Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ωδή α΄. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ωδή α΄. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Ερμηνεία εις της Α΄ Ώδή του κανόνα ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Ερμηνεία εις τον κανόνα 
ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ 
Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου, 

Ποίημα όντα του Αγίου Κοσμά 

Ώδή α’. Ήχος Βαρύς. Ο Ειρμός.

Πόντω εκάλυψε Φαραώ συν άρμασιν, ο συντρίβων πολέμους εν υψηλώ βραχίονι. άσωμεν αυτώ, ότι δεδόξασται. 

Ερμηνεία.

Σημειούμεν εδώ, ότι ο Ιεράρχης Κοσμάς ο κόσμος των Ιερών Μελωδών δεν προσαρμόζει τους Ειρμούς του παρόντος Κανόνος εις την υπόθεσιν της εορτής, καθώς προσήρμοζε τους περισσοτέρους δε μελουργεί, ψιλά περιέχοντας των Ωδών τα λόγια, καθώς και τον παρόντα. ούτος γαρ ο Ειρμός αναφέρει μόνην την εν τη Ερυθρά θαλάσση γενομένην θαυματουργίαν, και αυτά εκείνα τα της πρώτης Ωδής του Μωϋσέως μεταχειρίζεται λόγια. και βλέπε, αγαπητέ, ότι ο λόγος μου είναι αληθινός. ευρίσκεται εν τη πρώτη Ωδή «Πόντω εκάλυψεν αυτούς»; τούτο ευρίσκεται και εδώ. ευρίσκεται εκεί «Κύριος συντρίβων πολέμους»; τούτο ευρίσκεται και εδώ. γράφεται εκεί «Μεγέθει βραχίονός Σου»; τούτο γράφεται και εδώ, με κάποιαν όμως παραλλαγήν. αντί γάρ του «Μεγέθει βραχίονος», γράφεται εδώ «Εν υψηλώ βραχίονι» . όπερ ο Ησαΐας καθαρώτερα λέγει. «Κύριε, υψηλός Σου ο Βραχίων» (Ησ. κστ’ 11) . γράφεται εκεί «Τω Κυρίω άσωμεν. ενδόξως γαρ δεδόξασται»; τούτο γράφεται και εδώ.

Ταύτα λοιπόν πάντα συμμαζώξας εδώ ο Ιερός Μελωδός, ούτω λέγει. Ο Κύριος των απάντων, ο οποίος συντρίβει τους πολέμους με τον υψηλόν και ανίκητόν του βραχίονα, εσκέπασε με την Ερυθράν θάλασσαν τον βασιλέα Φαραώ, και τας αμάξας αυτού.  Πολέμους δε εδώ πρέπει να νοήσωμεν τους πολεμίους και εχθρούς, από το πάθος τους πάσχοντας κατά τρόπον συνεκδοχής. τούτους γαρ συντρίβει ο Κύριος, ένα μεν, διότι οι πόλεμοι δεν γίνονται κατά προηγούμενον θέλημα του Κυρίου, αλλά κατά το επόμενον: ήτοι κατά παραχώρησιν, ως δογματίζουσιν οι Ιεροί Θεολογοι. άλλο δε, διότι ο Κύριος λέγεται ειρηνάρχης και ειρηνοδότης και της ειρήνης αρχηγός και πρωταίτιος, ως ταύτην αγαπών και θέλων κατά το προηγούμενον αυτού θέλημα. αν δε την ειρήνην αγαπά και θέλη ο Θεος, βέβαια εξ ανάγκης ακολουθεί ότι τους πολεμίους συντρίβει και αφανίζει, ως μη τούτους αγαπών και θέλων κατά το προηγούμενον αυτού θέλημα. η γαρ των εναντίων εισαγωγή των εναντίων είναι συντριβή. επειδή, κατά το κοινόν απόφθεγμα των φιλοσόφων, των εναντίων η αυτή είναι επιστήμη. ει δε λέγει ο Κύριος «Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνη επί της γης, αλλά μάχαιραν», (ήτοι πόλεμον) (Ματθ. ι’ 34) τούτο υψηλότερον νοείται περί της Πίστεως, και ου κατά το πρόχειρον νόημα του πολέμου. και όρα την ερμηνείαν εις τούτο του θείου Χρυσοστόμου και του Ιερού Θεοφυλάκτου.

Διατί δε λέγεται υψηλός ο του Κυρίου βραχίων; Δια να φανερωθή η συντριβή των τοιούτων πολέμων. εκείνοι γαρ όπου θέλουν να κτυπήσουν βαρύτερα, συνειθίζουν να σηκώνουν το χέρι των υψηλότερα.  Επειδή λοιπόν και ο Θεός κατοικεί εις τα υψηλά, ως λέγει ο Δαβίδ, «Ο εν υψηλοίς κατοικών» (Ψαλ. ριβ’ 5), δια τούτο ακολούθως και ο βραχίων αυτού είναι υψηλός. και επειδή είναι υψηλός, δια τούτο και πληγώνει και χειρότερα συντρίβει τους πληττομένους, όχι μόνον με το γενναίον και ανίκητον του βραχίονός του, αλλά και με το υψηλόν σηκωμα του αυτού βραχίονος του. ο Θεός γαρ, κατά την συμβολικήν Θεολογίαν[47], ια με την φυσικήν του φιλανθρωπίαν κατεβάζει τον βραχίονά του μη θέλων να κολάση τους αμαρτωλούς, και βάλλων το χέρι του υποκάτω εις το μάγουλόν του, καθώς κάμνουσιν εκείνοι όπου κοιμώνται, υπνώττει. όταν δε ιδή ότι αυξάνει η αμαρτία, και οι αμαρτάνοντες δεν αισθάνονται το βάρος της αμαρτίας, τότε εκείνος με βίαν μεν παρά φύσιν εξυπνά και υψώνει το χέρι του και συντρίβει τους αμαρτωλούς.

Δια τούτο ο Δαβίδ, βλέπων τους μεν κακούς και αμαρτωλούς να τυραννούν τους ταπεινούς και δικαίους, τον δε Θεόν να μη τιμωρή τους κακούς μήτε να τους εκδική, αποτολμά να μέμφεται αυτόν ως κοιμώμενον, και να φωνάζη ποτέ μεν «Εξεγέρθητι. ίνα τι υπνοίς, Κύριε; ανάστηθι και μη απώση εις τέλος» (Ψαλμ. μγ’ 24), ποτέ δε «Ανάσταθι, Κύριε ο Θεός μου, υψωθήτω η χείρ Σου, μη επιλάθου των πενήτων σου» (Ψαλ. θ’ 35), διότι αν υψωθή η χειρ Σου κατά των αμαρτωλών και δυναστευόντων, δεν θέλει λησμονηθή ο πτωχός και δίκαιος έως τέλους, αλλά θέλει ευφρανθή, όταν ιδή εκδίκησιν, κατά το «Ευφρανθήσεται δίκαιος, όταν ίδη εκδίκησιν» (Ψαλ. νζ’ 11).  Τούτο το νόμηαμ της υψώσεως της χειρός του Θεού θέλων να φανερώση και ο Ησαΐας, αφ’ ου ανωτέρω είπεν ότι ο Θεός εποίησε τα και τα, τιμωρών τους αμαρτωλούς, ακολούθως λέγει. «Επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός (του Θεού), αλλ’ έτι η χειρ (αυτού) υψηλή» (Ησ. θ’ 12) . ήτοι ακόμη έχει να τους τιμωρήση.

Τροπάριον.

Έργω, ως πάλαι τοις Μαθηταίας επηγγείλω, το Παράκλητον Πνεύμα εξαποστείλας Χριστέ, έλαμψας τω κόσμω φως, φιλάνθρωπε. 

Ερμηνεία.

Οι μεν άλλοι άνθρωποι, λέγει, οι οποίοι υπόσχονται, δεν τελειώνουν τας υποσχέσεις των. διότι ή μετανοούν ότι υπεσχέθησαν, ή δύναμιν δεν έχουν εις το να πληρώσουν την υπόσχεσίν των. και ούτω τα υποσχεθέντα παρ’ αυτών μένουσιν άκυρα. Συ δε, Θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, η αληθινή των επαγγελιών επαγγελία, και η υπόσχεσις των υποσχέσεων, υπεσχέθης εις τους αγίους Σου Μαθητάς προ της αναστάσεώς Σου να στείλης εις αυτούς το Παράκλητον Πνεύμα. εν οις έλεγες. «Συμφέρει ημίν ίνα εγώ απέλθω. εάν γαρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς» . (Ιω. ιστ’ ζ), και πάλιν. «Και εγώ ερωτήσω τον πατέρα, και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα» (Ιω. ιδ’ 16) . και πάλιν. «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος, ον εγώ πέμψω ημίν παρά του Πατρός» (Ιω. ιε’ 26) . και πάλιν. «Και ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ’ υμάς» (Λουκ. κδ’ 49), ήτοι το Πνεύμα το Άγιο[48].  Καθώς λοιπόν με τον λόγον υπεσχέθης, Κύριε, να στείλης το Πνεύμα Σου το Άγιον. ούτω σήμερον με το έργον ετελείωσας την υπόσχεσίν σου και πέμψας το Παράκλητον Πνεύμα, δι’ αυτού έλαμψας εις τον Κόσμον το φως της θεογνωσίας και πίστεως της Αγίας Τριάδος. ώστε οι το φως τούτο δεξάμενοι του γίου Πνεύματος ψάλλουσι με χαράν και ηδονήν της καρδίας εκείνο το χαρμόσυνον Τροπάριον «Είδομεν το φως το αληθινόν. ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον.  εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες. αύτη γαρ ημάς έσωσεν».

Εκπλήρωσας λοιπόν σήμερον την υπόσχεσίν Σου, φιλάνθρωπε. διότι ούτε από αδυναμίαν έμελλες να μη τελειώσης αυτήν, παντοδύναμος γαρ είσαι. ούτε από μετάνοιαν, διότι η μετάνοια είναι μία δευτέρα βουλή, όπου κατηγορεί την πρώτην βουλήν. τούτε δε να γένη επί του Θεού είναι αδύνατον. καθότι ο Θεός καθώς είναι κατά την ουσίαν αναλλοίωτος, ούτως είναι και κατά την γνώσιν και τας βουλάς του, ως ψάλλει ο Δαβίδ. «Κύριος διασκεδάζει βουλάς εθνών, αθετεί δε λογισμούς λαών, και αθετεί βουλάς αρχόντων. η δε βουλή του Κυρίου εις τον αιώνα μένει» (Ψαλ. λβ’ 10-11).  Ει δε ακούομεν των θείων Γραφών να λέγουν ότι ο Κύριος μεταμελείται και μετανοεί, ούτω γαρ γράφεται δια τον Σαούλ. «Και Κύριος μετεμελήθη, ότι εβασίλευσε τον Σαούλ επί Ισραήλ» (α’ Βασ. ιε’ 35), και δια του Ωσηέ λέγει Κύριος. «Τι σε διαθώμαι Εφραίμ; υπερασπιώ, Ισραήλ; τι σε διαθώ; ως Αδαμά θήσομαί σε και ως Σεβνείμ; μετεστράφη η καρδία μου εν τω αυτώ. συνεταράχθη η μεταμέλειά μου, ου μη ποιήσω κατά την οργήν του θυμού μου,… ότι Θεός εγώ ειμι και ουκ άνθρωπος» (Ωσ. ια’ 8-9) αν, λέγω, αι Γραφαί αναφέρουν ότι μετανοεί ο Θεός, ήξευρε ότι τούτο λέγουν, όπου ο Θεός φοβερίζει και οργίζεται δια να κακοποιήση τινάς. τότε γαρ μετανοεί: ήτοι μεταβάλλεται ο Θεός, νικώμενος από την αυτού φιλανθρωπίαν και αγαθότητα, ήτις δεν αφίνει αυτόν να φέρη εις έργον τους προτέρους φοβερισμούς όπου έκαμεν. όπου δεν υπόσχεται ο Θεός να δώση αγαθά, πως είναι δυνατόν να μετανοήση και να μη φέρη εις τέλος την υπόσχεσίν του, έχων μάλιστα κινούσαν αυτός εις τούτο την φυσικήν αυτού φιλανθρωπίαν και αγαθότητα;

Τροπάριον.

Νόμω το πάλαι προκηρυχθέν και Προφήταις, επληρώθη. του Θείου Πνεύματος σήμερον, πάσι γαρ πιστοίς χάρις εκκέχυται.

Ερμηνεία.

Σήμερον, λέγει, ετελειώθη δια της εκβάσεως και των έργων εκείνο όπου εκηρύχθη από τον Νόμον του Μωϋσέως και από τους Προφήτας, δηλαδή το περί της εκχύσεως και μεταδόσεως της χάριτος και δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. επειδή κατά τα προκηρύγματα τούτων και τας προρρήσεις εξεχύθη σήμερον εις όλους τους πιστούς η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Άξια δε σημειώσεως είναι εκείνα όπου γράφει ο Θεοφόρος Μάξιμος, ότι ούτε η χάρις του Πνεύματος δίδεται χωρίς να έχη δεκτικήν επιτηδειότητα ο μέλων ταύτην λαμβάνειν άνθρωπος, ούτε ο άνθρωπος δύναται να λάβη κανένα χάρισμα του Πνεύματος με φυσικήν μόνον δύναμιν χωρίς την υπερφυσικήν δύναμιν του Θεού. ούτω γαρ φησίν. «Ούτε η χάρις του Παναγίου Πνεύματος ενεργεί σοφίαν εν τοις αγίοις χωρίς την ταύτην δεχομένου νοός, ούτε γνώσιν, χωρίς της δεκτικής του λόγου δυνάμεως, ούτε πίστιν, άνευ της κατά νουν και λόγον των μελλόντων και πάσι τέως αδήλων πληροφορίας, ούτε ιαμάτων χαρίσματα, δίχα της κατά φύσιν φιλανθρωπίας, ούτε τι έτερον των λοιπών χαρισμάτων, χωρίς της εκάστου δεκτική εξεώς τε και δυνάμεως, ούτε μην πάλιν εν των απηριθμημένων άνθρωπος κτήσεται κατά δύναμιν φυσικήν, δίχα της χορηγούσης τάυτα θείας δυνάμεως. και δηλούσι τούτο πάντες οι άγιοι, μετά τας αποκαλύψεις των θείων ζητούντες των αποκαλυφθέντων τους λόγους» (Κεφάλαιον ιγ’ της στ’ εκατοντάδος των Θεολογικών).  Ώστε, όποιος θέλει να λάβη πλουσιωτέραν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να κάμνη τον εαυτόν του δεκτικώτερον δια της εργασίας των εντολών, και της καθάρσεως των ποθών. η γαρ χάρις του Πνεύματος, ει και χάρις, όμως χύνεται εις τους πιστούς κατά την αναλογίαν της αυτών καθαρότητος και πίστεως. όθεν λέγει πάλιν ο αυτός θείος Μάξιμος. «Ο θείος Απόστολος τας διαφόρους ενεργείας του ενός Αγίου Πνεύματος χαρίσματα λέγει διάφορα, υφ’ ενός δηλονότι και του αυτού ενεργούμενα Πνεύματος. και τοίνυν κατά το μέτρον της εν εκάστω πίστεως δίδονται η φανέρωσις του Πνεύματος εν τη μετοχή του τοιούδε χαρίσματος, έκαστος των πιστών δηλονότι κατά την αναλογίαν της πίστεως και της υποκειμένης αυτώ κατά ψυχήν διαθέσεως συμμεμετρηημένην δέχεται του Πνεύματος την ενέργειαν» (Κεφάλαιον ψστ’ της Γ’ εκατοντάδος των Θεολογικών).

Που δε φαίνεται εν τω Νόμω η μετάδοσις του Αγίου Πνεύματος;  Εν τω Βιβλίω της Γενέσεως. «Πνεύμα, φησίν, επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν. α’ 2) . όπερ ερμηνεύων ο μέγας Βασίλειος λέγει. «Μηδέν άλλο Πνεύμα Θεού, ή το Άγιον, το της Θείας και Μακαρίας Τριάδος συμπληρωματικόν ονομάζεσθαι» (Ομιλία β’) . και πάλιν. «Τό, Επεφέρετο (το Πνεύμα το Άγιον) εξηγείται αντί του ενέθαλπε και εζωογόνει την των υδάτων φύσιν, κατά την εικόνα της επωαζούσης όρνιθος, και ζωτικήν τινα δύναμιν ενιείσης τοις υποθαλπομένοις» (Ομιλία β’ εις την Εξαήμερον) . ομοίως και περί του Ιωσήφ γράφεται. «Μη ευρήσομεν τοιούτον, (οιός έστιν ο Ιωσήφ) ος έχει Πνεύμα Θεού εν αυτώ;» (Γεν. μα’ 38), εν τη Εξόδω δε πάλιν είπεν ο Θεός προς Μωϋσήν. «Και συ λάλησον πάσι τοις σοφοίς τη διανοία, ους ενέπλησα πνεύματος σοφίας και αισθήσεως» (Εξ. κη’ 3), και περί του Βεσελεήλ γέγραπται. «Και ενέπλησα αυτόν πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης» (Εξ. λα’ 3) . και προς τον Μωϋσήν είπεν ο Θεός. «Και καταβήσομαι και λαλήσω εκεί μετά σου. και αφελώ από του πνεύματος του επί σοι και επιθήσω επ’ αυτούς» (τους εβδομήκοντα δηλ. άνδρας τους πρεσβυτέρους) (Αριθ. ια’ 17) . και ο Μωυσής είπε. «Τις δώη πάντα τον λαόν Κυρίου Προφήτας, όταν δω Κύριος το Πνεύμα αυτού επ’ αυτούς;» (αυτόθι 29). 

Με τα λόγια λοιπόν ταύτα επροκηρύχθη από τον Νόμον η μετάδοσις του Αγίου Πνεύματος. επροκηρύχθη δε αύτη και από διαφόρους Προφήτας. από τον Ιωήλ. «Εκχεώ από του Πνεύματος μου επί πάσαν σάρκα» (την πιστεύσασαν δηλαδή, κατά την ερμηνείαν Γρηγορίου του Θεολόγου) (Ιω. γ’ 2). από τον Μιχαίαν. «Ουκ έσται ο επακούων αυτών, εάν μη εγώ εμπλήσω ισχύν εκ Πνεύματος Αγίου» (Μιχ. γ’ 7-8) . από τον Ησαΐαν. «Δια τον φόβον Σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν, και ετέκομεν Πνεύμα σωτηρίας Σου, ο εποιήσαμεν επί της γης» (Ησ. κστ’ 18) . από τον Δαβίδ. «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου» (Ψαλ. ν’ 12) . και πάλιν. «Το Πνεύμα Σου το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού» (αυτόθι 12) .  από τον Ιώβ. «Πνεύμα θείον το περιόν μοι εν ρινί» (Ιώβ κζ’ 3) . και πάλιν. «Πνεύμα Θείον το ποιήσάν με, πνοή δε Παντοκράτορος η διδάσκουσά με» (Ιώβ. λγ’ 4) . και από τον Ιεζεκιήλ. «Και δώσω υμίν καρδίαν καινήν, και πνεύμα καινόν δώσω εν υμίν, και αφελώ την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός υμών, και δώσω υμίν καρδίαν σαρκίνην, και το Πνεύμα μου δώσω εν υμίν» (Ιεζ. λστ’ 26).  Ούτως εκπροκηρύχθη υπό του Νόμου και των Προφητών η μετάδοσις της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν εορτάζομεν σήμερον[49].

 


[47] Συμβολική Θεολογία λέγεται, όσα προς Θεόν λεγονται ανθρωποπρεπώς, εκ των ανθρωπίνων μελών και αισθήσεων και ηθών τούτω προσαρμοζόμενα. ομοίως και όσα ιδιώματα των τεσσάρων στοιχείων, ή και άλλων υλικών κτισμάτων τω Θεώ υπό της Θείας Γραφής αποδίδονται.  Ταύτης της Συμβολικής Θεολογίας βιβλίον συνέγραψεν ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος, όπερ αναφέρει εν κεφ. ιε’ περί Ουρανίας Ιεραρχίας λέγων. «Έχει γαρ και τούτο (το αέριον πνεύμα) θεαρχικής ενεργείας εικόνα και τύπον, ως εν τη Συμβολική Θεολογία κατά την τετράστοιχον ανακάθαρσιν ημίν δια πλειόνων αποδέδεικται».  Τετράστοιχον δε ανακάθαρσιν την των τεσσάρων στοιχείων αναγωγικήν αλληλογρίαν φησίν, ως ερμηνεύει ο σχολιαστής Μάξιμος. νυν δε, ω δυστυχία! το σύγγραμμα τούτο ου σώζεται.

[48] Δύο πράγματα διδάσκει ημάς δια της Αποστολής του Αγίου Πνεύματος ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος εν τω εν την Πεντηκοστήν λόγω αυτού. ένα μεν, έως που ανέβη ο Χριστός όταν ανελήφθη, και άλλο, ότι το Πνεύμα ου μόνο αποστέλλεται, αλλά και αποστέλλει  ούτω γαρ φησί. «Νυν ορώμεν δια του παρ’ αυτού τοις μαθηταίς πεμφθέντος Πνεύματος μέχρι τίνος ο Χριστός αναληφθείς έφθασε, και εις ποίαν αξίαν ανεβίβασε την ημών ήν ανέλαβε φύσιν. εκείσε γαρ πάντως ανήλθεν, όθεν το Πνεύμα παρ’ αυτού πεμφθέν κατελύληθε.  Πόθεν δε το Πνεύμα κατήλθε, δείκνυσι ο δια του Προφήτου λέγων Ιωήλ  «εκχεώ από τους Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα» . και προς ον φησίν ο Δαβίδ. «Εξαποστελείς το Πνεύμα Σου, και κτισθήσονται το πρόσωπον της γης».  Προς τον ανωτάτω τοιγαρούν ο Χριστός ανελήλυθε Πατέρα, και προς αυτόν έφθασε τον Πατερικόν κόλπον, όθεν και το Πνεύμα, και κοινωνός και κατά το ανθρώπινον της κατ’ αυτόν αξίας ανεδείχθη, το εξ Ουρανού παρά του Πατρός εκχεόμενόν τε και στελλόμενον Πνεύμα και αυτός αρτίως αποστείλας» ιδού το πρώτον. δείκνυσι δε και το δεύτερον εν τοις ακολούθοις.  «Αλλά μηδείς νομίσει το Πνεύμα το Άγιον της αξίας ταύτης αμοιρούν, παρά του Πατρός και του Υιού αποστελλομενον ακούων. ου γαρ των αοστελλομένων απλώς, αλλά και των αποστελλόντων και συνευδοκούντων εστί».  δείκνυσι δε και τούτο σαφώς ο δια του Προφήτου λέγων. «Εγώ ταις χερσί μου εθεμελίωσα την γην, και τον Ουρανόν εξέτεινα. και νυν Κύριος απέσταλκέ με και το Πνεύμα αυτού. και ο Χριστός δια του αυτού Προφήτου πάλιν αλλαχού λέγων. Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσαθσαι πτωχοίς απέσταλκέ με.  Τοιγαρούν ουκ αποστέλλεται μόνον το Πνεύμα το Άγιον, αλλά και αποστέλλει τον παρά του Πατρός αποστελλόμενον Υιόν  παρ’ ου δείκνυται Πατρί τε και Υιώ συμφυές και ομοσθενές και συνεργόν και ομότιμον».

[49] Δια τούτο είπε και ο Θεολόγος Γρηγόριος. «Τούτο το Πνεύμα ενήργει εν τοις πατράσι (τοις προ του Νόμου δηλαδή) και εν τοις Προφήταις. ων οι μεν (οι Πατέρες δηλαδή) εφαντάσθησαν Θεόν, ή έγνωσαν. οι δε (οι Προφήται δηλ.) και το μέλλον προέγνωσαν, τυπούμενοι τω Πνεύματι τω ηγεμονικώ, και ως παρούσι συνόντες τοις εσομένοις» (Λόγος εις την Πεντηκοστήν).  Έφη δε και ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος. «Νυν άρχεται τελείσθαι και τα φανερούντα το Πνεύμα το Άγιον κατ’ ιδίαν υπόστασιν υπάρχον. ίν’ ημείς επιγνωμέν τε και σκεφθώμεν το μέγα και προσκυνητόν της Αγίας Τριάδος μυστήριον. ενήργει γαρ και πρότερον το Πνεύμα το Άγιον. τούτο γαρ εστί το δια των Προφητών λαλήσαν και προκαταγγείλαν τα μέλλονται» (Λόγος εις την Πεντηκοστήν).

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Ερμηνεία εις τον Κανόνα ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ - Ωδή α΄

 
Του Οσίου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου
Ερμηνεία εις τον Κανόνα 
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ  
Ήτοι της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου
Ποίημα όντα Ιωάννου του Δαμασκηνού[1] 
 


Άνευ Ακροστιχίδος

Ωδή α΄. Ήχος α΄. Ο Ειρμός.
Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα. εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας.

Ερμηνεία. 
Συνειθίζουν οι ρήτορες να μη μεταχειρίζωνται προοίμια εις μερικούς πανηγυρικούς λόγους, αλλ’ ευθύς να αρχίζουν την προκειμένην υπόθεσίν των. όθεν και ο χαριτώνυμος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, τούτους μιμούμενος, ο ρήτωρ τους ρήτορας, και ο πανηγυριστής τους πανηγυριστάς, χωρίς ακροστιχίδα, ήτις τρόπον τινά έχει τάξιν Προοιμίου εν τοις Κανόσιν, αρχίζει τον παρόντα Κανόνα της Λαμπροφόρου ημέρας. Με δυο δε λαμπρά πράγματα ηθέλησε να λαμπρύνη την λαμπράν Ανάστασιν του Κυρίου, αξίως της ιδικής του λαμπρότητος, ο λαμπρός τω βίω και λαμπρότερος τω λόγω και λαμπρότατος την ψυχήν Ιωάννης. 
Πρώτον μεν γάρ ελάμπρυνε την λαμπράν ημέραν ταύτην όχι με άλλον ήχον, αλλά με τον πρώτον, διότι αυτός είναι ήχος όπου έχει το μέλος ορθόν τε, σύντονον και γενναίον. αυτός έλαβε την αρχήν να άδεται από τους Δωριείς, οίτινες είναι οι νυν εν Πελοποννήσω Μονεμβασίται. όθεν και Δώριος ονομάζεται αυτός, κατά τους Μουσικούς, Τετράφωνος και Νάος δια τους λόγους και τας αιτίας όπου αυτοί φιλοσοφούσι. και δια να ειπώ καθολικώς, καθώς η ημέρα του Πάσχα είναι η εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων, και η λαμπροτέρα ημέρα των άλλων. ούτω και ο πρώτος ήχος ο εν αυτή ψαλλόμενος είναι η ήχος όλων των άλλων ήχων ο λαμπρότερος. διό και με την κοινήν γνώμην πάντων των Μουσικών, αυτός εκρίθη άξιος να λάβη την πρώτην τάξιν ανάμεσα εις όλους τους ήχους, καθώς και το εις αυτόν επίγραμμα μαρτυρεί.

΄Τεχνη μελουργός σούς αγασθείσα κρότους,
Πρώτην νέμει σοι τάξιν. ω της αξίας!

Δεύτερον δε ελάμπρυνε την Λαμπράν ο λαμπρός Μελωδός με τας λαμπράς ρήσεις του λαμπροτάτου πανηγυριστού Γρηγορίου του Θεολόγου, ίνα εκ λαμπρού Πανηγυριστού, υπό λαμπρού Μελωδού, δια λαμπρού ήχου, με λαμπράς ρήσεις, λαμπρώς το λαμπρόν της λαμπράς ημέρας συγκροτήται μέλος κατά την δις δια πασών συμφωνίαν. και το θαυμαστόν είναι, ότι όχι μόνον τας υποθέσεις εκ του Θεολόγου λαμβάνει, αλλά και αυτολεξεί τας εκείνου μεταχειρίζεται λέξεις. όρα γαρ ότι ευθύς η αρχή της πρώτης Ωδής ξηρά και γυμνή αρύεται από τας θεολογικάς εκείνου πηγάς. ούτω γαρ εν μεν τω εις την Βραδυτήτα λόγω αυτού ταύτην ποιείται την αρχήν. «Αναστάσεως ημέρα». είτα φησί. «Και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει». εν δε τω εις το Πάσχα λόγω αυτού ούτω γράφει αυτολεξεί. «Πάσχα Κυρίου Πάσχα». και πάλιν εν τω αυτώ λόγω, εξηγών τι θέλει να ειπή Πάσχα, ούτω λέγει. «Δηλοί δε η φωνή (του Πάσχα δηλ.) την διάβασιν, ιστορικώς μεν δια την εξ Αιγύπτου προς την Χαναναίαν φυγήν και μετανάστασιν, πνευματικώς δε δια την εκ των κάτω προς τα άνω και εις την γην της Επαγγελίας πρόοδον και ανάβασιν». Ταύτα λοιπόν τα τρία συνάψας ο Μελωδός εις ένα Ειρμόν, την μεν πρότασιν του ανωτέρω θεολογικού λόγου κάμνει πρότασιν του ιδικού του Ειρμού, ούτω λέγων. Αναστάσεως ημέρα. δια τούτο ας λαμπρυνθώμεν κατά την ημέραν ταύτην όλοι οι ορθόδοξοι της Εκκλησίας λαοί.

Είτα ακολούθως λέγει και την αιτίαν του τοιούτου λαμπρυσμού. επειδή φησί, είναι Πάσχα του Κυρίου. Διπλασιάζει δε την λέξιν Πάσχα ο Μελωδός δια να δείξη το περιχαρές της ψυχής του. οι γαρ έχοντες χαράν διπλασιάζουσιν εκείνα τα πράγματα και ονόματα δια τα οποία χαίρουσιν, εκ της υπερβαλλούσης χαράς εις τούτο κινούμενοι. ο δε Θεολόγος τριπλασιάζει την λέξιν Πάσχα δια την τιμήν της Αγίας Τριάδος, ως το λέγει ο ίδιος. «Πάσχα Κυρίου Πάσχα, πάλιν ερώ Πάσχα τιμή της Τριάδος». Είτα ακολούθως φέρει ο Μελωδός την εξήγησιν της λέξεως Πάσχα την οποίαν βάλλει ως αιτίαν δια την οποίαν πρέπει να λαμπρυνθώμεν, και λέγει τρόπον τινά. Δικαίως ημείς οι ορθόδοξοι πρέπει να λαμπρυνώμεθα σήμερον, και το Πάσχα να πανηγυρίζωμεν, επειδή ο Δεσπότης Χριστός δεν διεπέρασεν ημάς από γην εις γην, ήγουν από την γην της Αιγύπτου εις την γην της Επαγγελίας, και από κατοικούμενον τόπον εις την έρημον του Σινά, καθώς τον παλαιόν τον Ισραήλ διεπέρασεν, αλλά διεπέρασεν ημάς από τον θάνατον εις την ζωήν, και από την γην και τα επίγεια διεβίβασεν ημάς εις τον Ουρανόν και τα επουράνια. δια τούτο άδομεν εις τον ούτως ευεργετήσαντα ημάς Κύριον, τον όντως επινίκιον εκείνον ύμνον όπου έψαλλον οι Ισραηλίται όταν διεπέρασαν την Ερυθράν θάλασσαν. «Τω Κυρίω άσωμεν. ενδόξως γαρ δεδόξασται».

Βλέπε δε, αγαπητέ αναγνώστα, και θαύμασον την σοφήν μέθοδον όπου μεταχειρίζεται εις τον παρόντα Ειρμόν ο θεσπέσιος Μελωδός. τον γαρ Ειρμόν τούτον εσυγκρότησε και από την υπόθεσιν της αναστασίμου ημέρας, και από την υπόθεσιν της πρώτης Ωδής. αφ’ ου γαρ αυτός είπε «Λαμπρυνθώμεν λαοί», επίτηδες έφερε την λέξιν Πάσχα και ταύτην ωνόμασε διάβασιν, ίνα εκ τούτου αναγκασθή να ενθυμηθή και την διάβασιν όπου εποίησαν οι Ισραηλίται δια της Ερυθράς θαλάσσης, και ούτω να συνάψη με την εορτήν του Πάσχα την πρώτην Ωδήν, και να δώση εις ημάς να καταλάβωμεν ότι η αισθητή διάβασις εκείνη των Ισραηλιτών ήτον τύπος της νοητής ημών διαβάσεως, και ότι το εκείνον Φάσκα ήτο τύπος του ημετέρου Πάσχα. από του Φάσκα γάρ, ο δηλοί διάβασις, μετωνομάσθη Πάσχα, τροπή του δασέως Φ. εις το αντίστοιχον ψιλόν Π. και του ψιλού Κ. εις το αντίστοιχον δασύ Χ. ως λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος. «Του δε σωτηρίου πάθους όνομα τούτο (ήγουν το, Πάσχα, από του πάσχειν δηλαδή υπέρ ημών τον Χριστόν) είναί τινες νομίσαντες, είτα εξελληνίζοντες την φωνήν κατά την του Φ. προς το Π. και του Κ. προς το Χ. μεταποίησιν, Πάσχα την ημέραν προσηγορεύκασι. παραλαβούσα δε η συνήθεια την φωνήν, ισχυροτέραν εποίησε, προστρεχούσης της των πολλών ακοής ως ευσεβεστέρω τω ρήματι» (Λόγος εις το Πάσχα)[2].

Ωραία δε είναι και πανηγυρικά τα εις το όνομα του Πάσχα εγκώμια Ιωσήφ του Βρυεννίου λέγοντος. «Πάσχα διάβασις από του σκότους εις φως. Πάσχα εξέλευσις από του άδου εις γην. Πάσχα ανάβασις από της γης εις τους Ουρανούς. Πάσχα μετάβασις από θανάτου εις την ζωήν. Πάσχα ανάστασις των πεπτωκότων βροτών. Πάσχα ανάκλησις των εξορίστων Εδέμ. Πάσχα ανάρρυσις των αιχμαλώτων φθορά. Πάσχα πιστών η όντως ζωη. Πάσχα παντός του Κόσμου τρυφή. Πάσχα Τριάδος θείας τιμή. Ακόρεστος η του Πάσχα προσηγορία, ότι πολλαπλάσιος η δια τούτου δηλουμένη χάρις. τούτο και γαρ ψυχών η αναψυχή, τούτο των νόων η χαρμονή, τούτο σωμάτων ο κουφισμός, τούτο ομμάτων ο φωτισμός, τούτο λαρύγγων ο γλυκασμός, τούτο θυμηδία, τούτο θερμότης, τούτο ειρήνη, τούτο χαρά» (Λόγω εις την Λαμπράν Τόμος Γ’).
Τροπάριον 
Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα, τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως, Χριστον εξαστράπτοντα, και χαίρετε φάσκοκντα, τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες.

Ερμηνεία. 
Επειδή ο άνθρωπος είναι σύνθετος εκ ψυχής και σώματος, έχει διπλάς τας αισθήσεις, πέντε της ψυχής και πέντε του σώματος. και αι μεν της ψυχής είναι αύται: νους, διάνοια, δόξα, φαντασία, αίσθησις. αι δε του σώματος είναι αύται: όρασις, ακοή, όσφρησις, γεύσις, αφή. Παραγγέλει λοιπόν εις ημάς ο Ιερός Μελωδός να φυλάττωμεν καθαράς τας νοεράς αισθήσεις της ψυχής, από κακάς επιθυμίας και θυμούς, από λογισμούς βλασφήμους, πονηρούς και αισχρούς, και απλώς ειπείν, από όλα τα πάθη τα καλούμενα ψυχικά. ομοίως να φυλάττωμεν καθαράς και τας αισθήσεις του σώματός μας. και τα μεν ομμάτιά μας πρέπει να φυλάττωμεν καθαρά από θέατρα και χορούς και παιγνίδια και από άλλας αιχράς και πονηράς θεωρίας αι οποίαι προξενούσι κέντρα των σαρκικών ηδονών. τας δε ακοάς μας πρέπει να φυλάττωμεν καθαράς από το να μη ακούουν τραγούδια, αισχρολογίας. ωσαύτως δε παραγγέλλει εις ημάς να φυλάττωμεν και τας άλλας αισθήσεις μας από τα βλαπτικά αντικείμενα, επειδή από τας αισθήσεις ως και τινας θυρίδας αναβαίνει ο της ψυχής θάνατος, κατά το γεγραμμένον. «Ανέβη ο θάνατος δια των θυρίδων» (Ιερ. θ’ 21).

Φαίνεται δε ότι ερανίσθη τα λόγια ταύτα ο Μελωδός από τον Θεολόγον Γρηγόριον λέγοντα. «Διατηρείται δε εις πέμπτην ημέραν (το πρόβατον το εν τω Πάσχα θυόμενον δηλαδή και τον Χριστόν προτυπούν), ίσως ότι καθαρτικόν αισθήσεων το εμόν θύμα, εξ ών το πταίειν, και περί ας ο πόλεμος, εισδεχομένας το κέντρον της αμαρτίας» (Λόγος εις το Πάσχα). Εάν λοιπόν καθαρθώμεν κατά τας αισθήσεις της ψυχής και του σώματος, μάλιστα δε κατά τον νουν και την όρασιν, βέβαια θέλομεν αξιωθή να ειδώμεν με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής τον Δεσπότην Χριστόν, όστις ανιστάμενος από τον τάφον, εξαστράπτει υπέρ τον ήλιον με τόσον πού και υπερβολικόν φως της αναστάσεως, ώστε αυτό δια την υπερβολήν είναι απλησίαστον. ούτω γαρ και ο Κύριος εβεβαίωσεν ειπών. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’ 8). Το δε «Απρόσιτον» ερανίσθη ο Μελωδός από τον Παύλον λέγοντα. «Ο μόνος έχων αθανασίαν, φως οίκων απρόσιτον» (α’ Τιμ. στ’ 16). Ομοίως, εάν καθαρισθώμεν κατά την εσωτερικήν και νοεράν ακοήν της ψυχής, και κατά την εξωτερικήν ακοήν του σώματος, βέβαια θέλομεν ακούσει και ημείς τρανώς τε και καθαρώς τον αναστάντα Χριστόν να λέγη και προς ημάς καθώς εις τας Μυροφόρους το «Χαίρετε».

Τι λέγω; Εάν καθαρισθώμεν ου μόνον κατά τας δύο ταύτας αισθήσεις την όρασιν και την ακοήν, αλλά και καθ’ όλας ομού, θέλομεν απολαύσει τας νοητάς χάριτας του αναστάντος Κυρίου. η νοερά γαρ όσφρησις ημών κεκαθαρμένη ούσα έχει να οσφραίνεται την νοητήν οσμήν και ευωδίαν του μύρου του αποπνέοντος εκ του αναστάντος Δεσπότου, καθώς γέγραπται. «Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα» (Ασ. α’ 3). ομοίως και η νοερά ημών γεύσις έχει να γεύεται την νοητήν χρηστότητα του εκ νεκρών εγερθέντος, κατά το «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλ. λγ’ 9). αλλά και η νοερά ημών αφή θέλει αισθάνεται της νοητής του αναστάντος περιλήψεως, κατά το γεγραμμένον. «Ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου, και η δεξιά αυτου περιλήψεταί με» (Ασ. β’ 6) . όθεν ο Σιναΐτης είπε θείος Γρηγόριος. «Ο μη ορών και ακούων και αισθανόμενος πνευματικώς, νεκρός έστι» (Κεφ. πζ’). αλλα και ο πνευματοφόρος εκείνος και υψηλόνους άγιος Κάλλιστος ένα ολόκληρον εξοδεύει εν χειρογράφοις σωζόμενον, εν ω αποδεικνύει ότι παντί αισθητηρίω νοερώ ληπτός ο Θεός δια φιλανθρωπίαν γίνεται.

Επειδή δε ο άνθρωπος δύναται να απολαύση τας νοητάς χάριτας του αναστάντος Χριστού με όλας τας νοεράς και σωματικάς αισθήσεις, πως εδώ ο θείος Ιώαννης αναφέρει μόνας τας δύο, την ότι, τούτο νους τη ψυχή κατά τον θείον Δαμασκηνόν και την όρασιν του σώματος, ομοίως και την ακοήν την ψυχικήν και την σωματικήν; Εις λύσιν της απορίας τάυτης λέγομεν ότι τας δύο μόνον ανέφερεν ο Μελωδός, πρώτον, διότι αυταί είναι αι πρώται και κύριαι καικορυφαιόταται των άλλων, δεύτερον, διότ αυταί μόναι αι δύο ενεργήθησαν υπό των Μυροφόρων εν τη αναστάσει του Κυρίου. διά της οράσεως γαρ των οφθαλμών είδον τον αναστάντα Χριστόν, και δια της ακοής ήκουσαν τα γλυκύτατα λόγια όπου είπε προς αυτάς μετά την Ανάστασιν ο αναστάς Ιησούς. διότι αν και η αφή ετολμήθη παρά της Μαρίας να ενεργηθή, έμεινεν όμως πάλιν ανενέργητος. ήκουσε γαρ αύτη να την εμποδίση ο Κύριος, λέγων. «Μαρία μη μου άπτου» (Ιω. κ’ 17).

Εάν λοιπόν καθαρισθώμεν κατά τας αισθήσεις, και μάλιστα κατά τας δύο, θέλομεν απολαύσει τας χάριτας του αναστάντος, ως είπομεν ανωτέρω. εάν δε ήμεθα ακάθαρτοι κατ’ αυτάς, δεν θέλομεν αξιωθή ούτε τον Χριστόν να ιδώμεν, ούτε την φωνήν αυτού να ακούσωμεν. επειδή, κατά τον Σολομώντα, «Εις κακότεχνον ψυχήν ου εισελεύσεται σοφία, ουδέ κατοικήσει εν σώματι κατάχρεω αμαρτίας» (Σοφ. α’ 4). και κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον, «Μύρον δοχείον σαπρόν ου πιστεύεται». και πάλιν. «Καθαρού γάρ άπτεσθαι ου θέμις μη καθαρώ», και αύθις. «Δια τούτο καθαρτέον πρώτον εαυτόν, είτα τω καθαρώ, προσομιλητέον» (Λόγος α’ περί Θεολογίας). Τι λέγω; όχι μόνο ακάθαρτοι όντες κατά την όψιν και ακοήν δεν θέλομεν ιδεί το υπέρλαμπρον και παντοπόθητον πρόσωπον του αναστάντος Δεσπότου, ούτε θέλομεν ακούσει την γλυκύτατην αυτού φωνήν, αλλά και θέλομεν ελεγχθή παρ’ αυτού προς ημάς λέγοντος εκείνα τα του Ησαΐου. «Ακοή ακούσετε και ου μη συνήτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε» (Ησ. στ’ 9), ο γαρ ακάθαρτος ων κατά τας αισθήσεις της ψυχής και του σώματος, αυτός είναι ακάθαρτος και κατά την καρδίαν. ακάθαρτος δε καρδία μυστήρια Θεού ου παραδέχεται. όθεν είπεν ο Κύριος ότι ουχί οι ακάθαρτον έχοντες την καρδίαν, αλλ’ οι καθαροί τη καρδία, αυτοί τον Θεόν όψονται (Ματθ. ε’ 8).

Τροπάριον. 
Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω, εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος. Χριστός γάρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος.

Ερμηνεία. 
Και τούτο το Τροπάριον της αυτής πανηγυρικής ιδέας είναι με το ανωτέρω, και από του Θεολόγου ερανίσθη Γρηγορίου. τον μεν γάρ «Ουρανοί ευφραινέσθωσαν. γη δε αγαλλιάσθω» επάρθη από τον εις την Χριστού Γέννησιν λόγον αυτού ούτω λέγοντος. «Και ίνα συνελών είπω, ευφραινέσθωσαν οι Ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη διά τον επουράνιον είτα επίγειον» (Χριστόν δηλ.), ο δε Θεολόγος τούτο ερανίσθη πάλιν από τον Δαβίδ λέγοντα. «Εφραινέσθωσαν οι Ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη»(Ψαλ. ψε’ 11). το δε «Εορταζέτω δε κόσμος ορατός τε άπας και αόρατος» επάρθη από τον εις το Πάσχα λόγον του αυτού Θεολόγου. εν τω λόγω γαρ εκείνω εισάγεται ο φανείς εις τον Άγιον Άγγελος και λέγει. «Σήμερον σωτηρία τω Κόσμω, όσος τε ορατός και όσος αόρατος»[3]. το δε «Χριστός γάρ εγήγερται ευφροσύνη αιώνιος» ερανίσθη από τον εις την Πεντηκοστήν λόγον του αυτού. εκεί γαρ ο Χριστός εορτή και αγαλλίασις ονομάζεται ούτω. «Εν αυτώ τω Λόγω και Θεώ και Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ, τη αληθινή των σωζομένων εορτή και αγαλλιάσει» . μάλλον δε και το «Χριστός εγήγερται» από τον ανωτέρω ίδιον λόγον του Θεολόγου ελήφθη. εκεί γαρ λέγει ο Άγιος αμέσως μετά το «Όσος τε ορατός και όσος αόρατος» το «Χριστός εκ νεκρών (εγήγερται δηλ.) συνεγείρεσθε». ο δε Θεολόγος Γρηγόριος έλαβε τούτο εκ του Αποστόλου ειπόντος. «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο» (α’ Κορ. ιε’ 20).

Ουρανοί λοιπόν, τους οποίους καλεί εδώ ο Μελωδός εις το να ευφραίνωνται, είναι οι εν Ουρανοίς Άγγελοι, ομοίως και γη, την οποίαν προσκαλεί εις το να αγαλλιάται, είναι οι επί γης άνθρωποι[4]. ή καλεί κατά σχήμα προσωποποιΐας και αυτά τα άψυχα στοιχεία εις το να ευφρανθούν δια την υπερβολήν της χαράς της του Κυρίου αναστάσεως. Τούτο το ίδιον νόμημα φανερώνουν και τα παρακάτω λόγια του Μελωδού, ήγουν το «Εορταζέτω δε κόσμος ορατός τε άπας και αόρατος». κόσμον γαρ ορατόν ονομάζει τους ανθρώπους, ή και τον αισθητόν όλον κόσμον κατά σχήμα προσωποποιΐας. Κόσμον δε αόρατον, τας αοράτους Δυνάμεις των αγίων Αγγέλων. λέγει γάρ ο Θεολόγος Γρηγόριος. «Έστω κοινή πανήγυρις ουρανίων και επιγείων Δυνάμεων. πείθομαι γάρ και κείνας συναγάλλεσθαι και συμπανηγυρίζειν σήμερον, ειπέρ εισι φιλάνθρωποι και φιλόθεοι» (Λόγος εις τα Γενέθλια).  

[1] Όρα περί του Κανόνος τον οποίον εποίησεν ο θείος Κοσμάς εις την λαμπροφόρον ταύτην Ανάστασιν του Κυρίου εν ήχω δευτέρω κατά την υποσημείωσιν του Τροπαρίου «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός» εν τω Κανόνι τούτω.

[2] Με τα λόγια ταύτα δείχνει ο Θεολόγος ότι δεν ασμενίζει εις την γνώμην ταύτην των πολλών, ήγουν ότι ωνομάσθη το Πάσχα από του σωτηρίου πάθους, αλλά καθώς αυτός λέγει, από του Φάσκα μετωνομάσθη Πάσχα. και ούτως έχει η αλήθεια. ήγουν ότι ωνομάσθη το Πάσχα από του σωτηρίου πάθους, αλλά, καθώς αυτός λέγει, από του Φάσκα μετωνομάσθη Πάσχα. και ούτως έχει η αλήθεια. πρώτον, διότι βλέπομεν ότι και οι εβδομήκοντα το Φάσκα μετέτρεψαν εις το Πάσχα. όθεν αναγινώσκομεν εν τη Εξόδω. «Και φάγεσθε αυτό μετά σπουδής. Πάσχα εστί Κυρίου» (Εξ. ιβ’ 11) . και πάλιν. «Ούτος ο νόμος του Πάσχα» (αυτ. 43) και μυρία αλλά δεύτερον, διότι, αν το Πάσχα γίνεται από του πάσχειν, δεν σημαίνει πλέον διάβασιν, και μάτην λέγει τούτο εδώ ο Μελωδός, και όσοι άλλοι τούτοι φασίν. Ο δε Χρυσόστομος κατά άλλην ενδοχήν ενόησε το όνομα του Πάσχα, λέγων. «Και αυτό γε το της εορτής όνομα πλείστην έχει την υπεροχήν επί της αληθείας ερμηνευόμενον. υπέρβασις μεν γαρ εστί καθ’ ερμηνείαν το Πάσχα, ότι υπερέβη τους Εβραίων οίκους ο τα πρωτότοκα παίων ολοθρευτής. υπέρβασις δε του ολοθρευτού παρ’ ημίν αληθής, όταν καθάπαξ ημάς υπερβαίνη προς την αιώνιον ζωήν ανισταμένους υπό Χριστού» (Λόγος α’ εις το Πάσχα εκ των η΄ ου η αρχή «Πάσχα μεν γήϊνον »).

[3] Σωτηρία του αοράτου Κόσμου είναι κατά τον σχολιαστήν του Θεολόγου Νικήταν, ή διότι ευρέθη το εκ των εκατόν προβάτων πλανηθέν, ο Αδάμ και οι εξ Αδάμ, και ανεπληρώθη το ελλείπον, ή, μάλλον και προσφυέστερον ειπείν, διότι οι Άγγελοι, δυσκίνητοι όντες πρότερον εις το κακόν, αλλ’ ουκ ακίνητοι, ου φύσει, αλλά χάριτι έλαβον σωτηρίαν την ατρεψίαν, μηκέτι φοβούμενοι την επί το χείρον μεταβολήν, και την εκ ταύτης απώλειαν. Διατί δε λέγει ότι πας ο ορατός Κόσμος εσώθη, εις καιρόν όπου πάντες οι άνθρωποι δεν εσώθησαν; Αποκρινόθεμα ότι λέγεται τούτο κατά τον σκοπόν του Σωτήρος, καθότι ο Χριστός υπέρ πάντων απέθανε και ανέστη. κατά δε την έκβασιν του πράγματος μόνοι οι πιστεύσαντες και τας εντολάς τηρήσαντες εκείνοι εσώθησαν.

[4]Λέγει δε και ο Ζωναράς. «Αι μεν ουράνιε Δυνάμεις ευφραινέσθωσαν επί τη σωτηρία των ανθρώπων. ει γάρ, καθώς έφη ο Κύριος, χαρά γίνεται επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι, πως ουκ αν τα ουράνια ευφράνθησαν επί τη ανθρωπίνη σωτηρία; Ευφράνθησαν δε και ότι δια των σωζομένων αναπληρούται το εκπεπτωκός εξ αυτών ουράνιον τάγμα. πληρωθήναι γαρ δει κακείνο, και μη ελλιπή είναι τον άνω Κόσμον, ως είπεν ο Θεολόγος Γρηγόριος. Πληρρωθήναι δει τον άνω Κόσμον. Χριστός κελεύει. μη αντιτείνωμεν. τα δε επίγεια αγαλλιάσθω (ήτοι οι εν τη γη άνθρωποι), της τυραννίδος των Δαιμόνων απαλλαγέντες, ως πληρωθήναι την ου Ησαΐου πρόρρησιν την λέγουσαν. αφείλεν ο Θεός πάν δάκρυον από προσώπου της γης» (ήτοι ανθρώπου παντός).

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις