Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου τοῦ Αἰγυπτίου

 


Βίος κα Πολιτεία το σίου νουφρίου το Αγυπτίου

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γεωργίου Μηλίτση «Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος», Τρίκαλα 2008

Βίος τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου


Α) Ἡ ἐπίγεια πατρίδα του

λοι οἱ Ἕλληνες γνωρίζουμε γιὰ τὴν Περσία. Ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐθνική, καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία καὶ παράδοση. Ἡ ἱστορία μᾶς ὑπενθυμίζει τὶς προσπάθειες ποὺ ἔκαναν στὰ ἀρχαία χρόνια οἱ Πέρσες γιὰ νὰ κυριεύσουν τὶς περιοχὲς ποὺ βρίσκονταν δυτικὰ τῆς χώρας τους. Ὁ Περσικὸς στρατὸς μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ξέρξη ἐπιχείρησε νὰ κατακτήσει ὄχι μόνον τὴν περιοχὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀλλὰ καὶ τὴν πατρίδα μας. Ὅλοι μας γνωρίζουμε γιὰ τὶς μάχες τῶν Πλαταιῶν, τῶν Θερμοπυλῶν, τοῦ Μαραθῶνος καὶ τὴν ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας εἰς τὴν ὁποίαν καταστράφηκε ὁ Περσικὸς στόλος καὶ ἔτσι οἱ Πέρσες ἀναγκάστηκαν νὰ ἐπιστρέψουν ἡττημένοι στὴν πατρίδα τους.

Οἱ Πέρσες καὶ κατὰ τὴ Βυζαντινὴ περίοδο προσπάθησαν νὰ κυριεύσουν τὶς ἀνατολικὲς ἐπαρχίες τοῦ Βυζαντίου. Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκστρατεῖες τους κυρίευσαν τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ πῆραν σὰν λάφυρο τὸν Τίμιο Σταυρό, καὶ τὸν Πατριάρχη. Οἱ χριστιανοί, μὲ μεγάλο πόνο πληροφορήθηκαν τὸ γεγονὸς καὶ ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἡράκλειο νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τῆς Περσίας γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὸν Τίμιο Σταυρό, καὶ τὶς ὑπόδουλες ἐπαρχίες τῆς αὐτοκρατορίας. Οἱ Πέρσες συμμάχησαν μὲ τοὺς Ἀβάρους καὶ προσπάθησαν νὰ κυριεύσουν τὴν Βασιλεύουσα (626 μ.Χ.) ἡ ὁποία ἦταν ἀνυπεράσπιστη, διότι ὁ στρατὸς μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ἡράκλειο ἀπουσίαζαν προκειμένου νὰ ἐλευθερώσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Τὴν Πόλη διέσωσε κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο ἡ Παναγία μας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν ποὺ ψάλλεται τὶς Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στὶς ἐκκλησίες τῆς πατρίδας μας.

Ἡ Περσία δέχθηκε καὶ αὐτὴ πολὺ νωρὶς τὸ μήνημα τοῦ Εὐαγγελίου. Πολλοὶ Πέρσες ἀρνήθηκαν τὰ εἴδωλα καὶ πίστεψαν στὸν Κύριό μας. Κατὰ τὸ μέσον τοῦ 2ου αἰ. μέχρι καὶ τὸ μέσον τοῦ 3ου ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ῥιζώσει γιὰ τὰ καλὰ στὴν Περσία. Παράλληλα μὲ τὴν ἀνόθευτη διδασκαλία τοῦ Ναζωραίου διαδόθηκαν καὶ οἱ αἱρέσεις τῶν Μανιχαϊστικῶν καὶ τῶν Γνωστικῶν. Μετὰ τὸ 339 μ.Χ. τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλεύθερη ζωὴ τῆς ἐκκλησίας διαδέχθηκαν διωγμοί, τοὺς ὁποίους ἐξαπέλυσαν ὁ αὐτοκράτορας Σαπὼρ Β´ καὶ οἱ διάδοχοί του. Δὲν εἶναι λίγοι οἱ πιστοὶ ποὺ μαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό. Ἔτσι στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου σήμερα βρίσκονται Πέρσες οἱ ὁποῖοι ἱκετεύουν γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ὁμοεθνῶν τους. Ἡ κατάληψη τῆς χῶρας ἀπὸ τοὺς Ἄραβες ἔγινε ἀφορμὴ νὰ ξεσπάσουν νέοι διωγμοὶ κατὰ τῶν Χριστιανῶν μὲ ἀποτέλεσμα ὄχι μόνο νὰ ἔχουμε νέους Μάρτυρες ἀλλὰ σχεδὸν νὰ ἐξαφανιστοῦν οἱ πιστοὶ τοῦ Ναζωραίου.

Β) Χαρὰ στὰ ἀνάκτορα

νας μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ γεννήθηκε στὴν Περσία, ἀλλὰ ἐξαγιάστηκε στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου εἶναι ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος.

Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος καταγόταν ἀπὸ βασιλικὴ οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι πιστοὶ στὰ διδάγματα τῆς ἐκκλησίας καὶ προσπαθοῦσαν στὴ ζωή τους νὰ ἐφαρμόσουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ τιμὲς ποὺ τοὺς γίνονταν καὶ ἡ δόξα ποὺ ἀπολάμβαναν, λόγω τοῦ ἀξιώματός τους, δὲν τοὺς ἔκαναν ἐγωϊστὲς καὶ ὑπερήφανους. Πάντα εἶχαν στὸ μυαλό τους τὸ γραφικό: Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. Παράλληλα μὲ τὸν ἀγῶνά τους γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους φρόντιζαν ὄχι μόνογιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῶν ὑπηκόων τους ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐημερία τους.

Τὴν χαρὰ καὶ τὴν ευτυχία τους ἐπεσκίαζε ἡ ἔλλειψη τέκνων. Βέβαια στὰ ἀνάκτορα εἶχαν πάρει ὀρφανὰ καὶ τὰ ἀνέτρεφαν σὰν δικά τους παιδιά· ἂν καὶ αὐτὸ ἀπάλυνε τὸν πόνο τους, ὅμως δὲν ἔσβηνε τὸν πόθο τους νὰ ἀποκτήσουν δικό τους παιδί. Ἔπαιρναν θαῤῥος καὶ κουράγιο ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: Αἰτεῖται καὶ δοθήσεται ὑμῖν· γιὰ αὐτὸ κατέφευγαν πάντα σὲ Αὐτόν. γονατιστοί, καὶ μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα στὸν οὐρανό, παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ ἀποκτήσουν παιδί: Παντοδύναμε Κύριε, σὲ παρακαλοῦμε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας ἄκουσε τὴν προσευχὴ τῶν ἀναξίων καὶ ἁμαρτωλῶν δούλων Σου καὶ ἀξίωσέ μας νὰ γίνουμε γονεῖς. Χάρισε Κύριε καὶ σὲ μᾶς ἕνα παιδί. Ἐσὺ εἶπες ὅτι ἂν δύο ἄνθρωποι Σοῦ ζητήσουν κάτι, θὰ τοὺς τὸ δώσεις.

Παράλληλα μὲ τὶς δικές τους προσευχές, παρακάλεσαν ἱερεῖς καὶ ἄλλους πιστοὺς ἀνθρώπους νὰ προσευχηθοῦν γιὰ νὰ τοὺς δώσει ὁ Θεὸς ἀπογόνους. Δὲν ἦταν δυνατὸν τόσες θερμὲς προσευχὲς νὰ μὴ κυκλώσουν τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν ἔχουν ἀπάντηση. Μπορεῖ ἡ ἀπάντηση νὰ μὴν ἦλθε ἀμέσω, ἴσως ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ὅμως κάποτε ἦλθε.

Μιὰ μέρα μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἡ Βασίλισσα ἀνακοίνωσε στὸν ἄνδρα της τὴν χαρμόσυνη εἴδηση ὅτι εἶναι ἔγκυος. Τὴν φορὰ αὐτὴ οἱ προσευχὲς τοῦ ἀνδρόγυνου ἦταν εὐχαριστήριες. Ἡ εἴδηση ὅτι ἡ Βασίλισσα περιμένει παιδάκι ἀμέσως διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια. Ὅλοι ὅσοι τὸ ἔμαθαν ἔνοιωσαν τὴν ἴδια χαρὰ μὲ τοὺς βασιλεῖς τους.

Ὁ χρόνος κυλοῦσε ἥρεμα καὶ ἡ Βασίλισσα μὲ λαχτάρα περίμενε τὴν ὥρα ποὺ θὰ φέρει στὸν κόσμο τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Γνώριζε ὅτι μέσα της ἔφερε μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιὰ αὐτὸ ἔκανε τὸ πᾶν, ὥστε τὸ ἔμβρυο νὰ τραβήξει τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Κάθε μέρα σταύρωνε τὴν κοιλιά της, θυμίαζε τὸ σπίτι της καὶ ἦταν πολὺ προσεκτικὴ σὲ ὅλη της τὴ ζωή· γενικὰ ἔκανε ὅ,τι εἶχε συμβουλεύσει ὁ πνευματικός τους.

Γ) Ὁ ἀποχωρισμός.

ἐρχομὸς στὸν κόσμο κάθε νέου ἀνθρώπου εἶναι πάντοτε πηγὴ χαρᾶς. Ἡ Βασίλισσα μιὰ μέρα ἔχοντας δίπλα της τὸν σύζυγό της καὶ μὲ τὴν βοήθεια μιᾶς χριστιανῆς μαίας ἔφερε στὸν κόσμο ἕνα πανέμορφο ἀγοράκι. Ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια ἦταν πιὰ πανευτυχής. Τὴν ἴδια χαρὰ αἰσθάνθηκαν καὶ ὅλοι οἱ ὑπήκοοί τους. Οἱ γονεῖς, σὰν ζωντανοὶ χριστιανοὶ ποὺ ἦταν, ἔκαναν ὅλα ὅσα ἡ ἐκκλησία μᾶς προστάζει.

Ἔπρεπε σύντομα νὰ τὸ κάνουν μέλος τῆς στρατευομένης ἐκκλησίας. Πῶς νὰ τὸ ὀνομάσουν; Πολλοὶ δικοί τους τοὺς ὑποδείκνυαν διάφορα ὀνόματα ποὺ νόμιζαν ὅτι ταίριαζαν νὰ δοθοῦν στὸ βασιλόπουλο. Οἱ γονεῖς καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀνέθεσαν στὸν Δημιουργὸ τοῦ κόσμου. Ἡ ἀπάντηση δὲν ἄργησε νὰ ἔρθει. Ὁ βασιλιὰς ἔλαβε θεία ἀποκάλυψη ποὺ τὸν συμβούλευε νὰ ὀνομάσει τὸ παιδί του Ὀνούφριο καὶ μετὰ τὴν βάπτιση νὰ τὸ πάει σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ ἦταν στὴν Ἑρμούπολη τῆς Αἰγύπτου.

Οἱ γονεῖς σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἦταν αἰσθάνθηκαν κάποια λύπη γιὰ τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποχωρισθοῦν τόσο σύντομα τὸ βλαστάρι τους, μὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποὺ τοὺς τὸ ἔδωσε εἶπαν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πάνω ἀπὸ τὸ δικό τους θέλημα. Γνώριζαν ὅτι κάθε παιδὶ δὲν εἶναι κτῆμα τῶν γονέων του, ἀλλὰ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς τὰ ἐμπιστεύεται στοὺς γονεῖς γιὰ ὅσο χρονικὸ διάστημα Αὐτὸς κρίνει γιὰ νὰ τὰ ἀναθρέψουν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του· ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου.

Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς μαζὶ μὲ ἄλλους ἱερεῖς ἔκαναν τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἔδωσαν στὸ παιδὶ τὸ ὄνομα Ὀνούφριος. Ὁ Ὀνούφριος ὅμως σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔπρεπε νὰ ἀφιερωθεῖ σὲ Αὐτόν. Τὸ θέλημα αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πραγματοποιήσει ὁ πατέρας. Ἡ Ἑρμούπολη ἀπεῖχε ἀπὸ τὴν χώρα ἀρκετά. Μέχρι νὰ φτάσουν στὸ μοναστήρι θὰ περνοῦσαν ἀρκετὲς ἡμέρες. Πῶς θὰ τρέφονταν τὸ παιδί; Πᾶμε νὰ ἐκπληρώσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς θὰ προνοήσει καὶ γιὰ αὐτόν· εἶπε ὁ πατέρας.

Ἡ μικρὴ συνοδεία ξεκίνησε, ἀφου ἡ μητέρα πῆρε γιὰ τελευταία φορὰ στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί της καὶ τὸ ἀσπάστηκε, διότι δὲν ἤξερε ἂν θὰ τὴν ἀξίωνε ὁ Θεὸς νὰ τὸ ξαναδεῖ. Στὸ δρόμο ποὺ πήγαιναν παρουσιάστηκε μία ἐλαφίνα ἡ ὁποία τοὺς ἀκολουθοῦσε. Ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ἦταν σταλμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ θρέψει τὸν Ὀνούφριο. Πράγματι ἡ ἐλαφίνα σὲ ὅλη τὴν διαρκεια δὲν ἀπομακρύνθηκε καθόλου, ἀλλὰ τοὺς ἀκολουθοῦσε καὶ ὅταν ἔβαζαν τὸν Ὀνούφριο νὰ θηλάσει αὐτὴ δὲν ἔφερνε καμία ἀντίσταση.

Δ) Στὸ μοναστήρι.

ταν ὁ βασιλιὰς καὶ ἡ συνοδεία του ἔφτασαν στὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν ἀπόγευμα. Στὸν μοναχὸ ποὺ ἦταν στὴν πόρτα εἶπαν ὅτι ἤθελαν νὰ δοῦνε τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς. Μπορεῖτε νὰ μπεῖτε στὸ μοναστήρι· τοὺς εἶπε καὶ τοὺς ὁδήγησε στὸ ἡγουμενεῖο. Σὲ λίγο ἦλθε μπροστά τους ἕνας ὑψηλὸς μοναχός, ποὺ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε. Ἀφοῦ συστήθηκαν, τοῦ εἶπαν τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς τους. Ὁ ἡγούμενος τοὺς ὑπενθύμισε ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπαγορεύουν νὰ μένουν στὸ μοναστήρι ἄτομα ποὺ δὲν ἔχουν γένεια.

-Πάρτε τον πίσω, καὶ ὅταν ἐνηλικιωθεῖ καὶ θέλει νὰ ἔλθει τότε εἶναι εὐπρόσδεκτος γιὰ νὰ καταταγεῖ στὸν χορὸ τῶν πατέρων τῆς Μονῆς.

Ὁ πατέρας ἀντέτεινε ὅτι ἂν δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ γίνει αὐτό, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸ ζητοῦσε.

-Παιδί μου, λέει ὁ Γέροντας, ὁ διάβολος προσπαθεῖ νὰ μᾶς πλανήσει μὲ χίλιους δύο τρόπους· ξεχνᾶς ὅτι μετασχηματίζεται σὲ ἄγγελο φωτός; Ἀποκλείεται νὰ ἔγινε καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιο; Ἄς ποῦμε ὄτι κρατοῦμε τὸν Ὀνούφριο· μὲ τί θὰ τραφεῖ; Ἐδῶ δὲν ἔχουμε γάλα καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μεγαλώσει ἕνα παιδί.

-Γέροντα, τὸ παιδὶ αὐτὸ εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τὸ ἔθρεψε σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ πολυήμερου ταξιδιοῦ μας, ἔτσι θὰ τὸ θρέψει καὶ ἐδῶ.

-Δηλαδή, τί ἔγινε; ρωτάει ὁ ἡγούμενος.

-Ὁ Θεὸς μᾶς ἔστειλε μία ἐλαφίνα, στὴν ὁποία θήλαζε. Ἡ ἐλαφίνα αὐτὴ εἶναι τώρα ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, πᾶμε νὰ τὴν δεῖτε καὶ πεισθεῖτε ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ μείνει τὸ παιδί μου ἐδῶ.

Σὲ λίγο ὅλοι τους ἦταν στὴν ἐξώπορτα τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ γέροντας ὅταν εἶδε τὴν ἐλαφίνα ἀνεφώνησε: Ὡς θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου Κύριε. Εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ παραμείνει κοντά μας τὸ νήπιο.

Ὁ βασιλιάς, χαρούμενος ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ γέροντα, καὶ ἀφοῦ ἔμεινε μὲ τὴν συνοδεία του μερικὲς μέρες στὸ μοναστήρι, ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. Ἦταν εὐχαριστημένος γιατὶ τὸ παιδί του θὰ εὕρισκε ἐκεῖ ἀγάπη καὶ φροντίδα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Μονῆς ἀνέλαβε νὰ μεγαλώσει τὸν Ὀνούφριο.

Ε) Ἡ ζωή του στὸ μοναστήρι.

βασιλιάς, αφοῦ ἀποχαιρέτησε τὸ παιδί του καὶ τοὺς πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Περσία, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι σύντομα θὰ τὸν ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ ξαναγυρίσει.

Ὁ Ὀνούφριος, μέχρι τὰ τρία του χρόνια θήλαζε ἀπὸ τὴν ἐλαφίνα, ἡ ὁποία ἐρχόταν ὧρες. Παράλληλα, παρακολουθοῦσε ὅσο ἦταν δυνατόν, τὶς ἀκολουθίες ποὺ γινόταν στὸ μοναστήρι. Οἱ πατέρες, τὸν προέτρεπαν νὰ κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ τὸν ἐξασκοῦσαν στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητα.

Ὁ Ὀνούφριος ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός· ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτόν. Ὅλοι οἱ πατέρες τὸν θαύμαζαν καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἔστειλε κοντά τους τὸ παλληκάρι αὐτό, τὸ ὁποῖο πολλὲς φορὲς τοὺς δίδασκε μὲ τὴν ἁγία του ζωή, καὶ τὸν εἶχαν γιὰ πρότυπό τους. Οἱ πατέρες, τοῦ ἔμαθαν νὰ διαβάζει καὶ ἔτσι σύντομα ἔγινε ἀναγνώστης στὶς ἀκολουθίες τῆς μονῆς. Ὅταν δὲν εἶχε διακόνημα, ἐντρυφοῦσε στὶς σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ στὰ Πατερικὰ κείμενα. Ἡ ὑπακοὴ ποὺ ἔκαμε στὸν γέροντα καὶ στοὺς πατέρες, ἔμεινε παροιμιώδης στὸ μοναστήρι.

Στὸ συναξάρι διαβάζουμε ὅτι: Ὅλοι οἱ μοναχοὶ τῆς μονῆς ἐκείνης ἦταν ἁγιότατοι καὶ ἄμεμπτοι καὶ ζοῦσαν τηρώντας ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου. Εἶχαν ὅλοι μία ψυχή, καὶ μία καρδιά, καὶ ἀγάπη θαυμάσια μεταξύ των. Ἐὰν κάτι ἄρεσε στὸν ἕνα τὸ ἤθελαν ὅλοι. Νήστευαν, προσεύχονταν ὅλη τὴν νύκτα καὶ τὴν μέρα ἔκαμναν μὲ τόση σιωπὴ τὸ ἐργόχειρό τους, ὥστε κανένας δὲν τολμοῦσε χωρὶς ἀνάγκη νὰ πεῖ ἔστω καὶ ἕναν σύντομο λόγο. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν αἰτία ὥστε σύντομα ὁ Ὀνούφριος νὰ ξεπεράσει στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν ἁγιότητα πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συμμοναστές του, γιὰ αὐτὸ καὶ κέρδισε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση ὅλων.

Στ) Κείρεται μοναχός.

Μὲ μεγάλη χαρὰ ὁ Γέροντας τῆς Μονῆς ἔβλεπε τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ Ὀνουφρίου. Μιὰ μέρα τὸν κάλεσε στὸ ἡγουμενεῖο καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι πρέπει νὰ ἐντείνει περισσότερο τὶς προσπάθειές του γιὰ τὸν ἐξαγιασμό του, διότι σύντομα θὰ τὸν κείρει μοναχό. Ὁ Ὀνούφριος, ὅταν ἄκουσε αὐτά, τὸ μόνο ποὺ κατόρθωσε νὰ ψελλίσει ἦταν τὸ· εὐλόγησον.

Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες μέσα στὸ λαμπροστολισμένο καὶ ὁλοφώτεινο καθολικό, ποὺ ἦταν γεμάτο ἀπὸ μοναχούς, δύο πατέρες ψάλλοντας τὸ: Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον…· τὸν ὁδήγησαν στὸν ἡγούμενο ποὺ στέκονταν στὴν Ὡραία Πύλη ὅπου ὁ γέροντας τὸν ρώτησε:

-Τί προσῆλθες ἀδελφέ, προσπίπτων τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ καὶ τῇ ἁγίᾳ Συνοδείᾳ ταύτῃ;

-Ποθῶν τὸν βίον τῆς ἀσκήσεως, τίμιε Πάτερ.

-Ποθεῖς ἀξιωθῆναι τοῦ ἀγγελικοῦ Σχήματος καὶ καταταγῆναι ἐν τῷ χορῷ τῶν μοναχῶν;

-Ναι, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος τίμιε Πάτερ.

Στὴν συνέχεια, ὁ ἡγούμενος πῆρε τὸ ψαλίδι καὶ κόβοντας λίγα μαλλιά, σχημάτισε στὸ κεφάλι του τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, λέγοντας: Ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν Ὀνούφριος κείρεται τὴν κόμην τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κατόπιν οἱ μοναχοί, τὸν ἔντυσαν μὲ τὴ στολὴ τοῦ μοναχοῦ καὶ ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔδωσε ἕναν Σταυρό, καὶ ἕνα ἀναμμένο κερί, λέγοντας: Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων.

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία, ὅλοι οἱ πατέρες πέρασαν καὶ τοῦ εὐχήθηκαν: Καλὴ ὑπομονή, καὶ καλὸν Παράδεισο. Μετά, ἀκολούθησε ἀγρυπνία ἡ ὁποία τελείωσε ὅταν πιὰ ὁ ἥλιος εἶχε ἀνατείλει καὶ στὴ συνέχεια παρατέθηκε τράπεζα.

Ὁ ἡγούμενος στὴν τράπεζα τὸν συμβούλευσε νὰ μὴ ξεχάσει ποτὲ τὶς μοναχικὲς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε καὶ ὅτι σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ θὰ πρέπει νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ νὰ γίνει δοχεῖο καὶ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Θείας Χάριτος. Τοῦ ὑπενθύμισε ἀκόμα ὅτι οἱ ἀρετὲς μὲ τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ κοσμεῖται ὁ μοναχός, εἶναι ἡ ὑπακοή, ἡ παρθενία, καὶ ἡ ἀκτημοσύνη.

Ζ) Ἱερὸς πόθος.

Στὸ μοναστήρι ἡ ζωὴ δὲν ἦταν εὔκολη· ὁ ἐλεύθερος χρόνος ποὺ εἶχε ἦταν μηδενικός. Οἱ ἀκολουθίες συνεχεῖς. Ἄρχιζαν ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ. Στὴν συνέχεια διάβαζαν τὶς ὧρες, τὸν Ὄρθρο καὶ τελείωναν ἀφοῦ ὁ ἥλιος εἶχε ἤδη ἀνατείλει πρὶν ἀπὸ πολλὴ ὥρα, μὲ τὴν Θεία Λειτουργία. Κατόπιν ὁ κάθε μοναχός, πήγαινε στὸ διακόνημά του τὸ ὁποῖο διαρκοῦσε μὲχρι νὰ σημάνει γιὰ τὴν Ἑνάτη ὥρα. Ἀκολουθοῦσε τὸ λιτὸ γεῦμα καὶ μετὰ ἐπέστρεφαν στὸν ναὸ γιὰ τὸν Ἑσπερινό, καὶ τὸ Ἀπόδειπνο. Ὁ χρόνος τους μετὰ ἦταν ἐλεύθερος γιὰ προσευχή, μελέτη, ξεκούραση…

Στὴν τράπεζα ποὺ ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸ καθολικό, καθημερινὰ συγκεντρωνόταν ὅλη ἡ ἀδελφότητα καὶ ἔτρωγε τὸ λιτὸ φαγητὸ ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ὁ μάγειρας τῆς Μονῆς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες ἀνεβασμένος στὸν ἄμβωνα διάβαζε τὸν βίο τοῦ Ἁγίου ποὺ γιόρταζε τὴν μέρα ἐκείνη, ἢ κάποιο πατερικὸ κείμενο ποὺ βοηθοῦσε τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐντείνουν τὸν προσωπικό τους ἀγώνα γιὰ τὴν κατὰ Θεὸ τελείωσή τους. Πρὶν σηκωθοῦν ἀπὸ τὸ τραπέζι, ὁ Γέροντας τόνιζε ὁρισμένα σημεῖα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ διαβάστηκε.

Ὅλοι οἱ πατέρες μιλοῦσαν μὲ θαυμασμό, καὶ μεγάλη εὐλάβεια γιὰ τὸν Προφήτη Ἠλία καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ τοῦ Κυρίου μας. Ἐπίσης οἱ μοναχοὶ θαύμαζαν πολὺ τοὺς Ἁγίους τῆς ἐκκλησίας μας ποὺ ἔζησαν μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, μέσα στὴν ἔρημο, τὶς σπηλιές, στὰ δάση… δηλαδὴ τοὺς ἀναχωρητές.

Ὅλα τὰ παραπάνω ἄναψαν τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ὀνουφρίου νὰ τοὺς μιμηθεῖ. Μολις γύρισε στὸ κελλί του, ἔπεσε στὰ γόνατα, καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο τῶν ἀναχωρητῶν, ἂν βέβαια εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του.

Ἡ σκέψη νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ πάει στὴν ἔρημο τὸν βασάνιζε ἀρκετὲς μέρες. Μία μέρα πῆρε ἀπόφαση νὰ ἐξομολογηθεῖ τὶς σκέψεις του στὸν πνευματικό του.

Αὐτὸς ὅταν τὸν ἄκουσε, τοῦ εἶπε:

-Ἡ ἐπιθυμία σου εἶναι καλὴ καὶ θεάρεστη. Πρέπει νὰ ξέρεις ὅτι πολλὲς φορὲς ὅτι ἐπιθυμοῦμε, καὶ ἄς φαίνεται ὅτι εἶναι γιὰ τὸ πνευματικό μας συμφέρον, δὲν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι Αὐτὸς γνωρίζει καλύτερα τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας καὶ τὶς δυνατότητές μας. Πολλὲς ἅγιες ἐπιθυμίες μας εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ. Ὁ μισόκαλος θέλει νὰ μᾶς ῥίξει στὸν ἐγωϊσμό, νὰ ἀγανακτήσουμε κατὰ τοῦ πνευματικοῦ μας, ἂν μᾶς πεῖ ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἐπιθυμία μας καὶ τελικὰ νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀγανακτήσουμε καὶ ἴσως νὰ μελαγχολήσουμε, μὲ φοβερὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὴν ψυχική μας ὑγεία. Ἐγὼ παιδί μου δὲν σὲ ἀποτρέπω, μόνον σὲ συμβουλεύω νὰ προσευχηθεῖς πολύ, καὶ ἐγὼ γιὰ νὰ δώσει σημάδι ὁ Θεὸς τὶ θέλει γιὰ σένα.

Τὸ θέμα αὐτὸ τὸν προβλημάτισε γιὰ πολὺ καιρό. Ἤξερε ὅτι ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔλεγε πάντοτε αὐτὸ ποὺ ἦταν σωστὸ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του. Κάποια μέρα ποὺ ἦταν καὶ πάλι κοντὰ στὸν ἡγούμενο αὐτὸς τὸν ῥώτησε:

-Παιδί μου, ἡ ἐπιθυμία σου νὰ ζήσεις στὴν ἔρημο, ὑπάρχει ἀκόμα;

-Ναὶ γέροντα, σὰν φωτιὰ καίει μέσα μου. Θέλω πολὺ νὰ πάω, ἂν βέβαια εἶναι γιὰ τὸ συμφέρον της ψυχῆς μου. Θέλω ὅμως νὰ πραγματοποιηθεῖ μόνον μὲ τὴν εὐλογία σας.

Ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀπάντησε:

-Ἑτοιμάσου παιδί μου νὰ πᾶς ὅπου σὲ ὁδηγήσει ὁ Θεός. Ἄν ἀπὸ ὁποιοδήποτε λόγο ἐπιθυμήσεις νὰ γυρίσεις στὸ μοναστήρι, μὴν δειλιάσεις. Ἡ πόρτα θὰ εἶναι πάντα ἀνοιχτή. Νὰ πᾶς μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καὶ ὅλων τῶν πατέρων.

Ὁ Ὀνούφριος, ἀφοῦ ἔκανε ἐδαφιαία μετάνοια καὶ εὐχαρίστησε τὸν γέροντα, γύρισε στὸ κελλί του. Εὐχαρίστησε τὸν Θεό, ποὺ ἄκουσε τὶς προσευχές του καὶ ἀποφάσισε νὰ φύγει τὸ συντομότερο χωρὶς νὰ τὸ μάθει κανεὶς ἀπὸ τοὺς πατέρες.

Η) Στὴν ἔρημο.

Μια νύχτα, ἑνῶ οἱ πατέρες ἦταν στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴν ἀκολουθία, ἔφυγε μὲ ἀνάμεικτα αισθήματα ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἔχοντας μαζί του ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐχή, τὴν εὐλογία καὶ τὶς συμβουλὲς τοῦ γέροντα, καὶ λίγα παξιμάδια καὶ νερό. Μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἔκανε τὸν Σταυρό του καὶ βάδισε πρὸς τὴν βαθιὰ ἔρημο, ὅπως ἄκουγε νὰ λένε οἱ πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ.

Ὅταν ἔφυγε, ἀντίκρισε στὸ βάθος ἕνα βουνό, καὶ μονολόγησε: Ἐκεῖ θὰ πάω. Περπάτησε πολλὴ ὥρα· τὰ πόδια του δὲν μποροῦσε νὰ τὰ σύρει πιά. Λιποψύχησε· θὰ γυρίσω πίσω εἶπε. Ἐνῶ σκεπτόταν αὐτὰ, βλέπει μπροστά του ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς· φώναξε: Θεέ μου, φύλαξέ με ἀπὸ τὶς σατανικὲς παγῖδες. Ἀμέσως ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: Μὴ φοβηθεῖς Ὀνούφριε. Εγὼ εἶμαι Ἄγγελος Θεοῦ ποὺ μὲ πρόσταξε νὰ σὲ φυλάω ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκες ἕως ποὺ θὰ πεθάνεις. Προχώρα καὶ μὴν φοβηθεῖς τὶς πονηριὲς τοῦ διαβόλου ἤ τοὺς πειρασμούς. Εγὼ εἶμαι μαζί σου νὰ σὲ προσέχω ὥσπου νὰ παραδώσω τὴν ψυχή σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Πᾶμε μαζὶ μέχρι νὰ συναντήσουμε μιὰ σπηλιά. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἀγγέλου τοῦ ἔδωσαν κουράγιο καὶ δύναμη. Περπάτησαν μαζὶ 70 μίλια. Ὅταν ἔφθασαν σὲ μία σπηλιά, ὁ Ἄγγελος ἐξαφανίστηκε. Κατάλαβε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν νὰ μείνει ἐκεῖ.

Πλησίασε στὴν πόρτα τῆς σπηλιάς, καὶ φώναξε γιὰ νὰ δεῖ ἂν ἦταν κάποιος μέσα. Σε λίγο ξεπρόβαλε ἕνας γέροντας. Ὁ Ὀνούφριος τοῦ ἔκανε ἐδαφιαία μετάνοια καὶ τὸν ἀσπάστηκε. Ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: Καλωσόρισες ἀδελφὲ καὶ συνεργάτη μου Ὀνούφριε. Ὁ Κύριος νὰ σὲ σκέπει καὶ νὰ σὲ φυλάει. Πέρνα μέσα.

Κοντὰ στὸν γέροντα αὐτόν, ἔμεινε λίγες μέρες. Μιὰ μέρα ὁ γέροντας τοῦ λέει: Σήκω παιδί μου, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσω σὲ ἕναν τόπο ἡσυχαστικό, στὴν ἐσωτερικὴ ἔρημο στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Κύριος νὰ κατοικήσεις μόνος καὶ ἐκεῖ νὰ πολεμήσεις ἐνάντια στοὺς δαίμονες γιὰ νὰ πάρεις τὰ τρόπαια τῆς νίκης.

Τέσσερα ἡμερόνυχτα βάδισαν μέσα στὴν ἔρημο μέχρις ὅτου ἔφθασαν σὲ μία ὄαση ὅπου ὑπῆρχε μία μικρὴ καλύβα, ἕνας φοίνικας καὶ τρεχούμενο νερό. Αὐτὸς εἶναι ὁ τόπος ὅπου θὰ κατοικήσεις καὶ θὰ ἀγωνισθεῖς γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου· τοῦ εἶπε. Οἱ δύο πατέρες, Ὀνούφριος καὶ Ἰσάχαρ, ἔμειναν μαζὶ στὸ χῶρο αὐτὸ 30 μέρες. Ὁ ἀσκητὴς στὴ συνέχεια ἔφυγε γιὰ τὴν σπηλιά του, ἀλλὰ ἐπισκεπτόταν κάποτε κάποτε τὸν Ὀνούφριο. Μάλιστα τὴν τελευταία φορά, τοῦ εἶπε ὅτι ἦλθε γιατὶ θὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸν ἐνταφιάσει ἀφοῦ ψάλλει τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία.

Θ) Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο.

Δὲν ἦταν εὔκολη ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο. Εἶχε νὰ παλέψει μὲ τὸν ἀβάστακτο καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸ κρύο τῆς νύχτας, μὲ τὰ ἄγρια θηρία ποὺ καθημερινὰ ἔρχονταν γιὰ νὰ πιοῦν νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ. Ἀκόμα εἶχε νὰ παλέψει μὲ τὰ πάθη ποὺ ἀκόμα δὲν κατόρθωσε νὰ τιθασσεύσει τελείως παρὰ τὶς τόσες προσπάθειες καὶ προσευχές του. Οἱ δαίμονες δὲν τὸν ἄφηναν σὲ ἡσυχία. Τοῦ ἔφερναν στὴν σκέψη τὴν ζωὴ στὸ μοναστήρι καὶ τοὺς πατέρες. Τακτικά, τοῦ ἔβαζαν σκέψεις ὅτι τὸν ἀναζητοῦσαν οἱ δικοί του. Ὅτι στὸ μοναστήρι πῆγε ὁ πατέρας του γιὰ νὰ τὸν συναντήσει καὶ ὅτι τώρα τὸν ψάχνει περιπλανώμενος μέσα στὴν ἔρημο. Τοῦ ἔφερνε ἀκηδία, ὑπνηλία, ἔκανε κρότους γιὰ νὰ τὸν φοβίσει ἢ νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν προσευχή του καὶ πολλὰ ἄλλα.

Ὁ Ὅσιος τὶς μηχανοραφίες τοῦ διαβόλου τὶς διέλυε μὲ τὶς προσευχές του καὶ κυρίως μὲ τὴν νοερὰ προσευχή. Ἤξερε ὄχι μόνον ἀπὸ ὅσα τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ποὺ συνάντησε στὸ μοναστήρι καὶ στὴν ἔρημο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προσωπική του πεῖρα. Προσπαθοῦσε νὰ ἐφαρμόσει τὴν προτροπὴ τοῦ Παῦλου ποὺ λέει ὅτι πρέπει νὰ ἀναφέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ περισσότερες φορὲς ἀπὸ ὅσες ἀναπνέουμε.

Τὰ φτωχικά του ῥοῦχα δὲν ἄργησαν νὰ λιώσουν καὶ ἔτσι ἔμεινε γυμνός. Γιὰ νὰ σκεπαστεῖ ἔφτιαχνε ροῦχα μὲ τὰ φύλλα τοῦ φοίνικος. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν τὸν ἄφησε γυμνό. Εὐδόκησε καὶ φύτρωσαν τρίχες σὲ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔτσι πέτυχε νὰ μὴν αἰσθάνεται τὰ βράδυα τὸ κρύο τῆς ἐρήμου. Ἀκόμα Ἄγγελος Κυρίου τοῦ ἔφερνε ψωμί, γιὰ νὰ μπορεῖ ἀπερίσπαστος νὰ δοθεῖ στὴν προσευχή. Κάθε δὲ Κυριακὴ τὸν ἐπισκεπτόταν Ἄγγελος καὶ τὸν κοινωνοῦσε. Τὴν μέρα ποὺ μεταλάμβανε πλημμύριζε ἀπὸ πνευματικὴ παρηγοριά, δὲν αἰσθάνονταν πεῖνα, δίψα, πόνο ἤ ἄλλη θλίψη.

Ι) Συναντᾶ τὸν Ὅσιο Παφνούτιο.

Ὁ Ὅσιος πολλὲς φορὲς ἐγκατέλειπε τὴν καλύβα του καὶ πήγαινε σὲ πιὸ ἐρημικὰ μέρη γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ βάδιζε γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν καλύβα του, βλέπει ἀπὸ μακρυὰ ἕναν ἄνθρωπο. Τὸν Ὅσιο κατάλαβε καὶ ὁ ἀπρόσμενος ἐπισκέπτης ὁ ὁποῖος ὅταν τὸν εἶδε νὰ βαδίζει σιγὰ-σιγὰ καὶ τὸ σῶμά του νὰ εἶναι σκεπασμένο μὲ τρίχες, νόμισε ὅτι θὰ εἶναι κάτι τὸ πειρασμικό, γιὰ αὐτὸ κρύφθηκε πίσω ἀπὸ ἕνα μεγάλο βράχο ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντά γιὰ νὰ δεῖ τὶ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδε.

Ὁ δασύτριχος ἄνθρωπος πλησίασε στὸ βράχο καὶ κάθησε νὰ ξεκουραστεῖ. Σὲ κάποια στιγμή, φωνάζει:

-Κατέβα δοῦλε τοῦ Κυρίου, Παφνούτιε, καὶ μὴν φοβᾶσαι. Καὶ ἐγὼ ἁμαρτωλὸς εἶμαι καὶ ἀσκοῦμαι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου σὲ αὐτὴν τὴν ἔρημο.

Ὁ Παφνούτιος χαρούμενος πῆγε κοντά του, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ ἔκανε μετάνοια ζητῶντας συγχώρεση καὶ τὴν εὐλογία του. Μετὰ κάθησε κοντά του καὶ τὸν ρώτησε:

-Σὲ παρακαλῶ Ἅγιε Πάτερ, ὅπως ὁ Κύριος σοῦ ἀπεκάλυψε τὰ σχετικὰ μὲ ἐμένα, ἔτσι καὶ ἐσὺ φανέρωσέ μου ἀπὸ ποῦ εἶσαι, πῶς ὀνομάζεσαι καὶ πότε ἦλθες στὴν ἔρημο;

Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος διηγήθηκε τότε στὸν Ὅσιο Παφνούτιο τὴν ζωή του καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνές του. Σὲ κάποια στιγμή, σταμάτησε νὰ μιλάει καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο τοῦ λέει:

-Ἄς σταματήσουμε τὰ λόγια παιδί μου, καὶ ἂς πάμε στὴν κατοικία μου.

Ια) Προετοιμάζεται γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.

Μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση περπάτησαν τρία μίλια μέχρις ὅπου ἔφθασαν στὴν καλύβα τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου. Μπῆκαν μέσα καὶ ἀμέσως προσευχήθηκαν στὸν Κύριο τὸν ὁποῖο εὐχαρίστησαν ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ συναντηθοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν γιὰ τὸν Θεό. Τὸ ὅτι ἡ ὥρα πέρασε χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν φαινόταν ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Ξαφνικὰ στὴ μέση τοῦ κελλιοῦ βλέπουν ἕνα ψωμὶ μεγάλο καὶ ὡραιότατο. Τότε ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος λέει:

-Σήκω παιδί μου, φάε καὶ πιὲς ὅ,τι μᾶς ἔστειλε ὁ Κύριος γιατὶ εἶσαι πολὺ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία καὶ ἂν δὲν φᾶς κινδυνεύεις νὰ ἀῤῥωστήσεις.

Ὁ φιλοξενούμενος ἀπάντησε:

-Ζεῖ Κύριος ὁ Σωτήρας μας μπροστὰ στὸν Ὁποῖο βρισκόμαστε. Δὲν θὰ φάω ὅμως, ἂν δὲν φᾶμε μαζὶ μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη.

Τελικά, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος πείσθηκε νὰ φάει καὶ αὐτός. Ἀφοῦ σηκώθηκαν καὶ ἔκαναν τὴν προσευχή τους ξανακάθησαν νὰ φᾶνε μὲ ὅ,τι τοὺς ἔστειλε ὁ Θεός. Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἔκοψε μὲ τὰ χέρια του τὸ ψωμὶ σὲ κομμάτια καὶ ἀφοῦ ἔφαγαν δόξασαν τὸν Θεό. Στὴν συνέχεια ὁ καθένας ἀσχολήθηκε μὲ ἀτομικὴ προσευχή.

Ὅταν τὸ φῶς τῆς μέρας ἐπέτρεπε νὰ δεῖς καλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ὁ Ὅσιος Παφνούτιος βλέπει ὅτι ἡ ὄψη τοῦ προσώπου τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου ἦταν χλωμή, καὶ ἀλλοιωμένη. Φοβισμένος τὸν ρώτησε γιατὶ συμβαίνει αὐτό. Αὐτὸς ἀπάντησε:

-Μὴ φοβηθεῖς ἀδελφέ, γιατὶ ὁ ἀγαθότατος καὶ σπλαγχνικὸς Κύριος σὲ ἔστειλε γιὰ νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου. Νὰ ποὺ σήμερα τελειώνει ἡ παροικία μου καὶ φεύγει ἡ ψυχή μου γιὰ τὴν ἀνείπωτη εὐφροσύνη τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶ νὰ θυμᾶσαι ὅταν πᾶς στὴν Αἴγυπτο νὰ κηρύξεις στοὺς μοναχοὺς καὶ σὲ ὅλους τοὺς χριστιανούς, ὅτι ζήτησα αὐτὴ τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεό: ὅποιος κάνει τὸ μνημόσυνό μου, καὶ μὲ γιορτάσει ἢ γράψει ἢ διηγηθεῖ τὴν ζωή μου, νὰ μὴν τοῦ ἔλθει πειρασμὸς ἀπὸ τὸν διάβολο.

-Ἅγιε Πάτερ, δῶσέ μου τὴν εὐλογία νὰ μείνω ἐδῶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου.

-Δὲν σὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ μείνεις ἐδῶ, ἀλλὰ μόνο νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου καὶ νὰ εὐφρανθεῖς μὲ τοὺς Ὁσίους δούλους Του ποὺ μένουν σὲ αὐτὴ τὴν ἔρημο, καὶ νὰ κηρύξεις στοὺς φιλόχριστους τὸν τρόπο ζωῆς τους γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσο μποροῦν.

Ἔπεσε στὰ πόδια του ὁ Παφνούτιος καὶ τοῦ εἶπε:

-Ἅγιε Πάτερ, γνωρίζω ὅτι ὅσα ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ σοῦ τὰ δώσει, ἐξαιτίας τῶν ἀγώνων σου. Σὲ παρακαλὼ πολύ, νὰ μὲ εὐλογήσεις νὰ γίνω ὅμοιός σου στὴν ἀρετή, νὰ πάρω ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἴδια δόξα καὶ ὅμοιο στεφάνι στὴν αἰώνια ζωή.

-Ὁ Κύριος νὰ μὴν σὲ λυπήσει γιὰ αὐτὸ ποὺ ζήτησες, ἀλλὰ νὰ σὲ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ στηρίξει στὴν ἀγάπη Του, νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, πειρασμὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία σου. Οἱ Ἄγγελοι Του νὰ σὲ σκεπάσουν καὶ νὰ σὲ φυλάξουν ἀπὸ τὶς ἐπιβολὲς τοῦ ἐχθροῦ, γιὰ νὰ μὴν σὲ βρεῖ ὁ ψυχοφθόρος κανένα φταίξιμο τὴν ὥρα τῆς κρίσης. Ἡ εὐλογία τῆς Παναγίας Τριάδος ἄς εἶναι μαζί σου, τώρα καὶ στὴν ἀτελειώτη αἰωνιότητα.

Στὴν συνέχεια, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος γονάτισε, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια προσευχήθηκε λέγοντας:

-Ὕψιστε Κύριε, ποὺ ἡ δύναμή Σου εἶναι ἀνεξιχνίαστη καὶ ἡ δόξαΣου ἀκατανόητη καὶ ἀνέκφραστη, τὸ δὲ ἔλεός σου ἄπειρο καὶ ἀμέτρητο, ὑμνῶ, εὐλογῶ, προσκυνῶ καὶ δοξάζω ἐσένα ποὺ πόθησα ἀπὸ τὴν νεότητά μου καὶ Σένα ἀκολούθησα. Ἐπάκουσέ με Σὲ παρακαλῶ. Ἐσὺ ποὺ φρόντισες γιὰ μένα τὸν φτωχὸ καὶ ἀπομάκρυνες ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τὴν ψυχή μου καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν μου ἀλλὰ ἔδωσες ζωὴ στὴν καρδιά μου. Σὲ ἱκετεύω Κύριε, σκέπασόν με μὲ τὴν εὐλογία Σου, γιὰ νὰ μὴ ταραχτεῖ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς δαίμονες ὅταν χωρισθεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ παράλαβέ την μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους σου καὶ κατάταξέ την ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, γιατὶ εἶσαι εὐλογητὸς καὶ δοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνες. Μὴν ξεχνᾶς πολυέλεε τοὺς πιστούς. Ὅσους βρεθοῦν σὲ κίνδυνο καὶ προσευχηθοῦν λέγοντας: Παντοδύναμε Κύριε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ δούλου Σου Ὀνουφρίου ἐλέησέ με· ἄκουσέ τους Σὲ παρακαλῶ καὶ χάρισέ τους τὴν Βασιλεία Σου, ὅπως μοῦ ἔταξες.

Ιβ) Ἄγγελοι παραλαμβάνουν τὴν ψυχή του.

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἐκστατικὸς παρακολουθοῦσε ὅλα αὐτά. Στὴν συνέχεια ἀκούει τὸν Ὅσιο νὰ λέει: Κύριε στὰ χέρια σου ἀφήνω τὸ πνεῦμά μου· καὶ τὸν βλέπει νὰ ξαπλώνει στὸ ἔδαφος καὶ νὰ προσεύχεται μυστικά. Τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἔλαμπε σὰν φῶς καὶ μιὰ ἄῤῥητη εὐωδία γέμισε τὴν ἀτμόσφαιρα. Σὲ λίγο στὸ καταγάλανο οὐρανό, ξέσπασαν βροντές, καὶ ἀστραπές, καὶ ὁ χῶρος γέμισε ἀπὸ Ἀγγέλους οἱ ὁποῖοι ψάλλοντας γλυκυτάτους ὕμνους καὶ ἔχοντας στὰ χέρια τους ἀναμμένες λαμπάδες καὶ θυμιατά, πῆραν τὴν ψυχὴ τοῦ Ὁσίου ποὺ ἔμοιαζε μὲ κάτασπρο περιστέρι καὶ ἀνέβηκαν στὸν οὐρανό. Ὅταν ὁ Ὅσιος Παφνούτιος δὲν ἔβλεπε πιὰ τίποτε, σηκώθηκε καὶ ἄρχισε νὰ ἀσπάζεται τὸ Ἅγιο λείψανό ποὺ ἄστραφτε σὰν μαργαριτάρι. Στὴν συνέχεια ἔκανε ὅσα ἔπρεπε γιὰ ἕναν κεκοιμημένο καὶ προσπάθησε νὰ βρεῖ κάποιο ἀντικείμενο γιὰ νὰ ἀνοίξει τὸν τάφο ὅπου θὰ ἐνταφίαζε τὸ ἱερὸ λείψανο. Ἕνα μουγκρητὸ λιονταριοῦ τὸν ἔκανε νὰ φοβηθεῖ. Γυρίζει πρὸς τὴν εἴσοδο τῆς καλύβας καὶ βλέπει δύο λιοντάρια στὰ ὁποῖα εἶπε: Ξέρω ὅτι ὁ Θεὸς σᾶς ἔστειλε νὰ θάψουμε τὸ ἅγιο λείψανο. Πῆρε στὸ χέρι τὸ ῥαβδί του καὶ μὲ αὐτὸ χάραξε πάνω στὴν γῆ τὸ μῆκος τοῦ τάφου. Ἀμέσως τὰ λιοντάρια μὲ τὰ νύχια τους ἔσκαψαν καὶ ἄνοιξαν λάκκο μέσα στὸν ὁποῖο ἔβαλε τὸ ἅγιο λείψανο. Τὰ λιοντάρια μετὰ τὸν ἐνταφιασμό, ἀφοῦ ἔκαναν μετάνοια στὸν Ὅσιο Παφνούτιο, ἔφυγαν.

Μετὰ τὸν ἐνταφιασμό, ὁ Ὅσιος κάθησε καὶ συλλογίζονταν τὴν δόξα ποὺ ἀπελάμβανε στὸν οὐρανὸ ὁ Ὀνούφριος χάρη στὶς ἀγωνιστικὲς προσπάθειές του. Ἀποφάσισε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀσκητέψει στὴν καλύβα αὐτή. Ὅμως δὲν ἦταν αὐτὸ θέλημα Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ κατάλαβε γιατὶ ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὁ ὁποῖος γκρέμισε τὴν καλύβα, ἐξαφάνισε τὸν φοίνικα καὶ τὸ νερό. Ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: Παφνούτιε, πήγαινε στὴν Αἴγυπτο καὶ κήρυξε τὴν ζωὴ τοῦ μακαρίου Ὀνουφρίου καὶ ὅλα ὅσα εἶδες. Πορεύου λοιπὸν εἰς εἰρήνη ἐνδυναμούμενος ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἔκανε ὑπακοὴ καὶ γύρισε στὴν Αἴγυπτο ὅπου μὲ δάκρυα στὰ μάτια διηγοῦνταν στοὺς χριστιανοὺς τὴν ζωὴ τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου καθῶς καὶ ὅλα ὅσα εἶδε στὴν ἔρημο.

 

ΟΣΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ


12 Ιουνίου 

  ΟΣΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ
πηγή :εδώ
Περί τα τέλη του 4ου αιώνα, ο άγιος Παφνούτιος [24 Φεβρ.], που ζούσε σε ένα μοναστήρι στην Αίγυπτο, έλαβε την έμπνευση να διεισδύσει βαθιά στην έρημο προκειμένου να βρει ανθρώπους του Θεού και να λάβει την ευλογία τους. Μετά από πορεία τεσσάρων ημερών, σώθηκαν οι προμήθειές του και εξαντλήθηκε από την ασιτία. Ήλθε όμως άγγελος Κυρίου να τον ενδυναμώσει και τον οδήγησε μετά από δεκατέσσερις ημέρες χωρίς να λάβει τροφή σε έναν άνθρωπο με φοβερή όψη. Ήταν γυμνός και τριχωτός σαν ζώο, μην έχοντας περί την οσφύ του τίποτε άλλο παρά μια ποδιά από κλαδάκια δένδρων. Έμοιαζε με πτώμα - τόσο αποσαρκωμένος ήταν από την άσκηση - και τα μαλλιά του, λευκά σαν το χιόνι, έφταναν μέχρι κάτω στη γη. Φώναξε με το όνομά του τον Παφνούτιο, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ κρυφτεί· και αφού αντάλλαξαν άγιο ασπασμό, του εξιστόρησε τον θαυμαστό βίο του.

Του διηγήθηκε ότι ήταν γιος του βασιλιά της Περσίας και ότι μετά τη γέννησή του, που είχε έλθει μετά από πολλά χρόνια προσευχών των άτεκνων γονέων του, ο πατέρας του είχε λάβει την εκ Θεού αποκάλυψη να τον βαπτίσει δίνοντάς του το όνομα «Ονούφριος» και να τον οδηγήσει αμέσως σε ένα μοναστήρι της Αιγύπτου με σκοπό να τον αφιερώσει στην υπηρεσία του Θεού. Καθ’ οδόν τον θήλαζε μια ελαφίνα, η οποία συνέχισε να τον τρέφει με το γάλα της και μέσα στο μοναστήρι, μέχρι που έγινε τριών ετών. Στην υποδειγματική αυτή αδελφότητα, το παιδί μεγάλωσε με φόβο Θεού και με αγάπη για τις εντολές Του. Ακούγοντας να εγκωμιάζουν διαρκώς τους αναχωρητές, τους συναμιλλόμενους του Προφήτη Ηλιού και του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που εγκαταβιώνουν στην έρημο αποκλειστικά για τον Θεό, στραμμένοι όλοι προς τα μέλλοντα αγαθά και δίχως καμιά ανθρώπινη παρηγορία, κυριεύθηκε από ακόρεστο πόθο να τους μιμηθεί. Εγκατέλειψε τελικά μια νύχτα το μοναστήρι· και στο δρόμο εμφανίσθηκε σε αυτόν ο φύλακας άγγελός του, μέσα σε φως απερίγραπτο, και του υποσχέθηκε να του σταθεί βοηθός μέχρι το τέλος της ζωής του. Τον οδήγησε σε σπήλαιο, όπου ζούσε ένας γέροντας αναχωρητής, εβραϊκής καταγωγής, ο Ερμείας, ο οποίος, αφού τον κατάρτισε για λίγες ημέρες στην πολιτεία των ερημιτών, τον οδήγησε στον τόπο του αγώνα του, κοντά σε έναν φοίνικα και μία καθαρή πηγή. Έκτοτε τον επισκεπτόταν μια φορά τον χρόνο, μέχρι τη μακαρία κοίμησή του.

Ο άγιος Ονούφριος διεξήγαγε στον τόπο αυτό επί εβδομήντα χρόνια αδιάλειπτο αγώνα κατά της φύσεως, της ασθένειας της σαρκός και των δαιμόνων. Υπέμεινε τον καύσωνα, το ψύχος της νύχτας και του χειμώνα, την πείνα, τις ασθένειες, προκειμένου να αποκτήσει τα επαγγελλόμενα από τον Θεό αγαθά σε εκείνους που Τον αγαπούν· δεν του έλειψε ωστόσο ποτέ η θεϊκή αρωγή, κάθε φορά που του ήταν αναγκαία. Όταν τα φορέματά του έπεσαν κουρελιασμένα, ο Κύριος φρόντισε να φυτρώσει σε όλο του το σώμα του άφθονο τρίχωμα που τον προστάτευσε από τις αντιξοότητες του κλίματος και καθημερινά ένας άγγελος ερχόταν να του προμηθεύσει ψωμί για να τρέφεται. Στην ερώτηση του Παφνουτίου σχετικά με τη θεία Μετάληψη, ο Γέροντας αποκρίθηκε ότι κάθε Κυριακή ερχόταν άγγελος και έφερνε σε όλους τους αναχωρητές τη θεία Κοινωνία που επλήρωνε πνευματικής παραμυθίας και ενέργειας για να συνεχίσουν τα παλαίσματά τους. «Έχοντας εγκαταλείψει κάθε μέριμνα του κόσμου τούτου, για να εμπιστευθούμε τον εαυτό μας μόνον στον Θεό, δεν νιώθουμε», του είπε, «ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε άλλη θλίψη. Και όταν κάποιος μεταξύ μας επιθυμεί με νοσταλγία να ξαναδεί τους ανθρώπους, τότε οι άγγελοι τον μεταφέρουν εν οπτασία στον Παράδεισο, όπου βλέπει τον εαυτό του τόσο διάφανο μέσα στο θεϊκό φως που τον διαπερνά, ώστε λησμονεί όλους τους πόνους και τις στερήσεις και με μεγαλύτερη ακόμη φλόγα ξαναρχίζει την άσκησή του».

Ο Ονούφριος οδήγησε κατόπιν τον επισκέπτη του σε μια καλύβα όπου συνέχισαν τη συζήτηση μέχρι το βράδυ. Ο Παφνούτιος είδε τότε μέσα στο κελί ένα ψωμί που ο Θεός είχε στείλει θαυματουργικά γι’ αυτούς· και αφού χόρτασαν, πέρασαν όλη τη νύχτα προσευχόμενοι. Το πρωί ο Ονούφριος αποκάλυψε στον επισκέπτη του ότι ο Θεός τον είχε στείλει μόνο και μόνο για να φροντίσει για τον τάφο του, διότι είχε φθάσει πλέον η ώρα να απέλθει στην ουράνια πατρίδα του. Έδωσε λοιπόν εντολή στον Παφνούτιο να επιστρέψει πίσω στους ανθρώπους για να τους διδάξει την πολιτεία των ερημιτών, ώστε να μπορέσουν να τους μιμηθούν, ο καθένας κατά τη δύναμή του. 
Σήκωσε τότε προς τον Θεό τα χέρια και τα μάτια του λέγοντας με δάκρυα τα εξής ιερά λόγια: «Ύψιστε Θεέ και Αόρατε, Συ που η δύναμή Σου είναι ανεξιχνίαστη και η δόξα Σου ακατανόητη και το έλεός Σου άπειρο και αμέτρητο, Σε υμνώ, Σε ευλογώ, Σε προσκυνώ και Σε δοξάζω, Εσένα που πόθησα από τη νεότητά μου και Σε ακολούθησα. Άκουσέ με, γιατί σε Σένα φώναξα κι Εσύ, όπως και άλλοτε, πρόσεξες την ταπεινότητά μου και έσωσες από δυσκολίες τη ψυχή μου και δεν άφησες να με γραπώσουν τα χέρια των εχθρών μου, αλλά με στερέωσες στην ευρυχωρία της αγάπης Σου. Σε παρακαλώ, Κύριε, σκέπασέ με με τη δεξιά Σου για να μην ταραχθεί η ψυχή μου από τους δαίμονες όταν θα εξέρχεται από το σώμα μου και τοποθέτησέ την όπου κατοικεί το φως του προσώπου Σου, γιατί Εσύ είσαι ευλογητός και δοξασμένος σε όλους τους αιώνες. Θυμήσου, Πανοικτίρμον και Πουέλεε τον πιστό λαό Σου· κι όποιος βρεθεί σε κίνδυνο στη θάλασσα ή κινδυνεύει από τον θυμό του δικαστού σε δίκη ή από όποια άλλη δυσκολία και Σε επικαλεσθεί λέγοντας: “Παντοδύναμε Κύριε, διά πρεσβειών του δούλου Σου Ονουφρίου, ελέησέ με!”, παρακαλώ τη βασιλεία Σου, όπως μου έταξες, άκουσε τη δέησή του!».

Αφού έτσι προσευχήθηκε, ξάπλωσε στη γη, η όψη του έλαμψε από φως που δεν ήταν του κόσμου τούτου και ευωδία πλημμύρισε τον γύρω τόπο. Κατόπιν, αντήχησαν κεραυνοί και άνοιξε ο ουρανός για να κάνει τόπο σε ολόκληρη τη στρατιά των αγγέλων που ερχόταν να παραλάβει τη ψυχή του. Εν μέσω της εορταστικής αυτής συνοδείας ακούστηκε η φωνή του Χριστού που προσκαλούσε τη ψυχή του δούλου Του να προσέλθει στη θεία μακαριότητα. Καθώς ο Παφνούτιος έχυνε άφθονα δάκρυα πάνω στο σκήνωμα του οσίου αναχωρητού και αναρωτιόταν πώς να ανοίξει ένα μνήμα στο κατάξερο έδαφος, πρόλαβαν δύο λιοντάρια που έσκαψαν γι’ αυτόν έναν τάφο, μέσα στο οποίο κατέθεσε το τίμιο σώμα.

Στον δρόμο της επιστροφής, συνάντησε τέσσερεις Γέροντες που έμεναν σε σπήλαιο επί εξήντα χρόνια και πιο πέρα, σε έναν παραδείσιο τόπο, άλλους τέσσερεις νέους ασκητές. Ήσαν ευγενείς από την Οξύρυγχο (Άνω Αίγυπτο) που είχαν εγκαταλείψει τις θύραθεν σπουδές τους για να δεχθούν στην ερημία την αληθινή Σοφία. Ζούσαν χωριστά τις πέντε ημέρες και ξαναβρίσκονταν την Κυριακή για να λάβουν τη θεία Κοινωνία πάλι από έναν άγγελο. Παρά την επιθυμία τους να μείνει μαζί τους, ο Παφνούτιος έπρεπε να συνεχίσει τον δρόμο του και έφθασε, τέλος, στην Αίγυπτο όπου έδωσε μαρτυρία ότι πράγματι άνθρωποι με σάρκα μπορούν να διάγουν βιοτή όμοια με εκείνη των αγγέλων. Πέρασε τον υπόλοιπο βίο του με τρόπο θεάρεστο και εκοιμήθη εν ειρήνη για απέλθει στις ουράνιες αυλές των δικαίων.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος (Ιούνιος),
σελ. 145–153.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

Παρακλητικός Κανών στον Όσιο Ονούφριο τον Αιγύπτιο


Ποίημα Μηλίτση Γεωργίου
Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σου• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μου• ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μου• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τῷ Ὀνουφρίῳ ἐκτενῶς νῦν προσδράμωμεν, ἁμαρτωλοὶ καὶ ταπεινοὶ καὶ προσπέσωμεν, ἐν μετανοίᾳ κράζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς· Ὅσιε βοήθησον σοὺς ἀχρείους ἱκέτας, σπεῦσον ἀπολλύμεθα ἐκ βελῶν τοῦ Βελίαρ, μὴ ἀποστρέψῃς σοὺς δούλους κενούς, σὲ γὰρ προστάτην Ὀρθόδοξοι ἔχομεν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Τῆς Περσίας τὸν γόνον, Θηβαΐδος τὸ καύχημα, καὶ τῶν Ὀρθοδόξων ἁπάντων, ὁδηγὸν καὶ ὑπόδειγμα. Ὀνούφριον τιμήσωμεν πιστοί, τὸν μέγαν τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν, τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς, τοῖς ἐν πίστει προστρέχουσι· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Θεοτοκίον 
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι• εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἔκ σού• σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν΄ (50)
λέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου•ἐπί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου•ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν•ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε,
ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. 
Ἦχος πλ. α΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας. 
νούφριε σπεύδω ἱκετικῶς, πρὸς σὲ ὁ ἀχρεῖος, καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν, ἥν τάχος παράσχου σῷ ἱκέτῃ, καὶ ἐκ χειρῶν τῶν δαιμόνων σὺ ῥῦσαί με.

ργίλος κατέστη ὁ μισερός, διὸ καὶ στενάζω, καὶ ὀδύρομαι θαυμαστέ, καὶ εἰς σὲ προσέρχομαι δακρύων, σοῦ ἐκζητῶν τὴν βοήθειαν Ὅσιε.

Νεότητα σκέπε θαυματουργέ, καὶ φύλαττε ταύτην ἐκ παγίδων τοῦ μισεροῦ, τοῖς δὲ σοὶ προσφεύγουσι παράσχου, χαλινὸν γλώττης Ὀνούφριε ἔνδοξε.

Θεοτοκίον 
Παρθένε προσπίπτω δεητικῶς, καὶ χείρας μου αἴρω, ἐξαιτούμενος ἀρωγήν, ἥν τάχος παράσχου σῷ ἱκέτῃ, ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς Θεοδόξαστε.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἀψίδος 
ρφανῶν ἀνεδείχθης, καταφυγὴ Ὅσιε, καὶ τῶν ἀσθενούντων προστάτης ὁ ἀπαράμιλλος, διὸ προσέρχονταί σοι, τῶν Ὀρθοδόξων χορείαι, καὶ αἰτοῦσιν πάντιμε, τὴν μεσιτείαν σου.

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων, καὶ Πλαστουργὸν ἔνδοξε, σὲ καθικετεύω ὁ τάλας, σὺ ἐξευμένισον, ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρός, τοῦ αἰωνίου παμμάκαρ, καὶ ἰδεῖν τὸν Κύριον, κἀμὲ ἀξίωσον.

Τὴν εἰρήνην παράσχου, ἡμῖν ἀξιάγαστε, καὶ τὰς τῶν ἐχθρῶν ἐπιθέσεις ἀποσκοράκισον, ἵνα διάγωμεν νῦν, ἐν ἡσυχίᾳ καὶ πίστει, καὶ Χριστὸν δοξάζοντες, θεῖε Ὀνούφριε.

Θεοτοκίον 
ρθοδόξων ἐδείχθης, καταφυγὴ Δέσποινα, καὶ τῶν μοναζόντων τὸ κλέος, Θεομακάριστε, τῶν ἀσθενούντων ἀεί, σὺ ἰατρὸς καὶ προστάτης, καὶ χηρῶν ὑπέρμαχος, ἀκατανίκητος.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων Ὀνούφριε σοὺς ἱκέτας, ὅτι πάντες σεμνοπρεπῶς, εἰς σὲ καταφεύγομεν, τὸν φύλακα πάντων τῶν Ὀρθοδόξων.

πιβλεψον ἐν εὐμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή 
Σὺ πρέσβυς θερμός, καὶ τεῖχος ἀκατάβλητον, ἐλέους πηγή, καὶ πάντων καταφύγιον, ἐκτενῶς βοῶμέν σοι· Ὀνούφριε Ὅσιε, πρόφθασον, καὶ ἐκ τῶν νόσων φύλαξον ἡμᾶς, ὁ μόνος ἰατρὸς ὁ ἀλάνθαστος.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε
γείαν παράσχου μοι, Ὅσιε Ὀνούφριε ἱκετεύω σε, καὶ τὰ τέκνα μου προστάτευσον, ἐκ παντοίων νόσων ἀξιάγαστε.

Σὺ τὴν γλῶσσάν μου φύλαξον, ἐκ τῆς κατακρίσεως τρισμακάριστε, καὶ τὸ στόμα μου διάνοιξον, τοῦ δοξάζειν, Κτίστην τὸν τοῦ σύμπαντος.

κ τροχαίου σὺ ῥῦσαί με, ἀθλητὰ Ονούφριε θεοδόξαστε, καὶ μετάνοιαν παράσχου μοι, ἵνα φύγω μάκαρ τῆς κολάσεως.

Θεοτοκίον
Παναγία Πανάχραντε, ἀνεπαίσχυντα τέλη Σὺ παράσχου μοι, καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνασον, τῶν ἐμῶν πταισμάτων Θεοδόξαστε.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς
Δέχου προσευχάς, καὶ δεήσεις ἀξιάγαστε, καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς, τῶν Ὀρθοδόξων καταφύγιον Ὀνούφριε.

ναρχον Θεόν, ἐξευμένισον Ὀνούφριε, καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς, ἵνα δοξάζω σε Ὁσίων ἀκροθίνιον.

Δώρησαι ἡμῖν, τὴν ὑγείαν δεομένοις σου, καὶ τῆς ψυχῆς ὡς καὶ τοῦ σώματος ἀεί, θεοδόξαστε Ὀνούφριε, πάντων σέμνωμα.

Θεοτοκίον 
ασαι Ἁγνή, τῆς καρδίας μου τὰ τραύματα, καὶ τοῦ νοός μου Κόρη τὴν ἔπαρσιν, καὶ ὑγείαν τῇ πρεσβείᾳ σου παράσχου μοι.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν 
γνώμων, φθονερὸς καὶ ἀνανδρος, ἀνεδείχθην ὁ ἱκέτης σου Πάτερ, σπεῦσον καὶ ῥῦσαι Ὀνούφριε τάχος, καὶ εἰς τὴν μάνδραν Χριστοῦ καθοδήγησον, σοῦ δέομαι γονυκλινῶς, Ὀρθοδόξων φρουρὲ ἀκατάβλητε.

Τροχαίου, ἀσθενειῶν καὶ θλίψεων, τὸν ἱκέτην σου ἀπάλλαξον τάχος, καὶ πειρασμῶν καὶ παγίδων ποικίλων, ἅς ὁ σατὰν ἐξυφαίνει διάλυσον, σοῦ δέεται θαυματουργέ, ὁ ἀνάξιος δοῦλος Ὀνούφριε.

Θεράπων, καὶ ἰατρὸς ἀνάργυρος, τοῦ καρκίνου θεοφόρε ἐδείχθης, καὶ λοιμωδῶν νοσημάτων παμμάκαρ, θεραπευτὴς ἀκατάβλητος γέγονας, διὸ ἀσθενοῦντες πιστοί, σοὶ προστρέχονται πίστη Ὀνούφριε.

Θεοτοκίον 
Θυμώδης, ἐριστικὸς καὶ ἄφιλος, ὁ ἀχρεῖός σου ἱκέτης κατέστην, σπεῦσον Παρθένε καὶ σῶσον οἰκέτην, ἵνα ῥυσθῶ αἰωνίου κολάσεως, σοῦ δέομαι Μήτερ Θεοῦ, ἐκ χειρῶν τοῦ
ἀλάστορος σῶσόν με.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων Ὀνούφριε σοὺς ἱκέτας, ὅτι πάντες σεμνοπρεπῶς, εἰς σὲ καταφεύγομεν, τὸν φύλακα πάντων τῶν Ὀρθοδόξων.

χραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἔπ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αἴτησις καί το Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Προστασία
Σὺ προστάτης τῶν χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος, καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀκατάβλητον, μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον θαυματουργέ, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν θερμῶς κραυγαζόντων σοι· ῥῦσαι ἡμᾶς ἐκ πλάνης, καὶ σπεῦσον τοῖς ἀσθενοῦσιν, τῶν Ὀρθοδόξων θαυμαστέ, σὺ εἶ φρουρὸς ὁ ἀνύστακτος.

Προκείμενον: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου, ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου Αὐτοῦ. (γ΄)
Στίχος: Τι ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;

Εὐαγγέλιον· ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (στ΄ 17-23) 
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν Αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺς τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἱ ἦλθον ἀκοῦσαι Αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἄπτεσθαι Αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ Αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ Αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς Αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς Αὐτοῦ, ἔλεγε: Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν ὅτι χορτασθήσεσθε· μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε· μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Χαίρετε ἐν ἐκείνη τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοῦ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Δόξα Σοι Κύριε, δόξα Σοι.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι. 
Ταῖς τού σου Ὁσίου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. 
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: λεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου. 
Ἦχος πλ. Β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι 
Μὴ ἐγκαταλείψῃς με, σὺ τοῦ Χριστοῦ στρατιώτα, Ὀνούφριε Ὅσιε, ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέτου σου, θλῖψις γὰρ ἔχει με, φέρειν οὐ δύναμαι, ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα, σκέπην οὐ κέκτημαι, οὐδὲ καταφύγιον Ἅγιε, πάντοθεν πολεμούμενος, καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλήν σου, κλέος τῶν Ἀγγέλων, καὶ δόξα Ὀρθοδόξων θαυμαστέ, μὴ μοῦ παρίδῃς τὴν δέησιν, τὸ συμφέρον ποίησον.

Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου• ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια• πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας• δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ• προστασίαις τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων• ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου• τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων• τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργῶν• τῶν ἁγίων ἐνδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου τοῦ Αἰγυπτίου, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας
Τρικυμίας τοῦ βίου, καταπράϋνον δέομαι ὁ ἀνάξιος, καὶ δίδως μοι εἰρήνη, χαράν τε καὶ γαλήνην, ἵνα πόθῳ κραυγάζω σοι· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Νικητὴς ἀνεδείχθης, τοῦ σατὰν θεοδόξαστε καὶ προπύργιον, ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ πάντων τῶν ἐν θλίψει, παραμύθιον ἔνδοξε· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Τῶν ἀτέκνων συζύγων, καταφύγιον γέγονας θεοδόξαστε, καὶ τῶν σφοδρῶς ποθούντων, τὸν βίον τῶν Ἀγγέλων, ποδηγέτης ἀλάνθαστος· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον 
Βασιλέως καθέδρα, καὶ πιστῶν καταφύγιον Μήτερ γέγονας, διὸ πιστῶν τὰ πλήθη, προσέρχονται ἀσμένως, καὶ θερμῶς.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα 
Τῶν μοναζόντων, ὁδηγὸς σὺ προστάτης, ἀνεδείχθης Ὀνούφριε μάκαρ, διὸ σὲ ὑμνοῦμεν, ἀπαύστως χριστοδρόμε.

Τὴν νεολαίαν, τῆς ἐκκλησίας τὴν μάνδρα, σὺ ὁδήγησον τάχος τρισμάκαρ, καὶ αὐτῇ παράσχου, ἀκλόνητον τὴν πίστην.

Τοὺς κοιμηθέντας, ὧν αἱ ψυχαὶ εἰς τὰς χείρας, τοῦ Δεσπότου εἰσὶ μὴ παρίδῃς, ἵνα σὲ ὑμνοῦμεν, Ὀνούφριε τρισμάκαρ.

Θεοτοκίον 
Τὰς ἀσθενείς, Σὺ τῆς ψυχῆς ἰατρεύεις, καὶ τοῦ σώματος πάθη διώκεις, διὸ Σὲ δοξάζω, Παρθένε Θεοτόκε.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον
Πηγὴ χαρᾶς ἐδείχθης, Ὀνούφριε μάκαρ, καὶ τῶν ἐν θλίψεσι ὄντων παράκλησις, τῶν δὲ ποθούντων σωθῆναι, τὸ καταφύγιον.

Κρουνὸς πολλῶν θαυμάτων, μάκαρ ἀνεδείχθης, καὶ τῆς νεότητος φύλαξ καὶ πρόμαχος, τῶν δὲ ἐν γήρατι ὄντων, φρουρὸς ἀκοίμητος.

γγέλων πολιτείαν, ἐβίωσας Πάτερ, καὶ τῶν παθῶν καθαιρέτης σὺ γέγονας, διὸ Ὀνούφριε θεόφρων, δόξαν ἀπείληφας.

Θεοτοκίον
Πανάχραντε Μαρία, σώματος τὰ ἄλγη, καὶ συνειδήσεως τύψεις διάλυσον, καὶ οὐρανῶν τὴν εἰρήνη, δίδου ἱκέτας Σου.

ξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.

Καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια
ξιόν ἐστι ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε Ὅσιε Πάτερ, τὸν ἀειμακάριστον καὶ θεοκόσμητον, τὸν προστάτην καὶ φρουρὸν ἡμῶν, τὸν δεδοξασμένον παρὰ Θεῷ, καὶ πεφιλημένον παρὰ πᾶσι χριστιανοῖς, τὸν ἀδιαλείπτως, Θεῷ παρεστηκότα, καὶ νέμοντα ἰάσεις, πᾶσι Ὀνούφριε.

Δόξα ἀναπέμπομεν τῷ Θεῷ, τὸν δόντα προστάτην, Ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς, σὲ θαυματοβρύτα, τῶν μοναστῶν τὸ κλέος, καὶ ὁδοδείκτην πάντων, θεῖε Ὀνούφριε.

Δέχου παρακλήσεις σῶν ἱκετῶν, δέχου ἱκεσίας, καὶ προσάγαγε τῷ Θεῷ, Ὀνούφριε μάκαρ, Αἰγύπτου βλαστὸς θεῖος, καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, κλέος καὶ σέμνωμα.

Χαίροις μοναζόντων ἡ καλλονή, καὶ τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός, χαίροις τῶν ποθοῦντων, ἰδεῖν Θεοῦ τὴν δόξαν, μεσίτης καὶ προστάτης, μάκαρ Ὀνούφριε.

Δόξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή, Πᾶτερ ἀνεδείχθης, καὶ προπύργιον μοναχῶν, καὶ τῆς νεολαίας, φρουρός τε καὶ προστάτης, Ὀνούφριε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

ρφανῶν προστάτης καὶ βοηθός, πεινόντων τροφέας, καὶ ἀνέργων καταφυγή, μάκαρ ἀνεδείχθης, διὸ σὲ θεοφόρε, δοξάζομεν ἀπαύστως, καὶ ὕμνους μέλπομεν.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.

Τό Τρισάγιον
γιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές) 
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι. 
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου. 
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἀπόλυσις, καὶ τὸ Τροπάριον. 
Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ Ξύλου. 
Πάντων, σὺ προστάτης ἀγαθέ, καὶ τῶν σωτηρίαν ποθούντων, σὺ εἶ φρουρὸς ἀσφαλής, ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν, τῶν Ὀρθοδόξων πληθύς, πρεσβευτὴν ἀκατάβλητον, καὶ μέγαν μεσίτην, οἱ κατατρυχόμενοι ὑπὸ ποικίλων παθῶν, κλέος ἀνεδείχθης καὶ δόξα, διό σοι προσπίπτωμεν πόθῳ, πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι Ὀνούφριε.

Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.


Δημοφιλείς αναρτήσεις