Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Συναγωνιστής των Αποστόλων και ένθερμος μιμητής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ζωντανός στυλοβάτης της
 
Εκκλησίας λόγω του ζήλου του για την υπεράσπιση της πίστεως, υπόδειγμα αγίου ιεράρχη για την ποιμαντική του φροντίδα, ο εν αγίοις πατήρ ημών Νικόλαος ανεδείχθη γενναιόδωρος έφορος της Χάριτος του Θεού με τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί υπέρ των πτωχών, των εγκαταλειμμένων, όσων υποφέρουν αδικίες και όσων μέχρι σήμερα επικαλούνται την πατρική του προστασία. Γεννήθηκε στην πόλη Πάταρα της Λυκίας κατά τα τέλη του 3ου αιώνα, από γονείς χριστιανούς που για πολλά χρόνια ήταν άτεκνοι. Ήδη από τη βρεφική του ηλικία φάνηκε ο πόθος του για την αρετή και ο ζήλος του στην τήρηση των θεσμίων της Εκκλησίας, αφού αρνούνταν να θηλάσει όλη τη μέρα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή.  Ήταν
ευλαβής και φρόνιμος· διδάχθηκε τα ιερά Γράμματα και σε νεαρά ηλικία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον θείο του, αρχιεπίσκοπο Νικόλαο. Η αγρυπνία, η νηστεία και η προσευχή ήταν οι αρετές στις οποίες ο νέος κληρικός διέπρεπε ήδη, όταν όμως μετά τον θάνατο των γονέων του διαμοίρασε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς, η ελεημοσύνη κατέστη η μεγαλύτερη δόξα του εν Κυρίω. Θεωρούσε ότι ήταν απλώς διαχειριστής των αγαθών που ανήκαν στους φτωχούς και φρόντιζε ιδιαίτερα να κρατά κρυφές τις αγαθοεργίες του, ώστε να μη στερηθεί του μισθού του στους ουρανούς (βλ. Ματθ. 6, 3). Έσωσε έτσι από την ατίμωση τρεις νεαρές κόρες, τις οποίες ο πατέρας τους, που ήταν πνιγμένος στα χρέη, ήθελε να εξωθήσει στην πορνεία· τρεις φορές πρόσφερε κρυφά αρκετά χρυσά νομίσματα ώστε να μπορέσουν οι κόρες να νυμφευθούν. Όταν, τέλος, τον ανακάλυψε ο πατέρας τους, ο Νικόλαος τον έβαλε να υποσχεθεί ότι δεν θα αποκάλυπτε σε κανέναν το όνομα του ευεργέτη του, απειλώντας τον με αιώνια καταδίκη αν παρέβαινε την υπόσχεση.
 
Ο Θεός αντάμειψε την αρετή του με το χάρισμα των θαυμάτων και οι δωρεές της Χάριτος τον έκαναν να λάμπει ενώπιον των ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους, δύο φορές έκανε με την προσευχή του να γαληνέψει η θάλασσα και να σταματήσει η τρικυμία που απειλούσε το πλοίο στο οποίο επέβαινε.
Όταν επέστρεψε στην γενέτειρά του εν μέσω παλλαϊκής αγαλλίασης, εξελέγη επίσκοπος της γειτονικής πόλης των Μύρων, μετά από μεσολάβηση αγγέλου Κυρίου στη Σύνοδο των επισκόπων που είχαν συγκεντρωθεί για την εκλογή. Φυλακισμένος κατά τον μεγάλο και ύστατο διωγμό που εξαπέλυσαν οι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός (303), ο άγιος ποιμενάρχης δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να διατρανώνει το φρόνημα και την πίστη του ποιμνίου του. Όταν επικράτησε η ειρήνη επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, διάπυρος ήταν ο ζήλος του για την κατακρήμνιση των ειδώλων και την εκδίωξη των δαιμόνων. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η δυσσεβής αίρεση του Αρείου ήλθε να ταράξει και να διαιρέσει το άγιο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, βρήκε όμως τον άγιο Νικόλαο στην πρώτη γραμμή των υπερμάχων της Ορθοδοξίας, μεταξύ των Πατέρων που συγκεντρώθηκαν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου, ράπισε δυνατά τον Άρειο ενώπιον του αυτοκράτορα και γι’ αυτό φυλακίσθηκε σιδηροδέσμιος. Το ίδιο βράδυ, παρουσιάσθηκε ο Χριστός και η Υπεραγία Θεοτόκος μέσα στη φυλακή και του έδωσαν Ευαγγέλιο και ωμοφόριο. Το πρωί, κάποιοι γνωστοί του τού πήγαν τροφή και τον βρήκαν λυμένο από τα δεσμά, να φορά το ωμοφόριο και να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Το πληροφορήθηκε αυτό ο αυτοκράτορας και αμέσως του ζήτησε συγνώμη και τον αποφυλάκισε.

Αφού έσωσε την πόλη των Μύρων από λιμό, εμφανιζόμενος στον καπετάνιο ενός πλοίου που ήταν φορτωμένο με σιτάρι, ο άνθρωπος του Θεού έσωσε από θάνατο τρεις ρωμαίους αξιωματικούς που είχαν κατηγορηθεί αδίκως για συνωμοσία, παρουσιαζόμενος σε ενύπνιο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και του άτιμου επιτρόπου Αβλαβίου. Όταν σηκώθηκαν, οι τρεις στρατιωτικοί, γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον άγιο, έγιναν μοναχοί.

Αλλεπάλληλες φορές, και όταν ζούσε και μετά τον θάνατό του, ο άγιος Νικόλαος παρενέβη θαυματουργικά για να προστατεύσει πλοία και ταξιδιώτες που κινδύνευαν στη θάλασσα και για το λόγο αυτό τιμάται ως προστάτης των ναυτικών. Εμφανίσθηκε στο τιμόνι ενός πλοίου που παράδερνε στην τρικυμία και το οδήγησε σε ασφαλές λιμάνι· μια άλλη φορά έτρεξε να βοηθήσει έναν ταξιδιώτη που έπεσε στη θάλασσα, ο οποίος μόλις φώναξε: «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι!», βρέθηκε ξάφνου στο σπίτι του, ανάμεσα στους εμβρόντητους συγγενείς του.

Επί πολλά χρόνια ο άγιος επίσκοπος υπήρξε για τους πιστούς ωσάν παρουσία του Φιλάνθρωπου και Καλού Ποιμένα Χριστού. Δεν υπήρχε δυστυχία που να μη συμπονέσει, αδικία που να μην επανορθώσει, διχόνοια που να μην ειρηνεύσει. Παντού, όπου βρισκόταν, το πρόσωπό
 του έλαμπε και ακτινοβολούσε ειρήνη. Όταν, μετά από πολλές αγαθοεργίες, εκοιμήθη για να μεταβεί στη Βασιλεία των Ουρανών, οι πιστοί θρηνούσαν που έχασαν τον ποιμένα τους και τη ζωντανή πρόνοιά τους, οι άγγελοι όμως και οι άγιοι αγάλλονταν υποδεχόμενοι μεταξύ τους τον πράο Νικόλαο. Τα τίμια λείψανά του κατατέθηκαν στα Μύρα, σε ναό που ανεγέρθη προς τιμήν του αγίου, και γρήγορα κατέστη μεγάλο προσκύνημα. Μη μπορώντας να υποφέρει τη μεταθανάτια δόξα του αγίου, μια μέρα ο διάβολος πήρε τη μορφή γριούλας, η οποία, με το πρόσχημα ότι δεν μπορούσε να επιχειρήσει τόσο μακρινό ταξίδι, εμπιστεύθηκε στους προσκυνητές ένα πιθάρι λάδι για τις ακοίμητες κανδήλες που έκαιγαν στον τάφο του αγίου· κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως, ο άγιος Νικόλαος παρουσιάσθηκε στον καπετάνιο του πλοίου και τον διέταξε να ρίξει το μαγικό λάδι στη θάλασσα. Μόλις έριξαν το λάδι, η θάλασσα πήρε φωτιά και στροβιλιζόταν προς μεγάλο τρόμο των προσκυνητών που ωστόσο ευχαριστούσαν τον Θεό, ο Οποίος, μέσω του αγίου έσωσε τον ναό.

Το 1087, καθώς τα Μύρα είχαν περιέλθει στην κυριαρχία των Σαρακηνών, οι Ιταλο - νορμανδοί σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας πήραν το τίμιο λείψανο και το μετέφεραν στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου βρίσκονται και τιμώνται σήμερα. Πάμπολλα θαύματα έγιναν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του λειψάνου [9 Μαΐου].

Ο άγιος Νικόλαος είναι μαζί με τον άγιο Γεώργιο ένας από τους πιο αγαπητούς αγίους των χριστιανών, σε Ανατολή και Δύση. Αναρίθμητοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του, αναρίθμητοι τόποι και πιστοί φέρουν το όνομά του. Υπέρμετρα τον τιμά και τον γεραίρει ο πιστός Ελληνικός λαός με τις πλούσιες θάλασσές του, επικαλούμενος τη φοβερή προστασία του για τους ναυτικούς και τα πλεούμενά τους. Ιδιαίτερα, επίσης, τον τιμά και ο ρωσικός λαός ως προστάτη της συγκομιδής, ενώ στη Δύση τιμάται ως προστάτης των παιδιών και των μαθητών, επειδή σύμφωνα με έναν μεσαιωνικό θρύλο ανέστησε τρία παιδιά που τα είχε σφάξει ένας χασάπης για να βάλει το κρέας τους στον κιμά.

Είθε, ο άγιος ιεράρχης του Χριστού Νικόλαος, ο σεπτός αρχιεπίσκοπος των Μυρέων, ο θαυματουργός και θαυμαστός Πατέρας της Εκκλησίας μας, να μας γλυτώνει από τις άγριες τρικυμίες του βίου τούτου και να ειρηνεύει τα ορμητικά κύματα των πειρασμών που παφλάζουν διαρκώς στο κατώφλι της ζωής μας, οδηγώντας στοργικά στις καρδιές μας στον εύδιο και ασφαλή λιμένα της αγάπης του Θεού.

Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Τόμ. 4ος, Δεκέμβριος, σελ. 61–65.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Από τον βίο του αγίου Νικολάου Από τον Ευεργετινό


 
6 Δεκεμβρίου  
Από τον βίο του αγίου Νικολάου 
Από τον Ευεργετινό

Κάποιος άνθρωπος, από ένδοξος και πλούσιος, είχε καταντήσει άσημος και φτωχός. Αυτός, καθώς δεν είχε εντελώς τίποτε και του είχαν πλέον τελειώσει και αυτά τα απαραίτητα, σκέφτηκε -αλίμονο, μέχρι πού μπορεί να φτάσει η φτώχεια!- να εκδώσει τις τρεις κόρες του, που ήταν εξαιρετικά όμορφες, στην πληρωμένη ακολασία, ώστε από τα σχετικά έσοδα να τρέφεται και ο ίδιος και αυτές. Γιατί το να τις παντρέψει του ήταν αδύνατο, επειδή όλοι τις απέρριπταν αμέσως για την πολλή τους φτώχεια. 
Ο Θεός όμως έφερε έτσι τα πράγματα, ώστε αυτό έφτασε στα αυτιά του θαυμαστού Νικολάου. Και πρόσεξε τη συμπόνια, αλλά και τη σύνεση του αγίου. Δεν θέλησε να πάει στον άνθρωπο και να του μιλήσει, έστω και πολύ σύντομα, για το θέμα αυτό, ούτε να εμφανίσει σε αυτόν το ευεργετικό του χέρι, όπως κάνουν συνήθως όσοι ελεούν με μικρότητα. Γιατί γνώριζε ότι κάτι τέτοια είναι ενοχλητικά σε εκείνους που από τον πλούτο και τη δόξα ξέπεσαν στη φτώχεια και τους κάνουν να ντρέπονται, καθώς τους θυμίζουν την προηγούμενη ευημερία. Αντίθετα, σαν να πάσχιζε να ξεπεράσει ακόμη και την εντολή του Ευαγγελίου, που λέει να κρατάμε κρυφή την ελεημοσύνη από το αριστερό μας χέρι, δεν θέλησε να κάνει μάρτυρα της πράξης του ούτε αυτόν που θα ευεργετούσε. Τοσο πολύ δηλαδή απείχε από το να επιδιώκει να δοξαστεί από τους ανθρώπους, ώστε, ενώ έκανε μια καλή πράξη, φρόντιζε να την κρατήσει κρυφή περισσότερο από εκείνους που κάνουν πράξεις κακές. Πήρε λοιπόν ένα φουσκωμένο κομπόδεμα με χρυσά νομίσματα και τα μεσάνυχτα πήγε στο σπίτι του ανθρώπου. Εκεί, από κάποιο παράθυρο, έριξε μέσα το κομπόδεμα, και αμέσως γύρισε στο δικό του σπίτι, σαν να ντρεπόταν να τον δουν να δίνει. 
Το πρωί που ο άνθρωπος σηκώθηκε, βρήκε το κομπόδεμα, το έλυσε και έμεινε κατάπληκτος, νομίζοντας ότι πρόκειται για απάτη. Φοβήθηκε ότι δεν είναι χρυσά τα νομίσματα, γι’ αυτό και τα έτριβε με τα δάχτυλά του και τα παρατηρούσε προσεκτικά. Όταν βεβαιώθηκε ότι είναι αληθινό χρυσάφι, χάρηκε πολύ, θαύμαζε, απορούσε, και από τη χαρά του έκλαιγε με θερμά δάκρυα. Καθώς όμως, παρά το ότι σκέφτηκε πολύ, δεν βρήκε κανέναν από τους γνωστούς του, στον οποίο θα μπορούσε να αποδώσει το γεγονός, το απέδωσε στον Θεό και δεν έπαυε να τον ευχαριστεί με δάκρυα. Και φυσικά έσπευσε πρώτα απ’ όλα να εξαλείψει την αιτία της αμαρτίας του προς τον Θεό· αμέσως δηλαδή πάντρεψε μία από τις κόρες του, την πρώτη, καταβάλλοντας ως ικανοποιητική προίκα το χρυσάφι που του δόθηκε. 
Όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο αξιοθαύμαστος Νικόλαος και διαπίστωσε ότι ο άνθρωπος αυτός ενήργησε σύμφωνα με τη δική του πρόθεση -γιατί αυτός ήταν ο σκοπός του, να απομακρύνει μέσω του γάμου το ενδεχόμενο της αμαρτίας-, ήταν έτοιμος να κάνει τα ίδια και για τη δεύτερη κόρη. Έριξε δηλαδή τη νύχτα από το παράθυρο και άλλο κομπόδεμα με ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς. 
Το πρωί που ο άνθρωπος σηκώθηκε και βρήκε το χρυσάφι με τον ίδιο τρόπο, κυριεύτηκε από την ίδια έκπληξη και, ακουμπώντας το μέτωπό του στο έδαφος, το έβρεχε με ακόμη πιο θερμά δάκρυα λέγοντας: «Θεέ μου, που χαίρεσαι να δείχνεις έλεος και οικονομείς τη σωτηρία μας, που πρώτα έγινες άνθρωπος εξαιτίας της παρακοής μου, και τώρα με γλιτώνεις από την παγίδα του εχθρού, τη σχετική με τις κόρες μου, εσύ δείξε μου ποιος είναι αυτός που υπηρετεί στο θέλημά σου και είναι ανάμεσα στους ανθρώπους άγγελος και μιμητής της καλοσύνης σου, ο οποίος και με λύτρωσε από την πιεστική φτώχεια και με απάλλαξε από τις άτοπες σκέψεις. Γιατί τώρα, χάρη στην ευσπλαχνία σου, θα δώσω σε νόμιμο άντρα και τη δεύτερη κόρη μου, που διέφυγε πλέον τον κίνδυνο να γίνει θήραμα του διαβόλου και να μου αποδίδει κέρδος χειρότερο από κάθε ζημιά». 
Αυτά είπε και αμέσως τέλεσε τον γάμο και της δεύτερης κόρης, έχοντας την ελπίδα ότι ούτε την τρίτη θα αποτύχει να παντρέψει. Θεωρούσε δηλαδή ότι είχε ήδη την προίκα της έτοιμη και στο χέρι, παίρνοντας θάρρος, όπως ήταν φυσικό, από τις προηγούμενες. Για τον λόγο αυτό ήταν προσεκτικός και σε επιφυλακή και έμενε άγρυπνος τις νύχτες, για να μην του ξεφύγει ο καλός χρηματοδότης, αλλά, αν ξαναέρθει, να τον πιάσει και με τα δυό χέρια και να μάθει από αυτόν ποιος είναι και από πού έχει τόσο χρυσάφι. 
Αυτός λοιπόν έτσι ξαγρυπνούσε για να τον περιμένει· και ο δούλος του Θεού Νικόλαος ήρθε πράγματι και τρίτη φορά, αθόρυβα μέσα στη νύχτα, και φτάνοντας στον συνηθισμένο τόπο έριξε και πάλι από το ίδιο παράθυρο ένα ίδιο κομπόδεμα και αμέσως έφυγε για το σπίτι του. Ο πατέρας όμως των κοριτσιών, μόλις άκουσε τον ήχο από το πέσιμο του χρυσού και κατάλαβε ότι ήρθε πάλι ο συνηθισμένος χρηματοδότης, αμέσως έτρεξε από πίσω του με όλη τη δύναμη των ποδιών του. Όταν τον έφτασε και τον αναγνώρισε –γιατί ο άγιος ήταν γνωστός λόγω της αρετής του και της αρχοντικής καταγωγής του– έπεσε στα πόδια του και τον αποκαλούσε λυτρωτή και βοηθό και σωτήρα ψυχών που ήταν έτοιμες να πέσουν στη χειρότερη απώλεια. 
Τέτοια έλεγε εκείνος με δάκρυα χαράς και θερμή πίστη· ο άγιος όμως, όταν είδε ότι φανερώθηκε, σήκωσε τον άνθρωπο και τον δέσμευσε με όρκους να μην πει σε άλλους όσα έγιναν και να μη φανερώσει την ελεημοσύνη, όσο αυτός θα ζούσε.  
ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση ΛΘ’ (39). Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

«Ἐγκώμιον εἰς τόν ὅσιον Πατέρα ἡμῶν Νικόλαον, τόν τῆς ἐν Λυκίᾳ Μύρης»

Ἀνδρέου Ἱεροσολυμίτου
(Λόγος ΙΗ΄)
«Ἐγκώμιον εἰς τόν ὅσιον Πατέρα ἡμῶν Νικόλαον, τόν τῆς ἐν Λυκίᾳ Μύρης»
(J.-P. Migne, Patrologia Graeca, t. 97, 1192Β-1204C)

νθρωπε τοῦ Θεοῦ καί πιστέ θεράπων, καί οἰκονόμε τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, καί ἄνερ ἐπιθυμιῶν τῶν τοῦ πνεύματος, δέχου τόν παρ’ ἡμῶν σοι προσαγόμενον λόγον ὡς δῶρον, καί χάριν ἀντί χάριτος ἡγοῦ τῆς εἰς ἡμᾶς ἐπιδεδειγμένης σοι παραδόξου καί θερμῆς ἀντιλήψεως. Καλοῦμεν δέ σέ στῦλον καί ἑδραίωμα τῆς Ἐκκλησίας, «καί φωστῆρα ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντα». Πολλὰς γὰρ σοὶ κλεὶς ἡ ἀρετή πεποίηκε, καί οὐδὲν σὲ τῶν καλῶν διέφυγε, ποιμένων ἄριστε, καί ἀρχιερέων πανεύφημε Νικόλαε. Πάσας γὰρ ὡς ἐν θησαυρῷ χρυσῷ τοὺς λίθους διαφανεῖς τῇ μακαρίᾳ σου ψυχὶ ὑπερτίμους τῶν ἀρετῶν ἐναπέθου, περιβόητος ἐντεῦθεν πᾶσι σχεδδν τοῖς ὑφ' ἡλίῳ γενόμενος. Οὐχ οὕτω γὰρ λύχνος ἐπὶ λυχνίᾳ τεθεὶς ὑψηλὴ καί διαχρύσῳ φωτίζει τὰ πέρατα, ὡς σύ γε πρῴην ἐπί τοῦ ἀρχιερατικοῦ Θρόνου, ὑπό Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ φωτός ἀνατεθείς, καθάπερ ἐν αὐχμηρψῷ τόπῳ τῷ ἀφεγγεῖ τοῦ κόσμου χωρίῳ, πάντας τοὺς ὑπό σοῦ ποιμαινομένους, πρός τό ἀνύκτερον φῶς δαδουχῶν, διαυγάζεις καὶ οἷον ἐκ τινος μετεώρου περιοπῆς, οὐ μόνον τοὺς ἐγγύς, ἀλλὰ καὶ τοὺς πόῤῥω διεστηκότας, τῷ ἀπλανεῖ τῆς ἐν πνεύματι γνώσεως, καταπυρσεύεις αὐγάσματι. Σὲ γὰρ ὑψηλόν ἀληθῶς ἡ ἀγγελικὴ πολιτεία πεποίηκε. Σὲ τό καθαρόν τε καὶ θεωρητικόν τῆς πρός τό θεῖον ἀληθοῦς ἀνακράσεως, τάς οὐρανίους ἁψῖδας ὑπερπτῆναι σχεδόν παρεσκεύασεν. Αὐτόθεν σοι δὴ καί τό πολυειδὲς τῶν ἀρετῶν, ᾧ τὰ τῆς πρακτικὴς φιλοσοφίας συνείλεκται, δίκην μελίσσης, ἐκπεριελόντι τῶν ἁγίων τοὺς βίους, κακειθενερανισαμενω τῶν ἀρετῶν ἀκροθίνια. Τίνα γὰρ τῶν ἀρετῶν τῶν ἁγίων οὐ παρεζὴλωσας, ὢ Πάτερ; Ἤ τίνος τῶν ὑπερλίαν οὐ κατ’ ἴχνος εὐώδησας, ἤ κρεῖττον εἰπεῖν, τίνι τῶν κατ' ἀρετὴν ζησάντων, ἀμιλληθείς, σὲ αὐτόν οὐ παρίσωσας; Ἄβελ ὁ δίκαιος, ἐπί τοῖς δώροις αὐτοῦ ἐπῃνέθη, αὐτός δέ, δικαιότατε Πάτερ, δῶρον ὅλον σὲ αὐτόν θεῷ τῷ ἀνενδεεῖ λογικὼς ἀνατέθεικας. Ἐνωχ ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον, αὐτός δὲ καὶ τῶν προσαποκειμένων ἐλπίδων ᾔδεις τάς ἀποδείξεις ἐναργεῖς. Ἔτι, Ἐνώχ εὐαρεστήσας τῷ θεῷ μετετέθη, αὐτός δὲ τό τῆς ψυχῆς φρόνημα ὅλον ἀπό γῆς εἰς οὐρανόν μεταστήσας, ὅλος ἐξέστης θεῷ, τὰ ῥέοντα τῶν μελλόντων ἀνταλλαξάμενος. Νῶε δίκαιος ὤν, ἐπὶ ταῖς θυσίαις εὐαπόδεκτος γέγονεν ἐπεί καὶ τῇ λάρνακι ξυλίνῃ, ζῴων ἄλογων γένη διέσωσε τοῦ κατακλυσμοῦ τὴν γῆν συγκαλύψαντος, αὐτός δὲ θύματα καὶ ἱερεῖα λογικά, τάς μυστικὰς λατρείας προσφέρεις θεῷ, ἄλλην κιβωτόν δεικνὺς τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, καθάπερ ζῶα πολυειδῆ τὰ τῆς αἱρέσεως διασῴζουσαν τῇ ὀρθοτομία τῶν λόγων σου. Ἀβραὰμ ἐν φιλοξενίᾳ καί φιλοθεΐα θαυμάζεται, καί ἅμα θῦμα δεκτόν ἀθύτως τόν ἐξ ἐπαγγελίας υἱόν προσάγων θεῷ, μακαρίζεται, αὐτός δέ, Χριστόν αὐτόν ξενάγεις ἐσθίων καθ’ ἡμέραν [καί] πνευματικῆς μεταδιδοὺς τραπέζης τοὺς ἐντυγχάνοντας, καί θύῃ οὐ τόν ἀγαπητόν υἱόν, ἤ πρόβατον ἀντ’ αὐτοῦ συνεισφερόμενον, ἀλλ’ ὅλον σέ αὐτόν τῷ Θεῷ προσάγων διαπαντός ὁλοκάρπωμα, καί τὴν «αὐτοῦ ψυχὴν ὑπὲρ τῶν προβάτων εὐαγγελικῶς προϊέμενος. Ἰσαὰκ δικαιοσύνη δοξάζεται * αὐτός δέ καθάπερ τις κανὼν δικαιοσύνης πανταχοῦ διατρέχων ἐν πνεύματι, σὺν παῤῥησία πολλῇ τοὺς ἀδικεῖν ἐθέλοντας ἐπέχεις, ὀνειρώττων καταφανῶς καί βασιλέας καθεύδοντας. Ἰακὼβ ἁπλότητι τρόπων, καί πολυπαιδίᾳ τέκνων ἀοίδιμος · ᾧ καί κλίμαξ ἑώρατο εἰς οὐρανοὺς φθάνουσα, μυστηρίου μείζονος εἰκόνα προγρὰφουσα. Αὐτός δὲ γεννῶν πατριάρχας, καί ποιμένας, καί ποίμνια τῷ «ἀρχιποίμενι» Χριστῷ, παρ' οὐ καὶ τὴν ποίμνην ἐπιστεύθης, οὐχ ἔλιπας, ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ θέμενος, καί οἷον ἐκ βαθμοῦ εἰς βαθμόν, ὡς ἀπό δόξης εἰς δόξαν μεταποιούμενος · καί ἀπό γῆς εἰς οὐρανούς, θεωρητικῶς ἀναγόμενος. Ἰώβ ἐπὶ ἀκακία, καί περί τὰ δεινὰ καρτερίᾳ περιφανέστατος * αὐτός δὲ οὐχί καί τοῦτον ἠμελήθης παραζηλῶσαι, ταῖς προσβολὲς δὲ μὴ κατεσείσθης τῶν αἱρέσεων, ἀνεῖναι μᾶλλον προθέμενος τῷ πύργῳ προσρῆξαι τὰ κύματα, ἤ πού τι συληθῆναι τοῦ θησαυρίσματος. Ἰωσὴφ ἐπί σωφροσύνη καί σιτοδοσίᾳ περιβόητος* Αὐτός δὲ ὅλον αὐτόν σωφροσύνης· εἰκόνισμα, καί σιτοδοσίας ἐμπόρευμα, τῇ ἐπαρχίᾳ Λυκίων, τῷ διδάσκαλείῳ τῆς μελικράτου φωνῆς ἐχρημάτισας. Μωϋσῆς ἐπί πραότητι καί λαοῦ νομοθεσίᾳ κηρύττεται, καὶ θεός Φαραώ, καί τοῦ Ἰσραὴλ δημαγωγὸς ἀναγράφεται * αὐτός δέ, πανόλβιε Πάτερ, πρᾶος μὲν τοῖς πᾶσι, φοβερός δὲ τοῖς ἁμαρτάνουσι, νομοθετῶν παντί τῷ λαῷ τῶν φαύλων ἀπέχεσθαι πράξεων, καί τάς τῶν παθῶν ἐπαναστάσεις, ὡς ἄλλην Φαραώνιον δύναμιν, ὑποβρύχιου τῷ πελάγει τῶν σῶν κατορθωμάτων ποιούμενος. Δαβίδ, γενναῖος, καί τόν ὑπερήφανον Γολιάθ, τῇ τοῦ πνεύματος πανοπλίᾳ χειρούμενος, ἰσχυρότατος καί αὐτός, τόν νοητὸν καί ψυχοτύραννον καθ' ἡμέραν τροπούμενος, καί τῆς λογικῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης τοὺς αἱρετικοὺς λύκους ἀποδιώκων, τοὺς ἅρπαγας, οὕτω τῷ καταλόγῳ τῶν δικαίων εὔσημον, καί τῶν προφητῶν, σεαυτὸν διὰ τῆς πρακτικὴς ἀρετῆς ἔνειρας, ὧ ἱερώτατε, καί τῶν μέν, τὴν παῤῥησίαν, τῶν δέ, τόν ζῆλον · τῶν δέ, τὸ πρᾶον * τῶν δέ, τό συμπαθὲς * τῶν δέ, τοῦ βίου τό ὑψηλόν περιεζήλωσας. Οὐ μόνον δὲ τούτων, ἀλλ’ καὶ Χριστοῦ μαθητῶν * οἷς ἡ χάρις καί ἡ ἀλήθεια τῶν νομικῶν σκιῶδες διαπετάσασα παριδέραιον, τῆς ἀληθοῦς, ἐν πνεύματι λατρείας ἀνακαλύπτει τρανῶς ἡμῖν τά μυστήρια. Ὧν αὐτός ἀκολούθως ὀπαδός δι’ ὅλου γενόμενος , ὀφθαλμὸς τῆς Ἐκκλησίας τῇ μερίμνῃ, καὶ σάλπιγξ ε/yηχος ἐχρημάτισας. Νῦν καὶ εἰπεῖν ἀληθῶς, τὸ γραφικὸν ἐκεῖνο ῥητόν ' «Μνήμη δικαίων [μετ᾿ ἐγκωμίων] Καὶ. «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος. Καὶ μάλα εἰκότως. Ἐγκωμιαζομένου γάρ δικαίου, εὐφρανθήσονται λαοὶ πολλοί. Καὶ τίς ἂν ἐπαξίως ἀφίκοιτο τῶν σεμνῶν ἐγκωμίων, ἤ τῶν σῶν κατὰ τὸν βίον μεγαλουργημάτων, ἀνυμνῆσαι τὸ μίγεθος, πολυΰμνητε Πάτερ; Εἰ τι γὰρ ἄν σε καὶ εἴπομεν, ἀποδέει πάντως τῆς ἀληθείας ὁ λόγος. Καὶ τί παρεικάζεσθαι θελήσαιμεν τοῖς σοῖς τά ἑτέρων κατορθώματα, ἀνάγκη πᾶσα κατόπιν ἐλθεῖν, τῶν πραγμάτων τὰ παραδείγματα. Τίνα σε τοίνυν εἴπομεν; Γεωργόν; Ἀλλ᾿ ἀληθεύσει πάντως ὁ λόγος, θεωρητικῶς ἐκλαμβανόμενος. Πάσης γὰρ ὁμοῦ τῆς Λυκίων ἐπαρχίας, τὰ λογικὰ γεηπονήσας γεώργια, τῆς μὲν ἀπιστίας τὰς ἀκάνθας ἐξέτεμες τῆς εὐσεβείας δέ τὸν ζῶντα λόγον κατέσπειρας, καὶ οἷον ἀποθῆκαις σιτικοῖς, τοῖς ψυχικοῖς ταμιείοις πνευματικῶς ἐναπέθου τὸν ἄμητον. ᾿Αρχιτέκτονά σε εἴπομεν; Οὐ ψευσόμεθα βωμοὺς γὰρ εἰδώλων, καὶ δαιμόνων μυσαρῶν ἐφιδρύσματα καθεῖλες τῇ μηχανῇ τῶν δογμάτων σου Χριστῷ κατὰ τόπον Ἐκκλησίας ἀνέστησας, τεμένη καὶ ναοὺς μαρτύρων δειμνάμενος ἱερούς καὶ σεβασμίους. Καὶ ὡς μὲν γεωργὸς, τάς νεοφύτους καὶ λογικάς ἀμπέλους καλλιεργῶν, εὐφόρους ἀπέδειξας ὡς δὲ σοφὸς ἀρχιτέκτων Ἐκκλησίας, ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῆς πίστεως κατεστήριξας, τῇ ἀρχιτεκτονία τοῦ πνεύματος. Τί οὖν σε καλέσομεν; Στρατιώτην; Ναί. Καὶ γὰρ οἷόν τις ὁπλίτης στρατιάρχος, κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν ὁ στρατευσάμενος, «τήν παντευχίαν τοῦ λόγου περιέθου» περιζωσάμενος [τὴν ὀσφύν σου ἐν ἀληθείᾳ, καὶ ἐνδυσάμενος τὸν θώρακα-δικαιοσύνης. καὶ ὑποδυσάμενος τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης. Διὸ τῷ μέν κράνει τῆς [σωτηρίας] τάς προσβολἀς τῶν παθῶν ἀποκρουόμενος, πέτρας δίκην ἀτρέμας καὶ ἀκατάσειστος ἵστατο, πᾶσαν ἐναντίων ἀντιπλοκήν διορθούμενος. Ἀσπίδι δὲ, τῇ ἀσείστῳ κεχρημένος ἐλπίδι, καὶ τοὺς βάλλειν τολμῶντας ὑπαντιάζων, ἀντιτοξεύεις, εἶτα γενναίως ὑπερασπίζων, ἀντιπιριΐστασαι καὶ ἀντιβουκολεῖς τούς ἀντίτακτους τῆς ποίμνης σου καὶ οὕτω μετά τὸν συνασπισμὸν, τῇ πρακτικῆ δοξιᾷ συναπαιωρῶν τὸ τῆς πίστεως φάσγανον, τὴν ἔμψυχον Ἀρείου κατατομήν. τῇ συναιρέσει τοῦ Σασελλίου συναπέτεμες προθέλυμνον. Καὶ μὴν καὶ τοὺς συγχεῖν τολμῶντας ἤ διαιρεῖν, τοῦ ἑνός τῆς αὐτῆς μακαρίας καὶ σεβασμίου Τριάδος, Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ {Θεοῦ} τὴν οἰκονομικὴν ἐνανθρώπησιν καὶ τοὺς μήτ' αὑτήν ὀρθῶς ὑπειληφότας, ἤ τῆς καθ᾽ ἑκατέραν τῶν συνελθουσῶν ἐν αὐτῷ τῷ ἑνὶ Χριστῷ καὶ θεῷ, καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνώσεως τῶν φύσεων, τόν ἑτεροφυᾶ λόγον, μὴ ὁμολογοῦντας ἀσύγχυτον καὶ παντελῶς ἀδιάσπαστον, ἔνυγες καὶ τῷ αὐτῷ σειρομάστῃ ξύλῳ τῷ κατά τόν Φινεὲς, συναιρεῖς τούς ὁποτέρως ἐκκλίνοντας, τὸν πάντων Θεὸν τοῖς πᾶσιν ἐξιλασκόμενος. Τίνα σε τοίνυν καλέσομεν; Ἄγγελον; ἀλλ' οὐ πολὺ τῆς τῶν ἀγγέλων ἀσαρκίας ἀφέστηκας, ἀσώματος ὄντως χρηματίσας ἐν σώματι, καὶ οἷόν τις αἰθέριος ἄνθρωπος, ἤ ἐπίγειος τοῖς ὁρωμένοις ἄγγελος. Τί γὰρ ἀγγελικῆς διήνοχε πτήσεως, τῷ βασιλεῖ δι᾿ ὀνείρων ἐπιφανῆναι, καὶ φόνον τῇ ἑξῆς μελετῶντι κατάπληξιν ἐμποιῆσαι, καὶ μεμηνόσαν δεξιάν πρός σφαγάς, ἀπλήγῳ μάστιγι σωφρονῆσαι, τῆς ὁρμῆς ἀλογήσασαν, καὶ ἄνδρας μηδέν ἠδικηκότας , ἀπροσδοκήτως παραστάς τοῦ θανάτου λυτρώσασθαι; Τί τούτου δικαιότερον ἐργάσασθαι τῷ ἀγγέλῳ τόν ᾿Αμβακούμ, ἀπό τῆς Σιὼν ἐπὶ Βαδυλώνα τὴν Μεδικήν διαπεράσαντι, τῷ Δανιήλ τό ἄριστον ἐν τῷ λάκκῳ τῶν λεόντων ἐπικομίζοντα; Κυβερνήτην σε εἴπομεν; ἀλλὰ ἀληθεύσομεν τοὺς γάρ τὴν μεγάλην καὶ εὐρύχωρον διαπλέοντας θάλασσαν, τούς τέ κατά γῆν θαλαττεύοντας, τῷ οἴακι τῶν πρὸς τὸ θεῖον ἐντεύξεων, καὶ τῷ αὐχένι τῆς πίστεως διακυβερνῶν ἐμμελέστατα, τὴν μέν καταιγίδα, πρὸς αὔραν ' εἰς δὲ γαλήνην, τήν ζάλην, ταῖς ἀγρυπνίαις τῶν προσευχῶν ἐπιλοφίζων, πρὸς τῷ λιμένι τῆς ἀπαθείας τοὺς πίστει προσιόντας χειραγωγεῖς, ἱερώτατε. Καὶ τοῦτο δῆλον, ἐξ ὧν αὐτὸς ἑαυτὸν καταφανῶς, ἐπιβάτου δίκην, ποτέ τοῖς πλοτῆρσι παρέστησας. λιμοῦ τό τηνικαῦτα τήν σήν πιεζούσης μητρόπολιν. Οἶδε ταῦτα τῆς Ἀνδριακῆς ὁ λιμήν. Τούτῳ γάρ οὐκ ἔχοντας ἐκείνους μὲν παραπλεῦσαι, παρέπεισας, ἵνα πεινῶντα λαὸν διαθρέψῃς, καὶ λιμοῦ θυμὸν χαλινώσῃς, οἷον καὶ χρυσίνους τρεῖς, ὡς λόγος ἐκποδὼν γενόμενος, τῆς νηὸς καταλέλυκας ' καὶ λαθεῖν εἰς τέλος οὐκ ἦν τὸν τοῦ ἔθνους τῶν Λυκίων μεριμνητὴν καὶ ὑπέρμαχον, ἀγγελικέ τὸν τρόπον καὶ τὸ ἔργον Νικόλαε. Ὅτι γὰρ ἐν σαρκὶ περιὼν, καὶ πρὶν εἰς Χριστὸν ἀναλῦσαί σε. πολυτρόπως ἐπιφοιτᾷς τοῖς θλιβομένοις, καὶ βοηθεῖς μέν , τοῖς ἐν ἀνάγκαις, ὡς τάχιστα, ἐξαίρεις δὲ καὶ μιαιφόνου σφαγῆς τοὺς ἐμπίπτοντας, τί ἂν ἄλλο σε παραδείκνυσιν, ἢ ἀγγελικὴν ἀσαρκίαν ἐνειλημμένον, καὶ ταύτῃ ῥᾷον τάς τεραστείας ἐργαζόμενον; ᾿Αλλά τίς σου τὸ μακρόθυμον μή θαυμάσειε ; Τίς τὸ μειλίχιον σὺν τούτοις καὶ τὸ πρᾷον μὴ ἐκπλαγῇ; τίς τὸ εἰρηνικὸν καὶ ἱκέσιον; ᾿Επεὶ γάρ, ὥς φασιν, ἐπισκεπτόμενός ποτε τά κλήματα τῆς ἀληθινῆς ἀμπέλου, πρὸς τὸν ἐν μακαρία τῇ μνήμῃ Θεόγνιον συναντήσας, τόν ποτε τῆς Μαρκιανιστῶν Ἐκκλησίας ἐπίσκοπον, διαλέξεως γραφικῆς προελθούσης διηλέγξας, μέχρις ὅτου τὸν ἄνδρα ἐπιστρέψας πρὸς τὸ δοκοῦν ἐπανήγαγες. Ἴσως τε δὴ παροξυσμοῦ τινος ἐλαχίστου παρεμπεσόντος εἰς μέσον, ὑψηλῇ τε φωνῇ τὸ ἀποστολικὸν ἐκεῖνο μειλίχιον ἐπιφθεγξάμενος ρῆμα “ Δεῦρο, εἶπας, πρὸς καταλλαγὴν, ἀδελφέ, πρὶν ἢ τὸν ἥλιον δῦναι ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ἡμῶν.» ᾿Αλλά, Πάτερ πατέρων ἀξιάγαστε λαμπτὴρ οἰκουμένης, Ἐκκλησίας ἑδραίωμα, στήριγμα πιστῶν καὶ ἀσφάλεια, ταχίστα τῶν ἀδικουμένων ἀντίληψις, νῦν ποιμαίνεις μᾶλλον ἡμᾶς, καὶ παραθάλπεις σφοδρότερον καθαρῶς προσεδρεύων Θεῷ, τῇ τελείᾳ καὶ προσκυνητῇ Τριάδι. Περὶ ἥν, νοητῶς ταῖς ἀγγελικαῖς συμπεριχορεύων τάξεσιν, ἄνωθεν ἡμᾶς ἑποπτεύεις, ᾦ θεία καὶ ἱερά κεφαλὴ, ἀποστολικὴ τε χαρίσμασι, καὶ τοὺς μὲν ἐπιστηρίζων, τοὺς δὲ, καθοπλίζων ἡμᾶς, μὴ κατοκνήσῃς, ὦ Πάτερ ὑποφήτα τοῦ λόγου, καὶ τῶν ἀῤῥήτων ὑφηγητά διδάσκαλε. Τὸν δέ γε ὁμότροπον καὶ διάδοχον τῆς ἱερᾶς σου ἀναστροφῆς “ τὸν μακρῷ μέν χρόνῳ μετά σέ, τῇ δὲ πολιᾷ εὐθύς τοὺς δὲ υἱοὺς αὐτοῦ, σούς δὲ ἐγγόνους. ἀνδροῦ τε καὶ λόγῳ ἀληθεῖ περικράτυνον, καὶ τούτου, ᾧ ἑνί μάλιστα πατρῴοις σπλάγχνοις περιεχόμενος, τοὺς προσβαλεῖν τῇ λογικῇ ποίμνῃ τολμῶντας, ἀποδιώκῃς, τοῖς πνευματικοῖς σου ἀκοντίοις τῶν λόγων σου ' ὡς ἀναπτόητον διασώσῃ τὸ μικρόν σου ποίμνιον, ὅπερ αὐτὸς ἔθρεφας, ἱερεῖς τε ἱερατικοὺς, καὶ τὸν φιλόχριστον λαὸν, τοῖς ζῶσί τε καὶ ἀψευδέσι τῆς εὑσεδείας δόγμασι, καὶ τῇ τῶν τεραστείων μεγαλειότητι ἐπιῤῥωννύμενον, μὴ ἀποκάμῃς, θεόπνευστε, καὶ τοσοῦτον ὅσον μᾶλλον ἄρτι καθαρώτερον ἐγγίζεις Θεῷ, κἀντεῦθεν πλέον τῇ λαμπηδόνι καταστραπτόμενος τῶν φωτιστικῶν ἀντιλήψεων, φανερώτερον τε καί ἐκτυπώτερον, τῆς αὐγηέσσης πρός Θεόν παῤῥησίας ἀντέχῃ τήν ἔλλαμψιν. Μακαρίζω δέ, πόλις Μύρα τῶν Λυκίων μητρόπολις, οἵου ποιμένος φιλοτέκνου, καί προστάτου τετύχηκας, οἷον ἐπί κεφαλῆς ἐδέξω τόν στέφανον αἰδέσιμον ὄντα καί γῆρας καυχήσεσι. Τίνα τοῦτον; Νικόλαον, τόν πάνυ θείαις εὐφροσύναις, ταῖς ἐν ἀνάγκαις καταφανῶς ὀπτανόμενον, τόν συντομώματον ὑπὲρ τῶν ἀδικούμενων ἐπίκουρον * τό τῶν Ἱερέων ἱερώτατον ἄγαλμα, τόν μέγαν ἐν θαύμασι, καί φοβερόν ἐν τοῖς τέρασι · τόν τοὺς ἀνεύθυνους τῶν κινδύνων ῥυόμενον, καί ὀνείροις τοὺς ἀδικεῖν θέλοντας σωφρονίζοντα. Μακαρία τοίνυν ὑπάρχεις ἐν πόλεσι τοιοῦτον θρεψαμένη πολιοῦχον, καί θώκοις τοῖς σοῖς ἐνιδρύσασα. Οὗ ἐπὶ μὲν τῷ φωτί πορευσόμεθα, καί ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ζήσωμεν, ἀναπαυόμενοι, φησί που τό ἱερόν Λόγιον. Ἔχεις σὺν τουτῳ καί τοὺς εὐσεβείας γενομένους ἀγωνιστάς, Κρήσκεντα λέγω, καί Διοσκορίδην, καὶ
Νικοκλέα, τοὺς τρεῖς τῆς Τριάδος ἱεροφεγγεῖς καὶ ὁμόφρονας, οὕς ἡ αὕτη Τριάς, τοῖς ἀξιονίκοις τῆς βασιλείας τετίμηκεν ἄθλοις. Ἐναρμονίως οὖν συνάψασα τούτοις, τὴν συναοίδημον ἐπαξίως συνεστεφάνωσε κεφαλὴν · τοῦτο μέν, ὡς τόν ἴσον αὐτοῖς αἰώνα, τῇ κατὰ προαίρεσιν διαθέσει γενναίως ἐπιδειξάμενον * τοῦτο δέ, καί ὡς ἤδη πάλιν τοῖς ἑαυτοῦ πόνοις τοὺς μάρτυρας · καί ζήλῳ τῷ πρός αὐτοὺς ἄρτι τόν ἐκεῖνοις ἐμπρέποντα, συναναπλεκόμενον στέφανον.

Ἀλλὰ δεῦρο πάντες ὁμοῦ σήμερον, ᾦ ἱερώτατον καί πιστῶν ἀκροατήριον, ἐπί τόνδε τόν ναόν καταντήσαντες. Ἑορτήν ἑορτάσωμεν ἱερόν καί πανέορτον, τὴν ἀξιεπαινεστάτην τοῦ θεοφόρου Πατρός ἡμῶν ἐπιτελούμενοι ἀνάμνησιν. Ποίου μὲν δὲ τοῦτο, πάσῃ μὲν κοσμικὴ πομπή τε καί πανηγύρει, καί ἀπατηλοῖς καλλωπίσμασι μακρὰν χαῖρε ἀφέμενοι ὅσα τὲ τῆς Ἑλληνικῆς ἀγχινοίας τὴν κακοδαίμονα πλάνην ἐπιμορφάζεται, καὶ ὅσα τῆς κάτω συγχύσεως, καί τῆς ἐπίπλαστου σαρκίνοις ἐξήρθη παίγνια. Παίγνια γὰρ καί γέλωτος ἄξια, ὧν οὐδὲν ἀθλιώτερον. Ῥόδων δὲ χάλυξι καί μύροις εὐώδεσι, τοῖς αὐτοῦ ἀλλήλοις ἔργοις ῥοδήσαντες, πνευματικοὺς ᾀσμάτων ἄνθισι τὸν ὅσιον στεφανώσωμεν. Τοιούτοις θεραπεύεσθαι μύροις φιλεῖ ὁ ἡμέτερος ἱεροπάτωρ Νικόλαος. Τοιαύταις ἑορτάς καί πανηγύρεσι σπένδεται πλέον, ἡ τοῖς πομπικοῖς πόμποις, οἷς οἱ δημοτελεῖς τῶν Ἑλλήνων κακοδαίμονες τιμώμενοι γάννυνται. Καί ἡ τρισσὴ τῶν γενναιότατων ἀθλητῶν ὁμοφροσύνη καί σύμπνοια, οἷς συναγελάζη, Νικόλαε, ταῖς ἄνω συναυλίαις, οἷς συνεκλάμπεις, μεθ’ ὧν χορεύεις ἐν πνεύματι, Θεόν ὅσον ἐφικτόν ὁρῶν καὶ ὁρώμενος, σαῖς περί αὐτοῦ ἀγλαΐζει λαμπρότησι. Τούτων τοιγαροῦν ταῖς πρός τό θεῖον ἐντεύξεσι, καὶ ταῖς σαῖς, ὦ Πάτερ, θεοδέκτοις δεήσεσιν, αἱρετικῆς ἁπάσης καὶ δαιμονικῆς ἐπιφρίξεως μαστίγων τε νοσοποιών, καί τῶν ἐν μέσῳ πάντων, καί οἷς ἀδοκήτως ἡμᾶς περιπλέκονται ἄνθρωποι, Καί πάντων ὁμοῦ τῶν κινδύνων ῥυσθείημεν ἅπαντες χάριτι καί οἰκτιρμοῖς καί φιλανθρωπία τοῦ ἐξαγοράσαντος ἡμᾶς, τῷ τιμίῳ τῆς ζωοδώρου πλευρᾶς αὐτοῦ, αἷματι, καὶ τῆς ἐν πλάνῃ βασιλείας ἡμᾶς ἀπαλλάξαντος, Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, μεθ' οὗ πρέπει πᾶσα τιμή, καί δόξα, κράτος καὶ μεγαλοπρέπεια, τῷ Πατρί, καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
 


 

Άγιος Νικόλαος t-art


Άγιος Νικόλαος 



ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

Στην τρίτη μας παραγωγή, παρουσιάζουμε στιγμιότυπα της ζωής του Αγίου Νικολάου, προστάτη των θαλασσινών, αναφορικά με την πίστη του και την αγάπη του στον Χριστό, την ελεημοσύνη του στους ανθρώπους, άλλοτε οικονομική και άλλοτε θεραπευτική, την εκλογή του στο ανώτατο αξίωμα του Αρχιερέα, την ενεργό συμμετοχή του στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο αλλά και την σύλληψη και την φυλάκιση του σε διάφορες περιστάσεις. Οι Άγιοι, ζωντανές Εικόνες της Εικόνας του Χριστού, συνεχίζουν να μας συνοδεύουν και μετά την κοίμηση τους, και να έχουν σημαντικό και προστατευτικό ρόλο στη ζωή μας, όποτε τους το ζητάμε. 
Συντελεστές: 
Σκηνοθεσία, Animation: Θοδωρής Σαράφης (http://theosarafis.gr/) 
Μουσική: Χρήστος Μαραγκουδάκης (http://chrismaragoudakis.com/)

 


Όσιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης


Απόστολος Παύλος





Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

Άγιοι Νεομάρτυρες Νικόλαος και η κόρη αυτού Βαρβάρα.


Άγιοι Νεομάρτυρες Νικόλαος και η κόρη αυτού Βαρβάρα. 
 20 Δεκεμβρίου/2 Ιανουαρίου. 
Στις 6/19 Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, έλαβε μέρος στην Μητρόπολη της Ουντμουρτίας η Αγιοκατάταξη του Ιερομάρτυρος Νικολάου (Chernishev) και της κόρης του Βαρβάρας. 
Η Θεία Λειτουργία έγινε στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου της πόλης Βοτκίνσκ και χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Ιζχεβσκ και Ουντμουρτίας κ.κ. Βικτωρίνος μαζί με άλλους τρεις και αρχιερείς και την συμμετοχή χιλιάδων πιστών 
Ο πρωθιερέας Νικόλαος (Chernishev) γεννήθηκε το 1853. Ήταν εφημέριος στην Ουντμουρτία (ανατολικά του Καζάν) μεταξύ των ετών 1914 -1919. Είχε επανειλημμένα βραβευτεί για την πολυσχιδή προσφορά του. Είχε ιδρύσει τον τοπικό ''Οίκο Γαλήνης'' με την ευλογία του Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης. 
Είχε τέσσερα παιδιά και έμεινε χήρος σε νεαρή ηλικία. Η νεότερη κόρη του Βαρβάρα δεν παντρεύτηκε για να βοηθάει τον πατέρα της. 
Τον Αύγουστο του 1918 οι ντόπιοι εργάτες ξςσηκώθηκαν ενάντια στις σοβιετικές αρχές. Ο π.Νικόλαος, παρ'όλο τον κίνδυνο,παρέμεινε στην ενορία του θυμίζοντας το φθαρτό της ζωής και εμψυχώνοντας το ποίμνιό του. Η κόρη του Βαρβάρα την ίδια στιγμή εξυπηρετούσε τους ασθενείς ως νοσοκόμα. 
Σύντομα ο Κόκκινος Στρατός κατέπνιξε την εξέγερση. Σύντομα άρχισαν αντιθρησκευτικές ομιλίες και ο π.Νικόλαος με παρρησία υπερασπίστηκε την ορθόδοξη πίστη. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη. Η κόρη του γαντζώθηκε επάνω του τόσο δυνατά που αναγκάστηκαν να την συλλάβουν και αυτήν. Όλοι οι μάρτυρες λένε ότι παρέμεινε ήρεμος και σε κατάσταση προσευχής. Στην φυλακή ζήτησε ένα πετραχήλι για να εξομολογήσει τους αδελφούς. 
Τον εκτέλεσαν οι μπολσεβίκοι μαζί με την κόρη του Βαρβάρα, στις 20 Δεκεμβρίου 1918/2 Ιανουαρίου 1919. Όταν του ζήτησαν να βγάλει τον Σταυρό του αρνήθηκε λέγοντας: «Θα τον βγάλετε εσείς όταν θα πεθάνω». Οι τάφοι τους έγιναν τόπος προσκυνήματος και πολλά θαύματα έγιναν στους ανθρώπους που προσέτρεχαν στον τάφο τους. Ο Άγιος νεομάρτυς Νικόλαος βοηθάει κυρίως τους αλκοολικούς. 
Πηγή: εδώ 

Δημοφιλείς αναρτήσεις