Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Οι τρεις προτροπές του Χριστού: Ένας οδηγός πνευματικής ανάρρωσης


ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
ε΄ 1 – 15

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  28 Μάϊου του 2006 

Η πηγή του mp3 για την απομαγνητοφώνηση της ομιλίας  είναι η floga.gr

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3εδώ   

Ένας ακόμη κυριακάτικος φωταγωγικός περίπατος, μέσα από τα κείμενα τα ευαγγελικά που διαβάζονται εδώ τις Κυριακές, ανοίχθηκε μπροστά μας: μέσα από το γνωστό κείμενο της θεραπείας του παραλύτου, το οποίο η Εκκλησία μας, όπως γνωρίζετε και το ζείτε, το εντάσσει μέσα σε αυτή την περίοδο της αναστάσιμης ευωχίας και φωταγωγίας.

Και έχει λόγο η Εκκλησία που το κάνει αυτό το γεγονός. Και, όπως λένε οι Πατέρες, επειδή εμείς παραλύσαμε, λόγω του εσκοτισμένου νου μας, στη σχέση μας με τον Θεό, και την ώρα που παραλύσαμε και δεν υποτασσόμαστε στον Θεό, ταυτόχρονα και το σώμα, το οποίο ήταν υποταγμένο στην ψυχή, παρέλυσε, γι’ αυτό πεθαίνει. Η επιστροφή θα γίνει αντίστροφα: Αν ξεπεράσουμε την παραλυσία της σχέσης μας με τον Θεό. Και ταυτόχρονα, η μέλλουσα Ανάσταση θα λειτουργήσει από τώρα στη ζωή μας, όταν το σώμα μας και αυτό θα υποταχθεί στην ψυχή που είναι υποταγμένη στον Θεό, και έτσι θα λειτουργήσει η Ανάσταση.

Έτσι λοιπόν, κείμενο που φαίνεται να γιατρεύει ο Χριστός έναν παράλυτο ανοίγεται μπροστά μας μεν, αλλά ταυτόχρονα κείμενο, όχι μόνο απλώς βαθιά παιδαγωγικό και διδακτικό – θα ήταν πολύ φτωχό να το έλεγα – βαθιά θεραπευτικό και οδηγός στην Ανάσταση το σημερινό το κείμενο. Και να το προσδιορίσουμε μέσα από το κάλλος το πολυποίκιλο που έχει μεν, αλλά οπωσδήποτε, επειδή ο χρόνος μόνο για μια πτυχή μας προσδιορίζει να προσεγγίσουμε, είναι αρκετός να καταλάβουμε τη δυναμικότητά του και τη θεραπευτική του.

Δεν ξέρω αν προσέξατε στο κείμενο αυτό, πολλοί δεν το προσέχουμε γιατί είναι πολύ γνωστό, πως ενώ ο Χριστός θεραπεύει αυτόν τον παράλυτο, και μάλιστα τρεις φορές του απευθύνει τον λόγο με τρεις καίριες προτάσεις, αυτός ο παράλυτος ο θεραπευμένος δεν γνωρίζει ποιος τον θεραπεύει. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ξεκινούν από εκεί την ανάλυση του κειμένου. Είναι κλεισμένος στον εαυτό του και θέλει να θεραπευτεί. Αλλά ακριβώς δεν μπορεί να καταλάβει τίποτε. Ούτε καταλαβαίνει αυτό που τον σώζει και τον θεραπεύει. Και ο Χριστός δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Γιατί ο Χριστός δεν προβάλλεται, δεν διαφημίζεται, δεν καθηλώνει. Ο Χριστός θέλει να θεραπεύσει μεν, που είναι κι η επιθυμία του αρρώστου, αλλά όπως θέλει ο Χριστός και όχι όπως θέλει ο άρρωστος. Γιατί το κλεισμένο αυτό του νοός του του παραλύτου είναι κλεισμένο για όλα. Θέλει εγωιστικά να θεραπευτεί: γι’ αυτό που θέλει εκείνος. Αλλά ο Χριστός το κάνει για όλα. 

Πρώτο λοιπόν σημείο. Ο Χριστός κρύβεται.  Και απευθύνεται με τρεις προτάσεις σε αυτόν τον παράλυτο. Να θυμίσω τις προτάσεις. Το πρώτο είναι ένα ερώτημα: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Το δεύτερο είναι μια εντολή, του λέει «ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει». Και το τρίτο είναι μια προτροπή: «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Παραμένει ο παράλυτος να μην γνωρίζει τον Χριστό και ο Χριστός και πάλι δεν νοιάζεται.

Το πρώτο το ερώτημα: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;»  Θα ρωτούσατε, «Γιατί τον ρωτάει ο Χριστός; Υπάρχει άνθρωπος που να μην θέλει να θεραπευτεί;». Βεβαίως, γιατί θέλουμε όλοι να θεραπευτούμε εγωιστικά, όπως είπα πριν από λίγο, κατά τα μέτρα που εμείς θέλουμε και εκεί που εμείς θέλουμε. Το ερώτημα λοιπόν είναι καίριο: «Θέλεις να θεραπευθείς, αλλά όπως θέλω Εγώ, όχι όπως θέλεις εσύ, δηλαδή ολοκληρωτικά, σώματι και ψυχή». Λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας πως με αυτό το ερώτημα ο Χριστός διεγείρει εδώ τον παράλυτο να σκεφτεί βαθύτερα. Είναι ερώτημα που τον σπρώχνει, δεν τον πιέζει, αλλά ρωτάει αν θέλει κάτι βαθύτερο: «θέλεις;» Και, όπως λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, εδώ διεγείρει το θέλημά του, καλλιεργεί το θέλημά του, να θέλει, αλλά να θέλει αυτό που θέλει ο Θεός. Και αυτό θέλει πολλή δουλειά. Και αυτό γίνεται μυστικά μέσα από τη χάρη του Θεού. Οποιοσδήποτε άνθρωπος που είναι χαμένος, κουρασμένος, διαλυμένος, η Εκκλησία τον προσεγγίζει μεν θεραπευτικά, αλλά προσπαθώντας με ένα μυστικό, σεβαστικό, βαθύ, αγαπητικό τρόπο να διεγείρει και να αναστήσει πάνω του το θέλημα, όχι απλώς το τι θέλει εκείνος, αλλά αυτό που θέλει ο Θεός. Και είναι η πρώτη βασική δουλειά που μπορούμε και εμείς να κάνουμε, συνεργώντας στη θεραπεία μας, αν θέλουμε να αρχίσουμε μια άλλη τροπή στη ζωή μας: να θέλουμε αυτό που θέλει ο Θεός. Και είναι το πρώτο, «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;».

Και μετά υπάρχει η εντολή. Και πάλι η εντολή φαίνεται αυτονόητη. Λέει, «πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα», είναι αυτονόητο, αλλά εδώ κάνει ο παράλυτος μια κίνηση, κάνει μια σωματική κίνηση, ενεργοποιείται. Προσέξτε, το σώμα του, το οποίο αποσυνδέθηκε από την υποταγή στον Θεό και στην ψυχή του, να ακολουθήσει αυτό που του λέει ο Χριστός: κάνει κάτι σωματικό. Και αρχίζει και κινείται ολόκληρος, κινείται ολόκληρο το σώμα αλλά όπως θέλει ο Χριστός κινείται, όχι όπως θέλει αυτός. Ακόμη και η οριζόντια θεραπεία μας είναι μια κίνηση του πώς θέλει ο Θεός να κινηθούμε. Είναι πολύ αυτονόητο να πω «πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε», αλλά εδώ το λέει ο Χριστός και ξέρει πού θα τον πάει παίρνοντας το κρεβάτι του, δεν τον πάει οπουδήποτε θέλει εκείνος [ο ίδιος]. Όπου θέλει ο Χριστός θα τον πάει αυτόν που κινείται με το κρεβάτι του.

Και μετά υπάρχει η προτροπή: «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Εδώ είναι το ουσιαστικό, βλέπουμε αυτό το καθηλωτικό, το οριστικό. Θα έλεγα, αν τολμούσα να το πω και δεν στεναχωριόσασταν: το απόλυτο! Γιατί ο Χριστός το λέει «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Και εδώ ολόκληρος ο άνθρωπος διεγείρεται. Αν γιατρευτεί, δεν μπορεί να πηγαίνει ποτέ πίσω, «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε» είναι μια προτροπή, και πάλι μια μυστική προτροπή. Και ρωτούν τον παράλυτο οι άλλοι, «Ποιος σε έκανε καλά; Και λέει, «Δεν ξέρω»! Και ενώ ξανά έρχεται ο Χριστός, δεν ρωτάει αυτός, και ο Χριστός ακόμη συνεχίζει μυστικά να φέρεται μαζί του και αγαπητικά. Και διαγράφεται, μέσα από αυτή την πορεία, από αυτά τα τρία ερωτήματα- προκλήσεις-προτάσεις του Χριστού και προτροπές, όλη η δική μας θεραπευτική πορεία, και πια η πορεία προς την Ανάσταση τη δική μας. Γιατί, όπως είπα στην αρχή, επειδή αποσυνδεθήκαμε από τον Χριστό μας, το θέλημά μας είναι δικό μας θέλημα, εγωιστικό. Η ζωή μας, οι κινήσεις είναι δικές μας εγωιστικές κινήσεις. Το ό, τι κάνουμε είναι δικό μας, εγωιστικό. Ακόμη και το πώς θα χαράξουμε τη ζωή μας είναι εγωιστικό. Και εδώ Εκείνος λέει «Ακούστε Εμένα, ακολουθήστε Εμένα», και όλα συνδέονται με Εκείνον, και η ψυχή και το σώμα. Και τότε πια, επειδή όλα συνδέθηκαν μαζί Του, και η ψυχή και το σώμα, τότε ξεπερνιέται ο θάνατος και δεν μπορεί να υπάρχει θάνατος! Γιατί  θάνατος είναι να χωριστεί ο άνθρωπος από τον Θεό και να χωριστεί το σώμα από την ψυχή που έχει πάνω του την εικόνα του Θεού. Και όλα γίνονται Ανάσταση. 

Και εδώ, η πρόταση αυτή της Εκκλησίας μας, σήμερα, δεν είναι απλά μια πρόταση για να ακούσουμε ένα ωραίο, θαυμαστό γεγονός ενός θαύματος. Είναι μια πρόταση πολύ βαθιά και ένα χάραγμα ουσιαστικό για τη μνήμη που έχουμε μέσα μας και την καθημερινή ανάμνηση της Αναστάσεως που πρέπει να λειτουργείται πάνω μας! Ακολουθώντας λοιπόν την πορεία αυτού του κειμένου, μπορούμε, αν το θέλουμε –  και μακάρι να το θέλουμε, με τη χάρη του Θεού – να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο στη ζωή μας: Να θέλουμε αυτό που θέλει ο Θεός, ψυχή τε και σώματι.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Κυριακή του Παραλύτου | π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος



Aπομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  του Παραλύτου στις  
18 Μάϊου του 1997 

 Οι βηματισμοί που κάνει η Εκκλησία κάθε Κυριακή μετά την Ανάσταση θέλουν ακριβώς να προσδιορίσουνε το πώς η Ανάσταση, αυτό το μεγάλο γεγονός, θα γίνει και δική μας πραγματικότητα. Όπως την πρώτη Κυριακή μετά την Ανάσταση η Εκκλησία πρότεινε το ξεπέρασμα της απιστίας, μετά πρότεινε το άνοιγμα στο Χριστό χωρίς φόβο μέσα από τις Μυροφόρες, έρχεται σήμερα να κάνει έναν ακόμη βηματισμό, για τον προσδιορισμό της Αναστάσεως πάνω μας, επιλέγοντας να προβάλλεται σήμερα αυτό το γεγονός της θεραπείας του Παραλύτου, που φυσικά συνέβη πριν από την Aνάσταση του Χριστού μας, αλλά το γεγονός δηλώνει πολλά και υποβοηθεί σε αυτό το ήθος. Αν θα μπορούσα να το πω με μία πρόταση το τι προσδιορίζει η σημερινή Κυριακή, είναι ότι, για να μπορείς να αναστηθείς μαζί με τον Χριστό, θα σταματήσεις την αυτό-θεραπεία σου. Γιατί η θεραπεία λειτουργιέται σε ένα χώρο κοινωνικό, από το Χριστό και μέσα από άλλα επίπεδα.  
 Τις απλές λέξεις, οι οποίες προσδιόριζαν το κείμενo σήμερα, μπορεί και o οποιοσδήποτε απλούς αναγνώστης να τις καταλάβει και να τις σημειώσει. Ότι ο Χριστός μπορεί βέβαια να θεραπεύσει μόνος του, με μία αμεσότητα,  αλλά εδώ πέρα το κείμενο έχει ένα περίγυρο, προσώπων μεν, αλλά και πραγμάτων. Υπάρχει η κολυμβήθρα, υπάρχει το νερό, και μάλιστα κάτι πολύ προβληματικό: ένα νερό το οποίο ταράζεται. Και μάλιστα ακόμη κάτι πιο προβληματικό: όποιος μπαίνει πρώτος μέσα στον νερό γίνεται καλά – θαρρείς  και υπάρχει ένα στοιχείο «πρωτιάς» και διαγωνισμού. Και πάλι κατεβαίνει Άγγελος και ταράττει το ύδωρ. Γιατί ο Χριστός θα μπορούσε ο ίδιος να θεραπεύσει άμεσα ή ο ίδιος να κινήσει το ύδωρ. Βλέπετε όλα αυτά, πριν ακόμη να τα προσδιορίσουμε ερμηνευτικά, δηλώνουν ένα χώρο γενικότερο, ένα χώρο κοινωνικό, προσωπικών γεγονότων, αλλά και συμμετοχής στο χώρο της Αναστάσεως άλλων πραγμάτων που ανήκουνε στη φύση την υλική.  
 Πολύ λίγο να τα προσδιορίσουμε, για να καταλάβετε πώς ακριβώς εδώ πέρα η Εκκλησία μας προβάλλει την κατάργηση της αυτό-θεραπείας με δικές μας μεθόδους. Και τότε μόνο θα μπορούμε να αφεθούμε στα χέρια του Χριστού που θα μας οδηγήσει στην Ανάσταση. Οι ερμηνευτές Πατέρες, ομιλώντας μεν για την κολυμβήθρα, την προσδιορίζουνε και τη λένε ότι είναι η Εκκλησία. Και αλλού η Εκκλησία λέγεται κολυμβήθρα, είναι η κολυμβήθρα της σωτηρίας. Εξάλλου, η κολυμβήθρα μέσα στην οποία βαπτιζόμαστε δηλώνει αυτά τα πρώτα βήματά μας τα οποία κάνουμε μέσα σε αυτή την Εκκλησία, στο χώρο της Εκκλησίας μέσα. Υπάρχει το ύδωρ, το οποίο ταράσσεται.  Λένε οι Πατέρες οι ερμηνευτές: η Εκκλησία είναι ένας χώρος ζωντανός, εδώ μέσα δεν υπάρχει τίποτε νεκρό. Όλα εδώ μέσα έχουν μια ζωντάνια, αλλά μία απλή ζωντάνια. Πόσο απλό είναι να κινηθεί το νερό μέσα σε ένα χώρο περιορισμένο όσο είναι μία κολυμβήθρα, μεγάλη ή μικρή, όσο και να την προσδιορίζετε! Τα κύματα και η δίνη, η οποία θα δημιουργηθεί από αυτή την ταραχή του ύδατος, είναι ελάχιστη. Κι όμως εδώ χρειάζεται μια ζωντάνια η οποία δεν εκπλήσσει, η οποία δεν συγκλονίζει, η οποία δεν φοβίζει, αλλά υπάρχει μια ζωντάνια. Μια ζωντάνια μυστική, λένε οι Πατέρες. Είναι αυτό το οποίο κρύβεται πίσω από αυτή την ταραχή του ύδατος. Μια ζωντάνια που μπορεί να την καταλάβει μόνο εκείνος ο οποίος θέλει να την καταλάβει.  
 Μόνο εκείνος ο οποίος μπορεί να πει ότι (είναι) «ο πρώτος εμβάς» μετά την ταραχή του ύδατος. Εκείνος που μπορεί πια να καταλάβει αυτή την μυστική ζωντάνια που λειτουργεί εδώ πέρα μέσα, εκείνος είναι «ο πρώτος», αυτός έχει μια μοναδικότητα. «Ο πρώτος» για τους ερευνητές Πατέρες είναι αυτός που έχει τη μοναδικότητα. Η λέξη «πρώτος» δηλώνει μοναδικότητα. Θυμηθείτε που ο Θεός λέει ο ίδιος για τον εαυτό του στην Αγία Γραφή πως «εγώ ειμί Θεός πρώτος», που σημαίνει έχει μία μοναδικότητα, δεν υπάρχει Θεός έτερος. Εκείνος λοιπόν που μπορεί να δει αυτή τη μοναδικότητα αυτού του χώρου – που  μοναδικότητα του χώρου είναι ότι έχει πράγματα τα οποία έχουν ζωντάνια μέσα τους. Και αυτή τη ζωντάνια θα τη δεις πέρα από τα ανθρώπινα στοιχεία όσων μετέχουν σε αυτή τη κολυμβήθρα. Βλέπετε, δεν απογοητεύεται χρόνια τόσα ο παράλυτος, πλάι σε άλλους τόσους ασθενείς οι οποίοι θέλουν και αυτοί να γίνουνε καλά, και πιθανώς θα γκρίνιαζαν, θα διαμαρτυρόντουσαν. Αυτός συλλαμβάνει, και στέκεται εκεί, συλλαμβάνει τη μοναδικότητα αυτής της κινήσεως. Εδώ υπάρχει μία ζωή, η όντως ζωή. Και η όντως ζωή μες στη ζωή μας υπάρχει έτσι μυστικά. 
 Και όποιος είναι κοντά σε αυτή την κολυμβήθρα που λέγεται Εκκλησία θα συλλάβει αυτή την όντως ζωή με ένα μυστικό τρόπο, που δεν γίνεται τίποτε εκκωφαντικό, τίποτε με πάταγο, όλα λειτουργούνται με ένα μυστήριο άδηλο, το οποίο σε κάνει να αποκτήσεις, στη ζωή μέσα, μια μοναδικότητα, μια «πρωτιά». Δηλαδή δεν σε πιάνουν οι ταραχές του κόσμου, ούτε γίνεσαι μάζα, και να ακολουθείς τα δυνατά του κόσμου και τις δίνες του κόσμου. Και επειδή ακριβώς πιάνεις ότι εδώ υπάρχει μία ζωντάνια, μία πολύ μυστική ζωντάνια, εσύ γίνεσαι «πρώτος» πάνω στη γη, γιατί ακριβώς έχεις μάτια να πιάσεις αυτή τη ζωντάνια. Και μπαίνεις σε αυτή τη κολυμβήθρα, και αυτή του τη ζωντάνια θέλεις να αγκαλιάσεις, και πίσω από αυτήν κρύβεται ο Χριστός. Ο οποίος, για να κρυφτεί και ακόμη περισσότερο, βάζει έναν Άγγελο να ταράττει το ύδωρ. Είναι ο Χριστός που κρύβεται συνεχώς, και την ώρα που κρύβεται, προβάλλει τους αγίους Αγγέλους, τη ζωντάνια που υπάρχει εδώ πέρα μέσα.  
 Και τότε η θεραπεία σου πια πάνω στη γη γίνεται θεραπεία, γιατί συλλαμβάνεις όλον τον χώρο τον κοινωνικό. Δε λες «εγώ και ο Χριστός μόνο, να Τον είχα εγώ και να μην τελειώναμε ποτέ τη σχέση μας». Να γιατί έγινε ο Χριστός άφαντος, όταν τον είδαν οι μαθητές – στο πρωινό Ευαγγέλιο  το ακούσαμε, το δρόμο προς Εμμαούς – και Τον είδαν και έγινε άφαντος. Γιατί θέλει να βάλει και άλλα στοιχεία στη ζωή μας. Γιατί πρέπει να γίνουμε κοινωνικοί με όλα, με τα πρόσωπα και με τα πράγματα. Και δια των στοιχείων και δια των ανθρώπων και δι' όλων των στοιχείων της γης, ο Χριστός δοξάζεται! 
 Έτσι λοιπόν μας βάζει να ανοιχτούμε, να ανοίξουμε τον νου, την καρδιά μας, τις αισθήσεις μας – η  μεγάλη θεραπεία των αισθήσεων. Ο Άγγελος, ο Χριστός, το νερό, η ταραχή του ύδατος, όλα αυτά μας ζωογονούν, μας ζωντανεύουν! Δεν είμαστε αρρωστημένοι τύποι, οι οποίοι, ακόμη και αν τον Χριστό αγαπούμε, λέμε «και να έβλεπα τον Χριστό και να γινόμουνα καλά». Στρέφουμε τη ματιά μας παντού και πίσω από όλα βλέπουμε τον Χριστό, γιατί Εκείνος τα έφτιαξε όλα εκείνα.  
 Και εδώ πέρα πια καταργείται οποιαδήποτε μορφή αυτό-θεραπείας ή μεμονωμένης θεραπείας. Πίσω από όλα βλέπεις τον Χριστό: πίσω από το νερό, πίσω από την ταραχή του ύδατος, πίσω από τη κολυμβήθρα, πίσω από τον Άγγελο που κατεβαίνει, είναι Εκείνος, ο οποίος γίνεται άνθρωπος για σένα –έλεγε «άνθρωπον ουκ έχω»… Και οποιοσδήποτε άνθρωπος πια δηλώνει για σένα τον Χριστό! Και αν δεν έχεις άνθρωπο, είναι ο κάθε άνθρωπος που φέρει μέσα του την εικόνα του Χριστού. Και τότε μόνο μπορεί να θεραπευτείς, αν δεις σε κάθε άνθρωπο την εικόνα του Χριστού! Αν δεις πίσω από τις μικρές κινήσεις ζωής τη ζωντάνια του ύδατος, αν δεις πίσω από όλα το Χριστό! Αυτό δηλώνει αυτή η περικοπή. Ανοίγει τις καρδιές αυτή η περικοπή! Και σπάζει την παραλυσία του νου μας και την παραλυσία της καρδιάς μας. Γιατί η καρδιά μας και ο νους μας είναι παράλυτοι. Γιατί κάνουμε προσπάθεια μεμονωμένης, κρυμμένης, κλειστής θεραπείας ή αυτό-θεραπείας, θέλουμε έτσι ή αλλιώς να θεραπευτούμε.  
 Ο Χριστός λέει: τίποτα άλλο, αφεθείτε στην κολυμβήθρα! Και κοιτάξτε πίσω από όλα, πίσω από το νερό, πίσω από τον αέρα, πίσω από τους ανθρώπους, να δείτε Εμένα! Και Εγώ θα τους θεραπεύσω όπως Εγώ θέλω. Απλώς κοιτάξτε! Κοιτάξτε τον κόσμο, κοιτάξτε τα γύρω σας. Αυτό το «κοιτάξτε» φωνάζει η θεραπεία του σημερινού παραλύτου και γι’ αυτό είναι και πρώτος και γι’ αυτό έχει αυτή την πρωτιά, γι’ αυτό έχει τη μοναδικότητα! Γι’ αυτό οι Χριστιανοί γίνονται έτσι μοναδικοί πάνω στη γη! Έχουν αυτή την πρωτιά γιατί βλέπουνε μέσα από όλα και πίσω από όλα το Χριστό, και δεν τους πιάνει πια καμιά ταραχή άσχημη του κόσμου. Και εκεί πέρα γίνονται άνθρωποι οι οποίοι πανηγυρίζουνε τη ζωή! Εκείνος που δεν πανηγυρίζει τη ζωή όπως την έκανε ο Χριστός είναι παράλυτος! Είναι εκείνος που σέρνεται. Και εμείς προσπαθούμε, όντας κοντά στο Χριστό, να αγγίξουμε Εκείνον και χάνουμε όλα τα άλλα τα πράγματά του κόσμου. Κι έτσι ακριβώς γινόμαστε κι εμείς παράλυτοι. Έχοντας κοντά μας τον Χριστό! Και είναι μεγάλη τραγωδία!  
 Αυτός ήταν ο τρίτος βηματισμός μετά την Κυριακή της Αναστάσεως, που η Εκκλησία μάς βάζει να συμπορευτούμε μαζί της, να γίνουμε όντως άνθρωποι αναστημένοι. Ευχή πραγματική είναι να τον ακολουθήσουμε αυτό το βηματισμό και να πιάσουμε, πίσω από τα ανθρώπινα και μέσα από τα ανθρώπινα, όλη αυτή την ευλογημένη ταραχή, την κίνηση, τη ζωντάνια, την σωτηρία του κόσμου, που λειτουργείται. Όποιος πιάσει αυτή τη ζωντάνια πια, αυτή τη σωτηρία του κόσμου που λειτουργείται προς Ανάσταση, δεν μπορεί να χάσει με τίποτα και δεν χάνει τίποτε στη ζωή! Είναι ο άνθρωπος που δεν τον «πιάνει» τίποτε! Πιάστε αυτή τη ζωντάνια, τη λειτουργική ζωντάνια της Εκκλησίας μας! Και εκεί πάνω να σταθείτε! Και τότε η ζωή σας θα γίνει μία απέραντη ευλογία! Ε, και τότε φυσικά, πού να σας πιάσει οποιαδήποτε παραλυσία, νου, καρδιάς, σώματος κι άλλων αισθήσεων. Ευχή λοιπόν, ο τρίτος βηματισμός να γίνει έντονος πάνω μας για να πάμε και στα παραπέρα!

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου 

 Ελένη Κονδύλη 

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Κυριακή του Παραλύτου Συναξάρι Πεντηκοσταρίου

Κυριακή του Παραλύτου 
Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 
Την τέταρτη Κυριακή από το Πάσχα τελούμε τη μνήμη τού Παραλύτου και όπως ταιριάζει εορτάζουμε αυτό το μεγάλο θαύμα. 
Το θαύμα αυτό τοποθετήθηκε σ’ αυτή την ημέρα γιατί ο Χριστός το έκανε κατά τον καιρό που οι Εβραίοι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή. 
Όταν δηλαδή ο Κύριος ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα για την εορτή αυτή, πήγε στην Κολυμβήθρα που είχε πέντε καμάρες, και που την είχε κτίσει ο Σολομών. Αυτή ονομαζόταν Προβατική, διότι εκεί έπλεναν τα εντόσθια των προβάτων που θυσιάζονταν στον Ναό· ή πιθανόν (από το πρώτος - βαίνω) επειδή ο πρώτος που έμπαινε σ’ αυτήν όταν ο άγγελος, μια φορά το χρόνο, ανατάραζε το νερό, γινόταν υγιής. 
Βρήκε λοιπόν εκεί ο Κύριος έναν άνθρωπο κατάκοιτο τριάντα οκτώ χρόνια επειδή δεν είχε ποιον να τον βάλει στο νερό. (Από αυτό μαθαίνουμε πόσο καλό είναι η καρτερία και η υπομονή). Και επειδή έμελλε να δοθεί το Βάπτισμα που καθαρίζει κάθε αμαρτία, ο Θεός οικονόμησε στην Παλαιά Διαθήκη να γίνονται με νερό θαύματα, ώστε όταν έρθει το βάπτισμα, να γίνει εύκολα δεκτό. 
Πλησίασε λοιπόν ο Ιησούς αυτόν τον παράλυτο, που λεγόταν Ίαρος, και τον ρώτησε, και πήρε την απάντηση ότι δεν έχει κάποιο βοηθό. Και ο Χριστός, ξέροντας ότι είχε λιώσει τόσα χρόνια στην αρρώστια, του είπε: «Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα». 
Και αμέσως ο παράλυτος βρέθηκε υγιής, σήκωσε στους ώμους το κρεβάτι του –για να μη νομιστεί φαντασία το θαύμα– και πήγαινε στο σπίτι του. Ήταν όμως Σάββατο, και οι Ιουδαίοι τον εμπόδιζαν να περπατά, αλλ’ αυτός αποκρίθηκε ότι έτσι τον πρόσταξε εκείνος που τον θεράπευσε - γιατί δεν Τον γνώριζε, επειδή ο Ιησούς, καθώς μαζεύτηκε κόσμος, έφυγε και κρύφτηκε. 
Αργότερα ο Χριστός τον βρήκε στον Ναό και του είπε: «Πρόσεξε, έγινες υγιής, μην αμαρτάνεις πια, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο». 
Αυτό -λένε κάποιοι, αλλά όχι ορθά- το είπε ο Χριστός επειδή αυτός έμελλε να του δώσει ράπισμα μπροστά στον αρχιερέα Καϊάφα και να κληρονομήσει χειρότερο πειρασμό, να βασανίζεται στην αιώνια φωτιά όχι τριάντα οκτώ χρόνια αλλά για πάντα. Μάλλον όμως ο Κύριος με τα λόγια αυτά του έδειξε ότι από τις αμαρτίες του έπαθε την ασθένεια της παραλυσίας. 
(Ωστόσο οι αρρώστιες δεν προέρχονται όλες από αμαρτίες, αλλά και από φυσικά αίτια και από πολυφαγία και απροσεξία και πολλά άλλα). 
Όταν ο παράλυτος έμαθε ότι ο Ιησούς είναι αυτός που τόν θεράπευσε, το είπε στους Ιουδαίους, και εκείνοι για εκδίκηση ζητούσαν να θανατώσουν τον Χριστό διότι δήθεν κατέλυσε το Σάββατο. Αυτός τους έλεγε πολλά εξηγώντας ότι είναι θεάρεστο το να κάνει κανείς το καλό και κατά το Σάββατο, και ότι Αυτός είναι που έδωσε την εντολή του Σαββάτου, και είναι ίσος με τον Πατέρα, και όπως Εκείνος εργάζεται, έτσι και Αυτός εργάζεται. 
Το θαύμα του παραλύτου εορτάζεται αυτή την περίοδο διότι και αυτό έγινε την Πεντηκοστή, όπως και το της Σαμαρείτιδος και του τυφλού. Διότι τον Θωμά και τις Μυροφόρες τους εορτάζουμε προς βεβαίωση της Αναστάσεως του Χριστού, ενώ τα άλλα μέχρι την Ανάληψη διότι έγιναν τον καιρό της εβραϊκής Πεντηκοστής και τα μνημόνευσε ο ευαγγελιστής Ιωάννης. 
Με το άπειρο έλεός Σου, Χριστέ ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν.

Ομιλία εις την Κυριακήν του Παραλύτου / Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος


Ομιλία εις την Κυριακήν του Παραλύτου 
Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος
Στό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος – κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει;
Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη . Τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους.

Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες. Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα». Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει.

Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής. Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; – Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν – ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ;
Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο. Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας. Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή – ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει – δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει.

Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική; Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας. Σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;

Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; Καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται. Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γιαυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο; Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης;

Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή. Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον. Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο. Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι.

Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση. Τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός. Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή. Τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα.

Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων. Δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήν ἐπιδιώκουν;

Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ̉ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Ἁγ.Ματρώνα ἡ ἀόμματος

 

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ - ΕΔΩ 

ΠΗΓΗ : ΕΔΩ
Ἁγία Ματρώνα γεννήθηκε στὶς 22 Νοεμβρίου 1881 σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς ἀχανοῦς ρωσικῆς γῆς, τὸ Σέμπινο. Οἱ γονεῖς της Δημήτριος καὶ Ναταλία ἦταν χωρικοί, ἄνθρωποι εὐλαβεῖς, βιοπαλαιστὲς καὶ φτωχοί. Εἶχαν τέσσερα παιδιὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἡ Ἁγία ἦταν ἡ μικρότερη. Ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειάς τους οἱ γονεῖς της, κυρίως ἡ μητέρα της, δὲν ἤθελε σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ προβεῖ σὲ βρεφοκτονία. Σχεδίαζε λοιπὸν νὰ ἀφήσει τὸ μικρότερο παιδί της σὲ ὀρφανοτροφεῖο ὅταν θὰ γεννιόταν. Μὲ θαυματουργικὴ ὅμως ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ ἕνα προφητικὸ ὄνειρο, τὴν κράτησε καὶ τὴν ἀνέθρεψε.
Στό Ἅγιο Βάπτισμα τὸ κοριτσάκι, τὸ ὁποῖο γεννήθηκε ἀόμματο, ὀνομάσθηκε Ματρώνα πρὸς τιμὴν τῆς Ὁσίας Ματρώνας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει (ἑορτάζει στὶς 9 Νοεμβρίου). Από πολὺ νωρὶς φάνηκε ἡ θεία της ἐκλογή. Διηγοῦνται καὶ γιὰ ἕνα ἐξωτερικό, σωματικὸ σημάδι αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς της ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἐπάνω στὸ στῆθός της εἶχε ἕνα σταυροειδὲς γρομπαλάκι ἢ μᾶλλον τὸν ἀχειροποίητο ἐπιστήθιο σταυρό της. Θαυμαστὰ γεγονότα συνέβαιναν ἀπὸ τὴν βρεφική της ἡλικία. Ἀφηγοῦνταν ἡ μητέρα της σὲ μιὰ φίλη της πὼς τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευὲς ἡ Ἁγία δὲν θήλαζε. Κοιμόταν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ξυπνήσει ὥστε νὰ θηλάσει. 
Η Ἁγία ἦταν ἐντελῶς ἀόμματη, δηλαδὴ οἱ κόγχες ἦταν κενὲς καὶ ἐντελῶς κλειστὲς ἀπὸ τὰ ματόφυλλά της. Προικίσθηκε ὅμως ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ὄραση πνευματική. Ἀπήντησε ἡ ἴδια σὲ κάποια πνευματική της κόρη, ἡ ὁποία τὴν συμπόνεσε ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου: «Ὁ Θεὸς μιὰ φορὰ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ μοῦ ἔδειξε τὸν κόσμο καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματα Του. Εἶδα τὸν ἥλιο, τὰ ἄστρα στὸν οὐρανὸ καὶ ὅλα ὅσα βρίσκονται στὴ γῆ, τὴν ὀμορφιὰ τὴν ἐπίγεια, τὰ βουνά, τοὺς ποταμούς, τὸ πράσινο χορτάρι, τὰ λουλούδια καὶ τὰ πουλάκια...». 
Ἀπό πολὺ μικρὴ ἀγωνιζόταν στὴν προσευχή. Συνήθιζε τὶς νύχτες νὰ κατεβάζει τὶς εἰκόνες ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι στὸ τραπέζι καὶ νὰ κάνει προσευχὴ καὶ χαιρόταν μ’ αὐτές. Τὰ παιδιὰ πολλὲς φορὲς τὴν πείραζαν καὶ τὴν ἐμπαίζανε. Τὴν βάζανε σὲ ἕνα λάκκο καὶ περιεργάζονταν πῶς ψηλαφώντας ἔβγαινε ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι. Ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν ἀπὸ νωρὶς ἔπαυσε νὰ παίζει μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ καὶ νὰ μένει στὸ σπίτι. 
Νωρὶς φάνηκε καὶ τὸ διορατικὸ - προορατικὸ καὶ θεραπευτικό της χάρισμα. Γνώριζε ἁμαρτίες, σκέψεις καὶ πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἔνοιωθε κινδύνους, προγνώριζε συμφορές, προέβλεπε θεομηνίες. Μὲ τὶς εὐχές της θεραπεύονταν πλῆθος ἀρρώστων, οἱ ὁποῖοι κατέκλυαν τὸ σπίτι της προερχόμενοι ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ χωριό της ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅλη τὴν γύρω περιοχὴ στὴν ὁποία εἶχε ἀρχίσει σιγὰ σιγὰ νὰ γίνεται γνωστή, αὐτὸ τὸ μικρὸ κοριτσάκι. Ἦταν πιὰ βοήθεια γιὰ τὸ σπίτι της καὶ ὄχι βάρος, ἀφοῦ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει τῆς πήγαιναν καὶ πολλὰ ἀγαθὰ θέλοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ τὴν εὐχαριστήσουν γιὰ τὴν προσευχή της. 
Ἀναφέρεται ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ τὸ ἑξῆς θαῦμα: Τέσσερα χιλιόμετρα μακρυὰ ἀπὸ τὸ χωριό της ζοῦσε ἕνας ἄνδρας παράλυτος στὰ πόδια. Ἡ Ἁγία εἶπε: «Τὸ πρωΐ ἂς ξεκινήσει γιὰ μένα ἕρποντας. Μέχρι τὶς τρεῖς θὰ’ ρθεῖ». Διήνυσε ἕρποντας ἐκεῖνα τὰ τέσσερα χιλιόμετρα καὶ γύρισε πίσω θεραπευμένος μὲ τὰ ἴδια του τὰ πόδια. 
Οἱ γονεῖς της εἶχαν βαθειὰ εὐλάβεια καὶ πραγματικὰ ἡ Ἁγία μεγάλωσε μέσα στὴν ἐκκλησία. Σὲ κάθε λατρευτικὴ εὐκαιρία βρισκόταν στὸ Ναὸ γιὰ τὶς ἀκολουθίες εἴτε μὲ τοὺς γονεῖς της εἴτε μόνη της, ὅταν μεγάλωσε. Μέσα στὴν ἐκκλησία εἶχε καὶ μόνιμη θέση ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου στὸ δυτικὸ τοῖχο. Ἐκεῖ στεκόταν ὄρθια καὶ παρακολουθοῦσε τὶς ἀκολουθίες. 
Στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία τῆς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ πάει σὲ προσκυνήματα. Μιὰ κοπέλα, κόρη ἑνὸς πλουσίου εὐγενοῦς τῆς περιοχῆς τὴν ἔπαιρνε μαζί της σ’ αὐτά τὰ ἰδιαίτερα ταξίδια στὶς Λαῦρες τοῦ Κιέβου καὶ τοῦ Ἁγ.Σεργίου, στὴν Πετρούπολη κ.ἀ. Λέγεται ἀκόμη ὅτι σὲ μιὰ ἐπίσκεψή της στὴν Κροστάνδη, στὸν ναὸ ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ἐκεῖνος μετὰ ἀπὸ μιὰ Θ.Λειτουργία παρεκάλεσε τὸν κόσμο νὰ παραμερίσει γιὰ νὰ περάσει ἡ δεκατετράχρονη τότε Ματρώνα. Εἰς ἐπήκοον ὅλων μάλιστα εἶπε: «Ἔλα, Ματρώνουσκα, ἔλα σ’ ἐμένα. Ἰδοὺ ἔρχεται ἡ ἀντικαταστάτριά μου, ὁ ὄγδοος στύλος τῆς Ρωσίας!», προμηνύοντας μ’ αυτὸν τὸν λόγο του τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἁγ.Ματρώνας γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ρωσικὸ λαὸ στὰ χρόνια τῶν μελλοντικῶν διωγμῶν. 
Δυὸ χρόνια μετὰ ἡ Ἁγία καθηλώθηκε ἐξ αἰτίας μιᾶς παράλυσης στὰ πόδια. Παρέμεινε καθιστὴ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της. Ποτὲ στὰ πενήντα χρόνια ποὺ ἔζησε παράλυτη δὲν παραπονέθηκε καὶ δὲν γόγγυσε γιὰ τὴν ἀσθένειά της, παρὰ βάστασε ταπεινὰ τὸν βαρὺ σταυρό της. 
Προεῖδε σὲ μικρὴ ἀκόμη ἡλικία τὴν ἐπανάσταση ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει καθὼς ἐπίσης καὶ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρου καὶ τῆς οἰκογένειάς του. Προέβλεψε ἐπίσης καὶ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ τὴ νίκη τῆς Ρωσίας ἐπὶ τῶν Γερμανικῶν στρατευμάτων. 
Μὲ ἐνέργειές της δὲ ἀγιογραφήθηκε καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «Τῶν ἀπολωλότων ἡ ἀναζήτησις», τὴν ὁποία εἶδε κατ’ ἐπανάληψη σὲ ὅραμα. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα, ἡ ὁποία τοποθετήθηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ της, ἔγινε τὸ πρῶτο τοπικὸ προσκύνημα, δοξασμένο μὲ πολλὰ θαύματα. Στὶς ἀνομβρίες λιτάνευαν τὴν εἰκόνα καὶ πραγματικὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν προλάβαιναν νὰ φθάσουν μέχρι τὰ σπίτια τους καὶ ἄρχιζε ἡ βροχή. 
Δυστυχῶς ὅμως κάποια στιγμὴ ἦλθε ἡ κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση καὶ τὸ περιβάλλον στὸ χωριό της ἔγινε ἀρκετὰ δυσάρεστο γιὰ ἐκείνην. Μάλιστα οἱ ἀδελφοί της ἔγιναν μέλη τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔγινε καὶ τὸ ἡγετικὸ στέλεχος τοῦ χωριοῦ, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τὴν παρουσία της ἀφόρητη γιὰ ἐκείνους. Φοβοῦνταν ἀκόμη καὶ τὴ σύλληψη. Μετακόμισε λοιπὸν στὴν Μόσχα τὸ 1925, ἐκεῖ ὅπου ἔζησε σχεδὸν ὅλα τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς της, βοηθώντας πλήθη δυστυχισμένων, καταπονουμένων, ξεκομμένων ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, μὲ ψυχικὲς ἀσθένειες καὶ διεφθαρμένη τὴ συνείδηση. Πολλοὺς ἔσωσε μὲ τὴν προσευχή της καὶ καθοδήγησε στὴ σωτηρία. 
Στὴ Μόσχα δὲν ἀπέκτησε ποτὲ σταθερὴ κατοικία καὶ γι’ αὐτὸ περιπλανιόταν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ γνωστοὺς καὶ συγγενεῖς, σὲ σπιτάκια, διαμερίσματα καὶ ὑπόγεια. Ἔγινε ἔτσι μιὰ ἄστεγη ὁδοιπόρος. Κάποια πνευματική της κόρη τὴν βρῆκε μιὰ φορὰ σὲ ἕνα σπιτάκι ἀπὸ κόντρα πλακὲ ποὺ τῆς εἶχε δώσει κάποιος προσωρινά. Ἂν καὶ ἀκόμη φθινόπωρο μόλις καὶ μετὰ βίας κατόρθωσε νὰ ξεκολλήσει τὰ μαλλιά της ἀπὸ τὸν τοῖχο ὅπου εἶχαν κολλήσει ἀπὸ τὴν παγωνιά. Κάποιες κατοικίες τὶς ἐγκατέλιπε βιαστικὰ προβλέποντας τὸν ἐρχομὸ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν θλίψεων. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖς ὁπουδήποτε χρειαζόταν ἄδεια διαμονῆς ἀπὸ τὴν ἀστυνομία. Οἱ μὴ ἔχοντες τέτοια ἄδεια συλλαμβάνονταν καὶ πολλὲς φορὲς ἐπιχειρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀστυνομία ἡ σύλληψή της ἀλλὰ κάτι τέτοιο στάθηκε ἀδύνατο. Ἔτσι λοιπὸν ἔσωζε καὶ τὸν ἑαυτό της ἀλλὰ καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν φιλοξενοῦσαν. 
Διηγεῖται μιὰ πνευματική της κόρη ὅτι κάποτε ποὺ ἦλθε ἕνας ἀστυνομικὸς νὰ τὴν συλλάβει ἐκείνη τὸν προειδοποίησε γιὰ τὴν σύζυγό του, ἡ ὁποία καιγόταν στὸ σπίτι ἀπὸ μιὰ γκαζιέρα ποὺ εἶχε ἁρπάξει φωτιά. Ἐκεῖνος ἔφυγε τρέχοντας καί ἔτσι ἔσωσε τὴν γυναῖκά του προλαβαίνοντας νὰ τὴν πάει στὸ νοσοκομεῖο. 
Ὅλη της ἡ ζωὴ πέρασε μὲ τὸ νὰ ὑποδέχεται τὸ πρωΐ τὸν κόσμο καὶ τὸ βράδυ μὲ τὴν προσευχή· ἀπὸ τοὺς συχνοὺς σταυροὺς δημιουργήθηκε στὸ μέτωπό της ἕνα λακκάκι - τὸ ἴχνος τῶν δακτύλων της. Τὸν σταυρό της τὸν ἔκανε ἀργὰ ἀργά, μὲ θέρμη, τὰ δακτυλάκια της ψάχνανε τὸ λακκάκι. Ποτὲ δὲν πλάγιασε γιὰ ὕπνο, σὰν τοὺς παλαιοὺς ἀσκητές, ἀλλὰ μισοκοιμόταν ἀκουμπώντας στὸ πλευρὸ μὲ προσκεφάλι τὴ γροθιά της. Λέγεται ὅτι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπισκέπτονταν μὲ πονηρὸ σκοπὸ τοὺς ἔδιωχνε. Ἐπίσης κάποιοι τὴν θεωροῦσαν κάτι σὰν «λαϊκὴ κομπογιανίτισσα», ἡ ὁποία ξεματιάζει. Βέβαια ὅλοι αὐτοί, ὅταν τὴν γνώριζαν ἄλλαζε ἡ ζωή τους, καταλάβαιναν ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπαιρναν στροφὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν μυστηριακὴ ζωή. Ἀπαιτοῦσε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν πλησίαζαν γιὰ διαφόρους λόγους πίστη στὸ Θεὸ καὶ διόρθωση τῆς ἁμαρτωλῆς τους ζωῆς. Συμβούλευε ὅλους νὰ ἐκκλησιάζονται ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή, νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Σ’ ὅλους δὲ ἔλεγε νὰ φοροῦν πάντοτε ἐπιστήθιο σταυρό. 
Ὅπου καί ἂν πήγαινε, σ’ ὅποιο σπίτι καί ἂν φιλοξενοῦνταν ἔφερνε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἠρεμία στὶς ψυχές. Ἐκεῖ πλέον ἐπικρατοῦσε ἕνα κλίμα ἁγιότητος, χαρᾶς, ἡ θέρμη τῆς Θείας Χάριτος. 
Ἡ ἐξωτερική της ἐμφάνιση ἦταν ἡ ἑξῆς: εἶχε κοντὰ πόδια, χέρια μικροκαμωμένα σὰν μικροῦ παιδιοῦ. Καθόταν συνήθως μὲ τὰ πόδια της χιαστὶ ἐπάνω στὸ κρεββάτι καὶ τὰ μαλλιὰ της χνουδωτά, ἴσια χωρισμένα στὴ μέση. Τὰ μάτια κολλητὰ κλεισμένα. Τὸ πρόσωπο φωτεινό. Ἡ φωνὴ γλυκειά. Ἄλλοτε χαριτολογοῦσε μὲ τοὺς ἀνθρώπους καί ἄλλοτε τοὺς ἔλεγχε μὲ δριμύτητα καὶ τοὺς νουθετοῦσε. Δὲν ἦταν αὐστηρὴ γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ἀλλὰ ἐπιεικής, συμπονετική, θερμή, εὐσπλαγχνική, πάντα χαρούμενη. Δὲν ἔκανε κηρύγματα καὶ διδασκαλίες. Ἔδινε στὸν ἄνθρωπο μιὰ συγκεκριμένη συμβουλὴ τί πρέπει νὰ κάνει στὴ μία ἢ στὴν ἄλλη περίπτωση, ἔκανε προσευχὴ καὶ ἔδινε τὴν εὐχή της. Ἦταν γενικὰ ὀλιγόλογη καί ἀπαντοῦσε στοὺς ἐπισκέπτες λακωνικά, μὲ λίγα λόγια. 
Δίδασκε νὰ μὴν κατακρίνει κανεὶς τὸν πλησίον του, νὰ ἐμπιστεύεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ ζεῖ μὲ προσευχή, νὰ ὑπομένει τὶς θλίψεις. Νὰ κάνει συχνὰ τὸ σταυρό του, θωρακίζοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Τίμιο Σταυρό. Συνιστοῦσε συχνὴ Μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καὶ ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἰδιαιτέρως τοὺς ἡλικιωμένους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Ἔλεγε: «ἅμα ἄνθρωποι γέροι, ἄρρωστοι ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχασαν τὰ μυαλά τους σᾶς λένε κάτι δυσάρεστο ἢ προσβλητικό, μὴν τοὺς ἀκοῦτε, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ τοὺς βοηθᾶτε. Μὲ ὅλη τὴν ἐπιμέλεια πρέπει νὰ βοηθᾶ κανεὶς τοὺς ἀρρώστους καὶ νὰ τοὺς συγχωράει ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ ποῦν, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν». 
Συνιστοῦσε ἐπίσης νὰ μὴ δίνει κανεὶς προσοχὴ στὰ ὄνειρα, διότι μέσω αὐτῶν μπορεῖ ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ στενοχωρήσει ἢ νὰ μπερδέψει μὲ λογισμούς. Προέτρεπε τὶς γυναῖκες νὰ μὴν χρησιμοποιοῦν διάφορα φτιασίδια διότι αὐτὰ διαστρέφουν τὴν φυσικὴ ὀμορφιὰ ποὺ ἔχει δώσει ὁ Θεὸς στὸν καθένα. Ἔλεγε ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ δέχεται κανεὶς ἰατρικὴ βοήθεια· «τὸ σῶμα εἶναι τὸ σπιτάκι ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, πρέπει νὰ κάνουμε καμμιὰ ἐπισκευή. Ὁ Θεὸς ἔκανε βότανα, διάφορα φάρμακα καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ περιφρονοῦμε». Καί ἀκόμη: «Ἀδικοχαμένος γίνεται κανείς, ὅταν ζεῖ χωρὶς προσευχή». Ἔνοιωθε ἀκόμη στὴν ψυχή της, καταλάβαινε ἔντονα τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ ποὺ προκαλοῦσε τὸ ἀθεϊστικὸ περιβάλλον καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ καί ἀμετανόητη ζωή. Γι’ αὐτὸ ἀγωνιζόταν νὰ βοηθήσει ὅλες τὶς πνευματικὰ ἄρρωστες ψυχές. Κουραζόταν τόσο πολὺ ὥστε στὸ τέλος τῆς ἡμέρας δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ μιλήσει μὲ τοὺς δικούς της καὶ μόνο σιγὰ ἀναστέναζε, ἀκουμπώντας τὸ κεφάλι στὴν παλάμη της. Κάθε μέρα ἦταν γεμάτη ἀπὸ θλίψεις καὶ στενοχώριες ἀνθρώπων πού ἔρχονταν πρὸς αὐτήν. Βοηθοῦσε ὅμως, παρηγοροῦσε καὶ θεράπευε. Γίνονταν πολλὲς θεραπεῖες δι’ εὐχῶν της. Ἔπιανε μὲ τὰ δυό της χέρια τὸ κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου, τὸν θέρμαινε μὲ τὴν ἁγιότητά της. Αὐτὸς ἔφευγε ἀναπτερωμένος, ἀλλὰ ἐκείνη μετά, ὅλη τὴ νύχτα, ἔκανε προσευχὴ καὶ ἀναστέναζε. 
Ἡ ἀρετή της συνίστατο στὴ μεγάλη ὑπομονή, ἡ ὁποία προερχόταν ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιάς της καὶ τὴ θερμὴ ἀγάπη της πρὸς τὸν Θεό. Δίδασκε ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ μὲ ὅλο τὸ βίο της. Ζοῦσε χωρὶς κατοικία, περιουσία καὶ προμήθειες. Ζοῦσε μὲ προσφορὲς χωρὶς καί αὐτὲς νὰ τὶς ἔχει πάντα. Εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνη της στὸν Κύριο. Ἔλεγε: «δὲν πρέπει νὰ φοβᾶται κανεὶς τίποτα, ὅσο φοβερὸ καὶ ἂν φαίνεται αὐτό. Βλέπεις, κουβαλᾶνε ἕνα μωρὸ μὲ τὸ ἐλκηθράκι καὶ δὲν τὸ νοιάζει τίποτα! Ὅλα θὰ τὰ κανονίσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος!». 
Αὐτὴ λοιπὸν ἦταν ἡ Ἁγία Ματρώνα ἡ ἀόμματος. Τρεῖς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμησή της ὁ Κύριος τῆς ἀπεκάλυψε τὴν τελείωσή της ὥστε νὰ κάνει ὅλες τὶς ἀπαραίτητες προετοιμασίες, ὅπως καὶ ἔκανε. Μέχρι τὸ τέλος ἐξομολογοῦνταν καὶ κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἐνῶ δὲν ἔκρυβε πὼς φοβόταν τὸν θάνατο. Κοιμήθηκε στὶς 2 Μαΐου 1952, ἡμέρα Παρασκευή. Τὴν Κυριακὴ ἔγινε ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία στὸν Ἱ.Ναὸ τοῦ Ἱεροῦ Χιτῶνος τοῦ Κυρίου καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ νεκροταφεῖο τοῦ Ἁγ.Δανιήλ, γιὰ νὰ «ἀκούει τὴν ἀκολουθία» (ἦταν ἀπὸ τοὺς λίγους ναοὺς ποὺ παρέμειναν ἀνοιχτοὶ στὴν Μόσχα). 
Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι προεῖπε καὶ τὰ ἑξῆς πρὶν κοιμηθεῖ: «Ὅταν θὰ πεθάνω, στὸν τάφο μου θὰ ἔρχονται λίγοι, μόνο οἱ οἰκεῖοί μου, καὶ ὅταν θὰ πεθάνουν καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἐρημώσει ὁ τάφος μου· σπάνια θὰ ἔρχεται κανείς. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ κόσμος θὰ μὲ γνωρίσει καὶ θὰ ἔρχονται σὰν κοπάδια γιὰ νὰ βοηθηθοῦν. Ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὶς θλίψεις τους θὰ μὲ παρακαλᾶνε νὰ προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς καί ἐγὼ ὅλους θὰ τοὺς ἀκούω καὶ ὅλους θὰ τοὺς βοηθῶ». «Ὅλοι, ὅλοι νὰ ἔρχεσθε σὲ μένα καὶ νά μοῦ λέτε σὰν σὲ ζωντανή τὶς θλίψεις σας καὶ ἐγὼ θά σᾶς βλέπω καὶ θά σᾶς ἀκούω καὶ θά σᾶς βοηθάω». Κι ἀκόμη: «ὅλους ποὺ ζητᾶνε βοήθεια ἀπὸ μένα θὰ τοὺς συναντάω μετὰ τὸ θάνατό τους». 
Τὴν Ἁγία Ματρωνούλα, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦν χαϊδευτικὰ οἱ Ρῶσοι, γνωρίζουν πολλοὶ σήμερα, χιλιάδες συρρέουν καθημερινὰ στὸν τάφο της, ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο. Ἐκείνη τοὺς βοηθάει ὅπως καὶ στὸν καιρὸ τῆς ἐπίγειας ζωῆς της. Αὐτὸ τὸ ἀντιλαμβάνονται ὅλοι ὅσοι μὲ πίστη καὶ ἀγάπη ζητοῦν τὴν προστασία της καὶ τὶς μεσιτεῖές της στὸν Κύριο, πρὸς τὸν Ὁποῖο ἡ Ἁγία ἔχει μεγάλη παρρησία.

Στὶς 8 Μαρτίου 1998 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή της καὶ τὰ Ἱερὰ Λείψανά της, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα καὶ τὸ ὀστέινο σταυρουδάκι, τὸ κολλημένο πάνω στὸ στέρνο της, μεταφέρθηκαν στὴν Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγ.Σκέπης στὴ Μόσχα. 
Ἡ μνήμη της τιμᾶται στὶς 2 Μαΐου.

Μεγάλε Ἀθανάσιε, πάλι ποῦ θά σέ πᾶνε; μήπως σέ στέλνουν καί νεκρό πάλι σέ ἐξορία;

 

Τῇ Β' τοῦ αὐτοῦ μηνός (Μαΐου), μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου
τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ ΜεγάλουἈρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.  

θανάσιε, ποῦ κομίζῃ; μὴ πάλιν
Καὶ νεκρὸν ἐξόριστον ἐκπέμπουσί σε;
Δευτερίῃ νέκυς Ἀθανασίου ἐξέδυ τύμβου. 
Μεγάλε Ἀθανάσιε, πάλι ποῦ θά σέ πᾶνε;
μήπως σέ στέλνουν καί νεκρό πάλι σέ ἐξορία;
Τό πτῶμα τ’ Ἀθανάσιου βγῆκε ἀπό τό μνῆμα
στίς δυό τοῦ μήνα τοῦ Μαγιοῦ.

 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις