Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΥΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΥΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

Διδαχές Ὁσίας Συγκλητικῆς


Διδαχές Ὁσίας Συγκλητικῆς
Παιδιά μου, ὅλοι ξέρομε, πῶς θά σωθοῦμε, ἀλλά χάνομε τήν σωτηρία μας ἀπό τήν πνευματική μας ἀμέλεια. Πρέπει λοιπόν, ἀρχικά, νά τηροῦμε μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου» «καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22, 37-39). Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ νόμου καί τό πλήρωμα τῆς χάριτος. Λίγα λόγια, ἀλλά μέ πολλή καί μεγάλη δύναμι. Ὅλες οἱ ἀρετές ἐξαρτῶνται ἀπ᾽ αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἀπ. Παῦλος ὀνομάζει τήν ἀ γ ά π η τέλος τοῦ νόμου. Αὐτή εἶναι ἑπομένως ἡ σωτηρία μας, ἡ διπλῆ ἀγάπη, ἡ ἀρχή καί τό τέλος κάθε καλοῦ ἔργου τῶν ἀνθρώπων.

Ὑπάρχει λύπη ὠφέλιμη καί λύπη καταστρεπτική. Γνωρίσματα τῆς καλῆς λύπης εἶναι ἡ θλῖψι γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα, ἡ λύπη γιά τήν ἄγνοια, πού ἔχουν οἱ ἀδελφοί μας καί ὁ φόβος μήπως χάσουμε τήν ἀγαθή προαίρεσι καί δέν φθάσουμε στόν σκοπό τῆς σωτηρίας. Ἐνῶ τῆς ἄλλης, πού δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, εἶναι ἡ παράλογη καί ὑπερβολική θλῖψι, πού οἱ πατέρες τήν ὀνομάζουν ἀκηδία. Τό πνεῦμα αὐτό τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης, πρέπει νά τό διώχνουμε μέ τήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία.

Ἄς προσέχῃ, λοιπόν, ὅποιος νομίζει πώς στέκεται, γιά νά μή πέσῃ. Γιατί αὐτός πού ἔπεσε, ἔχει μία μόνο φροντίδα, νά σηκωθῆ, ἐκεῖνος ὅμως, πού στέκεται, ἄς προσέχῃ νά μή πέσῃ, γιατί οἱ πτώσεις εἶναι διάφορες. Αὐτοί πού ἔπεσαν ἔχουν στερηθῆ τή θεία χάρι κι ὅταν σηκώθηκαν, ἡ ζημιά τους δέν ἦταν μικρή. Αὐτός πού στέκεται, ἄς μήν ἐξευτελίζη τόν ἄλλον πού ἔπεσε, μήπως πάθῃ κι αὐτός τά ἴδια καί βρεθῆ σέ χειρότερο βάραθρο. Εἶναι πολύ φυσικό, ἡ φωνή πού ἔρχεται ἀπό βαθύ πηγάδι καί καλεῖ σέ βοήθεια, νά μήν ἀκουσθῆ, ὅπως λέει καί ὁ ψαλμωδός: «Μή καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω ἐπ᾽ ἐμέ φρέαρ τό στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 68,16). Ὁ πρῶτος πού ἔπεσε, ἔμεινε (μέσα στό πηγάδι), σύ ὅμως πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, μήπως, ὅταν πέσῃς, δέν μπορέσης νά σηκωθῆς καί γίνης τροφή στά θηρία. Ἐκεῖνος, πού πέφτει δέν μπορεῖ νά κλείσῃ τήν πόρτα στόν πονηρό. Ἀλλά σύ μή νυστάξῃς καθόλου καί ψάλλε πάντοτε τό θεῖο ρητό: «Φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. 22,4). Τέλος νά ἀγρυπνῆς συνέχεια, γιατί ὁ διάβολος σάν λέοντας ὠρύεται κοντά σου.

Τό πόσο καλή καί σωστική εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, φαίνεται καί ἀπό τό ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τήν ἐνδύθηκε γιά νά οἰκονομήση τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ μάλιστα εἶπε: «Μάθετε ἀπ᾽ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29). Πρόσεχε ποιός εἶναι αὐτός, πού μιλεῖ καί γίνε τέλειος μαθητής Του. Ἡ ἀρχή καί τό τέλος στά καλά ἔργα ἄς εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἐννοῶ τό ταπεινό φρόνημα καί ὄχι μόνο τά σχήματα λόγου. Ὅταν ἡ ψυχή σκέπτεται ταπεινά, ταπεινές θά εἶναι καί οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις. Ἔχεις ἐφαρμόσει ὅλες τίς ἀρετές; Ὁ Κύριος τό ξέρει, ἀλλά ὁ Ἴδιος μᾶς λέει, ν᾽ ἀρχίζουμε πάλι ἀπό τήν ταπείνωση, λέγοντας, «ὅταν πάντα ποήσητε, εἴπατε. Δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν» (Λουκ. 17,10).

Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποκτᾶται μέ ὀνειδισμούς, μέ ὕβρεις καί πόνους, σέ σημεῖο πού νά σέ ποῦν τρελλό καί ἀνόητο, πτωχό, ἀδύνατο καί τιποτένιο, ἀπρόκοπτο σέ καλά ἔργα, ἀνίκανο νά μιλᾶς, ἀνυπόληπτο, ἐξουθενωμένο. Αὐτά εἶναι τά νεῦρα τῆς ταπεινοφροσύνης. Κι ὁ Κύριος τά ἴδια ἄκουσε καί ἔπαθε. Καί Σαμαρείτη τόν εἶπαν καί δαιμονισμένο. Πῆρε τήν μορφή δούλου, μαστιγώθηκε καί γέμισε στό σῶμα Του πληγές.

Πρέπει λοιπόν κι ἐμεῖς νά μιμούμεθα τίς πράξεις τῆς ταπεινοφροσύνης. Εἶναι μερικοί, πού μέ ἐξωτερικά σχήματα ὑποκρίνονται τόν ταπεινό ἀπό φιλοδοξία, ἀλλά φανερώνονται ἀπό τά ἀποτελέσματα. Ὅταν τύχη νά ὑβριστοῦν ἐλαφρά, δέν ὑπομένουν, χύνοντας ἀμέσως τό δηλητήριό τους, σάν τά δηλητηριώδη φίδια.

Ἡ ὀργή λοιπόν εἶναι μικρό ἁμάρτημα. Τό πιό βαρύ ὅμως ἁμάρτημα ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ἡ μνησικακία. Γιατί ὁ θυμός διαλύεται σάν τόν καπνό, πού θολώνει γιά λίγο τήν ψυχή, ἡ μνησικακία ὅμως σάν μόνιμη κατάσταση ἐξαγριώνει τήν ψυχή περισσότερο κι ἀπό θηρίο. Καί ὁ σκύλος, ὅταν χτυπήση κάποιο μέ μανία, μέ λίγη τροφή μαλακώνει, ὅπως καί τά ἄλλα θηρία, πού πραΰνονται μέ τήν ἀγάπη. Ἐκεῖνος ὅμως, πού κυριεύεται ἀπό μνησικακία, οὔτε μέ παρακλήσεις ἀλλάζει, οὔτε μέ τροφή μαλακώνει, οὔτε μέ τόν χρόνο, πού μεταβάλλει τά πάντα, μπορεῖ νά θεραπευθῆ. Οἱ μνησίκακοι εἶναι οἱ πιό ἀσεβεῖς καί παράνομοι ἀπ᾽ ὅλους, γιατί δέν ὑπακούουν στά λόγια τοῦ Χριστοῦ πού λέει, «Ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου καί οὔτω προσάγαγε τό δῶρον» (Ματθ. 5,24) καί «μή ἐπιδυέτω ὁ ἥλιος ἐπί τῷ παροργισμῷ ὑμῶν» (Ἐφεσ. 4,26).

Πρέπει λοιπόν νά προσέχουμε τήν μνησικακία. Ἀπ᾽ αὐτή γεννῶνται πολλά κακά, ὅπως ὁ φθόνος, ἡ λύπη καί ἡ καταλαλιά. Ἡ ζημιά πού κάνουν, ἄν καί φαίνεται μικρή, ὅπως τά λεπτά βέλη τοῦ ἐχθροῦ, εἶναι θανατηφόρα. Πολλές φορές τά τραύματα, πού προξενεῖ ἕνα δίκοπο μαχαίρι, ἤ ἕνα μεγάλο ξίφος, πού εἶναι ἡ πορνεία, ἡ πλεονεξία καί ὁ φθόνος, μποροῦν νά θεραπευθοῦν μέ τό σωτήριο φάρμακο τῆς μετανοίας. Ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως, ἡ μνησικακία καί ἡ κατάκρισι, ἐπειδή θεωροῦνται μικρά βέλη, ξεφεύγουν ἀπό τήν προσοχή καί πληγώνουν τήν ψυχή θανατηφόρα, στά πιό σπουδαῖα μέρη. Κι αὐτά τήν φονεύουν, ὄχι τόσο μέ τίς μεγάλες πληγές, πού ἄνοιξαν, ὅσο μέ τήν ἀμέλεια, στήν ὁποία ρίχνουν τούς πληγωμένους. Γιατί, ἐπειδή περιφρόνησαν τήν καταλαλιά καί τά ἄλλα, σάν ἀσήμαντα, σιγά σιγά ἀπό τά ἴδια νικήθηκαν.

Στ᾽ ἀλήθεια ἡ κατάκρισι εἶναι βαρύ καί φοβερό ἁμάρτημα. Κι ὅμως εἶναι τροφή καί ἀνάπαυσι γιά πολλούς ἀνθρώπους. Σύ μή δεχθῆς ποτέ ν᾽ ἀκούσης κάτι σέ βάρος ἄλλου. Μή κάνεις τήν ψυχή σου δοχεῖο ἀπό ξένες κακίες. Κράτησε τήν ψυχή σου ἁπλῆ, γιατί ἄν δεχθῆς τήν ἀκαθαρσία τῶν κακῶν λόγων, μέ τίς σκέψεις θά φέρης ἐμπόδια στήν προσευχητική σου διάθεσι καί θά μισήσης χωρίς αἰτία, ὅσους συναντᾶς. Ἀφοῦ πρῶτα ἡ ἀκοή σου θά ἔχη μολυνθῆ μέ τίς κακολογίες, ὅλους θά τούς κοιτᾶς μέ ἀγένεια, ὅπως παθαίνει ὁ ὀφθαλμός, ὅταν κοιτάξη στό ἔγχρωμο δυνατό φῶς καί δέν μπορεῖ νά δῆ καθαρά τό σχῆμα αὐτῶν, πού βλέπει.

Γι αὐτό πρέπει νά προσέχουμε πολύ τήν γλῶσσα καί τήν ἀκοή μας. Νά μή λέμε τίποτα ἀλλά καί νά μήν ἀκοῦμε, μέ ἐμπάθεια· γιατί ἔχει γραφῆ, «Μή ἀκοήν ματαίαν παραδέξασθαι» (Ἐξ. 23,1) καί «τόν καταλαλοῦντα λάθρα τῷ πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψαλμ. 100,5). Καί στό ψαλτήρι, «ὅπως λαλήσῃ τό στόμα μου τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ 16,4). Ἐμεῖς συνήθως μιλᾶμε, χωρίς νά ξέρουμε. Πρέπει λοιπόν νά μήν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη σέ ὅσα λέγονται, οὔτε νά κατακρίνουμε ὅσους κατακρίνουν, ἀλλά σύμφωνα μέ τήν Γραφή νά ἐφαρμόζουμε τό «Ἐγώ δέ ὡσεί κωφός οὐκ ἤκουον καί ὡσεί ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τό στόμα μου» (Ψαλμ. 37,14).

Σέ καμμιά περίπτωσι δέν κάνει νά χαιρώμαστε στήν δυστυχία κάποιου ἀνθρώπου, ὅσο ἁμαρτωλός κι ἄν εἶναι. Μερικοί μάλιστα, ὅταν βλέπουν κάποιο νά μαστιγώνεται ἤ νά φυλακίζεται ἀπό ἄγνοια, λένε «Ὁ στρώσας κακῶς ταλαιπωρήσει ἐν τῷ δεινῶ», δηλ. ὅποιος δέν στρώσει καλά, θά κοιμηθῆ καί ἄσχημα. Σύ λοιπόν, πού ἔχεις τακτοποιήσει καλά τά θέματά σου, νομίζεις πώς θά ἀναπαυθῆς στήν ζωή σου; Καί τί θά ποῦμε γι᾽ αὐτό, πού λέει ἡ Γραφή, «ἕν συνάντημα τῷ δικαίῳ καί τῷ ἁμαρτωλῷ»; Ἡ ζωή μας πάνω στή γῆ εἶναι ἴδια, ἄσχετα ἄν ἡ πολιτεία μας εἶναι διαφορετική.

Ὅπως δέν κάνει νά μισοῦμε τούς ἐχθρούς μας, τό ἴδιο δέν κάνει νά περιφρονοῦμε καί νά ἐξευτελίζουμε τούς ραθύμους στήν ἀρετή. Μερικοί γιά (νά δικαιολογήσουν) τούς ἑαυτούς τους χρησιμοποιοῦν τό Γραφικό,«Μετά ὁσίου ὅσιος ἔσῃ» καί «μετά στρεβλοῦ συνδιαστρέψεις» (Ψαλμ. 17, 26-27) καί λένε ὅτι πρέπει ν᾽ ἀποφεύγουμε τούς ἁμαρτωλούς γιά νά μή διαστραφοῦμε. Ἀλλά ἐξ ἀγνοίας πράττουν τά ἀντίθετα. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐδῶ δέν παραγγέλλει τήν ἀποφυγή, γιά νά μή γίνουμε στρεβλοί, ἀλλά τήν προσπάθεια (πού πρέπει νά δείξουμε) γιά τήν διόρθωσί τους. Τό «συνδιαστρέψεις» θά πῆ νά στρέψης τόν κακό (ἄνθρωπο) στόν ἑαυτό σου, στήν ἀρετή, ἀπό ἀριστερά στά δεξιά.

Εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο νά προσπαθῆ νά διδάσκη, ὅποιος δέν μπόρεσε νά ζήση ἔμπρακτα τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅπως αὐτός πού ἔχει παλαιό σπίτι καί ἑτοιμόρροπο, ὅταν φιλοξενήση ξένους, κινδυνεύει νά τούς βλάψη μέ τήν πτώση τοῦ οἰκήματος, τό ἴδιο κι αὐτοί, ἐπειδή δέν ἔκτισαν σταθερά τό πνευματικό τους οἰκοδόμημα, θά ὁδηγήσουν στήν καταστροφή ὅσους τούς πλησιάζουν νά ὠφεληθοῦν μαζί μέ τούς ἑαυτούς τους. Γιατί, ἐνῶ μέ τά λόγια τους τούς κάλεσαν στήν σωτηρία, μέ τό κακό τους παράδειγμα τούς σκανδάλισαν πολύ. Τά καλά καί θεωρητικά λόγια μοιάζουν μέ εἰκόνα ζωγραφικῆς, πού ἔχει γίνει ἀπό χρώματα, ἕτοιμα νά διαλυθοῦν σέ λίγο χρόνο ἀπό τούς ἀνέμους καί τίς σταγόνες τῆς βροχῆς. Τήν πρακτική ὅμως διδασκαλία οὕτε ὁλόκληρος αἰώνας δέν θά μπορέση νά διαλύση. Γιατί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, λαξεύοντας τά πιό σκληρά μέρη τῆς ψυχῆς, χαρίζει στούς πιστούς τήν αἰώνια μορφή τοῦ Χριστοῦ.
Μ Ἀθανασίου: Βίος τῆς Ὁσίας Συγκλητικῆ 
ΠΗΓΉ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Τη λύπη εκείνου που σε φθονεί, με κόπο θα την σταματήσεις,

90. Τη λύπη εκείνου που σε φθονεί, με κόπο θα την σταματήσεις, γιατί θεωρεί συμφορά του αυτό που φθονεί σ’ εσένα και δεν είναι δυνατόν διαφορετικά να τον σταματήσεις αν δεν του το αποκρύψεις. Αν τώρα πολλούς τους ωφελεί το καλό που έχεις, ενώ σ’ εκείνον προκαλεί λύπη, ποια πλευρά θα καταφρονήσεις; Ανάγκη λοιπόν να μη χάσουν οι πολλοί την ωφέλειά τους, αλλά κι αυτόν να μην τον παραμελήσεις. Ούτε να παρασυρθείς από την κακία του πάθους ώστε να μην πολεμάς το πάθος του φθόνου, αλλά τον πάσχοντα απ’ αυτό. Αλλά με την ταπεινοφροσύνη σου να νομίζεις ότι είναι ανώτερός σου, και σε κάθε καιρό και τόπο και πράγμα να τον προτιμάς. Το δικό σου φθόνο τώρα, μπορείς να τον σταματήσεις, αν σ’ εκείνα που χαίρεται ο φθονούμενος, χαίρεσαι κι εσύ μαζί, και σ’ εκείνα που λυπάται, λυπάσαι κι εσύ, εκπληρώνοντας τη συμβουλή του Αποστόλου: «Να χαίρεστε μ’ αυτούς που χαίρονται, και να κλαίτε μ’ αυτούς που κλαίνε»(Ρωμ. 12, 15).

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: 
Τρίτη Εκατοντάδα Κεφαλαίων περί Αγάπης

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

Γιὰ τὴ Λύπη - Ἀντιοχος Μοναχὸς


Γιὰ τὴ Λύπη
Ἀντιοχος Μοναχὸς 
Τὸ νὰ λυπᾶται κανεὶς μὲ τὸ παραμικρὸ εἶναι κατάσταση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν φθονερὸ δαίμονα. Γιατί μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο θέλει νὰ βρεῖ ὁ ἐχθρὸς ἀφορμή, ὥστε νὰ ἀποσπάσει τὸ νοῦ ἀπὸ τὴ διάθεση ποὺ ἔχει γιὰ προσευχὴ καὶ ἔτσι νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄκαρπο. Γι’ αὐτὸ ὁ δαίμονας προκαλεῖ στὸν ἄνθρωπο τὴν ἄκαιρη λύπη. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποδεχόμαστε αὐτὸ τὸν πειρασμὸ καὶ νὰ γεμίζουμε μὲ χαρὰ τὸν ἐχθρό, κάνοντάς του τὸ θέλημα. Να φεύγουμε μακριὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπιβουλὴ τοῦ αἱμοβόρου ἐχθροῦ, δηλαδὴ τοῦ δαίμονα τῆς λύπης. Γιατί, ὅταν τὸ πονηρὸ αὐτὸ πνεῦμα περιτυλίξει τὴν ψυχὴ καὶ τὴ σκοτίσει ὁλόκληρη, δὲν τὴν ἀφήνει πιὰ νὰ προσευχηθεῖ μὲ προθυμία, οὔτε νὰ παρακολουθήσει μὲ ὑπομονὴ τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα ποὺ ὠφελοῦν τόσο τὴν ψυχή. 
Δὲν ἐπιτρέπει ἐπίσης στὸν ἄνθρωπο νὰ παραμένει πράος καὶ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Δημιουργεί αισθημα ἀντιπάθειας, ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ὑπόσχεται ἡ κατὰ Θεὸν ζωή. Καὶ μὲ λίγα λόγια, ὅ,τι καλὸ ἔχει μέσα της ἡ ψυχὴ γιὰ τὴ σωτηρία, ἡ λύπη τὰ ἀνατρέπει καὶ καταντᾶ τὸν ἄνθρωπο σαν ἄφρονα και μισότρελλο, ἐμποδίζοντας τὸν ἀπὸ κάθε σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς συνανθρώπους του. 
Ἡ λύπη δὲν ἀφήνει περιθώριο στὴν ψυχὴ νὰ ἀκούσει συμβουλή, οὔτε κι ἀπὸ τοὺς πιὸ στενοὺς φίλους της. Δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ δώσει οὔτε μία ἤρεμη ἀπάντηση. Ζώνει ἀπὸ παντοῦ τὴν ψυχὴ καὶ τὴ γεμίζει με πίκρα και ἀηδία. Τήν πείθει νὰ ἀποφεύγει τοὺς ἀνθρώπους, γιατί δῆθεν αὐτοὶ φταῖνε γιὰ τὴν κατάστασή της. 
Ἡ λύπη δὲν ἀφήνει τὴν ψυχὴ νὰ καταλάβει ὄτι το κακὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ ἔξω, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ μέσα της ἔχει τὴν πηγὴ τῆς ἀρρώστιας. Αὐτὸ ἔρχεται βέβαια στὸ φῶς μονάχα ὅταν πέσουν οἱ πειρασμοί. Γιατί μὲ τὴν προσπάθεια ποὺ κάνει ἡ ψυχή, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς πειρασμούς, συνειδητοποιεῖ τὰ πράγματα ὅπως ἀκριβῶς εἶναι. 
Ἡ λύπη εἶναι σκυθρωπότητα τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ στόμα λιονταρίσιο, ποὺ εὔκολα καταπίνει αὐτὸν ποὺ κυριεύεται ἀπὸ αὐτή. 
Ἡ λύπη εἶναι σκουλήκι τῆς καρδιᾶς, ποὺ κατατρώει τὴ μάννα ποὺ τὸ γέννησε. Δὲν ξέρει τὴ γεύση τοῦ μελιοῦ ὁ μοναχὸς ποὺ λυπᾶται καὶ μοιάζει μ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ὑψηλὸ πυρετό. Ὁ μοναχὸς ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὴ λύπη δὲν κινεῖ τὸ νοῦ στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, οὔτε ποτὲ τοῦ ἀπευθύνει καθαρὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό. 
Ἐκεῖνος ποὺ νίκησε τὰ πάθη, νίκησε καὶ τὴ λύπη. Κι εκεῖνος ποὺ ἔχει ἡττηθεῖ ἀπὸ τὴν ἡδονή, δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ δίχτυα τῆς λύπης. 
Ἐκεῖνος ποὺ βρίσκεται μόνιμα κυριευμένος ἀπὸ τὴ λύπη καὶ συγχρόνως προσποιεῖται ὅτι εἶναι ἀπαθής, μοιάζει μὲ ἄρρωστο ποὺ ὑποκρίνεται ὅτι εἶναι ὑγιής. Γιατί, ὅπως ὁ ἄρρωστος προδίδεται ἀπὸ τὴν ὠχρότητα τοῦ προσώπου του, ἔτσι καὶ τὸν ἐμπαθῆ τὸν ξεσκεπάζει ἡ λύπη. 
Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν κόσμο θὰ δοκιμάσει πολλὲς θλίψεις. Ὅποιος ὅμως περιφρονεῖ ὅ,τι ἔχει ὁ κόσμος, θὰ ζεῖ καὶ θὰ παραμένει πάντα μέσα στὴ χαρά. 
Ὅπως τὸ χωνευτήρι καθαρίζει τὸ ἀκάθαρτο ἀσήμι, ἔτσι καὶ ἡ λύπη καθαρίζει τὴν ἁμαρτωλὴ καρδιά. 
*
Εἶναι πολὺ καλὸ καὶ πολυ συμφέρον γιὰ τὴν ψυχὴ τὸ νὰ σηκώνει γενναία κάθε θλίψη, εἴτε αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Ἔτσι θὰ καταλάβει βαθιὰ ὅτι ἐμεῖς φταῖμε γι’ αὐτὴ τὴν καταπόνηση ποὺ περνᾶμε. 
Πρέπει μὲ προσευχὴ καὶ ὑπομονὴ νὰ ἀντισταθούμε σ’ αὐτὸ τὸ δαίμονα. Γιατί ὅποιος θελήσει νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς πειρασμοὺς χωρὶς προσευχὴ καὶ ὑπομονή ὄχι μονάχα δὲν θὰ τοὺς νικήσει, ἀλλά θα ἐμπλακεῖ χειρότερα σ’ αὐτούς. 
Ἂς ψάλλουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν Δαυίδ: «Γιατί, ψυχή μου, εἶσαι περίλυπη καὶ γιατί μὲ συνταράσσεις; Στήριξε τὴν ἐλπίδα σου στὸν Θεό, γιατί Τοῦ προσφέρω δοξολογικὸ ψαλμό, ἐπειδή Εκεινος εἶναι ἡ σωτηρία μου καὶ ὁ Θεός μου» (Ψάλμ. 41, 6). 
* 
Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον χωρὶς λύπη, ἀνώδυνα, νὰ ξεπεράσει τοὺς πειρασμοὺς ἐκεῖνος ποὺ ἀσκεῖται πνευματικά. Στὴ συνέχεια ὅμως, οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀντιμετωπίζουν κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τοὺς πειρασμούς, γεμίζουν μὲ χαρὰ ἄπλετη καὶ μάλιστα ἂν εἶναι ὁπλισμένοι μὲ τὴν εὐχὴ καὶ τὴν ὑπομονή. 
Γεμίζουν μὲ δάκρυα γλυκὰ καὶ μὲ θεία νοήματα, ἐκεῖνοι ποὺ ἄσκησαν τὴν καρδιά τους στὸν πόνο καὶ στὴ θλίψη, ἐφόσον στοὺς ἀθλητὲς μονάχα χαρίζονται οἱ στέφανοι. 
Ἂν ἀπομακρυνθεῖ ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν καρδιά, ἡ λύπη ἀρχίζει νὰ κατατρώει τὸν ἄνθρωπο, ὅπως προείπαμε. Τὸν τρώει ὅπως ἀκριβῶς τρώει ὁ σκόρος τὸ ροῦχο καὶ τὸ σαράκι τὸ ξύλο, καὶ κατακλύζει ὅλα τὰ ἔγκατα τοῦ ἀνθρώπου. Καταντᾶ τότε ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴ σκοτούρα τῶν λογισμῶν, περιλυπος και σκυθρωπός. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς συμβουλεύει καὶ μᾶς λέει: «Διῶξε ἀπὸ μέσα σου τὴ λύπη ποὺ διαρκεῖ. Γιατί πολλούς τούς θανάτωσε ἡ λύπη καὶ δὲν βγαίνει τίποτα καλὸ ἀπ’ αὐτὴ» (Σόφ. Σείρ. 30, 23). Και ἀκόμα λέει: «Ἀπὸ τὴ λύπη γεννιέται ὁ θάνατος καὶ ἡ λύπη τῆς καρδιᾶς λυγίζει τὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου» (Σόφ. Σείρ. 38, 19). Καὶ καταλήγει: «Μὴν ἀφήσεις τὴν καρδιά σου να πέσει στὴ λύπη, ἀλλὰ διῶξε τὴν μακριά, φέρνοντας στο νοῦ σου ποιὰ εἶναι ἡ κατάληξή της» (Σόφ. Σείρ. 38, 19). 
* 
Διῶξε λοιπὸν ἀπὸ μέσα σου κι ἐσὺ αὐτὴ τὴ λύπη καὶ μὴ λυπεῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ Ὁποῖο κατοικεῖ μέσα σου, μήπως ζητήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ ἐγκαταλείψει. Γιατί τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ Ὁποῖο χαρίσθηκε στὴ σάρκα αὐτή, δὲν ἀνέχεται τὴ λύπη, οὔτε τὴ στενοχώρια. 
Ἀπόκτησε τὴν ἱλαρότητα, ποὺ ἔχει πάντα τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἐντρύφησε σ’ αὐτή. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἱλαρότητα ἐργάζεται πάντοτε τὸ ἀγαθὸ καὶ καταφρονεῖ τὴ λύπη. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὴ λύπη πάντοτε ἀσχολεῖται μὲ ἔργα τοῦ «πονηροῦ». Το πρῶτο κακό πού κάνει αὐτὸς ποὺ λυπᾶται εἶναι ὄτι λυπεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ Ὁποῖο χαρίσθηκε στὸν ἄνθρωπο καὶ εἶναι Πνεῦμα χαρᾶς καὶ ἀγαλλίασης. 
Δεύτερο κακό εῖναι ὅτι ὁ λυπημένος ἄνθρωπος δὲν ἀνοίγει τὴν καρδιά του στὸν Θεό. Γιατί ἡ προσευχὴ ἐκείνου ποὺ διακατέχεται ἀπὸ λύπη, δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ φθάσει στὸ θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἔχει θρονιασθεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἡ λύπη. 
Ὅταν ἡ λύπη ἀνακατευθεῖ μὲ τὴν προσευχή, δὲν τὴν ἀφήνει νὰ ἀνεβεῖ καθαρὴ πρὸς τὸ οὐράνιο θυσιαστήριο. Ὅπως λοιπὸν τὸ κρασὶ ποὺ ἀνακατεύεται μὲ ξίδι χάνει πιὰ τὴν πρώτη γεύση, ἔτσι καὶ ἡ λύπη. Ὅταν αὐτὴ ἀναμιχθεῖ μὲ την προσευχητικὴ διάθεση -ἡ ὁποία εἶναι δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος- τότε στερεῖ ἀπὸ τὴν προσευχὴ τὴν ἀρχική της καθαρότητα. 
Πρέπει λοιπὸν νὰ διώξουμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας τὴ λύπη καὶ νὰ ἀσπασθοῦμε ὅλη τὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ. 
Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε λοιπόν, τὸ συντομότερο, ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴ λύπη, γιατί εἶναι ἐφάμαρτη καὶ χαρακτηριστικό τοῦ κόσμου τούτου. 
*
Ἡ λύπη ποὺ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «προκαλεῖ μετάνοια, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία καὶ γιὰ τὴν ὁποία ποτὲ κανεὶς δὲν μετανοιώνει. Ἡ λύπη ὅμως πού σχετίζεται μὲ τοῦτο τὸν κόσμο προξενεῖ θάνατο» (Β’ Κόρ. 7, 10). Καὶ ὁ συγγραφέας τῶν Παροιμιῶν λέει: «Ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου ἔρχεται στὴν κεφαλὴ τοῦ δικαίου. Αὐτὴ τὸν κάνει πλούσιο καὶ δὲν θὰ ἔρθει ποτὲ λύπη στὴν καρδιὰ του» (Παροιμ. 10, 6, 22). Και ἀλλοῦ πάλι λέει: «Καρδιὰ ποὺ εὐφραίνεται, δίνει εὐεξία στὸν ἄνθρωπο. Τοῦ λυπημένου ὅμως ἀνθρώπου ξεραίνεται ἡ ψυχὴ του» (Παροιμ. 17, 22). Ο Ἀπόστολος Παῦλος ἐπίσης λέει: «Δὲν θέλουμε, ἀδελφοί, νὰ ἀγνοεῖτε τὴ θλίψη ποὺ μᾶς βρῆκε στὴν Ἀσία. Τόσο πολὺ τὸ βάρος της ξεπέρασε τὶς δυνάμεις μας, ὥστε φθάσαμε νὰ χάσουμε κι αὐτὴ ἀκόμα τὴν ἐλπίδα, ὅτι θα επιζήσουμε. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ παρηγορεῖ τοὺς ταπεινούς, ὁ Θεός, παρηγόρησε κι ἐμᾶς» (Κόρ. 1, 8 καὶ 7, 6). 
Κι ἐμεῖς λοιπόν, μαζὶ μὲ τὸν Δαυίδ, ἂς ποῦμε: «Ἐλέησε μὲ Κύριε, γιατί θλίβομαι. Ἀπὸ τὸ θυμό σου θόλωσαν τὰ μάτια μου ἀπὸ τὰ δάκρυα, γιατί κακοπάθησα καὶ ταπεινώθηκα πάρα πολὺ καὶ οἱ στεναγμοὶ τῆς καρδιᾶς μου ἔβγαιναν σὰν βρυχηθμοὶ λιονταριοῦ» (Ψάλμ. 30, 10). Και πάλι: «Ἡ λύπη κυρίευε τὴν καρδιά μου καθὼς σκεπτόμουν διαρκῶς τὰ δεινά μου καὶ ἔνοιωσα ταραχὴ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ εἶπε ἐναντίον μου ὁ ἐχθρός μου κι ἀπὸ τὴ θλίψη πού μοῦ προκαλεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς» (Ψάλμ. 54, 3-4). Αλλά, «σῶσε μέ, θεέ μου, γιατί τὰ δάκρυα ἀπὸ τὴ θλίψη μου ἔφθασαν μέχρι τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου. Βυθίσθηκα σὲ βαθὺ βοῦρκο καὶ δὲν ὑπάρχει μέρος νὰ σταθῶ »(Ψάλμ. 68, 2-3). 
Καὶ πάλι: «Μὴν ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπό Σου ἀπὸ τὸν δοῦλο σου, γιατί θλίβομαι, ἀλλὰ ἄκουσε τὴν παράκλησή μου» (Ψάλμ. 68, 18). «Γιατί Ἐσὺ εἶσαι ἡ καταφυγὴ καὶ ἡ παρηγοριὰ ἀπὸ τὴ θλίψη ποὺ μὲ διακατέχει» (Ψάλμ. 31, 7). «Μακάρι νὰ φθάσει σὲ Σένα ἡ προσευχή μου καὶ νὰ χαμηλώσεις τὸ αὐτί Σου γιὰ νὰ ἀκούσεις τὴ δέησή μου» (Ψάλμ. 87, 3). 
Ὅταν τέλος ἀπαλλαχθεῖς ἀπὸ τὴ λύπη, νὰ λὲς εὐχαριστώντας τὸν Θεό: «Ο Κύριος ἔρριξε ἀπο τον οὐρανὸ τὸ βλέμμα Του, γιὰ νὰ ἀκούσει τὸ στεναγμὸ τῶν φυλακισμένων, γιὰ νὰ λύσει τὰ δεσμὰ τῶν παιδιῶν Του ποὺ εἶχαν θανατωθεῖ» (Ψάλμ. 101, 20-21). Κι ἀκόμα: «Τί νὰ ἀνταποδώσω στὸν Κύριο γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του πρὸς ἐμένα;» (Ψάλμ. 115, 3). Γιατί, «Τὸν ἐπικαλέσθηκα μέσα στὴ θλίψη μου κι ἄκουσε τὴν παράκλησή μου καὶ μοῦ πρόσφερε μεγάλη ἀνακούφιση» (Ψάλμ. 117, 5). 
Ὁ Κύριος ἔλεγε στους μαθητές Του: «Ἀληθινά σάς λέω, ὅτι ἐσεὶς θὰ κλάψετε καὶ θὰ θρηνήσετε, ἐνῶ ὁ κόσμος θὰ χαρεῖ». Και μιλώντας στὴ συνέχεια παραβολικὰ γιὰ τὴν γυναίκα ἐκείνη ποὺ γεννάει καὶ ἔχει λύπη, προσθέτει: «Ἔτσι καὶ ἐσεῖς. Θὰ ἔχετε τώρα λύπη, ἀλλὰ πάλι θὰ σᾶς ἐπισκεφθῶ καὶ θὰ χαρεῖ ἡ καρδιά σας καὶ κανένας δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ πιὰ νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ σᾶς ἐκείνη τὴ χαρά σας» (Ἰωάν. 16, 20. 22). 
Σ’ Αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα, ἐκείνη ποὺ δίνει χαρὰ στοὺς θλιμμένους, στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Όποιος λυπηθεί από τον δίκαιο έλεγχο κάποιου...

 


36. Όποιος λυπηθεί από τον δίκαιο έλεγχο κάποιου και, πριν προσκληθεί από αυτόν, ζητήσει συγχώρηση, δεν χάνει τίποτε απ' όσα του ανήκουν. Εκείνος που ζήτησε συγχώρηση μετά την πρόσκληση, έχασε το μισό καρπό. Εκείνος πάλι που η λύπη από τον έλεγχο ποτέ δεν τον οδηγεί στο να εγκαταλείψει τους άλλους και να απομονωθεί στον εαυτό του, κέρδισε όλη την προκαταβολή, ενώ εκείνος που σε κάθε τι ρίχνει το σφάλμα πάνω του, παίρνει μισθό.
Άγιος Ηλίας ο Έκδικος

Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Η άκαιρη λύπη (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)



Η άκαιρη λύπη 
Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς

πηγή: ΕΔΩ 
Από την ΚΘ’ ομιλία του Αγ. Γρηγορίου (P.G. 151, 364-376) στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου της ΣΤ’ Κυριακής για την «κατά Θεόν λύπη»
Όσοι αμαρτήσαμε έχουμε ανάγκη πάλι από τη λύπη και τον πόνο της μετάνοιας για τα αμαρτήματα που έχουμε διαπράξει. Πρέπει να μετανοήσουμε και να πέσουμε στα γόνατα, για να ακούσει καθένας μας μυστικά μέσα στην καρ­διά του, όπως ο Παράλυτος του Ευαγγελίου, «έχε θάρρος, τέκνο». Και έτσι, αφού πληροφορηθεί η καρδιά μας ότι έχουμε λάβει τη συγχώρηση, να με­ταστρέψουμε τη λύπη σε χαρά. Διότι αυτή είναι η λύπη, το μέλι το πνευματικό, που θηλάζουμε εμείς από τη στερεά πέτρα, σύμφωνα με το αποστολικό ρητό: «Εθήλασαν μελί από πέτρα» (Δευτ. 32, 13) «η δε πέτρα είναι ο Χριστός» (Α’ Κορ. 10, 4). Να μη σας κάνει όμως εντύπωση που απο­κάλεσα τη λύπη «μέλι». Γιατί αυτή είναι η λύπη για την οποία ο απόστολος Παύλος λέει: «Η κατά Θεόν λύπη προκαλεί αμεταμέλητη μετάνοια για τη σωτηρία» (Β’ Κορ. 7, 10). Όπως δηλαδή σ’ αυτόν που έχει τραυματισμένη γλώσσα το μέλι θα του φανεί πικρό -αλλά όταν θα θεραπευθεί θα αλλάξει γνώμη,- έτσι και ο φόβος του Θεού προκαλεί λύπη στις ψυχές που είναι δεκτικές του Ευαγγελικού κηρύγματος. Όσο καιρό οι ψυχές αυτές έχουν ανοικτά τα τραύματα των αμαρτιών τους, αισθάνονται λύπη. Όταν όμως ελευθερωθούν απ’ αυτά δια της μετανοίας, νιώθουν εκείνη τη χαρά, την οποία εννοεί ο Κύριος όταν λέει: «η λύπη σας θα μεταβληθεί σε χαρά» (Ιωάν. 16, 20). Ποιά λύπη; Ασφαλώς εκείνη που αισθάνονταν οι Μαθητές στο άκουσμα ότι θα στερούνταν τον Κύριο και Διδά­σκαλό τους. Τη λύπη εκείνη που αισθάνθηκε ο Πέτρος όταν Τον αρνήθηκε. Δηλαδή τη λύπη που αισθάνεται ο κάθε πιστός όταν μετανοεί για τις αμαρτίες, για τις ελλείψεις του στην αρετή, πράγμα που οφείλεται στη ραθυμία του.

Και εμείς λοιπόν, όταν πέφτουμε σε τέτοιου είδους αμαρτίες, να λυπούμαστε και να κατηγορούμε τους εαυτούς μας και όχι κάποιον άλλο. Άλλωστε, ούτε τον Αδάμ, όταν αθέτησε την εντολή του Θεού, τον ωφέλησε η μετάθεση της ευθύνης προς την Εύα, αλλά ούτε και την Εύα τη βοήθησε το ότι επέρριψε την ευθύνη στον αρχέκακο όφι. Κι αυτό, γιατί εμείς έχουμε πλασθεί από τον Θεό ως αυτεξούσιοι· και έχουμε λάβει το ηγεμονικό της ψυχής ως εξουσιαστική δύναμη κατά των παθών. Δεν έχουμε λοιπόν κανέναν που να κυριαρχεί επάνω μας και να μας αναγκάζει σε υποταγή.

Αυτό θεωρείται κατά Θεόν σωτήρια λύπη: Το να κατηγορούμε τους εαυτούς μας, και όχι κάποιον άλλο, για όσα πλημμελήματα διαπράττουμε. Να λυ­πούμαστε για τον εαυτό μας και να ειρηνεύουμε με τον Θεό με την κατάνυξη και την εξομολόγηση. Αυτή την αυτομεμψία και κατάνυξη επέδειξε ο Λάμεχ, ο οποίος εξομολογήθηκε ενώπιον όλων την αμαρ­τία του, κατέκρινε τον εαυτό του και τον θεώρησε περισσότερο ένοχο από τον Κάιν, σύμφωνα με την Αγία Γραφή που λέει: «Για τον Κάιν προβλεπόταν τιμωρία επτά φορές, και για τον Λάμεχ εβδομή­ντα επτά» (Γεν. 4, 24). Έτσι, αφού πένθησε τον εαυτό του ως ένοχο, με την βαθιά του κατάνυξη και την ομο­λογία της αμαρτίας του, διέφυγε από την καταδίκη του Νόμου, όπως είπε αργότερα και ο Προφήτης: «Ομολόγησε εσύ πρώτος τις αμαρτίες σου για να δικαιωθείς» (Ησ. 43, 26). Αυτό επιβεβαίωσε αργότερα και ο Απόστολος, λέγοντας: «Αν εμείς κρίναμε τους εαυτούς μας, δεν θα κρινόμαστε» (Α’ Κορ. 11, 31).
*
Πρώτος λοιπόν ο Λάμεχ αναφέρεται ότι απέ­φυγε την καταδίκη του Νόμου, διότι μετανόησε και λυπήθηκε για την αμαρτία του. Έπειτα από αυτόν, συμπεριφέρθηκαν, κατά τον ίδιο τρόπο, και οι Νινευίτες, λαός πολύς και πόλη μεγάλη. Αυτοί μάλιστα είχαν τη βεβαιότητα ότι θα ξεπεράσουν την καταδίκη τους με τη λύπη και τη μετάνοια, όχι μόνο όταν συνειδητοποίησαν την αμαρτία τους, αλλά και όταν άκουσαν από τον προφήτη Ιωνά την απόφαση του Θεού που έλεγε: «Ακόμα τρεις ημέρες και η Νινευί θα καταστραφεί» (Ιωνά 3, 4). Ακουσαν λοιπόν οι Νινευίτες και πίστευσαν. Δεν έπεσαν στο πονηρό και δαιμο­νικό βάραθρο της απογνώσεως, ούτε φόρτωσαν στις καρδιές τους το λίθο της πωρώσεως. Αλλά είπε ο ένας στον άλλο: «Ποιός ξέρει, μπορεί να αλλάξει απόφαση ο Θεός και να μας ελεήσει, ώστε να μην καταστραφούμε» (Ιωνά 3, 9). Έτσι εγκατέλειψαν την πονηρία και τις αμαρτωλές συνήθειές τους. Κήρυξαν γενική νηστεία, φόρεσαν μικροί και μεγάλοι, ακόμα και ο βασιλιάς τους, σάκκους, έριξαν πάνω τους στάχτη. Έμειναν ακόμα και τα βρέφη χωρίς τροφή, γιατί, όπως φαίνεται, λησμόνησαν από τη λύπη τους οι μητέρες να τα θηλάσουν, σύμφωνα μ’ αυτό που λέει και ο Ψαλμωδός: «Από τη φωνή του στεναγμού μου λησμόνησα να φάω τον άρτο μου» (Ψαλμ. 101,5 και εξ.). Και όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά ακόμα και τα ζώα τα άφησαν, εξαιτίας του πένθους τους, νηστικά και απότιστα, κλεισμένα στα μαντριά τους. Έτσι, ζώντας όλοι στην ατμόσφαιρα της σωτήριας λύπης και του πένθους, απέφυγαν τις ολέθριες συνέπειες της αμαρτίας τους και βρήκαν συγχώρηση και έλεος από τον Θεό.

Επειδή λοιπόν, αδελφοί μου, και η δική μας ζωή περνάει σχεδόν ολόκληρη μέσα στην αμαρτία, οφείλουμε κι εμείς να λειτουργήσουμε τη σωτήρια αυτή λύπη που γεννιέται από τη μετάνοια. Γιατί αν δεν κάνουμε αυτό, τότε, καθώς λέει ο Κύριος, «οι Νινευίτες θα μας κατακρίνουν κατά την ημέρα της κοινής αναστάσεως» (Ματθ. 12, 41). Κι αυτό, γιατί εκείνοι μετανόησαν με το κήρυγμα του Ιωνά, ενώ εμείς δεν μετανοούμε με το λόγο του Κυρίου μας Ιησού Χρι­στού, ο Οποίος είναι και ο Θεός του Ιωνά.

Ο Ιωνάς, επίσης, δεν κήρυττε μόνο μετάνοια, αλλά μιλούσε και για τις βαριές συνέπειες της αμαρ­τίας τους, δηλαδή για καταδίκη και για θάνατο. Ο Χριστός όμως ήλθε για να έχουμε ζωή και κάτι περισσότερο ακόμα: Για να απολαύσουμε τη Θεία Υιοθεσία και την Ουράνια Βασιλεία.

Ο Ιωνάς, με το κήρυγμά του, δεν υποσχόταν Βασιλεία Ουρανών. Ο Χριστός όμως, κηρύττοντας μετάνοια, μας υπόσχεται Βασιλεία Ουράνια. Ταυτό­χρονα, μας προλέγει τη μέλλουσα συντέλεια του κόσμου, λέγοντας: «Όπως οι άνθρωποι της εποχής του Νώε απολάμβαναν τα σωματικά αγαθά με άνεση και χωρίς φόβο, και ξαφνικά ήλθε ο κατακλυσμός και τους αφάνισε όλους, έτσι θα συμβεί και στη συντέλεια, γιατί παρέρχεται το σχήμα αυτού του κόσμου» (Α’ Κορ. 7, 31).

Ο Ιωνάς απειλούσε τότε τους Νινευίτες με καταστροφή φθαρτών πραγμάτων, αλλά δεν τους μίλησε για φοβερό βήμα και αδέκαστη Κρίση ούτε βέβαια για το πυρ το άσβεστο ούτε για ακοίμητο σκώληκα ούτε για σκότος εξώτερο ούτε τριγμό των οδόντων ούτε πένθος απαράκλητο. Ο Κύριος όμως, παράλληλα με αυτά, είπε ότι όσοι δεν λυπηθούν για τις αμαρτίες τους εδώ και δεν κλαύσουν, αυτές τις συνέπειες θα τις γευθούν μετά τη συντέλεια του κόσμου, η οποία δεν θα λάβει χώρα σε τρεις ημέρες, όπως κήρυττε τότε ο Ιωνάς, αλλά μετά από πολύ χρόνο. Και αυτό θα γίνει από την απέραντη μακροθυμία του Χριστού.

Η μακροθυμία λοιπόν του Θεού σε οδηγεί, αδελφέ μου, σε μετάνοια και λύπη. Πρόσεχε όμως, μήπως, από τη σκληρότητά σου και την ανάλγητη καρδιά σου, «θησαυρίσεις για τον εαυτό σου οργή κατά την ημέρα της συντέλειας και της δικαιοκρισίας του Θεού» (Ρωμ. 2, 5). Διότι ο Κύριος θα αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του.

Σ’ εκείνους που ζητούν, με τη ζωή της μετά­νοιας και της υπομονής, με την οδύνη και συντριβή της καρδιάς, την άφεση των αμαρτιών τους, θα δώ­σει ο Κύριος χαρά και ανάπαυση, ζωή αιώνια και βασιλεία άρρητη. Σε όσους όμως παρέμειναν στην ζωή ανάλγητοι και αμετανόητοι, θα έλθει θλίψη και στενοχώρια αφόρητη και επιπλέον, ατελεύτητη κό­λαση.
*
Ο προφήτης Δαυίδ επίσης αναδείχθηκε στήλη «της κατά Θεόν λύπης». Και μάλιστα, στήλη που ζει και διακηρύττει την αξία της σωτήριας λύπης και της κατανύξεως. Διότι αυτός κατέγραψε και την αμαρτία που διέπραξε, αλλά και το πένθος προς τον Θεό και τη μετάνοια που ο ίδιος επέδειξε, καθώς και το έλεος που δέχθηκε από τον Θεό. Αυτός λέει στον Ψαλμό: «Είπα, θα εξομολογηθώ ενώπιον του Κυρίου την ανομία μου, και Συ συγχώρεσες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 5). Εννοούσε βέβαια ως ασέβεια τη ρίζα της κακίας, το ένοικο πάθος και ως ανομία την έμπρακτη αμαρτία. Γι’ αυτήν, αφού την έκανε σε όλους γνωστή, θρήνησε και πένθησε. Έτσι βρήκε όχι μόνο την άφεση, αλλά δέχθηκε στην ψυχή του και τη θεραπεία.

Πώς όμως πενθούσε; Ας ακούσουμε πάλι τον ίδιο να μας λέει: «Με μαστίγωναν οι θλίψεις και οι αδικίες όλη την ημέρα και ήλεγχα τον εαυτό μου συνεχώς μήπως και έχω πέσει σε κάποια αμαρτία» (Ψαλμ. 72, 14) και «όλη την ημέρα πενθούσα και σκυθρώπαζα και ταπείνωνα τον εαυτό μου» (Ψαλμ. 34, 14)

Εμπρός λοιπόν, αδελφοί μου, ας προσκυνή­σουμε και ας προσπέσουμε και ας κλαύσουμε, -όπως ο ίδιος Προφήτης μας προτρέπει- ενώπιον του Κυ­ρίου που μας έπλασε και μας κάλεσε σε μετάνοια και σ’ αυτή τη σωτήρια λύπη, το πένθος και την κατάνυξη. Κι αυτό, γιατί εκείνος που δεν έχει λύπη, δεν έχει υπακούσει σ’ Εκείνον που έχει κάνει την κλήση, δεν έχει συναριθμηθεί με τους προσκαλεσμέ­νους Αγίους του Θεού, ούτε, ασφαλώς, θα αξιωθεί να λάβει την παρηγοριά εκείνη που έχει υποσχεθεί ο Κύριος στο Ευαγγέλιο. Γιατί Εκείνος λέει: «Είναι μακάριοι εκείνοι που πενθούν, διότι αυτοί θα βρουν παρηγοριά» (Ματθ. 5, 4).
*
Υπάρχει κανένας που μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν έχει αμαρτίες και γι’ αυτό δεν χρειάζεται το πένθος; Αλλά και αν ακόμα λέγαμε κάτι τέτοιο -πράγμα σχεδόν αδύνατον, αφού και μόνο το να έχει φθάσει κανείς στη μετριοπάθεια είναι μεγάλο κατόρθωμα- όμως στην αρχή του λόγου μας αναφέ­ραμε και μια ακόμα αιτία πένθους. Οι μαθητές του Χριστού λυπούνταν επειδή δεν θα έβλεπαν πλέον τον Μόνο και Αληθινό Αγαθό, Τον Διδάσκαλο και Σωτήρα τους. Εκείνου και εμείς τώρα τη θέα στερού­μαστε. Και όχι μόνο Εκείνον αλλά και την τρυφή του Παραδείσου. Διότι ξεπέσαμε από αυτή και ανταλ­λάξαμε τον απαθή εκείνο τόπο με τον εμπαθή και επίπονο τούτο χώρο που τώρα ζούμε. Στερηθήκαμε την πρόσωπο με Πρόσωπο συνομιλία μας με τον Θεό, την συναναστροφή με τους Αγγέλους Του και την ατελεύτητη ζωή.

Ποιός λοιπόν, γνωρίζοντας το τι έχουμε στερη­θεί, δεν θα πονέσει και δεν θα πενθήσει γι’ αυτό; Αν υπάρχει κάποιος που το γνωρίζει και δεν το κάνει, τότε, σίγουρα, αυτός δεν είναι πιστός.

Επομένως, εμείς τώρα που γνωρίζουμε, με τη θεόπνευστη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τι έχει συμβεί, ας πενθήσουμε τους εαυτούς μας, αδελφοί, και ας καθαρίσουμε τους μολυσμούς που έχουμε υποστεί από τις αμαρτίες που έχουμε διαπράξει, με το σωτήριο πένθος. Έτσι και το έλεος του Θεού θα βρούμε και τον Παράδεισο θα ανακτήσουμε και την αιώνια παρηγοριά και ανάπαυση θα απολαύσουμε.
*
Αυτή τη ζωή, μακάρι όλοι να την αποκτήσουμε, με τη Χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον Αναρχο Πατέρα και το Πανάγιο και Αγαθό και Ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Απόσπασμα από το βιβλίο «ΩΔΗ ΣΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ: Η Λύπη κατά τους Πατέρες», Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

«ΕΜΕΙΣ, ΓΕΡΟΝΤΑ, ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΜΕ, ΕΑΝ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ!»

 «ΕΜΕΙΣ, ΓΕΡΟΝΤΑ,

ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΜΕ, ΕΑΝ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ!»

πηγή:Το Ειλητάριον 


Αυτό που χαρακτήριζε ιδιαίτερα τον όσιο Γέροντα Θεοφύλακτο τον Νεοσκητιώτη ήταν η πολλή του υπομονή. Γιατί εκτός από τις ποικίλες περιπέτειες του μοναχικού του βίου, σήκωνε και το σταυρό μιας ισόβιας ασθένειας που τον ταλαιπωρούσε μόνιμα. Πολλές φορές ο πόνος δυνάμωνε πολύ. Απ’ ό,τι έλεγε κι ο ίδιος ο Γέροντας Θεοφύλακτος πήγαινε συχνά στους φίλους του, τους αγίους Αναργύρους, και τους παραπονιόταν γιατί δεν τον θεραπεύουν και μετά τους έβλεπε στον ύπνο τους να του λένε: 
- Εμείς, Γέροντα, σε θεραπεύουμε, εάν το θέλεις! Αλλά αυτό εσένα δεν σε συμφέρει!... 
Αυτή η «πληροφορία» που έπαιρνε, τον ανέπαυε και τον παρηγορούσε γι’ αρκετό καιρό. Και μετά πάλι συνέχιζε ο σταυρός του…

Ο πόλεμος, τον οποίο είχε σχεδόν μόνιμα, ο ευλαβέστατος αυτός αγωνιστής του Πνεύματος, ήταν ένα είδος λύπης, περίπου κάτι σαν μελαγχολία, που συχνά τον τυραννούσε, ιδιαίτερα, μετά το θάνατο του αγαπημένου Γέροντός του, του πατρός Ιωακείμ Σπετσιέρη. Στις δύσκολες στιγμές, όταν πιεζόταν από αυτόν τον πόλεμο κι έχανε σαν άνθρωπος το θάρρος του, εισερχόταν μέσα στη μικρή του εκκλησία κι έλεγε το παράπονό του προς τους προστάτες του αγίους Αναργύρους, οι οποίοι, με κάποια δική τους θεωρία πάντα τον παρηγορούσαν ανάλογα.
Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης»
(Το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος),
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος, 2007.



Ἕτερον ἀπολυτίκιον
ὅλων τῶν Εἴκοσι ἁγίων Ἀναργύρων
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν εἰκοσάριθμον, 
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν, 
χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στίφος ἀνευφημοῦμεν·
οὗτοι γὰρ κατέβαλον
τοῦ βελίαρ τὴν δύναμιν,
πάντων τὰ νοσήματα
συμπαθῶς ἐξιώμενοι,
τῶν μετ’ εὐλαβείας βοώντων·
δόξα Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

«ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΜΕ ΚΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΓΩΓΙΟ ΜΑΣ;»

 

«ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΜΕ

ΚΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΓΩΓΙΟ ΜΑΣ;» 
Άλλοτε, πάλι, είχα τον ίδιο πόλεμο και την ίδια απόγνωση που με μάστιζε φοβερά. Γνώριζα, βέβαια, ότι αυτό είναι πόλεμος του εχθρού, αλλά δεν μπορούσα ν’ απαλλαγώ! Λόγω της απειρίας μου, δεν το πολέμησα εξ αρχής, όταν μου πρωτοεμφανίστηκε αυτό το πάθος, και μου έγινε μετά μόνιμος σταυρός. Αφού κάθισα να ξεκουραστώ, βλέπω μια ομάδα ανθρώπων, διαφορετικής ηλικίας ο καθένας τους, να ανεβαίνει από το δρόμο του Κυριακού της Σκήτης προς τα πάνω, όπου ήταν η δική μου Καλύβη, και μιλούσαν μεταξύ τους. Εγώ, πρόσεχα ποιοί ήταν και πού πήγαιναν.

Όταν πέρασαν το σταυροδρόμι και πλησίασαν τη δική μου εξώπορτα, σταμάτησαν για λίγο και τους ακούω να λένε ευκρινώς: 
– Δεν περνάμε κι από το καταγώγιό μας; 
Πράγματι, άνοιξαν την πόρτα μου και μπήκαν μέσα, ψάλλοντας το δικό τους απολυτίκιο: 
“Τὴν εἰκοσάριθμον,
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν
Χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στῖφος ἀνευφημοῦμεν…”.

Έβλεπα να προπορεύεται απ’ όλους πιο μπροστά ο άγιος Παντελεήμων: νεαρός, ξανθός, μεγαλοπρεπής, με παράσημο ιατρικής στο στήθος του, και ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι άγιοι Ανάργυροι ψάλλοντας μελωδικότατα όλο τους το τροπάριο. Ανέβηκαν τη σκάλα της Καλύβης στον επάνω όροφο που είναι η εκκλησία τους, μπήκαν μέσα, στάθηκαν με τη σειρά στους δύο χορούς κι άρχισαν να ψάλλουν τροπάρια από την ακολουθία τους. Όταν τελείωσαν τη ψαλμωδία, γύρισαν πίσω και έφυγαν προς το πάνω μέρος της Σκήτης, αφού μου άφησαν την ευλογία τους και πολλή παρηγοριά και για μέρες ήμουν γεμάτος χαρά και πνευματική ευτυχία.


Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης»
(Το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος),
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος, 2007.


Ἕτερον ἀπολυτίκιον
ὅλων τῶν Εἴκοσι ἁγίων Ἀναργύρων
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν εἰκοσάριθμον, 
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν, 
χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στίφος ἀνευφημοῦμεν·
οὗτοι γὰρ κατέβαλον
τοῦ βελίαρ τὴν δύναμιν,
πάντων τὰ νοσήματα
συμπαθῶς ἐξιώμενοι,
τῶν μετ’ εὐλαβείας βοώντων·
δόξα Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Όταν η ψυχή ταράζεται από οργή, ή θολώνεται από μέθη, ή ενοχλείται από φοβερή λύπη, δεν μπορεί ο νους να κρατήσει τη μνήμη του Κυρίου


Philokalia | hesychastic | Page 2

Άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής

61. Όταν η ψυχή ταράζεται από οργή, ή θολώνεται από μέθη, ή ενοχλείται από φοβερή λύπη, δεν μπορεί ο νους να κρατήσει τη μνήμη του Κυρίου Ιησού, ακόμη και αν κανείς τον βιάζει. Γιατί όπως είναι σκοτισμένος από την σκληρότητα των παθών, χάνει την πνευματική του αίσθηση. Γι' αυτό η επιθυμία της ευχής δεν έχει πού να τυπώσει τη σφραγίδα της, ώστε ο νους να διατηρεί αλησμόνητα τα λόγια της ευχής, επειδή η μνήμη της διάνοιας σκληραίνει από την ωμότητα των παθών. Αν όμως η ψυχή είναι ελεύθερη από αυτά τα πάθη, ακόμη και αν για λίγο λησμονήσει το ποθούμενο όνομα, αμέσως ο νους μεταχειρίζεται την ενεργητικότητά του και ξαναπιάνει γερά το πολυπόθητο εκείνο και σωτήριο θήραμα. Γιατί τότε η ψυχή έχει την ίδια τη θεία χάρη που μελετά και κράζει μαζί της το «Κύριε Ιησού», όπως μια μητέρα διδάσκει στο βρέφος της το όνομα «πατέρα» και το επαναλαμβάνει μαζί του μέχρις ότου το συνηθίσει να φωνάζει «πατέρα» ακόμη και όταν κοιμάται, αντί να λέει ο,τιδήποτε άλλο από αυτά που συνηθίζουν τα βρέφη. Γι' αυτό ο Απόστολος λέει: «Έτσι και το Πνεύμα μάς βοηθεί και μας στηρίζει στην ασθένειά μας· γιατί δε γνωρίζομε τι να προσευχηθούμε όπως πρέπει, αλλά το ίδιο το Πνεύμα μεσιτεύει για χάρη μας και μας εμπνέει στεναγμούς που δεν εκφράζονται με λόγια»(Ρωμ. 8, 26). Επειδή εμείς είμαστε νήπια απέναντι στην τελειότητα της προσευχητικής αρετής, έχομε πάντοτε ανάγκη από τη βοήθεια του Πνεύματος, το οποίο με την ανέκφραστη γλυκύτητά Του συγκεντρώνει και γλυκαίνει όλους τους λογισμούς μας και μας κατευθύνει ώστε να κινηθούμε με ολόκληρη τη διάθεσή μας στη μνήμη και την αγάπη του Θεού και Πατέρα μας. Γι' αυτό, όπως πάλι λέει ο θεσπέσιος Παύλος, με την παρακίνηση του Αγίου Πνεύματος, όταν Αυτό μας διδάσκει να ονομάζομε ακατάπαυστα το Θεό Πατέρα, λέμε: «Αββά, Πατέρα» (Ρωμ. 8, 15).

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Μη ζητάτε λοιπόν να μάθετε τί είναι η ολοκληρωμένη φιλία, αλλά πώς θα κατορθώσετε να τη φθάσετε.


Α’ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΙΩΣΗΦ 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ & ΤΗ ΦΙΛΙΑ 

Κεφαλαίο 4: Πρέπει να εκτελούμε κάποιο ωφέλιμο έργο, αν δεν συμφωνεί μ' αυτό ό αδελφός μας;
ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΜΑΝΟΣ: Πολλές φορές όμως. αββά. ό ένας από τους φίλους επιθυμεί να κάνει κάτι που το θεωρεί καλό και σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. αλλά ό άλλος δεν συμφωνεί καθόλου μ' αυτή την ενέργεια. Θα πρέπει τότε να εκτελέσει εκείνος το σχέδιο του, αδιαφο­ρώντας για την επιθυμία του αδελφού του ή είναι καλύτερα να το εγκα­ταλείψει για να μη λυπήσει τον αδελφό του;
Κεφαλαίο 5: Ή σταθερή φιλία δεν υφίσταται ούτε μπορεί να διατηρηθεί παρά μόνο μεταξύ των τελείων.
ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ: Γι' αυτό ακριβώς είπα πώς το χάρισμα της φι­λίας δεν θα μπορούσε ποτέ να παραμείνει ολοκληρωμένο και αδια­σάλευτο παρά μόνο μεταξύ των τελείων ανθρώπων, οι όποιοι αγω­νίζονται εξίσου για την επίτευξη της αρετής. 0ι άνθρωποι πού έχουν κοινή θέληση και σκοπό, δεν ανέχονται ποτέ να αντιδικούν ούτε και στο ελάχιστο. Αυτό ισχύει ακόμα και για θέματα πού αφορούν την πρόοδο στην πνευματική ζωή. "Αν οι φίλοι αρχίζουν να φιλονικούν και να εκφράζονται με εμπάθεια, είναι φανερό με βάση όσα μέχρι τώρα έχουμε πει ότι οι καρδιές τους δεν ήταν ποτέ πραγματικά ενω­μένες. 
Στην αρχή της πορείας μας όμως δεν διαθέτουμε την τελειότητα. Θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς από τη βάση. Θα πρέπει δηλαδή να θέ­σει πρώτα-πρώτα τα θεμέλια. Μη ζητάτε λοιπόν να μάθετε τί είναι ή ολοκληρωμένη φιλία, αλλά πώς θα κατορθώσετε να τη φθάσετε. Γι' αυτό θα πρέπει στην αρχή να πούμε δυο λόγια για τον τρόπο πού θα πρέπει να εργασθείτε, ώστε να ολοκληρώσετε αυτό το σκοπό. Είναι απαραίτητο, μ' άλλα λόγια, να σας ανοίξω ένα μονοπάτι, στο όποιο θα βαδίσετε με ασφάλεια, ώστε να μπορέσετε να αποκτήσετε ευκολότε­ρα το αγαθό της υπομονής και της ειρήνης.
Κεφάλαιο 6: Πώς μπορεί να διατηρηθεί αδιάσπαστη η ενότητα και αδιάσειστη ή αγάπη.
Το πρώτο θεμέλιο της αληθινής φιλίας είναι ή περιφρόνηση των υλικών αγαθών και ή εγκατάλειψη κάθε ιδιοκτησίας. Θα ήταν ή μεγα­λύτερη αστοχία και ή άκρα ασέβεια, ενώ έχουμε απαρνηθεί τη μαται­ότητα της κοσμικής ζωής και ότι αυτή περικλείει, να προτιμήσουμε τα ευτελή προσωπικά μας αντικείμενα, δηλαδή να επιλέξουμε να διατη­ρήσουμε την ιδιοκτησία μας, σε βάρος της ανεκτίμητης αγάπης του αδελφού μας. 
Στη συνέχεια θα πρέπει καθένας μας να κόψει το δικό του θέλημα από φόβο μήπως, κρίνοντας τον εαυτό του εξυπνότερο και συνετότε­ρο, προτιμήσει τη δική του γνώμη από αυτή του αδελφού του. 
Το τρίτο πράγμα, το όποιο θα πρέπει να μας γίνει βεβαιότητα είναι ότι όλα, ακόμη και τα πλέον χρήσιμα και απαραίτητα στη ζωή. είναι λιγότερης αξίας και σημασίας μπροστά στο ύψιστο αγαθό της ειρήνης και της αγάπης. 
Τέταρτη επιδίωξη μας θα πρέπει να είναι το να πιστέψουμε πώς για καμιά απολύτως αιτία, δίκαιη ή άδικη, δεν επιτρέπεται να οργιζό­μαστε . 
Η πέμπτη φροντίδα μας θα πρέπει να επικεντρωθεί στο να προ­σπαθήσουμε να θεραπεύσουμε το θυμό πού έχει ο αδελφός μας ενα­ντίον μας, έστω και αν αυτός είναι εντελώς άδικος. Να το κάνουμε μά­λιστα με τόση προθυμία και ζήλο, όση αντίστοιχα θα δείχναμε αν ήμα­σταν εμείς στη θέση του. Αν δεν αναζητήσουμε, με ότι μέσο μπορούμε, τρόπους για να εξαλείψουμε την ταραχή από την ψυχή του αδελφού μας. τότε θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το πάθος του αυτό θα ζημιώσει και τη δική μας ψυχή. Θα αναστατωθούμε δηλαδή τόσο, σαν να ήμασταν εμείς οι ίδιοι κάτω από την επήρεια του πάθους του θυμού. 
Το τελευταίο, πού θανατώνει αναμφίβολα όλα τα άλλα πάθη, είναι το να συλλογιζόμαστε αδιάλειπτα πώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να φύ­γουμε απ" αυτή τη ζωή. Ή «μνήμη του θανάτου» δεν θα επιτρέψει να παραμείνει στην καρδιά μας ούτε καν ή σκιά και της ελάχιστης θλίψης. Αύτη ή ευεργετική «μνήμη» θα καταπνίξει κάθε εμπαθή κίνηση και κάθε κακή επιθυμία. 
Αν κρατήσουμε σταθερά αυτές τις αρχές, δεν θα οργιστούμε ούτε ποτέ θα προκαλέσουμε στους άλλους την πίκρα πού φέρνει ή οργή και ή διχόνοια. Αν αντίθετα, ξεφύγει κανείς απ'αυτές τις ράγες, τότε ό εχθρός της αγάπης θα χύσει ανεπαίσθητα μέσα στις καρδιές των φίλων το φαρμάκι της θλίψης. Έτσι. διαφωνία στη διαφωνία, ή αγάπη λίγο - λίγο θα ψυχραίνεται και τελικά οι καρδιές-εφόσον ήδη από πολύ και­ρό είναι πληγωμένες - θα σκληρυνθούν και θα χωρίσουν μια για πάντα. 
Εκείνος όμως πού βαδίζει στο μονοπάτι πού αναφέραμε προη­γουμένους, δεν έχει κανένα λόγο να διαφωνήσει με το φίλο του. Πράγ­ματι, με το να μη διεκδικεί κανείς ποτέ κανένα πράγμα, είναι ευνόητο ότι κόβει αυτόματα και την πρωταρχική αίτια της οργής. Γιατί, συνή­θως, οι αντιδικίες γεννιούνται από τις διαφωνίες για την απόκτηση μι­κροπραγμάτων ή αντικειμένων πού δεν έχουν καμιά αξία. Ένας άνθρω­πος όμως πού θέλει να διατηρήσει το σύνδεσμο της αγάπης, προσπα­θεί με όλες του τις δυνάμεις να τηρεί αυτό πού αναφέρουν οι Πράξεις των Αποσταλούν, σχετικά με την ενότητα πού επικρατούσε μεταξύ των πρώτων χριστιανών: «Όλο το πλήθος εκείνων πού είχαν πιστέψει στο Ευαγγέλιο». λέει ό Ευαγγελιστής, «είχαν μία καρδία και μία ψυχή. Και κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντα του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά»(Πράξ. 4.32). 
Ένας άνθρωπος που ζει μ' αυτό τον τρόπο, δεν είναι ποτέ δυνα­τόν να σπείρει τη διχόνοια. Γιατί αυτός είναι σκλάβος του θελήματος του αδελφού του και όχι του δικού του. Αυτός γίνεται μιμητής του Κυ­ρίου και Δημιουργού του, πού έλεγε: Έχω κατεβεί από τον ουρανό ως άνθρωπος στη γη. για να κάνω όχι το θέλημα μου. αλλά το θέλημα εκεί­νου πού με έχει στείλει»(Ίωάν. 6. 38). Έτσι, ποτέ δεν θα δινόταν αφορ­μή εξαιτίας του να πέσει διχόνοια ανάμεσα σ' αυτόν και στο φίλο του. Γιατί ένας άνθρωπος πού αγωνίζεται και κόβει το θέλημα του, έχει ως βασική αρχή του το να μην εμπιστεύεται στην κρίση του, αλλά να προ­τάσσει πάντα το θέλημα του αδελφού του. Έχοντας λοιπόν αυτό ως κριτήριο, θα ακολουθούσε ή θα αρνιόταν, αναλόγως, τα δικά του θε­λήματα, λέγοντας μαζί με τον Κύριο: «Πατέρα μου... ας γίνει όχι όπως θέλω εγώ. αλλά όπως θέλεις εσύ» (Ματθ. 26. 39). 
Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να πράξει και το παραμικρότερο πράγμα πού θα λυπούσε τον αδελφό του. Γιατί αυτός δεν θεωρεί τίποτε πολυτιμότερο από το αγαθό της ειρήνης και δεν ξεχνά ούτε στιγμή το λόγο του Κυρίου που λέει: «Απ αυτό θα καταλάβουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές εάν έχετε αγά­πη μεταξύ σας»(*ίωάν. 13. 35). Ό Κύριος ήθελε αυτή ή αγάπη να χα­ρακτηρίζει τα λογικά πρόβατα του ποιμνίου Του και να τα διακρίνει μέσα σ' αυτό τον κόσμο ως ένα ιδιαίτερο σημείο αναγνώρισης τους. σαν σφραγίδα, θα λέγαμε και σαν χαρακτηριστικό αποτύπωμα. 
Ό πιστός χριστιανός, για κανένα απολύτως λόγο, δεν θεωρεί δι­καιολογημένο το να αφήσει τη μνησικακία και τη θλίψη να εισχωρήσουν στην καρδιά του ή να παραμείνουν εξαιτίας του στην καρδιά κάποιου άλλου. Γιατί το πάθος του θυμού είναι ολέθριο και εντελώς αθέμιτο. Γι' αυτό και δεν θα μπορούσε ποτέ να καλυφθεί από κανενός είδους δικαιολογία. 
Είναι αδύνατον να προσευχηθεί κανείς, αν ό αδελφός του έχει κά­τι εναντίον του. Ακριβώς το ίδιο όμως συμβαίνει και στην περίπτωση πού εκείνος έχει κάτι εναντίον του αδελφού του. Γι' αυτό ό αγωνιστής του πνεύματος κρατάει διαρκώς μέσα στην ταπεινή καρδιά του τα λό­για του Κυρίου και Λυτρωτή μας πού λέει: «Όταν προσφέρεις το δώρο σου στο Ναό και εκεί θυμηθείς ότι ό αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου. άφησε εκεί μπροστά στο θυσιαστήριο του Ναού το δώρο σου και πή­γαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου και τότε έλα να προ­σφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5. 23-24). 
Σε τίποτε δεν θα ωφελούσε το να δηλώνει κανείς ότι δεν τρέφει στην καρδιά του θυμό. Ασφαλώς πλανάται οικτρά, αν κάποιος ισχυ­ρίζεται ότι δεν έχει θυμό εναντίον του αδελφού του και συγχρόνως πε­ριφρονεί με υπεροψία και σκληροκαρδία τη θλίψη του. Γιατί μόνο μ' αυτό δεν εκπληρώνει ό άνθρωπος τον αποστολικό λόγο πού λέει. «ή δύση του ηλίου ας μη σας βρίσκει ακόμη οργισμένους» (Έφεσ. 4. 26)· καί την εντολή του Κυρίου πού προειδοποιεί λέγοντας, «όποιος οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς λόγο πρέπει να καταδικαστεί από το δικαστήριο» (Ματθ. 5. 22). Και αυτό. γιατί αυτός θα μπορούσε, με τη συγκαταβατική και επιεική συμπεριφορά του. να διαλύσει κάθε στε­νοχώρια από την καρδιά του αδελφού του. Με το να μην έχει όμως ενεργήσει έτσι. διατρέχει πλέον τον κίνδυνο -εξαιτίας της δικής του συμπεριφοράς-να κατηγορηθεί ως παραβάτης της εντολής του Κυρί­ου. Γιατί Εκείνος πού είπε ότι δεν πρέπει να οργίζεται κανείς εναντίον του πλησίον του. είπε ταυτόχρονα και ότι δεν πρέπει να αψηφά και τη θλίψη του αδελφού του. Διότι για τον Θεό. «ό Όποιος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι»(Α'Τιμ. 2. 4). έχει την ίδια σημασία είτε χαθεί ό ένας είτε ό άλλος. Είναι εξίσου οδυνηρό για τον Θεό. όποιος απ' τους δύο κι αν οδηγηθεί στον αιώνιο θάνατο. Το ίδιο και ο αντίδικος, πού χαί­ρεται με την καταστροφή και τον αφανισμό των ανθρώπων, έχει το ίδιο κέρδος, είτε χαθεί ό ένας είτε ό άλλος. 
Τελικά, είναι ποτέ δυνατόν να κρατήσει κανείς εναντίον του αδελ­φού του και την ελάχιστη έστω δυσάρεστη διάθεση, αν πιστεύει ότι ενδέχεται κάθε μέρα, ή καλύτερα κάθε στιγμή, να φύγει απ' αυτό τον κόσμο;
Κεφαλαίο 7: Τίποτε να μην θεωρούμε ανώτερο από την αγάπη και τίποτε χειρότερο από το θυμό.
Όπως ακριβώς δεν πρέπει να βάζουμε τίποτε μπροστά από την αγάπη, έτσι πρέπει και να θεωρούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε χειρότε­ρο από την οργή και από το θυμό. Οφείλουμε να θυσιάζουμε τα πά­ντα, όσο χρήσιμα και απαραίτητα κι αν φαίνονται, για να αποφύγου­με την αναταραχή πού φέρνει αυτό το πάθος. Και επιπλέον, πρέπει να αποδεχόμαστε και να υπομένουμε το καθετί, ακόμα κι αν αυτό μας φαίνεται βαρύ και ασήκωτο, ώστε να διατηρήσουμε αδιασάλευτη την αγάπη και την ειρήνη. Να είσαστε βέβαιοι πώς δεν υπάρχει τίποτε πιο ολέθριο από το θυμό και τη λύπη, όπως και τίποτε πιο γλυκό και πιο ωφέλιμο από την αγάπη.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Αββά Κασσιανού, 
Συνομιλίες με τους Πατέρες της Ερήμου,
τόμος Β΄ εκδ. «Ετοιμασία» σελ 17 - 21

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Η ψυχή φαίνεται υγιής εξωτερικά, αλλά η αρρώστια της συνήθως κρύβεται στο βάθος της αισθήσεως.


Άγιος Ηλίας ο Έκδικος 

30. Η ψυχή φαίνεται υγιής εξωτερικά, αλλά η αρρώστια της συνήθως κρύβεται στο βάθος της αισθήσεως. Αν τώρα πρέπει οπωσδήποτε να βγει έξω η αρρώστια με την επανάληψη των ελέγχων, και να μπει μέσα η υγεία με τον ανακαινισμό του νου, είναι ανόητος εκείνος που αποκρούει τους ελέγχους και δεν ντρέπεται να είναι ξαπλωμένος πάντοτε στο νοσοκομείο της αναισθησίας.

31. Μη θυμώσεις εναντίον εκείνου που σε χειρούργησε χωρίς να θέλεις με τους ελέγχους του. Κοίταξε την αηδία που έβγαλε από μέσα σου, ελεεινολόγησε τον εαυτό σου και μακάρισε εκείνον που σου έγινε πρόξενος αυτής της ωφέλειας κατά θεία οικονομία.

32. Μη για κάποιο λόγο απελπιστείς με την αρρώστια σου, συ που επιμελείσαι την υγεία της ψυχής σου, αλλά με τα πιο δραστικά φάρμακα της φιλοπονίας, φεύγα μακριά απ' αυτήν.

33. Μην αποφεύγεις εκείνον που σου δίνει καίριο πλήγμα με τον έλεγχό του. Πλησίασέ τον, και θα σου δείξει πόσο καλό είναι εκείνο που καθαρίζει την αίσθησή σου. Και θα φας το γλυκό προσφάγι της υγείας, αφού πρώτα καταναλώσεις την πικρία που απέρριπτες.

34. Όσο αισθάνεσαι τους πόνους, τόσο περισσότερο να δέχεσαι εκείνον που με τους ελέγχους του σου τους υποδεικνύει. Σου γίνεται αίτιος τέλειας καθάρσεως, χωρίς την οποία ο νους δεν μπορεί να μπει στον καθαρό χώρο της προσευχής.

35. Όταν ελέγχεται κανείς, ή πρέπει να σωπαίνει ή να απολογείται με ηπιότητα στον κατήγορό του. Όχι για να υποστηρίζει τα δικά του ο ελεγχόμενος, αλλά για να διορθώσει ίσως το σφάλμα εκείνου που τον ελέγχει χωρίς να ξέρει.

36. Όποιος λυπηθεί από τον δίκαιο έλεγχο κάποιου και, πριν προσκληθεί από αυτόν, ζητήσει συγχώρηση, δεν χάνει τίποτε απ' όσα του ανήκουν. Εκείνος που ζήτησε συγχώρηση μετά την πρόσκληση, έχασε το μισό καρπό. Εκείνος πάλι που η λύπη από τον έλεγχο ποτέ δεν τον οδηγεί στο να εγκαταλείψει τους άλλους και να απομονωθεί στον εαυτό του, κέρδισε όλη την προκαταβολή, ενώ εκείνος που σε κάθε τι ρίχνει το σφάλμα πάνω του, παίρνει μισθό.

Δημοφιλείς αναρτήσεις