Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Η Κάθοδος στον Άδη του Χριστού, στη μονή της Χώρας - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Η Κάθοδος στον Άδη του Χριστού, στη μονή της Χώρας

π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - Ο επίλογος της εκπομπής "Ράδιο Παράγκα" Κυριακή του Πάσχα1993

   Το ηχητικό απόσπασμα εδώ 

Δεν μπορεί να περάσει Πάσχα και να μη θυμηθώ, εκείνο που έχει τυπωθεί πολύ βαθιά μες στην καρδιά μου. Κάτι πολύ απλό και κάτι πολύ μεγάλο. Όλα φαίνονται σχετικά για τους ανθρώπους, αλλά για μένα προσωπικά, είναι κάτι πολύ απλό και κάτι πολύ μεγάλο. 
Να σας το θυμίσω. 
Μία εικόνα, μια εικόνα ανεπανάληπτη. Για’ κείνον φυσικά, που κοιτάζει τις εικόνες και θέλει να τις κοιτάζει με ένα άλλο μάτι. Μία εικόνα, σε έναν τόπο, που είναι πολύ μικρός, αλλά είναι αχώρητος. Σ' έναν τόπο, που είναι χώρα, αλλά είναι Χώρα του Αχωρήτου. Σε έναν τόπο, που λες ,κανείς δεν χωράει εδώ πέρα μέσα, αλλά χωράνε όλοι. Η Χώρα του Αχωρήτου. Όποιος έχει πατήσει στη Μονή της Χώρας του Αχωρήτου, θα καταλάβει τι εννοώ, και τι λέω. Εκεί μέσα μπαίνοντας, στη μικρή Μονή της Χώρας του Αχωρήτου, κάπου σήμερα, στρυμωγμένη ανάμεσα σε παλιόσυνοικίες της παλιάς Κωνσταντινουπόλεως, θα έχει συγκλονιστεί, αν πραγματικά βλέπει τις εικόνες με άλλο μάτι, από κείνη την κάθοδο στον Άδη, του Χριστού. 
Ο Χριστός λευκόφορεμένος, έχει απλώσει τα χέρια Του, για να βγάλει από τους τάφους τους νεκρούς. Και όλοι εκείνοι, προσκυνώντας την ένδοξον Του Ανάσταση, βγαίνουν έξω και όλα γύρω λαμπροφόρα, και όλα γύρω αναστημένα. Οι μορφές, το φως, ο αγιογράφος εκεί πάνω, έπαιξε με τα χρώματα. Αλλά ήταν πάνω από όλα αγιασμένος. Η Μόνη της Χώρας Του Αχωρήτου και στο βάθος μιας κόγχης, η κάθοδος στον Άδη του Χριστού. Καθηλώνεσαι από κάτω και τη βλέπεις και λες. Τι είναι αυτό; Τι χώρα είναι αυτή; Τι παράξενη χώρα; Από τη μία μεριά, τρομάζεις για τις αμαρτίες σου, όπως βλέπεις τους νεκρούς να βγαίνουν από τους τάφους και από την άλλη μεριά, χαίρεσαι, γιατί έχεις μπροστά σου τον Χριστό και ξέρεις πως είναι, πολύ μικρή η ύπαρξή σου, για να μπορεί να ατενίσει αυτά τα πράγματα. Αλλά ξέρεις που Εκείνος είναι πολύ μεγάλος και χωράει τους πάντες. Η χώρα του Αχωρήτου και η κάθοδος στον Άδη. Ότι μού’ χει μείνει βαθιά χαραγμένο μέσα στην ψυχή μου απ’ αυτό τον τόπο που λέγεται η χώρα του Αχωρήτου. 
Η Ανάσταση Του Χριστού και η συντριβή όλων των δαιμονικών δυνάμεων. Αυτό και μόνο του [είναι]μία ολόκληρη κατήχηση. Η χώρα του Αχωρήτου, μία εικόνα, πολύ μικρή για κάποιους, πολύ μεγάλη, για έναν που αλλιώς θέλει να δει τα πράγματα. 
Ο τόπος μας, ο κάθε τόπος ο στενάχωρος, ο μικρός. Ο τόπος όπου πάσχουμε, ο τόπος όπου παθαίνουμε, ο τόπος όπου δεν μπορούμε να πούμε Αναστάσεως ήμερα και Χριστός Ανέστη. Ας αποκτήσει αυτή την οσμή της ευωδιάς της πνευματικής. Ας αποκτήσει την οσμή της ευωδίας της Χώρας Του Αχωρήτου. Όλοι χωρούν εκεί μέσα, γιατί αυτή Χώρα είναι ατελείωτη, όσο μεγάλα είναι τα χέρια του Χριστού που βγάζουν από τους τάφους τους νεκρούς. 
Η μονή της χώρας του Αχωτήτου και η κάθοδος του Χριστού στον Άδη.
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Γύρω μας ο θάνατος λειτουργεί τη μπόχα του. 
Γύρω μας ο Άδης λειτουργεί τα έργα του. 
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται. 
Η μπόχα του θανάτου που μυρίζει γύρω μας, δεν έχει καμία εξουσία πάνω μας. 
Χριστός Ανέστη 
Και αυτό το Χριστός Ανέστη, μέσα από τα δεκάδες Χριστός Ανέστη που λέει η Εκκλησία μας αυτές τις μέρες. Είναι ένα άλλο σάλπισμα πραγματικά εγερτήριο. 
Ένα σάλπισμα που κάνει κάθε καρδιά Ορθόδοξη να τιναχτεί στον αέρα και δεν μπορεί πια να συνεχίσει αλλιώτικα. 
Απ’ τη στιγμή που είπες το Χριστός Ανέστη, δεν μπορείς να πας πίσω. Το πίσω πια είναι, κρίση μεγάλη και τάφος, ο όποιος δεν έχει πια τέλος. Δεν μπορείς να γυρίσεις στον τάφο μετά από το Χριστός Ανέστη. Χριστός Ανέστη λοιπόν και αυτή η ιαχή να γίνει η ιαχή που θα χαρακτηρίσει το αύριο, το μεθαύριο και το ατέλειωτο μέλλον της ζωής μας. 
Χριστός Ανέστη, μέσα από το Χριστό που έβγαλε από τους τάφους όλους τους νεκρούς και μαζί και μας, τους αμαρτωλούς και χαμένους μέσα στην μπόχα και την μυρωδιά του θανάτου.

 

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ.

Hristos a înviat!
Învierea Domnului în închisorile comuniste, 2023(Lucrare din seria GULAG)
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ. 

 

Ο πατέρας Dimitrie Bejan είπε ότι το βράδυ του Πάσχα, στη φυλακή Aiud, ούτε οι ξυλοδαρμοί μπορούσαν να σταματήσουν αυτή την έκρηξη χαράς που πλημμύρισε τα «κελιά»: 
«Φανταστείτε πώς κάναμε το Πάσχα! Όταν όλη η φυλακή τραγουδούσε το «Χριστός Ανέστη!», οι πολιτοφύλακες μας χτυπούσαν, μας στοιχημάτιζαν, αλλά εμείς τραγουδούσαμε ακόμα! Εκεί βίωσα πιο έντονα τη χαρά της Ανάστασης... Ήταν ο σκηνοθέτης που τους προέτρεψε: «Κτυπήστε τους ρε φίλε! Δεν βλέπετε ότι είναι χριστιανοί;». 
Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις που οι φύλακες, θαυμάζοντας τα τεκταινόμενα, κόλλησαν. Κάτι θα έκαναν, όπως απαιτούσε το καθήκον τους, αλλά δεν μπορούσαν παρά να παρακολουθήσουν σιωπηλά την Πασχαλινή Λειτουργία των κρατουμένων. Αυτό συνέβη στο Πιτέστι, το 1949, όπως αφηγείται ο Τραϊάν Ποπέσκου: 
«Και εδώ είναι η νύχτα της Ανάστασης. Με το χτύπημα των καμπάνων να φτάνει μέχρι εμάς, αναμμένα κεριά άρχισαν να εμφανίζονται στο δρόμο, πέρα ​​από τα σπίτια στον τοίχο της φυλακής. Αυτή η διακόσμηση, που για εμάς είχε πάρει κοσμικές διαστάσεις, είχε και την έννοια του πνευματικού μηνύματος Εκείνων που δεν μας είχαν ξεχάσει και που τώρα ήθελαν να ξέρουμε ότι είναι μαζί μας στο πνεύμα. Θα μπορούσα να τους απαντήσω μόνο με ένα «Χριστός Ανέστη!». που ξεκίνησε διακριτικά, στη συνέχεια έσκασε από τις περίπου 800 φωνές. Αν κάποιος μπορούσε να γίνει μάρτυρας εκείνης της στιγμής, θα την παρομοίαζε με έναν τεράστιο καθεδρικό ναό στον οποίο τα εκατοντάδες κεριά στο δρόμο μαζί με τις φωνές μας σημάδεψαν την Ανάσταση του Κυρίου, με τον θάνατο πάνω στο θάνατο να πατάει. Τα πάντα δονούνται: ο αέρας, τα παράθυρα, οι πόρτες, αλλά κυρίως οι καρδιές μας, χωρίς να φανταζόμαστε τι κατακλυσμός θα τους έρθει λίγο αργότερα. Όταν καταλάγιασε η σιωπή, ο στρατιώτης στο πόστο είπε: «Αλήθεια αναστήθηκε!». 
Το ίδιο συνέβη το 1957, στη φυλακή Gherla, όταν περίπου 7.000 κρατούμενοι τραγούδησαν το «Χριστός Ανέστη!» για μια ολόκληρη νύχτα, όπως μαρτυρεί η Oprea Tărăban.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ- π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 

- Η εισαγωγή της εκπομπής "Ράδιο Παράγκα"  Κυριακή του Πάσχα1993 

Το ηχητικό απόσπασμα εδώ 

Χριστός Ανέστη.
Χριστός Ανέστη και ζωή πολιτεύεται.
Χριστός Ανέστη και πεπτώκασι δαίμονες.
Χριστός Ανέστη.
 
Ξυπνάτε νεκροί από τον Άδη, για να μηνύσετε στους ζωντανούς τα τού Άδου. Οι ζωντανοί ζουν σα νεκροί και οι νεκροί, γίνονται ζωντανοί. 
Ο Άδης επικράνθη. 
Όλη η ισορροπία και η τάξη των πραγμάτων αναστρέφεται, όλα αλλάζουν, όλα παίρνουν μία άλλη χροιά. Εκείνος που πεθαίνει, ανασταίνει τους πάντες και εκείνοι που νομίζουν που ζουν, είναι σαν πεθαμένοι και αν εκείνοι που νομίζουν που ζουν που είναι σαν πεθαμένοι, δεν προσκολληθούν και δεν αγαπήσουν, Αυτόν που πέθανε για Αυτούς, Αυτόν που κατέβηκε στον Άδη, τότε η ζωή τους, η ζωντάνια τους, η ενεργητικότητά τους, όλα είναι μία χαμένη υπόθεση. 
Χριστός Ανέστη και ζωή πολιτεύεται. 
Αν μιλούνε για τη ζωή, αν μιλούν για τα της ζωής, αν μιλούν για τα πράγματα του κόσμου, αν μιλούνε για αυτά που είναι ζωντανά, μόνο μέσα από Αυτόν που Ανέστη και ζωή πολιτεύεται μπορούν να ζουν, μπορούν να υπάρχουν, μπορούν να κινούνται, μπορούν να είναι ενεργητικοί, μπορούν να μιλούν, μπορούν να κλαίνε, μπορούν να αγαπούν, μπορούν να ερωτεύονται, μπορούν να κουβεντιάζουν, μπορούν να λένε απόψεις. 
Χωρίς Αυτόν και χωρίς τη Ζωή που πολιτεύεται και χωρίς Αυτόν που Ανέστη εκ των νεκρών. Όσο και να μιλούν, όσο και να φωνάζουν, όσο και να αναλύουν ιδέες, όσο και να αγαπούν, όσο και να ερωτεύονται, όσο και να δουλεύουν, όσο και να φτιάχνουν ιδέες, όσο και να φτιάχνουν προγράμματα, όσο και να φτιάχνουν την τάξη των πραγμάτων του κόσμου. Όλα είναι θάνατος και μυρίζουνε την μυρωδιά του θανάτου. 
Χριστός Ανέστη. 
Χωρίς Αυτόν όλα είναι πεθαμένα. 
Με Αυτόν, όλα τα πεθαμένα γίνονται ζωντανά. 
Και στο τέλος η βαθιά προσδοκία όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών για την Ανάσταση των νεκρών. 
Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών.

Χριστός Ανέστη.

Η ζωή μας παίρνει άλλο νόημα και από τώρα νοηματοδοτείται και εκεί οδεύουμε και εκεί πηγαίνουμε.Για την Ανάσταση των σωμάτων.
Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών.

Χριστός Ανέστη.

Γιατί άλλο να μιλήσουμε σήμερα; Παρά μόνο για αυτό το μεγάλο γεγονός. Όσο μπορεί να το πλησιάσει, το μυαλό εκείνων που είναι ανόητοι. Όσο μπορεί να τον πλησιάσει το δικό μας το μυαλό, που λίγο σταύρωσε κάτι από τα πάθη μας.

Χριστός Ανέστη.

Και εμείς σήμερα να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για αυτή την ανατροπή της τάξεως των πραγμάτων του κόσμου, να μιλήσουμε για τους νεκρούς που ανασταίνονται και τη δική μας κοινή μελλοντική Ανάσταση.


Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Χριστός Ανέστη | Христос Воскрес



 

Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα - ΣΥΝΑΞΑΡΙ


Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 
Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα 
Συναξάριον 
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.  
Την αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα εορτάζουμε τη ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού

Την παρούσα εορτή την ονομάζουμε Πάσχα, το οποίο στα εβραϊκά σημαίνει διάβαση· διότι αυτή είναι η μέρα -η Κυριακή- κατά την οποία ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον κόσμο από το μηδέν· κατά την ημέρα αυτή και τον ισραηλιτικό λαό τον άρπαξε από τα χέρια του Φαραώ διαπερνώντας τον από την Ερυθρά Θάλασσα· σ’ αυτή πάλι κατέβηκε από τον ουρανό και κατοίκησε στη μήτρα της Παρθένου· και τώρα όλο το ανθρώπινο γένος το άρπαξε από τους πυθμένες του Άδη και το ανέβασε στους ουρανούς και το έφερε στο αρχαίο αξίωμα της αφθαρσίας. 
 
Ωστόσο, όταν ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ανέστησε όλους, αλλά μόνο όσους πίστεψαν σ’ αυτόν. Τις ψυχές όμως των Αγίων όλων των αιώνων, τις οποίες ο Άδης βίαια κρατούσε, τις ελευθέρωσε, και χάρισε σε όλους την ανάβαση στους ουρανούς.

Γι’ αυτό πλημμυρισμένοι από χαρά εορτάζουμε με λαμπρότητα την Ανάσταση, εικονίζοντας τη χαρά που έλαβε πλούσια η φύση μας χάρη στην ευσπλαχνία του Θεού. Επίσης, δείχνοντας την κατάλυση της έχθρας και την ένωση με τον Θεό και τους αγγέλους, κάνουμε και τον συνήθη ασπασμό. 
 
Η δε Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής. Καθώς οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε μεγάλος σεισμός, διότι κατέβηκε άγγελος και αποκύλισε τον λίθο από τη θύρα του μνημείου. Όταν το είδαν οι φύλακες έφυγαν, και έτσι μπόρεσαν να έρθουν οι γυναίκες «οψέ Σαββάτου» (Ματθ. 28:1), δηλαδή στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.

Η πρώτη που είδε τον αναστημένο Χριστό ήταν η Μητέρα του Θεού που καθόταν απέναντι από τον τάφο, όπως λέει ο Ματθαίος (27:61), μαζί με τη Μαγδαληνή. Αλλά για να μην αμφισβητηθεί η Ανάσταση από τη στενή συγγενική σχέση της Μητέρας, γι’ αυτό οι ευαγγελιστές λένε ότι πρώτα εμφανίστηκε στη Μαγδαληνή Μαρία. Αυτή είδε και τον άγγελο στον λίθο, και επίσης σκύβοντας είδε και τους αγγέλους που ήταν μέσα στον τάφο, οι οποίοι και ανήγγειλαν την ανάσταση του Κυρίου λέγοντας: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· να ο τόπος όπου τον είχαν βάλει». 
 
Όταν τ’ άκουσε αυτά η Μαρία η Μαγδαληνή, έτρεξε και πήγε στους φλογερούς μαθητές Πέτρο και Ιωάννη και είπε σ’ αυτούς τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης. Και καθώς επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία, τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντας «Χαίρετε»· διότι έπρεπε το φύλο που πρώτο άκουσε «Με λύπες θα γεννήσεις τα παιδιά σου», αυτό πρώτο να ακούσει και τη χαρά.

Αυτές πάλι, με πολλή λαχτάρα, πλησίασαν τον Χριστό και έπιασαν τα άχραντα πόδια του για να σιγουρευτούν.

Οι δε απόστολοι πήγαν στον τάφο, και ο Πέτρος κοίταξε μόνο μέσα και έφυγε, ενώ ο Ιωάννης μπήκε μέσα και παρατήρησε με προσοχή και ψηλάφησε το σάβανο και το κάλυμμα της κεφαλής. 

Τα χαράματα η Μαγδαληνή ξαναπήγε μαζί με άλλες γυναίκες για να εξακριβώσει καλύτερα αυτά που είχε δει. Καθώς έκλαιγε έξω από τον τάφο, έσκυψε μέσα και βλέπει δυο αγγέλους που άστραφταν και έλαμπαν και που της είπαν, σαν να τη μάλωναν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Τον Ιησού ζητάτε, τον Ναζαρηνό, τον εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». 
Και αμέσως οι άγγελοι σηκώθηκαν με φόβο, γιατί είδαν τον Κύριο. Γι’ αυτό κι εκείνη στράφηκε πίσω και είδε τον Χριστό να στέκεται· και νομίζοντάς τον κηπουρό –γιατί το μνήμα ήταν σε κήπο– είπε: «Κύριε, αν τον πήρες εσύ, πες μου πού τον έβαλες, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί» Και καθώς η Μαγδαληνή στράφηκε πάλι προς τους αγγέλους, ο Σωτήρας της είπε: «Μαρία!» (Ιω. 20:14-16)
 
Μόλις εκείνη άκουσε τη γλυκιά και οικεία φωνή τού Χριστού, ήθελε να τον αγγίξει, αυτός όμως είπε: «Μη με αγγίζεις, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου, όπως σκέφτεσαι νομίζοντας ότι ακόμη είμαι άνθρωπος. Αλλά πήγαινε στους αδελφούς μου και πες σ’ αυτούς όσα είδες και άκουσες» -πράγμα που η Μαγδαληνή το έκανε. 
Όταν ξημέρωνε, πήγε πάλι στον τάφο με τις άλλες, ενώ η Ιωάννα με τη Σαλώμη ήρθαν μετά την ανατολή του ήλιου. Και γενικά, σε διάφορες ώρες πήγαν στον τάφο οι γυναίκες, και ανάμεσά τους ήταν και η Θεοτόκος· διότι αυτή είναι η Μαρία Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο, και ο Ιωσής αυτός ήταν γιος του Ιωσήφ. 
Είναι πάντως άγνωστο ποια ώρα αναστήθηκε ο Κύριος. Κάποιοι είπαν στο πρώτο λάλημα των πετεινών, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός και άλλοι άλλα. 
Αυτά λοιπόν έτσι έγιναν. Και να, μερικοί από τη φρουρά πήγαν και είπαν στους αρχιερείς τα γεγονότα· αυτοί τότε, δίνοντάς τους χρήματα, τους έπεισαν να πουν ότι οι Μαθητές του πήγαν νύχτα και τον έκλεψαν. 
Κατά το απόγευμα αυτής της ημέρας, και ενώ οι Μαθητές ήταν μαζεμένοι σ’ ένα μέρος για τον φόβο των Ιουδαίων και οι πόρτες ήταν καλά κλεισμένες, ήρθε μέσα ο Χριστός -διότι πλέον είχε άφθαρτο σώμα- και τους χαιρέτησε ως συνήθως λέγοντας «Ειρήνη». Αυτοί, όταν τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά, και με το φύσημά Του έλαβαν τελειότερα την ενέργεια του παναγίου Πνεύματος. 
Πώς τώρα είναι τριήμερη η ανάσταση του Κυρίου, μάθε: Το απόγευμα της Πέμπτης και η μέρα της Παρασκευής (διότι έτσι μετρούν το νυχθήμερο οι Εβραίοι), μία μέρα· η νύχτα πάλι της Παρασκευής και όλο το Σάββατο, άλλο ένα· να η δεύτερη μέρα. Άλλο τέλος νυχθήμερο η νύχτα του Σαββάτου και η μέρα της Κυριακής (διότι από το μέρος λαμβάνεται το όλο), να και η τρίτη μέρα. Ή και ως εξής: Την τρίτη ώρα της Παρασκευής σταυρώθηκε ο Χριστός· έπειτα, από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη, έγινε σκοτάδι· αυτό σκέψου το ως νύχτα· επομένως μέχρι την έκτη ώρα ένα νυχθήμερο. Έπειτα μετά το σκοτάδι πάλι μέρα, και η νύχτα της Παρασκευής· δεύτερο νυχθήμερο. Η μέρα του Σαββάτου και η νύχτα του, να τα τρία νυχθήμερα. Ο Σωτήρας δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να μας ευεργετήσει την τρίτη μέρα, συντομότερα διέπραξε την ευεργεσία. 

 

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Χριστὸς Ἀνέστη. Ὁ ὕμνος αὐτός. Αὐτὸς ὁ παιὰν ἀκούστηκε σήμερα σὲ ὅλα τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος




π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος  

Απόσπασμα από την εκπομπή
 ΡΑΔΙΟΠΑΡΑΓΚΑ 1995 
του ραδιοφωνικού σταθμού 
της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ακούστε το εδώ 
Χριστὸς Ἀνέστη. 
ὕμνος αὐτός. Αὐτὸς ὁ παιὰν ἀκούστηκε σήμερα σὲ ὅλα τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Ἐκεῖ ποὺ οἱ ὀρθόδοξοι λειτούργησαν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὀρθοδόξως. Καὶ αὐτὸς ὁ παιάν, οὐσιαστικὰ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἀγγίζει πολὺ βαθιά της καρδιές μας. Πέρα ἀπὸ ἕνα τραγούδι, πέρα ἀπὸ ἕναν ὕμνο, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο μᾶς συγκλονίζει βαθύτατα. Οἱ προοπτικὲς τοῦ ἀνθρώπου, οἱ βαθιὲς προοπτικές, ἡ Ἀνάσταση Τοῦ. Χωρὶς αὐτὸ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ζήσει κανένας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, νὰ θλίβονται, νὰ χάνονται, νὰ ἀπογοητεύονται, νὰ πολεμοῦν, νὰ σκοτώνονται. Προσπαθῶντας νὰ ζήσουν κάτι, μία ἐλπίδα. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ ἄλλη ἐλπίδα, ἡ ἄλλη προσδοκία. Ὅταν ἔχεις μπροστὰ σὲ αὐτὴ τὴν προσδοκία, δὲν νιώθεις ποτὲ χαμένος, δὲν νιώθεις ἀδικημένος, δὲν χρειάζεται νὰ πολεμήσεις, δὲν χρειάζεται νὰ ἀντιδικήσεις, δὲν χρειάζεται νὰ ἀμυνθεῖς, δὲν χρειάζεται νὰ ἀπολογηθεῖς. Ἡ προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τὰ καταλύει ὅλα. Εἶναι ὁ τάφος ὁ ὁποῖος ἀνοίγει καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀνοίγει στὴ ζωή μας κάτι συγκλονιστικό. Ἄν σήμερα στὰ πέρατα τῆς γῆς ἀκούστηκε αὐτὸς ὁ ὕμνος, αὐτὸ τὸ τραγούδι, αὐτὸς ὁ παιάν, εἶναι γιὰ νὰ μπεῖ πολὺ βαθιὰ στὶς καρδιές μας. Ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ περάσει ὁριζόντια τὰ βουνὰ καὶ τὰ φαράγγια καὶ τὶς πεδιάδες καὶ τὶς κοιλάδες τῆς γῆς. Εἶναι γιὰ νὰ πάει πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ ἀπὸ τὰ φαράγγια καὶ ἀπὸ τὶς κοιλάδες καὶ ἀπὸ τὶς πεδιάδες. Εἶναι γιὰ νὰ πάει πιὸ μακριὰ καὶ πιὸ βαθιά. Εἶναι γιὰ νὰ κατέβει στὰ ἔγκατα καὶ στὰ μύχια τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι γιὰ νὰ συγκλονίσει ὅτι βαθύτερο ἔχουμε. Εἶναι γιὰ νὰ σπάσει ὅτι ἀσυνείδητο, ὅτι ὑποσυνείδητο, ὅτι τερατῶδες, ὅτι δαιμονικό, ὅτι κολασμένο ἔχουμε μέσα μας. Εἶναι γιὰ νὰ τὰ σπάσει ὅλα αὐτά. Εἶναι γιὰ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι ἀναστημένοι στὴν κάθε μας μέρα καὶ στὴν κάθε κίνηση, στὴν κάθε πράξη τῆς ζωῆς μας. Ἄν αὐτὸ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη δὲν ἔχει τὶς δυνατότητες - τὸ ἔχει μόνο του - ἀλλὰ ἂν ἐμεῖς δὲν θὰ ἀφήσουμε νὰ ἔχει δυνατότητες, νὰ πάει τόσο βαθιὰ καὶ νὰ συγκλονίσει νὰ ἀλλοιώσει νὰ μεταμορφώσει τὴν κάθε μας μέρα καὶ νὰ τὴν κάνει Χριστὸς Ἀνέστη. Τότε τὸ ζήσαμε χωρὶς νὰ ξέρουμε τὶς βαθιὲς προοπτικές του καὶ τότε τὸ περιφρονήσαμε καὶ τότε τὸ βλασφημήσαμε καὶ τότε τὸ ἀπωθήσαμε. 
Χριστὸς Ἀνέστη λοιπὸν σημαίνει κάτι βαθύ. Χριστὸς Ἀνέστη σημαίνει ἕνα κάλεσμα ἄλλου τρόπο ζωῆς. Ἕνας τρόπος ζωῆς ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτεται μόνο μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τότε ἂς ὠχριοῦν καὶ γαυριούν, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται, βρίζουν, βλασφημοῦν τὸ Χριστὸ τὸν Ἀναστημένο. Ἐμεῖς δὲν ἀπολογούμεθα ὅπως ἐκεῖνοι. Στεκόμαστε ὡς Ἀλήθεια μπρὸς στὶς ἀλήθειες τοῦ κόσμου. Χριστὸς Ἀνέστη λοιπὸν σημαίνει αὐτὸ τὸ ξέσπασμα τῆς Ζωῆς. Καὶ ἂν αὐτὸ τὸ ξέσπασμα τῆς Ζωῆς δὲν τὸ κάνουμε ζωή μας. Τότε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη τὸ σημερινό, εἶναι πράγματι κάτι κούφιο. 
Χριστὸς Ἀνέστη. 
Σήμερα σὲ αὐτὴ τὴν ἐκπομπὴ δὲν ἔχουμε νὰ ποῦμε πολλὰ πράγματα. Παρὰ νὰ μιλοῦμε γιὰ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη καὶ πῶς μπορεῖ μέσα ἀπὸ τὶς πολυποίκιλές ἐκφράσεις τῆς ζωῆς μας, τὶς σκέψεις μας, τοῦ λόγου μας, αὐτὸ νὰ γίνει μία πραγματικότητα ζωῆς. 
Χριστὸς Ἀνέστη. 
Καὶ αὐτὸ θὰ κουβεντιάζουμε μόνο γιὰ τρεῖς ὧρες ἐνῶ θὰ πρέπει νὰ τὸ κουβεντιάσουμε σὲ ὅλη μας τὴ ζωὴ καὶ σίγουρα νὰ τὸ κουβεντιάζουμε σὲ ὅλη τὴν αἰωνιότητα. 
Χριστὸς Ἀνέστη.

Σάββατο 19 Απριλίου 2025

Η Ευχή του Αγίου Φωτός



Η Ευχή του Αγίου Φωτός

Συγγραφέας: Καλοκύρης Κωνσταντίνος Δ.

Ο Πατριάρχης κρατώντας τις δύο (πολυσώματες) σβηστές λαμπάδες, εισέρχεται στο αγ. Κουβούκλιο και κλείνεται στον Πανάγιο Τάφο.

Εκεί, ως γρά­φει ο Κάλ. Μηλιαράς, «κλίνας τά γόνατα μετά φόβου καί κατανύξεως ἀναγινώσκει τήν ἀκόλουθον εὐχήν». (Την παραθέτουμε ολόκληρη και ακριβώς ως έχει στην Νέα Σιών, το επίσημο δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου Ιεροσολύ­μων, τόμ. ΞΒ’, 1967 σελ. 235, δηλαδή στη μελέτη για το άγιο φῶς του Καλ. Μηλιαρά).
Ο αναγνώστης θα πρέπει να προσέ­ξει την ευχή ιδιαιτέρως:

Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἡ ἀρχίφωτος σο­φία τοῦ ἀνάρχου Πατρός. Ὁ φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὁ εἰπών γενηθήτω φῶς καί ἐγένετο φῶς, Κύριε, ὁ τοῦ φωτός χορηγός, ὁ ἐξαγαγών ἡμᾶς ἀπό τοῦ σκότους τῆς πλάνης καί εἰσαγαγών εἰς τό θαυμαστόν φῶς τῆς σῆς ἐπιγνώσεως, ὁ τήν γῆν μέν πᾶσαν διά τῆς ἐν αὐτῇ ἐνσάρκου παρουσίας σου, τά καταχθόνια δέ διά τῆς εἰς Ἅδην καταβάσεώς σου φωτός πληρώσας καί χαρᾶς, μετά δέ ταῦτα διά τῶν ἁγίων σου ἀποστόλων φῶς καταγγείλας πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν. Εὐχαριστοῦμεν σοι, ὅτι διά τῆς εὐσε­βοῦς πίστεως μετήγαγες ἡμᾶς ἀπό σκότους εἰς φῶς καί γεγόναμεν υἱοί διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, θεασάμενοι τήν δόξαν σου πλήρη οὖσαν χάριτος καί ἀληθείας· ἀλλ᾿ ὦ φωτοπάροχε Κύριε· ὁ τό μέγα φῶς ὤν, ὁ εἰπών, ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει. Δέσποτα Κύριε, τό φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον· τό μόνον φῶς τοῦ κό­σμου καί φῶς τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, οὗ ἀπό τῆς δόξης ἐπληρώθη τά σύμπαντα, ὅτι φῶς εἰς τόν κό­σμον ἐλήλυθας διά τῆς ἐνσάρκου σου οἰκονομίας, εἰ καί οἱ ἄνθρωποι ἠγάπησαν μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· σύ Κύριε φωτοδότα, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καί ἀναξίων δούλων σου τῶν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ παρισταμένων τῷ παναγίῳ σου καί φωτοφόρῳ τούτῳ τάφῳ καί πρόσδεξαι ἡμᾶς τιμῶντας τά ἄχρα­ντα πάθη σου, τήν παναγίαν σου σταύρωσιν, τόν ἐκούσιον θάνατον καί τήν ἐν τῷ πανσεβάστῳ τούτῳ μνήματι τοῦ τεθεωμένου σου σώματος κατάθεσιν καί ταφήν καί τριήμερον ἐξανάστασιν, ἥν χαρμονικῶς ἤδη ἀρξάμενοι ἑορτάζειν, μνείαν ποιούμεθα καί τῆς ἐν Ἅδου καθόδου σου, δι’ ἧς τάς ἐκεῖσε τῶν δικαίων κατεχομένας ψυχάς δεσποτικῶς ἠλευθέρωσας τῇ ἀστραπῆ τῆς σῆς θεότητος φωτός πληρώσας τά κα­ταχθόνια. Ὅθεν δή ἀγαλλομένῃ καρδίᾳ καί χαρᾷ πνευματικῆ κατά τοῦτο τό ὑπερευλογημένον Σάββατον τά ἐν γῆ καί ὑπό γῆν θεοπρεπῶς τελεσθέντα σοι σωτηριωδέστατα μυστήρια σου ἑορτάζοντες καί σέ τό ὄντως ἱλαρόν καί ἐφετόν φῶς ἐν τοῖς καταχθονίοις θεϊκῶς ἐπιλάμψαν, ἐκ τάφου δέ θεοπρεπῶς ἀναλάμψαν ἀναμιμνησκόμενοι, φωτοφάνειαν ποι­ούμεθα, σοῦ τήν πρός ἡμᾶς συμπαθῶς γενομένην θεοφάνειαν, εἰκονίζοντες· ἐπειδή γάρ τῇ σωτηρίῳ καί φωταυγεί νυκτί πάντα πεπλήρωται φωτός οὐρα­νός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια διά τό ὑπερφυές μυστήριον τῆς ἔν Ἅδου καθόδου σου καί τῆς ἐκ Τάφου σου τριημέρου ἀναστάσεως. Διά τοῦτο, ἐκ τοῦ ἐπί τοῦτον τόν φωτοφόρον σου Τάφον ἐνδελεχῶς καί ἀειφώτως ἐκκαιομένου φωτός εὐλαβῶς λαμβάνοντες διαδιδόαμεν τοῖς πιστεύουσιν εἰς σέ τό ἀληθινόν φῶς καί παρακαλοῦμεν καί δεόμεθά σου, Πανάγιε Δέσποτα, ὅπως ἀναδείξης αὐτό ἁγια­σμοῦ δῶρον καί πάσης θεϊκῆς σου χάριτος πεπληρωμένον, διά τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου καί φωτοφόρου Τάφου σου· καί τούς ἀπτομένους εὐλαβῶς αὐτοῦ εὐλογήσῃς καί ἁγιάσῃς, τοῦ σκότους τῶν παθῶν ἐλευθερῶν καί τῶν φωτεινοτάτων σου σκηνῶν κατα­ξίωσῃς, ὅπου φῶς τό ἀνέσπερον τῆς σῆς θεότητος λά­μπει· χάρισαι αὐτοῖς, Κύριε, ὑγίειαν καί εὐζωίαν καί τούς οἴκους αὐτῶν παντός ἀγαθοῦ πλήρωσον.

Ναί, Δέσποτα φωτοπάροχε, ἐπάκουσόν μου τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ καί δός ἡμῖν τε καί αὐτοῖς περιπατεῖν ἐν τῷ φωτί σου καί ἐν αὐτῷ μένειν, ἕως τό φῶς τῆς προσκαίρου ζωῆς ἔχομεν. Δός ἡμῖν, Κύριε, ἵνα τό φῶς τῆς προσκαίρου ζωῆς ταύτης ἔχωμεν. Δός ἡμῖν Κύριε, ἵνα τό φῶς τῶν καλῶν ἔργων ἡμῶν λάμπῃ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων καί δοξάζωσί σε σύν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί καί τῷ Παναγίῳ Πνεύματι. Εἰς φῶς γάρ ἐθνῶν ἡμᾶς τέθεικας, ἵνα αὐτοῖς τῇ σκοτίᾳ περιπατοῦσι φαίνωμεν. Ἀλλ᾿ ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τό σκότος μᾶλλον ἤ τό φῶς, φαᾶλα πράσσοντες. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς κατά τόν ἀψευδῆ λόγον σου· διά τοῦτο ὁσημέραι προσκόπτομεν ἁμαρτάνοντες, ἐπειδή περιπατοῦμεν ἐν τῇ σκο­τίᾳ. Ἀλλ᾿ ἀξίωσον ἡμᾶς τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς ἡμῶν βιωτεῦσαι πεφωτισμένους τούς ὀφθαλμούς τῆς διανοίας ἡμῶν. Δός ἡμῖν, ἵνα ὡς τέκνα φωτός περιπατήσωμεν ἐν τῷ φωτί τῶν ἐντολῶν σου· τό τοῦ ἁγίου βα­πτίσματος φωτεινόν ἔνδυμα, ὅπερ διά τῶν ἔργων ἠμαυρώσαμεν, λεύκανον ὡς τό φῶς, ὁ ἀναβαλλόμε­νος τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον. Δός ἡμῖν ἐνδύσασθαι τά ὅπλα τοῦ φωτός, ἵνα δι᾿ αὐτῶν τόν ἄρχοντα τοῦ σκό­τους τροπούμεθα, ὅς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. Ναί, Κύριε, καί ὡς ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ τοῖς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις φῶς ἔλαμψας, οὕτω σήμερον λάμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τό σόν ἀκήρατον φῶς, ἵνα διά τούτου φωτιζόμενοι καί θερμαινόμενοι ἐν τῇ πίστει δοξάζομέν σε τό μό­νον ἐκ μόνου τοῦ άρχιφώτου φωτός ἱλαρόν φῶς εἰς τούς ἀτελευτήτους αἰώνας. Ἀμήν».

Μετά το τέλος της ευχής «ὁ Πατριάρχης μετά πάσης εὐλαβείας ἀσπάζεται τόν ἅγιον Τάφον καί λαμβάνει τό ἅγιον φῶς ὅπερ, ἐξερχόμενος ἐξ αὐτοῦ εἰς τόν προθάλαμον αὐτοῦ, μεταδίδει… κ.λπ.».

Όπως γίνεται φανερό η Ευχή αυτή είναι πολύ διαφωτιστική καί επομένως σπουδαία για το θέμα μας από την άπο­ψη του περιεχομένου της. (Ο περισσότερο εγκρατής της ελλη­νικής γλώσσας αναγνώστης, ας μη αποβλέψει στην έλλειψη πρωτοτυπίας της Ευχής, με την υπερβολική συμπίληση Γρα­φικών χωρίων -κατά την κρατούσα εκκλησιαστική συνήθεια- ούτε στην πλημμελή σύνταξη καί στίξη. Ας αποβλέψει στην ουσία του κειμένου η οποία γίνεται με σαφήνεια αντιλη­πτή, και καθιστά έτσι την Ευχή άξια ιδιαίτερης σημασίας). 
Κωνσταντίνου Δ. Καλοκύρη
Το Αρχιτεκτινικό Συγκρότημα
Του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων
Και το Θέμα του Αγίου Φωτός
Εκδόσεις University Studio Press
Σελ. 222-225

Κυριακή 5 Μαΐου 2024

Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα


Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 
Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα

Την αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα εορτάζουμε τη ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού

Την παρούσα εορτή την ονομάζουμε Πάσχα, το οποίο στα εβραϊκά σημαίνει διάβαση· διότι αυτή είναι η μέρα -η Κυριακή- κατά την οποία ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον κόσμο από το μηδέν· κατά την ημέρα αυτή και τον ισραηλιτικό λαό τον άρπαξε από τα χέρια του Φαραώ διαπερνώντας τον από την Ερυθρά Θάλασσα· σ’ αυτή πάλι κατέβηκε από τον ουρανό και κατοίκησε στη μήτρα της Παρθένου· και τώρα όλο το ανθρώπινο γένος το άρπαξε από τους πυθμένες του Άδη και το ανέβασε στους ουρανούς και το έφερε στο αρχαίο αξίωμα της αφθαρσίας.

Ωστόσο, όταν ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ανέστησε όλους, αλλά μόνο όσους πίστεψαν σ’ αυτόν. Τις ψυχές όμως των Αγίων όλων των αιώνων, τις οποίες ο Άδης βίαια κρατούσε, τις ελευθέρωσε, και χάρισε σε όλους την ανάβαση στους ουρανούς.

Γι’ αυτό πλημμυρισμένοι από χαρά εορτάζουμε με λαμπρότητα την Ανάσταση, εικονίζοντας τη χαρά που έλαβε πλούσια η φύση μας χάρη στην ευσπλαχνία του Θεού. Επίσης, δείχνοντας την κατάλυση της έχθρας και την ένωση με τον Θεό και τους αγγέλους, κάνουμε και τον συνήθη ασπασμό.

Η δε Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής. Καθώς οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε μεγάλος σεισμός, διότι κατέβηκε άγγελος και αποκύλισε τον λίθο από τη θύρα του μνημείου. Όταν το είδαν οι φύλακες έφυγαν, και έτσι μπόρεσαν να έρθουν οι γυναίκες «οψέ Σαββάτου» (Ματθ. 28:1), δηλαδή στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.

Η πρώτη που είδε τον αναστημένο Χριστό ήταν η Μητέρα του Θεού που καθόταν απέναντι από τον τάφο, όπως λέει ο Ματθαίος (27:61), μαζί με τη Μαγδαληνή. Αλλά για να μην αμφισβητηθεί η Ανάσταση από τη στενή συγγενική σχέση της Μητέρας, γι’ αυτό οι ευαγγελιστές λένε ότι πρώτα εμφανίστηκε στη Μαγδαληνή Μαρία. Αυτή είδε και τον άγγελο στον λίθο, και επίσης σκύβοντας είδε και τους αγγέλους που ήταν μέσα στον τάφο, οι οποίοι και ανήγγειλαν την ανάσταση του Κυρίου λέγοντας: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· να ο τόπος όπου τον είχαν βάλει».

Όταν τ’ άκουσε αυτά η Μαρία η Μαγδαληνή, έτρεξε και πήγε στους φλογερούς μαθητές Πέτρο και Ιωάννη και είπε σ’ αυτούς τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης. Και καθώς επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία, τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντας «Χαίρετε»· διότι έπρεπε το φύλο που πρώτο άκουσε «Με λύπες θα γεννήσεις τα παιδιά σου», αυτό πρώτο να ακούσει και τη χαρά.

Αυτές πάλι, με πολλή λαχτάρα, πλησίασαν τον Χριστό και έπιασαν τα άχραντα πόδια του για να σιγουρευτούν.

Οι δε απόστολοι πήγαν στον τάφο, και ο Πέτρος κοίταξε μόνο μέσα και έφυγε, ενώ ο Ιωάννης μπήκε μέσα και παρατήρησε με προσοχή και ψηλάφησε το σάβανο και το κάλυμμα της κεφαλής.

Τα χαράματα η Μαγδαληνή ξαναπήγε μαζί με άλλες γυναίκες για να εξακριβώσει καλύτερα αυτά που είχε δει. Καθώς έκλαιγε έξω από τον τάφο, έσκυψε μέσα και βλέπει δυο αγγέλους που άστραφταν και έλαμπαν και που της είπαν, σαν να τη μάλωναν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Τον Ιησού ζητάτε, τον Ναζαρηνό, τον εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ».

Και αμέσως οι άγγελοι σηκώθηκαν με φόβο, γιατί είδαν τον Κύριο. Γι’ αυτό κι εκείνη στράφηκε πίσω και είδε τον Χριστό να στέκεται· και νομίζοντάς τον κηπουρό –γιατί το μνήμα ήταν σε κήπο– είπε: «Κύριε, αν τον πήρες εσύ, πες μου πού τον έβαλες, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί» Και καθώς η Μαγδαληνή στράφηκε πάλι προς τους αγγέλους, ο Σωτήρας της είπε: «Μαρία!» (Ιω. 20:14-16)

Μόλις εκείνη άκουσε τη γλυκιά και οικεία φωνή τού Χριστού, ήθελε να τον αγγίξει, αυτός όμως είπε: «Μη με αγγίζεις, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου, όπως σκέφτεσαι νομίζοντας ότι ακόμη είμαι άνθρωπος. Αλλά πήγαινε στους αδελφούς μου και πες σ’ αυτούς όσα είδες και άκουσες» -πράγμα που η Μαγδαληνή το έκανε.

Όταν ξημέρωνε, πήγε πάλι στον τάφο με τις άλλες, ενώ η Ιωάννα με τη Σαλώμη ήρθαν μετά την ανατολή του ήλιου. Και γενικά, σε διάφορες ώρες πήγαν στον τάφο οι γυναίκες, και ανάμεσά τους ήταν και η Θεοτόκος· διότι αυτή είναι η Μαρία Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο, και ο Ιωσής αυτός ήταν γιος του Ιωσήφ.

Είναι πάντως άγνωστο ποια ώρα αναστήθηκε ο Κύριος. Κάποιοι είπαν στο πρώτο λάλημα των πετεινών, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός και άλλοι άλλα.

Αυτά λοιπόν έτσι έγιναν. Και να, μερικοί από τη φρουρά πήγαν και είπαν στους αρχιερείς τα γεγονότα· αυτοί τότε, δίνοντάς τους χρήματα, τους έπεισαν να πουν ότι οι Μαθητές του πήγαν νύχτα και τον έκλεψαν.

Κατά το απόγευμα αυτής της ημέρας, και ενώ οι Μαθητές ήταν μαζεμένοι σ’ ένα μέρος για τον φόβο των Ιουδαίων και οι πόρτες ήταν καλά κλεισμένες, ήρθε μέσα ο Χριστός -διότι πλέον είχε άφθαρτο σώμα- και τους χαιρέτησε ως συνήθως λέγοντας «Ειρήνη». Αυτοί, όταν τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά, και με το φύσημά Του έλαβαν τελειότερα την ενέργεια του παναγίου Πνεύματος.

Πώς τώρα είναι τριήμερη η ανάσταση του Κυρίου, μάθε: Το απόγευμα της Πέμπτης και η μέρα της Παρασκευής (διότι έτσι μετρούν το νυχθήμερο οι Εβραίοι), μία μέρα· η νύχτα πάλι της Παρασκευής και όλο το Σάββατο, άλλο ένα· να η δεύτερη μέρα. Άλλο τέλος νυχθήμερο η νύχτα του Σαββάτου και η μέρα της Κυριακής (διότι από το μέρος λαμβάνεται το όλο), να και η τρίτη μέρα. Ή και ως εξής: Την τρίτη ώρα της Παρασκευής σταυρώθηκε ο Χριστός· έπειτα, από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη, έγινε σκοτάδι· αυτό σκέψου το ως νύχτα· επομένως μέχρι την έκτη ώρα ένα νυχθήμερο. Έπειτα μετά το σκοτάδι πάλι μέρα, και η νύχτα της Παρασκευής· δεύτερο νυχθήμερο. Η μέρα του Σαββάτου και η νύχτα του, να τα τρία νυχθήμερα. Ο Σωτήρας δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να μας ευεργετήσει την τρίτη μέρα, συντομότερα διέπραξε την ευεργεσία.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Χριστὸς Ἀνέστη - Παύλος Νιρβάνας,


 

Χριστὸς Ἀνέστη
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Κάποτε -ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια- ποὺ μοὔ τυχε νὰ κάνω Ἀνάσταση σὲ κάποιο ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Ρούμελης, ἕνας γέρος χωριάτης, ὑψώνοντας τὴ λαμπριάτικη λαμπάδα του, σὰ χαιρετισμό, πρὸς τ᾿ ἀναστάσιμα ἄστρα, μοῦ εἶπε σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:

-Ἡμέρεψαν ἀπόψε, παιδί μου, τὰ Οὐράνια.

Στὰ δυὸ αὐτὰ λόγια ὁ ἀθῶος χωριάτης εἶχε κλείσει, ἐπιγραμματικά, τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ χριστιανικοῦ θαύματος. «Ἡμέρεψαν τὰ Οὐράνια». Ὁ οὐρανός, χωρὶς τὸ μεγάλο χριστιανικὸ θαῦμα, θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι γιὰ τὴν περίφοβη ψυχὴ τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἀνθρώπου -γιὰ κάθε ἀνθρώπινη ψυχὴ- τὸ κατοικητήριο ἑνὸς Θεοῦ τρομεροῦ, δικαιοκρίτη χωρὶς ἐπιείκεια καὶ τιμωροῦ χωρὶς ἔλεος.

Τέτοιοι στάθηκαν οἱ θεοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν. Κυβερνοῦσαν τὰ πλάσματά τους μὲ τὸν τρόμο. Τύραννοι παντοδύναμοι, μακρυσμένοι ἀπ᾿ τὸ λαό τους, δὲν εἶχαν γνωρίσει ποτὲ τὶς ἀδυναμίες του, δὲν εἶχαν πονέσει ποτὲ τὸν πόνο του, δὲν εἶχαν βασανισθεῖ ποτὲ ἀπ᾿ τὰ βάσανά του, δὲν εἶχαν κλάψει ποτὲ τὰ δάκρυά του. Ἀνίκανοι νὰ συμπονέσουν, νὰ λυπηθοῦν καὶ νὰ συχωρέσουν. Πῶς νὰ μὴν εἶναι «ἄγρια» -ὅπως τἄβλεπε τὸ μάτι τοῦ φοβισμένου ἀνθρώπου- τὰ οὐράνια, τὰ κατοικημένα ἀπὸ τέτοιους θεοὺς;

Καί, μέσα στὴν ἀνοιξιάτικη ἐκείνη νύχτα, ποὺ ἡ λαμπάδα τοῦ γέρου χωριάτη εἶχε ὑψωθῆ σὰ χαιρετισμὸς πρὸς τὰ λαμπρά, ἀναστάσιμα ἄστρα, τὰ οὐράνια εἶχαν ἡμερέψει. Δὲν κατοικοῦσε πιὰ ἐκεῖ ἀπάνω ὑψωμένος στὸν τρομερὸ του θρόνο, ἕνας θεὸς ξένος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Κατοικοῦσε ἕνας γλυκύτατος θεός, ποὺ εἶχε πονέσει ὅλους τους πόνους τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶχε γνωρίσει ὅλες τὶς ἀδικίες τῆς γῆς, ποὺ εἶχε τραβήξει ὅλες τὶς καταφρόνιες, ποὺ εἶχε πληρώσει ὅλες τὶς ἀχαριστίες. Τὸν ἔβρισαν, τὸν ἀναγέλασαν, τὸν ἔφτυσαν, τὸν ἔσυραν δεμένο στοὺς δρόμους, σὰν τὸ τελευταῖο κακοῦργο, τὸν σταύρωσαν. Ἐπείνασε, ἐδίψασε, κουράστηκε, ἀντίκρυσε τὴ φρίκη τοῦ θανάτου.

Γιὰ μιὰ στιγμὴ εἶδε τὸν ἑαυτό του λησμονημένο κι᾿ ἀπ᾿ τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ποὺ ἦταν πατέρας του. «Θεέ μου, θεέ μου, ἵνα τί μὲ ἐγκατέλιπες;» Δὲ στάθηκε πόνος, ποὺ νὰ μὴν τὸν γνώρισε, καρδιοσωμός, ποὺ νὰ μὴν τὸν ἔννοιωσε, δυστυχία, ποὺ νὰ μὴ γεύθηκε τὸ φαρμάκι της. Ἤπιε ὅλα τὰ φαρμάκια, ποὺ μπορεῖ νὰ πιῆ ἄνθρωπος σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο. Καί, τὴ νύχτα ἐκείνη, ὁ πονεμένος καὶ βασανισμένος αὐτὸς ἄνθρωπος εἶχε ἀνέβη στοὺς Οὐρανοὺς καὶ εἶχε καθήσει παντοδύναμος στὸ θρόνο τοῦ θεοῦ, νὰ κυβερνήση τὸν κόσμο. Πῶς νὰ μὴν «ἡμερέψουν τὰ Οὐράνια»; Μιὰ ἀπέραντη καλωσύνη εἶχε πλημμυρίσει τὸ στερέωμα.

Γιατὶ νὰ τρέμη πιὰ ὁ ἁμαρτωλός; θὰ συλλογιζότανε ὁ γέρος. Ἐκεῖνος ποὺ συχώρεσε τὴν πόρνη, τὸ ληστὴ κ᾿ ἐκείνους ἀκόμα ποὺ τὸν σταύρωσαν, εἶναι τώρα ἐκεῖ ἀπάνω, γιὰ νὰ ἰδῆ τὰ δάκρυα τοῦ μετανοιωμοῦ του καὶ νὰ τὸν συχώρεση. Γιατί ν᾿ ἀπελπίζεται ὁ ἄρρωστος; Ἐκεῖνος ποὺ γιάτρεψε τὸν τυφλὸ καὶ τὸν παράλυτο, εἶναι τώρα ἐκεῖ ἀπάνω γιὰ νὰ τὸν γιατρέψη. Γιατί νὰ βαρυγκομάη ὁ φτωχὸς καὶ ὁ ἀδικημένος;

Ἐκεῖνος, ποὺ πείνασε καὶ δίψασε, εἶναι τώρα ἐκεῖ ἀπάνω καὶ καταλαβαίνει τὴ δυστυχία του. Γιατὶ νὰ λαχταράη ἡ μάννα γιὰ τὸ παιδί της; Ἐκεῖ ἀπάνω στοὺς Οὐρανοὺς εἶναι μιὰ Μαννούλα, ποὺ δοκίμασε τὸν πόνο της, γιὰ νὰ παρακάλεση τὸ παιδί της, ποὺ κυβερνάει τὸν κόσμο, νὰ τὴν ἐλεήση. Καὶ γιατὶ νὰ τρέμη ὁ ἀσπρομάλλης ὁ γέρος τὴν ὥρα τοῦ θανάτου; Εἶναι καὶ γι᾿ αὐτόν, εἶναι γιὰ κάθε ψυχή, μιὰ ἀνάσταση.

Τὰ Οὐράνια εἶχαν ἡμερέψει, ἀλήθεια, ἐκείνη τὴν ἀνοιξιάτικη νύχτα. Καὶ ἡ λαμπάδα τοῦ γέρου εἶχε ὑψωθῆ, σὰ χαιρετισμὸς καὶ σὰν εὐχαριστία, πρὸς τὰ ἀναστάσιμα ἄστρα.

-Χριστὸς ἀνέστη, παπποῦ.

-Ὁ Θεός, ὁ Κύριος, παιδί μου.

Παύλος Νιρβάνας, 
Χριστός Ανέστη, 
Νέα Εστία, τεύχος 104, 15 Απριλίου 1931, σελ. 397-398. 


Σάββατο 27 Απριλίου 2019

Μετεποιήθει άθροον εις ευφροσύνην η λύπη και γέγονε μοι πάντα ιλαρά και γεγηθότα.


Μετεποιήθει άθροον εις ευφροσύνην η λύπη και γέγονε μοι πάντα ιλαρά και γεγηθότα.
*** 
Ευθύς μεταποιήθηκε η λύπη σε χαρά και μου φάνηκαν τα πάντα χαρωπά και πανευφρόσυνα. 
Αγίου Ρωμανού του Μελωδού

Δημοφιλείς αναρτήσεις