Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Όταν η καρδιά μας αναπαύεται στη δικαιοσύνη του Θεού δεν περιμένει καμιά άλλου είδους ανταπόδοση - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

 


Τὸ Γενέθλιον τοῦ τιμίου καὶ ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.  
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
α΄ 1 - 25, 57 - 68, 76 - 80

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε σε κήρυγμα της Κυριακής 24 Ιουνίου   

Το ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία : εδώ 

Εορτολογικό το περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, αναφερόμενο στην γιορτή που εορτάζουμε σήμερα, στο γενέθλιο του Προδρόμου. Και επειδή ο Πρόδομος είναι μια μορφή που βρίσκεται στο μεταίχμιο της αλλαγής προς τον καινούριο κόσμο του Θεού και δη μια μορφή κατεξοχήν ασκητική, η Εκκλησία μας αρπάζει τις ευκαιρίες του κύκλου των εορτών, και δη της ζωής του Προδρόμου, για να προβάλει ουσιαστικά αυτό το ασκητικό πέρασμα προς τον καινούριο κόσμο του Θεού. Και μάλιστα σε μια εποχή πληθωρική, όσον αφορά τις καταναλωτικές ευκαιρίες ή την έκφραση των αισθησιακών μας αναζητήσεων, αυτό το προβαλλόμενο της ασκητικής μορφής του Προδρόμου έρχεται να δώσει όχι απλώς πολλά για τη σημερινή ζωή, αλλά να δώσει καίριες απαντήσεις.

Να θυμηθούμε πως όταν λέμε ασκητική έκφραση και ασκητικό πέρασμα, αυτό κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας εκφράζεται με τρία «μαζέματα» να το πούμε έτσι. Είναι το «μάζεμα της καρδιάς», είναι «το μάζεμα του νου» και είναι το «μάζεμα των αισθήσεων». Και ακριβώς η περικοπή που ακούσαμε με έναν τρόπο αφετηριακό, με έναν τρόπο σπερματικό, εκφράζει αυτά τα τρία «μαζέματα» τα οποία αφορούν όλη μας τη ζωή, η οποία αν μπει σε αυτό το χώρο της ασκητικής εκφράσεως, μέσα από αυτά τα τρία «μαζέματα», μπορεί να δώσει άλλο νόημα στο σήμερα, που φαίνεται τόσο απογοητευτικό και τόσο διαλυτικό για τη ζωή μας. Να δούμε αυτά τα τρία τα «μαζέματα» πώς εκφράζονται μέσα από το κείμενο το οποίο ακούσαμε πριν από λίγο. Τρεις πτυχές θα πιάσουμε ακριβώς της περικοπής που ακούσαμε.

Η πρώτη πτυχή είναι εκείνη η φράση που περνάει στο ξεκίνημα του Ευαγγελίου περιστασιακά – και δεν ξέρω αν δώσαμε πολλή σημασία – λέει το κείμενο πως ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ ήταν δίκαιοι και άμεμπτοι ενώπιον του Θεού και προσθέτει μετά: «ουκ ήν αυτοίς τέκνον». Γιατί το λέει αυτό;

Για να δηλώσει κάποια ισορροπία ανταποδόσεως ή μη ανταποδόσεως που κάνει ο Θεός σε αυτούς; Αφού ήταν δίκαιοι και ήταν άμεμπτοι γιατί δεν γίνεται το καλό; θα ’λέγε ο κόσμος. Εδώ ακριβώς, με αυτή την κίνηση, που ήταν δίκαιοι για να ’ναι δίκαιοι – αυτό είναι καρδιακό γεγονός – η  καρδιά αναπαύεται, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν ακριβώς μπορεί να λειτουργήσει μέσα στην αγάπη του Θεού, που σημαίνει λειτουργείς τη δικαιοσύνη χωρίς να ψάχνεις κάποια άλλα μέτρα άλλης δικαιοσύνης. Ήταν δίκαιοι· αυτό είναι αρκετό για το Ευαγγέλιο. Ακριβώς δηλώνει το Ευαγγέλιο ότι δεν είχαν και παιδιά, μία περιγραφή της ζωής τους. Δεν σημαίνει ότι αυτό είναι μία ανταπόδοση κάποιων λαθών που έκαναν. Ήταν όμως δίκαιοι.

Όταν η καρδιά μας λειτουργεί τη δικαιοσύνη, που σημαίνει να  αναπαύεται στη δικαιοσύνη του Θεού, που είναι το πόσο σηκώνουμε το σταυρό για τα πράγματα του κόσμου, τότε η καρδιά αναπαύεται και τότε δεν αναζητεί άλλη δικαιοσύνη και δεν περιμένει καμιά άλλου είδους ανταπόδοση, ακόμη, όπως λένε οι Πατέρες, ούτε από το Θεό. Γιατί ήδη η ανταπόδοση ήρθε. Γιατί είναι αναπαυμένοι κοντά στο Θεό και λειτουργούν την εν ταις καρδίες αυτών δικαιοσύνη. Τίποτε άλλο. Δεν περιμένουν κάτι άλλο επειδή είναι με το Θεό. Όταν είμαστε με το Θεό και αναπαυόμαστε κοντά Του και περιμένουμε κάτι άλλο, τότε θα χαθεί ανάπαυση στην καρδιά μας από Αυτόν και θα περιμένουμε το κάτι άλλο. Και μπορεί να το πάρουμε, αλλά θα χαθεί η ανάπαυση. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο, πολύ συμβολικά και με λίγα λόγια δοσμένο, αλλά καίριο πολύ για τις καρδιές που δεν αναπαύονται. Να αναπαυθείς κοντά στο Θεό λειτουργώντας τη δικαιοσύνη Του, που σημαίνει – το είπα πριν από λίγο – να  σηκώσεις κάτι για τη ζωή του κόσμου, κάτι από τον πόνο του κόσμου και να μην περιμένεις οτιδήποτε άλλο που θα έρθει ως ανταπόδοση.

Μετά από αυτό το στοιχείο της βαθιάς αναπαύσεως της καρδιάς έρχεται το ασκητικό μάζεμα του νου. Αυτό πώς γίνεται; Με την κατάσταση που περιγράφεται· η Ελισάβετ ήτανε στείρα. Κι όμως η στειρότητα  χωρίς να μπορούμε να  εξηγήσουμε το πώς – όχι φυσικά με ιατρικά μέσα – ξεπερνιέται. Εδώ ακριβώς έρχεται το μη κακό της λογικής: να βρει και μία διέξοδο, να μην είναι μόνο λογική· ότι είναι καλό να ερμηνεύουμε τα πράγματα, καλό να τα σκεφτόμαστε, καλό να τα αναλογιζόμαστε, αλλά μέχρι ενός σημείου.

Γιατί όταν φτάσουμε στο αδιέξοδο, γιατί όλα δεν μπορούμε ούτε να τα ερμηνεύσουμε ούτε να τα καταλάβουμε ούτε να τα περιγράψουμε ούτε να τα προγραμματίσουμε (χωρίς να είναι κακά όλα αυτά), και φτάσουμε σε ένα αδιέξοδο, έρχεται ο Θεός να πει: Υπάρχει απάντηση και στο αδιέξοδο, κι ας μην το εξηγείτε λογικά. Κι εκεί ακριβώς είναι άσκηση του νου, να μπορεί την ώρα του αδιεξόδου που είναι μία οριακή στιγμή στη ζωή μας, όπου μας πιάνει η απογοήτευση, η αγανάκτηση η βαθιά μελαγχολία, να ξέρουμε ότι υπάρχει μία απάντηση πέρα από τη μη κακή λογική, που είναι πια ο χώρος της αγάπης του Θεού, που ξεπερνάει τη λογική και δίνει απάντηση σε αυτή τη συμβολική στειρότητα που έχουμε στη ζωή μας. Η Ελισάβετ δεν είχε συμβολική, εμείς έχουμε συμβολική στειρότητα· φτάνουμε σε ένα σημείο και μετά κολλάμε εκεί και δεν κάνουμε τίποτε. Και αυτό είναι μία στειρότητα, γιατί ακριβώς δεν βρίσκουμε απαντήσεις στο αδιέξοδο που φτιάξαμε μόνο με τη λογική μας. Κι υπάρχει πάντα μία απάντηση του Θεού κι ας μη φαίνεται κι ας μην είναι δοτή, περιγραφόμενη, υπάρχει πάντα μία απάντηση του Θεού! Ακόμη κι η ελπίδα στο ότι υπάρχει ελπίδα στο αδιέξοδο είναι μία απάντηση του Θεού! Εδώ πολλές φορές τα χάνουμε, κι αυτή είναι η ασκητική έκφραση του μαζέματος του νοός μας. 

Και στο τέλος, έρχεται το μάζεμα των αισθήσεων, που στο κείμενο που ακούσαμε πριν από λίγο εκφράζεται με τη σχετική σιωπή την οποία περνάει για λίγους μήνες ο Ζαχαρίας. Δεν σωπαίνει ουσιαστικά ως μια έκφραση τιμωρίας, γιατί δεν πίστεψε το γεγονός του ξεπεράσματος της στειρότητας – δεν ήταν και τόσο εύκολο – αλλά ακριβώς ασκείται στο να καταλάβει πως ό,τι έχει να κάνει πια με τις αισθήσεις του δεν μπορεί να το περιγράφει με το λόγο, και δεν μπορεί τα λόγια να εκφράσουν κάτι. Υπάρχει ένα σημείο που οι αισθήσεις θα σταματήσουν για λίγο, σταμάτησε για λίγο η γλώσσα του, για να μπορούμε να καταλάβουμε εκείνα τα οποία δεν εκφράζονται με λόγια. Και ευθύς, ακριβώς εδώ, το μάζεμα των αισθήσεων είναι το σταμάτημα των μη κακών ενεργειών των αισθήσεων: σταματάς να τρως για λίγο για τη νηστεία, σταματάς να λες μερικά πράγματα για να μαζέψεις τη γλώσσα σου, σταματάς για λίγο να εκφέρεις το μάτι σου από δω και από εκεί για να μαζέψεις το μάτι σου· αυτό είναι το μάζεμα, αυτή είναι η σιωπή που έρχεται στις αισθήσεις. Και χρειαζόμαστε σε αυτή την εποχή του πλουραλισμού και του βομβαρδισμού των αισθησιακών δεδομένων αυτό το μάζεμα και των αισθήσεων, αυτή τη σιωπή των αισθήσεων, όπου, συνδυαζόμενοι με το καρδιακό, το νοητικό και το αισθησιακό, θα βρούμε πια τι σημαίνει άσκηση. Η άσκηση πια δεν θα είναι ένα μέτρο κάποιων πραγμάτων, θα είναι όλος ο άνθρωπος. Σε μια άσκηση θα βρίσκεται, θα μαζεύει το νου την καρδιά και τις αισθήσεις του και τότε θα μπορεί να δώσει απαντήσεις. Και όχι μόνο απαντήσεις! Να πάει και παραπέρα το σημερινό πολιτισμό! Γιατί το πρόβλημα δεν είναι να δίνουμε απαντήσεις απλώς στα προβλήματα που έρχονται, είναι να δώσουμε απαντήσεις και στο παραπέρα, να πάμε παραπέρα τον κόσμο, που έρχεται σε μια κατάσταση δυσφορίας και δυσμοιρίας να βρίσκεται σε συνεχή πολεμικά αδιέξοδα.

Η μορφή του Προδρόμου λοιπόν ευκαιρία μάς δίνει να μπούμε στην ανάλυση των ασκητικών δομών της Εκκλησίας μας και να τα αρπάξουμε όπως τα προσφέρει το Ευαγγέλιο και η Παράδοση της Εκκλησίας μας και να κάνουμε τη ζωή μας έστω πιο ασκητική μέσα από αυτά τα τρία τα μεγέθη. Και τότε πραγματικά και ανάπαυση θα βρούμε και τα  αδιέξοδα θα τα σπάσουμε και αισθήσεις καλλιεργημένες θα έχουμε. Και όλα αυτά γιατί;  Για να δώσουμε μια αίσθηση αλατιού στη ζωή του κόσμου (που είναι τόσο ελλιπές και τόσο χαμένο), σαν ελπίδα που έρχεται από τον Θεό.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

 

Περισσότερες ομιλίες 
του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 
είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

πηγή:εδώ 
Ζαχαρία, χόρευε σὺν τῇ συζύγῳ 
Οὐ πολλὰ μὲν τίκτοντες, ἓν δὲ καὶ μέγα.
Πρόδρομον ἀμφὶ τετάρτην εἰκάδα γείνατο μήτηρ.
Μόλις ο αρχάγγελος Γαβριήλ άφησε την Παναγία, αφού της ανήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα του Τόκου της, η Μαρία εκλαμβάνοντας ως απόδειξη των λεγομένων του το γεγονός ότι η εξαδέλφη της Ελισάβετ είχε συλλάβει έσπευσε στην Ιουδαία, στο χωριό [1] όπου κατοικούσαν ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ. Χαιρέτησε την εξαδέλφη της και αμέσως το βρέφος των έξι μηνών που βρισκόταν στα σπλάχνα της Ελισάβετ σκίρτησε από χαρά (Λουκ. 1, 41), γινόμενο ήδη από τότε Πρόδρομος του Σωτήρος Χριστού πριν ακόμα να γεννηθεί. Η Ελισάβετ «επλήσθη» Πνεύματος Αγίου και μιλώντας για λογαριασμό του αγέννητου υιού της, αναφώνησε με θεϊκή έξαρση: «Ευλογημένη είσαι εσύ απ’ τον Θεό, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες! Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου! Αλλά, πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφθεί η Μητέρα του Κυρίου μου;» (Λουκ. 1, 44). Η Κυρία Θεοτόκος τής απάντησε με τον γνωστό ευχαριστήριο ύμνο της: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο…» (Λουκ. 1, 46) [2]. Η Παναγία έμεινε τρεις μήνες κοντά στην Ελισάβετ, βοηθώντας την και συζητώντας μαζί της για όλα τα θαυμαστά του Θεού και επέστρεψε κατόπιν στο σπίτι της στην Ναζαρέτ.

Όταν έφθασε η ώρα να γεννήσει η Ελισάβετ, έφερε στον κόσμο έναν γιο που έγινε δεκτός με χαρές και γιορτές από τους συγγενείς και τους γείτονες. Την ογδόη ημέρα, ενώ γινόταν η περιτομή του νεογέννητου, όλοι ήθελαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του, Ζαχαρία, σύμφωνα με το έθιμο. Η Ελισάβετ όμως πήρε αποφασιστικά τον λόγο και είπε με κατηγορηματικό τόνο: «Όχι, θα ονομασθεί Ιωάννης!» (Λουκ. 1, 59). Οι παρευρισκόμενοι τής αντέτειναν ότι κανείς από τους συγγενείς της δεν έφερε το όνομα αυτό και απευθυνόμενοι με νοήματα στον Ζαχαρία, ο οποίος παρέμενε κουφός και μουγγός από τότε που τον επισκέφθηκε μέσα στο Ιερό ο αρχάγγελος Γαβριήλ (Λουκ. 1, 5-25), ζήτησαν την γνώμη του. Εκείνος τότε ζήτησε μια μικρή πλάκα και έγραψε: «Ιωάννης είναι τ’ όνομα του παιδιού!» (Λουκ. 1, 63). Στην στιγμή λύθηκε η γλώσσα του και, αφού πληρώθηκε από Πνεύμα Άγιο, άρχισε να προφητεύει και ανέπεμψε προς τον Θεό τον Ύμνο αυτό: «Ας είναι ευλογημένος ο Θεός του Ισραήλ! Γιατί ήρθε και λύτρωσε τον λαό Του και για χάρη μας έστειλε έναν δυνατό Σωτήρα από τη γενιά του Δαβίδ, του δούλου Του, όπως ακριβώς είχε πει αιώνες πριν με το στόμα των αγίων Προφητών Του. Μ’ Αυτόν θα μας σώσει από τους εχθρούς μας και από την εξουσία όλων όσοι μας μισούν. […] Κι εσύ, παιδί μου, θα ονομαστείς Προφήτης του Θεού, γιατί θα προπορευθείς πριν από τον Κύριο για να ετοιμάσεις τον δρόμο Του, κάνοντας γνωστή στον λαό Του την σωτηρία με την συγχώρεση των αμαρτιών τους, γιατί ο Θεός μας είναι γεμάτος ευσπλαχνία» (Λουκ. 1, 68-79) [3].

Αυτός που γεννήθηκε πέραν πάσης προσδοκίας από μήτρα στείρα, ανήγγειλε με την γέννησή του, σαν μέσω μιας πνευματικής ανοίξεως, ότι ο Μεσσίας, την έλευση του Οποίου προετοίμαζε επί γης, θα ανανέωνε τους νόμους της στείρας ανθρώπινης φύσεως και θα της άνοιγε τον δρόμο της θεώσεως. Αυτός που κλήθηκε από τον Θεό να γίνει η προπαρασκευαστική φωνή του Λόγου, έλυσε έτσι με την θεοχαρίτωτη γέννησή του την γλώσσα του λευίτη πατέρα του, που είχε δεθεί από έλλειψη πίστης, και έβαλε οριστικό τέλος στις αρχαίες προτυπώσεις και σκιές της Παλαιάς Διαθήκης. Τελευταίος των Προφητών, ο Ιωάννης, ο οποίος κατά την παναληθέστατη μαρτυρία του Κυρίου είναι ο «μέγιστος όλων των ανθρώπων» (Ματθ. 11, 11· Λουκ. 7, 28), είναι επίσης και ο πρώτος των Αποστόλων. Με την γέννησή του την ημέρα αυτή, αρχίζει και λάμπει ως Λαμπάδα του αληθινού Φωτός, ως Αστέρας που αναγγέλλει τον Ήλιο της Δικαιοσύνης και ως Προάγγελος που κηρύσσει την είσοδο του ενσαρκωμένου Λόγου.

Φόβος και θάμβος κυρίευσαν όσους παρευρίσκονταν εκεί και η είδηση του θαύματος διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την Ιουδαία. Το παιδί μεγάλωνε και κραταιωνόταν πνευματικά γιατί το φιλάνθρωπο χέρι του Θεού ήταν αδιάκοπα επάνω του. Μόλις απογαλακτίστηκε και μπόρεσε να περπατήσει [4], έφυγε από το πατρικό του για να ζήσει βαθειά μέσα στην έρημο (Λουκ. 1, 80) ντυμένος με δέρμα καμήλας, με μία δερμάτινη ζώνη στην μέση και τρεφόμενος με ακρίδες και μέλι άγριο (Ματθ. 3, 4· Μάρκ. 1, 6). Αυτός, που ο κόσμος δεν ήταν αντάξιός του, διήγε βίο μεγάλης και ανεκδιήγητης ασκήσεως, δίχως απατηλές μέριμνες, δίχως κοσμική θλίψη, απαλλαγμένος από τα πάθη και τις επιθέσεις της ηδυπάθειας, ατενίζοντας διακαώς στην ενθεωτική παρουσία του Θεού στην καρδιά του και κάνοντας Αυτόν μόνη απόλαυση και παραμυθία του [5]. Φυσικά, και άλλοι προφήτες και άνθρωποι του Θεού είχαν πριν από αυτόν διαμείνει στην έρημο, όπως ο Μωυσής ή ο Ηλίας· ζώντας όμως στην έρημο σαν να ζούσε στον ουρανό, ο Ιωάννης, που ήταν ανώτερος από αυτούς, φανέρωνε με την πρωτόγνωρη απόσυρση αυτή την εκ βαθέων ανανέωση της φύσης, Πρόδρομος της οποίας είχε αυτός μονάχα ορισθεί, και εγκαινίαζε για τους ανθρώπους την δυνατότητα να πολιτεύονται πια ως ένσαρκοι άγγελοι με την παρθενία, την άσκηση και την προσευχή [6].

Διήγε ισαγγελικό βίο στην έρημο (Λουκ. 1, 80) μέχρι τον δέκατο πέμπτο χρόνο της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος (Λουκ. 3, 1) [7]. Τότε του μίλησε ο Θεός και του έδωσε εντολή (Λουκ. 3, 2) να επιστρέψει προς τις κατοικημένες και προσβάσιμες περιοχές, για να αναγγείλει με παρρησία την έλευση του Σωτήρος Χριστού και να ετοιμάσει διά του κηρύγματός του την οδό Του, παροτρύνοντας συνεχώς τους ανθρώπους να μετανοήσουν και βαπτίζοντάς τους στον ποταμό Ιορδάνη προς άφεσιν των αμαρτιών τους (Ματθ. 3, 2· Μαρκ. 1, 4· Λουκ. 3, 3). Καθώς όλοι αναρωτιόνταν μήπως ο Ιωάννης ήταν τελικά ο προσδοκώμενος Μεσσίας που περίμενε εναγωνίως μέσα στους αιώνες ο Ισραήλ, εκείνος πήρε τον λόγο και απάντησε με ευθύτητα και με όλη την αλήθεια του θείου Πνεύματος: «Εγώ σας βαφτίζω με νερό. Έρχεται όμως Αυτός που είναι πιο ισχυρός από μένα και που εγώ δεν είμαι καν άξιος να λύσω το λουρί από τα υποδήματά Του. Αυτός πρόκειται να σας βαφτίσει με Άγιο Πνεύμα και με φωτιά…» (Μάρκ. 1, 7-8· Λουκ. 3, 15-18· Ιωάν. 1, 15 και 26-27). Και με άλλους αποκαλυπτικούς λόγους επίσης ανήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα της Σωτηρίας της εν Ιησού Χριστώ, του Κυρίου ημών (Ματθ. 3, 7-12· Λουκ. 3, 7-14· Ιωάν. 1, 19-43).

Παρά το γεγονός ότι όλες οι προφητείες του Τιμίου Προδρόμου εκπληρώθηκαν, το ουράνιο και πανανθρώπινο μήνυμά του παραμένει ωστόσο μόνιμο και εναργές για την Εκκλησία. Δεν θα πάψει να είναι μέχρι το πλήρωμα του χρόνου ο Πρόδρομος του Σωτήρος, αναγγέλλοντας σε κάθε άνθρωπο που επιθυμεί ειλικρινά να δεχθεί μέσα του τον Χριστό, ότι διά της μετανοίας και της επιστροφής προς την θεία Αγάπη, διά της αρνήσεως των αποχαυνωτικών απολαύσεων αυτού του πρόσκαιρου κόσμου, διά της απόσυρσης στην ιερά ησυχία και την καρδιακή προσευχή, θα μπορούσε να ετοιμάσει μυστικά μέσα του την οδό, από την οποία ο Ιησούς Χριστός θα κάνει την είσοδό Του με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος.

Τέλος, ίσως αξίζει να επισημανθεί ότι η ημερομηνία της 24ης Ιουνίου έχει πιθανώς λατινική προέλευση, διότι σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο αντιστοιχεί ακριβώς –με μεσοδιάστημα έξι μηνών– με την Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Στις αρχαίες αγιολογικές συλλογές από την Ιερουσαλήμ, η γέννηση του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου εορταζόταν στις 25 Ιουνίου [8]

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[1]  «Αν Καρίμ», κώμη που βρίσκονταν σε απόσταση 6 χλμ. από την Ιερουσαλήμ.
[2]  Η γνωστή και προσφιλής στην λατρεία και στον λαό της Εκκλησίας «Ωδή της Θεοτόκου» (βλ. Λουκ. 1, 46-55), με τα θεσπέσια «Μεγαλυνάρια» των έξι στίχων της, ψάλλεται κάθε μέρα στην αρχή της θ΄ ωδής του Όρθρου.
[3]  Η θ΄ ωδή του Όρθρου.
[4]  Αυτό υποθέτουν ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας. Κατ’ άλλους ανεχώρησε στην έρημο σε ηλικία δώδεκα ετών.
[5]  Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς· «Ὁμιλία εἰς τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο», PG 151, 510.
[6]  Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων· «Ἐγκώμιον τοῦ Τιμίου Προδρόμου», PG 87, 3352. Αυτός είναι ο λόγος που ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αναπαριστάνεται συχνά με πελώρια φτερά στους ώμους του κατά την παράδοση της ορθόδοξης εικονογραφίας.
[7]  Τουτέστιν το έτος 28 ή 29 μ.Χ.
[8] Gérard Garitte (1914-1990· Βέλγος επιστήμονας ιστορικός στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuven [στα Ολλανδικά] ή Louvain [στα Γαλλικά]): «Le Calendrier (palestino-géorgien du Sinaiticus 34)», σελ. 259.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 10ος (Ιούνιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Στή Γέννηση τοῦ Ἁγίου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου

Στή Γέννηση τοῦ Ἁγίου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου

ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ

πηγή:εδώ 

α’. κόμα καί ἄν ἔμοιαζε ὁ λόγος μας μέ ἀνοιξιάτικο τραγούδι καλικέλαδου ἀηδονιοῦ, πολύ φτωχά θά κατάφερνε νά ὑμνήσει τή μεγάλη φωνή τῆς ἀλήθειας πού γεννιέται σήμερα. Τώρα ὅμως πού ἡ λαλιά μας εἶναι ἀσθενική καί πολύ κακοφωνή, πῶς νά ὑμνήσει τόν πιό δοξασμένο ἀπό ὅλους τούς Προφῆτες; Πῶς νά ψάλλει αὐτόν πού εἶναι ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῶν Ἀποστόλων; Πῶς νά δοξολογήσει αὐτόν πού ἔχει μιά ξέχωρη τιμή ἀνάμεσα στούς μάρτυρες;

Ἐκεῖνο δέ πού μοῦ φαίνεται ἀξιοπρόσεχτο εἶναι τό ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἄλλους ἁγίους, πλέκει ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τά ἐγκώμια, ὁ πιό ἀξιοτίμητος τοῦ πιό ἀναγνωρισμένου καί ὁ λιγότερο γνωστός τοῦ λιγότερο φημισμένου. Αὐτόν ὅμως πού τώρα ἐμεῖς ἐξυμνοῦμε τόν ἐγκωμίασε, πρίν ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους ἐγκωμιαστές του, ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός καί Θεός, ἡ Ἀλήθεια, λέγοντας: «Δέν ἔχει μέχρι σήμερα γεννηθεῖ μεγαλύτερος προφήτης ἀπό τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή» (Ματθ. 11, II).

Ἀφοῦ λοιπόν τόσο πλούσια καί ἀνυπέρβλητα ἔχει ἐπαινεθεῖ καί ἔχει ἐγκωμιαστεῖ ὁ μέγας Πρόδρομος ἀπό τόν Ὑψιστο Θεό-Λόγο, ἔχει τάχα ἀνάγκη ἀπό τά φτωχά μας λόγια, ἀγαπητοί μου ἀκροατές; Ὄχι βέβαια, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τά φτωχά μας λόγια ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ἐμεῖς ὅμως ἀποτολμᾶμε νά ποῦμε δυό λόγια γι’ αὐτόν, γιατί εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τό κάνουμε ἀπό ὑπακοή στόν πατέρα καί ἡγούμενό μας, ἐκτελώντας ὁπωσδήποτε τήν ἐντολή πού μᾶς ἔδωσε. Συγχρόνως ὅμως θά λάβουμε ἁγιασμό καί Χάρη καί μόνο πού ὁ νοῦς μας θ’ ἀσχοληθεῖ μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο.

β’. μπρός λοιπόν, ἄς γιορτάσουμε τήν ἡμέρα. Ἄς πανηγυρίσουμε τό γεγονός τῆς γεννήσεώς του, ὄχι μόνο ὅσοι κατοικοῦν στά περίχωρα, ἀλλά καί ὅλοι ὅσοι περιτριγυρίζουν τόν πνευματικό Ἰορδάνη.

Ἄς μποῦμε βαθιά στό νόημα αὐτοῦ τοῦ παράδοξου μυστηρίου. Ἄς γνωρίσουμε αὐτό πού τόσο ὑπερφυσικά γίνεται σήμερα. Ἄς ἐμβαθύνουμε στά ὅσα ἔχουν συμβεῖ γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Ζαχαρία. Καί ἄς μήν παραλείψουμε νά ἀναφέρουμε ὅλα ἐκεῖνα πού διαδραματίστηκαν στό πρόσωπο τῆς Ἐλισάβετ. Πόσο μεγάλος ὑπῆρξε ὁ Πρόδρομος φαίνεται καί μόνο ἀπό τούς γονεῖς πού εἶχε, γιατί οἱ γονεῖς του δέν ὑπῆρξαν ἄσημοι ἀλλά πολύ περίδοξοι καί ἐπιφανεῖς.

Ὁ μέν Ζαχαρίας, σάν ἄλλος Ἀαρών καί στήν ἡλικία καί στό ἀξίωμα, ντυμένος τήν Ἀρχιερατική στολή —δηλαδή τό περιστήθιο, τήν ἐπωμίδα, τό χιτώνα πού ἔφτανε μέχρι τούς ἀστραγάλους καί τό χιτώνα τόν κροσσωτό, τό διακριτικό σκοῦφο τῆς ἱερωσύνης καί τή ζώνη, πού ἦταν ὅλα καταστόλιστα μέ χρυσάφι καί πολύτιμους λίθους καί ὑάκινθο καί βύσσο— εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων νά ἱερουργήσει γιατί ἐφημέρευε.

Ἡ δέ Ἐλισάβετ ὑπῆρξε ἴδια στή δόξα μέ τή Σάρρα καί μᾶλλον πιό δοξασμένη ἀπ’αὐτήν, ὡς συγγενής τῆς Θεομήτορος. Αὐτή λοιπόν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ χαριτώθηκε, ἄν καί ἦταν στείρα, νά γεννήσει ὄχι τόν Ἰσαάκ, πού ὀνομάστηκε δοῦλος τοῦ Θεοῦ (Γέν. 34, 14 καί Δαν. 3, 35), ἀλλά τόν Ἰωάννη πού ἔγινε γνήσιος φίλος τοῦ Χριστοῦ.

Ὤ ἄγονη μήτρα, πού κράτησες μέσα σου τέτοιο παιδί! Ὤ ἄκαρπη γῆ, πού βλάστησες τέτοιο καρπερό στάχυ!

Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά διστάσουμε ν’ ἀναφωνήσουμε καί πάλι πρός αὐτήν, μέ καινούργιο τώρα νόημα τά λόγια τοῦ μεγαλόστομου Ἠσαῦ. «Γέμισε τήν καρδιά σου μ’ εὐφροσύνη στείρα, πού δέν ἀπόχτησες παιδιά. Φώναξε μ’ ὅλη σου τή δύναμη ἐσύ πού δέν δοκίμασες ὠδίνες τοκετοῦ» (Ἠσ. 54, 1), γιατί ἔκανες ν’ ἀνθίσει ἀπό τήν ἔρημη μήτρα σου ὁ Ἰωάννης, τό κρίνο τῆς ἁγνότητας, τό τριαντάφυλλο πού εὐωδιάζει ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα, τό λιβάδι τῆς ἐγκράτειας, πού μᾶς γεμίζει μέ ἀγαθά, ἡ φωτοδότρα πηγή πού λάμπει κατά τή φανέρωση τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ, ὁ Ἰωάννης, ὁ στρατιώτης τοῦ οὐράνιου βασιλιᾶ, πού ὁ Ἴδιος τόν ξεχώρισε καί τόν ὑπέδειξε στό λαό Του, ὁ ἄριστος νυμφαγωγός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πρός τόν οὐράνιο Νυμφίο της Χριστό, ὁ ἀκούραστος διαλαλητής καί μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ μόνη Ἀλήθεια, ὁ Ἰωάννης, ὁ φλογερός κήρυκας τῆς μετάνοιας, ὁ σαρκωμένος ἄγγελος τοῦ Κυρίου, αὐτός πού φανέρωσε σέ ὅλους τόν Ἀμνό, πού θά σήκωνε πάνω του ὅλου τοῦ κόσμου τίς ἁμαρτίες.

Καί δέν θά μπορέσω μέ ὅ,τι καί νά πῶ νά ἀναφέρω ὅλες τίς ἀρετές του, ἀκόμα καί ἄν ἀραδιάσω ὅλους τούς τίτλους πού τοῦ ἔχουν δοθεῖ. Γιατί τοῦ ταιριάζουν πολλά ὀνόματα καί εἶναι κοσμημένος μέ πάρα πολλές ἀρετές, μιά καί αὐτός ἀξιώθηκε νά πάρει τήν πιό μεγάλη χάρη ἀπ’ ὅλους ἐκείνους πού σφράγισε τό Ἅγιο Πνεῦμα.

γ’. Τιμοῦμε βέβαια καί τή γενέθλια ἡμέρα τοῦ προπάτορα Ἰσαάκ, τόν ὁποῖο συνέλαβε καί γέννησε στά γηρατιά της ἡ Σάρρα καί γιά τόν ὁποῖο εἶπε: «Ποιός θά φέρει τό χαρούμενο μαντάτο στόν Ἀβραάμ καί θά τοῦ μηνύσει ὅτι ἡ Σάρρα θηλάζει βρέφος;» (Γέν. 21, 7), γεγονός πού πανηγύρισε ὁ Ἀβραάμ μέ μεγάλο συμπόσιο τήν ἡμέρα ταῆς ἀπογαλακτίσεώς του.

Ἐπίσης τιμοῦμε καί τή γενέθλια ἡμέρα τοῦ Σαμψών πού καί αὐτός χαρίστηκε στό Μανωέ ἀπό στείρα μάνα, σύμφωνα μέ τό ξεχωριστό θέλημα καί τήν ξεχωριστή χάρη τοῦ Θεοῦ (Ἰουδ. 13,14). Αὐτός, καθώς λέει ἡ Ἁγία Γραφή, δέν θα ‘πινε κρασί καί οἰνοπνευματώδη ποτά καί δέν θά ‘τρωγε τίποτα ἀκάθαρτο. Θά ἀναδειχνόταν ἀκόμα ἀρχηγός τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ γιά νά τόν σώσει ἀπό τούς ἀλλοφύλους ἐχθρούς του.

Τέλος, προσπερνώντας καί ἄλλων ἁγίων σχετικές περιπτώσεις, θά ἀναφέρω τόν προφήτη Σαμουήλ, τόν ὁποῖο γέννησε ἡ πολυδοξασμένη Ἄννα μέ τόν Ἐλκανά καί τόν ἀφιέρωσε ἀπό βρέφος στόν Θεό. Ἀλλά ὅλοι αὐτοί δέν φτάνουν, ἀγαπητοί μου, τό μεγαλεῖο τοῦ Ἰωάννη. Γιατί ἄλλοι ἀπ’ αὐτούς ἔζησαν πρίν ἀπό τήν παράδοση τοῦ γραπτοῦ Νόμου καί ἄλλοι μετά ἀπ’ αὐτή. Ὁ Ἰωάννης ὅμως, ὁ γιός τοῦ ἱερέα Ζαχαρία καί τῆς ἀξιοθαύμαστης Ἐλισάβετ, τό ἄνθος πού στόλισε τήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, φύτρωσε καί ἄνθισε στό μεσοδιάστημα τοῦ Νόμου καί τῆς Χάρης. Ἀνέτειλε τό νοητό ἀστέρι, προαναγγέλλοντας τήν ἀνατολή τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης. Προέτρεξε ὁ στρατιώτης, κηρύττοντας τόν ἐρχομό τοῦ βασιλιᾶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης. Ἦρθε ὁ ὁδηγός τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διαλαλώντας τήν ἐπικείμενη παρουσία τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ. Καί οἱ μέν ἄλλοι προφῆτες προφήτεψαν ἡ θαυματούργησαν ἀρκετά χρόνια μετά τή γέννησή τους, ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὅμως πληρώθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἀναδείχτηκε θαυματουργός ἐνόσω ἀκόμα βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του.

δ’. Θά κάνω λοιπόν μιά παρομοίωση γιά νά δείξω τή μεγαλοπρέπεια τῆς μορφῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ὅπως ἕνας βασιλιᾶς, πού βγαίνει μέ πομπή καί βασιλική μεγαλοπρέπεια ἀπό τά ἀνάκτορά του, ἔχει ραβδούχους και ἄλλους πού προπορεύονται μέ σκῆπτρα, μετά ὑπάτους, ὑπάρχους καί ταξιάρχους - τελευταία δέ ἔρχεται ἕνας ἀξιωματικός μέ πολύ μεγάλο βαθμό καί μετά ἀπ’ αὐτόν ἀμέσως ἐμφανίζεται ὁ βασιλιᾶς, ἀστράφτοντας μέσα στό χρυσάφι καί τούς πολύτιμους λίθους - τό ἴδιο φανταστεῖτε ὅτι συνέβη καί μέ τόν ἀληθινό καί μόνο βασιλιᾶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης, τόν Χριστό καί Θεό μας. Ὅταν ἐπρόκειτο νά ἔρθει ὁ Χριστός στόν κόσμο σάν ἄνθρωπος, προπορεύτηκαν οἱ πατριάρχες, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ καί ὁ Ἰακώβ. Ἔπειτα ὁ Μωυσῆς, πού ἀξιώθηκε νά φανερώσει τό νόμο τοῦ Θεοῦ στούς ἄνθρωπους, ὁ Ἀαρών καί ὁ Σαμουήλ καί ὅλος ὁ χορός τῶν ἁγίων προφητῶν. Τελευταῖος δέ ἀπό ὅλους ἐμφανίστηκε ὁ Ἰωάννης καί ἀμέσως μετά ὁ Δεσπότης μας Χριστός, γιά τόν Ὁποῖο ὁ Ἰωάννης εἶπε: «Αὐτός πού ἔρχεται μετά ἀπό μένα, εἶναι ἀνώτερός μου, γιατί ὑπῆρξε πρίν ἀπό μένα» (Ἰωάν. 1, 15). Ἔτσι ἀποδείχτηκε ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἄν καί τελευταῖος στήν παράταξη, πρῶτος στήν ἀξία καί ἀπό αὐτούς ἀκόμα τούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους καί ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἁγίους σπουδαιότερος, σύμφωνα μέ ὅσα κήρυξε ὁ ἀληθινός Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Καί εἶναι πιότερο τιμημένος, γιατί ἦταν τελευταῖος ἀπό τούς προφῆτες καί πρῶτος ἀπό τούς ἁγίους τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἀναπτύσσοντας λοιπόν τήν ἱστορία, ὅπως ἀναφέρεται στό ἱερό Εὐαγγέλιο, ἄς ἀκούσουμε τί ἦταν ἐκεῖνα πού ὁ Γαβριήλ εἶπε στό Ζαχαρία.

ε’. «Φανερώθηκε σ’ αὐτόν», λέει, «ἄγγελος Κυρίου καί παραστάθηκε δεξιά ἀπό τήν Τράπεζα πού ἔκαιγαν τό θυμίαμα. Καί μόλις τόν εἶδε ὁ Ζαχαρίας ταράχτηκε και φοβήθηκε πολύ» (Λουκ. 1, 11-12). Γιατί ἦταν πολύ σεβάσμια καί ἱερή ἡ ὀπτασία καί φοβερός ὁ τόπος πού συνέβη τό γεγονός. Γιατί λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Πόσο φοβερός εἶναι αὐτός ὁ τόπος! Αὐτός δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἴδια ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ» (Γέν. 28, 17). Καί δέν εἶναι περίεργο τό ὅτι ὁ ἱερέας, ἄν καί ἦταν δίκαιος, ταράχτηκε καί κυριεύτηκε ἀπό φόβο, ἀφοῦ τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν Δανιήλ τόν «ἄνθρωπο τῶν ἐπιθυμιῶν» (Δαν. 10, 8), πού βλέποντας τόν ἄγγελο θαμπώθηκε καί ἔμεινε ἄφωνος καί ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στή γῆ, ἀπό τοῦ ἄγγελου τήν ὑπέρμετρη καί ἀσύγκριτη λαμπρότητα. «Φάνηκε» λέει, «σ’ αὐτόν ἄγγελος Κυρίου». Τί ἔχουν νά μᾶς ποῦν γι’ αὐτό οἱ μισοχριστιανοί πού δέν ἱστοροῦν εἰκόνες τῶν ἁγίων ἀγγέλων; Ἄν ποτέ ἔχει φανερωθεῖ ἄγγελος σέ ἄνθρωπο, τότε ἔχει καί ζωγραφιστεῖ ὅπως ἀκριβῶς καί φανερώθηκε καί ὄχι μέ μορφή διαφορετική. Καί φανερώθηκε μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς μορφή πού παρουσιάστηκαν παλιά στό Μωυσῆ, στό ὅρος Σινᾶ, τά Χερουβείμ πού περιστοιχίζουν τό ἱλαστήριο τῆς κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης. Ἐάν λοιπόν αὐτό πού οὔτε σῶμα οὔτε ὑλική μορφή ἔχει, δύναται νά περιγραφεῖ - σύμφωνα μέ τήν μορφή πού φανερώθηκε - πῶς δέν θά μπορούσαμε νά ἱστορήσουμε εἰκόνα γιά κάτι πού καί σῶμα ἔχει καί ὑλική μορφή καί προσλαμβάνει διάφορα χρώματα καί ψηλαφιέται σάν τρισδιάστατο ἀντικείμενο, ὅπως εἶναι καί ἡ μορφή τοῦ Σωτήρα μας, ὥστε μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά κάνουμε ὁλοφάνερη τή σάρκωσή του, γεγονός πού πρέπει νά μένει ἔξω ἀπό κάθε φαντασία;

Ἄς μή νομίσουν λοιπόν οἱ ἄφρονες ὅτι, ζωγραφίζοντας τή μορφή τοῦ Χριστοῦ, ἀπεικονίζουμε ταυτόχρονα καί τή θεότητά Του, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ, οὔτε νά κατανοηθεῖ ἤ νά περικλειστεῖ, οὔτε νά πάρει σχῆμα, οὔτε θέση, οὔτε ἔκταση, οὔτε μέγεθος, οὔτε κανένα ἄλλο γνώρισμα, ἀπ’ ὅσα εἶναι δυνατόν νά περιγραφοῦν. Γιατί ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄπειρη καί ἀκατάληπτη.

Γι’ αὐτό καί ὅταν ἱστοροῦμε τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τό νά περιγράφουμε τή μορφή Του δέν περιγράφουμε συγχρόνως καί τήν ψυχή Του πού εἶναι ἄυλη καί ἄμορφη - αὐτό εἶναι ἀδύνατον - ἀλλά ἀποδίδουμε χωριστά καί ξεκάθαρα στό ἄυλο καί στό ὑλικό αὐτό πού τοῦ ταιριάζει. Δηλαδή τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ πού δέν περιγράφεται, δέν τήν ἀπεικονίζουμε. Εἰκονίζουμε ὅμως τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού δύναται νά περιγραφεῖ, σύμφωνα μέ ὅσα στοιχεῖα μᾶς δίνει τό ἱερό Εὐαγγέλιο.

Ἀλλά ἄς γυρίσουμε στό θέμα μας.

στ’. «Καί τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος·μή φοβᾶσαι Ζαχαρία, γιατί ὁ Θεός δέχτηκε τήν προσευχή σου» (Λουκ. 1, 13). Ἀμέσως μέ τή διαβεβαίωση αὐτή τοῦ ‘διωξε τό φόβο, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ κάθε ἀγγελική ὀπτασία. Μετά δηλαδή ἀπό τό φόβο πού προκαλεῖ ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀγγέλου, ἀφαιρεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἡ δειλία. Ἐνῶ γίνεται ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ὅταν ἐμφανίζεται ὁ δαίμονας. Δηλαδή στήν ἀρχή ὁ ἄνθρωπος πού τόν δέχεται εἶναι χαρούμενος καί θαρραλέος, μετά ὅμως ἀπό λίγο γεμίζει ταραχή καί φόβο.

«Μή φοβᾶσαι, εἶπε, Ζαχαρία, γιατί ὁ Θεός δέχτηκε τήν προσευχή σου καί ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θά φέρει στόν κόσμο ἕνα γιό» (Λουκ. 1, 10).

Ὤ ἀξιοεπιθύμητο καί θεόσδοτο παράγγελμα, σύμφωνο μέ τή βαθιά ἐπιθυμία τους! Ὤ ἀγγελοφερμένη ὑπόσχεση, πού εἶσαι καρπός τόσων ἐπίμονων προσευχῶν! Κατάφερε ὁ Ζαχαρίας νά κερδίσει ἐκεῖνο πού ἡ ψυχή του ἐπιθυμοῦσε! Πέτυχε ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο παρακαλοῦσε μέ τόση θέρμη! Βρῆκε ἐκεῖνο πού ζητοῦσε. Βρῆκε, ὄχι ἀπό φυσική συνάφεια ἀλλά ἀπό καρποφόρα προσευχή τό ξανάνιωμα τῆς ἄγονης μήτρας καί τήν ἱκανοποίηση τῆς λαχτάρας της νά κάνει παιδί. Διότι ἡ στείρωσή της δέν ἦταν βέβαια ἐπιτίμιο καί κατάρα τοῦ Θεοῦ - μήν πάει ἐκεῖ τό μυαλό σας - ἀλλά ἦταν προφητικό ἐξάγγελμα μεγάλου μυστηρίου.

Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι, παρόλο πού ὁ Ζαχαρίας εἶχε παραδοθεῖ σέ πολλή προσευχή καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά λύσει τή στείρωση τῆς Ἐλισάβετ, δέν εἰσακούστηκε ἀμέσως ἀπό τόν Θεό, γιατί δέν ἦταν ἀκόμα ὁ κατάλληλος καιρός. Δέν εἶχε φτάσει ἀκόμα ἡ ἐποχή πού ὁ Χριστός θά σαρκωνόταν. Τότε μόνον νά ἐλπίζεις ὅτι θά ἀπόκτησεις παιδί, Ζαχαρία, ὅταν ἔρθει στή γῆ Αὐτός πού χρόνια προσδοκοῦν καί περιμένουνε τά ἔθνη. Τότε νά περιμένεις πώς ἡ Ἐλισάβετ θά πάψει νά εἶναι στείρα, ὅταν ἔρθει Αὐτός πού εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς οἰκουμένης. Ἐπειδή ὅμως ἦρθε πιά αὐτή ἡ ὥρα, δέξου μέ τήν προαγγελία τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ τῆς καρδιᾶς σου τό ποθούμενο. Σάν ἄλλος ἀετός ξαναπάρε τό νεανικό σου σφρίγος (Ψαλμ. 102, 5). «Γνώρισε, εἶπε ὁ ἄγγελος, τή σύζυγό σου. Γιατί ἔγινε δεκτή ἡ προσευχή σου καί ἡ γυναίκα σου Ἐλισάβετ, θά σοῦ γεννήσει ἕνα γιό καί θά τοῦ δώσεις τό ὄνομα Ἰωάννης». Φανέρωσε ἔτσι ὁ ἄγγελος καί τό ὄνομα πού θά ‘παιρνε τό παιδί, ὄνομα πού καί ἀπό τήν ἴδια τήν ἐτυμολογία του φανερώνει ὅτι τό παιδί θά ἦταν οὐρανόσταλτο.

ζ’. Εἶπε δέ ὁ Ζαχαρίας στόν ἄγγελο - γιατί μιλάει μέ τόν ἄγγελο μέ θάρρος σάν ἴσος πρός ἴσο. «Πῶς θά βεβαιωθῶ γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἐγώ εἶμαι γέροντας καί ἡ γυναίκα μου προχωρημένη στήν ἡλικία;» (Λουκ. 1, 18). Ἡ ἀπόδειξη πού χωρίς ἰδιαίτερη σκέψη ζήτησε, γιά τόν τρόπο πού θά γινόταν πατέρας, τοῦ προσάπτει ὡς ἱερέα τό ἁμάρτημα τῆς ἀπιστίας. Αὐτή ἡ ἐρώτηση ὅμως δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀπιστία, ἀλλά ἀπό τήν ἀνάγκη ἐξακριβώσεως τῆς ἀλήθειας. Ἔπαθε ἔτσι καί ὁ Ζαχαρίας τό ἴδιο μέ τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ. Γιατί δέν ἦταν δικαιολογημένο, προφήτης αὐτός καί γνώστης τῶν θείων πραγμάτων, νά ἀγνοεῖ ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά ἀνακαινίσει τή φύση, νά ξανανιώσει τά γηρατειά, νά βγάλει ἀπό τό ἀδιέξοδο τόν ἄνθρωπο, νά βρεῖ λύσεις στά προβλήματα, ὅπως ἄλλωστε συνέβη μέ τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα, μέ τήν Σωμανίτιδα καί μέ τόσες καί τόσες ἄλλες ἀνάλογες περιπτώσεις, πού ἔδειξε τή θαυματουργική Του δύναμη. Ἀλλ’ ὅμως ἐπειδή οἱ χαρούμενες ἀγγελίες, πού μηνύουν τήν πραγματοποίηση τῶν μεγάλων καί ἀσυνήθιστων προσδοκιῶν τῆς ψυχῆς, ὅταν ἀκουστοῦν ἀπροσδόκητα καί ξαφνικά φέρνουν συνήθως ταραχή, γι’ αὐτό καί τώρα ὁ Ζαχαρίας, ἐπειδή ταράχτηκε, τηρεῖ ἐπιφυλαχτική στάση. Καί αὐτό νομίζω ὅτι τό κάνει ὄχι ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας του, ἀλλά γιατί βιάζεται νά φτάσει στήν ἀναμφισβήτητη καί ἀδιάσειστη βεβαιότητα. Καί ἀμέσως σάν νά κυριεύτηκε ἀπό ἀφόρητη χαρά, φωνάζει πρός τόν ἄγγελο καί λέει: «Πῶς θά βεβαιωθῶ γι’ αὐτό πού μοῦ λές»; Μήπως παραλογίζεσαι; Μή καί δέν βγοῦν ἀληθινά αὐτά πού μοῦ ἀναγγέλλεις; Δός μου ἐπίσημη διαβεβαίωση, δός μου χειροπιαστή ἀπόδειξη, ὅπως παλιότερα ἔδωσε ὁ Θεός στόν Ἀβραάμ τό σημεῖο τῆς περιτομῆς, βεβαιώνοντάς τον ἔτσι ὅτι θά γίνει πατέρας πολλῶν ἐθνῶν καί ὅτι θά γεννηθοῦν ἀπ’ τή γενιά του πολλοί βασιλεῖς. Καί ὅπως διαβεβαίωσε πρίν ἀπ’ αὐτόν τό Νῶε μέ τό σημεῖο τοῦ οὐράνιου τόξου, ὅτι δηλαδή δέν θά καταστρέψει μέ κατακλυσμό τή γῆ. Ἀκόμα ὅπως ἔκανε τή ράβδο τοῦ Μωυσῆ νά πάρει μορφή φιδιοῦ καί νά ξαναγίνει ἀμέσως πάλι ραβδί, γιά νά πιστέψουν μ’ αὐτόν τόν τρόπο οἱ Αἰγύπτιοι ὅτι τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεός.

η’. Καί ἀποκρίθηκε ὁ ἄγγελος καί τοῦ εἶπε: Νά τό σημεῖο πού ζητᾶς: Θά χάσεις τή λαλιά σου καί δέν θά μπορεῖς πιά νά βγάλεις λέξη, γιατί δέν πίστεψες στά λόγια μου - ἐννοεῖται βέβαια γιατί δέν πίστεψε ἁπλά καί ἀνεξέταστα - πού θά ἐκπληρωθοῦν ὅταν φτάσει ὁ κατάλληλος καιρός. Πῆρε λοιπόν τήν κατάλληλη γιά τήν περίσταση ἀπόδειξη, πού ζητοῦσε ὁ Ζαχαρίας, δηλαδή τή σιγή τῆς φωνῆς του, μιᾶς φωνῆς πού κάποτε θά σταματοῦσε γιά πάντα μπροστά στή ζωντανή καί σαρκωμένη φωνή, τόν Πρόδρομο πού θά γεννιόταν ἀπ’ αὐτόν. Καί ἐνῶ ἔμεινε μέ κλειστό στόμα συνέχισε νά ὑμνεῖ, μέ μυστική πιά φωνή τό Δωρητή τοῦ παιδιοῦ, πού ἔμελλε νά γεννηθεῖ. Ὅταν βγῆκε, λέει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής, ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ, «δέν μποροῦσε πιά νά μιλήσει. Καί ἀπ’ αὐτό κατάλαβαν οἱ ἄλλοι ὅτι εἶχε δεῖ κάποιο ὅραμα στό ἱερό, ἐνῶ ὁ ἴδιος προσπαθοῦσε νά ἐξηγήσει μέ νοήματα καί παρέμενε βουβός» (Λουκ. 1, 22). Ἔμεινε κωφάλαλος, πρῶτα-πρῶτα γιά νά μή δέχεται ἐρωτήσεις, γιατί ἀλλιῶς δέν θά μποροῦσε νά μήν πληροφορήσει τούς ἄλλους γιά τό ὅραμα. Ἔπειτα δέ ἐπειδή κατά κάποιο τρόπο εἶχε βγεῖ ἀπό τίς αἰσθήσεις του καί καθώς ἔμεινε κατάπληκτος καί ἐμβρόντητος ἀπό τό ὅραμα πού ἐξακολουθοῦσε νά τό ζεῖ τόσο βαθιά μέσα του, δέν μποροῦσε νά δώσει προσοχή στά κούφια λόγια τῶν ἄλλων. Ἡ σιωπή λοιπόν δέν εἶχε κανένα ἄλλο νόημα, παρά ἦταν μονάχα μιά προφητεία, πού προδήλωνε ὅτι θά γινόταν πατέρας προφήτη. Καί αὐτό ἦταν ἴσως καί σημεῖο τοῦ τέλους τῆς λατρείας τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἀλλά καί σημεῖο τῆς ἀνατολῆς τῆς ἐποχῆς τῆς Χάρης, πού θά ἄρχιζε μέ τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη.

Προσπερνώντας ὅμως τά ἄλλα σημεῖα πού σχετίζονται μέ τό θέμα μας - γιατί δέν εἶναι οὔτε τῆς ἡμέρας, οὔτε τῆς δυνατότητάς μας - ἄς ἔρθουμε ἀμέσως σ’ αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἄμεσα.

θ’. Καί συνέβη, ὅπως λέει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής, τό ἑξῆς: «Μόλις ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τό χαιρετισμό τῆς Μαρίας, σκίρτησε ἀπό χαρά μέσ’ τήν κοιλιά της τό βρέφος» (Λουκ. 1, 41).

Ὤ Ἰωάννη, μακαριστό βρέφος, ἀκοίμητο ἔμβρυο! Ἐνῶ ἀκόμα βρισκόσουν στήν κοιλιά τῆς μητέρας σου, πῶς ἔνιωσες τί γίνεται στόν κόσμο; Ἐνῶ ἀκόμα δέν εἶχες τελειωθεῖ πῶς παρουσιάζεσαι ὑπερτέλειος; Πῶς ἔξι μόλις μηνῶν ἔμβρυο, ἐκφράστηκες σάν σοφός γέροντας; Πῶς χωρίς ἀκόμα νά μπορεῖς νά διανοηθεῖς φάνηκες τόσο συνετός; Πῶς μίλησες μέ τόση εὐφράδεια, ἐνῶ ἀκόμα δέν μποροῦσες νά ἀρθρώσεις λέξη; Πές μας, πές μας λοιπόν, πῶς ἐνῶ βρισκόσουν ἀκόμη στή σκοτεινή χώρα τῶν μητρικῶν σπλάχνων, χωρίς νά βλέπεις, χωρίς ν’ ἀκοῦς, χωρίς νά ἔχεις ἀρθρώσει ἀκόμα μιά λέξη, χωρίς νά ἔχεις κάνει ἀκόμα οὔτε ἕνα βῆμα, χωρίς νά ἔχεις ἀκόμα σκάσει τό πρῶτο χαριτωμένο παιδικό χαμόγελο, πῶς βλέπεις τόσο καθαρά ὅσα δέν μποροῦν νά δοῦν οἱ ἄνθρωποι; Πῶς ἔχεις μιά τόσο σοφή γνώση; Πῶς θεολογεῖς; Πῶς σκιρτᾶς χαρούμενα; Γιατί χαίρεσαι τόσο πολύ; Ἀπάντησέ μας, ἀπάντησέ μας, πανθαύμαστε!

Μεγάλο, λέει, τό μυστήριο πού συντελεῖται καί δέν μπορεῖ νά τό συλλάβει νοῦς ἀνθρώπινος αὐτό πού διαδραματίζεται. Ἄν καί εἶμαι ἁπλός ἄνθρωπος ἐπιτελῶ παράδοξα πράγματα, γιά νά φανερώσω Ἐκεῖνον πού πρόκειται ὡς Θεάνθρωπος νά ὑπερβεῖ τούς ὅρους τῆς φύσης. Βλέπω μολονότι εἶμαι ἀκόμα ἔμβρυο, γιατί αἰσθάνομαι κοντά μου νά κυοφορεῖται ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἔχω τή δυνατότητα νά ἀκούω ἐπειδή γνωρίζω πολύ καλά τά πάντα καί ἐπειδή γεννιέμαι γιά νά εἶμαι ἡ φωνή τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Κράζω μέ ὅλη μου τή δύναμη, γιατί νιώθω νά σαρκώνεται ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός. Σκιρτάω, γιατί αἰσθάνομαι νά παίρνει ἀνθρώπινη μορφή ὁ Ποιητής ὅλης τῆς κτίσης. Χαίρομαι μέ ὅλη μου τήν ψυχή, γιατί λογίζομαι ὅτι σαρκώνεται ὁ Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Σᾶς ἀναγγέλλω τήν ὥρα πού ὁ Θεός ἔρχεται σάν ἄνθρωπος στόν κόσμο. Τρέχω μπροστά, πρίν φτάσει Ἐκεῖνος ἀνάμεσά σας, σάν κορυφαῖος τοῦ δοξολογικοῦ χοροῦ σας καί σάν τόν Δαυίδ λοιπόν σᾶς παραγγέλλω προφητικά: Ἀρχίστε τό τραγούδι, πάρτε καλόηχο τύμπανο, ψαλτήρι καί κιθάρα. Τραγουδῆστε, ψάλτε γι’ Αὐτόν, ὑμνεῖστε ὅλο του τό μεγαλεῖο πού βρίσκεται σέ ὅσα θαυμάσια ἐπιτελεῖ.

ι΄. ρα λοιπόν Ἰωάννη, σηκώθηκες πάνω ἀπ’ τά ἐπίγεια καί ἀξιώθηκες νά ἀντικρύσεις τά οὐράνια; Ξεπέρασες καί αὐτές τίς ἀγγελικές δυνάμεις πού ὑπῆρχαν πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ κόσμου; Πῶς λοιπόν τιμήθηκες μέ τό ἀξίωμα τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων, ἐνῶ δέν πλάστηκες ἄγγελος; Καί πῶς ἀγέννητος ἀκόμα, μᾶς ἐμήνυσες καί μᾶς προανάγγειλες μέ ἄμεση θεϊκή ἔμπνευση ἐκεῖνο πού καί γιά τούς ἀγγέλους ἀκόμα ἦταν ἄγνωστο καί ἀδίδακτο;

Δέν προσπάθησα ν’ ἀνέβω σέ φανταστικά ὕψη. Οὔτε περπάτησα πάνω στά σύννεφα, οὔτε ξεπέρασα τούς οὐρανούς, οὔτε ἀνέβηκα πιό ψηλά ἀπό τίς τάξεις τῶν φλογερῶν καί ἀσώματων ἀγγέλων. Κανένας ἄς μή φανταστεῖ κάτι τέτοιο. Ἀλλά μάθετε ὅτι Αὐτός πού βρίσκεται πάνω ἀπ’ ὅλα καί μένει στούς Πατρικούς κόλπους μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, χωρίς νά χωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα διέφυγε τήν προσοχή - καί αὐτῶν ἀκόμα τῶν πύρινων λειτουργῶν του - καί εἰσῆλθε στή μήτρα τῆς «ἀειπαρθένου» Μαρίας, σάν σέ ἄλλο οὐρανό. Αὐτός λοιπόν, μοῦ φανερώθηκε καί μέ μύησε σ’ αὐτά τά θεϊκά μυστήρια. Εἶμαι λοιπόν κήρυκας τοῦ βρέφους. Διαλαλῶ ὅτι «γεννήθηκε παιδί γιά χάρη μας καί μᾶς δόθηκε σάν δῶρο Αὐτός πού εἶναι ὁ προαιώνιος Θεός», ὅπως λέει καί ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας (Ἡσ. 9, 6). Γεννήθηκα ἀπό μήτρα στείρα, γιατί πρόκειται νά γεννηθεῖ παιδί ἀπό μάνα παρθένο. Πόσο ὑπερφυσικά πράγματα, πόσο παράδοξα θαύματα εἶναι αὐτά, πού χαρούμενα μᾶς μηνύει σήμερα τό ἀγέννητο ἀκόμα βρέφος! Πόσο πρωτοφανῆ μηνύματα θεολογώντας μᾶς προανάγγειλε ὁ γιός τῆς Ἐλισάβετ;

Σκίρτησε ἀπό χαρά λοιπόν ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη, ψάλλε καί ὕμνησε Ἐκκλησία, τά προεόρτια πανηγυρίζοντας, πρίν ἀπό τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τά γενέθλια τοῦ Ἰωάννη. Γέμισε ἀπό χαρά ὁλόκληρη ἡ κτίση, καθώς δέχεσαι τό μαντατοφόρο τῆς Σαρκώσεως τοῦ βασιλιά τῶν πάντων.

ια’. Μακαριστέ Ἰωάννη, πού εἶσαι μεγαλύτερος ἀκόμα καί ἀπό τούς πιό ἔνδοξους προφῆτες, ὁ πιό ἐπιφανής ἀπό τούς ἀποστόλους, ὁ πιό ἀξιοτίμητος ἀπ’ ὅλους τούς μεγαλομάρτυρες, ὁ κοσμημένος μέ θεία κάλλη ἀρχηγός τῶν ἐρημιτῶν, ὁ ἀγαπημένος φίλος τοῦ πάγκαλου Νυμφίου, τό ἑτοιμασμένο λυχνάρι πού λάμπει τό φῶς ἐκεῖνο, πού μέ λόγια δέν μπορεῖ νά περιγραφεῖ, ὁ ἔμπιστος κήρυκας τοῦ ἄμωμου Ἀμνοῦ, ὁ προσεκτικός ἀκροατής τῆς πατρικῆς φωνῆς, ὁ φημισμένος Βαπτιστής τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀτρόμητος ἔλεγχος τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἡρώδη, ὁ προάγγελος τῆς ζωῆς γιά ὅσους βρίσκονταν στόν Ἅδη, ἡ σάλπιγγα πού σημαίνει τά θεϊκά προστάγματα στήν οἰκουμένη, μίλησέ μας καί τώρα ἀπό τόν οὐρανό, μέ τίς ἱερές πρεσβεῖες σου καί τίς εὐχές τοῦ μακαριστοῦ πνευματικοῦ πατέρα μου καί δεῖξε τήν εὐμένειά σου στό λαό καί στό μικρό σου ποίμνιο πού σέ ὑμνεῖ, συγχωρώντας ταυτόχρονα τό τολμηρό ἐπιχείρημα ἑνός φτωχοῦ, πού στό προσφέρει ὄχι σάν δῶρο, ἀλλά σάν ταπεινό χρέος καί φόρο πού ὀφείλεται ἀπό τιποτένιο δοῦλο, πού προσφέρεται ὅμως μέ πόθο ψυχῆς.

Στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πρέπει ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση, καθώς καί στόν Παντοκράτορα Πατέρα καί στό Πανάγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

«Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος»
Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Να χαράξουμε πάνω στη ζωή μας τις προϋποθέσεις της Βασιλείας Του

ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΡΙΤῌ 
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
στ’ 22 – 33
 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 27 Ιουνίου του 1993

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

  Με μια άλλη φράση, ο Χριστός καθορίζει τον βηματισμό των καθημερινών επιθυμιών μας: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ  καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Και, επειδή αυτό είναι το περιεχόμενο της κάθε μέρας μας, της κάθε μας σκέψεως – και, θα έλεγε κάποιος, «είναι πάρα πολύ εύκολο να το κάνουμε, να ζητούμε την βασιλεία των ουρανών και όλα τα άλλα να προστίθενται ημίν» – ο Χριστός, πριν να καταλήξει σε αυτή τη φράση, έδωσε τις προϋποθέσεις που μπορούμε να χαράξουμε πάνω στη ζωή μας για να καταστεί δυνατόν να πούμε και εμείς: «Κύριε, δώσε μας την βασιλεία των ουρανών!». Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις, όπως τις περιέγραψε το κείμενο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, που ακούσαμε πριν από λίγο;

  Το κείμενο ξεκίνησε από μια θεώρηση των αισθήσεων, που πήρε για παράδειγμα τα μάτια και είπε ότι ο «λύχνος τοῦ σώματος ἐστιν ὁ ὀφθαλμός». Και οι Πατέρες, που ερμηνεύουν το κείμενο, λένε πως η πρόσβαση μας προς τον κόσμο τον εξωτερικό είναι οι αισθήσεις μας. Και ανάμεσα και στα πράγματα όλα, που είναι δώρα του Θεού, και σε εμάς –  πριν να προλάβουμε να τα κοιτάξουμε, πριν να προλάβουμε να τα αγγίξουμε – υπάρχει ο Θεός! Υπάρχει σ’ όλα, πριν να προλάβουμε να μιλήσουμε και να μιλήσουμε σε κάποιον, ανάμεσα μας, υπάρχει ο Θεός! Πριν να τα αγγίξουμε, ο Θεός! Και πέρα από αυτό, ο Θεός! Τα μάτια, λοιπόν, έχουν μια δυνατότητα: την ώρα που βλέπουνε προς τα εκεί και προς τα παρακεί, να μπορούνε, πριν να δούνε προς τα εκεί, να συλλάβουνε πως ανάμεσα – με το δικό Του, μοναδικό, αγαπητικό τρόπο – στέκεται ο Θεός. 

 Και έτσι κοιτάζοντας παρακεί, πιάνοντας μέσα από τη ματιά σου την παρουσία του Θεού, κοιτάζεις προς τα ’κει με άλλο τρόπο πια. Και το μάτι σου, και μετά όλες οι αισθήσεις σου, γίνονται πιο φωτεινές και πιο καθαρές, γιατί θεωρείς πως ανάμεσα πραγματικά υπάρχει ο Δημιουργός, που καθορίζει τη σχέση σου με τα πράγματα. Αν αυτό το ξεχάσεις, αν η ματιά σου πάει στα πράγματα κατευθείαν και έχεις μια αμεσότητα μαζί τους, χωρίς να θεωρήσεις την παρουσία του Θεού και χωρίς να πάρεις την εμπειρία του Θεού, τότε καταλήγεις στη δεύτερη προϋπόθεση, στη δεύτερη αδυναμία σου για να ζητήσεις τη βασιλιά του Θεού. Τότε δουλεύεις «δυσὶ κυρίοις». 

  Τότε, επειδή είσαι φτιαγμένος για να βλέπεις τα πράγματα μέσα από την παρουσία του Θεού – και δεν τα βλέπεις έτσι – τότε γίνεσαι ένας άνθρωπος διχασμένος. Το μάτι σου έτσι είναι  φτιαγμένο και θέλει να δει την παρουσία του Θεού. Και εσύ του κλείνεις τον δρόμο και βλέπεις μόνο τα άλλα τα πράγματα του κόσμου. Και αρχίζει μέσα σου, λέει ένας μεγάλος ασκητής Πατέρας, μέσα σου να διαγράφεται ένας διχασμός. Άλλο θα ’θελε η αίσθηση, που είναι δοσμένη από τον Θεό δωρεάν, να δει, κι εσύ αλλιώς και μονομερώς τα βλέπεις. Και έτσι το μάτι, και όλες οι αισθήσεις, απογυμνώνονται από αυτήν την δυνατότητα που είναι ανάμεσα μας, την παρουσία του Θεού, και όλα τα κάνουμε απογυμνωμένα. Και έτσι προσκρούουμε πάνω στα πράγματα με έναν τρόπο ανώφελο, όπως προσκρούουμε πάνω στους ανθρώπους που είναι γύρω μας με έναν τρόπο ανώφελο. Και επειδή ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτούς δεν υπάρχει η παρουσία του Θεού, τότε έρχονται οι συγκρούσεις, τότε έρχονται οι αδυναμίες, οι έχθρες, οι δυσκολίες να επικοινωνήσουμε μαζί τους. Και γινόμαστε άνθρωποι διχασμένοι, και δουλεύουμε – χωρίς να το καταλάβουμε και χωρίς πότε να «το πιάσουμε» – «δυσὶ κυρίοις», γιατί ακριβώς δεν «πιάσαμε» αυτή τη δυνατότητα της παρουσίας του Θεού, ανάμεσα σε εμάς και στα πράγματα και στους ανθρώπους γύρω μας. 

  Και επειδή πια το βλέπουμε σαν διχασμένοι άνθρωποι, αρχίζει η μέριμνα για τα πράγματα. Επειδή προσκρούουμε πάνω στα πράγματα με έναν τρόπο αλλόκοτο και με έναν τρόπο παράλογο, αρχίζουμε να μεριμνούμε γι’  αυτά, μπας και τα κάνουμε καλύτερα, μπας και τα κάνουμε ομορφότερα, μπας και πάρουμε περισσότερες αξίες, περισσότερες δυνατότητες από αυτά, και αποκτούμε μια παράλογη σχέση με τα πράγματα – που αυτή λέγεται μέριμνα του κόσμου. Και εμείς δεν παύουμε να μεριμνούμε για  τα πράγματα αλλά, όταν  ανάμεσα μας είναι ο Θεός, αλλιώς θα μεριμνούμε, με άλλες δυνατότητες, με άλλη διάθεση, με άλλη ησυχία, με άλλη γαλήνη, με άλλες ησυχαστικές διαθέσεις μεριμνούμε. Και τότε, αν μεριμνούμε με άλλες διαθέσεις, η παρουσία του Θεού καλύπτει τα κενά  μας, καλύπτει τις αδυναμίες μας, καλύπτει τους λανθασμένους τρόπους που τα χειριζόμεθα·  και τότε, και μόνο τότε, θα μπορούμε φτάσουμε και να πούμε ότι ζητούμε την βασιλεία  των ουρανών! Και επειδή αυτή είναι η καθημερινότητά μας και επειδή κάθε μέρα έτσι διχαζόμαστε  και επειδή κάθε μέρα πέφτουμε σε δυσκολίες, σε δυστυχίες, απελπισίες και αδυναμία να ζήσουμε σωστά, έρχεται ο Κύριος να θυμίσει τον λόγο Του: «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ … καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».

  Πρόκληση λοιπόν μεγάλη: πριν να δείτε, πριν να ακουμπήσετε τα πράγματα, πριν να δείτε και πριν να ακουμπήσετε τους αδελφούς σας, να δείτε ανάμεσα σας την παρουσία Εκείνου. Και τότε η παρουσία Εκείνου θα γίνει καθοριστική για τον τρόπο που θα σταθείτε μπροστά τους. Και τότε πραγματικά, αυτό θα είναι η δική σας δυνατότητα: να ζητείτε την βασιλεία του Θεού. Και αν ζητείτε, τότε, την βασιλεία του Θεού, από τώρα κάνετε βηματισμό  μέσα σε αυτή τη βασιλεία, και από τώρα η ζωή σας καθορίζεται από αυτή τη βασιλεία, και από τώρα παίρνετε γεύση αυτής της  βασιλείας, και τότε γίνεστε άνθρωποι αλλιώτικοι, άνθρωποι μεταμορφωμένοι, άνθρωποι που ζείτε μέσα στον κόσμο αλλά με άλλα δεδομένα του κόσμου. Άνθρωποι που αγκαλιάζετε με τις αισθήσεις σας τα πράγματα του κόσμου αλλά τα αγκαλιάζετε με έναν άλλο πλούτο, με έναν πλούτο υπερβάλλοντα, που ξεπερνάει απλώς τα σχήματα και τα χρώματα, και τότε γίνεστε αλλιώτικοι. Και ζώντας  μέσα στα σχήματα και στα χρώματα, έχετε πάνω σας τη χάρη του Θεού. Και βλέπετε τα σχήματα και τα χρώματα μέσα από το σχήμα και το χρώμα του Θεού. Και βλέπετε μπροστά σας την παρουσία του Θεού και όλα γίνονται η βασιλεία των ουρανών! Αυτή είναι η ζωή μας και αυτό είναι το τ-ώ-ρ-α μας!

  Το αύριο θα ’ρθει μέσα από αυτό το τώρα. Και να ευχηθούμε αυτό το αύριο – αν είναι κοντά ή αν είναι αργά  δεν το  ξέρουμε, Εκείνος το ξέρει – αυτό το αύριο να καθοριστεί από αυτό το ευλογημένο τώρα! Και τότε πραγματικά η ζωή σας θα γίνει η βασιλεία των ουρανών. Αμήν!

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

 

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου - Κυριακή Γ΄ Ματθαίου


ΚΥΡΙΑΚῌ Γ΄ 

Ματθαίου
στ
’ 22 – 33

 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία

τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακής  10 Ιουλίου του 1994 


Τὸ ἡχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία - εδώ

« λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὀφθαλμός».  

Έτσι άρχισε η Ευαγγελική περικοπή την οποία ακούσαμε πριν από λίγο από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Και διαβάζοντας τις ερμηνευτικές αναλύσεις των Πατέρων της Εκκλησίας μας αλλά, ακόμα περισσότερο, και ζώντας σε μια εποχή όπου κυριαρχεί το μήνυμα το οπτικό, μπορώ να καταλάβω πόσο επίκαιρο είναι αυτό το στοιχείο το οποίο ανέφερε ο Χριστός:  «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός». Και το συνέδεσε με το σκοτάδι ή το φως που έχουμε μέσα μας. Να δούμε λιγάκι τις ερμηνευτικές προοπτικές των Πατέρων και, κατεξοχήν, του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη, που ασχολήθηκε πολύ με την ανάλυση τη θεολογική των αισθήσεων, για να καταλάβουμε την επικαιρότητα αυτού του μηνύματος του Χριστού. Ειδικά για το σήμερα που, όπως είπα, είναι εποχή των οπτικών ερεθισμάτων.

Το μάτι, όπως όλες οι αισθήσεις, είναι φτιαγμένο από τον Θεό για να μας δίνει τη δυνατότητα να κοινωνούμε με τον έξω κόσμο. Γιατί υπάρχει και ο μέσα κόσμος, ο κόσμος της ψυχής, ο κόσμος ο πνευματικός. Και επειδή ο Θεός μάς έκανε ενιαίους και θέλησε όλα τα ψυχικά μας να εκφράζονται δια σωματικών μεγεθών, επέτρεψε αυτό το έργο να το κάνουν οι αισθήσεις, ως φορείς των μηνυμάτων της ψυχής προς τα έξω ή ως δέκτες των μηνυμάτων που έρχονται από έξω προς τα μέσα.

Έτσι λοιπόν οι αισθήσεις εκφράζουν έναν ρόλο πάρα πολύ ουσιαστικό. Προσλαμβάνουν τα μηνύματα [που έρχονται] απ' έξω, και τα αποτυπώνουν στην ψυχή μας και, την ίδια ώρα, εκφράζουν τον ψυχικό μας κόσμο. Για να δούμε αυτήν την διπλή έκφραση, όπως τα αναλύει πανέμορφα ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, στο κείμενό του περί της φυλακής των αισθήσεων και της αναλύσεως των αισθήσεων. 

Όσον αφορά τα έξω, τα μηνύματα τα οποία μας έρχονται, μπαίνουν απ' το μάτι, το κατεξοχήν αισθητήριο, όπου αποτυπώνουν τα πράγματα και αποτυπώνονται πάνω στον ψυχικό μας κόσμο. Τα μηνύματα είναι πολυποίκιλα, αρνητικά ή θετικά. Εάν έχουμε μηχανισμούς αντιστάσεως, καλλιεργημένη ψυχή, ψυχή η οποία λειτουργεί πνευματικά κοντά στον χώρο της Εκκλησίας, τότε τα μηνύματα συλλαμβάνται απ' το μάτι, αναλύονται από αυτή την πνευματική μας ζωή, αμύνεται ο οργανισμός και δεν αφήνει να αποτυπωθούν πάνω στην ψυχή.

Αν είμαστε ανερμάτιστοι, αν δεν έχουμε πνευματική ζωή και αν είμαστε αποχαυνωμένοι στο θέμα της προσλήψεως των μηνυμάτων, τα μηνύματα αποτυπώνται πάνω στον ψυχή μας και η ψυχή μας τα αποτυπώνει και αρχίζει μια διεργασία βαθιάς φθοράς και διαβρωτική πάνω στην ψυχή μας. Γιατί ό,τι αποτυπώθηκε, έχει μια δυναμική πάνω στη ψυχή. Τίποτε δεν είναι άσχετο. Τίποτε δεν μπορεί να μείνει και να αφήσει ανεπηρέαστη την ψυχή. Αν λοιπόν προσλάβουμε απνευμάτιστα, χωρίς άσκηση, τα μηνύματα που έρχονται απ’ έξω μας, σε μια εποχή, όπως είπα, οπτικών ερεθισμάτων και μηνυμάτων, αυτά θα δημιουργήσουν βαθύτατες εσωτερικές διαταραχές, που πολλές φορές στο μέλλον, χωρίς να ξέρουμε γιατί, θα γίνουν εμπόδιο για την πνευματική μας πρόοδο, για την  προσευχή μας, για την μετάνοιά μας και για ένα σωρό άλλα πράγματα, τα οποία δεν τα καταλαβαίνουμε τη στιγμή που προσλαμβάνουμε τα μηνύματα, και ακόμη δεν τα καταλαβαίνουμε όταν λειτουργεί μια απελπισία στη ζωή μας - γιατί  λειτουργούν πια με έναν τρόπο ασυνείδητο.

 Έτσι λοιπόν, οι διεργασίες οι ασκητικές που θα γίνουν πάνω στις αισθήσεις μας, και ακόμη περισσότερο, οι εργασίες οι ασκητικές που θα γίνουν πάνω στον οφθαλμό μας, που είναι αυτός ο λήπτης του φωτός, είναι πάρα πολύ ουσιαστικές για την ισορροπία μας την πνευματική και την ψυχική. Αυτό το «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός», είναι μήνυμα επικαιρότατο (sic) και πρέπει οι χριστιανοί να επικεντρώσουν πραγματικά εκεί πέρα πάρα πολύ τις ασκητικές τους προσπάθειες, γιατί σήμερα ο κόσμος όλος παίζεται πάνω στο οπτικό στοιχείο, στα οπτικά μηνύματα και στην πρόσληψη των πραγμάτων του κόσμου, που έρχονται από τον άλλο. Και έρχεται λοιπόν να γίνει πάνω μας μια κατάληψη, χωρίς να την καταλάβουμε, μια κατάληψη η οποία λειτουργεί μακροχρόνια και λειτουργεί πάρα πολύ ύπουλα. Γι’ αυτό ακριβώς ο Χριστός μετά από λίγο είπε: «Κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους, στον Κύριο και στον Μαμωνά»[1].

Και θα έλεγε κάποιος: τι σχέση έχει το μάτι με αυτά που είπες; Και όμως έχει άμεση σχέση! Και λίγο παρακάτω ο Χριστός λέει  το γιατί μεριμνάτε και το μη μεριμνάτε. Και θα έλεγε κάποιος: τι σχέση έχει η αμεριμνησία με τον οφθαλμό; Οι Πατέρες λένε πως έχει άμεση σχέση. Η μέριμνα των πραγμάτων του κόσμου γίνεται γιατί νομίζουμε που είμαστε ξεκρέμαστοι από τα πράγματα της ζωής και πρέπει κάπου να σταθούμε. Και θέλουμε να είμαστε σταθεροί στη ζωή και παίρνουμε τα πράγματα του κόσμου και τα κάνουμε πρώτα, και στεκόμαστε πάνω σε αυτά γιατί έτσι  μας τα προέβαλε ο κόσμος.

     Αν μπορείς να δεις άλλα πράγματα τα οποία προβάλλει ο Θεός, αν μπορείς να καταλάβεις άλλα πράγματα τα οποία προβάλλει ο Θεός, αν μπορείς να καταλάβεις την αγάπη Του και την μέριμνά Του και την πρόνοιά Του για σένα, τότε τα μηνύματα του κόσμου δεν θα  δημιουργήσουν μια τάση προσδέσεως και δουλείας στα πράγματα του κόσμου. Θα είσαι ο άνθρωπος που καταλαβαίνει την αγάπη και την πρόνοια του Θεού και τότε θα δουλεύεις, θα ζεις, θα τρως, θα πίνεις χωρίς να μεριμνάς. Θα ξέρεις πως όλα είναι στα χέρια του Θεού. Αν δεν υπάρχει αυτή η πρόσληψη των μηνυμάτων του Θεού, τότε θα μεριμνάς για τα πράγματα του κόσμου και θα έχεις αγωνία. Γι' αυτό λοιπόν το μάτι και οι διεργασίες που γίνονται πάνω του είναι τόσο ουσιαστικές πάνω μας.

     Και αμεριμνησία δεν μπορεί να γίνει αλλιώτικα. Μπορείς να πεις, ακούγοντας το Ευαγγέλιο, «εγώ τώρα θα γίνω αμέριμνος». Αν δεν έχεις ασκητική διάσταση στο μάτι, απλώς θα γίνεις ένα χίπης  και τίποτα άλλο, που θα λες «εγώ είμαι αμέριμνος» και θα έχεις άλλες βαθύτατες αγωνίες. Ο αμέριμνος έχει αμεριμνησία υπό την έννοια ότι αφήνει τα πάντα στα χέρια του Θεού και τα λειτουργεί τα πάντα στη ζωή του κόσμου, γιατί ξέρει που είναι διάκονος του Θεού. [Αλλιώς] θα γίνεις απλώς ένας αλήτης που δεν ξέρει τι κάνει αλλά δεν θα είσαι ο άνθρωπος του Θεού.

 «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός».  

Και ποιος θα καταλάβει, εκείνη την εποχή που τα έλεγε ο Χριστός, ότι η εποχή του εικοστού αιώνος θα παίζει την ιστορία του, τον πολιτισμό του, πάνω στο μάτια; Γι' αυτό οι χριστιανοί σήμερα, ενθυμούμενοι τον λόγο των Πατέρων, πρέπει να καταλάβουνε πως το μαρτύριο της συνειδήσεως, το σημερινό μαρτύριο - που  δεν είναι μαρτύριο όπως σ’ άλλες εποχές - είναι μαρτύριο συνειδήσεως που έρχεται μέσα από την πρόκληση των αλόγιστων μηνυμάτων, που έρχονται πάνω μας.  Και αυτό το μαρτύριο οι Χριστιανοί πρέπει να το αντιμετωπίσουνε! Γιατί θα λειτουργήσει πάνω τους μαρτυρικά ή διαβρωτικά, και θα τους διασπείρει και θα τους καταστρέψει όλη τους τη ψυχή. Το μαρτύριο λοιπόν της συνειδήσεως σήμερα, αν θέλουν οι Χριστιανοί να το αντιμετωπίσουν, [χρειάζεται] να γίνουν ασκητικοί στο μάτι. Η ζωή της Εκκλησίας, η προσευχή, τα πράγματα του Θεού, αν τους γεμίσουν, τότε τα ερεθίσματα του κόσμου, απλώς, θα είναι απλά μηνύματα, που έρχονται από τα πράγματα του κόσμου και τίποτα άλλο. «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός».

Αν θέλετε να γίνετε φωτεινοί, αν θέλετε να γίνετε ολοφώτεινοι, αν θέλετε να γίνετε όλο φως, ας αρχίσετε αυτήν τη διεργασία από τον αγιασμό και τον φωτισμό των αισθήσεων. Και όχι απλώς αφηρημένα, και όχι με αφηρημένες διαδικασίες και έννοιες. Οι αισθήσεις λοιπόν, προορισμένες για αγιασμό, θα ανοίξουν το δρόμο της βαθιάς αναπαύσεως και του ολοκληρωμένου δικού σας φωτισμού. Να το ευχηθούμε να γίνει, πραγματικά, για να αντιμετωπίσουμε τα πράγματα του εικοστού αιώνος με άλλα πράγματα. Και να αφήσουμε να φανερωθεί στα μάτια του κόσμου το άλλο οπτικό μήνυμα, το άλλο οπτικό ερέθισμα που είναι: τα πράγματα τα οποία μας προκαλεί ο Θεός, και οι άγιοί Του, να τα ζήσουμε. Και  όχι απλώς να τα ζήσουμε· και να τα δούμε βαθιά, πάρα πολύ βαθιά.


[1] «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν… οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ - ΒΙΒΛΙΟ PDF

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ
  22ος ΤΟΜΟΣ 
εδώ 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ

Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader

Δημοφιλείς αναρτήσεις