Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Το Μυστήριο του Σταυρού: Από την απομόνωση του «εγώ» στην κοινωνία της αγάπης

 Τῌ ΤΡΙΤῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  
τὴν Προσκύνησιν ἑορτάζομεν τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον

η΄ 34 – θ΄ 1 

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  30 Μαρτίου του 1997

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Ο Σταυρός παραμένει πάντοτε ένα μυστήριο. Αλλά, όπως τα μυστήρια, είναι και αυτός μυστήριο αποκαλυπτόμενο. Δηλαδή, δεν μπορούμε να πιάσουμε σε όλη την πληρότητα το βάθος του, αλλά αφού ο Χριστός έτσι το επέτρεψε, πιάνουμε και κάτι από αυτό το βάθος του. Και για να μπορούμε να προσδιορίσουμε όσο πιο καλά αυτό που μπορεί να προσδιορίσει η ανθρώπινη διάνοια, δεν έχουμε παρά να πούμε δύο πράγματα. Πρώτα, αφού ο Πανάγαθος Θεός αυτόν τον τρόπο διάλεξε για την δική μας σωτηρία και για να εκφράσει την αγάπη Του, είναι η καλύτερη θεραπευτική για τη ζωή των ανθρώπων. Και αν θέλουμε να ορίσουμε τα μέτρα αυτής της θεραπευτικής - αφού είναι η μοναδική μέθοδος - πρέπει να ακούσουμε πάλι Εκείνον που ορίζει και περιγράφει αυτά τα μέτρα της θεραπείας του ανθρώπου. 

Η περικοπή πριν από λίγο περιέκλειε τον μικρό, σύντομο, πολύ γνωστό σε όλους μας, ορισμό που έδινε ο Χριστός:   «στις θλει πσω μου κολουθεν, παρνησσθω αυτν κα ρτω τν σταυρν ατο, κα κολουθετω μοι». Ας πάρουμε, όπως το κάνουν οι ερμηνευτές Πατέρες - εκεί που τα πράγματα είναι πολύ οριακά και έχουν πολύ περιεχόμενο - ας πάρουμε όλη αυτή την πρόταση τη μικρή, λέξη-λέξη, πολύ σύντομα να τη δούμε, για να καταλάβουμε πώς ερμηνεύεται το ανερμήνευτο του Σταυρού και πώς οριοθετεί την μοναδική θεραπευτική της ζωής μας.

Το «ὅστις» όλοι καταλαβαίνουμε που είναι για όλους μας «ο οποιοδήποτε». Αφού είναι ο οποιοσδήποτε, ο Χριστός έχει μια θεραπευτική και μια ποιμαντική δική Του: συγκαταβαίνει στον κάθε άνθρωπο με τα δικά του μέτρα, ανάλογα με τις δυνάμεις μας - αυτό το κάνει και η Εκκλησία μας στην ποιμαντική της –   ανάλογα με τις δυνάμεις μας, ανάλογα με την οποιαδήποτε πρόοδό μας, ζητάει το ένα ή το άλλο. Εδώ λέει «ὅστις». Για να λέει αυτό το «ὅστις» αδιακρίτως, «ο οποιοδήποτε», σημαίνει που αυτό είναι το πιο φυσικό για τον άνθρωπο. Μήπως σημαίνει που ο άνθρωπος έτσι είναι φτιαγμένος να λειτουργεί; «στις», ο οποιοδήποτε· άρα το φυσικό δυνατό· αδιακρίτως, πέρα από προσωπικές παραλλαγές όπου εφαρμόζονται τα δύσκολα ή τα εύκολα πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Αυτό το κρατάμε· το αδιακρίτως: «ὅστις».

«…θέλει». Βλέπετε, πριν ακόμη να πάμε στο βαθύ νόημα του σταυρού, βάζει τη λέξη «θέλω». Την τόσο επικίνδυνη λέξη «θέλω»  - αλλά και την τόσο ευλογημένη λέξη «θέλω». Τόσο επικίνδυνη και τόσο ευλογημένη… Αν δεν έχουμε «θέλω», δεν είμαστε άνθρωποι, κατατασσόμεθα στον χώρο των απροσώπων πλασμάτων, των αμοιβάδων ή των πρωτοζώων, πιθανότατα. Αυτό το «θέλω» χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και τον οριοθετεί μέσα σε όλη την κτίση. Αυτή η προσωπικότητα η ελεύθερη, που μπορεί «να θέλει» και «να μην θέλει», άσχετα αν αυτό θα τον οδηγήσει στην καταστροφή. Το «θέλειν», λοιπόν, πριν ακόμη να αναλυθούν τα γεγονότα. Σε οποιαδήποτε παιδαγωγική μέσα, αυτό το «θέλω» είναι πολύ σπουδαίο. Προτιμώ το «θέλω» παρά το απρόσωπο.

Γιατί, αν μείνει ο άλλος απρόσωπος, ποτέ πάνω του δεν θα μπορώ να καλλιεργήσω το «θέλω». Και ο Χριστός αυτό προτείνει: το «θλειν».

«…πσω μου κολουθεν». Το «πσω μου». Γιατί οπίσω μου; Σημαίνει που σε αυτή τη ζωή, οτιδήποτε και να κάνεις, ποτέ δεν θα έχεις τη δυνατότητα ή τον εγωισμό να είσαι πρωτοπόρος. Μπροστά από όλα είναι ο Χριστός. Μα όταν λέμε για όλα, εννοούμε για όλα. Δηλαδή, ανακάλυψη να έκανες, μια νέα μέθοδο να απεκάλυψες στον κόσμο, κάτι καινούργιο να είπες επιστημονικά, πίσω από όλη αυτή τη γνώση και τη σοφία και μπρος από αυτή τη γνώση κρύβεται ο Χριστός. Πρωτοπόροι δεν υπάρχουν. Πρωτοπόροι υπάρχουν στην κατανόηση τού πώς θα ακολουθήσω τον Χριστό μέσα από αυτό που κάνω: «πσω μου …»

«…κολουθεν», λέει· και μετά από λίγο λέει και πάλι «κολουθεν»,  «κολουθετω μοι». Αυτό το «κολουθεν» τώρα ορίζει το τι θα συμβεί, που θα το ερμηνεύσει μετά από λίγο. Δύο πράγματα ορίζουν το «κολουθεν»: «ἀπαρνησάθω αυτν κα ρτω τν σταυρν ατο, κα κολουθετω μοι». Το «ἀπαρνησάθω αυτν», πολύ σωστά πολλοί το έχουμε προσδιορίσει στην εκκοπή των παθών μας και στο σταμάτημα των αμαρτιών μας. Σωστό μεν, αλλά είναι μόνο μια μερική αντίληψη τού «ἀπαρνησάθω αυτν». Φυσικά, για να πας στα μεγάλα, θα κάνεις εκκοπή των παθών και των αμαρτιών. Αλλά, προσέξτε, το «ἀπαρνησάθω αυτν» κρύβει μέσα του το σταμάτημα του γυρίσματος γύρω από τον εαυτό μας. Πώς έφτιαξε ο Θεός τον Αδάμ; Τον έφτιαξε να έχει κοινωνία με το Θεό και με τον συνάνθρωπο: τη γυναίκα. «Απαρνησσθω αυτν» ήταν η δημιουργία του Αδάμ. Γιατί δεν ήταν κλεισμένος σε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του.

Του καλλιέργησε το «θέλω», βλέπετε; Δεν τον άφησε χωρίς «θέλω». Καλλιέργησε μέσα του  τις μεγάλες δυνάμεις. Αλλά την ίδια ώρα του πρότεινε «μη στραφείς μόνος τον εαυτό σου». Η φράση μάλιστα «εἰς ἑαυτόν» κρύβει μέσα της, για εκείνον που γνωρίζει λίγο και την αρχαία φιλοσοφία, ένα μήνυμα βαθύτατο. Πολλοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας είχαν γράψει έργα που είχαν τον τίτλο «Εἰς ἑαυτόν». Το πώς θα μελετήσουμε τον εαυτό μας. Πιστεύω βαθύτατα πως ο Χριστός δίνει μια απάντηση. Η απάντηση τού «εἰς ἑαυτόν», για να βρω τον εαυτό μου, είναι να απαρνηθώ τον εαυτό μου, τη στροφή συνέχεια γύρω από τον εαυτό μου. Έχοντας «θέλω» και έχοντας προσωπικότητα. Εδώ είναι το δύσκολο. Να μπορείς να μην στρέφεσαι γύρω από τον εαυτό σου, χωρίς να καταργήσεις την ομορφιά της προσωπικότητάς σου. Εδώ είναι τα δύσκολα που κανείς, ως θεραπευτική μέθοδο της ανθρώπινης προσωπικότητας, δεν μπορεί ή δεν μπόρεσε ποτέ να το προσεγγίσει κάνοντας αυτόν τον συνδυασμό.

Και μετά λέει «ρτω τν σταυρν ατο». Βλέπετε, αφού δεν στρέφεσαι γύρω από τον εαυτό σου και όμως έχεις προσωπικότητα, τότε πια μπορείς να πάρεις πράγματα από γύρω σου, οτιδήποτε να είναι, και μαζί με αυτά να πας στον Χριστό. Δηλαδή στον Χριστό δεν θα πας μόνος. Θα πας με τους άλλους και με τα πράγματα και με τα πράγματα που όρισε ο Θεός να έχεις γύρω σου. Μπορεί να είναι η πόλη σου, να είναι η χώρα σου, να είναι αυτά που έχεις γύρω σου. Αυτά όλα θα τα λειτουργήσεις αγιαστικά και θα τα πας στον Χριστό. Και όλα αυτά είναι βάρη και είναι σταυροί και όμως αυτά θα τα πας στον Χριστό! Αυτά όλα θα τα αγιάσεις, αυτά όλα θα τα νοηματοδοτήσεις! Τα γεγονότα πώς γίνονται σταυρικά πολλές φορές, τα πράγματα που έχουμε γύρω μας, και λέμε να τα παρατήσουμε, να τα εγκαταλείψουμε, να τα κάψουμε, να τα σκοτώσουμε! Κι όμως αυτά τα πράγματα δεν τα αγιάζουμε. Γι’ αυτό γίνονται σταυρικά πράγματα πάνω μας. Το ξύλο του Σταυρού ήταν ένα ξύλο σταυρού και ο  Χριστός το έκανε ευλογημένο ξύλο. Για άλλον θα ήτανε ξύλο αισχύνης.

Και τότε έρχεται το «κολουθετω μοι». Που είσαι από πίσω Του, που δεν είσαι πρωτοπόρος, αλλά ακολουθείς, που είσαι σε μια κοινωνία ζωής με τους ανθρώπους, βρίσκεις τον εαυτό σου, τα πράγματα γύρω σου τα αγιάζεις και είσαι και με τον Χριστό. Το «κολουθετω μοι» έχει όλη την κοινωνία μέσα του. Και αυτή είναι η θεραπευτική που προσδιόρισε ο Πανάγαθος Θεός για τη ζωή μας. Έτσι το θέλησε από Κτίσεως, από το πρόσωπο του Αδάμ πριν από την πτώση του. Ο Αδάμ ήταν ανοιχτός στον Θεό και στον συνάνθρωπο, αγίασε τα πράγματα, άρα ήταν μορφή σταυρική, είχε «θέλημα» και το έδινε στον Θεό. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι και κάπως έτσι μπορούμε να προσεγγίσουμε το μεγάλο, πραγματικά απρόσιτο μυστήριο του Σταυρού, με τα λόγια του Χριστού μας.

Ας κρατήσουμε τους βηματισμούς που κάναμε σε αυτή τη σύντομη αναφορά μας στον Σταυρό. Για να οριοθετήσουμε πραγματικά την καθημερινότητα της ζωής μας, για να μπορεί να προσδιοριστεί πώς στεκόμαστε και πώς περπατάμε. Τα όρια πάντοτε είναι εξαντλητικά, είναι πάντοτε αιρετικά και αίρουν την ανθρώπινη προσωπικότητα. Ποτέ μην μπείτε στα όρια, ο συνδυασμός της φράσεως τα έχει όλα μέσα του. Αυτός είναι ο Σταυρός του Χριστού μας· ευχόμαστε πραγματικά να τον ζήσουμε όπως Εκείνος το θέλησε!
 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Η προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού

 
Η προσκύνηση του τιμίου Σταυρού
Συναξάρια Τριωδίου
Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών εορτάζουμε την προσκύνηση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. 
Επειδή με τη νηστεία των σαράντα ημερών και εμείς κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και γινόμαστε νεκροί από τα πάθη και αισθανόμαστε πικρία, με το να πέφτουμε σε ακηδία και να απογοητευόμαστε, για τον λόγο αυτό τοποθετείται μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για να μας ενισχύσει και να μας στηρίξει και να μας θυμίσει το πάθος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και κατά κάποιο τρόπο μας παρηγορεί και μας λέει ότι, αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, τι πρέπει εμείς να κάνουμε γι’ αυτόν; 
Έτσι η σύγκριση με τα πάθη του Κυρίου και η υπενθύμισή τους και η ελπίδα της δόξας που απορρέει από τον Σταυρό ελαφρώνει τους κόπους της νηστείας. Γιατί, όπως ο Σωτήρας μας ανέβηκε στον Σταυρό και δοξάστηκε με την ατιμωτική περιφορά και την πικρή χολή, έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς για να δοξαστούμε μαζί του, έστω και αν για την ώρα υποφέρουμε κάτι δυσάρεστο. 
Είναι και άλλος λόγος: Όπως εκείνοι που βαδίζουν δρόμο δύσκολο και μακρύ και αποκάμνουν από τον κόπο, αν τύχει και βρουν κανένα δέντρο που να κάνει καλή σκιά, κάθονται λίγο και ξεκουράζονται, και ανανεωμένοι σηκώνονται και βαδίζουν και τον υπόλοιπο δρόμο τους, έτσι και εδώ στον καιρό της νηστείας και στη μέση του κοπιαστικού δρόμου της φυτεύθηκε από τους αγίους πατέρες ο ζωηφόρος Σταυρός, για να μας δίνει άνεση και αναψυχή και για να κάνει ελαφρούς και ευκίνητους προς τους υπόλοιπους κόπους αυτούς που κουράστηκαν. 
Ή, όπως όταν πρόκειται να έρθει ένας βασιλιάς, προπορεύονται οι σημαίες και τα σκήπτρα του και μετά απ’ αυτά έρχεται και ο ίδιος νικητής και θριαμβευτής, και χαίρεται μαζί του και ο λαός, έτσι και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, επειδή πρόκειται, ύστερα από λίγο, να μας δείξει τη νίκη του κατά του θανάτου και να παρουσιαστεί δοξασμένος κατά την ημέρα της αναστάσεως, έστειλε προηγουμένως το σκήπτρο του, τη βασιλική του σημαία, τον ζωοποιό Σταυρό, ο οποίος γεμίζει τις καρδιές μας από πολλή χαρά και αναψυχή και μας ετοιμάζει να υποδεχτούμε μετά από λίγο και τον ίδιο τον Βασιλιά και να τον ανευφημήσουμε ως λαμπρό θριαμβευτή. 
Και αυτό γίνεται στη μέση της αγίας Τεσσαρακοστής, γιατί η αγία Τεσσαρακοστή μοιάζει με την πικρή πηγή της Μερράς για τη συντριβή του σώματος και για την πικρία και ακηδία, που προέρχεται από τη νηστεία. 
Καθώς λοιπόν ο προφήτης Μωυσής έβαλε το ξύλο που του έδειξε ο Θεός μέσα σ’ αυτή την πηγή και την γλύκανε, έτσι και ο Θεός που μας πέρασε από τη νοητή Ερυθρά θάλασσα και τον νοητό Φαραώ, γλυκαίνει με το ζωοποιό Ξύλο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού την πικρία από τη νηστεία και μας παρηγορεί που είμαστε σαν στην έρημο, ώσπου να μας επαναφέρει στη νοητή Ιερουσαλήμ με την ανάστασή του. 
Αλλά υπάρχει και άλλος λόγος. Επειδή δηλαδή ο Σταυρός λέγεται και είναι Ξύλο ζωής, και εκείνο το ξύλο (το δέντρο) της αγίας Γραφής ήταν φυτεμένο στη μέση της Εδέμ, γι’ αυτό και οι θειότατοι πατέρες ταιριαστά φύτεψαν το Ξύλο του Σταυρού στη μέση της αγίας Τεσσαρακοστής, για να υπενθυμίσουν τη λαιμαργία του Αδάμ και συγχρόνως να παραστήσουν την ανάκλησή του μέσω αυτού του Ξύλου· διότι τρώγοντας από αυτό το Ξύλο όχι μόνο δεν πεθαίνουμε, αλλά και ζωοποιούμαστε. 
Με τη δύναμη του Σταυρού σου, Χριστέ, Θεέ μας, φύλαξε κι εμάς από τους πειρασμούς του εχθρού και αξίωσέ μας να προσκυνήσουμε τα θεία σου πάθη και τη ζωηφόρο ανάσταση, αφού περάσουμε με ευκολία το στάδιο της αγίας Τεσσαρακοστής, και ελέησέ μας ως μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος. 
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τρωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 288.

Κανών Γ΄ Κυριακής των Νηστειών «Ὁ θειότατος προετύπωσε πάλαι Μωσῆς».

 

«Ὁ θειότατος προετύπωσε πάλαι Μωσῆς». 
Κανών Γ΄ Κυριακής των Νηστειών 
(Σταυροπροσκυνήσεως)


 

Ὁ όσιος Βενέδικτος από τη Νουρσία


Ὁ όσιος Βενέδικτος από τη Νουρσία


Ο άγιος πατέρας μας Βενέδικτος γεννήθηκε περί το 490 στη Νουρσία, μικρή επαρχιακή πόλη που βρίσκεται στα βουνά βόρεια της Ρώμης, και ήταν γόνος πλούσιας και ευσεβούς χριστιανικής οικογένειας. Σταλμένος στη Ρώμη για σπουδές, έχοντας από μικρός αποκτήσει σοφία γέροντα, με μόνη του επιθυμία να αρέσει στο Θεό, περιφρόνησε τις ηδονές του κόσμου και τις μάταιες υποσχέσεις του και έβαλε πλώρη για το μοναχικό Σχήμα.

Κάνοντας στάση στην κωμόπολη της Ενφίδης (σημ. Effide), η τροφός του, που τον είχε ακολουθήσει με την αφοσίωση μητέρας, δανείστηκε ένα πήλινο κόσκινο να περάσει το στάρι για να φτιάξει ψωμί. Το σκεύος όμως πέφτοντας κάτω έσπασε. Βλέποντας τη θλίψη της, το νεαρό αγόρι βάλθηκε να προσεύχεται γοερά και όταν σηκώθηκε της έδωσε το κόσκινο ανέπαφο. Απο το θαυμασμό τους γι’ αυτό το θαύμα οι κάτοικοι κρέμασαν το κόσκινο στην πόρτα της εκκλησίας. Φοβούμενος ότι θα χάσει την εύνοια του Θεού από τη μάταιη ανθρώπινη δόξα, ο Βενέδικτος έφυγε κρυφά και αποσύρθηκε στο Σουβιάκο, που βρίσκεται στις οροσειρές των Αβρούζων, σε μια σπηλιά ανοιγμένη σε ύψος εξήντα μέτρων, όπου παρέμεινε αγνοούμενος από τους ανθρώπους, εκτός από ένα κοινοβιάτη μοναχό, ονόματι Ρωμανό, που του φόρεσε το μοναστικό ένδυμα και του έφερνε κρυφά προμήθειες εξοικονομημένες από τη μερίδα του.

Μια μέρα, εκεί που ο άγιος προσευχόταν μόνος, του παρουσιάστηκε ο διάβολος με μορφή μαυροκότσυφα και αμέσως μετά δέχτηκε σφοδρή επίθεση από σαρκικούς πειρασμούς σε τέτοιο σημείο, που ήταν σχεδόν αποφασισμένος να εγκαταλείψει τη μόνωσή του, όταν παρακινούμενος από τη Χάρη, ρίχτηκε γυμνός σε μια βάτο με αγκάθια νικώντας έτσι την ηδονή οριστικά δια του πόνου. Ανταμοίβοντάς τον ο Θεός με την απάθεια της σαρκός, είχε στο εξής κάθε δικαίωμα να διδάξει στους άλλους την αρετή, σαν ένας ώριμος άντρας.

Όταν εκοιμήθη ο ηγόυμενος του παρακείμενου μοναστηριού του Βικοβάρο, οι μοναχοί με την επιμονή τους κατάφεραν να τον πείσουν να τον διαδεχθεί. Μόλις όμως αυτός πήγε να τους επιβάλει μια αυστηρή πειθαρχία με βάση το Ευαγγέλιο, που αντιμαχόταν την στρεβλή διαγωγή τους, άρχισαν να δυσανασχετούν εναντίον του, και δοκίμασαν μάλιστα να τον δηλητηριάσουν. Τη στιγμή ομως που ο άνθρωπος του Θεού έκανε το σημείο του σταυρού πάνω από την καράφα με το φαρμακερό ποτό, που του έφεραν, το γυαλί έγινε θρύψαλα. Με το πρόσωπο ατάραχο και ειρήνη στην ψυχή, ανεξίκακος απέναντί τους, άφησε τους ανεπίδεκτους διόρθωσης και επανήλθε στην έρημο.

Προοδεύοντας σε αρετή και θεωρία, προσήλκυσε ικανό αριθμό μαθητών. Τους οργάνωσε σε δώδεκα μοναστήρια γύρω στα περίχωρα, το καθένα με δώδεκα μοναχούς και χωριστό προεστό που τον ενημέρωνε για τη ζωή στο κοινόβιο και την πνευματική πρόοδο καθε μοναχού. Ο Βενέδικτος ήταν ταυτόχρονα ο πνευματικός τους πατέρας και ζώσα προσωποποίηση της τέλειας τήρησης των μοναστικών κανόνων. Μεριμνούσε για κάθε υλική τους ανάγκη με τη βοήθεια της θείας χάρης, και διακρίνοντας τους μύχιους λογισμούς τους δεν δίσταζε με πατρική αγάπη να τους διορθώνει, μεταχειριζόμενος κάποιες φορές σωματικά επιτίμια, για να τους αναγκάσει να αποτινάξουν τις κακές συνήθειες.

Περί το 529 άφησε το Σουβιάκο επικεφαλής μιας μικρής ομάδας μαθητών. Τέλος έφθασαν στο όρος Κασσίνο, που υψωνόταν στο μέσο μεταξύ Ρώμης και Νάπολης, και στην κορυφή του υπήρχε ναός αφιερωμένος άλλοτε στη λατρεία του Απόλλωνα. Ο άγιος άρχισε να σπάει το έιδωλο και αναποδογύρισε το θυσιαστήριο για να μεταμορφώσει το ναό σε εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Μαρτίνο της Τουρ (11 Νοεμ.). Έκοψε τα δέντρα όπου οι κάτοικοι επιδίδονταν ακόμη στη λατρεία των ειδώλων, και κατάφερε να τους μεταστρέψει με τον αποστολικό του λόγο.

Σε εποχή σιτοδείας, με τη προσευχή του έκανε να πλεονάζουν στο μοναστήρι το σιτάρι και το λάδι, έτσι ώστε να αφήνονται οι μοναχοί να ενδιατρίβουν αμέριμνοι στο θείο έργο, από το οποίο τίποτε άλλο δεν αξίζει να προτιμάται.

Μια μέρα, επιστρέφοντας από τους αγρούς, είδε στην πόρτα του μοναστηριού το άψυχο σώμα ενός παιδιού που ο πατέρας του είχε αποθέσει εκεί. Κινούμενος από ευσπλαχνία ο Βενέδικτος παρακάλεσε τον Κύριο στο όνομα της πίστης του πατέρα του που θρηνούσε και το παιδί ζωντάνεψε.

Στους καιρούς εκείνους των πολέμων και των εισβολών, προανήγγειλε ότι την πτώση της Ρώμης, της άλλοτε πρωτεύουσας του κόσμου, θα τη διαδεχθεί η καταστροφή της Μονής Μοντεκασίνο από τους Λομβαρδούς (583;). Έχοντας ίσως κατά νου αυτη την προφητεία λίγο πριν την εκδημία του, συνέταξε τον Κανόνα του, που απέβη αληθινή χάρτα των μοναχών της Δύσης. Με βάση τα γραπτά των αγίων Πατέρων Παχωμίου, Βασιλείου και Κασσιανού και τα μοναστικά θέσμια που είχε υιοθετήσει στο μοναστήρι του, εκθέτει τις αρχές και τους νόμους λειτουργίας μιας κοινοβιακής μονής.

Λίγο καιρό ύστερα από τη θαυμαστή και στερνή συνομιλία του αγίου με την αδελφή του την αγία Σχολαστική (10 Φεβρ.) και την εκδημία της, καθώς στεκόταν νύχτα στο παράθυρο του προσευχόμενος, είδε ξάφνου ένα αστραποβόλο φως να καταυγάζει τα σκότη, και στο μέσο του θεώρησε τον κόσμο ολόκληρο συναγμένο θαρρείς κάτω από μια μοναδική ηλιαχτίδα. Υψωμένος πάνω από τον κόσμο και εκτός εαυτού χάρη στην ένωσή του με τον Δημιουργό, ο Βενέδικτος μπορούσε όντως να θεωρεί την όλη δημιουργία, όλα όσα υπάρχουν κάτω από τον Θεό, μέσα στο θείο φως που ανάβλυζε από την καρδιά του. Εχοντας φθάσει στα όρια της μέλλουσας ζωής είδε τότε, μέσα σε αυτό το φως, την ψυχή του Γερμανού, επισκόπου Καπούης, που ανέβαινε στα ουράνια.

Από τότε ο άγιος Βενέδικτος ανήκε πιο πολύ στον ουρανό παρά στη γη, και έχοντας προαναγγείλει την ημέρα της τελευτής του, πρόσταξε να ανοίξουν το μνήμα του, όπου πριν λίγο καιρό είχαν ενταφιάσει την αδελφή του, και ύστερα παρουσίασε υψηλό πυρετό. Είπε να τον οδηγήσουν στο παρεκκλήσιο, κοινώνησε και στέκοντας όρθιος, στηριζόμενος από τους αδελφούς, σήκωσε τα χέρια του ψηλά και παρέδωσε την ύστατη πνοή του ψιθυρίζοντας τα λόγια μιας στερνής προσευχής (περί το 560).

Πλήθος θαυμάτων ακολούθησαν, επιτελούμενα χάρη στα λείψανα του αγίου Βενεδίκτου. Ύστερα ομως από τη λεηλασία του μοναστηριού που προκάλεσαν οι Λομβαρδοί, τα λείψανα ξεχάστηκαν μέχρις ότου μοναχοί της Μονής του Φλερύ συρ Λουάρ ήλθαν και τα παρέλαβαν (673) για να τα μεταφέρουν στο μοναστήρι τους, που έλαβε το όνομα του αγίου (Άγιος Βενέδικτος συρ Λουάρ) και όπου μπορούμε και σήμερα ακόμη να τα προσκυνήσουμε.

 

Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Τόμος 3ος, Μάρτιος.
Εκδόσεις Ορμύλια

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου - Για την νηστεία.





Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου  Κατηχήσεις. 
Λόγος 11ος
Για την νηστεία.
Και ότι δεν πρέπει να τηρούμε και να αποδεχόμαστε με προθυμία την ωφέλεια της νηστείας στην πρώτη και μόνο εβδομάδα των νηστειών, αλλά είναι απαραίτητο να διατηρούν οι αγωνιστές την ίση και την ίδια προθυμία σε όλες τις εβδομάδες των νηστειών.
Αδελφοί και πατέρες, έπρεπε βέβαια να πούμε εμείς την περασμένη Κυριακή αυτά που τώρα πρόκειται να ειπωθούν από μας στην αγάπη σας. Αλλά, επειδή γνώριζα ότι όλο το χριστιανικότατο πλήθος, εννοώ το πλήθος των μοναχών και των λαϊκών, ο καθένας από μας τους πιστούς δηλαδή, υποδέχεται στην αγία και πρώτη εβδομάδα των νηστειών με θερμή προθυμία το καλό της νηστείας και ο καθένας βάζει εκούσια στον τράχηλό του χωρίς εξαίρεση το ζυγό της, και κανείς δεν είναι, ούτε από εκείνους που έχουν απελπισθεί εντελώς για τη σωτηρία τους και συμπεριφέρονται με αφοβία και με καταφρόνηση του Θεού, που να απορρίπτει σ’ εκείνη την εβδομάδα το νόμο της νηστείας και να μην εγκρατεύεται περισσότερο και ο ίδιος, όσο εξαρτάται από τον εαυτό του, μαζί με όλους τους άλλους, έρχομαι λοιπόν σήμερα να πω σ’ εσάς σύντομα και λιγοστά λόγια εξαιτίας της παρούσας περιόδου. 
Επειδή δηλαδή, όπως ειπώθηκε, όλοι οι πιστοί διανύουν με αγώνα την πρώτη εβδομάδα των νηστειών, που πέρασε, όταν όμως αυτή περάσει και φθάσει το Σάββατο, επειδή και η Εκκλησία του Θεού συμβαίνει να εορτάζει από παράδοση την εορτή του αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου, ή, μάλλον, να πω, την παράδοξη σωτηρία που έγινε από τον Θεό για τον πιστότατο λαό με την μεσολάβησή του, και επίσης, επειδή την Κυριακή, τελώντας την εορτή της ορθόδοξης πίστης, ψάλλουμε ευχαριστήριους ύμνους στον πανάγαθο Θεό μας, ο Πονηρός, που πάντοτε φθονεί τα καλά εισχωρώντας κρυφά στον καθένα από τους πιστούς και δεσμεύοντάς τον με τη ραθυμία και την αμέλεια, χωρίς να γίνεται ορατός, πείθει τον καθένα να απορρίψει καταφρονητικά από τον εαυτό του τον σωτήριο ζυγό της νηστείας και να επιστρέψει στην προηγούμενη συνήθεια˙ γι’ αυτό σας θυμίζω σήμερα και παρακαλώ την αγάπη σας και την πατρότητά σας να μην υπακούσετε διόλου στον εχθρό, ούτε να παρασυρθείτε από την κακή συνήθεια της αχόρταγης γαστριμαργίας, ούτε να επιστρέψετε στην παλαιά και μακρόχρονη εκπλήρωση των κακών επιθυμιών, αλλά ας τιμήσουμε και αυτή τη δεύτερη εβδομάδα των νηστειών, όπως τιμήσαμε την πρώτη, και στη συνέχεια και όλες τις υπόλοιπες εβδομάδες. 
Ναι, πατέρες και αδελφοί μου, ας ευεργετήσουμε τους εαυτούς μας, κάνοντας έτσι, και ας μην καταδεχθούμε να χάσουμε τώρα αυτά που συγκεντρώσαμε τότε, αλλά ας φροντίσουμε μάλλον να προσθέσουμε και να αυξήσουμε, αλλά και να μη θελήσουμε να γκρεμίσουμε τώρα κακώς αυτά που παλαιότερα κτίσαμε καλώς. Ας έχει ο καθένας από σας στο νου του την ωφέλεια από τη νηστεία, και ποια δωρεά απόλαυσε από τον Θεό σ’ αυτές τις λίγες μέρες, και ας γίνει στο εξής προθυμότερος. Διότι αυτή η γιατρός των ψυχών μας, η νηστεία δηλαδή, έχει συνήθεια, άλλου να περιορίζει το άναμμα της σάρκας και τις διεγέρσεις της, άλλου να καθησυχάζει το θυμό, άλλου να απομακρύνει τον ύπνο, άλλου να διεγείρει την προθυμία, άλλου να καθαρίζει το νου και να ελευθερώνει από τους κακούς λογισμούς, άλλου να δαμάζει την αδάμαστη γλώσσα και να τη συγκρατεί με το φόβο του Θεού, σαν με δυνατό χαλινάρι, και να μην την αφήνει διόλου να πει λόγια ανώφελα ή αισχρά˙ άλλου, χωρίς να φαίνεται, σκεπάζει και συγκρατεί τα μάτια που ρεμβάζουν, και δεν τα αφήνει να στρέφονται με περιέργεια εδώ και εκεί, αλλά κάνει τον καθένα πρόθυμο να εξετάζει τον εαυτό του, και τον διδάσκει να έχει στο νου του τα δικά του αμαρτήματα και ελαττώματα. Η νηστεία δηλαδή αραιώνει και απομακρύνει σιγά – σιγά το νοητό σκότος και το απλωμένο στην ψυχή κάλυμμα της αμαρτίας, όπως ακριβώς ο ήλιος απομακρύνει την ομίχλη. Η νηστεία κάνει να βλέπουμε με το νου τον πνευματικό αέρα, στον οποίο δεν ανατέλλει από μέρα σε μέρα, αλλά λάμπει πάντοτε ο άδυτος ήλιος, ο Χριστός ο Θεός μας. Η νηστεία, παίρνοντας βοηθό της την αγρυπνία, μπαίνει μέσα μας και μαλακώνει τη σκληρότητα της καρδιάς και κάνει να αναβλύζουν αντί για την προηγούμενη κραιπάλη πηγές κατάνυξης. Αυτό ακριβώς, παρακαλώ, αδελφοί, ας φροντίσουμε ο καθένας να γίνει και σ’ εμάς˙ διότι, αν γίνει αυτό, θα διασχίσουμε εύκολα με τη βοήθεια του Θεού όλη τη θάλασσα των παθών, και διαπερνώντας τα κύματα των πειρασμών του πονηρού, που μας τυρανεί πικρά, θα αγκυροβολήσουμε στο λιμάνι της απάθειας. 
Αυτά όμως, αδελφοί μου, δεν είναι δυνατόν να γίνουν σε μία μέρα, ούτε σε μία εβδομάδα, αλλά κατορθώνονται με πολύ καιρό και πόνο και κόπο, ή συντομότερα ή αργότερα, με τη δωρεά και τη χάρη του Θεού, ανάλογα με τη διάθεση και την προαίρεση του καθενός, και ακόμη ανάλογα με το βαθμό της πίστης και της καταφρόνησης των ορατών και των νοητών πραγμάτων˙ και επιπλέον, ανάλογα με τη θερμότητα της αδιάκοπης μετάνοιας και της ίδιας της ακατάπαυστης εργασίας, που γίνεται μέσα στο κρυφό ταμείο της ψυχής[1]. Όμως χωρίς νηστεία δεν μπόρεσε να κατορθωθεί ποτέ τίποτε από κάποιον, ούτε απ’ αυτά που είπαμε, ούτε καμία από τις άλλες αρετές διότι η νηστεία είναι η αρχή και το θεμέλιο κάθε πνευματικής εργασίας. 
Όσα λοιπόν θα οικοδομήσεις επάνω σ’ αυτό το θεμέλιο δεν πέφτουν και δεν γκρεμίζονται, σαν να οικοδομήθηκαν επάνω σε στερεά πέτρα˙ όταν όμως αφαιρέσεις αυτό το θεμέλιο και βάλεις στη θέση του τον χορτασμό της κοιλιάς και τις άπρεπες επιθυμίες, αυτά παρασύρονται από τους κακούς λογισμούς και από το ποτάμι των παθών σαν άμμος και καταστρέφουν ολόκληρη την οικοδομή των αρετών[2]. Για να μη γίνει όμως αυτό και σ’ εμάς, ας σταθούμε με χαρά επάνω στο στερεό θεμέλιο της νηστείας˙ ας σταθούμε, αδελφοί μου, καλά, ας σταθούμε με τη θέλησή μας˙ διότι εκείνος, που χωρίς τη θέλησή του, αναγκάζεται να ανεβεί στην πέτρα της νηστείας[5],παρασύροντας οπωσδήποτε τον εαυτό του από εκεί, τον γκρεμίζει στη λαθροφαγία, και τρώγοντας γίνεται ο ίδιος, χωρίς να καταλάβει, τροφή του πονηρού˙ διότι η νηστεία είναι θείος νόμος, και όσους τολμούν να τον παραβούν, τους παραλαμβάνει ο διάβολος σαν δήμιος, και τους μαστιγώνει˙ και αν όχι αμέσως, ούτε εκείνη τη στιγμή, επειδή ο Θεός μακροθυμεί σ’ εμάς και περιμένει τη μετάνοιά μας, ωστόσο δεν θα ξεφύγουμε οπωσδήποτε από τα χέρια του, ή εδώ ή στη μέλλουσα ζωή, αν επιμένουμε χωρίς μετάνοια στην αμαρτία, επειδή θα λάβουμε μαζί του την ίδια καταδίκη, αν ζούμε έτσι, και θα καταδικασθούμε να τιμωρηθούμε αιώνια απ’ αυτόν και μαζί μ’ αυτόν με τη δίκαιη κρίση του Θεού. Διότι, αν και ξεφεύγουμε την προσοχή των ηγουμένων μας, όμως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε συγχρόνως τον Δεσπότη και Θεό των ηγουμένων μας. 
Ας φυλαχθούμε λοιπόν, αδελφοί, όχι μόνο από τη λαθροφαγία, αλλά και από τον χορτασμό των φαγητών, που παρατίθενται για μας στην τράπεζα. Ναι, σας παρακαλώ, και δεν θα σταματήσω να σας παρακαλώ, να θυμηθείτε την αγία εβδομάδα, που πέρασε. Αναλογισθείτε, όπως είπα, την ωφέλεια από τη νηστεία και από την αγρυπνία, από την προσευχή και από την ψαλμωδία, αλλά και την κατήφεια και την ευλάβεια και τη σιωπή. Διότι μου φαινόταν τότε ότι το μοναστήρι ήταν σαν ακατοίκητο από ανθρώπους, αλλά κατοικούμενο μόνο από αγγέλους, επειδή δεν άκουγα διόλου κάποιον άλλο λόγο για τα βιοτικά πράγματα, παρά μόνο τη δοξολογία που αναπεμπόταν από σας στον Θεό και που είναι έργο των αγγέλων. Πιστεύω μάλιστα ότι, όπως ακριβώς κάνατε εσείς το έργο των αγγέλων, έτσι και οι άγγελοι βρίσκονταν αόρατα μαζί σας και συνέψαλλαν. 
Μη θελήσετε λοιπόν να χωρισθείτε με την πολυλογία και την αργολογία από τη συναναστροφή με τους αγγέλους, ούτε να κάνετε να απομακρυνθούν από σας με τις άτακτες φωνές ή τις άμετρες κραυγές σας οι άγγελοι, και σας πλησιάσουν, όπως πριν, οι δαίμονες, αλλά, ας προσέχει ο καθένας τον εαυτό του, και ας κάνει με επιμέλεια το εργόχειρό του και το διακόνημά του, σαν να υπηρετεί τον Θεό και όχι τους ανθρώπους[3] Διότι έχει γραφεί: «Είναι καταραμένος κάθε άνθρωπος, που κάνει τα έργα του Κυρίου με αμέλεια»[4]. 
Μην παραλείψετε, αδελφοί, να παροτρύνετε ο ένας τον άλλο στην ακρόαση των θείων αναγνώσεων κατά τις συνάξεις. Διότι, όπως ακριβώς στην ορατή τράπεζα παρακινούμε και παροτρύνουμε τους πλησίον μας να φάνε, και όσους αγαπούμε περισσότερο από τους άλλους, αυτούς τους εξαναγκάζουμε κιόλας, έτσι λοιπόν οφείλουμε και σ’ αυτή την ψυχοτρόφο τράπεζα να προσέχουμε και να παρακινούμε τους πλησίον μας, για να μην κατακριθούμε ότι δεν αγαπούμε ο ένας τον άλλο, και χάσουμε το γνώρισμα ότι είμαστε μαθητές του Χριστού. Διότι ο Χριστός λέει: «Απ’ αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο»[5]. 
Αυτός λοιπόν που δεν εξαναγκάζει τον φίλο του στην ορατή τράπεζα να φάει, συνήθως τον ωφελεί πάρα πολύ˙ εκείνος όμως που το κάνει αυτό στην πνευματική τράπεζα, εννοώ στην τράπεζα της ακρόασης των θείων λόγων, προξενεί ασυνήθιστη βλάβη σ’ αυτούς που τον πλησιάζουν. Διότι ο χορτασμός από τα φαγητά εκείνα συνηθίζει να φθείρει και να βλάπτει την ψυχή και το σώμα, ενώ αυτά που λέγονται εδώ από τους αγίους, και το νου φωτίζουν και την ψυχή αγιάζουν, και στο ίδιο το σώμα μεταδίδουν οπωσδήποτε με τη μεσολάβηση της ψυχής από τον αγιασμό, και το κάνουν υγιέστερο και δυνατότερο. 
Ας προσέχει λοιπόν ο καθένας στην ανάγνωση˙ διότι τα λόγια των αγίων είναι λόγια του Θεού και όχι των ανθρώπων. Ας βάλει ο καθένας αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά του και ας τα διατηρεί με ασφάλεια, επειδή τα λόγια του Θεού είναι λόγια ζωής[6] και αυτός, που τα έχει μέσα του και τα διατηρεί, έχει αιώνια ζωή[7]. Διότι, όταν συνήθως καθίσατε σε μία πλούσια τράπεζα, δεν νομίζω ποτέ ότι κάποιος από σας ραθύμησε και κυριεύθηκε διόλου από νύστα, και ότι δεν πήρε όχι μόνο αυτά που του αρκούσαν, αλλά ότι αποχώρησε, παίρνοντας με προθυμία και αυτά που χρειαζόταν για την αυριανή μέρα, και προθυμοποιήθηκε να τα μοιράσει ή σε κάποιους φίλους ή στους φτωχούς. Όπου όμως προσφέρονται λόγια ζωής και κάνουν αθάνατους εκείνους που τρέφονται από τα λόγια αυτά, πες μου, είναι δυνατό να κοιμάται κάποιος και να ραθυμεί, ή να νυστάζει και να ροχαλίζει, όπως ένας ζωντανός νεκρός; 
Πόση βλάβη! Πόση αναισθησία και νωθρότητα! Εκείνος που κάθεται στην τράπεζα και δεν έχει όρεξη να φάει απ’ αυτά που είναι μπροστά του, στερείται ολοφάνερα από τη φυσική του υγεία˙ έτσι και αυτός, που ακούει θεία ανάγνωση και δεν εντρυφά ψυχικά, με ανέκφραστη ευχαρίστηση και άυλη όρεξη, με τρόπο δηλαδή άυλο στα άυλα και θεία λόγια, και αυτός, που δεν γεμίζει νοε΄ρα από τη γλυκύτητά τους όλες του τις αισθήσεις, είναι ασθενής στην πίστη και εντελώς άγευστος από τις πνευματικές δωρεές, και λειώνει από την πείνα και τη δίψα, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε πολλά αγαθά. Διότι, όπως ακριβώς ένας νεκρός, που λούζεται με νερό, δεν νιώθει τίποτε, έτσι και αυτός, αν και λούζεται από τα ζωηφόρα και θεία νάματα του λόγου, δεν το αισθάνεται. 
Όσοι λοιπόν έχετε μέσα σας λόγο ζωής, όσοι φθάσατε να φάτε αυτό τον άρτο του λόγου, όσοι δεν γίνατε νεκροί, αλλά γίνατε από νεκροί ζωντανοί και γευθήκατε την αληθινή ζωή και αποκτήσατε ευσπλαχνία προς τον πλησίον, που τη λάβατε από τον εύσπλαχνο Θεό, να μη σταματήσετε, αν είναι δυνατό, να παροτρύνετε και να παρηγορείτε και να νουθετείτε τους πλησίον σας και όλους, αλλά, σαν να είναι αυτοί δικά σας μέλη, ή, μάλλον, σαν να είναι μέλη του Χριστού και υιοί του Θεού, να προθυμοποιηθείτε να τους παιδαγωγείτε, να τους επιτιμάτε και να τους ελέγχετε, όχι για να τους λυπήσετε, αλλά για να τους ελευθερώσετε από την πατρική οργή και αγανάκτηση˙ ούτε για να τους βλάψετε, αλλά για να ωφελήσετε στο έπακρο, κάνοντάς τους να εκπληρώσουν τα θελήματα του Θεού και Πατέρα τους. 
Αν κάνετε έτσι και αν έτσι ξυπνά ο καθένας από σας τον αδελφό του, για να τον παροτρύνει στην αγάπη και στα καλά έργα, σύντομα θα ανεβούμε όλοι στο ύψος των αρετών, και θα αναδειχθούμε εκπληρωτές των εντολών του Θεού και θα επιτύχουμε ομόψυχα τη βασιλεία των ουρανών, στο όνομα το ίδιου του Χριστού του Θεού μας, στον οποίο αρμόζει κάθε δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Υποσημειώσεις.
1. Πρβ. Ματθ. 6, 6
2. Πρβ. Ματθ. 7, 24-27
3. Πρβ. Κολ. 3, 23
4. Ιερ. 31, 10
5. Ιω. 13, 34-35
6. Πρβ. Ιω. 6, 68
7. Πρβ. Ιω. 5, 24

Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα (Νεοελληνική απόδοση).

Εκδόσεις: Περιβόλι της Παναγίας. Μάιος 2017

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΗΧΟΣ ΠΛ.Β ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

ΗΧΟΣ πλ.β’

    

ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΠΑΥΛΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ.

Οὐ ἡ ἀκροστιχίς.
Δός μοι Παρθένε δάκρυα μετανοίας.

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. β’. Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας.
Δέσποινα θρῆνον προσδέχου ἐκ ῥυπαρᾶς, καρδίας Πανάμωμε, καί χειλέων ἐναγῶν, καί ἐκ ῥύπου πλῦνον με παθών, καί πταισμάτων χαλεπῶν, ἶνα δοξάζω σε.

Ὄμβρους δακρύων μοι δίδου σαῖς προσευχαῖς, Παναγία Δέσποινα, ὅπως κλαύσωμαι θερμῶς, ἅπερ ἐπλημμέλησα ἐν γῆ, καί ῥυσθῶ ἀναμενούσης με κολάσεως.

Στέναξον κλαῦσον ψυχή μου καί σεαυτήν, ἀπεντεῦθεν πένθησον, ἐκβοῶσα, τῷ Χριστῷ, τῆς Μητρός οἰκτῖρμον ταῖς λιταῖς, τόν ὑπεύθυνον φρικτῆς ῥῦσαι γεέννης με.

Μή μου τόν θρῆνον ἀπώσῃ ἡ τήν πηγήν, τοῦ ἐλέους, τέξασα ἀλλ’ εὐσπλάγχνως ἀγαθῇ, σῶ ἰλεῷ ὄμματι ψυχῆς, Θεοτόκε τῆς ἐμῆς πάθη θεράπευσον.

ᾨδὴ γ’. Οὑκ ἔστιν ἅγιος.
Οὑκ ἔστιν ἄλλος ἐν βροταίς, ὁ τά ἄθεσμα πράξας, καί ἀσώτως βιώσας, ὤσπερ ἐγώ ἀγαθῇ, ἐν ἀσελγείαις δεινῶς, τό γάρ θεῖον, βάπτισμα ἐμόλυνα.

Ἰδού ἐπῆλθον ἐπ’ ἐμέ, ὤσπερ μάστιγες πάσαι, τοῦ ἐχθροῦ αἱ κακίαι βαρυνθεῖσαι γάρ σφοδρῶς, προσώζεσαν καί ψυχῆς, ἀπειλοῦσι, παντελῆ κατάπτωσιν.

Πολλά τά πλήθη τῶν ἐμῶν, Θεοτόκε πταισμάτων, δία τοῦτο σοι πίστει προσπίπτω ἀναβοῶν, ἐν ὤρα τῆ φοβερᾷ ἰλεώσαι, ὅνπερ εσωμάτωσας.

Ἀγία Δέσποινα ἐμέ, τόν ὑπεύθυνον πάσης, ἐξελοῦ καταδίκης παρρησίαν πρός Θεόν, ὡς ἔχουσα μητρικήν, καί νυμφῶνι, τούτου με καταξίωσον.

ᾨδὴ δ’. Χριστός μου δύναμις.
Ῥοήν μου δώρησαι δακρύων Δέσποινα, ὅπως πλύνῳ τόν ῥύπον τόν τῆς ψυχῆς, καί εὕρω ὁ ἄθλιος, ὅπερ ἀπώλεσα κάλλος, συμβουλίᾳ τῆ τοῦ ὄφεως.

Θεέ μου εὔσπλαγχνε, Χριστέ φιλάνθρωπε, θελητά τοῦ ἐλέους νῦν ἐπ’ ἐμοί, ῥᾶνον σου τό ἔλεος, ἐκδυσωπεῖ σε ἡ ἐλπίς καί προστάτις μου καί Μήτηρ σου.

Ἐμέ τόν ἄσωτον, τόν παροργίσαντα, ὑπέρ πάντας ἀνθρώπους τόν σόν Υἱόν, αἰωνίων λύτρωσαι, βασάνων μόνη ἡ ἐλπίς, τῶν πιστῶν Θεογεννήτρια.

Νομήν κατέπαυσας,θανάτου τέξασα, τήν ζωήν τῶν ἁπάντων, ὅθεν κάμε, νεκρωθέντα ζώωσον, ταῖς ἁμαρτίαις καί ζωῆς, αἰωνίου καταξίωσον.

ᾨδὴ ἕ’. Τῷ θείω φέγγει σου.
Ἐχθρός με πράττοντα καθορῶν, πᾶσαν ἀνομίαν ἀναιδῶς, ἐπιγελᾷ μου τοῖς πταίσμασι˙ ῥῦσαι με τῆς τούτου αἰχμαλωσίας ἁγνή, καί τρέψον εἰς αἰσχύνην αὑτοῦ τόν γέλωτα.

Διάσωσόν με ἀπό παθών, θλίψεων καί βλάβης πονηρῶν, τῶν ἐναντίων καί λύτρωσαι, τούτων τῆς ἐνέδρας τήν ταπεινήν μου ψυχήν, μή εἴποιεν πρός τοῦτον ἁγνή ἰσχύσαμεν.

Ἀδίκων λύτρωσαι με χειρῶν, γλώσσης τε δολίας καί δεινῶν, χειλέων Κόρη Θεόνυμφε, πᾶσαν γάρ ἐθέμην τήν προσδοκίαν μου, ἐν σοι μή αἰσχυνθείην καθικετεύω σε.

Καρδίας δίδου μοι συντριβήν, καί δακρύων Κόρη ὀχετούς πτωχείαν τε τήν τοῦ Πνεύματος˙ ὅπως μου θρηνήσω Θεοχαρίτωτε, κακῶς μοι τά πραχθέντα ὡς θρήνων ἄξια.

ᾨδὴ στ’. Τοῦ βίου τήν θάλασσαν.
Ῥοήν τῶν δακρύων μου, τήν μικράν καί πενιχράν, προσδεξαμένῃ Δέσποινα, ὡς ἐκλεκτόν εὐῶδες καί καθαρόν, μύρον καί θυμίαμα, τῆς δυσώδους με ῥῦσαι παθών σχέσεως.

Ὑπέκυψα πάθεσι, μακρυνθείς ἀπό Θεοῦ ἀσώτως ὁ πανάθλιος, ὀν δυσώπησον σῶσαι με ἀγαθῇ, πρός σε γάρ κατέφυγον, καί στολαῖς με ταῖς πρώην καταλάμπρυνον.

Ἁγίων Ἀγγέλων σε, τήν εὐπρέπειαν ὑμνῶ, καί δυσωπῶ Πανάμωμε, τά ἀπρεπῆ ἀπέλασον ἀπ’ ἐμοῦ δαιμόνων φαντάσματα, ἐν γαλήνῃ τηροῦσα τήν καρδίαν μου.

Μή κῦμα καλύψῃ με, μή ποντίση καταιγίς, μή ἀφανίσῃ πέλαγος, μή καταδύσῃ θάλασσα καί βυθός, πικράς ἀπογνώσεως, ἁλμυράς ἀπωλείας Κόρη Πάναγνε.

Κάθισμα. Ἦχος πλ. β’. Ἐλπίς τοῦ κόσμου ἀγαθή.
Ἀπό καρδίας στεναγμούς, καί ἐκ σπλάγχνων σοι φέρω, τήν σήν Πανάμωμε αὑτῶν, εὐμενῇ προστασίαν, ἐλέησον τήν παναθλίαν μου ψυχήν, ἰλέωσον τόν πολυέλεον Θεόν, ῥυσθῆναι με τῆς κρίσεως, καί λίμνης τοῦ πυρός μόνη εὐλογημένῃ.

ᾨδὴ ζ’. Δροσοβόλον μέν.
Ἐπί σε τήν πᾶσαν Δέσποινα ἐλπίδα μου, ἀνέθηκα ὁ ἄθλιος, μή ἀποστρέψῃς ἀπ’ ἐμοῦ, τό πρόσωπον τό σον˙ μή σπλάγχνα φιλάνθρωπα τά σά, κλείσῃς μοι Μήτηρ τοῦ Θεοῦ ἀλλά βοήθει μοι.

Τῶν πταισμάτων βυθιζόμενον τῷ κλύδωνι, ἀνάγαγε Θεόνυμφε, καί πρός θεῖον με ἀπαθείας ἴθυνον ἁγνή, λιμένα βοῶντα ευλαβώς˙ εὐλογητός εἰ ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Ἀνομίας ἐργαστήριον γεγένημαι, καί πάσης ἐργασίας αἰσχράς, καταγώγιον καί δοχεῖον φαύλων εννοιών˙ ἀλλ’ ὦ πολυύμνητε ἁγνή, δοχεῖον ἅγιον Θεοῦ σύ με ἁγίασον.

Νοερᾶς ὡς Βαβυλῶνος τῆς συγχύσεως, δυνάστης ὁ Ἀσσύριος νοῦς, ἑπταπλασίως, λογισμῶν ἐμπύρων ἐν ἐμοί, ἐξέκαυσε κάμινον αγνή˙ ἐν ἤ με ἄφλεκτον τῆ σή δρόσῳ συντήρησον.

ᾨδὴ ἡ’. Ἐκ φλογός τοῖς Ὁσίοις.
Ὁρατῶς τῆ εἰκόνι σου παριστάμενος ᾳὀράτως δοκῷ σοι ζώσῃ παρίστασθαι, Μῆτερ τῆς ζωῆς, μετά δέους δεόμενος, ἐχθρῶν ἀοράτων, καί ὁρατῶν με ῥῦσαι.

Ἱκεσίαν Παρθένε Θεῶ προσάγαγε, τάς ψυχάς ἡμῶν σώσαι Θεοχαρίτωτε, καί τῆς τῶν παθών ἐνοχῆς ἡμᾶς ρύσασθαι˙ καί τῆς τῶν δαιμόνων κακίστης ἐπηρείας.

Ἁμαρτίας τόν σάκκον τόν σκοτεινόν καί τραχύν, διαρρήξασα ἔνδυσον σωτηρίαν με, καί τήν ἀληθῇ εὐφροσύνην περίζωσον, ἶνα σε δοξάζω ἁγνῇ εἰς τούς αἰῶνας.

Συμπαθείας ἡ ἄβυσσος ἡ ἀπέραντος, εὐσπλαγχνίας ἡ θάλασσα ἡ ἀμέτρητος, τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ἑτοίμῃ βοήθεια, σῶσον με Παρθένε τόν σόν ἀχρεῖον δοῦλον.

Αἰνοῦμεν. 

Ὁ Εἱρμός.
Ἐκ φλογός τοῖς Ὁσίοις δρόσον επήγασας, καί δικαίου θυσίαν ὕδατι ἔφλεξας, ἅπαντα γάρ δράς Χριστέ μόνῳ τῷ βούλεσθαι, σε ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Θεόν ἀνθρώποις ἰδεῖν.
Παθών κλυδώνιον συνταράσσει με, καί ἡδονῶν βυθίζει με εἰς χάος Πανάμωμε, κυβερνήτην Χριστόν ἡ κυήσασα, χεῖρα μοι βοηθείας ἔκτεινον σῶσον με, μόνη σωτηρίᾳ, τῶν πιστῶν καί ἀπολύτρωσις.

Ἀεί τήν σκέπην σου καί ἀντίληψιν, χειραγωγόν αἰτοῦμαι συμπαρεῖναι μοι Δέσποινα, ἐξαιρέτως ἐν ὤρα τῆς κρίσεως, καί ἐν τῆ τῆς ἐξόδου, ὅτε ζοφώδης μοι, φάλαγξ τῶν δαιμόνων πονηρᾷ ἐπισυστήσεται.

Ὑλώδους σχέσεως με ἀπάλλαξον, καί καθαρῶς ἀΰλῳ τῷ νοῖ ἐνοπτρίζεσθαι, ἐν νυκτί καί ἡμέρα παράσχου μοι, σε τήν ἐμήν ἐλπίδα Θεογεννήτρια, τό φώς τήν ζωήν, τόν γλυκασμόν καί ἀγαλλίαμα.

Λαβών τόν πλοῦτον ἐκ σου τῆς χάριτος, τῆς σής Χριστέ ἀσώτως μέν αὑτόν διεσκόρπισα, κολληθείς δε πολίταις ἐπτώχευσα, φαύλαις φιληδονίαις, λόγοις καί πράξεσιν, ἀλλά ταῖς λιταῖς τῆς σής Μητρός οἰκτῖρμον σῶσον με.

Προσόμοια. 

Τριήμερος ἀνέστης.
Χαῖρε ὁ θησαυρός τῆς ζωῆς, χαῖρε λυχνίᾳ πάγχρυσε, χαῖρε στάμνε, μάννα φέρουσα Χριστόν, τόν πάντων βασιλέα, χαῖρε ἡ ἁγνῇ Παρθένε, χαῖρε ἡ λύσις τῆς ἀρχαίας ἀρᾷς.

Χαῖρε τῆς Ἐκκλησίας σεμνή, ὁ πύργος ὁ ἀσάλευτος, χαῖρε μόνη προστασίᾳ τῶν πιστῶν, χαῖρε τοῦ κόσμου δόξα, ὑπερευλογημένῃ, χαῖρε βροτῶν τό καταφύγιον.

Χαῖρε ἡ ἀγλαόκαρπος, μηλέα ἐξ ἦς ἔφυσε, μῆλον θεῖον, καί πανεύοσμον ἁγνῇ, χαῖρε ῥοιά, γλυκείᾳ, κοκκοβαφής Παρθένε, χαῖρε ἡ σκέπῃ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κινδύνοις συνεχόμενον, καί θλίψεσι τόν δοῦλον σου, Θεοτόκε, μή παρίδῃς ἀγαθῇ, ἀλλ’ οἴκτειρον καί σῶσον, ἐλπίς ἀπηλπισμένων, καί τῶν δεινῶν με ἐλευθέρωσον.

Δημοφιλείς αναρτήσεις