Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


28 Μάϊου 

ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 
Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιο - ΕΔΩ 
Ο όσιος πατήρ ημών Ανδρέας ήταν σκλάβος σκυθικής (σλαβικής) καταγωγής που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη στην υπηρεσία ενός πρωτοσπαθαρίου (αξιωματικού της αυτοκρατορικής φρουράς) [1]. Πρόκοψε γρήγορα στα ιερά και θύραθεν γράμματα και προκαλούσε τον θαυμασμό του περίγυρού του με τις γνώσεις του. Μια νύχτα, ενώ προσευχόταν, είδε με τρόμο έναν στρατό Αιθιόπων έτοιμο να αντιμετωπίσει μία ομάδα λευκών ανθρώπων. Ο ίδιος κλήθηκε να μονομαχήσει με το πρωτοπαλίκαρο των βαρβάρων και, αφού τον νίκησε, σε ανταμοιβή έλαβε από έναν άγγελο τρεις «αχράντους στεφάνους», ενώ ο Χριστός, παρουσιαζόμενος με τη μορφή ενός νέου άνδρα, του έλεγε: «Τρέχε τον καλόν αγώνα γυμνός και γίνε σαλός για Μένα, ώστε να αξιωθείς τη Βασιλεία των Ουρανών!». Με το πρώτο φως της ημέρας, υπακούοντας στη θεία εντολή, ο Ανδρέας ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του διά Χριστόν Σαλού καταξεσχίζοντας με ένα μαχαίρι τον χιτώνα του και βγάζοντας κραυγές που κατατρόμαξαν το σπίτι. Ο αφέντης του, θεωρώντας τον κυριολεκτικά δαιμονισμένο, πρόσταξε να τον πάνε στον ναό της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας [22 Δεκ.] και να τον αλυσοδέσουν εκεί. Περνούσε τις μέρες του στον τόπο εκείνο υποκρινόμενος τον παράφρονα με κάθε είδους εκκεντρικότητες και μυστικά προσευχόταν όλη νύχτα, στερεωμένος στην οδό αυτή με ένα όραμα από την αγία Αναστασία. Μια νύχτα, δέχθηκε την επίθεση πλήθους δαιμόνων. Μόλις όμως επικαλέστηκε την αρωγή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο άγιος φανερώθηκε μέσα σε βροντή, διασκόρπισε τους δαίμονες με την αλυσίδα που τον κρατούσε δεμένο και του υποσχέθηκε τη βοήθειά του στους αγώνες που τον περίμεναν.

Σε ένα άλλο νυχτερινό όραμά του κλήθηκε να υπηρετήσει έναν βασιλιά στο παλάτι του, όπου του έδωσαν να φάει χιόνι το οποίο μεταμορφώθηκε σε ουράνια ευωδία. Κατόπιν, του προσέφεραν πικρούς καρπούς –σύμβολα της στενής οδού που επρόκειτο να ακολουθήσει– και στη συνέχεια του δόθηκε μια εξαίσια τροφή που του χάρισε θεία έκσταση.

Αφού έμεινε τέσσερα χρόνια δέσμιος στην εκκλησία, ο Ανδρέας ελευθερώθηκε και άρχισε να συμπεριφέρεται δημόσια μιμούμενος τον άγιο Συμεών τον Σαλό [2]. Ενώ, όμως, ο Συμεών χρησιμοποιούσε τη σαλότητα υπό μορφή ειρωνείας και χλευασμού με σκοπό να αφυπνίσει τους αμαρτωλούς και να τους αποσπάσει από τις μάταιες ηδονές του κόσμου, ο όσιος Ανδρέας, «παίζων» και «εμπαίζων», προσφερόταν μάλλον αυταπαρνητικά στην περιφρόνηση και στην κακομεταχείριση του σκληρού και πονηρού κόσμου, μιμούμενος κατά πάντα τον Χριστό, προκειμένου να αποκαλύψει το μεγαλείο και την υπεροχή της σοφίας του Σταυρού έναντι της εφάμαρτης μωρίας της άθεης και υποκριτικής κοινωνίας των αφώτιστων ανθρώπων (Α΄ Κορ. 1, 18). Εφαρμόζοντας κατά γράμμα τα λόγια του Αποστόλου που λέει: «Εμείς γίναμε μωροί και ανόητοι για τον Χριστό» (Α΄ Κορ. 4, 10), προσφερόταν ολόθυμα με τη θέλησή του στη χλεύη και τα κτυπήματα του όχλου και γινόταν «στα μάτια όλων ένα ελεεινό κάθαρμα και σκουπίδι του κόσμου, ένα ακάθαρτο απόβρασμα της κοινωνίας» (πρβλ. Α΄ Κορ. 4, 13), με σκοπό να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών αλλά ταυτόχρονα και να ελκύσει εκεί με την ένθεη σαλότητά του και τους άλλους.

Μπαίνοντας μια μέρα σε έναν οίκο ανοχής, παρέμεινε απαθής, υπό την προστασία της θείας Χάριτος, απέναντι στις προκλήσεις των πόρνων γυναικών, οι οποίες στο τέλος τού αφαίρεσαν τα ρούχα και τον έδιωξαν τυλιγμένο σε μια παλιόψαθα, η οποία έκτοτε έγινε η συνήθης ενδυμασία του. Περιπλανιόταν στους δρόμους άστεγος και μοίραζε στους φτωχούς τις ελεημοσύνες που λάβαινε. Δεν ζητούσε ποτέ τροφή, αρκούμενος σε ένα ξεροκόμματο τη μέρα κι έμενε νηστικός για ολόκληρες εβδομάδες. Για να σβήσει τη δίψα του έπινε από στάσιμα και βορβορώδη νερά και, μπροστά στο θέαμα αυτό, οι περαστικοί αγανακτισμένοι τον ξυλοκοπούσαν και τον έβριζαν. Τη νύχτα πήγαινε να ξαπλώσει μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, καθώς προσπαθούσε να ζαρώσει κολλητά σε ένα από αυτά για να ζεσταθεί, το ζώο απομακρύνθηκε με περιφρόνηση. Το να προσφέρεται στην πλήρη εγκατάλειψη ήταν για τον μακάριο αγωνιστή του Θεού πηγή αγαλλίασης. Αλλά ποτέ η προσευχή δεν εγκατέλειπε τα χείλη του και κάθε στιγμή μπορούσε να διακρίνει κανείς έναν ψιθυρισμό στο στόμα του, όπως συνέβαινε με τους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής. Όταν προσευχόταν τη νύχτα, υψωνόταν ενίοτε πάνω από τη γη και το πνεύμα του μεταρσιωνόταν σε ανεκλάλητες εκστάσεις και θεωρίες. Μια τέτοια νύχτα, που ακόμη και τα σκυλιά τον είχαν αποδιώξει, ο Θεός τον μετέφερε μέσα σε έκσταση, απαλλαγμένο από το βάρος και το άλγος της σαρκός, ενδεδυμένο με φωτεινό χιτώνα και εστεμμένο ως βασιλιά, σε έναν εξαίσιο κήπο γεμάτο υπερκόσμια φυτά και χρυσά πουλιά, στη μέση του οποίου απλωνόταν πέρα ως πέρα μια μεγάλη αμπελικιά με υπερμεγέθη σταφύλια. Από ’κει, ένας άγγελος τον οδήγησε υπεράνω του στερεώματος, σε τόπο ανείπωτης ομορφιάς, όπου είδε τον Σταυρό περιβαλλόμενο από τέσσερα καταπετάσματα. Ένας άλλος άγγελος τον έφερε κατόπιν σε έναν υψηλότερο τόπο, όπου είδε δύο σταυρούς παρόμοιους με τον προηγούμενο. Εν συνεχεία, βρέθηκε στον τρίτο ουρανό –που μόνο ο Απόστολος Παύλος κρίθηκε άξιος να δει πριν από αυτόν– κι εκεί είδε τρεις σταυρούς απαστράπτοντες περιβαλλόμενους από ουράνια στρατιά που δοξολογούσε τον Θεό. Πέρασε τότε ένα καταπέτασμα από λίνο και πορφύρα και έφθασε σε ένα μέρος, πολύ πιο λαμπρότερο ακόμη, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένο αναρίθμητο πλήθος νέων φωτεινότερων και από τον ήλιο. Ένας άγγελος παραμέρισε το τελευταίο καταπέτασμα και ο Ανδρέας μπόρεσε να θεωρήσει τον Θρόνο του Θεού, μετέωρο, δίχως βάση, απ’ όπου έβγαινε φλόγα λευκή. Ο Χριστός ήταν εκεί καθισμένος και κάπως μετρίασε λίγο τη Δόξα Του, ώστε να επιτρέψει τον Ανδρέα να απολαύσει για μια υπέρχρονη στιγμή τη λαμπρότητα της Θεανθρωπότητός Του, και κατόπιν έγινε αόρατος. Μια φωνή γλυκύτερη από μέλι πρόφερε τότε τρεις φορές τρία θεία, άρρητα και μυστικά Ονόματα και παρευθύς ο άγιος οδηγήθηκε πίσω στον κήπο, όπου συνάντησε έναν ολόφωτο άνδρα ο οποίος κρατούσε σταυρό και τον ευλόγησε λέγοντας: «Μακάριοι, εσείς οι σαλοί, γιατί κατέχετε μεγάλη σοφία! Η χάρις του Σταυρωθέντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!». Κατόπιν, τον απέστειλε με την εντολή να παλαίψει και να ανατρέψει τον Άρχοντα του κόσμου τούτου, προσλαμβάνοντας αυτοβούλως την ανυποληψία, την υποτίμηση, την κοροϊδία, τη χλεύη, την απόρριψη και τον διωγμό των ανθρώπων.

Ξαναρχίζοντας το «παιγνίδι» του με αναπτερωμένη πλέον τόλμη, ο Ανδρέας έκανε τη γνωριμία του Επιφανίου, ενός δεκαοκτάχρονου νέου ευγενικής καταγωγής, αγνού και εξαιρετικής γλυκύτητας, ο οποίος έγινε προστάτης του και πνευματικός γιος του και στον οποίο ο Ανδρέας προφήτευσε ότι μελλοντικά θα γινόταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως [3]. Φιλοξενούμενος στην κατοικία του Επιφανίου, ο άγιος χρησιμοποιούσε παραβολές για να επιτιμήσει τα αμαρτήματα των υπηρετών διαφορετικών εθνοτήτων, στην ίδια τους τη γλώσσα. Είχε αρνηθεί την κλίνη που του προσέφερε ο Επιφάνιος για ξεκούραση και περνούσε τις νύχτες του έξω, σαν ένας ασυμμάζευτος παράφρων επάνω στην κοπριά. Δεν άργησε, όμως, να επιστρέψει κανονικά στον ακατανόητο πλάνητα βίο του, προσφερόμενος πλήρως στα απάνθρωπα παιγνίδια των παιδιών και στην κακομεταχείριση των ανάλγητων περαστικών. Απευθυνόμενος στους ανθρώπους τούς αποκαλούσε πάντα «σαλούς» ή «μωρούς», αλλά παράλληλα καταδίκαζε διαρκώς τον εαυτό του με τη μεγαλύτερη και βαθύτερη ταπεινοφροσύνη.

Σε ένα νέο όραμα είδε τον Πονηρό και τα πλήθη των δαιμόνων του, ο οποίος τον κατηγορούσε ότι οδηγούσε στη μετάνοια τους ανθρώπους που είχε υπό την κατοχή του, αποκαλύπτοντας σε αυτούς τις αμαρτίες τους με τις προφητικές ενέργειές του, και ο Ανδρέας άρχισε μία βίαιη λογομαχία με τον Άρχοντα του σκότους. Τούτος όμως δεν είχε καμία εξουσία πάνω στον άνθρωπο του Θεού, αφού αυτός είχε γυμνώσει τον εαυτό του από κάθε γήινη αδυναμία, έξη και προσκόλληση. Μια νύχτα, με δαιμονική ενέργεια έπεσε σε έναν λάκκο, μόλις όμως ο όσιος επικαλέσθηκε τους αγίους Πέτρο και Παύλο, οι δύο Απόστολοι του Χριστού εμφανίσθηκαν, τον ανέσυραν από τη λάσπη κι ένας φωτεινός σταυρός ήλθε να φωτίζει τον υπόλοιπο δρόμο του.

Κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου λοιμού που ενέσκηψε στη Βασιλεύουσα, παρά τις κοροϊδίες των αργόσχολων, ο άγιος περιέτρεχε τους δρόμους και τις πλατείες κλαίγοντας και μεσιτεύοντας υπέρ της πόλεως και ζητώντας από τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες του λαού. Καθώς προσευχόταν, μεταφέρθηκε στον Ανάπλου επί του Βοσπόρου, όπου είδε τον όσιο Δανιήλ τον Στυλίτη [11 Δεκ.], ο οποίος τον κάλεσε να ενώσουν τις προσευχές τους υπέρ της σωτηρίας της πόλεως. Τότε ένα πυρ κατέβηκε από τον ουρανό και εξεδίωξε τον δαίμονα που είχε προκαλέσει την επιδημία. 
Ο όσιος Ανδρέας δεν κουραζόταν να ψέγει τους αμαρτωλούς, είτε με προειδοποιήσεις, είτε με προφητείες για την επικείμενη τιμωρία τους, οι οποίες δεν αργούσαν ποτέ να εκπληρωθούν. Περνώντας μια μέρα μπροστά από πολυτελή εμπορεύματα που εκτίθεντο στην αγορά, φώναξε: «Άχυρα και σκουπίδια!». Μιαν άλλη φορά, μετά από κακόβουλη υποκίνηση κάποιων αργόσχολων που ήθελαν να διασκεδάσουν, βάλθηκε να τρώει λαίμαργα τα ωραία φρέσκα σύκα που εκτίθεντο στο γυάλινο δοχείο ενός οπωροπώλη, ο οποίος εκείνη την ώρα ξεκουραζόταν. Ξυπνώντας ο μικροπωλητής, όρμησε κατά του οσίου και παίρνοντας ένα μπαστούνι τον ξυλοφόρτωσε άγρια. Ο Ανδρέας με τη δύναμη της πραότητας του  Χριστού αφέθηκε πλήρως στα χτυπήματα δίχως αντίσταση και αργότερα αποκάλυψε ότι αν αυτός ξυλοκοπήθηκε εξαιτίας της γαστριμαργίας του, πόσω μάλλον θα τιμωρηθούν από τον Θεό αιωνίως οι αμετανόητοι αμαρτωλοί. Έχοντας λάβει το χάρισμα της διοράσεως, κατήγγελλε την υποκριτική ευσέβεια εκείνων που στέκονταν μέσα στην εκκλησία τρέφοντας μέσα τους φαύλες και διάφορες εμπαθείς σκέψεις ή έψαλλαν από ματαιοδοξία και επίδειξη και διέκρινε τους δαίμονες της αδιαφορίας, του χασμουρητού και της ακηδίας που υπέβαλλαν στα θύματά τους τη σκέψη να εγκαταλείψουν τον ναό πριν το τέλος της Λειτουργίας. Στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ξεχώριζε την πνευματική κατάσταση του καθενός: βλέποντας τους ενάρετους στεφανωμένους με λεπτό λίνο και τους αμαρτωλούς με ακάθαρτα ζωύφια να κρέμονται από τα ενδύματά τους.

Μεριμνούσε, όμως, όλως ιδιαιτέρως για τον πνευματικό καταρτισμό του Επιφανίου, που ήταν ο μόνος με τον οποίο μιλούσε σοφά, συνετά και λογικά. Με την επιστήμη του Πνεύματος τον διαφώτιζε για τον αγώνα εναντίον των δαιμόνων και τον άφηνε ενίοτε να πειράζεται από αυτούς, προκειμένου να αποκτήσει την υπομονή και, αφού ψηθεί στη φωτιά των δοκιμασιών, να γίνει άξιος άρτος του Χριστού. Τον εισήγαγε, επίσης, στα μυστήρια της δημιουργίας, στον πνευματικό κόσμο και κυρίως του αποκάλυπτε, με πλήθος άγνωστες λεπτομέρειες της Γραφής, ό,τι έμελλε να επέλθει στη συντέλεια των αιώνων, όταν μετά από τρομερές δοκιμασίες, εισβολές και φυσικές καταστροφές, ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων θα επιθέσει ξανά το στέμμα του πάνω στον Σταυρό, στα Ιεροσόλυμα, και κατόπιν ένας άγγελος θα τον μεταφέρει στον ουρανό. Έτσι θα ολοκληρωθεί η περίοδος της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας που εγκαθίδρυσε ο άγιος Κωνσταντίνος. Λίγο αργότερα, η Κωνσταντινούπολη – την οποία οι Βυζαντινοί της εποχής εκείνης θεωρούσαν συχνά αιώνια – θα καταποντισθεί στη θάλασσα, όπως και η ονομαστή Βαβυλώνα (Αποκ. 18, 21), και η εβραϊκή βασιλεία θα αποκατασταθεί στην Ιερουσαλήμ. Όλοι θα πιστέψουν στον Αντίχριστο που θα βασιλεύσει ως μοναδικός μονάρχης επί της γης και θα καταδιώξει τους χριστιανούς. Ο Χριστός θα παρουσιασθεί κατόπιν για να διεξαγάγει τον μεγάλο αγώνα κατά του Αντίχριστου και, όταν θα τον έχει νικήσει, θα τον οδηγήσει μαζί με τους δαίμονές του ενώπιον του βήματος του Θεού, ενώ θα αντηχήσει η σάλπιγγα εξ ουρανού αναγγέλλοντας την ανάσταση των νεκρών. Μετά την Κρίση, τέσσερεις άγγελοι θα σταθούν στα τέσσαρα πέρατα της γης και θα την τυλίξουν με διαταγή του Κυρίου. Όλη η κτίση τότε θα ανακαινισθεί, καινοί ουρανοί και γη καινή θα φανερωθούν, ώστε όλα να είναι σύμμορφα με τα άφθαρτα σώματα των αναστημένων ανθρώπων. Τα πάντα τότε θα είναι άφθαρτα και αιώνια και μία άφατη ευωδία θα πληρώσει το ανακαισμένο σύμπαν που θα το φωτίζει ακατάπαυστα το φως το ανέσπερο της Βασιλείας του Χριστού.

Μια μέρα που ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος είχαν μεταβεί στον ναό των Βλαχερνών για την αγρυπνία που τελούνταν εκεί κάθε εβδομάδα, είδαν την Παναγία Θεοτόκο να προβάλλει από την Ωραία Πύλη, συνοδευόμενη από πλήθος αγίων, μεταξύ των οποίων ήσαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Ιωάννης ο Θεολόγος, και να σκέπει με το μαφόριό της τον λαό [4]. 
Μια άλλη φορά, καθώς ο Ανδρέας διάβαζε στον μαθητή του ένα κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου, μια ουράνια ευωδία απλώθηκε γύρω τους. Στην ερώτηση του Επιφανίου ο άγιος απάντησε ότι την ευοσμία αυτή τη λαμβάνουν οι άγγελοι από τον Θρόνο του Θεού για να θυμιάσουν και να τιμήσουν τους ανθρώπους σε τρεις περιπτώσεις: όταν προσεύχονται, όταν αναγιγνώσκουν τα ιερά βιβλία και όταν υπομένουν καρτερικά από αγάπη για τον Θεό.

Λίγο μετά τις αποκαλύψεις του για τη συντέλεια των αιώνων, ο όσιος Ανδρέας ανήγγειλε στον Επιφάνιο την επικείμενη τελευτή του. Του απαγόρευσε, όμως, να τιμά τη μνήμη του ή να φυλάξει τα λείψανά του, διότι είχε κάνει τάμα ενώπιον του Θεού να μη δοξασθεί ποτέ στη γη. Του ανανέωσε την πρόβλεψή του για την εκλογή του στο πατριαρχικό αξίωμα και του υποσχέθηκε να τον βοηθά πάντα, υπό τον όρο να επιδεικνύει άοκνα μέριμνα αγάπης για τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και για όσους δοκιμάζονται. Κατόπιν μετέβη στον Ιππόδρομο, στη στοά, όπου συνήθιζαν να στέκονται οι πόρνες, κι εκεί προσευχήθηκε όλη τη νύχτα υπέρ του σύμπαντος κόσμου. Τελειώνοντας την προσευχή του, ο μακάριος ξάπλωσε στη γη και, κοιτάζοντας με ένα χαμόγελο το πλήθος των αγίων που εμφανίσθηκαν για να του παρασταθούν, παρέδωσε την πολύαθλη ψυχή του στον Θεό μετά από εξήντα έξι χρόνια ασκητικών αγώνων, κρυμμένων κάτω από το πέπλο του μυστηρίου της σαλότητας. Μια έντονη ευωδία θυμιάματος προσείλκυσε μια φτωχή γυναίκα που έμενε εκεί κοντά, η οποία προσέτρεξε και ανακάλυψε το σώμα του. Όταν όμως το πλήθος, ειδοποιημένο από εκείνη, έσπευσε προς το σκήνωμα του οσίου, εκείνο είχε γίνει άφαντο, μεταφερμένο από τον Θεό σε άγνωστο τόπο. Τη νύχτα εκείνη ο Επιφάνιος είδε τη ψυχή του πνευματικού πατέρα του, επτά φορές φωτεινότερη από τον ήλιο, να υψώνεται στους ουρανούς με την παρουσία μυριάδων αγγέλων που έχαιραν και δοξολογούσαν τον Θεό για την ένθεη πολιτεία του οσίου Ανδρέα και για τα τόσα επί γης θαυμαστά του κατορθώματα.

 ~ Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ ~
[1]  Ο βιογράφος του Νικηφόρος που έγραψε τον Βίο του, μεταξύ 920 και 956, τον τοποθετεί αναχρονιστικά στους χρόνους του Λέοντα Α΄ (457-474). Θα έπρεπε μάλλον να μετατεθεί κατά τη βασιλεία του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού (886-911). Κυκλοφορούν διάφορες εκδόσεις του Βίου με νεοελληνική μετάφραση, π.χ. Νικηφόρος Πρεσβύτερος, «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Ανδρέου του διά Χριστόν Σαλού», Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1984, και Ι. Ησυχαστηρίου των Δανιηλαίων, Άγιον Όρος 2002.
[2]  Ο άγιος Συμεών [6ος αι., βλ. 21 Ιουλ.] είναι ο βασικός και ο πιο χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος αυτού του είδους εξαιρετικής αγιότητος, την οποία γενικά δεν συμβουλεύουν οι Πατέρες. Στην Ελληνική Εκκλησία τιμώνται επίσης η αγία Ισιδώρα Ταβεννησίου [1 Μαΐου] και οι άγιοι: Παύλος Κορίνθου [6 Νοεμ.], Σάββας ο Βατοπαιδινός [5 Οκτ.], Νικόδημος ο Νέος [24 Νοεμ.], καθώς και άλλοι που υιοθέτησαν προσωρινά τη σαλότητα, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης [13 Ιαν.] ή ο όσιος νεομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός [30 Δεκ.]. Κυρίως όμως στη Ρωσία γνώρισε, η μορφή αυτή αγιότητας, μεγάλη άνθιση. Η Εκκλησία αναγνώρισε εκεί τριάντα επτά «Σαλούς». Συγκεκριμένα τους αγίους: Ιωάννη τον Δασύτριχο του Ροστώφ [3 Σεπτ.], Κυπριανό του Σουζντάλ [2 Οκτ.], Συμεών του Γιούριεβιτς [4 Νοεμ.], Μάξιμο Μόσχας [11 Νοεμ.], Προκόπιο του Βυάτκα [21 Δεκ.], Μιχαήλ του Κλοπς [11 Ιαν.], Γαλακτίωνα [12 Ιαν.] και Θεόδωρο του Νόβγκοροντ [19 Ιαν.], Ξενία της Αγίας Πετρούπολης [11 Σεπτ. και 24 Ιαν.], Νικόλαο [28 Φεβρ.], Ισίδωρο του Ροστώφ [4 Μαΐου], Ιωάννη [29 Μαΐου] και Προκόπιο του Ουστιούγκ [8 Ιουλ.], κ.α. Στη Ρωσία, πριν την Επανάσταση, δεν υπήρχε χωριό που να μην είχε τον δικό του «Γιουροντίβι» (Σαλό). Βλ. σχετικά: Ε. Γκοραΐνωφ, «Οι διά Χριστόν Σαλοί», εκδ. «Τήνος», Αθήνα 1993.
[3]  Θα μπορούσε, λοιπόν, να πρόκειται για τον άγιο Πολύευκτο (956-970) [5 Φεβρ.] ή για τον άγιο Αντώνιο Γ΄ (974-980) [12 Φεβρ.].
[4]  Διακριτό από το σύνηθες θαύμα που επιτελούνταν κάθε Παρασκευή στον ναό αυτό, κατά τη διάρκεια του οποίου το μαφόριο που κάλυπτε την εικόνα της Θεοτόκου ανυψωνόταν από μόνο του και έμενε μετέωρο, το θαύμα αυτό προσέφερε το θέμα της εορτής της αγίας Σκέπης της Θεοτόκου [1 Οκτ. και αργότερα 28 Οκτ.], η οποία, καθώς φαίνεται, καθιερώθηκε στη Ρωσία τον 12ο αι. και από ’κει διαθόθηκε στην Ελλάδα κατά τον 19ο αι.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Το δικό μας «πετραδάκι» στην ενότητα του κόσμου και της Εκκλησίας


ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΒΔΟΜῌ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
 Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην

ιζ΄ 1 – 13

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  12 Ιουνίου του 2005

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία είναι απο την floga.gr - σε mp3 εδώ
Στην πορεία από την Ανάληψη προς την Πεντηκοστή, η Εκκλησία μας με τη σημερινή ημέρα των Αγίων Πατέρων και, κατ’ εξοχήν κορυφαία θα έλεγα με το ευαγγελικό κείμενο του Ιωάννη που ακούσαμε πριν από λίγο, απαντάει σε ένα πολύ σπουδαίο, θα έλεγα το μοναδικό ερώτημα που χαρακτηρίζει το ζωή του κόσμου ή το μοναδικό άλυτο πρόβλημα – αν δεν γίνει κατανοητό αυτό που προτείνει το Ευαγγέλιο σήμερα.

Προχωρούμε προς την Πεντηκοστή, που είναι αποκάλυψη του μυστηρίου της Εκκλησίας και, σήμερα, σε αυτόν τον εκτεταμένο λόγο-προσευχή του Χριστού μας προς τον Πατέρα Του, η κορύφωση του κειμένου έφτασε στη λέξη, τη γνωστή μεν αλλά μη βαθιά βιούμενη, που λέει Εκείνος, ότι «Πατέρα, εμείς ένα είμαστε, για να είναι και αυτοί ένα οι μαθηταί ολόκληροι»· και προκαλεί το θέμα της ενότητας της Εκκλησίας και του κόσμου. Και δεκάδες πολιτικές, κοινωνιολογικές, μπορεί και ψυχολογικές θεωρίες, που προσπαθούν να προσεγγίσουν την τραγωδία της μη ενότητας του κόσμου, του διχασμού, ποτέ τόσο απλά, τόσο λιτά, όπως το περιγράφει το κείμενο που ακούσαμε, [δεν] θα μπορούσαν να προσδιορίσουνε και τις αιτίες αλλά ταυτόχρονα και τη θεραπευτική αυτής της ενότητας, που είναι το παν για εμάς και ειδικά για την Εκκλησία μας.

Να δούμε τις απλές δομές και πτυχές, οι οποίες ορίζονται μέσα από το στόμα του Χριστού μας για αυτή την πρόκληση της ενότητας και τη θεραπευτική της μη ενότητας, που κάθε μέρα τη ζούμε και στο κοσμικό επίπεδο αλλά δυστυχώς και στον χώρο της Εκκλησίας μας. Λέξεις απλές που είναι οριστικές: πρώτα, πρώτα ο Χριστός ζητάει από τον Πατέρα να Τον δοξάσει –  αυτό φαίνεται πάρα πολύ ωραίο, και ποιος δεν θέλει να δοξαστεί; όλοι αυτό το  επιζητούμε – με τη μόνη διαφορά ότι στη Θεολογία των Πατέρων των ερμηνευτών, που αναφέρονται σε αυτή τη δόξα του Θεού, τη λέξη «δόξα» την ταυτίζουν με τον Σταυρό του Χριστού. Εξάλλου η παράδοση της αγιογραφίας μας θέλει πάνω από τον Εσταυρωμένο να γράφεται η φράση «Ο Βασιλεύς Της Δόξης». Η δόξα λοιπόν του Χριστού είναι ο Σταυρός Του. Και ζητάει από τον Πατέρα Του ακριβώς αυτό το έργο που Εκείνος Τον έστειλε να κάνει, να σηκώσει αυτόν τον Σταυρό που θα οδηγήσει στην ενότητα του κόσμου· να το φέρει εις πέρας. Πρώτο στοιχείο πολύ σπουδαίο λοιπόν: κακό δεν είναι να θέλεις τη δόξα, αλλά κακό είναι να τη θέλεις κάνοντας ένα άλμα, χωρίς να αντέξεις και να περάσεις από όποιους σταυρούς σού έταξε ο Χριστός να σηκώσεις σε αυτόν τον κόσμο.  Και δεν αποκαθιστάς απλώς την ενότητα τού πολύ μικρού χώρου σου, που μπορεί να είναι η οικογένειά σου ή η γειτονιά σου, αλλά αποκαθιστάς ταυτόχρονα το μεγάλο ζητούμενο: την ενότητα της Εκκλησίας, το μεγάλο πρόβλημα πολλές  φορές της ζωής της Εκκλησίας μας. Να,  λοιπόν το πρώτο μέγεθος, το πρώτο σκαλοπάτι: να αντέξεις σταυρικά, αγλαοφανώς! Και στο τέλος, λέει το κείμενο, «για να χαίρονται αυτοί»· να χαίρονται, εν τω κόσμω όντες, τα πράγματα του κόσμου και να αποκαθίσταται η ενότητα.

Δεύτερο στοιχείο που οδηγεί σε αυτήν την ενότητα, λέει: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα». Βλέπετε, και πάλι εμείς κάνουμε ένα άλμα και θέλουμε να αυτο-φανερώσουμε το όνομά μας· ενώ γίνεται ένα ξεπέρασμα: «Εγώ φανέρωσα το όνομά Σου»· όπου, στον χώρο της Εκκλησίας, χωρίς να χάνουμε το πρόσωπό μας – και έτσι το βρίσκουμε το πρόσωπό μας – φανερώνουμε πρωτογενώς την αποκάλυψη που κάνει ο Χριστός μας στο Θεό μας. Και ταυτόχρονα αποκαλύπτουμε, σεβόμεθα, τιμούμε, τα πρόσωπα των άλλων γύρω μας. Καταργείται οποιαδήποτε εγωιστική απαίτηση για αυτο-φανέρωση, για αυτο-δοξασμό και πάμε στ’ άλλο επίπεδο, όπου μέσα απ’ αυτό, μέσα απ’ αυτό το πέρασμα προς τον άλλο, επειδή ακριβώς σέβεσαι, τιμάς, αγαπάς – πείτε το όπως θέλετε –  τον άλλο, πρωτογενώς τον Θεό μας και μετά όλους τους άλλους που είναι εικόνες του Θεού γύρω Σου, αποκαθίσταται η ενότητα. Γιατί η έλλειψη ενότητας δηλώνει έλλειψη τέτοιου περάσματος, απλώς απαίτηση αυτοπροβολής δηλώνει.

Και λέει μετά ο Χριστός μας:  «ἐτελείωσα τό ἔργον ὃ δέδωκάς μοι».  Και πάλι το ίδιο πράγμα· ο καθένας μας έχει στο νου ένα έργο που έχει να κάνει σε αυτή τη ζωή. Μπορεί αυτό το έργο, αυτή η δουλειά που έχει να κάνει, αυτό το κάτι που έχει να κάνει, να μην είναι μόνο του, αυτοτελώς, αμαρτωλό. Αλλά αν αυτό δεν εντάσσεται μέσα σε αυτή τη φανέρωση του ονόματος του Θεού, τότε γίνεται έργο εγωιστικό και αποσπασματικό. Και πάλι πολλές φορές μέσα στην Εκκλησία, η χαμένη ενότητα «απαιτεί» στις δικές μας ομάδες ανθρώπων να κάνουν «το δικό τους», προσπαθώντας δήθεν να εξυπηρετήσουν το έργο του Θεού, και ταυτόχρονα αποκαλύπτουν το πρόσωπό τους και το δικό τους έργο και όχι αυτό που θέλει ο Θεός από εμάς, και γι’ αυτό εκείνοι είναι εν τω κόσμω, και αυτό το ζούμε στον κόσμο. Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο ζώντες, αυτό ακριβώς το μέγεθος θα ζήσουμε, για να βάλουμε το δικό μας «πετραδάκι» στην ενότητα του κόσμου και στην ενότητα της Εκκλησίας: «Πάτερ, κάνε να είναι αυτοί ενωμένοι όπως είμαστε εμείς»· προσευχή μεγάλη, απαίτηση μεγάλη, πρόκληση μεγάλη, θα τολμούσα  να πω, για την καθημερινότητα της ζωής μας. Και ακόμη περισσότερο, το τονίζω, για την καθημερινότητα της βιώσεως του μυστήριου της Εκκλησίας, όπως αποκαλύπτεται μες στον κόσμο και όπως βιώνεται μες στον κόσμο.

Και αυτό έχει να δώσει η Εκκλησία στον κόσμο: την αγλαοφανή ενότητα των ελευθέρων προσώπων, που ελευθέρως σταυρώνονται, φανερώνουν το πρόσωπο του Θεού, τελειώνουν το θέλημά Του και τότε και αυτοί χαίρονται, όπως λέει το κείμενο, και ταυτόχρονα αποκαλύπτεται ο Θεός μας, η αγία Τριάδα και ολόκληρη η ενότητα του κόσμου.

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΡΕΙΤΗΣ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ

 

 24 Μάϊου 

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΡΕΙΤΗΣ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ 


Ο ὅσιος καὶ θεοφόρος, πατὴρ ἡμῶν Συμεὼν γεννήθηκε στὴν ᾽Αντίοχεια τὸ 521· οἱ γονείς του ἦσαν μυροποιοὶ στὸ ἐπάγγελμα καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν ῎Εδεσσα. ῾Η γέννησή του εἶχε ἀναγγελθεῖ στὴν μητέρα του, ἁγία Μάρθα (4 ᾽Ιουλ.), ἀπὸ τὸν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο, ὁ ὁπόιος ἐμφανίσθηκε καὶ τῆς ἔδωσε τὸ ὄνομά του, προλέγοντας ὅτι θὰ διῆγε, κατὰ τὸ παράδειγμά του, πολιτεία ἀσκητική. ῾Ο Συμεὼν ἦλθε ἀνώδυνα στὸν κόσμο καὶ δεχόταν μόνο τὸ δεξί στήθος τῆς μητέρας του, ἀρνούμενος νὰ θηλάσει, ὅταν ἐκείνη εἶχε γευθεῖ κρέας. ῎Αρχισε νὰ μιλάει ἀπὸ τὴν βάπτισή του, σὲ ἡλικία δύο ἐτῶν, καὶ ἐπτὰ ἡμέρες ἐπαναλάμβανε: «῞Εχω πατέρα καὶ δὲν ἔχω. ῎Εχω καὶ δὲν ἔχω μητέρα» ἐκφράζοντας ἔτσι τὴν πλήρη ἀποταγή του ἀπὸ τά ἐπίγεια. Σὲ ἡλικία πέντε ἐτῶν, γλύτωσε ἀπὸ θαῦμα σὲ ἕναν σεισμό (25 Μαίου 526), μαζί μὲ τὴν μητέρα του, ἐνῶ ὁ πατέρας του πέθανε κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ σπιτιοῦ τους. Λίγο ἀργότερα τὸ παιδὶ εἶδε πάνω στὸ τεῖχος τὸν Χριστὸ περιβαλλόμενο ἀπὸ πλῆθος ἁγίων, ὁ ὁποίος τοῦ δίδαξε τὴν ὁδὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν σοφία καὶ νὰ ἀποφύγει τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Μιὰ λευκοντυμένη μορφὴ ἐμφανίστηκε, κατόπιν, καὶ τὸν κάλεσε νὰ ἀκολουθήσει σὲ βουνό, ποὺ βρισκόταν σὲ ἀπόσταση δεκατριῶν χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν ᾽Αντιόχεια, πρὸς τὴν κατεύθνιση τῆς Σελευκείας, ὅπου πέρασε μερικὲς ἡμέρες συντροφιὰ μὲ τὰ θηρία. Τὸ παιδὶ ἀνακάλυψε ἐν συνεχείᾳ ἕνα μονύδριο, ὅπου τὴν ἀδελφότητα καθοδηγοῦσε ὁ στυλίτης ᾽Ιωάννης, ὁ ὁποίος εἶχε προειδοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Συμεὼν σὲ ὀπτασίες. Τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά, ὡς ἐκλεκτὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν ἔθεσε εὐθὺς ὑπὸ τὴν καθοδήγησή του, ἔκθαμβος ἀπὸ τὰ σημεία σοφίας καὶ ἐγκρατείας τοῦ ἑξάχρονου αὐτοῦ παιδιοῦ ποὺ δὲν δεχόταν νὰ γευθεῖ τροφή, παρὰ μόνο τρεῖς στὶς ἑπτὰ ἡμέρες. 
Στὶς ἀρχὲς ἀκόμη τοῦ βίου του στὸ μοναστήρι ὁ Συμεὼν ἐπιτέλεσε τὸ πρῶτο του θαῦμα γιατρεύοντας ἕναν βοσκό, ὁ ὁπόιος ἀπὸ φθόνο θέλησε νὰ τὸν σκοτώσει καὶ γιὰ τιμωρία του ἔμεινε ξερὸ τὸ δεξί του χέρι. ᾽Επιθυμώντας νὰ μιμηθεῖ σὲ ὅλα τὸν πνευματικό του πατέρα, ἀφοῦ δοκιμάσθηκε ἐπαρκῶς στὴν πρόθεσή του γιὰ ἕναν χρόνο, ἔβαλε νὰ στήσουν σὲ μικρὸ ὕψος ἕναν στύλο, δίπλα στὸν στύλο τοῦ ᾽Ιωάννη, καὶ ἄρχισε ἔτσι, σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν, τὴν ἄσκηση τοῦ στυλίτη, ἐνδυναμωμένος ἀπὸ ἕνα ὅραμα, στὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ἡ ὄρθια στάση πάνω σὲ μία στήλη θὰ ἦταν γι’ αὐτὸν παρόμοια μὲ τὴν Σταύρωσή Του καὶ τὸ μέσον νὰ μιμηθεῖ τὸ σωτηριῶδες Πάθος Του, «Λάμποντας ὅπως ὁ ἥλιος μὲ μιὰ καθ’ ὅλα ἰσάγγελικη βιοτὴ καὶ πλῆρες θείων χαρισμάτων», γράφει ὁ βιογράφος του, «τὸ παιδὶ ἀποστράφηκε πλήρως τὰ ἐπίγεια, καὶ ἔστρεψε τὴν ἀνάβαση τῆς ψυχῆς του πρὸς τὸν οὐρανό». Πρόσθετε ἀκατάπαυστα καινούργιους μόχθους στὸν ἀγώνα του κατὰ τῆς φύσης: ὅταν ὁ ᾽Ιωάννης ἔψαλλε τριάντα ψαλμοὺς κατὰ τὴν νυκτερινὴ προσευχή του, ὁ Συμεὼν ἔψαλλε πενήντα ἢ ὀγδόντα. ᾽Αγρυπνοῦσε κάθε νύχτα, φθάνοντας στό σημεῖο νὰ ἀπαγγέλλει ὅλο τὸ Ψαλτήριο καὶ περνοῦσε τὴν ἡμέρα δοξάζοντας τὸν Θεό, μένοντας ξένος πρὸς κάθε τροφή. ῾Η καταπόνησή του προκάλεσε μάλιστα τὶς μομφὲς τοῦ ἡγουμένου ποὺ τοῦ εἶπε; «Δὲν ἀπομένει, λοιπόν, παρὰ νὰ πάρεις ἕνα ξίφος καὶ νὰ καταστρέψεις τὸν ἑαυτό σου!» Τοῦ καταλόγιζε ἐπίσης ὅτι δὲν ἄφηνε τοὺς ἄλλους μοναχοὺς νὰ ἀναπαυθοῦν μὲ τὶς ἀκατάπαυστες ψαλμωδίες του καὶ τὸν συμβούλευσε νὰ ἀρκεστεῖ νὰ τὸν μιμεῖται. ῾Ο Συμεὼν ἀποκρίθηκε στὸν Γέροντά του, χρησιμοποιώντας λόγια ἀπὸ τὶς Γραφές, ὅτι δίχως νὰ καταδικάζει τοὺς ἄλλους εἶχε ὁ ἴδιος ἀνάγκη ἀπὸ τέτοια κακοπάθεια ὥστε νὰ μὴν ἀφήνει τὸν νοῦ του νὰ βαραίνει ἀπὸ τὴν πρόσδεσή του στὴν ὕλη. 
Τὸ παιδὶ στυλίτης ἐπεδείκνυε τὴν φλόγα ἑνὸς δοκιμασμένου πολεμιστῆ στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν δαιμόνων, οἱ επιθέσεις τῶν ὁποίων ἐναλλάσσονταν μὲ οὐράνιες ὀπτασίες ποὺ ἔρχονταν νὰ τὸ ἐνδυναμώσουν. Μεταξὺ ἄλλων αὐτὴ ἑνὸς πατριάρχη ποὺ ἦλθε νὰ τὸν ἀλείψει μὲ μύρο γιὰ νὰ ἀπωθεῖ τὶς προσβολὲς τῶν δαιμόνων. Κάποτε, μία τρομερὴ λαίλαπα, ποὺ προκάλεσε ὁ διάβολος, πέταξε τὸ κουβούκλιο τοῦ ὁσίου ἀπὸ τὸν στύλο, ἀλλὰ τὸ πρωὶ οἱ μοναχοὶ βρῆκαν τὸν Συμεὼν γερὸ πάνω στὸν στύλο του μὲ τὸ πρόσωπό του νὰ λάμπει σὰν ἄγγελος. Λίγο πρὶν ρίξει τὰ πρῶτα δόντια του, τὸ παιδὶ εἶχε ἤδη ἀποκτήσει τὴν ἐξουσία νὰ ἐλευθερώνει τοὺς δαιμονισμένους καὶ νὰ θεραπεύει. Προέτρεπε τοὺς μοναχούς, μὲ τὴν σοφία γέροντα, νὰ κυριαρχοῦν τὰ πάθη τους μὲ τὴν φυλακὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ νοῦ καὶ τοὺς ὑπέδειξε μάλιστα ἕναν Κανόνα κοινοβιακῆς ζωῆς, βασισμένο στὴν ἁγία Γραφή. ῎Ελεγε: «Τὸ καύχημα τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη ὑμνολογία καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὸ καύχημα τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή, διότι μὲ αὐτὴν ὁ Κύριος νίκησε τὸν θάνατο, γινόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, δανάτου δὲ σταυροῦ…»
῾Η φήμη τοῦ ἀσκητῆ καὶ θαυματουργοῦ σύντομα ἁπλώθηκε στὴν περιοχὴ προκαλώντας τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πατριάρχη ᾽Αντιοχείας ἁγίου ᾽Εφραίμ (527-345) (7Μαρτ.), καθὼς καὶ ἐκείνη μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων ποὺ συνέρρεαν γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία τῶν δύο στυλιτῶν. Στὶς ἀσκήσεις καὶ αὐτοπροαίρετες στερήσεις στὶς ὁπόιες ὑπέβαλλε τὴν σάρκα του, ὁ Συμεὼν προσέθεσε τὴν ἄμετρη ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον, ἔτσι ὥστε ὅταν κάποιος παρουσιαζόταν στερούμενος τὰ ἀναγκαῖα ροῦχα, ἔβγαζε καὶ τοῦ ἔδινε τὰ δικά του, ἀκόμη καὶ τὸν χειμώνα, καὶ ὑπέφερε ἐπὶ μῆνες τὸ κρύο, προστατευμένος μόνον ἀπὸ τὸ θάλπος τῆς θείας χάριτος. ᾽Επὶ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο παρέμεινε ὀκλαδόν, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ γόνατά του νὰ κολλήσουν μεταξύ τους καὶ οἱ μηροὶ καὶ οἱ ἰγνύες του νὰ γαγγραινιάσουν ἀναδίδοντας δυσωδία. ᾽Ανήσυχοι οἱ μοναχοὶ ἔφεραν ἕναν γιατρό, τὸν ὁποῖο ὁ Συμεὼν δὲν δέχτηκε καὶ θεραπεύθηκε μόνο μετὰ ἀπὸ θεία παρέμβαση. Εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεό, παρέμεινε γονατιστὸς γιὰ πολλὲς ἡμέρες. 
Μία ἡμέρα, ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἐπεφοίτησε στὸν ἅγιο καὶ τὸν πλήρωσε θείας σοφίας καὶ γνώσεως μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρχίσει νὰ συνθέτει ὁμιλίες περὶ πνευματικῆς ζωῆς, προοριζόμενες γιὰ μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, σύμφωνα μὲ τὸν Ψαλμό: ᾽Εκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων καταρτίσω αἶνον (ψαλμ. Β, 3).Γινόμενος φωστὴρ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, σὲ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν (533), ἀφοῦ εἰχε περάσει ἑξι χρόνια πάνω στὸν στύλο του, ἐπιθυμώντας νὰ μιμηθεῖ τὶς οὐράνιες ἀναβάσεις τοῦ ἐνδόξου προκατόχου του Συμεὼν τοῦ Παλαιοῦ Στυλίτου, ἔβαλε νὰ ὑψώσουν ἕναν στύλο ὕψους δώδεκα μέτρων, κατὰ πολὺ ὑψηλότερο ἐκείνου τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος παραπονιόταν ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ πιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ μαθητῆ του. Μόλις ὁ στύλος ἑτοιμάσθηκε, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Συμεὼν ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀνέβει ἦλθαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν στὸ μοναστήρι ὁ ἀρχιεπίσκοπος ᾽Αντιοχείας καὶ ὁ ἐπίσκοπος Σελευκείας καὶ τὸν χειροτόνησαν διάκονο. Κατόπιν τὸν συνόδευσαν ἐν πομπῇ μὲ ὕμνους καὶ προσευχὲς ἕως τὸν στύλο, ὅπου ἔμελλε νὰ περάσει ὀκτὼ χρόνια, τεταμένος ὅλος πρὸς τὸν οὐρανό. 
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του, γιὰ τὸν ὁπόιο εἶχε προειδοποιηθέι μὲ θεία ἀποκάλυψη, ἡ ευθύνη τῆς ἀδελφότητος περιῆλθε στὸν Συμεών, μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του. Δὲν χαλάρωσε ὡστόσο, στὸ παραμικρό, τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του καὶ δὲν ἄφησε τὶς μέριμνες τῆς ἡγουμενίας νὰ τὸν περισπάσουν ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτο προσευχή του. Τουναντίον, ἀνέλαβε καινούργιες καὶ σκληρότερες ἀσκήσεις. ῎Εγκλειστος σὲ κουβούκλιο ἀπὸ δέρμα, δίχως φῶς καὶ ἀερισμό, ἔστεκε προσευχόμενος ἀπὸ τὴν δύση τοῦ ἡλίου ἕως τὴν αὐγὴ καὶ κρεμασμένος ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ χέρι χτυποῦσε τὸ στῆθος του μὲ τὸ δεξί, βρέχοντας μὲ τὰ δάκρυά του τὰ τρίχινα ἐνδύματά του. ῎Εψαλλε ὁλόκληρο τὸ Ψαλτήριο, συνοδευόμενος ἀπὸ ἀγγελικὲς φωνές, κατόπιν ἀπήγγελλε τὸ Βιβλίο τῆς Σοφίας καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τελείωνε τὶς προσευχές του τὸ ξημέρωμα, γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ λιγάκι ἀφοῦ ἐθυμίαζε τὸν τόπο, δίχως νὰ χρειάζεται νά ἀνάψει τὸ θυμιατήριο. ῎Εφθασε μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ στερηθεῖ παντελῶς τὸν ὕπνο, ἐπὶ τριάντα ἡμέρες καὶ νύχτες, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν τυραννία αὐτὴ τῆς φύσεως. Στὸ τέλος, ὅμως, τῆς περιόδου αὐτῆς, μία φωνὴ οὐρανόθεν τὸν πρόσταξε: «Πρέπει νὰ κοιμηθεῖς γιὰ λίγο!» ῾Η πρόοδός του αὐτὴ στὴν ἀνάτασή του πρὸς τὸν Θεὸ διπλασίασε τὶς ἐπιθέσεις ἐκ μέρους τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι πάσχιζαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸν στύλο του. ᾽Αλλὰ ὁ ὅσιος, μὲ τὴν βοήθεια τριῶν ἀγγέλων, τοὺς ἀπωθοῦσε σθεναρά. ῾Ο Θεὸς τότε τοῦ ἔδεξε ἀκόμη πιὸ περίλαμπρα τὴν εὔνοιά του μὲ ὁράματα καὶ θαύματα, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση ἑνὸς νεκροῦ. Τέλος δέ, ἐμφανίσθηκε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ τοῦ χορηγήσει τὴν ἐξουσία νὰ ἐκδιώκει κάθε ἀκάθαρτο πνεῦμα. Τότε οἱ ἄγγελοι ἀποσύρθηκαν, γιὰ νὰ ἀφήσουν τὸν ὅσιο μόνο ὡς οἰκονόμο τῆς θείας χάριτος πρὸς ὄφελος τοῦ πλήθους τῶν ἀσθενῶν καὶ δαιμινιζομένων ποὺ προσέτρεχαν σ’ αὐτὸν γιὰ νὰ ἱκετεύσουν τὴν ἴασή τους. ῾Ο Συμεὼν ἐνεργοῦσε σὲ ὁλα, ὅπως ὁ Κύριος κατὰ τὸν ἐπίγειο βίο του; ἔδιωχνε μὲ τὴν φωνή του τοὺς δαίμονες, ἀποκαθιστοῦσε, διόρθωνε, οἰκοδομοῦσε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα, ἔτσι ὥστε διαμέσου αὐτοῦ νὰ βασιλεύει ὁ Θεὸς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Θεράπευε τοὺς ἀσθενείς, εἴτε μὲ τὸν λόγο, εἴτε μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν, εἴτε μὲ τὴν ράβδο του ἀπὸ κλαδὶ ἀμυγδαλιᾶς, εἴτε μὲ τὸ ἄγγιγμα τῆς παρυφῆς τῶν ἐνδυμάτων του, εἴτε μὲ τὴν ἁπλὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν σκόνη ἢ τὸ λάδι ποὺ εἶχε εὐλογήσει, ἀκόμη καὶ μὲ τὸν λύχνο ποὺ ἄναβαν οἱ ἄνθρωποι πρὸς τιμήν του ἢ τὴν ἁπλὴ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του. 
Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ὁράματά του, προειδοποιήθηκε γιὰ τὴν κατάληψη τῆς ᾽Αντιόχειας ἀπὸ τὸν Χοσρόη, βασιλέα τῶν Περσῶν (᾽Ιούνιος 540). ῾Η προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε καὶ ἀφοῦ ἡ πόλη κάηκε καὶ οἱ κάτοικοί της σφαγιάσθηκαν ἢ ἐξορίσθηκαν, οἱ βάρβαροι ξεχύθηκαν στὴν ὕπαιθρο, ἐρημώνοντας τὴν χώρα. Φθάνοντας κοντὰ στὸ μοναστήρι, μόνο ἡ προσευχὴ τοῦ Συμεὼν τοὺς ἀπομάκρυνε. ᾽Αλλὰ ὁ φόβος γιὰ νέες σφαγὲς τρομοκράτησε τόσο τοὺς μοναχούς, ὥστε ἐγκατεαειψαν μέχρις ἑνὸς τὸ μοναστήρι, παρὰ τὶς νουθεσίες τοῦ ὁσίου. ῞Οταν οἱ Πέρσες ἕφθασαν στὴν μονή, δύο ἄγγελοι ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ προστατεύσουν τὸν Συμεὼν τοὺς ἔτρεψαν σὲ φυγὴ καὶ τρεῖς ἡμέρες ἀργότερα οἱ μοναχοὶ μπόρεσαν νὰ ἐπιστρέψουν πάλι στὸν τόπο τους. ῾Ο ὅσιος Συμεὼν ἐλευθέρωσε τότε πλῆθος φυλακισμένων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπικαλεστέι τὸ ὄνομά του στὴν δεινὴ θέση ποὺ βρίσκονταν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕναν μοναχὸ ποὺ τὸν εἶχε ἐγκαταλείψει κατὰ τὴν κατάληψη τῆς πόλης. 
Καθὼς ἡ φῄμη του εἶχε ἁπλωθέι σὲ ὅλη τὴν χώρα, δὲν μποροῦσε νὰ ἀπολαύσει τὴν ἠσυχία ποὺ ἀναζητοῦσε κι ἔτσι σὲ ἡλικία εἰκοσι ἐτῶν (541), ἔλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ κατέβει ἀπὸ τὸν στύλο καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἔρημη ἐκείνη τοποθεσία, τὴν ἀπρόσβατη καὶ βρίθουσα ἄγριων θηρίων, ὅπου εἶχε περάσει κάποιο διάστημα, παιδί, στὴν ἀρχὴ τῆς σταδιοδρομίας του. Σὲ ἕνα ὅραμα, ὁ Χριστὸς τοῦ ὑπέδεξε στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, ποὺ ἔκτοτε ὀνομάθηκε Θαυμαστὸ ῎Ορος, ἕναν βράχο ποὺ τὸν σκίαζε ἡ θεία δόξα. Κατὰ τὴν ἀνάβαση τοῦ Συμεὼν στὸν βράχο, πάνω στὸν ὁπόιο ἐπρόκειτο νὰ σταθεῖ, σὰν σὲ φυσικὸ στύλο, ἡ ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν ἐγκατεαειψε τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ ἐγκαταβίωσε σὲ ἕνα προσωρινὸ κατάλυμα, χωρὶς ἀνέσεις. Τὴν ἄλλη ἡμέρα τῆς ἐγκατάστασής του, τὰ πλήθη, βρίσκοντας ἔρημο τὸ μοναστήρι, ἀνακάλυψαν τὸ νέο ἐρημητήριο τοῦ ὁσίου καὶ ἀνοίγοντας δρόμο μέσα στὸ δάσος ἦλθαν νὰ τοῦ προσκομίσουν τοὺς ἀρρώστους τους. Μὲ θλίψη, ἀλλὰ ἀδυνατώντας νὰ ἀρνηθεῖ νὰ θέσει τὴν προσευχή του στὴν ὑπηρεσία τοῦ πάσχοντος λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Συμεὼν συνέχισε νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα καὶ ἰάματα. «ὅταν ἕνας φοβερὸς λοιμὸς ἐνέσκηψε στὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, πλήττοντας ἰδιαίτερα τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ᾽Αντιόχεια (542), μόνον σὲ ὅσους ἐπικαλοῦνταν τὴν βοήθεια τοῦ ὅσιου στυλίτη χαρίστηκε ἡ μάστιγα. Κατόπιν, ἕνας σεισμὸς ποὺ εἶχε προαναγγείλει ὁ ὅσιοςκλόνισε τὴν ᾽Αντιόχεια (551). Γιὰ πολλὲς ἡμέρες, οἱ τρομοκρατημένοι κάτοικοι προσεύχονταν νύχτα καὶ μέρα καὶ προσέρχονταν στὸ Θαυμαστὸ Ὄρος γιὰ νὰ ἱκετεύσουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ μεσιτεύσει γιὰ χάρη τους. Καὶ οἱ προσευχὲς τοῦ ὁσίου Συμεὼν ἔβαλαν, ὄντως, τέρμα στὴν συμφορά. 
Καθὼς χιλιάδες προσκυνητές, δαιμονιζόμενοι καὶ ἄρρωστοι προσέρχονταν στὸν ὅσιο, σὲ τοῦτο τὸν ἔρημο καὶ ἄνυδρο τόπο, ὁ Κύριος ἀνήγγειλε στὸν Συμεὼν ὅτι θὰ φρόντιζε γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. ῞Ενας ἄγγελος ἐμφανίσθηκε καὶ χάραξε στὸ χῶμα τὸ σχέδιο μιᾶς τεράστιας μονῆς καὶ ἑνὸς ναοῦ, στὸ ἴδιο ἐκέινο μέρος ποὺ εἶχε καταλάβει ὁ στυλίτης, ἐνῶ φωτεινὴ νεφέλη κάλυψε τὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος. Λίγο ἀστότερα πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴν ᾽Ισαυρία θεραπεύθηκαν ἀπὸ τὸν Συμεὼν καὶ συμμετέιχαν στὸ κτίσιμο. Τοὺς ἀντικατέστησαν στὴν συνέχεια ἄλλες ὁμάδες ποὺ διαδέχονταν ἡ μία τὴν ἄλλη, ἔτσι ποὺ τὸ οἰκοδόμημα προόδευε γρήγορα, δίχως νὰ ἐμποδίζονται οἱ μοναχοὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ὅσιος μερίμνησε νὰ φθάσει ἕως ἐκεί ἄφθονο νερὸ καὶ χάρη στὶς προσευχές του οἱ στέρνες παρέμεναν ἀνεξάντλητες. Στὸ κέντρο τοῦ συγκροτήματος ποὺ ἀποτελοῦσαν ὁ ναὸς καὶ τὰ μοναστικὰ οἰκοδομήματα σὲ σταυροειδῆ διάταξη, ὑψώθηκε ἕνας στύλος γιὰ τὸν ὅσιο. Στὶς 4 ᾽Ιουνίου 551, ὁ ὅσιος Συμεὼν κατέβηκε ἀπὸ τὴν βραχώδη κορφὴ ὅπου ἔστεκε ἐπὶ δέκα χρόνια καὶ τοποθετημένος ἀπὸ τοὺς μοναχούς του σὲ ἕναν θρόνο, κρατώντας στὸν κόρφο του τὰ ἅγια Εὐαγγέλια, ἔκανε τὸν γύρο τῆς μονῆς γιὰ νὰ εὐλογήσει τὰ κτήρια, ἐνῶ προπορευόταν ἡ μητέρα του, ἁγία Μάρθα, φέροντας τὸν σταυρὸ καὶ ψάλλοντας τὸ Ἀλληλούια. Κατόπιν οἱ μοναχοὶ τὸν πῆραν στὰ χέρια, ὡς σκεῦος ἱερό, τὸν προσκύνησαν καὶ τὸν ἀπέθεσαν στὴν ἐξέδρα τοῦ νέου στύλου, τὸν ὁπόιο ὁ Χριστός, φανερωθεὶς ἐν πλήρει δόξῃ μόλις εἶχε εὐλογήσει. ᾽Απὸ τὸ ὕψος τοῦ στύλου αὐτοῦ, ὅπου εἰδε μία ἡμέρα μία κλίμακα ποὺ ἔφθανε ἕως τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ, ὁ ὅσιος δὲν ἔπαυε ἐντούτοις νὰ ἀγρυπνᾶ γιὰ τὴν εὐταξία τῆς ἀδελφότητος. Σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τοῦ ὁσίου, οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγουν νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ τρόφιμα ποὺ ἐκόμιζαν ὡς προσφορὲς οἱ προσκυνητὲς καὶ πήγαιναν νὰ ἐργαστοῦν στὰ περιβόλια τοῦ κάτω μοναστηριοῦ γιὰ νὰ ἐξασφαλιζουν τὰ χρειώδη γιὰ τοὺς ἴδιους καὶ τὰ πλήθη τῶν ἐπισκεπτῶν. ῾Η ἔλλειψη τροφῆς προκάλεσε κάποτε τὸν γογγυσμὸ καὶ τὴν ἐξανάσταση ὁρισμένων μοναχῶν, ὑποκινημένων ἀπὸ κάποιον ᾽Αγκουλᾶ, ποὺ δὲν ἔχανε εὐκαιρία νὰ κακολογεῖ τὸν ὅσιο μὲ πρόσχημα τὴν ὑπερβολικὴ γενναιοδωρία του. ῾Ο διάβολος, ἀνίσχυρος νὰ ἐπιτεθεῖ στὸν ἴδιο τὸν ὅσιο, δοκίμαζε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν Συμεών, ὁ ὁποῖος, ἐντούτοις, δὲν παρεξέκλινε ἀπὸ τὴν πραότητά του ἀπέναντι στοὺς ἀπείθαρχους. Τοὺς ὑπενθύμισε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ ὅσους τὸν ὑπηρετοῦν καὶ μὲ τὴν προσευχή του οἱ ἀποθῆκες τοῦ μοναστηριοῦ γέμισαν γεννήματα, ἀνεξάντλητα ἐπὶ τρία χρόνια. Στὴν ἀδελφότητα τῶν μαθητῶν του ἦλθαν νὰ προστεθοῦν Ἴβηρες καὶ ἔκτοτε ἀπετέλεσαν ἰδιαίτερη κοινότητα στὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος ποὺ διατηροῦσε διαρκεῖς σχέσεις μὲ τὴν Γεωργία, ὅπου τιμόταν ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Συμεών. 
Τὸ 557, ὕστερα ἀπὸ ἕνα τρομερὸ ὅραμα, ὁ Συμεὼν ἀνήγγειλε μεγάλους σεισμοὺς καὶ ἐπὶ ἑξήντα ἡμέρες οἱ μοναχοί του ἔψαλλαν τροπάρια ποὺ συνέθεσε ὁ ἴδιος γιὰ νὰ κατευνάσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν πρόβλεψή του, ὁ σεισμὸς ἔπληξε σκληρὰ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Νίκαια, κατέστρεψε τὴν Νικομήδεια καὶ τὸ Ρήγιο τῆς Καλαβρίας, προκαλώντας μόνο ἐλάσσονες καταστροφὲς στὴν ᾽Αντιόχεια, χάρη στὴν προστασία τοῦ ὁσίου, Λίγο μετά, ὅμως, τὴν ἀποφυγὴ τῆς καταστροφῆς αὐτῆς, μία ἐπιδημία, τὴν ὁποία ἐπίσης προέβλεψε ὁ ὅσιος Συμεών, ἐνέσκηψε στὴν ᾽Αντιόχεια. Χάρη στὶς προσευχὲς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ἕνα τμῆμα τῆς πόλης γλύτωσε· ἀπεναντίας, ὅμως, ἡ ἐπιδημία ἔφθασε στὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος, ὅπου μερικοὶ μοναχοὶ ὑπέκυψαν καὶ ἀπεβίωσαν. Μεταξὺ τῶν θυμάτων ἦταν καὶ ὁ Κόνων, ἀγαπητὸς μαθητὴς τοῦ ὁσίου, τὸν ὁποῖο ὁ Συμεὼν ἀνέστησε. 
Παρὰ τὶς πιέσεις τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ μεταλαμβάνει τῆς θείας Κοινωνίας ἀπὸ τὸν θεοφόρο αὐτὸ Πατέρα, τὰ θαύματα τοῦ ὁποίου ἦσαν ἐχέγγυο τῆς ὀρθοδοξίας, ὁ Συμεὼν ἀρνιόταν νὰ λάβει τὴν ἱερωσύνη, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ σὲ ἡλικία τριάντα τριῶν ἐτῶν (554), ὑπακούοντας σὲ φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ, δέχθηκε νὰ χειροτονηθέι ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Σελευκείας Διονύσιο, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε γιὰ νὰ τὸν συναντήσει στὴν κορυφὴ τοῦ στύλου του. Συνέχισε, λοιπόν, νὰ διδάσκει τὴν ἀληθινὴ Πίστη καὶ νὰ μάχεται τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς δεισιδαιμονίες ποὺ ἦσαν διαδεδομένες ὄχι μόνο στὸν λαό, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ὑψηλῶν προσώπων τῆς ᾽Αντιόχειας.
῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ βοήθῃσε μὲ τὶς προσευχές του τὶς συμμαχικὲς δυνάμεις τῶν Βυζαντινῶν που εἰχαν ἐκστρατεύσει κατὰ τοῦ ᾽Αλμουδανοῦ, Σαρακηνοῦ πρίγκιπα, ὑποτελῆ τοῦ Χοσρόη, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξαπολύσει αἱματηρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Προέιπε τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ ᾽Ιουστίνου Β’ (565) καὶ στὸν ᾽Ιωάννη τὸν Σχολαστικὸ τὴν ἐνθρόνισή του ὡς οἰκουμενικοῦ πατριάρχου. Στὴν ᾽Αντιόχεια, προανήγγειλε τὸν θάνατο τοῦ πατριάρχη Δομνίνου καὶ προέβλεψε ὅτι τὴν θέση του θὰ ἔπαιρνε ὁ ᾽Αναστάσιος (559). Μετὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας ποὺ τὸν ἀφοροῦσε, ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστίνος ἔδεξε μεγάλο θαυμασμό γιὰ τὸν ὅσιο στυλίτη καὶ βρισκόταν σὲ διαρκῆ ἐπαφὴ μαζί του γιὰ νὰ τὸν συμβουλεύεται. Κάποτε τοῦ ἔγραψε γιὰ νὰ τὸν πληροφορήσει ὅτι ἡ θυγατέρα του κατεχόταν ἀπὸ δαίμονα καὶ ὁ ὅσιος τοῦ ἀπήντησε ὅτι μποροῦσε νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, ἐπειδὴ θὰ θεραπευόταν, μόλις λάβαινε τὴν ἐπιστολή του. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἀρρώστησε, φώναξε ἕναν ἀπατεώνα ῾Εβρᾶιο. Προειδοποιημένος ἀπὸ ὅραμα, ὁ ὅσιος Συμεὼν ἔγραψε στὸν πατριάρχη νὰ ἐπισημάνει στὸν αὐτοκράτορα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποφύγει παρόμοιες πρακτικὲς ποὺ προκαλοῦσαν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ῾Ο ἡγεμόνας, ὅμως, ἐξαπατημένος ἀπὸ τὸν ἀπατεώνα αὐτό, δὲν ὑπάκουσε καὶ λίγο ἀργότερα ὁ ᾽Ιουστίνος ἔχασε τὰ λογικά του, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε ἀποκαλυφθέι στὸν Συμεών. Τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε, ὑπέδειξε αὐτοκράτορα τὸν Τιβέριο Β’ (578).
᾽Αφοῦ γιὰ πολλὰ χρόνια ὑπῆρξε ἡ ζωντανὴ ἐφαρμογὴ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: ῾Ο πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει (Ἰω, 14, 12), ὁ ὅσιος Συμεών, αἰσθανόμενος ὅτι ἡ ἐπίγεια διαμονή του πλησίαζε στὸ τέλος της, προφήτευσε ἐνώπιον δύο μοναχῶν του τὴν ἀνυποληψία στὴν ὁποία θὰ περιέπιπτε τὸ μοναστήρι μετὰ τὸν θάνατό του, ἐξαιτίας τῶν μηχανορραφιῶν τοῦ ᾽Αγκουλᾶ. Κατόπιν ἀποκάλυψε ὅτι, νέος ἀκόμη, εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν χάρη νὰ στερείται ἐντελῶς τροφῆς καὶ ὅτι κάθε Κυριακή, μετὰ τὴν θεία Λειτουργία, ἕνας ἄγγελος τοῦ ἔφερνε ἕνα μυστηριῶδες ἔδεσμα. ᾽Εν συνεχείᾳ ἀπηύθυνε τὶς τελευτᾶιες πνευματικὲς συμβουλές του στοὺς μαθητές του καὶ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἑνὸς ἐτῶν (24 Μάιου 592), γιὰ νὰ μεταβέι στὶς μονὲς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ὁποίους τόσο καλὰ εἶχε μιμηθεῖἐπὶ γῆς.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
Τόμος 9ος (Μαΐου)

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ἅγιος Κωνσταντῖνος : Ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη

Ἅγιος Κωνσταντῖνος : Ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
πού ἔγινε στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς, τήν Παρασκευή 24 Μαΐου 2013.
Πρωτογενῶς καί πρωτίστως, νά εὐχαριστήσω πάντοτε καρδιακά, τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς, γιά τήν εὐλογία πού μᾶς δίνει νά ὁμιλοῦμε στή δική του περιοχή καί βεβαίως καί κατ᾽ ἐξοχήν τούς ἐφημερίους καί τόν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ ἐδῶ γιά τήν ἀγάπη πού εἶχαν νά μᾶς προσκαλέσουν.

Ὅπως εἴπαμε, ὅλες οἱ ὁμιλίες αὐτές ἀναφέρονται στό χῶρο τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καί στό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Ἄν θέλετε, αὐτήν τήν ὁμιλία πού θά σᾶς κάνω νά τήν χαρακτηρίσω μέ ἕναν τίτλο, περίπου νά ξέρετε τί θά λέγαμε, θά τό ἔλεγα μέ τόν ἑξῆς τίτλο: «Ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη». Θά καταλάβετε μετά τί σημαίνει αὐτό πού λέω. Καί φυσικά δέν μπορῶ νά κάνω ἀλλιῶς, δέν γίνεται ἀλλιῶς, δέν μπορῶ νά μιλήσω γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο καί τή μητέρα του ἁπλῶς θεωρητικά, ἐπιστημονικά, ἱστορικά, θά τό κάνω ὅσο μπορῶ, ὅσο τό ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μου. Ἀλλά ξέρετε, ἐπειδή αὐτός ὁ τόπος, ἡ Πόλις τοῦ Κωνσταντίνου χαρακτηρίζει τή ζωή μας, ἀπό ἐκεῖ προέρχομαι, ποτέ δέν μπορῶ νά μιλήσω γι᾽ αὐτόν, χωρίς νά βάλω μιά βαθιά συμμετοχή, σ᾽ αὐτό τό γεγονός, ἀπό ὅπου ξεκινήσαμε νά συναντοῦμε τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο.

Ἡ Πόλις τοῦ Κωνσταντίνου, ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἡ Πόλις ὅπου μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία, ἐμένα προσωπικά, νά γνωρίσω τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο καί τόν γνωρίσαμε τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο πρῶτα - πρῶτα, ὡς θρύλο. Ξέρετε, ἄλλο νά ἀκοῦς γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο καί ἄλλο νά ζεῖς ἕνα θρύλο, μιά παράδοση, κάτι συγκλονιστικό σέ μιά καθημερινότητα. Ἐκεῖ δέν ἀκούγαμε ἁπλῶς γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἦταν τό βίωμά μας. Γεγονότα καί ἱστορίες πού ἦταν θρύλοι καί εἶχαν γραφτεῖ γύρω ἀπό τό ὄνομά του, χαρακτήριζαν τό εἶναι καί τήν παιδική μας ἡλικία. Αὐτό πού λέει καί ἱστορικός ἀκόμη τό ἀναφέρει. Ὅταν χάρασσε τήν Πόλη ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, γιά νά βρεῖ τά ὅριά της, πρίν ἀπ᾽ αὐτόν προηγεῖτο ἕνας Ἄγγελος. Κι ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ ἄλλοι, διότι δέν ἔβλεπαν τόν Ἄγγελο, [μόνο] ὁ Ἅγιος τόν ἔβλεπε, μέχρι ποῦ θά μᾶς πᾶς; Θά εἶναι μακριά τά σύνορα πού θά χαράξεις; [Τούς] λέει, δέν τά χαράσσω ἐγώ, θά ἀκολουθήσω αὐτόν(!) πού προηγεῖται [ἐμοῦ]. Αὐτό, γιά μᾶς, ἦταν μιά ζωντανή ἱστορία. Ζούσαμε στήν Πόλη πού χαράχτηκε ἀπό ἕναν Ἄγγελο. Καί ἡ ζωή τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καί αὐτή ἡ Πόλη δέν ἦταν ἕνας τυχαῖος τόπος. Ἦταν «Ὁ» Τόπος, γιά μᾶς! Ἦταν θρύλος, πού πιάνει τήν παιδική καρδιά καί τήν κάνει νά ἀλλάζει ὁλόκληρη. Καί νά λές, ποῦ ζῶ;! Σ᾽ ἕναν τόπο πού εἶναι θρύλος!

Οἱ χρησμοί, οἱ θρύλοι, οἱ παραδόσεις. Τά κείμενα πάνω ἀπ᾽ τόν τάφο του, πού λένε κάποιες παραδόσεις ὅτι βρέθηκαν. Πού δίνουν προφητεῖες, πού χαρακτήριζαν τή ζωή μας. Αὐτό πού γινόταν σέ κάθε χῶρο. Πάντοτε θυμόμασταν καί γελούσαμε, μέ τήν ἄλλη ἄκρη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τήν Ἀσιατική, πού εἶναι ἡ Χαλκηδόνα, ὅταν ξέραμε πώς εἴχανε πεῖ σ᾽ αὐτό τό χῶρο, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ χώρα τῶν τυφλῶν. Δέν ἔβλεπαν τήν ὀμορφιά τῆς Πόλης καί μεῖναν ἀπέναντι. Ἦταν γιά μᾶς ἡ χώρα τῶν τυφλῶν.

Ὅλα ἦταν Ἅγιος Κωνσταντῖνος! Τά πάντα! Ἀκόμη καί πράγματα πού φαίνονται συμβολικά. Τό σύμβολο τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς δέν εἶναι ὁ δικέφαλος ἀετός; Αὐτό εἶναι σύμβολο. Αὐτό γιά μᾶς ἦταν μιά παρουσία. Δεκάδες ἀετοί, μεγάλοι, πετοῦσαν πάνω ἀπ᾽ τά κεφάλια μας στήν Πόλη. Δέν λέγαμε: εἶναι ἡ χώρα τοῦ συμβόλου τοῦ δικεφάλου. [Λέγαμε:] εἶναι ἡ χώρα τῶν ὑψιπετῶν ἀετῶν. Καί πόσα τέτοια, πού χαρακτηρίζουν τή ζωή ἑνός παιδιοῦ, νά νιώθει ἕναν θρύλο. Στήν Πόλη, ὅταν μπαίνεις, στήν Πόλη τοῦ Κωνσταντίνου, μπαίνεις παραδοσιακά ἀπό δύο πλευρές. Ἤ μέ τό τρένο ἀπό τήν ξηρά, ἤ μέ τό καράβι ἀπό τή θάλασσα. Ἀπ᾽ τόν Κεράτιο κόλπο. Ἄς ἀφήσω τό ἀεροπλάνο, δέν ὑπῆρχαν τότε πολλά.

Ὁ λαός ἐκεῖ, ὅλα τά ᾽κανε ὄμορφα. Λέγαμε, τί ὄμορφα εἶναι τά δειλινά στήν Πόλη. ῎Οχι, εἶναι ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος πού ἔκανε τέτοια δειλινά. Τά περίφημα δειλινά τῆς Πόλης. Μά εἶναι τό φυσικό γεγονός. ῎Οχι, εἶναι ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Μά τί ὡραία εἶναι ἡ εὐωδία ἐδῶ πέρα. Ὅταν μπαίνουμε ἀπό τό Γαλατᾶ στήν Πόλη, μήπως μυρίζει τηγανιτή παλαμίδα; ῎Οχι, ὄχι, ὄχι, τί λέτε τώρα. Ἐδῶ εἶναι ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Μά τί ὡραῖα εἶναι νά μπαίνεις ἐκεῖ ἀπό τό τρένο, πού εἶναι τό Σίρκεντζι καί κάτι ἄλλο μύριζε. ῎Οχι, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Μετά ἀπό τέτοια ἐμπειρία, εἶσαι πιά μπολιασμένος μ᾽ ἕνα θρύλο, καί νιώθεις ὅτι ἔχεις μιά ὑποχρέωση.

Καί ὅταν θά φτάσεις στόν ἄλλο θρύλο, νά σέ πᾶνε στήν πλατεία, ἐκεῖ πού ἔγινε ἡ ἐπανάσταση, ἡ Στάση Τοῦ Νίκα καί νά σοῦ ποῦνε, βλέπεις ἐδῶ πέρα αὐτή τή στήλη; Ἐδῶ πάνω ἦταν ὁ ἀνδριάντας τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τώρα ἔχει γκρεμιστεῖ. Ἀλλά ξέρεις τί ἔχει μέσα αὐτή ἡ στήλη; Ἔχει τά καρφιά πού εἶχε βρεῖ ἡ Ἁγία Ἑλένη στό Σταυρό καί τά ᾽χει ἐκεῖ πέρα στό βάθος καί ἀκόμα εἶναι ἐκεῖ. Ἦταν ὁ θρύλος. Ὁ συγκλονιστικός θρύλος, πού δέν μπορεῖ νά σέ κάνει ἱστορικό ἁπλῶς. Λές, μά ποῦ ζῶ;! Δέν εἶναι ἕνα παραμύθι. Γιατί ὅλη ἡ Αὐτοκρατορία, ἔπρεπε νά λέει, μά ποῦ ζῶ;! Ἀκόμη καί τό σήμερα αὐτό πού ἄφησε πίσω του, ὄχι ὡς ἱστορική μνήμη [ἀλλά] ὡς ζωντανή παράδοση, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, δέν σ᾽ ἀφήνει νά πεῖς, μά ποῦ ζούσαμε;! Ἄν τό ζήσουμε θά ποῦμε, μά ποῦ ζῶ;! Αὐτός ἦταν ὁ θρύλος.

Μετά, ὅταν περάσαμε ἀπ᾽ τό θρύλο τῆς Πόλης, στή σκληρή πραγματικότητα τῆς Ἀθήνας, βρεθήκαμε μπροστά στήν ὕβρη. Ὅλα ἄλλαξαν. Μά τά κείμενα, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἱστορικοί, ἔβριζαν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Γι᾽ αὐτό εἶπα, ἀπό τό θρύλο στήν ὕβρη. Αὐτό ξέρετε τί συγκλονισμός εἶναι; Δέν βρίζαν ἁπλῶς μιά ἱστορική μορφή. Βρίζαν ἕναν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος γιά μᾶς ἦταν αὐτός ὁ ὁποῖος χαρακτήρισε ὁλόκληρη τή Ρωμηοσύνη. Καί τότε ὅλα γκρεμίζονταν. Ὅλα γίνονταν ὕβρις. Ὁ ἱστορικός, ὁ ἕνας, ὁ ἄλλος.

Γιά πρώτη φορά πού σήκωσα κεφάλι, κάποια χρόνια μετά ἀπό τό πέρασμά μου στήν Ἀθήνα, ἦταν ὅταν ἔγινα ἱερέας στόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο Γλυφάδας. Εἶχα μείνει μ᾽ αὐτόν τόν πόλεμο μέσα μου. Ἡ ὕβρις ἤ ὁ θρύλος; Καί τότε ἄρχισα, πρίν νά μελετήσω βαθιά τίς ἱστορικές πηγές, ἄρχισα νά ζῶ κάτι ἄλλο. Ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς πόσο εὐγνωμονοῦμε τό λαό τοῦ Θεοῦ! Γιατί εἶναι, ἄν τό θέλει αὐτός ὁ λαός, μιά ζωντανή βίωση τῆς παραδόσεώς μας. Ἐκεῖ λοιπόν, ὡς νέος κληρικός, στήν παραλία τῆς Γλυφάδας, στόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἄρχισα νά ἀκούω συγκλονιστικές ἐμπειρίες παλαιῶν ἐνοριτῶν, γερόντων, γεροντισσῶν, ἀπό γεγονότα τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Καί πόσοι μοῦ λέγανε. Μοῦ λέει εἶδα τόν Κωνσταντή, λέω ποιός εἶναι αὐτός; Λέει ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Λέω, γιατί δέν τόν λές Ἅγιο; Μά ἦρθε, λέει, καί μοῦ εἶπε «εἶμαι ὁ Κωνσταντής». Ὅταν τά γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Κωνσταντῆ ἄρχισαν στήν καρδιά μου νά γίνονται πάρα πολλά, ἄρχισα νά ξαναβρίσκω τό θρύλο. Καί λέω ποῦ εἶναι ὁ θρύλος καί ποῦ εἶναι ἡ ὕβρις; Καί τότε, ἔπρεπε ν᾽ ἀρχίσω καί ἐγώ νά μελετῶ, γιά νά εἶμαι καί ρεαλιστής, νά εἶμαι καί θεολόγος, νά μήν εἶμαι ἀεροβάμων, ἀλλά πρέπει νά εἶμαι καί πραγματικός πού γνωρίζω τήν ἱστορία. Καί ἄρχισα νά μελετῶ τήν ὕβρη, ἀλλά βρίσκοντας τήν ὕβρη, ἔβρισκα τό κάλλος.

Ἡ πρώτη ἐμπειρία πού μοῦ ἔτυχε, πέρα ἀπό τόν εὐλογημένο λαό, πού εἶχε ἐμπειρία τοῦ Κωνσταντῆ, συγχωρέστε με γιά τή φράση, ἔτσι μοῦ ἔλεγαν οἱ γιαγιάδες στή Γλυφάδα, ἦταν ὅταν ἔμαθα, δέν ξέρω ἄν ξέρετε τό ὄνομά του, τά περί τοῦ πνευματικοῦ καθοδηγητοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ποιός κρυβόταν πίσω ἀπό αὐτή τήν προσωπικότητα. Ποιός ἦταν, ἄς τό πῶ ἔτσι ὁ πνευματικός του, πού τόν καθοδήγησε πολλά χρόνια πρίν νά γίνει Χριστιανός καί μετά, σ᾽ αὐτό τό κάλλος πού ἀποκαλύφθηκε καί κατέληξε στήν ἁγιότητά του. Πιθανῶς νά ξέρετε τό ὄνομά του, εἶναι Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά πολύς λαός δέν τόν ξέρει. Γιά μένα ἦταν ἡ πρώτη πρόσβαση, γιά νά δῶ τί συνέβη στήν καρδιά του; Εἶναι ὁ Ἅγιος, προσέξτε, εἶναι Ὅσιος καί ἔχει τό ὄνομα Ὅσιος. Εἶναι ὁ Ὅσιος Ὅσιος Ἐπίσκοπος τῆς Κορδούης. Κορδούη εἶναι μία πόλη τῆς Ἱσπανίας, Κόρντοβα λέγεται μέχρι σήμερα. Μεγάλος ἱεράρχης, ὁ ὁποῖος μετεῖχε σέ Οἰκουμενική Σύνοδο. Δέν ἦταν τυχαῖος. Καί ἔγινε Ἅγιος. Κρατῆστε τό ὄνομά του. Ὁ Ὅσιος Ὅσιος Κορδούης. Ὅταν ἔμαθα ὅτι πίσω του κρυβόταν τέτοιος Ἅγιος, τέτοια ὑπέροχη μορφή καί ἀπ᾽ ὅ,τι λένε τά κείμενα, μιά μορφή βαθιά διακριτική, πού μέσα στόν ὀρυμαγδό τῶν αἱρέσεων καί [σέ] ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὁδήγησαν τήν Ἐκκλησία νά καταλήξει στήν Α᾽ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἦταν διακριτικότατο μάτι καί κρατοῦσε βαθύτατες θεολογικές ἰσορροπίες. Ἦταν ἡ πρώτη μου κατανόηση, τί ἔκανε τόν Κωνσταντή νά γίνει Ἅγιος. Καί ἀπό ἐκεῖ καί μετά ἀρχίζουν οἱ ἄλλες πιά ἱστορικές ἐμπειρίες, ἀλλά αὐτό ἦταν τό πρῶτο. Ποιός κρύβεται πίσω ἀπό τόν Ἅγιο; Πάντα εἶναι ἕνας Ἅγιος ἄνθρωπος καί ἕνας πνευματικός, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἀλλά πού βάζει αὐτούς τούς Ἁγίους ἀνθρώπους νά ἀναλύουν προσωπικότητες. Καί τότε ἀρχίζει πιά ἡ ἱστορία ἡ μεγάλη τῶν πηγῶν τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Δέν θά σᾶς κουράσω, ἀλλά ἐπειδή κάνουμε ἕναν περίπατο, ἀπό τόν θρύλο στήν ὕβρη, θέλω νά μπεῖτε στό πετσί αὐτοῦ τοῦ πράγματος καί ἡ πιθανότητα νά ξεπεράσετε τόν προβληματισμό ἤ τόν πειρασμό τῆς ὕβρεως, πού τολμῶ ἀπό τώρα νά τό πῶ, εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατος καί γελοῖος.

Προσέξτε, ἡ Ἐκκλησία μας Ἁγίους ἀναδεικνύει δεκάδες ἁμαρτωλούς πού μετάνιωσαν. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀρνεῖται τή μετάνοια. Πόσοι ἦταν Ἅγιοι, ἐνῶ προηγουμένως εἶχαν ἁμαρτήσει. Ἄλλο αὐτό καί ἄλλο νά φορτώνεις, σέ μία προσωπικότητα, γιά λόγους πού θά πῶ σέ λίγο, περίσσια, ψεύτικα ἁμαρτήματα, γιατί πρέπει νά καταξιωθεῖ ἤ νά ἀκυρωθεῖ ἕνας πολιτισμός. Ποιός ἦταν ἀναμάρτητος καί ἔγινε Ἅγιος; Κανείς. Ἄλλο αὐτό καί ἄλλο νά φορτώνεις ψευτιά στήν προσωπικότητα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου.

Οἱ βασικές πηγές πού ἔχουμε γιά τή ζωή του, ἐνδελεχῶς ἀναλυμένες, ὑπάρχουν ἀρκετοί ἱστορικοί, ἀλλά οἱ πιό βασικές πηγές, εἶναι ὁ γνωστός ἱστορικός καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας Εὐσέβιος, Ἐπίσκοπος Νικομηδείας. Ἕνας ἄλλος ἱστορικός, Λακτάντιος, προσέξτε ἔχει σημασία, αὐτός ὁ ἱστορικός, ὁ Λακτάντιος, ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί ἦταν πρῶτος καρδιακός φίλος τοῦ Κρίσπου, υἱοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, πού λένε πού τόν δολοφόνησε. Ὁ Λακτάντιος ἦταν καρδιακός, παιδικός φίλος τοῦ Κρίσπου, υἱοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, πού λένε οἱ ὑβρίζοντες ὅτι τόν δολοφόνησε, θά πῶ μερικά πράγματα γι᾽ αὐτό. Καί ὁ Λακτάντιος μαζί μέ τόν Εὐσέβιο, ὑμνοῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό πού λέω; Μπορεῖς νά τόν ὑμνεῖς καί ταυτόχρονα νά ἔχει δολοφονήσει τόν καλύτερό σου φίλο; Ἄς ἀφήσω καί λίγο τό ἐπιχείρημα νά τρέξει.

Μέ ἄλλα λόγια, ὑπῆρχαν καί ἄλλοι ἱστορικοί, ἐθνικοί καί Χριστιανοί, ὅλοι οἱ Χριστιανοί τόν ὑμνοῦν καί οἱ ἱστορικοί ἀκόμη οἱ ἐθνικοί, λένε καλά λόγια γι᾽ αὐτόν, ἐκτός ἀπό ἕναν. Προσέξτε, ἕνας εἶναι μόνο. Τό ὄνομά του εἶναι Ζώσιμος. Ὅλοι οἱ σύγχρονοι ἱστορικοί, μᾶλλον ψευτοϊστορικοί, οἱ ὁποῖοι βάζουν τήν ὕβρη καί κατηγοροῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἔχουν ὡς πηγή τους μόνο τόν Ζώσιμο. Δέν ἔχουν οὔτε τόν Εὐσέβιο, οὔτε τόν Λακτάντιο, οὔτε τούς ἄλλους μικροϊστορικούς πού περιστασιακά ἀσχολήθηκαν μέ τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Ἄρα κάτι συμβαίνει. Ἀπό τούς ἑφτά πού ἔχουν γράψει ἱστορία γι᾽ αὐτόν, ἀλλά ἡ πιό ἔντονη εἶναι τοῦ Εὐσέβιου, τοῦ Λακτάντιου καί τοῦ Ζώσιμου, ὁ Ζώσιμος εἶναι ὁ ὑβριστής· καί ὅλος ὁ χῶρος πού θέλει τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ὄχι Ἅγιο [ἀλλά] μιά ἐξευτελισμένη προσωπικότητα, νά στηρίζεται μόνο στόν Ζώσιμο. Κοιτάξτε κάτι ἄλλο. Ὁ Εὐσέβιος καί ὁ Λακτάντιος, εἶναι σύγχρονοι τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὁ Ζώσιμος ἔζησε ἑκατόν πενήντα χρόνια μετά ἀπ᾽ αὐτόν. Εἶναι ἱστορικός πού ἁπλῶς καταγράφει μία ἱστορία πού ἄκουσε; Μία ἱστορία πού τήν ἔφτιαξε; Ἀλλά δέν εἶναι ὁ ἱστορικός πού ἔζησε. Οἱ ἄλλοι ἔζησαν μαζί του.

Δέν θέλω νά σᾶς πείσω μέ τά ἐπιχειρήματα, ἀλλά εἶναι τόσο ἔντονα καί συγκλονιστικά. Ζεῖ λοιπόν ἑκατόν πενήντα χρόνια μετά καί κατηγορεῖ συνέχεια τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Προσέξτε τίς πηγές πού χρησιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα ἀπό ὅλους τούς νεοπαγανιστές καί νεοειδωλολάτρες, ἀπό ὅλους τούς ἀντίθετους, προσέξτε, πού δέν ἄντεξαν τή λαμπρή, Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Αὐτοκρατορία. Προσέξτε, μιά παρένθεση εἶναι αὐτή, τό ὄνομα Βυζάντιο, δέν ἦταν τό ὄνομα τῆς Αὐτοκρατορίας. Βυζάντιο γιά πρώτη φορά ἀπεκλήθη ἀπό ἱστορικούς, μετά ἀπό τήν πτώση τῆς Πόλης, τό 1520. Δέν ἦταν Βυζάντιο. Ἦταν ἡ Ρωμανία ἤ ἡ Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Αὐτοκρατορία. Ὅλοι αὐτοί λοιπόν πού κατηγοροῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῑνο, εἶχαν ἕνα βαθύ μίσος γιά αὐτήν τήν Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Αὐτοκρατορία. Νά πῶ δυό λόγια, γιατί εἶναι πολύ μεγάλη ἱστορία. Τό 326 μ.Χ. ἕνα χρόνο μετά τήν Οἰκουμενική Σύνοδο ὁ Κωνσταντῖνος πού ἀπεστρέφετο τή Ρώμη, ἤδη ἑτοίμαζε σιγά – σιγά τήν Κωνσταντινούπολη, ἔρχεται στή Ρώμη, ἦταν ἀκόμη αὐτοκράτορας, νά γιορτάσει τά εἰκοσάχρονα τῆς βασιλείας του. Τά λεγόμενα δεύτερα δεκενάλια. Καί κλήθηκε ὅπως ἦταν φυσικό, καί ἔτσι πάντα γινόταν ἱστορικά, στό Καπιτώλιο. Νά λάβει μέρος σέ μιά στρατιωτική εἰδωλολατρική ἑορτή. Καί νά προσφέρει τίς θυσίες στούς θεούς τῶν εἰδώλων. Ἀρνήθηκε! Καταλαβαίνετε ὅτι ἄρνηση στό Καπιτώλιο μιᾶς τέτοιας τιμῆς, ἦταν ἄρνηση ἑνός ὁλόκληρου πολιτισμοῦ!

Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ἡ βασική αἰτία πού ἄρχισε νά διώκεται ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν αὐτή, παρόλο πού προϋπῆρχε πρίν ἀπό δεκατρία χρόνια τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Προσέξτε, τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων δέν τούς ἔθιξε τόσο πολύ. Τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων ἁπλῶς ἔδωσε ἴσες εὐκαιρίες στούς χριστιανούς. Δέν ἀδίκησε τούς εἰδωλολάτρες. Καί δέν μποροῦσε ἀλλιῶς νά γίνει. Γιατί τότε ὁ πληθυσμός τῆς Αὐτοκρατορίας κατά 90% ἦταν εἰδωλολάτρες. Σάν νά λέγαμε σήμερα πώς τό ἐκλογικό σῶμα ἦταν εἰδωλολάτρες. Ὁ Κωνσταντῖνος δέν τούς χτύπησε κατά πρόσωπο. Εἶπε, ἄδικο μιά θρησκεία νά μήν ἔχει ἴσα δικαιώματα μέ τίς ἄλλες. Δέν ἦταν τό καίριο σημεῖο. Τούς πόνεσε, ἀλλά δέν ἦταν τό καίριο, γιατί οἱ Χριστιανοί ἦταν τό 10%. Κατά τούς ἱστορικούς τό καίριο σημεῖο εἶναι αὐτό πού σᾶς λέω: ὅταν πάει στή Ρώμη καί ἀρνεῖται νά δώσει πιά θυσίες. Ὅπου ἀρνεῖται πιά ἕναν ὁλόκληρο ἀρχαῖο κόσμο. Θέλοντας νά πεῖ σίγουρα τό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού, γέγονεν καινά τά πάντα». Καί ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ τραγωδία. Δέν μποροῦσε νά μήν ἀρνηθεῖ.

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ἕνα χρόνο πρίν τό 365 μ.Χ. μετεῖχε στίς συνεδριάσεις τῆς Α᾽ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου ἔψαλλαν τό Ἅγιος ὁ Θεός, τό Τρισάγιον ὡς Ὀρθόδοξο δόγμα οἱ Πατέρες. Δέν μποροῦσε τώρα νά δώσει θυσίες στά εἴδωλα. Εἶναι τό πιό καίριο σημεῖο κατά τή γνώμη μου, ἀλλά καί κατά τούς ἱστορικούς πού ἀσχολοῦνται μέ αὐτό τό θέμα. Δέν θυσίασε στόν Καίσαρα, στόν ἑαυτό του δηλαδή, γιατί Καῖσαρ ἦταν μόνο ὁ Θεός πάνω στή γῆ. Μάλιστα ὁ Ζώσιμος αὐτό τό γεγονός ἁρπάζει καί λέει ὅτι εἶναι μισητός ἐχθρός ὅλων τῶν Ρωμαίων. Τόν θεωρεῖ βέβηλο. Τόν θεωρεῖ ἄδικο. Τόν θεωρεῖ βρόμικο. Γιατί ἀρνεῖται μιά παράδοση. Ἡ παράδοση ξέρετε, ἔχει σημασία ἄν εἶναι ἀληθινή. Δέν μᾶς σώζει μιά ὁποιαδήποτε παράδοση. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι λέμε Παράδοση, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἔ; Παράδοση χωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα, τί παράδοση εἶναι αὐτή; Συντήρηση κάποιων συνηθειῶν; Ἠθῶν καί ἐθίμων; Τί σημαίνει αὐτό; Πόσῳ μᾶλλον ἄν ἡ παράδοση εἶναι καί δαιμονική. Αὐτό δέν τό κατάλαβε μέ τίποτε ὁ Ζώσιμος.

Καί φυσικά μετά ἀπό ἐκεῖ, μέ τά κείμενα τοῦ Ζωσίμου, ἔγραψαν ἐναντίον [τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου] ὅλοι οἱ Δυτικοί ἱστορικοί. Ὁ Γίβων, ὁ Βολταῖρος καί πάρα πολλοί ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τόν θεώρησαν ἀντίπαλο ὅλου αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ. Καί φυσικά ὅλος ὁ κόσμος ὁ Δυτικός, ὅλος ὁ βατικάνιος κόσμος. Μίσησε βαθύτατα τόν Κωνσταντῖνο γιατί ἔφυγε τό κέντρο, ἀπό τή Ρώμη, καί πῆγε στή Νέα Ρώμη. Σκεφτήκατε ποτέ γιατί σέ ὁλόκληρο τό Δυτικό κόσμο σπανίζει τό ὄνομα Κωνσταντῖνος; Σπανίζει. Ἐκφράζει αὐτό ἕνα μίσος, ἔ; Σπανίζει τό ὄνομα καί ἱεραρχῶν Κωνσταντῖνος μετά ἀπό τό σχίσμα. Αὐτό σᾶς λέει τίποτα; Ὅλοι οἱ διαφωτιστές λοιπόν, μέ ὅσα ὄργανα εἴχανε στά χέρια τους, χρησιμοποίησαν τόν Ζώσιμο γιά νά κάνουνε αὐτή τή δυσφήμηση.

Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπόν πρῶτα-πρῶτα δέν ἀπαγόρευσε τή θρησκεία. Κι ἀρχίζει ἡ πορεία του πού θίγει ἄλλα πράγματα. Βλέπετε, σήμερα μιλᾶμε καί λέμε πολιτεύματα, δικτατορία, δημοκρατία, καί φυσικά ἄν κανείς μιλήσει γιά δικτατορία θά γελᾶμε. Καί μιλᾶμε γιά δημοκρατία. Τό μοντέλο τότε τῆς διοικήσεως ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἡ ἀπόλυτη δικτατορία, ὁ αὐτοκράτορας δέν ἦταν ἁπλῶς δικτάτορας. Ἦταν θεός! Τόν προσκυνοῦσαν καί τοῦ ἔκαναν θυσίες. Ἦταν κάτι πού ξεπερνοῦσε τή δικτατορία. Καί τί κάνει ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Τό κάνει πρῶτα τό 311 μ.Χ. μαζί μέ τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Καί μετά τό κάνει στήν Α᾽ Οἰκουμενική Σύνοδο.

Τότε τό 311, ἤ μᾶλλον καλύτερα γιά νά εἶμαι ἀκριβής στίς ἱστορικές στιγμές, τό 313 μέ 314 ξεκίνησε μιά μεγάλη αἵρεση τῶν δονατιστῶν. Δέν θά τήν ἀναλύσω τώρα. Καί ἦταν αὐτοκράτορας καί ἔπρεπε νά πάρει θέση ὁ αὐτοκράτορας. Τί πρέπει νά γίνει σέ αὐτό τό πρόβλημα. Τότε ἐπίσκοπος Ρώμης ἦταν ὁ Μιλτιάδης, ὁ ὁποῖος πῆγε στόν αὐτοκράτορα καί λέει, συνταράσεται ἡ Αὐτοκρατορία. Ἐσύ θά δώσεις λύση. Σᾶς διαβάζω τά λόγια τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Λέει στόν Μιλτιάδη Ρώμης, ἔχετε σύλλογο (ἐννοεῖ σύνοδο), δικάστε μέ τό συνοδικό σύλλογο. Ξέρετε τί σημαίνει αὐτό γιά τόν κόσμο αὐτό; Εἶναι μιά ἄλλη ἔκφραση δημοκρατίας. Ἡ ἀπόφαση περνάει στό σύλλογο. Καί ποῦ; Στή σύνοδο τῶν ἱεραρχῶν. Αὐτό γιά τήν ἐποχή εἶναι συγκλονιστικό!

Μικρή παρατήρηση θά κάνω. Ἔχετε σκεφτεῖ γιατί ἀκόμη μέχρι σήμερα στή βατικάνια παραλλαγή τῆς μορφῆς, τοῦ μορφώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν κάνουνε σύνοδο μπορεῖ νά μαζευτοῦν χίλιοι διακόσιοι ἐπίσκοποι. Ἀποφασίζουν. Ἀλλά ἄν ὁ πρῶτος, ὁ «ἀλάθητος», ὁ Ρώμης, ὁ πάπας πεῖ ὄχι, ἀναιροῦνται οἱ ψῆφοι τῶν χιλίων διακοσίων. Εἶναι ἀπόλυτη δικτατορία, ἔ; Αὐτό ἔμεινε ἐκεῖ μετά τό σχίσμα. Δέν ἄντεξαν τό ξεπέρασμα τοῦ Κωνσταντίνου. Εἶναι καίρια αὐτή ἡ ἱστορία. Τό νά δίνει δικαίωμα νά ἀποφασίζει μιά ὁμάδα σύλλογος, σύνοδος ἱεραρχῶν, καί μάλιστα τῶν πιστῶν χριστιανῶν, εἶναι τό δεύτερο στοιχεῖο πού βάρυνε στήν πλάστιγγα ὑπέρ τῆς ὕβρεως.

Καί φυσικά ποιός δέ θυμᾶται τά κείμενα. Πολλά ἀπό αὐτά τά παρουσιάζει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος. Φίλος τοῦ Κωνσταντίνου. Ὄχι πνευματικός του, φίλος. Ὁ Κορδούης εἶναι ὁ πνευματικός του. Τά κείμενα εἶναι συγκλονιστικά. Ἔτσι συγκαλεῖ [ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος] μέ ἐντολή του τήν Α᾽ Οἰκουμενική. Ἀκοῦστε τί λένε οἱ ἐχθροί. Βλέπετε; Ἡ Ἐκκλησία ἦταν κατευθυνόμενη, δέν εἶχε ἐλευθερία, τούς καλεῖ τό κράτος. Λάθος. Δέν ξέρουν ἱστορία. Τί δέν ξέρουν; Ὅτι σέ αὐτή τήν ἀπέραντη Αὐτοκρατορία δέν μποροῦσε κανείς νά κινηθεῖ, νά πάει κάπου, καί μάλιστα ἄν εἶχε κάποιο ἀξίωμα [ὅπως] δήμαρχος, διοικητής, ἱεράρχης, χωρίς τήν ἄδεια τοῦ αὐτοκράτορα. Ὅλα μύριζαν ἐπανάσταση καί συνωμοσία. Γι᾽ αὐτό τή συγκαλεῖ ἐκεῖνος. Τούς δίνει νόμιμο δικαίωμα νά μετακινηθοῦν ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς, γιά νά πᾶνε στή Νίκαια. Καί τή συγκαλεῖ, δέν προεδρεύει. Τό κείμενο περιγράφει τήν εἴσοδο τοῦ Κωνσταντίνου στήν Α᾽ Οἰκουμενική. Ἔχει παραμείνει. Παρόλο πού τά πρακτικά τῆς συνόδου δέν ἔχουν παραμείνει. Τά πρακτικά. Οἱ ἀποφάσεις ὑπάρχουν. Τά πρακτικά τῶν συνεδριάσεων δέν ὑπάρχουν. Ἐνῶ τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν ὑπάρχουν. Μπαίνει μέσα στή σύνοδο χωρίς στρατιῶτες, χωρίς συνοδεία. Παράλογο πράγμα γιά τόν αὐτοκράτορα. Πάει μέ τρόπο ταπεινό καί λέει, ποῦ εἶναι ἡ θέση μου; Ποῦ τό λέει; Στόν προεδρεύοντα. Ποιός ἦταν ὁ προεδρεύων; Ἅγιος Εὐστάθιος Ἀντιοχείας. Καί τοῦ λέει, παράλογο γιά τήν ἐποχή, παράλογο. Ἐκεῖ θά καθίσετε. Αὐτό ἦταν ντροπή γιά τήν Αὐτοκρατορία. Ποιός ἔχει τήν τόλμη νά πεῖ, ἐσύ θά καθίσεις ἐκεῖ. Καί κάθεται ἐκεῖ. Καί παρακολουθεῖ σιωπηλά τά τεκταινόμενα. Ἡ ταπεινή παρουσία του. Ἀναγνωρίζει ὁλόκληρη τήν ἔκφραση τῆς συνόδου· ἐδῶ ἀρχίζει ἡ πραγματική δημοκρατία τῆς Ἐκκλησίας. Δέ θέλω νά σᾶς θυμίσω τή φράση πού τήν ξέρετε πού τήν εἶπε ἐκείνη τή στιγμή τῆς συνοδικῆς ἐκφράσεως, «ἐσεῖς εἶστε ἐπίσκοποι τοῦ ἐντός», μέσα δηλαδή, στά πνευματικά. Ἐγώ εἶμαι ἁπλῶς ἀπ᾽ ἔξω, κατ᾽ ἀνάγκη. Διοικῶ τόν κόσμο. Ὅλα αὐτά θίγουνε ὁλόκληρο ἕναν κόσμο. Καί φυσικά ἀρχίζει τό μεγάλο ἔργο του. Σέ πολυεπίπεδο ἐπίπεδο πού σύγχισε, [τάραξε δηλαδή] ὁλόκληρες καρδιές. Τό μίσος γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο εἶναι σήμερα πολύ μεγάλο.

Πρῶτον, προσέξτε, δίνει δυνατότητα στούς δούλους νά εἶναι ἐλεύθεροι. Ἀκοῦστε τήν παρατήρηση. Οὔτε ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει καταργῆστε τή δουλεία. Τί λέει; Τά ἀφεντικά νά ἀποκτήσουν τέτοια καρδιά νά μήν ἔχουν δούλους. Ἡ ἐπανάσταση πού γίνεται διά τῆς βίας, εἶναι πάντοτε ψεύτικη. Ἡ ἐπανάσταση πού γίνεται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, εἶναι πάντοτε ἀληθινή! Τόν δρόμο αὐτόν τόν ἀκολουθεῖ ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Δέν ἐπιβάλλει διά τῆς βίας νόμους ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων. Καί τί κάνει; Προτείνει αὐτό πού σᾶς εἶπα. Ἄν εἶστε χριστιανοί καί ἀγαπᾶτε, ἀπελευθερῶστε τούς ἀνθρώπους, ἔ; Αὐτό εἶναι καταστροφή, ἄς τό πῶ ἔτσι, γιά τούς δυνατούς. Ἤ ἄς τό πῶ ἔτσι ἄν θέλετε, γιά τούς καπιταλιστές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἄν ἐπιτρέπεται ἡ λέξη. Κάνει νά ἀλλάξει ἡ καρδιά. Ὅλη αὐτή ἡ ρίζα τῆς θεολογίας, εἶναι γραμμένη ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο στήν πρός Φιλήμονα ἐπιστολή. Εὔκολα μπορεῖτε νά τή διαβάσετε. Καταργεῖ, γιά μᾶς δέ λέει τίποτα αὐτό, τό σῶμα τῶν πραιτωριανῶν. Ἰσχυρές προσωπικότητες πού κατευθύνουν τή ζωή τοῦ κόσμου. Σήμερα θά ἔλεγα πραιτωριανούς τά κόμματα πού κυβερνοῦν τόν τόπο. Πραιτωριανοί. Ὀργανωμένες ὁμάδες κρούσεως, πού ἀγνοοῦν τή βούληση τοῦ λαοῦ. Αὐτό ἔτσι τό μεταφράζω.

Κατήργησε τήν ποινή τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, καί προσέξτε, τό νομοθετικό διάταγμα τό ὁποῖο ἔφερε τίς περισσότερες ὕβρεις ἀπέναντί του. Κρατῆστε αὐτό τό σημεῖο. Ἐδῶ εἶναι πάρα πολύ καίριο. Ἕνα καίριο νομοθετικό διάταγμα. Τό ξαναλέω, τό ὁποῖο ἐπέφερε περισσότερες ὕβρεις ἀπό τά προηγούμενα. Ποιό ἦταν αὐτό τό διάταγμα; Θεωρεῖ μεγάλο ἀδίκημα τή μοιχεία. Ἀπό τά ὕψιστα ἀδικήματα πού βιώνονται σέ μιά πολιτεία. Ἀπό τά ὕψιστα. Καί βγάζει αὐστηρότατες ἐντολές γιά τούς μοιχούς. Καί ἐκεῖ -ἐπιτρέπεται ἡ λέξη;- ἔπαιξε ὁ διάβολος τό παιχνίδι του. Ἄν θέλετε λίγα λεπτά νά ἐξηγήσω αὐτή τήν ἱστορία. Γιατί ἐκεῖ στέκονται πιά οἱ μεγάλοι ὑβριστές. Ὄχι ἁπλῶς τό ὅτι κατήργησε τή Ρώμη καί τά λοιπά, τά εἴδωλα. Θά ποῦν μερικοί δέν πειράζει τά εἴδωλα, ἀλλά τό ὅτι τόν κατηγοροῦν προσέξτε, τό ὅτι σκότωσε τό γιό του καί τή γυναίκα του, αὐτό εἶναι πολύ ἰσχυρό. Τό γιό του καί τή γυναίκα του. Τόν Κρίσπο καί τή Φαύστα. Ποιά καρδιά μπορεῖ νά τό ἀντέξει; Βέβαια ἕνας ἀπολογητής τοῦ Χριστιανισμοῦ θά ἔλεγε αὐτό πού σᾶς εἶπα στήν ἀρχή. Ἐντάξει, ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἁμάρτησαν. Ἀλλά δέν σοῦ μένει μέσα τό ἀγκάθι; Σκότωσε τό γιό του καί τή γυναίκα του; Τί Ἅγιος εἶναι αὐτός; Γιά τήν Ἐκκλησία ὅλοι γίνονται Ἅγιοι. Οἱ μεγαλύτεροι ὑβριστές. Ἀλλά δέν εἶναι τά πράγματα ἔτσι. Δέν κάνω ἀπολογία ψεύτικη. Κάνω ἀπολογία ἱστορική ἀπό τά κείμενα πού ἔχω στά χέρια μου. Ἄν σκότωνε τό γιό ἤ τή γυναίκα του, ὁ Θεός ξέρει πῶς ἀναδεικνύει τούς Ἁγίους. Πόσοι τέτοιοι ἀναδείχθηκαν; Δέν εἶναι ἔτσι; Ἅγιοι ἔγιναν οἱ σταυρωταί τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος Λογγίνος, ἔ; ᾽Ισχυρό δέν εἶναι; Ἀλλά πῶς εἶναι τά πράγματα. Εἶναι ἀλλιώτικα. Αὐτό τό νομοσχέδιο περί τῆς μοιχείας ἦταν ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἔδωσε ἐντυπωσιακές, δαιδαλώδεις ψευδολογίες μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του κατά τοῦ Κωνσταντίνου. Νά δοῦμε καί λίγο τά πράγματα. Ἔχει σημασία γιατί οἱ ἱστορικοί ἐκεῖ στέκονται πιά. Δέ στέκονται στό ὅτι πῆρε τήν Αὐτοκρατορία καί τήν πῆγε στή Νέα Ρώμη. ῎Οχι πιά. Πέρασε αὐτό. Στέκονται στά ἐγκλήματα.

Θά τό πῶ μέ λίγα λόγια. Συμπυκνώνοντας τούς ἱστορικούς πού ἀσχολήθηκαν μέ αὐτό τό θέμα. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ἦταν παντρεμένος εἰς πρῶτο γάμο μέ μιά πολύ καλή κοπέλα. Καί οἱ πολιτικές δυνάμεις τοῦ κόσμου ἦταν τότε στήν Αὐτοκρατορία. Καί δή ὁ Μαξιμιανός τόν ὑποχρεώνει νά χωρίσει τήν πρώτη του γυναίκα ἀπό τήν ὁποία εἶχε ἕνα γιό, τόν Κρίσπο καί νά παντρευτεῖ τήν κόρη του. Γιά νά μπορεῖ νά ὑπάρχει ἰσορροπία στήν Αὐτοκρατορία. Νά μήν ὑπάρχουν μίση. Καί τόν παντρεύει μέ τή Φαύστα. Φαύστα! Νά παίξω μέ τίς λέξεις; Ἄν ξέρετε τόν Φάουστ, τόν δαιμονικό ἥρωα τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας. Τί γίνεται τώρα; Εἶναι λίγες μέρες πού ἔχει ἐκδώσει, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, τό διάταγμα περί τῆς μοιχείας, πού εἶναι πολύ μεγάλο ἔγκλημα καί ἁμάρτημα. Ἀκολούθησαν ἐλάχιστες μέρες καί ἡ Φαύστα βγάζει μιά κατηγορία κατά τοῦ ἀνδρός της. Καί λέει, ὅτι ὁ γιός ὁ πρῶτος ἀπό τήν πρώτη γυναίκα, ὁ Κρίσπος, τῆς ἔκανε σεξουαλική ἐπίθεση.

Θυμηθεῖτε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα εἶχε μέ τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο τρία ἄλλα παιδιά. Καί οἱ τρεῖς μετά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο ἔγιναν αὐτοκράτορες. Κατηγορεῖ ποιόν; Τόν πρωτότοκο, τόν Κρίσπο, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. Γιατί ἄν ζήσει ὁ Κρίσπος, δέν θά μποροῦν τά παιδιά της νά γίνουν αὐτοκράτορες. Καί τί κατηγορεῖ; Τό πιό καίριο σημεῖο. Τόν αὐτοκράτορα, πού μισεῖ τή μοιχεία καί κατηγορεῖ τώρα τό γιό του, γιά μοιχεία! Λένε οἱ ἱστορικοί, ποιό πολιτικό κουράγιο θά εἶχε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος νά πεῖ, συγχωρῶ τό γιό μου γιατί αὐτός τό ᾽κανε. Ὁ λαός; Ὁ νόμος ἦταν σχετικός; [Δηλαδή γιά μερικούς]; Ἡ πρώτη φράση. Ἡ πονηριά τῆς Φαύστας. Λέει, μοῦ ἔκανε τή σεξουαλική ἐπίθεση, τό ἀκούει ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος καί δίνει ἐντολή νά κρατηθεῖ στή φυλακή ὁ γιός του ὁ Κρίσπος. Πρίν νά διαπιστωθοῦν τά γεγονότα, προσέξτε, δίνει τήν ἐντολή. Δέν δίνει ἐντολή, ἐδῶ ἔχει σημασία, ἔχουν γίνει ἱστορικές ἔρευνες, νά δολοφονήσουν τό γιό του. Ἔπρεπε νά τόν συλλάβει. Βλέπετε ἄν ἤμουν, παραδείγματος χάριν, ὁ γιός τοῦ προέδρου τῆς βουλῆς καί ἔκανα ἁμάρτημα, ἔπρεπε νά ὑποστῶ καί ἐγώ τίς συνέπειες τοῦ νόμου. Αὐτό τό σκέφτηκε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος.

Πρίν νά προλάβει νά κάνει ἀναλύσεις, ἄν ἔγινε τό γεγονός ἤ ὄχι, δίνεται μιά ἐντολή, στή φυλακή πού τόν εἶχαν, νά δολοφονηθεῖ. Οἱ τότε ἱστορικοί, ζητοῦν νά βροῦν, ποῦ εἶναι τό ἔνταλμα τῆς δολοφονίας τοῦ Κρίσπου. Ποιός ἔδωσε ἐντολή. Κανείς δέν βρίσκει ποῦ ὑπάρχει ἐντολή. Γιά νά δοθεῖ ἐντολή, ἔπρεπε νά ὑπάρχει τό χρυσόβουλο τοῦ αὐτοκράτορα, τό ὁποῖο τό εἶχε μόνο ὁ Κωνσταντῖνος στό δωμάτιό του καί τό εἶχε ἡ Φαύστα. Οἱ σύγχρονοι ἱστορικοί, χωρίς νά εἶναι μεροληπτικοί, ὁμολογοῦν ὅτι ἡ Φαύστα βιάζεται. Πρίν ἀποκαλυφθεῖ τό σκάνδαλο, πού εἶναι ψέμα ἡ κατηγορία, νά δολοφονήσει τόν Κρίσπο καί ὑπογράφει ψεύτικα μέ τό χρυσόβουλο, μέ τήν ὑπογραφή τοῦ Κωνσταντίνου, καί δολοφονεῖται ὁ Κρίσπος.

Δέν εἶμαι ἀπολογητής τοῦ Κωνσταντίνου, ἀλλά ἡ σύγχρονη ἱστορική ἔρευνα τά ψάχνει ὅλα, βλέπετε, ἔ; Καί πρέπει νά δεῖ καί αὐτή τήν πλευρά. Μετά ἀπό λίγο καιρό, μέσα στόν τρομερό πόνο του, πού δολοφονεῖται [ὁ Κρίσπος] ψάχνει ποιός εἶναι ὁ δολοφόνος. Καί πρέπει, τώρα λέμε πρέπει, δέν ὑπάρχει μαρτυρία, νά ἀνακάλυψε ὅτι εἶναι ἡ Φαύστα ἀπό πίσω καί δίνει ἐντολή νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό κοντά του. Ξαφνικά! Δίνει ἐντολή νά φύγει ἀπό κοντά του. Ἀπομακρύνεται ἀπό κοντά του καί ἱστορικές μαρτυρίες λένε, ὅτι ζεῖ ἄλλα τέσσερα χρόνια. Καί πεθαίνει ἀπό κάποια ἀρρώστια, αὐτό τό κάποια ἀρρώστια [στά] τέσσερα χρόνια, τό εἶπαν οἱ ψεύτικοι ἱστορικοί, ὅτι ἀμέσως μετά τή δολοφονία τοῦ Κρίσπου, πού ἀνακαλύπτει ὁ Κωνσταντῖνος ὅτι ἦταν πλάνη καί ἔφταιγε ἡ Φαύστα, τή στραγγάλισε. Ὑπάρχουν ἱστορικές μαρτυρίες, ὅτι ζεῖ ἄλλα τέσσερα χρόνια καί εἶναι μακριά του καί πεθαίνει γιά κάποιο λόγο.

Αὐτά τά δύο γεγονότα, ἔμειναν τά γεγονότα, πού μέχρι σήμερα κατηγοροῦν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, γιά δολοφονίες. Ἐπειδή ἀγαπῶ τόν Ἅγιο καί ἐσεῖς τόν ἀγαπᾶτε, δέν θά παίξω ἐγώ, ἕναν ψεύτικο δικηγόρο του. Οὔτε πείθομαι ἀπό τούς ἱστορικούς, ἀλλά εἶναι ἀληθινοί ἱστορικοί, ἔ; Ἀλλά ἡ καρδιά μου λέει, θά μποροῦσε ἕνας αὐτοκράτορας, ὁ ὁποῖος βγάζει τέτοιους νόμους φιλάνθρωπους, καταργεῖ ὁποιαδήποτε δικτατορία, νά σκοτώσει τό ἀγαπημένο του παιδί, πού ἦταν ἀρχηγός τοῦ στόλου καί τόν ἀγαποῦσε πάρα πολύ! ῏Ηταν παιδί χαριτωμένο καί χαρισματοῦχο, πράγμα πού δέν ἦταν οἱ ἑπόμενοι τρεῖς, οἱ ὁποῖοι βασίλευσαν καί ἔφεραν ἀρκετή καταστροφή στό Βυζάντιο, τότε Αὐτοκρατορία Ρωμαϊκή, γιατί συνεργάστηκαν μέ τίς αἱρέσεις. Δέν φταῖνε ἐπειδή ἦταν γιοί τῆς Φαύστας· ἀλλά αὐτοί ἦταν οἱ ἑπόμενοι.

Μερικά στοιχεῖα ἀκόμη, πού ἀξίζει νά σᾶς τά καταθέσω, βλέπετε μερικοί νόμοι πού ἔδειχναν τήν ἀπέραντη φιλανθρωπία του. Γιά τή δίκη. Ἔβγαλε νόμους καθαρῆς δικονομίας, πόσοι εἶναι οἱ μάρτυρες, τί πρέπει νά ποῦνε, πῶς ἐλέγχονται οἱ μάρτυρες, ἄν λένε ἀλήθεια, ἄν λένε ψέματα, ποιός τό ἐλέγχει; Καί αὐτό, ἐνῶ βγάζει τέτοιο νόμο, ὁλόκληρο παιχνίδι ψέματος παίζεται στήν πλάτη του. Χτυπάει τήν κρατική διαφθορά, ἡ γυναίκα του εἶναι διεφθαρμένη, βγάζει νόμους γιά τήν κρατική διαφθορά, σήμερα αὐτό θά λέγανε, ἔτσι;

Ἔχει μιά βαθύτατη κοινωνική νομοθεσία, μιά βαθιά προστασία γιά τίς χῆρες, γιά τά ἀνήλικα τέκνα, γιά τά ὀρφανά, πράγμα πού δέν ὑπάρχει σήμερα στόν καιρό τοῦ μνημονίου! Εἶναι πολύ προχωρημένη ἡ νομοθεσία του γιά κείνη τήν ἐποχή. Θέλει φορολογική δικαιοσύνη. Νιώθει ὅτι τό κράτος ἀδικεῖ τόν πολίτη του. Τοῦ παίρνει τό κεφάλι! Καί ἀλλάζει τό μοντέλο ὅλης τῆς δικαιοσύνης, σήμερα δέν φωνάζουμε [γιά παράδειγμα], [μιά γιά] τό ἕνα [καί μιά γιά] τό ἄλλο; Ἀλλάζουν τά πάντα! Καί βάζει τούς κρατικούς παράγοντες, πού ἔπαιρναν ἄδικους φόρους, νά ἐπιστρέψουν τό τί πῆραν ἄδικα ἀπό τό λαό τά τελευταῖα χρόνια! Ἀναδρομικά, παρακαλῶ! Αὐτό ποιός τό ξέρει; Ἀναδρομικά! Καί ζητεῖ νά γίνει ἔφεση, σέ κάθε κυβερνήτη τῶν θεμάτων, τῶν περιοχῶν τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐλέγχει τίς ἐφέσεις καί ὅπου ἦταν ἀδικία, βάζει τό κράτος νά γυρίσει πίσω ὅλα τά ἄδικα εἰσπραχθέντα χρήματα. Αὐτό δέν σᾶς λέει τίποτε; Εἶναι πράγμα πού δέν γίνεται σήμερα! Καί μέσα σέ ὅλα αὐτά, φυσικά, δέν χτύπησε καμία ξένη θρησκεία. Σεβάστηκε τούς πάντες. Μόνοι τους κατέρρευσαν!



Πολλά μπορεῖ νά ποῦμε γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, καί ὅλο αὐτό τό κοινωνικό του ἔργο. Μήν ψάχνετε στό πρόσωπό του νά βρεῖτε τόν ἄνθρωπο πού δέν ἦταν ποτέ ἁμαρτωλός, σίγουρα ἔκανε [ἁμαρτίες]. Ἀλλά ὄχι αὐτό πού τόν κατηγόρησαν. Ὄχι αὐτά πού ὁδήγησαν στήν τραγωδία ἕναν ὁλόκληρο κόσμο, ἔ; Τή Δύση μέ τήν Ἀνατολή. Ὅταν αὐτά τά κατάλαβα, βρῆκα τόν ἑαυτό μου. Ξαναβρῆκα τό θρύλο! Τό θρύλο πού εἶχα ζήσει στήν Πόλη. Πού κάθε μέρα μᾶς λέγανε, «ὄχι, ὁ ἥλιος λάμπει ἐπειδή αὐτή τήν Πόλη τή διάλεξε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, γι᾽ αὐτό λάμπει». Καί προσέξτε, αὐτή ἡ Πόλη γράφεται μέ μεγάλο «Π», ἔ; Οἱ ἄλλες μέ μικρό «π». Αὐτή εἶναι ἡ Πόλη, ἡ μία Πόλη τοῦ κόσμου, δέν ὑπάρχει ἄλλη Πόλη. Μήν τολμήσετε νά ζήσετε σέ ἄλλη Πόλη, αὐτή εἶναι «Ἡ» Πόλη.

Ὅταν ἐρχόμουν στήν Ἀθήνα διωγμένος, ντρεπόμουν, γιατί θά ζοῦσα σέ ἄλλη πόλη. Ἀλλά ὅλα εἶναι ὡραῖα, βλέπετε, ἔ; Ἐδῶ ξανά ἀνακάλυψα τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο! Ὅλα εἶναι τόσο μεγάλα στό πρόσωπό του! Γίνονται τόσο συγκλονιστικά! Καί τόσο ἀνεπανάληπτα, πού θά ἔπρεπε νά μιλῶ ὧρες γι᾽ αὐτόν. Καί ἐπειδή, ἡ καρδιά ἑνός ἀνθρώπου ἀγαπάει τόν Ἅγιο, μέσα ἀπό τέτοιες, προσωπικές ἐμπειρίες ξαναβρίσκει τό θρύλο. Ἕνας θρύλος πού ἔγινε ἀδικία καί ξαναέγινε θρύλος, μέσα ἀπό τίς μαρτυρίες τῶν γηραλέων γυναικῶν τῆς Γλυφάδας. Αυτό μέ φορτίζει πάντοτε, κάθε στιγμή πού μιλάω γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο.

Πόση μου χαρά πού σήμερα, εἶχα τήν εὐκαιρία καί τήν τιμή καί τήν εὐλογία, τῶν πατέρων ἀλλά καί τοῦ Ἁγίου, νά δώσω ἐλάχιστο φόρο καταθέσεως, τῆς καρδιᾶς μου τῆς Πολίτικης γιά τόν Ἅγιο. Μικρό πράγμα εἶναι, ἀλλά πόσο χάρηκα, πού σήμερα μίλησα ἐγώ, ποιός ὁ μικρός γι᾽ αὐτόν, γιά τόν μεγάλο, ἀλλά εὐχαριστῶ τόν Θεό καί ἐκεῖνον, πού μοῦ ἐπέτρεψαν νά μιλήσω. Κρατῆστε ζωντανή μέσα σας τήν πίστη μας στήν Ἐκκλησία. Καί προσέξτε, πολλά ἀπό αὐτά πού λένε γιά τήν Ἐκκλησία, μερικές φορές, μπορεῖ νά εἶναι καί τέτοια, ἔ; Μπορεῖ νά εἶναι καί τέτοια, ἔτσι; Σᾶς ἔδωσα καί ἕνα τέτοιο δεῖγμα, ὅταν ἀκοῦτε, πῶς νά τά ἐλέγχετε καί πῶς συμβαίνουν τά γεγονότα.

Τελειώνοντας, θέλω νά πῶ τό ἑξῆς, μετά ἀπό ὅταν ἔγινε Χριστιανός, ὅτι τόν κατηγόρησαν, ὅτι τόν βάπτισε ἕνας αἱρετικός, ὁ Εὐσέβιος, [ὅτι] δέν ἦταν κανονικός Χριστιανός· εἶναι ψέμα! Ὁ Εὐσέβιος γιά μιά περίοδο, ἐτάχθη μέ τόν Ἄρειο, γιά λίγο, ἀλλα μετέχει στήν Α᾽ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ὑπογράφει πλήρως τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἁπλῶς εἶχε μιά ἀμφιβολία, ἄν πρέπει νά ἀνακηρυχθεῖ μεγάλος αἱρεσιάρχης ὁ Ἄρειος. Ὑπογράφει [ὅμως] τό Σύμβολο τῆς Πίστεως! Δέν τόν βάπτισε αἱρετικός! [Βλέπετε ἀκόμα καί τό βάπτισμά του] θέλουν [κάποιοι] νά ἀναιρέσουν. Ἦταν ὁ Ἅγιος πού μετά ἀπό τή μέρα τῆς βαπτίσεώς του, φοροῦσε πάντα, ἀντί γιά τόν χιτώνα τόν πορφυροῦ, τή στολή τή βαπτιστική του, τό βαπτιστικό χιτώνα. Ἔτσι ἔζησε τίς ἑπόμενες λίγες μέρες τῆς ζωῆς του καί ἐκοιμήθη φορώντας αὐτό τό βαπτιστικό χιτώνα. «Χιτῶνά μοι παράσχου φωτεινόν», ἔ;

Ποιός μπορεῖ νά ὁμολογήσει κάτι γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, ἔ; Ποιός μπορεῖ νά μήν εἶναι γεμάτος ἀπ᾽ αὐτόν καί [γεμάτος] εὐχαριστίες, γιατί μᾶς ἔκανε νά ζήσουμε;! Ἐγώ τί ἔλεγα; Ἄχ, τί ὡραῖα πού ζοῦμε στήν Πόλη πού μᾶς τή γέννησε, μᾶς τή δημιούργησε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος; Δέν πρέπει νά ποῦμε, πόσο μεγάλο εἶναι νά ζοῦμε στό χῶρο τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού τή θεμελίωσε, τήν ἔστησε, τήν ἔκανε Πόλη καί τήν ἔκανε δόγμα;

Εὐχαριστῶ πού μέ ἀκούσατε. Εὐχαριστῶ ὅλους σας πού ἤρθατε ἐδῶ καί κατ᾽ ἐξοχήν τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο! Νά εἶστε καλά!



Δημοφιλείς αναρτήσεις