Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Αγία μάρτυς Ία (Μνήμη 4 Αυγούστου & 11 Σεπτεμβρίου)


Αγία μάρτυς Ία 
(Μνήμη 4 Αυγούστου, 11 Σεπτεμβρίου)

Κατά το πεντηκοστό τρίτο έτος της βασιλείας του[1], ο βασιλιάς των Περσών Σαβώριος ανέβηκε στα κάστρα και τα σύνορα των Ρωμαίων κάνοντας εκστρατεία με το στρατό του. Έφτασε δε και σ’ ένα κάστρο που λεγόταν Βιζαϊδέον[2], και κατόρθωσε να το κυριεύσει και να γίνει κάτοχός του και να καταστρέψει τα τείχη του. Όχι δε μόνον αυτό, αλλά θανάτωσε εκεί με τα ξίφη και πλήθος Ρωμαίων και συνέλαβε περίπου πενήντα χιλιάδες[3] άνδρες και γυναίκες, μαζί με τον επίσκοπο Ηλιόδωρο και τους γηραλέους πρεσβυτέρους Δόσσα και Μαρεάβη[4] και άλλους πρεσβυτέρους και διακόνους, άνδρες αγιότατους, όπως επίσης και ομάδα αγίων μοναχών και παρθένων μοναζουσών, τους οποίους πήρε όλους αιχμαλώτους. 
Καθώς τους οδηγούσαν στη χώρα των Ουζαϊνών[5], έφτασαν σε σταθμό που λεγόταν Βισακέρ. Εκεί ο αγιότατος επίσκοπος Ηλιόδωρος αρρώστησε, κι επειδή έμελλε να πεθάνει, χειροτόνησε επίσκοπο στη θέση του τον θεοσεβή πρεσβύτερο Δόσσα. Επίσης και το θυσιαστήριο[6] που είχε πάρει όταν έφευγε στην αιχμαλωσία, το παρέδωσε στον οσιότατο Δόσσα για να λειτουργεί σ’ αυτό οσίως και δικαίως και αμέμπτως ενώπιον του Κυρίου. Και ο θεοφιλέστατος Ηλιόδωρος ανεπαύθη εν Κυρίω. 
Το Ιερό λείψανό του κηδεύτηκε εκεί από τους Χριστιανούς με πολλή τιμή και δόξα. Καθώς λοιπόν προχωρούσαν στο δρόμο, φεύγοντας από τα μέρη εκείνα, συναθροίστηκαν σε κάποιο μέρος κι έψαλλαν και υμνούσαν δοξολογώντας τον άγιο Θεό, και καθημερινά εκτελούσαν αυτή τη λατρευτική διακονία. Οι μάγοι όμως πλημμύρισαν από θυμό επειδή αυτοί έψαλλαν και λάτρευαν τον Χριστό τον Θεό μας, οι καρδιές και οι ψυχές τους ταράχθηκαν φοβερά και άρχισαν να κακολογούν και να συκοφαντούν τους Χριστιανούς που λάτρευαν τον Θεό στον αρχιμάγο Αδελφέρ, ο οποίος και πρωτύτερα είχε γίνει αίτιος αιματοχυσιών πολλών Χριστιανών και αθλοφόρων Μαρτύρων του αγίου Θεού που μαρτύρησαν στην Ανατολή. 
Και ο Αδελφέρ, οπλισμένος με τα όπλα του διαβόλου, παρουσιάστηκε στο βασιλιά και του είπε: «Αγαθέ βασιλιά, υπάρχει κάποιος στους αιχμαλώτους, αρχηγός των Χριστιανών, που λέγεται Δόσσας· αυτός προσελκύει πολλά πλήθη από τους αιχμαλώτους, άνδρες και γυναίκες, ομόπιστους και ομόφρονες μ’ αυτόν, και λοιδορούν την εξουσία σου και βδελύσσονται τη βασιλεία σου· αυτό το διαπράττουν καθημερινά. Τους παρήγγειλα να μη κάνουν έτσι, αλλά δεν παύουν μάλιστα περισσότερο ατιμάζουν τη βασιλική σου μεγαλειότητα και βλασφημούν όχι λίγο τους θεούς των Περσών». Όταν άκουσε αυτά ο βασιλιάς, διέταξε να αποκόψουν την κεφαλή του μακαρίου επισκόπου Δόσσα. 
Μετά την άθληση του μακαρίου επισκόπου Δόσσα, κατηγορήθηκε η δούλη του Θεού Ία, αιχμάλωτη και αυτή, ότι έχει πολύ ζήλο για την πίστη του Σωτήρα μας Χριστού. Πράγματι, ήταν εξασκημένη με ακρίβεια στις άγιες Γραφές για τον πόθο που είχε στον Δεσπότη Χριστό· φλογιζόμενη δε από την αγάπη του Χριστού εναντιωνόταν σε κάθε αντίπαλο και εχθρό του χριστιανικού λαού, αντιπαραθέτοντας και διδάσκοντας το λόγο του Χριστού και σπέρνοντας στην ακοή τους τη διδασκαλία του Θεού. Πολλούς λοιπόν από την πλάνη της ειδωλολατρίας τους έστρεφε προς τον Χριστιανισμό. Εκείνο δε τον καιρό εγκαταστάθηκε στη χώρα των Ουζαϊνών και οδηγούσε πολλούς στον Χριστό. Η Αγία αυτή πλησίαζε συνεχώς τις γυναίκες με αγάπη και τις δίδασκε το λόγο του Θεού και τις νουθετούσε και τις ενίσχυε με λόγια από τις άγιες Γραφές. Οι γυναίκες, βλέποντας την πραότητα της αγίας Ίας και ακούγοντας τα χαριτωμένα της λόγια, τη δέχονταν με ευχαρίστηση και ανέφεραν γι’ αυτή στους άνδρες τους, διηγούμενες τις διδαχές και τους λόγους της Αγίας. 
Όταν τις άκουσαν οι άνδρες τους, οργίστηκαν πολύ, και λέγοντας ο ένας στον άλλο τα λόγια που είπε η άγια Ία στις γυναίκες τους, πρόσθεταν ότι «Αυτή η γυναίκα με τα μάγια της αποστρέφει και αποξενώνει από εμάς τις γυναίκες μας». Με μία γνώμη λοιπόν όλοι, παρουσιάστηκαν στο βασιλιά και είπαν: «Αγαθέ βασιλιά μας, να ζεις στους αίώνες. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους, η εξουσία σου έφερε και μία γυναίκα από το γένος των Ρωμαίων, η οποία κάνει μαγείες σ’ αυτή τη χώρα που ανήκει στη βασιλεία σου, και απομακρύνει πολλές ψυχές από την προσκύνηση των θεών διότι ατιμάζει τους θεούς μας και καταφρονεί όλους τους νόμους σας». 
Όταν άκουσε αυτά ο βασιλιάς, οργίστηκε πολύ και με πολύ θυμό διέταξε να έρθουν δύο αρχιμάγοι, που ο ένας ονομαζόταν Αδερσαβώρ και ο άλλος Αδελφέρ, και τους είπε: «Εκείνη την οποία καταγγέλλουν, αν μεν προσκυνεί τους θεούς και τιμά τον ήλιο και τη φωτιά και το νερό και την εξουσία μου, και αν δεν πράττει πιά τη μαγεία που διδάσκει, ας κατοικήσει στη χώρα αυτή και ας έχει τιμή από εμάς· αν όμως δεν προσκυνεί τους θεούς και τη φωτιά και το νερό όπως διατάζουν οι θεοί μας και οι νόμοι μας, να της επιβάλετε κάθε είδους τιμωρία». 
Μόλις έλαβαν αυτή τη διαταγή, βγήκαν και πρόσταξαν να συλληφθεί η αγία δούλη του Θεού. Όταν την έφεραν, τη δέχθηκαν με κραυγές και θόρυβο και της είπαν: «Χριστιανή είσαι;». Η Αγία αποκρίθηκε: «Χριστιανή είμαι». Και οι παράνομοι της είπαν: «Πρέπει να θανατωθείς, διότι είπες πως είσαι Χριστιανή». Η δε αγία Ία φώναξε με ιερό ζήλο και είπε: «Χριστιανή είμαι και τον ένα ζώντα Θεό υπηρετώ που δημιούργησε κάθε ύλη, από τον οποίο κατασκευάστηκαν και αυτοί που τους λέγετε θεούς σας, ο ήλιος δηλαδή και η σελήνη, η φωτιά και το νερό· όλα είναι έργα των χειρών Του». 
Διέταξαν τότε να γδύσουν την αμνάδα του Χριστού, κι έβαλαν σχοινιά στα χέρια και τα πόδια της και πέντε άνδρες πολύ δυνατοί τραβούσαν κάθε μέλος της, ενώ άλλοι άνδρες νέοι με σαρακηνικά μαστίγια χτυπούσαν και καταπλήγωναν το σώμα της. Η δε άγια Ία έψαλλε ωδή στον Κύριό της και υψώνοντας στον ουρανό τα μάτια Τον επεκαλείτο με παρρησία λέγοντας: 
«Κύριε ‘Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθινού Θεού, ενδυνάμωσε τη δούλη Σου σε τούτο τον αγώνα στον οποίο τώρα εισήλθα, και λύτρωσέ με από τους λύκους που με κατασπαράζουν».
Όταν χτυπήθηκε τόσο, ώστε να μη μπορεί να μιλήσει, διέταξαν να τη ρίξουν στη φυλακή. Και μετά από δύο μήνες διέταξαν και οδηγήθηκε μπροστά τους η άγια Ια, και της είπαν: «Τι είχες στο νου σου τόσο καιρό στη φυλακή; Μήπως νουθέτησες τον εαυτό σου να θυσιάσεις στους θεούς και να σέβεσαι το βασιλιά και τη φωτιά και τον ήλιο, για να κατοικήσεις στη χώρα αυτή και να λάβεις από μας δωρεές και μεγάλα χαρίσματα, ώστε να τιμηθείς σύμφωνα με την απόφαση του βασιλιά των βασιλέων, η παραμένεις Χριστιανή;». Τότε η πιστότατη και αγία αποκρίθηκε και είπε: «Εγώ είχα το νου μου στο να αγωνιστώ με δύναμη στη χάρη στην οποία με κάλεσε ο Θεός και να μην ανταλλάξω τον Θεό μου τον αληθινό με τους νομιζόμενους θεούς· δεν προσκυνώ τα μάταια που σεις σέβεσθε». Μετά την ερώτησαν: «Ακόμη παραμένεις στο φρόνημα των Χριστιανών;». Αυτή αποκρίθηκε και τους είπε: «Χριστιανή είμαι και θεό αληθινό σέβομαι και προσκυνώ». 
Όταν άκουσαν αυτά οι αρχιμάγοι, με οργή και πολύ θυμό διέταξαν να φέρουν από τον κήπο σαράντα γερά κλαδιά ροδιάς ακαθάριστα· και την τάνυσαν δώδεκα άνδρες και τη χτυπούσαν σκληρά μπροστά και πίσω. Και από το σώμα της έρρεε το αίμα στη γη, όπως και οι σάρκες της, μέχρις ότου γέμισαν αίματα αυτοί που την κρατούσαν. Βλέποντας ότι είναι όλη αρματωμένη και ότι οι σάρκες της κατέπεσαν, διέταξαν να την πάρουν σαν £να πτώμα και να τη ρίξουν στη φυλακή. Μετά έξι μήνες οι αρχιμάγοι διέταξαν να φέρουν σ’ αυτούς 
Είπαν οι αρχιμάγοι: «Είναι αληθινά λοιπόν όσα ακούστηκαν για σένα, ότι διδάσκεις στη χώρα αυτή εναντίον του βασιλιά των βασιλέων;». Η Αγία αποκρίθηκε: «Αν κάτι ειπώθηκε για μένα υπέρ του Χριστού, αληθινό είναι· εγώ ασφαλώς κηρύττω τον ένα και μοναδικό Θεό στους ανθρώπους, για να μετανοήσουν και να επιστρέψουν προς Αυτόν από τα πονηρά έργα τους, καθώς διδάσκουν οι άγιες Γραφές μας». Όταν οι αρχιμάγοι άκουσαν αυτά, θύμωσαν όχι λίγο και διέταξαν τους υπηρέτες κι έφεραν μεγάλα καλάμια, που τα έσχισαν, και τα έμπηξαν σ’ όλο το σώμα της Αγίας και την έσφιξαν με λεπτά σχοινιά, μέχρις ότου οι αρθρώσεις και τα μέλη της έκαναν κρότο. Διέταξαν έπειτα να τραβήξουν ένα-ένα τα καλάμια από το σώμα της. 
Έτσι οι σάρκες και το αίμα της έρρεαν κάτω στη γη, μέχρι που φάνηκαν τα κόκκαλα και τα εντόσθιά της. Μετά δέκα ημέρες διέταξαν να τανύσουν την Αγία και με χάλκινες βέργες κατατσάκισαν τα κόκκαλά της. Κι εκείνη την ώρα κείτονταν στο έδαφος σαν νεκρή μπροστά τους· διέταξαν τότε να φέρουν πιεστήριο (πρέσσα) και να τη βάλουν σ* αυτό, και γύρω της άνδρες έσφιγγαν για πολύ, μέχρις ότου τα μέλη της αποκόπηκαν από το σώμα κι έπεσαν κάτω. 
Βλέποντας ότι ήταν πια άλαλη και τα μέλη της διαλύθηκαν κι έπεσαν, διέταξαν να αποκοπεί με ξίφος η κεφαλή της. Πρόσταξαν δε στους φύλακες να φρουρήσουν το λείψανο της για να μη την ενταφιάσει κανείς, μέχρις ότου τα όρνεα κατέβουν και φάγουν το σώμα της, επειδή οι Πέρσες δεν είχαν τη συνήθεια να θάβουν τους νεκρούς, για να μη μολύνεται, λέει, η γη. Μερικοί όμως Χριστιανοί έδωσαν κρυφά χρήματα κι εξαγόρασαν από τους φύλακες το λείψανο της αγίας Ίας και το κήδεψαν με τιμή, όπως έπρεπε[7]. Μαρτύρησε δε η αγία Ία στην επαρχία των Ουζαϊνών της Περσίας, στις 5 Αυγούστου[8], ενώ βασίλευε στους Πέρσες ο Σαβώριος, και σ’ εμάς βασίλευε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Σημειώσεις: 
[1]Το 362.
[2]Πιο ορθά «Βηθζαβδαί». Ο Σωζόμενος το αποδίδει «Ζαβδαίον χωρίον». Ήταν οχυρό στα σύνορα Περσών-Ρωμαίων. Ο Σαβώριος προσπάθησε να το κυριεύσει μαζί με τη Νίσιβη διότι του άνοιγαν τις πύλες της Μεσοποταμίας και της Αρμενίας αντίστοιχα. Το κατόρθωσε το 360. Η απαγωγή του πληθυσμού έγινε μετά δύο χρόνια.
[3]Σύμφωνα με το συριακό κείμενο, αλλά και το ελληνικό Μηναίο, οι αιχμάλωτοι ήταν εννιά χιλιάδες.
[4]Η μνήμη τους εορτάζεται [9 Απριλίου].
[5]Χώρα των Ουζαϊνών–Βεθουζά.
[6]Προφανώς φορητό, ίσως αντιμήνσιο.
[7]Το λείψανο της αγίας Ίας μετά το διωγμό μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, σε ναό που κτίστηκε προς τιμήν της έξω από τη Χρυσή Πύλη. Ο ναός αυτός ανακαινίστηκε αργότερα από τον Ιουστινιανό (Προκόπιος, Περί κτισμάτων I, 9). Το IB’ αιώνα καταστράφηκε κατά την άλωση της Πόλης από τους Λατίνους, οπότε το λείψανο μεταφέρθηκε στη Μονή των Μαγγάνων. Σε χειρόγραφο του ΙΔ’ αιώνα σώζεται εγκώμιο της Αγίας, γραμμένο επί της βασιλείας Ανδρονίκου (1282-1328). Ο συγγραφέας του Μακάριος, Ιερομόναχος της Μονής των Μαγγάνων, μαρτυρεί ότι το λείψανο, μετά από δέκα σχεδόν αιώνες, παρέμενε άφθορο, όπως το είχε δει πολλές φορές ο ίδιος (Patrologia Orientalis 2, 1905, σελ. 462-473).
[8]Η μνήμη της εορτάζεται 4 Αυγούστου και επαναλαμβάνεται 11 Σεπτεμβρίου. Μάλλον εννοεί ομάδα τοπικών Αγίων και όχι τους γνωστούς Μάρτυρες της Σεβάστειας, προγενέστερους κατά μισό αιώνα [9 Μαρτίου 320].

Πηγή: Μέθη Χριστού, Μάρτυρες στην Περσία του Σαβωρίου (Πρωτότυπο κείμενο - Μετάφραση), Μετάφραση Δημήτριος Χρισταφακόπουλος, Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», § Μαρτύριο της αγίας μάρτυρος Ίας, Έκδοσις Ά, Θεσσαλονίκη 1989. 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ο Θεός δεν αναγκάζει με βία, αναγκάζει από αγάπη προς θεραπεία ... π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - Θ΄ Κυριακή του Ματθαίου

 

ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΝΑΤῌ 
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ιδ΄ 22 - 34  



Κήρυγμα του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 

την Κυριακή  1η Αυγούστου του 2004 - σε mp3 εδώ 

Ήταν μια περιγραφή Ευαγγελικής περικοπής όπου μπήκαμε σε στοιχεία καθημερινότητας. Κύματα, ταραχή, αγωνία, ολιγοπιστία, η πάλη του μπορώ και δεν μπορώ. Καθημερινά πράγματα, αλλά το πιο προκλητικό σε αυτή την περικοπή ήταν κάτι εισαγωγικό, μια λέξη που κάνει ακόμη πιο προβληματική τη στάση του Χριστού, απέναντι στην δικαιολογημένη, ανθρώπινη ταραχή των μαθητών μπρος στην ταραχή των στοιχείων της φύσης. 

Το κείμενο είπε στην αρχή πως ο Χριστός «ἠνάγκασεν» τους μαθητάς αυτού, λέει για να μπουν μες’ στο πλοίο τους. Τους ανάγκασε και θα έλεγε κανείς δηλαδή τους αναγκάζει να περάσουν μια ταραχή και γιατί τους αναγκάζει; Ο Χριστός που είναι αγάπη μπορεί κάποιον να τον αναγκάζει; και μάλιστα ξέροντας ως Χριστός, πως μετά από λίγο θα περάσουν αυτή την ταραχή. Είναι πράγματι πολύ σπουδαία η λέξη αυτή και να την προσεγγίσουμε γιατί πραγματικά είναι ένας κόσμος ολόκληρος που αποκαλύπτεται μπροστά μας και μας δίνει άλλα ερείσματα, άλλες δυνάμεις δηλαδή και άλλα εργαλεία, για να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις καθημερινές τρικυμίες του κόσμου. 

Να μπω σ' αυτή τη λέξη κλειδί, τη λέξη ανάγκη. Όταν λέμε ανάγκη, τι θυμόμαστε; Κάτι που αν δεν το χρησιμοποιήσουμε δεν θα ζήσουμε. Έχω την ανάγκη να πίνω νερό, έχω την ανάγκη να τρώω φαγητό, έχω την ανάγκη να ζεσταίνομαι όταν έχει κρύο και αντίστροφα. Όλα αυτά είναι δώρα του Θεού. Οι ανάγκες, το να φάω, το να πιώ είναι δώρα του Θεού. Ο Θεός θα μπορούσε να μας κάνει να μην τρώμε, να μην πίνουμε να μην κρυώνουμε, να μην ζεσταινόμαστε. Τι δώρα του Θεού είναι αυτά που  μας κάνουνε να είμαστε εξαρτημένοι από την τροφή, από το νερό, από τα πράγματα του κόσμου; Στην γλώσσα της θεολογίας  αυτό δεν λέγεται εξάρτηση, αυτό λέγεται άνοιγμα. Την ώρα που πεινάς πρώτα-πρώτα ανοίγεσαι στη φύση για να πάρεις τροφή, ανοίγεσαι σε ένα πρωτογενές μέγεθος, δώρο του Θεού και καταλαβαίνεις πίσω από τη φύση που θα πάρεις [την] τροφή σου, την δωρεά του Θεού. Είναι ένας άλλος καθρέφτης, ένα άλλο κοίταγμα, ένα άλλο άνοιγμα στο Θεό, η ανάγκη. Ακόμα και η ανάγκη να κουβεντιάσουμε με κάποιον, να έχουμε κοινωνία, είναι και πάλι μια πρόκληση κοιτάγματος στον άλλον που είναι δώρο του Θεού. Ακόμα και η ανάγκη να προσευχηθώ, να στραφώ στον Θεό είναι μια πρόκληση για να ανοίγομαι. Βλέπετε ανοίγομαι στη φύση, στους ανθρώπους και στον Θεό. Αυτό λοιπόν που λέω ανάγκη, είναι δώρο του Θεού γιατί με κάνει να ανοίγομαι. Όταν κλείνομαι και όταν περιφρονώ τα πάντα γύρω μου, αυτό δεν είναι μόνο ένας βιολογικός θάνατος, αλλά και ένας βαθύς πνευματικός και ψυχικός θάνατος. Άρα καταλαβαίνετε έτσι με τα λίγα λόγια που σας είπα, πως η ανάγκη είναι και δώρο του Θεού και άνοιγμα δοξολογικού κοιτάγματος  του Θεού.

Κοιτάξτε τώρα μέσα από αυτό το εργαλείο της λέξης ανάγκης, πως η ερμηνευτική παράδοση της Εκκλησίας μας,  προσεγγίζει πια το κείμενο. Ο Χριστός τους ανάγκασε να μπουν στο πλοίο. Αφού η ανάγκη λοιπόν είναι μια πρόκληση, είναι ένα ερέθισμα  για άνοιγμα, για θεραπεία και για δοξολογία του Θεού και αφού τα πράγματα του κόσμου είναι έτσι, υπάρχουν και η πείνα και η δίψα και η τρικυμία, όλα αυτά πια ως ανάγκες, ως πρόκληση οδηγούν κάπου, οδηγούν στο ίδιο τον Χριστό, σε ένα άνοιγμα δοξολογικό. Πίσω από όλα, πίσω από την τρικυμία, να δεις Εκείνον. Η ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες το θέλετε ή δεν το θέλετε. Ή θα γκρινιάζουμε, ή μέσα από την πρόκληση μιας τρικυμίας  και μίας ταραχής θα αναγόμαστε σε Αυτόν. Και βλέπετε, την ώρα που πίστευε ο Πέτρος δεν βούλιαζε, την ώρα που δεν πίστευε βούλιαζε «Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» Του λέει και κάνει πια την ανάγκη και φιλοτιμία όπως λέει το τροπάριο που έχει Θεολογία. Την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε μια τρικυμία, μια δυσκολία της ζωής, την κάνει γεγονός  δοξολογικό. Την βλέπουμε πρώτα δοξολογικά. Ότι αυτό θα με οδηγήσει πιο πολύ στον Θεό και θα ξεπεράσω πολλές φορές το κλείσιμο μου. Κλείνομαι στα προβλήματά μου θέλω να μην έχω κανένα πρόβλημα και γίνομαι ολόκληρος πρόβλημα. Και όταν αντιμετωπίζω αυτές τις ανάγκες, δοξολογικά, τότε «Θαρσεῖτε», λέει Εκείνος, «ἐγώ εδώ εἰμι». Και πίσω από όλα πια, θεραπευτικά, βρίσκεται Εκείνος. Να λοιπόν η ανάγκη, να το άνοιγμα, να η δυσκολία, όλα για μας εργαλεία και όλα προκλήσεις καθημερινές για να μπορούμε βαθιά να θεραπευτούμε. 

Ο Θεός λοιπόν δεν ανάγκασε με βία, ανάγκασε από αγάπη προς θεραπεία, για να μάθουνε οι μαθητές  του να βλέπουνε βαθιά, πολύ πιο βαθιά πέρα από την τρικυμία, να βλέπουν Εκείνον, να θεραπεύονται. 

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


Αυτός ο φοβερός εξαναγκασμός σε ελευθερία... π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - Κυριακή Θ΄ Ματθαίου

ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΝΑΤῌ 
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ιδ΄ 22 - 34  


Κήρυγμα του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 
την Κυριακή 17 Αυγούστου του 2003 - σε mp3 εδώ 

Το ευαγγελικό κείμενο που ακούσαμε πριν από λίγο είναι σίγουρα γνωστό σε όλους σας και μάλιστα γνωστό με την απλότητά του και την απλή κατανόησή του. Αλλά τολμώ να πω πως είναι ταυτόχρονα πολύ συγκλονιστικό. Απλό μεν είναι, γιατί το καταλαβαίνουμε όλοι. Θάλασσα, τρικυμία, οι μαθητές φοβούνται, έρχεται ο Χριστός, τους σώζει. Και θα έλεγε κάποιος -βγάζοντας ένα άμεσο συμπέρασμα και δεν θα έκανε λάθος- να, μέσα στις τρικυμίες του βίου, αν εμπιστευόμαστε στον Χριστό, Εκείνος μας σώζει. Είναι μια σωστή αλλά απλή προσέγγιση, που ουσιαστικά γίνεται συγκλονιστική, αν μελετήσουμε το ποια είναι η διεργασία του να καταλήξουμε σε αυτή την εμπιστοσύνη στον Χριστό. Γιατί και μια πρόταση να κάνεις, να το πείτε σ’ έναν που δυσκολεύεται για τη ζωή και συγκλονίζεται μέσα στα κύματα του βίου και να του πείτε: να εμπιστεύεσαι στον Χριστό. Σωστά του απαντήσατε και εκείνος θα σας πει: πώς θα το κάνω; Αλήθεια, αυτό το «πώς» πολλές φορές και σε εμάς που εντρυφούμε σε αυτά τα κείμενα και σε αυτή την πραγματικότητα της ζωής, δεν είναι ένα συγκλονιστικό ερώτημα; Να λοιπόν αρχίζει από εδώ και μετά η συγκλονιστική ιστορία αυτής της διηγήσεως.

Επιτρέψτε μου να σας την καταθέσω τονίζοντας πως για να την καταλάβουμε πρέπει να προσεγγίσουμε τρία παράλογα, θα έλεγα τρελά, σημεία του κείμενου που ακούσαμε. Πιθανώς να μην τα συλλάβατε, όταν τα λέω παράλογα και τρελά έτσι είναι, αλλά ακούστε τα παρακαλώ και μόνο όταν τα προσεγγίσουμε αυτά τα κείμενα, όχι απλώς βέβαια μόνο ερμηνευτικά, αλλά βιωματικά, μπορούμε τότε να πάρουμε την απάντηση του «πώς θα εμπιστευτώ το Χριστό;» Να σας θυμίσω ή να σας αποκαλύψω τα τρία παράλογα σημεία της περικοπής.

Το πρώτο ήταν η λέξη της πρώτης γραμμής «νγκασεν ησος τος μαθητς ατο μβναι ες τ πλοον». «Ηνγκασεν;» Μα εμείς γνωρίζουμε μέσα από τη Γραφή ένα Θεό που δεν αναγκάζει και δεν βιάζει ποτέ. Αυτό είναι το πρώτο παράλογο. Ένας Θεός που αναγκάζει, για κάτι τελείως περιττό, να μπουν στο πλοίο. Κρατήστε το.

Το δεύτερο παράλογο και συγκλονιστικό είναι το ότι, ενώ γίνεται χαμός κάτω στη θάλασσα, όπως λέει το κείμενο, δύο φορές το τονίζει, ο Χριστός ήταν κατ’ ιδίαν και ήταν μόνος προσευχόμενος, αυτό δεν είναι συγκλονιστικό; Και θα έλεγαν πολλοί μέσα στον κόσμο που συγκλονίζεται από την ταραχή, μπορεί ο Χριστός να είναι, κατ’ ιδίαν και μόνος, προσευχόμενος; Ποια είναι η παρέμβασή Του για τα πράγματα του κόσμου;

Και το τρίτο συγκλονιστικό, και ταυτόχρονα παράλογο και τρελό, είναι το ότι -δεν ξέρω αν το προσέξατε- οι μαθητές δεν φοβήθηκαν τη θάλασσα· πολύ μετά ο Πέτρος φοβήθηκε όταν είδε που βουλιάζει. Φοβήθηκαν τον Χριστό. Και «εταρχθησαν ιδντες τον Κύριον επί τα ύδατα περιπατούντα», είπε το κείμενο. Να λοιπόν τρία παράλογα σημεία. Ας τα προσεγγίσουμε για λίγο και εκεί μπορούμε να βρούμε, τουλάχιστον με το νου μας, κάποια σημεία για αυτή τη βιωματική προσέγγιση αυτής της βαθιάς δυνατότητας που έχουμε να εμπιστευόμαστε τον Χριστό σε όλα τα σημεία της ζωής μας. Στα δύσκολα και τα εύκολα.

Πρώτον, το «νγκασεν». Ο Θεός ποτέ δεν αναγκάζει. Ο Θεός ποτέ δεν βιάζει. Είναι Θεός ελευθερίας. Ο Θεός που θέλει ελεύθερα πρόσωπα. Και ξέρετε γιατί αναγκάζει; Για να γίνουμε ελεύθεροι. Δεν μας θέλει να είμαστε πλάι Του και να λέμε συνέχεια «Χριστέ μου, Χριστέ μου κρατιόμαστε πάνω Σου, να σε βλέπουμε και να στηριζόμαστε». Θέλει ελεύθερα πρόσωπα. Η παρουσία Του είναι μυστική και άδηλη. Γι’ αυτό φαίνεται που δεν είναι μέσα στην ιστορία. Είναι μέσα στην ιστορία. Θα μπορούσε κάθε μέρα να εμφανίζεται μπροστά μας και να λέει: «Εδώ είμαι. Κάντε αυτό και κάντε τ' άλλο». Τότε πια δεν θα ήμασταν πρόσωπα. Δεν θα ήμασταν άνθρωποι. Δεν θα ήμασταν ελεύθεροι. Η παρουσία Του είναι μυστική, είναι άδηλη, είναι αγαπητική. Είναι σεβαστική, είναι τιμητική για το πρόσωπο και την ελευθερία του ανθρώπου. Τους αναγκάζει να είναι ελεύθεροι και μόνοι τους στη βάρκα, χωρίς να τους εγκαταλείψει όμως. Αυτός ο φοβερός εξαναγκασμός σε ελευθερία -εμείς νομίζουμε που ο αναγκασμός σημαίνει βία- και εδώ είναι ο αναγκασμός της ελευθερίας. Ίδια στοιχεία περνάνε και μέσα στην παιδαγωγία των παιδιών μας: ο αναγκασμός της ελευθερίας. Εδώ λοιπόν ο Θεός μας καλεί και μας λέει: «Είστε αναγκασμένοι να είστε ελεύθεροι, Εγώ είμαι μαζί σας με ένα μυστικό κρυφό τρόπο. Είμαι πάντα μαζί σας ως πανταχού παρών». Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο, το τρελό: ο εξαναγκασμός για την ελευθερία. Αλλοίμονο αν δεν γίνουμε ελεύθεροι. Αν δεν έχουμε προσωπικότητα. Αν δεν έχουμε πρόσωπο. Αν δεν έχουμε γλώσσα. Αν δεν έχουμε φωνή. Αν δεν έχουμε δυνατότητα να εκφραστούμε. Και ο Θεός κρύβεται πάντα για να μας δώσει αυτή την ευκαιρία. Και εμείς δεν το καταλαβαίνουμε. Ή απογοητευόμαστε από την απουσία Του ή εκμεταλλευόμαστε την δήθεν απουσία Του, για να κάνουμε ό,τι θέλουμε. 

Το δεύτερο συγκλονιστικό στοιχείο είναι αυτό που είπα: που ήταν «κατ' δαν και μόνος προσευχόμενος». Προσέξτε. Η μοναξιά μόνο για ένα λόγο καταξιώνεται και όχι μόνιμα, αλλά περιστασιακά. Η μοναξιά καταξιώνεται μόνο για να καλλιεργείς πολύ βαθιά τη δυνατότητα που έχεις και για να κρύβεσαι και να μην προβάλλεσαι και να μην κάνεις μια διαφήμιση κάθε μέρα του προσώπου σου. Και αυτή η μοναξιά καταξιώνεται μόνο αν είναι εν προσευχή. Ήταν «κατ’ ιδίαν, μόνος προσευχόμενος», δίνοντας υπόδειγμα καλλιεργείας της προσωπικότητάς μας. Πάντοτε μες στον κόσμο προβαλλόμεθα, θέλουμε να δειχθούμε, να φανερωθούμε. Να πούμε ποιοι είμαστε, να πούμε τι είμαστε. Να εκφράσουμε τις απόψεις μας. Τίποτε κακό σε όλα αυτά. Αλλά πότε μάθαμε μερικές φορές να κρυβόμαστε από αυτή την προβολή που κάνουμε; Και πότε θα το μάθουμε; Πολλοί, από απογοήτευση, κρύβονται και απογοητεύονται και χάνονται. Δεν είναι αυτή η λύση. Ήταν «κατ’ ιδίαν, μόνος προσευχόμενος»· όπου καλλιεργείς άλλα πράγματα, την ταπείνωση, το μη προβαλλόμενο, το μη διαφημιζόμενο. Το οποίο μετά θα χρειαστεί την ώρα που θα βγούμε -κατ’ ανάγκη- προς τον κόσμο. Και τότε δεν θα έχουμε να φανερώσουμε τίποτε. Το πρόσωπό μας τι είναι; Θα έχουμε να φανερώσουμε αλήθεια -ό,τι πολύ βαθιά μέσα μας- υπάρχουν άλλες δυνατότητες. «Ήταν μόνος προσευχόμενος». Και αυτό δεν είναι εγκατάλειψη. Είναι αποκάλυψη μιας άλλης δυνατότητας ζωής.

Και μετά από λίγο επιστρέφει μαζί τους. Και τι σας είπα; Δεν φοβήθηκαν τη θάλασσα οι μαθητές πιθανότατα, ή μάλλον σίγουρα, γιατί ήταν πολύ σκληροί θαλασσόλυκοι και τα νερά εκείνα τα ήξεραν πάρα πολύ καλά. Τόσο καιρό με τα ψάρια πάλευαν, και τα κύματα αυτής της ιδίας θαλάσσης τώρα θα φοβούνται; Να, βλέπετε ένας εγωισμός, ε;. «Εγώ» που ξέρω να κυριαρχώ στα πράγματα. Αλλά φοβήθηκαν τον Χριστό, την παρουσία Του. Την άλλη παρουσία Του. Την παρουσία Του που ξεπερνούσε την δυσκολία των πράγματων. Αυτοί ήξεραν, μέσα από τις εγωιστικές, δικές τους προβολές, πως; θα νικήσουν τη θάλασσα. Έτσι θα κάνουν τα πανιά. Έτσι θα κάνουν το καράβι. Έτσι θα κάνουν το τιμόνι. Από εκεί θα το στρίψουν, μια εγωιστική τεχνολογία. Αλλά ποτέ δεν φαντάζονταν πως υπάρχει μια άλλη δυνατότητα του Χριστού, που έρχεται μέσα στον τάραχο και στον ορυμαγδό, να δώσει μια άλλη βαθιά απάντηση ηρεμίας σε αυτούς. Και φοβήθηκαν την ηρεμία, φοβήθηκαν το ξεπέρασμα της ταραχής. Όχι με κόλπα ναυτιλιακά ή άλλα κοσμικά. Φοβήθηκαν το ότι περπατούσε πάνω στα κύματα. Το ότι ήταν πιο δυνατός από τα κύματα. Και νόμιζαν μάλιστα που ήταν φάντασμα. Δεν φανταζόνταν που υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα. Μια άλλη πνευματική τεχνολογία για να ξεπεράσεις τις δυσκολίες της ζωής (είναι πολύ καλή η τεχνολογία για να ξεπερνάς τις δυσκολίες της ζωής· μέχρι ενός σημείου όμως!).

Και στο τέλος, την ώρα που απαντιούνται αυτά τα τρία παράλογα, ο Πέτρος, τολμηρός ων και ξέροντας τη θάλασσα και βλέποντας τον Χριστό, θέλει να περπατήσει πάνω στη θάλασσα. Αλλά δυστυχώς δεν ήξερε την «τεχνολογία» της εμπιστοσύνης στον Θεό. Γιατί δεν κατάλαβε ποτέ, μέχρι τώρα απ’ ό,τι φαίνεται, [το] πώς λύνονται και πώς ξεπερνιόνται αυτά τα θέματα, οι τρεις απαντήσεις σε αυτά τα τρία τα παράλογα. Ποτέ δεν φαντάστηκε πως είναι πρόσωπο ελεύθερο. Ήθελε να είναι εξαρτημένος, γι’ αυτό πήγε κοντά στο Χριστό. Ο Χριστός δεν ήθελε εξαρτήματα, ήθελε ελεύθερους ανθρώπους. Ήθελε να είναι Εκείνος ο οποίος θα μπορούσε να του [έδινε μαθήματα] κάθε μέρα. Και Εκείνος όμως ήταν «μόνος προσευχόμενος». Και του μάθαινε να είναι «προσευχόμενος». Ήθελε να του μάθει τεχνολογία και του ’μαθε μια άλλη αντιμετώπιση των πραγμάτων. Και τότε αποδεικνύεται ο Πέτρος ολιγόπιστος και καταποντίζεται και ο Χριστός τον σώζει. Πάντα έτσι κάνει ο Χριστός.

Και ας μην είχαμε μάθει το πώς θα απαντούμε σε αυτά τα τρία τα παράλογα. Έρχεται μπροστά μας με το δικό Του τον τρόπο και μας βγάζει από τη θάλασσα. και ας είμαστε ολιγόπιστοι. Αλλά μπορούμε να μείνουμε εκεί πάντα; Μπορούμε να μην γίνουμε προσωπικότητες; Μπορούμε πάντοτε να βασιζόμαστε -και πάντα θα το κάνει [ο Χριστός]- στη δική Του παρέμβαση που πάντα θα το κάνει; Μπορούμε πάντα να μην καταλαβαίνουμε το πώς θα ξεπεραστούν τα κύματα; Μπορούμε πάντα να μην καταλαβαίνουμε το πώς θα καλλιεργήσουμε το πρόσωπό μας (εν φανερώσει και εν αφανεία); Μπορούμε πάντα, πάντα να στηριζόμαστε  στα τεχνολογικά πράγματα του κόσμου και να μην έχουμε τη βαθιά δική Του κατάθεση ζωής;

Είναι ένα κείμενο συγκλονιστικό. Λίγο το κατάλαβα. Λίγο σας το μετέδωσα. Αλλά είναι πραγματικά συγκλονιστικό. Γιατί εκφράζει το πώς παλεύουμε κάθε μέρα με τα κύματα της ζωής. Αδελφοί μου, αρπάξτε τα μηνύματα! Αρπάξτε τον εξαναγκασμό Του να γίνουμε ελεύθεροι! Αρπάξτε τη δυνατότητα που μας δίνει να καλλιεργηθούμε και βαθιά, ως μη προβαλλόμενοι πάντα, μέσα στα πράγματα του κόσμου! Αρπάξτε τη δυνατότητα, να γίνουμε ελεύθεροι και να περπατάμε πάνω στα κύματα της ζωής, χωρίς να φοβόμαστε τίποτε! Απλώς να φοβόμαστε ένα πράγμα: το πόσο αδύναμοι είμαστε [ώστε] να μπορούμε να καταλάβουμε την ελευθερία που μας δίνει ο Χριστός για να ζήσουμε.

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΣΑ


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΣΑ
Παρακλητικός Κανών εις την Αγίαν Οσιομάρτυρα Ελέσα ΕΔΩ
Στιχ. Ἔλεος σὺ δέδοσαι παρὰ Κυρίου,
Τῇ σῇ μητρί, παρθένε Μάρτυς Ἐλέσα. 
Θυγατέρα ενός ισχυρού ειδωλολάτρη άρχοντα της Πελοποννήσου, η αγία Ελέσα ανατράφηκε από τη μητέρα της στη θεοσέβεια. Η τελευταία πέθανε όταν η Ελέσα ήταν δεκατεσσάρων ετών και ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει· εκείνη όμως αρνήθηκε, γιατί είχε λάβει την απόφαση να αφιερώσει όλη τη ζωή της στον Χριστό. Επωφελούμενη από την απουσία του πατέρα της, μοίρασε γενναιόδωρα ελεημοσύνες και πήρε μαζί δύο θεραπαινίδες της το καράβι για το νησί των Κυθήρων, που τα χρόνια εκείνα ήταν έρημο και γεμάτο άγρια θηρία. Φθάνοντας η αγία ανέστησε με την προσευχή της έναν από τους ναύτες που είχε πεθάνει από δάγκωμα φιδιού και προχώρησε μέσα στο παρθένο νησί.

Όταν επιστρέφοντας ο πατέρας της Ελέσης ανακάλυψε τη φυγή της, εξοργίστηκε και άρχισε να την αναζητά με σκοπό να τη σκοτώσει. Βρήκε τον ναυτικό και τον εξανάγκασε να τον οδηγήσει στο μέρος που είχε αφήσει τη θυγατέρα του. Μετά από πυρετώδεις αναζητήσεις τη βρήκε κοντά σε ένα ψηλό βουνό στη νότια πλευρά των Κυθήρων και προσπάθησε στην αρχή να την πείσει με τα δάκρυα και τους οδυρμούς. Εκείνη όμως αρνιόταν να τον ακολουθήσει βεβαιώνοντάς τον ότι προτιμούσε να μείνει με τα αγρίμια παρά να συμβιώνει με ειδωλολάτρες. Τότε ο πατέρας της, αφήνοντας ελεύθερη την οργή του, την άρπαξε από τα μαλλιά, την έριξε κατά γης και την ξυλοκόπησε, ενώ η αγία επαναλάμβανε συνεχώς: «Ελέησόν με ο Θεός!». Έπειτα την κρέμασε σε ένα δένδρο από τα μαλλιά και τη βασάνισε μέχρι θανάτου. Μόλις έλυσε το σώμα της, η αγία επανήλθε στη ζωή και διέφυγε. Ένας βράχος άνοιξε τότε κάτω από τα πόδια της και μπόρεσε να περάσει στην άλλη πλευρά του βουνού. Ο δήμιός της όμως τη βρήκε εκεί, έσπασε με μια πέτρα το σαγόνι της και την αποκεφάλισε (375).

Μια από τις θεραπαινίδες της αγίας, που είχε αποσυρθεί σε απομονωμένο μέρος για να προσευχηθεί, επέστρεψε μετά την αναχώρηση του πατέρα–φονιά. Έθαψε το σώμα της Ελέσης με ευλάβεια και τις επόμενες σαράντα ημέρες άκουγε στον τόπο εκείνο αγγελικές μελωδίες. Αργότερα ήλθαν στα Κύθηρα χριστιανοί που είχαν ακούσει από το στόμα της με θαυμασμό τη διηγήση του μαρτυρίου της αγίας Ελέσης και έχτισαν πάνω από τον τάφο της μια μικρή εκκλησία που έγινε πηγή θαυμάτων. Έκτοτε η αγία Ελέσα τιμώνταν ως πολιούχους του νησιού, που είχε εκπολιτισθεί με τις προσευχές της.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος), 

Μὴν Αὔγουστος


 

Μὴν Αὔγουστος 


ἔχων ἡμέρας τριάκοντα μίαν ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 13 καὶ ἡ νύξ ὥρας 11

***


Η Παναγία της Λύδδας - ΕΔΩ

Eί ζωγραφεῖν τίς ἤθελεν σε, Παρθένε
ἄστρων ἐδεῖτο μᾶλλον ἀντί χρωμάτων,
ἵν' ἐγράφης φωστῆρσιν ὡς φωτός πύλη
ἀλλ' οὐχ ὐπείκει ταῦτα τοῖς βροτῶν λόγοις
ἅ δ' οὖν φύσις παρέσχε και γραφῆς νόμος,
τούτοις παρ' ἡμῶν ἱστορῆ τε και γράφη.

Κωσταντ. Ρόδιος, 9ος αίών
 
ν κάποιος ἤθελε να σε ζωγραφήσει, Παρθένε, θα χρειαζόταν το φῶς τῶν ἄστρων και ὄχι τῶν χρωμάτων ὥστε, σάν Πύλη τοῦ φωτός, να σε ζωγράφιζε με φῶς, ὅμως τα οὐράνια σώματα δεν ὑπακούουν στα λόγια τῶν θνητῶν με ὅσα μᾶς ἐκχώρησαν οἱ νόμοι τῆς ζωγραφικῆς κι ἡ φύση, μ΄ αὐτά ὁ ἄνθρωπος θα σ΄ ἱστορήσει και θα σε ζωγραφίσει.

 

Άγιος Ιερομάρτυς Προκόπιος, Επίσκοπος Ταυρομενίας.


Άγιος Ιερομάρτυς Προκόπιος, Επίσκοπος Ταυρομενίας. 
1η Αυγούστου.
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Μιμούμενος τον πρώτο επίσκοπο της πόλεως αυτής, τον Άγιο Παγκράτιο [9 Ιουλίου], ο Άγιος Προκόπιος είχε μαρτυρικό τέλος.

Ήταν ο τελευταίος ορθόδοξος επίσκοπος της ένδοξης και ιστορικής Σικελικής αυτής πόλεως. Μετά από ηρωική και μακροχρόνια αντίσταση, η πόλη έπεσε στα χέρια των Αράβων τον Αύγουστο του 902 και υπέστη σφαγή και λεηλασία.

Ο άγιος επίσκοπος, αρνούμενος να αρνηθεί την πίστη του, βασανίσθηκε με τον αγριότερο τρόπο και γδάρθηκε ζωντανός από τον τρομερό και αιμοδιψή Ιμπραΐμ, ο οποίος και του ξερίζωσε την καρδιά με τα ίδια του τα χέρια την 1η Αυγούστου του 902 μ. Χ.

Η πόλη του Ταυρομενίου έκτοτε δεν κατάφερε να ξαναβρεί την παλαιά της αίγλη και στους επόμενους αιώνες κατάντησε μια άσημη πόλη.

Δημοφιλείς αναρτήσεις