Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ἅγιος Κωνσταντῖνος : Ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη

Ἅγιος Κωνσταντῖνος : Ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
πού ἔγινε στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς, τήν Παρασκευή 24 Μαΐου 2013.
Πρωτογενῶς καί πρωτίστως, νά εὐχαριστήσω πάντοτε καρδιακά, τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς, γιά τήν εὐλογία πού μᾶς δίνει νά ὁμιλοῦμε στή δική του περιοχή καί βεβαίως καί κατ᾽ ἐξοχήν τούς ἐφημερίους καί τόν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ ἐδῶ γιά τήν ἀγάπη πού εἶχαν νά μᾶς προσκαλέσουν.

Ὅπως εἴπαμε, ὅλες οἱ ὁμιλίες αὐτές ἀναφέρονται στό χῶρο τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καί στό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Ἄν θέλετε, αὐτήν τήν ὁμιλία πού θά σᾶς κάνω νά τήν χαρακτηρίσω μέ ἕναν τίτλο, περίπου νά ξέρετε τί θά λέγαμε, θά τό ἔλεγα μέ τόν ἑξῆς τίτλο: «Ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη». Θά καταλάβετε μετά τί σημαίνει αὐτό πού λέω. Καί φυσικά δέν μπορῶ νά κάνω ἀλλιῶς, δέν γίνεται ἀλλιῶς, δέν μπορῶ νά μιλήσω γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο καί τή μητέρα του ἁπλῶς θεωρητικά, ἐπιστημονικά, ἱστορικά, θά τό κάνω ὅσο μπορῶ, ὅσο τό ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μου. Ἀλλά ξέρετε, ἐπειδή αὐτός ὁ τόπος, ἡ Πόλις τοῦ Κωνσταντίνου χαρακτηρίζει τή ζωή μας, ἀπό ἐκεῖ προέρχομαι, ποτέ δέν μπορῶ νά μιλήσω γι᾽ αὐτόν, χωρίς νά βάλω μιά βαθιά συμμετοχή, σ᾽ αὐτό τό γεγονός, ἀπό ὅπου ξεκινήσαμε νά συναντοῦμε τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο.

Ἡ Πόλις τοῦ Κωνσταντίνου, ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἡ Πόλις ὅπου μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία, ἐμένα προσωπικά, νά γνωρίσω τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο καί τόν γνωρίσαμε τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο πρῶτα - πρῶτα, ὡς θρύλο. Ξέρετε, ἄλλο νά ἀκοῦς γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο καί ἄλλο νά ζεῖς ἕνα θρύλο, μιά παράδοση, κάτι συγκλονιστικό σέ μιά καθημερινότητα. Ἐκεῖ δέν ἀκούγαμε ἁπλῶς γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἦταν τό βίωμά μας. Γεγονότα καί ἱστορίες πού ἦταν θρύλοι καί εἶχαν γραφτεῖ γύρω ἀπό τό ὄνομά του, χαρακτήριζαν τό εἶναι καί τήν παιδική μας ἡλικία. Αὐτό πού λέει καί ἱστορικός ἀκόμη τό ἀναφέρει. Ὅταν χάρασσε τήν Πόλη ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, γιά νά βρεῖ τά ὅριά της, πρίν ἀπ᾽ αὐτόν προηγεῖτο ἕνας Ἄγγελος. Κι ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ ἄλλοι, διότι δέν ἔβλεπαν τόν Ἄγγελο, [μόνο] ὁ Ἅγιος τόν ἔβλεπε, μέχρι ποῦ θά μᾶς πᾶς; Θά εἶναι μακριά τά σύνορα πού θά χαράξεις; [Τούς] λέει, δέν τά χαράσσω ἐγώ, θά ἀκολουθήσω αὐτόν(!) πού προηγεῖται [ἐμοῦ]. Αὐτό, γιά μᾶς, ἦταν μιά ζωντανή ἱστορία. Ζούσαμε στήν Πόλη πού χαράχτηκε ἀπό ἕναν Ἄγγελο. Καί ἡ ζωή τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καί αὐτή ἡ Πόλη δέν ἦταν ἕνας τυχαῖος τόπος. Ἦταν «Ὁ» Τόπος, γιά μᾶς! Ἦταν θρύλος, πού πιάνει τήν παιδική καρδιά καί τήν κάνει νά ἀλλάζει ὁλόκληρη. Καί νά λές, ποῦ ζῶ;! Σ᾽ ἕναν τόπο πού εἶναι θρύλος!

Οἱ χρησμοί, οἱ θρύλοι, οἱ παραδόσεις. Τά κείμενα πάνω ἀπ᾽ τόν τάφο του, πού λένε κάποιες παραδόσεις ὅτι βρέθηκαν. Πού δίνουν προφητεῖες, πού χαρακτήριζαν τή ζωή μας. Αὐτό πού γινόταν σέ κάθε χῶρο. Πάντοτε θυμόμασταν καί γελούσαμε, μέ τήν ἄλλη ἄκρη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τήν Ἀσιατική, πού εἶναι ἡ Χαλκηδόνα, ὅταν ξέραμε πώς εἴχανε πεῖ σ᾽ αὐτό τό χῶρο, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ χώρα τῶν τυφλῶν. Δέν ἔβλεπαν τήν ὀμορφιά τῆς Πόλης καί μεῖναν ἀπέναντι. Ἦταν γιά μᾶς ἡ χώρα τῶν τυφλῶν.

Ὅλα ἦταν Ἅγιος Κωνσταντῖνος! Τά πάντα! Ἀκόμη καί πράγματα πού φαίνονται συμβολικά. Τό σύμβολο τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς δέν εἶναι ὁ δικέφαλος ἀετός; Αὐτό εἶναι σύμβολο. Αὐτό γιά μᾶς ἦταν μιά παρουσία. Δεκάδες ἀετοί, μεγάλοι, πετοῦσαν πάνω ἀπ᾽ τά κεφάλια μας στήν Πόλη. Δέν λέγαμε: εἶναι ἡ χώρα τοῦ συμβόλου τοῦ δικεφάλου. [Λέγαμε:] εἶναι ἡ χώρα τῶν ὑψιπετῶν ἀετῶν. Καί πόσα τέτοια, πού χαρακτηρίζουν τή ζωή ἑνός παιδιοῦ, νά νιώθει ἕναν θρύλο. Στήν Πόλη, ὅταν μπαίνεις, στήν Πόλη τοῦ Κωνσταντίνου, μπαίνεις παραδοσιακά ἀπό δύο πλευρές. Ἤ μέ τό τρένο ἀπό τήν ξηρά, ἤ μέ τό καράβι ἀπό τή θάλασσα. Ἀπ᾽ τόν Κεράτιο κόλπο. Ἄς ἀφήσω τό ἀεροπλάνο, δέν ὑπῆρχαν τότε πολλά.

Ὁ λαός ἐκεῖ, ὅλα τά ᾽κανε ὄμορφα. Λέγαμε, τί ὄμορφα εἶναι τά δειλινά στήν Πόλη. ῎Οχι, εἶναι ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος πού ἔκανε τέτοια δειλινά. Τά περίφημα δειλινά τῆς Πόλης. Μά εἶναι τό φυσικό γεγονός. ῎Οχι, εἶναι ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Μά τί ὡραία εἶναι ἡ εὐωδία ἐδῶ πέρα. Ὅταν μπαίνουμε ἀπό τό Γαλατᾶ στήν Πόλη, μήπως μυρίζει τηγανιτή παλαμίδα; ῎Οχι, ὄχι, ὄχι, τί λέτε τώρα. Ἐδῶ εἶναι ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Μά τί ὡραῖα εἶναι νά μπαίνεις ἐκεῖ ἀπό τό τρένο, πού εἶναι τό Σίρκεντζι καί κάτι ἄλλο μύριζε. ῎Οχι, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Μετά ἀπό τέτοια ἐμπειρία, εἶσαι πιά μπολιασμένος μ᾽ ἕνα θρύλο, καί νιώθεις ὅτι ἔχεις μιά ὑποχρέωση.

Καί ὅταν θά φτάσεις στόν ἄλλο θρύλο, νά σέ πᾶνε στήν πλατεία, ἐκεῖ πού ἔγινε ἡ ἐπανάσταση, ἡ Στάση Τοῦ Νίκα καί νά σοῦ ποῦνε, βλέπεις ἐδῶ πέρα αὐτή τή στήλη; Ἐδῶ πάνω ἦταν ὁ ἀνδριάντας τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τώρα ἔχει γκρεμιστεῖ. Ἀλλά ξέρεις τί ἔχει μέσα αὐτή ἡ στήλη; Ἔχει τά καρφιά πού εἶχε βρεῖ ἡ Ἁγία Ἑλένη στό Σταυρό καί τά ᾽χει ἐκεῖ πέρα στό βάθος καί ἀκόμα εἶναι ἐκεῖ. Ἦταν ὁ θρύλος. Ὁ συγκλονιστικός θρύλος, πού δέν μπορεῖ νά σέ κάνει ἱστορικό ἁπλῶς. Λές, μά ποῦ ζῶ;! Δέν εἶναι ἕνα παραμύθι. Γιατί ὅλη ἡ Αὐτοκρατορία, ἔπρεπε νά λέει, μά ποῦ ζῶ;! Ἀκόμη καί τό σήμερα αὐτό πού ἄφησε πίσω του, ὄχι ὡς ἱστορική μνήμη [ἀλλά] ὡς ζωντανή παράδοση, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, δέν σ᾽ ἀφήνει νά πεῖς, μά ποῦ ζούσαμε;! Ἄν τό ζήσουμε θά ποῦμε, μά ποῦ ζῶ;! Αὐτός ἦταν ὁ θρύλος.

Μετά, ὅταν περάσαμε ἀπ᾽ τό θρύλο τῆς Πόλης, στή σκληρή πραγματικότητα τῆς Ἀθήνας, βρεθήκαμε μπροστά στήν ὕβρη. Ὅλα ἄλλαξαν. Μά τά κείμενα, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἱστορικοί, ἔβριζαν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Γι᾽ αὐτό εἶπα, ἀπό τό θρύλο στήν ὕβρη. Αὐτό ξέρετε τί συγκλονισμός εἶναι; Δέν βρίζαν ἁπλῶς μιά ἱστορική μορφή. Βρίζαν ἕναν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος γιά μᾶς ἦταν αὐτός ὁ ὁποῖος χαρακτήρισε ὁλόκληρη τή Ρωμηοσύνη. Καί τότε ὅλα γκρεμίζονταν. Ὅλα γίνονταν ὕβρις. Ὁ ἱστορικός, ὁ ἕνας, ὁ ἄλλος.

Γιά πρώτη φορά πού σήκωσα κεφάλι, κάποια χρόνια μετά ἀπό τό πέρασμά μου στήν Ἀθήνα, ἦταν ὅταν ἔγινα ἱερέας στόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο Γλυφάδας. Εἶχα μείνει μ᾽ αὐτόν τόν πόλεμο μέσα μου. Ἡ ὕβρις ἤ ὁ θρύλος; Καί τότε ἄρχισα, πρίν νά μελετήσω βαθιά τίς ἱστορικές πηγές, ἄρχισα νά ζῶ κάτι ἄλλο. Ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς πόσο εὐγνωμονοῦμε τό λαό τοῦ Θεοῦ! Γιατί εἶναι, ἄν τό θέλει αὐτός ὁ λαός, μιά ζωντανή βίωση τῆς παραδόσεώς μας. Ἐκεῖ λοιπόν, ὡς νέος κληρικός, στήν παραλία τῆς Γλυφάδας, στόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἄρχισα νά ἀκούω συγκλονιστικές ἐμπειρίες παλαιῶν ἐνοριτῶν, γερόντων, γεροντισσῶν, ἀπό γεγονότα τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Καί πόσοι μοῦ λέγανε. Μοῦ λέει εἶδα τόν Κωνσταντή, λέω ποιός εἶναι αὐτός; Λέει ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Λέω, γιατί δέν τόν λές Ἅγιο; Μά ἦρθε, λέει, καί μοῦ εἶπε «εἶμαι ὁ Κωνσταντής». Ὅταν τά γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Κωνσταντῆ ἄρχισαν στήν καρδιά μου νά γίνονται πάρα πολλά, ἄρχισα νά ξαναβρίσκω τό θρύλο. Καί λέω ποῦ εἶναι ὁ θρύλος καί ποῦ εἶναι ἡ ὕβρις; Καί τότε, ἔπρεπε ν᾽ ἀρχίσω καί ἐγώ νά μελετῶ, γιά νά εἶμαι καί ρεαλιστής, νά εἶμαι καί θεολόγος, νά μήν εἶμαι ἀεροβάμων, ἀλλά πρέπει νά εἶμαι καί πραγματικός πού γνωρίζω τήν ἱστορία. Καί ἄρχισα νά μελετῶ τήν ὕβρη, ἀλλά βρίσκοντας τήν ὕβρη, ἔβρισκα τό κάλλος.

Ἡ πρώτη ἐμπειρία πού μοῦ ἔτυχε, πέρα ἀπό τόν εὐλογημένο λαό, πού εἶχε ἐμπειρία τοῦ Κωνσταντῆ, συγχωρέστε με γιά τή φράση, ἔτσι μοῦ ἔλεγαν οἱ γιαγιάδες στή Γλυφάδα, ἦταν ὅταν ἔμαθα, δέν ξέρω ἄν ξέρετε τό ὄνομά του, τά περί τοῦ πνευματικοῦ καθοδηγητοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ποιός κρυβόταν πίσω ἀπό αὐτή τήν προσωπικότητα. Ποιός ἦταν, ἄς τό πῶ ἔτσι ὁ πνευματικός του, πού τόν καθοδήγησε πολλά χρόνια πρίν νά γίνει Χριστιανός καί μετά, σ᾽ αὐτό τό κάλλος πού ἀποκαλύφθηκε καί κατέληξε στήν ἁγιότητά του. Πιθανῶς νά ξέρετε τό ὄνομά του, εἶναι Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά πολύς λαός δέν τόν ξέρει. Γιά μένα ἦταν ἡ πρώτη πρόσβαση, γιά νά δῶ τί συνέβη στήν καρδιά του; Εἶναι ὁ Ἅγιος, προσέξτε, εἶναι Ὅσιος καί ἔχει τό ὄνομα Ὅσιος. Εἶναι ὁ Ὅσιος Ὅσιος Ἐπίσκοπος τῆς Κορδούης. Κορδούη εἶναι μία πόλη τῆς Ἱσπανίας, Κόρντοβα λέγεται μέχρι σήμερα. Μεγάλος ἱεράρχης, ὁ ὁποῖος μετεῖχε σέ Οἰκουμενική Σύνοδο. Δέν ἦταν τυχαῖος. Καί ἔγινε Ἅγιος. Κρατῆστε τό ὄνομά του. Ὁ Ὅσιος Ὅσιος Κορδούης. Ὅταν ἔμαθα ὅτι πίσω του κρυβόταν τέτοιος Ἅγιος, τέτοια ὑπέροχη μορφή καί ἀπ᾽ ὅ,τι λένε τά κείμενα, μιά μορφή βαθιά διακριτική, πού μέσα στόν ὀρυμαγδό τῶν αἱρέσεων καί [σέ] ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὁδήγησαν τήν Ἐκκλησία νά καταλήξει στήν Α᾽ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἦταν διακριτικότατο μάτι καί κρατοῦσε βαθύτατες θεολογικές ἰσορροπίες. Ἦταν ἡ πρώτη μου κατανόηση, τί ἔκανε τόν Κωνσταντή νά γίνει Ἅγιος. Καί ἀπό ἐκεῖ καί μετά ἀρχίζουν οἱ ἄλλες πιά ἱστορικές ἐμπειρίες, ἀλλά αὐτό ἦταν τό πρῶτο. Ποιός κρύβεται πίσω ἀπό τόν Ἅγιο; Πάντα εἶναι ἕνας Ἅγιος ἄνθρωπος καί ἕνας πνευματικός, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἀλλά πού βάζει αὐτούς τούς Ἁγίους ἀνθρώπους νά ἀναλύουν προσωπικότητες. Καί τότε ἀρχίζει πιά ἡ ἱστορία ἡ μεγάλη τῶν πηγῶν τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Δέν θά σᾶς κουράσω, ἀλλά ἐπειδή κάνουμε ἕναν περίπατο, ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη, θέλω νά μπεῖτε στό πετσί αὐτοῦ τοῦ πράγματος καί ἡ πιθανότητα νά ξεπεράσετε τόν προβληματισμό ἤ τόν πειρασμό τῆς ὕβρεως, πού τολμῶ ἀπό τώρα νά τό πῶ, εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατος καί γελοῖος.

Προσέξτε, ἡ Ἐκκλησία μας Ἁγίους ἀναδεικνύει δεκάδες ἁμαρτωλούς πού μετάνιωσαν. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀρνεῖται τή μετάνοια. Πόσοι ἦταν Ἅγιοι, ἐνῶ προηγουμένως εἶχαν ἁμαρτήσει. Ἄλλο αὐτό καί ἄλλο νά φορτώνεις, σέ μία προσωπικότητα, γιά λόγους πού θά πῶ σέ λίγο, περίσσια, ψεύτικα ἁμαρτήματα, γιατί πρέπει νά καταξιωθεῖ ἤ νά ἀκυρωθεῖ ἕνας πολιτισμός. Ποιός ἦταν ἀναμάρτητος καί ἔγινε Ἅγιος; Κανείς. Ἄλλο αὐτό καί ἄλλο νά φορτώνεις ψευτιά στήν προσωπικότητα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου.

Οἱ βασικές πηγές πού ἔχουμε γιά τή ζωή του, ἐνδελεχῶς ἀναλυμένες, ὑπάρχουν ἀρκετοί ἱστορικοί, ἀλλά οἱ πιό βασικές πηγές, εἶναι ὁ γνωστός ἱστορικός καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας Εὐσέβιος, Ἐπίσκοπος Νικομηδείας. Ἕνας ἄλλος ἱστορικός, Λακτάντιος, προσέξτε ἔχει σημασία, αὐτός ὁ ἱστορικός, ὁ Λακτάντιος, ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί ἦταν πρῶτος καρδιακός φίλος τοῦ Κρίσπου, υἱοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, πού λένε πού τόν δολοφόνησε. Ὁ Λακτάντιος ἦταν καρδιακός, παιδικός φίλος τοῦ Κρίσπου, υἱοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, πού λένε οἱ ὑβρίζοντες ὅτι τόν δολοφόνησε, θά πῶ μερικά πράγματα γι᾽ αὐτό. Καί ὁ Λακτάντιος μαζί μέ τόν Εὐσέβιο, ὑμνοῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό πού λέω; Μπορεῖς νά τόν ὑμνεῖς καί ταυτόχρονα νά ἔχει δολοφονήσει τόν καλύτερό σου φίλο; Ἄς ἀφήσω καί λίγο τό ἐπιχείρημα νά τρέξει.

Μέ ἄλλα λόγια, ὑπῆρχαν καί ἄλλοι ἱστορικοί, ἐθνικοί καί Χριστιανοί, ὅλοι οἱ Χριστιανοί τόν ὑμνοῦν καί οἱ ἱστορικοί ἀκόμη οἱ ἐθνικοί, λένε καλά λόγια γι᾽ αὐτόν, ἐκτός ἀπό ἕναν. Προσέξτε, ἕνας εἶναι μόνο. Τό ὄνομά του εἶναι Ζώσιμος. Ὅλοι οἱ σύγχρονοι ἱστορικοί, μᾶλλον ψευτοϊστορικοί, οἱ ὁποῖοι βάζουν τήν ὕβρη καί κατηγοροῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἔχουν ὡς πηγή τους μόνο τόν Ζώσιμο. Δέν ἔχουν οὔτε τόν Εὐσέβιο, οὔτε τόν Λακτάντιο, οὔτε τούς ἄλλους μικροϊστορικούς πού περιστασιακά ἀσχολήθηκαν μέ τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Ἄρα κάτι συμβαίνει. Ἀπό τούς ἑφτά πού ἔχουν γράψει ἱστορία γι᾽ αὐτόν, ἀλλά ἡ πιό ἔντονη εἶναι τοῦ Εὐσέβιου, τοῦ Λακτάντιου καί τοῦ Ζώσιμου, ὁ Ζώσιμος εἶναι ὁ ὑβριστής· καί ὅλος ὁ χῶρος πού θέλει τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ὄχι Ἅγιο [ἀλλά] μιά ἐξευτελισμένη προσωπικότητα, νά στηρίζεται μόνο στόν Ζώσιμο. Κοιτάξτε κάτι ἄλλο. Ὁ Εὐσέβιος καί ὁ Λακτάντιος, εἶναι σύγχρονοι τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὁ Ζώσιμος ἔζησε ἑκατόν πενήντα χρόνια μετά ἀπ᾽ αὐτόν. Εἶναι ἱστορικός πού ἁπλῶς καταγράφει μία ἱστορία πού ἄκουσε; Μία ἱστορία πού τήν ἔφτιαξε; Ἀλλά δέν εἶναι ὁ ἱστορικός πού ἔζησε. Οἱ ἄλλοι ἔζησαν μαζί του.

Δέν θέλω νά σᾶς πείσω μέ τά ἐπιχειρήματα, ἀλλά εἶναι τόσο ἔντονα καί συγκλονιστικά. Ζεῖ λοιπόν ἑκατόν πενήντα χρόνια μετά καί κατηγορεῖ συνέχεια τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Προσέξτε τίς πηγές πού χρησιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα ἀπό ὅλους τούς νεοπαγανιστές καί νεοειδωλολάτρες, ἀπό ὅλους τούς ἀντίθετους, προσέξτε, πού δέν ἄντεξαν τή λαμπρή, Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Αὐτοκρατορία. Προσέξτε, μιά παρένθεση εἶναι αὐτή, τό ὄνομα Βυζάντιο, δέν ἦταν τό ὄνομα τῆς Αὐτοκρατορίας. Βυζάντιο γιά πρώτη φορά ἀπεκλήθη ἀπό ἱστορικούς, μετά ἀπό τήν πτώση τῆς Πόλης, τό 1520. Δέν ἦταν Βυζάντιο. Ἦταν ἡ Ρωμανία ἤ ἡ Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Αὐτοκρατορία. Ὅλοι αὐτοί λοιπόν πού κατηγοροῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῑνο, εἶχαν ἕνα βαθύ μίσος γιά αὐτήν τήν Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Αὐτοκρατορία. Νά πῶ δυό λόγια, γιατί εἶναι πολύ μεγάλη ἱστορία. Τό 326 μ.Χ. ἕνα χρόνο μετά τήν Οἰκουμενική Σύνοδο ὁ Κωνσταντῖνος πού ἀπεστρέφετο τή Ρώμη, ἤδη ἑτοίμαζε σιγά – σιγά τήν Κωνσταντινούπολη, ἔρχεται στή Ρώμη, ἦταν ἀκόμη αὐτοκράτορας, νά γιορτάσει τά εἰκοσάχρονα τῆς βασιλείας του. Τά λεγόμενα δεύτερα δεκενάλια. Καί κλήθηκε ὅπως ἦταν φυσικό, καί ἔτσι πάντα γινόταν ἱστορικά, στό Καπιτώλιο. Νά λάβει μέρος σέ μιά στρατιωτική εἰδωλολατρική ἑορτή. Καί νά προσφέρει τίς θυσίες στούς θεούς τῶν εἰδώλων. Ἀρνήθηκε! Καταλαβαίνετε ὅτι ἄρνηση στό Καπιτώλιο μιᾶς τέτοιας τιμῆς, ἦταν ἄρνηση ἑνός ὁλόκληρου πολιτισμοῦ!

Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ἡ βασική αἰτία πού ἄρχισε νά διώκεται ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν αὐτή, παρόλο πού προϋπῆρχε πρίν ἀπό δεκατρία χρόνια τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Προσέξτε, τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων δέν τούς ἔθιξε τόσο πολύ. Τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων ἁπλῶς ἔδωσε ἴσες εὐκαιρίες στούς χριστιανούς. Δέν ἀδίκησε τούς εἰδωλολάτρες. Καί δέν μποροῦσε ἀλλιῶς νά γίνει. Γιατί τότε ὁ πληθυσμός τῆς Αὐτοκρατορίας κατά 90% ἦταν εἰδωλολάτρες. Σάν νά λέγαμε σήμερα πώς τό ἐκλογικό σῶμα ἦταν εἰδωλολάτρες. Ὁ Κωνσταντῖνος δέν τούς χτύπησε κατά πρόσωπο. Εἶπε, ἄδικο μιά θρησκεία νά μήν ἔχει ἴσα δικαιώματα μέ τίς ἄλλες. Δέν ἦταν τό καίριο σημεῖο. Τούς πόνεσε, ἀλλά δέν ἦταν τό καίριο, γιατί οἱ Χριστιανοί ἦταν τό 10%. Κατά τούς ἱστορικούς τό καίριο σημεῖο εἶναι αὐτό πού σᾶς λέω: ὅταν πάει στή Ρώμη καί ἀρνεῖται νά δώσει πιά θυσίες. Ὅπου ἀρνεῖται πιά ἕναν ὁλόκληρο ἀρχαῖο κόσμο. Θέλοντας νά πεῖ σίγουρα τό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού, γέγονεν καινά τά πάντα». Καί ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ τραγωδία. Δέν μποροῦσε νά μήν ἀρνηθεῖ.

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ἕνα χρόνο πρίν τό 365 μ.Χ. μετεῖχε στίς συνεδριάσεις τῆς Α᾽ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου ἔψαλλαν τό Ἅγιος ὁ Θεός, τό Τρισάγιον ὡς Ὀρθόδοξο δόγμα οἱ Πατέρες. Δέν μποροῦσε τώρα νά δώσει θυσίες στά εἴδωλα. Εἶναι τό πιό καίριο σημεῖο κατά τή γνώμη μου, ἀλλά καί κατά τούς ἱστορικούς πού ἀσχολοῦνται μέ αὐτό τό θέμα. Δέν θυσίασε στόν Καίσαρα, στόν ἑαυτό του δηλαδή, γιατί Καῖσαρ ἦταν μόνο ὁ Θεός πάνω στή γῆ. Μάλιστα ὁ Ζώσιμος αὐτό τό γεγονός ἁρπάζει καί λέει ὅτι εἶναι μισητός ἐχθρός ὅλων τῶν Ρωμαίων. Τόν θεωρεῖ βέβηλο. Τόν θεωρεῖ ἄδικο. Τόν θεωρεῖ βρόμικο. Γιατί ἀρνεῖται μιά παράδοση. Ἡ παράδοση ξέρετε, ἔχει σημασία ἄν εἶναι ἀληθινή. Δέν μᾶς σώζει μιά ὁποιαδήποτε παράδοση. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι λέμε Παράδοση, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἔ; Παράδοση χωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα, τί παράδοση εἶναι αὐτή; Συντήρηση κάποιων συνηθειῶν; Ἠθῶν καί ἐθίμων; Τί σημαίνει αὐτό; Πόσῳ μᾶλλον ἄν ἡ παράδοση εἶναι καί δαιμονική. Αὐτό δέν τό κατάλαβε μέ τίποτε ὁ Ζώσιμος.

Καί φυσικά μετά ἀπό ἐκεῖ, μέ τά κείμενα τοῦ Ζωσίμου, ἔγραψαν ἐναντίον [τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου] ὅλοι οἱ Δυτικοί ἱστορικοί. Ὁ Γίβων, ὁ Βολταῖρος καί πάρα πολλοί ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τόν θεώρησαν ἀντίπαλο ὅλου αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ. Καί φυσικά ὅλος ὁ κόσμος ὁ Δυτικός, ὅλος ὁ βατικάνιος κόσμος. Μίσησε βαθύτατα τόν Κωνσταντῖνο γιατί ἔφυγε τό κέντρο, ἀπό τή Ρώμη, καί πῆγε στή Νέα Ρώμη. Σκεφτήκατε ποτέ γιατί σέ ὁλόκληρο τό Δυτικό κόσμο σπανίζει τό ὄνομα Κωνσταντῖνος; Σπανίζει. Ἐκφράζει αὐτό ἕνα μίσος, ἔ; Σπανίζει τό ὄνομα καί ἱεραρχῶν Κωνσταντῖνος μετά ἀπό τό σχίσμα. Αὐτό σᾶς λέει τίποτα; Ὅλοι οἱ διαφωτιστές λοιπόν, μέ ὅσα ὄργανα εἴχανε στά χέρια τους, χρησιμοποίησαν τόν Ζώσιμο γιά νά κάνουνε αὐτή τή δυσφήμηση.

Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπόν πρῶτα-πρῶτα δέν ἀπαγόρευσε τή θρησκεία. Κι ἀρχίζει ἡ πορεία του πού θίγει ἄλλα πράγματα. Βλέπετε, σήμερα μιλᾶμε καί λέμε πολιτεύματα, δικτατορία, δημοκρατία, καί φυσικά ἄν κανείς μιλήσει γιά δικτατορία θά γελᾶμε. Καί μιλᾶμε γιά δημοκρατία. Τό μοντέλο τότε τῆς διοικήσεως ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἡ ἀπόλυτη δικτατορία, ὁ αὐτοκράτορας δέν ἦταν ἁπλῶς δικτάτορας. Ἦταν θεός! Τόν προσκυνοῦσαν καί τοῦ ἔκαναν θυσίες. Ἦταν κάτι πού ξεπερνοῦσε τή δικτατορία. Καί τί κάνει ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Τό κάνει πρῶτα τό 311 μ.Χ. μαζί μέ τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Καί μετά τό κάνει στήν Α᾽ Οἰκουμενική Σύνοδο.

Τότε τό 311, ἤ μᾶλλον καλύτερα γιά νά εἶμαι ἀκριβής στίς ἱστορικές στιγμές, τό 313 μέ 314 ξεκίνησε μιά μεγάλη αἵρεση τῶν δονατιστῶν. Δέν θά τήν ἀναλύσω τώρα. Καί ἦταν αὐτοκράτορας καί ἔπρεπε νά πάρει θέση ὁ αὐτοκράτορας. Τί πρέπει νά γίνει σέ αὐτό τό πρόβλημα. Τότε ἐπίσκοπος Ρώμης ἦταν ὁ Μιλτιάδης, ὁ ὁποῖος πῆγε στόν αὐτοκράτορα καί λέει, συνταράσεται ἡ Αὐτοκρατορία. Ἐσύ θά δώσεις λύση. Σᾶς διαβάζω τά λόγια τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Λέει στόν Μιλτιάδη Ρώμης, ἔχετε σύλλογο (ἐννοεῖ σύνοδο), δικάστε μέ τό συνοδικό σύλλογο. Ξέρετε τί σημαίνει αὐτό γιά τόν κόσμο αὐτό; Εἶναι μιά ἄλλη ἔκφραση δημοκρατίας. Ἡ ἀπόφαση περνάει στό σύλλογο. Καί ποῦ; Στή σύνοδο τῶν ἱεραρχῶν. Αὐτό γιά τήν ἐποχή εἶναι συγκλονιστικό!

Μικρή παρατήρηση θά κάνω. Ἔχετε σκεφτεῖ γιατί ἀκόμη μέχρι σήμερα στή βατικάνια παραλλαγή τῆς μορφῆς, τοῦ μορφώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν κάνουνε σύνοδο μπορεῖ νά μαζευτοῦν χίλιοι διακόσιοι ἐπίσκοποι. Ἀποφασίζουν. Ἀλλά ἄν ὁ πρῶτος, ὁ «ἀλάθητος», ὁ Ρώμης, ὁ πάπας πεῖ ὄχι, ἀναιροῦνται οἱ ψῆφοι τῶν χιλίων διακοσίων. Εἶναι ἀπόλυτη δικτατορία, ἔ; Αὐτό ἔμεινε ἐκεῖ μετά τό σχίσμα. Δέν ἄντεξαν τό ξεπέρασμα τοῦ Κωνσταντίνου. Εἶναι καίρια αὐτή ἡ ἱστορία. Τό νά δίνει δικαίωμα νά ἀποφασίζει μιά ὁμάδα σύλλογος, σύνοδος ἱεραρχῶν, καί μάλιστα τῶν πιστῶν χριστιανῶν, εἶναι τό δεύτερο στοιχεῖο πού βάρυνε στήν πλάστιγγα ὑπέρ τῆς ὕβρεως.

Καί φυσικά ποιός δέ θυμᾶται τά κείμενα. Πολλά ἀπό αὐτά τά παρουσιάζει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος. Φίλος τοῦ Κωνσταντίνου. Ὄχι πνευματικός του, φίλος. Ὁ Κορδούης εἶναι ὁ πνευματικός του. Τά κείμενα εἶναι συγκλονιστικά. Ἔτσι συγκαλεῖ [ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος] μέ ἐντολή του τήν Α᾽ Οἰκουμενική. Ἀκοῦστε τί λένε οἱ ἐχθροί. Βλέπετε; Ἡ Ἐκκλησία ἦταν κατευθυνόμενη, δέν εἶχε ἐλευθερία, τούς καλεῖ τό κράτος. Λάθος. Δέν ξέρουν ἱστορία. Τί δέν ξέρουν; Ὅτι σέ αὐτή τήν ἀπέραντη Αὐτοκρατορία δέν μποροῦσε κανείς νά κινηθεῖ, νά πάει κάπου, καί μάλιστα ἄν εἶχε κάποιο ἀξίωμα [ὅπως] δήμαρχος, διοικητής, ἱεράρχης, χωρίς τήν ἄδεια τοῦ αὐτοκράτορα. Ὅλα μύριζαν ἐπανάσταση καί συνωμοσία. Γι᾽ αὐτό τή συγκαλεῖ ἐκεῖνος. Τούς δίνει νόμιμο δικαίωμα νά μετακινηθοῦν ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς, γιά νά πᾶνε στή Νίκαια. Καί τή συγκαλεῖ, δέν προεδρεύει. Τό κείμενο περιγράφει τήν εἴσοδο τοῦ Κωνσταντίνου στήν Α᾽ Οἰκουμενική. Ἔχει παραμείνει. Παρόλο πού τά πρακτικά τῆς συνόδου δέν ἔχουν παραμείνει. Τά πρακτικά. Οἱ ἀποφάσεις ὑπάρχουν. Τά πρακτικά τῶν συνεδριάσεων δέν ὑπάρχουν. Ἐνῶ τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν ὑπάρχουν. Μπαίνει μέσα στή σύνοδο χωρίς στρατιῶτες, χωρίς συνοδεία. Παράλογο πράγμα γιά τόν αὐτοκράτορα. Πάει μέ τρόπο ταπεινό καί λέει, ποῦ εἶναι ἡ θέση μου; Ποῦ τό λέει; Στόν προεδρεύοντα. Ποιός ἦταν ὁ προεδρεύων; Ἅγιος Εὐστάθιος Ἀντιοχείας. Καί τοῦ λέει, παράλογο γιά τήν ἐποχή, παράλογο. Ἐκεῖ θά καθίσετε. Αὐτό ἦταν ντροπή γιά τήν Αὐτοκρατορία. Ποιός ἔχει τήν τόλμη νά πεῖ, ἐσύ θά καθίσεις ἐκεῖ. Καί κάθεται ἐκεῖ. Καί παρακολουθεῖ σιωπηλά τά τεκταινόμενα. Ἡ ταπεινή παρουσία του. Ἀναγνωρίζει ὁλόκληρη τήν ἔκφραση τῆς συνόδου· ἐδῶ ἀρχίζει ἡ πραγματική δημοκρατία τῆς Ἐκκλησίας. Δέ θέλω νά σᾶς θυμίσω τή φράση πού τήν ξέρετε πού τήν εἶπε ἐκείνη τή στιγμή τῆς συνοδικῆς ἐκφράσεως, «ἐσεῖς εἶστε ἐπίσκοποι τοῦ ἐντός», μέσα δηλαδή, στά πνευματικά. Ἐγώ εἶμαι ἁπλῶς ἀπ᾽ ἔξω, κατ᾽ ἀνάγκη. Διοικῶ τόν κόσμο. Ὅλα αὐτά θίγουνε ὁλόκληρο ἕναν κόσμο. Καί φυσικά ἀρχίζει τό μεγάλο ἔργο του. Σέ πολυεπίπεδο ἐπίπεδο πού σύγχισε, [τάραξε δηλαδή] ὁλόκληρες καρδιές. Τό μίσος γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο εἶναι σήμερα πολύ μεγάλο.

Πρῶτον, προσέξτε, δίνει δυνατότητα στούς δούλους νά εἶναι ἐλεύθεροι. Ἀκοῦστε τήν παρατήρηση. Οὔτε ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει καταργῆστε τή δουλεία. Τί λέει; Τά ἀφεντικά νά ἀποκτήσουν τέτοια καρδιά νά μήν ἔχουν δούλους. Ἡ ἐπανάσταση πού γίνεται διά τῆς βίας, εἶναι πάντοτε ψεύτικη. Ἡ ἐπανάσταση πού γίνεται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, εἶναι πάντοτε ἀληθινή! Τόν δρόμο αὐτόν τόν ἀκολουθεῖ ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Δέν ἐπιβάλλει διά τῆς βίας νόμους ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων. Καί τί κάνει; Προτείνει αὐτό πού σᾶς εἶπα. Ἄν εἶστε χριστιανοί καί ἀγαπᾶτε, ἀπελευθερῶστε τούς ἀνθρώπους, ἔ; Αὐτό εἶναι καταστροφή, ἄς τό πῶ ἔτσι, γιά τούς δυνατούς. Ἤ ἄς τό πῶ ἔτσι ἄν θέλετε, γιά τούς καπιταλιστές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἄν ἐπιτρέπεται ἡ λέξη. Κάνει νά ἀλλάξει ἡ καρδιά. Ὅλη αὐτή ἡ ρίζα τῆς θεολογίας, εἶναι γραμμένη ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο στήν πρός Φιλήμονα ἐπιστολή. Εὔκολα μπορεῖτε νά τή διαβάσετε. Καταργεῖ, γιά μᾶς δέ λέει τίποτα αὐτό, τό σῶμα τῶν πραιτωριανῶν. Ἰσχυρές προσωπικότητες πού κατευθύνουν τή ζωή τοῦ κόσμου. Σήμερα θά ἔλεγα πραιτωριανούς τά κόμματα πού κυβερνοῦν τόν τόπο. Πραιτωριανοί. Ὀργανωμένες ὁμάδες κρούσεως, πού ἀγνοοῦν τή βούληση τοῦ λαοῦ. Αὐτό ἔτσι τό μεταφράζω.

Κατήργησε τήν ποινή τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, καί προσέξτε, τό νομοθετικό διάταγμα τό ὁποῖο ἔφερε τίς περισσότερες ὕβρεις ἀπέναντί του. Κρατῆστε αὐτό τό σημεῖο. Ἐδῶ εἶναι πάρα πολύ καίριο. Ἕνα καίριο νομοθετικό διάταγμα. Τό ξαναλέω, τό ὁποῖο ἐπέφερε περισσότερες ὕβρεις ἀπό τά προηγούμενα. Ποιό ἦταν αὐτό τό διάταγμα; Θεωρεῖ μεγάλο ἀδίκημα τή μοιχεία. Ἀπό τά ὕψιστα ἀδικήματα πού βιώνονται σέ μιά πολιτεία. Ἀπό τά ὕψιστα. Καί βγάζει αὐστηρότατες ἐντολές γιά τούς μοιχούς. Καί ἐκεῖ -ἐπιτρέπεται ἡ λέξη;- ἔπαιξε ὁ διάβολος τό παιχνίδι του. Ἄν θέλετε λίγα λεπτά νά ἐξηγήσω αὐτή τήν ἱστορία. Γιατί ἐκεῖ στέκονται πιά οἱ μεγάλοι ὑβριστές. Ὄχι ἁπλῶς τό ὅτι κατήργησε τή Ρώμη καί τά λοιπά, τά εἴδωλα. Θά ποῦν μερικοί δέν πειράζει τά εἴδωλα, ἀλλά τό ὅτι τόν κατηγοροῦν προσέξτε, τό ὅτι σκότωσε τό γιό του καί τή γυναίκα του, αὐτό εἶναι πολύ ἰσχυρό. Τό γιό του καί τή γυναίκα του. Τόν Κρίσπο καί τή Φαύστα. Ποιά καρδιά μπορεῖ νά τό ἀντέξει; Βέβαια ἕνας ἀπολογητής τοῦ Χριστιανισμοῦ θά ἔλεγε αὐτό πού σᾶς εἶπα στήν ἀρχή. Ἐντάξει, ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἁμάρτησαν. Ἀλλά δέν σοῦ μένει μέσα τό ἀγκάθι; Σκότωσε τό γιό του καί τή γυναίκα του; Τί Ἅγιος εἶναι αὐτός; Γιά τήν Ἐκκλησία ὅλοι γίνονται Ἅγιοι. Οἱ μεγαλύτεροι ὑβριστές. Ἀλλά δέν εἶναι τά πράγματα ἔτσι. Δέν κάνω ἀπολογία ψεύτικη. Κάνω ἀπολογία ἱστορική ἀπό τά κείμενα πού ἔχω στά χέρια μου. Ἄν σκότωνε τό γιό ἤ τή γυναίκα του, ὁ Θεός ξέρει πῶς ἀναδεικνύει τούς Ἁγίους. Πόσοι τέτοιοι ἀναδείχθηκαν; Δέν εἶναι ἔτσι; Ἅγιοι ἔγιναν οἱ σταυρωταί τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος Λογγίνος, ἔ; ᾽Ισχυρό δέν εἶναι; Ἀλλά πῶς εἶναι τά πράγματα. Εἶναι ἀλλιώτικα. Αὐτό τό νομοσχέδιο περί τῆς μοιχείας ἦταν ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἔδωσε ἐντυπωσιακές, δαιδαλώδεις ψευδολογίες μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του κατά τοῦ Κωνσταντίνου. Νά δοῦμε καί λίγο τά πράγματα. Ἔχει σημασία γιατί οἱ ἱστορικοί ἐκεῖ στέκονται πιά. Δέ στέκονται στό ὅτι πῆρε τήν Αὐτοκρατορία καί τήν πῆγε στή Νέα Ρώμη. ῎Οχι πιά. Πέρασε αὐτό. Στέκονται στά ἐγκλήματα.

Θά τό πῶ μέ λίγα λόγια. Συμπυκνώνοντας τούς ἱστορικούς πού ἀσχολήθηκαν μέ αὐτό τό θέμα. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ἦταν παντρεμένος εἰς πρῶτο γάμο μέ μιά πολύ καλή κοπέλα. Καί οἱ πολιτικές δυνάμεις τοῦ κόσμου ἦταν τότε στήν Αὐτοκρατορία. Καί δή ὁ Μαξιμιανός τόν ὑποχρεώνει νά χωρίσει τήν πρώτη του γυναίκα ἀπό τήν ὁποία εἶχε ἕνα γιό, τόν Κρίσπο καί νά παντρευτεῖ τήν κόρη του. Γιά νά μπορεῖ νά ὑπάρχει ἰσορροπία στήν Αὐτοκρατορία. Νά μήν ὑπάρχουν μίση. Καί τόν παντρεύει μέ τή Φαύστα. Φαύστα! Νά παίξω μέ τίς λέξεις; Ἄν ξέρετε τόν Φάουστ, τόν δαιμονικό ἥρωα τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας. Τί γίνεται τώρα; Εἶναι λίγες μέρες πού ἔχει ἐκδώσει, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, τό διάταγμα περί τῆς μοιχείας, πού εἶναι πολύ μεγάλο ἔγκλημα καί ἁμάρτημα. Ἀκολούθησαν ἐλάχιστες μέρες καί ἡ Φαύστα βγάζει μιά κατηγορία κατά τοῦ ἀνδρός της. Καί λέει, ὅτι ὁ γιός ὁ πρῶτος ἀπό τήν πρώτη γυναίκα, ὁ Κρίσπος, τῆς ἔκανε σεξουαλική ἐπίθεση.

Θυμηθεῖτε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα εἶχε μέ τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο τρία ἄλλα παιδιά. Καί οἱ τρεῖς μετά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο ἔγιναν αὐτοκράτορες. Κατηγορεῖ ποιόν; Τόν πρωτότοκο, τόν Κρίσπο, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. Γιατί ἄν ζήσει ὁ Κρίσπος, δέν θά μποροῦν τά παιδιά της νά γίνουν αὐτοκράτορες. Καί τί κατηγορεῖ; Τό πιό καίριο σημεῖο. Τόν αὐτοκράτορα, πού μισεῖ τή μοιχεία καί κατηγορεῖ τώρα τό γιό του, γιά μοιχεία! Λένε οἱ ἱστορικοί, ποιό πολιτικό κουράγιο θά εἶχε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος νά πεῖ, συγχωρῶ τό γιό μου γιατί αὐτός τό ᾽κανε. Ὁ λαός; Ὁ νόμος ἦταν σχετικός; [Δηλαδή γιά μερικούς]; Ἡ πρώτη φράση. Ἡ πονηριά τῆς Φαύστας. Λέει, μοῦ ἔκανε τή σεξουαλική ἐπίθεση, τό ἀκούει ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος καί δίνει ἐντολή νά κρατηθεῖ στή φυλακή ὁ γιός του ὁ Κρίσπος. Πρίν νά διαπιστωθοῦν τά γεγονότα, προσέξτε, δίνει τήν ἐντολή. Δέν δίνει ἐντολή, ἐδῶ ἔχει σημασία, ἔχουν γίνει ἱστορικές ἔρευνες, νά δολοφονήσουν τό γιό του. Ἔπρεπε νά τόν συλλάβει. Βλέπετε ἄν ἤμουν, παραδείγματος χάριν, ὁ γιός τοῦ προέδρου τῆς βουλῆς καί ἔκανα ἁμάρτημα, ἔπρεπε νά ὑποστῶ καί ἐγώ τίς συνέπειες τοῦ νόμου. Αὐτό τό σκέφτηκε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος.

Πρίν νά προλάβει νά κάνει ἀναλύσεις, ἄν ἔγινε τό γεγονός ἤ ὄχι, δίνεται μιά ἐντολή, στή φυλακή πού τόν εἶχαν, νά δολοφονηθεῖ. Οἱ τότε ἱστορικοί, ζητοῦν νά βροῦν, ποῦ εἶναι τό ἔνταλμα τῆς δολοφονίας τοῦ Κρίσπου. Ποιός ἔδωσε ἐντολή. Κανείς δέν βρίσκει ποῦ ὑπάρχει ἐντολή. Γιά νά δοθεῖ ἐντολή, ἔπρεπε νά ὑπάρχει τό χρυσόβουλο τοῦ αὐτοκράτορα, τό ὁποῖο τό εἶχε μόνο ὁ Κωνσταντῖνος στό δωμάτιό του καί τό εἶχε ἡ Φαύστα. Οἱ σύγχρονοι ἱστορικοί, χωρίς νά εἶναι μεροληπτικοί, ὁμολογοῦν ὅτι ἡ Φαύστα βιάζεται. Πρίν ἀποκαλυφθεῖ τό σκάνδαλο, πού εἶναι ψέμα ἡ κατηγορία, νά δολοφονήσει τόν Κρίσπο καί ὑπογράφει ψεύτικα μέ τό χρυσόβουλο, μέ τήν ὑπογραφή τοῦ Κωνσταντίνου, καί δολοφονεῖται ὁ Κρίσπος.

Δέν εἶμαι ἀπολογητής τοῦ Κωνσταντίνου, ἀλλά ἡ σύγχρονη ἱστορική ἔρευνα τά ψάχνει ὅλα, βλέπετε, ἔ; Καί πρέπει νά δεῖ καί αὐτή τήν πλευρά. Μετά ἀπό λίγο καιρό, μέσα στόν τρομερό πόνο του, πού δολοφονεῖται [ὁ Κρίσπος] ψάχνει ποιός εἶναι ὁ δολοφόνος. Καί πρέπει, τώρα λέμε πρέπει, δέν ὑπάρχει μαρτυρία, νά ἀνακάλυψε ὅτι εἶναι ἡ Φαύστα ἀπό πίσω καί δίνει ἐντολή νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό κοντά του. Ξαφνικά! Δίνει ἐντολή νά φύγει ἀπό κοντά του. Ἀπομακρύνεται ἀπό κοντά του καί ἱστορικές μαρτυρίες λένε, ὅτι ζεῖ ἄλλα τέσσερα χρόνια. Καί πεθαίνει ἀπό κάποια ἀρρώστια, αὐτό τό κάποια ἀρρώστια [στά] τέσσερα χρόνια, τό εἶπαν οἱ ψεύτικοι ἱστορικοί, ὅτι ἀμέσως μετά τή δολοφονία τοῦ Κρίσπου, πού ἀνακαλύπτει ὁ Κωνσταντῖνος ὅτι ἦταν πλάνη καί ἔφταιγε ἡ Φαύστα, τή στραγγάλισε. Ὑπάρχουν ἱστορικές μαρτυρίες, ὅτι ζεῖ ἄλλα τέσσερα χρόνια καί εἶναι μακριά του καί πεθαίνει γιά κάποιο λόγο.

Αὐτά τά δύο γεγονότα, ἔμειναν τά γεγονότα, πού μέχρι σήμερα κατηγοροῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, γιά δολοφονίες. Ἐπειδή ἀγαπῶ τόν Ἅγιο καί ἐσεῖς τόν ἀγαπᾶτε, δέν θά παίξω ἐγώ, ἕναν ψεύτικο δικηγόρο του. Οὔτε πείθομαι ἀπό τούς ἱστορικούς, ἀλλά εἶναι ἀληθινοί ἱστορικοί, ἔ; Ἀλλά ἡ καρδιά μου λέει, θά μποροῦσε ἕνας αὐτοκράτορας, ὁ ὁποῖος βγάζει τέτοιους νόμους φιλάνθρωπους, καταργεῖ ὁποιαδήποτε δικτατορία, νά σκοτώσει τό ἀγαπημένο του παιδί, πού ἦταν ἀρχηγός τοῦ στόλου καί τόν ἀγαποῦσε πάρα πολύ! ῏Ηταν παιδί χαριτωμένο καί χαρισματοῦχο, πράγμα πού δέν ἦταν οἱ ἑπόμενοι τρεῖς, οἱ ὁποῖοι βασίλευσαν καί ἔφεραν ἀρκετή καταστροφή στό Βυζάντιο, τότε Αὐτοκρατορία Ρωμαϊκή, γιατί συνεργάστηκαν μέ τίς αἱρέσεις. Δέν φταῖνε ἐπειδή ἦταν γιοί τῆς Φαύστας· ἀλλά αὐτοί ἦταν οἱ ἑπόμενοι.

Μερικά στοιχεῖα ἀκόμη, πού ἀξίζει νά σᾶς τά καταθέσω, βλέπετε μερικοί νόμοι πού ἔδειχναν τήν ἀπέραντη φιλανθρωπία του. Γιά τή δίκη. Ἔβγαλε νόμους καθαρῆς δικονομίας, πόσοι εἶναι οἱ μάρτυρες, τί πρέπει νά ποῦνε, πῶς ἐλέγχονται οἱ μάρτυρες, ἄν λένε ἀλήθεια, ἄν λένε ψέματα, ποιός τό ἐλέγχει; Καί αὐτό, ἐνῶ βγάζει τέτοιο νόμο, ὁλόκληρο παιχνίδι ψέματος παίζεται στήν πλάτη του. Χτυπάει τήν κρατική διαφθορά, ἡ γυναίκα του εἶναι διεφθαρμένη, βγάζει νόμους γιά τήν κρατική διαφθορά, σήμερα αὐτό θά λέγανε, ἔτσι;

Ἔχει μιά βαθύτατη κοινωνική νομοθεσία, μιά βαθιά προστασία γιά τίς χῆρες, γιά τά ἀνήλικα τέκνα, γιά τά ὀρφανά, πράγμα πού δέν ὑπάρχει σήμερα στόν καιρό τοῦ μνημονίου! Εἶναι πολύ προχωρημένη ἡ νομοθεσία του γιά κείνη τήν ἐποχή. Θέλει φορολογική δικαιοσύνη. Νιώθει ὅτι τό κράτος ἀδικεῖ τόν πολίτη του. Τοῦ παίρνει τό κεφάλι! Καί ἀλλάζει τό μοντέλο ὅλης τῆς δικαιοσύνης, σήμερα δέν φωνάζουμε [γιά παράδειγμα], [μιά γιά] τό ἕνα [καί μιά γιά] τό ἄλλο; Ἀλλάζουν τά πάντα! Καί βάζει τούς κρατικούς παράγοντες, πού ἔπαιρναν ἄδικους φόρους, νά ἐπιστρέψουν τό τί πῆραν ἄδικα ἀπό τό λαό τά τελευταῖα χρόνια! Ἀναδρομικά, παρακαλῶ! Αὐτό ποιός τό ξέρει; Ἀναδρομικά! Καί ζητεῖ νά γίνει ἔφεση, σέ κάθε κυβερνήτη τῶν θεμάτων, τῶν περιοχῶν τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐλέγχει τίς ἐφέσεις καί ὅπου ἦταν ἀδικία, βάζει τό κράτος νά γυρίσει πίσω ὅλα τά ἄδικα εἰσπραχθέντα χρήματα. Αὐτό δέν σᾶς λέει τίποτε; Εἶναι πράγμα πού δέν γίνεται σήμερα! Καί μέσα σέ ὅλα αὐτά, φυσικά, δέν χτύπησε καμία ξένη θρησκεία. Σεβάστηκε τούς πάντες. Μόνοι τους κατέρρευσαν!



Πολλά μπορεῖ νά ποῦμε γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, καί ὅλο αὐτό τό κοινωνικό του ἔργο. Μήν ψάχνετε στό πρόσωπό του νά βρεῖτε τόν ἄνθρωπο πού δέν ἦταν ποτέ ἁμαρτωλός, σίγουρα ἔκανε [ἁμαρτίες]. Ἀλλά ὄχι αὐτό πού τόν κατηγόρησαν. Ὄχι αὐτά πού ὁδήγησαν στήν τραγωδία ἕναν ὁλόκληρο κόσμο, ἔ; Τή Δύση μέ τήν Ἀνατολή. Ὅταν αὐτά τά κατάλαβα, βρῆκα τόν ἑαυτό μου. Ξαναβρῆκα τό θρύλο! Τό θρύλο πού εἶχα ζήσει στήν Πόλη. Πού κάθε μέρα μᾶς λέγανε, «ὄχι, ὁ ἥλιος λάμπει ἐπειδή αὐτή τήν Πόλη τή διάλεξε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, γι᾽ αὐτό λάμπει». Καί προσέξτε, αὐτή ἡ Πόλη γράφεται μέ μεγάλο «Π», ἔ; Οἱ ἄλλες μέ μικρό «π». Αὐτή εἶναι ἡ Πόλη, ἡ μία Πόλη τοῦ κόσμου, δέν ὑπάρχει ἄλλη Πόλη. Μήν τολμήσετε νά ζήσετε σέ ἄλλη Πόλη, αὐτή εἶναι «Ἡ» Πόλη.

Ὅταν ἐρχόμουν στήν Ἀθήνα διωγμένος, ντρεπόμουν, γιατί θά ζοῦσα σέ ἄλλη πόλη. Ἀλλά ὅλα εἶναι ὡραῖα, βλέπετε, ἔ; Ἐδῶ ξανά ἀνακάλυψα τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο! Ὅλα εἶναι τόσο μεγάλα στό πρόσωπό του! Γίνονται τόσο συγκλονιστικά! Καί τόσο ἀνεπανάληπτα, πού θά ἔπρεπε νά μιλῶ ὧρες γι᾽ αὐτόν. Καί ἐπειδή, ἡ καρδιά ἑνός ἀνθρώπου ἀγαπάει τόν Ἅγιο, μέσα ἀπό τέτοιες, προσωπικές ἐμπειρίες ξαναβρίσκει τό θρύλο. Ἕνας θρύλος πού ἔγινε ἀδικία καί ξαναέγινε θρύλος, μέσα ἀπό τίς μαρτυρίες τῶν γηραλέων γυναικῶν τῆς Γλυφάδας. Αυτό μέ φορτίζει πάντοτε, κάθε στιγμή πού μιλάω γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο.

Πόση μου χαρά πού σήμερα, εἶχα τήν εὐκαιρία καί τήν τιμή καί τήν εὐλογία, τῶν πατέρων ἀλλά καί τοῦ Ἁγίου, νά δώσω ἐλάχιστο φόρο καταθέσεως, τῆς καρδιᾶς μου τῆς Πολίτικης γιά τόν Ἅγιο. Μικρό πράγμα εἶναι, ἀλλά πόσο χάρηκα, πού σήμερα μίλησα ἐγώ, ποιός ὁ μικρός γι᾽ αὐτόν, γιά τόν μεγάλο, ἀλλά εὐχαριστῶ τόν Θεό καί ἐκεῖνον, πού μοῦ ἐπέτρεψαν νά μιλήσω. Κρατῆστε ζωντανή μέσα σας τήν πίστη μας στήν Ἐκκλησία. Καί προσέξτε, πολλά ἀπό αὐτά πού λένε γιά τήν Ἐκκλησία, μερικές φορές, μπορεῖ νά εἶναι καί τέτοια, ἔ; Μπορεῖ νά εἶναι καί τέτοια, ἔτσι; Σᾶς ἔδωσα καί ἕνα τέτοιο δεῖγμα, ὅταν ἀκοῦτε, πῶς νά τά ἐλέγχετε καί πῶς συμβαίνουν τά γεγονότα.

Τελειώνοντας, θέλω νά πῶ τό ἑξῆς, μετά ἀπό ὅταν ἔγινε Χριστιανός, ὅτι τόν κατηγόρησαν, ὅτι τόν βάπτισε ἕνας αἱρετικός, ὁ Εὐσέβιος, [ὅτι] δέν ἦταν κανονικός Χριστιανός· εἶναι ψέμα! Ὁ Εὐσέβιος γιά μιά περίοδο, ἐτάχθη μέ τόν Ἄρειο, γιά λίγο, ἀλλα μετέχει στήν Α᾽ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ὑπογράφει πλήρως τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἁπλῶς εἶχε μιά ἀμφιβολία, ἄν πρέπει νά ἀνακηρυχθεῖ μεγάλος αἱρεσιάρχης ὁ Ἄρειος. Ὑπογράφει [ὅμως] τό Σύμβολο τῆς Πίστεως! Δέν τόν βάπτισε αἱρετικός! [Βλέπετε ἀκόμα καί τό βάπτισμά του] θέλουν [κάποιοι] νά ἀναιρέσουν. Ἦταν ὁ Ἅγιος πού μετά ἀπό τή μέρα τῆς βαπτίσεώς του, φοροῦσε πάντα, ἀντί γιά τόν χιτώνα τόν πορφυροῦ, τή στολή τή βαπτιστική του, τό βαπτιστικό χιτώνα. Ἔτσι ἔζησε τίς ἑπόμενες λίγες μέρες τῆς ζωῆς του καί ἐκοιμήθη φορώντας αὐτό τό βαπτιστικό χιτώνα. «Χιτῶνά μοι παράσχου φωτεινόν», ἔ;

Ποιός μπορεῖ νά ὁμολογήσει κάτι γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἔ; Ποιός μπορεῖ νά μήν εἶναι γεμάτος ἀπ᾽ αὐτόν καί [γεμάτος] εὐχαριστίες, γιατί μᾶς ἔκανε νά ζήσουμε;! Ἐγώ τί ἔλεγα; Ἄχ, τί ὡραῖα πού ζοῦμε στήν Πόλη πού μᾶς τή γέννησε, μᾶς τή δημιούργησε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος; Δέν πρέπει νά ποῦμε, πόσο μεγάλο εἶναι νά ζοῦμε στό χῶρο τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού τή θεμελίωσε, τήν ἔστησε, τήν ἔκανε Πόλη καί τήν ἔκανε δόγμα;

Εὐχαριστῶ πού μέ ἀκούσατε. Εὐχαριστῶ ὅλους σας πού ἤρθατε ἐδῶ καί κατ᾽ ἐξοχήν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο! Νά εἶστε καλά!



Ο θάνατος του Μεγάλου Αγίου Κωνσταντίνου

 


Ο θάνατος του Μεγάλου Αγίου Κωνσταντίνου 
Κωνσταντίνου Καραστάθη 
Η βάπτιση έδωσε πολύ μεγάλη χαρά στο νεοφώτιστο Κων/νο. Υψώνοντας τη φωνή του απηύθυνε ευχαριστήρια στο Θεό: «Τώρα, δηλαδή, σύμφωνα με το λόγο της αλήθειας, είπε, ξέρω ότι είμαι μακάριος. Τώρα έχω γίνει άξιος της αθανάτου ζωής. Τώρα έχω πιστέψει πως έλαβα το θείον φως. «Νυν αληθή λόγω μακάριον οίδ’ εμαυτόν, νυν της αθανάτου ζωής πεφάνθαι άξιον, νυν του θείου μετειληφέναι φωτός πεπίστευκα.» 
Τα λόγια αυτά, λόγια ήρεμης συνείδησης, αλλά και βεβαιότητας για τα επερχόμενα μετά το θάνατο ενός αγωνιστή της πίστεως, θυμίζουν τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Εγώ γαρ ήδη σπένδομαι, και ο καιρός της εμής αναλύσεως εφέστηκε. Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστην τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος» (Τιμόθ. β’. δ’. 6-8). 
Ο Κων/νος ένιωθε ότι από το μυστήριο αναγεννήθηκε τελειωμένος και αξιωμένος με τη θεία σφραγίδα, και αισθανόταν ψυχική αγαλλίαση και φωτισμό με το θείο φως. Μετά τη βάπτισή του φόρεσε το λευκό χιτώνα του βαπτίσματος, αρνήθηκε να ξαναφορέσει την αυτοκρατορική πορφύρα του και υποσχέθηκε να ζήσει στο εξής αντάξια προς έναν απόστολο του Χριστού, βιώνοντας έτσι την ταπεινοφροσύνη μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του. 
Ήταν τόση η χαρά, που πλημμύριζε εκείνες τις ώρες την ψυχή του, ώστε εξέφρασε τον οίκτο του για όσους ήταν ξένοι σε τέτοιες ευλογίες. Και σαν είδε τους στρατηγούς του συγκινημένους να κλαίνε εν όψει του πένθους τους, να προσεύχονται για την παράταση της ζωής του, τους διαβεβαίωσε ότι θα ανησυχούσε μάλλον από την αναβολή, παρά από την επίσπευση της αναχώρησής του στο Θεό. 
Στο νεκροκρέββατό του προχώρησε στην τελική ρύθμιση κάποιων υποθέσεών του. Κληροδότησε μια ετήσια δωρεά στους κατοίκους της Ρώμης και διένειμε την αυτοκρατορία, μεταξύ των τριών αγοριών του, όπως θα ιδούμε παρακάτω. Επίσης εξέφρασε την επιθυμία ν’ αποκαταστήσει στο θρόνο του το Μέγα Αθανάσιο και την επιθυμία του αυτή πραγματοποίησε, όπως παραπάνω είδαμε, ο μεγάλος του γυιός Κωνσταντίνος Β’, καίσαρας των δυτικών επαρχιών. 
Ο Μέγας Κων/νος πέθανε ήρεμα και ειρηνικά. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του Σέξτου Αυρήλιου Βίκτωρος την τελευταία του πνοή άφησε στο προάστειο Αγκυρώνα της Νικομήδειας. Κατά τον Ευτρόπιο πέθανε σε μια βίλλα της εν λόγω περιοχής. 
«Ο θάνατος του Κων/νου προβλέφτηκε από ένα αστέρι με ουρά, εξαιρετικού μεγέθους, που έλαμψε για πολύ και που οι Έλληνες αποκαλούν κομήτη», γράφει ο δωδεκαθεϊστής ιστορικός Ευτρόπιος, και καταλήγει με μια βαδύγδουπη πληροφορία: «Εγγράφηκε επάξια μεταξύ των θεών του Ολύμπου»! Πράγματι, η πιστή στο Δωδεκάθεο, πλην αποδυναμωμένη και ξεδοντιασμένη σύγκλητος της Ρώμης, πέραν των τελετουργικών καθηκόντων της, είχε εκείνη την εποχή και αυτήν ακόμα τη «δυνατότητα», και την αξιοποίησε ταχύτατα: Ενέγραψε το Μέγα Κων/νο μεταξύ των θεών!.. 
Ο Μέγας Κων/νος έφυγε νιώθοντας ευτυχισμένος από την αγάπη του λαού. Πόση αντίθεση προς τους άλλους αυτοκράτορες, ιδίως εκείνους, που κήρυξαν διωγμούς εναντίον των χριστιανών και που είχαν ένα πικρό τέλος, όπως ο ίδιος είχε διαπιστώσει και καταγράψει στους λόγους του!… Μετέστη προς την αιωνιότητα στις 21 Μαΐου 337 μ. Χ., ανήμερα της Πεντηκοστής, μεσημέρι, σε ηλικία 63 ετών, αφού βασίλευσε τριάντα ένα χρόνια. 
Ο Ευσέβιος περιγράφει τις σπαρακτικές σκηνές που ακολούθησαν: «Αμέσως τότε οι δορυφόροι και οι σωματοφύλακες έσχισαν τα ενδύματά τους πέφτοντας στο έδαφος, χτυπούσαν τα κεφάλια τους και, βγάζοντας θρήνους, οιμωγές και κραυγές, ανακαλούσαν το δεσπότη, τον κύριο, τον βασιλέα, όχι ως δεσπότη, άλλ’ όπως τα παιδιά φωνάζουν τον πατέρα τους. οι μεν ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν το σωτήρα, το φύλακα, τον ευεργέτη, οι δε λοιποί στρατιωτικοί εξέφραζαν τον πόνο τους με την πρέπουσα τάξη, όπως τα κοπάδια τον αγαθό ποιμένα τους. Ο λαός επίσης περιέτρεχε όλη την πόλη εκδηλώνοντας με κραυγές και βοές τον ενδόμυχο άλγος της ψυχής, άλλοι δε με την κατήφειά τους έμοιαζαν με σαστισμένους. Και καθένας θεωρούσε το πένθος ως δικό του και θρηνούσε για λόγου του, ωσάν να αφαιρέθηκε από τη ζωή του το κοινό αγαθό όλων». 
Κανένα από τα παιδιά του δε βρισκότανε κοντά του εκείνες τις ώρες, γιατί, όντας καίσαρες και οι τρεις τους, βρίσκονταν στις έδρες τους. Έφτασε όμως ο Κωνστάντιος λίγες μέρες αργότερα και συνόδευσε τον πατέρα του στην τελευταία του κατοικία. 
Το ιερό σκήνωμά του τοποθετήθηκε σε χρυσή λάρνακα και, κατ’ επιθυμία του, μεταφέρθηκε στην Κων/πολη και ενταφιάστηκε με μεγάλες τιμές και υπό το γενικό θρήνο λαού και στρατού στο Ναό των αγίων Αποστόλων, στον οποίο είχε σχεδιάσει να ενταφιάσει τα λείψανα των δώδεκα αποστόλων. 
Κατ’ άλλες μαρτυρίες ενταφιάστηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Ακακίου, επειδή η ανέγερση του ναού των αγίων Δώδεκα αποστόλων δεν είχε αποπερατωθεί, και αργότερα, όταν ο ναός τελειοποιήθηκε, ο γυιός του Μεγάλου Κων/νου καίσαρας Κωνστάντιος Β’ μετέφερε τα λείψανά του εκεί. Στο ναό αυτόν τελικά συγκεντρώθηκαν τα λείψανα μονάχα του αποστόλου Ανδρέα από την Πάτρα, του Ευαγγελιστή Λουκά από την Θήβα και του αγίου Τιμοθέου από την Έφεσο. Τα αναφερόμενα από τον Ευσέβιο για έξι λάρνακες από την μια πλευρά του ναού, άλλες έξι από την άλλη και στη μέση εκείνου του Μ. Κων/νου ήταν σχέδια μάλλον που τελικά δεν εφαρμόστηκαν. 
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει σχετικά τα εξής στο «Συναξαριστή» του: «Ο θείος Χρυσόστομος λέγει ότι ο Μέγας Κων/νος ενταφιάσθηκε εις τον νάρθηκα του ναού των αγίων Αποστόλων, τον οποίον έκτισεν ο ίδιος ο Κων/νος και βασιλεύς, ήτον τρόπον τινά θυρωρός και πορτιέρης των αλιέων, ούτω γαρ φασί». 
Μέγας Κωνσταντίνος : Κατηγορίες και αλήθεια, του Κωνσταντίνου Καραστάθη. Αθήναι, Απρίλιος του 2012 Εκδόσεις «ΑΘΩΣ».

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

Οι θεόστεπτοι Βασιλείς και Ισαπόστολοι

πηγή:εδώ 

Ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ο οποίος με τη χάρη του Θεού έγινε «Απόστολος του Κυρίου μεταξύ των βασιλέων» [1], ήταν γιος του λαμπρού στρατηγού Κωνστάντιου του Χλωρού και της αγίας Ελένης. Γεννήθηκε στη Ναϊσσό (Νίσα), περί του 286, και μεγάλωσε στα πεδία των μαχών, μαθαίνοντας από τον πατέρα του, όχι μόνο την τέχνη του πολέμου, αλλά και τη σοφή διακυβέρνηση των υπηκόων του, όπως και την επιείκεια έναντι των χριστιανών. 
Μετά την αναγόρευσή του (286), ο Διοκλητιανός, αναγκασμένος να διοικήσει μια υπερβολικά μεγάλη αυτοκρατορία, που απειλείτο πανταχόθεν από τους βαρβάρους και κλυδωνιζόταν από συνεχείς συνωμοσίες, εμπιστεύθηκε στον φίλο του Μαξιμιανό τη διακυβέρνηση της Δύσεως και, λίγα χρόνια μετά (293), τοποθέτησε δύο καίσαρες, ως συμβοηθούς των δύο αυγούστων: τον Μαξιμιανό Γαλέριο στην Ανατολή και τον Κωνστάντιο Χλωρό στη Δύση, με δικαιοδοσία επί της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλατίας και της Ισπανίας. Για να εξασφαλίσει την αφοσίωση εκείνου, τον υποχρέωσε να αποπέμψει την αγία Ελένη και να νυμφευθεί τη θυγατέρα του Μαξιμιανού, κράτησε δε τον νεαρό Κωνσταντίνο ως όμηρο στη Νικομήδεια, την πρωτεύουσά του. Έτσι ο Κωνσταντίνος πέρασε τη νεότητά του μέσα σε ειδωλολατρικά ήθη, στην αυλή του Διοκλητιανού και κατόπιν του Γαλέριου, όπου διακρίθηκε για τη μεγαλοπρέπεια στο παρουσιαστικό και στους τρόπους και την ανδρεία του στις μάχες, πρωτίστως όμως για την ηθική ευθύτητα και την καλοσύνη που κέρδιζαν τη συμπάθεια όλων όσοι τον πλησίαζαν. Διέλαμπε με τις αληθινές βασιλικές αρετές της αγνότητας και της επιείκειας που τον ανύψωναν υπεράνω των δολοπλοκιών και των χαμερπών συνηθειών που ενδημούν στους αυλικούς κύκλους. Τα προτερήματα αυτά, ωστόσο, γεννούσαν τον φθόνο, ιδιαιτέρως από τη μεριά του Γαλέριου, ο οποίος τον έστελνε διαρκώς σε επικίνδυνες εκστρατείες, από τις οποίες ο Κωνσταντίνος έβγαινε πάντα νικηφόρος και αποκομίζοντας στο τέλος περισσότερη δόξα. 
Μετά την παραίτηση του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού, οι δύο καίσαρες, Γαλέριος και Κωνστάντιος Χλωρός, ανήλθαν στο αξίωμα του αυγούστου. Ειδοποιημένος για τις ραδιουργίες που εξυφαίνονταν κατά του γιου του, ο Κωνστάντιος, που ήταν άρρωστος και γερνούσε, ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να πάει να τον επισκεφθεί. Μόλις κατάφερε να διαφύγει από τους άνδρες που στάλθηκαν να τον σταματήσουν, ο Κωνσταντίνος έσπευσε στη Βουλώνη, όπου είχε τη μεγάλη χαρά να ξαναδεί τον πατέρα του, ο οποίος ετοιμαζόταν να περάσει στη Μεγάλη Βρετανία εκστρατεύοντας κατά των Πικτών. Ο Κωνστάντιος τού εμπιστεύθηκε τη διαδοχή στην αυτοκρατορία της Δύσεως και τον συμβούλευσε να βοηθήσει και να υπερασπιστεί τους χριστιανούς που διώκονταν απηνώς από τα διατάγματα του Διοκλητιανού. Μετά τον θάνατό του στο Εβόρακο (Γιορκ), ο Κωνσταντίνος αναγορεύθηκε αυτοκράτορας από τον στρατό (25 Ιουλίου 306). Εν τω μεταξύ, όμως, ο Γαλέριος, που θεωρούσε τον εαυτό του πρώτο αυτοκράτορα, είχε ορίσει δύο καίσαρες: τον Μαξιμίνο Δάια στην Ανατολή και τον Σεβήρο στη Δύση, με πρωτεύουσα τη Ρώμη. 
Όταν πέθανε ο Κωνστάντιος Χλωρός, αναβίβασε στο αξίωμα του αυγούστου τον Σεβήρο, ο τελευταίος όμως ανατράπηκε μετά από εξέγερση του λαού, υποκινημένη από την πραιτωριανή φρουρά, και αντικαταστάθηκε από τον Μαξέντιο, τον γιο του Μαξιμιανού, ο οποίος σύντομα επέβαλε στη Ρώμη μια αιματηρή και διεφθαρμένη τυραννία. Ο Μαξέντιος έκλεισε συμφωνία με τον Κωνσταντίνο, στον οποίο άφηνε την εξουσία επί των δυτικότερων περιοχών, με πρωτεύουσα την Αρελάτη (Αρλ). Ο Κωνσταντίνος σεβόμενους τους όρους αυτούς, κυβέρνησε το τμήμα που του αναλογούσε με δικαιοσύνη και καλοσύνη. Ήταν αγαπητός στον λαό και φόβητρο για τους Γερμανούς, όπως και για τις άλλες βαρβαρικές φυλές. Η κατάσταση αυτή, όμως, δεν κράτησε πολύ, διότι ο Μαξέντιος ήλθε σύντομα σε προστριβή με τον πατέρα του, με τον οποίο μοιραζόταν την εξουσία. Ο Μαξιμιανός κατέφυγε στο βασίλειο του Κωνσταντίνου, αλλά σύντομα επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία χάρη στη συνενοχή της θυγατέρας του Φαύστας, δεύτερης συζύγου του Κωνσταντίνου, μιας πανούργας και δολοπλόκου γυναικός που στάθηκε στη συνέχεια η αιτία για πολλές από τις συμφορές του ευσεβούς αυτοκράτορα. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε και ο Μαξιμιανός αναγκάσθηκε να βάλει τέλος στη ζωή του (310). 
Ο Γαλέριος, μαθαίνοντας τα γεγονότα που βασάνιζαν την αυτοκρατορία της Δύσεως και επιθυμώντας να συγκεντρώσει στα χέρια του όλες τις εξουσίες, όρισε τον Λικίνιο καίσαρα στη Δύση και βάδισε προς τη Ρώμη με ισχυρό στρατό. Ηττηθείς από τον Μαξέντιο, υποχώρησε ατάκτως και στράφηκε κατά του Κωνσταντίνου. Υπέστη τότε ολοκληρωτική ήττα και πέθανε με άθλιο τρόπο, αφού εξέδωσε διάταγμα που μετρίαζε τον γενικό διωγμό που μαινόταν στην Ανατολή (311). Ο Μαξιμίνος Δάιας, φανατικός ειδωλολάτρης και απηνής διώκτης των χριστιανών, έλαβε τότε τον τίτλο του αυγούστου της ανατολικής αυτοκρατορίας και ο Μαξέντιος, μένοντας μόνος στη Ρώμη, ανέλαβε εκστρατεία κατά του Κωνσταντίνου, με σκοπό να σφετερισθεί σύνολη την αυτοκρατορία της Δύσεως. Οι κάτοικοι της Ρώμης, που υπέφεραν κάτω από την τυραννία του Μαξέντιου, κάλεσαν σε άμεση βοήθεια τον Κωνσταντίνο, ο οποίος συγκέντρωσε τον στρατό, πέρασε τις Άλπεις (Σεπτέμβριος 312) και, καταλαμβάνοντας εύκολα τις πόλεις της βόρειας Ιταλίας, έφθασε μέχρι τα περίχωρα της Ρώμης, όπου ο Μαξέντιος είχε συγκεντρώσει τις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις του. 
Ανεβασμένος σε ένα ύψωμα, ο Κωνσταντίνος κοίταζε αμήχανος και σκεπτικός την εξόφθαλμη υπεροχή των αντιπάλων του, όταν αίφνης, κατά το καταμεσήμερο, εμφανίσθηκε στον ουρανό ένας πελώριος Σταυρός, συνιστάμενος από άστρα, γύρω από τον οποίο ήταν γραμμένο στα Ελληνικά: «Ἐν τούτῳ νίκα». Τη νύχτα, εμφανίσθηκε ο Ίδιος ο Χριστός στον αυτοκράτορα και του έδωσε εντολή να φτιάξει έναν Σταυρό παρόμοιο με εκείνον που του είχε αποκαλυφθεί στο όραμά του και να τον τοποθετήσει ως λάβαρο επικεφαλής του στρατού του. Το σημείο της νίκης έλαμψε τότε ξανά στον ουρανό και ο Κωνσταντίνος πίστεψε ολόψυχα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός· ο πανάγαθος και φιλάνθρωπος Δημιουργός του ουρανού και της γης, που δίνει τη νίκη στους βασιλείς και οδηγεί κάθε πράγμα στο τέλος του που Αυτός έχει προβλέψει προ καταβολής κόσμου. 
Μόλις ξημέρωσε, διέταξε να κατασκευάσουν το λάβαρο και έδωσε εντολή να τοποθετηθεί στην κεφαλή των στρατευμάτων του, στη θέση των αυτοκρατορικών αετών, ως «σημείο νίκης επί του θανάτου και τρόπαιον αθανασίας». Συνίστατο σε ένα μακρύ, επίχρυσο δόρυ με σταυροειδή απόληξη, το οποίο επέστεφε στέφανος από χρυσό και πολύτιμους λίθους, στο κέντρο του οποίου διακρινόταν το σύμβολο του Σωτήρος (μονόγραμμα αποτελούμενο από τα δύο πρώτα γράμματα του Χριστού: «ΧΡ»). Από την οριζόντια κεραία του σταυρού ήταν κρεμασμένο βασιλικό ύφασμα στολισμένο με πολύτιμους λίθους που άστραφταν με φωτεινές ανταύγειες, σαν τις ακτίνες του ήλιου. Στην κρίσιμη μάχη της Μιλβίας γέφυρας, στις 28 Οκτωβρίου 312, ο Σταυρός ήταν εκείνος που έδωσε τη νίκη. Ο Μαξέντιος τράπηκε σε φυγή· και προσπαθώντας να περάσει από την πλωτή γέφυρα που είχε κατασκευάσει, η γέφυρα κατάρρευσε με πάταγο και ο τύραννος καταποντίστηκε μαζί με όλους τους αξιωματικούς του στα νερά, όπως άλλοτε ο Φαραώ και τα άρματά του στην Ερυθρά θάλασσα (Έξ. 15). 
Απευθύνοντας ευχαριστία στον Θεό για τη νίκη αυτή που εγκαινίαζε μια νέα εποχή στην ανθρώπινη ιστορία, ο Κωνσταντίνος έκανε θριαμβευτική είσοδο στη Ρώμη που τον χαιρέτησε ως ελευθερωτή, σωτήρα και ευεργέτη. Σύντομα έλαβε μέριμνα να αναρτηθεί το σημείο του Σταυρού σε όλα τα μείζονα μνημεία της πόλης, ανεγέρθη δε ένα άγαλμα του αυτοκράτορα που κρατούσε στο χέρι του τον Σταυρό, ως σημείο νίκης και έμβλημα εξουσίας που έλαβε από τον Χριστό. Από τη στιγμή εκείνη ο Κωνσταντίνος άρχισε να καταρτίζεται στο χριστιανικό δόγμα και επιδόθηκε με επιμέλεια στην ανάγνωση των ιερών βιβλίων [2]. Έλαβε μέριμνα να επιστραφούν τα δημευμένα αγαθά, ανακάλεσε τους εξόριστους, ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους και φρόντισε να αναζητηθούν τα ιερά λείψανα των μαρτύρων που ήσαν θύματα του μεγάλου και ανελέητου διωγμού. Με τη νίκη αυτή επί του Μαξέντιου, η χριστιανική θρησκεία ή μάλλον η θεόσδοτη αποκάλυψη, επί μακρόν προπηλακισμένη και διωγμένη, μπόρεσε να βγει από τη σκιά και να απολαύσει την εύνοια και την προστασία του αγαθού ηγεμόνα.  
Παραμένοντας διακριτή εν σχέσει με την πολιτική εξουσία, η Εκκλησία, ήταν έκτοτε σε θέση να εμπνέει δυναμικά τους κυβερνώντες και να μετασχηματίζει σε βάθος τη ζωή των ανθρώπων και των κρατών, εμφυσώντας στις ανθρώπινες καρδιές τις ευαγγελικές αρετές. Λίγους μήνες αργότερα (313), ο άγιος Κωνσταντίνος συνάντησε τον Λικίνιο στα Μεδιόλανα (σημ. Μιλάνο), και οι δύο αυτοκράτορες που εφεξής θα μοιράζονταν τον κόσμο, υπέγραψαν διάταγμα που έθεσε τέλος στον διωγμό και επέτρεπε στους χριστιανούς να ασκούν ελεύθερα τη θρησκεία τους σε όλη την αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος αναγορεύθηκε τότε πρώτος αύγουστος και έγιναν οι γάμοι της αδελφής του Κωνσταντίας με τον Λικίνιο. 
Φωτισμένος από τη χάρη του Θεού, ο άγιος αυτοκράτορας δεν παραχώρησε μόνο γενική ελευθερία, αλλά ενεθάρρυνε επίσης την ανάπτυξη της χριστιανικής λατρείας. Επιδότησε την ανέγερση ναών και τον αντάξιο στολισμό των τάφων των μαρτύρων, επέστρεψε τα δημευθέντα από το κράτος αγαθά των ομολογητών και μαρτύρων και τα παραχώρησε στην Εκκλησία, εφόσον οι μεταστάντες δεν είχαν αφήσει κληρονόμους. Τιμούσε τους επισκόπους, τους οποίους δεχόταν στο τραπέζι του και παρευρισκόταν στις τοπικές συνόδους φροντίζοντας να επικρατεί ειρήνη και ομόνοια. 
Ενώ στη Δύση έλαμπε έτσι το φως της αλήθειας, στην Ανατολή εξακολουθούσε να επικρατεί το σκότος της ειδωλολατρίας και της τυραννίας από τον Μαξιμίνο Δάια, ο οποίος κήρυξε τον πόλεμο στον Λικίνιο. Αυτός τον νίκησε στη Θράκη (313) και, μένοντας κύριος της αυτοκρατορίας της Ανατολής, ενέτεινε τον διωγμό. Επέβαλε περιορισμούς στους επισκόπους [3], έκλεισε ναούς, εξόρισε χριστιανούς και δήμευσε τις περιουσίες τους, ενώ τιμωρούσε σκληρά όσους βοηθούσαν τους φυλακισμένους. Ανάγκασε τους αξιωματούχους να προσφέρουν θυσίες, και σε όλους τους τομείς της διοικήσεως επί των ημερών του βασίλευσε η αδικία, η πονηρία και η βία. Μαθαίνοντας τα τυραννικά αυτά μέτρα που επιβλήθηκαν στην Ανατολή εναντίον των χριστιανών, ο άγιος Κωνσταντίνος συγκέντρωσε ισχυρό στρατό, υπό την αιγίδα του σημείου του νικηφόρου Σταυρού, και κατά την εκστρατεία του εναντίον των βαρβάρων της Παννονίας εισέδυσε στην επικράτεια του Λικίνιου (322). Μετά από μια πρώτη ήττα στην Ανδριανούπολη, ο τύραννος αναδιπλώθηκε στο Βυζάντιο και εν συνεχεία ηττήθηκε οριστικά στη μάχη της Χρυσούπολης (18 Σεπτεμβρίου 324). Ο Κωνσταντίνος θριαμβεύοντας στο όνομα του Χριστού και της Αληθείας, ανέλαβε έκτοτε να προσφέρει την επανενωθείσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως δώρο προς τον Βασιλέα των βασιλέων και ως νέος Απόστολος εργάστηκε για να διαδοθεί μέχρι τις εσχατιές της Ανατολής και της Δύσεως, από τη Μεσοποταμία έως τη Μεγάλη Βρετανία, η Πίστη στον ένα και μόνο Θεό και στον Υιό Του που έλαβε σάρκα για τη δική μας Σωτηρία. 
Χρησιμοποιώντας επιείκεια απέναντι στους αιχμαλώτους του αντίπαλου στρατού, φρόντισε ώστε να εφαρμοστούν και στην Ανατολή τα ίδια μέτρα υπέρ της Εκκλησίας που είχε θεσπίσει προηγουμένως στη Δύση. Με διάταγμα που απευθύνθηκε σε όλη την Αυτοκρατορία, ανήγγειλε ότι ο Θεός και μόνο θα πρέπει να θεωρείται η αιτία για τις νίκες του και ότι είχε επιλεγεί από τη θεία Πρόνοια για να τεθεί στην υπηρεσία του καλού και της αλήθειας. Τοποθέτησε νέους άρχοντες στην επαρχία, στους οποίους απαγόρευσε να προσφέρουν ειδωλολατρικές θυσίες και έστειλε σε όλες τις περιοχές της επικρατείας του επιστολές που καταδίκαζαν την ειδωλολατρία και ενεθάρρυναν τη μεταστροφή. Παρότρυνε όλους τους υπηκόους του να ακολουθήσουν το δικό του παράδειγμα, χωρίς, ωστόσο, να εξαναγκάζει κανέναν. Έτσι, η Αυτοκρατορία, διοικούμενη από έναν και μόνον αυτοκράτορα, παρουσίαζε μία προεικόνιση της Βασιλείας του Θεού, παρούσα ήδη στη γη, όπου όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν συμφιλιωμένοι να απολαύσουν τα αγαθά της ειρήνης και να αναπέμπουν ακατάπαυστα στον Θεό ευχαριστηρίους ύμνους. 
Στη νέα αυτή χριστιανική Αυτοκρατορία, η οποία επρόκειτο να ζήσει μία χιλιετία, άρμοζε να δοθεί μία καινούργια πρωτεύουσα, με καλύτερη γεωγραφική θέση και απαλλαγμένη από τις μνήμες της ειδωλολατρίας και της τυραννίας. Εμπνευσμένος από θεόσταλτο σημείο, ο Κωνσταντίνος επέλεξε την πολίχνη του Βυζαντίου, της οποίας η τοποθεσία αποτελούσε γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Οδηγημένος από άγγελο, χάραξε ο ίδιος τα όρια της νέας πόλης και έδωσε εντολή στον επικεφαλής των έργων Ευφρατά να μην υπολογίσει τα έξοδα, προκειμένου η πόλη να διαθέτει μνημεία και δημόσιους δρόμους που να ξεπερνούν σε μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα όλες τις άλλες πόλεις του κόσμου. Κατά τη θεμελίωση της πόλης, στις 8 Νοεμβρίου του 324, το Βυζάντιο έλαβε την ονομασία «Νέα Ρώμη» και αφιερώθηκε κατόπιν στην Θεοτόκο. Στο κέντρο του παλατιού υψώθηκε πελώριος Σταυρός στολισμένος με πολύτιμους λίθους και στον φόρο (αγορά) τοποθετήθηκε στην κορυφή μιας στήλης από πορφυρίτη το άγαλμα του Κωνσταντίνου, μέσα στο οποίο κατατέθηκαν ιερά λείψανα, στη δε βάση της στήλης τοποθετήθηκαν τα κοφίνια που είχαν χρησιμεύσει στο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων [4]. Οι εργασίες προχώρησαν πολύ γρήγορα· και κατά την 25η επέτειο της βασιλείας του αυτοκράτορα (11 Αυγ. 330), τελέσθηκαν με μεγαλοπρέπεια τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας. 
Αμέσως μετά τη νίκη του επί του Λικίνιου, πρώτιστο μέλημα του αγίου Κωνσταντίνου ήταν η αποκατάσταση και στερέωση της ενότητας της Εκκλησίας που απειλούνταν σοβαρά από την αίρεση του Αρείου [5], η οποία ξεκινώντας από την Αίγυπτο είχε διαδοθεί σε διάφορες περιοχές, χάρη σε ένα διάταγμα του Λικίνιου που απαγόρευε τη σύγκλιση τοπικών συνόδων. Αφού έστειλε μέσω του αγίου Οσίου της Κορδούης [27 Αυγ.], παραινετικές επιστολές προς τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, Αλέξανδρο [29 Μαΐου], και προς τον Άρειο, στις οποίες εξέφραζε τον πόνο του για τη διχοστασία, ο αυτοκράτορας συγκάλεσε όλους τους επισκόπους της οικουμένης στη Νίκαια, για την πρώτη μεγάλη και αγία Οικουμενική Σύνοδο (325) [6]. Αυτή η πρώτη μεγάλη σύναξη επισκόπων που έφθασαν από κάθε άκρη της οικουμένης ήταν μια τέλεια έκφραση του πληρώματος της Εκκλησίας και της ενότητας της χριστιανικής Αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας παρακάθονταν μεταξύ των επισκόπων, λάμποντας μέσα στην κεκοσμημένη με πετράδια εσθήτα του. Κήρυξε την έναρξη στις συνεδριάσεις απευθύνοντας ευχαριστία προς τον Θεό για τη συγκέντρωση αυτή και προέτρεψε τους συμμετέχοντες να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές που έσπειρε ο δαίμονας στον Οίκο του Θεού. Συμμετείχε στις συζητήσεις και, με την πραότητα και ισορροπία που επέδειξε, κατάφερε να συμφιλιώσει τους αντιπάλους. Η Σύνοδος προχώρησε κατόπιν στην καταδίκη του Αρείου και των οπαδών του [7], ελήφθη δε η απόφαση να εορτάζεται το Πάσχα παντού την ίδια ημερομηνία, σε ένδειξη της ενότητας της Πίστεως. Οι εργασίες της Συνόδου έκλεισαν με ένα μεγάλο συμπόσιο που παρέθεσε ο άγιος Κωνσταντίνος σε όλους τους επισκόπους επ’ ευκαιρία της 20ης επετείου της βασιλείας του, το οποίο αποτέλεσε μια πλούσια προτύπωση της Βασιλείας του Θεού, και κατόπιν τους απέστειλε εν ειρήνη στις επισκοπές τους, αφού τους χάρισε πλούσια δώρα. 
Τον επόμενο χρόνο (326), η αυτοκράτειρα Ελένη, που μόλις είχε βαπτισθεί, ανέλαβε προσκύνημα στην Παλαιστίνη [8], κατά τη διάρκεια του οποίου ανακάλυψε την τοποθεσία του Γολγοθά και, χάρη σε θαυματουργική αποκάλυψη, τον Σταυρό του Κυρίου, θαμμένο στο χώμα [14 Σεπτ.]. Ο άγιος Κωνσταντίνος έδωσε τότε εντολή να ανεγερθεί στο μέρος εκείνο λαμπρή βασιλική αφιερωμένη στην Ανάσταση, η οποία εγκαινιάσθηκε το 335, επ’ ευκαιρία της 30ης επετείου της βασιλείας του. Η αγία Ελένη επισκέφθηκε επίσης και άλλες τοποθεσίες στους Αγίους Τόπους και φρόντισε να κτισθούν βασιλικές στη Βηθλεέμ και στο Όρος των Ελαιών. Ελευθέρωσε, εξάλλου, αιχμαλώτους και έκανε μεγάλες αγαθοεργίες σε όλη την Ανατολή. Λέγεται πως έτρεφε τέτοιο θαυμασμό για αφιερωμένες παρθένους, ώστε συγκάλεσε όλες τις αφιερωμένες στον Θεό γυναίκες και τις διακόνησε στο τραπέζι ως τραπεζοκόμος, μένοντας η ίδια νηστική [9]. Στο τέλος του προσκυνήματος αυτού παρέδωσε ειρηνικά τη ψυχή της στον Θεό σε ηλικία ογδόντα ετών. Η κηδεία της έγινε στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια η σορός της μεταφέρθηκε στη Ρώμη [10]. 
Αφού πέτυχε την ασφάλεια των συνόρων με μια επιδέξια τακτική συμμαχιών ώστε οι βάρβαροι να μεταστρέψουν «τα ξίφη τους σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια» (Ησ. 2, 4), ο ευσεβής ηγεμόνας μπόρεσε να περάσει ειρηνικά το υπόλοιπο της βασιλείας του και ασχολήθηκε με τη στερέωση των βάσεων και των θεσμών της νέας χριστιανικής Αυτοκρατορίας. Ενεθάρρυνε όλα τα μέσα διαδόσεως του χριστιανισμού και τροποποίησε ταυτόχρονα σε βάθος όλους τους ρωμαϊκούς νόμους, προκειμένου να είναι σύμφωνοι προς την ευαγγελική αγάπη και χρηστότητα. Ήδη από την ανάρρησή του στον θρόνο, είχε επιβάλει με διάταγμα την αργία της Κυριακής σε όλη την Αυτοκρατορία, κατάργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, απαγόρευσε τις μονομαχίες και επέβαλε αυστηρές τιμωρίες για αρπαγές νεανίδων και προσβολές της αιδούς. Στη συνέχεια, ενεθάρρυνε τον θεσμό της οικογένειας, ως θεμέλιο του κοινωνικού οικοδομήματος, περιορίζοντας τα διαζύγια, καταδικάζοντας τη μοιχεία και θεσπίζοντας νόμους για τα κληρονομικά δικαιώματα. Κατάργησε επιπλέον τους νόμους που υπήρχαν παλιά κατά των ατέκνων, με σκοπό να ενθαρρύνει τον μοναχισμό, ο οποίος γνώρισε έκτοτε μεγάλη ανάπτυξη· έκανε επίσης ο Κωνσταντίνος μεγάλες δωρεές στις αφιερωμένες στον Θεό παρθένους, τις οποίες σεβόταν μέχρι λατρείας. Όταν η έδρα της διοίκησης μεταφέρθηκε οριστικά στην Κωνσταντινούπολη (330), ο αυτοκράτορας απαγόρευσε εκεί την τέλεση ειδωλολατρικών εορτών και απέκλεισε τους ειδωλολάτρες από τα κρατικά αξιώματα. Θεωρώντας τον εαυτό του «επίσκοπο των έξω πραγμάτων» [11], εμφανιζόταν σε όλη τη διακυβέρνησή του ως ζώσα εικόνα του Θεού που μοιράζει σε όλους τις αγαθοεργίες Του. Ελεούσε αφειδώς όσους είχαν ανάγκη, χριστιανούς και μη, στήριζε τις χήρες και γινόταν πατέρας για τα ορφανά. Προστάτευε τους πτωχούς από τις αυθαιρεσίες των ισχυρών και ευνοούσε την ευημερία των υπηκόων του ελαφρύνοντας κατά ένα τέταρτο τον ετήσιο φόρο και αναπροσαρμόζοντας τις αξίες των ιδιοκτησιών με σκοπό την ανακατανομή των φορολογικών βαρών. 
 Ήρεμος, μειλίχιος, κύριος των παθών που τυραννούν εν γένει τους ισχυρούς, παριστανόταν στα νομίσματα όρθιος, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, επιβεβαιώνοντας κατά τον τρόπο αυτό ότι ο ηγεμόνας πρέπει να είναι ένας άνθρωπος της προσευχής που μεσιτεύει υπέρ της ειρήνης και της ομονοίας του βασιλείου του. Στο παλάτι του διέθετε ιδιαίτερη αίθουσα, όπου απομονωνόταν καθημερινά για να προσευχηθεί και να μελετήσει τις ιερές Γραφές και περνούσε συχνά τη νύχτα συντάσσοντας ομιλίες, στις οποίες προέτρεπε με τη ζωή του τον λαό προς την πρακτική οδό της αλήθειας και της αρετής. Μαθαίνοντας μία ημέρα ότι κάποιος είχε πετάξει μια πέτρα σε ένα από τα ομοιώματά του, ο αυτοκράτορας, στην πρόταση που του έγινε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον ένοχο, απάντησε περνώντας το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του και χαμογελώντας: «Δεν νιώθω κανένα τραύμα και είμαι υγιέστατος!». Άφησε δε τον άνθρωπο τελείως απείραχτο και ελεύθερο. Όποιος τον πλησίαζε για να ζητήσει κάποια χάρη, ήταν εκ των προτέρων σίγουρος ότι αυτή θα ικανοποιούνταν· και, έτσι, σε όλα τα χρόνια εκείνα, γενική και ακλόνητη ήταν η πεποίθηση ότι ο Θεός βασίλευε πραγματικά μεταξύ των ανθρώπων. 
Λίγο μετά την 30η επέτειο της βασιλείας που εορτάστηκε μεγαλοπρεπώς (335), ο βασιλιάς της Περσίας Σαβώριος Β΄ εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών του βασιλείου του και στη συνέχεια καταστρατηγώντας τη συμμαχία του με τον Κωνσταντίνο, εισέβαλε στην Αρμενία. Ο θεοσεβής αυτοκράτορας συγκέντρωσε τότε ισχυρό στρατό, με σκοπό να εκστρατεύσει προς άμυνα των χριστιανών και αποφάσισε να συμμετάσχει αυτοπροσώπως στην εκστρατεία. Στην Ελληνούπολη, όμως, αρρώστησε και μεταφέρθηκε εσπευσμένα μέχρι τα περίχωρα της Νικομήδειας, όπου έλαβε το άγιο Βάπτισμα, το οποίο από βαθύ σεβασμό είχε καθυστερήσει τόσα χρόνια. Αρνούμενος να ξαναφορέσει την αυτοκρατορική πορφύρα, παρέδωσε τη ψυχή του στον Βασιλέα των ουρανών και της γης, ανήμερα της Πεντηκοστής του έτους 337, ενδεδυμένος ακόμη με τη λευκή εσθήτα των νεοφωτίστων. Αφού ανέπεμψε ευχαριστήρια προσευχή, τα τελευταία του λόγια ήσαν τα εξής: «Τώρα γνωρίζω ότι είμαι αληθινά μακάριος, τώρα γνωρίζω ότι αξιώθηκα την αιώνια ζωή, τώρα γνωρίζω ότι μετέχω του θείου Φωτός!» [12]. Η σορός του μεταφέρθηκε αμέσως στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά τη μεγαλοπρεπή κηδεία, παρουσία όλου του λαού, κατατέθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων, εν μέσω των κενών σαρκοφάγων των δώδεκα Αποστόλων του Κυρίου. Αυτός, που μεταστραφείς από μία αποκάλυψη, παρόμοια με εκείνη του Αποστόλου των Εθνών, Παύλου, υπέταξε με το κολοσσιαίο έργο του τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο δόγμα του Χριστού, δοξάσθηκε έτσι υπεράνω όλων των αυτοκρατόρων και δικαίως τιμάται και μεγαλύνεται έκτοτε ως θεόστεπτος μέγας Ισαπόστολος Χριστού [13].

— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]Η μνήμη του αγίου Κωνσταντίνου μάς δίνει την ευκαιρία να υπενθυμίσουμε ότι ο «Συναξαριστής» τοποθετείται σε επίπεδο τελείως διαφορετικό από εκείνο της πολιτικής ιστορίας. Η τιμή του αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, όπως και όλα τα «κωνσταντίνεια» στοιχεία που διατηρήθηκαν στην ορθόδοξη λατρεία, αποβλέπουν στην οικοδομή της Εκκλησίας και στη στερέωση της εσχατολογικής της διάστασης. Η δόξα της Αυτοκρατορίας δεν είναι παρά το σύμβολο και η προεικόνιση της άφθαρτης δόξας της Βασιλείας του Θεού. Με τον τρόπο αυτό και όχι ως μια στείρα αυτοκρατορική νοσταλγία, οι πιστοί τιμούν τους αγίους αυτοκράτορες και προσεύχονται, ακόμη και σήμερα, στην εποχή των εκκοσμικευμένων δημοκρατιών, για τη στερέωση της «Βασιλείας». 
[2]Ορισμένα Συναξάρια αλλά και η Ακολουθία της ημέρας αυτής (βλ. το Δοξαστικό του Εσπερινού) αναφέρουν εσφαλμένα ότι ο άγιος Κωνσταντίνος βαπτίσθηκε από τον άγιο Σίλβεστρο [2 Ιαν.], κατά την είσοδό του στη Ρώμη. Στην πραγματικότητα όμως, ο αυτοκράτορας παρέμεινε σε όλη του τη ζωή κατηχούμενος, όπως συνέβαινε αρκετά συχνά τότε, και έλαβε το άγιο Βάπτισμα μόλις λίγο πριν πεθάνει. 
[3]Τότε μαρτύρησε ο άγιος Βασίλειος Αμασείας [26 Απρ.]. 
[4]βλ. Ματθ. 14, 13-21· Μάρκ. 6, 30-44· Λουκ. 9, 10-17 και Ιωάν. 6, 1-15. 
[5]Βλ. μνήμη αγίου Αθανασίου [18 Ιαν.]. 
[6]Η μνήμη της Συνόδου αυτής τελείται την Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής· πιο συγκεκριμένα, την Ζ΄ Κυριακή από του Πάσχα. 
[7]Δυστυχώς, μετά τη Σύνοδο, οι δολοπλοκίες της Κωνσταντίας, αδελφής του αυτοκράτορα, κατέληξαν στην ανάκληση του αρειανού Ευσεβίου Νικομηδείας, στην εκθρόνιση του Ευσταθίου Αντιοχείας και στην εξορία του αγίου Αθανασίου. Ο αρειανισμός και οι διάφορες παραλλαγές του τάραξαν την ειρήνη της Εκκλησίας για πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο (381) [Α΄ Κυριακή του Ιουνίου], η οποία σηματοδότησε και τον οριστικό θρίαμβο της Ορθοδοξίας. 
[8]Φαίνεται πως η αγία Ελένη πραγματοποίησε το προσκύνημα αυτό ως εξιλέωση για τη διπλή θανάτωση που σκίασε τη βασιλεία του γιου της. Ο Κρίσπος, γιος της πρώτης συζύγου του Κωνσταντίνου, είχε κατηγορηθεί για συνωμοσία εναντίον του πατέρα του. Λίγο μετά τη θανάτωσή του, ο αυτοκράτορας κατάλαβε ότι επρόκειτο για ψεύτικη κατηγορία που είχε υποκινήσει η Φαύστα, επιθυμώντας να εξασφαλίσει τη διαδοχή προς όφελος των τριών γιων της, και τη θανάτωσε. Τα τραγικά αυτά συμβάντα είναι η βασική αιτία που οι ιστορικοί θέτουν σε αμφιβολία την προσωπική αγιότητα του Κωνσταντίνου. Πρέπει, ωστόσο, να επανατοποθετήσουμε τις ενέργειες αυτές μέσα στις συνθήκες της εποχής, όπου ο μονάρχης συγκέντρωνε στα χέρια του όλη τη δικαστική εξουσία και ως εκ τούτου είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των υπηκόων του. Οι ιστορικοί αυτοί, παραλείπουν, εξάλλου, να σημειώσουν τα σημεία μετανοίας του αυτοκράτορα, τα οποία επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι η μετέπειτα διαγωγή και διακυβέρνησή του εμπνέονταν ανελλιπώς από τις ευαγγελικές αρχές. 
[9]Θεοδώρητος Κύρου, «Εκκλ. Ιστ. Α΄», 18. 
[10]Η σαρκοφάγος της φυλάσσεται στο μουσείο του Βατικανού. 
[11]Ευσέβιος Καισαρείας, «Βίοι Μ. Κωνσταντίνου Δ΄», 24, PG 20, 1172.
[12]Ευσέβιος Καισαρείας, «Βίοι Μ. Κωνσταντίνου Δ΄», 24, PG 20, 1217. 
[13]«Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει τους αγίους της με μέτρα ατομικής ηθικής τελειότητας… Η ατομική αρετή δεν συνιστά αγιότητα, αν δεν υπηρετεί τη φανέρωση και μαρτυρία της αληθείας της Εκκλησίας. Μόνον αυτή η σύνδεση της αγιότητος με την αλήθεια της Εκκλησίας, και όχι με την ατομική αρετή, μπορεί να μας οδηγήσει σε μια σωστή κατανόηση του γεγονότος της αγιοποίησης του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αν στα πρόσωπα των Αποστόλων είδε η Εκκλησία τους “θεμελίους” της θείας οικοδομής της, “ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ”, τους θεμελιωτές της φανέρωσης-βασιλείας του Θεού πάνω στη γη, στο πρόσωπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου είδε τον Ισαπόστολο, τον θεμελιωτή της ορατής καθολικότητας και οικουμενικότητας της Εκκλησίας… Στο πρόσωπο, λοιπόν, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και στην αναγνώρισή της από την πολιτεία είδε η Εκκλησία να παίρνει συγκεκριμένες ιστορικές διαστάσεις η αλήθεια της καθολικότητας της φύσεώς της: η πρόσληψη του συνόλου κόσμου και η μεταμόρφωσή του σε Βασιλεία του Θεού» (βλ. Χρήστος Γιανναράς: «Αλήθεια και Ενότητα της Εκκλησίας», Αθήνα 1977, σσ. 121 και 124).
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 237–247.

Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Άγιος Διάδοχος Φωτικής)




Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού 
(Άγιος Διάδοχος Φωτικής)
Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα. Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των δυνάμεων, Αυτός είναι ο ένδοξος Βασιλιάς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αυτόν, που ο Ψαλμωδός προβλέποντας την άνοδό Του από τη γη στον ουρανό, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, έψαλλε: «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6). Γιατί αυτός ο θεόπνευστος προέβλεπε και την ωδή των αγίων Ευαγγελίων (Λουκ. β’ 14). 
Β’. Αυτοί όμως που καυχώνται πως έχουν πρόγονο τον πιστότατο Αβραάμ -οι Ιουδαίοι- (Ιω. η’ 33) δεν παραδέχονται ότι ο Σωτήρας όλων μας αναστήθηκε από τους νεκρούς, νομίζοντας οι ταλαίπωροι ότι με ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά την ωραιότητα της τόσο μεγάλης αλήθειας («διότι ο λόγος αυτός έχει διαδοθεί μέχρι σήμερα μεταξύ των Ιουδαίων» – Ματθ. κη’ 15). Αυτήν την αλήθεια οι μεν δαίμονες την αναγνώρισαν, οι Ιουδαίοι όμως, που ομολόγησαν ότι υποδέχτηκαν τις εντολές του Θεού, δεν έχουν την πρόθεση να την τιμήσουν ούτε με λόγια, ενώ ο Προφήτης λέει αυτά: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το όνομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2). Και πάλι λέει: «Υψώσου, Θεέ, επάνω από τους ουρανούς, κι η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5). Αυτά βέβαια δεν θα μπορέσουν με κανέναν τρόπο να τα διαστρέψουν οι σοφιστές της αλήθειας, μ’ όποιον τρόπο κι αν φιλοσοφήσουν το ψέμα του πατέρα τους - διαβόλου - (Ιω. η’ 44). Γιατί ο Κύριος, που ανέβηκε και υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ανέβηκε στους ουρανούς οπωσδήποτε, αφού πρώτα κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο ανήγγειλε από πριν ο Προφήτης λέγοντας: «Κύριε, γείρε τους ουρανούς και κατέβα. Άγγιξε τα βουνά και θα βγάλουν καπνό, άναψε την αστραπή και θα τους σκορπίσεις» (Ψαλμ. ρμγ’ 5). Και αυτό το έλεγε, προλέγοντας την καλή είδηση, σ’ αυτούς που ακόμη κάθονταν κάτω από τη σκιά του θανάτου, για τη συντριβή των δυνάμεων του άδη, η οποία, όπως μας διαβεβαιώνουν πολλές μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκε από την ταφή και την Ανάσταση του Κυρίου. Γι’ αυτό ακριβώς και σε άλλο πάλι κεφάλαιο έχουμε τον ψαλμωδό να λέει: «Αφού ανέβηκε υψηλά, πήρε τους αιχμαλώτους σε αιχμαλωσία, έδωσε δώρα στους ανθρώπους» (Ψαλμ, ξζ’ 19). Διότι, ο μονογενής Υιός του Θεού, αφού με την Ανάστασή Του πήρε την ανθρωπότητα από την αιχμαλωσία της στον θάνατο και ανέβηκε επάνω στους ουρανούς, ετοίμασε -ως δώρα- όπλα, γι’ αυτούς που θέλουν δικαιοσύνη (γιατί είναι βασιλιάς της δόξας), ασφαλίζοντας με λογικούς θώρακες αυτούς που στρατολογούνται καθημερινά από Αυτόν με τη σφραγίδα της δικαιοσύνης. Διότι Αυτός έπρεπε να συνθέσει, από το στόμα των νηπίων και όσων μικρών θηλάζουν δοξολογία (Ψαλμ, η’ 3), για να αποδοκιμάσει τελείως εκείνους που από υπερηφάνεια νομίζουν ότι είναι τέλειοι. Διότι πραγματικά η ταπείνωση είναι σφραγίδα ευσεβείας. Γι’ αυτό και όσοι δεν πείθονται από την προφητεία που λέει πως διά της Αναστάσεως του Χριστού θα κατασκηνώσουν στο φως των ζώντων, θα μαζέψουν τους καρπούς της ανοησίας τους.

Γ’. Εμείς, όμως, αδελφοί, ας μιλήσουμε καλά και πάλι τα λόγια του Ψαλμωδού, για να δούμε με τα πνευματικά μάτια τον Κύριο, που ανέβηκε στους ουρανούς επάνω σε νεφέλη. Ο λόγος με προτρέπει να αποσιωπήσω προσωρινά τη μαρτυρία των Αποστόλων, για να μη θεωρηθεί από τους άφρονες ότι υποστηρίζω τον εαυτό μου, ενώ κάθε λόγος των Αποστόλων επιβεβαιώνεται από την προφητική αλήθεια (Β’ Πέτρ. α’ 19), γιατί αναγνωρίζεται ότι οι λόγοι τους είναι γεννήματα των προφητικών λόγων. Πράγματι, όσα υπαινίχθηκαν οι Προφήτες από πρόγνωση για την ενανθρώπηση του Κυρίου, αυτά τα κήρυξαν οι Απόστολοι από επίγνωση με την έμπνευση του Ιδίου Αγίου Πνεύματος. Διότι λέει «καθώς πλησιάζουν τα έτη θα αναγνωρισθείς, καθώς φτάνει ο καιρός θα αναδειχθείς» (Αββ. γ’ 2). Ας πούμε, λοιπόν, πάλι: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το ονομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2), για να γνωρίσουμε με σαφήνεια ότι η ενανθρώπηση του Κυρίου και η επάνοδός Του από τη γη στον ουρανό, της οποίας σήμερα γιορτάζουμε τη μνήμη, γέμισε τον κόσμο με τη γνώση του Θεού. Γιατί, όσον καιρό ο Χριστός ήταν επάνω στη γη, οι πολλοί είχαν μικρή ιδέα για το μεγαλείο της δόξας Του. Επειδή όμως ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, και εκπλήρωσε όπως έπρεπε όλη τη βούληση του Πατέρα, όλη η κτίση γέμισε θαύμα και γνώση, βλέποντας τον Κύριο των όλων να ανεβαίνει, δηλαδή να αναλαμβάνεται. Γιατί σύμφωνα με την προφητεία σηκώθηκε, δηλαδή υψώθηκε πιο επάνω από όλους τους ουρανούς ως άνθρωπος, και ανέβηκε ως Θεός. Γιατί λέει, «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6).

Δ’. Ο Προφήτης ασφαλώς δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια, εάν δεν είχε προβλέψει την κάθοδό Του, χωρίς να πλανηθεί, με τα μάτια της προγνώσεως. Διότι, πώς θα ήταν επόμενο να πει, «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5), ή επίσης «ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς» (Ψαλμ. μστ’ 6), εάν ο θεολόγος -Δαβίδ- δεν είχε θεωρήσει με την πρόγνωση του Πνεύματος και την κατάβαση και την ανάβασή Του; Γι’ αυτό, όπως είπα πριν, αλλού λέει ότι υψώθηκε και αλλού ότι ανέβηκε, για να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση. Για μεν τη θεότητα λέει ότι ανέβηκε, για το σώμα όμως λέει πως υψώθηκε, δηλαδή αναλήφθηκε. Λοιπόν, από όλα αυτά πρέπει να εννοήσουμε ότι ο Ίδιος που κατέβηκε είναι και που ανέβηκε επάνω από όλους τους ουρανούς, για να γεμίσει τα πάντα με την αγαθοσύνη Του και για να υψώσει τελείως τους Αποστόλους Του αφού πρώτα τους ελευθερώσει από τα πάθη της αμαρτίας με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Γιατί τι λέει; «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη, για να λυτρωθούν οι αγαπητοί Σου» (Ψαλμ. νστ 6, νθ’ 7). Διότι αγαπητοί του Κυρίου στ’ αλήθεια είναι κατά πρώτο λόγο εκείνοι που συμμερίστηκαν καθ’ όλα το Πάθος Του και έγιναν αυτόπτες και κήρυκες της μεγαλειότητάς Του.

Ε’. Ώστε, λοιπόν, οι Προφήτες κήρυτταν ένα και τον Ίδιο Κύριο, αλλά δεν συνέχεαν σε μια φύση το σχήμα της σαρκώσεώς Του, όπως τώρα μερικοί - μονοφυσίτες - εισηγούνται. Αυτοί χρησιμοποιούσαν βέβαια τους όρους που αναφέρονται στη θεότητά Του όπως αρμόζει σε Θεό, ενώ ίσους όρους αναφέρονται στο σώμα όπως αρμόζει σε ανθρώπους, για να διδάξουν με σαφήνεια ότι ο Κύριος που ανέβηκε, δηλαδή που υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ό,τι είναι από τον Πατέρα υπάρχει, ό,τι δε έγινε από την Παρθένο, μένει άνθρωπος, ένας στο πρόσωπο και ένας στην υπόσταση. Γιατί ο ασώματος Υιός του Θεού αφού μορφοποίησε τον εαυτό Του όταν προσέλαβε σάρκα, ανέβηκε γι’ αυτό φανερά, εκεί από όπου κατέβηκε αφανώς και σαρκώθηκε. Γι’ αυτό αναλήφθηκε με δόξα και Τον πίστεψαν εξ αιτίας της δυνάμεώς Του και Τον προσμένουν πάλι με φόβο να πάρει στην κάθοδό Του ως προφητική υπηρέτρια τη νεφέλη (Λουκ. κα’ 27). Γιατί και τότε, προείπαν οι Προφήτες, ότι θα Τον υπηρετήσει νεφέλη, για να φανεί πάλι να βαστάξει τον Κύριο που έχει σώμα μια υλική και ελαφρή ουσία. Διότι βέβαια, όπως είπα, ο Κύριος βαστάζει τα σύμπαντα με τη βούλησή Του ως Θεός, από τη νεφέλη όμως θα βασταχθεί επίσης ως άνθρωπος, ώστε ο Κύριος που αγαπά τις ψυχές μας να μη αρνηθεί ούτε και τότε τους νόμους της φύσεως την οποία προσέλαβε.

ΣΤ’. Γι’ αυτό ακριβώς και ο θεσπέσιος Παύλος (Α’ Θεσ. δ’ 17) μας δίδαξε επιπλέον ότι και οι άγιοι θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες, όταν θα έρχεται ο Κύριος που περιμένουμε επάνω σε νεφέλη. Διότι, ό,τι αρμόζει στον Θεό που σαρκώθηκε εξ αιτίας του σώματός Του, αυτό θα συμβεί και σ’ εκείνους που εξ αιτίας της πλούσιας Χάρης Του θα θεωθούν, αφού ο Θεός φιλοτιμήθηκε να κάνει θεούς τους ανθρώπους. Λοιπόν, κανένας, αδελφοί, να μη υποθέτει ότι η πυκνότητα της φύσεως του ανθρώπου, την οποία προσέλαβε κατ’ ουσία ο άγιος Λόγος του Θεού, όπως αναγνωρίζεται, έχει αλλοιωθεί από τη λάμψη της θείας και ένδοξης ουσίας Του, σύμφωνα με την αλήθεια για τις δύο φύσεις που υπάρχουν σ’ Αυτόν αχώριστα. Διότι ο ένδοξος Υιός του Θεού δεν σαρκώθηκε για να πλανήσει το πλάσμα Του, αλλά για να αφανίσει τελείως με την κοινωνία μαζί του την έξη που μέσα στον άνθρωπο έσπειρε το φίδι (δηλαδή ο διάβολος). Ώστε η σάρκωση του Λόγου άλλαξε την έξη και όχι τη φύση, ώστε να ξεντυθούμε τη μνήμη του κακού και να ντυθούμε την αγάπη του Θεού, όχι με το να αλλάξουμε σε κάτι που δεν ήμασταν, αλλά να ανανεωθούμε με δόξα σε κάτι που ήμασταν, με την αλλαγή.

Σ’ Αυτόν, λοιπόν, ανήκει η δοξολογία και το κράτος, σ’ Αυτόν που κατέβηκε από τους ουρανούς χωρίς να φαίνεται και ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, σ’ Αυτόν που υπάρχει πριν από όλους τους αιώνες και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(P.G. 65,1141-1148)

(Απόσπασμα από το βιβλίο “Από την Ανάσταση του Χριστού στην Πεντηκοστή”, Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις