Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Ο Επιτάφιος (π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος)



Tό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν πάντοτε ἕνα μέτρο χρονικό. Ἄν ἔφταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εἴχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ἄν ὄχι, τό Πάσχα ἦταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ἔρχονται κάποια στιγμή. Εἶναι, ὅμως, σίγουρο ὅτι ὁ Πλάστης καί Δημιουργός τούς ἔδωσε μιά σοφία πού εἶναι ἀρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.

Ὁ Μάριος ὁ Σεβντάς δέν ἐνδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, ἀλλοῦ ἦταν στραμμένα τά ἐνδιαφέροντά του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιάτικα. Ὁ Μάριος δέν ἦταν κάποια ἔκτακτη προσωπικότητα πού θά ἔκανε κάποιον νά ἀσχοληθεῖ μαζί του. Ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβει εἶχε κάνει ὅλο τό Νιχώρι νά ἀσχολεῖται μαζί του. Σ᾿ αὐτό τό χωριό τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ὁ Μάριος κατεῖχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. Ἦταν ὁ γελωτοποιός τοῦ χωριοῦ. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό ἐπιδιώκει. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του καί μόνο πού τόν ἔβλεπαν. Τόν εἶχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, ἀφοῦ δέν ἔκανε μιά συγκεκριμένη ἐργασία. Ἄλλοτε καθάριζε ἕναν κῆπο, ἄλλοτε ἔκανε τά ψώνια κάποιας κυρᾶς. Δουλειές ὅλες τοῦ ποδαριοῦ. Φτωχοζοῦσε. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. Ἐκεῖνος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εἶχε καί μιά ἀπάντηση εὐτράπελη, χαριτωμένη.

– Μάριε, θά πᾶς σήμερα γιά ψώνια;

– Ὁ Μάριος δέν πάει ἁπλῶς γιά ψώνια, εἶναι ψώνιο, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τόν ρωτοῦσαν:

– Μάριε, πόσα χρόνια πῆγες σχολεῖο;

– Πηγαίνω κάθε μέρα ἀφοῦ σχολάζω ἀπό κάθε δουλειά, ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἄλλοτε τοῦ ὑπέβαλαν τό δύσκολο ἐρώτημα:

– Ποιός εἶναι ὁ πιό σπουδαῖος στό χωριό;

– Ὅποιος κάνει τά πιό σπουδαῖα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτά πού ἔλεγε δέν ἦταν πάντα ἀστεῖα. Ἀλλά τό χωριό εἶχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο ὁ παπά Ἀντώνης, ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τόν ἄκουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτός ἱερέας:

– Αὐτός δέν εἶναι ἠλίθιος. Λέει ἀλήθειες. Ὁ Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά.

Πράγματι, μόνο ὁ Θεός πρέπει νά γνώριζε τήν ἀρετή τοῦ Μάριου. Μιά ἀρετή πού φωλιάζει μέσα στήν καρδιά μερικῶν ἀνθρώπων καί κανείς δέν τήν ἀναγνωρίζει. Μιά ἀρετή πού ἔχει ἀπαίτηση νά πεῖ στόν ἄλλο ἀλήθειες χωρίς νά τόν θίξει. Προτιμᾶς τότε νά σέ θεωρήσει ὁ ἄλλος τρελό, παρά νά τόν τρελάνεις.

Ἐκείνη, λοιπόν, τή χρονιά, ὁ Μάριος εἶχε χαρά μεγάλη γιά τό καθυστερημένο Πάσχα. Τό ἔλεγε, ἐξάλλου, παντοῦ.

– Γιατί Μάριε χαίρεσαι γιά τό καθυστερημένο Πάσχα;

– Μά ἐπειδή κεντάω. Πρέπει νά τελειώσω τό κέντημα.

Κι ὅλα τά παιδιά γύρω ἔσκαγαν στό γέλιο.

– Τί σχέση ἔχει τό κέντημα μέ τό Πάσχα; ρώτησε ὁ Μανώλης ὁ μανάβης, πού ἦταν γνωστός γιά τό ἀντιεκκλησιαστικό του φρόνημα.

– Ὅση σχέση ἔχεις καί σύ μέ τήν Ἐκκλησία, τοῦ ἔλεγε ὁ Μάριος, καμιά καί μεγάλη.

Τή σχέση, βέβαια, πού εἶχε τό κέντημα μέ τό Πάσχα τή γνώριζε καλά ὁ Μάριος. Πρίν τρία χρόνια, στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου, μερικά ἀπρόσεκτα παιδιά εἶχαν κάψει, παίζοντας, μιά μεγάλη ἄκρη τοῦ ἐπιταφίου. Εἶχε στενοχωρηθεῖ πολύ κι ὁ παπά Ἀντώνης. Πῶς θ᾿ ἀγόραζε καινούργιο ἐπιτάφιο; Τά ἔσοδα τοῦ ναοῦ ἦταν μετρημένα. Μόλις καί κάλυπταν τίς βασικές ἀνάγκες. Στό τέλος τό ξεπέρασε. Δέν πειράζει, μιά φορά τό χρόνο ἦταν. Θά κάλυπτε μέ λουλούδια τό καμμένο μέρος. Κανείς δέν θά τό ᾿βλεπε. Ὁ Μάριος, ὅμως, τό τόνισε:

– Δέν μπορεῖ νά εἶναι τρύπιος ὁ ἐπιτάφιος. Ἀρκετά ὅσα ἔκαναν οἱ ἑβραῖοι στό Χριστό.

Ἔπρεπε κάτι νά γίνει. Χρήματα δέν εἶχε. Ἀλλά εἶχε χέρια. Κάποτε δούλευε στό Πέρα πλάι σ᾿ ἕναν τεχνίτη κεντημάτων. Θά προσπαθοῦσε. Γιά τό Χριστό θά τό ἔκανε. Δέν μποροῦμε κι ἐμεῖς νά μαρτυροῦμε γιά τό Χριστό; Θά εἶχε κόπο αὐτή ἡ ἱστορία. Ὑπολόγιζε τρία χρόνια. Ἔπρεπε νά γίνει τέλειος. Ἐπιτάφιος θά ἦταν. Μεράκι χρειαζόταν. Ἀγάπη καί σεβντάς μέ μεράκι.

Γιά Ἐκεῖνον ὅμως θά τό ᾿κανε. Τρία χρόνια. Δέν πειράζει. Ἐκεῖνος εἶχε κατέβει τρεῖς μέρες στόν Ἅδη. Τί εἶναι τρία χρόνια δουλειᾶς γιά τό Χριστό; Σ᾿ ὅλη τή ζωή μας ἔπρεπε νά δουλεύουμε γι᾿ Αὐτόν. Τρία χρόνια λίγα ἦταν.

– Βρέ Μάριε, πῶς πάει τό κέντημα; τόν ρωτοῦσαν στό χωριό, χωρίς καί οἱ ἴδιοι νά γνωρίζουν γιά ποιό κέντημα ἦταν ὁ λόγος.

– Θά καταλάβεις πῶς πάει ἄν κεντήσεις στήν καρδιά, στό νοῦ καί στό σῶμα σου τό Χριστό, ἀπαντοῦσε ὁ Μάριος.

– Πῶς θά Τόν κεντήσω;

– Τί εἶμαι ἐγώ; Ἐκκλησία; Τί μέ ρωτᾶς; Νά πᾶς σέ κανένα πνευματικό νά δεῖς καί τό κεντητό τό πετραχήλι του καί θά καταλάβεις τί ἐννοῶ, ἀπαντοῦσε ὁ Μάριος.

Ὅλο τό χωριό γελοῦσε μέ τό μυστήριο αὐτό κέντημα. Τί τρέλα ἦταν πάλι κι αὐτή; Τά παιδιά στό δρόμο τοῦ χωριοῦ τό γλεντοῦσαν μέ τό κέντημα. Τήν ἔπαθε, βέβαια, μέσα σ᾿ αὐτή τήν ἔξαψη τῆς φαντασίας, κι ἡ κυρά Κούλα ἡ Πρίφταινα. Κεντοῦσε μιά μέρα, στήν πόρτα τῆς αὐλῆς τοῦ σπιτιοῦ της, κάτι τσεβρέδες. Μόλις τά παιδιά τήν εἶδαν, ἄρχισαν νά φωνάζουν.

– Τό κέντημα, τό κέντημα. Ἔχει ἀπό τήν τρέλα τοῦ Μάριου.

Εἶχε γίνει πολύ ἀναξιοπρεπές τό νά κεντᾶς. Ὅλοι, μόλις ἔβλεπαν ἕνα κέντημα, ἔφερναν στό νοῦ τους τό Μάριο. Καί τότε, ἀμέσως, σέ κατέτασσαν στή συνομοταξία τῶν τρελῶν. Καί τρελός δέν θά ᾿θελε κανείς νά εἶναι.

Τρία χρόνια ὁ Μάριος δεινοπάθησε ἀπό τίς κοροϊδίες. Τρία χρόνια δούλεψε σκληρά. Ἀσκήθηκε. Ξεπέρασε τόν ἑαυτό του. Ἄς γελοῦσαν ὅλοι μαζί του. Δέν τόν πείραζε. Αὐτός δούλευε μυστική ἐργασία γιά τό Χριστό. Γιά τόν τάφο Του. Τί πιό μεγάλο μποροῦσε νά κάνει; Ὅταν μιά μέρα θά πέθαινε, θά ᾿βλεπε μπροστά του, μέσα στόν τάφο του, τό Χριστό. Τί θά Τοῦ ἔλεγε; Πῶς θά Τόν ἔβλεπε; Ἔπρεπε νά προετοιμαστεῖ γιά τόν τάφο του. Ἔπρεπε νά τόν κεντήσει ἀπό τώρα στή ζωή του. Τήν ἡμέρα ὅλοι γελοῦσαν μ᾿ αὐτόν. Καί τό βράδυ ἐκεῖνος, πάνω ἀπό τόν ἐπιτάφιο, ἔκλαιγε γιά ὅλους. Γιά ὅλα. Κάθε βελονιά καί δάκρυ. Κάθε βελονιά καί ἕνας τάφος. Αὐτός ὁ ἐπιτάφιος ἦταν πραγματικός ἐπιτάφιος. Δουλεμένος μέ δάκρυα, γιά τόν κόσμο, γιά τίς ἁμαρτίες του.

– Πῶς πάει τό κέντημα, Μάριε; ρωτοῦσαν οἱ φίλοι του.

– Βρεγμένο εἶναι, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος, καί τά γέλια τράνταζαν τό γύρω χῶρο.

Τρία χρόνια κεντοῦσε ὁ Μάριος. Κι ἔγινε σάν τίς μυροφόρες, τή Μαρία τή Μαγδαληνή, τή Μαρία τοῦ Κλωπᾶ, τήν ἄλλη Μαρία. Καί ᾿κεῖνος Μάριος λεγόταν. Μύρα δέν εἶχε νά γίνει μυροφόρος. Τό κέντημα, ὅμως, φέτος θά τό τελείωνε. Εὐτυχῶς καί τό Πάσχα ἦταν καλοκαιρινό. Εὐτυχῶς καί τά χελιδόνια ἦρθαν πρίν ἀπό τό Πάσχα.

Ἦρθε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ὅλα ἦταν φωτεινά. Ἡ ἄνοιξη στό ἀποκορύφωμά της. Κι ὁ Μάριος ἕτοιμος. Ἕτοιμος γιά νά καταθέσει τόν ἐπιτάφιο ἐκεῖ πού ἔπρεπε. Τρία χρόνια καί ἡ ζωή του εἶχε γίνει τάφος. Γιά τό Χριστό δούλευε. Ὁ κόσμος πιό πολύ τόν κορόιδευε. Ὁ τρελός, ὁ ἠλίθιος, ὁ κουτός. Ναί, αὐτός ἦταν. Δέν μποροῦσε ἕνα χωριό νά ἔχει ἕναν καμμένο ἐπιτάφιο. Γιά τό χωριό δούλευε. Γιά νά ἔχουν τό Χριστό.

Τή Μεγάλη Παρασκευή τό πρωί ὁ Μάριος πῆρε τόν ἐπιτάφιο στήν πλάτη του. Καί βγῆκε στό δρόμο. Ἄρχισε νά γυρνάει γύρω γύρω στίς πλατεῖες καί στούς δρόμους ψάλλοντας τό «ἡ ζωή ἐν τάφῳ». Τό χωριό σηκώθηκε στό πόδι. Τί τρέλα ἦταν πάλι κι αὐτή;

– Μάριε, τό βράδυ θά βγεῖ ὁ ἐπιτάφιος, τί κάνεις ἐκεῖ;

– Ἀνοίγω δρόμο στό Χριστό. Γιά νά μήν σᾶς ἔρθει ξαφνικά τό βράδυ καί δέν τόν προλάβετε. Γιά νά ἑτοιμάζεστε ἀπό τώρα. Τάφος θά περάσει ἀπό δῶ τό βράδυ. Πρέπει νά προετοιμαστεῖς γιά νά τόν ἀντέξεις.

Ἡ «ζωή ἐν τάφῳ», καί πάλι καί ξανά. Μέχρι πού ἔφτασε στήν ἐκκλησία. Μπῆκε στό ἱερό τήν ὥρα πού ἀνεγιγνώσκοντο οἱ μεγάλες Ὧρες. Στάθηκε μπροστά στόν παπά Ἀντώνη.

– Πάρε αὐτό ἀπό ἕναν τρελό καί χαζό. Ἕνας τάφος ὅπως πρέπει γιά τό Χριστό. Ὅσο τόν ἔφτιαχνα τόσο πιό πολύ ξεκουραζόμουν. Μήν πεῖς σέ κανένα πώς ἐγώ τόν ἔφτιαξα. Στόν τάφο του ὁ καθένας εἶναι μόνος μπροστά στό Χριστό. Οὔτε οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων, μά οὔτε καί ἡ κοροϊδία τους ἔχουν σημασία. Σημασία ἔχει νά κεντήσεις κάτι γιά τό Χριστό στή ζωή. Συγχώρα με τόν τρελό, χρονιάρα μέρα καί σέ διδάσκω. Ἐγώ ὁ ἀγράμματος. Ἐγώ ὁ ἠλίθιος, ὁ χαμένος. Κάνε μιά προσευχή γιά μένα.

Ἐκεῖνο τό βράδυ ἡ περιφορά τοῦ ἐπιταφίου ἔγινε μέ λαμπρότητα. Ὁ καινούργιος ἐπιτάφιος φάνταζε μέ μεγαλοπρέπεια. Ὁ πατήρ Ἀντώνιος κατά τή διάρκεια τῆς περιφορᾶς, ἔνιωσε πολλές φορές εὐωδία ἀνέκφραστη νά τόν περιτυλίγει. Ὁ ἐπιτάφιος εἶχε πάνω του λουλούδια. Μά ποτέ λουλούδια δέν μύρισαν τόσο ὡραῖα, τόσο οὐράνια. Στό τέλος τῆς πομπῆς κι ὁ Μάριος, ὁ μυροφόρος, ὁ Σεβντάς.

– Μάριε, τί κεντᾶς;

– Οὔ, τώρα πιά τελείωσε, τό πῆρε τό κέντημα ὁ Χριστός στόν τάφο Του. Μήν τά ρωτᾶς. Κάνε καμιά προσευχή καί γιά μένα τόν τρελό. Κάνε μιά προσευχή γιά νά ᾿χουμε καλή ζωή «ἐν τάφῳ».

Αὐτοτελές ἀπόσπασμα μέσα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», 
Σελίδες 41-48, 
ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», 
Μάϊος 2002

Holy Friday

 


Ποίαν ἤμέραν καὶ ὥραν γίνεται ἢ καθήλωσις καὶ ἢ ἄποκαθήλωσίς τῆς εἰκόνος τοῦ σώματος τοῦ Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρό;

 27

Ποίαν ἤμέραν καὶ ὥραν γίνεται ἢ καθήλωσις καὶ ἢ ἄποκαθήλωσίς τῆς εἰκόνος τοῦ σώματος τοῦ Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρό;

τελετὴ τῆς ἄποκαθηλώσεως διεδόθῃ στὰ μέρη μᾶς ἄπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, ὅπου ὕφίστατο ἄπὸ πολὺ παλαιά. Ἐκεῖ δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀπαγγελία στὸ ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου του πρώτου τροπαρίου τοῦ ἰε' ἄντιφώνου «Σήμερον κρεμᾷται ἔπὶ ξύλου...» τῆς ἀκολουθίας τῶν ἅγιων Παθῶν, τοῦ ὄρθρου δη­λαδὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἔλιτανεύετο ἄπὸ τὸν ἱερέα μεγά­λων διαστάσεων σταυρὸς μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστου καρφωμένο ἔπάνω σ' αὔτὸν κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἢ ἄποκαθήλωσί του. Ἔστήνετο δὲ στὸ μέσον τοῦ ναοῦ καὶ ἐκεῖ παρέ­μενε μέχρι τὴν ψαλμωδία τὼν ἄποστίχων του ἔσπερινου τῆς Με­γάλης Παρασκευῆς. Κατ' αὔτὴ ἔγίνετο ἢ ἄποκαθήλωσίς κατὰ τὸν ἄκόλουθο τρόπο: 

λιτανεύετο, ὅπως συνήθως, ὸ ἐπιτάφιος, ἔτοποθετεῖτο στὸ κουβούκλιο, ἄπεσπάτο κατόπιν ἢ εἴκῶν τοῦ νεκρου Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρὸ καὶ ἄπετίθετο καὶ αὔτὴ στὸ κουβούκλιο ἐπάνω στὸν ἐπιτάφιο, ἔκαλύπτετο μὲ πέπλους καὶ ἄνθη καὶ στὸ μέσον ἔτίθετο τὸ Εὔαγγέλιο. 'Ἡ ἄκολουθία αὔτὴ τῆς ἄποκαθη­λώσεως ἦταν ἄγνωστη στὴν λοιπή 'Ὀρθόδοξο 'Ἐκκλησία. Κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμαται ἔπὶ ξύλου...» ἔλιτανεύετο ἢ εἴκῶν τῆς σταυρώσεως καὶ ἔτίθετο στὸ προσκυνητάριο, κατὰ δὲ τὰ ἄπόστιχα τοῦ ἔσπερινοῦ ἔγίνετο ἢ εἴσοδος τοῦ ἔπιταφίου καὶ ἢ ἄπόθεσίς του στὸ κουβούκλιο ἢ σὲ ἄπλὸ τραπέζι, χωρὶς νὰ γίνῃ προηγουμένως ἄποκαθήλωσι. Αὔτὸ ἄκριβὼς τηρεῖται καὶ σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος, Ὅρος καὶ στὶς σλαβικές 'Ὀρθόδοξες 'Ἐκκλησίες.

Πρὶν ἄπὸ ἑκατὸ περίπου χρόνια κατὰ τὰ μέσα τού περασμέ­νου αἴῶνος, θέλησαν στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ μιμηθουν τὴν πρᾶξι τῆς 'Ἀντιόχειας, ποῦ τόσο παραστατικὰ ἔξεικόνιζε τὰ σχετικὰ γεγονότα τοῦ πάθους τοῦ Χρίστου. 'Ἡ τε­λετὴ ἐγινε τόσο προσφιλὴς στὸν κλῆρο καὶ στὸν λαό, ποῦ γρήγορα διαδόθηκε στὶς μεγάλες πρῶτα πόλεις καὶ σιγὰ σιγὰ καὶ στὰ χω­ριὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄκόμη μοναστήρια. Τροποποιήθηκε ὅμως ἐλα­φρά. Εἴσήχθη δηλαδὴ ὸ μεγάλος σταυρὸς μὲ καρφωμένο ἔπάνω σ' αὔτὸν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου, γίνεται ἢ εἴσο­δός του κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμᾷται...», ἄλλα ἢ ἄποκαθήλωσι γιὰ νὰ εἶναι πιὸ παραστατικὴ γίνεται ἄπὸ τὸν ἱερέα τὴν ὥρα ποῦ ὸ διάκονος ἄναγινώσκει τίς τελευταῖες φράσεις τοῦ μεγάλου εὐαγ­γελίου του ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς«...'Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἄπὸ Ἄριμαθαίας τούνομα 'Ἰωσήφ... καὶ λαβὼν τὸ σῶμα τοῦ Ἴησοὺ ἔνετύλιξεν αὔτὸ ἔν σινδόνι καθαρα...», ἤ, ἂν τελῇ τὴν ἄκολουθία μόνος ὸ ἴερέύς, ἀμέ­σως μετὰ τὴν ἄνάγνωσι τοῦ εὔαγγελίου ἔν σιγὴ ἢ ψαλλομένου τοΰ καθίσματος «Σινδόνι καθαρα, καὶ ἄρώμασι θείοις...», καὶ ἄποθέτει τὸ σῶμα στὴν ἄγία τράπεζα, ἄλλὰ ὀχι καὶ στὸ κουβούκλιο γιὰ λόγους καθαρὰ τεχνικοὺς (στήν 'Ἀντιόχεια τὰ χέρια τοῦ σώ­ματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατεσκευασμένα κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ διπλωθοῦν πρὸς τὰ κάτω). Σὲ μερικὰ ὅμως μέρη δὲν ἔχει ἐπικρατήσει ἢ πρᾶξι αὔτὴ ἄκόμη καὶ δὲν γίνεται ἄποκαθήλωσις, ἄλλὰ κατὰ τὴν ἄνάγνωσι τοῦ Εὔαγγελίου ἢ ὕστερα ἄπο αὔτὴν καλύπτεται καὶ ἄποσύρεται στὸ ἱερὸ βῆμα ὁλόκληρος ὸ σταυ­ρὸς μαζὶ μὲ τὸν ἐσταυρωμένο Χριστό, ποῦ εἶναι ζωγραφισμέ­νος ἐπάνω στὸν σταυρὸ ἄπ' εὐθείας ἢ δὲν εἶναι δυνατὴ ἢ ἄπόσπασίς του ἄπ' αὔτόν. Βλέπετε μὲ πόση δυσκολία μπαίνουν στὴν λει­τουργικὴ πρᾶξι νέα ἔθιμα ὀσο ὡραῖα καὶ ἄγαπητὰ ἄπ' τὸν λαὸ καὶ ἂν εἶναι.

Ἡ ἄποσπασθείσα κατὰ τὴν ἄποκαθήλωσι ἄπὸ τὸ σταυρὸ εἴκῶν τού ἔσταυρωμένου Χριστού παραμένει στὸ ἅγιο βῆμα τυλιγμένη σὲ σινδόνα καθ' ὀλη τὴν ἄναστάσιμο περίοδο, μέχρι τῆς ἄποδόσεως τοῦ Πάσχα, μέχρι δηλαδὴ τοῦ ἔσπερινοῦ τῆς Πέμπτης τῆς Ἄναλήψεως, όπότε καθηλοῦται καὶ πάλι καὶ καταλαμβάνει τὴν συνήθη θέσι τοῦ πίσω ἄπὸ τὴν ἄγία τράπεζα ἢ στὸ βάθος τῆς ἄψίδος, ἔνὼ ὸ ἔπιτάφιος, ποῦ ἄπὸ τὸ τέλος τῆς ἄκολουθίας τοΰ ὄρθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, κατὰ τὴν δική μας πρᾶξι, ἢ ἄπὸ τὸ τέλος τοῦ μεσονυκτικοῦ τῆς παννυχίδος τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴν πρᾶξι τὼν σλαβικῶν 'Ἐκκλησιῶν, βρισκόταν ἄπλωμένος ἐπάνω στὴν ἄγία τράπεζα, ἄποσύρεται ἄπ' αὔτὴ γιὰ νὰ τοποθετηθῇ στὴν κα­θιερωμένη θέσι του. 

 

ΙΩΑΝΝΟΥ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑΣ ΑΠΟΡΙΑΣ  

Α΄
1-100

Καὶ ὅταν ἔρχωνται οἱ ἄλλοι νὰ Τὸν συλλάβουν, δὲν εἶναι σὰν τὸν Πέτρο ποὺ ἀμύνεται μὲ τὸ σπαθάκι...

 

Ἐρώτηση: 

Γέροντα, μιλᾶμε σήμερα γιὰ σκάνδαλα, ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὰ σκάνδαλα, σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὸν ἀδελφό μας, ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του ἴσως, ἀπὸ τὶς εἰκόνες ποὺ παρατηροῦμε, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζοῦμε. Καὶ μιλᾶμε, μιλᾶμε πολύ, στὸ ὄνομα -δὲν ξέρω- τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῆς πίστεώς μας, μιλᾶμε ἀκατάσχετα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς πῆτε κάτι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία σας γι' αὐτό. Εὐχαριστῶ.

Ἀπάντηση: 
Θυμᾶμαι μιὰ φορά, πάλι σὲ μιὰ συνάντησι, σὲ μιὰ Ἀκαδημία, ποὺ στὴ συζήτησι εἶπε κάποιος δάσκαλος ὅτι «ἐγὼ ἤμουν στὴ Γερμανία πολλὰ χρόνια, καὶ εἶδα ὅτι ἐκεῖ πέρα οἱ παπάδες εἶναι καθαροί, εἶναι ξυρισμένοι, κουρεμένοι, καὶ ξέρουν καὶ πολλὲς γλῶσσες». ∆ὲν μὲ ἐνδιαφέρουν οὔτε οἱ γλῶσσες οὔτε τὰ ξυρίσματα. Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ θεία Λειτουργία καὶ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα νοιώθου με ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνοχὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ λέει: «Κάνετε ὅ,τι θέλετε, ἀρκεῖ νὰ ξεδώσετε, ἀρκεῖ νὰ ἐλευθερωθῆτε. Ἂν θέλετε νὰ μὲ βρίσετε, βρίστε με, φτύστε με, σταυρῶστε με· ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ». Κι ὅταν φθάνη στὴ Γεθσημανῆ, καὶ περνᾶ αὐτὴ τὴ δοκιμασία, καὶ καταλήγη, ἀφοῦ λέει: «Πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26, 41), φθάνει νὰ πῆ: «τὸ θέλημα... τὸ σὸν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42). Τότε προχωρεῖ γυμνός, ἀπροστάτευτος. Καὶ ὅταν ἔρχωνται οἱ ἄλλοι νὰ Τὸν συλλάβουν, δὲν εἶναι σὰν τὸν Πέτρο ποὺ ἀμύνεται μὲ τὸ σπαθάκι, ἀλλὰ λέει «ἐγώ εἰμι», ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ εἶπα νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι τὸ δικό μου θέλημα. Καὶ τότε δὲν νικᾶ τοὺς ἐ χθρούς Του, ἀλλὰ καταργεῖ τὴν ἔχθρα. Κι ὅταν νοιώθης μιὰ στιγμὴ ὅτι Αὐτός, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεως, ἔχει αὐτὴ τὴν ἀνοχή, κι ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες καὶ σώζει τοὺς πάντες, καὶ ὅτι εὑρισκόμενος μέσα ἐδῶ, βρίσκομαι στὸν πυρήνα τῆς δυνατότητος τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπα ντος κόσμου, ἐγὼ λέω ὅτι ἐδῶ εἶμαι ἀναπαυμένος. Καὶ θέλω νὰ σᾶς πῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἦταν κάποτε κάποια πυρκαγιά, καὶ τὴ σβήναμε. Κι ἦταν πολλοὶ μοναχοί, κι ἦταν ἕνας μοναχὸς ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καλὸ ὄνομα. Καὶ ὅταν μπήκαμε σ' ἕνα κελλί, γιὰ νὰ πάρουμε ἕνα νερό, αὐτὸς τώρα πῆρε τὸ ποτήρι τὸ νερό, καὶ εἶπε: «Εὐλογεῖτε, βοήθειά μας ἡ Παναγία. Ἄλλωστε, γι' αὐτὴ καὶ ἐμεῖς ἤρθαμε ἐδῶ.» Τὸ εἶπε μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ σὲ ἔλιωνε. Ὁπότε, ἐμένα μὲ ἐνδιαφέρει ἡ ἀνοχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀνοχὴ τῆς Παναγίας καὶ ἡ ἀνοχὴ τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων, ποὺ μεταφέρουν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, ἂς ζοῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δι' αὐτῆς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνοχῆς θὰ καταλάβουμε ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολι κὴ Ἐκκλησία, γιατὶ ἔχει δυνατότητα καὶ προορισμὸ νὰ σώση ὅλο τὸν κόσμο. 
ς  εἴμαστε Ὀρθόδοξοι μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ τότε θὰ πάψουν ὅλες οἱ ἀπορίες μας.


 ΤΟ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΥ Ι∆ΡΥΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΩΝ

π.Βασίλειος Γοντικάκης

Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου


Διονύσιος Αλεξανδρείας
Μου έγραψες, πιστότατε και λογιότατε γιε μου, ρωτώντας ποια ώρα πρέπει να λήγει η νηστεία την ημέρα του Πάσχα. Λες ότι μερικοί από τους αδελφούς υποστηρίζουν πως αυτό πρέπει να γίνεται τα ξημερώματα, όταν λαλούν οι πετεινοί, ενώ άλλοι λένε ότι πρέπει να γίνεται από το βράδυ. Οι αδελφοί στη Ρώμη, όπως λένε, περιμένουν τον πετεινό, ενώ για τους εδώ αδελφούς έλεγες ότι το κάνουν νωρίτερα. Ζητάς να τεθεί ένας ακριβής κανόνας και μια πολύ συγκεκριμένη ώρα, πράγμα που είναι δύσκολο και επισφαλές.

Το ότι πρέπει να αρχίζουμε τη γιορτή και τη χαρά μετά τον χρόνο της Ανάστασης του Κυρίου μας, ταπεινώνοντας τις ψυχές μας με τις νηστείες μέχρι εκείνη τη στιγμή, είναι κάτι που όλοι ομολογούν. Έχοντας κατανοήσει σωστά όσα μου έγραψες και έχοντας μελετήσει τους θείους Ευαγγελιστές, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχει στα Ευαγγέλια ακριβής αναφορά για την ώρα που αναστήθηκε. Οι Ευαγγελιστές, πράγματι, κατέγραψαν με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικούς χρόνους την επίσκεψη στο μνημείο, αλλά όλοι ανέφεραν ότι βρήκαν τον Κύριο ήδη αναστημένο. Ο Ματθαίος λέει «αργά το Σάββατο», ο Ιωάννης γράφει «νωρίς το πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι», ο Λουκάς «πολύ πρωί, βαθιά χαράματα» και ο Μάρκος «πολύ πρωί, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Κανείς δεν δήλωσε με σαφήνεια πότε ακριβώς αναστήθηκε. Ωστόσο, είναι ομολογημένο ότι από αργά το Σάββατο, καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας (Κυριακή), μέχρι την ανατολή του ηλίου της Κυριακής, όσοι πήγαν στο μνημείο δεν τον βρήκαν πλέον εκεί.

Ας μη θεωρήσουμε ότι οι Ευαγγελιστές διαφωνούν ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ακόμα κι αν φαίνεται να υπάρχει κάποια μικρή ασάφεια στο ζήτημα, όλοι συμφωνούν ότι εκείνη τη νύχτα ανέτειλε το φως του κόσμου, ο Κύριός μας, απλώς διαφέρουν ως προς την ακριβή ώρα. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, με καλή διάθεση και πίστη να εναρμονίσουμε τα λεγόμενά τους.

Αυτό που αναφέρει ο Ματθαίος έχει ως εξής: «Αργά το Σάββατο, καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ήρθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία να δουν τον τάφο. Και ιδού, έγινε μεγάλος σεισμός, γιατί Άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό, πλησίασε, κύλησε την πέτρα από την είσοδο του μνημείου και κάθισε πάνω της. Η όψη του ήταν σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι. Από τον φόβο τους, οι φρουροί ταράχτηκαν και έγιναν σαν νεκροί. Ο Άγγελος απευθύνθηκε στις γυναίκες λέγοντας: "Μη φοβάστε εσείς, γιατί ξέρω ότι ζητάτε τον Ιησού τον εσταυρωμένο. Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε, όπως είχε πει." Αυτό το «αργά» (ὀψέ), μερικοί θα το εκλάβουν, σύμφωνα με τη συνηθισμένη σημασία της λέξης, ως το βράδυ του Σαββάτου. Άλλοι όμως, ερμηνεύοντάς το βαθύτερα, θα πουν ότι δεν σημαίνει το βράδυ, αλλά προχωρημένη νύχτα, δηλώνοντας βραδύτητα και μεγάλο χρονικό διάστημα. Και για να δείξει ότι εννοεί νύχτα και όχι βράδυ, πρόσθεσε «καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας». Και ήρθαν, όχι για να φέρουν αρώματα όπως λένε οι άλλοι, αλλά για να δουν τον τάφο, και βρήκαν ότι είχε γίνει ο σεισμός και ο Άγγελος καθόταν πάνω στην πέτρα, και άκουσαν από αυτόν: «Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε».

Ομοίως ο Ιωάννης λέει: «Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η Μαρία η Μαγδαληνή ήρθε στο μνημείο νωρίς το πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι, και είδε την πέτρα σηκωμένη από το μνημείο». Σύμφωνα με αυτόν, είχε έρθει ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι.

Ο Λουκάς λέει: «Το Σάββατο αναπαύθηκαν σύμφωνα με την εντολή. Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, πολύ πρωί, βαθιά χαράματα, ήρθαν στο μνημείο, φέρνοντας τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει. Βρήκαν την πέτρα κυλισμένη από το μνημείο». Τα «βαθιά χαράματα» (ὄρθρου βαθέος) πιθανόν υποδηλώνουν την αυγή που μόλις χάραζε την Κυριακή, επειδή είχε ήδη περάσει ολόκληρο το Σάββατο μαζί με τη νύχτα που ακολούθησε και άρχιζε μια άλλη ημέρα, όταν ήρθαν φέρνοντας τα αρώματα και τα μύρα. Από αυτό γίνεται φανερό ότι είχε αναστηθεί πολύ νωρίτερα.

Σε αυτό συμφωνεί και ο Μάρκος, λέγοντας: «Αγόρασαν αρώματα για να έρθουν να τον αλείψουν. Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, έρχονται στο μνημείο, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Και αυτός είπε «πολύ πρωί», που είναι το ίδιο με το «βαθιά χαράματα», και πρόσθεσε «μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Είναι φανερό ότι ξεκίνησαν τον δρόμο τους βαθιά χαράματα και πολύ πρωί, αλλά καθυστέρησαν κατά τη διαδρομή και μένοντας γύρω από το μνημείο μέχρι την ανατολή του ηλίου. Και τότε τους λέει ο νεαρός άνδρας με τα λευκά ρούχα: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ».

Έχοντας αυτά υπόψη, απαντούμε σε όσους θέλουν ακρίβεια, για το ποια ώρα ή ποιο μισάωρο ή τέταρτο της ώρας πρέπει να αρχίζει η χαρά για την Ανάσταση του Κυρίου μας από τους νεκρούς. Αυτούς που βιάζονται υπερβολικά και διακόπτουν τη νηστεία πριν καν μεσολαβήσει καλά η νύχτα, τους επικρίνουμε ως ολιγόψυχους και ακρατείς, σαν να εγκαταλείπουν τον αγώνα λίγο πριν το τέλος, καθώς λέει ένας σοφός άνδρας: «Δεν είναι μικρό στη ζωή το "παρά λίγο"». Αυτούς που καθυστερούν και παρατείνουν τη νηστεία για πολύ, υπομένοντας μέχρι την τέταρτη φυλακή της νύχτας (δηλ. 3-6 π.μ.), την ώρα που ο Σωτήρας μας εμφανίστηκε στους μαθητές περπατώντας πάνω στη θάλασσα, τους επαινούμε ως γενναίους και φιλόπονους. Όσο για αυτούς που αναπαύονται στο ενδιάμεσο, ανάλογα με το πώς παρακινήθηκαν ή πόσο άντεξαν, ας μην τους ενοχλούμε ιδιαίτερα. Άλλωστε, ούτε τις έξι ημέρες της νηστείας (της Μεγάλης Εβδομάδας) δεν τις περνούν όλοι το ίδιο ή με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι παρατείνουν τη νηστεία για όλες τις ημέρες μένοντας εντελώς άσιτοι, άλλοι για δύο, άλλοι για τρεις, άλλοι για τέσσερις, και κάποιοι για καμία. Σε όσους κοπίασαν πολύ παρατείνοντας τη νηστεία (ὑπερθέσεις) και μετά εξαντλήθηκαν και σχεδόν λιποθύμησαν, είναι συγχωρητέο να φάνε νωρίτερα. Αν όμως κάποιοι, όχι μόνο δεν παρέτειναν τη νηστεία, αλλά ούτε καν νήστεψαν, ή και πέρασαν με πολυτέλεια τις προηγούμενες τέσσερις ημέρες, και έπειτα, φτάνοντας στις δύο τελευταίες, τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο, τις παρατείνουν μόνο αυτές, νομίζοντας ότι κάνουν κάτι μεγάλο και σπουδαίο αν αντέξουν μέχρι την αυγή, δεν θεωρώ ότι ο αγώνας τους είναι ισάξιος με αυτών που ασκήθηκαν για περισσότερες ημέρες.

Αυτά σου έγραψα, συμβουλεύοντάς σε για το θέμα αυτό, σύμφωνα με τη γνώμη μου.

Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου.


 

Της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (εν Τρούλλω) 
 
Κανὼν ΠΘ’
Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου. 
Τάς τοῦ σωτηρίου πάθους ἡμέρας, ἐν νηστείᾳ, καὶ προσευχῇ, καὶ κατανύξει καρδίας ἐπιτελοῦντας, χρή τοὺς πιστοὺς περὶ μέσας τῆς περὶ τὸ μέγα σάββατον νυκτὸς ὥρας ἀπονηστίζεσθαι, τῶν θείων Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου καὶ Λουκᾶ, τοῦ μέν, διὰ τοῦ∙ Ὀψὲ σαββάτων ῥήματος· τοῦ δέ, διὰ τοῦ, Ὄρθρου βαθέος, τὴν βραδύτητα τῆς νυκτὸς ὑπογραφόντων.

Κανόνας 89 
Της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (εν Τρούλλω) 
Οι πιστοί οφείλουν να περνούν τις ημέρες του σωτηρίου Πάθους με νηστεία, προσευχή και συντριβή καρδιάς, και να λύνουν τη νηστεία περίπου τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς οι θείοι Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς, ο μεν με τη φράση «Αργά το Σάββατο», ο δε με τη φράση «Πολύ πρωί, βαθιά χαράματα», υποδηλώνουν το προχωρημένο της νύχτας.

Σχόλιο Ζωναρά: 
Ο κανόνας απαιτεί οι πιστοί να περνούν τις ημέρες του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με νηστεία και κατάνυξη· με κατάνυξη καρδιάς, δηλαδή η κατάνυξη να μην είναι υποκριτική, φαινομενική μόνο εξωτερικά, αλλά να αγγίζει την ίδια την καρδιά. Περίπου τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, καθώς ξημερώνει η Κυριακή, προτρέπει να λύνεται η νηστεία (απονηστίζεσθαι), δηλαδή να τρώει κανείς, καθώς η Ανάσταση έχει ήδη γίνει. Διότι, λέει, ο μεν Ευαγγελιστής Ματθαίος είπε «αργά το Σάββατο», ο δε Λουκάς «πολύ πρωί, βαθιά χαράματα», υποδεικνύοντάς μας το προχωρημένο της νύχτας, δηλαδή το παραδίδουν, το φανερώνουν. Και σήμερα λένε ότι οι Χριστιανοί στα Ιεροσόλυμα δεν τρώνε ούτε την Παρασκευή ούτε το Σάββατο. Και ο [Άγιος] Διονύσιος Αλεξανδρείας, όταν ρωτήθηκε σχετικά, απάντησε τα ίδια εκτενέστερα.

Σχόλιο Βαλσαμών :

Και στους Αποστολικούς κανόνες και σε συνοδικούς έχει νομοθετηθεί να μη νηστεύουμε το Σάββατο ή την Κυριακή, εκτός από ένα και μόνο Σάββατο, δηλαδή το Μεγάλο Σάββατο· διότι αυτό προσταχθήκαμε να το νηστεύουμε. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, και ο παρών κανόνας, ορίζοντας να νηστεύουμε όλες τις ημέρες του σωτηρίου Πάθους του Χριστού και Θεού ημών και να προσευχόμαστε με κατάνυξη, δηλαδή όχι με υποκρισία, ημέρες στις οποίες συγκαταλέγεται και το Μέγα Σάββατο· προσθέτει, ότι κατά το ίδιο Σάββατο, μετά την έκτη ώρα της νύχτας (μεσάνυχτα), πρέπει οι πιστοί να λύνουν τη νηστεία, επειδή αναστήθηκε ο Χριστός και Θεός ημών, σύμφωνα με τους θείους Ευαγγελιστές Ματθαίο και Λουκά, περίπου στο μέσο της νύχτας. Καθώς ο μεν [Ματθαίος] λέει ότι αργά το Σάββατο ήρθαν οι Μαρίες στον τάφο του Κυρίου και δεν βρήκαν το σώμα Του· ο δε [Λουκάς] υποδηλώνει το μέσο της νύχτας λέγοντας ότι ήταν βαθιά χαράματα όταν οι γυναίκες ήρθαν στο μνήμα. Αυτά μεν είναι έτσι.

Θα μπορούσε όμως κάποιος να πει: Επειδή ο κανόνας ορίζει να νηστεύουμε όλες τις ημέρες του σωτηρίου Πάθους, και να λύνουμε τη νηστεία το Μέγα Σάββατο τα μεσάνυχτα, προκύπτει αναγκαστικά ένα από τα δύο: ή ότι όλες τις ημέρες του Κυριακού Πάθους, που λογίζονται κυρίως μετά την Τετάρτη, νηστεύουμε εντελώς και απέχουμε από κάθε βρώση, και μόνο το Σάββατο λύνουμε τη νηστεία όπως ειπώθηκε· ή ότι το συγκεκριμένο Σάββατο καταλύουμε [τη νηστεία] περισσότερο από τις άλλες ημέρες του σωτηριώδους Πάθους του Χριστού. Διότι γιατί οριστήκαμε να λύνουμε τη νηστεία τα μεσάνυχτα, αν πρόκειται να νηστεύουμε το ίδιο όλες αυτές τις ημέρες;

Εμένα μου φαίνεται ότι η νηστεία του Μεγάλου Σαββάτου είναι ξεχωριστή και πρέπει να προτιμάται από τις άλλες ημέρες του Πάθους του Χριστού, διότι τότε βρισκόταν στον τάφο το θεοϋπόστατο Σώμα Του. Πρέπει λοιπόν και τις άλλες ημέρες να νηστεύουμε με κατάνυξη για τα Πάθη του Χριστού και Θεού ημών, αλλά πολύ περισσότερο το Σάββατο, όταν ετοιμαζόταν η απολύτρωσή μας από τα δεσμά του θανάτου. Γι' αυτό και οι πιο ευλαβείς παραμένουν στις εκκλησίες όλο το Σάββατο, μέχρι την έκτη ώρα της νύχτας (μεσάνυχτα)· και κατά την έκτη ώρα, αφού μεταλάβουν των θείων μυστηρίων, τρώνε άρτο και νερό, ίσως και οίνο εντελώς μετρημένο. Κατά την έβδομη ώρα (1 π.μ.), ακούγοντας την πρωινή ακολουθία (του Όρθρου), όταν ψάλλεται και το «Χριστός Ανέστη», επιστρέφουν στα σπίτια τους, περιμένοντας την ιεροτελεστία της μεγάλης Κυριακής.

Το ότι η Κυριακή αρχίζει από την έβδομη ώρα της νύχτας πριν από αυτήν, είναι φανερό και από το ότι η ανατολή του ηλίου, δηλαδή το φως της ημέρας, αρχίζει από την έβδομη ώρα της προηγούμενης νύχτας· είναι φανερό και από όσα ερμήνευσε ο μέγας Πατέρας μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Διότι αφού αποστόμωσε αυτούς που έλεγαν ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν αναστήθηκε τριήμερος, και είπε ότι ακόμα κι αν δεχτεί κανείς ότι ο Κύριος δεν αναστήθηκε τριήμερος, πρέπει μάλλον να ευχαριστούμε που ο Χριστός αναστήθηκε και πριν την ορισμένη προθεσμία των τριών ημερών, και όχι να τον κατηγορούμε (διότι θα κατηγορούσε κανείς και τον δανειστή που εξοφλεί το χρέος πριν την ορισμένη προθεσμία, πράγμα παράλογο)· προσθέτει ότι, επειδή ό,τι γίνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, η οποία λογίζεται από την έβδομη ώρα της προηγούμενης νύχτας και τελειώνει μέχρι την έκτη ώρα της επόμενης νύχτας, θεωρείται ότι έγινε την ίδια την ημέρα, σωστά λέμε ότι η Ανάσταση του Χριστού έγινε τριήμερος, σύμφωνα με την αψευδή υπόσχεσή Του. Διότι την Παρασκευή πέθανε, που είναι η πρώτη ημέρα· δεύτερη, το Σάββατο· και επειδή [η Ανάσταση] άγγιξε και την έβδομη ώρα της νύχτας πριν την Κυριακή, λογίζεται και η Κυριακή ως τρίτη ημέρα. Ο μέντοι Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, διδάσκοντας για το Άγιο Πάσχα, λέει ρητά τα εξής: «Ήταν εσπέρα όταν φαγώθηκε εκείνο το ιερό και άγιο σώμα [ο Αμνός]. Η νύχτα διαδέχθηκε εκείνη την εσπέρα πριν την Παρασκευή. Έπειτα η ημέρα της Παρασκευής, διακοπτόμενη από την παρεμβαλλόμενη νύχτα [το σκοτάδι κατά τη Σταύρωση], λογίζεται ως μία νύχτα και δύο ημέρες. Διότι για τρεις ώρες έγινε σκοτάδι σε όλη την οικουμένη. Αυτή είναι η νύχτα που καινοτομήθηκε στο μέσο της ημέρας, υποδεικνύοντας τα δύο τμήματα των ημερών γύρω της: το ένα, από το πρωί μέχρι την έκτη ώρα· το άλλο, από την ένατη ώρα μέχρι την εσπέρα. Ώστε να είναι μέχρι εδώ δύο νύχτες και δύο ημέρες. Έπειτα η ημέρα πριν το Σάββατο [η Παρασκευή] συμπληρώνει τις τρεις νύχτες και τις τρεις ημέρες.» [Σημείωση: Η ερμηνεία του Αγ. Γρηγορίου Νύσσης εδώ είναι σύνθετη και αφορά τον υπολογισμό του τριημέρου].

Σχόλιο Αριστηνού (στον Κανόνα ΠΘ'):

Το Μεγάλο Σάββατο πρέπει να διαρκεί η νηστεία περίπου μέχρι τα μεσάνυχτα. Ο μεν Ματθαίος λέει ότι ο Κύριος αναστήθηκε «αργά το Σάββατο»· ο δε Λουκάς, «πολύ πρωί, βαθιά χαράματα». Πρέπει λοιπόν το Μεγάλο Σάββατο να νηστεύει κανείς μέχρι τα μεσάνυχτα, και από τότε να μεταλαμβάνει τροφής όποιος θέλει, διότι καταλαβαίνουμε από τα λόγια αυτά των Ευαγγελιστών ότι ο Κύριος αναστήθηκε περίπου τα μεσάνυχτα.

ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, ΤΩΝ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ, ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ,ΕΝ ΕΦΕΣΩ, ΕΝ ΧΑΛΚΗΔΟΝΙ,ΕΝ ΤΡΟΥΛΛΩ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ, ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ ΤΟ Β' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ 

ΑΘΗΝΗΣΙΝ 1852


Δημοφιλείς αναρτήσεις