Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ – ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


Γεώργιος Κλόντζας, «Επί Σοι Χαίρει», τέλη 16ου αι.

 ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ  

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Στην εικόνα αυτή του Γεωργίου Κλόντζα, συνδυάζονται διάφορα θέματα και συνθέτουν μία θριαμβευτική δοξολογία προς την Παναγία, η οποία εικονίζεται στο κέντρο της σύνθεσης, μέσα σε δόξα, με τον Χριστό στην αγκαλιά της και σε θρόνο από σεραφείμ. Γύρω της σε ομόκεντρους κύκλους που έχουν αυξανόμενο πλάτος, υπάρχουν οι τροχοί, τα χερουβείμ, οι άγγελοι, τα ζώδια, το Δωδεκάορτο και οι οίκοι του Ακάθιστου Ύμνου, σκηνές από τη Γένεση και επάνω και στη μέση, εκκλησία με τον Εσταυρωμένο. Στο κάτω μέρος, μέσα σε μία λιμνοθάλασσα που θυμίζει τη Βενετία, εικονίζεται η Άνω Ιερουσαλήμ, αλλά και άγιοι, οι οποίοι παρατάσσονται σε πυκνές ιεραρχημένες ομάδες. Έτσι όλο το σύμπαν και το ανθρώπινο γένος, υμνεί την Παναγία για τον ρόλο της στην Ενσάρκωση.

Το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, «ὀρθοστάδην» το πλήθος έψαλε τον, από τότε ονομαζόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ο ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Η παράδοση αποδίδει τον «Ακάθιστο ύμνο» στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. 
ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ 
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα Χαίρε , Νύμφη ανύμφευτε

 


πηγή cityculture.gr /Επί Σοι Χαίρει, Κεχαριτωμένη Ακάθιστος Ύμνος 

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

ΚΑΝΩΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ Ψαλλόμενος τῷ Σαββάτω τῆς Ἀκαθίστου.

 

 ΚΑΝΩΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

Ψαλλόμενος τῷ Σαββάτω τῆς Ἀκαθίστου.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ.

Ὁὗ ἤ ἆκρὁστιχίς.
Χαράς δοχεῖον σοί πρέπει χαίρειν μόνη· Ιωσήφ.

ᾨδή ἆ’ 

Ἦχος δ’. Ἀνοίξω τό στόμα μου.
Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σε Πνεύματι, Ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, Ἁγνή θεώμενος, ἐπεφώνει σοι, Χαῖρε χαράς δοχεῖον, δι’ ᾖς τῆς Προμήτορος ἀρά λυθήσεται.

Ἀδάμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε Θεόνυμφε, τοῦ ᾌδου ἡ Ανέκρωσις, χαῖρε πανάμωμε, τό παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως. χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος.

Ῥόδον τό ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα, τό μῆλον τό εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα, τό ὀσφράδιον, τοῦ πάντων Βασιλέως, χαῖρε ἀπειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε δι’ ᾖς ἐκ τοῦ πτώματος, ἡμῶν ἐξανέστημεν, χαῖρε ἡδύπνοον, κρίνον Δέσποινα, πιστούς εὐωδιάζον, θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον.

ᾨδή γ’. Τούς σούς ὑμνολόγους.
Στάχυν ἡ βλαστήσασα τόν θεῖον, ὡς χώρα ἀνήροτος σαφῶς, χαῖρε ἔμψυχε τράπεζα, ἄρτον ζωῆς χωρήσασα, χαῖρε τοῦ ζῶντος ὕδατος, πηγή ἀκένωτος Δέσποινα.

Δάμαλις τόν μόσχον ἡ τεκοῦσα, τόν ἄμωμον, χαῖρε τοῖς πιστοῖς, χαῖρε ἀμνάς Κυήσασα, Θεοῦ ἀμνόν τόν αἴροντα, κόσμου παντός τά πταίσματα, χαῖρε θερμόν ἱλαστήριον.

Ὄρθρος φαεινός χαῖρε ἡ μόνη, τόν Ἥλιον φέρουσα Χριστόν, φωτός κατοικητήριον, χαῖρε τό σκότος λύσασα, καί τούς ζοφώδεις δαίμονας, ὁλοτελῶς εκμειώσασα.

Χαῖρε πύλη μόνη ἤν ὁ Λόγος, διώδευσε μόνος ἡ μοχλούς, καί πύλας ᾌδου Δέσποινα, τῷ τόκῳ σου συντρίψασα, χαῖρε ἡ θεία εἴσοδος, τῶν σῳζομένων πανύμνητε.

ᾨδή δ’. Ὅ καθήμενος ἐν δόξῃ.
Ἐν φωναῖς ἀσμάτων πίστει, σοί βοῶμεν Πανύμνητε, Χαῖρε πῖον ὄρος, καί τετυρωμένον ἐν Πνεύματι, χαῖρε λυχνία καί στάμνε, Μάννα φέρουσα, τό γλυκαίνοv, τά τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια.

Ἱλαστήριον τοῦ κόσμου, χαῖρε ἄχραντε Δέσποινα, χαῖρε κλῖμαξ γῆθεν, πάντας ἀνυψώσασα χάριτι, χαῖρε ἡ γέφυρα ὄντως, ἡ μετάγουσα, ἐκ θανάτου πάντας, πρός ζωήν τούς ὑμνοῦντας σε.

Οὐρανῶν ὑψηλοτέρα, χαῖρε γῆς τό θεμέλιον, ἐν τῇ σή νηδύϊ, Ἄχραντε ἀκόπως βαστάσασα, χαῖρε κογχύλη πορφύραν θείαν βάψασα, ἐξ αἱμάτων σου, τῷ Bασιλεί τῶν Δυνάμεων.

Νομοθέτην ἡ τεκοῦσα, ἀληθῶς χαῖρε Δέσποινα, τόν τάς ἀνομίας, πάντων δωρεάν ἐξαλείφοντα, ἀκατανόητον βάθος, ὕψος ἄρρητον, ἀπειρόγαμε, δι’ ᾖς ἡμεῖς εθεώθημεν.

Σέ τήν πλέξασαν τῷ κόσμῳ, αχειρόπλοκον στέφανον, ανυμνολογούμεν, Χαῖρε σοι Παρθένε κραυγάζοντες, τό φυλακτήριον πάντων καί χαράκωμα, καί κραταίωμα, καί ἱερόν καταφύγιον.

ᾨδή ἕ’. Ἐξέστη τά σύμπαντα.
Ὀδόν ἡ κυήσασα, ζωῆς χαῖρε Πανάμωμε, ἡ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας, σώσασα κόσμον, χαῖρε Θεόνυμφε, ἄκουσμα καί λάλημα φρικτόν, χαῖρε ἐνδιαίτημα, τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως.

Ἰσχύς καί ὀχύρωμα, ἀνθρώπων χαῖρε Ἄχραντε, τόπε ἁγιάσματος τῆς δόξης, νέκρωσις ᾌδου, νυμφών ὁλόφωτε, χαῖρε τῶν Ἀγγέλων χαρμονή, χαῖρε ἡ βοήθεια, τῶν πιστῶς δεομένων σου.

Πυρίμορφον ὄχημα, τοῦ Λόγου χαῖρε Δέσποινα, ἔμψυχε Παράδεισε τό ξύλον, ἐν μέσῳ ἔχων ζωῆς τόν Κύριον, οὗ ὁ γλυκασμός ζωοποιεῖ, πίστει τούς μετέχοντας, καί φθορά ὑποκύψαντας.

Ῥωννύμενοι σθένει σου, πιστῶς ἀναβοῷμεν σοι, Χαῖρε πόλις τοῦ Παμβασιλέως, δεδοξασμένα, καί ἀξιάκουστα, περί ᾖς λελάληνται σαφῶς, ὄρος ἀλατόμητον, χαῖρε βάθος ἀμέτρητον.

Εὐρύχωρον σκήνωμα, τοῦ Λόγου χαῖρε Ἄχραντε, κόχλος ἡ τόν, θεῖον μαργαρίτην, προαγαγοῦσα, χαῖρε πανθαύμαστε, πάντων πρός Θεόν καταλλαγῇ τῶν μακαριζόντων σε, Θεοτόκε ἑκάστοτε.

ᾨδή ς’. Τήν θείαν ταύτην.
Παστάς τοῦ Λόγου ἀμόλυντε, αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, χαῖρε Πανάχραντε, τῶν Προφητῶν περιήχημα, χαῖρε τῶν Ἀποστόλων, τό ἐγκαλλώπισμα.

Ἐκ σοῦ ἡ δρόσος απέσταξε, φλογμόν πολυθεΐας ἡ λύσασα, ὅθεν βοῷμεν σοι, Χαῖρε, ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος, ὄν Γεδεών Παρθένε, προεθεάσατο.

Ἰδού σοι Χαῖρε κραυγάζομεν, λιμήν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι καί Ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων, καί τῶν σκανδάλων πάντων, τοῦ πολεμήτορος.

Χαράς αἰτία χαρίτωσον, ἡμῶν τόν λογισμόν τοῦ κραυγάζειν σοι, Χαῖρε ἡ ἄφλεκτος βάτος νεφέλη Ὁλόφωτε, ἡ τούς πιστούς ἀπαύστως, ἐπισκιάζουσα.

ᾨδή ζ’. Οὐκ ἐλάτρευσαν.
Ἀνυμνοῦμεν σε, βοῶντες Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, ἄμπελος ἀληθινή, τόν βότρυν τόν πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζρντα, τόν τάς ψυχάς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σε δοξαζόντων.

Ἰατῆρα, τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα χαῖρε Θεόνυμφε, ἤ ῥάβδος ἡ μυστικῇ, ἄνθος τό ἀμάραντον, ἡ ἐξανθήσασα, χαῖρε Δέσποινα, δι’ ᾖς χαράς πληρούμεθα, καί ζωήν κληρονομοῦμεν.

Ῥητορεύουσα, οὐ σθένει γλῶσσα Δέσποινα, ὐμνολογήσαί σε, ὑπέρ γάρ τά Σεραφείμ, ὑψώθης κυήσασα, τόν Βασιλέα Χριστόν, ὄν ἱκέτευε, πάσης νῦν βλάβης ῥύσασθαι, τούς πιστῶς σε προσκυνοῦντας.

Εὐφημεῖ σε, μακαρίζοντα τά πέρατα, καί ἀνακράζει σοι. Χαῖρε ὁ τόμος ἐν ὦ, δακτύλῳ ἐγγέγραπται, Πατρός ὁ Λόγος Ἁγνή, ὄν ἱκέτευε, βίβλῳ ζωῆς τούς δούλους σου, καταγράψαι Θεοτόκε.

Ἱκετεύομεν οἱ δούλοί σου καί κλίνομεν ἱκετεύομεν, γόνυ καρδίας ἡμῶν. Κλῖνον τό οὕς σου Ἁγνή, καί σῶσον τούς θλίψεσι, βυθιζομένους ἡμᾶς, καί συντήρησον, πάσης ἐχθρῶν ἁλώσεως, τήν σήν ποίμνην Θεοτόκε.

ᾨδή ἡ’. Παῖδας εὐαγεῖς.
Νηδύϊ τόν Λόγον ὑπεδέξω, τόν πάντα βαστάζοντα ἐβάστασας, γάλακτι ἐξέθρεψας, νεύματι τόν τρέφοντα, τήν οἰκουμένην ἅπασαν, Ἁγνή ὦ ψάλλομεν. Τόν Κύριον ὑμνεῖτε τά ἔργα, καί ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Μώσης κατενόησεν ἐν βάτῳ, τό μέγα μυστήριον τοῦ τόκου σου. Παῖδες προεικόνισαν, τοῦτο ἐμφανέστατα μέσον πυρός ἱστάμενοι, καί μή φλεγόμενοι, ἀκήρατε ἁγία Παρθένε, ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Οἱ πρώην ἀπάτη γυμνωθέντες, στολήν ἀφθαρσίας ἐνεδύθημεν, τῇ κυοφορία σου, καί οἱ καθεζόμενοι, ἐν σκότει παραπτώσεων, φῶς κατωπτεύσαμεν, φωτός κατοικητήριον, Κόρη, ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Νεκροί διά σοῦ ζωοποιούνται, ζωήν γάρ τήν ἐνυπόστατον ἐκύησας, εὔλαλοι οἱ ἄλαλοι, πρώην χρηματίζοντες, λεπροί ἀποκαθαίρονται, νόσοι διώκονται, πνευμάτων ἀερίων τά πλήθη, ἥττηνται Παρθένε, βροτώνη σωτηρίᾳ.

Ἡ κόσμῳ τεκοῦσα σωτηρίαν, δι’ ᾖς ἀπό γῆς εἰς ὕψος ἤρθημεν, χαίροις παντευλόγητε, σκέπη καί κραταίωμα, τεῖχος καί ὀχύρωμα, τῶν μελῳδούντων Ἁγνή. Τόν Κύριον ὑμνεῖτε τά ἔργα, καί ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδή θ’. Ἅπας γηγενής.
Ἶνα σοι πιστοί, τό Χαῖρε κραυγάζωμεν, οἱ διά σοῦ τῆς χαράς, μέτοχοι γενόμενοι, τῆς ἀϊδίου, ῥῦσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ, βαρβαρικῆς ἁλώσεως, καί πάσης ἄλλης πληγῆς, διά πλῆθος, Κόρη παραπτώσεων, ἐπιούσης βροτοῖς ἁμαρτάνουσιν.

Ὤφθης φωτισμός, ἡμῶν καί βεβαίωσις, ὅθεν βοῷμεν σοι. Χαῖρε ἄστρον ἄδυτον, εἰσάγον κόσμῳ, τόν μέγαν Ἥλιον, χαῖρε Ἐδέμ ἀνοίξασα, τήν κεκλεισμένην Ἁγνή, χαῖρε στῦλε, πύρινε εἰσάγουσα, εἰς τήν ἄνω ζωήν τό ἀνθρώπινον.

Στῶμεν εὐλαβῶς, ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν, καί ἐκβοήσωμεν. Χαῖρε κόσμου Δέσποινα, χαῖρε Μαρίᾳ, Κυρίᾳ πάντων ἡμῶν, χαῖρε ἤ μόνη ἄμωμος, ἐν γυναιξί καί καλή, χαῖρε σκεῦος, μύρον τό ἀκένωτον, ἐπί σέ κενωθέν εἰσδεξάμενον.

Ἡ περιστερά, ἡ τόν ἐλεήμονα ἀποκυήσασα, χαῖρε ἀειπάρθενε Ὁσίων πάντων, χαῖρε τό καύχημα, τῶν Ἀθλητῶν στεφάνωμα, χαῖρε ἁπάντων τε, τῶν Δικαίων, θεῖον ἐγκαλλώπισμα, καί ἡμῶν τῶν πιστῶν τό διάσωσμα.

Φεῖσαι ὁ Θεός, τῆς κληρονομίας σου, τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πάσας παραβλέπων νῦν, εἰς τοῦτο ἔχων, ἐκδυσωποῦσαν σε, τήν ἐπί γῆς ἀσπόρως σε, κυοφορήσασαν, διά μέγα ἔλεος θελήσαντα, μορφωθῆναι Χριστέ, τό ἀλλότριον.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Ο Ακάθιστος Ύμνος σε νεοελληνική απόδοση

Ο Ακάθιστος Ύμνος σε νεοελληνική απόδοση 
πηγή- εδώ 
Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε χριστιανικός ύμνος ο οποίος ψέλνεται από τους χριστιανούς στεκόμενοι οι ίδιοι όρθιοι. Έχει επικρατήσει όμως (σχήμα κατεξοχήν) να ονομάζεται έτσι ένας ύμνος της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος είναι γνωστός ως Τη Υπερμάχω Στρατηγώ, και ο οποίος ψάλλεται στους ναούς στη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στο Άγιον Όρος καθημερινώς, αλλά και από κάθε χριστιανό στην κατά μόνας προσευχή. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές). 
Δεν γνωρίζουμε τον δημιουργό του, αν και έχουν προταθεί πολλά ονόματα, ο Ρωμανός Μελωδός, ο πατριάρχης Σέργιος, ο διάκονος Γεώργιος Πισίδης, ο πατριάρχης Φώτιος, ο πατριάρχης Γερμανός Α΄ και η Κασσιανή. Δημιουργήθηκε, σύμφωνα με την επικρατούσα παράδοση, για τη διάσωση της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αράβων, το 626, η οποία αποδόθηκε στη Θεοτόκο, την Υπέρμαχο Στρατηγό. Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού από τη Θεοτόκο, γεγονός το οποίο και εξαίρεται, γιατί συνδέεται με τη σωτηρία του ανθρώπου.

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ 
Μετάφραση

Σε σένα, την υπέρμαχο στρατηγό, τον επινίκιο ύμνο ως ευχαριστεία για τη σωτηρία μου από τα δεινά εγώ η πόλη σου σου προσφέρω, Θεοτόκε. Αλλά εσύ που η δύναμή σου είναι ακατανίκητη, λευτέρωσέ με από κάθε είδους κινδύνους, για να ψάλλω σε σένα, «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε»

Ο αρχάγγελος εστάλη από τον ουρανό, για να πει στην Θεοτόκο το «Χαίρε». Και μαζί με την ασώματη φωνή, βλέποντάς σε, Κύριε, να παίρνεις σάρκα, γεμάτος έκπληξη στεκόταν μπροστά στη Θεοτόκο, λέγοντας τα ακόλουθα: Χαίρε εσύ από την οποία θα λάμψει η χαρά, χαίρε εσύ μέσω της οποίας θα σβήσει η κατάρα, χαίρε εσύ, η επαναφορά του Αδάμ που έχει εκπέσει, χαίρε εσύ, η λύτρωση των δακρύων της Εύας, χαίρε ύψος που δύσκολα ανεβαίνει ο ανθρώπινος λογισμός , χαίρε βάθος που δύσκολα μπορούν να δουν ακόμη και τα μάτια των αγγέλων, χαίρε, γιατί είσαι ο θρόνος του βασιλιά, χαίρε, γιατί βαστάζεις εκείνον που κρατά τα πάντα, χαίρε αστέρι που προμηνά τον ήλιο, χαίρε κοιλιά μέσα στην οποία σαρκώθηκε ο Θεός, χαίρε εσύ, που μέσα από σένα ανακαινίζεται η κτίση, χαίρε εσύ, που μέσα από σένα γεννιέται ως βρέφος ο δημιουργός, Χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Βλέποντας η αγία ότι η ίδια είναι αγνή, λέει με θάρρος στον Γαβριήλ: Την παράδοξη αγγελία σου είναι για την ψυχή μου δύσκολο να την δεχτώ. Γιατί πώς αναφέρεσαι στην κυοφορία μιας άσπορης κυήσεως και ψάλλεις Αλληλούϊα.

Ζητώντας η Παρθένος να μάθει τα άγνωστα, φώναξε προς τον λειτουργό: Από μια αγνή μήτρα πώς είναι δυνατό να γεννηθεί ένα παιδί; Πες μου. Πρός αυτήν εκείνος απάντησε με φόβο, αλλά με τα κατάλληλα λόγια: Χαίρε εσύ που γνωρίζεις το μυστικό, χαίρε πίστη εκείνων που προσεύχονται σιωπηλά, χαίρε ποίμνιο των θαυμάτων του Χριστού, χαίρε βάση της δογματικής του διδασκαλίας, χαίρε ουράνια σκάλα, μέσω της οποίας κατέβηκε ο Θεός, χαίρε γέφυρα που οδηγείς στον ουρανό αυτούς που βρίσκονται στη γη, χαίρε πολυθρήνητο τραύμα των δαιμόνων, χαίρε εσύ που γέννησες με τρόπο ανερμήνευτο το φως, χαίρε εσύ που σε κανέναν δεν αποκάλυψες πώς έγινε αυτό, χαίρε εσύ που ξεπερνάς την γνώση των σοφών, χαίρε εσύ που φωτίζεις το πνεύμα των πιστών, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Η δύναμη του Υψίστου σκέπασε τότε την πανάσπιλη, για να συλλάβει. Και την μήτρα της που φέρει καλούς καρπούς η δύναμη του Υψίστου υπέδειξε ως πλούσιο αγρό για όλους εκείνους που θέλουν να θερίσουν τη σωτηρία ψάλλοντας έτσι: Αλληλούϊα.

χοντας στην μήτρα της τον Θεό η Παρθένος ανηφόρισε προς την Ελισάβετ. Και το βρέφος εκείνης αμέσως, μόλις κατάλαβε τον χαιρετισμό της, χάρηκε και με τα σκιρτήματά του σαν να τραγουδούσε μιλούσε προς την Θεοτόκο: Χαίρε κλήμα αμάραντου βλαστού, χαίρε κτήμα αθανάτου καρπού, χαίρε εσύ που ανέθρεψες τον φιλάνθρωπο γεωργό, χαίρε εσύ που γέννησες τον κηπουρό της ζωής, χαίρε γη που είσαι κατάφορτη από έλεος, χαίρε τράπεζα που φέρεις την πληθώρα των ιλαστήριων προσφορών, χαίρε εσύ που κάνεις πλούσιο το λιβάδι της χαράς, χαίρε εσύ που ετοιμάζεις το λιμάνι των ψυχών, χαίρε αποδεκτό θυμίαμα της προσευχής μας, χαίρε εσύ που σώζεις όλον τον κόσμο, χαίρε εσύ, η καλή διάθεση του Θεού προς τους θνητούς, χαίρε εσύ που είσαι το θάρρος των ανθρώπων προς τον Θεό, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Ο σώφρων Ιωσήφ άρχισε μέσα του να ταράζεται έχοντας μέσα του την αμφιβολία, καθώς αντίκρισε εσένα την άγαμη κόρη και σε υποψιαζόταν ως κλεψίγαμη (μοιχαλίδα). Όταν όμως πληροφορήθηκε την σύλληψή σου από το άγιο Πνεύμα είπε: Αλληλούϊα.

κουσαν οι βοσκοί τους αγγέλουν να υμνολογούν την ένσαρκη παρουσία του Χριστού και σπεύδοντας σαν να έτρεχαν στον βοσκό τους, βλέπουν αυτόν ως αγνό αρνί που μεγάλωσε μέσα στη μήτρα της Μαρίας, την οποία εξυμνώντας είπαν: Χαίρε μητέρα του αρνιού και του βοσκού, χαίρε αυλή των λογικών προβάτων, χαίρε εσύ που μας προφυλάσσεις από αόρατους εχθρούς, χαίρε εσύ που ανοίγεις τις πόρτες του Παραδείσου, χαίρε γιατί ο ουρανός χαίρεται μαζί με τη γη, χαίρε γιατί η γη χορεύει μαζί με τους ουρανούς, χαίρε εσύ που είσαι το στόμα των αποστόλων που ποτέ δεν σωπαίνει, χαίρε εσύ που ενδυναμώνεις με ανίκητη τόλμη τους αθλοφόρους, χαίρε λαμπρό γνώρισμα της χάριτος, χαίρε εσύ που μέσα από σένα ξεγυμνώθηκε ο Άδης, χαίρε εσύ που μέσα από σένα ντυθήκαμε τη δόξα, Χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Βλέποντας οι μάγοι το αστέρι που το οδηγούσε ο Θεός, ακολούθησαν τη λάμψη του και έχοντας αυτό ως φανάρι, μέσω αυτού αναζητούσαν τον δυνατό βασιλιά. Και αφού έφθασαν στον άφθαστο, χάρηκαν και του φώναξαν, Αλληλούϊα.

Είδαν τα παιδιά των Χαλδαίων στα χέρια της Παρθένου εκείνον που έπλασε με το χέρι του τους ανθρώπους και κατανοώντας τον ως Θεό, αν και πήρε μορφή δούλου, έσπευσαν να προσφέρουν τα δώρα τους και να φωνάξουν στην ευλογημένη: χαίρε μητέρα του αδύτου αστεριού, χαίρε αυγή της μυστικής ημέρας, χαίρε εσύ που έσβησες το καμίνι της πλάνης, χαίρε εσύ που φωτίζεις εκείνους που γνωρίζουν την Τριάδα, χαίρε εσύ που έδιωξες από την εξουσία τον απάνθρωπο τύραννο, χαίρε εσύ που επέδειξες τον Χριστό ως κύριο φιλάνθρωπο, χαίρε εσύ που μας λύτρωσες από την βάρβαρη θρησκεία, χαίρε εσύ που μας καθάρισες από τον βούρκο των έργων, χαίρε εσύ που σταμάτησες την προσκύνηση της φωτιάς, χαίρε εσύ που μας απάλλαξες από τη φλόγα των παθών, χαίρε εσύ που οδηγείς τους πιστούς στη σωφροσύνη, χαίρε εσύ χαρά όλων των γενεών, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Οι μάγοι, αφού έγιναν θεοφόροι κήρυκες, επέστρεψαν στην Βαβυλώνα, αφού επαλήθευσαν το χρησμό και κήρυξαν εσένα το Χριστό σε όλους, αφήνοντας τον Ηρώδη μέσα στην πλάνη, να μην γνωρίζει να ψέλνει Αλληλούϊα.

Αφού έλαμψες στην Αίγυπτο το φως της αλήθειας, έδιωξες το ψέμμα του σκότους. Γιατί, Σωτήρα, τα είδωλά της, μη μπορώντας να υπομείνουν τη δύναμή σου, έπεσαν, και εκείνοι οι οποίοι απαλλάχθηκαν από αυτά φώναζαν προς την Θεοτόκο: Χαίρε ανόρθωση των ανθρώπων, χαίρε κατάπτωση των δαιμόνων, χαίρε εσύ που νίκησες την πλάνη της απάτης, χαίρε εσύ που έλεγξες των ειδώλων τον δόλο, χαίρε θάλασσα που βύθισες τον νοητό φαραώ, χαίρε πέτρα που πότισες εκείνους που διψούσαν για ζωή, χαίρε πύρινε στύλε που καθοδηγείς αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι, χαίρε στέγη του κόσμου, που είσαι πιο πλατιά από τα σύννεφα, χαίρε εσύ που με τη σειρά σου έγινες η τροφή του μάννα, χαίρε εσύ που είσαι η γη της επαγγελίας, χαίρε εσύ από την οποία τρέχει μέλι και γάλα, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Καθώς ο Συμεών επρόκειτο να φύγει από την παρούσα απατηλή ζωή, δόθηκες σ’ αυτόν ως βρέφος, αλλά σε αναγνώρισε και ως τέλειο Θεό. Γι’ αυτό και έμεινε κατάπληκτος από την άπειρο σοφία σου και φώναξε Αλληλούϊα.

Μας έδειξε νέο κόσμο, που τον φανέρωσε σε μας, τα πλάσματά του, ο δημιουργός, καθώς γεννήθηκε από άσπορο μήτρα και την διατήρησε αλόβητη, προκειμένου, βλέποντας το θαύμα, να υμνήσουμε αυτή φωνάζοντας: χαίρε λουλούδι της αφθαρσίας, χαίρε στεφάνι της εγκράτειας, χαίρε εσύ που λάμπεις το σημάδι της Αναστάσεως, χαίρε εσύ που φανέρωσες στους ανθρώπους την ζωή των αγγέλων, χαίρε δέντρο με τους ωραίους καρπούς, από το οποίο τρέφονται οι πιστοί, χαίρε ξύλο με την ωραία σκιά των φυλλωμάτων, κάτω από το οποίο αναπαύονται πολλοί, χαίρε εσύ που κυοφορείς τον καθοδηγητή εκείνων που βρίσκονται στην πλάνη, χαίρε εσύ που θα γεννήσεις τον λυτρωτή των αιχμαλώτων, χαίρε παράκληση του δίκαιου κριτή, χαίρε συγχώρηση εκείνων που έχουν διαπράξει πολλά αμαρτήματα, χαίρε εσύ που γίνεσαι στολή των γυμνών, για να έχουν τόλμη, χαίρε στοργή που νικά κάθε πόθο, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Βλέποντας την παράξενη γέννηση, ας απομακρυνθούμε από τον κόσμο και ας στρέψουμε τον νου στον ουρανό. Γι’ αυτό τον λόγο ο ύψιστος Θεός φανερώθηκε πάνω στη γη ως ταπεινός άνθρωπος, θέλοντας να τραβήξει προς το ύψος εκείνους που του φώναζαν Αλληλούϊα.

Όλος βρισκόταν στον κάτω κόσμο, αλλά όμως καθόλου δεν ήταν μακριά από τον πάνω ο απερίγραπτος λόγος. Γιατί συνετελέστη όχι μια τοπική μετάβαση αλλά μια θεϊκή παραχώρηση, και μια γέννα από παρθένο που την είχε καταλάβει το άγιο Πνεύμα, η οποία άκουε αυτά: χαίρε χώρα του Θεού του αχώρητου, χαίρε πόρτα του σεπτού μυστηρίου, χαίρε αμφίβολο άκουσμα των απίστων, χαίρε αναμφίβολο καύχημα των πιστών, χαίρε πανάγιο όχημα εκείνου ο οποίος βρίσκεται πάνω από τα Χερουβίμ, χαίρε τέλεια κατοικία, εκείνου που βρίκεται πάνω από τα Σεραφίμ, χαίρε εσύ που συμφιλίωσες τους εχθρούς, χαίρε εσύ που συνδύασες παρθενία και λοχεία, χαίρε εσύ μέσω της οποίας διαλύθηκε η παράβαση (των πρωτοπλάστων), χαίρε εσύ, μέσω της οποίας ανοίχθηκε ο παράδεισος, Χαίρε εσύ, το κλειδί της βασιλείας του Χριστού, χαίρε ελπίδα των αιωνίων αγαθών, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Όλα τα τάγματα των αγγέλων έμειναν κατάπληκτα μπροστά στο μεγάλο έργο της ενανθρώπισής σου. Γιατί έβλεπε τον απλησίαστο Θεό ως άνθρωπο προσιτό σε όλους, να ζει ανάμεσά μας και να ακούει από όλους το Αλληλούϊα.

Βλέπουμε τους ρήτορες που διαθέτουν παντοδύναμο λόγο να έχουν μείνει άφωνοι σαν ψάρια μπροστά σου, Θεοτόκε. Γιατί δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο «πώς και παρθένος μένεις και κατάφερες να γεννήσεις». Εμείς πάλι, απορρώντας με την παράδοξη πράξη, με πίστη φωνάζουμε: χαίρε εσύ που δέχτηκες τη σοφία του Θεού, χαίρε εσύ που είσαι η αποθήκη της πρόνοιάς του, χαίρε εσύ που απέδειξες ότι οι σοφοί δεν διαθέτουν σοφία, χαίρε εσύ που ελέγχεις ως ανόητους τους τεχνολόγους, χαίρε γιατί εξαιτίας σου φάνηκαν ως ανόητοι οι δεινοί συζητητές, χαίρε γιατί εξαιτίας σου μαράθηκαν οι ποιητές των μύθων, χαίρε εσύ που διέρρυξες τα πολύπλοκα δίχτυα των αθηναίων σοφών, χαίρε εσύ που γεμίζεις τα δίχτυα των ψαράδων, χαίρε εσύ που μας βγάζεις από τον βυθό της άγνοιας, χαίρε εσύ που φωτίζεις πολλούς οδηγώντας τους στη γνώση, χαίρε καράβι εκείνων που επιθυμούν να σωθούν, χαίρε λιμάνι των ταξιδιωτών της ζωής, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Θέλοντας να σώσει τον κόσμο εκείνος που στόλισε τα πάντα ήλθε με δική του προαίρεση προς αυτόν. Και καθώς, ως Θεός, είναι ο βοσκός μας, παρουσιάστηκε ως άνθρωπος σ’ εμάς. Γιατί, αφού κάλεσε τον όμοιο προς τον όμοιο, ως Θεός ο ίδιος ακούει το Αλληλούϊα.

Είσαι το τείχος τω παρθένων και όλων εκείνων που προσφεύγουν σε σένα, Θεοτόκε παρθένε. Γιατί σε έπλασε ο δημιουργός του ουρανού και της γης άχραντε, αφού κατοίκησε στην μήτρα σου και δίδαξε στους πάντες να σου απευθύνουν τα εξής λόγια: Χαίρε εσύ που είσαι η στήλη της παρθενίας, χαίρε καθοδηγήτρια μας προς την ανάπλαση του νου, χαίρε εσύ που παρέχεις την αγαθότητα του Θεού, χαίρε, γιατί εσύ ανεγέννησες εκείνους που συνελήφθησαν με αισχρό τρόπο, χαίρε, γιατί εσύ έβαλες μυαλό σ’ εκείνους που τους είχαν λεηλατήσει τον νου. Χαίρε εσύ που κατήργησες εκείνον που καταστρέφει το λογικό, χαίρε εσύ που γέννησες τον σπορέα της αγνότητας, χαίρε νυφικό κρεββάτι του άσπορου γάμου, χαίρε εσύ που συνταιριάζεις τους πιστούς με τον Κύριο, χαίρε εσύ που είσαι η καλή τροφός των παρθένων, χαίρε εσύ που καθοδηγείς τις άγιες ψυχές, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Κάθε ύμνος είναι κατώτερος, όταν επιχειρεί να φτάσει το πλήθος της μεγάλης σου ευσπλαχνίας. Γιατί ακόμη κι αν σου προσφέρουμε ισάριθμες με τους κόκκους της άμμου ωδές, βασιλιά άγιε, δεν θα σου έχουμε δώσει τίποτε άξιο εκείνων που εσύ έδωσες σ’ εμάς που σου φωνάζουμε Αλληλούϊα.

Βλέπουμε την αγία παρθένο σαν μια φωτοδόχο λαμπάδα που έχει φανεί για εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι. Γιατί καθώς ανάβει το άϋλο φως, οδηγεί τους πάντες προς θεϊκή γνώση, φωτίζοντας τον νου με τη λάμψη της και με αυτή την κραυγή (τους ύμνους) δέχεται τις ακόλουθες τιμές: χαίρε ακτίνα του νοητού ήλιου, χαίρε λάμψη του φωτός που δεν δύει, χαίρε αστραπή που κάνεις τις ψυχές να λάμπουν, χαίρε ως βροντή που χτυπάς τους εχθρούς, χαίρε εσύ γιατί ανατέλεις το φως που παρέχει άπλετο φωτισμό, χαίρε γιατί εσύ αναβλύζεις τον ποταμό τον άφθονο σε νερά, χαίρε εσύ που αναζωογονείς τον τύπο της κολυμβήθρας, χαίρε εσύ που απομακρύνεις τον ρύπο της αμαρτίας, χαίρε λουτήρα που ξεπλένεις τη συνείδηση, χαίρε κρατήρα που κερνάς τη χαρά, χαίρε οσμή της ευωδίας του Χριστού, χαίρε ζωή μυστικής χαράς, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Θέλοντας να παράσχη άφεση των αρχαίων αμαρτιών εκείνος που κρατά τα χρεόγραφα όλων των ανθρώπων, ήρθε ο ίδιος σ’ εμάς που είχαμε αποστατήσει από την χάρη του. Και αφού έσχισε το χειρόγραφο, ακούει από όλους αυτό: Αλληλούϊα.

Ψάλλοντας τη γέννα σου σε ανυμνούμε όλοι ως έμψυχο ναό, Θεοτόκε. Γιατί καθώς κατοίκησε στην κοιλιά σου ο Κύριος που με το χέρι του συγκροτεί τα πάντα, την αγίασε και την δόξασε και μας δίδαξε να σου ψάλλουμε όλοι: χαίρε σκηνή του Θεού και του Λόγου, χαίρε αγία μεγαλύτερη από όλους τους αγίους, χαίρε κιβωτέ που έχει επιχρυσωθεί με το πανάγιο πνεύμα, χαίρε ανεξάντλητε θησαυρέ της ζωής, χαίρε πολύτιμο διάδημα των ευσεβών βασιλέων, χαίρε σεβάσμιο καύχημα των ευλαβών ιερέων, χαίρε εσύ που είσαι ο ασάλευτος πύργος της εκκλησίας, χαίρε εσύ, το απόρθητο τείχος της βασιλείας, χαίρε εσύ που χάρη σε σένα υψώνονται τα τρόπαια (της νίκης), χαίρε εσύ που εξαιτίας σου πέφτουν οι εχθροί, χαίρε, εσύ που είσαι η θεραπεία της σάρκας μου, χαίρε σωτηρία της ψυχής μου, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Ω πανύμνητη μητέρα, εσύ που γέννησες τον Λόγο που είναι πιο άγιος από όλους τους αγίους, αφού δεχτείς τώρα την προσφορά μας, απάλλαξέ μας όλους από κάθε συμφορά και λύτρωσε από την μελλοντική τιμωρία εκείνους που μαζί μας ψάλλουν Αλληλούϊα.

Φιλολογική επιμέλεια: Ηρακλής Ψάλτης, φιλόλογος.

[1] Αλ. Ζερβουδάκη, Βυζαντινή ποίηση (Πανεπιστήμιο Πατρών, Πανεπιστημιακές παραδόσεις 2009-2010, σ. 140-153)

 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις