Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2021

ΕΙΜΕΘΑ ΤΕΚΝΑ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘ’ ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΚΥΡΙΟΥ


 

Ι’ 
ΕΙΜΕΘΑ ΤΕΚΝΑ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘ’ ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΚΥΡΙΟΥ

Εκ της γης εποίησεν ο Κύριος τον άνθρωπον, αλλ’ αγαπά ημάς ως γνήσια τέκνα Αυτού και μετά πόθου αναμένει ημάς προς Αυτόν. Μέχρι τοιούτου σημείου ηγάπησεν ημάς ο Κύριος, ώστε εσαρκώθη χάριν ημών και έχυσεν υπέρ ημών το Αίμα Αυτού και δι’ Αυτού επότισεν ημάς και έδωκεν εις ημάς το πάντιμον Σώμα Αυτού. ούτως εγενόμεθα τέκνα Αυτού εκ της Σαρκός και του Αίματος Αυτού, καθ’ ομοίωσιν του Κυρίου εν σαρκί, καθώς τα κατά σάρκα τέκνα είναι όμοια προς τον πατέρα αυτών, και τούτο ανεξαρτήτως ηλικίας. Και το Πνεύμα του Θεού μαρτυρεί εις το πνεύμα ημών ότι θα είμεθα αιωνίως μετ’ Αυτού. 
Ο Κύριος ουδέποτε παύει να καλή ημάς προς Εαυτόν. «Δεύτε προς Με, καγώ αναπαύσω υμάς». Τρέφει ημάς δια του τιμίου Σώματος και Αίματος Αυτού. παιδαγωγεί ημάς ελεημόνως δια του λόγου Αυτού και του Αγίου Πνεύματος. Απεκάλυψεν εις ημάς μυστήρια. Ζη εντός ημών και εν τοις μυστηρίοις της Εκκλησίας και οδηγεί ημάς εκεί όπου θα θεωρώμεν την δόξαν Αυτού. Αλλ’ έκαστος θα θεωρή την δόξαν αυτήν κατά το μέτρον της αγάπης αυτού. Όστις πλείον αγαπά, ούτος ισχυρότερον επιποθεί όπως είναι μετά του Ηγαπημένου Κυρίου, και δια τούτο έρχεται εγγύτερον προς Αυτόν. Όστις ολίγον αγαπά, ούτος ολίγον και επιθυμεί. Όστις δε δεν αγαπά, ούτος ούτε επιθυμεί, και δεν αγωνίζεται ίνα ίδη τον Κύριον, και θα μένη αιωνίως εν τη σκοτία. 
Μέχρι δακρύων λυπούμαι τους ανθρώπους, οίτινες δεν γνωρίζουν τον Θεόν και τα ελέη Αυτού. Εις ημάς δε ο Κύριος εφανέρωσεν Εαυτόν Πνεύματι Αγίω και ημείς ζώμεν εν τω φωτί των αγίων Αυτού εντολών. 
Έργον θαυμαστόν! Η χάρις έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω ότι πάντες οι αγαπώντες τον Θεόν και φυλάσσοντες τας εντολάς Αυτού είναι πεπληρωμένοι φωτός και ομοιάζουν προς τον Κύριον. Οι εναντιούμενοι όμως εις τον Θεόν είναι πεπληρωμένοι σκότους και ομοιάζουν προς τον εχθρόν. 
Και τούτο είναι φυσικόν. Ο Κύριος είναι Φως και φωτίζει τους δούλους Αυτού, οι δε υπηρέται του εχθρού εξ αυτού προσλαμβάνουν το σκότος. 
Εγνώριζον έν παιδίον. Η όψις αυτού ήτο αγγελική· ταπεινή, σεμνή, πραεία· πρόσωπον λευκόν και ρόδινον· όμματα φωτεινά, κυανά, αγαθά και ήρεμα. Μετά τινα έτη ήρχισε να ζη ασώτως και απώλεσε την χάριν του Θεού. Και εις ηλικίαν τριάκοντα περίπου ετών ωμοίαζε προς άνθρωπον και προς δαίμονα, προς θηρίον και προς ληστήν, και όλη η όψις αυτού ήτο απαισία και φοβερά. 
Εγνώριζον προσέτι κόρην τινά πολύ ωραίαν, έχουσαν πρόσωπον φωτεινόν και ευχάριστον, ώστε πολλοί εφθόνουν το κάλλος αυτής, αλλά δι’ αμαρτωλού βίου απώλεσε αύτη την χάριν και απέβη θέαμα βδελυρόν. 
Είδον όμως και το εναντίον, ήτοι ανθρώπους εισερχομένους εις την Μονήν έχοντας πρόσωπον παραμεμορφωμένον εκ της αμαρτίας και των παθών, αλλά δια της μετανοίας και του ευσεβούς βίου ήλλαξαν και εγένοντο ωραίοι εις την όψιν. 
Ωσαύτως εν τω Παλαιώ Ρωσικώ ο Κύριος έδωκεν  εις εμέ να ίδω κατά την ώραν της εξομολογήσεως τον Πνευματικόν όμοιον προς τον Χριστόν. Ούτος ίστατο αστράπτων κατά θαυμάσιον τρόπον και, αν και ήτο κατάλευκος γέρων, το πρόσωπον αυτού ήτο λαμπρόν και νεανικόν. Κατά τον ίδιον τρόπον είδον επίσκοπον τινα την ώραν της Θείας Λειτουργίας. Είδον εισέτι τον πατέρα Ιωάννην της Κρονστάνδης, όστις, καίτοι εκ φύσεως ήτο κατά την όψιν συνήθης άνθρωπος, εν τούτοις εκ της χάριτος του Θεού το πρόσωπον αυτού ήτο εύμορφον ως αγγέλου, και επεθύμει τις να βλέπη αυτόν. 
Ούτως η αμαρτία παραμορφοί τον άνθρωπον, ενώ η χάρις κατακοσμεί αυτόν. 
Ο άνθρωπος ελήφθη εκ της γης, αλλ’ ο Θεός ούτως ηγάπησεν αυτόν, ώστε εκάλλυνεν αυτόν δια της χάριτος Αυτού, και ο άνθρωπος εγένετο όμοιος προς τον Κύριον. 
Λυπούμαι πολύ, διότι ελάχιστοι γνωρίζουν αυτό, και τούτο εξ αιτίας της υπερηφανίας. Εάν όμως εταπεινούμεθα, τότε ο Κύριος θα απεκάλυπτεν εις ημάς το μυστήριον τούτο, διότι Αυτός πολύ αγαπά ημάς. 
Ο Κύριος είπεν εις τους Αποστόλους: «Παιδία, μη τι προσφάγιον έχετε;» (Ιωάν. κα’ 5). Οποίαν αγάπην δηλούν οι λόγοι ούτοι! Και ο Κύριος ουχί μόνον τους Αποστόλους, αλλά και πάντας ημάς αγαπά μετά της αυτής αγάπης. 
Ότε είπον εις τον Κύριον «ιδού η μήτηρ Σου και οι αδελφοί Σου ήλθον, ίνα Σε ίδουν», Αυτός απεκρίθη: «Όστις ποιεί το θέλημα του Θεού, ούτος είναι η μήτηρ και η αδελφή και ο αδελφός Μου» (πρβλ. Ματθ. ιβ’ 47-50). 
Πολλοί άνθρωποι σήμερον λέγουν ότι Θεός δεν υπάρχει. Ομιλούν ούτω, διότι εν τη καρδία αυτών ζη υπερήφανον πνεύμα, όπερ υποβάλλει εις αυτούς ψεύδος κατά της Αληθείας και της Εκκλησίας του Θεού. Νομίζουν ότι είναι σοφοί, αλλ’ ουδόλως εν τη πραγματικότητι αντιλαμβάνονται ότι τοιούτοι λογισμοί δεν είναι εξ αυτών, αλλά προέρχονται εκ του εχθρού· εάν τις όμως δεχθή αυτούς εν τη καρδία αυτού και αγαπήση αυτούς, καθίσταται συγγενής του πονηρού πνεύματος. Και είθε να μη επιτρέψη ο Θεός να αποθάνη τις εν τοιαύτη καταστάσει.΄ 
Εν τη καρδία δε των αγίων ζη η χάρις του Αγίου Πνεύματος, ήτις ποιεί αυτούς συγγενείς του Θεού, και ούτοι αισθάνονται εμφανώς ότι είναι πνευματικά τέκνα του Ουρανίου Πατρός, και δια τούτο λέγουν: «Πάτερ ημών» (βλ. Ρωμ. η’ 15-16· Γαλ. δ’ 6-7). 
Η ψυχή επί τοις λόγοις τούτοις χαίρει και αγάλλεται. Γνωρίζει δια Πνεύματος Αγίου ότι ο Κύριος είναι Πατήρ ημών. Αν και επλάσθημεν εκ της γης, όμως το Πνεύμα το Άγιον ζη εντός ημών και ποιεί ημάς ομοίους προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, καθώς τα τέκνα ομοιάζουν προς τον πατέρα αυτών. 
Ο άνθρωπος επλάσθη εκ της γης· τί αγαθόν δύναται να υπάρχη εν αυτώ; 
Αλλ’ ιδού το έλεος του Θεού εκάλλυνε τον άνθρωπον δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και ούτος εγένετο όμοιος προς τον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού. 
Μέγα το μυστήριον τούτο, μέγα και το έλεος του Θεού προς τον άνθρωπον. 
Εάν εγνώριζον πάντες οι λαοί της γης οπόσον αγαπά ο Κύριος τον άνθρωπον, τότε θα ηγάπων τον Χριστόν και την κατά Χριστόν ταπείνωσιν και θα επόθουν να εξομοιωθούν κατά πάντα προς Αυτόν. Εις μόνον τον άνθρωπον τούτο είναι αδύνατον. Ο πεσών άνθρωπος δια της μετανοίας καθαίρεται και περιβάλλεται την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και τότε γίνεται κατά πάντα όμοιος τω Κυρίω. 
Τοσούτον μέγα είναι το έλεος του Κυρίου προς ημάς! 
Ευχαριστούμεν Σοι, Κύριε, διότι Συ έδωκας επί γης το Πνεύμα το Άγιον και Αυτό δίδει εις την ψυχήν γνώσιν περί πραγμάτων, άτινα αύτη ουδέποτε προσεδόκα να γνωρίση. 
Το Πνεύμα το Άγιον διδάσκει ημάς την ταπείνωσιν του Χριστού, ίνα η ψυχή πάντοτε φέρη εν αυτή την χάριν του Θεού, ήτις ευφραίνει την ψυχήν· ταυτοχρόνως όμως ο Κύριος δίδει εις την ψυχήν την λύπην δια τον λαόν και προσευχήν μετά δακρύων, ίνα πάντες οι λαοί γνωρίσουν τον Κύριον και ηδυνθούν εκ της αγάπης Αυτού. 
Όστις εγνώρισε δια του Αγίου Πνεύματος την αγάπην του Θεού, ούτος δεν έχει ανάπαυσιν ούτε ημέραν ούτε νύκτα και, αν και αποκάμη το σώμα και πίπτη εις την κλίνην, όμως και επ’ αυτής ακάματος η ψυχή δεν παύει να έλκηται δι’ όλης της δυνάμεως προς τον Θεόν, τον Πατέρα αυτής. Ο Κύριος εποίησεν ημάς συγγενείς Αυτού. «Καθώς Συ, Πάτερ, εν Εμοί καγώ εν Σοι, ίνα και αυτοί εν Ημίν έν ώσιν» (Ιωάν. ιζ’ 21). 
Ούτως ο Κύριος δια του Αγίου Πνεύματος ποιεί εξ ημών μίαν οικογένειαν μετά του Θεού Πατρός.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ- ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ

Ζ’ 
ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Η ψυχή μου Σε εγνώρισε, Κύριε, και διηγούμαι τα ελέη Σου εις τον λαόν Σου.

Μη θλίβεσθε, λαοί, διότι δύσκολος είναι η ζωή. Αγωνίζεσθε μόνον κατά της αμαρτίας και ζητείτε παρά του Κυρίου βοήθειαν, και Αυτός θα δώση εις υμάς το ωφέλιμον, διότι είναι ελεήμων και αγαπά ημάς.

Ώ, λαοί! Μετά δακρύων γράφω αυτάς τας γραμμάς. Η ψυχή μου επιθυμεί όπως γνωρίσητε τον Κύριον και ίδητε το έλεος και την δόξαν Αυτού. Είμαι εβδομήντα δύο ετών, και επλησίασα τον θάνατον, και γράφω περί του ελέους του Κυρίου, όπερ έδωκεν εις εμέ ο Κύριος να γνωρίσω δια Πνεύματος Αγίου. Ώ, εάν ήτο δυνατόν, θα ανεβίβαζον υμάς εις όρος υψηλόν, ίνα δυνηθήτε να ίδητε εκ του ύψους της κορυφής το πράον και ελεήμον πρόσωπον του Κυρίου, και θα ηγαλλιώντο αι καρδίαι υμών.

Αλήθειαν λέγω εις υμάς. Δεν γνωρίζω ουδέν καλόν εις εμέ και έχω πολλάς αμαρτίας, αλλ’ η χάρις του Αγίου Πνεύματος εξήλειψε τας αμαρτίας μου, και γνωρίζω ότι, εις όσους παλαίουν κατά της αμαρτίας, ο Κύριος χαρίζεται ουχί μόνον την άφεσιν, αλλά και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ήτις χαροποιεί και πληροί την ψυχήν μετά βαθείας και γλυκείας ειρήνης.

Ώ, Κύριε, Συ αγαπάς το πλάσμα Σου· και τις δύναται να κατανοήση την αγάπην Σου ή να γευθή της γλυκύτητος αυτής, εάν δεν διδάξης Συ ο Ίδιος αυτόν δια του Αγίου Σου Πνεύματος;

Δέομαι ουν Σου, Κύριε, εξαπόστειλον επί τον κόσμον Σου την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ίνα οι πάντες γνωρίσουν την αγάπην Σου. Θέρμανον τας τεθλιμμένας καρδίας των ανθρώπων, όπως εν χαρά δοξάζουν το έλεος Σου.

Παράκλητε αγαθέ, μετά δακρύων Σε ικετεύω, παρηγόρησον τας τεθλιμμένας ψυχάς του κόσμου Σου. Δος εις πάντας τους λαούς να ακούσουν της γλυκείας Σου φωνής: «Αφέωνται υμίν αι αμαρτίαι». Ναι, Κύριε, εις την εξουσίαν Σου είναι να ποιής θαύματα, και δεν υπάρχει μεγαλύτερον θαύμα της αγάπης προς τον αμαρτωλόν εν τη πτώσει αυτού. Τον άγιον είναι εύκολον να αγαπάς, είναι άξιος.

Ναι, Κύριε, εισάκουσον της προσευχής της γης. Αδημονούν πάντες οι λαοί· οι πάντες ηκηδίασαν εν αμαρτίαις· πάντες εστερήθησαν της χάριτος Σου και ζουν εν τη σκοτία.

Ώ, λαοί, ας κράξωμεν προς τον Κύριον, πάσα η γη, και θα εισακουσθή η προσευχή ημών, διότι χαίρει ο Κύριος επί τη μετανοία των ανθρώπων. Και πάσαι αι ουράνιαι δυνάμεις αναμένουν όπως απολαύσωμεν και ημείς της γλυκύτητος της αγάπης του Θεού και ίδωμεν το κάλλος του προσώπου Αυτού.

Όταν οι άνθρωποι φυλάττουν τον άγιον φόβον του Θεού, τότε ιλαρά και γλυκεία είναι η ζωή επί της γης. Νυν όμως οι άνθρωποι ήρχισαν να ζουν κατά το θέλημα και τον νουν αυτών, και εγκατέλειψαν τας αγίας εντολάς και ελπίζουν άνευ του Κυρίου να εύρουν χαράν επί της γης, μη γνωρίζοντες ότι μόνος ο Κύριος είναι η αληθινή ημών χαρά και μόνον εν τω Κυρίω ευφραίνεται η ψυχή του ανθρώπου. Αυτός θερμαίνει και ζωογονεί την ψυχήν, ως ο ήλιος θερμαίνει τα άνθη του αγρού και ως ο άνεμος λικνίζων αυτά προσδίδει εις αυτά ζωήν.

Ο Κύριος έδωκεν εις ημάς το παν, ίνα δοξάζωμεν Αυτόν. Ο κόσμος όμως δεν εννοεί αυτό. Και πώς δύναται τις να εννοήση εκείνο, όπερ ούτε είδεν ούτε εγεύθη; Εγώ ωσαύτως, ότε ήμην εν τω κόσμω, εσκεπτόμην ότι ιδού η ευτυχία επί της γης: Είμαι υγιής, κομψός, πλούσιος, ο κόσμος με αγαπά, και δια τούτο εκενοδόξουν. Ότε όμως Πνεύματι Αγίω εγνώρισα τον Κύριον, τότε ήρχισα να λογίζωμαι άπασαν την δόξαν του κόσμου ως τον καπνόν, τον οποίον διασκορπίζει ο άνεμος. Η χάρις όμως του Αγίου Πνεύματος χαροποιεί και ευφραίνει την ψυχήν, αύτη δε εν ειρήνη βαθεία θεωρεί τον Κύριον και επιλανθάνεται της γης.

Κύριε, επανάγαγε τον λαόν Σου προς Σε, ίνα ίδη εν Πνεύματι Αγίω το πράον πρόσωπον Σου, και απολαύση της κατά πρόσωπον θέας Σου εισέτι επί της γης, ίνα ιδόντες Σε, καθώς είσαι, εξομοιωθούν προς Σε.

Δόξα εις τον Κύριον, διότι έδωκεν εις ημάς την μετάνοιαν, και δια της μετανοίας σωζόμεθα πάντες ημείς άνευ εξαιρέσεως. Δεν θα σωθούν ει μη μόνον οι μη μετανοούντες· εις τούτο βλέπω την απόγνωσιν αυτών και πολύ θρηνώ οικτίρων αυτούς. Ούτοι δεν εγνώρισαν Πνεύματι Αγίω πόσον μεγάλη είναι η ευσπλαγχνία του Θεού. Εάν εκάστη ψυχή εγνώριζε τον Κύριον, εγνώριζε πόσον Ούτος αγαπά ημάς, ουχί μόνον ουδείς θα απεγίνωσκε της σωτηρίας αυτού, αλλ’ ουδέποτε θα εγόγγυζε. 
Ψυχή, ήτις απώλεσε την ειρήνην, οφείλει να μετανοήση και ο Κύριος θα συγχωρήση τας αμαρτίας, και θα έχη τότε χαράν και ειρήνην. Και δεν υπάρχει χρεία άλλων μαρτύρων, αλλ’ Αυτό το Πνεύμα μαρτυρεί εντός ημών ότι αφέθησαν αι αμαρτίαι, και το σημείον της αφέσεως των αμαρτιών είναι ότι εμισήσαμεν την αμαρτίαν. 
Και τί έτι αναμένομεν; Να ζητήσωμεν εκ των ουρανών να ψάλη τις εις ημάς άσμα τι ουράνιον; Αλλ’ εν τω ουρανώ το παν ζη δια του Αγίου Πνεύματος, και εις ημάς επί γης εδόθη το αυτό Άγιον Πνεύμα. Και εν τοις ναοίς αι ακολουθίαι τελούνται Πνεύματι Αγίω· και εν ταις ερήμοις, εν τοις όρεσι και εν τοις σπηλαίοις, και πανταχού οι ασκηταί του Χριστού ζουν εν Πνεύματι Αγίω. Και εάν φυλάξωμεν Αυτό, θα είμεθα ελεύθεροι από παντός σκότους, και η αιώνιος ζωή θα είναι εντός ημών.


Εάν πάντες οι άνθρωποι μετενόουν και εφύλαττον τας εντολάς του Θεού, ο παράδεισος θα ήτο επί της γης, διότι η «Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν». Η Βασιλεία του Θεού είναι το Πνεύμα το Άγιον, το δε Άγιον Πνεύμα και εν τω ουρανώ και επί της γης είναι το αυτό.

Εις τον μετανοούντα ο Κύριος δίδει τον παράδεισον και την αιώνιον Βασιλείαν ομού μετ’ Αυτού. Κατά το πλήθος του ελέους Αυτού δεν ενθυμείται τας αμαρτίας ημών, ως δεν εμνήσθη των αμαρτιών του ληστού επί του σταυρού. 
Μέγα Σου το έλεος, Κύριε· και τις θα ηδύνατο αξίως να Σε ευχαριστήση; Έδωκας εις ημάς επί της γης το Πνεύμα Σου το Άγιον! 
Μεγάλη Σου η δικαιοσύνη, Κύριε. Συ επηγγείλω εις τους Αποστόλους: «Ουκ αφήσω υμάς ορφανούς». Και ημείς νυν βιούμεν το έλεος τούτο, και η ψυχή αισθάνεται ότι ο Κύριος αγαπά ημάς. Όστις δε δεν αισθάνεται τούτο, ούτος ας μετανοήση, ας ζήση κατά το θέλημα του Θεού, και τότε ο Κύριος θα δώση εις αυτόν την χάριν, ήτις θα χειραγωγή την ψυχήν. Εάν όμως ίδης άνθρωπον αμαρτωλόν και δεν συμπάσχης μετ’ αυτού, τότε η χάρις θα σε εγκαταλείψη.

Εδόθη εις ημάς η εντολή να αγαπώμεν, η δε αγάπη του Χριστού πάντας σπλαγχνίζεται, και το Πνεύμα το Άγιον διδάσκει την ψυχήν να τηρή τας εντολάς του Θεού και δίδει την δύναμιν να ποιώμεν το αγαθόν. 
 Ώ, Πνεύμα Άγιον, μη εγκαταλείπης ημάς! Όταν Συ είσαι μεθ’ ημών, τότε η ψυχή αντιλαμβάνεται την παρουσίαν Σου και μακαρίως αναπαύεται εν τω Θεώ, διότι Συ δωρείσαι την φλογεράν αγάπην του Θεού.

Ο Κύριος ούτως ηγάπησε τους ανθρώπους Αυτού, ώστε ηγίασεν αυτούς δια Πνεύματος Αγίου και εποίησεν αυτούς ομοίους προς Εαυτόν. Ο Κύριος είναι ελεήμων, και το Άγιον Πνεύμα δίδει εις ημάς την δύναμιν να είμεθα και ημείς ελεήμονες. Αδελφοί, ας ταπεινωθώμεν, ίνα δια της μετανοίας αποκτήσωμεν ελεήμονα καρδίαν, και τότε θα ίδωμεν την δόξαν του Κυρίου, ήτις γνωρίζεται υπό της ψυχής και του νοός δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. 
Όστις μετανοεί αληθώς, ούτος είναι έτοιμος να υπομένη πάσαν θλίψιν, πείναν και γυμνότητα, ψύχος και καύσωνα, ασθένειαν και πτωχείαν, εξουδένωσιν και εξορίαν, αδικίαν και συκοφαντίαν, διότι η ψυχή αυτού ορμά προς τον Θεόν και δεν μεριμνά περί των γηΐνων, αλλά καθαρώ νοΐ προσεύχεται εις τον Θεόν. 
Όστις δε είναι προσκεκολλημένος εις περιουσίας και χρήματα, ούτος ουδέποτε δύναται να έχη καθαρόν τον νουν εν τω Θεώ, επειδή εν τω βάθει της ψυχής αυτού κατοικεί έμμονος η μέριμνα τί να ποιήση μετ’ αυτών. Και εάν δεν μετανοήση καθαρώς και δεν θλίβηται, διότι ημάρτησεν ενώπιον του Θεού, τότε θα αποθάνη αιχμάλωτος του πάθους, μη γνωρίσας τον Κύριον. 
Όταν αφαιρούν την περιουσίαν σου, συ δος αυτήν, διότι η αγάπη του Θεού δεν δύναται να αρνηθή. Όστις όμως δεν εγνώρισε την αγάπην του Θεού, ούτος δεν δύναται να είναι ελεήμων, διότι δεν έχει εν τη ψυχή αυτού την χαράν του Αγίου Πνεύματος. 
Εάν ο Ελεήμων Κύριος δια των παθών Αυτού έδωκεν εις ημάς επί της γης το Άγιον Πνεύμα εκ του Πατρός, και εάν έδωκεν εις ημάς το Σώμα και το Αίμα Αυτού, τότε είναι φανερόν ότι, και όσα άλλα είναι αναγκαία εις ημάς, Αυτός θα δώση. Ας παραδώσωμεν εαυτούς εις το θέλημα του Θεού και τότε θα ίδωμεν την πρόνοιαν Αυτού, και ο Κύριος θα δώση εις ημάς και εκείνο προσέτι, όπερ ουδόλως αναμένομεν. Όστις όμως δεν παραδίδεται εις το θέλημα του Θεού, ούτος ουδέποτε δύναται να ίδη την περί ημάς πρόνοιαν Αυτού. 
Μη λυπώμεθα δια την απώλειαν περιουσιών, τούτο είναι ασήμαντος υπόθεσις. Τούτο έμαθον προσέτι παρά του κατά σάρκα πατρός μου. Ότε συνέβαινε δυστυχία τις εις τον οίκον ημών, αυτός έμενεν ήρεμος. Μετά την πυρκαϊάν έλεγον εις αυτόν μετά συμπαθείας: «Εκάης, Ιβάν Πέτροβιτς». Και απήντα εκείνος: «Ο Θεός θα δώση να διορθωθούν τα πράγματα». Διηρχόμεθα ποτε πλησίον του αγρού ημών και εγώ είπον εις αυτόν: «Ιδού, κλέπτουν αφ’ ημών τα “δεμάτια”». Και ούτος λέγει: «Έ, τέκνον μου, ο Κύριος έδωκεν εις ημάς αρκετόν άρτον. Αυτός όστις κλέπτει σημαίνει ότι έχει ανάγκην». Συνέβαινε να λέγω εις αυτόν: «Δίδεις πολλήν ελεημοσύνην. Άλλοι όμως, οίτινες ζουν κάλλιον ημών, δίδουν ολιγώτερα». Αλλ’ εκείνος απεκρίνατο: «Έ, τέκνον μου, ο Κύριος θα δώση εις ημάς». Και ο Κύριος δεν κατήσχυνε την ελπίδα αυτού.

Εις τον ελεήμονα ο Κύριος παρευθύς συγχωρεί τας αμαρτίας. Ο ελεήμων δεν ενθυμείται το κακόν. Έστω και αν αδικούν αυτόν, αφαιρούν την περιουσίαν αυτού, ούτος μένει ατάραχος, διότι εκ πείρας γνωρίζει το έλεος του Θεού. Το δε έλεος του Κυρίου ουδείς εκ των ανθρώπων δύναται να αφαιρέση, διότι είναι απαραβίαστον και κατοικεί εν υψηλοίς, παρά τω Θεώ.


Πάντες οι άνθρωποι οι βιώσαντες εν παρθενία και μετανοία, οι ταπεινοί, οι υπήκοοι, οι εγκρατείς, μετέβησαν εις τον ουρανόν και βλέπουν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εν δόξη, και ακούουν τα χερουβικά άσματα, ημείς δε ταραττόμεθα επί της γης, ως η σποδός η φερομένη υπό του ανέμου, και ο νους ημών προσεκολλήθη επί των γηΐνων.

Ώ, το ασθενές μου πνεύμα σβέννυται, ως το μικρόν κηρίον υπό ελαφρού ανέμου, το πνεύμα όμως των αγίων έκαιε πυρί, ως η άφλεκτος βάτος, απείρακτος υπό ανέμου. Τις δώσει εις εμέ τοιαύτην ζέσιν, ώστε να μη γνωρίζω ανάπαυσιν ούτε ημέραν ούτε νύκτα εκ της αγάπης του Θεού; Πεπυρωμένη η αγάπη του Θεού. Χάριν αυτής οι άγιοι υπέμεινον όλας τας θλίψεις και ελάμβανον δυνάμεις θαυματουργίας. Εθεράπευον αρρώστους, ανίστων νεκρούς, περιεπάτουν επί υδάτων, υψούντο εν ώρα προσευχής εις τον αέρα, κατεβίβαζον δια προσευχής υετόν εκ του ουρανού, εγώ δε θα ηυχόμην να μάθω μόνον την ταπείνωσιν και την αγάπην του Χριστού, ώστε ουδένα να προσβάλλω, αλλά να προσεύχωμαι δια πάντας ως δι’ εμαυτόν.

Αλλοίμονον εις εμέ. Γράφω περί της αγάπης του Θεού, ο ίδιος όμως δεν αγαπώ τον Θεόν ως ώφειλον, και δια τούτο είμαι περίλυπος και θλίβομαι, ως ο Αδάμ μετά την έξωσιν εκ του παραδείσου, και θρηνώ και κράζω κραυγή μεγάλη: «Ελέησον με, ο Θεός, το πεπτωκός Σου πλάσμα».

Οπόσας φοράς Συ έδωκας εις εμέ την χάριν Σου, και εγώ δεν εφύλαττον αυτήν, διότι είμαι κενόδοξος! Η ψυχή μου όμως γνωρίζει Σε, τον Κτίστην και Θεόν μου, και δια τούτο Σε ζητώ θρηνών, ως εθρήνει ο Ιωσήφ περί του πατρός αυτού Ιακώβ επί του τάφου της μητρός αυτού, αγόμενος εις την δουλείαν της Αιγύπτου.

Εγώ Σε θλίβω δια των αμαρτιών μου, και Συ αποστρέφεις το Πρόσωπον Σου απ’ εμού, και η ψυχή μου επιποθεί και εκλείπει δια Σε.

Ώ, Πνεύμα Άγιον, μη εγκαταλείπης με! Όταν αποχωρής απ’ εμού, τότε φαύλαι σκέψεις καταπιέζουν την καρδίαν μου, και η ψυχή μου Σε νοσταλγεί μέχρι μεγάλων δακρύων.

Ώ, Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε! Συ βλέπεις την θλίψιν μου· βλέπεις ότι ελύπησα τον Κύριον και Αυτός εγκατέλιπεν εμέ. Σε ικετεύω: Σώσον με, το παραπεσόν πλάσμα του Θεού· σώσον με τον δούλον Σου.

Εάν σκέπτησαι κακόν δια τους ανθρώπους, σημαίνει ότι ζη εν σοι πονηρόν πνεύμα, και τούτο υποβάλλει εις σε πονηράς σκέψεις κατά των αδελφών. Και εάν τις αποθάνη αμετανόητος, μη συγχωρών τον αδελφόν, τότε η ψυχή αυτού θα απέλθη εκεί, όπου μένει το πονηρόν πνεύμα όπερ κατεκυρίευσε της ψυχής.

Τοιούτος είναι ο νόμος: Εάν συγχωρής, σημαίνει ότι και σε συνεχώρησεν ο Κύριος. Εάν όμως δεν συγχωρής τον αδελφόν, σημαίνει ότι και η αμαρτία σου μένει μετά σου.

Ο Κύριος θέλει να αγαπώμεν τον πλησίον. Και εάν λογίζησαι ότι ο Κύριος αγαπά αυτόν, σημαίνει ότι η αγάπη του Κυρίου είναι μετά σου. Και εάν σκέπτησαι ότι πολύ αγαπά ο Κύριος το πλάσμα Αυτού, και εάν συ ο ίδιος συμπονής παν κτίσμα και αγαπάς του εχθρούς, εαυτόν δε θεωρής χείριστον πάντων, τούτο σημαίνει ότι η μεγάλη χάρις του Αγίου Πνεύματος είναι μετά σου.

Όστις φέρει εντός αυτού το Πνεύμα το Άγιον, έστω και ολίγον, ούτος θλίβεται δι’ όλον τον κόσμον ημέρας και νυκτός, και η καρδία αυτού σπλαγχνίζεται παν κτίσμα του Θεού, ιδιαιτέρως δε εκείνους τους ανθρώπους, οίτινες δεν γνωρίζουν τον Θεόν ή εναντιούνται προς Αυτόν, και ως εκ τούτου πορεύονται εις το πυρ των βασάνων. Υπέρ τούτων ούτος προσεύχεται ημέρας και νυκτός πλείον ή δι’ εαυτόν, όπως πάντες μετανοήσουν και γνωρίσουν τον Κύριον.

Ο Κύριος προσηύχετο υπέρ των σταυρωτών Αυτού: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τί ποιούσιν». Ο αρχιδιάκονος Στέφανος προσηύχετο δι’ εκείνους, οίτινες ελιθοβόλουν αυτόν έως θανάτου: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Και ημείς, εάν θέλωμεν να διαφυλάξωμεν την χάριν, οφείλομεν να προσευχώμεθα υπέρ των εχθρών. Εάν δεν σπλαγχνίζησαι τον αμαρτωλόν, όστις θα βασανίζηται εις το πυρ, σημαίνει ότι εντός σου δεν ζη η χάρις του Αγίου Πνεύματος, αλλά πονηρόν πνεύμα, και εν όσω έτι ζης, αγωνίζου δια της μετανοίας να απαλλαγής απ’ αυτού.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ 

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ



ΑΓΙΟΣ  ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ  Ο  ΑΘΩΝΙΤΗΣ
ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ
ΟΣΙΟΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΝ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΤΗΝ ΕΔΩ

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΕΔΩ

Αυτό το νεοφανές άστρο του στερεώματος της Εκκλησίας, ο όσιος Σιλουανός -κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ- γεννήθηκε το 1866 από γονείς χωρικούς της περιφέρειας Ταμπώφ της Ρωσίας. Από την ηλικία των τεσσάρων ετών αναρωτιόταν: «Πού είναι αυτός ο Θεός; Όταν μεγαλώσω, θα γυρίσω όλη την γη αναζητώντας Τον!».

Όταν μεγάλωσε, οι «Βίοι των Αγίων» και τα θαύματά τους πυρπόλησαν την νεανική του καρδιά από αγάπη προς τον Θεό, ο νους του προσκολλήθηκε στην αδιάλειπτη μνήμη Του και προσευχόταν πολύ με δάκρυα. Η χαρισματική αυτή κατάσταση που διήρκησε τρεις μήνες, διήγηρε μέσα του τον πόθο για την μοναχική ζωή. Νέος όμως, εύθυμος εκ χαρακτήρος και προικισμένος με εξαιρετική φυσική δύναμη, επανήλθε στην κοσμική ζωή και συμμετείχε σε όλες τις διασκεδάσεις του χωριού. Κάποια ημέρα, σε μία συμπλοκή παρά λίγο θα σκότωνε έναν συγχωριανό του. Λίγο καιρό μετά από αυτό το επεισόδιο, αποκοιμήθηκε ελαφρά και είδε στον ύπνο του ένα φίδι να σύρεται μέσα του από το στόμα. Μαζί με την αηδία που ένιωσε, άκουσε την φωνή της Θεοτόκου να του λέει με ασυνήθιστη γλυκύτητα: «Κατάπιες στο όνειρό σου φίδι και δεν σου άρεσε· το ίδιο δεν αρέσει και σε μένα να βλέπω τα έργα σου!».

Ύστερα από την κλήση αυτή η ζωή του άλλαξε ριζικά. Αισθάνθηκε βαθειά αποστροφή προς την αμαρτία και κυριευμένος από θερμή μετάνοια δεν σκεπτόταν τίποτε άλλο παρά μόνον το Άγιον Όρος και την Μέλλουσα Κρίση. Το 1892, αμέσως μόλις τελείωσε την στρατιωτική του θητεία, ζήτησε από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης [20 Δεκ.] να εύχεται γι’ αυτόν «να μην τον κρατήσει ο κόσμος» και αναχώρησε για το Περιβόλι της Παναγίας. Εισήλθε ως δόκιμος στην ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η οποία τότε βρισκόταν στο ύψιστο σημείο της ακμής της και αριθμούσε δύο χιλιάδες περίπου μοναχούς.

Μετά την γενική εξομολόγηση που έκανε στην αρχή της νέας του ζωής, ο πνευματικός τού είπε ότι συγχωρήθηκαν όλες του οι αμαρτίες και ο νεαρός δόκιμος παραδόθηκε αφελώς στην χαρά. Έτσι, έχασε την βαθειά του μετάνοια και άρχισε να πολεμείται από σαρκικούς λογισμούς, που τον έδιωχναν στον κόσμο για να νυμφευθεί. Ο πνευματικός τον συμβούλευσε ποτέ να μην συγκατατίθεται στους λογισμούς, αλλά να τους διώχνει αμέσως με την επίκληση του Ονόματος του Ιησού. Από την στιγμή εκείνη και κατά τα σαράντα πέντε χρόνια της μοναχικής του ζωής, ο μακάριος δούλος του Θεού δεν δέχθηκε ούτε έναν απρεπή λογισμό. Πήρε την μεγάλη απόφαση και είπε στον εαυτό του: «Εδώ θα πεθάνω για τις αμαρτίες μου!» και άρχισε με πύρινη αδιάλειπτη προσευχή να ζητά από τον Κύριο να τον ελεήσει, την μεν ημέρα στην βαριά και κοπιαστική διακονία του μύλου, που εκτελούσε με ακρίβεια και ολοκληρωτική απάρνηση του ιδίου του θελήματος, κυρίως όμως την νύκτα, την οποία περνούσε όλη σχεδόν με ζέουσα προσευχή, όρθιος ή καθισμένος σε ένα σκαμνί. Όταν απέκαμνε από την εξάντληση, δεν ξάπλωνε, αλλά κοιμόταν καθισμένος στο σκαμνί δεκαπέντε έως είκοσι λεπτά και σηκωνόταν πάλι για προσευχή. Συνολικά κοιμόταν δύο ώρες το εικοσιτετράωρο και αυτές διακεκομμένες.

Είχαν περάσει τρεις μόνον εβδομάδες από την άφιξή του στο Μοναστήρι, όταν κάποιο βράδυ, καθώς προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η Ευχή του Ιησού εισέδυσε στην καρδιά του και άρχισε να ενεργείται εκεί μόνη της ακαταπαύστως ημέρα και νύκτα. Την σπάνια και μεγάλη αυτή δωρεά, που μερικές φορές χαρίζει ο Θεός και στους αρχαρίους, ακολούθησε σκληρός αγώνας κατά των λογισμών που του υπέβαλλαν οι δαίμονες. Άλλοτε του έλεγαν ότι είναι άγιος, άλλοτε πάλι τον έριχναν σε απόγνωση πως δεν θα σωθεί. Μία νύκτα, της ώρα της προσευχής το κελί του γέμισε έξαφνα από ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε όλο του το σώμα. Η ψυχή του ταράχθηκε. Αν και η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του, ο δόκιμος Συμεών είχε χάσει ωστόσο την συντριβή και τότε κατάλαβε ότι επρόκειτο περί σατανικής πλάνης.

Έξι μήνες πάλευε με αυτές τις δαιμονικές επιθέσεις, προσευχόμενος με όλη την δυνατή ένταση οπουδήποτε και αν βρισκόταν, είτε στον ναό είτε στο διακόνημα του μύλου είτε στο κελί, ώσπου έφθασε σε εσχάτη απόγνωση. Καθισμένος μία ημέρα στο κελί του, πριν από τον Εσπερινό, σκέφθηκε: «Ο Θεός είναι αδυσώπητος!». Την ίδια στιγμή ένιωσε μέσα του τελεία εγκατάλειψη και η ψυχή του για μία ώρα περίπου βυθίστηκε σε σκοτάδι απερίγραπτης αγωνίας. Την ώρα του Εσπερινού, ενώ προσευχόταν με την Ευχή, «Κύριε Ἰησού Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», έχοντας το βλέμμα του προσηλωμένο στην εικόνα του Χριστού του τέμπλου του παρεκκλησίου του μύλου, ξαφνικά τον περιέλαμψε υπερφυσικό φως -ιλαρό και γλυκύτατο αυτή την φορά- και είδε τον Σωτήρα Χριστό ζωντανό να τον ατενίζει με ανεκλάλητη πραότητα. Η θεία αγάπη διαπέρασε όλη του την ύπαρξη και άρπαξε με ειρηνική βία το πνεύμα του προς την θεωρία του Θεού, έξω από τα σχήματα και τα νοήματα αυτού του κόσμου. Στα
επόμενα σαράντα πέντε χρόνια του μοναχικού του βίου ακατάπαυστα μαρτυρούσε ότι διά του Αγίου Πνεύματος γνώρισε τον Ίδιο τον Κύριο, ο Οποίος του εμφανίσθηκε και του αποκάλυψε την Χάρη Του στην πληρότητά της. Το όραμα αλλοίωσε τόσο την ψυχή του από άμετρη αγάπη προς τον Κύριο, ώστε ακόρεστα πια το πνεύμα του, νύκτα και ημέρα στραμμένο προς τον Ηγαπημένο Κύριο, έκραζε: «Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ. Πώς να μη Σε ζητώ; Συ πρώτος με ζήτησες και μου έδωσες να γευθώ την γλυκύτητα του Πνεύματος του Αγίου, και η ψυχή μου Σε αγάπησε ολοκληρωτικά».

 

Μόλις πέρασε ο πρώτος καιρός μετά την εμφάνιση του Κυρίου, οι δαίμονες όρμησαν πάλι εναντίον του με λογισμούς τώρα υπερηφανείας. Ο δόκιμος ακόμη Συμεών συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα για καθαρή προσευχή. Κατά καιρούς παρηγοριόταν από ολιγόχρονες επισκέψεις της Χάριτος, αλλά όταν αυτή τον εγκατέλειπε και εμφανίζονταν δριμείς προς αυτόν οι δαίμονες, η εσωτερική οδύνη της ψυχής του ήταν πραγματικά απερίγραπτη. Προκειμένου να κρατήσει αναφαίρετη την Χάρη μέσα του, άρχισε έναν μακροχρόνιο και εξαιρετικά επίπονο αγώνα, που συχνά ξεπερνούσε κατά πολύ τις συνηθισμένες ανθρώπινες δυνάμεις.

Το έτος 1896 εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Σιλουανός. Εξωτερικά συνέχισε να ακολουθεί με πιστότητα την γενική τάξη της Μονής, αλλά η ένταση του εσωτερικού και αφανούς βίου του τον δίδασκε σταδιακά την τελειότερη ασκητική τάξη του μυστικού ένθεου βίου.

Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια μαρτυρικών αγώνων από την ημέρα που του εμφανίσθηκε ο Κύριος· και μία νύκτα, όταν σηκώθηκε από το σκαμνί του για να κάνει μετάνοιες, ένας δαίμονας εμφανίσθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού περιμένοντας να δεχθεί αυτός την εδαφιαία προσκύνηση. Ο Σιλουανός με οδύνη καρδίας ζήτησε την βοήθεια του Κυρίου και άκουσε στην ψυχή την άνωθεν απάντηση: «Οι υπερήφανοι πάντα έτσι υποφέρουν από τους δαίμονες!». «Κύριε», είπε τότε ο Σιλουανός, «τι πρέπει να κάνω για να ταπεινωθεί η ψυχή μου;». Και πήρε την απάντηση από τον Χριστό: «Κράτα τον νου σου στον άδη και μη απελπίζου!».

Με τον λόγο αυτόν -παρακαταθήκη στην γενεά μας- ο Θεός τού αποκάλυψε ότι κάθε ασκητικός αγώνας πρέπει να αποβλέπει στην απόκτηση της Ταπεινώσεως του Χριστού, κατά τον λόγο Του «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ, ὅτι πρᾷος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11, 29)· και ότι αυτή η Ταπείνωση είναι η βασιλική και ασφαλής οδός που οδηγεί στην καθαρή προσευχή και στην απάθεια. Έλεγε πως, μόλις ο νους του έφευγε από την μνήμη του πυρός της κολάσεως, οι λογισμοί αποκτούσαν πάλι δύναμη.

Στο εξής, τηρώντας ως κανόνα απλανή τον λόγο του Κυρίου, πορευόταν σταθερά την οδό της Δεσποτικής Ταπεινώσεως. Η Χάρις ενοίκησε μονίμως μέσα του· αλλά, όταν αυτή ελαττωνόταν εξαιτίας του ευμετάβλητου της ανθρώπινης φύσεως -από το οποίο έπασχε ακόμη ο Σιλουανός-, έχυνε οδυνηρά δάκρυα. Πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια εντατικού αγώνος, μέχρις ότου αποκτήσει πλήρη κυριαρχία επάνω σε κάθε κίνηση της καρδιάς του και εισέλθει, κατά την τελευταία δεκαπενταετία του επίγειου βίου του, στην μακαρία κατάσταση της απαθείας.

 


Το 1911 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Εκείνη περίπου την εποχή, ποθώντας η αδιάλειπτη προσευχή του να είναι απερίσπαστη, ζήτησε από τον ηγούμενο την ευλογία να αφήσει το διακόνημα του οικονόμου και να πάει στο «Παλαιό Ρωσικό» -εξάρτημα της Μονής που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό- όπου χάρη στην ερημική ησυχία του τόπου ζούσαν τότε αυστηροί ασκητές. Εκεί έπαθε ψύξη στο κεφάλι και έως τον θάνατό του υπέφερε από μαρτυρικούς πονοκεφάλους, τους οποίους θεώρησε ως παιδαγωγική τιμωρία επειδή παραβίασε την κρίση του ηγουμένου και είχε κάνει το θέλημά του.


Ενάμισι όμως χρόνο αργότερα το Μοναστήρι τον ανακάλεσε στο διακόνημα του οικονόμου, στο οποίο παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Επιστρέφοντας στην υπακοή του, μολονότι ανέλαβε υπό την ευθύνη του διακόσιους περίπου εργάτες, η προσευχή του έγινε θερμότερη παρά στο «Παλαιό Ρωσικό». Κάθε πρωί περιερχόταν τα εργαστήρια για να κατανείμει τις εργασίες της ημέρας και επέστρεφε πάλι στο κελί του για να προσευχηθεί με δάκρυα γι’ αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους, «για τον λαό του Θεού». Έχοντας λάβει από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα να βιώνει ενεργώς την απέραντη αγάπη του Χριστού προς τον κόσμο, με πύρινα δάκρυα προσευχόταν αδιαλείπτως για την ανθρωπότητα, για όλον τον Αδάμ, ιδιαιτέρως δε για τους κεκοιμημένους. Έλεγε: «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα»· και δίδασκε ότι το κριτήριο της αληθινής πίστεως είναι η αγάπη προς τους εχθρούς.

Ο ταπεινός αυτός Αγιορείτης Μοναχός, που έζησε όλα τα χρόνια της μοναχικής του ζωής έναν μαρτυρικό αγώνα στην αφάνεια, άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά στην Εκκλησία -σαν ένας νέος προφήτης των τελευταίων καιρών- την προσευχή υπέρ του κόσμου· αυτή είναι η σύνθεση του Χριστιανισμού και η συντομότερη οδός για την επίτευξη της εν Χριστώ τελειότητος. Στηρίζοντας τον κόσμο με την προσευχή του και δεόμενος διακαώς προς τον Κύριο να Τον γνωρίσουν εν Πνεύματι Αγίω όλοι οι λαοί της γης, ετελείωσε εν ειρήνη τον επίγειο δρόμο του στις 24 (11) Σεπτεμβρίου του 1938. Η επίσημη αναγνώρισή του σε άγιο έγινε το 1988 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Εκκλησίες του παλαιού ημερολογίου τον εορτάζουν στις 11 Σεπτεμβρίου. Για τον εκτενή και κατά πλάτος Βίο και για τις Γραφές του Αγίου Σιλουανού βλέπε το περισπούδαστο και θεολογικότατο έργο του πιστού μαθητή και μόνου βιογράφου του, του μακαριστού Γέροντος Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ (1896–1993): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», έκδοση της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας,

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),

Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

ΙΓ’ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ

 


ΙΓ’ 
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ

Οι Απόστολοι μετά την Ανάληψιν του Κυρίου επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ, καθώς λέγεται εν τω Ευαγγελίω, μετά χαράς μεγάλης (βλ. Λουκ. κδ’ 52). 
Ο Κύριος γνωρίζει ποίαν χαράν έδωκεν εις αυτούς, και αι ψυχαί αυτών έζων αυτήν την χαράν. 
Η πρώτη χαρά αυτών ήτο, ότι εγνώρισαν τον Αληθινόν Κύριον Ιησούν Χριστόν. 
Η δευτέρα χαρά, ότι ηγάπησαν Αυτόν. 
Η τρίτη, ότι εγνώρισαν την αιώνιον, ουράνιον ζωήν. 
Και η τετάρτη χαρά, ότι επόθουν την σωτηρίαν του κόσμου, ως την εαυτών. 
Τέλος δε έχαιρον, διότι εγνώρισαν το Πνεύμα το Άγιον και είδον πώς Αυτό ενεργεί εντός αυτών.

Οι Απόστολοι περιώδευον ανά την γην και εκήρυττον εις τον λαόν τον λόγον περί του Κυρίου και της Βασιλείας των Ουρανών, αλλ’ αι ψυχαί αυτών επόθουν και εδίψων όπως ίδουν τον ηγαπημένον Κύριον, και δια τούτο δεν εφοβούντο τον θάνατον, αλλά συνήντων αυτόν μετά χαράς· εάν δε ήθελον να ζουν επί της γης, τούτο ήτο μόνον χάριν του λαού, τον οποίον ηγάπων. 
Οι Απόστολοι ηγάπων τον Κύριον και δια τούτο δεν εφοβούντο οιαδήποτε παθήματα. Ηγάπων τον Κύριον, ηγάπων και τον λαόν, και η αγάπη αύτη ήρεν απ’ αυτών πάντα φόβον. Δεν εφοβούντο ούτε μαρτύριον, ούτε θάνατον, διό και ο Κύριος απέστειλεν αυτούς εις τον κόσμον, ίνα φωτίσουν τους ανθρώπους. 
Και μέχρι του νυν υπάρχουν μοναχοί, οίτινες γεύονται της αγάπης του Θεού και επιδιώκουν αυτήν ημέρας και νυκτός, και ούτοι βοηθούν τον κόσμον δια της προσευχής και των γραφών αυτών. Αλλ’ η μέριμνα αύτη απόκειται κυρίως εις τους ποιμένας της Εκκλησίας, εις τους οποίους εδόθη τοσούτον μεγάλη χάρις, ώστε εάν ηδύναντο οι άνθρωποι να ίδουν το μεγαλείον της χάριτος αυτής, όλος ο κόσμος θα εξεπλήττετο δι’ αυτήν. Ο Κύριος όμως έκρυψεν αυτήν, ίνα μη υπερηφανευθούν οι λειτουργοί Αυτού, αλλ’ ίνα σώζωνται εν τη ταπεινώσει.

Τους επισκόπους ο Κύριος καλεί να ποιμάνουν το ποίμνιον Αυτού και δωρεάν δίδει εις αυτούς την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, ως λέγει η Γραφή (Πραξ. κ’ 28), έθεσεν επισκόπους εν τη Εκκλησία και εν Πνεύματι Αγίω ούτοι έχουν την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν αμαρτίας. Ημείς δε είμεθα τα πρόβατα του Κυρίου, άτινα Ούτος ηγάπησεν έως τέλους, και έδωκεν εις ημάς αγίους ποιμένας. 
Ούτοι, ως διάδοχοι των Αποστόλων και κατά την δοθείσαν εις αυτούς χάριν, οδηγούν ημάς προς τον Χριστόν. Ούτοι διδάσκουν ημάς την μετάνοιαν· ούτοι διδάσκουν ημάς να τηρώμεν τας εντολάς του Κυρίου. Ούτοι κηρύττουν εις ημάς τον λόγον του Θεού, ίνα γνωρίσωμεν τον Κύριον. Ούτοι κατευθύνουν ημάς, ίνα αναβώμεν εις το ύψος του ταπεινού πνεύματος του Χριστού. Ούτοι συγκαλούν εις την αυλήν της Εκκλησίας τα τεθλιμμένα και εσκορπισμένα πρόβατα του Χριστού, ίνα εύρουν αι ψυχαί αυτών εν τω Θεώ ανάπαυσιν. 
Ούτοι προσεύχονται υπέρ ημών προς τον Κύριον, ίνα σωθώμεν πάντες ημείς. Ως φίλοι Χριστού, δύνανται να δυσωπήσουν τον Κύριον, εξαιτούμενοι δια τους ζώντας την ταπείνωσιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, δια τους νεκρούς την άφεσιν των αμαρτιών, δια δε την Εκκλησίαν την ειρήνην και την ελευθερίαν. 
Ούτοι εγνώρισαν τον Κύριον δια Πνεύματος Αγίου και θεωρούν, ως οι άγγελοι, νοερώς τον Θεόν. Ούτοι έχουν δύναμιν να αποσπάσουν και τον ημέτερον νουν από της γης και να καθηλώσουν αυτόν εις τον Κύριον. 
Ούτοι θλίβονται, όταν βλέπουν ότι ημείς προσβάλλομεν τον Θεόν, και ούτω παρεμποδίζομεν το Άγιον Πνεύμα να ενοική εν ημίν. Αυτούς βαρύνουν αι θλίψεις όλης της γης, και αι ψυχαί αυτών έλκονται δια της αγάπης του Θεού, και ούτοι εύχονται αδιαλείπτως, ίναι εύρωμεν παράκλησιν εις τας θλίψεις ημών και επέλθη ειρήνη εις όλον τον κόσμον. 
Δια την ταπείνωσιν και την αγάπην αυτών προς τον λαόν αγαπά αυτούς ο Κύριος. Υπομένουν μεγάλους κόπους και άθλησιν, και ένεκα τούτου πλουτίζονται δια της συνέσεως των Αγίων, των οποίων τον βίον μιμούνται. 
Ο Κύριος τοσούτον ηγάπησεν ημάς, ώστε έπαθεν υπέρ ημών επί σταυρού. Και τα πάθη Αυτού ήσαν τοσούτον μεγάλα, ώστε δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν αυτά, διότι ολίγον αγαπώμεν τον Κύριον. Ομοίως και οι πνευματικοί ημών ποιμένες πάσχουν υπέρ ημών, έστω και αν ημείς πολλάκις δεν αντιλαμβανόμεθα τας οδύνας αυτών. Και όσον μεγαλυτέρα είναι η αγάπη του ποιμένος, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη αυτού. Ημείς δε, τα πρόβατα, οφείλομεν να κατανοώμεν τούτο και να αγαπώμεν και να τιμώμεν τους ποιμένας ημών. 
Αδελφοί, ας μείνωμεν εν τη υπακοή προς τους ποιμένας ημών, και τότε θα έλθη γενική ειρήνη, και ο Κύριος δια Πνεύματος Αγίου θα μένη μετά πάντων ημών. 
Μέγα πρόσωπον ο ιερεύς, ο λειτουργός του αγίου του Θεού Θυσιαστηρίου. Όστις προσβάλλει αυτόν, προσβάλλει το Άγιον Πνεύμα, το ζων εν αυτώ. 
Τί να είπωμεν δε περί του επισκόπου; Εις τους επισκόπους εδόθη η μεγάλη χάρις του Αγίου Πνεύματος· ούτοι ετέθησαν υπεράνω όλων και, ως αετοί, αναβαίνουν εις τα ύψη και εκείθεν ατενίζουν εις το ατελεύτητον διάστημα και μετά θεολογικής γνώσεως ποιμαίνουν την ποίμνην του Χριστού. 
Το Πνεύμα το Άγιον, ελέχθη, έθετο εν τη Εκκλησία επισκόπους ποιμαίνειν το ποίμνιον του Κυρίου. Και εάν οι άνθρωποι ενεθυμούντο τούτο, θα ηγάπων τους ποιμένας δια μεγάλης αγάπης και θα εχαίρετο η ψυχή αυτών και μόνον επί τη εμφανίσει ποιμένος. Όστις φέρει εντός αυτού την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ούτος γνωρίζει περί τίνος λέγω. 
Ταπεινός τις και πράος άνθρωπος περιεπάτει μετά της γυναικός και των τριών αυτού παιδίων. Καθ’ οδόν συνήντησαν αρχιερέα τινα, διερχόμενον επί αμάξης, και ότε ο χωρικός μετ’ ευλαβείας υπεκλίθη προς αυτόν, τότε είδε τον ευλογούντα αρχιερέα περιβεβλημένον το πυρ της χάριτος. 
Όμως θα ερωτήση τις: «Εάν το Άγιον Πνεύμα έθεσε τους επισκόπους και καθοδηγή αυτούς, δια τί λοιπόν δεν έχομεν ειρήνην και δεν προοδεύομεν»; 
Διότι δεν σκεπτόμεθα ορθώς περί της εξουσίας, την οποίαν κατέστησεν ο Θεός, και δια τούτο γινόμεθα ανυπήκοοι. Εάν όμως παρεδιδόμεθα εις το θέλημα του Θεού, τότε ταχέως θα προωδεύομεν, διότι ο Κύριος αγαπά την ταπεινήν, υπήκοον ψυχήν και χειραγωγεί αυτήν ο Ίδιος, την δε ανυπήκοον εν υπομονή και ελέει αναμένει, έως ότου διορθωθή. Ο Κύριος σοφώς διδάσκει την ψυχήν δια της χάριτος Αυτού, ως ο καλός διδάσκαλος ή ο κατά σάρκα πατήρ. Αλλά και ο πατήρ ενίοτε σφάλλει, ο δε Κύριος είναι πάντοτε αληθής. Και ο διδάσκαλος δεν γνωρίζει τα πάντα, ο δε Κύριος είναι Παντογνώστης. 
Πάσαι αι συμφοραί επέρχονται εις ημάς, διότι δεν ερωτώμεν τους πνευματικούς πατέρας οίτινες ετέθησαν, ίνα καθοδηγούν ημάς· οι δε ιεράρχαι και πνευματικοί, διότι δεν ερωτούν τον Κύριον πώς πρέπει να ενεργήσουν. Εάν ο Αδάμ ηρώτα τον Κύριον,ότε η Εύα έδωκεν εις αυτόν να γευθή του καρπού, τότε ο Κύριος θα εφώτιζεν αυτόν, και ο Αδάμ δεν θα ημάρτανε. Και δι’ εμαυτόν θα είπω: Πάντα τα αμαρτήματα και τα σφάλματα μου προήλθον, διότι εν καιρώ πειρασμού ή ανάγκης δεν επεκαλέσθην τον Κύριον. Νυν όμως έμαθον να δυσωπώ την αγαθότητα του Θεού, και ο Κύριος, δια των ευχών του πνευματικού, φυλάττει εμέ. 
Ομοίως και οι αρχιερείς, καίτοι έχουν το δώρον του Αγίου Πνεύματος, όμως δεν εννοούν ορθώς τα πάντα, και ως εκ τούτου εν ώρα ανάγκης οφείλουν να ζητούν φωτισμόν παρά του Κυρίου. Ούτοι όμως ακολουθούν την ιδίαν αυτών γνώμην, και ούτω προσβάλλουν την ευσπλαγχνίαν του Θεού και σπείρουν σύγχυσιν. Ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ έλεγεν ότι, ότε έδιδε συμβουλάς κατά την γνώμην αυτού, συνέβαινον σφάλματα. Τα δε σφάλματα δύνανται να είναι ασήμαντα, δύνανται όμως να είναι και σοβαρά. Ούτω, πάντες ημείς πρέπει να μανθάνωμεν την οδόν προς επίγνωσιν του θελήματος του Θεού. Εάν δεν κοπιάσωμεν, ίνα μάθωμεν τούτο το έργον, ποτέ δεν θα γνωρίσωμεν την οδόν ταύτην. 
Ο Κύριος είπεν: «Επικάλεσαι Με εν ημέρα θλίψεως και εξελούμαι σε και δοξάσεις Με» (Ψαλμ. μθ’ 15). Ο Κύριος φωτίζει δια του Αγίου Πνεύματος τον άνθρωπον, χωρίς δε Πνεύματος Αγίου ουδείς δύναται να κατανοή ορθώς. Προ της ελεύσεως του Αγίου Πνεύματος και οι Απόστολοι ούτε ισχυροί ούτε σοφοί ήσαν, και δια τούτο ο Κύριος έλεγεν εις αυτούς: 
«Έως πότε ανέξομαι υμών;» (Ματθ. ιζ’ 17).

Ο Κύριος έδωκεν εις την Αγίαν Εκκλησίαν ποιμένας, και ούτοι διακονούν κατά το υπόδειγμα του Χριστού και δια Πνεύματος Αγίου έχουν την εξουσίαν όπως συγχωρούν τας αμαρτίας. 
Συ ίσως σκέπτησαι: Πώς δύναται ο δείνα επίσκοπος ή πνευματικός ή ιερεύς να έχη Άγιον Πνεύμα, καθ’ ήν στιγμήν αρέσκεται να τρώγη, και έχει και άλλας αδυναμίας; Εγώ όμως θα είπω εις σε: Τούτο είναι δυνατόν, εάν ούτος δεν δέχηται τους κακούς λογισμούς. Ούτως, και αν έχη ελάττωμα τι, τούτο δεν εμποδίζει την χάριν, να ζη εν τη ψυχή αυτού, καθώς το πράσινον δένδρον, και αν έχη ξηρούς τινάς κλάδους, τούτο δεν παρακωλύει αυτό να φέρη καρπούς. Ή, καθώς τα ζιζάνια δεν εμποδίζουν να βλαστάνη ο σίτος. 
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ 
Κατά τινα εσπερινόν της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εν τω Παλαιώ Ορεινώ Ρωσικώ, μοναχός τις είδε τον πνευματικόν Αβραάμιον κατ’ εικόνα Χριστού. Ο γέρων-πνευματικός, φέρων επιτραχήλιον, ίστατο εν τω εξομολογητηρίω και εδέχετο τας εξομολογήσεις. Ότε εισήλθεν ο μοναχός εκείνος, προσέβλεψεν εις τον πνευματικόν, κατάλευκον γέροντα, και είδε το πρόσωπον αυτού νεανικόν, ως παιδίου, και έλαμπεν όλος, και ήτο όμοιος προς τον Χριστόν. Τότε κατενόησεν ο μοναχός εκείνος ότι ο πνευματικός τελεί το μυστήριον εν Πνεύματι Αγίω και δια Πνεύματος Αγίου αφίενται εις τον μετανοούντα αι αμαρτίαι. 
Εάν έβλεπον οι άνθρωποι εν ποία δόξη λειτουργεί ο ιερεύς, θα έπιπτον κατά γης εκ του οράματος εκείνου. Και εάν ο ίδιος ο ιερεύς έβλεπεν εαυτόν, εν ποία ουρανία δόξη ευρίσκεται τελών το λειτούργημα αυτού, τότε θα εγίνετο μέγας ασκητής, αγωνιζόμενος, όπως μη θλίψη δι’ ουδενός την ζώσαν εν αυτώ χάριν του Αγίου Πνεύματος. 
Γράφω αυτάς τας γραμμάς και χαίρει το πνεύμα μου, διότι οι ποιμένες ημών είναι όμοιοι προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Αλλά και ημείς τα πρόβατα, καίτοι έχομεν μικράν χάριν, εν τούτοις είμεθα μέχρι τινός όμοιοι προς τον Κύριον. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το μυστήριον τούτο, αλλά ο Ιωάννης ο Θεολόγος ωμίλησε περί τούτου σαφώς: «Όμοιοι Αυτώ εσόμεθα». Και τούτο ουχί μόνον μετά θάνατον, αλλά και νυν, διότι ο Ελεήμων Κύριος έδωκεν επί της γης το Πνεύμα το Άγιον, και το Πνεύμα το Άγιον ζη εν τη Εκκλησία ημών. Αυτό ζη εν ταις ψυχαίς των αμώμων ποιμένων. Αυτό ζη εν ταις καρδίαις των πιστών. Αυτό διδάσκει εις την ψυχήν την άσκησιν. Αυτό παρέχει τας δυνάμεις προς τήρησιν των εντολών του Κυρίου. Αυτό οδηγεί ημάς εις πάσαν την αλήθειαν. Αυτό ούτως εκάλλυνε τον άνθρωπον, ώστε ο άνθρωπος εγένετο όμοιος προς τον Κύριον. 
Πρέπει πάντοτε να ενθυμώμεθα ότι ο πνευματικός τελεί το λειτούργημα αυτού εν Πνεύματι Αγίω, και δια τούτο οφείλομεν να ευλαβώμεθα αυτόν. Πιστεύετε, αδελφοί, ότι, εάν συμβή εις τινα να αποθνήσκη ενώπιον του πνευματικού και είπη εις τον πνευματικόν: «Πάτερ άγιε, ευλόγησον με, ίνα ίδω τον Κύριον εν τη Βασιλεία των Ουρανών», και απαντήση ο πνευματικός: «Πορεύου, τέκνον, και βλέπε τον Κύριον», θα γίνη εις αυτόν κατά την ευλογίαν του πνευματικού, διότι το Πνεύμα το Άγιον και εν τω ουρανώ και επί της γης είναι το αυτό. 
Μεγάλην δύναμιν έχουν αι προσευχαί του πνευματικού. Εγώ πολλά έπαθον παρά των δαιμόνων εξ υπερηφανίας, αλλά ο Κύριος εταπείνωσε και ηλέησεν εμέ δια των προσευχών του πνευματικού, και νυν ο Κύριος εφανέρωσεν ότι επί των πνευματικών επαναπαύεται το Άγιον Πνεύμα, και δια τούτο έχω βαθύ σέβας προς τους πνευματικούς. Ένεκα των προσευχών αυτών λαμβάνομεν την χάριν του Αγίου Πνεύματος και την αγαλλίασιν επί τω Κυρίω, Όστις αγαπά ημάς και ανέωξεν εις ημάς την οδόν προς την σωτηρίαν της ψυχής. 
Εάν ο άνθρωπος δεν λέγη τα πάντα εις τον πνευματικόν, τότε η οδός αυτού είναι σκολιά και δεν οδηγεί προς την σωτηρίαν. Εάν όμως λέγη τα πάντα, πορεύεται κατ’ ευθείαν εις την Βασιλείαν των Ουρανών. 
Μοναχός τις ηρώτησεν εμέ: «Ειπέ μοι τί πρέπει να πράξω, ίνα διορθώσω την ζωήν μου»; Ηγάπα ούτος να τρώγη πολύ και ακαίρως. Είπον εις αυτόν: «Γράφε καθ’ εκάστην ημέραν πόσον έφαγες και τί εσκέπτεσο, και το βράδυ αναγίνωσκε ταύτα εις τον πνευματικόν». Ούτος απήντησε: «Δεν δύναμαι να πράξω τούτο». 
Και ούτω δεν ηδυνήθη να νικήση την μικράν εντροπήν της εξομολογήσεως των αδυναμιών αυτού και παρέμεινεν αδιόρθωτος, και απέθανεν εξ αποπληξίας. Είθε ο Θεός να συγχωρήση τον αδελφόν ημών και σώση ημάς εκ τοιούτου θανάτου. 
Όστις θέλει να προσεύχηται αδιαλείπτως, οφείλει να είναι ανδρείος και σοφός και περί παντός να ερωτά τον πνευματικόν αυτού. Και εάν ο πνευματικός δεν έχη ο ίδιος πείραν της προσευχής, οπωσδήποτε ζήτησον την συμβουλήν και την ευχήν αυτού, και δια την ταπείνωσιν σου ο Κύριος θα σε ελεήση και θα σε διαφυλάξη εκ της πεπλανημένης οδού. Εάν πάλιν σκεφθής ότι ο πνευματικός είναι άπειρος της νοεράς προσευχής, ότι απασχολείται εις μάταια πράγματα, ότι ο ίδιος θα εύρης την οδόν δια της μελέτης των βιβλίων, τότε ευρίσκεσαι ήδη εις επικίνδυνον οδόν και ουχί μακράν της πλάνης. Γνωρίζω πολλούς οίτινες ηπατήθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπον εις τους λογισμούς αυτών, και ένεκα της καταφρονήσεως αυτών προς τον πνευματικόν δεν ηυδοκίμησαν. Επιλανθάνονται οι τοιούτοι ότι εν τω μυστηρίω ενεργεί η χάρις του Αγίου Πνεύματος, ήτις και σώζει ημάς. Ούτως εξαπατά ο εχθρός τους ασκουμένους εις την προσευχήν, ίνα εκλείψουν οι αληθινοί εργάται της προσευχής. Το δε Άγιον Πνεύμα σοφοί την ψυχήν, όταν υπακούωμεν εις τας συμβουλάς των ποιμένων ημών. 
Δια του πνευματικού εν τω μυστηρίω ενεργεί το Άγιον Πνεύμα, και δια τούτο, όταν εξέρχησαι από του πνευματικού, η ψυχή αισθάνεται τον ανακαινισμόν αυτής δια της ειρήνης και της προς τον πλησίον αγάπης. Εάν δε εξήλθες από του πνευματικού συγκεχυμένος, τούτο σημαίνει ότι δεν εξωμολογήθης, ως έπρεπε, και ο ίδιος δεν συνεχώρησας εκ ψυχής εις τον αδελφόν τα παραπτώματα αυτού. 
Ο πνευματικός πρέπει να χαίρη, όταν ο Κύριος οδηγή προς αυτόν ψυχήν τινα εις μετάνοιαν και, κατά την δοθείσαν εις αυτόν χάριν, οφείλει να ιατρεύη την ψυχήν αυτήν, και ένεκα τούτου θα λάβη παρά του Θεού μέγα έλεος, ως καλός ποιμήν των προβάτων αυτού.

 

«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»·
Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής
Τιμίου Προδρόμου·

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2021

Η μορφή του Αγίου Σιλουανού

Η μορφή του Αγίου Σιλουανού
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Εμείς γνωρίσαμε τον Γέροντα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του: Οι μακροί χρόνοι της τιτάνιας μάχης με τα πάθη, είχαν περάσει. Τότε, ήταν αληθινά μέγας στο πνεύμα! Αφού μαθήτευσε στα μυστήρια του Θεού και καθοδηγήθηκε άνωθεν στον πνευματικό αγώνα, ανέβαινε πλέον με σταθερό βήμα στην απάθεια. 
Εξωτερικά ο Γέροντας ήταν απλός. Στο ανάστημα, ήταν ψηλότερος από τον μέσο άνθρωπο, αλλά όχι μεγαλόσωμος. Το σώμα του, δεν ήταν ούτε λεπτό ούτε παχύσαρκο. Ρωμαλαίος κορμός, ισχυρός λαιμός, πόδια δυνατά, συμμετρικά με τον κορμό, με μεγάλα πέλματα, χέρια εργάτη στιβαρά, με μεγάλες παλάμες και ανάλογα δάκτυλα, το πρόσωπο και το κεφάλι σε πολύ αρμονικές αναλογίες. Ωραίο, μέτριο στρογγυλό μέτωπο, μόλις μεγαλύτερο από το μήκος της μύτης. Το κάτω σαγόνι έντονο, δυνατό και αποφασιστικό, αλλά χωρίς αισθησιασμό και σκληρότητα. Μάτια βαθύχρωμα, όχι μεγάλα, βλέμμα επιεικές, προσεκτικό, διορατικό, πολλές φορές κουρασμένο από την πολλή αγρυπνία και τα δάκρυα. Φρύδια χαμηλά, ευθυτενή. Τα μαλλιά μαύρα, ως τα γηρατειά, μάλλον πυκνά. Τον φωτογράφησαν μερικές φορές, αλλά χωρίς επιτυχία. Τα ισχυρά, ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου του αποτυπώνονταν σκληρά, ενώ στην πραγματικότητα είχε όψη πραεία, συμπαθητική, με γαλήνιο βλέμμα. Το πρόσωπο, ωχρό από τον λίγο ύπνο και την πολλή νηστεία, συχνά γεμάτο κατάνυξη, αλλά ουδέποτε τραχύ. 
Έτσι ήταν συνήθως, αλλά καμιά φορά άλλαζε και γινόταν αγνώριστος! Το χλωμό, καθαρό πρόσωπό του, έπαιρνε τέτοια φωτισμένη έκφραση, γινόταν τόσο καταπληκτικό, που δεν είχες την δύναμη να το ατενίσεις: τα μάτια χαμήλωναν! Ακουσίως, ερχόταν στην μνήμη η Αγία Γραφή που λέει, πως, εξαιτίας της δόξας του προσώπου του Μωϋσή, ο λαός φοβόταν να τον ατενίσει. 
Η ζωή του Γέροντα ήταν μετρίως αυστηρή, με τέλεια αδιαφορία για την εξωτερική εμφάνιση και μεγάλη αφροντισιά για το σώμα. Ντυνόταν με χοντροφτιαγμένα ενδύματα, όπως οι εργάτες μοναχοί, και φορούσε πολλά ενδύματα ακόμη και το καλοκαίρι, επειδή την εποχή που έδειχνε πλήρη αδιαφορία για το σώμα του, συχνά αρρώσταινε και υπέφερε από ρευματισμούς. Κατά την διαμονή του στο «Παλαιό Ρωσικό» έπαθε ψύξη στο κεφάλι και μαρτυρικοί πονοκέφαλοι τον ανάγκαζαν να μένει πολλές φορές ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Εκείνη την εποχή, για να έχει μεγαλύτερη απομόνωση, περνούσε τις νύχτες έξω από τα τείχη της κυρίως Μονής, στην γωνιά μιας αποθήκης τροφίμων που διαχειριζόταν. 
Αυτή ήταν η απλή και ταπεινή εξωτερική εμφάνιση αυτού του ανθρώπου. Να μιλήσουμε, όμως, για τον χαρακτήρα και την εσωτερική του μορφή, είναι και πρόβλημα και για την διήγηση!
Στα χρόνια εκείνα, που μας δόθηκε η ευκαιρία να τον παρακολουθήσουμε, παρουσίαζε μία εξαιρετική αρμονία των ψυχικών και σωματικών του δυνάμεων. 
Ήταν ολιγογράμματος. Όταν ήταν μικρός, πήγε στο σχολείο του χωριού του μόνο για «δυο χειμώνες», αλλά από την συνεχή ανάγνωση και ακρόαση στον Ναό της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραφών των Αγίων Πατέρων, αναπτύχθηκε πολύ. Και, σε ό,τι σχετιζόταν με την πνευματική ασκητική ζωή, έδινε εντύπωση εγγράμματου ανθρώπου. Είχε εκ φύσεως οξύ, δημιουργικό νου, και η μακροχρόνια εμπειρία του πνευματικού αγώνα, της εσωτερικής Νοεράς Προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών, αλλά και των εξαιρετικών Θείων επισκέψεων, τον έκαναν σοφό και οξυδερκή, περισσότερο από το συνηθισμένο. 
Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν άνθρωπος με αληθινά τρυφερή καρδιά, ευαίσθητη στην αγάπη, με σπάνια λεπτότητα και συμπόνια στην θλίψη και στον πόνο, χωρίς όμως κανένα ίχνος αρρωστημένης συναισθηματικότητας. Το αδιάκοπο βαθύ πνευματικό πένθος, ποτέ δεν μεταβαλλόταν σε συναισθηματικά κλαυθμηρίσματα. Η ακοίμητη εσωτερική ένταση, δεν είχε ούτε σκιά νευρικότητας. Αξιοθαύμαστη είναι και η μεγάλη σωφροσύνη αυτού του μεγαλόσωμου και δυνατού άνδρα. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του, ακόμη και τον παραμικρό λογισμό που θα δυσαρεστούσε τον Θεό. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, η συμπεριφορά και οι σχέσεις του προς όλους τους ανθρώπους ήταν εντελώς ελεύθερες και φυσικές, με αγάπη και απλότητα, ανεξάρτητα από την θέση και τον τρόπο της ζωής τους. Μέσα του, δεν υπήρχε ούτε σκιά αποστροφής, ακόμη και για ανθρώπους με ρυπαρή ζωή –στο βάθος της ψυχής του, όμως, θλιβόταν για τις πτώσεις τους, όπως λυπάται ο πατέρας ή η μητέρα για τις αποτυχίες των αγαπημένων τους παιδιών. 
Δεχόταν και υπέμενε τους πειρασμούς με μεγάλη ανδρεία. Ήταν άνθρωπος τελείως άφοβος και ελεύθερος και, συγχρόνως, δεν υπήρχε μέσα του ούτε ίχνος θρασύτητας. Ήταν άφοβος, αλλά ζούσε με φόβο Θεού. Φοβόταν πραγματικά να μην Τον λυπήσει, έστω και με έναν κακό λογισμό. Ήταν άνθρωπος μεγάλης ανδρείας και, συγχρόνως, εξαιρετικής πραότητας: συνδυασμός σπάνιος και με ασυνήθιστη ομορφιά. 
Ο Γέροντας είχε βαθειά, γνήσια ταπείνωση, και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Του άρεσε να δίνει το προβάδισμα στους άλλους, του άρεσε να είναι κατώτερος, να χαιρετά πρώτος, να ζητά ευλογία από τους κληρικούς, κυρίως από τους επισκόπους και τον ηγούμενο και, όλ’ αυτά, χωρίς καμία ανθρωπαρέσκεια ή κολακεία. Τιμούσε ειλικρινά όσους είχαν αξίωμα ή θέση, καθώς και τους μορφωμένους, αλλά ποτέ δεν είχε μέσα του αίσθημα φθόνου ή μειονεκτικότητας. Ίσως γιατί γνώριζε βαθιά, πόσο εφήμερα είναι κάθε κοσμική θέση, εξουσία, πλούτος, ακόμη και επιστημονική γνώση. Γνώριζε «πόσο πολύ αγαπά ο Κύριος τον λαό Του». Και από αγάπη για τον Θεό και τους ανθρώπους, τιμούσε αληθινά και σεβόταν κάθε άνθρωπο. 
Η εξωτερική συμπεριφορά του ήταν απλή και συγχρόνως αυτό που κυρίως τον χαρακτήριζε ήταν η εσωτερική ευγένεια, η «αριστοκρατικότητα», αν θέλετε, στην πιο σωστή σημασία της λέξεως. Σε όποιες συνθήκες και αν τον συναντούσε κανείς, ακόμη και ο άνθρωπος με την λεπτότερη διαίσθηση, δεν μπορούσε να παρατηρήσει σε αυτόν άξεστες κινήσεις της καρδιάς: αντιπάθεια, απροσεξία, περιφρόνηση, προσποίηση και τα παρόμοια. Ήταν άνθρωπος πράγματι ευγενικός, όπως μπορεί να είναι μόνο ο χριστιανός. 
Ο Γέροντας ποτέ δεν γελούσε δυνατά. Ποτέ δεν μιλούσε διφορούμενα. Δεν περιγέλασε, ούτε αστειεύθηκε άλλους ανθρώπους. Στο συνήθως σοβαρό, γαλήνιο πρόσωπό του, ζωγραφιζόταν καμιά φορά ένα ελαφρύ χαμόγελο, χωρίς να ανοίγονται τα χείλη (εκτός και αν μιλούσε). 
Αντιστεκόταν στους πειρασμούς και τους υπέμενε με μεγάλη ανδρεία. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέση μέσα του. Παρά την φανερή απλότητα, την σπάνια διαλλακτικότητα και την υπακοή, ήταν απολύτως αντίθετος με κάθε τι ψεύτικο, πονηρό και άσχημο. Σε αυτόν δεν συναντούσες κατάκριση, χυδαιότητα, μικρότητα και τα παρόμοια. Εδώ φαινόταν η έμμονη ακαμψία του, αλλά με τρόπο, που να μην στεναχωρεί αυτόν που αμαρτάνει. Πρόσεχε μάλιστα να μην τον προσβάλει, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά κυρίως ούτε και με την κίνηση της καρδιάς του, γιατί ο λεπτός ο άνθρωπος αισθάνεται και τις κινήσεις της ακόμη. Αυτό το κατάφερνε με εσωτερική προσευχή και ησυχία, χωρίς να επηρεάζεται από οποιαδήποτε δυστροπία.
Είχε σπάνια δύναμη θελήσεως, χωρίς πείσμα. Είχε απλότητα, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία με πραότητα και προσήνεια. Ταπείνωση και υπακοή, χωρίς δουλοπρέπεια και ανθρωπαρέσκεια. Ήταν αληθινά άνθρωπος, εικόνα και ομοίωση Θεού. 
Ωραίος είναι ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου Θεού!...
Αλλά, δεν υπάρχει τίποτε πιο θαυμάσιο από τον άνθρωπο·
τον αληθινό άνθρωπο·
τον υιό του Θεού!!..

«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»·
Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής
Τιμίου Προδρόμου·

Όταν ο νους με τη μετοχή του Πνεύματος βρίσκεται με τη θεωρητική του ενέργεια κατά τα συμβαίνοντα ενώπιον του Θεού

 


55. Όταν ο νους με τη μετοχή του Πνεύματος βρίσκεται με τη θεωρητική του ενέργεια κατά τα συμβαίνοντα ενώπιον του Θεού και απολαμβάνει από την πλευρά του Θεού δόξα και λαμπρότητα με τρόπο θεμιτό, πρέπει, και πολύ εύλογα, να σωπαίνει και να βλέπει ήσυχα και αθόρυβα. Αν όμως παρεμβληθεί κατά κάποιο τρόπο μια σκοτεινή αχλύς μεταξύ του νου και του Θεού, αμέσως ο νους να πλήττει την αιτία του σκότους με μια κατάλληλη φλόγα, φωτοειδή και πύρινη, βραχύλογη αλλά με θεία λάμψη. Με αυτό τον τρόπο αφού εξαφανίσει το γρηγορότερο το σκότος και την αχλύ με το φως και τη θερμότητα και φωτίσει αντίστοιχα το νου και τον θερμάνει, μπορεί να βρεθεί πάλι όπως πριν με το Θεό και να θεωρεί το κάλλος Του και φυσικά να τον απολαμβάνει και να ομορφαίνει και μ' ένα λόγο να «πάσχει» όλα τα σχετικά με τη νοερή ενατένιση ιδιώματα και την αντίστοιχη παραδοχή του από το ζωοποιό Πνεύμα του Θεού, και βέβαια να γίνεται απλός και ν' απελευθερώνεται πνευματικά κι αληθινά μέσα στο Θεό από όλα, ακόμη και από αυτά που αποδίδονται στο Θεό. Και αυτό ορθά και σωστά συμβαίνει με τον θεωρητικό. Αυτός όμως που επιδίδεται μόνο στην πράξη, πολύ απέχει να βρεθεί σε αυτή την κατάσταση, επειδή δεν ενώθηκε ακόμη με τον εαυτό του και διά μέσου του εαυτού του με το Θεό. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που αυτός αντλεί από τα θεία για να ψάλλει ή να λέει κατά κάποιο τρόπο πολλά και συχνά -πράγμα βέβαια που το κάνει ώστε με αυτά, ας πούμε, τα συνεχή πυρά να φοβίζει και να τρέπει σε φυγή αυτόν που μας εχθρεύεται πολύ και μας πολεμά με όλη του τη δύναμη. Θα έρθει όμως καιρός και για τον πρακτικό, αν υπομείνει, με την πνοή του Πνεύματος, όταν οι λάμψεις που αναπηδούν σαν σπίθες από τις πολλές θείες ωδές, τα άσματα και τους λόγους θα ενωθούν σε ένα μεγάλο πυρσό. Και τότε και στον εχθρό διάβολο καταφέρει ευκολότερα το καίριο χτύπημα, καίγοντας και διαλύοντας, ή μάλλον εξαφανίζοντας το σκοτάδι του, φωτίζοντας δε τον εαυτό του με τον πυρσό αυτό και θερμαίνοντάς τον και παρακινώντας τον προς θείο έρωτα. Συνάμα αναπέμπει προς το Θεό από την καρδιά του σιωπηλό ύμνο και έκπληξη και παρουσιάζει στον εαυτό του τα πιο εξαίσια θαύματα. Γιατί δεν είναι χωρίς λόγο που μακαρίζονται όσοι υπομένουν τον Κύριο ή που με τον καιρό κληρονομούν, καθώς είναι πράοι, τη νοητή γη της επαγγελίας(Ψαλμ. 36, 9 και 11? Ματθ. 5, 5) στ' όνομα του Χριστού του Κυρίου μας.


Δημοφιλείς αναρτήσεις