Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Άγιος Διάδοχος Φωτικής)




Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού 
(Άγιος Διάδοχος Φωτικής)
Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα. Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των δυνάμεων, Αυτός είναι ο ένδοξος Βασιλιάς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αυτόν, που ο Ψαλμωδός προβλέποντας την άνοδό Του από τη γη στον ουρανό, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, έψαλλε: «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6). Γιατί αυτός ο θεόπνευστος προέβλεπε και την ωδή των αγίων Ευαγγελίων (Λουκ. β’ 14). 
Β’. Αυτοί όμως που καυχώνται πως έχουν πρόγονο τον πιστότατο Αβραάμ -οι Ιουδαίοι- (Ιω. η’ 33) δεν παραδέχονται ότι ο Σωτήρας όλων μας αναστήθηκε από τους νεκρούς, νομίζοντας οι ταλαίπωροι ότι με ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά την ωραιότητα της τόσο μεγάλης αλήθειας («διότι ο λόγος αυτός έχει διαδοθεί μέχρι σήμερα μεταξύ των Ιουδαίων» – Ματθ. κη’ 15). Αυτήν την αλήθεια οι μεν δαίμονες την αναγνώρισαν, οι Ιουδαίοι όμως, που ομολόγησαν ότι υποδέχτηκαν τις εντολές του Θεού, δεν έχουν την πρόθεση να την τιμήσουν ούτε με λόγια, ενώ ο Προφήτης λέει αυτά: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το όνομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2). Και πάλι λέει: «Υψώσου, Θεέ, επάνω από τους ουρανούς, κι η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5). Αυτά βέβαια δεν θα μπορέσουν με κανέναν τρόπο να τα διαστρέψουν οι σοφιστές της αλήθειας, μ’ όποιον τρόπο κι αν φιλοσοφήσουν το ψέμα του πατέρα τους - διαβόλου - (Ιω. η’ 44). Γιατί ο Κύριος, που ανέβηκε και υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ανέβηκε στους ουρανούς οπωσδήποτε, αφού πρώτα κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο ανήγγειλε από πριν ο Προφήτης λέγοντας: «Κύριε, γείρε τους ουρανούς και κατέβα. Άγγιξε τα βουνά και θα βγάλουν καπνό, άναψε την αστραπή και θα τους σκορπίσεις» (Ψαλμ. ρμγ’ 5). Και αυτό το έλεγε, προλέγοντας την καλή είδηση, σ’ αυτούς που ακόμη κάθονταν κάτω από τη σκιά του θανάτου, για τη συντριβή των δυνάμεων του άδη, η οποία, όπως μας διαβεβαιώνουν πολλές μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκε από την ταφή και την Ανάσταση του Κυρίου. Γι’ αυτό ακριβώς και σε άλλο πάλι κεφάλαιο έχουμε τον ψαλμωδό να λέει: «Αφού ανέβηκε υψηλά, πήρε τους αιχμαλώτους σε αιχμαλωσία, έδωσε δώρα στους ανθρώπους» (Ψαλμ, ξζ’ 19). Διότι, ο μονογενής Υιός του Θεού, αφού με την Ανάστασή Του πήρε την ανθρωπότητα από την αιχμαλωσία της στον θάνατο και ανέβηκε επάνω στους ουρανούς, ετοίμασε -ως δώρα- όπλα, γι’ αυτούς που θέλουν δικαιοσύνη (γιατί είναι βασιλιάς της δόξας), ασφαλίζοντας με λογικούς θώρακες αυτούς που στρατολογούνται καθημερινά από Αυτόν με τη σφραγίδα της δικαιοσύνης. Διότι Αυτός έπρεπε να συνθέσει, από το στόμα των νηπίων και όσων μικρών θηλάζουν δοξολογία (Ψαλμ, η’ 3), για να αποδοκιμάσει τελείως εκείνους που από υπερηφάνεια νομίζουν ότι είναι τέλειοι. Διότι πραγματικά η ταπείνωση είναι σφραγίδα ευσεβείας. Γι’ αυτό και όσοι δεν πείθονται από την προφητεία που λέει πως διά της Αναστάσεως του Χριστού θα κατασκηνώσουν στο φως των ζώντων, θα μαζέψουν τους καρπούς της ανοησίας τους.

Γ’. Εμείς, όμως, αδελφοί, ας μιλήσουμε καλά και πάλι τα λόγια του Ψαλμωδού, για να δούμε με τα πνευματικά μάτια τον Κύριο, που ανέβηκε στους ουρανούς επάνω σε νεφέλη. Ο λόγος με προτρέπει να αποσιωπήσω προσωρινά τη μαρτυρία των Αποστόλων, για να μη θεωρηθεί από τους άφρονες ότι υποστηρίζω τον εαυτό μου, ενώ κάθε λόγος των Αποστόλων επιβεβαιώνεται από την προφητική αλήθεια (Β’ Πέτρ. α’ 19), γιατί αναγνωρίζεται ότι οι λόγοι τους είναι γεννήματα των προφητικών λόγων. Πράγματι, όσα υπαινίχθηκαν οι Προφήτες από πρόγνωση για την ενανθρώπηση του Κυρίου, αυτά τα κήρυξαν οι Απόστολοι από επίγνωση με την έμπνευση του Ιδίου Αγίου Πνεύματος. Διότι λέει «καθώς πλησιάζουν τα έτη θα αναγνωρισθείς, καθώς φτάνει ο καιρός θα αναδειχθείς» (Αββ. γ’ 2). Ας πούμε, λοιπόν, πάλι: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το ονομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2), για να γνωρίσουμε με σαφήνεια ότι η ενανθρώπηση του Κυρίου και η επάνοδός Του από τη γη στον ουρανό, της οποίας σήμερα γιορτάζουμε τη μνήμη, γέμισε τον κόσμο με τη γνώση του Θεού. Γιατί, όσον καιρό ο Χριστός ήταν επάνω στη γη, οι πολλοί είχαν μικρή ιδέα για το μεγαλείο της δόξας Του. Επειδή όμως ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, και εκπλήρωσε όπως έπρεπε όλη τη βούληση του Πατέρα, όλη η κτίση γέμισε θαύμα και γνώση, βλέποντας τον Κύριο των όλων να ανεβαίνει, δηλαδή να αναλαμβάνεται. Γιατί σύμφωνα με την προφητεία σηκώθηκε, δηλαδή υψώθηκε πιο επάνω από όλους τους ουρανούς ως άνθρωπος, και ανέβηκε ως Θεός. Γιατί λέει, «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6).

Δ’. Ο Προφήτης ασφαλώς δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια, εάν δεν είχε προβλέψει την κάθοδό Του, χωρίς να πλανηθεί, με τα μάτια της προγνώσεως. Διότι, πώς θα ήταν επόμενο να πει, «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5), ή επίσης «ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς» (Ψαλμ. μστ’ 6), εάν ο θεολόγος -Δαβίδ- δεν είχε θεωρήσει με την πρόγνωση του Πνεύματος και την κατάβαση και την ανάβασή Του; Γι’ αυτό, όπως είπα πριν, αλλού λέει ότι υψώθηκε και αλλού ότι ανέβηκε, για να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση. Για μεν τη θεότητα λέει ότι ανέβηκε, για το σώμα όμως λέει πως υψώθηκε, δηλαδή αναλήφθηκε. Λοιπόν, από όλα αυτά πρέπει να εννοήσουμε ότι ο Ίδιος που κατέβηκε είναι και που ανέβηκε επάνω από όλους τους ουρανούς, για να γεμίσει τα πάντα με την αγαθοσύνη Του και για να υψώσει τελείως τους Αποστόλους Του αφού πρώτα τους ελευθερώσει από τα πάθη της αμαρτίας με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Γιατί τι λέει; «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη, για να λυτρωθούν οι αγαπητοί Σου» (Ψαλμ. νστ 6, νθ’ 7). Διότι αγαπητοί του Κυρίου στ’ αλήθεια είναι κατά πρώτο λόγο εκείνοι που συμμερίστηκαν καθ’ όλα το Πάθος Του και έγιναν αυτόπτες και κήρυκες της μεγαλειότητάς Του.

Ε’. Ώστε, λοιπόν, οι Προφήτες κήρυτταν ένα και τον Ίδιο Κύριο, αλλά δεν συνέχεαν σε μια φύση το σχήμα της σαρκώσεώς Του, όπως τώρα μερικοί - μονοφυσίτες - εισηγούνται. Αυτοί χρησιμοποιούσαν βέβαια τους όρους που αναφέρονται στη θεότητά Του όπως αρμόζει σε Θεό, ενώ ίσους όρους αναφέρονται στο σώμα όπως αρμόζει σε ανθρώπους, για να διδάξουν με σαφήνεια ότι ο Κύριος που ανέβηκε, δηλαδή που υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ό,τι είναι από τον Πατέρα υπάρχει, ό,τι δε έγινε από την Παρθένο, μένει άνθρωπος, ένας στο πρόσωπο και ένας στην υπόσταση. Γιατί ο ασώματος Υιός του Θεού αφού μορφοποίησε τον εαυτό Του όταν προσέλαβε σάρκα, ανέβηκε γι’ αυτό φανερά, εκεί από όπου κατέβηκε αφανώς και σαρκώθηκε. Γι’ αυτό αναλήφθηκε με δόξα και Τον πίστεψαν εξ αιτίας της δυνάμεώς Του και Τον προσμένουν πάλι με φόβο να πάρει στην κάθοδό Του ως προφητική υπηρέτρια τη νεφέλη (Λουκ. κα’ 27). Γιατί και τότε, προείπαν οι Προφήτες, ότι θα Τον υπηρετήσει νεφέλη, για να φανεί πάλι να βαστάξει τον Κύριο που έχει σώμα μια υλική και ελαφρή ουσία. Διότι βέβαια, όπως είπα, ο Κύριος βαστάζει τα σύμπαντα με τη βούλησή Του ως Θεός, από τη νεφέλη όμως θα βασταχθεί επίσης ως άνθρωπος, ώστε ο Κύριος που αγαπά τις ψυχές μας να μη αρνηθεί ούτε και τότε τους νόμους της φύσεως την οποία προσέλαβε.

ΣΤ’. Γι’ αυτό ακριβώς και ο θεσπέσιος Παύλος (Α’ Θεσ. δ’ 17) μας δίδαξε επιπλέον ότι και οι άγιοι θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες, όταν θα έρχεται ο Κύριος που περιμένουμε επάνω σε νεφέλη. Διότι, ό,τι αρμόζει στον Θεό που σαρκώθηκε εξ αιτίας του σώματός Του, αυτό θα συμβεί και σ’ εκείνους που εξ αιτίας της πλούσιας Χάρης Του θα θεωθούν, αφού ο Θεός φιλοτιμήθηκε να κάνει θεούς τους ανθρώπους. Λοιπόν, κανένας, αδελφοί, να μη υποθέτει ότι η πυκνότητα της φύσεως του ανθρώπου, την οποία προσέλαβε κατ’ ουσία ο άγιος Λόγος του Θεού, όπως αναγνωρίζεται, έχει αλλοιωθεί από τη λάμψη της θείας και ένδοξης ουσίας Του, σύμφωνα με την αλήθεια για τις δύο φύσεις που υπάρχουν σ’ Αυτόν αχώριστα. Διότι ο ένδοξος Υιός του Θεού δεν σαρκώθηκε για να πλανήσει το πλάσμα Του, αλλά για να αφανίσει τελείως με την κοινωνία μαζί του την έξη που μέσα στον άνθρωπο έσπειρε το φίδι (δηλαδή ο διάβολος). Ώστε η σάρκωση του Λόγου άλλαξε την έξη και όχι τη φύση, ώστε να ξεντυθούμε τη μνήμη του κακού και να ντυθούμε την αγάπη του Θεού, όχι με το να αλλάξουμε σε κάτι που δεν ήμασταν, αλλά να ανανεωθούμε με δόξα σε κάτι που ήμασταν, με την αλλαγή.

Σ’ Αυτόν, λοιπόν, ανήκει η δοξολογία και το κράτος, σ’ Αυτόν που κατέβηκε από τους ουρανούς χωρίς να φαίνεται και ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, σ’ Αυτόν που υπάρχει πριν από όλους τους αιώνες και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(P.G. 65,1141-1148)

(Απόσπασμα από το βιβλίο “Από την Ανάσταση του Χριστού στην Πεντηκοστή”, Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)

 


Tης Αναλήψεως



Tης Αναλήψεως

Την Πέμπτη της έκτης Εβδομάδας από το Πάσχα εορτάζουμε την ανάληψη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Όταν ακόμη ο Χριστός ήταν με τους μαθητές, πριν από το πάθος, τους υποσχέθηκε την παρουσία του παναγίου Πνεύματος λέγοντας: «Σας συμφέρει να φύγω· διότι αν εγώ δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έρθει» (Ιω. 16:7), και: «Όταν έρθει Εκείνος, θα σας διδάξει όλη την αλήθεια» (Ιω. 16:13). 
Γι’ αυτό, μετά την εκ νεκρών ανάσταση, ο Χριστός για σαράντα μέρες εμφανιζόταν στους μαθητές, όχι πάντοτε, αλλά με διαλείμματα, τρώγοντας και πίνοντας μαζί τους, κάνοντας έτσι την ανάσταση βεβαιότερη. 
Την τελευταία φορά, αφού τους είπε πολλά για τη βασιλεία του Θεού, τους παράγγειλε να μην απομακρυνθούν από την Ιερουσαλήμ, αλλά παραμένοντας εκεί, να περιμένουν την έλευση του παναγίου Πνεύματος, για να βαπτιστούν και απ’ Αυτό -διότι μόνο με νερό είχαν βαπτιστεί προηγουμένως από τον Ιωάννη (αν και αργότερα ο Επιφάνιος Κύπρου εξιστόρησε ότι ο Ιωάννης ο Θεολόγος βάπτισε την Θεοτόκο, και ο Πέτρος με τον Ιωάννη πάλι βάπτισαν τους υπόλοιπους αποστόλους). 
Τους παράγγειλε να παραμείνουν στην Ιερουσαλήμ, για να στερεωθεί πρώτα εκεί το κήρυγμα του Ευαγγελίου, μήπως πηγαίνοντας σε ξένους τόπους, εύκολα θα μπορούσαν να κατηγορηθούν, και διότι έπρεπε, όπως ακριβώς οι στρατιώτες, από εδώ να προετοιμαστούν με τα όπλα του Πνεύματος, και έτσι να προχωρήσουν σε μάχη με τους εχθρούς του Χριστού. 
Όταν λοιπόν έφτασε ο καιρός της αναλήψεως, ο Χριστός έβγαλε τους μαθητές στο Όρος των Ελαιών -που ονομάζεται έτσι γιατί ήταν κατάφυτο από πολλές ελιές- και μιλώντας τους για την κήρυξή Του από αυτούς στα πέρατα του κόσμου και για την ακατάλυτη μελλοντική βασιλεία Του, και επειδή έβλεπε ότι κι εκείνοι ήθελαν να κάνουν ερωτήσεις, και ενώ ήταν παρούσα εκεί και η άχραντη Μητέρα Του, έφερε μπροστά τους αγγέλους που θα τους έδειχναν την άνοδό Του στους ουρανούς. 
Και ενώ οι μαθητές έβλεπαν, άρχισε να ανεβαίνει από ανάμεσά τους, και μια νεφέλη Τον παρέλαβε. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, υποβασταζόμενος από τους αγγέλους, που ο ένας παρακινούσε τον άλλον να ανοίξουν τις ουράνιες θύρες και ήταν κατάπληκτοι βλέποντάς Τον να έχει σάρκα και αίμα, ο Χριστός ανέβηκε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα, και μ’ αυτό τον τρόπο θέωσε τη σάρκα Του, και τολμώ να πω, την έκανε ομόθεη, με την οποία εμείς οι άνθρωποι συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό, αφού διαλύθηκε η αρχαία έχθρα. 
Τότε παρουσιάστηκαν άγγελοι, με τη μορφή ανδρών, και έλεγαν στους αποστόλους: «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι στέκεστε κατάπληκτοι και κοιτάζετε στον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίο βλέπετε με σάρκα Θεό, έτσι θα έρθει πάλι, δηλαδή με σάρκα. Αλλά όχι όπως προηγουμένως φτωχός και αθόρυβα, αλλά με μεγάλη δόξα, καθώς τώρα τον βλέπετε να υποβαστάζεται από αγγέλους». 
Οι απόστολοι, όταν απέκαμαν να κοιτάζουν ψηλά, έφυγαν από το Όρος των Ελαιών. Αυτό είναι πολύ κοντά στην Ιερουσαλήμ, απέχει απ’ αυτήν δύο χιλιάδες σαράντα βήματα. Αυτή η απόσταση είναι η “οδός του Σαββάτου”. 
Έτσι είχε νομοθετήσει ο Μωυσής, τόσα βήματα να περπατούν το Σάββατο. Διότι ακριβώς και η Σκηνή του μαρτυρίου τόσα βήματα απείχε από το στρατόπεδο των Ιουδαίων στην έρημο. Γιατί επιτρεπόταν να πηγαίνουν εκεί και το Σάββατο για προσκύνηση και να μην προχωρούν περισσότερο. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκε “οδός Σαββάτου”. 
Από εδώ, μερικοί υποθέτουν ότι και η ανάληψη του Χριστού έγινε Σάββατο, το οποίο όμως είναι απίθανο. 
Αφού λοιπόν οι απόστολοι επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ, ανέβηκαν στο υπερώο, στο οποίο έμεναν μαζί με τις μυροφόρες γυναίκες και τη Μητέρα του Λόγου, ζώντας με νηστεία, προσευχή και δεήσεις και περιμένοντας την επιφοίτηση του παναγίου Πνεύματος, όπως τους είχε υποσχεθεί ο Κύριος.

Ο αναληφθείς εν δόξη, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Η Ανάληψη Του Κυρίου : κινήσεις λειτουργικές

 Της Αναλήψεως, 25 του Μάη - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE
Πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ της Ἀναλήψεως διαβάζεται ἡ Ἐνάτη Ὥρα τοῦ Πάσχα. Μετὰ τὸ «Εὐλογητός», τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν» καὶ συνεχίζεται ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἐνάτης Ὥρας ποὺ διαβάζεται τρεῖς φορές.

Μετὰ τὴν Θ΄ ὥρα εδώ τοῦ Πάσχα ὁ ἱερεὺς λαμβάνει τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν εὐρισκόμενον ἔμπροσθέν του τέμπλου ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἀποκαθηλώσεως καὶ φέρει αὐτόν, προπορευομένου θυμιατοῦ ὄπισθέν της Ἁγίας Τραπέζης, ἐν ὢ θέτει τὸν Ἐσταυρωμένον ὡς ἦτο πρὸ τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Ἔπειτα θυμιατίζει εὐλαβῶς τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπιταφίου, τὴν εὐρισκομένην ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ ἀσπασθεῖς περιτυλίσσει αὐτὴν καὶ ἐναποθέτει εἰς τὴν οἰκείαν αὐτῆς θέσιν. Ἐπίσης ἀντιστρέφει τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον τὸ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης διὰ νὰ φαίνεται ἡ εἰκὼν τῆς Σταυρώσεως.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Διονυσίου Ἀνατολικιώτου
δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,
πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

symbole@mail.com

῾Η «ἀπόδοσις τοῦ Πάσχα» 
῾Υπάρχει ἕνα σημεῖο σχετικῶς μὲ τὴν λεγομένη σήμερον «ἀπόδοσιν τοῦ Πάσχα», ποὺ πρέπει νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως. Τὸ Πάσχα δὲν ἔχει ἀπόδοσιν! ῞Ολες οἱ δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτὲς τῆς ἐκκλησίας ἀποδίδονται λίγες ἡμέρες μετά· ἐξαιρεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ ὀνομάζεται ἐπίσης κυριακὴ τοῦ ἀντίπασχα καὶ νέα κυριακὴ καὶ εἶναι ὁ ἐγκαινισμὸς τῆς καθ᾿ ἑκάστην κυριακὴν ἀνα­κυκλουμένης ἑορτῆς τῆς τοῦ Κυρίου ἀναστάσεως. ῾Εορτὴ καθ᾿ ἑβδομά­δα ἀνακυκλουμένη δὲν ἔχει ἀπόδοσιν. ῾Εκάστη κυριακὴ δὲν εἶναι ἁ­πλῶς ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ εἶναι ἐπανάληψις ἢ καλλίτερον συνέχεια καὶ ἀνακύκλησις καὶ διαιώνισις τῆς μιᾶς καὶ αἰ­ωνίου ἑορτῆς τῶν ἑορτῶν, τοῦ ἁγίου Πάσχα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον κατ᾿ οὐσίαν παραμένει ἡ μοναδικὴ ἑορτὴ τῆς ἐκκλησίας· διότι ὅλες οἱ ἄλλες ἑορτὲς ἑορτάζονται διὰ τοῦ Πάσχα (=τῆς θείας λειτουργίας). 
Αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζομεν ἀπόδοσιν τοῦ Πάσχα εἶναι περισ­σότερον τεχνικὸς ὅρος καὶ ὄχι πραγματικὴ ἀπόδοσις. Στὰ ἀρχαῖα τυπικὰ ὀνομάζεται ἀκριβέστερον «ἀπόδοσις τοῦ Χριστὸς ἀνέστη». Δη­λαδὴ πρόκειται γιὰ ἀπόδοσιν ὄχι τῆς ἑορτῆς ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν πασχα­λίων ὕμνων, καὶ σηματοδοτεῖ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἀναστασίμου ὑμνογραφίας μὲ τὰ ἀναστάσιμα ἑκάστου ἤχου εἰς ἑκάστην κυριακήν. ῾Επομένως αὐτὴ ἡ «ἀπόδοσις» ἁπλῶς σημαίνει ὅτι σταματοῦμε νὰ ψέλνουμε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», ὄχι ὅτι σταματοῦμε νὰ ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα! 
᾿Αρχικῶς μάλιστα αὐτὴ ἡ «ἀπόδοσις» (παῦσις τῶν ὕμνων) γινόταν τὸ σάββατον τῆς διακαινησίμου (μὲ τὰ ἀναστάσιμα τοῦ πλ. δ΄ φυσικὰ καὶ ὄχι τοῦ α΄ ἤχου). Γι᾿ αὐτὸ μέχρι σήμερον στὴν κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ οὔτε τὸ «᾿Αναστάσεως ἡμέρα» ψάλλεται οὔτε τὰ στιχηρὰ «Πάσχα ἱε­ρὸν» οὔτε στὴν λειτουργία «Φωτίζου, φωτίζου» οὔτε κοινωνικὸν «Σῶ­μα Χριστοῦ». ᾿Αργότερα παρατάθηκε ἡ χρῆσις τῶν εἰδικῶν πασχαλίων ὕμνων ἐπὶ τεσσαρακονθήμερον, ὁπότε μεταφέρθηκε ἡ «ἀπόδοσις» στὶς 40 ἡμέρες καὶ δημιούργησε τὴν τάξι ποὺ γνωρίζουμε σήμερα. 
῾Η ἑορτὴ τῆς ᾿Αναλήψεως 
Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι σήμερα συχνὰ ὑποτιμᾶται στὴν συνεί­δησι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἡ ἑορτὴ τῆς ᾿Αναλήψεως, ἰδίως ἂν τὴν προσεγγίζουμε ξεκομμένη ἀπὸ τὸ ἀναστάσιμο πλαίσιό της. Σὲ κά­ποιες περιπτώσεις ἡ ᾿Ανάληψις τοῦ Κυρίου ἀντιμετωπίζεται ἀκόμη καὶ μὲ κάποια ἀδιαφορία. 
῞Οταν τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἡ λειτουργικὴ καὶ θεολογικὴ παράδοσις τῆς ἐκκλησίας, τότε δὲν μεταδίδεται ὀρθὸ λειτουργικὸ φρόνημα στὸ ποίμνιο. Δογματικὴ γνῶσις, συνειδητὸς χριστιανός, ὀρθὴ θεολογικὴ το­ποθέτησις, λειτουργικὴ ζωὴ καὶ ἐκκλησιαστικὸν τυπικὸν εἶναι πράγματα ἀρρήκτως συνδεδεμένα, ἀλληλοεπηρεαζόμενα καὶ ἀλληλοπεριχωρούμε­να. Δανείζομαι τὰ λόγια τοῦ Σμέμαν· «...οἱ ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας μας δὲν τελοῦνται πλέον γιὰ τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκαν, δηλαδὴ γιὰ τὴν κάλυψι τῶν συγκεκριμένων ποιμαντικῶν ἀναγκῶν, καὶ συνεπείᾳ τούτου δὲν “βιώνονται” ὅπως θὰ ἔπρεπε. Ἔχει ἀλλοιωθῆ τὸ νόημά των, ἔχει λησμονηθῆ ὁ σκοπὸς τελέσεώς των μὲ ἀποτέλεσμα τὶς καταχρηστικὲς ἐνέργειες ποὺ παρατηροῦνται στὴν σημερινὴ κατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας».
Ἔτσι καταλήγουμε στὸ νὰ μὴν ξέρουμε γιατί γιορτάζουμε τὴν ᾿Ανάληψι καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὴ ἡ γιορτή, οὔτε τὴν θεωροῦμε πολὺ σημαντική, διότι δὲν συνειδητοποιοῦμε τὸν ἀναστάσιμο χαρακτῆρά της. Γι᾿ αὐτὸ ἐνίοτε διατυπώνονται θέσεις ὅπως ὅτι «καλῶς ἢ κακῶς ἐξαίρεται ἡ ἀπόδοσις τοῦ Πάσχα καὶ αὐτὸ ἰσχύει σήμερα· ἄλλωστε ἡ ᾿Ανάστασις εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα»· ἢ ὅτι «στὴν συνείδησι τοῦ πληρώματος ἡ ᾿Ανάστασις προηγεῖται τῆς ᾿Αναλήψεως». Αὐτὸν τὸν ἔντονο διαχωρι­σμὸ μεταξὺ ᾿Αναστάσεως καὶ ᾿Αναλήψεως τοῦ Κυρίου τὸν θεωρῶ σχολαστικισμὸν ἀντιπαραδοσιακόν. Γι᾿ αὐτὸ στὴν συνέχεια προσάγω 12 ἀποδείξεις τοῦ ἀναστασίμου χαρακτῆρος τῆς ἑορτῆς τῆς ᾿Αναλήψεως. Μόνον 12 ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ὑπάρχουν. 

1. Τὸ πρῶτον κάθισμα τῆς κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς λέγει· 
«Τὴν μεθέορτον, πιστοί, καὶ τελευταίαν ἑορτήν,
ἑορτάσωμεν φαιδρῶς, αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή». 
Ἂν ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι μεθέορτος τῆς ᾿Αναστάσεως, τότε δὲν εἶναι καὶ ἡ ᾿Ανάληψις; ῞Ολες οἱ ἑορτὲς τοῦ πεντηκοσταρίου εἶναι κατ᾿ οὐσίαν ἀναστάσιμες, ἔχουν ἕναν ἀναστάσιμον χαρακτῆρα. ῾Η δὲ ᾿Ανάληψις εἶναι κατ᾿ οὐσίαν καὶ αὐτὴ ᾿Ανάστασις ὡς ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν ᾿Ανάστασιν καὶ ἀποτέλεσμα καὶ ὁλοκλήρωσις αὐτῆς· διότι ἡ διὰ τῆς ἀναστάσεως σωτηρία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὁλοκληροῦται μὲ τὸ γεγο­νὸς τῆς ἀναλήψεως. ῾Η δὲ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς (τὴν ἀναστάσιμον θεώρησιν τῆς ᾿Αναλήψεως), ὅπως φαίνεται ἐν συνεχείᾳ.  
2. Τὸ 3ον στιχηρὸν τῶν κεκραγαρίων τοῦ ἑσπερινοῦ λέγει· «τιμῶμεν τὴν ᾿Ανάστασιν, τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάληψιν δοξάζοντες». ᾿Απὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑσπερινοῦ φροντίζει λοιπὸν ἡ ἐκκλησία νὰ ἐξηγῇ τὸ νόημα τῆς ἑορ­τῆς ταύτης. Δείχνει ἡ ὑμνολογία πόσον στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ᾿Ανά­στασιν εἶναι ἡ ᾿Ανάληψις· εἶναι φυσικὸν ἐπακόλουθον τῆς ᾿Αναστάσεως· ἀποτελοῦν οἱ δύο ἑορτὲς μίαν ἄρρηκτον ἑνότητα. ῾Ο διαχωρισμὸς ᾿Αναστάσεως καὶ ᾿Αναλήψεως ὡς πρὸς τὴν σημασίαν καὶ διδασκαλίαν εἶναι σχολαστικισμὸς ἀβάσιμος. ῾Η ἄγνοια τῆς ὑπάρξεως καὶ σημασίας τῆς ᾿Αναλήψεως εἶναι δείκτης τῆς ἀποστασιοποίησεώς μας ἀπὸ τὸ γνήσιον ὀρθόδοξον φρόνημα καὶ βίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν πολλοῖς λειτουργικὸν βίωμα. Εἶναι ἐπίσης καὶ δείκτης τῶν ποιμαντικῶν ἐλλείψεων τῆς σημερινῆς ἐκκλησίας εἰς τὰ θέματα τῆς κατηχήσεως, τῆς δογματικῆς καταρτίσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως λειτουργικοῦ φρονήματος εἰς τὸ ποίμνιον. 
«Τιμῶμεν τὴν ᾿Ανάστασιν, τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάληψιν δοξάζοντες». Ἄρα οἱ ὑποτιμῶντες τὴν ᾿Ανάληψιν δὲν τιμοῦν τὴν ᾿Ανάστασιν, ὅπως ἴσως νομίζουν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὴν τήρησι ψυχρῶν καὶ ξηρῶν καὶ ἀνουσίων τύπων, ἀλλὰ γιὰ τὴν κατανόησιν καὶ βίωσιν οὐσιώδους ζητήματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, θεολογίας καὶ λατρείας, ἡ ὁποία πραγματώνεται μέσῳ τῶν τυπικῶν διατάξεων. 
3. Εἰς τὸ 1ον ἰδιόμελον τῶν ἀποστίχων ἑσπερινοῦ· «...ἐκ νεκρῶν ἀνέστης, πατήσας τὸν θάνατον, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ...» 
4. Εἰς τὸ κάθισμα τοῦ πολυελέου τῇ πέμπτῃ πρωί· «...καὶ τὴν κάτω κειμένην ἐν τῇ τοῦ ᾅδου φρουρᾷ, συναναστήσας ὡς Θεός...» 
5. Κανὼν β΄ τῆς ἀναλήψεως, 1η ᾠδή, 1ον τροπάριον· «᾿Ανέστης τριή­μερος, ὁ κατὰ φύσιν ἀθάνατος...» 
6. β΄ κανών, 4η ᾠδή, 3ον τροπάριον· «Λύσας κράτος τοῦ θανάτου, ὡς ἀθάνατος Κύριος...»
7. α΄ κανών, 9η ᾠδή, 4ον τροπάριον· «Σὲ τὸν καταβάντα ἕως ἐσχά­του τῆς γῆς, καὶ τὸν ἄνθρωπον σώσαντα, καὶ τῇ ἀναβάσει σου ἀνυ­ψώσαντα, τοῦτον μεγαλύνομεν». 
8. Εἰς τὸ δοξαστικὸν τῶν αἴνων· «...ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐκ νεκρῶν ἀνέ­στης, πατήσας τὸν θάνατον... 
Οἱ τέσσερις τελευταῖες ἀποδείξεις θεωρῶ ὅτι εἶναι καὶ οἱ σημαντι­κώτερες, διότι ἀναφέρονται εἰς τὰ ἀναγνώσματα τῆς ἑορτῆς. 
9. Τὸ εὐαγγέλιον τοῦ ὄρθρου εἶναι ἀναστάσιμον· εἶναι αὐτούσιον τὸ γ΄ ἑωθινὸν εὐαγγέλιον τῶν κυριακῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει 12 ἐδάφια· τὰ 10 μιλοῦν διὰ τὴν ἀνάστασιν, καὶ μόνον τὸ ἓν διὰ τὴν ἀνάληψιν. 
10. ᾿Αφοῦ ἀνεγνώσθη εἰς τὸν ὄρθρον ἀναστάσιμον εὐαγγέλιον, ἀμέ­σως μετὰ τί ἐπακολουθεῖ; Τί λέγει ὁ ἀναγνώστης; «Ἀνάστασιν Χρι­στοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον...» 
11. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν μήπως τὸ ἀποστολικὸν ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ ἀπόστολος ποὺ διαβάστηκε καὶ ἀνήμερα τὸ Πά­σχα; Ναί, πράγματι, ὁ ἴδιος ἀπόστολος εἶναι, ἐπηυξημένος τώρα κατὰ μίαν παράγραφον, ὥστε νὰ περιλαμβάνει καὶ τὰ περὶ τῆς ᾿Αναλήψεως. 
12. Τέλος καὶ τὸ εὐαγγελικὸν ἀνάγνωσμα τῆς λειτουργίας πάλιν ἀναστάσιμον εἶναι· αὐτούσιον τὸ 6ον ἑωθινόν. Ἔχει 19 ἐδάφια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 17 ὁμιλοῦν διὰ τὴν ᾿Ανάστασιν καὶ μόνον ἓν διὰ τὴν ᾿Ανάληψιν. 
Τόσον ἀρρήκτως συνδεδεμένες εἶναι οἱ ἑορτὲς τῆς ᾿Αναστάσεως καὶ τῆς ᾿Αναλήψεως κατὰ τὴν παράδοσιν καὶ διδασκαλίαν τῆς ἐκκλησίας. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι ἐδῶ στὴν δογματικὴ διδασκαλία τῶν ὕμνων τῆς ᾿Αναλήψεως καὶ στὸ ἀντιαιρετικό τους περιεχόμενο καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα καίρια καὶ ὠφέλιμα. 
᾿Εκκλησιαστικὸς ἑορτασμός 
᾿Επειδὴ ποτὲ δὲν «χορταίνουμε» τὴν ἀκολουθία τῆς ᾿Αναστάσεως, καὶ ἐπειδὴ πάντοτε αἰσθανόμαστε ὅτι δὲν «χαρήκαμε» τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὅσο ἔπρεπε, καὶ ἐπειδὴ ἔχουμε ἐπίγνωσι ὅτι, ὅσο καὶ νὰ ἀνυμνήσουμε τὸν ἀναστάντα Κύριον, εἶναι ἐλάχιστα καὶ εὐτελῆ καὶ λειψὰ ὅσα κάνουμε, διὰ τοῦτο καὶ κάθε κυριακὴ «τὴν ᾿Ανάστασιν ἑορτάζομεν καὶ τὸ αἰώνιον Πά­σχα ἀνυμνοῦμεν»!! Τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό; ῾Οπότε ἂς μὴν περικόπτω­μεν αὐθαιρέτως τοὺς ἀναστασίμους ὕμνους ἑκάστης κυριακῆς ἄνευ ἀπο­χρῶντος λόγου καὶ χωρὶς σεβασμὸ στὸ λειτουργικὸ τυπικό. Νὰ μὴ σπεύ­δουμε στοὺς αἴνους τῶν κυριακῶν νὰ περιορίζουμε μονίμως, παρατύπως καὶ ἀσεβῶς τὰ 8 ἀναστάσιμα εἰς 4 μόνον! Οὔτε πάλιν τὰ 8 ἀναστάσιμα τῶν αἴνων νὰ τὰ μετατρέπουμε σὲ 4 ἀναστάσιμα καὶ 4 τοῦ ἑκάστοτε ἁγίου (ἐκ τῶν τοῦ ἑσπερινοῦ) ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, παρατύπως πάλιν καὶ ἀσεβῶς! Γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ἀπαράδεκτο, ὅτι κάποιοι λέγουν 2 στιχηρὰ ἀναστάσιμα καὶ 2 τοῦ μηναίου καὶ εὐθὺς τὸ δοξαστικόν. 
Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν μία νὰ λέμε ὅτι δὲν ἐχαρήκαμε τοὺς πασχα­λίους ὕμνους στὴν κυριακὴν τοῦ Πάσχα ἢ κατὰ τὴν διακαινήσιμον ἢ ἐπὶ 40 ὁλόκληρες ἡμέρες, καὶ νὰ θέλουμε νὰ ὑπερβάλουμε θεατρικῶς, «γιὰ νὰ τὸ εὐχαριστηθοῦμε» (μὰ εἶναι ἐπιχειρήματα αὐτά; τί εἶναι ὁ ναός; λαϊκὸν κέντρον διασκεδάσεως;), καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην κατὰ τὶς κυριακὲς νὰ «περι­κόπτουμε» τοὺς ἀναστασίμους ὕμνους! Αὐτὸ εἶναι ὑποκρισία καὶ φαρισα­ϊσμός, ἢ παραλογισμός, ἢ ἔστω ἀσυνέπεια μεγάλη καὶ ἀδικαιολόγητος. Καὶ ὅσοι τυχὸν τὸ ἐκάναμε αὐτὸ ἀπὸ ἄγνοιαν καὶ κακὴν ἐπίδρασιν ἀπὸ ἄλλους, ἀσφαλῶς τώρα ποὺ μαθαίνουμε τὸ σωστὸ καὶ πρέπον, ταπεινο­φρόνως θὰ διορθώσουμε τὰ ὅποια ἐσφαλμένα. 
Τότε μόνον γιορτάζουμε πραγματικὰ τὴν ᾿Ανάστασι, ὅταν δὲν ὑπο­τιμοῦμε τὴν ᾿Ανάληψι, ὅταν γιορτάζουμε μὲ λαμπρότητα καὶ τὴν ᾿Ανάληψι καὶ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ ὅλες τὶς δεσποτικὲς ἑορτὲς συμφώνως μὲ τὰ ἀπ᾿ αἰώνων θέσμια τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.
᾿Εκκλησιολόγος, φ. 664, Πάτραι 23/5/2020

Ο άγιος Ντάνσταν αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας

19 Μαΐου  
Ο άγιος Ντάνσταν αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας 
Ο άγιος Ντάνσταν (Dunstan) γεννήθηκε περί το 924 στο Μπάλτονσμπόρω, κοντά στο Γκλάστονμπέρυ. Ο πατέρας του, Χέορσταν, ήταν ευγενής Σάξονας από τη Δύση και η μητέρα του, Σύνεθριθ, που διήγε βίο αγίας, έλαβε θαυματουργικά την πρόρρηση της δόξας στην οποία εκλήθη ο γιος της. 
Η εκπαίδευση του παιδιού ανατέθηκε σε ιρλανδούς μοναχούς που διέμεναν στο Γκλάστονμπέρυ. Το παιδί έδειξε αγάπη για τη μάθηση σε όλους τους τομείς της γνώσης, κυρίως όμως μια φλογερή ευσέβεια. Αφού χειροτονήθηκε στους κατώτερους βαθμούς της ιερωσύνης, εισήλθε στην υπηρεσία του θείου του, Έθελχελμ, αρχιεπισκόπου Καντερβουρίας, και κατόπιν στην αυλή του βασιλιά Έθελσταν. Κάποιοι αυλικοί, φθονώντας τις εύνοιες των οποίων έχαιρε ο νέος κληρικός, τον κατηγόρησαν ότι μελετούσε την ειδωλολατρική γραμματεία και τη μαγεία, έτσι εγκατέλειψε την αυλή και κατέφυγε στο Γουίντσεστερ, κοντά στον επίσκοπο Έλφεγκε, με τον οποίο είχε συγγένεια. 
Υπό την επίδραση του τελευταίου, ο Ντάνσταν έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε ιερέας. Αποσύρθηκε τότε στον Γκλάστονμπέρυ, για να ζήσει ως ερημίτης, κοντά στο μοναστήρι που ήταν τότε ερειπωμένο. Η αγιότητα του βίου του άρχισε να ακτινοβολεί στην περιοχή και η Έθελφλαντ, ανεψιά του βασιλιά, ο οποίος πεθαίνοντας της άφησε τη μεγάλη περιουσία του, λάβαινε αφειδώς τις συμβουλές του. 
Μετά τον θάνατο του Έθελσταν, ο νέος ηγεμόνας Εδμόνδος Α’ (939-946) κάλεσε τον ερημίτη για να τον κάνει ένα από τους προσωπικούς του συμβούλους. Η εύνοια αυτή γέννησε εκ νέου συκοφαντίες που κατέληξαν στην απομάκρυνσή του. Μετά από ένα ατύχημα στο κυνήγι, από το οποίο σώθηκε εκ θαύματος, ο βασιλιάς, συνειδοτοποιώντας ότι αιτία ήταν η άδικη έξωση του Ντάνσταν, τον τοποθέτησε ηγούμενο στο μοναστήρι του Γκλάστονμπέρυ, το οποίο ανακαίνισε και ίδρυσε στο εσωτερικό του μία σχολή (943). 



 

Ο άγιος Ντάνσταν οργάνωσε τη μονή ακολουθώντας αυστηρά τον Κανόνα του αγίου Βενεδίκτου και φρόντισε να ανεγερθούν μία εκκλησία και τα μοναστικά οικήματα. Όμως δύο μόλις χρόνια αργότερα, ο Εδμόνδος δολοφονήθηκε και ο διάδοχός του Έντρεντ ανακάλεσε τον άγιο για να τον κάνει πρωθυπουργό του. Επιδεικνύοντας στο αξίωμα αυτό μία βαθιά επίγνωση του χριστιανικού προορισμού του βασιλείου, ο Ντάνσταν εμπέδωσε τη βασιλική αυθεντία, εκρίζωσε τα κατάλοιπα του παγανισμού, ανοικοδόμησε κατεστραμμένες από τις εισβολές εκκλησίες και ενέπνευσε την αυστηρή τήρηση των ιερών Κανόνων σε εκκλησιαστικά ζητήματα. 
Κατά τη διάρκεια των εννέα χρόνων διακυβέρνησής του, αρνήθηκε δύο φορές να γίνει αρχιεπίσκοπος, θεωρώντας ότι όφειλε να ολοκληρώσει το έργο του. Τούτο, ωστόσο, διακόπηκε από τον θάνατο του βασιλιά Έντρεντ (955) και την ανάρρηση στον θρόνο του Έντβιγκ, ενός ανθρώπου διεφθαρμένου και πολέμιου των μεταρρυθμίσεων που είχε θεσπίσει ο άγιος. Κυνηγημένος από τη μνησικακία μιας από τις ερωμένες του βασιλιά, ο άγιος ηγούμενος αναγκάστηκε να καταφύγει στη Φλάνδρα, στη μονή Μπλαντίνιουμ, κοντά στη Γάνδη, όπου είχε τον χρόνο να μελετήσει σε βάθος τη μοναστική κίνηση που προήλθε από το Κλυνύ. 
Η εξορία αυτή, ωστόσο, είχε σύντομη διάρκεια. Περί τα τέλη του 957, οι Μέρκιοι και Νορθάμβριοι, απηυδισμένοι από τις παρεκτροπές του Έντβιγκ, τον εξεδίωξαν και τοποθέτησαν επικεφαλής του βόρειου βασιλείου τον αδελφό του Έντγκαρ. Ο τελευταίος φρόντισε να χειροτονηθεί επίσκοπος του Γουόρτσεστερ ο Ντάνσταν και τον επόμενο χρόνο τού προσάρτησε την επισκοπική έδρα του Λονδίνου (959). 
Όταν ο Έντγκαρ έμεινε μονάρχης μετά τον θάνατο του Έντβιγκ, τοποθέτησε χωρίς χρονοτριβή τον άγιο αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας και πρωθιερχάρχη του βασιλείου της Αγγλίας (21 Οκτ. 960/961). Αφού έλαβε στη Ρώμη το πάλλιον από τον πάπα Ιωάννη ΙΑ’, ο οποίος τον έκανε λεγάτο του, ο Ντάνσταν τοποθέτησε ικανούς επισκόπους και καθηγουμένους επικεφαλής επισκοπών και μονών, μεταξύ των οποίων ανακαίνισε ένα μεγάλο αριθμό, μερίμνησε να εφαρμόζονται δίκαιοι νόμοι και οργάνωσε ιεραποστολές στη Σκανδιναβία. 
Παρά την έντονη αυτή δραστηριότητα, δεν μειώθηκε καθόλου το ενδιαφέρον του για την αντιγραφή χειρογράφων και για όλα τα είδη των τεχνών, έτσι που θεωρείται προστάτης πολλών τεχνών και επαγγελμάτων (σιδηρουργών, χρυσοχόων, κοσμηματοπωλών, μουσικών κλπ.). 
Η πολιτική αυτή δραστηριότητα σφραγίστηκε με την επίσημη στέψη του βασιλιά Έντγκαρ στο Μπαθ το 973. Δύο χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς πέθανε και με την επιρροή του αγίου Ντάνσταν ανήλθε στον θρόνο ο πρωτότοκος γιος του Εδουάρδος. Όταν ο τελευταίος έπεσε θύμα συνομωσίας (976), ο άγιος Ντάνσταν αποσύρθηκε στην Καντερβουρία, και μόνο σπάνια έβγαινε από εκεί, όπως κατά την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Εδουάρδου στο αββαείο του Σέιφτσμπουρυ. Πέρασε τα τελευταία χρόνια του στην προσευχή, ενθαρρύνοντας την ίδρυση σχολείων και μοναστηριών και διδάσκοντας ο ίδιος στην Καθεδρική Σχολή, όταν δεν ήταν απασχολημένος στην κατασκευή καμπανών ή στην αντιγραφή χειρογράφων. Προειδοποιημένος από το όραμα ενός αγγέλου, παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό την Κυριακή 19 Μαΐου του 988. 
Η τιμή του αγίου αυτού που είχε κυριαρχήσει στην εκκλησιαστική και πολιτική ζωή του 10ου αιώνα διαδόθηκε γρήγορα στον λαό και ο τάφος του στο Καντέρμπουρυ έγινε εθνικός τόπος προσκυνήματος, μέχρι την καταστροφή του στα 1508.

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”εκδ. Ίνδικτος Τόμος 9ος - Μαϊος

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Το βλέμμα του τυφλού και η τυφλότητα των βλεπόντων

ΚΥΡΙΑΚῌ  ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
θ΄ 1 – 38

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 - εδώ 

Η εκτεταμένη περικοπή από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της θεραπείας του Τυφλού θαρρείς και θέλει να προκαλέσει με την έκτασή της για το πώς μπορείς να δεις το φως και για το πώς μπορείς να χάσεις το φως. Και να σημειώσω τρία σημεία μέσα από την περικοπή, τα οποία τα υπομνηματίζουν και [στα οποία] στέκονται πολύ οι ερμηνευτές Πατέρες, για να καταλάβουμε το γιατί της τόσο μεγάλης εκτάσεως και τι σημασία έχει αυτή η περικοπή για τη δική μας ζωή. 

Το πρώτο σημείο είναι, στην αρχή της περικοπής, όπως ακούστηκε, η αναζήτηση των ενόχων από εκείνους που βρίσκονται γύρω από τον Χριστό. «Τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ;». Και ο Χριστός με τον δικό Του τρόπο και με τον δικό Του λόγο καταργεί την διαδικασία αναζητήσεως ενόχων. «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Αντί να ψάχνεις ενόχους για το ποιος φταίει, για το ένα ή για το άλλο πράγμα, και τότε χάνεις το φως και δεν μπορείς να το δεις και σκοτίζεται ο νου σου και ταράζεσαι πάρα πολύ, και η καρδιά σου ταράζεται και ξέρεις ότι κάποιος φταίει και δεν μπορείς να το βρεις ποιος είναι αυτός που φταίει, και η καρδιά σου ταράζεται περισσότερο, αντί να το κάνεις αυτό, το πρώτο στοιχείο είναι να δώσεις δόξα τω Θεώ και να ξέρεις πως, ας φαίνονται τα πράγματα πως είναι άσχημα γύρω, και αυτή η ευκαιρία είναι μια ευκαιρία δική σου και μοναδική ευκαιρία αγιασμού. 

Και ο Χριστός, παράλληλα με αυτή την απάντηση, που κανείς δε φταίει, δίνει και μια δεύτερη ότι «ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν». Αντί να ψάχνεις λοιπόν ενόχους, να εργάζεσαι τα έργα του φωτός. Εμείς ζώντας μέσα στην Εκκλησία, πορευόμαστε στον Χριστό και πορευόμαστε στον φως Του. Όσο πιο πολύ μπλεκόμαστε με την αναζήτηση ενόχων, μπλεκόμαστε με το σκοτάδι και τότε μπλέκουμε το σκοτάδι με το φως, και τότε και εμείς γινόμαστε σκοτάδι και δεν μπορούμε να γίνουμε φωτεινοί, και κάποια στιγμή μπορεί να δικαιωθούμε αλλά θα δικαιωθούμε μέσα στο σκοτάδι μας. Το πρώτο λοιπόν ήταν η κατάργηση της διαδικασίας της αναζητήσεως ενόχων. 

Το δεύτερο στοιχείο είναι η διαδικασία της καταργήσεως της αξίας των πραγμάτων. Ο Χριστός για να θεραπεύσει τον τυφλό παίρνει το πιο ευτελές, το πιο άσημο στοιχείο της φύσης. Εκείνο το στοιχείο το οποίο φαίνεται να μην έχει αξία, γιατί βρίσκεται σε πολύ μεγάλη ποσότητα, η προσφορά του είναι μεγάλη, καμία αξία δεν έχει. Ο Χριστός καταργεί την αξία, θεραπεύει μέσα από πράγματα που εμείς δεν τους δίνουμε αξία. Αν θέλουμε να θεραπευτούμε και να γιατρευτούμε και να δούμε την αλήθεια των πραγμάτων, και δίνουμε σημασία στα πράγματα, στην αξία τους, τη μεγάλη και τη μικρή, τότε δεν μπορούμε να θεραπευτούμε, γιατί τα πράγματα τα αξιολογούμε με μάτι κοσμικό, και ο Χριστός χρησιμοποιεί τα πράγματα αλλά καταργεί την έννοια της αξίας. Καταργεί, θα λέγαμε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα του κόσμου, και εκεί αξίζει μια χούφτα πηλός, [που] δεν αξίζει τίποτε. Κι όμως ο Χριστός αυτή τη χούφτα τον πηλό την παίρνει και θεραπεύει τον τυφλό και μαζί με αυτό μας δηλώνει: και εμείς, που είμαστε μια χούφτα πηλός, κι όμως είμαστε κάτι πολύ μεγάλο, και, στα χέρια του Χριστού, αν αφήσουμε αυτή τη χούφτα τον πηλό, αυτός ο πηλός μπορεί να γίνει κάτι πολύ μεγάλο, μπορεί να φτάσει και να θεωθεί.

Και τρίτο στοιχείο και πολύ σπουδαίο που έχει κάποια εξωτερική σχέση με το πρώτο, είναι η μεγάλη και εκτεταμένη ανακριτική διαδικασία. Η περικοπή εξηντλήθη στη μεγάλη αυτή ανακριτική διαδικασία. Έρχονται μάρτυρες, φεύγουνε μάρτυρες, έρχονται οι γονείς, φεύγουν οι γονείς και κανείς δεν πείθεται. Η ανακριτική διαδικασία για να βρεις την αλήθεια είναι μια γελοιοποίηση δική σου, γιατί μπροστά σε αυτούς ήταν η Αλήθεια. Όσο την ψάχνεις ανακρίνοντας, η καρδιά σου σκοτίζεται και πάλι, και μπροστά σου είναι ο Χριστός· και ο τυφλός βλέπει πια τον Χριστό, με τη δική του μοναδικότητα, και προσκυνεί αυτό. Και θυμάμαι εκείνη την αγιογραφία του καθολικού μιας Μονής του Αγίου Όρους που έχει τον Χριστό να θεραπεύει τον τυφλό και γύρω του όλοι οι τυφλοί –  που είναι ουσιαστικά με ανοιχτά μάτια ενώ έχουν κλειστά τα μάτια – και ο μόνος που έχει ανοιχτά τα μάτια είναι ο τυφλός που θεραπεύεται. Γιατί αυτός δεν έκανε ανακριτική διαδικασία, δεν ζήτησε ενόχους, έχει τα μάτια ανοιχτά, βλέπει τον Χριστό, είναι φωτισμένος. Και εμείς συνέχεια αναλωνόμεθα  σε κρίσεις, κατακρίσεις, αναλύσεις των πραγμάτων, σχολιασμούς των πραγμάτων, και δεν πέφτουμε κάτω, να βάλουμε κάτω τα μάτια μας, το πρόσωπό μας, τα γόνατά μας, να δούμε τον Χριστό, όπως είναι, και τότε θα ανοίξουνε τα μάτια μας. Και όποιος μπορεί να κάνει αυτό το πράγμα, δεν θέλει κάτι άλλο, και είναι κοντά στον Χριστό πια και φωτίζεται, και τότε πια ποτέ δεν μπορεί να είναι τυφλός. «Καὶ πεσών προσεκύνησεν αὐτῷ»: η κατάληξη της διηγήσεως του τυφλού, η κατάληξη της διηγήσεως του κάθε τυφλού, η κατάληξη της πορείας της δικής μας της καθημερινής. 

Εκτεταμένη, είπαμε στην αρχή, η διήγηση, αλλά πραγματικά αποκαλυπτική. Αν θέλετε πραγματικά να δείτε το φως του Χριστού – και πόσοι δεν το θέλουν; και πολλοί το θέλουνε – ακολουθήστε αυτή την πορεία. Αυτή η πορεία πραγματικά θα σας ελευθερώσει και θα σας κάνει, το ξαναλέω, να ασχοληθείτε με το φως και όχι με το σκοτάδι του κόσμου. Και τότε πραγματικά «πεσόντες θα προσκυνήσετε» Αυτόν και θα πείτε και εσείς ότι αυτός είναι ο Κύριός σας και ο Θεός σας.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Δημοφιλείς αναρτήσεις