Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ἡ Ἁγία Τριάδα ὡς φανέρωση καί ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.





ΠΗΓΗ: floga.gr
Ἡ Ἁγία Τριάδα ὡς φανέρωση καί ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου πού ἔγινε στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδας Γλυφάδας, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γλυφάδας, τήν Δευτέρα 24 Ἰουνίου 2013.

Μεγάλη ἡ σημερινή γιορτή, συγκλονιστική γιορτή τῆς Ἁγίας Τριάδας καί τί νά πεῖς μπροστά στό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας καί πῶς νά τό προσεγγίσεις ἀφοῦ παραμένει μυστήριο; Καί ἡ μόνη δυνατή προσέγγιση εἶναι ἡ προσέγγιση πού ἔκαναν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπου ἡ Ἁγία Τριάδα δέν ἦταν ἁπλῶς κάποιο δόγμα πού τό ἀνέλυαν διανοητικά, τό γνώριζαν, ἀλλά πολλοί ἀπό αὐτούς τό βίωσαν ὡς φανέρωση Φωτός. Ἔτσι, ἡ Ἁγία Τριάδα, μέσα ἀπό τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν ἐμπειρία Ὀρθόδοξη καί ἀσκοῦνται, εἶναι ὡς φανέρωση τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

Ἐξάλλου καί στή σημερινή ἀκολουθία πάρα πολλές φορές ἀκούστηκε ἡ λέξη φῶς. Τό λέμε καί στό «Πιστεύω» μας: «Φῶς ἐκ φωτός». Ἔτσι, λοιπόν, ὁ μόνος δυνατός τρόπος νά προσεγγίσω κατά τά μέτρα τῶν αἰσθήσεών μας τό Μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἶναι νά προσεγγίσω, πρακτικά, αὐτήν τήν ἐμπειρία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, πού εἶδαν τό Ἄκτιστο Φῶς. Ἐπειδή εἶναι ἐνδιαφέρον νά διαβάσω κείμενα παλαιῶν Πατέρων, ἀλλά καί ἀκόμη πιό ἐνδιαφέρον νά διαβάσω καί σύγχρονους Ἁγίους, θά κάνω ἀναφορές καί σέ παλαιούς Πατέρες, ὅπως τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ ἤ τόν Συμεών τόν Νέο Θεολόγο. Ἀλλά εἶναι συγκλονιστικό νά ἀναφέρω ἐμπειρίες συγχρόνων Ἁγίων, ὅπως ὁ σύγχρονος Ἅγιος Σιλουανός, ὁ ὁποῖος πέρασε τήν ἐμπειρία του στόν Πατέρα Σωφρόνιο, πού ἔζησε στό Ἔσσεξ. Ἐπειδή, λοιπόν, ἔχω κείμενά τους πού ἀναφέρονται σ᾽ αὐτήν τή φανέρωση τοῦ Φωτός, ὅλη αὐτή ἡ σύντομη ὁμιλία θά ἀναφέρεται στά κείμενά τους καί μερικά στοιχεῖα θά δώσω γιά τό πῶς αὐτό βιώνεται στή ζωή μας.

Νά ξεκινήσω ἀπό κάτι τό ὁποῖο λέει ὁ πρῶτος Ἅγιος πού ἀνέφερα, ὁ Σιλουανός: «Καί ἰδού τήν ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἴσως τό ἔτος 1924, τό Φῶς ἐπεσκέφθη ἐμένα, μετά τή Θεία Μετάληψη καί τότε αἰσθάνθηκα Αὐτό ὡς ἐπαφή τῆς Θείας αἰωνιότητας, μετά τοῦ πνεύματός μου, ἦταν ἱλαρό, πλῆρες εἰρήνης καί ἀγάπης. Τό Φῶς παρέμεινε μετ᾽ ἐμοῦ ἐπί τρεῖς ἡμέρες, διέλυσε τήν ἀπελπισία μου, τήν ἀνυπαρξία μου, ἡ ὁποία ἵστατο ἐνώπιόν μου, τήν ἀγωνία μου. Ἤμουν ἀναστημένος καί ἐντός μου καί μετ᾽ ἐμοῦ ἦταν ὅλο τό Φῶς».

Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, στό τέλος τῆς ἀκολουθίας τοῦ Πάσχα, ὅπως ἦταν τότε, ἦταν πολύ ζωντανός πάλι: «Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος». Ἀλλά αὐτήν τήν ἀνάσταση τή ζοῦσαν πιά, ἦταν μιά ἐμπειρία. Κάτι ἀντίστοιχο, λέγει καί ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ὁποῖος ἔζησε αὐτό τό γεγονός μέ ἕνα συγκλονιστικό τρόπο καί λέει τό ἑξῆς: «Ὅλο τό Φῶς ἦταν τά πάντα, ἀκόμη καί ὅταν μεταλάμβανα ἐκείνη τήν ἡμέρα πού εἶχα αὐτή τήν ἐμπειρία τοῦ Φωτός, ὁ ἄρτος τῆς Ἀχράντου Σαρκός Αὐτοῦ καί τό ποτήρι Αὐτοῦ ἦταν ὅλα Φῶς. Ὅλη ἡ ζωή γίνεται Φῶς».

Ἀλλά σημαντική εἶναι καί ἡ ἄλλη μαρτυρία γιά τό Ἄκτιστο Φῶς, πάλι ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη: «Περί τάς ἀρχάς τῆς δεκαετίας τοῦ 1930, ὅταν ἤμουν ἤδη διάκονος, ἡ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ παρέμεινε μετ᾽ ἐμοῦ ἐπί δύο ἑβδομάδες. Τό ἑσπέρα, ὅταν ὁ ἥλιος ἔβαινε πρός τή δύση αὐτοῦ, ὀπίσω τοῦ Ὀλύμπου, καθόμουν ἐπί τοῦ ἐξώστου, πλησίον τοῦ κελίου μου, ἀτενίζων πρός τό βράδυ. Κατ᾽ ἐκείνας τάς ἡμέρας ἔβλεπον τό ἑσπερινό φῶς τοῦ ἡλίου καί ἐν ταυτῷ, μαζί μέ τόν ἥλιο καί ἕνα ἄλλο Φῶς, ὅπερ τρυφερῶς μέ περιέβαλλε καί εἰρηνικῶς ἔμπαινε μέσα μου, στήν καρδιά μου καί μέ παράδοξο τρόπο, πού δέν καταλάβαινα μοῦ ἔδινε μιά ἀπέραντη ἀγάπη καί τότε ἀπέκτησα μιά εὐσπλαχνία γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅποιοι καί νά ἦταν, ὅπως καί νά ἐφέροντο, ὅσο καί νά μισοῦσαν, αἰσθανόμουν ὡσαύτως, ἀνώδυνον τή συμπάθεια πρός τόν κόσμο ὅλο. Μετά τή δύση τοῦ ἥλιου, γι᾽ αὐτές τίς μέρες πού εἶχα αὐτήν τήν ἐμπειρία ἀπεσυρόμην στό κελίον μου, πρός ἐπιτελείαν τοῦ κανόνος τῆς προσευχῆς μου καί ὅμως τό Φῶς παρέμενε συνεχῶς πάνω μου». Βλέπετε ἐμπειρίες Ἀκτίστου Φωτός πολύ πρακτικές.

Τό ἴδιο πράγμα μᾶς μεταδίδει καί ὁ γέροντας Σωφρόνιος πού εἶχε τήν ἐμπειρία καί τή διδασκαλία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός Αὐτοῦ, ἀπό τόν γέροντά του, τόν Ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη: «Συντόμως μετ᾽ αὐτά, ἐγώ πού εἶχα παλιά ἀσχοληθεῖ μέ ἄλλα θρησκεύματα, καί μάλιστα μέ τόν ὑπερβατικό διαλογισμό, βλέπετε εἶναι ἕνα σύστημα ψευτοπροσευχῆς τοῦ Βουδισμοῦ, κατάλαβα πώς αὐτή ἡ προσευχή ἦταν τραγική γιά μένα, ὅταν πῆρα ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, γιατί τότε ὅταν ἔκανα τίς ἄλλες προσευχές, τίς δαιμονικές, μέσα μου εἶχα ἀπόλυτη ταραχή. Ὅταν μπῆκα σ’ αὐτήν τήν προοπτική, ὅπως μοῦ τό δίδαξε ὁ πνευματικός μου, ὁ Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, τότε ἡ ἐμπειρία ἦταν μιά ἄλλη, ἔφυγε κάθε ταραχή ἀπό τήν καρδιά μου καί ἀπό τή ζωή μου. Ἡ φύσις τοῦ Φωτός αὐτοῦ εἶναι μυστηριώδης. Διά ποῖον δῶρον θά ἠδύνατό τις νά περιγράψει αὐτό; Τί εἶναι ἀόρατο, ἀκατάληπτο, κάποτε τό βλέπεις, κάποτε δέν τό βλέπεις. Εἶναι ἱλαρό, τρυφερό, σέ κάνει νά χαίρεσαι χωρίς νά ὑπάρχει λόγος, εἶσαι μόνο χαρά. Δέν ὑπάρχει κάτι χαρούμενο στόν κόσμο, εἶσαι μόνο χαρά. Εἶσαι ὅλο Φῶς». Αὐτή ἡ ἐμπειρία, λοιπόν, εἶναι ἀνεπανάληπτη, καί εἶναι δοσμένη γιά νά τή ζήσουν ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Ἐπαναλαμβάνω τά λόγια καί πάλι τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, πού λέει: «Μές σ᾽ αὐτό τό Φῶς φανερώθηκε ὅλος ὁ Χριστός, ὅλα ἦταν Χριστός, ὅλα ἦταν Φῶς».

Προσέξτε, τώρα, πάρα πολλοί θεολόγοι μιλοῦν περί θεώσεως ἀφηρημένα. Κι ἐμεῖς τό λέμε: ἡ θέωση. Δέν εἶναι ὅμως ἀφηρημένο, εἶναι ἕνα γεγονός πολύ πρακτικό. Ἡ θέωση δέν εἶναι μιά ἰδέα. Κι ἐμεῖς τό λέμε, λέμε: «Εἴμαστε φτιαγμένοι γιά νά γίνουμε Ἅγιοι». Ἀλλά αὐτό εἶναι ἐμπειρία. Ἀλλά, αὐτή ἡ ἐμπειρία ἀποκτᾶται μέσα ἀπό κάποιες προϋποθέσεις, ὅσες προϋποθέσεις ἔχει χαράξει κι ἔχει δώσει ἡ Ὀρθόδοξη παράδοσή μας: ὅ,τι λέμε ἄσκηση, ὅ,τι λέμε ξεπέρασμα τοῦ πόνου καί τῆς ἀγωνίας, ὅ,τι λέμε ταπείνωση, ὅ,τι λέμε νηστεία, ὅ,τι λέμε ἐγκράτεια. Ὅλα αὐτά εἶναι βήματα, τά ὁποῖα σιγά-σιγά μᾶς ὁδηγοῦν στή θέωση καί πιά ἡ θέωση πρακτικά, πάνω στή ζωή μας εἶναι μιά ἐμπειρία καί στό τέλος αὐτῆς τῆς πορείας, κατά τά λίγα λόγια πού διάβασα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ καί τοῦ πατρός Σωφρονίου, ἔρχεται αὐτό τό ἀποτέλεσμα, εἶναι τό Φῶς τό ἱλαρόν πού ἔρχεται στήν καρδιά μας κάθε μέρα. Μετά τήν πρώτη ἐπίσκεψη τῆς Χάριτος, ὅταν αὐτό γίνεται ἐμπειρία πιά, ἐμπειρία, ἀρχίζουν πολλές δυσκολίες καί πόλεμοι. Βλέπετε ὁ πειρασμός δέν ἀφήνει. Καί τότε ἀπαιτεῖται πολύς χρόνος κάποιος νά τό εμπεδώσει. Πρέπει νά συνεχίσει τήν ἄσκησή του. Προσέξτε ἡ ἄσκηση εἶναι τό κλειδί γι᾽ αὐτήν τήν ἐμπειρία. Κι ἐγώ σήμερα τολμῶ, ἐπειδή εἶναι τέτοια μέρα, νά μιλήσω γι᾽ αὐτήν τήν ἐμπειρία. Εἰδάλλως, θά μοῦ λέγατε: “μίλησε γιά κάτι ἄλλο πρακτικό”. Ἀλλά δέν μπορῶ σήμερα τίποτα ἄλλο νά πῶ, παρά μόνο αὐτό καί τίποτα ἄλλο. Γι᾽ αὐτήν τή μία καί κοινή ἐμπειρία ὅλου τοῦ κόσμου, ἄν ἐμεῖς ἀσκηθοῦμε, κι ἄς φαίνεται ἀκατάληπτο, κι ἄς φαίνεται ἀκατόρθωτο. Γιατί ὁ Θεός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ὅλο συγκροτεῖ τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, ἀγαπάει ὅλο τόν κόσμο καί αὐτή εἶναι μιά ἐμπειρία ὅλου τοῦ κόσμου. Μήν πεῖτε μετά, ὅταν θά φύγετε ἀπό ἐδῶ “μᾶς μίλησε γιά πράγματα οὐράνια”. Νά ἀπαντήσετε μέ τά λόγια τῶν Ἁγίων “μᾶς μίλησε γιά τά πιό οὐράνια πράγματα πού γίνονται ἀπόλυτα ἐπίγεια”, γιατί οἱ ἄνθρωποι πάνω σ᾽ αὐτή τή Γῆ αὐτά τά ζοῦμε.

Πρέπει νά προσέχουμε πῶς νά ζοῦμε στόν κόσμο, ὅλοι μας καί οἱ κληρικοί καί οἱ μοναχοί καί οἱ λαϊκοί. Συνεχῶς, πρέπει νά προσευχόμαστε, ἀκόμη κι ὅταν βαδίζουμε στόν δρόμο, νά λέμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησέ με». Ὅσο περισσότερο θυμόμαστε τόν Θεό, τόσο περισσότερο ἑτοιμάζουμε τόν νοῦ μας, τίς αἰσθήσεις μας, τήν καρδιά μας γιά νά ζήσει αὐτήν τήν ἐμπειρία. Βλέπετε ὅσο πιό πολύ καλλιεργεῖς ἕνα χωράφι, τόσο καλύτερα προϊόντα φέρνει.

Ἄρα, αὐτή ἡ ἱστορία, τῆς δῆθεν ἀπίθανης ἐμπειρίας πού σᾶς περιγράφω τώρα εἶναι ἐμπειρία καθημερινότητας. Μπορεῖτε νά ἔχετε συνεχῶς ἄσκηση καί [νά ἔχετε συνεχῶς] ταπείνωση στόν νοῦ σας; Μπορεῖτε νά ἔχετε τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ συνέχεια στόν νοῦ σας; Ἑτοιμαστεῖτε κι ἐσεῖς γι᾽ αὐτό τό φαινομενικά μεγάλο ἐπίτευγμα. Τό πρωί νά προσευχόμαστε νά μᾶς δίνει ὁ Θεός φωτισμό, φωτισμό γιά ὅλα τά πράγματα, ἀκόμα καί γιά τό πῶς θά ποῦμε καλημέρα στό πρωινό μας, γιά τό πῶς θά ἀπαντοῦμε στά ἐρωτήματα τῶν ἄλλων. Ταυτόχρονα, αὐτή ἡ ἐμπειρία γίνεται καθημερινή ἄν ἔχουμε μνήμη τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Γραφῆς, τῶν Πατέρων. Εἶναι μιά συνεχής ἐνασχόληση, ἡ ὁποία δέν σταματάει πουθενά, μά πουθενά.

Ἔχω ἐδῶ καταγεγραμμένη καί τήν ἴδια ἐμπειρία, ἑνός ἄλλου, μιᾶς μεγάλης μορφῆς τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας, τοῦ πατρός Ἐφραίμ τοῦ Κατουνακιώτου, ὁ ὁποῖος ἔζησε τά ἴδια πράγματα, τά ὁποῖα μᾶς περιέγραψε καί ὁ πατέρας Σωφρόνιος, ἀλλά καί ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης. Εἶναι ἡ ἐμπειρία, λέει, τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Ἀκοῦστε τί περιγράφει ὁ πατήρ Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης: «Ἕνα βράδυ, κάνοντας εὐχή στήν καλύβα, ἔβλεπα πρός τή θάλασσα. Εἶδα τρία φῶτα. Στήν ἀρχή, νόμισα ὅτι ἦταν ψαράδες πού ψάρευαν. Ἔβλεπα, ὅμως, ὅτι τά φῶτα πλησίαζαν πρός τήν καλύβα μου. Μπῆκαν μέσα σ᾽ αὐτήν. Γέμισαν ὅλο τόν χῶρο κι ἔπεσα κάτω στά γόνατα. Δέν φοβήθηκα καθόλου, ἀλλά εἶχα τήν αἴσθηση, [ὅτι] μ᾽ ἀγκάλιαζε ὅλος ὁ Θεός, ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἡ χαρά μου ἦταν ἄρρητη. Δύσκολα ἐπανῆλθε πολλές φορές αὐτό τό πράγμα. Εἶναι ἔκτακτο γεγονός, ἀλλά ἔτσι ἤμουνα. Ἤμουνα σάν τό χορταράκι πού πέρασε πάνω ἄνεμος, ἀλλά δέν συντρίφθηκε, δέν διαλύθηκε». Αὐτή ἡ ἐμπειρία, εἶναι πάρα πολλῶν Πατέρων καί Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός εἶναι αὐτός πού ἔχει ὀρθή δόξα, δηλαδή ὀρθή πίστη. Ἀλλά ὀρθή πίστη δέν σημαίνει ἁπλῶς νά ξέρουμε τά δόγματα ὅλα. Νά τά ξέρουμε. [Ὀρθόδοξος χριστιανός εἶναι αὐτός] πού ἔχει αὐτή τήν ἐμπειρία, πού ὅπως σᾶς εἶπα ξεκινάει ἀπό ὅ,τι λέμε στήν Ἐκκλησία μας ἄσκηση, προσευχή, ταπείνωση, ἀπαντοχή στούς πειρασμούς καί στίς δυσκολίες. Καί σιγά-σιγά ἔρχεται αὐτή ἡ ἐμπειρία. Οἱ σωματικές σαρκικές επιθυμίες πού δέν ἱκανοποιοῦνται. Ἔχουμε ἐπιθυμίες ἀρχικές, πάρα πολλές, [πού] θεραπεύονται μέ δύο τρόπους. Ὁ ἕνας εἶναι ἡ ἀφθονία τῆς Θείας Χάριτος, νά ἔρθει πολλή Χάρις. Κι ὁ ἄλλος εἶναι ἡ ἀσκητική πράξη. Βλέπετε δύο πράγματα εἶναι, ἡ ἀφθονία τῆς Θείας Χάριτος, πού δίνεται σέ ὅλους μας, καί ἡ ἀσκητική πράξη. Προσέξτε, ἄν θέλω νά πάρω νερό ἀπό τό πηγάδι καί ἔχω ἕνα πολύ μικρό δοχεῖο, λίγο νερό θά πάρω. Ἄν τό δοχεῖο μεγαλώσει, περισσότερο νερό θά πάρω. Ἄρα, μέσα ἀπό τήν ἄσκηση διευρύνονται οἱ δυνατότητές μας νά ζήσουμε ὁλόκληρη τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε εἴμαστε μάτια, νοῦς, αἰσθήσεις, ἀκοή. Τά πάντα εἴμαστε. Ἄν ὅλα ταυτόχρονα τά καθαρίζουμε, διευρύνουμε τότε τήν εἴσοδο αὐτοῦ τοῦ δοχείου καί ἀφήνουμε τόν Θεό πού μᾶς ἀγαπάει, μέσα ἀπό τό Φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά εἰσέρχεται μέσα μας ἀπό ὅλες μας τίς αἰσθήσεις. Προσέξτε ἕνα παράδειγμα, πού λένε οἱ Πατέρες καί συνήθως τό χρησιμοποιοῦν στήν ἐξομολόγηση. Ἄν κάποιος ἔχει κάνει πέντε ἁμαρτίες καί μετανιώνει ἀπό τίς τέσσερις, σημαίνει πού ἔχουμε ἕνα καράβι πού ἔχει πέντε τρύπες καί κλείσαμε τίς τέσσερις. Τό νερό θά μπεῖ καί θά βουλιάξει τό καράβι ἀπό τήν πέμπτη. Ἔτσι, λοιπόν, ἐπειδή εἴμαστε αἰσθήσεις, ὁ νοῦς μας, ἡ καρδιά μας, τά μάτια μας, τά αὐτιά μας, ὅ,τι ζοῦμε εἶναι αἰσθήσεις, ὅσο περισσότερο διευρύνονται οἱ αἰσθήσεις σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, ταυτόχρονη ἄσκηση σέ ὅλα, τότε ἀφήνουμε τόν Θεό νά εἰσέλθει μέσα μας. Αὐτό εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Κι ἔτσι, λοιπόν, ἀποκτοῦμε τέτοια ἐμπειρία, μιᾶς ἀπέραντης χαρᾶς. Δέν ὑπάρχει καλύτερη περίπτωση γιά ταπείνωση ἀπό τό νά μᾶς περιφρονοῦν οἱ ἄλλοι. Βλέπετε, ὅταν μᾶς περιφρονοῦν δέν ἀντέχουμε. Ἄν μάθουμε νά ἀντέχουμε, τότε ὅλες μας οἱ αἰσθήσεις ἀσκοῦνται στό νά δεχθοῦν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν προσεύχεται κανείς δέν πρέπει νά προσέχει τίποτε, οὔτε τίποτα ἄλλο. Ἀλλά νά στέκεται ὁ νοῦς του στόν Θεό. Ὅλος ὁ Θεός μπαίνει μπροστά του. Δέν πετάει ὁ νοῦς ποτέ.

Ἄν σέ μιά πράξη ἐμεῖς ἔχουμε ἄδικο 5% καί οἱ ἄλλοι ἄδικο 95%, νά ἕνα παράδειγμα ὡραῖο πού λέει ὁ πατήρ Σωφρόνιος. Εἶναι μιά πράξη πού ἔχουμε σίγουρα ἄδικο ἐμεῖς μόνο 5% κι οἱ ἄλλοι ἔχουν ἄδικο 95% καί διορθώσουμε ἐμεῖς τό δικό μας 5%, [χωρίς] νά περιμένουμε τί θά διορθώσουν οἱ ἄλλοι. Δέν θά ποῦμε ἐμεῖς: “οἱ ἄλλοι πού ἔχουν τό 95% γιατί δέν διορθώνονται;”. Ἀλλά ἐμεῖς μέ αὐτό τό 5%, τό λίγο πού κάνουμε, ἀφήσαμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά μπεῖ μέσα μας, ἀφήσαμε τό Φῶς τοῦ Θεοῦ νά μπεῖ μέσα μας. Τά ὑπόλοιπα 95% τῶν ἄλλων, εἶναι τῶν ἄλλων. Ὁ Θεός θά κανονίσει γι᾽ αὐτούς κατά τή μετάνοιά τους. Ἄρα προσέξτε, μέσα ἀπ᾽ αὐτήν τήν προοπτική τῆς βαθιᾶς ἀλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπό ὅλες τίς αἰσθήσεις του, γίνεται ἄς τό πῶ ἔτσι, θεόπτης καί ζεῖ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν ζητεῖ νά ἀναλύει τί ἔκαναν οἱ ἄλλοι καί τί δέν ἔκαναν οἱ ἄλλοι, πόσο ἄλλαξαν οἱ ἄλλοι. Ἀλλάζουμε ἐμεῖς βαθιά κι ὁ Θεός ξέρει τόν ἀγώνα τοῦ καθενός. Νά ἀγαποῦμε τήν περιφρόνηση πού μᾶς δείχνουν οἱ ἄλλοι. Προσέξτε, αὐτές εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιά νά μποροῦμε νά καλλιεργήσουμε τίς αἰσθήσεις μας καί νά μποῦμε σ᾽ αὐτήν τήν προοπτική. Λέει νά ἀγαποῦμε τήν περιφρόνηση πού μᾶς δείχνουν οἱ ἄλλοι. Πόσο δύσκολο εἶναι, ἔ; Ὅταν μᾶς ταλαιπωροῦν οἱ ἄλλοι καί μᾶς περιφρονοῦν. Ὅμως, νά μήν καυχιόμαστε, οὔτε γιά τήν ὑπομονή πού κάνουμε. Τά ὑπόλοιπα τά ἀφήνουμε στόν Θεό.

Ὅλα αὐτά εἶναι πράγματα τά ὁποῖα μᾶς διευρύνουνε συνεχῶς. Βλέπετε, ἐμεῖς στήν Ἐκκλησία μας ξέρουμε ὅτι κάποιοι εἶναι θεολόγοι. Ξέρουν τή θεολογία. Ἀληθινοί θεολόγοι στήν Ἐκκλησία εἶναι ἐκεῖνοι πού μισοῦν τά πάθη τους. Κι ὅσοι εἶναι θεολόγοι, καί μισοῦν τά πάθη τους, ἐπειδή τά μισοῦν ἀκριβῶς, καθαρίζουν τά πάθη τους καί τότε [γίνονται] ἀνοιχτοί, [καί] στόν χῶρο πού καθάρισαν, [μπαίνει ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος]. Βλέπετε ἄν βγάλετε τή βρωμιά ἀπό ἕνα ποτήρι, εἶναι ἕτοιμο τό ποτήρι νά πάρει μέσα κρασί. Ἄν βγάλετε τή βρωμιά θά μπεῖ μέσα τό κρασί. Ὅσο περισσότερο, λοιπόν, καθαρίζετε τίς αἰσθήσεις σας, τότε θά μπεῖ μέσα τό κρασί, [δηλαδή] ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τότε γινόμαστε θεολόγοι. Κάθε φορά πού καθαρίζουμε τά πάθη μας, γινόμαστε θεολόγοι. Εἶναι συγκλονιστική αὐτή ἡ ἐμπειρία, [πού] μᾶς ὁδηγεῖ στό Φῶς.

Καί φυσικά, προσέξτε, μήν ἀναλύετε τή ζωή σας κατά τά μέτρα ἀνθρωπίνων νόμων, τί λέει ἡ ψυχολογία, τί λέει ἡ φιλοσοφία. Ἐμᾶς ἕνα πράγμα μᾶς νοιάζει νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά πάθη μας. Καμιά φιλοσοφία, καμιά ψυχολογία δέν θά μᾶς βοηθήσει νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά πάθη μας. Γιατί χωρίς αὐτήν τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη, δέν μπορεῖς νά περιμένεις αὐτήν τήν ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

Ἀκόμη προσέξτε, καί πράγματα τά ὁποῖα εἶναι ἀνθρώπινα, νά τά προσέχουμε. Λέει ἀκόμη καί ἡ ἐρωτική ἀγάπη, ἐρωτική ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, ἄν εἶναι πάρα πολύ ἔντονη καί στρέψει τόν ἕνα πρός τόν ἄλλον καί τό μυαλό πετάξει καί φύγει ἀπό τόν Θεό καί εἶναι ἀγάπη τοῦ ἑνός ὡς πρός τόν ἄλλον καί τίποτα ἄλλο. Τότε, αὐτή ἡ ἐρωτική ἀγάπη πού εἶναι καί δῶρο ἀπό τόν Θεό, ἄν δέν στρέφεται στόν Θεό, μᾶς ἀποστρέφει ἀπό αὐτή τή δυνατότητα νά ζήσουμε τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε, ἄν θέλω ἐγώ τώρα, αὐτό τό μικρόφωνο καί αὐτό τό ἀντικείμενο πού ἔχω μπροστά μου, [νά τά κρατήσω μαζί ἑνωμένα, κι] ἄς φανταστῶ τώρα, ὑπόθεση εἶναι, [εἶναι κάποιοι] πού ἀγαπιῶνται, τί πρέπει νά γίνει, γιά νά κρατηθοῦν μαζί; Τί πρέπει νά γίνει; Πρέπει κάποιο χέρι νά τά κρατήσει, δέν ἀρκεῖ τό ἕνα νά ἀγαπάει τό ἄλλο. Πρέπει ἕνα χέρι νά ἔρθει νά τά κρατήσει. Ἄρα, καί στήν καθημερινή ἀνθρώπινη ἀγάπη, ὄχι μόνο πιά τήν ἐρωτική, ἡ ἀγάπη τῆς μητέρας πρός τό παιδί, τοῦ παιδιοῦ στή μητέρα, δέν ἔχει [ἡ κάθε ἀγάπη] μόνη της τά ἀποκλειστικά, ὅλα αὐτά ἔχουν μιά ἄσκηση. Νά ἀγαπᾶς, ἀλλά ἔχοντας στόν νοῦ τόν Θεό, Ἐκεῖνος μόνο μπορεῖ νά σέ ἑνώσει, [νά σέ κρατήσει μαζί].

Ἄν σέ ὅλα ἀφήνουμε τόν Θεό νά μιλήσει, τότε εἴμαστε κι ἐμεῖς γι᾽ αὐτήν τή συγκλονιστική ἐμπειρία τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλα αὐτά πού σᾶς λέω τώρα, μπορεῖ νά φαίνονται πολύ μακρινά ἀπό ἐμᾶς καί [μπορεῖ νά] λέμε: τί εἶναι αὐτά πού μᾶς λέει; Ξέρετε πολύ παλιά, πρίν ἀπό χίλια καί κάτι χρόνια, ἕνας ἄλλος μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, περιγράφοντας τήν ἐμπειρία του αὐτή, λέει ἀκριβῶς τά ἴδια τά λόγια πού διαβάσαμε ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό ἤ ἀπό τόν πατέρα Σωφρόνιο. Τά ἴδια λόγια λέει καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τά ἴδια λόγια λέει καί ὁ πατήρ Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης. Αὐτή εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ἐγώ δέν σᾶς τά λέω αὐτά γιά νά φανταστεῖτε καί νά πεῖτε: πώ, τί μεγάλα πράγματα λέει ἡ Ὀρθοδοξία μας; Ἐγώ λυπᾶμαι πού δέν τά ζοῦμε. Καί λυπᾶμαι πού δέν τά ζοῦμε, γιατί ἐμεῖς δέν ἀφήνουμε τόν Θεό νά λειτουργήσει πάνω μας. Δέν [Τόν] ἀφήνουμε. Βλέπετε τί εἶπα πρίν, περιφρόνηση, νά ἀντέχουμε τούς πειρασμούς, τίς δυσκολίες, νά ἔχουμε ἐμεῖς μόνο 5% ἄδικο κι οἱ ἄλλοι 95% καί νά μή μᾶς νοιάζει. Ἐπειδή, λοιπόν, τόν Θεό δέν τόν ἀφήνουμε κι ὁ Θεός δέν εἰσέρχεται μέσα μας μέ τή βία. Μᾶς ἀφήνει ἐλεύθερους. Ἀκόμη καί νά μήν Τόν θέλουμε! Τί κρίμα νά μήν Τόν θέλουμε(;)! Τί κρίμα τέτοια μέρα, μέρα τῆς φανερώσεως τοῦ Ἀκτίστου Φωτός καί νά μήν Τόν θέλουμε(;)! Μά, θά πεῖτε ὅλοι σας: «Μά Τόν θέλουμε, Τόν θέλουμε! Θέλουμε τώρα νά τόν δοῦμε!» Ἄν λοιπόν, ὅλοι, ὁμοφώνως, μέσα ἀπό τήν καρδιά σας, τέτοια γιορτή καί τέτοια μέρα πεῖτε, Τόν θέλουμε, Τόν θέλουμε, ἀνοῖξτε τόν δρόμο νά Τόν θέλετε.

Τί ἦταν αὐτά τά ὀνόματα πού σᾶς ἀνέφερα; Τά ὀνόματα πού σᾶς εἶπα δέν ἦταν ὅλα Ἁγίων. Ναί, ὁ Παλαμᾶς ἦταν Ἅγιος. Ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἦταν Ἅγιος. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης ἦταν Ἅγιος. Ὁ πατήρ Ἐφραίμ δέν ἀνακηρύχτηκε Ἅγιος, οὔτε ὁ πατήρ Σωφρόνιος. Εἶναι λόγια λοιπόν κοινῆς ἐμπειρίας. Ἄν λοιπόν κι ἐσεῖς φωνάξετε μαζί μου: «Ναί Τόν θέλουμε. Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν», τότε ὁ Θεός θά ἀνταποκριθεῖ στήν προσευχή μας. Δέν τό λέμε κάθε μέρα τώρα; «Παράκλητε, ἀγαθέ, ἐλθέ καί σκήνωσον, κατασκήνωσον ἐν ἡμῖν».῎Ε; Δέν τό λέμε κάθε μέρα; Τί εἶναι αὐτό πού λέμε; Ἄν, λοιπόν, ὅλοι μαζί φωνάξετε: «Ναί, ναί, Τόν θέλουμε. Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν. Ἐλθέ Κύριε». Θά βάλετε [καί] μία συνεργία, ἔ; Θά βάλετε τήν προσωπική σας ἄσκηση, τήν προσευχή, τήν ταπείνωση καί τόν καθημερινό ἀγώνα, χωρίς γογγυσμό, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς κατηγορία κανενός, μέ πολλή ἐγκράτεια γιά ὅλα καί ἀγαπώντας ὅλο τόν κόσμο, μή μισώντας κανέναν. Καί τότε νά ξέρετε, αὐτή ἡ καθημερινή προσευχή μας: «Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν», θά ἔρθει νά βιωθεῖ πάνω μας. Αὐτό πού λέει ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος: «Ὅταν στήν ἀρχή, ζοῦσα αὐτό τό πράγμα, εἶχα μιά χαρά πού δέν περίμενα γιατί εἶχα χαρά. Δέν συνέβη κάτι πού νά μέ κάνει χαρούμενο, ἀλλά εἶχα μιά ἀπέραντη χαρά. Οὔτε κέρδισα κάτι, οὔτε μοῦ εἶχε συμβεῖ κάτι καλό, κατά τά μέτρα τοῦ κόσμου. Εἶχα χαρά, ἀπέραντη χαρά». Αὐτό σημαίνει ὅτι τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεός. Εἶχε χαρά χωρίς λόγο, ἤ μᾶλλον εἶχε χαρά μέ Λόγο [κι ὅπου Λόγος ὁ Χριστός]. Βλέπετε, πόσο φτωχοί εἴμαστε(;)! Ἐμεῖς χαιρόμαστε, μόνο ὅταν ὑπάρχει λόγος. Ὅταν κάτι πετύχαμε. Εἶναι μιά χαρά πού ἔρχεται μέσα μας καί χαίρεσαι καί λές: «Μά χωρίς λόγο, τί συνέβη σήμερα; Τί καλό μοῦ συνέβη;» Τίποτε καλό. Βγῆκε ὁ ἥλιος, ἔφυγε ὁ ἥλιος. Ἦρθε ἡ μέρα, ἦρθε τό σκοτάδι, ἦρθε ἡ βροχή. Ὅλα τά πράγματα τοῦ κόσμου λειτούργησαν ὅπως ἦταν, τί μοῦ συνέβη; Τότε νά ξέρετε αὐτή ἡ ἐμπειρία, εἶναι ἐμπειρία τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Μιά χαρά, χωρίς λόγο. Κι αὐτή ἡ χαρά μένει. Κι ἄν ἀκόμη φαίνεται ὅτι φεύγει, δέν φεύγει ποτέ. Κι ὁ Θεός πάντα περιμένει. Ἐλθέ, λοιπόν, καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν.

Προσπάθησα, λίγα λεπτά τώρα, μπορεῖ νά ἤμουν ἀνόητος, νά σᾶς δώσω μία ὑψίστη ἐμπειρία καί μία ὑψίστη δυνατότητα ὅλων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Αὐτό ἔχουμε σάν δυνατότητα. Ξεκινῆστε ἁπλά καί ταπεινά. Ἀξιοποιῆστε αὐτά πού ἔχετε στή ζωή σας. Ἐδῶ πού ζεῖτε, μ’ αὐτούς πού ζεῖτε, τό σπίτι πού ζεῖτε. Νά μπορεῖτε νά τούς ἀγαπᾶτε, νά τούς ἀντέχετε, νά προσεύχεστε γιά ὅλους, νά μή σᾶς πειράζει τίποτα, νά μή σᾶς ταλαιπωρεῖ τίποτε. Καί τότε ἐπειδή θά καθαρίσετε τό δοχεῖο, θά μπαίνει μέσα πολύ κρασί. Καί θά λέτε μά τί συνέβη; Βλέπετε τό ποτήρι δέν ἔχει αἴσθηση τοῦ κρασιοῦ πού μπῆκε μέσα. Ἀλλά, εἶναι γεμάτο κρασί. Στήν ἀρχή εἶναι μία χαρά, τό λέω, πού εἶναι ἄρρητη, ἀπόρρητη.

Λίγα λόγια σᾶς εἶπα σήμερα γιά μεγάλο θέμα. Μπορεῖ ἀνοήτως νά τό τόλμησα. Ἀλλά θά ἤμουν κι ἐγώ ἀνόητος ἄν τόν λαό τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι φτιαγμένος γιά νά ζήσει τήν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἐμπειρία τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ, δέν σᾶς τή μετέδιδα. Ἐμεῖς ἔχουμε εὐθύνη ὅλοι, οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας κι ὅλοι, νά δίνουμε στόν λαό μας αὐτήν τήν ἐμπειρία, γιατί εἶναι ἐμπειρία δική σας. Ἀποκλεῖστε την, ὁ Θεός θά τήν δωρίσει. Ἀλλά, ἄν βάλετε συνεργία, ὁ Θεός θά τήν δωρίσει, [καί θά ἔχετε αὐτήν τήν ἐμπειρία]. Νά εἶστε σίγουροι!

Κι ἐγώ λοιπόν τελειώνοντας αὐτό τό σύντομο λογύδριο, νά παρακαλέσω τήν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νά ᾽ρθει καί νά σκηνώσει πάνω μας καί νά γεμίσει τίς καρδιές μας. Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος, καί σῶσον Ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν!

Ἀμήν!

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Πεντηκοστή: Το όριο της απαντοχής του ανθρώπου για να καταλάβει την αγάπη του Θεού


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Πράξεων τῶν Ἀποστόλων
 2:1-11

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  της Πεντηκοστής

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 - εδώ 

Η αγάπη του Θεού, επειδή είναι μυστήριο, είναι ακατανόητη και ακατάληπτη. Απλώς ο άνθρωπος μπορεί να την καταλάβει μερικώς και αποσπασματικώς, μέχρι εκεί που αντέχει ο άνθρωπος. Η σημερινή γιορτή είναι ακριβώς το όριο της απαντοχής του ανθρώπου για να καταλάβει την αγάπη του Θεού. Ο Θεός με το γεγονός της Πεντηκοστής, της αποστολής του Αγίου Πνεύματος, σφραγίζει όλο το έργο της Θείας Οικονομίας. Από τότε που ο άνθρωπος έπεσε, ο Θεός ετοίμαζε τον άνθρωπο γι’ αυτή τη μέρα, για να μπορεί ακριβώς να πάρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και να ανέλθει στο ύψος του Ουρανού και να μπορεί κι αυτός να γίνει Θεός. Και έτσι λοιπόν, αυτή η μέρα ακριβώς, που είναι το αποκορύφωμα του έργου της Θείας Οικονομίας και το σφράγισμά της, είναι και το όριο της ανθρώπινης κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.

Ο Θεός ό,τι κάνει το κάνει για να το ζήσουμε εμείς. Κοιτάξτε τι γίνεται στην Πεντηκοστή. Κατεβαίνει το Άγιο το Πνεύμα και κατεβαίνει, θα έλεγα, με κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες προϋποθέσεις αφορούν εμάς. Και αν εμείς αυτές τις προϋποθέσεις τις βάλουμε στη ζωή μας, τότε φτάνουμε σε αυτό το όριο, το πιο ακραίο σημείο τού να καταλάβουμε την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις που αφορούν εμάς; Εμείς είμαστε πεπερασμένοι και έχουμε όρια, γι’ αυτό έχουμε προϋποθέσεις. Ο Θεός δεν έχει προϋποθέσεις, επειδή είναι απέραντος και αιώνιος. Και εμείς αν ζήσουμε σαν κι Αυτόν, θα γίνουμε χωρίς προϋποθέσεις. Αλλά να ποιες είναι  οι προϋποθέσεις τώρα, για να μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτό το ακρότατο σημείο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.

Το κείμενο το αποστολικό, που ακούσαμε πριν από λίγο, τις διάγραφε αδρά και πεντακάθαρα. Να ποιες ήταν. Οι Απόστολοι ήτανε, λέει, συνηγμένοι «ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Αυτές είναι οι πρώτες προϋποθέσεις. Προσέξτε το «ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Θα νόμιζε κάποιος που ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που γράφει το κείμενο των Πράξεων, λέει το ίδιο πράγμα. Αλλά δεν είναι το ίδιο το πράγμα. Το «ἐπὶ τὸ αὐτό» σημαίνει ήταν μαζεμένοι σ’ έναν τόπο, δηλαδή, άντεχαν ο ένας να βλέπει τον άλλο και άντεχαν ο ένας να ζει μαζί με τον άλλο. Αλλά ούτε αυτό θα ήταν αρκετό, η τοπική τους σύναξη, αν δεν είχαν και το «ὁμοθυμαδὸν». Δηλαδή, είχαν κάτι πολύ βαθύ, βλέπετε, το θυμικό είναι το «ὁμοθυμαδὸν», κάτι πολύ βαθύ στον άνθρωπο, και το «ὁμοῦ». Είχανε μια κοινότητα ζωής που δεν έπαυε να τους κάνει να έχουνε και διαφορετικές σκέψεις. Αλλά ένα πράγμα ήταν για αυτούς σπουδαίο: να πορεύονται προς τον Χριστό, και μέσα από εκεί, μπορούσαν να έχουν ποικίλες σκέψεις. Δεν ήταν δηλαδή ρομπότ που δεν σκεφτόταν διαφορετικά, όλοι είχαν τον χαρακτήρα τους, και όμως είχαν το «ὁμοθυμαδὸν». Όλοι ένα πράγμα επιδίωκαν. Γιατί καθόντουσαν εκεί; τι περίμεναν; Κάτι που τους είχε πει ο Χριστός: «Θα σας στείλω την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος». Ό,τι λοιπόν σκέψεις και να ’χανε, όποιες προσωπικότητες και να ’χανε, αυτό τους χαρακτήριζε και αυτό τους έκανε να έχουν κοινό θυμικό, δηλαδή κοινό εσωτερικό κόσμο, που δεν καταργούσε τα χαρίσματά τους, αλλά τους έκανε να ’χουνε ενότητα ζωής.

Να λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις για να μπορούμε να φτάσουμε σε αυτό το ακρότατο όριο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Να έχουμε κοινό θυμικό, να έχουμε κοινές προοπτικές όλοι μας, που αν έχουμε κοινές προοπτικές, ποτέ δεν μπορεί να διαταραχθεί η ενότητα. Η ενότητα θα διαταράσσεται, όταν έχουμε άλλες προοπτικές. Μια Εκκλησία ή Χριστιανοί που δεν έχουν ενότητα δηλώνουνε που δεν πιστεύουν στον Χριστό και στην κοινή προοπτική που μας ανοίγει: το «ὁμοθυμαδὸν»  αλλά και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Όχι μια θεωρητική σχέση με τον Χριστό, όχι είμαστε κάπου όλοι στον τόπο μας, στα κελιά μας κρυμμένοι και Σε σκεπτόμαστε, είμαστε και «ἐπὶ τὸ αὐτό»! Ο ένας αντέχει να ζήσει τον άλλον. Μέσα εδώ θα βρείτε μετά την παράδοση της Εκκλησίας μας, που καλλιέργησε την έννοια του κοινοβίου, την έννοια της συνάξεως, την έννοια της λειτουργικής συνάξεως, την έννοια του σώματος που είναι παρόν και βλέπεται ο ένας με τον άλλον. Να λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις, για να φτάσουμε σε αυτό το όριο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Και αν τις έχουμε, τότε η αγάπη του Θεού, μέσα από μας, γίνεται πράξη, και τότε καταλαβαίνουμε την αγάπη του Θεού. Αλλιώς δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, απλώς την ψάχνουμε με το μυαλό μας και δεν μπορούμε ποτέ να την «πιάσουμε» με την καρδιά μας. Να λοιπόν πώς καλλιεργείται η καρδιά: με το ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό».  

Και όμως οι προϋποθέσεις συνεχίζονται. Το Άγιο το Πνεύμα έρχεται ως «βιαία φερομένη πνοή». Έρχεται με μια βία μέσα –  που τι σημαίνει αυτό; Το Άγιο το Πνεύμα έχει βία; Μα φυσικά έχει βία. Τι σημαίνει αυτή η βία; Θέλει να συνταράξει τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου. Αλλά είναι μια βία η οποία δεν έρχεται να σε δείρει, να σε χτυπήσει, να σε εξαφανίσει. Μπαίνει μέσα, με ένα δικό της τρόπο, απαλό μεν, αλλά βίαιο. Πώς μπορεί το απαλό να είναι βίαιο; Είναι βίαιο ακριβώς γιατί προκαλεί για μια άλλη στάση ζωής που μέχρι τώρα δεν ήταν κατανοητή. Και συνταράσσει τα μέχρι τότε δεδομένα του κόσμου – που σημαίνει το Άγιο το Πνεύμα δεν αφήνει τον κόσμο να λιμνάσει σε θεωρίες, απόψεις, σε τρόπους ζωής, που απλώς θα συντηρούν μια κατάσταση και απλώς θα γιατρεύουνε μικρο-καταστάσεις. Το Άγιο το Πνεύμα προτείνει μια ριζική αλλαγή! Αυτή είναι η βία Του!

Και οι Χριστιανοί με αυτόν τον τρόπο, όλοι οι Χριστιανοί, είναι βίαιοι, αλλά η βία τους έχει μέσα ένα άλλο ήθος. Έρχονται να συνταράξουνε τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου που λένε «όλα καλά», όλα τα πάμε καλά, όλα συντηρούνται, μπορεί να είναι εντάξει, μπορεί να είναι ειρήνη, μπορεί να είναι ασφάλεια, μπορεί να είναι ρυθμοί αναπτύξεως, μπορεί να είναι ειρηνικές διαδικασίες, και όμως, λέει το Άγιο το Πνεύμα, οι Χριστιανοί σε αυτά δεν κολλάνε. Οι χριστιανοί πάνε παρακάτω και υπ’ αυτή την έννοια είναι βίαιοι γιατί προκαλούν, είναι προκλητικοί, για να αλλάξει κάτι βαθύτερο.

Οι Χριστιανοί δεν μπορούν να παίξουν το παιχνίδι τού να συντηρούνε τα πράγματα του κόσμου όπως είναι: την ψεύτικη ειρήνη του, την ψεύτικη ενότητά του. Είναι βίαιοι. Αλλά αυτή η βία πώς έρχεται; Όχι με τρόπους που θέλει ο κόσμος· έρχονται οι ίδιοι να δώσουν μια ισχυρή απάντηση σε εκείνα που προτείνει ο κόσμος, με τη ζωή τους, γιατί ακριβώς είναι  «ὁμοθυμαδὸν», είναι «ἐπὶ τὸ αὐτό», και έτσι είναι βίαιοι και δεν κάνουν με τίποτε πίσω. Η βία τους είναι αγαπητική μεν αλλά είναι βία. Αλίμονο αν οι Χριστιανοί δεν είχαν αυτή τη βία, και αλίμονο αν οι Χριστιανοί πλανηθούν και, για να καταξιώσουν τη ζωή τους, να αποκτήσουν τα μέτρα της βίας του κόσμου και των φωνασκιών του κόσμου. Η βία που προτείνει το Άγιο το Πνεύμα τους είναι απείρως μεγαλύτερη από όλες τις βίες και τις δυνάμεις του κόσμου. Απλώς πολλές φορές τα μεγέθη του κόσμου φάνηκαν να καταλαμβάνουν τον Χριστιανισμό, γιατί εμείς δεν αξιοποιήσαμε τη βία του Αγίου Πνεύματος, γιατί πουληθήκαμε στο ήθος του κόσμου, γιατί δεν είχαμε ήθος πάνω μας. Κάθε φορά που φοβόμαστε τα πράγματα του κόσμου και συμβιβαζόμαστε, τα συντηρούμε και δεν αξιοποιούμε τη χάρη του Άγιου Πνεύματος που προτείνει μια άλλη βία. Να λοιπόν η μεγάλη προϋπόθεση η επόμενη.

Και μια ακόμη μεγάλη προϋπόθεση, μετά: έρχεται το Άγιο το Πνεύμα και κάθεται πάνω σε κάθε μαθητή, γίνεται προσωπικό γεγονός ενώ είναι κοινό γεγονός, είναι όλης της Εκκλησίας, είναι [και] προσωπικό γεγονός. Ο καθένας ζει μέσα από αυτές τις προϋποθέσεις που βάζει στη ζωή του το  «ὁμοθυμαδὸν», το  «ἐπὶ τὸ αὐτό», το «βίαιον», ζει τη χάρη του Άγιου Πνεύματος προσωπικά – που σημαίνει αυτό το «προσωπικά»: έχει έναν προσωπικό αγιασμό ο οποίος όμως ωφελεί τον κόσμο, είναι προσωπικός ο αγιασμός του, προσωπική η βίωσή του, αλλά την ίδια ώρα αυτό γίνεται δωρεά για τον κόσμο. Ααυτοί είναι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που παίρνουν αυτή τη δωρεά και την εκχέουν απλόχερα στη ζωή του κόσμου, δηλαδή ό,τι κάνουνε το κάνουνε για να ζήσει ο κόσμος· όπως ο Θεός ό,τι έκανε το έκανε για να ζήσει ο κόσμος. Και τότε κανείς από τον γύρω κόσμο δεν καταλαβαίνει πώς αυτοί έζησαν το «ὁμοθυμαδὸν», πώς έζησαν «ἐπὶ τὸ αὐτό», πώς έζησαν τη «βία». Γεύονται πάνω τους την αγάπη των Αγίων, και τότε γι’ αυτούς είναι μια γεύση Παραδείσου και Ουρανού. Αρκεί να μπορούν και αυτοί να ανοίξουν τα μάτια τους.

Και τότε οι Άγιοι, επειδή έζησαν προσωπικά τον Θεό και είναι προσωπικό τους γεγονός, που κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει, κανείς δεν μπορεί να το παραχαράξει, γίνονται ευεργέτες του κόσμου. Και τότε γίνεται κατανοητό, γι’ αυτούς και για τη ζωή του κόσμου, το τι είναι η αγάπη του Θεού. Και έτσι μετριέται η αγάπη του Θεού: μέσα από το γεγονός της Πεντηκοστής, της κοινωνίας του κόσμου και της προσωπικής μας Πεντηκοστής. Η Πεντηκοστή έχει λοιπόν διπλό χαρακτήρα: καταυγάζει την ενότητα του κόσμου και την ίδια ώρα αναδεικνύει τους Αγίους. Και αυτή είναι η προοπτική της ζωής μας, της εδώ της οριζόντιας, και της κάθετης προς τον Ουρανό. Ενότητα εν τω Χριστώ μέσα από το «ὁμοθυμαδὸν» και το «ἐπὶ τὸ αὐτό»,  μέσα από τη «βία», που μίλησα πριν από λίγο, μέσα από την προσωπική βίωση. Και έτσι ο κόσμος γίνεται ενότητα –  και έχουμε ευθύνη για την ενότητα του κόσμου – και την ίδια ώρα αγιασμός και προσωπική άνοδος προς τον Χριστό. Να λοιπόν γιατί είπα στην αρχή πως τώρα που καλύπτεται το ακατανόητο μυστήριο της αγάπης του Θεού – και μόνο έτσι και όχι αλλιώς – μπορούμε να το «πιάσουμε», όσο αντέχει ο ανθρώπινος νους.

Η μέρα της Πεντηκοστής, μια μέρα που προκαλείται ο κάθε Χριστιανός να βάλει τον εαυτό του για δύο πράγματα: να λειτουργήσει την ενότητα του κόσμου και να λειτουργήσει την προσωπική του αγιότητα. Και τα δυο θα ξεχυθούν σαν δυναμικές προτάσεις ζωής στον κόσμο. Η ενότητα του κόσμου θα κάνει τον κόσμο να ξεπεράσει τους διχασμούς. Και ο προσωπικός του αγιασμός θα εμφανίσει την αγάπη του Θεού πάνω στον κόσμο. Αν έχουμε κάποιον άλλο σκοπό στη ζωή μας που είναι πάνω από αυτό, ας το βρούμε… Δεν έχουμε τίποτε, παρά μόνο αυτό! Και η ζωή μας τώρα υπάρχει γιατί υπάρχει η Πεντηκοστή, γιατί υπάρχει η Εκκλησία, και άλλο τίποτε δεν υπάρχει παρά μόνο αυτό. Χωρίς αυτό, όλα τα άλλα είναι σκύβαλα και όλα τα άλλα είναι σκουπίδια: να λοιπόν, η αγάπη του Θεού να αποκαλύπτεται και εμείς να παραμένουμε κοιμισμένοι μπροστά της.

Να ευχηθούμε αυτή η Πεντηκοστή να αποτελέσει ένα πιθανώς καινούργιο έναυσμα. Για μια δυναμική στάση μπρος στα πράγματα του κόσμου. Για μια στάση η οποία θα δώσει ηχηρές απαντήσεις, χαστούκια πραγματικά, βία ακατανόητη για τον κόσμο.  Αν οι χριστιανοί είμαστε αληθινοί και αν κάτι ακόμη νομίζουμε ότι έμεινε να πούμε στον κόσμο.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Κυριακή της Πεντηκοστής



Την όγδοη Κυριακή από το Πάσχα εορτάζουμε την αγία Πεντηκοστή.

Και αυτή την εορτή την έχουμε παραλάβει από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Γιατί όπως ακριβώς οι Εβραίοι εορτάζουν την Πεντηκοστή, τιμώντας τον αριθμό επτά και διότι πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα (τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας) έλαβαν τον Νόμο, έτσι κι εμείς, μετά το Πάσχα, αφού εορτάσουμε πενήντα ημέρες, λαμβάνουμε το πανάγιο Πνεύμα, το οποίο νομοθετεί και οδηγεί σε όλη την αλήθεια και διατάσσει τα αρεστά στον Θεό. 
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι Εβραίοι είχαν τρεις εορτές, το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τη Σκηνοπηγία. 
Το Πάσχα το έκαναν σε ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας -η λέξη Πάσχα σημαίνει διάβαση- και αυτή η εορτή προτύπωνε τη δική μας διάβαση από τη σκοτεινή αμαρτία και την επάνοδό μας στον Παράδεισο. 
Την Πεντηκοστή την εόρταζαν σε ανάμνηση της κακοπάθειάς τους στην έρημο και του ότι μέσα από πολλές θλίψεις μπήκαν στη γη της επαγγελίας, οπότε και απόλαυσαν τους καρπούς, το σιτάρι και το κρασί. Και η εορτή αυτή προτύπωνε τη δική μας ταλαιπωρία από την απιστία και την είσοδό μας στην Εκκλησία, γιατί τότε κι εμείς μεταλαμβάνουμε του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου. 
Άλλοι λοιπόν λένε ότι την Πεντηκοστή οι Εβραίοι την εορτάζουν γι’ αυτή την αιτία. Άλλοι ότι για να τιμήσουν τις πενήντα μέρες, κατά τις οποίες αφού νήστεψε ο Μωϋσής, δέχθηκε τον θεόγραφο Νόμο, και συγχρόνως για να θυμούνται και τη θυσία στον χρυσό μόσχο και τα άλλα όσα έκανε ο Μωυσής όταν ανέβηκε στο όρος και μετά κατέβηκε. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι η Πεντηκοστή επινοήθηκε στους Εβραίους για την τιμή του αριθμού επτά, όπως είπαμε· γιατί επτά επί επτά κάνει πενήντα μέρες παρά μία. 
Και η τιμή της Πεντηκοστής δεν ήταν μόνο για τις ημέρες αλλά και για τα έτη· γιατί μετά από επτά επί επτά έτη ερχόταν το Ιωβηλαίο (το πεντηκοστό), κατά τη διάρκεια του οποίου άφηναν τη γη χωρίς σπορά, παρείχαν άνεση στα ζώα και άφηναν ελεύθερους τους αγορασμένους δούλους τους. 
Τρίτη εορτή των Εβραίων ήταν η Σκηνοπηγία, η οποία εορταζόταν μετά τη συγκομιδή των καρπών, δηλαδή πέντε μήνες μετά την εορτή του Πάσχα. 
Αυτή η εορτή γινόταν σε ανάμνηση της ημέρας κατά την οποία ο Μωυσής έστησε για πρώτη φορά τη Σκηνή, την οποία είδε μέσα σε νεφέλη στο όρος Σινά και στη συνέχεια την κατασκεύασε ο αρχιτέκτονας Βεσελεήλ. Έτσι και οι Εβραίοι έκαναν σκηνές και εόρταζαν μένοντας στους αγρούς και έκαναν τη συγκομιδή των κόπων τους ευχαριστώντας τον Θεό. 
Αυτή η εορτή ήταν προτύπωση της δικής μας ανάστασης από τους νεκρούς, τότε που τά σώματά μας, που σαν σκηνές διαλύθηκαν (με τον θάνατο), θα ξαναστηθούν και θα απολαύσουμε τους καρπούς των κόπων μας, πανηγυρίζοντας στις αιώνιες σκηνές. 
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ημέρα αυτή της Πεντηκοστής ήρθε το Πνεύμα το άγιο στους Μαθητές. Επειδή όμως οι άγιοι πατέρες θεώρησαν σωστό να χωρίσουν τις δυο εορτές, για το μεγαλείο του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος, διότι είναι ένα από τα πρόσωπα της αγίας και ζωαρχικής Τριάδος, έτσι και εμείς αύριο θα πούμε πώς ήρθε το Πνεύμα το άγιο.

Με τις πρεσβείες των αγίων Αποστόλων, Χριστέ ο Θεός μας, ελέησέ μας. Αμήν.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Σαββάτῳ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Σαββάτῳ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου. 
ΚΑΤΑ τὸ Σάββατον τοῦτο, ὅπερ προηγεῖται τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, ἐθέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἵνα ἐπιτελῶμεν μνήμην πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων ἀνθρώπων, καθὼς τοῦτο διέταξαν νὰ γίνεται καὶ κατὰ τὸ Σάββατον πρὸ τῶν Ἀπόκρεως. Προσέταξαν δὲ τοῦτο ὑπὸ φιλανθρωπίας κινούμενοι, ἵνα καὶ ὅσοι δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν δὲν ἔτυχον τῶν κατὰ μέρος συνήθων μνημοσύνων συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ ταῦτα. Ταύτην δὲ τὴν περὶ τῶν μνημοσύνων διάταξιν παρέλαβον οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κατὰ παράδοσιν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, οἵτινες ἐδίδασκον «ὅτι τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γινόμενα μεγάλην προξενοῦσιν ὠφέλειαν εἰς αὐτούς», καθὼς τοῦτο φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν (Βιβλ. η’, Κεφ. μβ’ 42). Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ διατὶ ἐπιτελοῦμεν τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μνημόσυνα· διετάχθη δὲ παρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἵνα ταῦτα ἐπιτελοῦμεν καὶ κατὰ τὴν σήμερον, ἐπειδὴ αὔριον μέλλομεν νὰ ὑποδεχθῶμεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα καὶ ἐπειδὴ ἐκτενῶς ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς Κύριον δεόμεθα ἵνα καταπέμψῃ καὶ ἡμῖν τὸ Πανάγιον Αὐτοῦ Πνεῦμα καὶ φωτίζῃ καὶ στηρίζῃ ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν τήρησιν τῶν ἐντολῶν καὶ καθοδηγῆ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς αἰωνίου ζωῆς, οὕτω καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἐκτενῶς δεόμεθα ἵνα ἀναπαύσῃ αὐτοὺς εἰς τὰ σκηνώματα Αὐτοῦ τὰ ἀγαπητὰ καὶ παμπόθητα. Τοῦτο δὲ πράττοντες ἀφ’ ἐνὸς μὲν δεικνύομεν τὴν φιλοπατρίαν καὶ φιλαδελφίαν ἡμῶν πρὸς τοὺς κεκοιμημένους πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς αἴσθησιν ἐρχόμεθα τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου τούτου καὶ μεγίστην προσποριζόμεθα τὴν ὠφέλειαν ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, διότι τίποτε ἄλλο δὲν ἐγείρει περισσότερον τοὺς ραθύμους εἰς μετάνοιαν ὅσον ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τίποτε ἄλλο δὲν φέρει περισσότερον εἰς ἡμᾶς τὴν μνήμην τοῦ θανάτου ὅσον ἡ ἐνθύμησις τῶν φιλτάτων μας προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκοιμήθησαν τὸν αἰώνιον ὕπνον.

Περί μνήμης θανάτου

 
ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ 
Περί μνήμης θανάτου 
1.Πρίν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου. 
2.Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3.Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια. 
4.Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5.Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6.Η μνήμη του θανάτου σ΄ αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζούν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου - αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7.Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου. 
8.Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9.Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνου πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11.Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο» [1]. Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι. 
12.Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφίνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13.Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη. 
14.Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15.Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο. 
16.Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17.Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ.(Ψαλμ.ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18.Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,. Η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19.Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20.Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21.Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους. 
22.Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα. 
23.Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24.Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι. 
25.Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26.Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου». 
Βαθμίς έκτη! 
Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι...

 

Ἦχος πλ. δ´. 
Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὢ τοῦ θαύματος! Τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ, καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστᾶσι τὴν ἀνάπαυσιν.

Ἦχος πλ. δ´.
Θρηνῶ καὶ κλαίω ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατο καὶ δῶ στοὺς τάφους τὴν δική μας ὡραιότητα ποὺ πλάστηκε κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, χωρὶς μορφή, χωρὶς δόξα, χωρὶς εἶδος. Πόσο μεγάλο θαῦμα. Διότι ἔγινε γιὰ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ μυστήριο; Πῶς παραδοθήκαμε στὴν φθορὰ καὶ συζευχθήκαμε μὲ τὸν θάνατο. Ἀλήθεια αὐτὸ ἔγινε μὲ πρόσταγμα Θεοῦ, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ὁ ὁποῖος παρέχει στοὺς μεταστάντας τὴν ἀνάπαυση.

Δημοφιλείς αναρτήσεις