Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΝΟΝΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΝΟΝΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

Ερμηνεία εις τον Κανόνα ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ - Ωδή ζ’


 

Του Οσίου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου
Ερμηνεία εις τον Κανόνα 
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ  
Ήτοι της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου

Ποίημα όντα Ιωάννου του Δαμασκηνού 

Ωδή ζ’. Ο Ειρμός.
Ο Παίδας εκ καμίνου ρυσάμενος, γενόμενος άνθρωπος, πάσχει ως θνητός, και δια πάθους το θνητόν, αφθαρσίας ενδύει ευρπέπειαν, ο μόνος ευλογητός των πατέρων, Θεός και υπερδένδοξος.

Ερμηνεία.
Ο Χριστός, λέγει, όστις καθό Θεός εσυγκατέβη το παλαιόν εις την Βαβυλωνίαν κάμινον εις είδος και μορφήν Αγγέλου, και διέσωσε τους τρεις Παίδας αβλαβείς από την φλόγα της καμίνου, ώστε δεν ηνώλησεν αυτούς το πυρ ουδέ μέχρι τριχός. «Ο δε Άγγελος, φησί, Κυριου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός εκ της καμίνου, και εποίησε το μέσον της καμίνου ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ, ουδέ ελύπησεν, ουδέ παρηνώχλησεν αυτούς» (Αιν. 25). Αυτός εκείνος, λέγω, ο τους τρεις Παίδας διασώσας, ύστερον γενόμενος άνθρωπος ως εγώ, και πτωχεύσας την ιδικήν του θνητότητα, πάσχει καθό θνητός. Πλην δια μέσου του ιδίου πάθους ενδύει ευπρέπειαν αφθαρσίας το θνητόν φύραμα του Αδάμ και το ιδικόν μας. επειδή όχι μόνον αυτός ενεδύθη μετά την ανάστασιν ευπρέπειαν και αφθαρσίαν καθό άνθρωπος, ως λέγει ο θείος Δαβίδ, «Ο Κύριος εβασίλευεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο» (Ψαλ. ψβ’ 1), αλλά και ημάς τους φθαρέντας από την αμαρτίαν ενέδυσε την αφθαρσίαν δι’ υπερβολήν αγαθότητος, και δια την φυσικήν οικειότητα και συγγένειαν όπου είχε η παρ’ αυτού προσληφθείσα ανθρωπότης με την ιδικήν μας ανθρωπότητα.

Ότι δε ο εν μορφή Αγγέλου καταβάς εις την κάμινον και διαφυλάξας αφλέκτους τους τρεις Παίδας ήτον ο Μονογενής Υιός του Θεού, εμαρτύρησε καιαυτός ο βασιλεύς Νοαβουχοδονόσορ, λέγων. «Ως δε εγώ ορώ άνδρας τέσσαρας λελυμένους και περιπατούντας εν μέσω του πυρός, και διαφθορά ουκ έστιν εν αυτοίς και η όρασις του τετάρτου ομοία Υιώ Θεού» (Δαν. γ’ 25), και πολλοί δε Πατέρες τον καταβάντα Άγγελον εν τη καμίνω ενόησαν ότι είναι ο της μεγάλης βουλής του Πατρός Άγγελος, κατά τον Ησαΐαν. Όρα δε πως ο Μελωδός προσφυώς εσυνάρμοσε τον Ειρμόν τούτον και με την εβδόμην Ωδην των τριών Παίδων, και με την εορτήν της Αναστάσεως. καθώς γαρ οι τρεις Παίδες εφυλάχθησαν αβλαβείς και αδιάφθοροι από την φλόγα της καμίνου. ούτω και το φθαρτόν και θνητόν σώμα του Κυρίου όχι μόνον εν τω τάφω δεν έπαθε διαφθοράν (ήτοι διάλυσιν εις τα εξ ων συνετέθη στοιχεία), αλά και την αφθαρσίαν και αθανασνίαν προσέλαβεν.

Τροπάριον.
Γυναίκες μετά μύρων θεόφρονες, οπίσω σου έδραμον. ον δε ως θνητόν, μετά δακρύων εζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουασι ζώντα Θεόν, και Πάσχα το μυστικόν, σοις Χριστέ μαθηταίς ευηγγελίσαντο.

Ερμηνεία.
Τούτο το Τροπάριον εδανείσθη υπό του Μελωδού από το Άσμα των ασμάτων. ούτω γαρ εκεί η νοητή νύμφη ψυχή αγαπητικώς βοά προς τον νοητόν Νυμφίον Χριστόν. «Μύρον εκκενωθέν όνομά σου. δια τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε, είλκυσάν σε, οπίσω σου εις οσμήν μύρων σου δραμούμεν» (Ασμ. α’ 3-4). Εκόλλησε δε και επροσάρμοσεν ευφυώς το ρητόν τούτο του Άσματος με την ιστορίαν των Μυροφόρων, με ολίγην όμως παραλλαγήν. καθότι εκείναι μεν αι εν τω Άσματι αναφερόμεναι ήτον νέαι, και έτρεχον οπίσω του Νυμφιου δια να μυρισθούν από το νοητόν μύρον εκείνου. αύται δε αι Μυροφόροι ήτον γηραιαί, και έτρεχον δι ανα μυρίσουν εξεναντίας τον τεθαμμένον Νυμφίον Ιησούν. δύναται όμως να ειπή τινάς ότι και αι Μυροφόροι αι τα μύρα προσφέρουσαι εις το σώμα του Κυρίου επρόσφερον αυτά δια να μυρισθούν πνευματικώς από εκείνον, και ότι και αι Μυροφόροι νεάνιδες ήτον, επειδή κατά την αρετήν ήτον νέαι και ακμάζουσαι. κατά δε τα άλλα αρμόζει και εις τας Μυροφόρους το ανωτέρω ρητόν του Άσματος. επειδή αυταί όχι μόνον ηγάπησαν τον Δεσπότην Χριστόν, όστις είναι ο νοητός Νυμφίος των ψυχών, και έδραμον οπίσω αυτού, πάντα τα του Κόσμου καταλιπούσαι, αλλά και ετράβιξαν αυτόν μέσα εις τας καρδίας των, και εκεί είχον αυτόν εντετυπωμένον δια της αγάπης, και τούτο ελάτρευον νοερώς ως Θεόν και Κύριον, κατά το άλλο ρητόν της ασματιζούσης Νύμφης το λέγον. «Ευρόν ον ηγάπησεν η ψυχή μου. εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν, έως εισήγαγον αυτόν εις οίκον Μητρός μου και εις ταμείον της συλλαβούσης με» (Ασ. γ’ 4) . οίκος δε και ταμείον είναι η του ανθρώπου καρδία. Μήτηρ δε και συλλαβούσα είναι η σοφία του Θεού η τα πάντα κτίσασα και αυτήν την καρδίαν, κατά τους ερμηνευτάς του Άσματος, και μάλιστα κατά τον Νύσσης Γρηγόριον και τον Θεοφόρον Μάξιμον.

Ταύτα λοιπόν ηξεύρων ο θείος Ιωάννης, ούτως λέγει. Αι θεόφρονες και μυροφόροι γυναίκες έδραμον οπίσω σου, Θεάνθρωπε Δέσποτα, με μύρα ομού και με δάκρυα. και τα μεν μύρα επρόσφερον ή δια τιμήν θεοπρεπή κατά τον Θεόδωρον, ή, μάλλον και αληθέστερον ειπείν, δια να αλείψουν το νεκρόν σώμα σου, κατά την συνήθειαν όπου είχον οι Ιουδαίοι, ίνα μείνη ευώδες και μη πάθη καμμίαν δυσωδίαν. «Διαγενομένου γαρ, φησίν, (ήτοι διαπεράσαντος) του Σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή[1] και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσι αλείψωσιν αυτόν». Επειδή, κατά τον Ιερόν Θεοφύλακτον, ουδέν μέγα, ουδέ άξιον της του Ιησού Θεότητος εφρόνουν αι γυναίκες αύται, δια τούτο μύρα ηγόρασαν, και να αλείψουν το νεκρόν σώμα του Κυρίου επροθυμοποιήθησαν. και τα μεν μύρα δια τούτο επρόσφερον, τα δε δάκρυα δια να δείξουν την θερμήν αγάπην όπου είχον εις τον Διδάσκαλόν των Ιησούν, υπό της οποίας καταφλεγόμεναι, ποταμηδόν τα δάκρυα έχεον ίνα με αυτά σβύσουν ολίγον την φλόγα της καρδίας των. όθεν είπεν ο άγιος Ισαάκ. «Όταν κινηθή η μνήμη του Θεού εν τη διανοία αυτού (του αγαπώντος δηλ. τον Θεόν), ευθέως η καρδία αυτού κινείται εν τη αγάπη αυτού, και οι οφθαλμοί αυτού καταφέρουσι δάκρυα δαψιλώς. έθος γάρ έχει η αγάπη εκ της μνήμης των αγαπητών εξάπτειν δάκρυα» (Λόγος πε' σελ. 53).

Επρόσφερον ακόμη τα δάκρυα, διότι δεν ευρήκαν το ποθούμενον σώμα του γλυκυτάτου Ιησού. ει γαρ εύρισκον αυτό, ίσως ήθελαν λάβειν ολίγην παρηγορίαν της θλίψεως και αγάπης των. μη ευρούσαι δε τούτο απαρηγορήτως λοιπόν έκλαιον και εδάκρυον, την στέρησιν τοιούτου Διδασκάλου και Ευεργέτου και Σωτήρος μη φέρουσαι. ηξεύρουσι γαρ αι φιλόθεοι ψυχαί και καρδίαι τι αξίζει ο Θεός και ο Ιησούς, και δια τούτο, όταν τον στερηθούν, τρέχουν επάνω και κάτω, τον ζητούν επιμόνως, και χύνουν δι’ αυτόν αιματωμένα δάκρυα. όθεν και ο Δαβίδ έκλαιεν απαρηγόρητα δια την του Θεού στέρησιν. διό έλεγεν. «Εγεννήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός, εν τω λέγεσθαί μοι καθ’ εκάστην ημέραν. που εστίν ο Θεός σου;» (Ψαλ. μα’ 4).

Αι γυναίκες λοιπόν διά τούτο επρόσφερον τα μύρα και τα δάκρυα. όθεν ακούσασαι από τον ζητούμενον αναστάντα Χριστόν να τας ειπή. Χαίρετε. και τον Άγγελον να λέγη εις αυτάς. «Αλλ’ υπάγετε είπατε τοις Μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν» (Μαρ. στ’ 7) ταύτα, λέγω, ακούσασαι, μετέβαλον μεν τα δάκρυα εις χαράν, και εσέ τον Χριστόν, όπου εζήτουν πρότερον ως θνητόν, επροσκύνησαν χαίρουσαι ύστερον ως ζωντανόν ομού και ως Θεόν, ευηγγέλισαν δε και εις τους Αποστόλους σου το Πάσχα το μυστικόν, τουτέστιν την σην ανάστασιν. Βλέπε δε, αγαπητέ αναγνώστα, πόσην μεγάλην ωφέλειαν προξενούσι τα δάκρυα. διότι αυτά έκαμαν τας Μυροφόρους γυναίκας να ιδούν τον αναστάντα Χριστόν. αυτά τας έκαμαν να ιδούν τους Αγγέλους. αυτά τας εκατάστησαν να γένουν της αναστάσεως πρώται κήρυκες, και να χρηματίσουν των Αποστόλων και Ευαγγελιστών του Κυρίου ευαγγελίστριαι[2].

Δια τούτο και Γρηγόριος ο Θεολόγος ταύτην την Σωτήριον συμβουλήν δίδει εις κάθε ψυχήν να είναι πρόθυμος και να δακρύη, ίνα αξιωθή να απολαύση νοερώς εκέινα όπου ηξιώθησαν να ιδούν αι μυροφόροι αισθητώς, ούτω λέγων. «Καν Μαρία τις ης, καν η άλλη Μαρία, καν Σαλώμη, καν Ιωάννα, δάκρυσον ορθρία. ίδε πρώτη τον λίθον ηρμένον, τυχόν δε και τους Αγγέλους και Ιησούν αυτόν» (Λόγος εις το Πάσχα)[3]. Λέγει δε και ο μέγας Αθανάσιος, πανηγυρίζων εις την Καινήν Κυριακήν ταύτα. «Αναστάς ο Χριστός, προ των μαθητών ταις γυναιξίν εωράτο, και αι γυναίκες τοις Αποστόλοις ευηγγελίζοντο του Χριστού την ανάστασιν. και τούτο εικότως. το γαρ κατά της Εύας έρειγμα (σύντριψις) τω Διαβόλω περιετρέπετο. όθεν γαρ ώδευσεν η νόσος, εκείθεν η θεραπεία προέρχεται. όθεν ο θάνατος ήρξατο, εκείθεν η ανάστασις φαίνεται. γυνή και της παραβάσεως αιτία και της αναστάσεως κήρυξ. η τον πρώτον Αδάμ προς πτώσιν χειραγωγήσασα, τον δεύτερον Αδάμ αναστάντα μαρτύρεται». Έφη δε και ο Χρυσόστομος. «Είδετε όσης ηξιώθησαν τιμής αι γυναίκες δια την προσεδρίαν; μιμησώμεθα τούτων τον ζήλον και άνδρες, και τιμήσωμεν κατά δύναμιν την της αναστάσεως ημέραν, ουχί μύρα και αρώματα βαστάζοντες αισθητά, αλλά την από των πράξεων της αρίστης πολιτείας ευωδίαν επιφερόμενοι. και καθάπερ αύται μιθσόν της υπομονής ειλήφασι το καταξιωθήναι προ των άλλων απάντων αυτόν θεάσασθαι τον Δεσπότην μετά την ανάστασιν, και τους πόδας κατασχείν και προσκυνήσαι. ούτω και ημών εκάστω έξεστιν, ει βουληθείημεν, ου μόνον τους πόδας κατασχείν, αλλά και αυτόν όλον λαβείν» (δια της μεταλήψεως δηλαδή) (Λόγος εις την ταφήν και Ανάστασιν Τόμος ε’). Αλλά και ο της Αλεξανδρείας θεσπέσιος Κύριλλος ερμηνεύων το του Ησαΐου εκείνο «Γυναίκες ερχόμενοι από θέας δεύτε. ου γαρ λαός εστίν έχων σύνεσιν» (Ησ. κζ’ 11), ούτω λέγει. «Ουκούν αφιεμένου του Ισραήλ, υμείς αι σοφαί γυναίκες, φησίν (ο Ιησούς), ήκετε και μάλα γοργώς, ευαγγελιζόμεναι την ανάστασιν του τον θάνατον αποκτείναντος. Διατί δε ούχ οι μαθηταί τεθέανται πρώτοι τον του θανάτου το κράτος παραλύσαντα Ιησούν, ώφθη δε γυναιξί, το της αποστολής αξίωμα περιθείς; Προς δη τούτο φαμέν ότι γένομεν άνθρωπος ο Μονογενής του Θεού Λόγος ίνα θεραπεύση το αρρωστούν και των αρχαίων αιτιαμάτων απαλλάξη τον άνθρωπον. Έδει ουν έδει χαρίσασθαι γυναιξί το ευαγγελίσασθαι πρώταις την ανάστασιν. επειδή γαρ η πρώτη και αρχαιοτέρα γυνή παρεκόμισε τον Αδάμ εις παράβασιν ταις του όφεως υπηρετούσα φωναίς, και γέγονεν αύτη το θανάτου πρόξενος, πως ουκ έδει των ούτω δεινών εγκλημάτων αποκρούσασθαι τας αιτίας δια της αποστολής; ου γαρ επλεόνασε, φησίν, η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Τροπάριον.
Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, αιωνίου απαρχήν, και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον.

Ερμηνεία.
Εις το Τροπάριον τούτο δείχνει ο Μελωδός πόσα αγαθά απολαύσωμεν από τον αναστάντα Χριστόν. διότι, αν και ένα πράγμα φαίνεται ότι είναι το εορταζόμενον η Ανάστασις, μυρία όμως είναι τα καλά όπου συν τη Αναστάσει εχαρίσθησαν εις ημάς. Δια τούτο δε λέγει ο χαριτώνυμος Ποιητής ότι ημείς οι ορθόδοξοι εορτάζομεν σήμερον την νέκρωσιν του θανάτου, διότι επειδή ημείς εζήσαμεν εν τω αναστάντι Χριστώ, ενεκρώθη ο θάνατος, τουτέστιν αργός και ανενέργητος έμεινε, και πλέον δεν ενεργεί εις τους ανθρώπους την νεκροποιόν αυτού και θανατηφόρον ενέργειαν. ώστε ημείς πρέπει να περιπαίζωμεν τον θάνατον, και καταπατούντες την τυραννίαν του, να λέγωμεν τον επινίκιον εκείνον ύμνον μαζί με τον Ωσηέ. «Που σου, θάνατε, το κέντρον;» (Ωσ. ιγ’ 14) και μαζί με τον Απόστολον, «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» . (α’ Κορ. ιε’ 54) και πάλιν με τον Ωσηέ «Εκ θανάτου λυτρώσομαι αυτούς» (Ως. ιγ’ 14).

Ημείς ακόμη εορτάζομεν σήμερον και τον κρημνισμόν και απώλειαν του Άδου. του γαρ Χριστού υπέρ ημών καταβάντος εις Άδην, και τας εκείσε φυλακωμένας ψυχάς των δικαίων ελευθερώσαντος, δεν έχει πλέον ο Άδης καμμίαν δύναμιν καθ’ ημών. επειδή ημείς οι τω Χριστώ πιστεύοντες και τας εντολάς αυτού φυλάττοντες δενν απερχόμεθα μετά θάνατον εις τον σκοτεινόν Άδην, καθώς οι πάλαι δίκαιοι, αλλά απέρχονται αι ψυχαί μας εις τας ουρανίους και φωτεινάς μονάς, και απολαμβάνουσι μεν μερικήν απόλαυσιν, περιμένουσι δε να λάβουν και το τέλειον της μακαριότητος μετά την εκ νεκρών ανάστασιν[4]. ώστε ημείς εμπορούμεν να περιπαίζωμεν και τον Άδην και καταπατούντες αυτόν, να λέγωμεν (Ωσ. ιγ’ 14), και μετά των τριών Παίδων να φωνάζωμεν. «Εξείλετο ημάς (ο Θεός) εξ Άδου και εκ χειρός θανάτου έσωσεν ημάς» (Αίνος των τριών Παίδων 65).

Ημείς προς τούτοις εορτάζομεν σήμερον άλλης ζωής αρχήν: ήτοι της αιωνίου, της μενούσης και μη εχούσης τέλος ποτέ. το οποίον είναι ένα υπέρτατον χάρισμα, και μία ευεγερσία μεγαλυτέρα από τας άλλας δύο. διότι αν καθ’ υπόθεσιν αναστάς ο Χριστός ήθελε μας χαρίση να ζήσωμεν μίαν μακαρίαν ζωήν εις τους Ουρανούς, συντροφευμένην από όλα τα αγαθά, όχι όμως αιωνίαν και ατελεύτητον, και τούτο βέβαια ήθελε νομίζεται εις ημάς ένα μέγα χάρισμα, καιμία ευτυχία πλουσιωτάτη. το δε να μας χαρίση τοιαύτην μακαρίαν και πλήρη πάντων των αγαθών ζωήν, έπειτα να προσθέση κα το να μη έχη τέλος η τοιαύτη ζωή, αλλά να είναι αιωνία και ατελεύτητος, τούτο αληθώς είναι ένα χάρισμα των χαρισμάτων, ένα αγαθόν των αγαθών, και μία ευεργεσία των ευεργεσιών. όθεν ο Κύριος περί τούτου έλεγεν. «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιω. ι’ 10). Τι δε είναι το περισσόν τούτο; Είναι το αιώνιον της ζωής εκείνης, και πεπληθυσμένον από κάθε αγαθόν, καθώς ερμηνεύει ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος. δια τούτο δίκαιον είχεν ο μέγας Αθανάσιος να πανηγυρίζη εις το Πάσχα και να προοιμιάζη ούτως. «Ει ταις των Αγγέλων ενήν προ το παρόν χρήσασθαι γλώτταις, και φωνάς αθανάτους η των θνητών εκτήσατο φύσις, ετόλμησε μόλις αν τας της εορτής υμνήσαι δωρεάς. υπερβαίνει γαρ αληθώς κτίσεως μέτρα τα δώρα της χάριτος. θάνατος εξ ανθρώπων ελαύνεται. και Άδης την πολυετή δυναστείαν αποτίθεται. και γένος ανθρώπων αμαρτίας νόμω κατάδικον τη της χάριτος δωρεά βασιλεύειν διδάσκεται» . και εν τω εις την Καινήν Κυριακήν ούτω προοιμιάζει. «Χριστός εγερθείς εκ νεκρών, όλην την ζωήν των ανθρώπων εορτήν απειργάσατο».

Επιφέρει δε ο Μελωδός ότι δια τα ανωτέρω τρεις μεγάλας ευεργεσίας όπου ελάβομεν ημείς οι Χριστιανοί πρέπει να σκιρτώμεν και να χορεύωμεν, και χορεύοντες να υμνώμεν και να ευχαριστώμεν τον πρωταίτιον τούτων Χριστόν, ο οποίος δια της αναστάσεως του εχάρισε τα αγαθά ταύτα εις ημάς, και μόνος αυτός είναι ευλογητός και υπερέδοξος Θεός των Πατέρων ημών. Λέγει δε τουτο δια να φανερώση ότι είναι εβδόμη Ωδή, της οποίας ο λόγος ούτος είανι χαρακτηριστικός. αν γαρ δια κάθε παραμικρόν αγαθόν όπου ελάβομεν εκ Θεού έχομεν χρέος να ευχαριστώμεν αυτόν, καθώς μας παραγγέλλει ο Απόστολος. «Εν παντί ευχαριστείτε» (α’ Θεσ. ε’ 18), πόσω μάλλον χρεωστούμεν να ευχαριστώμεν αυτόν, καθώς μας παπόσω μάλλον χρεωστούμεν να ευχαριστώμεν αυτόν, καθώς μας παρεγγέλλει ο Απόστολος. «Εν παντί ευχαριστείτε» (α’ Θεσ. ε’ 18), πόσω μάλλον χρεωστούμεν να ευχαριστώμεν τον Θεόν όπου μας εχάρισε τοιαύτα μεγάλα, τοιαύτα θεοπρεπή και τοιαύτα ακατάληπτα και ανεκδιήγητα αγαθα[5].

Τροπάριον.
Ως όντως ιερά και πανέορτος αύτη η σωτήριος, νυξ και φωταυγής, της λαμπροφόρου ημέρας, της εγέρσεως ούσα προάγγελος, εν η το άχρονον φως, εκ τάφου σωματικώς, πάσιν επέλαμψεν.

Ερμηνεία.
Και τούτο το Τροπάριον ερανίσθη ο Μελωδός από την ρητορικήν Σειρήνα Γρηγορίου του Θεολόγου. λέγει γαρ εκείνος εν τω εις το Πάσχα λόγω αυτού περί της φωταγωγίας όπου εποίουν οι τότε Χριστιανοί, ανάπτοντες λαμπάδας και αγρυπνούντες όλην την νύκτα ταύτην έως της εβδόμης ώρας, και προσμένοντες την του Κυριου ανάστασιν. αλλ’ άκουσον αυτολεξεί και τα λόγια του. «Καλή μεν και η χθες (χθες δε είρηται, καθό προοιμοιάζει την ανάστασιν, και ουχί ως ενεστώσαν εορτάζει)[6] ημίν λαμπροφορία και φωταγωγία, ην ιδία τε και δημοσία συνεστησάμεθα, δαψιλεί τω πυρί την νύκτα καταφωτίζοντες, και του μεγάλου φωτός αντίτυπος. καλλίων δε η σήμερον (ήτοι το μετά την ανάστασιν διάστημα έως εσπέρας της Κυριακής. καθότι από της εσπέρας αρχίζει η εκκλησία το νυχθήμερον, και τελειώνει αυτό έως εις την άλλην εσπέραν) και περιφανεστέρα. όσω χθες μεν πρόδρομον ην του μεγάλου φωτός ανιταμένου το φως (ιδού, πως εξηγεί το Χθες ο Θεολόγος) και οίον ευφροσύνη τις προεόρτιος. σήμερον δε την Ανάστασιν αυτην εορτάζομεν, ουκ έτι ελπιζομένην, αλλ’ ήδη γεγενημένην».

Ταύτα λοιπόν τα λόγια του Θεολόγυ μελουργών ο χαριτώνυμος Ιωάννης, λέγει. Αληθώς ιερά και πανεόρτιος εστάθη αύτη η σωτήριος νύκτα της Κυριακής του Πάσχα: ήτοι το από της εσπέρας αρχόμενον διάτημα μέχρι της εβδόμης ώρας της νυκτός, ότε εορτάζομεν την Ανάστασιν του Κυρίου. Ακολούθως δε λέγει την αιτίαν, δια την οποίαν ετίμησε το διάστημα αυτό της νυκτός με τοιαύτα ένδοξα και σεμνά ονόματα. επειδή, λέγει, το εξάωρον αυτό διάστημα της νυκτός είανι πρόδρομον και προάγγελον και προοίμιον της λαμπροφόρου ημέρας της του Κυρίου Αναστάσεως. Ημέραν δε ονομάζει το από της εβδόμηης ώρας της νυκτός μέχρι της εσπέρας της Κυριακής εκτεινόμενον διάστημα. εν τω διαστήματι γαρ τούτω εορτάζεται η Ανάστασις του Κυρίου. καθότι εξέλαμψεν εις όλους από της Θεότητος: ήτοι αυτός ο Μονογενής Υιός του Θεού, το άναρχον και αΐδιον και αληθινόν φως, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον Κόσμον, κατά την του Ιωάννου φωνήν (Ιω. α’ 9). Θαυμαστικώς δε φαίνεται ότι προσφέρει ο Μελωδός τας φωνάς ταύτας του αχρόνου φωτός. διότι, αν το χρονικόν και κτιστόν τούτο φως του Ηλίου, από τας απειρομεγέθεις των ορώντων, ενώ καθ’ εκάστην ημέραν ανατέλλει, και οι οφθαλμοί μας εσυνείθισαν να τον βλέπουν, πόσω μεγαλύτερον θαύμα είναι να ανατέλλη από ένα τόσον μικρόν τόπον, όσον ήτον ο τάφος του Κυρίου, το άχρονον και αΐδιον και άκτιστον φως της Θεότητος, ενώ μίαν και μόνην φοράν ανέτειλεν από αυτόν, το οποίον κάμνει το θαύμα παραδοξότερον δια το ασύνηθες; 

[1] Δεν δύναμαι εδώ να σιωπήσω τα διηγήματα όπου αναφέρει ο άγιος Μόδεστος ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων περί της Μαγδαληνής Μαρίαςείναι γαρ αληθώς γλαφυρά και τοις φιλολόγοις πολυπόθητα άπερ διηγειται ο Κριτικώτατος Φώτιος εν τη Μυριοβίβλω αναγνώσει διακοσιοστή εβδομηκοστή Πέμπτη σελ. 834 έχει δε ούτω. «Τον έβδομον αριθμόν και επί της αρετής και επί της κακίας ευρίσκομεν την Γραφήν παραλαμβάνουσαν.  Εικότως ου την Μαρίαν εκλέγεται την Μαγδαληνήν ο Σωτήρ, αφ’ ης εκβεβλήκει δαιμόνια επτά, ίνα τον άρχοντα της κακίας δι’ αυτής απελάση της ανθρωπίνης φύσεωςότι, φησίν, αι ιστορίαι την Μαγδαληνήν ταύτην δια βίου παρθένου διδάσκουσι, και μαρτύριον δε αυτής φέρεται, εν ω λέγεται δια την άκραν αυτής παρθενίαν και καθαρότητα, ως ύαλον αυτήν καθαρόν τοις βασανισταίς φαίνεσθαιότι, φησί, μετά την κοίμησιν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου πορευθείσα εις Έφεσον προς τον ηγαπημένον μαθητήν (Ιώαννην), εκείσε τον δρόμον τον Αποστολικόν δια του Μαρτυρίου η μυροφόρος αύτη Μαρία ετελείωσε, μη θελήσασα μέχρι της τελευτής χωρισθήναι του Παρθένου και Ευαγγελιστού Ιωάννουότι ώσπερ, φησίν, η απαρχή των Αποστόλων Πέτρος ωνομάσθη δια την ασάλευτον πίστιν, ήν είχεν επί Χριστόν την πέτρανούτω και αύτη αρχηγός των μαθητριών γενομένη, δια την καθαρότητα αυτής και τον πόθον ον ειχε εις αυτόν Μαρία ομωνύμως τη Μητρί παρά του Σωτήρος προσηγόρευταικαι ώσπερ τω Δεσπότη (Χριστώ) των μαθητών ηκολούθει ο χορόςούτω τη Δεσποίνη και Μητρί του Κυρίου ηκολούθει των μαθητευομένων γυναικών ο χορόςεθαύμαζον γαρ, φησί, ποτέ οι μαθηταί, ότι μετά γυναικός ελάλει ο Κύριοςδήλον ως ουκ ούσης τοιαύτης συνηθείας τω Κυρίω, αλλά τον ευαγελικόν δρόμον της Μητρός του Δεσπότου συνεξανυούσης τω Υιώ και δημιουργώ, και αύται οι μυροφόροι συνακολουθούσαι αυτή, τω κοινώ Δεσπότη εκ των υπαρχόντων εν τοις αναγκαίοις και τοις μαθηταίς διηκόνουν» (Λόγος εις τας Μυροφόρους).  Και τούτο δε προσημειούμεν, ότι η της μυροφόρου και ισαποστόπου ταύτης Μαρίας της Μαγδαληνής ιερά χειρ ευρίσκται εν τη ιερά και σεβασμίω μονή του νέου Κοινοβίου της Σιμωνόπετρας κατά το Αγιώνυμον Όρος του Άθω, θαύματα βρύουσα και χάριτας ιαμάτων πηγάζουσα, ως ποταμός αένναοςκαθώς μαρτυρούσιν οι ταύτην ιδόντες και μετ’ ευλαβείας ασπασάμενοι.

[2] Ότι δε γυνή πρώτη είδε τον αναστάντα, βαθέως τούτο αποδεικνύει ο Θεσσαλονικής Θείος Γρηγόριος ούτω προοιμιάζων εν τω εις τας Μυροφόρους λόγω αυτού.  «Η του Κυρίου ανάστασις της ανθρωπίνης φύσεώς έστιν ανανέωσις, και του πρώτου δια την αμαρτίαν θανάτω καταπεσόντος Αδάμ, και δια θανάτου προς γηνόθεν επλάσθη, παλινδρομήσαντος, αναζώωσις και ανάπλασις και προς ζωήν αθάνατον επανέλευσις.  Ώσπερ ουν εκείνος την αρχήν πλαττόμενον και ζωούμενον είδεν ουδεις ανθρώπωνούπω γαρ εν εκείνη τη ώρα των ανθρώπων τις ην, μετά δε το λαβείν πνοήν ζωής, δι’ εμφυσύματος θείου, πρώτη των άλλων είδε γυνήπρώτη γαρ Εύα μετ’ εκείνον ην εν ανθρώποιςούτω και τον δεύτερον Αδάμ, ος έστιν ο Κύριος, ανιστάμενον εκ νεκρών είδεν ουδείς ανθρώπωνπαρήν γαρ ουδεις των οικείων, οι τε το μνήμα φυλάσσοντες στρατιώται τω φόβω σεισθέντες, ωσεί νεκροί γενόνασι μετά δε το αναστήναι, πρώτη των άλλων είδε γυνή, καθάπερ ηκούσαμεν ευαγγελιζομένου του Μάρκου σήμερον».

[3] Ταύτα ερμηνεύει ο σχολιαστής Νικήτας. «Μαρία Μαγδαληνή είναι κάθε ψυχή Πρακτική καταρθείσα δια του λόγου των ευαγγελικών εντολών, ως από δαιμόνια από την προσπάθειαν της εβδοματικής ταύτης ζωήςΣαλώμη δε ειρήνη ερμηνευομένη, είναι η ψυχή εκείνη όπου νικήση τα πάθη, και υποτάξη το σώμα εις την ψυχήν, και δια θεωρίας πνευματικών νοημάτων την των όντων γνώσιν περιλαμβάνουσα, και δια τούτο ειρήνην τελείαν έχουσαΙωάννα δε περιστερά ερμηνεύεται, και είναι η ψυχή εκείνη η άκακος και γονιμωτάτη εις τας αρετάς, η οποία απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα, και είναι θερμή εις το να γεννά τα πνευματικά νομήματα με διάκρισιν.  Εάν τοιαύτη γένη η ψυχή σου, αγαπητέ, πήγαινε ως αι Μυροφόροι μετά προθυμίας και σπουδής (ο γαρ όρθρος ταχύτητα και σπουδήν δηλοί) εις τον τάφον, ήγουν εις το βάθος, εν ω είναι κεκρυμμένοι οι λόγοι των επιγείων και ουρανίων, ή και εις την ιδικήν σου καρδίαν (λέγει γαρ ο Θεοφόρος Μάξιμος ότι μνημείον εστί δεσποτικόν ή εκάστου των πιστών καρδία Κεφάλαιον ξα’ εκατοντάδος των Θεολογικών) και ζήτησον με δάκρυα νοητά και αισθητά να μάθης εάν αναστήθη ο εν σοι λόγος της αρετής και της γνώσεωςκαι εάν ζητήσης με τοιούτον τρόπον, πρώτον μεν θέλεις ιδεί να σηκωθή από την καρδίαν σου ο λίθος, ήγουν η πώρωσις της ασαφείας του λόγου, και αφ’ ου αυτή σηκωθή, θέλεις ιδεί τους Αγγέλους, ήγουν τας κινήσεις της συνειδήσεώς σου να σου κηρύττουν ότι ανέστη ο εν σοι δια κακίαν νεκρωθείς λόγος της αρετής και της γνώσεωςεπειδή εις την ψυχήν του φαυλοβίου ανθρώπου ο λόγος ο ορθός δεν ενεργεί, αλλά τρόπον τινά είναι νεκρόςκαι εις όλον το ύστερον θέλεις ιδεί και αυτόν τον Θεόν Λόγον να σου εμφανίζεται εις τον νουν γυμνός και χωρίς τύπους και σύμβολακαι να γεμίζει τας νοεράς δυνάμεις της ψυχής σου από χάριν πνευματικήν».

[4] Όρα περί τούτου εις το Ββιλίον των πνευματικών γυμνασμάτων εντη δεκάτη μελέτη.

[5] Όθεν και ο χρυσούς την γλώτταν Ιωάννης προσφυώς είπε«Κηρύξωμεν την του Σωτήρος Ανάστασιν, μάλλον δε, την ημετέραν βοήσωμεν σωτηρίανδια γαρ της Αναστάσεως Χριστού σβέννυται γέεννα πυρόςσκώληξ δε ακοίμητος τελευταίαΆδης ταράττεταιπενθεί Διάβολοςαμαρτία νεκρούταιπνεύματα πονηρά διώκονταιοι από γης εις Ουρανόν ανατρέχουσινει εν τω Άδη ελευθερούνται των δεσμών τουυ Διαβόλου, και Θεώ προσφεύγοντες λέγουσι τω Διαβόλω«Που σου θάνατε το νίκος;  Που σου Άδη το κέντρον;  Αίτιος δε ημίν της αγίας εορτής τε και πανηγύρεως ο Χριστός, ο και πάντων ημών των καλών πρόξενοςούτος γαρ ημάς εξ αρχής εποίησενούτος και νυν απολλυμένους έσωσενεκρωθέντας εζωοποίησε, και της του Άδου τυραννίδος εξείλετο» (Λόγος εις την Ανάστασιν, ου η αρχή: Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε).

[6] Δια τούτο και όσοι ονομάζουν την νύκτα ταύτην της Κυριακής νύκτα του μεγάλου Σαββάτου, κατά τούτο το νόημα την ονομάζουν, καθό δηλ. προοίμιον εστί της Αναστάσεως του Κυρίου, ήτις εορτάζεται κατά την εβδόμην ώραν της νυκτός και καθ’ όλην την ερχομένην ημέραν της Κυριακής έως εσπέρας.

 

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Ερμηνεία εις τον Κανόνα ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ - Ωδή η’

 

Του Οσίου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου
Ερμηνεία εις τον Κανόνα 
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ  
Ήτοι της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου

Ποίημα όντα Ιωάννου του Δαμασκηνού 

 

Ωδή η’. Ο Ειρμός
Αύτη η κλητή, και αγία ημέρα, η μία των σαββάτων, η βασιλίς και κυρία εορτών εορτή, και πανήγυρίς εστι πανηγύρεων, εν η ευλογούμεν, Χριστόν εις τους αιώνας.
Ερμηνεία.
Με πολλά και υψηλά και ένδομα ονόματα και επίθετα ονομάζεται εν τω Τροπαρίω τούτω υπό του Μελωδού η λαμπροφόρος ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, η και αγία καλουμένη Κυριακή. λέγεται γαρ αύτη κλητή και αγία από τον Μωϋσήν κατά δύο προνόμια. ένα μεν, καθό και ογδόη και τύπος του μέλλοντος αιώνος, και άλλο, καθό είναι ημέρα του Πάσχα. δια το πρώτον μεν λέγει ο Μωϋσής ούτω. «Και η ημέρα η ογδόη κλητή αγία έσται υμίν»(Λευτ. κγ’ 36) . δια το δεύτερον δε λέγει ο αυτός Μωϋσής ταύτα. «Αύται αι εορταί τω Κυρίω κληταί άγιαι, ας καλέσετε αυτάς εν τοις καιροίς αυτών, εν τω πρώτω μηνί εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός, αναμέσον των εσπερινών Πάσχα τω Κυρίω» (Λευτ. κγ’), ομοίως και η εορτή της Πεντηκοστής, και η εορτη΄της Σκηνοπηγίας (αυτόθι). Τώρα, αν η εορτή του τυπικού Πάσχα ονομάζεται κλητή και αγία, πόσω μάλλον κλητή και αγία πρέπει να ονομάζεται η λαμπροφόρος Κυριακή, ή το αληθινόν και πραγματικόν Πάσχα τον Δεσπότην Χριστόν αναστάντα φέρουσα; Κατά τούτους λοιπόν τους λόγους ωνόμασεν ο Μελωδός κλητήν και αγίαν την λαμπροφόρον ταύτην Κυριακήν του Πάσχα[1].

Ονομάζει δε την Κυριακήν ταύτην ημέραν του Πάσχα και μίαν των Σαββάτων. διότι το Μίαν εδώ Πρώτην δηλοί, καθώς και εν τη Γενέσει ούτως ονομάζεται. «Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ ημέρα μία» (Γεν. α’ 5). Διατί δε μία αύτη ωνομάσθη και ουχί πρώτη; Διότι αυτή η ημέρα, η Κυριακή δηλαδή, τώρα μεν είναι τύπος του μέλλοντος αιώνος. τότε δε έχει να είναι αυτός εκείνος ο όγδοος αιών, ο ανέσπερον και αδιάδοχον έχων το φως, και μία ημέρα ατελεύτητος ων. όθεν ο μέγας Βασίλειος απορήσας διατί ωνόμασεν αυτήν ο Μωϋσής μίαν και ουχί πρώτην, λέγει. «Ιν’ ουν προς την μέλλουσαν ζωήν την έννοιαν ημών απαγάγη, μίαν ωνόμασε του αιώνος την εικόνα, την απαρχήν των ημερών, την ομήλικα του φωτός, την αγίαν Κυριακήν, την τη αναστάσει του Κυρίου τετιμημένην» . λέγει δε συμφώνως και ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος. «Η Κυριακή των ημερών ουκ ογδόη μόνον εστίν από των προ αυτής αριθμουμένη, αλλά και των μετ’ αυτήν εστί πρώτη, ως είναι ταύτην αυτήν εκείνην εκ περιτροπής την καινήν και πρώτην απασών ημέραν, ην ημείς μεν Κυριακήν καλούμεν, ο δε Μωϋσής ου πρώτην, αλλά μίαν προσηγόρευσεν, ως των άλλων υπεξηρημένην και προοίμιον ούσαν της του μέλλοντος αιώνος μιας και ανεσπέρου ημέρας» (Λόγος εις την Καινήν Κυριακήν). Πρώτη ουν είναι η Κυριακή αύτη των άλλων ημερών της εβδομάδος, αι οποία όλαι παρονομάζονται Σάββατα από της κυρίας ημέρα του Σαββάτου. πρώτη λέγεται και των άλλων εορτών των παρά τη Γραφή Σάββατα ονομαζομένην η Κυριακή του Πάσχα, ως εορτάζουσα την εκ νεκρών Ανάστασιν του Κυρίου επί δι’ αυτής όλου του ανθρωπίνου γένους.

Ονομάζει δε την λαμπροφόρον ταύτην Κυριακήν και Βασιλίδα ο Μελωδός, ερανιζόμενος το όνομα τούτο από τον Θεολόγον Γρηγόριον λέγοντα. «Η βασίλισσα των ωρών (ήτοι η άνοιξις) τη βασιλίδι των ημερών πομπεύει και δωροφορεί παρ’ εαυτής παν ό,τι κάλλιστον και τερπνότατον (Λόγος εις την Καινήν Κυριακήν)» . καθώς γαρ ο Ήλιος λεγεται ότι είναι Βασιλεύς των άλλων αστέρων, και ο νους των άλλων δυνάμεων της ψυχής, και η άνοιξις, των άλλων τριών καιρών του ενιαυτού, και το ρόδον των άλλων ανθέων, και ο άνθραξ των λοιπών πολυτίμων λίθων, και ο αετός των άλλων πετεινών, και ο λέων των άλλων τετραπόδων. ούτω και η αναστάσιμος και λαμπροφόρος αύτη του Κυρίου ημέρα είναι και λέγεται Βασιλίς όλων των άλλων ημερών του ενιαυτού. Καλεί δε την λαμπροφόρον ταύτην, και εορτήν εορτών, και πανήγυριν πανηγύρεων, εκ του εις το Πάσχα λόγου Γρηγορίου του Θεολόγου ταύτα ερανισάμενος. εκεί γαρ ούτος λέγει. «Αύτη εορτών ημίν εορτή και πανήγυρις απνηγύρεων, τοσούτον υπεραίρουσα πάσας, ου τας ανθρωπικάς μόνον και χαμαί ερχομένας (γενέθλια δηλαδή και κουρόσυνα και γαμήλια και όσα όμοια), αλλ’ ήδη και τας του Χριστού και επ’ αυτώ τελουμκένας, όσον αστέρας Ήλιος», Εορτών δε εορτή και πανήγυρις απνηγύρεων λέγεται η αναστάσιμος, ίνα δια της αναδιπλώσεως παραταθή η υπεροχή όπου έχει αύτη εις τας λοιπάς εορτάς, καθώς δηλαδή και το Άσμα των Ασμάτων, και τα Άγια των Αγίων ονομάζονται με σχήμα αναδιπλώσεως δια την υπεροχήν. Συνάγει λοιπόν ότι ουδεμία άλλη ημέρα είναι εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων, ει μη μόνη αύτη η λαμπροφόρος ημέρα, εις την οοίαν υμνούμεν το αναστάντα Χριστόν εις τους αιώνας.

Διατί δε ο Μελωδός είπεν αυτήν Κυρίαν; Δια δύο αίτια. πρώτον και καθαυτό, διότι ούτως ωνομάσθη από του Κυρίου, καθότι εν αυτή, και ουχί εν άλλη ημέρα ανέστη ο Κύριος. όθεν από του Κυρίου ωνομάσθη Κυριακή παρωνύμως. διό αύτη υπέρ τας άλλας ημέρας της εβδομάδος τω Κυρίω είναι καθιερωμένη. Και αν ο Ευσέβιος είπε περί των Κυριακών ναών ότι ούτως ωνομάσθησαν από του Κυρίου, εις το οποίον αφιερώνοντο «Ιερά τεμένη τω πάντων Βασιλεί Θεώ τω δη και των όλων Δεσπότη καθιερώσθαι ένθεν και της του Δεσπότου προσηγορίας ηξίωται τα καθιερωμένα ουκ εξ ανθρώπων τυχόντα της επικλήσεως, εξ αυτου δε του τωνν όλων Κυρίου, παρ’ ό και Κυριακών ηξίωντια των επωνυμιών» (εν τοις επαίνοις του Κωνσταντίνου) αν, λέγω, ο Ευσέβιος είπε ταύτα περί των Κυριακών ναών, με περισσότερον δίκαιον πρέπει να λέγωνται τα αυτά περί της Κυριακής ημέρας, ήτις ουκ εξ ανθρώπων, αλλ’ εκ του Κυρίου των όλων έλαβε την επωνυμίαν. Δεύτερον λέγεται αύτη Κυρία ως άρχουσα και υπερέχουσα των άλλων απασών της εβδομάδος ημερών. Ίδετε προνόμια υψηλά και μεγάλα της αγίας Κυριακής;

Τροπάριον.
Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος, της θείας ευφροσύνης, εν τη ευσήμω ημέρα της εγέρσεως, Βασιλείας τε[2] Χριστού κοινωνήσωμεν, υμνούντες αυτόν, ως Θεόν εις τους αιώνας.
Ερμηνεία.
Τρία πράγματα συνειθίζουν να γίνωται κοντά εις τους Χριστιανούς εν τη λαμπροφόρω ημέρα της Αναστάσεως. πρώτον το να σηκώνονται ταχύτερον να υμνολογούν τον αναστάντα Χριστόν, και να γεραίνουν την τούτου Ανάστασιν με θεοπρεπείς δοξολογίας και άσματα. δεύτερον το να ανάπτουν κηρία και λαμπάδας και φώτα δια να προϋπαντούν νοητώς με αυτά τον αναστάντα Δεσπότην, τον δείξαντα εις όλους το φως της εαυτού Αναστάσεως. και τρίτον το να μεταλαμβάνουν τα θεία και άχραντα Μυστήρια του εγερθέντος Σωτήρος όσοι δεν έχουν κανένα εμπόδιον από τους ιερούς Κανόνας, και όσοι είναι προετοιμασμένοι.

Εις ταύτην λοιπόν την τρίτην κανονική και αγιωτάτην συνήθειαν των Χριστιανών: ήτοι εις την Μετάληψιν των αχράντων Μυστηρίων, παρακινεί ημάς ο χαριτώνυμος Ιωάννης δια του παρόντος Τροπαρίου. όθεν ερανιζόμενος το λόγιον εκείνο του Κυρίου, όπερ είπε προς τους Μαθητάς του, «Ου μη πιώ απάρτι εκ τούτουυ τουυ γεννήματος της αμπέλου, έως της ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίω μεθ’ υμών καινόν εν τη Βασιλεία του Πατρός μου» (Ματθ. κστ’ 29) (βασιλεία δε του Πατρός ονομάζεται η ανάστασις, κατά τον Χρυσορρήμονα και Θεοφύλακτον), τούτο, λέγω, ερανιζόμενος ο Μελωδός, ούτ λέγει. Ιδού ω Χριστιανοί, ήλθεν η εύσημος και λαμπρά ημέρα της Αναστάσεως και της Βασιλείας του Χριστού, κατά την οποίαν υπεσχέθη να μας δώση την καινήν πόσιν και το γέννημα της αμπέλου. Ελάτε λοιπόν σήμερον, αδελφοί, εν τη επισήμω ταύτη ημέρα, ας πιώμεν από την θεία ευφροσύνην του καινούργιου πόματος της αμπέλου. Θείαν μεν ευφροσύνην είπε, διότι ο πνευματικός αυτός οίνος: ήτοι το μυστικό αίμα του Κυρίου μας, ευφραίνει νοητώς τας καρδίας ημών των κοινωνούντων, κατ’ εκείνο το ψαλμικόν «Και οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου» (Ψαλ. ργ’ 15), καινούργιον δε πόσμα είπε αυτό, διότι αναγκαινίζει και αφθαρτίζει την ημών παλαιότητα και φθοράν. Ελάτε να μεταλάβωμεν των αχράντων Μυστηρίων, ίαν πιόντες από αυτό το καινόν πόμα, εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν, υμνούντες εις τους αιώνας τον χαρισάμενον τούτο εις ημάς Χριστόν τον Θεάνθρωπον[3].

Τροπάριον.
Άρον κύκλω, τους οφθαλμούς σου Σιών, και ίδε. ιδού γαρ ήκασί σοι θεοφεγγείς ως φωστήρες, εκ δυσμών και βορρά, και θαλάσσης, και εώας τα τέκνα σου, εν σοι ευλογούντα, Χριστόν εις τους αιώνας.

Ερμηνεία.
Ο Προφήτης Ησαΐας δίδει την ύλην και την υπόθεσιν του Τροπαρίου τούτου. λέγει γαρ ούτω. «Άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου, Σιών, και ίδε συνηγμένα τα τέκνα σου. ήσκασι πάντες οι Υιοί σου μακρόθεν, και αι Θυγατέρες σου επ’ ώμων αρθήσονται» (Ησ. ξ’ 4) και πάλιν. «Ιδού ούτοι πόρρωθεν ήξουσιν. ούτοι από Βορρά και Θαλάσσης, άλλοι δε εκ γης Περσών» (Ησ. μθ’ 12). Ταύτα λοιπόν τα ρητά μελουργών ο θεσπέσιος Ιώαννης, αποτείνεται προς την νέαν Σιών την καθολικήν Εκκλησίαν, κατ’ εξοχήν δε προς την εν Ιερουσαλήμ Εκκλησίαν την Μητέρα των Εκκλησιών, και λέγει ούτως. Ω Νέα Σιών και θεία των ορθοδόξων Εκκλησία, μη βλέπε κάτω πλέον, κατά το σχήμα των πενθούντνω και λυπουμένων, (οι γαρ λυπούμενοι κάτω έχουσι τους οφθαλμούς των. όθεν και κατηφείς λέγονται παρά το, Κάτω φάη: ήτοι τους οφθαλμούς) αλλά σήκωσε επάνω τα ομμάτιά σου και θεώρησον τριγύρω. διότι να ήλθον εις εσέ τα πνευματικά τέκνα σου, των οποίων εγένου Μήτηρ πνευματική δια του αγίου Βαπτίσματος. θεώρησον, λέγω, αυτά πως εσυνάχθησαν από τα τέσσερα μέρη της Οικουμένης, από την Δύσιν, από τον Βορράν, από την Ανατολήν και από την Θάλασσαν, ήγουν από τον Νότον. καθότι από το Νότιον μέρος της Ιερουσαλήμ θάλασσα ευρίσκεται. εσυνάχθησαν δε όλοι οι πνευματικοί Υιοί σου λαμπροί και φωτοφανείς, λάμποντες αληθώς ως φωστήρες θεοφεγγείς, επειδή εδικαιώθησαν δια της Πίστεως του Χριστού, και δια του αγίου Βαπτίσματος.

Ει δε εδικαιώθησαν, άρα είναι γεμάτοι και από φως άρρητον, καθώς είπεν ο Κυριος. «Τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο Ήλιος εν τη δόξη του Πατρός αυτών» (Ματθ. ιγ’ 13) και καθώς λέγει ο Απόστος. «Εν οις φαίνεσθε ως φωστήρες εν Κόσμω, λόγον ζωής επέχοντες», (Φιλιπ. β’ 15). Τουτέστι Ζωτική τοις άλλοις χρηματίζοντες δύναμις, καθώς αυτό ερμηνεύει ο Θεολόγος Γρηγόριος (Λόγος εις το Βάπτισμα) . ο γαρ της δικαιοσύνης Ήλιος Χριστός, ανατείλας από τον τάφον, όχι μόνον εδίωξε το σκότος από τους εις αυτόν πιστέυοντας, αλλά μεταδούς εις αυτούς και από τον θεϊκόν αυτού φως, φωστήερας θεοφεγγείς και άλλους ηλίους αυτούς απειργάσατο. όθεν είπε και ο Νύσσης Γρηγόριος. «Άθλον αρετής Θεόν γενέσθαι και τω ακραιφνεστάτω φωτί καταστράπτεσθαι, της ημέρας εκείνης Υιόν γενόμενον ήτις ου διακόπτεται ζόφω. άλλος γαρ ταύτην ποιεί Ήλιος, ο το αληθινόν φως απατράπτων» (Εν τη επιγραφή του στ’ ψαλμού υπέρ της ογδόης). Όρα και εις το ανωτέρω ρητόν του Ησαΐου ερμηνεύων του Αλεξανδρείας Κυρίλλου εν τω Τροπαίω της πέμπτης Ωδής του Κανόνος των Βαΐων τω λέγοντι. «Σιών Θεού Όρος το άγιον, και Ιερουσαλήμ κύκλω τους οφθαλμούς σου άρον».

Τροπάριον.
Πάτερ παντοκράτορ, και Λόγε και Πνεύμα, τρισίν ενιζομένη εν υποστάσεσι φύσις, υπερούσιε και υπέρθεε, εις σε βεβαπτίσμεθα, και σε ευλογούξμεν, εις πάντας τους αιώνας.
Ερμηνεία.
Άξιον απορίας και ζητήσεως είναι, διατί εις την ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου αναφέρει ο Μελωδός το όνομα του Βαπτίσματος και λέγει «Πάτερ Παντοκράτορ και Λόγε και Πνεύμα, εις Σε βεβαπτίσμεθα»; Εις λύσιν της απορίας λοιπόν λέγομεν ότι ο Κύριος μετά την Ανάστασιν, φανείς εις τους Μαθητάς του εν τω Όρει της Γαλιλαίας, απέστειλεν αυτούς εις το κήρυγμα, παραγγελίας να μαθητεύσουν πρώτον τα Έθνη τα άπιστα και πεπλανημένα, και έπειτα να βαπτίζουν αυτά εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, ούτως ειπών. «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα Έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη’ 19). Δια τούτο και η του Χριστού Εκλκησία συνειθίζει κατά την νύκτα τάυτην της λαμπροφόρου ημέρας να βαπτίζη τους κατηχουμένους. όθεν οι θείοι Απόστολοι εις τας διαταγάς των (Βιβλίο ε’ κεφ. ιθ’) διορίζουν ταύτα. «Εν τη διανυκτερεύσει υμών αναγινώσκοντες τον Νόμον μέχρις αλεκτρυόνων κραυγής, και βαπτίσαντες υμών τους κατηχουμένους, και αναγνώσαντες το Ευαγγέλιον, και προσλαλήσαντες τω λαώ, παύσασθε του πένθους υμών. διό και εν τη ιερά λειτουργία αντί Τρισαγίου ψάλλεται το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε».

Ταύτα λοιπόν ηξεύρων ο θείος Ιωάννης, και επιστρέφων προς την Αγίαν Τριάδα, ως εκ μέρους όλων κοινώς των βεβαπτισμένων Χριστιανών, και μάλιστα των τότε νεοφωτίστων, ούτω λέγει. Ω Αγία Τριάς, Πάτερ Παντοκράτορ και Λόγε και Πνεύμα, ω φύσις υπερούσιε και υπέρθεε[4], η εν τρισίν υποστάσεσι και προσώποις ενιζομένη κατά το ταυτόν της ουσίας, κατά την μοναρχίαν της εξουσίας, και κατά την ισοτιμίαν της Θεότητος, ημείς όλοι οι Χριστιανοί εβαπτίσθημεν εις το ιδικόν σου όνομα. ημείς όλοι είμεθα ιδικοί σου. ημείς όλοι εσέ λατρεύομεν. και ημείς όλοι εσέ ευλογούμεν εις τους αιώνας. Ταύτα δε λέγει ο Ασματογράφος, όχι ότι η Αγίας Τριάς δεν ηξεύρει ότι εβαπτίσθημεν εις το όνομά της, αλλά τα λέγει δια να τραβίξωμεν εις τον εαυτόν μας πλουσιωτέραν την χάριν και βοήθειαν της Αγίας Τριάδος. ούτω γαρ και ο Προφήτης Δαβίδ, μέλλων να ζητήση σωτηρίαν από τον Θεόν, προλαμβάνει και λέγει εις αυτόν. «Σός ειμί εγώ, σώσόν με» (Ψαλ. ριη’ 94), έχουσι γαρ φυσικόν ιδίωμα οι δεσπόται να γίνωνται ημερώτεροι και ευσπλαγχνικώτεροι προς τους δούλους των, όταν ακούσωσι να λέγουν αυτοί τοιαύτα ταπεινά και συντετριμμένα λόγια.

[1]Όθεν και ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος Λόγω εις την Καινήν Κυριακήν λέγει«Οπέρ εστιν η Παρασκευή προς τον Σάββατον, τούτο το Σάββατον προς την Κυριακήν, υπερέχουσαν τούτου σαφώς, καθ’ όσον αρχής και τύπου και σκιάς η τελειότης και η αλήθειατοσούτο τη Κυριακή το περιόν και βάσμιον, δια το κατ’ αυτήν υπερευλογημένον τέλος, και την ελπιζομένην κατ’ αυυτήν κοινήν των απάντων ανάστασιν, και τελείαν των αξίων εισέλευσιν εις την θείαν κατάπαυσιν και την παντός του Κόσμου αναστοιχείωσιν… Φανερώς δε είπεν ο Μωϋσής ότι και η ημέρα η ογδόη κλητή αγία έσται υμίν, προκαταγγέλλων το της Κυριακής θείον οίον και πανευκλεές και σεβάσμιον, μετά την πάροδον των νομικών απάντων εσόμενον».  Λέγεται δε η Κυριακή ογδόη κατά τον αυτόν θείον Γρηγόριον, όχι μόνον διότι μετά την εβδόμην αριθμείται, αλλά και διότι η εν τη Κυριακή γενομένη ανάστασις του Κυρίου ογδόη είναι, αριθμουμένη μετά τας επτά αναστάσεις των εκ του αιώνος γενομένων νεκρώντρεις γαρ αναστάσεις έγιναν εν τη Παλαία: μία παρά του Ηλιού, και δύο παρά του Ελισσαίουτέσσερες δε αναστάσεις έγιναν εν τη Νέω υπό του Κυρίου: η της θυγατρός του Ιαείρου, η του Υιού της χήρας, η του Λαζάρου και η ενν τη μεγάλη Παρασκευή γενομένη ανάστασις πολλών αγίων, ογδόη δε ανάστασις είναι η του Κυρίου.  «Ώστε (κατά τον αυτόν ειπείν Γρηγόριον) την ανάστασιν του Κυρίου μη μόνον εν τη ογδόη τελεσθήναι των ημερών, αλλά και ογδόην είναι ταύτην την προ τας προς αυτής αριθμουμένην, την αυτήν δε και πρώτην προς την ελπιζομένην κοινήν των κατά Χριστόν απάντων ανάστασιν, μάλλον δε εξανάστασιν, (ανάστασις μεν είναι των αναστηθέντων και πάλιν αποθανόντων, ως η των ανωτέρωεξανάστασεις δε κυρίως είναι η των αναστηθέντων και μηδέποτε αποθνησκόντων, ως η του Κυρίου και των επί συντελεία ανστηθησομένων) δι’ ην και ο Χριστός απαρχή των κεκοιμημένων και πρωτότοκος εκ των νεκρών ανυμνείται».  Λέγεται και τρίτον ογδόη η Κυριακή κατά τον αυτόν Γρηγόριον, καθό ο Χριστός φανείς εις τους Αποστόλους τη Κυριακή του Πάσχα, μετά οκτώ ημέρας εφάνη πάλιν εις αυτούς, ότε εψηλάφησεν αυτόν ο Θωμάς.  Ούτως η Εκκλησία του Χριστού εκείθεν λαβούσα την αφορμήν, εις κάθε οκτώ ημέρας εορτάζει την Κυριακήν, και αι άλλαι μεν εορταί εορτάζονται μίαν φοράν τον χρόνον, μόνη δε η Κυριακή εορτάζεται σαραντατρεις φοραίς τον χρόνον.

[2]Εν άλλοις δε γράφεται «Βασιλείας του Χριστού» . ουκ ορθώςορθότερον γαρ είναι να γράφεται «Βασιλείας τε» κατά τον ανώνυμον ερμηνευτήν.

[3]Όλα λοιπόν οι Χριστιανοί πρέπει να υπακούωσιν εις την παραγγελίαν ταύτην όπου τους κάμνει ο χαριτώνυμος Ιωάννης, και να μεταλαμβάνουν σήμερον τα θεία Μυστήρια, αν και εμετάλαβαν την μεγάλην Πέμπτην, ή το μέγα Σάββατονδιότι εκείνος όπου σήμερον μεταλαμβάνει, αυτός αληθώς και κυρίως κάμνει Πάσχαεπειδή το αληθινόν Πάσχα των Χριστιανών είναι ο Χριστός ο εν τοις Μυστηρίοις μεταλαμβανόμενος, καθώς ο Παύλος το βεβαιοί«Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» (α’Κορ.ε’7) και ο Χρυσόστομος«Πάσχα γαρ ου νηστεία εστίν, αλλ’ η προσφορά και η θυσία η καθ’ εκάστην γινομένη σύναξιν» (Λόγω εις τους τα πρώτα Πάσχα νυστεύοντας τομ. στ’).  Όσοι δε σήμερον δεν μεταλάβουν χωρίς να έχουν εμπόδιον, αυτοί δεν κάμνουσι Πάσχα αληθινόν, αλλά κοσμικόν, με τα Πασχαλινά δηλαδή φαγητά όπου τρώγουν, και με τα καλλωπισμένα φορέματα όπου φορούναλλά και όσοι είναι Πνευματικοί, και αυτοί πρέπει να υπακούουν εις την παραγγελίαν ταύτην του θεοφόρου και πνευματοφόρου τούτου Πατρός, και να μη εμποδίζουν, αλλά μάλιστα και να παρακινούν τα πνευματικά αυτών τέκνα τα μη έχοντα κώλυμα κανονικόν εις το να μεταλαμβάνουν εν τη λαμπροφόρω ταύτη ημέρα, ακούοντες μάλιστα τον θείον Χρυσόστομον όστις φωνάζει εν τω Κατηχητικώ αυτού λόγω, και παρακινεί τους Χριστιανούς εις την μετάληψιν των αχράντων Μυστηρίων, ούτω λέγων«Η τράπεζα γέμει (των θείων Μυστηρίων δηλαδή), τρυφήσατε πάντεςο Μόσχος πούς (ήτοι ο Χριστός ο επί της αγίας τραπέζης προσκείμενος), μηδείς εξέλθη πεινών.  Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της χάριτος».  Όποιος δε Πνευματικός εμποδίση σήμερον από τα Μυστήρια τους μη έχοντας εμπόδιον, ούτος παραβάτης εστίν ιερών Κανόνων των θείων Πατέρων, και δια τούτο δικαίως εστίν αξιοκατάκριτος ως ανθρωπάρεσκος, και ως ακολουθών εις την ενωτέρανκαι παράνομον συνήθειαν τινών νομιζομένων Διακριτικών παρά τοις πολλοίς.  Όποιος θέλει, ας ιδή τον ΞΣΤ’ Κανόνα της αγίας και οικουμενικής έκτης Συνόδου, δι α να μάθη ότι οι Χριστιανοί πρέπει να λείπουν μεν από τα θέατρα και παιγνίδια όλην την δικαινήσιμον εβδομάδα, να ευρίσκωνται δε εις τας εκκλησίας, να δοξολογούν τον αναστάντα Χριστόν, να ακούουν τας θείας Γραφάς, και να μεταλαμβάνουν τα θεία Μυστήρια.  Ω αγιωτάτη συνήθεια των παλαιών Χριστιανών, που αφήκες την δυστυχή γενεάν των τωρινών Χριστιανών και ανεχώρησες;

[4]Όρα την περί της Υπέρθεος λέξεως θεολογικήν υποσημείωσιν εν τω Τροπαρίω εκείνω των Θεοφανείων τω λέγοντι«Τριάδος η φανέρωσις εν Ιορδάνη γέγονεναύτη γαρ υπέρθεος φύσις», κατά τν ογδόην Ωδήν.

 

Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

Ερμηνεία εις τον Κανόνα ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ - Ωδή θ’

Του Οσίου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου
Ερμηνεία εις τον Κανόνα 
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ  
Ήτοι της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου
Ποίημα όντα Ιωάννου του Δαμασκηνού

 

Ωδή θ’. Ο Ειρμος.
Φωτίζου φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε. Χόρευε νυν, και αγάλλου Σιών, συ δε αγνή, τέρπου Θεοτόκε, εν τη εγέρσει του τόκου σου.
Ερμηνεία.
Ακούσας ο θεσπέσιος ούτος τον Προφήτην Ησαΐαν να λέγη «Αντλήσατε ύδωρ εκ των πηγών του Σωτηρίου» (Ησ. ιβ’ 3) (πηγαί δε σωτηρίου νοούνται αι θείαι Γραφαί κατά τους ερμηνευτάς), δια τούτο και αυτός ανάλησε μεν έως τώρα πολλά νοήματα εκ των θείων Γραφών, και επότισε με αυτά τους πνευματικούς κήπους των ασματικών του Κανόνων, αντλεί δε και τώρα από τον ίδιον Προφήτην το ρητόν εκείνο το λέγον. «Φωτίζου φωτίζου Ιερουσαλήμ. ήκει γαρ σου το φως, και η δόξα Κυρίου επί σε ανατέταλκεν» (Ησ. ξ’ 1) και τούτο μελουργεί εις τον παρόντα Ειρμόν, ολίγον υπαλλάξας αυτό, και λέγει. Ω Νέα Ιερουσαλήμ καθολική του Χριστού Εκκλησία, φωτίζου φωτίζου. Διπλασιάζει το ρήμα τούτο ο ποιητής ένα μεν δια το βέβαιον του φωτισμού, και άλλο δια την υπερβολήν της χαράς. συνειθίζουν γαρ τόσον οι βεβαιώνοντες ένα πράγμα, όσον και οι υπερβολικώς χαίροντες να διπλασιάζουν τον αυτόν λόγον. όθεν είπε και ο μέγας Γρηγόριος. «Εγκαίνια εγκαίνια η πανήγυρις, αδελφοί. λεγέσθθω γαρ πολλάκις υφ’ ηδονής» (Λόγω εις την Καινήν Κυριακήν). Φωτίζου, λέγω, διότι εις εσέ ανέτειλεν η δόξα του Κυρίου. δόξα δε Κυρίου, κατά μεν τον Θεόδωρον, είναι ο Σταυρός του Χριστού. «Νυν γαρ, φησίν, εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου» (Ιω. ιγ’ 31) . κατά δε τον Θεολόγον Γρηγόριον, είναι η Θεότης του Χριστού, ως είπεν ο Παύλος. «Ο Πατήρ της δόξης» (Εφ. α’ 17) ήτοι της Θεότητος. ή κατ’ άλλους δόξα Κυρίου είναι το θείον φως και η λαμπρότης του προσώπου αυτού, κατά το «Και δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς (τους ποιμένας δηλ.)» (Λουκ. β’ 9). και τα τρία γαρ ταύτα ανέτειλαν εις εσέ, ω εξ Εθνών Εκκλησία.

Ίνα οι Ιουδαίοι μεν οι φαινόμενοι ότι βλέπουν ου μη ίδωσι, κατά την προφητείαν του Ησαΐου, ο δε λαός ο καθήμενος εν σκότει (ήτοι ο Εθνικός) ιδή το μέγα της θεογνωσίας φως. εις εκείνους μεν γαρ τους Ιουδαίους εκρύβη μάλλον ο της δικαιοσύνης Ήλιος Χριστός δια την απιστίαν αυτών, επειδή από εκείνους θανατωθείς, εκρύβη και εβασίλευσεν υποκάτω εις την δύσιν του τάφου και Άδου. εις ημάς δε τους εξ Εθνών πιτεύοντες ανέτειλε, διοτι εγνωρίσαμεν την ανατολήν της Θεότητός του, και ελλάμφθημεν με το φως της ευσεβείας και αρετής. Λέγει δε ο Μελωδός προς την Νέαν Σιών και να χορεύη πνευματικώς και να αγάλλεται δια την ανάστασιν του Νυμφίου της Χριστού, επειδή η του Χριστού χαρά και αγαλλίασις είναι και ιδική της. Είτα και προς την Θεοτόκον επιτρέφει τον λόγον, ου ματαίως ουδέ παρέργως τούτο ποιών, αλλά δια να δείξη ότι ο Ειρμός ούτος είανι της εννάτης Ωδής, της οποίας Μελουργός και αρχηηγός και ποιήτρια εστάθη η Κυρία Θεοτόκος, και δια τούτο λέγει προς αυτήν. Και συ, Θεοτόκε, τέρπου και χαίρε δια την ανάστασιν του Υιού σου. καθως γαρ πρότερον εμβήκε ρομφαία λύπης εις την καρδίαν σου δια το πάθος και τον θάνατον του Υιού σου, κατά την προφητείαν του Συμεών. ούτω και τώρα είναι δίκαιον να χαίρης και να τέρπεσαι εσύ πρώτη περισσότερον από τους άλλους δια την ανάστασιν του αυτού Υιού σου, καθώς και προεφήτευσας εις την Ωδήν σου λέγουσα. «Ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρί μου» (Λουκ. α’ 47)[1].

Τροπάριον.
Ω θείας, ω φίλης, ω γλυκυτάτης σου φωνής μεθ’ ημών αψευδώς γαρ, επηγγείλω έσεσθαι, μέχρι τερμάτων αιώνος Χριστέ. ην οι πιστοί άγκυραν ελπίδος, κατέχοντες αγαλλόμεθα.

Ερμηνεία.
Και τούτο το Τροπάριον ερανίζεται ο Μελωδός από τον χαροποιόν και τελευταίον εκέινον λόγον όπου είπεν ο Κύριος μετά την ανάστασιν εις τους Μαθητάς του εν τω Όρει της Γαλιλαίας. «Και ιδού εγώ μεθ’ υμών είμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν» (Ματθ. κη’ 20). Τούτο λοιπόν τον λόγον με σχήμα θαυμαστικόν ομού και ευχαριστικόν προφέρει ο χαριτώνυμος Ιωάννης, ούτω λέγων. Ω τι φωνή θεία ήτον εκείνη, Θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, όπου εξεφώνησες εις τους αγίους σου Αποστόλους! Και πως δεν ήτον θεία, η οποία εκβήκεν από τα θεϊκά εκείνα και προσκυνητά και πανάγια χείλη σου; Ω τι φωνή φιλτάτη ήτον εκείνη όπου ελάλησας εις τους φίλους σου Μαθητάς! Και πως δεν ήτον φιλτάτη ή τόσον άκρας φιλίας της προς ημάς ζωντανή ούσα απόδειξις; Ω τι γλυκυτάτη ήτον εκείνη η φωνή ήτις προήλθεν από το γλυκυτάτη και χαριεστάτη η τοσούτων αγαθών γενομένη πρόξενος; Συ γαρ, ημέτερε Σωτήρ, υπεσχέθης αψευδέστατα να μένης πάντοτε με τους Ιερούς Αποστόλους σου, και δι’ αυτών να μένης και με ημάς τους εκείνων μεν μαθητάς, ιδικούς σου δε δούλους, οίτινες πιστεύομεν και λατρεύομέν σοι. και το θαυμασιώτερον, ότι υπεσχέθης να μη χωρισθής ουδέ εις ολίγον διάστημα καιρού, ούτε από αυτούς, ούτε από ημάς, έως της συντελείας του παρόντος αιώνος.

Ταύτην λοιπόν την θείαν και φίλην και γλυκυτάτην φωνήν σου, ω Δεσπότα, και την αψευδή σου υπόσχεσιν ημείς οι Χριστιανοί κρατούμεν άγκουραν ασφαλεστάτην ελπίδος. όθεν όταν πνεώσιν εναντίον μας οι άνεμοι των πειρασμών, και όταν σηκώνονται κατά του ημετέρου πλοίου τα κύματα της του βίου θαλάσης, ρίπτομεν ως άγκυραν μεγάλην την θείαν ταύτην υπόσχεσίν σου, και ευθύς ελευθερωνόμεθα από την φουρτούναν και καταποντισμόν της νοητής θαλάσσης. γνωρίζει γαρ την φωνήν σου ταύτην και η αισθητή και η νοητή θάλασσα, διότι πολλάκις την επετίμησες, και ησύχασε. και ευθύς όπου ακούση να λέγωμεν «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος», ευθύς παεύει τα κύματα της, και γίνεται γαλήνη μεγάλη. Ημείς εις ταύτην σου την φίλην υπόσχεσιν αγαλλόμεθα, Κύριε. όθεν, καν τύραννοι φοβερίζουν να κάμουν εις ημάς δεινότερα Δεινίου και κύντερα Κυντόρου κατά την παροιμίαν, ημείς δεν φοβούμεθα. καν μας βασανίζουν ασεβείς και διώκται με με διάφορα κολαστήρια, ημείς δενν τα ψηφούμεν. καν πτωχεία μας στενοχωρή, δεν μας μέλει. καν ασθένειαι μας ενοχλούσιν, ημείς δεν καταπίπτομεν. και απλώς ειπείν, καν οποιαδήποτε θλίψεις και δυστυχίαι μας εύρουν, είτε εκ Δαιμόνων, είτε ξε ανθρώπων, ημείς ταύτην μόνην την γλυκυτάτην σου φωνήν και επαγγελίαν ενθυμούμενοι, ευθύς παρηγορούμεθα, ευθύς ευφραινόμεθα, και ευθύς κάθε μας λύπη εις χαράν μεταβάλλεται. φανταζόμεθα γαρ ότι είσαι παρών εις ημάς αοράτως και μυστικώς συ ο παμφίλτατος και γλυκύτατος ημών Δεσπότης, και μας ενδυναμώνεις εις τας ασθενείας μας, μας παρηγορείς εις τας θλίψεις και περιστάσεις μας, και μας λέγεις εις την καρδίαν τρόπον τινά. Μη φοβείσθε. εγώ είμαι με εσάς. «Ιδού εγώ ειμί μεθ’ υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος».

Θαυμαστά δε ενταυτώ και κοινωφελέστατα είναι τα λόγια του θεοφόρου Πατρός ημών Γρηγορίου του Θεσσαλονίκης, με τα οποία ερμηνεύει τους ανωτέρω λόγους του Κυρίου. φησί γάρ. Ο Ευαγγελιστής ουκ είπε «Τρίτον ήδη τούτο προς αυτούς ήλθεν επί της Τιβεριάδος», αλλ’ «Εφανερώθη», δεικνύς ότι παρήν αυτοίς και μη αισθητώς ορώμενος. παρείχε δε τούτοις αυτόν οράν ηνίκα εβούλετο. τοιαύτη γαρ των αθανάτων σωμάτων η δύναμις. Πάρεστιν ουν και ημών εκάστω, αδελφοί, καν μη οράται παρ’ ημών. διό και προς τους Αποστόλους είπεν αναλαμβανόμενος. «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος». Ουκούν ως παρόντα τούτον εκάστης ημέρας αιδώμεθα, και τα αρεστά ενώπιον αυτού ποιώμεν. Ει δε και τοις του σώματος οφθαλμοίς ου έχομεν αυτόν αρτίως οράν, αλλά και μεγάλα εντεύθεν καρπούσθαι τα αγαθά. αύτη γαρ η θέα πάσης αμαρτίας εστίν αναίρεσις, πονηρού παντός πάθους εστί καθαίρεσις, παντός κακού εστίν αλλοτρίωσις. αύτη η θέα πάσης αρετής υπάρχει ποιητική, καθαρότητος και απαθείας γεννητική, ζωής αιωνίου και βασιλείας απεράντου παρεκτική. ταύτης της τερπνής θέας επιμελόμενοι, και ως εις παρόντα τον Χριστόν νοερώς ατενίζοντες, ερεί και ημών έκαστος ως ο Δαβίδ. «Εάν παρατάξηται επ’ εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η καρδία μου. εάν επαναστή επ’ εμέ πόλεμος, εν ταύτη εγώ ελπίζω» (Ομιλία εις το δέκατον Εωθινόν).

Τροπάριον.
Ω Πάσχ το μέγα, και ιερώτατον, Χριστέ. ω σοφία και Λόγε, του Θεού και δύναμις, δίδου ημίν εκτυπώτερον, σου μετασχείν, εν τη ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας σου.

Ερμηνεία.
Τούτο το τελευταίον και επιλόγου τόπον έχον Τροπάριον εν τω παρόντι Κανόνι ερανίσθη ο Ασματογράφος από τον επίλογον του εις το Πάσχα λόγου Γρηγορίου του Θεολόγου. ούτω γαρ και εκείνος λέγει εκεί. «Αλλ’ ω Πάσχα το μέγα και ιερόν και παντός του Κόσμου καθάρσιον, ω γαρ εμψύψω σοι διαλέξομαι. ω Λόγε Θεού, και Φως και Ζωή και Σοφία και Δύναμις. χαίρω γαρ πάσι σου τοις ονόμασι». Καθώς λοιπόν εκείνος είπεν εκεί, ούτως αυτολεξεί σχεδόν λέγει και ο Μελωδός ούτος εδώ. πλην ο μεν Θεολόγος διαλέγεται προς το Πάσχ το άψυχον, κατά προσωποποιΐαν ρητορικήν. ο δε Ιωάννης εδώ διαλέγεται προς το έμψυχον Πάσχα τον Χριστόν. ήκουσε γαρ τον Απόστολον Παύλον να λέγη. «Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» (α’ Κορ. ε’ 7). Λέγει λοιπόν ούτω. Ω Θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, όστις είσαι το αληθινόν και μέγα Πάσχα και ιερώτατον, ω Σοφία και Λόγε του Θεού και Δύναμις. Σοφία μεν ουν λέγεται ο Χριστός, κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον, «Ως επιστήμη θείων τε και ανθρωπίνων πραγμάτων. πως γαρ οιόν τε τον πεποιηκότα τους λόγους αγνοείν ων πεποίηκε;». Λόγος δε λέγεται κατά τον αυτόν Θεολόγον, ότι «Ούτως έει προς τον Πατέρα, ως προς νουν λόγος. και ου μόνον δια το απαθές της γεννήσεως, αλλά και δια το συναφές και εξαγγελτικόν. τάχα δ’ αν είποι τις ότι και ως όρος προς το οριζόμενον, επειδή και τούτο λέγεται λόγος. ο γαρ νενοηκώς, φησί, τον Υιόν (τούτο γαρ έστι το, Εωρακώς) νενόηκε τον Πατέρα. και σύντομος απόδειξις και ραδία της του Πατρός φύσεως ο Υιός. γέννημα γαρ άπαν του γεγεννηκότος σιωπών Λόγος. ει δε και δια το ενυπάρχειν τοις ούσι λέγοι τις, ουχ αμαρτήσεται του λόγου. τι γαρ έστιν, ο μη λόγω συνέστηκεν; Δύναμις δε, ως συντηρητικός των γενομένων, και την του συνέχεσθαι ταύτα χορηγών δύναμιν» (Λόγος β’ περί Υιού).

Αλλά και ο Χρυυσορρήμων ούτως επαινεί την εορτήν του Πάσχα. «Ω Πάσχα θείον απ’ Ουρανών οδεύσαν μέχρι γης, και από γης πάλιν αναβαίνον εις Ουρανούς. ω καινόν των όλων εόρτασμα, κοσμικόν πανηγύρισμα. ω του παντός χαρά και τιμή και τροφή και τρυφή, δι’ ης ο μεν σκοτεινός θάνατος κατελύθη, η δε ζωή τοις όλοις εφηπλώθη, και ανεώχθησαν πύλαι Ουρανών, και Θεός άνθρωπος εφάνη, και άνθρωπος Θεός ανέβη. δι’ ον ερράγησαν άδου πύλαι, και κλείθρα ελύθησαν αδαμάντινα» (Λόγος ζ’ εκ των οκτώ εις το Πάσχα).

Σημείωσαι ότι ο Θεολόγος αναγωγικώτερον εκλαμβάνει την του Πάσχα μετάληψιν, και ερμηνεύων τι είναι το καινόν πόμα της αμπέλου, το οποίον έχει να πίνη μεθ’ ημών ο Θεός Λόγος εν τη βασιλεία του Πατρός, λέγει ότι είναι «Ημών μεν το μαθείν, εκείνου δε το διδάξαι και κοινώσασθαι τοις εαυτού Μαθηταίς τον λόγον. τροφή γαρ έστιν η δίδαξις και του λέγοντος» (Λογ. εις το Πάσχα). Ο αυτός δε Γρηγόριος εις τρία διαιρεί το Πάσχα, εις το νομικόν, εις το της χάριτος, και εις το του μέλλοντος αιώνος, και λέγει. «Μεταληψόμεθα του Πάσχα νυν μεν τυπικώς έτι, και ει του παλαιού γυμνότερον. το γαρ νομικόν Πάσχα, τολμώ και λέγω, τύπου τύπος ην αμυδρότερος. μικρόν δε ύστερον, τελεώτερόν τε και καθαρώτερον, ηνίκα αν αυτό πίνη καινόν μεθ’ ημών ο Λόγος εν τη Βασιλεία του Πατρός, αποκαλύπτων και διδάσκων α νυν μετρίως παρέδειξε» (Λόγος εις το Πάσχα)[2].

Όθεν επειδή ούτως ο Θεολόγος αλληγόρησεν εις την γνώσιν και θεωρίαν του νοός την του Πάσχα μετάληψιν, δια τούτο και ο θείος Ιωάννης ακολουθών αυτώ λέγει. Συ, Χριστέ, όπου είσαι το αληθινόν Πάσχα, αξίωσον ημάς να σε απολαύσωμεν δια γνώσεως και θεωρίας εις την ανέσπερον εκείνην ημέραν της βασιλείας σου, ήγουν την μη έχουσαν εσπέραν και νύκτα. όχι καθώς σε απολαύσαμεν εν τη παρούση ζωή, αλλά εκτυπώτερον, ήγουν έξω από κάθε τύπον και επιπρόσθημα, κατά τον Θεόδωρον, ή καθαρώτερόν και τελεώτερον, κατά τον Θεολόγον. Επειδή δε, ως είπομεν, τριπλούν είναι το Πάσχα, νομικόν, ευαγγελικόν, και το μέλλον, δια τούτο κατά την διαίρεσιν αυτού τρεις είναι και αι γνώσεις και θεωρίαι, εις τας οποίας αυτό το Πάσχα αλληγορείται: η εν νόμω και παλαιά, (η οποία είναι σκιώδης και αμυδρά) η νέα και ευαγγελική, (ήτις λαμπροτέρα μεν είναι της νομικής, της δε μελλούσης αμυδρότερα) και η μέλλουσα εκείνη (ήτις το παν έχει της δυνατής καταλήψεως) . καθώς και ο Παύλος περί τούτων λέγει. «Βλέπομεν άρτι δι’εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον. άρτι γινώσκων εκ μέρους, τότε δε γνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» (Α’ Κορ. ιγ’ 12). Παρακαλεί λοιπόν ο θεσπέσιος Ιωάννης τον Δεσπότην Χριστόν να απολαύσωμεν τότε της τελεωτέρας και καθαρωτέρας γνώσεως και θεωρίας, κατά την οποίαν έχομεν να γνωρίσωμεν τον Θεόν, καθώς και εγνωρίσθημεν παρ’ αυτού. επειδή τώρα εν τη παρούση ζωή να απολαύσωμεν αυτήν δεν δυνάμεθα δια το πήλινον τούτο σώμα όπου φορούμεν.

Ανέσπερον δε είπε την ημέραν εκείνη της του Χριστού βασιλείας. διότι, κατά τον μέγα Βασίλειον, «Την ημέρα Κυρίου την μεγάλην ουχί ο αισθητός ούτος ήλιος ποιήσει, αλλ’ ανατολή του της δικαιοσύνης Ηλίου καταφωτίσει, ήτις μία έσται και διηνεκής, διάδοχον νύκτα μη έχουσα, αλλά τω αιώνι παντί σμπαρεκτεινομένη» (Τόμω και Λόγος β’ εις τον Ησαΐαν), και πάλιν. «Και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη τη εσχάτη πασών ημερών, ην ούτε νυξ διακόπτει, ου χρόνος περιορίζει, ου σωματικόν φως αρχήν αυτή παρέχει και τέλος, αλλά μία εστίν ομοία προς εαυτόν, ακίνητος, ανέσπερος, αδιάδεκτος» (Τόμος τω αυτώ εις τον Ησαΐαν οράσει β’). Αλλ’ ας είπωμεν και ένα γλαφυρόν. δια τούτο ο Μελωδός παρακαλεί να απολαύσωμεν καθαρώτερον τον Χριστόν εν τη μελλούση ημέρα, διότι καθώς η ανάστασις του Χριστού έγινεν εν Κυριακή, ούτω και η μέλλουσα παρουσία του εν Κυριακή θέλει γένη. μάλλον δε, αυτή εκείνη η ανέσπερος ημέρα της Βασιλείας του Χριστού Κυριακή θέλει είναι, ήτις έσται μία ημέρα ανέσπερος και αδιάδοχος. όθεν είπε πάλιν ο ανωτέρω θείος Βασίλειος. «Ανέσπερον και αδιάδοχον και ατελεύτητον την ημέρα εκείνην οίδεν ο λόγος, ην και ογδόην ο ψαλμωδός προσηγόρευσε δια το έξω κείσθαι του εβδοματικού τούτου χρόνου. Είτε ουν ημέρα η κατάστασις εκείνη λέγοιτο, μία εστί και ου πολλαί. είτε αιών προσαγορεύοιτο, μοναχός αν είη και ου πολλοστός. Ίνα ουν προς την μέλλουσαν ζωήν την έννοιαν ημών απαγάγη, (ο Μωϋσης δηλ.) μίαν ωνόμασε του αιώνος την εικόνα, την απαρχήν των ημερών, την ομήλικα του φωτός, την αγίαν Κυριακήν, την τη αναστάσει του Κυρίου τετιμημένην» (Ομιλία β’ εις την εξαήμερον, προκειμενου ρητού «Και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί, ημέρα μία»). Και σημείωσαι ότι κατά τα λόγια του αγίου η Κυριακή τώρα μεν είναι εικών του μέλλοντος αιώνος, τότε δε έσται αυτός ο μέλλων αιών. Ίδετε πόσον είανι μεγάλα; ίδετε πόσον είναι θαυμαστά και υψηλά τα της αναστάσεως και της αγίας Κυριακής προνόμια;

Άμποτε λοιπόν όλοι, και οι ψάλλοντες και οι αναγινώσκοντες και οι ακούοντες τον παρόντα κοσμοχαρμόσυνον και λαμπρόν της λαμπροφόρου ημέρας Κανόνα,να μη ήμεθα μόνο ψάλται και αναγνώσται και ακροαταί των εν τω Κανόνιτούτο περιεχομένων νοημάτων τε και παραγγελμάτων, αλλά να ήμεθα τούτων και ποιηταί δια των έργων. Ημείς συνανέστημεν με τον αναστάντα Χριστόν και δια της πίστεως, και δια του αγίου Βαπτίσματος, του εις τύπον γενομένου της ταφής και της αναστάσεως του Κυρίου. Άμποτε λοιπόν να ζήσωμεν μίαν καινούριαν πολιτείαν, ήτις πρέπει εις τους συναναστηθέντας με τον Δεσπότην Χριστόν, καθώς μα παραγγέλει ο Παύλος. «Ίνα, ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. στ’ 4). Ημείς εμάθομεν σήμερον από τον αναστάντα μίαν καινούριαν ζωήν. Λοιπόν άμποτε να φυλάττωμεν αυτήν μέχρι τέλους, έχοντες καινούριους συλλογισμούς, λαλούντες καινούρια λόγια, και πράττοντες καινούρια έργα, άξια της του Χριστού καινής αναστάσεως, ουχί τρυφώντες με συμπόσια και ξεφαντώματα, ουχί τραγωδούντες με εισχρά και διαβολικά τραγώδια, ουχί παίζοντες και χορεύοντες, ουχί καταγινόμενοι εις φιληδονίας και φιλοδοξίας, εις μέθας και ασωτίας, εις φιλαργυρίας και άλλας αμαρτίας. διότι αυτά είναι έργα της φθαρτής ζωής του παλαιού ανθρώπου, τον οποίον εκδύθημεν εις το άγιον Βάπτισμα. και όποιος ταύτα εργάζεται, έχει να αποθάνη τον της ψυχής αθάνατον θάνατον, ως λέγει ο Απόστολος. «Ει κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν» (Ρωμ. η’ 13)[3].

Ας παρακαλέσωμεν, αγαπητοί, τον αναστάντα Χριστόν να νεκρώση μεν τους εν τη καρδία μας παρακαθημένοςυ εμπαθείς λογισμούς και Δαίμονας, να ανασθηθή δε αυτός μέσα μας, υπερβαίνων ως σφραγίδας τους εν τη ψυχή μας ευρισκομένους εμπαθείς τύπους και προλήψεις της αμαρτίας, ως λέγει ο θεοφόρος Μάξιμος. «Ο Κύριος ανίσταται, ωσεί νεκρούς μεν ποιών τους υπο Δαιμόνων τη καδία παρακαθημένους εμπαθείς λογισμούς, τους διαμεριζομένοςυ εν τοις πειρασμοίς ώσπερ ιμάτια τους τρόπους της ηθικής ευπρεπείας, και υπερβαίνων ώσπερ σφραγίδας τους επικειμένους τη ψυχή τύπους των κατά πρόληψιν αμαρτημάτων» (Κεφ. ξγ’ της α’ εκατοντάδος των Θεολογικών).

Αλλά αν τινές άνθρωποι υπερήφανοι από τον φθόνον των πολεμούσι την υπό των θεοφιλών ανδρών λαλουμένην αλήθειαν, και διαβάλλουσιν αυτούς ψευδώς, ήξευρε, αγαπητέ, ότι από τους τοιούτους σταυρούται και θάπτεται ο Κύριος, και με σφραγίδας φυλάττεται. αλλ’ όμως ο Δεσπότης Χριστός γυρίζει τον πόλεμον εναντίον των, και ανασταίνεται, φαινόμενος περισσότερον λαμπρότερος με τον πόλεμον, επειδή είναι δυνατώτερος από όλους ως αλήθεια, κατά τον αυτόν Μάξιμον λέγοντα. «Όταν ίδης τινάς υπερηφάνους μη φέροντας επαινείσθαι τους κρείττονας, ακήρυκτόν τε μηχανωμένους ποιείν την λαλουμένην αλήθειαν, μυρίοις αυτήν απείργοντας πειρασμοίς και αθεμίτοις διαβολαίς, νόει μοι πάλιν υπό τούτων σταυρούσθαι τον Κύριον και θάπτεσθαι, και στρατιώταις και σφραγίσι φυλάττεσθαι, ους εαυτοίς περιτρέπων ο Λόγος ανίσταται, πλέον τω πολεμείσθαι διαφαινόμενος, ως προς απάθειαν δια των παθημάτων στομούμενος. πάντων γαρ έστιν ισχυρώτερος, ως αλήθεια και ων και καλούμενος» (Κεφ. ξε’ της α’ εκατοντάδος των Θεολογικών).

Εάν ουν ημείς θεοφιλώς και καινώς πολιτευώμεθα, αδελφοί, ως άνωθεν είπομεν, θέλομεν γνωρίσει μέσα εις τον εαυτόν μας την θαυμαστήν δύναμιν της Αναστάσεως του Κυρίου, ήτις είναι ο προηγούμενος σκοπός, δια τον οποίον ο Θεός τα πάντα εποίησε, κατά τον αυτόν θείον Μάξιμον λέγοντα. «Ο δε της Αναστάσεως μυηθείς την απόρρητον δύναμιν, έγνω τον εφ’ ω τα πάντα προηγουμένως ο Θεός υπεστήσατο σκοπόν» (Κεφ. ξς’ της α’ εκατοντάδος των Θεολογικών) και ακολούθως θέλομεν αξιωθή να εορτάζωμεν το Άγιον Πάσχα του Κυρίου εν τη παρούση μεν ζωή με χαράν πνευματικήν και αγαλλίασιν της καρδίας μας, εν δε τη μελλούση να ερτάζωμεν αυτό εκτυπώτερον τε και καθαρώτερον, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών των εκ νεκρών αναστάντι. ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν. 

[1] Είναι δε και άλλα αίτια, δια τα οποία πρέπει η Θεοτόκος να χαίρη σήμερον περισσότερον και από τους Αποστόλους, και από τας άλλας Μυροφόρους.  Πρώτον, διότι αυτή από όλους τους ανθρώπους προτύτερα έλαβε το ευαγγέλιον της αναστάσεως του Υιού τηςδεύτερον, διότι αυτή προτύτερα από όλους είδεν αναστάντα τον Υιόν της και ωμίλησε με αυτόν, και των αχράντων αυτού ποδών ήψατοτρίτον, επειδή δι’ αυτήν ανοίχθη ο τάφοςκαι τέταρτον, διότι ευηγγέλισεν εις αυτήν την ανάστασιν του Κυρίου ο συνήθης αυτή και ευαγγελιστής Αρχάγγελος Γαβριηλ.  Ταύτα δε πάντα αποδεικνύει και βεβαιοί ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος εν τη Κυραική των Μυροφόρων, ούτω λέγων«Έτσι δη τι συνεσκιασμένως παρά των Ευαγγελιστών απαγγελλόμενον, όπερ ανακαλύψω προς την υμετέραν αγάπηντο γαρ της του Κυρίου αναστάσεως ευαγγέλιον πρώτη πάντων ανθρώπων καθάπερ και προσήκον υπήρχε και δίκαιον η Θεοτόκος παρά του Αγγέλου εδέξατο, και αύτη τούτον αναστάντα προ πάντων είδε, καιτης αυτού θείας ομιλίας απήλαυσε, και ουκ είδε οφθαλμοίς μόνον αυτόν, και αυτήκοος αυτού γέγονεν, αλλά και χερσίν ήψατο πρώτη και μόνη των αχράντων εκείνου πόδων, καν οι Ευαγγελισταί ταύτα πάντα φανερώς ου λέγωσι, μη θέλοντες την Μητέρα προφέριν εις μαρτυρίαν, ίνα μη τοις απίστοις υποψίας αφορμήν δώσινεπεί δε νυν ημίν χάριτι του αναστάντος προς πιστούς ο λόγος… λόγον διδόντος του ειπόντος «Ουδέν κρυπτόν, ο ου φανερόν γενήσεται, και τούτο φανερωθήσεται». Καθεξής δε ο Άγιος αποδεικνύει δια πολλών, συμβιβάζων τους θείους Ευαγγελιστάς, τους περί των Μυροφόρων διαλαμβάνοντας, ότι η Θεοτόκος πρώτη ηξιώθη τα ανωτέρωέπειτα λέγει και ταύτα «Εμοί δε δοκεί και δι’ αυτήν πρώτην (την Θεοτόκον) τον ζωηφόρον εκείνον ανοιγήναι τάφονδι’ αυτήν γαρ πρώτην και δι’ αυτής πάντα ημίν ανέωκται, όσα επί του Ουρανού άνω, και όσα επί της γης κάτω και δι’ αυτήν τον Άγγελον ούτς αστράπτειν, ως και της ώρας έτι σκότω κατεχομένης υπό δαψιλεί ταύτην τω του Αγγέλου φωτί μη το τάφον κενόν ιδείν μόνον, αλλά και τα εντάφια, κατά κόσμον τε κείμενα και πολυειδώς μαρτυρούντα τω ενταφιασθέντι την έγερσινην δ’ άρα και ο Ευαγγελιστής Άγγελος, αυτός εκείνος ο Γαβριήλ».  Συμφώνως λέγει και Νικηφόρος ο Κάλλιστος εν τω Συναξαρίω της Κυριακής του Πάσχα«Και πρώτον μεν η ανάστασις τη του Θεού Μητρί γνώριμος γίνεται, απεναντίας καθημένη του τάφου, ως φησιν ο Ματθαίος, συν τη Μαγδαληνήαλλ’ ίνα μη η ανάστασις αμφιβάλοιτο δια τν προς την Μητέραν οικείωσιν, οι Ευαγγελισταί φασι πρώτον φαίνεσθαι τη Μαγδαληνή Μαρία».

[2] Την εορτήν του Πάσχα τόσον ετίμων και ευλαβούντο οι παλαιοί Βασιλείς, ώστε όχι μόνον ηλευθέρωναν από τας φυλακάς τους εν αυτίας ευρισκομένους δια χρέος ή δια άλλας αιτίας εις τας πόλεις όπου αυτοί εβασίλευον, αλλά και εις μακρυνούς τόπους έστελλον επιστολάς να ελευθερώσουν οι εκεί τους φυλακωμένουςκαι μάλιστα ο μέγας Θεοδόσιος.  Τι λέγω; Και αυτοί οι άπιστοι και ασεβείς ευλαβούνται την εορτήν του Πάσχα, καθώς και τα δύο ταύτα βεβαιώνει ο Χρυσορρήμων λέγων«Την παρόυσαν εορτήν (του Πάσχα), ην και άπιστοι αιδούνται σχεδόν πάντες, ην και αυτός ούτος ο Θεοφιλής Βασιλεύς (ο Θεοδόσιος ο μέγας) ούτως ηδέσθη και ετίμησαν, ως άπαντας τους προ αυτού μετ’ ευσεβείας κρατήσαντας υπερβαλέσθαι Βασιλέας.  Εν ταύταις γουν ταις ημέραις πέμψας επιστολήν, εις τιμήν της εοργής τους το δεσμωτήριον οικούντας σχεδόν αφήκεν άπαντας» (Αδριάντος Γ’).  Τούτον πρέπει να μιμούνται και οι τωρινοί Χριστιανοί, και μάλιστα οι πλούσιοι, και να ελευθερώνουν τους εν φυλακαίς ευρισκομένοςυ κατά την εορτήν του Πάσχα.

[3] Όθεν είπε και ο Χρυσορρήμων«Πας ο γινώσκων το τεθυμένον υπέρ αυτού Πάσχα αρχήν εαυτώ ζωής υποτιθέσθω ταύτην, αφ’ ου τέθυται Χριστός υπέρ αυτούτέθυται δε υπέρ αυτού τότε, ηνίκα αν επιγνώ την χάριν, και συνή την δια της θυσίας εκείνης ζωήνκαι τούτο γινώσκων, της νεαράς ορεγέσθω ζωής λαμβάνειν την αρχήν, και μηκέτι ανατρεχέτω προς την παλαιάν, ης επί τέλος έφθασεν» (Λόγος α’ εις το Πάσχα, ου η αρχή «Πάσχα μεν γήϊνον» Τομ. Ε’).

Δημοφιλείς αναρτήσεις