ε΄ 1 – 15
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 28 Μάϊου του 2006
Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3- εδώ
Ένας ακόμη κυριακάτικος φωταγωγικός περίπατος, μέσα από τα κείμενα τα ευαγγελικά που διαβάζονται εδώ τις Κυριακές, ανοίχθηκε μπροστά μας: μέσα από το γνωστό κείμενο της θεραπείας του παραλύτου, το οποίο η Εκκλησία μας, όπως γνωρίζετε και το ζείτε, το εντάσσει μέσα σε αυτή την περίοδο της αναστάσιμης ευωχίας και φωταγωγίας.
Και έχει λόγο η Εκκλησία που το κάνει αυτό το γεγονός. Και, όπως λένε οι Πατέρες, επειδή εμείς παραλύσαμε, λόγω του εσκοτισμένου νου μας, στη σχέση μας με τον Θεό, και την ώρα που παραλύσαμε και δεν υποτασσόμαστε στον Θεό, ταυτόχρονα και το σώμα, το οποίο ήταν υποταγμένο στην ψυχή, παρέλυσε, γι’ αυτό πεθαίνει. Η επιστροφή θα γίνει αντίστροφα: Αν ξεπεράσουμε την παραλυσία της σχέσης μας με τον Θεό. Και ταυτόχρονα, η μέλλουσα Ανάσταση θα λειτουργήσει από τώρα στη ζωή μας, όταν το σώμα μας και αυτό θα υποταχθεί στην ψυχή που είναι υποταγμένη στον Θεό, και έτσι θα λειτουργήσει η Ανάσταση.
Έτσι λοιπόν, κείμενο που φαίνεται να γιατρεύει ο Χριστός έναν παράλυτο ανοίγεται μπροστά μας μεν, αλλά ταυτόχρονα κείμενο, όχι μόνο απλώς βαθιά παιδαγωγικό και διδακτικό – θα ήταν πολύ φτωχό να το έλεγα – βαθιά θεραπευτικό και οδηγός στην Ανάσταση το σημερινό το κείμενο. Και να το προσδιορίσουμε μέσα από το κάλλος το πολυποίκιλο που έχει μεν, αλλά οπωσδήποτε, επειδή ο χρόνος μόνο για μια πτυχή μας προσδιορίζει να προσεγγίσουμε, είναι αρκετός να καταλάβουμε τη δυναμικότητά του και τη θεραπευτική του.
Δεν ξέρω αν προσέξατε στο κείμενο αυτό, πολλοί δεν το προσέχουμε γιατί είναι πολύ γνωστό, πως ενώ ο Χριστός θεραπεύει αυτόν τον παράλυτο, και μάλιστα τρεις φορές του απευθύνει τον λόγο με τρεις καίριες προτάσεις, αυτός ο παράλυτος ο θεραπευμένος δεν γνωρίζει ποιος τον θεραπεύει. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ξεκινούν από εκεί την ανάλυση του κειμένου. Είναι κλεισμένος στον εαυτό του και θέλει να θεραπευτεί. Αλλά ακριβώς δεν μπορεί να καταλάβει τίποτε. Ούτε καταλαβαίνει αυτό που τον σώζει και τον θεραπεύει. Και ο Χριστός δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Γιατί ο Χριστός δεν προβάλλεται, δεν διαφημίζεται, δεν καθηλώνει. Ο Χριστός θέλει να θεραπεύσει μεν, που είναι κι η επιθυμία του αρρώστου, αλλά όπως θέλει ο Χριστός και όχι όπως θέλει ο άρρωστος. Γιατί το κλεισμένο αυτό του νοός του του παραλύτου είναι κλεισμένο για όλα. Θέλει εγωιστικά να θεραπευτεί: γι’ αυτό που θέλει εκείνος. Αλλά ο Χριστός το κάνει για όλα.
Πρώτο λοιπόν σημείο. Ο Χριστός κρύβεται. Και απευθύνεται με τρεις προτάσεις σε αυτόν τον παράλυτο. Να θυμίσω τις προτάσεις. Το πρώτο είναι ένα ερώτημα: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Το δεύτερο είναι μια εντολή, του λέει «ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει». Και το τρίτο είναι μια προτροπή: «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Παραμένει ο παράλυτος να μην γνωρίζει τον Χριστό και ο Χριστός και πάλι δεν νοιάζεται.
Το πρώτο το ερώτημα: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Θα ρωτούσατε, «Γιατί τον ρωτάει ο Χριστός; Υπάρχει άνθρωπος που να μην θέλει να θεραπευτεί;». Βεβαίως, γιατί θέλουμε όλοι να θεραπευτούμε εγωιστικά, όπως είπα πριν από λίγο, κατά τα μέτρα που εμείς θέλουμε και εκεί που εμείς θέλουμε. Το ερώτημα λοιπόν είναι καίριο: «Θέλεις να θεραπευθείς, αλλά όπως θέλω Εγώ, όχι όπως θέλεις εσύ, δηλαδή ολοκληρωτικά, σώματι και ψυχή». Λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας πως με αυτό το ερώτημα ο Χριστός διεγείρει εδώ τον παράλυτο να σκεφτεί βαθύτερα. Είναι ερώτημα που τον σπρώχνει, δεν τον πιέζει, αλλά ρωτάει αν θέλει κάτι βαθύτερο: «θέλεις;» Και, όπως λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, εδώ διεγείρει το θέλημά του, καλλιεργεί το θέλημά του, να θέλει, αλλά να θέλει αυτό που θέλει ο Θεός. Και αυτό θέλει πολλή δουλειά. Και αυτό γίνεται μυστικά μέσα από τη χάρη του Θεού. Οποιοσδήποτε άνθρωπος που είναι χαμένος, κουρασμένος, διαλυμένος, η Εκκλησία τον προσεγγίζει μεν θεραπευτικά, αλλά προσπαθώντας με ένα μυστικό, σεβαστικό, βαθύ, αγαπητικό τρόπο να διεγείρει και να αναστήσει πάνω του το θέλημα, όχι απλώς το τι θέλει εκείνος, αλλά αυτό που θέλει ο Θεός. Και είναι η πρώτη βασική δουλειά που μπορούμε και εμείς να κάνουμε, συνεργώντας στη θεραπεία μας, αν θέλουμε να αρχίσουμε μια άλλη τροπή στη ζωή μας: να θέλουμε αυτό που θέλει ο Θεός. Και είναι το πρώτο, «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;».
Και μετά υπάρχει η εντολή. Και πάλι η εντολή φαίνεται αυτονόητη. Λέει, «πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα», είναι αυτονόητο, αλλά εδώ κάνει ο παράλυτος μια κίνηση, κάνει μια σωματική κίνηση, ενεργοποιείται. Προσέξτε, το σώμα του, το οποίο αποσυνδέθηκε από την υποταγή στον Θεό και στην ψυχή του, να ακολουθήσει αυτό που του λέει ο Χριστός: κάνει κάτι σωματικό. Και αρχίζει και κινείται ολόκληρος, κινείται ολόκληρο το σώμα αλλά όπως θέλει ο Χριστός κινείται, όχι όπως θέλει αυτός. Ακόμη και η οριζόντια θεραπεία μας είναι μια κίνηση του πώς θέλει ο Θεός να κινηθούμε. Είναι πολύ αυτονόητο να πω «πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε», αλλά εδώ το λέει ο Χριστός και ξέρει πού θα τον πάει παίρνοντας το κρεβάτι του, δεν τον πάει οπουδήποτε θέλει εκείνος [ο ίδιος]. Όπου θέλει ο Χριστός θα τον πάει αυτόν που κινείται με το κρεβάτι του.
Και μετά υπάρχει η προτροπή: «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Εδώ είναι το ουσιαστικό, βλέπουμε αυτό το καθηλωτικό, το οριστικό. Θα έλεγα, αν τολμούσα να το πω και δεν στεναχωριόσασταν: το απόλυτο! Γιατί ο Χριστός το λέει «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Και εδώ ολόκληρος ο άνθρωπος διεγείρεται. Αν γιατρευτεί, δεν μπορεί να πηγαίνει ποτέ πίσω, «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε» είναι μια προτροπή, και πάλι μια μυστική προτροπή. Και ρωτούν τον παράλυτο οι άλλοι, «Ποιος σε έκανε καλά; Και λέει, «Δεν ξέρω»! Και ενώ ξανά έρχεται ο Χριστός, δεν ρωτάει αυτός, και ο Χριστός ακόμη συνεχίζει μυστικά να φέρεται μαζί του και αγαπητικά. Και διαγράφεται, μέσα από αυτή την πορεία, από αυτά τα τρία ερωτήματα- προκλήσεις-προτάσεις του Χριστού και προτροπές, όλη η δική μας θεραπευτική πορεία, και πια η πορεία προς την Ανάσταση τη δική μας. Γιατί, όπως είπα στην αρχή, επειδή αποσυνδεθήκαμε από τον Χριστό μας, το θέλημά μας είναι δικό μας θέλημα, εγωιστικό. Η ζωή μας, οι κινήσεις είναι δικές μας εγωιστικές κινήσεις. Το ό, τι κάνουμε είναι δικό μας, εγωιστικό. Ακόμη και το πώς θα χαράξουμε τη ζωή μας είναι εγωιστικό. Και εδώ Εκείνος λέει «Ακούστε Εμένα, ακολουθήστε Εμένα», και όλα συνδέονται με Εκείνον, και η ψυχή και το σώμα. Και τότε πια, επειδή όλα συνδέθηκαν μαζί Του, και η ψυχή και το σώμα, τότε ξεπερνιέται ο θάνατος και δεν μπορεί να υπάρχει θάνατος! Γιατί θάνατος είναι να χωριστεί ο άνθρωπος από τον Θεό και να χωριστεί το σώμα από την ψυχή που έχει πάνω του την εικόνα του Θεού. Και όλα γίνονται Ανάσταση.
Και εδώ, η πρόταση αυτή της Εκκλησίας μας, σήμερα, δεν είναι απλά μια πρόταση για να ακούσουμε ένα ωραίο, θαυμαστό γεγονός ενός θαύματος. Είναι μια πρόταση πολύ βαθιά και ένα χάραγμα ουσιαστικό για τη μνήμη που έχουμε μέσα μας και την καθημερινή ανάμνηση της Αναστάσεως που πρέπει να λειτουργείται πάνω μας! Ακολουθώντας λοιπόν την πορεία αυτού του κειμένου, μπορούμε, αν το θέλουμε – και μακάρι να το θέλουμε, με τη χάρη του Θεού – να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο στη ζωή μας: Να θέλουμε αυτό που θέλει ο Θεός, ψυχή τε και σώματι.
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα : www.floga.gr









