Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

᾿Επὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος



Ψαλμός 136



Τῷ Δαυΐδ ῾Ιερεμίου. 
ΕΠΙ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών. 2 ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· 3 ὅτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡμᾶς οἱ αἰχμαλωτεύσαντες ἡμᾶς λόγους ᾠδῶν καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς ὕμνον· ᾄσατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών. 4 πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας; 5 ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, ῾Ιερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· 6 κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν ῾Ιερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου. 7 μνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν ᾿Εδὼμ τὴν ἡμέραν ῾Ιερουσαλὴμ τῶν λεγόντων· ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε, ἕως τῶν θεμελίων αὐτῆς. 8 θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος, μακάριος ὃς ἀνταποδώσει σοι τὸ ἀνταπόδομά σου, ὃ ἀνταπέδωκας ἡμῖν· 9 μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.

Καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη...


Λόγος δέκατος έκτος
Περί συντριβής καρδίας, η οποία μαστίζει τους δαίμονας υπέρ πάσαν δριμυτάτην ποινήν, ως φρύγανα τάχιστα φλογίζουσα απάσας αυτών τας μηχανουργίας.

Ευλόγησον πάτερ

α'. Σύντριψον, ω μοναχέ,(Χριστιανέ) την καρδίαν σου με την ευχήν, δια να συντριφθεί η δύναμις του σατανά με τελειότητα έκ της καρδίας σου. 
β'. Στέναξον από το βάθος σου με πικρούς αναστεναγμούς εις πάσαν σου καρδιακήν ευχήν, διά να γλυτώσης από τους βρόγχους και απο τας παγίδας του διαβόλου. 
γ'. Βόησον από το κέντρον της καρδίας σου προς τον Θεόν, διά να φθάσει η βοή σου είς τα ώτα Κυρίου Σαββαώθ. 
δ'. Βόησον με άλαλον βοήν της καρδίας σου προς τον Χριστόν σου, διά να δικάσει τους αδικούντας σε δαίμονας και να πολεμήσει τους πολεμούντας σε διαβόλους με την αστραπήν της θεότητός Του. 
ε'. Καθώς πάντοτε σε πολεμά και σε πειράζει ο διάβολος, ο άσπονδος εχθρός σου, ούτω και εσύ αναστέναξον πάντοτε προς τον Χριστόν σου, διά να φθάσει η βοήθεια Του τάχιστα είς του λόγου σου. 
στ'. Άντιπολέμα δυνατά πάντοτε τον πλάνον σατανάν με την συντριβήν της καρδίας σου, διά να συντριφθεί η πεπονηρευμένη του κεφαλή. 
ζ'. Καθώς φοβάται ο άνθρωπος να πιάσει με το χέρι του ενα πεπυρωμένον και σπινθηρίζον σίδηρον, ούτω φοβάται και ο διάβολος την συντριβήν της καρδίας. Ή γαρ συντριβή της καρδίας συντρίβει την πονηριάν του κατά κράτος. 
η'. Είς την άναπαυμένην και μη συντετριμμένην καρδίαν, άμα αντικρυθεί η φαντασία του διαβόλου, την δέχεται πάραυτα η καρδία και τυπώνεται βαθέως η ιδέα της φαντασίας, μα εις την συντετριμμένην καρδίαν δεν έχει χώραν ουδεμία φαντασία. 
θ'. "Οπου υπάρχει συντριβή της καρδίας, εκείθεν φυγαδεύεται πάσα σατανική πονηρία και φλογίζεται πάσα δαιμονική ενέργεια. 
ι'. Ή συντριβή της καρδίας ταπεινώνει την έπαρσιν του εωσφόρου και υψώνει εις τους ουρανούς εκείνον όπου την έχει. 
ια. Σύντριψον ουν, αγαπητέ, την έπαρσιν του εωσφόρου με την παντοτινήν συντριβήν της καρδίας σου, διά να στεφανωθεί η ψυχή σου υπό Κυρίου Παντοκράτορος. 
ιβ'. Διότι, άμα συντριφθεί η καρδία σου, πάραυτα χάνεται η κακία των δαιμόνων από λόγου σου καί λάμπει είς την ψυχήν σου η ακτίνα της δικαιοσύνης του Θεού. 
ιγ'. Σύντριψον την καρδίαν σου με την ευχήν, δια να ειδής την ψυχήν σου ως άγγελον Κυρίου να ορμά κατά του διαβόλου, δίχως κανένα φόβον, με το να είναι ενδεδυμένη την δύναμιν του Υψίστου.
ιδ. Σύντριψον την καρδίαν σου με την ευχήν, διά να συντριφθεί η αμαρτία από την καρδίαν σου. 
ιε'. Φεύγει από το πρόσωπον της συντετριμμένης καρδίας όχι μόνον ο δαίμων, ο υπηρέτης του σατανά, αλλά ακόμη φεύγει ταχύτερον της αστραπής και αυτός o σατανάς, ο πρώτος τών δαιμόνων, από προσώπου της συντετριμμένης καρδίας εκ της ευχής. 
ιστ'. Καθώς δεν αποκοτά να εισέλθη ο άνθρωπος εις αναμμένην κάμινον, ούτω δεν αποκοτά και ο διάβολος να εισέλθη εις την αναμμένην καρδίαν εκ της βιαίας προσευχής. 
ιζ'. Καθώς δεν δύνασαι να μέτρησης τα κινήματα των πτερών των μελισσών, όταν πετώσιν, ούτω δεν δύνασαι να μετρήσεις και να νοήσεις τα γοργότατα βήματα του σατανά, όταν φεύγει από προσώπου της συντετριμμένης καρδίας εκ της ευχής. 
ιη'. Καθώς δειλιάζει ο τειχορρύτης τον εξακουσμένον και γενναίον στρατιώτην, ούτω δειλιάζει και ο δαίμων εκείνον όπου συντρίβει αείποτε την καρδίαν του με την ευχήν. 
ιθ'. 'Όταν όμως θέλησει ο δαίμων να πλησιάσει, δια να πάρει την γνώμην του με απάτην, πρώτον ετοιμάζει τον εαυτόν του διά την φυγήν, διά να δυνηθεί να γλυτώσει καν τον εαυτόν του από την καυστικήν αστραπήν της συντετριμμένης καρδίας εκ της ευχής. 
κ'. Διότι, άμα όπου ήθελε τον θεωρήσει ότι άρχισε να συντρίβει την καρδίαν του με την ευχήν, δεν σεργιανίζει πλέον μήτε περιεργάζεται τήν συντριβήν της καρδίας, αλλά ευθύς - εyθύς κατακομματίζεται φεύγοντας από προσώπου αύτού. 
κα'. Καθώς ό ρήτωρ, όταν τον περικυκλώσει η φλόξ, δεν ρητορεύει περί του πυρός ταύτην την ώραν, αλλά κοιτάζει πως να σώσει τον εαυτόν του εκ της πυρκαϊάς, ούτω και ο δαίμων, όταν θεωρεί καρδίαν αναμμένην έκ της ευχής, δεν κοιτάζει την κατάστασιν της, αλλά κοιτάζει πως να γλυτώσει αυτόν από αυτήν. 
κβ'. Καθώς ο λαγός, όταν τον κυνηγάει ο σκύλος, έχει ελπίδα να σώσει τον εαυτόν του με την ταχύτητα του πηλαλήματος των ποδών του, μα όταν τον κυνηγάει η λαγωνίκα, μόλον όπου τρέχει και αυτός τάχιστα όσον δύναται, γίνεται πάλιν άγρα καί κυνήγιον της λαγωνίκας, ούτω και ο δαίμων, όταν πολεμάται από άλλην καμμίαν αρετή έχει ελπίδα να αποφύγει την μάστιγα της φλογερά ρομφαίας, μα όταν τον κυνηγάει η φλογερή ρομφαία της συντετριμμένης προσευχής είναι πεπεισμένος ότι θέλει τον φθάσει πολλά ογλήγορα ο κεραυνός ταύτης της ευχής και ότι θέλει σκορπίσει τά κόκκαλα της κακίας του παρά τον άδην. 
κγ'. Δεν φοβούνται τόσον τα στρουθία την ορμήν του αετού όσον φοβούνται οί δαίμονες την ορμήν της συντετριμμένης καρδίας έκ της εύχής. 
κδ'. "Οταν εισέρχεται στία (άσβεστόπετρα) είς την καιομένην ύλην, δεν την χωνεύει τόσον τάχιστα, όσον τάχιστα χωνεύει και κατακαίει η συντριβή της καρδίας πάσαν δαιμονικήν πονηριάν. 
κε'. Είδεν ο διάβολος καρδίαν καταπληγωμένην από την συντριβήν της ευχής; Ένεθυμήθη ευθύς τας πληγάς του Χριστού, όπου υπέμεινε διά τον άνθρωπον, διά τούτο ετρόμαξε και εδειλίασε. 
κστ'. Σύντριψον ουν, αγαπητέ, τον διάβολον με την συντριβήν της καρδίας σου, διά να εισέλθης τροπαιούχος εις την χαράν του Κυρίου σου. 
κζ'. Σύντριψον την καρδίαν σου με την εύχήν, δια να συντριφθεί είς αναρίθμητα συντρίμματα ο πλανών σε σατανάς. 
κη. Σύντριψον την καρδίαν σου με την ευχήν, δια να φύγει από σου εκείνος όπου καιροφυλακτεί, πως να σε πιάσει με το δίκτυον τής φιληδονίας. 
κθ'. Μη φοβάσαι την συντριβήν της καρδίας σου, δια να σε φοβούνται οι δαίμονες. Οι γαρ δαίμονες δέν φοβούνται τον ενάρετον άλλην φοράν τοσούτον, όσον τον φοβούνται , όταν συντρίβει την καρδίαν του με την εύχήν. 
λ' Καθώς ο όφις, περισσότερον από κάθε άλλην πληγήν, φοβάται τα ονύχια του γάτου, ούτω και o σατανάς, περισσότερον από άλλας άρετάς, φοβάται της καρδίας την συντριβήν. 
λα'. Φαρμακερά μεν είναι εις τον όφιν τα ονύχια του γάτου, μα εις την ψυχήν του ανθρώπου επτάκις είναι φαρμακερώτερα τα ονύχια του διαβόλου, αλλά εις αυτόν τον διάβολον η συντριβή της καρδίας είναι έβδομηκοντά-κις επτά φοράς φαρμακερώτερη από τα ονύχια τα εδικά του. 
λβ'. Άμα ήκουσεν ο σατανάς γοερούς αναστεναγμούς να αναπέμπωνται από το βάθος της καρδίας, ετράπη παρευθύς εις την φυγήν, διότι εννόησεν οτι έκεί κοντά ευρίσκεται συντετριμμένη καρδία έκ της ευχής, και επομένως ο Χριστός. 
λγ'. "Οπου υπάρχει συντριβή καρδίας, εκεί κοντά ευρίσκεται ο Κύριος, διά τούτο λέγει ο προφήτης· «έγγυς Κύριος τοις συντετριμμένοις τή καρδία». 
λδ'. "Αμα ήκουσεν ο λύκος την φωνήν των σκύλων, έφυγεν ευθύς, διότι εννόησεν οτι εκεί κοντά είναι ποιμήν και φύλαξ των προβάτων. 
λε'. Ήκουσαν οι ποντικοί την φωνήν του γάτου, ησύχασαν ευθύς εις τας τρύπας τους και τρώγλας, παύσαντες ολίγον από την κρυφοκλεπτικήν τους τέχνην. 
λστ'. ’Ήκουσαν αι φάλαγγες του εωσφόρου τους λυπηρούς αναστεναγμούς της καρδίας; Έμάζωξαν εύθυς τας πονηρίας προς του λόγου των και ησύχασαν ταύτην την ώραν. 
λζ'. ’Ήκουσαν οι δαίμονες να αναστενάζει τις από του κεντρον της καρδίας; Έγιναν άφαντοι από εκεί, διότι εφοβήθησαν την εκδίκησιν του Κυρίου.
λη'. "Οταν ακούει ο κλέπτης πλησίον του τας εκπυρσοκροτήσεις των τουφεκίων, δεν κοιτάζει νά κλέπτει πλέον, αλλά πως να γλυτώσει με την φυγήν του και με το κρύψιμόν του.
λθ'. "Οταν ακούει ο σατανάς να ωρύεται τις από στεναγμού της καρδίας, κατά τον προφήτην, μέ χύσιν δακρύων ζητώντας τον Ποιητήν του, δεν κοιτάζει πλέον να κλέψει τίποτες ταύτην την ώραν από την ψυχήν εκείνου, λέγομεν να την πολεμήση με κανένα πάθος, αλλά κοιτάζει πως να γλυτώσει καν τον εαυτόν του. 
μ'. Σύντριψον ούν, ω μοναχέ,(Χριστιανέ) την καρδίαν σου με την ευχήν, διά να συντριφθεί ο θρόνος και η έπαρσις του σατανά. 
μα'. Σύντριψον την καρδίαν σου με την ευχήν, διά να σε φρίττη ο σατανάς, όταν σε θεωρεί ως τέλειον και ως παναρματωμένον στρατιώτην του Χριστού. 
μβ'. Συντρίψας σύντριψον την καρδίαν σου με την ευχήν, δια να ταπεινώσης υπό τους πόδας σου τον υπερήφανον και αλαζόνα σατανάν. 
μγ'. Ήκουσεν ο διάβολος βραχνιασμένην φωνήν από την συντριβήν της καρδίας; Έδιαλύθη πάραυτα ή δύναμις αυτού από τον φόβον του καί έσβησεν η φλόγα της κακίας αυτού από την λύπην του. 
μδ'. Έθεώρησεν ο σατανάς ροήν δακρύων είς πρόσωπον έχοντος καρδίαν συντετριμμένην; Έζεματίσθη ευθύς εις την καρδίαν του. 
με'. Έπτυσες αίμα από την υπερβολικήν βίαν της καρδιακής σου εύχής; Καυστικήν στίαν (άσβεστόπετραν) έρριψες είς το κέντρον του άδου. 
μστ. ’Αναστέναξες από το βάθος σου; Έσαΐτευσες τον ομφαλόν του εωσφόρου. 
μζ'. Ένεθυμήθης τον Πλάστην σου Ίησούν καί εδάκρυσες από την χαράν σου; Βραστερή βροχή έπεσεν επάνω εις την κεφαλήν του εωσφόρου. 
μη'. Έπεκαλέσθης τον Δεσπότην σου Χριστόν από καρδίας; Έξενεύρωσες τον σατανάν. 
μθ'. Έθεώρησαν οι οφθαλμοί σου του Χριστού μου και της Παναγίας την εικόνα και εχάρει η ψυχή σου; ’Αναρίθμητοι λογισμοί κυριεύουσει τόν σατανάν καί περιπολεύουσι περί τον εωσφόρον. 
ν'. Έκ βαθέων επεκαλέσθης τό γλυκύτατον όνομα του Χριστού μου και της αγνής Θεομήτορος; Έβύθισας είς τα καταχθόνια τον αόρατον εχθρόν σου. 
να'. Έπόνεσεν η καρδία σου από την ευχήν; Κοιλόπονος επίασε τον σατανάν. 
νβ'. Ένεκρώθη η δύναμις σου εκ τής βιαίας προσευχής; Άτόνισεν ή δύναμις του εωσφόρου. 
νγ'. 'Υπομένων υπέμεινας εις την καρδιακήν ευχήν; Έθεώρησεν ή ψυχή σου τήν δόξαν του Κυρίου ως δόξαν θεϊκήν. 
νδ'. Έσύντριψας την καρδίαν σου με την ευχήν; Ετρώθη η ψυχή σου από τον θείον έρωτα και ησθάνθη μυστικώς η καρδία σου τον άρρητον γλυκασμόν του κτίστου σου Χριστού. 
νε'. Έσύντριψας την καρδίαν σου με την ευχήν και εκοιμήθεις; Θείον και παρηγορητικόν όραμα είδες εις τον ύπνον σου. 
νστ'. Έσύντριψας την καρδίαν σου με την ευχήν μέχρι πόνου; Ροή δακρύων εφάνη έν τω άμα είς τους οφθαλμούς σου. 
νζ'. Έπόνεσεν η καρδία σου από την βίαν της ευχής; Έγροίκισες εις αυτήν Σκέπης και Χάριν θεϊκήν. 
νη'. Έλαβες πόνους και κοψίματα εις την καρδίαν σου από την βιαίαν προσευχήν; Έθεώρησες τάχιστα θείαν οπτασίαν με τους ψυχικούς σου οφθαλμούς.
νθ'. Άπελπίσθης την ζωήν σου από τους πόνους της συντετριμμένης σου καρδίας; Άπεκαλύφθη εις εσένα κανένα από τα κεκρυμμένα μυστήρια του Θεού. 
ξ'. Έδοκίμασες την θλίψιν και το πικρόν του πόνου της συντετριμμένης σου καρδίας; Έγεύθη πραγματικώς η ψυχή σου από Κυρίου Παντοκράτορος τήν αίσθησιν της γλυκυτάτης Του Βασιλείας. 
ξα'. Άπώλεσας την καρδίαν σου από την βίαν της ευχής; Έσωσας την ψυχήν σου, κερδίσας τον Παράδεισον. 
ξβ'. Έδωκες αίμα εκ της καρδίας σου; Έλαβες Πνεύμα Αγιον εις την ψυχήν σου. 
ξγ'. 'Ίδρωσες από την στενοχώριαν σου προσευχόμενος από καρδίας; Έμιμήθης τον ίδρωτα του Χριστού όπου έγινεν ωσεί θρόμβοι αίματος εις τήν προσευχήν Του, πίπτοντες επί της γης. 
ξδ'. Έσύντριψας την καρδίαν σου με την ευχήν; "Ύψωσες το κέρας της ψυχής σου, συντρίψας τα κέρατα του εωσφόρου.
ξε΄. Ξηρός βήχας εκυρίευσε το στήθος σου εκ της βιαίας σου ευχής; Όχτίκιασεν ο σατανάς στενοχωρούμενος από την στενοχώριαν σου. 
ξστ'. Έκόπη η φωνή σου από την άμετρον βίαν της καρδιακής σου προσευχής; Έμελώδησεν η ψυχή σου, ουράνιον, άκατανόητον και γλυκυτάτην μελωδίαν. 
ξζ'. Έχάθη ο τόνος της φωνής σου εκ της καρδιακής σου συντριβής; Ήκουσες ανελπίστως αγγελικήν μελωδίαν, ήδιστα μελωδούσαν τον Πλάστην σου Ίησούν.
ξη'. Έπροσευχήθης εις τον Χριστόν σου από το βάθος της καρδίας σου; Έφραξε τα ώτα του ο σατανάς μην υποφέροντας να σε ακούη. 

ξθ'. Έκ του βάθους σου αναστέναξες; Έχασε τας φρένας του ο σατανάς από τον φόβον του. 
ο'. Καρδιακήν βοήν έστειλες είς τον Θεόν κατά του διαβόλου; Φοβεράν βροντήν ετοίμασας κατά του πλάνου σατανά. 
οα'. Έχάθη η συντριβή εκ της καρδίας σου; Έστράτευσεν η σάρκα κατά της ψυχής σου. Έσύντριψας δε την καρδίαν σου με την ευχήν; Έστράτευσεν η ψυχή κατά της σαρκός. 
οβ'. Έσύντριψας την καρδίαν σου με την ευχήν; Ένευρώθη η ψυχή σου κατά του διαβόλου στομωθείσα κατά της αμαρτίας. 
ογ'. Θεωρήσας συντετριμμενην καρδίαν ο εωσφόρος εδειλίασε ταχέως, διότι εξενευρώθη η δύναμις του από ταύτην. 
οδ΄.Έσυντρίφθη η καρδία σου εκ της ευχής; Έτέρφθη είς την ψυχήν σου το Πνεύμα του Κυρίου και επικράνθη το τάγμα του εωσφόρου. 
οε'. Άμα εσύντριψες την καρδίαν σου με την ευχήν, πάραυτα άναψεν εις αυτήν η ζέσις της αρετής και έκ τούτου ο πόθος του Κυρίου. 
οστ'. Συντρίψας σύντριψον, ταπεινέ, την καρδίαν σου με την ευχήν δια να εγκαινισθούν τα έγκατα σου από το Πνεύμα του Κυρίου· «καί πνεύμα εύθές έγκαίνισον έν τοΐς έγκάτοις μου», λέγει ο προφήτης. 
οζ'. Συντρίψας σύντριψον και ταπείνωσον, αγαπητέ, την καρδίαν σου την επηρμένην με της ευχής την συντριβήν, διά να αγαπηθή η ψυχή σου από τόν Πλάστην σου Ίησού, τον πράον κατά αλήθειαν και ταπεινόν τη καρδία. 
οη'. Συντριψον την καρδίαν σου, ώ μοναχέ,(Χριστιανέ) με την ευχήν, διά να περιπαίζης τον διάβολον, τον πρόεδρον εις την κακίαν, έχοντας τά βέλη του ως μικρού παιδιού βέλη. 
οθ'. Διότι εκείνος οπού συντρίβει την καρδίαν του με την ευχήν έχει τον σατανάν ωσάν τον μύρμηγκα και δεν τον δειλιάζει. Έκείνος δε οπού δεν την συντρίβει τον έχει ωσάν τον λέοντα και πάντα τον φοβάται. 
π'. Έσύντριψας βιαίως την καρδίαν σου με την ευχήν; Έγροίκησες ταχέως ανάπαυσιν τόσον εις την ψυχήν σου, όσον και είς το κορμί σου. Διότι είς την πολλήν συντριβήν της καρδίας λάμπει πάντοτε το άστρον της απαθείας και της καθαρότητος. 
πα'. Σύντριψον ούν, αγαπητέ, την καρδίαν σου με την ευχήν, δια να συνομιλήση η ψυχή σου με τους άγγελους του Θεού, οπού είναι τη αληθεία πράγμα μακάριον επιθυμητόν και πάντη δυσεύρητον και δυσκολοκατόρθωτον. 
πβ'. Συντρίψας σύντριψον, ώ ταπεινέ, την καρδίαν σου με την ευχήν, διά να αποκτήσης καθαρότητα είς το κορμί σου και νήψιν εις την διάνοιάν σου, τα οποία είναι ωσάν δυο πτέρυγες εις την ψυχήν σου και δια των οποίων πετά ελεύθερα εις τα ουράνια. 
πγ'. Σύντριψον πάντοτε, ελάχιστε μοναχέ,(Χριστιανέ) με την ευχήν την καρδίαν σου, διά να φωτισθούν της διανοίας σου τα όμματα, με τα οποία θέλεις θεωρήσει τα αόρατα του Παραδείσου, ωσάν βλέπεις αισθητώς τα αισθητά με του κορμιού σου τα όμματα. 
πδ'. Μάζωξαι, ώ μοναχέ,(Χριστιανέ) τον νουν σου έσω έν τω βάθει του εαυτού σου, όπου είναι αύτη η καθέδρα της καρδίας σου, και αφού τον προσηλώσης εις ταύτην ωσάν τινά εξυπνητόν καραουλτζήν, μελέτα μετέπειτα από το βάθος σου την ευχήν, εως όπου να γλυκανθή αρρήτως από την χάριν ταύτης της ευχής και τότε θέλεις τον ιδή να πτερωθή αύλως άνω εις τους ουρανούς προς τον Θεόν, όπου είναι η αληθινή του ανάπαυσις.
 ***
από το βιβλίο 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 
ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ 
 Έκδοσις Ιεράς Μονής - Ξενοφώντος 
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 
*

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Φάνηκε εύλογο, σε μερικούς να λένε, ότι είναι αδύνατον κάποιος που φεύγει από τόπο, όπου υπάρχει θανατικό σε άλλον τόπο να γλιτώσει από το θάνατο. Τι λοιπόν πρέπει να πιστέψουμε εμείς για το θέμα αυτό;


Ερώτηση 114

Φάνηκε εύλογο, σε μερικούς να λένε, ότι είναι αδύνατον κάποιος που φεύγει από τόπο όπου υπάρχει θανατικό σε άλλον τόπο, να γλιτώσει από το θάνατο. Τι λοιπόν πρέπει να πιστέψουμε εμείς για το θέμα αυτό;

O λόγος για τα θανατικά και το μυστήριο του είναι μυστήριο βαθύ και δύσκολο να κατανοηθεί και χωράει σε λίγους. Γιατί όσα χωράει ο νους εκείνου που διδάσκει, δεν μπορεί να τα χωρέσει, ο νους του λαού που διδάσκεται. Όμως άκουσα από ανθρώπους και μυστήρια του Θεού και παιδεία  του λαού. Αλλά δεύτερος, λόγω της φθοράς των αέρων και των ατμών και των αναθυμιάσεων της γης, των υδάτων και των πτωμάτων και των κονιορτών και της δυσωδίας και της ακαθαρσίας. Και αυτό μεν που γίνεται με απειλή του Θεού, είναι θανατικό. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει ποιον καιρό γίνεται, και μάλιστα στις πολυάνθρωπες και γεμάτες υγρασία και υφάλμυρες  χώρες.  Γι’ αυτό είναι δυνατόν να δούμε πολλές πόλεις εθνικών ασεβών και  δυσεβών  ερημικές που δεν είχαν δοκιμαστεί από θανατικό. Τότε γιατί; Μήπως εξαιτίας της δικαιοσύνης τους; Καθόλου. Αλλά εξαιτίας της ανάμειξης των ξηρών και υγιεινών ανέμων. Νομίζω λοιπόν ότι είναι δυνατόν πολλές φορές, με τη θέληση του Θεού, να διαφύγει από ένα τόπο σε άλλους υγιεινούς αέρες και τόπους η θνητότητα που γίνεται με τη φθορά των αέρων. Την θνησιμότητα όμως που γίνεται σύμφωνα με  εντολή του Θεού, εάν αυτός που φεύγει κατετάγει σε εκείνους που πεθαίνουν είναι αδύνατον να μην πεθάνει, όπου και να καταφύγει. Αν όμως δεν αποφασίστηκε θάνατος τώρα εναντίον του, δεν πεθαίνει. Κανένας όμως από αυτούς που άκουσαν να λέμε ότι από τους αέρηδες προκαλείται η θνησιμότητα, να μη νομίσει ότι αυτή γίνεται χωρίς το Θεό. Διότι είπαμε ότι είναι γραμμένο πως δύο σπουργίτια πωλούνται για ένα ασήμαντο νόμισμα, αλλά ούτε ένα από αυτά δεν θα πέσει στη γη χωρίς την έγκριση του ουράνιου πατέρα μου. Γι’ αυτό και αυτά που κάνουν κατά τρόπο φυσικό τα άστρα και η κτίση γίνονται με τη συγκατάθεση του Θεού.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ο ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ 
ΒΑΣ.ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης - Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας



Ἡ Ἐκκλησία μιλᾶ ὅλες τὶς γλῶσσες καὶ μεταδίδει τὸ ἔνα Πνεῦμα, τὴν ἀλήθεια καὶ παράκλησι,ὅπως συνέβη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
Ὁ Λόγος ἔγινε σὰρξ καὶ μίλησε μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴν διαγωγή Του.
Διῆλθε ἰώμενος πᾶσαν νόσον καὶ εὐεργετῶν πάντα ἄνθρωπον.
Μίλησε διὰ τῶν πραγμάτων τὴν γλῶσσα τῆς ἀγάπης, τὴν κατανοητὴ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο.
Καὶ ἔφερε τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἐλπίδος, τῆς ὑγείας, τῆς χαρᾶς καὶ τῆς σωτηρίας.
Ἐνῶ ὅμως ὅλους ἐθεράπευσε καὶ εὐεργέτησε, δὲν Τὸν δέχθηκαν ὅλοι.
Ἀλλὰ σ’αὐτοὺς ποὺ Τὸν δέχθηκαν ἔδωσε ἐξουσία νὰ γίνουν τέκνα Θεοῦ.
Νὰ γίνουν Χριστοὶ κατὰ χάριν. Νὰ συνεχίσουν τὸ κήρυγμα, τὸ ἔργο καὶ τὴν εὐεργεσία Του πρὸς ὅλους.
Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, συνεχίζει καὶ μιλᾶ διὰ τῶν τέκνων Της ὅλες τὶς γλῶσσες,
δίδοντας τὸ ἕνα μήνυμα τῆς σωτηρίας.
Καὶ οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτὸν «γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς». Θὰ μιλήσουν καινούργιες γλῶσσες.
Καὶ οἱ καινούργιες γλῶσσες εἶναι οἱ προσωπικές.
Καθένας πρέπει νὰ βρεῖ τὸ δικό του ῥυθμό.
Νὰ κινηθῆ ἐλεύθερα.
Νὰ κάμη τὰ πάντα ὥστε νὰ ἀξιωθῆ συνειδητὰ νὰ βρῆ καὶ νὰ ζήση τὸ Χριστὸ ὡς σωτήρα, λυτρωτὴ καὶ εὐεργέτη.
Τότε μιλᾶ τὴ δική του γλῶσσα, τὴν προσωπικὴ καὶ μοναδική.
Καὶ συνεχίζεται ἡ Πεντηκοστὴ διὰ τῆς προσωπικῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
Μὲ τὸ νὰ ἀκούση ὁ καθένας τὸν Καλὸ ποιμένα νὰ τὸν καλῆ μὲ τὸ ὄνομά του.
Μὲ τὸ νὰ παίρνη ὑπόστασι τὸ εἶναι του.
Μὲ τὸ νὰ βρῆ ἐν Χριστῷ τὸν ἑαυτό του· καὶ νὰ βγῆ ἀπὸ μέσα του ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
Τότε καταλαβαίνει ὁ ἄνθρωπος ὅτι καλὰ λίαν ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα.
Καλὰ λίαν γίνονται τῇ εὐλογίᾳ τοῦ Θεοῦ τὰ πάντα.
Ὅλα μᾶς κάνουν καλό. «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν».
Καὶ αὐτὴ τὴν εὐεργεσία τῆς σωτηρίας τὴν ἐκφράζει ὁ κάθε εὐεργετημένος καὶ σωσμένος προσωπικά,
μὲ χίλιους τρόπους: μὲ τὸν λόγο, τὴ σιωπή, τὴ διαγωγή, τὴν παρουσία, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν καὶ τοῦ νοός του.
Ἔτσι ὅλα μιλοῦν στὴν Ἐκκλησία καὶ μεταδίδουν τὸν ἕνα Λόγο.
Καὶ ἀληθινὰ μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ σιωπᾶ καὶ δι’αὐτοῦ μιλᾶ ὁ Θεός.
Ἐὰν περιοριζόμαστε στὸ νὰ λέμε τὶς δικές μας μόνον ἀπόψεις·
ἂν ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν προβολὴ τῆς ἐφήμερης ἐπιτυχίας μας,
τότε δὲν φανερώνομε τὸ πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς,
ὅσο θεολογικὰ καὶ ἂν φαίνεται ὅτι μιλᾶμε,
ἀλλὰ ἐπεκτείνομε τὴν σύγχυσι καὶ τὴν ὀχλαγωγία τῆς Βαβέλ.
Ὅταν μιλᾶ ὁ νεκρὸς ἑαυτός μας, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε εἴμαστε ζωντανοί.
Μιλᾶ ὁ Θεός, μιλᾶ ὁ ἑαυτός μας ὁ ἀληθινός.
Καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζητοῦν τὴν ἀλήθεια ἀκοῦνε τὸ λόγο μας, γιατὶ δι’αὐτοῦ ἀκοῦνε τὸν ἕνα Λόγο.
Καὶ ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του ἄνθρωπος καὶ ζῶν ἐν τῷ Θεῷ ἀκούει καὶ σέβεται τὸ λόγο ὅλων τῶν ἀνθρώπων,
ἀκούει τὸ λόγο τῶν ὄντων καὶ δι’αὐτῶν ἀκούει τὸν ἕνα Λόγο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τὰ πάντα καὶ χωρὶς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονε.
Καταλαβαίνει, δέχεται, καὶ ταυτόχρονα διὰ τῆς αὐτῆς πράξεως κοινοποιεῖ τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα.
Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι νὰ συμμετάσχουν στὸν παράδεισο τῆς λογικῆς λατρείας, τῆς μιᾶς συμπαντικῆς Λειτουργίας, ὅπου ὁ εἷς σαρκωθεὶς Θεὸς Λόγος, ὁ ἐκ σιγῆς προελθών,
εἶναι ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος.
Τότε, ὅταν ὅλα Ἐκεῖνος τὰ πράττη, δίδει τὴν δυνατότητα καὶ παρέχει τὴν τιμὴ καὶ σὲ μᾶς τοὺς μηδαμινοὺς
νὰ μποῦμε στὸ συλλείτουργο καὶ νὰ λειτουργήσωμε
προσφέροντας τὴν ἐλάχιστη συμβολή μας μὲ τὸ λόγο, τὴ σιωπή, τὴν πρᾶξι καὶ τὴν ἡσυχία μας.
Ὁ Λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ συλλείτουργο ὅπου ἐναρμονίως συνάδουν ὅλοι οἱ λόγοι τῶν προσώπων καὶ τῶν ὄντων.
Τίποτε δὲν ὑπάρχει ἀληθινὰ ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ συλλείτουργο, τὴ μία Λειτουργία ποὺ λογοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο, τὸν καθιστᾶ λόγο Θεοῦ καὶ εὐλογία γιὰ ὅλη τὴ δημιουργία.
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο κάθε πιστός, ὁ πιὸ ἐλάχιστος καὶ μικρός, δὲν εἶναι τμῆμα τοῦ ὅλου, ἀλλὰ ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον.
Εἶναι ἐν σμικρῷ Ἐκκλησία. Εἶναι ἐν σμικρῷ ὁλόκληρος ὁ κόσμος.
Συχνὰ λέγεται ὅτι πρέπει νὰ προσφέρωμε στὸν κόσμο τὸν θεολογικὸ λόγο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλὰ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνᾶμε ὅτι θεολογικὸς λόγος δὲν εἶναι ἡ μεταπρατικὴ χρῆσι τῶν πατερικῶν ῥήσεων καὶ ἡ μηχανικὴ ἐπανάληψη κάποιας θεολογικῆς ὁρολογίας.
Θεολογία εἶναι ἡ σάρκωσι τῆς ἀλήθειας ἄθελά μας.
Ἡ φανέρωσι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται χωρὶς καμμιὰ προσπάθεια ἀπὸ τοὺς συντετριμμένους.
Τὸ ἀληθινὸ γίνεται καὶ διατυπώνεται ἀκόπως 

Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ ἀκόπως βαστάσασα Χριστόν.
Καὶ γιὰ νὰ φθάσης σ’αὐτὸ τὸ «ἀκόπως», τὸ ἀληθινὸ καὶ αὐθόρμητο, ποὺ εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ ἄνωθεν προσφερόμενο χάρισμα, πρέπει πολὺ νὰ κουρασθῆς, νὰ κλάψης, νὰ ἀσκηθῆς, νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ὅλα.
Νὰ ξεπεράσης τὰ πάθη σου μὲ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ.
Νὰ ξεπεράσης τὶς ἀρετές σου, ὅπως θέλει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής.
Νὰ μὴν ἔχεις καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὶς ἀρετές, τὶς ἱκανότητες ἢ τὴν ἁγιότητά σου.
Νὰ φθάσης στὸ μὴ ὄν.
Τότε ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ χαρίζει δωρεὰν τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ αἴσθησιν.
Καὶ τὰ χαρίζει στοὺς ταπεινούς, τὰ μωρά, τὰ ἀσθενῆ, τὰ ἀγενῆ, τὰ ἐξουθενημένα καὶ τὰ μὴ ὄντα.
Γιατὶ τὰ μὴ ὄντα, ὡς μὴ ἔχοντα καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, δὲν νοθεύουν τὰ ἅγια, ἄσπιλα καὶ τίμια.
Ἐνῶ oἱ «ἐνάρετοι», αὐτοὶ ποὺ παρ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς ἢ τὶς γνώσεις τους
ἢ ἐξ αἰτίας αὐτῶν καὶ τῆς μεγάλης ἰδέας ποὺ ἔχουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους
(καὶ ἡ οποία ὑπογραμμίζεται καὶ φαίνεται εὐκρινέστερα μὲ τὴν δῆθεν προσπάθεια νὰ τὴν ἀποκρύψουν)
γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ μολύνουν καὶ νοθεύουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ·
τὸν ἀνακατεύουν μὲ τὶς δικές τους τοξίνες καὶ τὸν κάνουν ἀχώνευτο
καὶ ἀποῤῥιπτέο ἀπὸ τὸ στομάχι τοῦ πεινασμένου ἀνθρώπου.
Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ φανέρωσι τῆς ἀναπαύσεως καὶ τῆς παρακλήσεως τοῦ Πνεύματος,
ποὺ προσφέρεται δωρεὰν ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς καὶ κεκαθαρμένους, ποὺ δὲν ὑπολήπτονται τὸν ἑαυτό τους.
Ἔτσι δωρεὰν προσφέρουν τὰ τίμια, ἐπειδὴ τὰ ἔλαβαν.
Καὶ τοὺς εἶναι ὁ κόσμος εὐγνώμων, ἐνῶ αὐτοὶ ἐλεεινολογοῦν ἔσωθεν τὸν ἑαυτό τους.
Τὸν βλέπουν ὑπὸ κάτω πάσης κτίσεως, χειρότερο πάντων τῶν ἀνθρώπων
καὶ κατώτερο ὅλων τῶν κτηνῶν καὶ τῶν ἑρπετῶν.
Καὶ θαυμάζουν μόνο τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία καὶ τὴν ἄῤῥητή Του πρόνοια γιὰ ὅλη τὴ δημιουργία
καὶ γι’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους καὶ ἄξιους πάσης καταδίκης.
Τελικὰ φαίνεται ὅτι κάνουν θεολογία οἱ μὴ θεολόγοι,
οἱ ἀληθινοί, οἱ ταπεινοὶ καὶ γνήσιοι ἄνθρωποι (ποὺ ἐνίοτε μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ θεολόγοι).
Αὐτοὶ ποὺ μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ βάσανα, τοὺς κόπους καὶ τὶς δοκιμασίες,
φθάνουν σὲ ἕνα ἐκ βαθέων «δόξα τῷ Θεῷ».
Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς τους καὶ τὴν ἀνωστικὴ δύναμι
ποὺ συνέχεια τοὺς φέρνει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ καθιστᾶ τὸ λόγο καὶ τὴν παρουσία τους εὐλογία γιὰ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀδελφούς τους. 
ΥΓ. Τὸ κείμενο ἔχει δημοσιευθεῑ στὸ τεῦχος 66 (ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ 1998) τοῦ περιοδικοῦ «ΣΥΝΑΞΗ».

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα



 A perspektíva jelentősége a rajzolásban - Művészház
Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Κυριακή 25 Μαρτίου 2001.

«Κατά πόσο οἱ λειτουργοί μας, ὅταν λειτουργοῦν μέ κλειστές τίς θύρες τοῦ ναοῦ διατηροῦν ἀδιατάρακτο τόν ψυχοσωματικό ὀργανισμό τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας;».


  γιορτή, ἡ κάθε γιορτή, μέσα σέ αὐτόν τόν χῶρο πού λέγεται Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει πάντοτε ἕναν διττό χαρακτήρα. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ὄχι μόνο μνημειακό κι οὔτε κἄν μουσειακό. Διττό χαρακτήρα ἐκφραζόμενο κατά τήν οὐράνια καί [κατά] τήν ἀνθρωπολογική της διάσταση. Οὐράνια, καταπῶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί ἐκφράζεται καί ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό τό ἀκοῦμε καί τό δεχόμαστε καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα, εἶναι τί προεκτάσεις ἀνθρωπολογικές ἔχει πάνω μας αὐτή ἡ γιορτή, δηλαδή πόσο βαθιά θεραπευτικές προεκτάσεις μπορεῖ νά ἔχει αὐτή ἡ γιορτή. Καί ἀξίζει τόν κόπο αὐτή τή γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καί ὅπως καί ὅλες τίς γιορτές, ἄν θέλουμε νά τίς συλλάβουμε πρακτικά γιά τή ζωή μας χωρίς νά τίς χάσουμε σέ μιά μνημειακή μόνο ἀναμέτρηση μαζί τους, νά τή δοῦμε καί ἔτσι. Τό οὐράνιο εἶναι δεδομένο. Ὁ Θεός ἐκφράζεται καί συγκαταβαίνει. Νά δοῦμε τό ἀνθρώπινο καί τί προεκτάσεις ἔχει πάνω μας. Τό πρῶτο μέρος εἶναι κατά τά ἀνθρώπινα κατανοητό, γίνεται ὁ Θεός ἄνθρωπος καί ἀλλάζει ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρου καί αὐτό ἔχει ἀπροσμέτρητες συνέπειες πάνω στή ζωή μας. Προσέξτε τώρα τό βαθύ ἀνθρωπολογικό πού λειτουργιέται στό κάθε μέρα τῆς ζωῆς μας καί λειτουργεῖ μιά βαθιά θεραπεία καί μιά ἰσορροπία ὅλου τοῦ ψυχοσωματικοῦ μας ὀργανισμοῦ. 

  Τί εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός; Ἡ λειτουργία δύο προσώπων, τοῦ Ἀγγέλου καί τῆς Παναγίας. Ἀκοῦστε τί κάνει ὁ Ἄγγελος. Ὁ Ἄγγελος πρῶτα-πρῶτα, εἶναι ἕνα πνεῦμα λειτουργικό πού ἀποστέλλεται γιά νά διακονήσει τόν ἄνθρωπο. Βλέπετε τί κάνει; Εἶναι λειτουργικό πνεῦμα, ὑπηρετεῖ τόν Θεό, Τόν λειτουργεῖ καί ταυτόχρονα, ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο. Διττός ὁ χαρακτήρας του. 

  Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ Παναγία, πού φαίνεται νά δέχεται ἕνα μήνυμα, κάνει ἀκριβῶς τό ἴδιο τό πράγμα. Αὐτή ἡ ἀποδοχή εἶναι λειτουργία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπηρετεῖ καί διακονεῖ τόν ἄνθρωπο. Καί οἱ δύο, πού φαίνεται νά ἀντιτάσσονται σέ μία διαλογική ἀναμέτρηση, κάθε ἄλλο παρά σέ αὐτή βρίσκονται. Καί οἱ δύο ἀπό τό μέρος τους, μέσα ἀπό τό δικό τους κοίταγμα καί μέ τόν τρόπο τους, ὑπηρετοῦν τόν ἴδιο ταυτόχρονα σκοπό διττῶς: ὑπηρετοῦν τόν Θεό καί ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο.  
  Γι᾽ αὐτό ἡ γιορτή εἶναι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ὄχι ἁπλῶς τῆς Συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Ἐδῶ γίνεται ἕνα ἄγγελμα τό ὁποῖο μᾶς καλεῖ σέ μία διπλή ἰσορροπία. Τό «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τό] «ὑπηρετεῖν» τόν ἄνθρωπο πού σημαίνει, προσέξτε τώρα τίς ἀπίθανες ἀνθρωπολογικές προεκτάσεις τῆς καθημερινότητας: Ἄν ἔχεις στόχους, παραδείγματος χάριν, νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους καί [νά] γίνεις ἀνθρωπιστής καί κάνεις μόνο αὐτό, κάνεις μισή δουλειά, γιατί ἡ λειτουργία, τοῦ «τούς ἀνθρώπους ἐξυπηρετεῖν», δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει ἄν δέν εἶναι ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νά γίνει δαιμονιώδης. Μπορεῖ νά γίνει καταστροφική, μπορεῖ νά γίνει ἀπάνθρωπη. Καί πόσες τέτοιες ἐκφράσεις δέν ἔχουμε μέσα στήν πορεία τῆς ζωῆς μας καί [στήν ἱστορία] τοῦ κόσμου. Ἡ ἱστορία τοῦ «λειτουργεῖν τῷ Θεῷ» καμία προοπτική [δέν ἔχει], ἄν δέν ἔχει μέσα της τό «λειτουργεῖν» τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νά γίνει μέσα της μιά διαλογιστική ἀτομικιστική κίνηση δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς εὐωχίας. Δηλαδή ἕνα ἀπίθανο κλείσιμο, τό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά ἄλλη ἀνθρωπολογική καταστροφή καί σέ πολύ βαθιές διαταραχές τῆς ψυχοσωματικῆς μας ἰσορροπίας. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει παρά μόνο ἀπό αὐτή τήν καθημερινή ἔκφραση, σέ αὐτό τό διπλό σχῆμα, τοῦ «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τοῦ] «ὑπηρετεῖν» τούς ἀνθρώπους. Ἄν δέν ἀντέχεις νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους, δέν μπορεῖς νά ὑπηρετεῖς τόν Θεό. Καί τά δύο λειτουργοῦν μαζί. Καί αὐτό πιά ἀποκτάει ἕνα κάλλος μέσα στήν Ὀρθόδοξη ζωή καί μᾶς δίνει ἰσορροπίες οἱ ὁποῖες ἀκριβῶς δίνουν ἀπαντήσεις στό πῶς θά σταθοῦμε καί πῶς θά ζήσουμε πάνω στή ζωή μας.  
  Γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί αὐτή ἡ ἰσορροπία, πού ἄν τή διαταράξουμε, διαταραχθήκαμε ὁλόκληροι. Οὔτε ἀνθρωπιστές εἴμαστε, οὔτε θεϊστές εἴμαστε. Ἐμεῖς λειτουργοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διά τῆς προσφορᾶς μας, τῆς ζωῆς μας στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Καί τά δύο μαζί. Καί τότε ἀκριβῶς, ὁ Εὐαγγελισμός βρίσκει τό κάλλος του καί τότε ἡ ζωή μας ἰσορροπεῖ, γιατί ἀκριβῶς αὐτή ἡ γιορτή δηλώνει αὐτή τήν ἰσορροπία τοῦ Θείου μέ τό ἀνθρώπινο, σέ μία, προσέξτε, μυστική συνάφεια. Δέν μποροῦμε νά ἐκφράσουμε πῶς ἔγινε τό γεγονός, εἶναι ἄφραστο. Καί εἶναι πράγματι ἄφραστο. Ἄν ρωτήσετε δηλαδή, πόσα χιλιοστά τῆς ζωῆς μου νά βάλω γιά τόν Θεό καί πόσα γιά τούς ἀνθρώπους, αὐτό δέν γίνεται. Τά βάζεις καί τά δύο πέρα ἀπό ποσοστά. Καταπῶς μπορεῖς καί καταπῶς ζεῖς καί καταπῶς ὑπάρχεις. Δηλαδή τά βάζεις ὅλα. Τά ὅλα εἶναι ὅλα καί δέν εἶναι ποσοστά. Γι’ αὐτό, αὐτό εἶναι μυστήριο, αὐτή ἡ συνάφεια. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς δέν μπορῶ νά ἐκφραστῶ τό τί συμβαίνει. Εἶναι μυστήριο καί ἡ ζωή μας γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο. Δέν μπορεῖς νά πεῖς τί ποσοστά δίνεις γιά τόν Θεό καί τί γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι μία προγραμματική μαθηματική ἔκφραση καί τίποτα ἄλλο. Τά δίνεις ὅλα καί στά δύο καί χωρᾶνε ὅλα σέ ὅλα, καί τότε ἔχουμε ἰσορροπία. Καί ἐπειδή οἱ ὧρες μου εἶναι εἴκοσι τέσσερις, ἔτσι μοῦ τίς ἔδωσε ὁ Θεός, σημαίνει ὅτι καί τά δύο χωρᾶνε μέσα σέ εἴκοσι τέσσερις ὧρες, ταυτόχρονα μ’ ἕναν μυστικό τρόπο νά λειτουργήσουνε καί ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ θεραπεία [τοῦ] ἀνθρώπου καί δέν λέει τώρα θά δώσω τόσες ὧρες γιά τόν Θεό καί τόσες γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο, πού ἡ ζωή μας εἶναι ἀνθρώπινη κατεξοχήν καί κατεξοχήν Θεία. Καί δέν ὑπάρχουν ὧρες μεμονωμένες καί τότε ἀποκτοῦμε ἰσορροπία καί τότε βρίσκουμε τό κάλλος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς.
 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΓΚΥΡΑΣ


ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. 
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ. 
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν… 
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς. 
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν… 
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. 
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. 
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν ἱερόαθλον πρεσβύτερον πάντες, Ἀγκυρανῶν τῆς Ἐκκλησίας προθύμως, Βασίλειον τιμήσωμεν βοῶντες αὐτῷ· αὔχημα περίδοξον, τοῦ σεμνείου Ῥεντίνης, σκέπε τοὺς ὑμνοῦντάς σου, τοὺς τιμίους κάματους, διὰ Χριστὸν οὓς ἔτλης Ἀθλητά, καὶ προσκυνοῦντας, τὴν πάνσεπτον κάραν σου.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός ν’ (50).
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Βασίλειε, Ῥεντίνης ἔφορε, βοήθει μου. Χ. Μ.
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. Δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Βασίλειε κλέος Ἀγκυρανῶν, σεπτῆς Ἐκκλησίας, καὶ Ῥεντίνης φρουρὲ Χριστῷ, μὴ παύσῃ πρεσβεύων καταπέμψαι, τοῖς σὲ τιμῶσι κατ’ ἄμφω ὑγείαν. 
κέστωρ ὑπάρχεις καὶ ἀρωγός, λαοῦ χριστωνύμου, αἰτουμένου σὰς προσευχάς, Βασίλειε μάκαρ Ἐκκλησίας, τῆς ἀμωμήτου Κυρίου πρεσβύτερε. 
Στολὴν πορφυρώσας ταῖς σαῖς ῥοαῖς, ἱερατικήν σου, τῶν αἱμάτων παρὰ Θεοῦ, ἀπείληφας χάριν ἱκετεύειν, ὐπὲρ ἡμῶν Ἀθλοφόρε Βασίλειε.
Θεοτοκίον.
λέωσαι Κύριον καὶ Θεόν, ἡμῖν Θεομῆτορ, μεγαλύνουσιν εὐλαβῶς, Σὸν ἄμετρον πλῆθος θαυμασίων, καὶ θερμὴν προστασίαν Σου Δέσποινα.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Λαμπηδὼν σωφροσύνης καὶ ἀκραιφνοῦς πίστεως, ἱερεῦ Βασίλειε μάκαρ, πάντας ἐφώτισας, ἀκτῖσι σῶν διδαχῶν· διό σε πόθῳ τιμῶντες, τὰς θερμὰς πρεσβείαις σου, ἀπεκδεχόμεθα. 
Εὐσυμπάθητε Πάτερ τοὺς σοὶ ταχὺ σπεύδοντας, καὶ ἀσπαζομένουν σὴν θείαν, κάραν Βασίλειε, ῥῦσαι δεινῶν συμφορῶν, καὶ ἀνυποίστων κινδύνων, σαῖς λιταῖς πρὸς Κύριον, τὸν πανευΐλατον. 
ερεῦ τοῦ Ὑψίστου περικλεὲς πρόσδεξαι, παρακλήσεις τῶν ἱκετὼν σου, Πάτερ Βασίλειε, καὶ ὡς εὐῶδες αὐτάς, Χριστῷ προσάγαγε τάχος, Ἅγιε θυμίαμα, χάριτος σκήνωμα.
Θεοτοκίον.
λεήμονος Μῆτερ Υἱοῦ Θεοῦ Δέσποινα, κεχαριτωμένη μαρία, πάντων ἐπάκουσον, Σοῦ δεομένων θερμῶς, καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου ἐλέη, ἅπασι κατάπεμψον, Σὲ μακαρίζουσι. 
Βασίλειε, Μονῆς Ῥεντίνης ὁ τάχιστος ἀντιλήπτωρ, καθικέτευε τὸν Χριστὸν ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε, καὶ κάραν τὴν θείαν σου προσκυνούντων.
πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.


Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Προστάτης θερμὸς Μονῆς Ῥεντίνης πέφηνας, ὡς ὄλβον σεπτὸν ἐχούσης νῦν Βασίλειε, τὴν ἁγίαν κάραν σου, καὶ πιστῶν ἱερὸν καταφύγιον, τῶν ἐκβοώντων· Χαῖρε Ἀθλητά, Χριστοῦ Ἐκκλησίας γενναιότατε.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
αντισμῷ προστασίας σου, θαυμαστὲ Βασίλειε καθαγίασον, τοὺς προστρέχοντας σῇ χάριτι, καὶ ἐξαιτουμένους σὴν βοήθειαν. 
πομβρίαις ἀόκνων σου, προσευχῶν Βασίλειε τῶν προσφύγων σου, τὰς ψυχὰς τρισμάκαρ πίανον, πρὸς καρποφορίαν βίου κρείττονος. 
Νοῦν ἡμῶν ἀποκάθαρον, ῥύπου ἁμαρτάδων πολλῶν Βασίλειε, ἱερόαθλε πανεύφημε, τῆς Μονῆς Ῥεντίνης ἀγαλλίαμα.
Θεοτοκίον.
Τείχισόν με πρεσβείαις Σου, πρὸς τὸν μόνον πάντας σώζεις δυνάμενον, θεῖον Τόκον Σου καὶ Κύριον, Ἰησοῦν Μητρόθεε πανύμνητε.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
ουλιανοῦ, Παραβάτου τὴν σκοτόμαιναν, ὁ σκεδάσας μαρτυρίου σου βολαῖς, διασκόρπισον ὁμίχλην ἀγνωσίας μου. 
Νεῦσον ταῖς ἡμῶν, οὐρανόθεν παρακλήσεσι, καταπαύων τὰ σκιρτήματα σαρκός, τὰ χαμαίζηλα Βασίλειε θειότατε. 
νυσας καλῶς, τῆς ἀθλήσεως τὸ στάδιον, καὶ Μαρτύρων παῤῥησίαν εἰληφώς, ἐκπληροῖς σῶν ἱκετῶν εὐχὰς Βασίλειε.
Θεοτοκίον.
Στήριξον ἡμᾶς, κλονουμένους Μητροπάρθενε, βακτηρία Σῶν ἀόκνων προσευχῶν, πρὸς τὸν Στῦλον τῆς ζωῆς τὸν ἀμετάθετον.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
πάκουσον, τῶν ἡμῶν Βασίλειε, προσευχῶν Ἱερομάρτυς γενναῖε, ὁ ἁγιάσας Ἀγκύρας τὴν χθόνα, τῶν σῶν αἱμάτων ῥοαῖς καὶ ἐπόμβρισον, ἡμῖν ἰσχὺν τὸν πονηρόν, θριαμβεῦσαι ἐχθρὸν τὸν ἀλάστορα.
Φωτόλαμπρε, Ἀθλητὰ Βασίλειε, ἱερέων ἀλκιφρόνων φαιδρότης, μὴ διαλίπῃς Χριστὸν ἱκετέυων, ἡμῖν βραβεῦσαι ὑψόθεν μετάνοιαν, ἵνα μελλόντων ἀγαθῶν, ἀπολαύσω ἐν πόλῳ ὁ δύστηνος.
τάχιστος, ἀρωγὸς Βασίλειε, ὁμηγύρεως πιστῶν καὶ προστάτης, Μονῆς Ῥεντίνης τοὺς ἀσπαζομένους, τὴν παναγίαν σου κάραν κατεύθυνε, πρὸς τὴν σωτήριον ὁδόν, οὐρανῶν πρὸς σκηνώσεις τὴν ἄγουσαν.
Θεοτοκίον.
οδόπλοκον, καὶ τερπνὸν ὀσφράδιον, παρθενίας ἀγλαὴ Θεομῆτορ, τὴν δυσωδίαν παθῶν μου ὑσσώπω, τῶν πρεσβειῶν σου ἀπόπλυνον δέομαι, καὶ εὐωδίαν τοῦ Χρισοῦ, καὶ Υἱοῦ Σου μὲ δεῖξον Σὸν πρόσφυγα.
Βασίλειε, Μονῆς Ῥεντίνης ὁ τάχιστος ἀντιλήπτωρ, καθικέτευε τὸν Χριστὸν ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε, καὶ κάραν τὴν θείαν σου προσκυνούντων.
χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Κοντάκιον. 
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τὸν ταῖς αἱμάτων ῥοαῖς πορφυρώσαντα, ἱερωσύνης ποδήρη χιτώνιον, Βασίλειον ὕμνοις τιμήσωμεν, καὶ τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν ἀσπαζόμενοι, λιτὰς τὰς αὐτοῦ ἐκζητήσωμεν.

Προκείμενον:  Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. 
Στ.: Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.

Εὐαγγέλιον. Κατά Ματθαίον 
(ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30)
Εἶπεν ὁ Κύριος· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.
Δόξα: Ταῖς τοῦ Ἱεράρχου...
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...

Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός...

Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι. 
νθεε πρεσβύτερε, καὶ Λειτουργὲ τοῦ Ὑψίστου, Ἀθλητὰ Βασίλειε, τῆς Ἀγκύρας καύχημα ἱερώτατον, τὸν λαμπρὸν στέφανον, ἐκ Θεοῦ ἐδέξω, ὡς Μαρτύρων ἐγκαλλώπισμα, Ὃν καθικέτευε, πάσης χαλεπῆς περιστάσεως, καὶ νόσων καὶ κακώσεων, ῥύεσθαι τοὺς σοὶ καταφεύγοντας, καὶ ἀσπαζομένους, τὴν κάραν σου τὴν θείαν καὶ σεπτήν, τὴν πᾶσι βρύουσαν νάματα, ἰαμάτων Ἅγιε.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
ν σοὶ γάνυται μάνδρα τῆς Ῥεντίνης ἐν κόλποις ὡς ὄλβον ἔχουσα, τὴν πάνσεπτόν σου κάραν, Βασίλειε Ἀγκύρας, ἱερόαθλε πάντιμε, ἣν ῥύου πάσης πληγῆς, κακῶν καὶ δυσχερείας. 
Βοηθὸς ἐν ἀνάγκαις τῶν προσφύγων σου πέλεις σοφὲ Βασίλειε, καὶ θεῖος ἀντιλήπτωρ, τῶν πίστει ἀνυμνούντων, τὴν στεῤῥάν σου ἐνάθλησιν, δι’ ἧς Ἰουλιανοῦ, ἐπάτησας τὸ θράσος. 
μοδίαιτε πάντων τῶν Ἁγίων ἐν πόλῳ κλεινὲ Βασίλειε, σὺν τούτοις ἐκδυσώπει, ὑπὲρ τῶν σὲ τιμώντων, τὸν παντάνακτα Κύριον, ἵνα ῥυσθῶμεν δεινῶν, παντοίων καὶ ἀνάγκης.
Θεοτοκίον.
ἀκένωτος κρήνη οὐρανίων ὑδάτων Θεογεννήτρια, σωτήριόν μοι νᾶμα, ἀνάβλυσον Παρθένε, τῷ ἀχρείῳ οἰκέτῃ Σου, καὶ πότισόν μου ψυχήν, ταχέως τὴν διψῶσαν.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Θραῦσον τὰ βέλη, τὰ ἰοβόλα τοῦ πλάνου, καθ’ ἡμῶν τὰ κινούμενα Πάτερ, θείων πρεσβειῶν σου, Βασίλειε ἀσπίδι. 
χει σε στέφος, καὶ πολυτίμητον γέρας, ἡ Μονὴ τῆς Ῥεντίνης θεόφρον, Ἀθλητὰ ἣν σκέπε, Βασίλειε ἀπαύστως. 
σχύν μοι δίδου, κατὰ παθῶν ψυχοφθόρων, καὶ ἐκκάθαρον ἐκ νοημάτων, ἀπρεπῶν τὸν νοῦν μου, Βασίλειε παμμάκαρ.
Θεοτοκίον.
Μῆτερ τοῦ Λόγου, Θεοῦ Κυρία Παρθένε, ἐκ παθῶν σκοτασμοῦ λύτρωσαί με, ἵνα Σὲ γεραίρω, τὴν κεχαριτωμένην.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
λύχνος εὐψυχίας, ἄναψόν μοι πόθον, ζωῆς ἀγήρω βοῶ σοι Βασίλειε, Ἀγκυρανῶν Ἐκκλησίας φωστὴρ παμμέγιστε. 
ερωσύνης κέρας, καὶ Μαρτύρων εὖχος, θαυματουργὲ καὶ φωσφόρε Βασίλειε, τοὺς σοὺς ἱκέτας κατεύθυνον πρὸς τελείωσιν. 
Χαρὰ ἱεροάθλων, τὴν σεπτήν σου κάραν, πανευλαβῶς οἱ πιστοὶ ἀσπαζόμενοι, τῶν λυπηρῶν τὴν ὁμίχλην ἀποδιώκομεν.
Θεοτοκίον.
Μετὰ τοῦ Βασιλείου, καὶ Ἁγίων Πάντων, εὐλογημένη Παρθένε ἱκέτευε, ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Υἱόν Σου τῶν δοξαζόντων Σε.
Μεγαλυνάρια.
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν. 
Χαίροις ἱερέων ὑπογραμμός, χαίροις Ἀθλοφόρων, ἁλκιφρόνων ὁ κοινωνός, χαίροις Παραβάτου, ὀφρῦν ὁ ἐδαφίσας, γενναιοτάτῃ γνώμῃ, Πάτερ Βασίλειε.
Χαίροις Ἐκκλησίας Ἀγκυρανῶν, ἄνθος πανευῶδες, εὐωδίαν ἀθλητικήν, δήμοις χριστωνύμων, ὁ διαπνεύσας Μάρτυς, Βασίλειε ἀγάπης, Κτίστου ὡς ἔπλεως.
Χαίρων καθυπέμεινας κολασμούς, ἱερεῦ παμμάκαρ, δι’ ἀγάπην τοῦ Λυτρωτοῦ, καὶ τῶν μισοθέων, τοὺς δήμους ἐτροπώσω, Βασίλειε ἐνστάσει, ἀνδρειοφρόνῳ σου.
χει ὡς ἀτίμητον θησαυρόν, κάραν σου τὴν θείαν, καὶ ἰάσεων ποταμόν, ἡ Μονὴ Ῥεντίνης, Βασίλειε ἣν σῶζε, ἐκ πάσης ἐπηρείας, τοῦ παναλάστορος.
Νόσων ἀνιάτων καὶ λοιμικῶν, πειρασμῶν παντοίων, ψυχοφθόρων δυσχερεῖν, καὶ κινδύνων ῥῦσαι, τοὺς μεγαλύνοντάς σε, ὡς Ἱερομαρτύρων, κλέος Βασίλειε.
Τῇ θερμῇ πρεσβείᾳ σου ἀκλινῶς, σπεύδει καθ’ ἑκάστην, ἡ ὁμήγυρις εὐσεβῶν, ἣν ἀεὶ συντήρει, ἀπήμαντον ἐκ πάσης, ἐπιβολῆς τοῦ πλάνου, μάκαρ Βασίλειε.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. 

Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα Τροπάρια:
Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου. 
Μάρτυς, Ἀθλοφόρε ἱερέ, τῆς Ἀγκυρανῶν Ἐκκλησίας, θεόφρον μυσταγωγέ, ἄλκιμε Βασίλειε, Ἀγγέλων σύσκηνε, ἐκτενῶς καθικέτευε, τῶν πάντων Δεσπότην, ὅπως πάσης θλίψεως, ἐχθροῦ κακώσεως, καὶ δυσχερειῶν λυτρωθῶμεν, κάραν οἱ τὴν σὴν προσκυνοῦντες, καὶ τὴν ἄθλησίν σου μακαρίζοντες. 
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως. 
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.
Δι’ εὐχῶν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις