Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Αυτός που υπηρετεί οφείλει να μακροθυμεί• διότι σε όποιον βαστάζει τον αδελφό του κατά φόβο Θεού, σ’ αυτόν αναπαύεται το Πνεύμα του Θεού.


489 
Κάποτε κάποιος γέροντας από τους πατέρες κατοίκησε σε κοινόβιο, στο οποίο ήταν οι άγιοι γέροντες• και όταν ερωτούσε εκείνος που τον υπηρετούσε, ‘τί θέλεις να σου κάνω να φάγεις’, του έλεγε με οργή, ‘αν θέλεις κάνε κάτι’ και στενοχωριόταν ο αδελφός, επειδή δεν ήξερε τι να κάνει. Και ερωτήθηκε ο ίδιος μεγάλος Γέροντας, αν άραγε κάνει καλά να λέγει έτσι ή όχι.
Και αποκρίθηκε: 
Σε μένα δεν είναι δυνατό να κατακρίνω κάποιον• διότι ο καθένας βαστάζει το δικό του φορτίο. Αλλά, όπως μου φαίνεται, αυτή η απόκριση παρέχει θλίψη στον πλησίον, ακόμα και αν το κάνει αυτό προς άσκηση. Πρέπει λοιπόν να λέγει στον αδελφό με ταπείνωση, ότι ‘αυτό το πράγμα δέχεται τώρα η διάθεση μου’, κι αν ακόμα ο αδελφός του το κάνει άσχημα• και οφείλει να τον ευχαριστεί, κι αν ακόμα τον υπηρετεί άσχημα. Εάν, όταν κάνει ο αδελφός το πράγμα, είτε καλά είτε άσχημα, εκείνος κινείται σε οργή, αυτό είναι το χειρότερο από όλα τα πάθη. Διότι αυτός οργίζεται χωρίς λόγο, και αυτή δεν είναι γνώση Θεού, αλλά μάλλον διαβολική ενέργεια. Όμως αυτός που υπηρετεί οφείλει να μακροθυμεί• διότι σε όποιον βαστάζει τον αδελφό του κατά φόβο Θεού, σ’ αυτόν αναπαύεται το Πνεύμα του Θεού. 


Βαρσανουφίου Έργα, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τομ. 18B, σελ.445-447

Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ


Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ

6 Φεβρουαρίου 

Πηγή: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ

Ο άγιος πατήρ ημών Φώτιος ο Μέγας γεννήθηκε το 810. Η οικογένειά του ανήκε στην υψηλή βυζαντινή αυτοκρατορία· ο πατέρας του, ο σπαθάριος Σέργιος, ήταν αδελφός του πατριάρχου αγίου Ταρασίου [25 Φεβρ.] και ο εκ μητρός θείος του είχε νυμφευθεί την αδελφή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (815-867) [11 Φεβρ.]. Οι γονείς του ήσαν φιλομόναχοι και μαρτύρησαν κατά τον εικονομαχικό διωγμό, αφήνοντας έτσι στον υιό τους παρακαταθήκη ένα αγαθό κατά πολύ πολυτιμότερο από την ευγενική καταγωγή και περιουσία: την μέχρι θανάτου προσήλωση στην αληθινή πίστη. Προικισμένος από τον Θεό με εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες, ο νεαρός Φώτιος έλαβε την πλέον ενδελεχή μόρφωση σε όλες τις επιστήμες: θύραθεν και ιερές. Περνούσε ολόκληρες νύκτες μελετώντας, μην επιτρέποντας να του ξεφύγει κανένα είδος επιστήμης της τότε εποχής και αποκτώντας ευρύτατες γνώσεις που τον κατέστησαν τον σοφότερο άνδρα της εποχής του και την κυρίαρχη μορφή της πνευματικής αναγέννησης του Βυζαντίου μετά τα δεινά της εικονομαχίας. Εν συνεχεία, έγινε περίφημος διδάσκαλος της αριστοτελικής φιλοσοφίας και της θεολογίας στην αυτοκρατορική Ακαδημία που είχε ιδρυθεί στο ανάκτορο των Μαγγάνων [1]. Απεσταλμένος σε διπλωματική αποστολή στην Βαγδάτη (845), συνέταξε από μνήμης προς χρήση του αδελφού του την «Μυριόβιβλον (βιβλιοθήκη)» [2]: κριτική επιτομή 280 έργων πάσης φύσεως, απόδειξη του εύρους των γνώσεών του. Καθώς η αποστολή αυτή εστέφθη με επιτυχία, έλαβε επιστρέφοντας το αξίωμα του «πρωτασηκρήτη» (έμπιστου γραμματέα και συμβούλου του αυτοκράτορα), δίχως παρά ταύτα να εγκαταλείψει τα διδακτικά του καθήκοντα και τις αγαπημένες του μελέτες. 
Το 857, ο θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (839-867), Βάρδας (816-866), κατέλαβε την πολιτική εξουσία με τον τίτλο του καίσαρος. Για να εκδικηθεί τον πατριάρχη Ιγνάτιο (798-877) [23 Οκτ.], ο οποίος είχε ελέγξει το ήθος του, τον ανάγκασε να παραιτηθεί από το αξίωμά του και ενήργησε ώστε να εκλεγεί, παρά τη θέλησή του, ομόφωνα από τον κλήρο ο ευσεβής και σοφός Φώτιος. Προτιμώντας τον θάνατο παρά το γεμάτο κινδύνους τούτο λειτούργημα σε μια τόσο ταραγμένη περίοδο, εκείνος αντιστάθηκε όσο μπορούσε στις παρακλήσεις και στις απειλές και, τελικά, κλαίγοντας ενέδωσε και δέχθηκε να εγκαταλείψει την γαλήνη του σπουδαστηρίου του και τις φιλοσοφικές συζητήσεις με τους πνευματικούς του φίλους για να χειροτονηθεί πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στις 25 Δεκεμβρίου του 858, αφού ανήλθε μέσα σε έξι ημέρες όλους τους βαθμούς της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Σε μια επιστολή του στον καίσαρα Βάρδα, έγραφε ότι ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο «ἀγόμενος καὶ ἑλκόμενος, καὶ μᾶλλον ἂν προτιμήσας τοῦ βίου τὴν τελευτήν». Οι ακραίοι οπαδοί του Ιγνατίου άρχισαν τότε να αντιτίθενται στον νέο πατριάρχη με κάθε είδους ραδιουργίες, προφασιζόμενοι την αντικανονικότητα της αιφνίδιας ανόδου ενός λαϊκού στον ανώτατο βαθμό της ιεραρχίας. Όσο για τον Φώτιο, εκείνος προσπαθούσε να αποφύγει την οποιαδήποτε σύγκρουση και έκανε ό,τι ήταν στο χέρι του για να αποκαταστήσει την ενότητα και ειρήνη στην Εκκλησία, στερεώνοντάς την στην αγάπη που είναι ο «σύνδεσμος της τελειότητας» (βλ. Κολ. 3, 14). 
Προσπάθησε κατ’ αρχήν να εκριζώσει τα υπολείμματα των αιρέσεων των μανιχαίων και εικονομάχων, ανέλαβε την ανοικοδόμηση πλήθους ναών, μονών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που είχαν πέσει θύματα βανδαλισμού εκ μέρους των εικονομάχων και συν τοις άλλοις επέδειξε ιδιαίτερη μέριμνα στην οργάνωση ιεραποστολών για τον ευαγγελισμό των βάρβαρων λαών. Παρά τις προσπάθειές του να κατευνάσει τους οπαδούς του Ιγνατίου και κατακρίνοντας ταυτόχρονα τις βίαιες διώξεις εναντίον τους εκ μέρους της κυβέρνησης, αναγκάσθηκε να συγκαλέσει σύνοδο (859), η οποία επικύρωσε την εκθρόνιση του Ιγνατίου και τον εξόρισε στην Μυτιλήνη, κατόπιν δε στην Τερέβινθο. Η αναταραχή, όμως, δεν σταμάτησε και, έτσι, συγκλήθηκε και άλλη σύνοδος το 861, στον ναό των Αγίων Αποστόλων, με την παρουσία λεγάτων του πάπα που ονομάστηκε «Πρωτοδευτέρα» και που επισήμως είχε ως σκοπό να επικυρώσει την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας και να καταδικάσει οριστικά την εικονομαχία. Πέρα, όμως, από τον δογματικό αυτό ρόλο της, η σύνοδος αναγνώρισε επίσης την εγκυρότητα της χειροτονίας του Φωτίου με την πλήρη συγκατάθεση των λεγάτων, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι ενεργούσαν αντίθετα στις διαταγές του πάπα, σκέφτονταν ότι με τον τρόπο αυτό συνέβαλλαν στον θρίαμβο της εξουσίας της Ρώμης. 
Ο αλαζόνας και φιλόδοξος πάπας Νικόλαος Δ΄ (858-868) είχε πάρει το μέρος του Ιγνατίου, διαβλέποντας στην υπόθεση αυτή να προβάλει –για πρώτη φορά με έκδηλο τρόπο στην ιστορία της Εκκλησίας– την αξίωση των παπών της Ρώμης για δικαιοδοσία «ἐπὶ τῆς καθολικῆς (ολόκληρης της) Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ ὅλης τῆς γῆς». Από το πρωτείο τιμής και την διαιτητική εξουσία επί δογματικών θεμάτων, που αναγνωρίζονταν ανέκαθεν στην Ρώμη από τις άλλες Εκκλησίες, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων που προώθησαν οι αυτοκράτορες (αρειανισμός, μονοθελητισμός, εικονομαχία), οι πάπες την εποχή αυτή αρχίζουν να αναλαμβάνουν για δικό τους λογαριασμό την ηγεμονική αξίωση των Φράγκων να ανασυσταθεί η δυτική αυτοκρατορία, που είχε διαλυθεί με τον θάνατο του Καρλομάγνου (742-814) και την συνθήκη του Βερντέν (Verdun, Αύγουστος 843). Με πρωτοβουλία αυταρχικών παπών, η ρωμαϊκή Εκκλησία επιδίωκε να επιβάλει τότε σε ολόκληρη την Εκκλησία την υπεροχή της, την οποία ισχυριζόταν ότι είχε λάβει από τον ίδιο τον Χριστό και που θα της έδινε το δικαίωμα να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων Εκκλησιών και να επιβάλλει παντού τα ήθη της (αγαμία του κλήρου, νηστεία του Σαββάτου, χρήση αζύμων στην θεία Ευχαριστία, μεταξύ άλλων). 
Η αντιπαλότητα του πάπα Νικολάου Α΄ (820-867) και η ανάμιξή του στις υποθέσεις της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ είχε κληθεί μόνο για να αποφανθεί περί της εικονομαχίας, ώθησε τον άγιο Φώτιο να καταγγείλει τους νεωτερισμούς της Ρώμης. Έγραφε τότε: «Η κατάργηση και των πλέον ελασσόνων παρακαταθηκών που ελάβαμε από την Παράδοση, οδηγεί στην πλήρη καταφρόνηση των δογμάτων». Η αντίδραση αυτή προκάλεσε την οργή του πάπα, ο οποίος έγραψε προς όλους τους επισκόπους της Ανατολής κατηγορώντας τον Φώτιο ως μοιχεπιβάτη, αφού κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο ζώντος του νομίμου κατόχου του και αποφάσισε από μόνος του την εκθρόνιση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα πρωτοφανές στην ιστορία της Εκκλησίας. Αποφαινόταν επιπλέον ότι οι αποφάσεις της Συνόδου του 861 ήσαν άκυρες, επικαλούμενος το δικαίωμα των παπών να κρίνει τις συνόδους. Και δεν σταμάτησε εκεί. Το 863 συγκάλεσε στην Ρώμη σύνοδο επισκόπων της Δύσεως, η οποία αποφάσισε την εκθρόνιση του Φωτίου και αφόρισε όλους τους κληρικούς που είχαν χειροτονηθεί από αυτόν. Στις ενστάσεις του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ ο πάπας δήλωσε, το 865, ότι είχε λάβει από τον ίδιο τον Χριστό την υπεροχή επί της καθολικής Εκκλησίας και ως εκ τούτου μπορούσε να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων Εκκλησιών. Κατόπιν, με σειρά επιστολών εξαπέλυσε σωρεία ύβρεων κατά του Φωτίου, οι οποίες κρίθηκαν ανάξιες αποκρίσεως εκ μέρους του αληθινού μαθητού του Σωτήρος. 
Παρά τις αντιδράσεις και τις μέριμνες, ο άγιος πατριάρχης δεν έπαψε την αποστολική δραστηριότητά του. Σε συμφωνία με τον βασιλέα οργάνωσε τότε ιεραποστολές για την διάδοση του Ευαγγελίου στους Σλάβους. Απευθύνθηκε προς τούτο στον συνάδελφο και σοφό φίλο του Κωνσταντίνο, τον οποίο τιμούμε ως άγιο με το όνομα Κύριλλος, καθώς και στον αδελφό του Μεθόδιο, ασκητή στο όρος Όλυμπος, για να αναλάβουν μια πρώτη αποστολή στους Χαζάρους της νότιας Ρωσίας. Λίγο αργότερα, κατόπιν αιτήματος του ηγεμόνα της Μοραβίας, έστειλε τους δύο αδελφούς σε μια μεγάλη ιεραποστολική περιοδεία η οποία σημάδεψε τις απαρχές του εκχριστιανισμού των σλαβικών πληθυσμών των Βαλκανίων [βλ. εορτή αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου: 11 Μαΐου (826-869· 815-885)]. 
Την ίδια εποχή, ο ηγεμών της Βουλγαρίας Μπόρις Α΄ (Борис-Михаил· ηγεμ.: 852-889· θάν.: 2 Μαΐου 907) [2 Μαΐ.], ο οποίος είχε μόλις βαπτισθεί λαμβάνοντας το όνομα Μιχαήλ, με ανάδοχο τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, συμπαρασύροντας ολόκληρο το έθνος του στην χριστιανική πίστη, αποστασιοποιείτο από το Βυζάντιο εξαιτίας της άρνησης του αυτοκράτορα να του παραχωρήσει έναν πατριάρχη των Βουλγάρων και απευθύνθηκε στην Ρώμη (866). Δραττόμενος της ευκαιρίας αυτής που ανταποκρινόταν τόσο καλά στις φιλοδοξίες του, ο πάπας έστειλε αμέσως λατίνους προσηλυτιστές στην Βουλγαρία, με την εντολή να διαδώσουν τους νεωτερισμούς τους στην νεαρή αυτή Εκκλησία που είχε ιδρυθεί από τους Βυζαντινούς, ιδιαιτέρως δε να διαδώσουν την προσθήκη «και του Υιού» (filioque) στο «Σύμβολο της Πίστεως» [3]. Μπροστά στον κίνδυνο των νεωτερισμών που έπλητταν αυτό το ίδιο το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ο άγιος Φώτιος έκρινε πως είχε έρθει πλέον η ώρα «ο πράος να γίνει μαχητής» (βλ. Ιωήλ 4, 11), να λύσει την σιωπή του και να περάσει στην αντεπίθεση. Απηύθυνε μια Εγκύκλιο Επιστολή σε όλους τους επισκόπους της Ανατολής, με την οποία καταδίκαζε εντονότατα τις πλάνες των Λατίνων, ιδιαιτέρως το filioque. Στη συνέχεια, συγκάλεσε μεγάλη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 867, η οποία διακήρυξε την νίκη του ορθοδόξου δόγματος επί παντός αιρέσεως και αναθεμάτισε τον πάπα Νικόλαο και τους ιεραποστόλους του στην Βουλγαρία. Έτσι, ένα επίσημο σχίσμα χώρισε τις δύο Εκκλησίες, πρόδρομος αυτό του Μεγάλου Σχίσματος του 1054. 
Εν τω μεταξύ, στα τέλη του έτους 867, μετά την δολοφονία του Μιχαήλ Γ΄, ανήλθε στον θρόνο ο Βασίλειος Α΄ (867-886) ιδρύοντας την δυναστεία των Μακεδόνων (867-1057). Αμέσως φρόντισε να καθαιρεθεί ο άγιος Φώτιος και να φυλακισθεί στην Μονή της Σκέπης, επαναφέροντας στον θρόνο τον άγιο Ιγνάτιο. Παρά τις φιλειρηνικές επεμβάσεις του Ιγνατίου, οι εχθροί του Φωτίου άρχισαν κανονικό διωγμό κατά πάντων των κληρικών που είχε χειροτονήσει εκείνος. Μπροστά στις ταραχές αυτές, ο Βασίλειος Α΄ έκρινε κατάλληλη την περίσταση να αναθέσει στην Ρώμη να κρίνει μεταξύ των δύο διεκδικητών του πατριαρχικού θρόνου. Ο διάδοχος του Νικολάου Α΄, Αδριανός Β΄ (792-872), επωφελήθηκε από αυτή την ευκαιρία που του πρόσφερε ο αυτοκράτορας και συγκάλεσε σύνοδο (869), η οποία καταδίκασε εκ νέου τον Φώτιο, κήρυξε άκυρη την Σύνοδο του 867 καίγοντας δημόσια τα Πρακτικά της και έδωσε εντολή για σύγκληση συνόδου στην Κωνσταντινούπολη. Η ψευτοσύνοδος αυτή που ονομάστηκε από τους Λατίνους «Όγδοη Οικουμενική Σύνοδος», συγκέντρωσε το 869-870 ολιγάριθμους επισκόπους που, από τον φόβο του ηγεμόνα και από δειλία, καταδίκασαν τον Φάρο της Εκκλησίας και εξόρισαν τους οπαδούς του στις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Περισσότεροι από διακόσιοι επίσκοποι καθαιρέθηκαν τότε και πολλοί ιερείς αποσχηματίσθηκαν. Ο άγιος πατριάρχης Φώτιος σύρθηκε ως κακοποιός ενώπιον εκείνης της συνόδου και πιεζόμενος έντονα να απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες, είπε μετά από μακρά σιωπή: «Ο Θεός ενωτίζεται την φωνή αυτού που σιγεί. Διότι και ο ίδιος ο Χριστός σιωπώντας δεν απέφυγε την καταδίκη». Καθώς οι κατήγοροί του επέμεναν, εκείνος αποκρίθηκε: «Η δικαίωσή μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου». Άξιος μιμητής του Πάθους του πραότατου και καρτερικότατου Ιησού Χριστού, ο άγιος Φώτιος, παρά την ασθένειά του, υπέμεινε για τρία χρόνια τα δεινά μιας σκληρής ειρκτής, την στέρηση κάθε είδους συντροφιάς, ακόμη και των βιβλίων του, δίχως να παραπονεθεί ούτε μια φορά και δίχως να κατηγορήσει ποτέ τον Ιγνάτιο –ο οποίος ήταν άλλωστε αθώος για όλες τις ωμότητες αυτές– μην έχοντας στον νου του άλλο παρά να ενθαρρύνει τους δοκιμαζόμενους φίλους του με τις επιστολές του και να προσεύχεται για τον βασιλέα και για τους διώκτες του. 
Εν τω μεταξύ, οι επίσκοποι αντιλαμβανόμενοι ότι η δειλία και ο καιροσκοπισμός τους οδήγησε στην καθυπόταξη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως στον δεσποτισμό της Ρώμης, έπεισαν τον αυτοκράτορα να κηρύξει άκυρες τις αποφάσεις της συνόδου του 870 και να ελευθερώσει τον Φώτιο. Ο άγιος ανακλήθηκε με τιμές και ανέλαβε την εκπαίδευση των παιδιών του βασιλέα. Η πρώτη κίνησή του ήταν να σπεύσει προς τον άγιο Ιγνάτιο για να συμφιλιωθεί μαζί του. Οι δύο άγιοι, θύματα των ανταγωνισμών μεταξύ των μερίδων που χρησιμοποιούσαν το όνομά τους, αγκαλιάσθηκαν με θέρμη και ο Φώτιος πρόσφερε κάθε δυνατή βοήθεια στον άρρωστο πατριάρχη τον οποίον επισκεπτόταν κάθε μέρα. Όταν εκοιμήθη ο άγιος Ιγνάτιος (23 Οκτωβρίου του 877), ομόφωνη η Εκκλησία αποκατέστησε τον άγιο Φώτιο στον πατριαρχικό θρόνο. Λίγο αργότερα, με δική του πρωτοβουλία ο Φώτιος εισήγαγε τον εορτασμό της μνήμης του αγίου Ιγνατίου. Δικαίως, λοιπόν, η Εκκλησία εγκωμιάζει από κοινού τους δύο αγίους στο «Συνοδικό» που διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας: «Τῶν ἁγιωτάτων ὀρθοδόξων καὶ ἀοιδίμων πατριαρχῶν, αἰωνία ἡ μνήμη!». 
Κατά τα έτη 879-880, συνήλθαν σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη 383 ιεροί και θειότατοι Πατέρες υπό την προεδρία του Φωτίου και παρουσία λεγάτων του πάπα. Επικύρωσαν την αποκατάσταση του πατριάρχη, έκριναν αντικανονική την σύνοδο του 870 και αποκατέστησαν την επικοινωνία μεταξύ των δύο Εκκλησιών, αναθεματίζοντας κάθε νεωτερισμό και, συγκεκριμένα, την προσθήκη του filioque στο «Σύμβολο της Πίστεως». Η διακαής επιθυμία του ιεράρχη είχε εκπληρωθεί: η ειρήνη και η ενότητα της Εκκλησίας είχε αποκατασταθεί. Αμέσως επιδόθηκε στο έργο της ειρήνευσης, προτείνοντας με αγάπη στους εχθρούς του την συμφιλίωση και μεριμνώντας δίχως μνησικακία για τους οπαδούς του Ιγνατίου. 
Όταν ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (886-912) διαδέχθηκε στον θρόνο τον πατέρα του, θέλησε να εκδικηθεί έναν φίλο του Φωτίου, πιστεύοντας ότι είχε καταδώσει τον Βασίλειο στην συνωμοσία που ετοίμαζε ο Λέων εναντίον του. Καθαίρεσε τον άγιο πατριάρχη (886) και τον έκλεισε σαν κακοποιό στην Μονή των Αρμενιανών, όπου ο άγιος παρέμεινε έγκλειστος για πέντε ολόκληρα χρόνια, στερημένος από κάθε ανθρώπινη παραμυθία, λάμποντας, όμως, σαν τον χρυσό στην κάμινο της δοκιμασίας. Εκεί συνέταξε δίχως κανένα βοήθημα, την «Μυσταγωγία του Αγίου Πνεύματος» [4], συστηματική ανασκευή της αιρέσως του filioque, όπου καταδεικνύεται ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται αιωνίως από το Πρόσωπο του Πατρός –την «Πηγὴ τῆς Θεότητος»– και μας αποστέλλεται «διὰ τοῦ Υἱοῦ», για να μας καταστήσει μετόχους της θείας φύσεως. Αφήνοντας εν είδει διαθήκης στην Αγία Εκκλησία την πραγματεία αυτή, ενόψει μελλοντικών αγώνων, μετέστη στην χορεία των αγίων Πατέρων και Διδασκάλων στις 6 Φεβρουαρίου του 893. Τα θαύματα που ακολούθησαν και που πλήθυναν γρήγορα επάνω στον όλβιο τάφο του, συνέβαλαν στην μεταστροφή ακόμη και των μεγαλύτερων εχθρών του. Ταπεινόφρων, σιωπηλός και υπομονετικός στις δοκιμασίες, ο Ομολογητής αυτός της Πίστεως, ο οποίος αδίκως κατηγορήθηκε για φανατισμό από τους εχθρούς του, παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους φωστήρες της Ορθοδοξίας, ένας από τους αυθεντικότερους μάρτυρες του αναλλοίωτου ευαγγελικού πνεύματος [5]. 
Σύμφωνα δε με την ακμαία και ζώσα συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, ο Μέγας Φώτιος μαζί με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά [15 Νοεμ.] και τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό [19 Ιαν.] αποτελούν αναμφίβολα μια άλλη, δεύτερη, θεοσύνθετη και θεοκίνητη «τριάδα» Πατέρων και Ιεραρχών (αγιολογική αδεία επόμενη των Τριών Ιεραρχών [30 Ιαν.]), οι οποίοι με τον βίο, με τους αγώνες, με την ομολογία και την διδαχή τους, έγιναν για τους πιστούς οι ευεργετικά απλανείς οριοθέτες της Αληθείας των ιερών Δογμάτων και οι πανίσχυροι καταπέλτες ενάντια στην αίρεση του παπισμού, κάθε σαθρής καινοτομίας και κάθε ολέθριου νεωτερισμού επί των δογμάτων, του ήθους, του τρόπου και του λόγου της θείας και αμώμητης Πίστεως.
- Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ -
[1] Δεν αποτελούσε ακόμη τότε πραγματικό πανεπιστήμιο· το πανεπιστήμιο («Πανδιδακτήριον») ιδρύθηκε το 855 από τον πατριάρχη άγιο Ιγνάτιο.
[2] Μετάφρ. Φωτίου: «Ἅπαντα τὰ ἔργα», τόμοι 5-9· «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη», ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2001.
[3] Το εσφαλμένο αυτό δόγμα περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού, και όχι μόνο εκ του Πατρός, είχε διατυπωθεί αρχικώς από τον άγιο Αυγουστίνο (354-430) [15 Ιουν.] ως προσωπική άποψη και δεν δημιούργησε σοβαρά προβλήματα, έως ότου υιοθετήθηκε αρχικά από Φράγκους θεολόγους που επιθυμούσαν να διαφοροποιηθούν δογματικά από την Ελληνική Εκκλησία και κατόπιν από την ίδια την Εκκλησία της Ρώμης με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως δογματικό όργανο για τις φιλόδοξες βλέψεις της επί της αδιαιρέτου καθολικής Εκκλησίας.
[4] Μετάφρ. Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως: «Περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας»«Ἅπαντα τὰ ἔργα», τόμος 4, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2001.
[5] Οι άδικες συκοφαντίες που διέδιδαν για το πρόσωπό του οι ακραίοι οπαδοί του αγίου Ιγνατίου και τις οποίες επαναλαμβάνουν δίχως σοβαρή εξέταση ανά τους αιώνες οι ιστορικοί και απολογητές της Δύσης, παρουσιάζουν τον άγιο Φώτιο ως κύριο υπεύθυνο για όλες τις διαιρέσεις που προετοίμασαν την μεγάλη ρήξη του 1054. Ευτυχώς, πρόσφατες έρευνες ρωμαιοκαθολικών ιστορικών (συγκεκριμένα του Francis Dvornik· 1893-1975) αποκατέστησαν την αλήθεια, καθ’ όλα σύμφωνη με την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 68–74.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Ο άγιος Βαάστ, επίσκοπος Αράς



Ο άγιος Βαάστ, επίσκοπος Αράς

6 Φεβρουαρίου 
Όταν ο Χλοδοβίκος μπήκε θριαμβευτής στη Γαλατία μετά τη νίκη του επί των Αλαμανών στο Τολμπιάκ (490), πέρασε από την πόλη Τουλ της Λωραίνης· και καθώς επιθυμούσε να εκπληρώσει το τάμα που είχε κάνει να ασπασθεί τον χριστιανισμό, ζήτησε να συναντήσει κάποιον άνθρωπο ικανό να τον διδάξει. Του συνέστησαν τότε τον ιερέα Βαάστ (Βεντάστ ή Γκαστόν) που είχε αρχικά ζήσει σαν ερημίτης και που όλοι θεωρούσαν έναν αληθινό άγγελο επί της γης. Ο Χλοδοβίκος τον πήρε μαζί του και όπως συνέβη με τον Φίλιππο και τον ευνούχο της βασίλισσας της Αιθιοπίας (βλ. Πράξ. 8), ο Βαάστ κατήχησε τον βασιλιά καθ’ οδόν, επιβεβαιώνοντας τη διδαχή του με τη θεραπεία ενός τυφλού. 
Μετά τη βάπτιση του Χλοδοβίκου στη Ρενς [25 Δεκ. 496], ο βασιλιάς συνέστησε τον κατηχητή του στον άγιο Ρεμίγιο [1 Οκτ.], ο οποίος τον άπέστειλε στα χωριά για να διδάξει τους πιστούς, να βοηθήσει τους φτωχούς και τους ασθενείς και να διαδώσει σε όλους την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού. Είχε τόση επιτυχία στο έργο του που ο Απόστολος των Φράγκων τον χειροτόνησε επίσκοπο του Αράς, πρωτεύουσας του Αρτουά, που είχε παλιότερα ευαγγελισθεί, αλλά ήταν ολοσχερώς σχεδόν καταστραμμένη μετά τις εισβολές των βαρβάρων και όπου η ειδωλολατρία είχε πάρει τη θέση της λατρείας του αληθινού Θεού. 
Φθάνοντας ο άγιος Βαάστ θεράπευσε έναν τυφλό και έναν χωλό που ζητούσαν ελεημοσύνη. Καθώς έκλαιγε βλέποντας τα ερείπια της εκκλησίας όπου άλλοτε συνάζονταν το χριστιανικό πλήρωμα, αίφνης πρόβαλε από αυτά μια αρκούδα με απειλητικές διαθέσεις. Ο άγιος ατάραχος την έδιωξε με μια του λέξη και συνέχισε την προσευχή του. 
Αμέσως ρίχτηκε στη δουλειά με θάρρος και εγκαρτέρηση· ανέλαβε την ανέγερση ενός ναού αφιερωμένου στην Θεοτόκο και άρχισε να κηρύττει θεραπεύοντας παράλληλα ασθενείς, εκβάλλοντας δαιμόνια και επιτελώντας άλλα θαύματα προς επιβεβαίωση του λόγου του. 
Μια μέρα ο άγιος επίσκοπος έλαβε πρόσκληση από έναν χωροδεσπότη της περιοχής για ένα από τα συμπόσιά του, τα οποία κατέληγαν σε επαίσχυντες κραιπάλες και στο οποίο θα παρευρισκόταν ο βασιλιάς Κλοθάριος. Μπαίνοντας στη σάλα, ο Βαάστ έκανε το σημείο του Σταυρού, κατά τη συνήθειά του, και αμέσως οι κανάτες που ήσαν γεμάτες μεθυστικό κρασί έσπασαν. Οι συμποσιαστές τότε τρομοκρατημένοι δέχθηκαν με σεβασμό τις επιπλήξεις του αγίου και πλήθος μεταστροφών σε όλη τη Γαλατία ακολούθησαν το θαύμα αυτό. 
Από το 510, ο άγιος Ρεμίγιος εμπιστεύτηκε στον Βαάστ τη διοίκηση της επισκοπής του Καμπραί μαζί με εκείνη του Αράς. Έτσι ο άγιος συνέχισε με αυξημένο ζήλο τις αποστολικές περιοδείες του, ανεγείροντας εκκλησίες και φιλανθρωπικά ιδρύματα, χειροτονώντας ιερείς και κατηχώντας τους πιστούς. 
Μετά σαράντα χρόνια αδιάκοπων κόπων, ο άγιος, ηλικίας τότε ενενήντα τεσσάρων χρόνων, επέστρεψε άρρωστος στο Αράς. Μία κρύα νύχτα του χειμώνα, μια φωτεινή νεφέλη φάνηκε να βγαίνει από το ταπεινό σπίτι του επισκόπου και να υψώνεται στον ουρανό. Όταν του ανήγγειλαν τούτο το θαυμαστό φαινόμενο, εκείνος σύναξε τα πνευματικά του τέκνα, τους ιερείς συνοδοιπόρους του στις ιεραποστολές του, για να τους αποχαιρετήσει· έπειτα αποσυρόμενος στη σιωπηλή προσευχή, παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, συνοδευόμενη από τους ύμνους των αγγέλων, στις 6 Φεβρουαρίου 540. 

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, Τόμος 6ος Φεβρουάριος, Εκδόσεις Ορμύλια

6η Φεβρουαρίου - ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

 


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ [3 Τόμοι]

Σειρά 
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ 

 

ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ 
ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ (Α' - ΣΚΘ') ΕΔΩ
ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ (ΦΚΓ' - ΩΜΑ') ΕΔΩ
ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ (ΣΛ' - ΦΚΒ') ΕΔΩ
Για να διαβάσεις και να ανοίξεις τα αντίστοιχα αρχεία που είναι σε μορφή djvu, πρέπει να εγκαταστήσεις προηγουμένως το δωρεάν πρόγραμμα WinDjView
 

Εκδότης 
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ 
ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

"Συντριβόμενος" από τους λογισμούς του ένας μοναχός, τί κάνει όταν ο γέροντας του δεν μπορεί να τον βοηθήσει;


504

Ερώτηση

Αν κάποιος μένει στον ίδιο τόπο μ’ ένα Γέροντα, υποτασσόμενος σ’ αυτόν και ο Γέροντας δεν έχει τις χαρισματικές ικανότητες να αποκριθεί σε κάποιο θέμα όταν τον ρωτά ο αδελφός, ο δε αδελφός θλίβεται από τους λογισμούς, άραγε πρέπει να ρωτά άλλο Γέροντα είτε με την ευλογία και τη συγκατάθεση του Γέροντά του, είτε χωρίς αυτήν, ή πρέπει να υπομένει συντριβόμενος από τους λογισμούς του;

Απόκριση Ιωάννου. 
Εάν όντως ο αδελφός γνωρίζει ότι θέλει ο Γέροντάς του να ωφελήσει την ψυχή του, οφείλει να του εμπιστευθεί και να του πει: «Έχω λογισμούς, τι θεωρείς σωστό να κάνω»; Και ο Γέροντας από μόνος του, σαν εκείνον τον άνθρωπο που έχει άρρωστο το παιδί του και με ενδιαφέρον και φροντίδα το οδηγεί στο γιατρό - και όχι μόνο το οδηγεί αλλά και ακριβοπληρώνει για χάρη του - έτσι και αυτός με χαρά οδηγεί το μαθητή του προς το Γέροντα εκείνον που έχει το ανάλογο χάρισμα. Δηλαδή τον στέλνει να εξαγορευθεί τους λογισμούς του σ’ ένα συγκεκριμένο Γέροντα 
Σε περίπτωση όμως που ο αδελφός γνωρίζει ότι ο Γέροντάς του δεν μπορεί να σηκώσει κάτι τέτοιο, να μην του αναφέρει τίποτα και αν του δοθεί κάποια ευκαιρία, αν του οικονομήσει ο Θεός μια τέτοια περίσταση, να ρωτήσει δηλαδή έναν άλλο Γέροντα, πνευματικό, για τους λογισμούς του, να το κάνει, να τον παρακαλέσει όμως να μην το μάθει ο Γέροντάς του. Διότι έτσι τον ρίχνει στο πάθος του φθόνου και του προξενεί μεγάλη θλίψη, με το να ρωτήσει έναν άλλο πνευματικό, χωρίς την ευλογία του. Να φροντίσει δε ο αδελφός να μη σκανδαλιστεί επειδή ο Γέροντάς του δεν έχει το χάρισμα (της διακρίσεως των λογισμών), διότι ένα τέτοιο χάρισμα δεν δίνεται σε όλους. Φυσικά, αν ερευνήσει τα πράγματα, θα βρει ότι ο Γέροντάς του έχει οπωσδήποτε άλλο χάρισμα. Διότι, πραγματικά, τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι διάφορα και διαμοιράζονται ανάλογα στους ανθρώπους. Στον ένα δίνεται αυτό το χάρισμα, στον άλλο το άλλο (Α' Κορ. 7, 7). Εφόσον λοιπόν δεν του δίνεται η ευκαιρία να ρωτήσει κάποιον άλλο Γέροντα για τους λογισμούς του, να υπομένει, παρακαλώντας το Θεό να τον βοηθήσει. 

ΠΡΟΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΙΚΟΥΣ 

Βαρσανουφίου και Ιωάννου
κείμενα διακριτικά και ησυχαστικά
(ερωταποκρίσεις) τόμος Β΄,
εκδόσεις “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ”

Δημοφιλείς αναρτήσεις