Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Η αρχή της αβεβαιότητας στην πνευματική ζωή - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΕΤΑΡΤῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
η΄ 5 – 13

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία

του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της eρμηνείας που έγινε στο κηρυγμα της Κυριακής 9 Ιουλίου του 2006
Το ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία είναι από την floga.gr - σε mp3 εδώ 

  Στη συνάντηση αυτή του Χριστού με τον εκατόνταρχο, του οποίου γιάτρεψε το παιδί, ο Χριστός καθιερώνει – και με άλλους τρόπους το έχει κάνει – μια βασική αρχή της πνευματικής μας ζωής, που αγγίζει και τα προσωπικά μας θέματα και τα γενικότερα κοινωνικά και τα εκκλησιολογικά. Θα τολμούσα να το πω με μια δική μου ορολογία, καθιερώνει την αρχή της αβεβαιότητας στα πνευματικά θέματα. Όταν λέει τη φράση, στο τέλος της κουβέντας Του με τον εκατόνταρχο, ότι «θα έρθουν από την Ανατολή και τη Δύση και θα καθίσουν κάποιοι κοντά στον Αβραάμ και τους άλλους Πατέρες, και οι υιοί της Βασιλείας», αυτοί που είχαν τα δεδομένα, τα αξιωματικά δεδομένα, «θα εκβληθούν έξω». 

  Βλέπετε, ανατρέπεται ένα status quo, μια καταξιωμένη αξιοκρατική κατάσταση, και όλα είναι αβέβαια. Η αρχή της αβεβαιότητας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με ένα μοναδικό τρόπο, προσεγγίζοντας και αυτή την περικοπή και άλλα παράλληλα κείμενα, αυτή την αρχή της αβεβαιότητας την ερμήνευσαν και την έκριναν σαν πολύ ουσιαστική για την πνευματική μας ζωή. Το καταλαβαίνετε αν σας πω πως η τάση του ανθρώπου η αμαρτωλή είναι να στρέφεται και να προσκολλάται και να στηρίζεται πάνω ή στα πράγματα του κόσμου, στα δεδομένα του κόσμου, ή στις ιδεολογίες του κόσμου ή πάνω σε πρόσωπα. Βλέπετε, πρόσωπα, πράγματα, ιδέες. Αυτό είναι μια αποστροφή του ανθρώπου από τον Θεό, γιατί ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να στρέφεται στον Θεό. 
  Όταν λοιπόν στραφεί πρωτογενώς ή σε πρόσωπα ή σε ιδέες ή σε αξιώματα ή σε οτιδήποτε μπορεί να φανεί όμορφο και καλό και καταξιωμένο γι’ αυτόν τον κόσμο, όσο και να μην φαίνεται εξωτερικά αμαρτωλό, επειδή είναι στροφή προς τα πράγματα του κόσμου και στα πρόσωπα και αποστροφή από τον Θεό, είναι μια αβεβαιότητα μεν κοσμική η οποία όμως είναι καταστροφική. Και έτσι η αρχή της αβεβαιότητας μας αναγκάζει, αν θέλουμε να γίνουμε άνθρωποι πνευματικοί, να μην εξαρτώμεθα από τίποτε! 
   Προσέξτε, πολύ επικίνδυνο το θέμα μες στην Εκκλησία. Υπάρχουν στην Εκκλησία μέσα τα διάφορα αξιώματα, η δική μου ιεροσύνη, η δική σου στάση, το ψαλτήρι σου, ο τοίχος που ακουμπάς εκεί πέρα πάνω, είσαι κατηχητής, είσαι ψάλτης, δεν ξέρω τι είσαι. Όλα αυτά είναι ωραία πράγματα, αλλά αν εγώ όλα αυτά δεν τα ζήσω έτσι, με την αρχή της αβεβαιότητας – γιατί το κάνω για τον Χριστό και για τον λαό του Θεού! – τότε, αν το κάνω για οτιδήποτε άλλο, αυτό είναι καταστροφικό για μένα και για όλους. Έτσι λοιπόν, κάνοντας την αρχή αυτή της αβεβαιότητας δεδομένο, ότι ζωή μας είναι ο Χριστός, μπορούμε να καταλάβουμε και τον βηματισμό που κάνει ο εκατόνταρχος προς τη θεραπεία του γιου του και αυτή την αρχή της αβεβαιότητας λειτουργεί, με ένα δικό του τρόπο, άδηλο τρόπο, ο εκατόνταρχος που δεν ανήκει στην αξιωματική κοινωνία του Ισραήλ. Βλέπετε, τα αξιώματα τινάζονται στον αέρα δεν υπάρχει ούτε εθνική Εκκλησία ούτε «δικός», τίποτε. Όλα είναι για τον Θεό· και αφού είναι για τον Θεό, είναι για τον λαό του Θεού· τίποτα άλλο. Αυτή η ελευθερία λοιπόν λειτουργιέται με τον τρόπο που εξήγησε ο Ευαγγελιστής Ματθαίος σήμερα στην κουβέντα που κάνει ο εκατόνταρχος με τον Χριστό. 
   Βλέπετε, ο Χριστός έρχεται στην πόλη αυτή, την Καπερναούμ, αλλά εκεί προσέρχεται ο εκατόνταρχος, κάνει μια κίνηση. Είναι μια πόλη πολύβουη, θα μπορούσε να έχει δεκάδες προβλήματα, δεκάδες προκλήσεις, δεκάδες θέματα θα μπορούσε να αναλύσει. Τα παρατάει όλα πρωτογενώς και στρέφεται στον Χριστό. Η βοή, το πολυάριθμο, το πολυσχιδές, το κομματιασμένο, το οποιοδήποτε στοιχείο μιας πόλης, που είναι ελκυστική και ταυτόχρονα τραυματική εμπειρία, δεν τον επηρεάζει και στρέφεται στον Χριστό. Εδώ βλέπετε μια πρώτη φάση, ένα πρώτο βήμα ελευθερίας, απελευθερώσεως. Από το οποιοδήποτε δεδομένο θα τον κάνει καλύτερο εκατόνταρχο, για να καταξιωθεί. Λειτουργεί ακόμα και το αξίωμά του για κάπου αλλού. Έστω κι ας μην ανήκει στον χώρο τον αξιωματικό, τον δεδομένο του χώρου του Ισραήλ. Και πέρα από αυτό, ήρθε στον Χριστό «παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων». Προσέξτε αυτό το «παρακαλῶν» δεν είναι απλώς μια κουβέντα, ένα αίτημα, παράκληση. Οι ερμηνευτές Πατέρες πάντοτε στη λέξη «παράκληση» κάνουν μια αναγωγή αγιοπνευματική. Γιατί το Άγιο το Πνεύμα είναι ο Παράκλητος· που σημαίνει αυτή η δουλειά, αυτή η στροφή στον Χριστό γίνεται αγιοπνευματικά. Και όταν λέει αγιοπνευματικά, είναι το πώς λειτουργεί πάνω μας η χάρη τ' Αγίου Πνεύματος. Βλέπετε, τα παρατάς όλα και θέλεις να γίνεις δοχείο του Αγίου Πνεύματος. Αυτό είναι μια ελευθερία! 
 Και επειδή ακριβώς προσέρχεται «παρακαλῶν» τον Χριστό, πάει στο επόμενο ουσιαστικό βήμα που είναι, θα έλεγα, το άκρο της ανθρώπινης ελευθερίας: να πει στον Χριστό «εγώ δεν είμαι άξιος να μπεις στο σπίτι μου, κάνε αυτό που θα το κάνεις έτσι, γιατί εγώ είμαι ανάξιος». Βλέπετε, αυτή η αναξιότητα – πολλές φορές «παίζεις» με αυτή τη λέξη – όμως αυτή η αναξιότητα εδώ πέρα που νιώθει σημαίνει «δεν έχω κανένα δικαίωμα, δεν απαιτώ τίποτα, ό, τι έχω το έχω από Σένα και το πάω σε Σένα». Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα πάνω στη ζωή και, πέρα από το πρώτο αυτό το αξίωμα που σας είπα της αρχής της αβεβαιότητας, έρχεται αυτό το αξίωμα της μη χρησιμοποίησης ακόμη και των υπαρκτών δικαιωμάτων. Η απεμπόληση ακόμη και του δικαιώματος. «Δεν αξίζω τίποτα κι ας έχω γύρω μου δεκάδες νόμους, δεκάδες διατάγματα να με προστατεύουνε και δεκάδες αξιώματα να με προβάλλουνε. Επειδή λοιπόν δεν είμαι τίποτα κι όλα αυτά μου τα ’δωσες Εσύ, τα χρησιμοποιώ για Σένα. Γι' αυτό δεν αξίζω καθόλου να ’ρθεις σπίτι μου». Και ο Χριστός λέει δεν βρήκα τέτοια πίστη ούτε στον Ισραήλ. Αυτή είναι ερμηνεία της πίστεως, βλέπετε. 
   Οι δύο αρχές λοιπόν της αβεβαιότητας στην πνευματική ζωή, και αυτή η αρχή της ελευθερίας, που δεν έχεις κανένα δικαίωμα ενώ έχεις δικαιώματα, είναι πλάι σου και δεν τα χρησιμοποιείς, είναι η ουσιαστική πορεία του ανθρώπου. Και ζώντας μέσα στην Εκκλησία πολλές φορές κινδυνεύουμε, χωρίς να το καταλάβουμε, να εκκοσμικευθούμε γιατί ακριβώς δεν αξιοποιούμε αυτές τις δύο αρχές. Και δενόμαστε με αυτό που είμαστε. Τίποτε δεν είναι δικό μας! Όλα είναι δώρα του Θεού, και θα έρθουν από την Ανατολή και τη Δύση αυτοί που δεν φανταζόμαστε και θα καθίσουν πλάι Του! Και εμείς μπορεί να φανούμε να είμαστε απ' έξω απ' τα πράγματα και ας φαίνεται που είμαστε μέσα στα πράγματα. Τίποτε δεν μας καταξιώνει! Ό,τι έχουμε είναι απ' Αυτόν και γι’ Αυτόν! 
 Έτσι λοιπόν, αυτό το κείμενο είναι συγκλονιστικά βαθύ, ταυτόχρονα συγκλονιστικά θεραπευτικό και, ταυτόχρονα, για να καταλήξω, συγκλονιστικά απελευθερωτικό. Αν ψάχνετε ελευθερία εσωτερική, αν δεν θέλετε να κατατρύχεστε από διάφορες αγωνίες, θα μπείτε σ’ αυτή την πορεία. Δεν δένεστε με τίποτε και αξιοποιείτε αυτές τις αρχές. Και όταν αυτές οι αρχές αξιοποιηθούνε, τότε γινόμαστε όντως άνθρωποι! Όχι απλώς μπορούμε να φανούμε άνθρωποι δοξολογούντες τον Θεό, αλλά και άνθρωποι που μπορούμε να ωφελήσουμε βαθιά και αυτούς που βρίσκονται γύρω μας. Και να πάρουνε μια ανάσα ζωής από εμάς, που φαινόμαστε που είμαστε κοντά στον Χριστό, και τους γεμίζουμε από καυσαέρια και από βρωμιά και δεν αφήνουμε να λειτουργήσει η ανάσα του Χριστού πάνω τους. 

  

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

  

«Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν» - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


ΚΥΡΙΑΚῌ Δ΄ Ματθαίου
η΄ 5-13

 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία

τοῦυπ. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  9 Ιουλίου του 1995 σε μορφή mp3 - εδώ

Βλέπουμε πριν από λίγο το μήνυμα της περικοπής, που μέσα της περικλείει μια θεραπεία του Χριστού μέσα από τις πολλές θεραπείες, και μελετώντας τους Πατέρες ερμηνευτές μπορούμε να ανακαλύψουμε πάρα πολλά βαθιά νοήματα και ένα πολύ κεντρικό νόημα, το οποίο αναφέρεται και πάλι στη θεραπεία, αλλά στην προοπτική της βαθιάς θεραπείας του ανθρώπου. Το έχουμε πει πολλές φορές πως όταν ο Χριστός θεραπεύει, θεραπεύει διττώς, το σώμα και την ψυχή, και έτσι οι ερμηνευτές Πατέρες αυτού του κειμένου βλέπουνε, μέσα στις βαθιές πτυχές αυτών των λόγων του Χριστού και τις πράξεις που κάνει, κάτι το οποίο μας αφορά όλους μας. 
Βλέπουνε στον τρόπο της δικής μας θεραπευτικής. Υπάρχουν δύο κεντρικές φράσεις σε αυτό το κείμενου, οι οποίες μπορούν να μας καθοδηγήσουνε για να καταλάβουμε ακριβώς τι συμβαίνει με αυτό το κείμενο. Η μία φράση είναι εκείνο που λέει ο Χριστός, «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν» Εγώ θα έρθω και θα τον γιατρέψω. Και στο τέλος του κειμένου ο Χριστός είπε κάτι που φαίνεται παράξενο, με όλη αυτή την προοπτική της θεραπείας και με όλο το κλίμα της θεραπείας το οποίο ετελεσιουργείτο πριν από λίγο, ότι, λέει, θα ’λθουνε «ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν» άνθρωποι που θα μπούνε μέσα στη βασιλεία των ουρανών και άλλοι που ήταν κοντά στη βασιλεία των ουρανών δεν θα μπούνε μέσα. 
Να δούμε τα δύο τα κείμενα λίγο, για να καταλάβουμε τι προοπτικές ανοίγει για την ψυχή μας βαθιά η θεραπευτική. Κοιτάξτε τη φράση την πρώτη: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν». Ο Χριστός προβάλει ένα «Εγώ» «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν». Φυσικά εμείς αυτό το «Εγώ» το καταλαβαίνουμε, γιατί Εκείνος έχει επάνω Του τη μοναδικότητα του «Εγώ», που σημαίνει ότι είναι η πραγματική προσωπικότητα - το «εγώ» εκφράζει την προσωπικότητα του ανθρώπου, τι είμαστε, τι χαρακτηριστικά έχουμε ή τι δεδομένα έχουμε. Και πολλές φορές η χαμένη και ζαλισμένη έκφραση της ζωής μας κρύβεται στο ότι έχουμε χάσει την πραγματική μας προσωπικότητα, το πραγματικό μας «εγώ», και προβάλλουμε άλλο και λανθασμένο «εγώ». Έρχεται λοιπόν ο Χριστός, λέγοντας «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν», να το θεραπεύσει μέσα από τη δυνατότητα και την ιδιότητα που έχει. Έχει Εκείνος αυτό που έχει, είναι Θεός, και μπορεί να θεραπεύσει και να μας κάνει και εμάς να θεραπεύσουμε το «εγώ» μας. Πώς θεραπεύεται το «εγώ»; Βλέπετε, συναντάς τον Χριστό που λέει «Εγώ θεραπεύσω αυτόν» και εμείς για να θεραπεύσουμε το «εγώ» μας πρέπει να δούμε αυτό το πραγματικό «Εγώ» που Εκείνος έχει και έτσι μας θεραπεύει.

Κοιτάξτε τις κρυμμένες πτυχές του. Ο Χριστός βρίσκει το «Εγώ» Του, θεραπεύοντας. Έρχεται στον κόσμο για να θεραπεύσει. Εκείνος είναι αυτό που είναι, αλλά έρχεται για να θεραπεύσει, δεν έχει το «Εγώ» Του και να πει ότι είμαι αυτό και αυτό και αυτό, είμαι δυνατός, είμαι μεγάλος, είμαι παντοδύναμος. Μας βρίσκει εμάς και συναντιέται και με εμάς θεραπεύοντάς μας. Αυτό σημαίνει πώς εμείς μπορούμε να θεραπεύσουμε το τραυματισμένο, το αρρωστημένο εγώ μας, που εκφράζεται ως εγωισμός, αν σταθούμε σε σχέση με τον κόσμο γύρω μας θεραπευτικά. Εκεί βρίσκουμε το πρόσωπό μας και εκεί αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε το εγώ μας. Βλέπετε πόσο αντίστροφα είναι τα πράγματα. Τις πιο πολλές φορές απεχθανόμεθα και αποφεύγουμε τους άλλους, και αυτό το λέμε εγωισμό και το λέμε προσωπικότητα, και εκείνη την ώρα καταστρέφουμε το εγώ μας. 
Να η πρώτη λοιπόν πτυχή. Θεραπεύουμε την προσωπικότητά μας, αν βρούμε τον άλλο και σταθούμε πλάι του θεραπευτικά. Με την ίδια έκφραση, θεραπεύουμε την προσωπικότητά μας και βρίσκουμε το πραγματικό μας «εγώ» και σπάζουμε τον εγωισμό μας, αν ανοιχτούμε από το κλεισμένο μας «εγώ» και ανοιχτούμε προς άλλους. Αν φύγουμε από αυτά τα οποία σκεφτόμαστε και κλεινόμαστε, και ανοιχτούμε προς τους άλλους. Είναι η αιτία, η βασική αιτία, πολλών τραυματισμένων εκφράσεων της ψυχής του ανθρώπου και πολλών ψυχικών νόσων. Ο Χριστός λοιπόν τολμάει να πει «Εγώ», γιατί Εκείνος μπορεί να ανοιχτεί και μπορεί να θεραπεύσει το «εγώ». 
Γι' αυτό ακριβώς η τελευταία φράση του κειμένου είναι ότι πολλοί από αυτούς που φαίνονται χαμένοι θα βρεθούν στη βασιλεία των ουρανών και άλλοι που φαινόντουσαν καταξιωμένοι δεν θα βρεθούν. Γιατί το κριτήριο θα βρεθεί σε εκείνον ο οποίος θα μπορεί να ανοιχτεί στον άλλον και να σταθεί θεραπεύοντας τον άλλον. Και βλέπετε, η πορεία της ιστορίας της Εκκλησίας μας έχει δεκάδες ανθρώπους που ήταν χωρίς προσόντα κι ήταν ταπεινοί και δεν είχαν τίποτα στη ζωή, παρά μόνο ένα πράγμα είχανε: πέθαιναν για τους άλλους, μαρτυρούσαν για τους άλλους, στεκόντανε σωστά πλάι στους άλλους, τους έδιναν χώρο και, με αυτόν τον τρόπο, θεράπευαν το τραυματισμένο «εγώ» τους. Κι έβρισκαν την προσωπικότητά τους, γιατί έβρισκαν μέσα τους τον Χριστό! 
Την ώρα που κάνουμε αυτή την κίνηση, βρίσκουμε μέσα στο εγώ μας τον Χριστό, και τότε το «εγώ» μας θεραπεύεται γιατί, από τη στιγμή που φτιαχτήκαμε, μέσα στα βαθιά κύτταρα μας κρύβεται ο Χριστός. Και τον ανακαλύπτουμε με αυτόν τον τρόπο: αν κάνουμε αυτό που έκανε Εκείνος, αν σταθώ θεραπευτικά και αγιασμένα μπροστά στον άλλον. Και τότε σπάζει το οποιοδήποτε αρρωστημένο εγώ και αποκαλύπτεται ο Χριστός! Και τότε εμείς δεν έχουμε τίποτε δικό μας - αυτό που λένε οι άγιοι - «εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε». Κι όμως εκείνη την ώρα που λέμε «δεν μπορώ να κάνω τίποτε» (γιατί αυτό είναι το αρρωστημένο «εγώ») έρχεται και προβάλλεται ο Χριστός που είναι μέσα μας και μπορεί να κάνει τα πάντα, και τότε ξεχνούμε το αρρωστημένο «εγώ» μας και βρίσκουμε το «εγώ» μας που είναι ο Χριστός «Ζω δε ουκέτι εγώ ζει δ’ εν εμοί Χριστός». Και αποκαλύπτεται Εκείνος και τότε βρίσκουμε το «εγώ» μας, την προσωπικότητά μας, βρίσκουμε τι είμαστε. Ξεπερνούμε ό,τι αρρωστημένο έχουμε πάνω μας, ξεπερνούμε οτιδήποτε λανθασμένο και αρρωστημένο ψυχικά κρύβεται μέσα μας, γιατί αποκαλύπτεται ο Χριστός! Και τότε η ψυχική αρρώστια δεν μπορεί να σταθεί πλάι μας γιατί θεραπεύσαμε το Εγώ μας και βρέθηκε από μέσα ο Χριστός. 
«Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν». Έτσι λοιπόν κι οι άγιοι πάνε και θεραπεύουν τον κόσμο. Γιατί έχουν βρει το «εγώ» τους δηλαδή έχουν βρει το Χριστό που κρύβεται μέσα τους. Αυτό είναι το κέντρο της ζωής μας. Και αν δεν το βρούμε, κάθε μέρα θα ζούμε κουβαλώντας πάνω μας δεκάδες ψυχασθένειες και δεν θα μπορούν να θεραπευτούν με κανέναν τρόπο, παρά ο μόνος τρόπος είναι αυτός που είπα: μέσα από αυτό το «εγώ» που αποκαλύπτεται, και μέσα από το Χριστό που αποκαλύπτεται πάνω μας. Και τότε τα πράγματα του κόσμου δεν μπορούμε πια να τα μετρήσουμε όπως τα μετράνε κάποιοι, ότι «αυτοί είναι οι καλοί και αυτοί είναι οι κακοί». Και τότε, επειδή είσαι τόσο ανοιχτός, δεν αξιολογείς τον κόσμο. Βλέπεις, αν βρεις τον Χριστό, δεν αξιολογείς ποιοι σώζονται και ποιοι χάνονται, ποιοι είναι από εδώ και ποιοι είναι από εκεί, δεν αξιολογείς τίποτε, γιατί, μετά από εκεί, θα είσαι όλο εκπλήξεις για το ποιοι σώζονται και ποιοι χάνονται. Όταν λοιπόν βρεις τον Χριστό μέσα σου και βρίσκεις το «εγώ» σου και χάνεις το λανθασμένο «εγώ» σου, δεν αξιολογείς τίποτε πια, δεν κριτικάρεις τίποτε, παρά μόνο στέκεσαι βρίσκοντας τον Χριστό και θεραπεύοντας μέσα από τον Χριστό τους ανθρώπους που είναι γύρω σου. Και αντί να ζητάς κάθε μέρα μερικά ψίχουλα θεραπείας και αντί να ζητάς κάθε μέρα στηριγμό από τους άλλους, γίνεσαι εσύ μια δυνατότητα για να θεραπευθούν οι άλλοι. 
Αυτή την κρυμμένη πτυχή έχει μέσα αυτή η περικοπή: της εξωτερικής μεν θεραπείας εκεινού του παιδιού, αλλά και της βαθιάς εσωτερικής θεραπείας της δικής μας. Να ευχηθούμε αυτά τα απλά πράγματα - που είναι πραγματικά απλά - να τα καταλάβουμε, να τα κατανοήσουμε και να λύσουμε τα δεκάδες προβλήματα της ζωής μας, που οφείλονται στην μπλεγμένη μας προσωπικότητα και στο μπλεγμένο και κατά-αμαυρωμένο εγώ μας. Τα πράγματα λοιπόν είναι απλά, σταθείτε απλά μπροστά τους, κάντε μια προσευχούλα στον Χριστό, σκοτώστε αυτό το λανθασμένο «εγώ» που έχετε επάνω σας, τον κλεισμένο εαυτό σας, την κριτική που κάνετε στους άλλους, ανακαλύψτε τον Χριστό και τότε θα δείτε ότι όχι μόνο δεν θα έχετε απαιτήσεις να θεραπευθείτε από τους άλλους, αλλά θα στέκεστε θεραπευτικά προς τους άλλους με την Χάρη του Θεού! Αυτά, και μακάρι να τα καταλάβουμε, με την Χάρη του εν Τριάδι Θεού, και να γίνουμε πραγματικά φώτα και θεραπευτικά, για τους ανθρώπους που είναι γύρω μας.

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Όσιος Σαμψών ο Ξενοδόχος



27 Ιουνίου
Όσιος Σαμψών ο Ξενοδόχος

Ἐξῆγεν ὁ πρὶν ἐκ γνάθου Σαμψὼν πόμα.
Ὁ νῦν δὲ Σαμψὼν μύρον ἐκ τάφου βρύει.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Σαμψὼν θάνε, βλῦσέ τε μύρα.
***
Ο όσιος πατήρ ημών Σαμψών καταγόταν από οικογένεια της υψηλής αριστοκρατείας της Ρώμης, έχοντας καθώς φαίνεται συγγενικούς δεσμούς με το γένος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σπούδασε όλες τις επι­στήμες της εποχής του και ιδιαιτέρως την ιατρική, προς την οποία τον ωθούσε η συμπονετική του φύση. Δεν μπορούσε να μένει απαθής στο θέ­αμα του πόνου και της δυστυχίας και δεχόταν στο σπίτι του τους αρρώ­στους και άπορους που συναντούσε για να τους προσφέρει με αγάπη όλες τις απαραίτητες φροντίδες και ακόμη περισσότερο την παραμυθία της προσευχής και της πίστης.
Όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε την με­γάλη περιουσία του και ελεύθερος στο εξής από κάθε επίγεια δέσμευση, επιθυμώντας να αποφύγει την εκτίμηση των ανθρώπων, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Εγκατεστημένος σε ένα πτωχικό σπίτι, δόθηκε ολόκληρος στην προσευχή μέσα στην ησυχία, συνεχίζοντας ωστόσο τις αγαθοεργίες του. Μάζευε όσους ασθενείς έβρισκε και τους φρόντιζε δίχως να απαιτεί πληρωμή. Αναλάμβανε ιδιαίτερα ασθενείς που έπασχαν από ανίατα νοσήματα ή εκείνους με ασθένειες τις οποίες οι άλλοι γιατροί δεν έστεργαν να φροντίσουν: λεπρούς, τυφλούς, δαιμονισμένους, κι έτσι η φήμη του απλώθηκε σε όλη την πόλη και η κατοικία του έγινε άσυλο των απελπισμένων.
Λίγο αφ’ ότου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, σε ηλικία τριάντα ετών, από τον πατριάρχη άγιο Μηνά [25 Αυγ.], που εκτιμούσε τα θεάρεστα έργα του, ο άγιος Σαμψών θεράπευσε από βαρεία ασθένεια τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565), ο οποίος έχοντας χάσει κάθε ελπίδα από τους γιατρούς ειδοποιήθηκε σε ενύπνιο να καλέσει τον όσιο στο παλάτι. Ήταν αρκετό να επιθέσει το χέρι του ο Σαμψών στο μέρος όπου υπέφερε ο αυτοκράτορας για να γιατρευτεί στην στιγμή. Επειδή ωστόσο ο όσιος επιθυμούσε να αποφύγει τους επαίνους έβαλε εν συνεχεία λίγη αλοιφή, ώστε να μην αποδοθεί το θαύμα στις δικές του ικανότητες. Ο ηγεμόνας μην ξέροντας πως να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του θέλησε να τον γεμίσει χρυσάφι, αλλά ο όσιος του έστειλε πίσω τα δώρα λέγον­τας: «Θέλεις να μου προσφέρεις ό,τι απέρριψα από αγάπη για τον Θεό;»  
Και του συνέστησε να χρησιμοποιήσει καλύτερα τα χρήματα στην ανέ­γερση ενός νοσοκομείου, δίπλα στο χαμόσπιτό του, όπου θα μπορούσε να δέχεται αξιοπρεπώς τους αρρώστους και τους φτωχούς. Ο αυτοκράτορας συναίνεσε με ενθουσιασμό και ανέθεσε στους εργάτες που μόλις είχαν ολοκληρώσει την οικοδόμηση της Αγίας Σοφίας να κτίσουν λίγο βορειό­τερα από την Μεγάλη Εκκλησία ένα τεράστιο και λαμπρό οικοδόμημα που έμεινε γνωστό με το όνομα Ξενών του Σαμψών. Εν συνεχεία ο όσιος διηύθυνε το ίδρυμα με απαράμιλλη αφοσίωση, θέτοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία των πασχόντων αδελφών του με τον ζήλο ενός αγγέλου παρά τω Θεώ. Το υποδειγματικό αυτό ίδρυμα που διέθετε πολλούς εξειδικευμένους γιατρούς εξυπηρετούνταν από μοναχούς και είχε προικι­στεί από τον αυτοκράτορα με άφθονα εισοδήματα, όχι μόνο για την αμοιβή του προσωπικού του, αλλά και με σκοπό επίσης να χορηγεί τροφή και ρουχισμό σε ξένους και ενδεείς.
Αφού άσκησε για χρόνους πολλούς την αποστολική αυτή δραστηριότητα, ο όσιος Σαμψών εκοιμήθη εν ειρήνη σε προχωρημένη ηλικία. Το σώμα του ενταφιάστηκε στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου την ημέρα της εορτής του οι γιατροί της Κωνσταντινούπολης, που τον τιμούσαν ως προστάτη τους, συνέρρεαν εν πομπή. Στον Ξενώνα τιμώνταν η ράβδος του, το επιτραχήλιό του και τα άμφιά του.
Στα μετέπειτα χρόνια πλήθος θαυμάτων και ιάσεων επιτελέστηκαν στον Ξενώνα με την αόρατη μεσιτεία του οσίου ή μετά από εμφανίσεις του. Λίγο μετά την εκδημία του, μια φοβερή πυρκαγιά που ξεκίνησε από την Αγία Σοφία ρήμαξε όλα τα γύρω σπίτια και έφθασε ως την στέγη του Ξενώνα. Ματαίως οι εργαζόμενοι εκεί και άνθρωποι που προσφέρθηκαν με καλή θέληση αγωνίζονταν, όταν είδαν τον όσιο να βαδίζει πάνω στην στέγη και να διατάζει με εξουσία την φωτιά να υποχωρήσει· με τον τρόπο αυτό σώθηκε το ίδρυμα από την καταστροφή.
Οι άρρωστοι προσήλθαν στον τάφο του οσίου για να περάσουν την νύ­χτα προσευχόμενοι. Τιμούσαν την εικόνα του και αλείφονταν με λάδι από την κανδήλα που έκαιγε πάνω από το μνήμα του, ενώ ο όσιος εμφανι­ζόταν συχνά σε αυτούς μαζί με τους αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δα­μιανό για να τους προσφέρει ιάσεις και θεραπείες.
*
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
φέρων τὴν μίμησιν, τῶν τοῦ Θεοῦ οἰκτιρμῶν, ἐνθέου χρηστότητας, ἀναβλυστάνεις κρουνούς, Σαμψῶν Ἱερώτατε, σὺ γὰρ θεομιμήτω, ἑλλαμφθεῖς συμπάθεια, ὤφθης τῶν τεθλιμμένων, καὶ πασχόντων ἀκέστωρ, παρέχων ἐνὶ ἐκάστω, ρώσιν καὶ ἔλεος. 
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΒΙΔ ΤΟΥ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΒΙΔ ΤΟΥ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 
Ο όσιος Δαβίδ καταγόταν από τη βόρεια Μεσοποταμία, που ήταν μεγάλο μοναστικό κέντρο, και γεννήθηκε περί το 450. Για λόγους που δεν αναφέρονται από το βιογράφο του οσίου, ο όσιος ήλθε στη Θεσσαλονίκη και αρχικά εισήλθε στην ιερά μονή των αγίων μαρτύρων Θεοδώρου και Μερκουρίου ή ιερά μονή τῶν Κουκουλλιατών ή των Απροΐτων. Σε αυτήν τη μονή ο όσιος ζούσε πάρα πολύ αυστηρά. Τα παραδείγματα των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαίτερα του Προφητάνακτα Δαβίδ, ο οποίος “τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καί παιδεία καί σύνεσις”, ώθησαν τον όσιο να αποφασίσει να ασκητέψει πάνω σε δέντρο τρία συνεχόμενα χρόνια. Στο τέλος της τριετούς υπομονετικής ασκήσεώς του, εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι εισακούσθηκε η παράκλησή του και η δοκιμασία του ως δενδρίτη ασκητή, έληξε. 
Ο όσιος για ώρα πολλή ήταν γεμάτος φόβο και τρόμο από την παρουσία του αγγέλου. Κατόπιν, άρχισε να ευχαριστεί και να δοξολογεί το Θεό, ο οποίος εισάκουσε την προσευχή του και αφού προσκάλεσε τους μαθητές του, τους διηγήθηκε τι του είχε συμβεί και ζήτησε τη βοήθειά τους για την κατασκευή του κελλιού, όπου θα συνέχιζε την άσκησή του. Την εποχή αυτή (μετά το 520) δημιουργήθηκε ένα μεγάλο πρόβλημα. Είχε τεθεί ζήτημα για την επιλογή του Υπάρχου του Ιλλυρικού (που περιελάμβανε ολόκληρη τη Βαλκανική ως την Κρήτη). Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 11 του έτους 535, απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τις βόρειες επαρχίες του Ιλλυρικού και ανύψωσε την ιδιαίτερη πατρίδα του σε αρχιεπισκοπή υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής. 
Το πρόβλημα ήταν ότι, η διάσπαση της Θεσσαλονίκης και η μετάθεση της έδρας της επαρχίας συνιστούσε σοβαρό υποβιβασμό της πόλης. Το αίτημα, λοιπόν, των Θεσσαλονικέων καθώς και η επιθυμία του υπάρχου της περιοχής ήταν η επαναφορά της έδρας στη Θεσσαλονίκη˙ιδέα που ενστερνίσθηκε και ο τότε αρχιεπίσκοπος Αριστείδης. Σ’ αυτήν τη δύσκολη περίσταση, κλήρος και λαός σύσσωμοι ζήτησαν τη βοήθεια του οσίου. Ο αρχιεπίσκοπος Αριστείδης μαζί με πολλούς κληρικούς και λαϊκούς ανέβηκε στο εγκλειστήριο του οσίου και του ανέφερε το λόγο της επισκέψεώς τους. Ο όσιος διαισθανόμενος ότι το θέλημα του Θεού ήταν να αποδεχτεί το αίτημα που μετέφερε ο αρχιεπίσκοπος, δέχτηκε την πρόταση και μάλιστα προφήτευσε ότι θα έχουν αίσιο τέλος οι διαπραγματεύσεις, αλλά ο ίδιος δεν θα προλάβει να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη και θα “κοιμηθεί” επιστρέφοντας μέσα στο πλοίο. 
Συνοδευόμενος, λοιπόν, από δύο μαθητές του, τον Θεόδωρο και τον Δημήτριο, απέπλευσε προς την Βασιλεύουσα νύχτα, αφού πρώτα πέρασε και πήρε τις επιστολές και την ευχή του αρχιεπισκόπου Αριστείδου. 
Η φήμη όμως του οσίου Δαβίδ είχε προτρέξει στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, όταν έφθασε το πλοίο που τους μετέφερε, όλη η πόλη τον υποδέχθηκε στο λιμάνι και μάλιστα η λαμπρή υποδοχή από τη δυναμική σύζυγο του Ιουστινιανού Θεοδώρα, καθώς και οι τιμές και ο σεβασμός της προς τον άγιο, προκάλεσαν τον θαυμασμό όλων των παρισταμένων. Η αυγούστα, μόλις επέστρεψε ο αυτοκράτορας στο παλάτι από κάποια επίσημη τελετή, κινήθηκε αμέσως δραστήρια φροντίζοντας να προκαταλάβει τη γνώμη του θετικά υπέρ του οσίου Δαβίδ. 
Τότε ο Ιουστινιανός δίνει εντολή να συναχθεί όλη η Σύγκλητος του παλατιού και καλούν τον όσιο σε επίσημη ακρόαση. Ο όσιος παρουσιάζεται μαζί με τους δύο μαθητές του στη Σύγκλητο και ζητάει να του δώσουν αναμμένα κάρβουνα. Αφού τα τοποθετεί μέσα στις παλάμες του, αρχίζει να θυμιάζει την Σύγκλητο και τον αυτοκράτορα χωρίς να πάθουν την παραμικρή βλάβη τα άγια χέρια του απ’ τη φωτιά. Το παράστημα του οσίου καθώς και το προφανές θαύμα επέβαλε σ’ όλους κλίμα δέους και κατανύξεως, ώστε ο Ιουστινιανός έλαβε τις αναφορές του αρχιεπισκόπου και υπάκουσε στις προτροπές του οσίου Δαβίδ δίνοντάς του ό,τι του ζήτησε. 
Κομίζοντας τα αγαθά νέα ο άγιος απέπλευσε για την Θεσσαλονίκη, την οποία όμως έμελλε μόνο από μακριά να ξαναδεί. Γιατί μόλις ατένισε το μοναστήρι του και αφού προσευχήθηκε, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. 
Αναφέρουν οι μαθητές του, οι άγιοι Θεόδωρος και Δημήτριος, ότι μόλις παρέδωσε το πνεύμα του, σφοδρός άνεμος για πολλή ώρα φυσούσε, ευωδία θυμιαμάτων γέμισε το σκάφος και αόρατες φωνές ακούγονταν να υμνούν μελωδικά για πολλή ώρα τον Κύριο. 
Χρονικά η κοίμηση του οσίου τοποθετείται στο διάστημα μεταξύ των ετών 535 – 541. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά την κοίμηση του οσίου (περί 685-690) έγινε προσπάθεια από τον ηγούμενο του μοναστηριού όπου είχε ταφεί ο όσιος, να ανοιχθεί ο τάφος, για να λάβει μέρος του αγίου λειψάνου προς αγιασμό. Μόλις όμως ξεκίνησαν τις εργασίες, η πλάκα που κάλυπτε τον τάφο έσπασε σε πολλά μέρη και αυτό θεωρήθηκε ως φανέρωση του αγίου να μην θιγεί το άγιο λείψανο. Έτσι, παρέμεινε στην αρχική του θέση μέχρι την εποχή των σταυροφοριών. 
Κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας του μομφερατικού οίκου στη Θεσσαλονίκη, οι Λατίνοι είχαν σφοδρή επιθυμία να μεταφέρουν άγια λείψανα απ’ την Ανατολή στις πατρίδες τους (1204-1222). Για το λόγο αυτό, μετέφεραν και το άγιο λείψανο του οσίου Δαβίδ στην Ιταλία. Τελικά, μετά από σχετικές ενέργειες του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος του Β΄ το σεπτό λείψανο του οσίου Δαβίδ επεστράφη στη Θεσσαλονίκη και κατατέθηκε στη βασιλική του αγίου Δημητρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1978. Σήμερα, το ιερό λείψανο του οσίου Δαβίδ φυλάσσεται σε αργυρή λάρνακα στο Καθολικό της ιεράς μονής της αγίας Θεοδώρας.
Η μνήμη του αγίου τελείται πανηγυρικά στις 26 Ιουνίου εκάστου έτους.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Όταν η καρδιά μας αναπαύεται στη δικαιοσύνη του Θεού δεν περιμένει καμιά άλλου είδους ανταπόδοση - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

 


Τὸ Γενέθλιον τοῦ τιμίου καὶ ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.  
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
α΄ 1 - 25, 57 - 68, 76 - 80

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε σε κήρυγμα της Κυριακής 24 Ιουνίου   

Το ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία : εδώ 

Εορτολογικό το περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, αναφερόμενο στην γιορτή που εορτάζουμε σήμερα, στο γενέθλιο του Προδρόμου. Και επειδή ο Πρόδομος είναι μια μορφή που βρίσκεται στο μεταίχμιο της αλλαγής προς τον καινούριο κόσμο του Θεού και δη μια μορφή κατεξοχήν ασκητική, η Εκκλησία μας αρπάζει τις ευκαιρίες του κύκλου των εορτών, και δη της ζωής του Προδρόμου, για να προβάλει ουσιαστικά αυτό το ασκητικό πέρασμα προς τον καινούριο κόσμο του Θεού. Και μάλιστα σε μια εποχή πληθωρική, όσον αφορά τις καταναλωτικές ευκαιρίες ή την έκφραση των αισθησιακών μας αναζητήσεων, αυτό το προβαλλόμενο της ασκητικής μορφής του Προδρόμου έρχεται να δώσει όχι απλώς πολλά για τη σημερινή ζωή, αλλά να δώσει καίριες απαντήσεις.

Να θυμηθούμε πως όταν λέμε ασκητική έκφραση και ασκητικό πέρασμα, αυτό κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας εκφράζεται με τρία «μαζέματα» να το πούμε έτσι. Είναι το «μάζεμα της καρδιάς», είναι «το μάζεμα του νου» και είναι το «μάζεμα των αισθήσεων». Και ακριβώς η περικοπή που ακούσαμε με έναν τρόπο αφετηριακό, με έναν τρόπο σπερματικό, εκφράζει αυτά τα τρία «μαζέματα» τα οποία αφορούν όλη μας τη ζωή, η οποία αν μπει σε αυτό το χώρο της ασκητικής εκφράσεως, μέσα από αυτά τα τρία «μαζέματα», μπορεί να δώσει άλλο νόημα στο σήμερα, που φαίνεται τόσο απογοητευτικό και τόσο διαλυτικό για τη ζωή μας. Να δούμε αυτά τα τρία τα «μαζέματα» πώς εκφράζονται μέσα από το κείμενο το οποίο ακούσαμε πριν από λίγο. Τρεις πτυχές θα πιάσουμε ακριβώς της περικοπής που ακούσαμε.

Η πρώτη πτυχή είναι εκείνη η φράση που περνάει στο ξεκίνημα του Ευαγγελίου περιστασιακά – και δεν ξέρω αν δώσαμε πολλή σημασία – λέει το κείμενο πως ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ ήταν δίκαιοι και άμεμπτοι ενώπιον του Θεού και προσθέτει μετά: «ουκ ήν αυτοίς τέκνον». Γιατί το λέει αυτό;

Για να δηλώσει κάποια ισορροπία ανταποδόσεως ή μη ανταποδόσεως που κάνει ο Θεός σε αυτούς; Αφού ήταν δίκαιοι και ήταν άμεμπτοι γιατί δεν γίνεται το καλό; θα ’λέγε ο κόσμος. Εδώ ακριβώς, με αυτή την κίνηση, που ήταν δίκαιοι για να ’ναι δίκαιοι – αυτό είναι καρδιακό γεγονός – η  καρδιά αναπαύεται, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν ακριβώς μπορεί να λειτουργήσει μέσα στην αγάπη του Θεού, που σημαίνει λειτουργείς τη δικαιοσύνη χωρίς να ψάχνεις κάποια άλλα μέτρα άλλης δικαιοσύνης. Ήταν δίκαιοι· αυτό είναι αρκετό για το Ευαγγέλιο. Ακριβώς δηλώνει το Ευαγγέλιο ότι δεν είχαν και παιδιά, μία περιγραφή της ζωής τους. Δεν σημαίνει ότι αυτό είναι μία ανταπόδοση κάποιων λαθών που έκαναν. Ήταν όμως δίκαιοι.

Όταν η καρδιά μας λειτουργεί τη δικαιοσύνη, που σημαίνει να  αναπαύεται στη δικαιοσύνη του Θεού, που είναι το πόσο σηκώνουμε το σταυρό για τα πράγματα του κόσμου, τότε η καρδιά αναπαύεται και τότε δεν αναζητεί άλλη δικαιοσύνη και δεν περιμένει καμιά άλλου είδους ανταπόδοση, ακόμη, όπως λένε οι Πατέρες, ούτε από το Θεό. Γιατί ήδη η ανταπόδοση ήρθε. Γιατί είναι αναπαυμένοι κοντά στο Θεό και λειτουργούν την εν ταις καρδίες αυτών δικαιοσύνη. Τίποτε άλλο. Δεν περιμένουν κάτι άλλο επειδή είναι με το Θεό. Όταν είμαστε με το Θεό και αναπαυόμαστε κοντά Του και περιμένουμε κάτι άλλο, τότε θα χαθεί ανάπαυση στην καρδιά μας από Αυτόν και θα περιμένουμε το κάτι άλλο. Και μπορεί να το πάρουμε, αλλά θα χαθεί η ανάπαυση. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο, πολύ συμβολικά και με λίγα λόγια δοσμένο, αλλά καίριο πολύ για τις καρδιές που δεν αναπαύονται. Να αναπαυθείς κοντά στο Θεό λειτουργώντας τη δικαιοσύνη Του, που σημαίνει – το είπα πριν από λίγο – να  σηκώσεις κάτι για τη ζωή του κόσμου, κάτι από τον πόνο του κόσμου και να μην περιμένεις οτιδήποτε άλλο που θα έρθει ως ανταπόδοση.

Μετά από αυτό το στοιχείο της βαθιάς αναπαύσεως της καρδιάς έρχεται το ασκητικό μάζεμα του νου. Αυτό πώς γίνεται; Με την κατάσταση που περιγράφεται· η Ελισάβετ ήτανε στείρα. Κι όμως η στειρότητα  χωρίς να μπορούμε να  εξηγήσουμε το πώς – όχι φυσικά με ιατρικά μέσα – ξεπερνιέται. Εδώ ακριβώς έρχεται το μη κακό της λογικής: να βρει και μία διέξοδο, να μην είναι μόνο λογική· ότι είναι καλό να ερμηνεύουμε τα πράγματα, καλό να τα σκεφτόμαστε, καλό να τα αναλογιζόμαστε, αλλά μέχρι ενός σημείου.

Γιατί όταν φτάσουμε στο αδιέξοδο, γιατί όλα δεν μπορούμε ούτε να τα ερμηνεύσουμε ούτε να τα καταλάβουμε ούτε να τα περιγράψουμε ούτε να τα προγραμματίσουμε (χωρίς να είναι κακά όλα αυτά), και φτάσουμε σε ένα αδιέξοδο, έρχεται ο Θεός να πει: Υπάρχει απάντηση και στο αδιέξοδο, κι ας μην το εξηγείτε λογικά. Κι εκεί ακριβώς είναι άσκηση του νου, να μπορεί την ώρα του αδιεξόδου που είναι μία οριακή στιγμή στη ζωή μας, όπου μας πιάνει η απογοήτευση, η αγανάκτηση η βαθιά μελαγχολία, να ξέρουμε ότι υπάρχει μία απάντηση πέρα από τη μη κακή λογική, που είναι πια ο χώρος της αγάπης του Θεού, που ξεπερνάει τη λογική και δίνει απάντηση σε αυτή τη συμβολική στειρότητα που έχουμε στη ζωή μας. Η Ελισάβετ δεν είχε συμβολική, εμείς έχουμε συμβολική στειρότητα· φτάνουμε σε ένα σημείο και μετά κολλάμε εκεί και δεν κάνουμε τίποτε. Και αυτό είναι μία στειρότητα, γιατί ακριβώς δεν βρίσκουμε απαντήσεις στο αδιέξοδο που φτιάξαμε μόνο με τη λογική μας. Κι υπάρχει πάντα μία απάντηση του Θεού κι ας μη φαίνεται κι ας μην είναι δοτή, περιγραφόμενη, υπάρχει πάντα μία απάντηση του Θεού! Ακόμη κι η ελπίδα στο ότι υπάρχει ελπίδα στο αδιέξοδο είναι μία απάντηση του Θεού! Εδώ πολλές φορές τα χάνουμε, κι αυτή είναι η ασκητική έκφραση του μαζέματος του νοός μας. 

Και στο τέλος, έρχεται το μάζεμα των αισθήσεων, που στο κείμενο που ακούσαμε πριν από λίγο εκφράζεται με τη σχετική σιωπή την οποία περνάει για λίγους μήνες ο Ζαχαρίας. Δεν σωπαίνει ουσιαστικά ως μια έκφραση τιμωρίας, γιατί δεν πίστεψε το γεγονός του ξεπεράσματος της στειρότητας – δεν ήταν και τόσο εύκολο – αλλά ακριβώς ασκείται στο να καταλάβει πως ό,τι έχει να κάνει πια με τις αισθήσεις του δεν μπορεί να το περιγράφει με το λόγο, και δεν μπορεί τα λόγια να εκφράσουν κάτι. Υπάρχει ένα σημείο που οι αισθήσεις θα σταματήσουν για λίγο, σταμάτησε για λίγο η γλώσσα του, για να μπορούμε να καταλάβουμε εκείνα τα οποία δεν εκφράζονται με λόγια. Και ευθύς, ακριβώς εδώ, το μάζεμα των αισθήσεων είναι το σταμάτημα των μη κακών ενεργειών των αισθήσεων: σταματάς να τρως για λίγο για τη νηστεία, σταματάς να λες μερικά πράγματα για να μαζέψεις τη γλώσσα σου, σταματάς για λίγο να εκφέρεις το μάτι σου από δω και από εκεί για να μαζέψεις το μάτι σου· αυτό είναι το μάζεμα, αυτή είναι η σιωπή που έρχεται στις αισθήσεις. Και χρειαζόμαστε σε αυτή την εποχή του πλουραλισμού και του βομβαρδισμού των αισθησιακών δεδομένων αυτό το μάζεμα και των αισθήσεων, αυτή τη σιωπή των αισθήσεων, όπου, συνδυαζόμενοι με το καρδιακό, το νοητικό και το αισθησιακό, θα βρούμε πια τι σημαίνει άσκηση. Η άσκηση πια δεν θα είναι ένα μέτρο κάποιων πραγμάτων, θα είναι όλος ο άνθρωπος. Σε μια άσκηση θα βρίσκεται, θα μαζεύει το νου την καρδιά και τις αισθήσεις του και τότε θα μπορεί να δώσει απαντήσεις. Και όχι μόνο απαντήσεις! Να πάει και παραπέρα το σημερινό πολιτισμό! Γιατί το πρόβλημα δεν είναι να δίνουμε απαντήσεις απλώς στα προβλήματα που έρχονται, είναι να δώσουμε απαντήσεις και στο παραπέρα, να πάμε παραπέρα τον κόσμο, που έρχεται σε μια κατάσταση δυσφορίας και δυσμοιρίας να βρίσκεται σε συνεχή πολεμικά αδιέξοδα.

Η μορφή του Προδρόμου λοιπόν ευκαιρία μάς δίνει να μπούμε στην ανάλυση των ασκητικών δομών της Εκκλησίας μας και να τα αρπάξουμε όπως τα προσφέρει το Ευαγγέλιο και η Παράδοση της Εκκλησίας μας και να κάνουμε τη ζωή μας έστω πιο ασκητική μέσα από αυτά τα τρία τα μεγέθη. Και τότε πραγματικά και ανάπαυση θα βρούμε και τα  αδιέξοδα θα τα σπάσουμε και αισθήσεις καλλιεργημένες θα έχουμε. Και όλα αυτά γιατί;  Για να δώσουμε μια αίσθηση αλατιού στη ζωή του κόσμου (που είναι τόσο ελλιπές και τόσο χαμένο), σαν ελπίδα που έρχεται από τον Θεό.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

 

Περισσότερες ομιλίες 
του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 
είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

πηγή:εδώ 
Ζαχαρία, χόρευε σὺν τῇ συζύγῳ 
Οὐ πολλὰ μὲν τίκτοντες, ἓν δὲ καὶ μέγα.
Πρόδρομον ἀμφὶ τετάρτην εἰκάδα γείνατο μήτηρ.
Μόλις ο αρχάγγελος Γαβριήλ άφησε την Παναγία, αφού της ανήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα του Τόκου της, η Μαρία εκλαμβάνοντας ως απόδειξη των λεγομένων του το γεγονός ότι η εξαδέλφη της Ελισάβετ είχε συλλάβει έσπευσε στην Ιουδαία, στο χωριό [1] όπου κατοικούσαν ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ. Χαιρέτησε την εξαδέλφη της και αμέσως το βρέφος των έξι μηνών που βρισκόταν στα σπλάχνα της Ελισάβετ σκίρτησε από χαρά (Λουκ. 1, 41), γινόμενο ήδη από τότε Πρόδρομος του Σωτήρος Χριστού πριν ακόμα να γεννηθεί. Η Ελισάβετ «επλήσθη» Πνεύματος Αγίου και μιλώντας για λογαριασμό του αγέννητου υιού της, αναφώνησε με θεϊκή έξαρση: «Ευλογημένη είσαι εσύ απ’ τον Θεό, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες! Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου! Αλλά, πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφθεί η Μητέρα του Κυρίου μου;» (Λουκ. 1, 44). Η Κυρία Θεοτόκος τής απάντησε με τον γνωστό ευχαριστήριο ύμνο της: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο…» (Λουκ. 1, 46) [2]. Η Παναγία έμεινε τρεις μήνες κοντά στην Ελισάβετ, βοηθώντας την και συζητώντας μαζί της για όλα τα θαυμαστά του Θεού και επέστρεψε κατόπιν στο σπίτι της στην Ναζαρέτ.

Όταν έφθασε η ώρα να γεννήσει η Ελισάβετ, έφερε στον κόσμο έναν γιο που έγινε δεκτός με χαρές και γιορτές από τους συγγενείς και τους γείτονες. Την ογδόη ημέρα, ενώ γινόταν η περιτομή του νεογέννητου, όλοι ήθελαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του, Ζαχαρία, σύμφωνα με το έθιμο. Η Ελισάβετ όμως πήρε αποφασιστικά τον λόγο και είπε με κατηγορηματικό τόνο: «Όχι, θα ονομασθεί Ιωάννης!» (Λουκ. 1, 59). Οι παρευρισκόμενοι τής αντέτειναν ότι κανείς από τους συγγενείς της δεν έφερε το όνομα αυτό και απευθυνόμενοι με νοήματα στον Ζαχαρία, ο οποίος παρέμενε κουφός και μουγγός από τότε που τον επισκέφθηκε μέσα στο Ιερό ο αρχάγγελος Γαβριήλ (Λουκ. 1, 5-25), ζήτησαν την γνώμη του. Εκείνος τότε ζήτησε μια μικρή πλάκα και έγραψε: «Ιωάννης είναι τ’ όνομα του παιδιού!» (Λουκ. 1, 63). Στην στιγμή λύθηκε η γλώσσα του και, αφού πληρώθηκε από Πνεύμα Άγιο, άρχισε να προφητεύει και ανέπεμψε προς τον Θεό τον Ύμνο αυτό: «Ας είναι ευλογημένος ο Θεός του Ισραήλ! Γιατί ήρθε και λύτρωσε τον λαό Του και για χάρη μας έστειλε έναν δυνατό Σωτήρα από τη γενιά του Δαβίδ, του δούλου Του, όπως ακριβώς είχε πει αιώνες πριν με το στόμα των αγίων Προφητών Του. Μ’ Αυτόν θα μας σώσει από τους εχθρούς μας και από την εξουσία όλων όσοι μας μισούν. […] Κι εσύ, παιδί μου, θα ονομαστείς Προφήτης του Θεού, γιατί θα προπορευθείς πριν από τον Κύριο για να ετοιμάσεις τον δρόμο Του, κάνοντας γνωστή στον λαό Του την σωτηρία με την συγχώρεση των αμαρτιών τους, γιατί ο Θεός μας είναι γεμάτος ευσπλαχνία» (Λουκ. 1, 68-79) [3].

Αυτός που γεννήθηκε πέραν πάσης προσδοκίας από μήτρα στείρα, ανήγγειλε με την γέννησή του, σαν μέσω μιας πνευματικής ανοίξεως, ότι ο Μεσσίας, την έλευση του Οποίου προετοίμαζε επί γης, θα ανανέωνε τους νόμους της στείρας ανθρώπινης φύσεως και θα της άνοιγε τον δρόμο της θεώσεως. Αυτός που κλήθηκε από τον Θεό να γίνει η προπαρασκευαστική φωνή του Λόγου, έλυσε έτσι με την θεοχαρίτωτη γέννησή του την γλώσσα του λευίτη πατέρα του, που είχε δεθεί από έλλειψη πίστης, και έβαλε οριστικό τέλος στις αρχαίες προτυπώσεις και σκιές της Παλαιάς Διαθήκης. Τελευταίος των Προφητών, ο Ιωάννης, ο οποίος κατά την παναληθέστατη μαρτυρία του Κυρίου είναι ο «μέγιστος όλων των ανθρώπων» (Ματθ. 11, 11· Λουκ. 7, 28), είναι επίσης και ο πρώτος των Αποστόλων. Με την γέννησή του την ημέρα αυτή, αρχίζει και λάμπει ως Λαμπάδα του αληθινού Φωτός, ως Αστέρας που αναγγέλλει τον Ήλιο της Δικαιοσύνης και ως Προάγγελος που κηρύσσει την είσοδο του ενσαρκωμένου Λόγου.

Φόβος και θάμβος κυρίευσαν όσους παρευρίσκονταν εκεί και η είδηση του θαύματος διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την Ιουδαία. Το παιδί μεγάλωνε και κραταιωνόταν πνευματικά γιατί το φιλάνθρωπο χέρι του Θεού ήταν αδιάκοπα επάνω του. Μόλις απογαλακτίστηκε και μπόρεσε να περπατήσει [4], έφυγε από το πατρικό του για να ζήσει βαθειά μέσα στην έρημο (Λουκ. 1, 80) ντυμένος με δέρμα καμήλας, με μία δερμάτινη ζώνη στην μέση και τρεφόμενος με ακρίδες και μέλι άγριο (Ματθ. 3, 4· Μάρκ. 1, 6). Αυτός, που ο κόσμος δεν ήταν αντάξιός του, διήγε βίο μεγάλης και ανεκδιήγητης ασκήσεως, δίχως απατηλές μέριμνες, δίχως κοσμική θλίψη, απαλλαγμένος από τα πάθη και τις επιθέσεις της ηδυπάθειας, ατενίζοντας διακαώς στην ενθεωτική παρουσία του Θεού στην καρδιά του και κάνοντας Αυτόν μόνη απόλαυση και παραμυθία του [5]. Φυσικά, και άλλοι προφήτες και άνθρωποι του Θεού είχαν πριν από αυτόν διαμείνει στην έρημο, όπως ο Μωυσής ή ο Ηλίας· ζώντας όμως στην έρημο σαν να ζούσε στον ουρανό, ο Ιωάννης, που ήταν ανώτερος από αυτούς, φανέρωνε με την πρωτόγνωρη απόσυρση αυτή την εκ βαθέων ανανέωση της φύσης, Πρόδρομος της οποίας είχε αυτός μονάχα ορισθεί, και εγκαινίαζε για τους ανθρώπους την δυνατότητα να πολιτεύονται πια ως ένσαρκοι άγγελοι με την παρθενία, την άσκηση και την προσευχή [6].

Διήγε ισαγγελικό βίο στην έρημο (Λουκ. 1, 80) μέχρι τον δέκατο πέμπτο χρόνο της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος (Λουκ. 3, 1) [7]. Τότε του μίλησε ο Θεός και του έδωσε εντολή (Λουκ. 3, 2) να επιστρέψει προς τις κατοικημένες και προσβάσιμες περιοχές, για να αναγγείλει με παρρησία την έλευση του Σωτήρος Χριστού και να ετοιμάσει διά του κηρύγματός του την οδό Του, παροτρύνοντας συνεχώς τους ανθρώπους να μετανοήσουν και βαπτίζοντάς τους στον ποταμό Ιορδάνη προς άφεσιν των αμαρτιών τους (Ματθ. 3, 2· Μαρκ. 1, 4· Λουκ. 3, 3). Καθώς όλοι αναρωτιόνταν μήπως ο Ιωάννης ήταν τελικά ο προσδοκώμενος Μεσσίας που περίμενε εναγωνίως μέσα στους αιώνες ο Ισραήλ, εκείνος πήρε τον λόγο και απάντησε με ευθύτητα και με όλη την αλήθεια του θείου Πνεύματος: «Εγώ σας βαφτίζω με νερό. Έρχεται όμως Αυτός που είναι πιο ισχυρός από μένα και που εγώ δεν είμαι καν άξιος να λύσω το λουρί από τα υποδήματά Του. Αυτός πρόκειται να σας βαφτίσει με Άγιο Πνεύμα και με φωτιά…» (Μάρκ. 1, 7-8· Λουκ. 3, 15-18· Ιωάν. 1, 15 και 26-27). Και με άλλους αποκαλυπτικούς λόγους επίσης ανήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα της Σωτηρίας της εν Ιησού Χριστώ, του Κυρίου ημών (Ματθ. 3, 7-12· Λουκ. 3, 7-14· Ιωάν. 1, 19-43).

Παρά το γεγονός ότι όλες οι προφητείες του Τιμίου Προδρόμου εκπληρώθηκαν, το ουράνιο και πανανθρώπινο μήνυμά του παραμένει ωστόσο μόνιμο και εναργές για την Εκκλησία. Δεν θα πάψει να είναι μέχρι το πλήρωμα του χρόνου ο Πρόδρομος του Σωτήρος, αναγγέλλοντας σε κάθε άνθρωπο που επιθυμεί ειλικρινά να δεχθεί μέσα του τον Χριστό, ότι διά της μετανοίας και της επιστροφής προς την θεία Αγάπη, διά της αρνήσεως των αποχαυνωτικών απολαύσεων αυτού του πρόσκαιρου κόσμου, διά της απόσυρσης στην ιερά ησυχία και την καρδιακή προσευχή, θα μπορούσε να ετοιμάσει μυστικά μέσα του την οδό, από την οποία ο Ιησούς Χριστός θα κάνει την είσοδό Του με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος.

Τέλος, ίσως αξίζει να επισημανθεί ότι η ημερομηνία της 24ης Ιουνίου έχει πιθανώς λατινική προέλευση, διότι σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο αντιστοιχεί ακριβώς –με μεσοδιάστημα έξι μηνών– με την Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Στις αρχαίες αγιολογικές συλλογές από την Ιερουσαλήμ, η γέννηση του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου εορταζόταν στις 25 Ιουνίου [8]

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[1]  «Αν Καρίμ», κώμη που βρίσκονταν σε απόσταση 6 χλμ. από την Ιερουσαλήμ.
[2]  Η γνωστή και προσφιλής στην λατρεία και στον λαό της Εκκλησίας «Ωδή της Θεοτόκου» (βλ. Λουκ. 1, 46-55), με τα θεσπέσια «Μεγαλυνάρια» των έξι στίχων της, ψάλλεται κάθε μέρα στην αρχή της θ΄ ωδής του Όρθρου.
[3]  Η θ΄ ωδή του Όρθρου.
[4]  Αυτό υποθέτουν ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας. Κατ’ άλλους ανεχώρησε στην έρημο σε ηλικία δώδεκα ετών.
[5]  Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς· «Ὁμιλία εἰς τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο», PG 151, 510.
[6]  Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων· «Ἐγκώμιον τοῦ Τιμίου Προδρόμου», PG 87, 3352. Αυτός είναι ο λόγος που ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αναπαριστάνεται συχνά με πελώρια φτερά στους ώμους του κατά την παράδοση της ορθόδοξης εικονογραφίας.
[7]  Τουτέστιν το έτος 28 ή 29 μ.Χ.
[8] Gérard Garitte (1914-1990· Βέλγος επιστήμονας ιστορικός στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuven [στα Ολλανδικά] ή Louvain [στα Γαλλικά]): «Le Calendrier (palestino-géorgien du Sinaiticus 34)», σελ. 259.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 10ος (Ιούνιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Δημοφιλείς αναρτήσεις