Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2021

O Όσιος Σίμων, εν ειρήνη τελειούται.

 


Σίμωνος Οσίου. 
O Όσιος Σίμων, εν ειρήνη τελειούται.

Σορός Σίμωνι σαρκός εστιν εστία,
Πόλος δε τούτω πνεύματος κατοικία.
O Όσιος ούτος Σίμων, δεν ηγάπα να αποκτήση φιλίας των μεγάλων ανθρώπων, αλλά εποίει κάθε τρόπον διά να εξουθενωθή από αυτούς. Όθεν γράφει περί αυτού ο Eυεργετινός εν σελ. 703, ότι μίαν φοράν επήγεν εις αυτόν ο του τόπου άρχων, θέλωντας διά να τον ιδή. O δε Σίμων, μαθών πως ο άρχων έρχεται, επήρε την ζώνην του, και επήγε διά να καθαρίση ένα φοίνικα. Oι δε άνθρωποι του άρχοντος, βλέποντες αυτόν καθαρίζοντα τον φοίνικα, είπον αυτώ. Γέρων, πού είναι ο αναχωρητής; O Όσιος απεκρίθη. Δεν είναι εδώ αναχωρητής. Oι δε ακούσαντες, ανεχώρησαν.
Άλλοτε πάλιν ήλθεν άλλος άρχων διά να ιδή αυτόν. Eπρόφθασαν δε οι Kληρικοί και είπον αυτώ. Aββά ετοίμασον, ότι ο άρχων ακούωντας περί σου, έρχεται διά να ευλογηθή από λόγου σου. O δε Όσιος απεκρίθη. Nαι, εγώ ετοιμάζω τον εαυτόν μου. Φορέσας λοιπόν το κεντώνιόν του, ήτοι το παλαιόν φόρεμά του, το με πολλά κεντήματα και μπαλώματα ερραμμένον, και πέρνωντας εις το χέρι του ψωμί και τυρί, επήγε και εκάθισεν εις την πόρταν του κελλίου του και έτρωγεν. O δε άρχων με τους ανθρώπους του, βλέποντες αυτόν τρώγοντα, τον εξευτέλισαν, λέγοντες. Eτούτος είναι ο περίφημος αναχωρητής οπού ηκούομεν; Kαι ευθύς ανεχώρησαν.

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. 
Εκδόσεις Δόμος, 2005


Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2021

προφορικὴ προσευχή - νοερὰ προσευχή - καρδιακὴ προσευχή.



36.πωσδήποτε θὰ ἤκουσες νὰ ὀνομάζουν: προφορικὴ προσευχή, νοερὰ προσευχή, καρδιακὴ προσευχή. Θὰ ἔχης ἐπίσης ἀκούσει καὶ σχετικὰς δι' ἑκάστην συζητήσεις. Διατὶ νὰ ὑπάρχει τοιαύτη διαχώρισις τῆς προσευχῆς εἰς τόσα μέρη; Ὑπάρχει λόγῳ τῆς ἀνωρίμου πνευματικῆς μας καταστάσεως, διότι ἐνίοτε ἡ γλῶσσα μας προφέρει ἁγίας λέξεις, ἀλλ' ὁ νοῦς περιφέρεται ἄγνωστων ποῦ, ἡ συμβαίνει ὁ νοῦς νὰ ἐννοῆ τὰς λέξεις, ἡ δὲ καρδιὰ νὰ μὴ τὰς αἰσθάνεται, διότι δὲν λέγονται μέ τὴν ἐν αἱσθήσει αὐτῆς κατανόησιν. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἡ προσευχὴ εἶναι πολὺ ἀδύνατος, εἷς δέ τὴν δευτέραν ἡ προφορικὴ ἑνώνεται μέ τὴν νοερά, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι πλήρης. Πλήρης καὶ ἀληθὴς εἶναι ἐκείνη κατά τὴν ὁποίαν ἑνώνεται μὲ τὰς δύο προηγουμένας καὶ ἡ τῆς καρδίας, καὶ ἔχομεν τὴν λεγομένην καρδιακὴν προσευχήν.
απόσπασμα απο το βιβλίο σελ.60
Η ΝΟΕΡΑ ΑΘΛΗΣΙΣ Η ΤΟΙ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ 
Υπό Γέροντος Κλήμεντος μοναχού και συνοδείας αυτού
ΓΈΝΝΗΣΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Κατουνάκια Αγίου Όρους 1978

Στή Γέννηση τοῦ Ἁγίου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου

Στή Γέννηση τοῦ Ἁγίου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου

ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ

πηγή:εδώ 

α’. κόμα καί ἄν ἔμοιαζε ὁ λόγος μας μέ ἀνοιξιάτικο τραγούδι καλικέλαδου ἀηδονιοῦ, πολύ φτωχά θά κατάφερνε νά ὑμνήσει τή μεγάλη φωνή τῆς ἀλήθειας πού γεννιέται σήμερα. Τώρα ὅμως πού ἡ λαλιά μας εἶναι ἀσθενική καί πολύ κακοφωνή, πῶς νά ὑμνήσει τόν πιό δοξασμένο ἀπό ὅλους τούς Προφῆτες; Πῶς νά ψάλλει αὐτόν πού εἶναι ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῶν Ἀποστόλων; Πῶς νά δοξολογήσει αὐτόν πού ἔχει μιά ξέχωρη τιμή ἀνάμεσα στούς μάρτυρες;

Ἐκεῖνο δέ πού μοῦ φαίνεται ἀξιοπρόσεχτο εἶναι τό ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἄλλους ἁγίους, πλέκει ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τά ἐγκώμια, ὁ πιό ἀξιοτίμητος τοῦ πιό ἀναγνωρισμένου καί ὁ λιγότερο γνωστός τοῦ λιγότερο φημισμένου. Αὐτόν ὅμως πού τώρα ἐμεῖς ἐξυμνοῦμε τόν ἐγκωμίασε, πρίν ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους ἐγκωμιαστές του, ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός καί Θεός, ἡ Ἀλήθεια, λέγοντας: «Δέν ἔχει μέχρι σήμερα γεννηθεῖ μεγαλύτερος προφήτης ἀπό τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή» (Ματθ. 11, II).

Ἀφοῦ λοιπόν τόσο πλούσια καί ἀνυπέρβλητα ἔχει ἐπαινεθεῖ καί ἔχει ἐγκωμιαστεῖ ὁ μέγας Πρόδρομος ἀπό τόν Ὑψιστο Θεό-Λόγο, ἔχει τάχα ἀνάγκη ἀπό τά φτωχά μας λόγια, ἀγαπητοί μου ἀκροατές; Ὄχι βέβαια, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τά φτωχά μας λόγια ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ἐμεῖς ὅμως ἀποτολμᾶμε νά ποῦμε δυό λόγια γι’ αὐτόν, γιατί εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τό κάνουμε ἀπό ὑπακοή στόν πατέρα καί ἡγούμενό μας, ἐκτελώντας ὁπωσδήποτε τήν ἐντολή πού μᾶς ἔδωσε. Συγχρόνως ὅμως θά λάβουμε ἁγιασμό καί Χάρη καί μόνο πού ὁ νοῦς μας θ’ ἀσχοληθεῖ μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο.

β’. μπρός λοιπόν, ἄς γιορτάσουμε τήν ἡμέρα. Ἄς πανηγυρίσουμε τό γεγονός τῆς γεννήσεώς του, ὄχι μόνο ὅσοι κατοικοῦν στά περίχωρα, ἀλλά καί ὅλοι ὅσοι περιτριγυρίζουν τόν πνευματικό Ἰορδάνη.

Ἄς μποῦμε βαθιά στό νόημα αὐτοῦ τοῦ παράδοξου μυστηρίου. Ἄς γνωρίσουμε αὐτό πού τόσο ὑπερφυσικά γίνεται σήμερα. Ἄς ἐμβαθύνουμε στά ὅσα ἔχουν συμβεῖ γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Ζαχαρία. Καί ἄς μήν παραλείψουμε νά ἀναφέρουμε ὅλα ἐκεῖνα πού διαδραματίστηκαν στό πρόσωπο τῆς Ἐλισάβετ. Πόσο μεγάλος ὑπῆρξε ὁ Πρόδρομος φαίνεται καί μόνο ἀπό τούς γονεῖς πού εἶχε, γιατί οἱ γονεῖς του δέν ὑπῆρξαν ἄσημοι ἀλλά πολύ περίδοξοι καί ἐπιφανεῖς.

Ὁ μέν Ζαχαρίας, σάν ἄλλος Ἀαρών καί στήν ἡλικία καί στό ἀξίωμα, ντυμένος τήν Ἀρχιερατική στολή —δηλαδή τό περιστήθιο, τήν ἐπωμίδα, τό χιτώνα πού ἔφτανε μέχρι τούς ἀστραγάλους καί τό χιτώνα τόν κροσσωτό, τό διακριτικό σκοῦφο τῆς ἱερωσύνης καί τή ζώνη, πού ἦταν ὅλα καταστόλιστα μέ χρυσάφι καί πολύτιμους λίθους καί ὑάκινθο καί βύσσο— εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων νά ἱερουργήσει γιατί ἐφημέρευε.

Ἡ δέ Ἐλισάβετ ὑπῆρξε ἴδια στή δόξα μέ τή Σάρρα καί μᾶλλον πιό δοξασμένη ἀπ’αὐτήν, ὡς συγγενής τῆς Θεομήτορος. Αὐτή λοιπόν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ χαριτώθηκε, ἄν καί ἦταν στείρα, νά γεννήσει ὄχι τόν Ἰσαάκ, πού ὀνομάστηκε δοῦλος τοῦ Θεοῦ (Γέν. 34, 14 καί Δαν. 3, 35), ἀλλά τόν Ἰωάννη πού ἔγινε γνήσιος φίλος τοῦ Χριστοῦ.

Ὤ ἄγονη μήτρα, πού κράτησες μέσα σου τέτοιο παιδί! Ὤ ἄκαρπη γῆ, πού βλάστησες τέτοιο καρπερό στάχυ!

Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά διστάσουμε ν’ ἀναφωνήσουμε καί πάλι πρός αὐτήν, μέ καινούργιο τώρα νόημα τά λόγια τοῦ μεγαλόστομου Ἠσαῦ. «Γέμισε τήν καρδιά σου μ’ εὐφροσύνη στείρα, πού δέν ἀπόχτησες παιδιά. Φώναξε μ’ ὅλη σου τή δύναμη ἐσύ πού δέν δοκίμασες ὠδίνες τοκετοῦ» (Ἠσ. 54, 1), γιατί ἔκανες ν’ ἀνθίσει ἀπό τήν ἔρημη μήτρα σου ὁ Ἰωάννης, τό κρίνο τῆς ἁγνότητας, τό τριαντάφυλλο πού εὐωδιάζει ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα, τό λιβάδι τῆς ἐγκράτειας, πού μᾶς γεμίζει μέ ἀγαθά, ἡ φωτοδότρα πηγή πού λάμπει κατά τή φανέρωση τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ, ὁ Ἰωάννης, ὁ στρατιώτης τοῦ οὐράνιου βασιλιᾶ, πού ὁ Ἴδιος τόν ξεχώρισε καί τόν ὑπέδειξε στό λαό Του, ὁ ἄριστος νυμφαγωγός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πρός τόν οὐράνιο Νυμφίο της Χριστό, ὁ ἀκούραστος διαλαλητής καί μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ μόνη Ἀλήθεια, ὁ Ἰωάννης, ὁ φλογερός κήρυκας τῆς μετάνοιας, ὁ σαρκωμένος ἄγγελος τοῦ Κυρίου, αὐτός πού φανέρωσε σέ ὅλους τόν Ἀμνό, πού θά σήκωνε πάνω του ὅλου τοῦ κόσμου τίς ἁμαρτίες.

Καί δέν θά μπορέσω μέ ὅ,τι καί νά πῶ νά ἀναφέρω ὅλες τίς ἀρετές του, ἀκόμα καί ἄν ἀραδιάσω ὅλους τούς τίτλους πού τοῦ ἔχουν δοθεῖ. Γιατί τοῦ ταιριάζουν πολλά ὀνόματα καί εἶναι κοσμημένος μέ πάρα πολλές ἀρετές, μιά καί αὐτός ἀξιώθηκε νά πάρει τήν πιό μεγάλη χάρη ἀπ’ ὅλους ἐκείνους πού σφράγισε τό Ἅγιο Πνεῦμα.

γ’. Τιμοῦμε βέβαια καί τή γενέθλια ἡμέρα τοῦ προπάτορα Ἰσαάκ, τόν ὁποῖο συνέλαβε καί γέννησε στά γηρατιά της ἡ Σάρρα καί γιά τόν ὁποῖο εἶπε: «Ποιός θά φέρει τό χαρούμενο μαντάτο στόν Ἀβραάμ καί θά τοῦ μηνύσει ὅτι ἡ Σάρρα θηλάζει βρέφος;» (Γέν. 21, 7), γεγονός πού πανηγύρισε ὁ Ἀβραάμ μέ μεγάλο συμπόσιο τήν ἡμέρα ταῆς ἀπογαλακτίσεώς του.

Ἐπίσης τιμοῦμε καί τή γενέθλια ἡμέρα τοῦ Σαμψών πού καί αὐτός χαρίστηκε στό Μανωέ ἀπό στείρα μάνα, σύμφωνα μέ τό ξεχωριστό θέλημα καί τήν ξεχωριστή χάρη τοῦ Θεοῦ (Ἰουδ. 13,14). Αὐτός, καθώς λέει ἡ Ἁγία Γραφή, δέν θα ‘πινε κρασί καί οἰνοπνευματώδη ποτά καί δέν θά ‘τρωγε τίποτα ἀκάθαρτο. Θά ἀναδειχνόταν ἀκόμα ἀρχηγός τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ γιά νά τόν σώσει ἀπό τούς ἀλλοφύλους ἐχθρούς του.

Τέλος, προσπερνώντας καί ἄλλων ἁγίων σχετικές περιπτώσεις, θά ἀναφέρω τόν προφήτη Σαμουήλ, τόν ὁποῖο γέννησε ἡ πολυδοξασμένη Ἄννα μέ τόν Ἐλκανά καί τόν ἀφιέρωσε ἀπό βρέφος στόν Θεό. Ἀλλά ὅλοι αὐτοί δέν φτάνουν, ἀγαπητοί μου, τό μεγαλεῖο τοῦ Ἰωάννη. Γιατί ἄλλοι ἀπ’ αὐτούς ἔζησαν πρίν ἀπό τήν παράδοση τοῦ γραπτοῦ Νόμου καί ἄλλοι μετά ἀπ’ αὐτή. Ὁ Ἰωάννης ὅμως, ὁ γιός τοῦ ἱερέα Ζαχαρία καί τῆς ἀξιοθαύμαστης Ἐλισάβετ, τό ἄνθος πού στόλισε τήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, φύτρωσε καί ἄνθισε στό μεσοδιάστημα τοῦ Νόμου καί τῆς Χάρης. Ἀνέτειλε τό νοητό ἀστέρι, προαναγγέλλοντας τήν ἀνατολή τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης. Προέτρεξε ὁ στρατιώτης, κηρύττοντας τόν ἐρχομό τοῦ βασιλιᾶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης. Ἦρθε ὁ ὁδηγός τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διαλαλώντας τήν ἐπικείμενη παρουσία τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ. Καί οἱ μέν ἄλλοι προφῆτες προφήτεψαν ἡ θαυματούργησαν ἀρκετά χρόνια μετά τή γέννησή τους, ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὅμως πληρώθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἀναδείχτηκε θαυματουργός ἐνόσω ἀκόμα βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του.

δ’. Θά κάνω λοιπόν μιά παρομοίωση γιά νά δείξω τή μεγαλοπρέπεια τῆς μορφῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ὅπως ἕνας βασιλιᾶς, πού βγαίνει μέ πομπή καί βασιλική μεγαλοπρέπεια ἀπό τά ἀνάκτορά του, ἔχει ραβδούχους και ἄλλους πού προπορεύονται μέ σκῆπτρα, μετά ὑπάτους, ὑπάρχους καί ταξιάρχους - τελευταία δέ ἔρχεται ἕνας ἀξιωματικός μέ πολύ μεγάλο βαθμό καί μετά ἀπ’ αὐτόν ἀμέσως ἐμφανίζεται ὁ βασιλιᾶς, ἀστράφτοντας μέσα στό χρυσάφι καί τούς πολύτιμους λίθους - τό ἴδιο φανταστεῖτε ὅτι συνέβη καί μέ τόν ἀληθινό καί μόνο βασιλιᾶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης, τόν Χριστό καί Θεό μας. Ὅταν ἐπρόκειτο νά ἔρθει ὁ Χριστός στόν κόσμο σάν ἄνθρωπος, προπορεύτηκαν οἱ πατριάρχες, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ καί ὁ Ἰακώβ. Ἔπειτα ὁ Μωυσῆς, πού ἀξιώθηκε νά φανερώσει τό νόμο τοῦ Θεοῦ στούς ἄνθρωπους, ὁ Ἀαρών καί ὁ Σαμουήλ καί ὅλος ὁ χορός τῶν ἁγίων προφητῶν. Τελευταῖος δέ ἀπό ὅλους ἐμφανίστηκε ὁ Ἰωάννης καί ἀμέσως μετά ὁ Δεσπότης μας Χριστός, γιά τόν Ὁποῖο ὁ Ἰωάννης εἶπε: «Αὐτός πού ἔρχεται μετά ἀπό μένα, εἶναι ἀνώτερός μου, γιατί ὑπῆρξε πρίν ἀπό μένα» (Ἰωάν. 1, 15). Ἔτσι ἀποδείχτηκε ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἄν καί τελευταῖος στήν παράταξη, πρῶτος στήν ἀξία καί ἀπό αὐτούς ἀκόμα τούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους καί ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἁγίους σπουδαιότερος, σύμφωνα μέ ὅσα κήρυξε ὁ ἀληθινός Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Καί εἶναι πιότερο τιμημένος, γιατί ἦταν τελευταῖος ἀπό τούς προφῆτες καί πρῶτος ἀπό τούς ἁγίους τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἀναπτύσσοντας λοιπόν τήν ἱστορία, ὅπως ἀναφέρεται στό ἱερό Εὐαγγέλιο, ἄς ἀκούσουμε τί ἦταν ἐκεῖνα πού ὁ Γαβριήλ εἶπε στό Ζαχαρία.

ε’. «Φανερώθηκε σ’ αὐτόν», λέει, «ἄγγελος Κυρίου καί παραστάθηκε δεξιά ἀπό τήν Τράπεζα πού ἔκαιγαν τό θυμίαμα. Καί μόλις τόν εἶδε ὁ Ζαχαρίας ταράχτηκε και φοβήθηκε πολύ» (Λουκ. 1, 11-12). Γιατί ἦταν πολύ σεβάσμια καί ἱερή ἡ ὀπτασία καί φοβερός ὁ τόπος πού συνέβη τό γεγονός. Γιατί λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Πόσο φοβερός εἶναι αὐτός ὁ τόπος! Αὐτός δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἴδια ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ» (Γέν. 28, 17). Καί δέν εἶναι περίεργο τό ὅτι ὁ ἱερέας, ἄν καί ἦταν δίκαιος, ταράχτηκε καί κυριεύτηκε ἀπό φόβο, ἀφοῦ τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν Δανιήλ τόν «ἄνθρωπο τῶν ἐπιθυμιῶν» (Δαν. 10, 8), πού βλέποντας τόν ἄγγελο θαμπώθηκε καί ἔμεινε ἄφωνος καί ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στή γῆ, ἀπό τοῦ ἄγγελου τήν ὑπέρμετρη καί ἀσύγκριτη λαμπρότητα. «Φάνηκε» λέει, «σ’ αὐτόν ἄγγελος Κυρίου». Τί ἔχουν νά μᾶς ποῦν γι’ αὐτό οἱ μισοχριστιανοί πού δέν ἱστοροῦν εἰκόνες τῶν ἁγίων ἀγγέλων; Ἄν ποτέ ἔχει φανερωθεῖ ἄγγελος σέ ἄνθρωπο, τότε ἔχει καί ζωγραφιστεῖ ὅπως ἀκριβῶς καί φανερώθηκε καί ὄχι μέ μορφή διαφορετική. Καί φανερώθηκε μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς μορφή πού παρουσιάστηκαν παλιά στό Μωυσῆ, στό ὅρος Σινᾶ, τά Χερουβείμ πού περιστοιχίζουν τό ἱλαστήριο τῆς κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης. Ἐάν λοιπόν αὐτό πού οὔτε σῶμα οὔτε ὑλική μορφή ἔχει, δύναται νά περιγραφεῖ - σύμφωνα μέ τήν μορφή πού φανερώθηκε - πῶς δέν θά μπορούσαμε νά ἱστορήσουμε εἰκόνα γιά κάτι πού καί σῶμα ἔχει καί ὑλική μορφή καί προσλαμβάνει διάφορα χρώματα καί ψηλαφιέται σάν τρισδιάστατο ἀντικείμενο, ὅπως εἶναι καί ἡ μορφή τοῦ Σωτήρα μας, ὥστε μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά κάνουμε ὁλοφάνερη τή σάρκωσή του, γεγονός πού πρέπει νά μένει ἔξω ἀπό κάθε φαντασία;

Ἄς μή νομίσουν λοιπόν οἱ ἄφρονες ὅτι, ζωγραφίζοντας τή μορφή τοῦ Χριστοῦ, ἀπεικονίζουμε ταυτόχρονα καί τή θεότητά Του, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ, οὔτε νά κατανοηθεῖ ἤ νά περικλειστεῖ, οὔτε νά πάρει σχῆμα, οὔτε θέση, οὔτε ἔκταση, οὔτε μέγεθος, οὔτε κανένα ἄλλο γνώρισμα, ἀπ’ ὅσα εἶναι δυνατόν νά περιγραφοῦν. Γιατί ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄπειρη καί ἀκατάληπτη.

Γι’ αὐτό καί ὅταν ἱστοροῦμε τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τό νά περιγράφουμε τή μορφή Του δέν περιγράφουμε συγχρόνως καί τήν ψυχή Του πού εἶναι ἄυλη καί ἄμορφη - αὐτό εἶναι ἀδύνατον - ἀλλά ἀποδίδουμε χωριστά καί ξεκάθαρα στό ἄυλο καί στό ὑλικό αὐτό πού τοῦ ταιριάζει. Δηλαδή τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ πού δέν περιγράφεται, δέν τήν ἀπεικονίζουμε. Εἰκονίζουμε ὅμως τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού δύναται νά περιγραφεῖ, σύμφωνα μέ ὅσα στοιχεῖα μᾶς δίνει τό ἱερό Εὐαγγέλιο.

Ἀλλά ἄς γυρίσουμε στό θέμα μας.

στ’. «Καί τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος·μή φοβᾶσαι Ζαχαρία, γιατί ὁ Θεός δέχτηκε τήν προσευχή σου» (Λουκ. 1, 13). Ἀμέσως μέ τή διαβεβαίωση αὐτή τοῦ ‘διωξε τό φόβο, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ κάθε ἀγγελική ὀπτασία. Μετά δηλαδή ἀπό τό φόβο πού προκαλεῖ ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀγγέλου, ἀφαιρεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἡ δειλία. Ἐνῶ γίνεται ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ὅταν ἐμφανίζεται ὁ δαίμονας. Δηλαδή στήν ἀρχή ὁ ἄνθρωπος πού τόν δέχεται εἶναι χαρούμενος καί θαρραλέος, μετά ὅμως ἀπό λίγο γεμίζει ταραχή καί φόβο.

«Μή φοβᾶσαι, εἶπε, Ζαχαρία, γιατί ὁ Θεός δέχτηκε τήν προσευχή σου καί ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θά φέρει στόν κόσμο ἕνα γιό» (Λουκ. 1, 10).

Ὤ ἀξιοεπιθύμητο καί θεόσδοτο παράγγελμα, σύμφωνο μέ τή βαθιά ἐπιθυμία τους! Ὤ ἀγγελοφερμένη ὑπόσχεση, πού εἶσαι καρπός τόσων ἐπίμονων προσευχῶν! Κατάφερε ὁ Ζαχαρίας νά κερδίσει ἐκεῖνο πού ἡ ψυχή του ἐπιθυμοῦσε! Πέτυχε ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο παρακαλοῦσε μέ τόση θέρμη! Βρῆκε ἐκεῖνο πού ζητοῦσε. Βρῆκε, ὄχι ἀπό φυσική συνάφεια ἀλλά ἀπό καρποφόρα προσευχή τό ξανάνιωμα τῆς ἄγονης μήτρας καί τήν ἱκανοποίηση τῆς λαχτάρας της νά κάνει παιδί. Διότι ἡ στείρωσή της δέν ἦταν βέβαια ἐπιτίμιο καί κατάρα τοῦ Θεοῦ - μήν πάει ἐκεῖ τό μυαλό σας - ἀλλά ἦταν προφητικό ἐξάγγελμα μεγάλου μυστηρίου.

Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι, παρόλο πού ὁ Ζαχαρίας εἶχε παραδοθεῖ σέ πολλή προσευχή καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά λύσει τή στείρωση τῆς Ἐλισάβετ, δέν εἰσακούστηκε ἀμέσως ἀπό τόν Θεό, γιατί δέν ἦταν ἀκόμα ὁ κατάλληλος καιρός. Δέν εἶχε φτάσει ἀκόμα ἡ ἐποχή πού ὁ Χριστός θά σαρκωνόταν. Τότε μόνον νά ἐλπίζεις ὅτι θά ἀπόκτησεις παιδί, Ζαχαρία, ὅταν ἔρθει στή γῆ Αὐτός πού χρόνια προσδοκοῦν καί περιμένουνε τά ἔθνη. Τότε νά περιμένεις πώς ἡ Ἐλισάβετ θά πάψει νά εἶναι στείρα, ὅταν ἔρθει Αὐτός πού εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς οἰκουμένης. Ἐπειδή ὅμως ἦρθε πιά αὐτή ἡ ὥρα, δέξου μέ τήν προαγγελία τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ τῆς καρδιᾶς σου τό ποθούμενο. Σάν ἄλλος ἀετός ξαναπάρε τό νεανικό σου σφρίγος (Ψαλμ. 102, 5). «Γνώρισε, εἶπε ὁ ἄγγελος, τή σύζυγό σου. Γιατί ἔγινε δεκτή ἡ προσευχή σου καί ἡ γυναίκα σου Ἐλισάβετ, θά σοῦ γεννήσει ἕνα γιό καί θά τοῦ δώσεις τό ὄνομα Ἰωάννης». Φανέρωσε ἔτσι ὁ ἄγγελος καί τό ὄνομα πού θά ‘παιρνε τό παιδί, ὄνομα πού καί ἀπό τήν ἴδια τήν ἐτυμολογία του φανερώνει ὅτι τό παιδί θά ἦταν οὐρανόσταλτο.

ζ’. Εἶπε δέ ὁ Ζαχαρίας στόν ἄγγελο - γιατί μιλάει μέ τόν ἄγγελο μέ θάρρος σάν ἴσος πρός ἴσο. «Πῶς θά βεβαιωθῶ γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἐγώ εἶμαι γέροντας καί ἡ γυναίκα μου προχωρημένη στήν ἡλικία;» (Λουκ. 1, 18). Ἡ ἀπόδειξη πού χωρίς ἰδιαίτερη σκέψη ζήτησε, γιά τόν τρόπο πού θά γινόταν πατέρας, τοῦ προσάπτει ὡς ἱερέα τό ἁμάρτημα τῆς ἀπιστίας. Αὐτή ἡ ἐρώτηση ὅμως δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀπιστία, ἀλλά ἀπό τήν ἀνάγκη ἐξακριβώσεως τῆς ἀλήθειας. Ἔπαθε ἔτσι καί ὁ Ζαχαρίας τό ἴδιο μέ τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ. Γιατί δέν ἦταν δικαιολογημένο, προφήτης αὐτός καί γνώστης τῶν θείων πραγμάτων, νά ἀγνοεῖ ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά ἀνακαινίσει τή φύση, νά ξανανιώσει τά γηρατειά, νά βγάλει ἀπό τό ἀδιέξοδο τόν ἄνθρωπο, νά βρεῖ λύσεις στά προβλήματα, ὅπως ἄλλωστε συνέβη μέ τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα, μέ τήν Σωμανίτιδα καί μέ τόσες καί τόσες ἄλλες ἀνάλογες περιπτώσεις, πού ἔδειξε τή θαυματουργική Του δύναμη. Ἀλλ’ ὅμως ἐπειδή οἱ χαρούμενες ἀγγελίες, πού μηνύουν τήν πραγματοποίηση τῶν μεγάλων καί ἀσυνήθιστων προσδοκιῶν τῆς ψυχῆς, ὅταν ἀκουστοῦν ἀπροσδόκητα καί ξαφνικά φέρνουν συνήθως ταραχή, γι’ αὐτό καί τώρα ὁ Ζαχαρίας, ἐπειδή ταράχτηκε, τηρεῖ ἐπιφυλαχτική στάση. Καί αὐτό νομίζω ὅτι τό κάνει ὄχι ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας του, ἀλλά γιατί βιάζεται νά φτάσει στήν ἀναμφισβήτητη καί ἀδιάσειστη βεβαιότητα. Καί ἀμέσως σάν νά κυριεύτηκε ἀπό ἀφόρητη χαρά, φωνάζει πρός τόν ἄγγελο καί λέει: «Πῶς θά βεβαιωθῶ γι’ αὐτό πού μοῦ λές»; Μήπως παραλογίζεσαι; Μή καί δέν βγοῦν ἀληθινά αὐτά πού μοῦ ἀναγγέλλεις; Δός μου ἐπίσημη διαβεβαίωση, δός μου χειροπιαστή ἀπόδειξη, ὅπως παλιότερα ἔδωσε ὁ Θεός στόν Ἀβραάμ τό σημεῖο τῆς περιτομῆς, βεβαιώνοντάς τον ἔτσι ὅτι θά γίνει πατέρας πολλῶν ἐθνῶν καί ὅτι θά γεννηθοῦν ἀπ’ τή γενιά του πολλοί βασιλεῖς. Καί ὅπως διαβεβαίωσε πρίν ἀπ’ αὐτόν τό Νῶε μέ τό σημεῖο τοῦ οὐράνιου τόξου, ὅτι δηλαδή δέν θά καταστρέψει μέ κατακλυσμό τή γῆ. Ἀκόμα ὅπως ἔκανε τή ράβδο τοῦ Μωυσῆ νά πάρει μορφή φιδιοῦ καί νά ξαναγίνει ἀμέσως πάλι ραβδί, γιά νά πιστέψουν μ’ αὐτόν τόν τρόπο οἱ Αἰγύπτιοι ὅτι τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεός.

η’. Καί ἀποκρίθηκε ὁ ἄγγελος καί τοῦ εἶπε: Νά τό σημεῖο πού ζητᾶς: Θά χάσεις τή λαλιά σου καί δέν θά μπορεῖς πιά νά βγάλεις λέξη, γιατί δέν πίστεψες στά λόγια μου - ἐννοεῖται βέβαια γιατί δέν πίστεψε ἁπλά καί ἀνεξέταστα - πού θά ἐκπληρωθοῦν ὅταν φτάσει ὁ κατάλληλος καιρός. Πῆρε λοιπόν τήν κατάλληλη γιά τήν περίσταση ἀπόδειξη, πού ζητοῦσε ὁ Ζαχαρίας, δηλαδή τή σιγή τῆς φωνῆς του, μιᾶς φωνῆς πού κάποτε θά σταματοῦσε γιά πάντα μπροστά στή ζωντανή καί σαρκωμένη φωνή, τόν Πρόδρομο πού θά γεννιόταν ἀπ’ αὐτόν. Καί ἐνῶ ἔμεινε μέ κλειστό στόμα συνέχισε νά ὑμνεῖ, μέ μυστική πιά φωνή τό Δωρητή τοῦ παιδιοῦ, πού ἔμελλε νά γεννηθεῖ. Ὅταν βγῆκε, λέει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής, ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ, «δέν μποροῦσε πιά νά μιλήσει. Καί ἀπ’ αὐτό κατάλαβαν οἱ ἄλλοι ὅτι εἶχε δεῖ κάποιο ὅραμα στό ἱερό, ἐνῶ ὁ ἴδιος προσπαθοῦσε νά ἐξηγήσει μέ νοήματα καί παρέμενε βουβός» (Λουκ. 1, 22). Ἔμεινε κωφάλαλος, πρῶτα-πρῶτα γιά νά μή δέχεται ἐρωτήσεις, γιατί ἀλλιῶς δέν θά μποροῦσε νά μήν πληροφορήσει τούς ἄλλους γιά τό ὅραμα. Ἔπειτα δέ ἐπειδή κατά κάποιο τρόπο εἶχε βγεῖ ἀπό τίς αἰσθήσεις του καί καθώς ἔμεινε κατάπληκτος καί ἐμβρόντητος ἀπό τό ὅραμα πού ἐξακολουθοῦσε νά τό ζεῖ τόσο βαθιά μέσα του, δέν μποροῦσε νά δώσει προσοχή στά κούφια λόγια τῶν ἄλλων. Ἡ σιωπή λοιπόν δέν εἶχε κανένα ἄλλο νόημα, παρά ἦταν μονάχα μιά προφητεία, πού προδήλωνε ὅτι θά γινόταν πατέρας προφήτη. Καί αὐτό ἦταν ἴσως καί σημεῖο τοῦ τέλους τῆς λατρείας τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἀλλά καί σημεῖο τῆς ἀνατολῆς τῆς ἐποχῆς τῆς Χάρης, πού θά ἄρχιζε μέ τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη.

Προσπερνώντας ὅμως τά ἄλλα σημεῖα πού σχετίζονται μέ τό θέμα μας - γιατί δέν εἶναι οὔτε τῆς ἡμέρας, οὔτε τῆς δυνατότητάς μας - ἄς ἔρθουμε ἀμέσως σ’ αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἄμεσα.

θ’. Καί συνέβη, ὅπως λέει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής, τό ἑξῆς: «Μόλις ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τό χαιρετισμό τῆς Μαρίας, σκίρτησε ἀπό χαρά μέσ’ τήν κοιλιά της τό βρέφος» (Λουκ. 1, 41).

Ὤ Ἰωάννη, μακαριστό βρέφος, ἀκοίμητο ἔμβρυο! Ἐνῶ ἀκόμα βρισκόσουν στήν κοιλιά τῆς μητέρας σου, πῶς ἔνιωσες τί γίνεται στόν κόσμο; Ἐνῶ ἀκόμα δέν εἶχες τελειωθεῖ πῶς παρουσιάζεσαι ὑπερτέλειος; Πῶς ἔξι μόλις μηνῶν ἔμβρυο, ἐκφράστηκες σάν σοφός γέροντας; Πῶς χωρίς ἀκόμα νά μπορεῖς νά διανοηθεῖς φάνηκες τόσο συνετός; Πῶς μίλησες μέ τόση εὐφράδεια, ἐνῶ ἀκόμα δέν μποροῦσες νά ἀρθρώσεις λέξη; Πές μας, πές μας λοιπόν, πῶς ἐνῶ βρισκόσουν ἀκόμη στή σκοτεινή χώρα τῶν μητρικῶν σπλάχνων, χωρίς νά βλέπεις, χωρίς ν’ ἀκοῦς, χωρίς νά ἔχεις ἀρθρώσει ἀκόμα μιά λέξη, χωρίς νά ἔχεις κάνει ἀκόμα οὔτε ἕνα βῆμα, χωρίς νά ἔχεις ἀκόμα σκάσει τό πρῶτο χαριτωμένο παιδικό χαμόγελο, πῶς βλέπεις τόσο καθαρά ὅσα δέν μποροῦν νά δοῦν οἱ ἄνθρωποι; Πῶς ἔχεις μιά τόσο σοφή γνώση; Πῶς θεολογεῖς; Πῶς σκιρτᾶς χαρούμενα; Γιατί χαίρεσαι τόσο πολύ; Ἀπάντησέ μας, ἀπάντησέ μας, πανθαύμαστε!

Μεγάλο, λέει, τό μυστήριο πού συντελεῖται καί δέν μπορεῖ νά τό συλλάβει νοῦς ἀνθρώπινος αὐτό πού διαδραματίζεται. Ἄν καί εἶμαι ἁπλός ἄνθρωπος ἐπιτελῶ παράδοξα πράγματα, γιά νά φανερώσω Ἐκεῖνον πού πρόκειται ὡς Θεάνθρωπος νά ὑπερβεῖ τούς ὅρους τῆς φύσης. Βλέπω μολονότι εἶμαι ἀκόμα ἔμβρυο, γιατί αἰσθάνομαι κοντά μου νά κυοφορεῖται ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἔχω τή δυνατότητα νά ἀκούω ἐπειδή γνωρίζω πολύ καλά τά πάντα καί ἐπειδή γεννιέμαι γιά νά εἶμαι ἡ φωνή τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Κράζω μέ ὅλη μου τή δύναμη, γιατί νιώθω νά σαρκώνεται ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός. Σκιρτάω, γιατί αἰσθάνομαι νά παίρνει ἀνθρώπινη μορφή ὁ Ποιητής ὅλης τῆς κτίσης. Χαίρομαι μέ ὅλη μου τήν ψυχή, γιατί λογίζομαι ὅτι σαρκώνεται ὁ Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Σᾶς ἀναγγέλλω τήν ὥρα πού ὁ Θεός ἔρχεται σάν ἄνθρωπος στόν κόσμο. Τρέχω μπροστά, πρίν φτάσει Ἐκεῖνος ἀνάμεσά σας, σάν κορυφαῖος τοῦ δοξολογικοῦ χοροῦ σας καί σάν τόν Δαυίδ λοιπόν σᾶς παραγγέλλω προφητικά: Ἀρχίστε τό τραγούδι, πάρτε καλόηχο τύμπανο, ψαλτήρι καί κιθάρα. Τραγουδῆστε, ψάλτε γι’ Αὐτόν, ὑμνεῖστε ὅλο του τό μεγαλεῖο πού βρίσκεται σέ ὅσα θαυμάσια ἐπιτελεῖ.

ι΄. ρα λοιπόν Ἰωάννη, σηκώθηκες πάνω ἀπ’ τά ἐπίγεια καί ἀξιώθηκες νά ἀντικρύσεις τά οὐράνια; Ξεπέρασες καί αὐτές τίς ἀγγελικές δυνάμεις πού ὑπῆρχαν πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ κόσμου; Πῶς λοιπόν τιμήθηκες μέ τό ἀξίωμα τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων, ἐνῶ δέν πλάστηκες ἄγγελος; Καί πῶς ἀγέννητος ἀκόμα, μᾶς ἐμήνυσες καί μᾶς προανάγγειλες μέ ἄμεση θεϊκή ἔμπνευση ἐκεῖνο πού καί γιά τούς ἀγγέλους ἀκόμα ἦταν ἄγνωστο καί ἀδίδακτο;

Δέν προσπάθησα ν’ ἀνέβω σέ φανταστικά ὕψη. Οὔτε περπάτησα πάνω στά σύννεφα, οὔτε ξεπέρασα τούς οὐρανούς, οὔτε ἀνέβηκα πιό ψηλά ἀπό τίς τάξεις τῶν φλογερῶν καί ἀσώματων ἀγγέλων. Κανένας ἄς μή φανταστεῖ κάτι τέτοιο. Ἀλλά μάθετε ὅτι Αὐτός πού βρίσκεται πάνω ἀπ’ ὅλα καί μένει στούς Πατρικούς κόλπους μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, χωρίς νά χωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα διέφυγε τήν προσοχή - καί αὐτῶν ἀκόμα τῶν πύρινων λειτουργῶν του - καί εἰσῆλθε στή μήτρα τῆς «ἀειπαρθένου» Μαρίας, σάν σέ ἄλλο οὐρανό. Αὐτός λοιπόν, μοῦ φανερώθηκε καί μέ μύησε σ’ αὐτά τά θεϊκά μυστήρια. Εἶμαι λοιπόν κήρυκας τοῦ βρέφους. Διαλαλῶ ὅτι «γεννήθηκε παιδί γιά χάρη μας καί μᾶς δόθηκε σάν δῶρο Αὐτός πού εἶναι ὁ προαιώνιος Θεός», ὅπως λέει καί ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας (Ἡσ. 9, 6). Γεννήθηκα ἀπό μήτρα στείρα, γιατί πρόκειται νά γεννηθεῖ παιδί ἀπό μάνα παρθένο. Πόσο ὑπερφυσικά πράγματα, πόσο παράδοξα θαύματα εἶναι αὐτά, πού χαρούμενα μᾶς μηνύει σήμερα τό ἀγέννητο ἀκόμα βρέφος! Πόσο πρωτοφανῆ μηνύματα θεολογώντας μᾶς προανάγγειλε ὁ γιός τῆς Ἐλισάβετ;

Σκίρτησε ἀπό χαρά λοιπόν ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη, ψάλλε καί ὕμνησε Ἐκκλησία, τά προεόρτια πανηγυρίζοντας, πρίν ἀπό τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τά γενέθλια τοῦ Ἰωάννη. Γέμισε ἀπό χαρά ὁλόκληρη ἡ κτίση, καθώς δέχεσαι τό μαντατοφόρο τῆς Σαρκώσεως τοῦ βασιλιά τῶν πάντων.

ια’. Μακαριστέ Ἰωάννη, πού εἶσαι μεγαλύτερος ἀκόμα καί ἀπό τούς πιό ἔνδοξους προφῆτες, ὁ πιό ἐπιφανής ἀπό τούς ἀποστόλους, ὁ πιό ἀξιοτίμητος ἀπ’ ὅλους τούς μεγαλομάρτυρες, ὁ κοσμημένος μέ θεία κάλλη ἀρχηγός τῶν ἐρημιτῶν, ὁ ἀγαπημένος φίλος τοῦ πάγκαλου Νυμφίου, τό ἑτοιμασμένο λυχνάρι πού λάμπει τό φῶς ἐκεῖνο, πού μέ λόγια δέν μπορεῖ νά περιγραφεῖ, ὁ ἔμπιστος κήρυκας τοῦ ἄμωμου Ἀμνοῦ, ὁ προσεκτικός ἀκροατής τῆς πατρικῆς φωνῆς, ὁ φημισμένος Βαπτιστής τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀτρόμητος ἔλεγχος τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἡρώδη, ὁ προάγγελος τῆς ζωῆς γιά ὅσους βρίσκονταν στόν Ἅδη, ἡ σάλπιγγα πού σημαίνει τά θεϊκά προστάγματα στήν οἰκουμένη, μίλησέ μας καί τώρα ἀπό τόν οὐρανό, μέ τίς ἱερές πρεσβεῖες σου καί τίς εὐχές τοῦ μακαριστοῦ πνευματικοῦ πατέρα μου καί δεῖξε τήν εὐμένειά σου στό λαό καί στό μικρό σου ποίμνιο πού σέ ὑμνεῖ, συγχωρώντας ταυτόχρονα τό τολμηρό ἐπιχείρημα ἑνός φτωχοῦ, πού στό προσφέρει ὄχι σάν δῶρο, ἀλλά σάν ταπεινό χρέος καί φόρο πού ὀφείλεται ἀπό τιποτένιο δοῦλο, πού προσφέρεται ὅμως μέ πόθο ψυχῆς.

Στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πρέπει ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση, καθώς καί στόν Παντοκράτορα Πατέρα καί στό Πανάγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

«Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος»
Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2021

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

πηγή:εδώ 
Ζαχαρία, χόρευε σὺν τῇ συζύγῳ 
Οὐ πολλὰ μὲν τίκτοντες, ἓν δὲ καὶ μέγα.
Πρόδρομον ἀμφὶ τετάρτην εἰκάδα γείνατο μήτηρ.
Μόλις ο αρχάγγελος Γαβριήλ άφησε την Παναγία, αφού της ανήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα του Τόκου της, η Μαρία εκλαμβάνοντας ως απόδειξη των λεγομένων του το γεγονός ότι η εξαδέλφη της Ελισάβετ είχε συλλάβει έσπευσε στην Ιουδαία, στο χωριό [1] όπου κατοικούσαν ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ. Χαιρέτησε την εξαδέλφη της και αμέσως το βρέφος των έξι μηνών που βρισκόταν στα σπλάχνα της Ελισάβετ σκίρτησε από χαρά (Λουκ. 1, 41), γινόμενο ήδη από τότε Πρόδρομος του Σωτήρος Χριστού πριν ακόμα να γεννηθεί. Η Ελισάβετ «επλήσθη» Πνεύματος Αγίου και μιλώντας για λογαριασμό του αγέννητου υιού της, αναφώνησε με θεϊκή έξαρση: «Ευλογημένη είσαι εσύ απ’ τον Θεό, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες! Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου! Αλλά, πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφθεί η Μητέρα του Κυρίου μου;» (Λουκ. 1, 44). Η Κυρία Θεοτόκος τής απάντησε με τον γνωστό ευχαριστήριο ύμνο της: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο…» (Λουκ. 1, 46) [2]. Η Παναγία έμεινε τρεις μήνες κοντά στην Ελισάβετ, βοηθώντας την και συζητώντας μαζί της για όλα τα θαυμαστά του Θεού και επέστρεψε κατόπιν στο σπίτι της στην Ναζαρέτ.

Όταν έφθασε η ώρα να γεννήσει η Ελισάβετ, έφερε στον κόσμο έναν γιο που έγινε δεκτός με χαρές και γιορτές από τους συγγενείς και τους γείτονες. Την ογδόη ημέρα, ενώ γινόταν η περιτομή του νεογέννητου, όλοι ήθελαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του, Ζαχαρία, σύμφωνα με το έθιμο. Η Ελισάβετ όμως πήρε αποφασιστικά τον λόγο και είπε με κατηγορηματικό τόνο: «Όχι, θα ονομασθεί Ιωάννης!» (Λουκ. 1, 59). Οι παρευρισκόμενοι τής αντέτειναν ότι κανείς από τους συγγενείς της δεν έφερε το όνομα αυτό και απευθυνόμενοι με νοήματα στον Ζαχαρία, ο οποίος παρέμενε κουφός και μουγγός από τότε που τον επισκέφθηκε μέσα στο Ιερό ο αρχάγγελος Γαβριήλ (Λουκ. 1, 5-25), ζήτησαν την γνώμη του. Εκείνος τότε ζήτησε μια μικρή πλάκα και έγραψε: «Ιωάννης είναι τ’ όνομα του παιδιού!» (Λουκ. 1, 63). Στην στιγμή λύθηκε η γλώσσα του και, αφού πληρώθηκε από Πνεύμα Άγιο, άρχισε να προφητεύει και ανέπεμψε προς τον Θεό τον Ύμνο αυτό: «Ας είναι ευλογημένος ο Θεός του Ισραήλ! Γιατί ήρθε και λύτρωσε τον λαό Του και για χάρη μας έστειλε έναν δυνατό Σωτήρα από τη γενιά του Δαβίδ, του δούλου Του, όπως ακριβώς είχε πει αιώνες πριν με το στόμα των αγίων Προφητών Του. Μ’ Αυτόν θα μας σώσει από τους εχθρούς μας και από την εξουσία όλων όσοι μας μισούν. […] Κι εσύ, παιδί μου, θα ονομαστείς Προφήτης του Θεού, γιατί θα προπορευθείς πριν από τον Κύριο για να ετοιμάσεις τον δρόμο Του, κάνοντας γνωστή στον λαό Του την σωτηρία με την συγχώρεση των αμαρτιών τους, γιατί ο Θεός μας είναι γεμάτος ευσπλαχνία» (Λουκ. 1, 68-79) [3].

Αυτός που γεννήθηκε πέραν πάσης προσδοκίας από μήτρα στείρα, ανήγγειλε με την γέννησή του, σαν μέσω μιας πνευματικής ανοίξεως, ότι ο Μεσσίας, την έλευση του Οποίου προετοίμαζε επί γης, θα ανανέωνε τους νόμους της στείρας ανθρώπινης φύσεως και θα της άνοιγε τον δρόμο της θεώσεως. Αυτός που κλήθηκε από τον Θεό να γίνει η προπαρασκευαστική φωνή του Λόγου, έλυσε έτσι με την θεοχαρίτωτη γέννησή του την γλώσσα του λευίτη πατέρα του, που είχε δεθεί από έλλειψη πίστης, και έβαλε οριστικό τέλος στις αρχαίες προτυπώσεις και σκιές της Παλαιάς Διαθήκης. Τελευταίος των Προφητών, ο Ιωάννης, ο οποίος κατά την παναληθέστατη μαρτυρία του Κυρίου είναι ο «μέγιστος όλων των ανθρώπων» (Ματθ. 11, 11· Λουκ. 7, 28), είναι επίσης και ο πρώτος των Αποστόλων. Με την γέννησή του την ημέρα αυτή, αρχίζει και λάμπει ως Λαμπάδα του αληθινού Φωτός, ως Αστέρας που αναγγέλλει τον Ήλιο της Δικαιοσύνης και ως Προάγγελος που κηρύσσει την είσοδο του ενσαρκωμένου Λόγου.

Φόβος και θάμβος κυρίευσαν όσους παρευρίσκονταν εκεί και η είδηση του θαύματος διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την Ιουδαία. Το παιδί μεγάλωνε και κραταιωνόταν πνευματικά γιατί το φιλάνθρωπο χέρι του Θεού ήταν αδιάκοπα επάνω του. Μόλις απογαλακτίστηκε και μπόρεσε να περπατήσει [4], έφυγε από το πατρικό του για να ζήσει βαθειά μέσα στην έρημο (Λουκ. 1, 80) ντυμένος με δέρμα καμήλας, με μία δερμάτινη ζώνη στην μέση και τρεφόμενος με ακρίδες και μέλι άγριο (Ματθ. 3, 4· Μάρκ. 1, 6). Αυτός, που ο κόσμος δεν ήταν αντάξιός του, διήγε βίο μεγάλης και ανεκδιήγητης ασκήσεως, δίχως απατηλές μέριμνες, δίχως κοσμική θλίψη, απαλλαγμένος από τα πάθη και τις επιθέσεις της ηδυπάθειας, ατενίζοντας διακαώς στην ενθεωτική παρουσία του Θεού στην καρδιά του και κάνοντας Αυτόν μόνη απόλαυση και παραμυθία του [5]. Φυσικά, και άλλοι προφήτες και άνθρωποι του Θεού είχαν πριν από αυτόν διαμείνει στην έρημο, όπως ο Μωυσής ή ο Ηλίας· ζώντας όμως στην έρημο σαν να ζούσε στον ουρανό, ο Ιωάννης, που ήταν ανώτερος από αυτούς, φανέρωνε με την πρωτόγνωρη απόσυρση αυτή την εκ βαθέων ανανέωση της φύσης, Πρόδρομος της οποίας είχε αυτός μονάχα ορισθεί, και εγκαινίαζε για τους ανθρώπους την δυνατότητα να πολιτεύονται πια ως ένσαρκοι άγγελοι με την παρθενία, την άσκηση και την προσευχή [6].

Διήγε ισαγγελικό βίο στην έρημο (Λουκ. 1, 80) μέχρι τον δέκατο πέμπτο χρόνο της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος (Λουκ. 3, 1) [7]. Τότε του μίλησε ο Θεός και του έδωσε εντολή (Λουκ. 3, 2) να επιστρέψει προς τις κατοικημένες και προσβάσιμες περιοχές, για να αναγγείλει με παρρησία την έλευση του Σωτήρος Χριστού και να ετοιμάσει διά του κηρύγματός του την οδό Του, παροτρύνοντας συνεχώς τους ανθρώπους να μετανοήσουν και βαπτίζοντάς τους στον ποταμό Ιορδάνη προς άφεσιν των αμαρτιών τους (Ματθ. 3, 2· Μαρκ. 1, 4· Λουκ. 3, 3). Καθώς όλοι αναρωτιόνταν μήπως ο Ιωάννης ήταν τελικά ο προσδοκώμενος Μεσσίας που περίμενε εναγωνίως μέσα στους αιώνες ο Ισραήλ, εκείνος πήρε τον λόγο και απάντησε με ευθύτητα και με όλη την αλήθεια του θείου Πνεύματος: «Εγώ σας βαφτίζω με νερό. Έρχεται όμως Αυτός που είναι πιο ισχυρός από μένα και που εγώ δεν είμαι καν άξιος να λύσω το λουρί από τα υποδήματά Του. Αυτός πρόκειται να σας βαφτίσει με Άγιο Πνεύμα και με φωτιά…» (Μάρκ. 1, 7-8· Λουκ. 3, 15-18· Ιωάν. 1, 15 και 26-27). Και με άλλους αποκαλυπτικούς λόγους επίσης ανήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα της Σωτηρίας της εν Ιησού Χριστώ, του Κυρίου ημών (Ματθ. 3, 7-12· Λουκ. 3, 7-14· Ιωάν. 1, 19-43).

Παρά το γεγονός ότι όλες οι προφητείες του Τιμίου Προδρόμου εκπληρώθηκαν, το ουράνιο και πανανθρώπινο μήνυμά του παραμένει ωστόσο μόνιμο και εναργές για την Εκκλησία. Δεν θα πάψει να είναι μέχρι το πλήρωμα του χρόνου ο Πρόδρομος του Σωτήρος, αναγγέλλοντας σε κάθε άνθρωπο που επιθυμεί ειλικρινά να δεχθεί μέσα του τον Χριστό, ότι διά της μετανοίας και της επιστροφής προς την θεία Αγάπη, διά της αρνήσεως των αποχαυνωτικών απολαύσεων αυτού του πρόσκαιρου κόσμου, διά της απόσυρσης στην ιερά ησυχία και την καρδιακή προσευχή, θα μπορούσε να ετοιμάσει μυστικά μέσα του την οδό, από την οποία ο Ιησούς Χριστός θα κάνει την είσοδό Του με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος.

Τέλος, ίσως αξίζει να επισημανθεί ότι η ημερομηνία της 24ης Ιουνίου έχει πιθανώς λατινική προέλευση, διότι σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο αντιστοιχεί ακριβώς –με μεσοδιάστημα έξι μηνών– με την Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Στις αρχαίες αγιολογικές συλλογές από την Ιερουσαλήμ, η γέννηση του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου εορταζόταν στις 25 Ιουνίου [8]

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[1]  «Αν Καρίμ», κώμη που βρίσκονταν σε απόσταση 6 χλμ. από την Ιερουσαλήμ.
[2]  Η γνωστή και προσφιλής στην λατρεία και στον λαό της Εκκλησίας «Ωδή της Θεοτόκου» (βλ. Λουκ. 1, 46-55), με τα θεσπέσια «Μεγαλυνάρια» των έξι στίχων της, ψάλλεται κάθε μέρα στην αρχή της θ΄ ωδής του Όρθρου.
[3]  Η θ΄ ωδή του Όρθρου.
[4]  Αυτό υποθέτουν ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας. Κατ’ άλλους ανεχώρησε στην έρημο σε ηλικία δώδεκα ετών.
[5]  Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς· «Ὁμιλία εἰς τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο», PG 151, 510.
[6]  Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων· «Ἐγκώμιον τοῦ Τιμίου Προδρόμου», PG 87, 3352. Αυτός είναι ο λόγος που ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αναπαριστάνεται συχνά με πελώρια φτερά στους ώμους του κατά την παράδοση της ορθόδοξης εικονογραφίας.
[7]  Τουτέστιν το έτος 28 ή 29 μ.Χ.
[8] Gérard Garitte (1914-1990· Βέλγος επιστήμονας ιστορικός στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuven [στα Ολλανδικά] ή Louvain [στα Γαλλικά]): «Le Calendrier (palestino-géorgien du Sinaiticus 34)», σελ. 259.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 10ος (Ιούνιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Για τη βιασύνη - μια ωφέλιμη διήγηση απο το γεροντικό


10. Πῆγε κάποτε ὁ ἀββᾶς Αμμωνάς νὰ περάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη τοῦ ποταμοῦ καὶ βρῆκε τὸ σκάφος νὰ ἐπιδιορθώνεται καὶ κάθισε παράμερα. Σὲ λίγο κατέφθασε ἄλλο καράβι καὶ τοὺς ἀνθρώπους πού περίμεναν τοὺς πέρασε ἀπέναντι. Εἶπαν καὶ σ' αὐτὸν: Ἔλα καὶ ἐσύ, ἀββᾶ, ἀπέναντι μαζὶ μας. Ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἀνεβαίνω - εἶπε - παρά μόνο στὸ δημόσιο σκάφος. Εἶχε μαζὶ του μία δέσμη φοινικόφυλλα καὶ καθισμένος ἐκεῖ ἔπλεκε τὴν πλεξούδα. ἒἔπειτα τὴν ἔλυνε, ἕως ὅτου τακτοποιήθηκε τὸ σκάφος καὶ ἔτσι πέρασε στὴν ἀπέναντι ὄχθη.
Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ ἔβαλαν μετάνοια καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ ποιὸν λόγο τὸ ἔκανες αὐτό; Καὶ ὁ γέροντας τοὺς εἶπε: Γιὰ νὰ μὴν βαδίζω πάντοτε στὸ ρυθμὸ τοῦ λογισμοῦ πού βιάζεται. Ἀλλὰ εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ βαδίζουμε στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ με τάξη καί σταθερότητα.

 


10. λθέ ποτε ὁ ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς περάσαι τὸν ποταμὸν, καὶ εὗρε τὸ πορθμεῖον φιλοκαλημένον, καὶ παρεκαθέσθη αὐτῷ· καὶ ἰδοὺ ἄλλο σκάφος εἰς τὸν τόπον ἦλθε, καὶ ἐπέρασε τοὺς ὅντας ἀνθρώπους. Καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Δεῦρο καὶ σὺ ἀββᾶ, πέρασον μεθ' ἡμῶν. Ὁ δὲ λέγει· Εἰ μὴ εἰς τὸ δημόσιον πορθμεῖον οὐκ ἀναβαίνω. Εἶχε δὲ δέσμην θαλλίων, καὶ ἐκάθητο πλέκων σειρὰν, καὶ πάλιν λύων αὐτὴν, ἕως οὗ γέγονε τὸ πορθμεῖον. Καὶ οὕτως ἐπέρασεν. Ἔβαλον οὖν αὐτῷ οἱ ἀδελφοὶ μετάνοιαν, λέγοντες· Τί τοῦτο ἐποίησας; Καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ γέρων· Ἵνα μὴ πάντοτε σπουδάζοντος τοῦ λογισμοῦ περιπατῶ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὑπόδειγμά ἐστιν, ἵνα μετὰ καταστάσεως βαδίζωμεν τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ 
Τόμος Γ'
Εκδόση Ι.Ησυχ. 
Το Γεννέσιον της Θεοτόκου
Πανόραμα Θεσσαλονίκης
σελ.276-277

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021

Ὁ Άθωνας μὲ τοὺς κεραυνοὺς ὀμορφαίνει...

Άθωνας μὲ τοὺς κεραυνοὺς ὀμορφαίνει. Οὔτε μιλᾶ, οὔτε ἀντιμιλᾶ, μόνο τοὺς δέχεται. Ἔτσι κι ὁ καλόγερος μὲ τὶς κατηγορίες, λένε. Ἅμα ἔλθεις πρέπει νὰ' χεις εὐλάβεια μέχρι τὴν κορφὴ τοῦ Άθωνα, γιὰ νὰ σοῦ μείνει λίγη στὸ τέλος, ἴσαμε κάτω-κάτω στὴν Αγιάννα, λένε.  Μιχαὴλ εἶπε πὼς αὐτὰ εἶναι κουβεντοῦλες τῶν Ἁγιορειτῶν. Μὰ οἱ Ἁγιορεῖτες ποτὲ δὲν μιλᾶνε στὸν βρόντο.
Ἀγρυπνία στὸ Ἅγιον Ὄρος 
μοναχοῦ Μωυσέως Αγιοτείτου 
Ἐκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ


Ένα πέρασμα από την Ενωμένη Ρωμιοσύνη εδώ 
έγινε αφορμή για την δημιουργία αυτής της ανάρτησης

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email