ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα του φθόνου των δαιμόνων. Και αυτό το επέτρεψε ο Θεός ύστερα από αρκετό καιρό, ώστε με ένα αναμάρτητο πάθημα να αποκτήση την πιο υψηλή ταπείνωσι». 
54.Κανείς ας μη θελήση να συλλογίζεται την ημέρα τα άσχημα όνειρα πού είδε την νύκτα. Διότι αποτελεί και αυτό επιδίωξι των δαιμόνων, να μας μολύνουν με τα όνειρα, ενώ είμαστε ξύπνιοι. 
55.Ας ακούσωμε και μία άλλη πανουργία των εχθρών μας: Ωρισμένες τροφές πού βλάπτουν το σώμα, επιφέρουν την ασθένεια αργότερα ή την άλλη ημέρα. Κάτι παρόμοιο γίνεται πολλές φορές με τις αιτίες πού μολύνουν την ψυχή. 
56.Είδα μερικούς να τρώγουν απολαυστικά, και να μη πολεμούνται αμέσως. Και είδα άλλους να συνεσθίουν και να συναναστρέφωνται με γυναίκες, και να μην έχουν εκείνη την ώρα κανένα πονηρό λογισμό. Έτσι απατώμενοι πήραν θάρρος και φάνηκαν αμέριμνοι. Την ώρα όμως πού ενόμισαν ότι ευρίσκονται σε ειρήνη και ασφάλεια, μέσα στο κελλί τους έπαθαν ξαφνικό όλεθρο. Ποιος ήταν ο όλεθρος; Εκείνος πού συμβαίνει σ΄ εμάς, στην ψυχή και στο σώμα, όταν είμαστε εντελώς μόνοι. Όποιος τον εδοκίμασε, αντιλαμβάνεται. Όποιος δεν τον εδοκίμασε δεν χρειάζεται να τον γνωρίση. 
Κατά τον καιρό αυτού του πειρασμού κατάλληλη βοήθεια για μας είναι ο σάκκος, η σποδός, η ολονύκτιος ορθοστασία, η στέρησις του άρτου, η φλόγωσις της γλώσσης από την δίψα, η ελάχιστη πόσις ύδατος, η διαμονή στους τάφους, και πρό πάντων η ταπείνωσις της καρδιάς. Και ακόμη, εάν είναι εύκολο, η βοήθεια από ένα πατέρα ή αδελφό ικανό και με γηραιό φρόνημα. Διότι απορώ, εάν μπορή κάποιος μόνος του να σώση πλοίο από το πέλαγος. 
57.Πολλές φορές η ίδια πτώσις είναι εκατό φορές βαρύτερη από την πτώσι ενός άλλου. Το κρίμα υπολογίζεται και από τον τρόπο και από τον τόπο και από την πνευματική προκοπή του αμαρτήσαντος και από άλλα πολλά. 
58.Μου περιέγραψε κάποιος έναν παράδοξο και υψηλότατο βαθμό αγνότητος: «Κάποιος, μου είπε, ατενίζοντας σωματικό κάλλος, παρακινούμενος από αυτό εδοξολόγησε τον Δημιουργό. Και μόνο από την θέα του κινήθηκε σε αγάπη προς τον Θεόν και σε ακατάπαυστα δάκρυα. Και σε κατελάμβανε θάμβος να βλέπης τον βόθρο του ενός να γίνεται με υπερφυσικό τρόπο αιτία στεφάνων στον άλλο». Εάν πάντοτε αυτός ο άνθρωπος είς αυτού του είδους τα θέματα έχη την ίδια αίσθησι και αντιμετώπισι, ανεστήθη άφθαρτος προς της κοινής αναστάσεως. 
59.Το ίδιο μέτρο ας έχωμε υπ΄ όψιν μας και όσον αφορά τις μελωδίες και τα άσματα. Διότι όσοι είναι φιλόθεοι παρακινούνται σε πνευματική χαρά και αγάπη του Θεού και δάκρυα, τόσο από τα κοσμικά όσο και από τα θρησκευτικά μελωδήματα. Στους φιληδόνους όμως συμβαίνει το αντίθετο. 
60.Μερικοί, όπως το είπαμε ήδη, συμβαίνει να πολεμούνται περισσότερο σε τόπους ησυχαστικούς. Και δεν είναι περίεργο. Διότι εισχωρούν και κατοικούν εκεί οι δαίμονες, αφού εξωρίσθηκαν από τον Κύριον χάριν της σωτηρίας μας στους ερημικούς τόπους και στην άβυσσο. 
61.Πολεμούν τον ησυχαστή φοβερά οι δαίμονες της πορνείας, για να τον φέρουν στον κόσμο, αφού δήθεν δεν ωφελείται καθόλου από την έρημο. Όταν ευρισκώμεθα στον κόσμο, απομακρύνονται από πλησίον μας, για να μείνωμε μαζί με τους κοσμικούς, αφού δήθεν εκεί δεν έχομε πόλεμο! 
62.Όπου πολεμούμεθα, εκεί οπωσδήποτε πολεμούμε τον εχθρό σκληρά. Διότι εάν δεν αντιμετωπίζη πόλεμο έκ μέρους μας, γίνεται και αυτός φίλος μας. 
63.Ευρισκόμενοι για κάποια αναγκαία υπηρεσία στον κόσμο, σκεπαζόμεθα από το χέρι του Θεού, ίσως από την ευχή του Γέροντος, για να μη βλασφημηθή ο Κύριος εξ αιτίας μας. 
Άλλοτε δεν μας συμβαίνει πτώσις από αναισθησία, διότι έχομε από πρίν μεγάλη πείρα και έχομε χορτάσει από τα όσα παρατηρούνται και λέγονται και διαπράττονται στον κόσμο. Και άλλοτε διότι υποχωρούν θεληματικά οι δαίμονες, αφίνοντας σ’ εμάς τον δαίμονα της υπερηφανείας, ο οποίος είναι ικανός να τους αναπληρώνη όλους. 
64.Ακούσατε ένα άλλο τέχνασμα και μία άλλη πανουργία του απατεώνος, όσοι επιθυμείτε να εξασκήτε την αγνεία, και φυλαχθήτε. 
Κάποιος που εδοκίμασε τον δόλο αυτό μου διηγήθηκε, ότι πλείστες φορές ο δαίμων της πορνείας κρύπτει εντελώς τον εαυτόν του. Έτσι υποβάλλει στον μοναχό την εντύπωσι ότι είναι ευλαβέστατος, του χορηγεί και δάκρυα ακόμη όταν κάθεται και συνομιλή με γυναίκες, παρακινώντας τον να τις διδάσκη περί μνήμης θανάτου και περί κρίσεως και περί σωφροσύνης. 
Και όλα αυτά για να παρασυρθούν από τα λόγια του και την ψεύτικη ευλάβεια κα να προστρέξουν οι άθλιες στον λύκο σαν σε βοσκό. Και αφού δημιουργηθή εν τω μεταξύ ανάμεσά τους ένα κλίμα οικειότητος και θάρρους, να υποστή ο πανάθλιος την πτώσι. 
65.Να αποφεύγωμε με όλη μας την δύναμι να παρατηρούμε ή να ακούμε για καρπό, πού υποσχεθήκαμε να μη τον γευθούμε ποτέ. 
Θαυμάζω δε εάν θεωρήσαμε τους εαυτούς μας πιο ισχυρούς από τον Προφήτη Δαβίδ, πράγμα απαράδεκτο. 
Τόσο υψηλός και τόσο μεγάλος είναι ο έπαινος της αγνείας, ώστε μερικοί από τους Πατέρας να τολμήσουν να την ονομάσουν απάθεια. 
66.Ισχυρίζονται ωρισμένοι πώς είναι αδύνατον να ονομάζεται κανείς αγνός μετά την γεύσι της αμαρτίας. Εγώ όμως αντικρούοντας αυτούς αποφαίνομαι: «Είναι δυνατόν και εύκολο σ’ όποιον θέλει, να μετακεντρίση την αγριέλαιον σε καλλιέλαιον». Εάν τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών είχαν δοθή σ’ έναν παρθένο, ίσως να είχαν οι προαναφερθέντες δίκηο στην γνώμη τους. Εφ’ όσον όμως δεν συμβαίνει αυτό, ας τους αποστομώση εκείνος πού και πεθερά απέκτησε και αγνός έγινε και τα κλειδιά της βασιλείας κρατεί στα χέρια του. 
67.Πολύμορφος είναι ο όφις του σαρκικού πολέμου. Αυτούς πού δεν εγεύθηκαν την αμαρτία τους σπρώχνει να την δοκιμάσουν μία μόνο φορά και έπειτα να σταματήσουν. Και όσους την εδοκίμασαν, με την ανάμνησι τους ερεθίζει ο άθλιος να την δοκιμάσουν πάλι. Πολλοί από τους πρώτους δεν πολεμούν, διότι αγνοούν το κακό. Οι δεύτεροι δε, επειδή εδοκίμασαν το σιχαμερό αυτό κακό, υφίστανται ενοχλήσεις και πολέμους. Πολλές φορές όμως συμβαίνει και το αντίθετο. 
68.Όταν σηκωνόμαστε από τον ύπνο ευδιάθετοι και ειρηνικοί, σημαίνει ότι χωρίς να το αντιληφθούμε μας συμπαρίστανται άγιοι Άγγελοι, και κυρίως όταν έχωμε κοιμηθή με πολλή προσευχή και νηφαλιότητα. Αλλά μερικές φορές συμβαίνει να ευρισκώμεθα σε ευχάριστη κατάστασι καθώς ξυπνούμε, και να το παθαίνωμε αυτό από όνειρα και φαντασίες πού προέρχονται από τους δαίμονας. 
69.Είδα τον ασεβή να υπερυψώνεται και να επαίρεται και να ταράσσεται και να μαίνεται μέσα μου σαν τους κέδρους του Λιβάνου. Και τον προσπέρασα με την εγκράτεια, και να! ο θυμός του δεν ήταν όπως πρίν. Τον ανεζήτησα πάλι αφού εταπείνωσα τον λογισμό μου, και ούτε ευρέθηκε πλέον μέσα μου ο τόπος του ή το ίχνος του (πρβλ. Ψαλμ. λστ΄ 36). 
70.Όποιος ενίκησε το σώμα, αυτός ενίκησε την φύσι. Αυτός δε πού ενίκησε την φύσι, οπωσδήποε ανέβηκε σε υπερφυσική κατάστασι. Αυτός δε πού κατώρθωσε τούτο, «ηλάττωται βραχύ τι παρ’ Αγγέλους», για να μην ειπώ ότι καθόλου δεν είναι ελαττωμένος από αυτούς. 
71.Δεν είναι θαύμα το να μάχεται ο άϋλος τον άϋλο. Θαύμα όμως είναι, αληθινό θαύμα, το να κατανικήση τους αΰλους εχθρούς ο υλικός άνθρωπος, μαχόμενος εναντίον τους με την εχθρική τούτη και επίβουλη ύλη, δηλαδή το σώμα. 
72.Δείχνοντας και εδώ ο αγαθός Κύριος πολλή πρόνοια για μας, εμπόδισε την αναισχυντία των γυναικών με την εντροπή σαν με χαλινάρι. Διότι αν μόνες τους έτρεχαν προς τους άρρενας, δεν θα εσώζετο κανένας. 
73.Άλλο χαρακτηρίζεται από τους διακριτικούς Πατέρας προσβολή και άλλο συνδυασμός και άλλο συγκατάθεσις και άλλο αιχμαλωσία και άλλο πάλη και άλλο ψυχικό πάθος. 
Προσβολή ονομάζουν οι μακάριοι ένα απλούν λόγο ή μία τυχαία εικόνα πού εμφανίζεται για πρώτη φορά στην καρδιά. Συνδυασμό δε, το να συζητήσης με το εμφανισθέν είτε εμπαθώς είτε απαθώς. Συγκατάθεσι, την ηδονική στροφή της ψυχής προς το εμφανισθέν. Και αιχμαλωσία, την ορμητική και αθέλητη αρπαγή της καρδιάς∙ ή την εξακολουθητική συνεύρεσι με αυτό, πράγμα πού εξαφανίζει την καλή μας ψυχική κατάστασι. 
Πάλη ορίζουν ότι είναι η παράταξις μιας ίσης προς τον εχθρό δυνάμεως, με την οποία, ανάλογα με την θέλησί μας, ή νικούμε ή υφιστάμεθα ήττα. Πάθος δε λέγουν ότι είναι εκείνο πού εμφωλεύει πολύν καιρό εμπαθώς μέσα στην ψυχή, και το οποίο από την πολλή συνήθεια έχει κάνει την ψυχή να παραδίδεται μόνη της σ’ αυτό. 
Εξ’ όλων αυτών το μέν πρώτο δεν είναι ένοχο, το δεύτερο όχι και τόσο, το δε τρίτο εξαρτάται από την κατάστασι του αγωνιζομένου. Όσον αφορά την πάλη, αυτή θα προξενήση ή στεφάνους ή τιμωρίες. Η αιχμαλωσία διαφορετικά κρίνεται την ώρα της προσευχής και διαφορετικά τις άλλες ώρες∙ και αλλοιώτικα για πονηρούς λογισμούς. Το πάθος τέλος για όλους, ή τακτοποιείται με την ανάλογη μετάνοια ή τιμωρείται στην μέλλουσα κόλασι. Εκείνος λοιπόν πού αντιμετωπίζει νικηφόρα και με απάθεια το πρώτο, διά μιας περιέκοψε όλα τα κακά επακόλουθα. 
Ομιλούν οι πιο ακριβολόγοι από τους γνωστικούς Πατέρες και για μία άλλη έννοια, λεπτότερη από τις προηγούμενες, η οποία σύμφωνα με ωρισμένους αποκαλείται παραρριπισμός του νοός. Αυτή η έννοια παρευθύς, χωρίς να μεσολαβήση χρόνος ή λόγος ή εικόνα, παρουσιάζει με περισσότερη οξύτητα το πάθος στον άνθρωπο. Ανάμεσα στα πνεύματα του κακού τίποτε δεν υπάρχει πιο ταχύ και πιο αδιόρατο. Με μόνη την λεπτή και απλή ενθύμησι, αχρόνως, αφθάστως, σε πολλούς δε και αγνώστως παρουσιάζεται μέσα στην ψυχή. Εάν δε κάποιος μπόρεσε διά μέσου του πένθους να κατανοήση την λεπτότητα αυτού του πνεύματος, αυτός μπορεί να μας διδάξη, πώς γίνεται με μόνη την όρασι, με ένα ανεπαίσθητο βλέμμα και άγγιγμα χεριού και άκουσμα μελωδίας, χωρίς καμμία έννοια και σκέψι να πορνεύη εμπαθώς η ψυχή! 
74.Έχουν μερικοί την γνώμη ότι το σώμα οδηγείται στα πάθη από τους λογισμούς της πορνείας. Άλλοι αντίθετα υποστηρίζουν ότι από τις σωματικές αισθήσεις γεννώνται οι πονηροί λογισμοί. Και οι μέν πρώτοι φέρουν το επιχείρημα, πώς αν δεν προτρέξη ο νούς, δεν μπορεί να ακολουθήση το σώμα. Οι δε δεύτεροι έχουν ως στήριγμα της γνώμης τους την κακουργία του σωματικού πάθους, και λέγουν: Πολλές φορές από μία γλυκύτατη όψι, από ένα άγγιγμα χεριού, από μια ωραία ευωδία ή από ένα γλυκό άκουσμα παίρνουν αφορμή οι λογισμοί να εισέλθουν στην καρδιά. 
Για όλα αυτά όποιος μπορεί ας μας διδάξη έν Κυρίω. Διότι αυτά είναι πολύ αναγκαία και ωφέλιμα σε όσους ζουν την πρακτική μοναχική ζωή έν επιγνώσει. Είς τους άλλους, τους ασκουμένους «έν απλότητι καρδίας», δεν χρειάζεται να γίνεται λόγος περί αυτών. Άλλωστε η γνώσις δεν είναι κτήμα όλων. Ούτε πάλι είναι κτήμα όλων η μακαρία απλότης, ο θώραξ αυτός εναντίον των δόλων των πονηρών δαιμόνων. 
75.Ωρισμένα πάθη αρχίζουν από μέσα και εκδηλώνονται στο σώμα, αλλά δε αντιστρόφως. Σ’ εκείνους οι οποίοι ευρίσκονται στον κόσμο συμβαίνει συνήθως το δεύτερο, ενώ σ’ εκείνους πού ζούν τον μοναχικό βίο, το πρώτο, αφού λείπουν οι αφορμές. Εγώ δε γι΄αυτό το ζήτημα λέγω: Θα ζητήσης στους κακούς σύνεσι, αλλά δεν θα την εύρης [6]. 
76.Αφού αγωνισθούμε πολύ εναντίον του δαίμονος, ο οποίος είναι σύζυγος της πηλού, δηλαδή της σαρκός μας, και αφού τον κτυπήσωμε με την πέτρα της νηστείας και το ξίφος της ταπεινώσεως, και τον εκδιώξωμε από την καρδιά μας, ύστερα αυτός κάθεται επάνω στο σώμα μας και μας σπρώχνει σε μολυσμούς γαργαλίζοντάς μας ο άθλιος και προξενώντας κάποια κινήματα άπρεπα και άκαιρα. Αυτό συνήθως το παθαίνουν περισσότερο απ’ όλους όσοι υποτάσσονται στον δαίμονα της υπερηφανείας. Διότι αφού έπαυσαν να έχουν στην καρδιά συνεχείς πορνικούς λογισμούς, επλησίασαν σ’ αυτό το πάθος. Και ότι αυτό πού ελέχθη δεν είναι ψευδές θα φανή ως εξής: Όταν εύρουν ήσυχο καιρό, ας ανακρίνουν τον εαυτό τους προσεκτικά και οπωσδήποτε θα ανακαλύψουν στο βάθος της καρδιάς των κάποιον λογισμό, πού κρύβεται σαν όφις στην κοπριά. Και αυτός ο λογισμός τους παρουσιάζει ότι δήθεν το κατόρθωμα της καρδιακής αγνείας το επέτυχαν με τον ιδικό τους ζήλο και την ιδική τους προθυμία. Και δεν σκέπτονται οι ταλαίπωροι τον γραφικό λόγο: «Τι γάρ έχεις ό ούκ έλαβες δωρεάν ή έκ Θεού ή έξ ετέρων συνεργίας και ευχής;» (πρβλ. Α΄ Κορινθ. δ΄ 7). 
Ας προσέξουν λοιπόν και αφού νεκρώσουν αυτόν τον όφι με πολλή ταπεινοφροσύνη, ας τον εκδιώξουν από την καρδιά τους. 
Έτσι, εάν απαλλαγούν από αυτόν, θα μπορέσουν ίσως κάποια φορά και αυτοί να εκδυθούν τους δερματίνους χιτώνας και να ψάλουν προς τον Κύριον τον επινίκιο ύμνο της αγνείας, όπως κάποτε τα αγνά νήπια (πρβλ. Ματθ. κα΄ 15)∙ εάν βέβαια εκδυθέντες δεν ευρεθούν γυμνοί∙ γυμνοί από την ακακία και την φυσική αθωότητα εκείνων. 
Παρακολουθεί και αυτός ο δαίμων πολύ περισσότερο από τους άλλους τον καιρό. Και όταν δεν είμαστε σε θέσι να προσευχηθούμε σωματικώς εναντίον του, τότε κατ’ εξοχήν επιχειρεί να μας πολεμά ο ανόσιος. 
Έρχεται ως βοηθός σε όσους δεν απέκτησαν ακόμη αληθινή καρδιακή προσευχή ο κόπος και η ταλαιπωρία της σωματικής προσευχής. Δηλαδή η έκτασις των χειρών, το κτύπημα του στήθους, η καθαρά ενατένισις προς τον ουρανό, οι δυνατοί αναστεναγμοί, η συνεχής γονυκλισία. 
Όταν αυτά πολλές φορές, εφ’ όσον είναι παρόντες και άλλοι, δεν μπορούμε να τα κάνουμε, τότε μας πολεμούν πολύ οι δαίμονες. Τότε αναγκαστικά ίσως υποχωρούμε στην επίθεσί τους, αφού δεν μπορούμε ακόμη με την συγκέντρωσι του νου και με την αόρατη δύναμι της προσευχής να αντισταθούμε στους εχθρούς μας. 
Αναπήδησε γρήγορα, αν μπορής. Κρύψου για λίγο μυστικά. Ανύψωσε τους ψυχικούς σου οφθαλμούς, αν σου είναι δυνατόν. Ειδεμή, ανύψωσε τους σωματικούς. Σταύρωσε τα χέρια σου ακίνητα, ώστε και με τον τύπο του Σταυρού να καταισχύνης και να νικήσης τον Αμαλήκ. 
Φώναξε δυνατά προς τον δυνάμενον να σε σώση, όχι με επιτηδευμένες φράσεις, αλλά με ταπεινά λόγια, αρχίζοντας εν πρώτοις με το «ελέησόν με, ότι ασθενής ειμί» (Ψαλμ. ς΄ 3). Τότε θα αισθανθής την δύναμι του Υψίστου και θα αποδιώξης τους αοράτους αοράτως με αόρατη βοήθεια. 
Όποιος συνήθισε να πολεμά έτσι ταχέως και με μόνη την ψυχή θα δυνηθή να εκδιώκη τους εχθρούς. Αυτό το δεύτερο είναι ανταμοιβή του πρώτου εκ μέρους του Θεού προς τους αγωνιστάς. Και δικαίως. 
77.Παρευρεθείς σε κάποια σύναξι μοναχών αντελήφθηκα ότι ένας εκλεκτός αδεφός ενωχλήθηκε από πονηρούς λογισμούς. Και επειδή δεν ευρέθηκε τόπος κατάλληλος για προσευχή, πήγε στο αφοδευτήριο για σωματική ανάγκη, γιατί τον ενώχλησε δήθεν η κοιλία, και εκεί με δυνατή προσευχή επολέμησε κατά των εχθρών του. Όταν δε εγώ τον εμέμφθηκα για το ακατάλληλο του τόπου, μου απήντησε: «Προσευχήθηκα σε ακάθαρτο τόπο, εφ’ όσον επρόκειτο για την εκδίωξι ακαθάρτων λογισμών και για την κάθαρσι από τον ρύπο». 
78.Όλοι οι δαίμονες αγωνίζονται να σκοτίσουν προηγουμένως το νοερό μέρος της ψυχής μας, και έπειτα μας υποβάλλουν εκείνα που αγαπούν. Διότι αν ο νους δεν κλείση τα μάτια του, δεν θα κλαπή ο θησαυρός. Αυτό το επιδιώκει περισσότερο απ’ όλους ο δαίμων της πορνείας. Αυτός πολλές φορές σκοτίζοντας τον ηγεμόνα νου κάνει να επιτελεσθούν πράξεις, και μάλιστα επί παρουσία ανθρώπων, πού μόνο οι παράφρονες διαπράττουν. Γι’ αυτό αργότερα όταν ο νους συνέλθη, όχι μόνο όσους μας είδαν, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας εντρεπόμεθα για τις άσεμνες πράξεις, τα λόγια και τα κινήματά μας, και μένομε έκθαμβοι εμπρός σ’ εκείνη μας την πώρωσι. Έτσι πολλές φορές μερικοί πού το αντελήφθηκαν αυτό, εσταμάτησαν την αμαρτία. 
79.Αποδοκίμαζε τον εχθρό, ο οποίος μετά την διάπραξι της αμαρτίας σε εμποδίζει από την προσευχή ή την θεοσέβεια ή την αγρυπνία. Και να ενθυμήσαι εκείνον που είπε: «Διά δε το κόπους μοι παρέχειν την υπό των προλήψεων τυραννουμένην ψυχήν, ποιήσω την εκδίκησιν αυτής έκ των εχθρών αυτής» (πρβλ. Λουκ. ιη΄ 5). 
80.Ποιος ενίκησε το σώμα; Αυτός πού συνέτριψε την καρδιά. Και ποιος συνέτριψε την καρδιά; Αυτός που αρνήθηκε τον εαυτόν του. Γιατί πώς να μη συντριβή εκείνος πού απέθανε ως προς το θέλημα της σαρκός; 
81.Συναντάται και εμπαθής εμπαθέστερος από άλλον εμπαθή, πού ακόμη και τους μολυσμούς του τους εξομολογείται αισθανόμενος ηδυπάθεια. 
82.Οι ακάθαρτοι και αισχροί λογισμοί γεννώνται συνήθως στην καρδιά από τον εξαπατούντα την καρδιά, δηλαδή από τον δαίμονα της πορνείας. Αυτούς τους θεραπεύει η εγκράτεια και η παντελής περιφρόνησις. 
83.Με ποια μέθοδο και με ποιο τρόπο να δέσω αυτόν τον φίλο μου, δηλαδή την σάρκα, και να τον δικάσω, όπως και τους άλλους, δεν γνωρίζω. Διότι πρίν τον δέσω λύεται, και πρίν τον δικάσω συμφιλιώνομαι μαζί του. Και πρίν τον τιμωρήσω τον λυπούμαι και κάμπτομαι. Πώς να νικήσω αυτόν πού έκ φύσεως αγαπώ; Πώς να ελευθερωθώ απ’ αυτόν, με τον οποίον είμαι συνδεδεμένος αιωνίως; Πώς να καταργήσω εκείνο πού θα αναστηθή μαζί μου; Πώς να μεταβάλω σε άφθαρτο εκείνο πού έλαβε φθαρτή φύσι; τι λογικό επιχείρημα να του αντιτάξω, αφού έχει με το μέρος του τα λογικά επιχειρήματα από την φύσι; 
Αν δέσω τον φίλο μου αυτόν με την νηστεία, μόλις κατακρίνω τον πλησίον μου, πάλι παραδίδομαι στα χέρια του. Αν σταματήσω την κατάκρισι και τον νικήσω, αλλά υπερηφανευθώ μέσα μου, πέφτω πάλι στα χέρια του. Είναι για μένα και συνεργάτης και εχθρός. Και βοηθός και αντίδικος. Και υποστηρικτής μαζί και επίβουλος. Όταν δέχεται περιποιήσεις πολεμεί, και όταν συνθλίβεται ατονεί. Όταν τον αναπαύωμε ατακτεί, και όταν πάλι τον αποστρεφώμεθα και τον ταλαιπωρούμε, δεν αντέχει. Αν τον λυπήσω, διατρέχω κίνδυνο. Αν τον πληγώσω, δεν θα έχω με ποιόν να αποκτήσω τις αρετές. Τον ίδιο και τον εναγκαλίζομαι και τον αποστρέφομαι! 
Ποιο είναι το μυστήριο πού με περιβάλλει; Πώς εξηγείται η μείξις πού παρατηρείται σ’ εμένα; Πώς στον εαυτόν μου είμαι και φίλος και εχθρός; Λέγε μου, λέγε μου, εσύ σύζυγέ μου, εσύ φύσις μου, γιατί δεν χρειάζεται να μάθω τα περί σου από άλλον. Πώς θα μείνω άτρωτος από σένα; Πώς θα κατορθώσω να διαφύγω τον κίνδυνο της φύσεως; Επειδή έδωσα υπόσχεσι στον Χριστόν να είμαι εχθρός σου, πώς θα νικήσω την τυραννική σου εξουσία; Πώς; Διότι απεφάσισα να ασκώ βία επάνω σου. 
Και η σάρκα αφού κατά κάποιον τρόπο αποκρίθηκε προς την ψυχή, φάνηκε ότι έτσι περίπου είπε: 
Δεν πρόκειται να σου ειπώ κάτι που εσύ δεν το γνωρίζεις, αλλά κάτι πού και οι δύο το γνωρίζομε. Εγώ καυχώμαι ότι έχω μητέρα την (αμαρτωλή) αγάπη. Την εξωτερική πύρωσι της σαρκός την γεννώ με την περιποίησι και την έν γένει καλοπέρασι. Η δε εσωτερική φλόγα και έξαψις των λογισμών έχουν ως αφορμές την καλοπέρασι που προηγήθηκε και τις αισχρές πράξεις που διεπράχθησαν. Εγώ όταν συλλάβω, γεννώ τις αμαρτωλές πτώσεις. Και εκείνες πάλι όταν γεννηθούν, γεννούν με την σειρά τους τον θάνατο διά της απογνώσεως. 
Αν γνωρίσης καλά την ιδική μου και την ιδική σου μεγάλη ασθένεια, μου έδεσες τα χέρια. Αν ταλαιπωρήσης τον λαιμό, μου έδεσες τα πόδια, ώστε να μη μπορώ να προχωρώ. Αν συζευχθής την υπακοή, με διεζεύχθης. Αν αποκτήσης ταπείνωσι, με απεκεφάλισες. 
Δέκατο πέμπτο βραβείο!  
Όποιος ζώντας με την σάρκα το κατέκτησε, απέθανε και ανεστήθη και εγνώρισε ήδη από εδώ το προοίμιο της μελλοντικής αφθαρσίας.

[1] Πρόκειται, κατά τον σχολιαστή, για τον Θεολόγο Γρηγόριο. 
[2] Εννοεί τον Διάβολο, τον έκ του ουρανού πεσόντα Εωσφόρο. 
[3] Το έν λόγω περιστατικό αναφέρεται στο «Γεροντικόν»: Αποφθέγματα Μ. Αντωνίου, κεφ. ιδ΄ (βλ. «Ο Μέγας Αντώνιος», έκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 163). Σε μερικές όμως εκδόσεις του «Γεροντικού» παραλείπεται, σκοπίμως μάλλον. 
[4] Κατά τον σχολιαστή πρόκειται για τον άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό. Η σάρξ ονομάζεται «δούλη», διότι υποτάσσεται δουλικά στα πάθη της, και «νυκτερινή», διότι επιδίδεται σ΄ αυτά κυρίως την νύκτα. 
[5] Αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία ένας μοναχός εβοήθησε την ηλικιωμένη μητέρα του να διαβή κάποιον ποταμό. Για να μην εγγίση απ΄ ευθείας το χέρι της, το ετύλιξε με το κάλυμμα της κεφαλής και έτσι την εβάσταξε. Παρ΄ όλον ότι ήταν και προχωρημένη στην ηλικία και μητέρα Του! Το περιστατικό αναγράφεται στο «Γεροντικόν» (βλ. «Ευεργετινός», Β΄, Υπόθεσις κθ΄ 21). 
[6] Δηλαδή: Οι δαίμονες, όταν επιτίθενται, δεν διακρίνονται πάντοτε για τις συνετές και μεθοδικές ενέργειές τους.

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ 

ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ  

Δημοφιλείς αναρτήσεις