Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Ακούστε φιλοπόλεμοι Βασιλιάδες και Άρχοντες των Εθνών και συνετιστείτε!


1η Απριλίου 1940, 
Ιερά Μονή Λογγοβάρδας, Πάρος, Ελλάδα

Ακούστε φιλοπόλεμοι Βασιλιάδες και Άρχοντες των Εθνών και συνετιστείτε!

Ο Παντοκράτορας Θεός και Δημιουργός του παντός σας κατέστησε Βασιλιάδες, Άρχοντες και Κυβερνήτες των εθνών και λαών, και οι άνθρωποι σας εμπιστεύτηκαν τη διακυβέρνησή τους, να κυβερνάτε τους υπηκόους σας με δικαιοσύνη και αλήθεια και, ως πατέρες φιλόστοργοι και Κυβερνήτες άριστοι, να προνοείτε και να φροντίζετε για την ευημερία, ευτυχία και σωτηρία των λαών σας.

Γιατί λησμονείτε τον προορισμό σας; Ακούστε και συνετιστείτε! Εκατοντάδες χιλιάδες ανεύθυνων και αθώων ανθρώπων θανατώσατε, παραδίδοντας αυτούς στη σφαγή, στο πυρ και στο βυθό της θάλασσας! Εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους καταντήσατε πολύ δυστυχισμένους, ελεεινούς, άθλιους, πεινασμένους, γυμνούς και αστέγους!

Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων δραχμών σπαταλάτε κάθε φορά σε εξοπλισμούς και τα ρίχνετε στο πυρ και στη θάλασσα, για να θεραπεύσετε το πάθος του εγωϊσμού και της φιλοδοξίας σας, και δεν σκέφτεστε ότι με τα χρήματα αυτά που πετάτε άσκοπα, άδικα και παράλογα, πόσα εκατομμύρια φτωχών, χηρών, ορφανών, πεινασμένων θα σώζατε! Πού είναι λοιπόν η δικαιοσύνη σας; Πού η αγάπη, η στοργή, πού η μέριμνα σας;

Τί θα απολαύσετε, τι θα κερδίσετε, εάν δείτε ολόκληρη την Ευρώπη να κυλιέται στο αίμα και τις πόλεις της να μεταβάλλονται σε σωρούς ερειπίων; Για όλα τα παραπάνω είστε υπεύθυνοι! Σκεφθείτε ότι είστε άνθρωποι θνητοί! Θα πεθάνετε, ας είστε Άρχοντες και Κυβερνήτες.

Ζητάτε, ως άδικοι και πλεονέκτες, να αυξήσετε τα όρια των εθνών σας και, εάν γίνεται, να κατακτήσετε ολόκληρη την οικουμένη, για να αφήσετε δήθεν όνομα, και αύριο θα πεθάνετε και δεν θα πάρετε μαζί σας τίποτα. Θα πάρετε μόνο τρεις πήχεις γης, όταν θα σας ρίξουν μέσα στο τάφο ως θνησιμαία, για να γίνετε τροφή σκουληκιών και δυσωδία! Σκεφτείτε ότι θα δώσετε λόγο για τις πράξεις σας στον απροσωπόληπτο Κριτή και Θεό, γι’ αυτό συνέλθετε, μετανοήστε και σταματήστε το κακό.

Ο Παμβασιλέας και Κύριος των απάντων από τον Οποίο έχετε το σκήπτρο και το αξίωμα, το δικαίωμα να ζείτε και να αναπνέετε και κάθε αγαθό, έδωσε εντολή σε σας και σε όλους, λέγοντας: «αγαπάτε αλλήλους». Εσείς όχι μόνο δεν τηρείτε την εντολή της αγάπης, αλλά και στους υπηκόους σας παραγγέλλετε να μισούν τους αδελφούς τους και να τους φονεύουν. Αγνοείτε ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέλφια, πλάσματα του ενός και του ίδιου Πατέρα; Δεν υπάρχει ειδωλολάτρης, ούτε Ιουδαίος, Βάρβαρος, Σκύθης, δούλος ελεύθερος, Άγγλος, Γάλλος, Ρώσος, Γερμανός, Ιταλός, Ευρωπαίος, Αμερικανός, Ασιάτης, Αφρικανός, Αυστραλός, αλλά όλοι είμαστε ένα, όλοι αδελφοί, όλοι ομοιάνθρωποι.

Αναλογιστείτε το κακό που πράττετε, συμπονέσατε, λυπηθείτε τους συνανθρώπους σας αδελφούς, λυπηθείτε τους στρατιώτες σας, τι κακό σας έκαναν που τους στέλνετε ως πρόβατα σε σφαγή; Λυπηθείτε τις γυναίκες τους, τις οποίες καταντήσατε χήρες, και τα τέκνα τους ορφανά και δυστυχή! Λυπηθείτε τους πατέρες και τις μητέρες που αφήνετε χωρίς παιδιά! Λυπηθείτε τους γέροντες, τις εγκύους και θηλάζουσες γυναίκες και τα άωρα βρέφη! Λυπηθείτε ακόμη κάθε ηλικία, τους ανθρώπους τους οποίους για το πείσμα σας, την πλεονεξία, το φθόνο, την εωσφορική υπερηφάνεια και φιλοδοξία σας, καταντήσατε ελεεινούς, δυστυχείς, χωρίς τροφή, χωρίς στέγη, χωρίς ένδυμα! Λυπηθείτε τις πόλεις που καίτε, τα πλοία που βυθίζετε, τα αεροπλάνα που συντρίβετε! Λυπηθείτε τα δισεκατομμύρια που πετάτε στη θάλασσα και τη φωτιά, και δώστε τα στους φτωχούς που πεινάνε, στις χήρες και τα ορφανά, σε έργα φιλανθρωπίας και αγαθοεργίας.

Η φωνή μου, η οποία εξέρχεται από τα βάθη της καρδίας μου με πόνο και θλίψη και δάκρυα, ας εισακουστεί και ας γίνει ευπρόσδεκτη. Γνωρίζω ότι και οι αμαρτίες των ανθρώπων είναι πολλές και ότι εξαιτίας των αμαρτιών αυτών έρχεται η οργή του Θεού, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος «διὰ ταῦτα γὰρ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας», και εάν δεν μετανοήσουν και επιστρέψουν προς το Θεό, από τον Οποίο απομακρύνθηκαν, θα χαθούν, όπως λέει ο Δαβίδ: «Οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀπολοῦνται».

Εσείς, Άρχοντες, δείξτε πρώτοι το καλό παράδειγμα. Μετανοήστε και επιστρέψτε στο Θεό από τον Οποίο απομακρυνθήκατε και να είστε βέβαιοι ότι και οι λαοί θα σας μιμηθούν, «φύσει γὰρ τὸ ἀρχόμενον τοῖς ἄρχουσιν ἐξομοιοῦσθαι», είπε κάποιος από τους σοφούς.

Σε σας τους Άρχοντας των Εθνών έγκειται να επιφέρετε τη γαλήνη και την ειρήνη, τη χαρά και την ευτυχία στα έθνη, και σε σας πάλι έγκειται να επιφέρετε τη διαμάχη, τον πόλεμο, τη θλίψη, τη δυστυχία, τον όλεθρο και την καταστροφή στα έθνη, και την αιώνια κατάρα και το ανάθεμα στους εαυτούς σας. Προτιμήστε το πρώτο, δηλαδή την εκπλήρωση της εντολής του Θεού, της αγάπης, για να φέρετε την ποθητή ειρήνη στον κόσμο και να αφήσετε έτσι όνομα αξιομακάριστο σε όλες τις γενεές.
Μετά ψυχικής οδύνης, Αρχιμανδρίτης ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ Ηγούμενος της Ι. Μονής Λογγοβάρδας, Πάρος, Ελλάδα. 1η Απριλίου 1940
ΠΗΓΗ:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΔΙΠΛΗΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΑΘΩ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩN KAI ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ 9/22 Απριλίου του 1980

 

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΔΙΠΛΗΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΑΘΩ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩN KAI ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ 

Ἡ Ἔκτακτος Διπλή Ἱερά Σύναξις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ ῾Αγίου Ὄρους τῇ 9/22 ᾿Απριλίου 1980 θεωρούσα ὅτι τό ζήτημα τῶν σχέσεων τῆς Αγίας Ορθοδόξου Ἐκκλησίας μας μετά τῶν ἑτεροδόξων καί μάλιστα τό θέμα τοῦ διαλόγου μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν εἶναι πολύ σοβαρόν καί κρίσιμον, ἀπεφάσισεν ὅπως καί δημοσίᾳ ἐκθέσῃ τό ἐν προκειμένῳ φρόνημα τῶν ῾Αγιορειτῶν Πατέρων.

1.Πιστεύομεν ὅτι ἡ ῾Αγία Ορθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ Μία 'Αγία Καθολική καί ᾿Αποστολική Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔχουσα τό πλήρωμα τῆς Χάριτος καί τῆς ᾿Αληθείας καί δι' αὐτό ἀδιάκοπον τήν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν. 

᾿Αντιθέτως αἱ «ἐκκλησίαι» καί «ὁμολογίαι» τῆς Δύσεως ἔχουσαι εἰς πολλά σημεῖα διαστρέψει τήν πίστιν τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν ᾿Αποστόλων καί τῶν Πατέρων, στεροῦνται τῆς ἁγιαστικῆς Χάριτος, τῶν ἀληθῶν Μυστηρίων καί τῆς ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς. Ως ὀρθῶς τονίζει καί ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως κ. Μάξιμος: «Η Ορθοδοξία δέν εἶναι μία Ἐκκλησία ἀλλά ἡ Ἐκκλησία. Αὕτη διετήρησε ἀκριβῆ καί αὐθεντικήν τήν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ εἰς τήν πρώτην αὐτῆς αἴγλην καί καθαρότητα. Εἰς αὐτήν ὑπάρχει, περισσότερον ἀπό μία ἁπλῆ καί ἀδιάκοπος ἱστορική συνέχεια καί συνέπεια, μία πνευματική καί ὀντολογική ταυτότης. Η αὐτή πίστις, τό αὐτό πνεῦμα, τό αὐτό ἦθος. Αὐτό ἀποτελεῖ τό διακριτικόν γνώρισμα τῆς Ορθο- δοξίας καί αὐτό δικαιοῖ τήν ἀξίωσιν αὐτῆς, ὅτι εἶναι καί 86 παραμένει ἡ Ἐκκλησία». (Επίσκεψις 227, 15-3-1980). 

2.Ὁ μετά τῶν ἑτεροδόξων διάλογος, ἐφ' ὅσον ἀποβλέπει νά πληροφορήσῃ αὐτούς περί τῆς. Ορθοδόξου Πίστεως, ὥστε ὅταν οὗτοι καταστοῦν δεκτικοί τοῦ Θείου φωτισμοῦ καί διανοιχθοῦν οἱ ὀφθαλμοί των νά ἐπανέλθουν εἰς τήν Ορθόδοξον Πίστιν, δέν εἶναι ἀπό ὀρθοδόξου ἀπόψεως καταδικαστέος. 

3.Ὁ Θεολογικός διάλογος οὐδόλως δέον νά συνοδεύεται ἀπό συμπροσευχάς, συμμετοχάς εἰς τάς λειτουργικάς καί λατρευτικάς συνάξεις έκατέρων καί λοιπάς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται να δώσουν τήν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ἡμετέρα Ορθόδοξος Ἐκκλησία δέχεται τούς Ρωμαιοκαθολικούς ὡς πλήρη Εκκλησίαν καί τόν πάπαν ὡς κανονικόν Ἐπίσκοπον Ρώμης. Τοιαῦται ἐνέργειαι παραπλανοῦν καί τό Ορθόδοξον πλήρωμα καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς, δίδοντες εἰς αὐτούς έσφαλμένην ἐντύπωσιν περί τοῦ τί φρονεῖ περί αὐτῶν ἡ Ορθοδοξία. 

Τό "Αγιον Ὄρος ἀνησυχεῖ σοβαρῶς ἐκ τῆς τάσεως ώρισμένων ᾿Ορθοδόξων Ἱεραρχῶν προσκαλούντων εἰς συμμετοχήν εἰς τελετάς, πανηγύρεις, λιτανείας - μάλιστα ἐπί τῇ ἐπιστροφῇ ἱερῶν Λειψάνων - Ρωμαιοκαθολικούς κληρικούς. ᾿Αντιθέτως συγχαίρει εὐλαβῶς τούς Ἱεράρχας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καί δημοσίως ἐξέφρασαν τάς ἀνησυχίας τοῦ Ορθοδόξου πληρώματος. 

4.Εκφράζει τήν πλήρη ἐπιδοκιμασίαν του πρός τό ὑπό τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου λεχθέν κατά τήν ἐπίσκεψιν τοῦ πάπα ἐν Κωνσταντινουπόλει ὅτι ὑψώνονται μεταξύ τῶν ᾿Ορθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν διάφορα ἐμπόδια: «Ἐν πρώτοις ἔχομεν τά σοβαρά θεολογικά προβλήματα πού ἀφοροῦν εἰς οὐσιώδη κεφάλαια τῆς Χριστιανικῆς πίστεως» (Επίσκεψις 221, 1-12-79 σελ. 17). Αί διαφοραί αὐταί εἰς οὐσιώδη κεφάλαια τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἐπιβάλλουν νά μή προχωρῶμεν εἰς κοινάς λειτουργικάς καί λατρευτικάς συμμετοχάς πρίν ἤ ἐπέλθη ἡ ἑνότης τῆς πίστεως. Ὁ Μυστηριακοῦ χαρακτῆρος ἀσπασμός ἐν τῇ θεία Εὐχαριστία προϋποθέτει πάντα τήν ὁμόνοιαν τῆς Πίστεως. «᾿Αγαπήσωμεν ἀλλήλους ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν». Δέν δυνάμεθα νά προσευχώμεθα ὁμοῦ καί μάλιστα ἐν τῇ Θείᾳ λειτουργία ὅταν δέν πιστεύωμεν τήν αὐτήν πίστιν καί ὅταν μᾶς χωρίζουν οὐσιώδη ζητήματα πίστεως. Μόνον μία ἀδιαφορία διά τήν πίστιν θά ἐπέτρεπε τοῦτο. 

Δέν δύναται ἐπίσης τό ῞Αγιον Ὄρος νά δεχθῇ τήν ἄποψιν τήν ἐκφραζομένην ἐν τῷ κοινῷ ἀνακοινωθέντι Πατριάρχου καί πάπα περί «καθάρσεως τῆς ἱστορικῆς μνήμης τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν» καί περί τῆς διά τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης διανοίξεως τῆς ὁδοῦ πρός «νέας προσεγγίσεις θεολογικῆς ἐργασίας καί νέαν τοποθέτησιν ἔναντι τοῦ κοινοῦ παρελθόντος τῶν ἐκκλησιῶν ἡμῶν» (Επίσκεψις ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 19). Οἱ αἱρετικοί ὄντως πρέπει νά ἀποκαθάρουν τήν ἱστορικήν μνήμην αὐτῶν ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν ἱστορικῶς γνωστῶν παρεκκλίσεων πίστεως καί ἤθους ἀπό τήν ἀληθῆ Εὐαγγελικήν Ορθόδοξον Πίστιν. Ἡ ἱστορική ὅμως μνήμη τῶν Ορθοδόξων βασιζομένη εἰς τήν ἐπίπνοιαν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί τήν συνεχῆ βίωσιν τῆς ᾿Αποστολικῆς Πίστεως ὑπό τῶν Θεοφόρων Πατέρων πρέπει ἐν μετανοίᾳ καί ταπεινώσει νά βιοῦται ἀπό ἡμᾶς καί νά μᾶς ὁδηγῇ εἰς τό παρόν καί τό μέλλον ἐάν θέλωμεν νά μήν ἐκπέσωμεν τῆς Πίστεως αὐτῆς. Ὡς ὀρθόδοξοι πρέπει νά καθαιρώμεθα ἀπό τήν ἱστορικήν μνήμην τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι μέ πνεῦμα ἐγωϊστικόν καί ἀνθρωποκεντρικόν «νά καθαίρωμεν» αὐτήν θέτοντες ἑαυτούς ὡς κριτάς τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. 

5.Μετά πολλῆς ἀνησυχίας τό "Αγιον Ορος διαπιστοῖ ὅτι ἐνῶ ἀπό ᾿Ορθοδόξου πλευρᾶς γίνονται πολλαί παραχωρήσεις καί οἰκονομίαι πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς ἀντιθέτως οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐμμένουν εἰς τάς κακοδοξίας των, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἀφορμή τοῦ σχίσματος ἀπό τῆς Ορθοδόξου Εκκλησίας καί ἐν συνεχείᾳ τῆς διασπάσεως τῶν Προτεσταντών. 

Οὕτως ὁ πάπας ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Ορθοδοξίας, τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, δέν ἐδίστασε να διακηρύξῃ ὅτι ἔρχεται εἰς Κωνσταντινούπολιν ὡς διάδοχος τοῦ Πέτρου ἔχων «ὡς πρῶτος τήν εὐθύνην νά ἐπαγρυπνῇ ἐπί τῆς ἑνότητος ὅλων, να διασφαλίζῃ τήν συμφωνίαν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν ἐν τῇ πιστότητι, ἐν τῇ ἅπαξ παραδοθείση τοῖς ἁγίοις πίστει ('Ἰουδ. 3)» (Επίσκεψις, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 9). Ὑπεστήριξε δηλαδή τό ἀλάθητον καί τό πρωτεῖον, ὑπάρχουν δέ πολλαί ἐνέργειαι καί δηλώσεις τοῦ πάπα ὑπέρ τῆς οὐνίας. Ὑπενθυμίζομεν τήν σύναψιν διπλωματικῶν σχέσεων Έλληνικῆς Κυβερνήσεως καί Βατικανοῦ, ἡ ὁποία ἐνῷ δικαιοῖ τόν παπισμόν ἀδικεῖ καί πλήττει τήν τροφόν καί Μητέρα τοῦ Ἔθνους Ορθόδοξον Ἐκκλησίαν. 

6.Τό "Αγιον Ὄρος ἐκφράζει ἐπίσης τήν ἀνησυχίαν του διά τήν συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ διαλόγου. Εἰς τήν Ρωμαιοκαθολικήν ἀντιπροσωπείαν συμμετέχουν καί οὐνῖται, πρᾶγμα τό ὁποῖον εἶναι πρόκλησις διά τούς Ορθοδόξους. Η ᾿Ορθόδοξος εὐαισθησία καί ἀξιοπρέπεια ἐπιβάλλει ὅπως πάραυτα ἀντικατασταθοῦν οἱ οὐνίται ἀπό τῆς ἀντιπροσωπείας, οὐδείς δέ Ορθόδοξος διαθέτων ὀρθόδοξον φρόνημα πρέπει νά συμμετάσχῃ εἰς ἐπιτροπήν, εἰς τήν ὁποίαν μετέχουν οὐνῖται. Τό "Αγιον Ὄρος ώσαύτως ἀνησυχεῖ διότι ἡ Ορθόδοξος ἐκπροσώπησις εἶναι ὅλως ἀσθενής καί ἀνεπαρκής. Οἱ διαπρεπέστεροι Ορθόδοξοι Θεολόγοι δέν συμμετέχουν εἰς αὐτήν. 

Τό "Αγιον Ορος ἐπίσης δέν ἐκπροσωπεῖται, ἐνῷ εἴναι τό μόνον Ορθόδοξον μοναστικόν κέντρον, τό ὁποῖον διατηρεῖ τήν Ορθόδοξον Πίστιν καί Πατερικήν Θεολογίαν μακράν τῶν ἐπιδράσεων τῆς ἐκκοσμικεύσεως καί τῆς σχολαστικῆς δυτικῆς Θεολογίας. 

7.Οὐδεμία ἀπό Ορθοδόξου πλευρᾶς δικαιολογεῖται αἰσιοδοξία διά τόν διάλογον καί δι' αὐτό οὐδεμία σπουδή πρέπει νά ἐπιδεικνεύεται δι' αὐτόν. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐπείγονται διά τόν διάλογον ἐλπίζοντες ἐκ τῆς προσαρτήσεως εἰς αὐτούς τῆς Ορθοδοξίας νά ἐνισχυθοῦν ἀντιμετωπίζοντες, ὡς γνωστόν, ἰσχυρότατον ἐσωτερικόν κλονισμόν καί κρίσιν. Τούς ἀνησυχεῖ ἐπίσης ὁ αὐξάνων ἀριθμός προσελεύσεως πρώην Ρωμαιοκαθολικῶν εἰς τήν Ορθοδοξίαν.

Ἡ Ορθοδοξία ὅμως οὐδένα λόγον ἔχει νά ἐπείγεται πρός διάλογον ἐφ' ὅσον οἱ παπικοί μένουν τόσον σκληροί καί ἀμετακίνητοι εἰς τό ἀλάθητον, τό πρωτεῖον, τήν οὐνίαν καί τάς λοιπάς κακοδοξίας των. 

Ἡ ὑπ' αὐτάς τάς συνθήκας ἐπίσπευσις τοῦ διαλόγου ἰσοδυναμεῖ μέ πνευματικήν αὐτοκτονίαν τῆς Ορθοδοξίας. 

Ἐκ πολλῶν ἐνδείξεων δίδεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί προετοιμάζουν μίαν ἕνωσιν οὐνιτικοῦ τύπου. "Αραγε οἱ Ορθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι σπεύδουν εἰς τόν διάλογον ἔχουν ἀντιληφθῆ τοῦτο; 

Τό "Αγιον "Ορος διακηρύσσει ὅτι δέν πρόκειται νά δεχθῇ τετελεσμένα γεγονότα, χάριτι δέ Θεοῦ θά μείνῃ πιστόν, ὡς καί ὁ ᾿Ορθόδοξος τοῦ Κυρίου λαός, εἰς τήν Πίστιν τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καί τῶν ῾Αγίων Πατέρων, ἐξ ἀγάπης καί πρός τούς ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς βοηθοῦν- ται ὅταν οἱ Ορθόδοξοι διά συνεποῦς Ορθοδόξου στάσεως τούς ὑποδεικνύουν τό μέγεθος τῆς πνευματικῆς ἀσθε- νείας των καί τόν τρόπον τῆς θεραπείας αὐτῶν. 

Αἱ ἀποτυχοῦσαι ἀπόπειραι τοῦ παρελθόντος δι' ἕνωσιν πρέπει νά μᾶς διδάξουν ὅτι διά μίαν μόνιμον καί κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἕνωσιν ἐν τῇ ᾿Αληθείᾳ τῆς Ἐκκλησίας προϋποτίθεται διάφορος προετοιμασία καί ὁδός ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἠκολουθήθησαν εἰς τό παρελθόν καί φαίνεται νά ἀκολουθῶνται σήμερον. 

"Απαντες οἱ ἐν τῇ Ἐκτάκτῳ Διπλῇ Ἱερᾷ Συνάξει ᾿Αντιπρόσωποι καί Προϊστάμενοι τῶν εἴκοσι Ἱερῶν καί Εὐαγῶν Μονῶν τοῦ ῾Αγίου Ορους "Αθω.

13/07/1979 ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΒΑΤΙΚΑΝΟΝ - ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ


ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΒΑΤΙΚΑΝΟΝ 
ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ

 13η Ιουλίου 1979

Ἡ εἴδησις, ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς Ορθοδόξου Ἑλλάδος εὑρίσκεται εἰς τά πρόθυρα ὑπογραφῆς συμφωνίας μετά τοῦ Βατικανοῦ, ἀνεστάτωσεν ὁλόκληρον τό "Αγιον Ὄρος. 
Πρόκειται περί γεγονότος, τό ὁποῖον φαίνεται ὡς ἀπίστευτον ἤ ὡς μία ἀπό τάς ἀστοχωτέρας πολιτικάς πράξεις τῶν τελευταίων δεκαετηρίδων. Διότι ἡ σύναψις διπλωματικῶν σχέσεων Ελλάδος καί Βατικανοῦ, ἀπετέλει παλαιάν ἐπιδίωξιν τοῦ παπισμοῦ, ἥτις πάντοτε ἀπεκρούετο ἀπό τάς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, διαφωτιζομένας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὡς λίαν ἐπικίνδυνος. 
Ἤδη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἢ ἐνέπεσεν εἰς τήν παγίδα τῆς διπλωματικῆς δεινότητος τοῦ Βατικανοῦ ἤ ἁπλῶς ἐκπληροῖ ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις ἕναντι τῆς πολλά ὑποσχεθείσης ΕΟΚ. ᾿Αλλά ὅπως καί ἂν ἔχῃ τό πρᾶγμα, ἡ δραστηριότης τοῦ Βατικανοῦ ἐντός τοῦ χώρου τῆς Ορθοδόξου Ἑλλάδος, ὑπό τήν διπλωματικήν κάλυψιν τοῦ ἐν ᾿Αθήναις νουντσίου, θά ἀποβῇ μοιραία διά τήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καί μέλλει νά ὑπονομεύσῃ τήν εἰρήνην τῆς ᾿Ορθοδόξου Έκκλησίας.

 

Ἡ Ἱ. Κοινότης τοῦ ῾Αγίου Ὄρους, ὡς φορεύς τῆς ἱστορικῆς μνήμης τοῦ παρελθόντος, ὡς ἄγρυπνος συνείδησις τῆς Ὀρθοδοξίας καί ὡς τεταγμένη εἰς τήν διαφύλαξιν τῶν ἀναλλοιώτων ἐθνικοθρησκευτικῶν παραδόσεών μας, διαμαρτύρεται μεθ' ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ἀντιλαμβάνονται τούς ἐπαπειλουμένους κινδύνους ἐκ τῆς παροχῆς διπλωματικῆς καλύψεως εἰς τήν ἐν ῾Ἑλλάδι παπικήν προπαγάνδαν, ἀλλά καί καλεῖ τούς κυβερνῶντας τήν Ορθόδοξον 79 Χώραν μας, ὅπως ματαιώσουν πᾶσαν συζήτησιν ἐπί τοῦ πελωρίου τούτου θέματος. 
Ο παπισμός καί οἱ σκοποί του εἶναι γνωστοί πλέον εἰς ὅλον τόν κόσμον: ὑποταγή τῶν πάντων εἰς τόν πάπαν, διά τῆς καθολικοποιήσεως τῶν πάντων. Οἱ ὑπεύθυνοι τῆς διακυβερνήσεως τῆς Ορθοδόξου Ελλάδος, μή συμβουλευθέντες τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ἱστορίαν, προβαίνουν εἰς μίαν ἀντιλαϊκήν, ἀντορθόδοξον καί ἐθνοφθόρον πολιτικήν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία περιέχει καί στοιχεῖα ὀφθαλμοφανῶν ἀντιφάσεων. 
Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΠΙΒΟΥΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 
Καί ἀντιλαϊκή μέν εἶναι, διότι ὅλοι οἱ λαοί τοῦ κόσμου ἔχουν πλέον μάθει, ὅτι τό θεομίσητον καθεστώς τοῦ παπισμοῦ ἐβοήθησεν ἀποφασιστικῶς εἰς τήν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας ὑπό τῶν δικτατόρων Μουσολίνι καί Χίτλερ, οἱ ὁποῖοι παρεσκεύασαν τόν Β΄ παγκόσμιον πόλεμον. Ποῖος θά τό ἀπαλλάξη ἀπό τήν τρομακτικήν αὐτήν ἱστορικήν εὐθύνην διά τόν θάνατον τόσων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων καί τόσων δεινῶν; ᾿Αντορθόδοξος δέ εἶναι, διότι ὁ παπισμός, λόγῳ τῆς κοσμικῆς δομῆς του καί μέσα στά πλαίσια τῶν προθέσεών του, ὅπως διά τῆς καθολικοποιήσεως τῶν πάντων ὑποτάξη τούς πάντας ὑπό τούς πόδας τοῦ πάπα, τά πάντα μετέρχεται διά νά καταστρέψῃ τήν Ορθοδοξίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα συνεχῆ, βοῶντα καί σιωπηλόν ἔλεγχον τῆς νοθεύσεως τοῦ Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. 
Εθνοφθόρος ἐπίσης εἶναι ἡ ἀδόκιμος πολιτικῶς ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ παπισμός ἐπιδιώκει τήν διάλυσιν παντός Ορθοδόξου Ἔθνους, ὥστε νά εὕρῃ τούς λαούς ὡς κατάλληλον λείαν διά τήν παποποίησίν των. Ίδιαιτέρως ἐπιζητεῖ τήν ὑπονόμευσιν τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία εἶναι κάρφος εἰς τόν παπικόν ὀφθαλμόν, διά τήν Ορθοδοξίαν της, ἀπό τούς βυζαντινούς ἀκόμη χρόνους. 
α.Ποῖος δέν ννωρίζει σήμερον τάς ἐπαισχύντους παπικάς σταυροφορίας εἰς βάρος τοῦ «σχισματικού» Βυζαντίου καί τήν ἐπί δύο αἰῶνας φραγκικήν κατάληψιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πού ἀπετέλει τήν πρώτην ἅλωσίν της
β.Ποῖος δέν γνωρίζει σήμερον τόν λόγον τοῦ πάπα Εὐγενίου τοῦ Ε΄ κατά τήν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως: «Δέν θά ἐχαιρόμην τόσον πολύ ἐάν εἴχωμεν δέκα νίκας κατά τῶν Τούρκων, ὅσον χαίρομαι σήμερον διά τήν ὑποδούλωσιν τῶν «σχισματικῶν»!  
γ.Ποῖος δέν γνωρίζει ὅτι ἡ καταστροφή τεσσάρων έκατομμυρίων Ορθοδόξου Ελληνικοῦ λαοῦ εἰς τήν Μ. ᾿Ασίαν, ὀφείλετο εἰς τάς μηχανορραφίας τοῦ παπισμοῦ, φοβουμένου τήν ἐπανεγκατάστασιν ἑνός νέου βυζαντινοῦ κέντρου τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀντιπάλου τοῦ παπισμοῦ; «Ἦλθαν εἰς τό φῶς διάφορα ἔγγραφα, πού ἀπεδείκνυον ἀκλόνητα, ὅτι τό Βατικανόν, ὅπως καί ἄλλες δυνάμεις, εἶχε παρακινήσει τήν Γαλλίαν (καί τήν ᾿Ιταλίαν) νά βοηθήσει τούς Τούρκους, δι ότι δέν ἤθελεν νά πάρουν οἱ ᾿Ορθόδοξοι Ἕλληνες τήν Κωνσταντινούπολιν. Τό Βατικανόν ἐφοβεῖτο ὅτι ἡ ἑλληνορθόδοξος Εκκλησία θά ἐγίνετο σοβαρός ἀντίπαλός του εἰς περίπτωσιν πού θά ἑδραιώνετο εἰς τό παλαιόν της κέντρον τοῦ ᾿Ανατολικοῦ Χριστιανισμοῦ... Τήν ἰδίαν ἐποχήν ἐκολάκευε τήν Σοβιετικήν Ἕνωσιν μέ τήν ἐλπίδα νά ὑποτάξῃ τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν της εἰς τόν Καθολικισμόν...». 
ΝΟΥΝΤΣΙΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ, ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΛΗΡΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΝ 
Αλλά καί ἡ πολιτική πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως νά συνάψῃ διπλωματικάς σχέσεις μέ τό Βατικανόν χαρακτηρίζεται ὡς πλήρης ἀντιφάσεων. Καί ἰδού: 
Ἡ ἐκπροσώπησις τῶν Κρατῶν διά πρέσβεων θεμελιοῦται ἐπί σαφῶν πρακτικῶν καί ἀμοιβαίων συμφερόντων, ἐπί ἐπιπέδου πολιτικοῦ, ἐθνικοῦ, στρατιωτικοῦ, πολιτιστικοῦ, οἰκονομικοῦ. ᾿Αλλά τό Βατικανόν τί ἄλλο ἔχει νά προσ- φέρῃ εἰς τήν Ορθόδοξον Ἑλλάδα εἰμή τόν παπισμόν του, διά τήν ἐπικράτησιν τοῦ ὁποίου ρίπτει ὅλον τό βάρος τῆς οἰκονομικοπολιτικῆς του δυνάμεως; 
Καί ναί μέν δυνατόν ὁ πάπας νά ἐπηρεάσῃ δυτικάς κυβερνήσεις ὑπέρ κάποιων αἰτημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλά ὄχι χωρίς ἀνταλλάγματα ὑπέρ τοῦ καθο- λικισμοῦ καί συνεπῶς εἰς βάρος τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ μας. 
Κι ἑπομένως, κατά μίαν ἁπλῆν ἀριθμητικήν, ἡμεῖς θά δίδωμεν τά «τιμιώτατα», τήν πίστιν μας, τήν ἐν Ορθοδοξία ἑνότητά μας, θά διακινδυνεύωμεν τήν αἰώνιον σωτηρίαν μας, τήν ᾿Ορθοδοξίαν μας, ἥτις ἀποτελεῖ τήν μοναδικήν ἐλπίδα τοῦ σύμπαντος κόσμου - καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν καθολικῶν - καί θά λαμβάνωμεν εἴτε ἀμφιβόλους εύνοίας, εἴτε παραπλανητικάς ὑποσχέσεις, εἴτε διπλωματικά μειδιάματα τοῦ ἐξοχωτάτου νουντσίου, εἴτε ἐπενδύσεις τινάς εἰς ἑλληνικάς ἐπιχειρήσεις τοῦ οἰκονομικοῦ μεγαθηρίου 81 τοῦ Βατικανοῦ καί τῶν τραπεζῶν του τοῦ «Αγίου Πνεύματος» (!), εἴτε ἀκόμη καί βεβαίας «καλάς ὑπηρεσίας». 
᾿Αλλά τό τίμημα άσημάντων καί ἀσταθῶν πολιτικῶν παροχῶν εἶναι τόσον καί τοιοῦτον, ὥστε μόνον ἄχροοι ἐθνικῶς καί θρησκευτικῶς συνειδήσεις θά ἐπιχειροῦσαν νά προσφέρουν. Καί ἡ Ι. Κοινότης τοῦ ῾Αγίου Ὄρους φρονεῖ, μεθ' ὅλου τοῦ Ορθοδόξου λαοῦ μας, ὅτι οὐδείς πολιτικός ἀνήρ δικαιοῦται νά προσφέρῃ «τά ἅγια τοῖς κυσί». Διό καί ἡ Ἑλλάς, μέ τάς μακράς ἑλληνορθοδόξους παραδόσεις της, ἔχει τήν ἀξίωσιν, ὅπως οἱ ἑκάστοτε κυβερνῆται της εἶναι ἐναρμονισμένοι' μέ τήν Ἱστορίαν της καί δέν ἀναγνωρίζει εἰς οὐδένα τό δικαίωμα τῆς ἐκτροπῆς ἀπό αὐτάς. 
ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΕΧΘΡΟΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 
Οἱ πολιτικοί ἄνδρες, οἵτινες διαχειρίζονται τήν ζωήν τοῦ Ἔθνους, καλοῦνται να γίνουν περισσότερον ρεαλισταί εἰς τό συγκεκριμένον θέμα τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν ᾿Αθήναις παπικοῦ νουντσίου. Ὄχι μόνον οὐδέν συμφέρον θά προκύψῃ, ἀλλά καί ἀσφαλής ὑπονόμευσις πάσης προσπαθείας ἀποβλεπούσης εἰς τήν βελτίωσιν τῶν προϋποθέσεων διά τήν ἰσχυροποίησιν τοῦ Ορθοδόξου Ἔθνους μας. 
Πλήν τῶν συγκεκριμένων ἱστορικῶν τεκμηρίων τοῦ ἀναλλοιώτου μίσους τοῦ παπισμοῦ πρός τήν Ὀρθοδοξίαν, τά ὁποῖα παραθέσαμεν, ἄς ἐνθυμηθῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας μας τό συγχαρητήριον τηλεγράφημα τοῦ Βατικανοῦ πρός τόν Κεμάλ κατά τήν μικρασιατικήν τραγωδίαν. "Ας ἐνθυμηθῇ τήν ἔνοχον σιωπήν του εἰς τήν ἀποκληθεῖ σαν δευτέραν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1955, ἄς ἐνθυμηθῇ τήν ἀστοργίαν του κατά τό δρᾶμα τῆς Κύπρου. 
Οὐδείς σήμερον εἶναι σέ θέσιν νά βεβαιώσῃ ἐάν τό Βατικανόν εἶναι ἀμέτοχον δι' ὅσους διωγμούς ἐνήργησεν ἡ Τουρκία εἰς βάρος τοῦ Ορθοδόξου Ἑλληνισμοῦ καί δι' ὅσας διατυπωμένας ἐπιμόνους ἀπειλάς διά τήν ἐκρίζωσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί διά τάς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Εἶναι ὅλα δυνατά μέσα εἰς τά πλαίσια τῆς ἀδιστάκτου διπλωματίας τοῦ παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει ἀνά τούς αἰῶνας τό Ἰησουϊτικόν δόγμα: «Ο σκοπός ἁγιάζει τά μέσα», ἀφοῦ οἱ Ορθόδοξοι εἶναι τό κόκκινο πανί καί ὁ καθολικισμός πρέπει νά ἐπιβληθῇ ὄχι μόνον διά τῆς δεδοκιμασμένης πολιτικῆς του, ἀλλά καί διά πυρός καί σιδήρου. "Αλλωστε τό αἷμα ἑνός ἑκατομμυρίου Σέρβων «βοᾷ πρός  Κύριον», τούς ὁποίους κατέσφαξαν οἱ καθολικοί τῆς Κρο- ατίας μόνον διά τόν λόγον ὅτι ἦσαν Ορθόδοξοι! 
ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΑΠΕΚΡΟΥΟΝΤΟ ΤΟΙΑΥΤΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ 
Διά τῶν ἀνωτέρω ἡ καθ' ἡμᾶς Ι. Κοινότης τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ ῾Αγίου Ὄρους δέν ἐπιθυμεῖ νά ἀναξέσῃ πλη- γάς, ἀλλά νά βοηθήσῃ τήν σεβαστήν Κυβέρνησιν νά κατα- νοήσῃ τούς κινδύνους, τούς ὁποίους συνεπάγεται διά τήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ ἐγκατάστασις παπικοῦ νουντσίου εἰς ᾿Αθήνας. ᾿Αλλά καί νά ἐπισημάνῃ ὅτι δέν πρέπει νά ἐλπίζῃ ὅτι θά ἔχῃ οἰαδήποτε ὀφέλη, ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς καλλιτερεύσεως τῶν ὅρων τῆς Ἐθνικῆς ζωῆς. 
Ὁ παπισμός, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του, ἐπιθυμεῖ τήν καταστροφήν τῆς Ορθοδοξίας, ἥτις ὑπάρχει μέσα εἰς τό Ελληνικόν Κράτος. Επομένως πρέπει νά ὑπονομευθῇ ἡ Χώρα πού εὐνοεῖ τήν Ορθοδοξίαν, διά νά ἀποδυναμωθῇ ὁ «ἐχθρός». 
Διά τοῦτο ἡ σύναψις διπλωματικῶν σχέσεων μετά τοῦ Βατικανοῦ ἀπό πλευρᾶς Ἑλληνικῆς, πλήν τῆς καταφανούς ἀντινομίας, συνιστᾷ τήν πλέον ἐπικίνδυνον πολιτικήν ἀφέλειαν, ἐφ' ὅσον παρέχονται εἰς τόν ἐπισεσημασμένον ἐχθρόν τῆς Ὀρθοδοξίας ηὐξημέναι δυνατότητες διά τήν φθοράν της. Καί ἡ ἀσφαλεστέρα μέθοδος ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ του εἶναι ἡ προηγουμένη φθορά μέχρι καί ἀποδιοργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς μας ὑποστάσεως. 
Ἡ σεβαστή Κυβέρνησις πρέπει νά πληροφορηθῇ, διατί πολιτικοί ἄνδρες περιωπῆς ἀπέκρουον ἐπί δεκαετηρίδας τήν σύναψιν διπλωματικῶν σχέσεων μετά τοῦ Βατικανοῦ, τήν ὁποίαν τό τελευταῖον ἐπιμόνως ἐπεζήτει; Καί ἄς μή προσβληθῇ τό ἐπιχείρημα, ὅτι δέν πρόκειται περί «Κον- κορδάτου», ἀλλά περί πρεσβευτικῆς ἐκπροσωπήσεως. Ἡ διαφορά εἶναι ἐλαχίστη. 
᾿Αγνοεῖ ὁ πολιτικός κόσμος τῆς Ορθοδόξου Ἑλλάδος, ὅτι ἡ δομή τοῦ παπισμοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε μέ ἀκαμψίαν δογματικήν νά ἀξιοῖ τήν ἐπιβολήν του, πολιτικήν καί θρη- σκευτικήν, εἰς ὅλα τά ἔθνη; 
Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΠΤΙΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ 
Κατά τήν χειροτονίαν τοῦ πάπα, μᾶλλον στέψιν, τιθεμένης εἰς τήν κεφαλήν του τῆς τριστεφούς παπικῆς τιάρας 83 (τριερέγκνουμ) λέγονται τά ἀπίστευτα αὐτά: 
«Λάβε τήν διά τριῶν στεφάνων κεκοσμημένην τιάραν καί γνώριζε ὅτι σύ εἶσαι ὁ πατήρ τῶν βασιλέων καί τῶν πριγκήπων, ὁ ποιμήν τῆς οἰκουμένης καί ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς»! 
Καί ὅσον μέν ἀφορᾶ εἰς τάς καθολικάς Χώρας δύναται νά νοηθῇ ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ «πατρός τῶν βασιλέων ...», ἐφ' ὅσον τόν ἀποδέχονται ὡς τοιοῦτον. ᾿Αλλά κατά ποίαν λογικήν δύναται νά ἀνεχθῇ ἡ ᾿Ορθόδοξος Δημοκρατία τῆς Ἑλλάδος ἕνα νούντσιον, τοῦ ὁποίου ἔργον μοναδικόν εἴναι ή φθορά της πρός ἐξάπλωσιν τῆς ἐξουσίας τοῦ «ἀντιπροσώπου τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς»; 
Ἴσως νά μή ενδιαφέρῃ ὡρισμένους Ἕλληνας πολιτικούς τό γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλλάς δεχομένη ἐκπροσώπησιν τοῦ Βατικανοῦ, ἐμμέσως συναποδέχεται καί ὅσα σαθρά καί ἐπί βουλα τῆς εἰρήνης καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου δόγματα ἐκπροσωπεῖ. ᾿Αλλά εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ ᾿Αθῆναι, δεχόμεναι ἕνα παπικόν νούντσιον, προσφέρουν τήν χειροτέραν ὑπηρεσίαν εἰς τήν ἀνθρωπότητα, συντελοῦσαι εἰς τήν διαιώνισιν ἑνός ἑτοιμορρόπου καί καταστρεπτικοῦ θεσμοῦ. 
Ἤδη διάσημοι καθολικοί θεολόγοι καί συγγραφεῖς κύρους σφυροκοποῦν εἰς τά θεμέλια τοῦ θρόνου τοῦ μόνου ᾿Αλαθήτου ἀνθρώπου εἰς τόν κόσμον καί ἀγωνίζονται νά ἐπαναφέρουν εἰς μόνα τά θρησκευτικά ὅρια τό ἀφηνιάσαν Βατικανόν, τό ὁποῖον κατέπεσεν πλέον εἰς τήν συνείδησιν καί αὐτοῦ τοῦ καθολικοῦ κόσμου. 
ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΔΙΑΤΕΛΕΙ ΕΝ ΠΟΛΛΗ ΑΝΗΣΥΧΙΑ 
Ἡ Ιερά Κοινότης τοῦ ῾Αγίου Ὄρους διατελεῖ ἐν πολλῇ ἀνησυχίᾳ, κρούουσα τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ἀλλά καί διατηροῦσα ποίαν τινα ἐλπίδα, ὅτι. ἔστω τήν τελευταίαν ὥραν θά κατανοηθῇ ἡ περιπέτεια εἰς ἥν παρασύρεται ὁ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικός λαός διά τῶν ἐν μέσαις ᾿Αθήναις ραδιουργιῶν τοῦ παπικοῦ νουντσίου μέ ὄργανον τήν θλιβεράν οὐνίαν. 
Διά ταῦτα παρακαλεῖ τήν σεβαστήν Κυβέρνησιν τῆς Ορθοδόξου Ἑλλάδος ὅπως, αἰρομένη εἰς τά ὕψη τῶν ἐθνικῶν μας παραδόσεων, αἵτινες ἀποτελοῦν τό φῶς τοῦ κόσμου καί σταθμίζουσα τάς τρομακτικάς ἱστορικάς εὐθύνας της, θελήσῃ καί ἀναθεωρήσῃ τάς πολιτικάς ἐκτιμήσεις της ἔναντι τοῦ ὑπ' ὄψιν θέματος, βάσει τῆς σώφρονος συμπεριφορᾶς προγενεστέρων διορατικῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν.  
Ἡ σωτηρία τοῦ Ἔθνους κεῖται εἰς τήν ἑνότητά του ἐν τῇ Ορθοδοξίᾳ. Ὅσον περισσότερον συνεπές γίνεται πρός τάς ἑλληνορθοδόξους παραδόσεις του, τόσον καί ἰσχυρότερον καθίσταται, «σεβαστόν εἰς τούς φίλους καί φοβερόν εἰς τούς ἐχθρούς». 
Ἐπί τῇ ἐλπίδι ὅτι τελικῶς εἰσακουσθησόμεθα, διατελοῦμεν εὐχόμενοι πρός Κύριον. 
"Απαντες οἱ ἐν τῇ κοινῇ Συνάξει ᾿Αντιπρόσωποι καί Προϊστάμενοι τῶν εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ ῾Αγίου Ορους Αθω. 
Ἐν Καρυαῖς τῇ 13η Ιουλίου 1979

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Η κοινωνία ως τρόπος υπάρξεως και το δαιμονιώδες της απομόνωσης


ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΚΤῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
η΄ 27 - 39

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία

του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 
Το ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - εδώ
  Αν τολμούσαμε να ορίσουμε, έστω περιοριστικά, το τι είναι ο Θεός, θα λέγαμε «κοινωνία». Έτσι κάπως το λέει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όταν λέει «ο Θεός αγάπη εστί». Και επειδή είναι Εκείνος κοινωνία, μας έφτιαξε και εμάς με το κατεξοχήν ζωτικό και δυναμικό στοιχείο της κοινωνίας. Αυτό είναι το κεντρικό βασικό μας κύτταρο, και έτσι, έχοντας αυτό το δομικό κύτταρο μέσα μας, μπορούμε να προχωρήσουμε πάνω στην ομοίωση προς Αυτόν. Αυτό μας καταυγάζει. 
    Ό, τι δεν θέλει να λειτουργήσει αυτό το κοινωνικό στοιχείο – που έτσι ή αλλιώς το έχουμε μέσα μας, θέλουμε ή δεν θέλουμε – αυτό ας το πούμε δαιμονιώδες. Είναι μια ευρύτατη έννοια του δαιμονιώδους, που μόνο έτσι θα καταλάβουμε την συγκεκριμένη περιοριστική στιγμή ενός ανθρώπου που είναι δαιμονισμένος, σε μια ακρότατη αντικοινωνική έκφραση ζωής. Ό, τι λοιπόν δεν θέλει να λειτουργήσει αυτό το δομικό μας στοιχείο, το λέμε δαιμονιώδες. 
    Οτιδήποτε σπάζει την κοινωνία είναι λοιπόν δαιμονιώδες και δαιμονικό, που σημαίνει οι εκφράσεις του δαιμονιώδους μπορούν να πάρουν πολλά επίπεδα και πολλές συντεταγμένες της ζωής μας – και αν ακόμη δεν καταλήξουμε σε αυτό το οριακό σημείο ενός ανθρώπου που είναι κατειλημμένος από δαιμονικές ποικίλες δυνάμεις. Αυτό λοιπόν το κοινωνικό στοιχείο που μας καταυγάζει βιώνεται πάνω σε κάποια επίπεδα. Για να έχουμε κοινωνία με ανθρώπους, αυτό δεν θα το κάνουμε αφηρημένα, το κάνουμε με συγκεκριμένα επίπεδα με πρακτικούς τρόπους. 
    Υπάρχουμε σε έναν τόπο όπου ζούμε, δεν είμαστε ά-τοποι, έχουμε τόπο, και η κοινωνία πραγματώνεται σε έναν τόπο, και δεν είναι θεωρητική δι-εγκεφαλικών διεργασιών. Και η κοινωνία πραγματώνεται σε έναν τόπο, δια της επαφής της παρουσίας των προσώπων «ενώπιος ενωπίω». Αυτά τα δύο βασικά στοιχεία έρχονται στη διήγηση του Ευαγγελίου να τιναχτούν στον αέρα. Το επίπεδο δηλαδή του τόπου και της παρουσίας τινάζονται στον αέρα. 
  Πώς; Προσέξτε, ο δαιμονισμένος (ο συγκεκριμένος) δεν έμενε μέσα σε μια πόλη, δεν μπορούσε να μείνει. Σημαίνει που δεν άφηνε επίπεδο για να κοινωνήσει με τους ανθρώπους. 
      Δεν ξέρω αν έλεγε «τους αγαπώ» ή «δεν τους αγαπώ», αλλά το ότι δεν άφηνε επίπεδο να κοινωνήσει με αυτούς, να βρεθεί σε τόπο μαζί τους ή αδυνατούσε να τους αντέξει σε έναν τόπο, λειτουργούσε το πρώτο δαιμονικό στοιχείο και το σπάσιμο της κοινωνίας. Βλέπετε, η κοινωνία δεν είναι αφηρημένο πράγμα, θέλει τόπο. 
    Και δεύτερον, θέλει μια έκφραση: Είμαι μπροστά στον άλλο. Και σημασία έχει «τι είμαι» μπροστά στον άλλο. Εκεί είναι το μεταβατικό στοιχείο του Ευαγγελίου: που ήτανε ντυμένος με έναν παράξενο τρόπο ο δαιμονισμένος, ή έβγαζε έξω τα ρούχα του, δηλώνει ακριβώς ότι η έκφραση προς τους άλλους ήταν χαλασμένη – ή αξιοποιούσε αυτή την έκφραση. Αυτό είναι συμβολικό στοιχείο των ενδυμάτων. Δεκάδες άλλα τέτοια στοιχεία μπορείτε να βρείτε, αλλά εδώ το Ευαγγέλιο μιλάει για τα ενδύματα αυτού, που ήταν με έναν παράξενο τρόπο. Εξέφραζε ή την απόρριψή του, μέσα από αυτό, προς τους άλλους ή την προβολή του προς τους άλλους. Όλα τα στοιχεία τα οποία λειτουργούν πάνω στο πρόσωπό μας και καλύπτουν το πρόσωπό μας και προβάλλουν άλλα πράγματα πέρα από το πρόσωπό μας ως κοινωνικά στοιχεία είναι δαιμονιώδη. Δηλαδή αν καταργήσουμε αυτό που είμαστε μπροστά στους άλλους, και εμφανιστούμε απορρίπτοντάς τους με έμμεσους τρόπους, ή προβάλλοντας το πρόσωπό μας πέρα από το πρόσωπό μας, με έμμεσους τρόπους, όπως εδώ είναι το στοιχείο των ενδυμάτων, αρχίζει να λειτουργεί το δαιμονιώδες. 
     Λείπει λοιπόν ο τόπος και λείπει η έκφραση, το όργανο της εκφράσεως, που το χρησιμοποιώ με λάθος τρόπο για να εκφραστώ. Ξέρω το ένδυμα, το αξίωμα, ο τίτλος, αυτό που είμαι, αυτά που ξέρω, είναι δευτερεύοντα ιδιώματα του ανθρώπου μέσα από τα οποίο λειτουργεί τον κόσμο. Αν καταργηθεί το πρόσωπο, αυτά γίνονται δαιμονιώδη. Γι' αυτό λοιπόν ούτε τόπο έχει ούτε μπορεί να εκφραστεί, έστω εδώ δια των ενδυμάτων, και γι' αυτό ψάχνεται στον χώρο των μνημείων, των μνημάτων. Γιατί ακριβώς δεν μπορεί να κοινωνήσει με κανένα, είναι στον τόπο που δεν υπάρχουν πρόσωπα για να κοινωνήσει, παρά μόνο νεκροί. Αυτό ακριβώς το στοιχείο με την μοναδική απλότητά του, όπως το περιέγραψε πριν από λίγο ο Λουκάς, είναι το δαιμονιώδες που ζούμε στη ζωή μας: αυτή η έκφραση της κοινωνικότητας μέσα από αυτά τα δεδομένα. Και, προσέξτε, την ίδια ώρα που ο Χριστός πλησιάζει τον δαιμονισμένο ξεπετιέται εδώ το δαιμόνιο το συγκεκριμένο και λέει στον Χριστό: «Τι ήρθες να μας βασανίσεις;» Τι εκφράζει εδώ το συγκεκριμένο πια δαιμόνιο; Εκφράζει την αδυναμία του να δεχθεί την αγάπη, δεν αντέχει την αγάπη που είναι κοινωνία, δεν αντέχει το Χριστό για αυτό λέει «ήρθες να μας βασανίσεις;» Καθόλου, λένε οι Πατέρες. Ο Χριστός δεν έχει καμία διάθεση να βασανίσει, αλλά η παρουσία τής κατεξοχήν κοινωνίας, του Χριστού, της εκφράσεως της αγάπης Του, βασανίζει όλους εκείνους που δεν αντέχουν την κοινωνία και την αγάπη. Δηλαδή όποιος δεν μπορεί να κοινωνήσει με τον άλλο βασανίζεται και χτυπιέται κάτω από την παρουσία του Θεού. Δεν Τον αντέχει, δεν Τον καταλαβαίνει, δεν μπορεί να Τον προσλάβει. Και εκεί είναι πια, θα έλεγα, το μυστήριο αυτού του δαιμονιώδους στοιχείου, που βλέπετε λειτουργεί σε πολλά σκαλοπάτια. Και καταλήγει κάποτε να είναι δαιμονισμένος κάποιος συγκεκριμένα. Αλλά τα προστάδιά του είναι δεκάδες, που τα ζούμε καθημερινά. 
  Και ο Χριστός πια θεραπεύει τον δαιμονισμένο, ο οποίος πια βρίσκει τόπο. Είναι πλάι στον Χριστό και είναι ιματισμένος και σωφρονών. Βλέπετε, η θεραπεία είναι πάνω στα δυο τα στοιχεία: να βρεις τόπο, και να ξεπεράσεις την αξιοποίηση των δευτερευόντων στοιχειών που έχεις στη ζωή σου για να προβάλλεις το πρόσωπό σου. Ψάξτε αυτά τα δύο τα όργανα πάρα πολύ μέσα στην καρδιά σας, ως όργανα και εγχειρίδια δυναμικής «αυτο- ερεύνης», όσο μπορεί να γίνει. Όσο μπορεί να γίνει… Αλλά χρησιμοποιήστε τα πάρα πολύ, για να καταλάβετε πώς λειτουργεί πάνω μας το δαιμονιώδες και πού κρύβονται, πίσω από αυτό το κρυμμένο δαιμονιώδες, δεκάδες καταστάσεις που λειτουργούν έτσι τη ζωή μας με έναν τρόπο καταστρεπτικό και διαστρεβλωτικό και δεν το καταλαβαίνουμε. Δεκάδες αγωνίες μας, άγχη μας, καταστάσεις ψυχασθενειών μας, κρύβουν μέσα αυτά τα δύο τα κύτταρα. 
  Και φυσικά, ως επισφράγισμα αυτής της ιστορίας – εκεί είναι η τραγικότητα – αποκαθίσταται η κοινωνικότητα του πρώην δαιμονισμένου: βρίσκεται σε τόπο, βρίσκεται πλάι στον Χριστό, στον κατεξοχήν τόπο, και έχει πια πρόσωπο, που δεν προβάλλεται μέσα από τα δευτερεύοντα, αλλά η κοινωνία παραμένει δαιμονιώδης! Ενώ αυτός μόνο φαινόταν δαιμονισμένος! Όλος ο περίγυρος είναι δαιμονιώδης πια, παρόλο που δεν είναι δαιμονισμένος με τον πρακτικό τρόπο (δεν έχει μέσα του ένα δαιμόνιο που τον διαταράσσει), γιατί, ακριβώς, βλέποντας το θαύμα και βλέποντας την αποκατάσταση της κοινωνικότητας, λέει να φύγει από εκεί στον Χριστό, δεν Τον αντέχει. Κάνει μια κατ’ επίφαση κοινωνία, μια κοινωνία απλώς εξωτερικής ασφάλειας. Και αυτό είναι δαιμονιώδες! Και ας μην φαίνεται που είναι δαιμονισμένοι αυτοί όπως ο δαιμονισμένος. Το δαιμονιώδες της κοινωνίας, που φτιάχνει μια κατ’ επίφαση ασφάλεια, μια κατ΄ επίφαση ησυχία, και εδώ αντέχει άλλες παρεμβολές, παρεμβολές άλλων τρόπων κοινωνίας, αυτού του μοναδικού τρόπου κοινωνίας, του τόπου και της εκφράσεως που λέγαμε πριν από λίγο. Και έτσι και μια ήσυχη και ασφαλής κοινωνία μπορεί να λειτουργεί, χωρίς να το καταλάβει, δαιμονικά στοιχεία που κάποτε θα εκραγούν, κάποτε θα ξεσπάσουν. Όλες οι ξαφνικές εκρήξεις αντικοινωνικότητας κρύβουν μέσα τους αυτή τη βαθιά διεργασία, αυτού του δαιμονισμένου των κοινωνιών μας. 
    Έτσι λοιπόν, και στο προσωπικό επίπεδο και στο κοινωνικό, λειτουργεί το δαιμονιώδες. Και φυσικά το κοινωνικό θα αποκατασταθεί αν τα πρόσωπα ξεπεράσουν τη δαιμονική τους στάση. Δεν μπορούμε να μιλούμε για αφηρημένες κοινωνιολογικές θεραπευτικές. Δεν γίνονται! Ο τόπος και το πρόσωπο σε σχέση με τη στάση προς τον Χριστό μπορεί να κάνει την παρέμβασή του. Γι' αυτό αν ξεκινήσετε να καθαρίζετε τα δαιμονικά στοιχεία που σας καταυγάζουν, τότε μπορεί να γίνετε κάτι ωφέλιμο, ουσιαστικό, παραγωγικό για τον κοινωνικό σας χώρο. Όλα τα άλλα τα ωφέλιμα και παραγωγικά είναι δευτερεύοντα, και πολλές φορές λειτουργούν πιο πολύ το δαιμονιώδες. 
   Ευχή λοιπόν η περικοπή αυτή με την μοναδική απλότητα και βάθος της να αποτελέσει μια διεργασία, ένα έναυσμα για να καταλάβουμε πως, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, λειτουργούμε δαιμονιωδώς την κοινωνία μας και την διαταράσσουμε πολλές φορές, την ταράσσουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ξεπεράστε το δαιμονιώδες, βρείτε τον τόπο, βρείτε το πρόσωπο του άλλου και βρείτε τέλος τον Χριστό και την Εκκλησία!

  

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

※

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

ZİHNİN ÇARPITILMASINA DAİR BİR HİKÂYE - Arşipresbiter Konstantinos Stratigopulos

 ZİHNİN ÇARPITILMASINA DAİR BİR HİKÂYE

Mesih ve Gadara Bölgesindeki Cinlere 

Tutulmuş Adam 

Luka İncili, 8. bölüm, 27-39. ayetler

 Το κείμενο στα Ελληνικά : εδώ  

Bu anlatı, Mesih’in cinlere tutulmuş insanları iyileştirmesiyle ilgili İncil’deki diğer anlatılar gibi, hepimizin bildiği bir hikâyedir. Ancak bu olaya yalnızca tek bir açıdan bakamayız. Yani Mesih’in cinlere tutulmuş bir adamla karşılaştığını ve onu iyileştirdiğini söylemekle yetinemeyiz. Elbette Mesih o adamı iyileştirmiştir. Fakat bu İncil pasajı, önümüzde çok daha derin ufuklar açmaktadır.

Bu derinliklere ulaşabilmek için öncelikle Mesih’in adama sorduğu soruya ve adamın verdiği cevaba dikkat etmemiz gerekir. Mesih ona, «Adın ne?» diye sorduğunda adam, «Lejyon» diye cevap verir. Çünkü metinde belirtildiği üzere, onun içinde çok sayıda cin vardı.

Buradaki çokluğa dikkat edin. Bunu yalnızca nicelik, yani cinlerin sayıca çokluğu açısından değerlendirmeyin. Elbette sayısal bir çokluk da söz konusudur. Ancak burada, farkına varmadan yaşadığımız şeytani durumların çeşitliliğine işaret eden çok daha derin, niteliksel bir anlam da vardır.

İncil pasajı bizi, çoğu zaman farkına bile varmadan her gün yaşadığımız bu durumlarla yüzleşmeye çağırıyor. Şimdi metnin izlediği yolu takip ederek, «Lejyon» ifadesinde anlatılan bu çokluğu ve içimizdeki şeytani durumları ana hatlarıyla incelemeye çalışalım.

Birisi, «Bunlar insanın çok sayıdaki tutkularıdır» diyebilir. Gerçekten de öyledir. Ancak metin, bu durumu hem dış dünyamızla hem de iç dünyamızla ilişkimiz üzerinden daha farklı bir biçimde anlatmaktadır.

1. Bulunduğumuz yerde huzur bulamamak

İncil’de öncelikle cinlere tutulmuş adamın hiçbir yerde kalamamasından söz edilir. Evinde bile barınamayan bu adam, bir yerde durup huzur bulamamaktadır.

Şimdi bu anlatıyı dinlerken kendi hayatımızı da düşünelim. Biz de zaman zaman bulunduğumuz yerde huzur bulamaz, sürekli bir şeylerin değişmesini isteriz. Bir şeylerin olmasını bekleriz, fakat beklediğimiz gerçekleşmez. Bunun sonucunda bulunduğumuz yerden, içinde yaşadığımız koşullardan ve çevremizdeki insanlardan hoşnutsuzluk duyarız.

Elbette bunun pek çok sebebi olabilir. Ancak bazen bütün bu huzursuzluğun arkasında, kendimizle ve içimizde taşıdığımız şeytani unsurlarla yüzleşemememiz vardır.

Asıl sorun, başkaları için bir şeyler yapmamız gerekirken bunu yapamamamızdır. Dünyaya, çevremizdeki insanlara bir katkıda bulunmak yerine, başkalarının bizim için bir şeyler yapmasını bekleriz. Beklentilerimiz karşılanmadığında ise hiçbir yer bizi mutlu edemez, hiçbir ortam bize yetmez. İşte burada önemli bir meseleyle karşı karşıyayız: Bir yerde durabilme, bulunduğumuz yerde huzur bulabilme konusundaki yetersizliğimiz.

İncil anlatısı daha sonra adamın ıssız yerlere sürüklendiğini söyler. Elbette münzeviler de ıssız yerlere giderlerdi; ancak onlar Tanrı’ya yaklaşmak ve kutsallaşmak için ıssızlığı seçerlerdi. Bu adam ise oraya huzur bulmak, sıkıntısından kurtulmak için gidiyordu.

Biz de bazen bulunduğumuz yerin veya koşullarımızın değişmesiyle iç dünyamızın da değişeceğini düşünürüz. Yeni bir yere gidersek, yeni bir çevre edinirsek, başka bir hayat kurarsak huzur bulacağımıza inanırız. Oysa içimizdeki sorunlarla yüzleşmedikçe, yer değiştirmek bizi gerçekten değiştirmez. Nitekim bu adamın sonunda yaşadığı yer mezarlıklar olur. Mezar, ölümün mekânıdır; umudun ve hayatın bulunmadığı yerdir.

İçimizde taşıdığımız karanlıklarla yüzleşmeden onları başka yerlere götürerek huzur bulmaya çalışırsak, hiçbir yerde gerçek huzura kavuşamayız. Dışarıdan bakıldığında güzel görünen yerlerde yaşıyor olsak bile, iç dünyamızda umutsuzluğun ve ölümün hâkim olduğu bir hayat sürebiliriz.

Peki, Mesih’in hayatımızda bulunması ne demektir?

Mesih’in hayatımızda bulunması, O’nun bizim için yalnızca bir inanç konusu olarak kalmaması, hayatımızda tecrübe ettiğimiz canlı bir gerçeklik hâline gelmesi demektir. Mesih aracılığıyla bizler de dünyanın umudu hâline gelmeliyiz. Başkalarından sürekli bizim için bir şeyler yapmalarını beklemek yerine, biz başkaları için bir şeyler yapmalıyız.

2. Dış görünüşümüz ve başkalarının bizi nasıl gördüğü

İncil anlatısında karşımıza çıkan ikinci mesele, insanın dış görünüşüyle ilgilidir. Metinde, cinlere tutulmuş adamın üzerine giysi giyemediği belirtilir. Burada giysilerden söz edilmekle birlikte, anlatının anlamı çok daha derindir. Çünkü mesele yalnızca ne giydiğimiz değil, kendimizi başkalarına nasıl gösterdiğimiz ve başkalarının bizi nasıl değerlendirmesini istediğimizdir.

Adamın giysi giyememesi ve zincirlerle dolaşması, onun içinde bulunduğu durumun dışarıya yansıyan bir ifadesidir.

Biz de kendi hayatımızda buna benzer durumlarla karşılaşabiliriz. Nasıl göründüğümüz, başkalarının hakkımızda ne düşündüğü, bizi nasıl anladığı ve nasıl değerlendirdiği bizim için aşırı derecede önemli hâle gelebilir.

Kendimizi sürekli başkalarının gözünden değerlendirmeye başlarız. İnsanların bizi nasıl gördüğünü düşünür, onların beklentilerine uygun görünmek için çabalar ve kendimizle ilgili belli bir imajı korumaya çalışırız. Oysa burada çok derin bir teolojik mesele vardır. İnsan, düşüşten sonra «deri giysiler» giymiştir. Bu ifade, insanın düşüş sonrasındaki durumunu anlamamız bakımından önemli bir yere sahiptir.

Dolayısıyla giysi meselesine yalnızca dış görünüş açısından bakmamalıyız. Asıl soru şudur: Nasıl görünmek istiyoruz? İnsanların bizi nasıl tanımasını bekliyoruz? Başkalarının bizi anlaması için ne kadar çaba harcıyoruz?

Bütün bunlar, kendi iç dünyamızdan uzaklaşıp başkalarının değerlendirmelerine bağımlı hâle geldiğimizde, ruhsal hayatımız için bir engele dönüşebilir. Çünkü asıl mesele yalnızca başkalarının bizi nasıl anlayacağı değildir. Bizim başkalarını nasıl anladığımız, onlara nasıl yaklaştığımız ve onlar için ne yaptığımız da önemlidir.

Başkalarının bizi anlamasını beklerken onları anlamaya çalışıyor muyuz? Onlardan sevgi ve ilgi beklerken biz onlara sevgi ve ilgi gösterebiliyor muyuz? İşte dış görünüşümüzle ve başkalarının bizi nasıl değerlendirdiğiyle ilgili bu aşırı kaygının ardında da şeytani bir unsur bulunabilir. Dışarıdan bakıldığında cinlere tutulmuş gibi görünmeyebiliriz; ancak iç dünyamızda bu tür bir tutsaklığın içinde yaşayabiliriz.

3. Mesih olmadan sağlanmaya çalışılan toplumsal huzur

İncil pasajında karşımıza çıkan üçüncü mesele, toplumsal hayatla ilgilidir. Mesih, cinlere tutulmuş adamı iyileştirir. Ancak çevrede yaşayan insanlar O’nu kabul etmek yerine oradan ayrılmasını isterler. Burada düşündürücü bir durum vardır: İnsanlar görünüşte iyi bir şey yapmaya, toplumdaki düzeni ve dengeleri korumaya çalışıyor olabilirler. Huzur, düzen ve asayiş sağlamak ilk bakışta elbette olumlu şeylerdir. Ancak bütün bunlar Mesih dışarıda bırakılarak gerçekleştirilmeye çalışıldığında, meselenin özü değişir.

Çünkü insanlar yalnızca düzeni korumayı, sorunları ortadan kaldırmayı ve herkesin sessizce kendi hayatını sürdürmesini sağlamayı amaçlayabilirler. Fakat bu düzenin içinde Mesih’in sevgisi, hakikati ve insanı dönüştüren varlığı yoksa, ortaya çıkan şey gerçek anlamda ruhsal bir huzur değildir. Yalnızca görünürde bir sükûnet sağlanmış olur.

Biz böyle bir sükûnet istemiyoruz. Biz, Mesih’in varlığıyla insanın iç dünyasında ve toplumda meydana gelen dönüştürücü hareketi istiyoruz. Mesih, «Ben dünyaya ateş atmaya geldim» demiştir.

Bu ateş, insanı kötülükten arındıran, vicdanını uyandıran, alışkanlıklarını sorgulamasına yol açan ve onu hakikate yönelten ruhsal bir ateştir.

Dolayısıyla toplumsal, ekonomik veya başka alanlarda bize huzurlu bir düzen vaat edenlerin söylediklerini değerlendirirken dikkatli olmalıyız. Eğer bu düzenin içinde Mesih’in sevgisine, hakikate ve insanı dönüştüren ruhsal mücadeleye yer yoksa, yalnızca dışarıdan sağlanan bir dengeyle yetinmemeliyiz.

Çünkü gerçek huzur, insanın ve toplumun Mesih’ten uzaklaştırılmasıyla değil, O’nun hakikatinin ve sevgisinin hayatımıza girmesiyle mümkündür. İşte bu da metnin ortaya koyduğu üçüncü şeytani unsurdur: Mesih’i dışarıda bırakarak huzur ve düzen sağlamaya çalışmak.

4. Mesih’i tanımak ama O’na tahammül edememek

Şimdi daha derin bir meseleye geliyoruz.

İncil’de cin, Mesih’e yalvararak kendisini yok etmemesini ister. Burada dikkat çekici olan şudur: Cin, Mesih’i tanımaktadır; fakat O’na tahammül edememektedir. Bu durum, dinî bir hayat yaşadığını düşünen insan için de önemli bir uyarı taşır.

İnsan Mesih hakkında bilgi sahibi olabilir, O’na inandığını söyleyebilir ve hayatının belirli alanlarında imanını ifade edebilir. Ancak bütün bunlara rağmen Mesih’in sevgisiyle gerçekten yüzleşmeye tahammül edemeyebilir.

Çünkü Mesih’le gerçek anlamda karşılaşmak, insanın kendisini sorgulamasını gerektirir. Kendi tutkularıyla, bencilliğiyle, korkularıyla ve alışkanlıklarıyla yüzleşmesini ister.

Bazen Mesih’in hayatımızın belirli bir bölümüne kadar girmesine izin veririz; fakat diğer alanlara dokunmasını istemeyiz.

Sanki O’na şöyle deriz:

«Buraya kadar! Hayatımın bu bölümüne kadar gelebilirsin, ama bundan ötesine geçme. Bazı şeyleri değiştirmene izin veremem.» İşte burada, Mesih’e inanmakla O’na hayatımızı açmak arasındaki fark ortaya çıkar. Mesih’i tanımak başka, O’nun sevgisinin bizi dönüştürmesine izin vermek başkadır. Gerçek iman, Mesih’i yalnızca düşüncelerimizde kabul etmek değil, hayatımızın tamamını O’nun sevgisine açabilmektir.

5. Mesih’in iyileştirdiği insan: Aklın ve zihnin arınması

Bütün bu anlatım, cinlerden oluşan lejyonun ne kadar çok çeşitli olduğunu, genel hatlarıyla ortaya koymaktadır. Bu cinler çok sayıdaydı; biz de her gün benzerlerini üzerimizde taşıyoruz. Peki, bu trajedinin çözümü nedir? Metnin kendi ifadesiyle cevap şudur: Çevrede yaşayanlar olayın gerçekleştiği yere gelirler ve cinlere tutulmuş adamı «İsa’nın ayaklarının dibinde», «giyinmiş ve aklı başında» bulurlar. Görüyorsunuz, adamın «giyinmiş» olması, yalnızca dış görünüşünün değiştiği anlamına gelmez. Değişen, onun kendisini nasıl göstermek istediğidir. Artık olduğu kişidir; kendisini olduğundan farklı gösterme ihtiyacı duymaz. Şimdi özellikle dikkat etmenizi istediğim anahtar kelimeye geliyoruz: Adam «aklı başında»dır. Burada kullanılan ifade, kelimenin tam anlamıyla, «aklî melekeleri yerinde» demektir. Kilise’nin yaptığı da budur: İnsanın zihnini, aklını iyileştirmek. Çünkü şeytani unsurla ilgili bütün bu mesele, aslında insanın aklıyla, zihniyle ve zihnin çarpıtılmasıyla ilgilidir. Bu çarpılma, sonunda insanın gerçekten cinlere tutulduğu bir duruma da dönüşebilir. Nitekim cinler, zihni çarpıtılmış bir insana yerleşebilirler. Ancak burada söz konusu olan, temelde, zihnin çarpıtılması meselesidir. Adam artık «aklı başında»dır ve Mesih’in yanında oturmaktadır. Metindeki bu ifade, onun zihinsel melekelerinin sağlığına kavuştuğunu gösterir. Bunun anlamı şudur: Mesih’e yakın olanlar, aklı başında ve sağlıklı düşünebilen insanlardır; zihinleri berraktır, düşünceleri arınmıştır. Onlar, zihnin arınması sürecinden geçmişlerdir. Öyleyse bu metin son derece derin ve insanı düşünmeye sevk eden bir metindir. Bizi, günlük hayatımızda karşılaştığımız pek çok olaya yönlendirir. Bu olayları kendi hayatımızla karşılaştırarak inceleyebilir, nerede bir şeyleri kaybettiğimizi ve nasıl iyileşebileceğimizi görebiliriz.

Mesih ve Gadara Bölgesindeki Cinlere Tutulmuş Adam …

Mesih’e ne cinler dayanabildi ne de çevrede yaşayan insanlar. Dileriz ki biz onlar gibi olmayalım; Mesih’in ayaklarının dibinde, aklımız ve zihnimiz arınmış bir hâlde bulunanlardan olalım.

Arşipresbiter Konstantinos Stratigopulos’un 
22 Ekim 2006 tarihli vaazı

Το κείμενο στα Ελληνικά : εδώ  

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΝΟΥ

 

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 8ο, στίχοι 27 ἕως 39, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 22-10-2006. 
    Γνωστή καί πάλι ἡ διήγηση καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις παράλληλης θεραπείας δαιμονισμένων ἀπό τόν Χριστό, ἡ ὁποία ὅμως διήγηση δέν μπορεῖ νά κοιταχτεῖ μονοτόνως, δηλαδή μόνο μέ μιά ματιά, ὅτι ὁ Χριστός βρίσκει ἕνα δαιμονισμένο καί τόν γιατρεύει. Αὐτό εἶναι δεδομένο. Ἡ περικοπή ἀνοίγει ἄλλες πολύ βαθιές προοπτικές καί μάλιστα κεντρικό σημεῖο ἀφετηρίας, γιά νά μποῦμε στίς βαθύτερες προοπτικές τῆς περικοπῆς, εἶναι αὐτό τό ὁποῖο εἶπε ὁ δαιμονισμένος ὅταν ὁ Χριστός τόν ρώτησε «ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;», πού εἶπε «λεγεών», γιατί, λέει τό κείμενο, ἦταν πολλά τά δαιμόνια πού εἶχε μέσα. 
    Προσέξτε αὐτή τήν πολλαπλότητα. Δέν θά τό δεῖτε αὐτό μόνο ποσοτικά, τά πολλά τά δαιμόνια. Μπορεῖ καί νά εἶναι, ἀλλά ἀναφέρεται σέ κάτι πολύ βαθύ ποιοτικό, πού ἀφορᾶ τήν ποικιλία τῶν δαιμονικῶν καταστάσεων πού ζοῦμε χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Αὐτό κάνει ἡ περικοπή καί μᾶς βάζει σέ μιά σκληρή ἀναμέτρηση μέ δαιμονικά πράγματα πού ζοῦμε καθημερινά χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Νά ἀκολουθήσω τήν πορεία τῆς περικοπῆς προσπαθώντας μέ ἁδρό τρόπο νά περιγράψω, ἀξιοποιώντας τά λόγια τῆς περικοπῆς, αὐτό τό «πολλά δαιμόνια». Τί εἶναι αὐτό τό πολλαπλό; Τί εἶναι αὐτά τά πολλά; Κάποιος θά πεῖ «πολλά πάθη», πράγματι ἔτσι εἶναι, ἀλλά τό κείμενο τό περιγράφει μέ ἄλλο τρόπο, καί ἐξωτερικό καί ἐσωτερικό. Κοιτάξτε τήν πορεία τοῦ κειμένου: 
    Πρῶτα-πρῶτα βάζει τόν δαιμονισμένο νά μετριέται μέ τήν ἀδυναμία νά σταθεῖ σέ ἕναν τόπο -ὅταν κάνω τήν ἀνάλυση τώρα, νά βάζετε σέ ἕναν παράλληλο ἐκφραστικό τρόπο τόν ἑαυτό σας καί τόν ἑαυτό μας. Τήν ἀδυναμία λοιπόν νά σταθεῖ σέ ἕναν τόπο, καί αὐτό τό ἐκφράζει, τό θέμα τοῦ τόπου, πολυποίκιλα. Πρῶτα-πρῶτα τό λέει: «Δέν μποροῦσε νά μείνει στήν οἰκία του, ἀδυνατεῖ νά κάτσει κάπου». Ὑπάρχουν χίλιοι λόγοι γι᾽ αὐτό, ἀλλά τίποτε δέν μπορεῖ νά εἶναι δυσκολία παρά μόνο ὁ ἑαυτός μας καί τό δαιμονικό στοιχεῖο πού κουβαλᾶμε, ἡ ἀδυναμία δηλαδή νά στραφοῦμε νά κάνουμε κάτι γιά τόν κόσμο -αὐτό εἶναι τό δαιμονικό- καί κάνουμε τό ἀντίθετο, καί περιμένουμε οἱ ἄλλοι νά κάνουν κάτι γιά μᾶς κι ἄν δέν γίνεται οἱ τόποι δέν μᾶς ἀντέχουν. 
    Εἶναι λοιπόν ἡ ἀδυναμία μας νά σταθοῦμε στόν τόπο. Χίλιες αἰτίες μπορεῖ νά ὑπάρχουν, ἀλλά μέσα κρύβεται κάτι δαιμονικό. Κάτι περιμένουμε νά γίνει καί δέν γίνεται καί ἀδυνατοῦμε νά σταθοῦμε στούς τόπους· καί μάλιστα κάνει μιά προέκταση τό κείμενο καί λέει: «ἠλαύνετο εἰς τὰς ἐρήμους», πήγαινε σέ ἔρημους τόπους. Βέβαια καί οἱ ἀσκητές πήγαιναν στίς ἐρήμους, ἀλλά πήγαιναν γιά νά ἁγιάσουν στίς ἐρήμους. Αὐτός πήγαινε στήν ἔρημο γιά νά ἀναπαυθεῖ. Βλέπετε, ἡ δεύτερη ἀναζήτησή μας σέ σχέση μέ τούς τόπους, ἡ δαιμονική μας ἀναζήτηση, πιστεύοντας πού κάποιοι τόποι, κάποια ἀλλαγή τῶν τόπων θά μᾶς ἀλλάξουν καί ἡ ὁριστική κατάληξη τοῦ τόπου του ἦταν, λέει, τά μνήματα ὅπου ἔμενε. Τό μνῆμα εἶναι χῶρος θανάτου, ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει ἐλπίδα, ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει ζωή, ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει Χριστός. Ὅπου καί νά κουβαλᾶμε τά δαιμονικά στοιχεῖα μας καί προσπαθοῦμε νά τά ἀναπαύσουμε πουθενά δέν θά ἀναπαυόμαστε καί καθημερινά σέ φαινομενικά ὡραίους τόπους θά μένουμε, ἀλλά σέ μνήματα θά μένουμε γιατί ἐκεῖ δέν θά ὑπάρχει ζωή, δέν θά ὑπάρχει ἐλπίδα. Ὅταν λέω «νά ὑπάρχει ὁ Χριστός» σημαίνει ὁ Χριστός νά γίνει βίωσή μας, νά γίνουμε ἐμεῖς μέσα ἀπό τόν Χριστό ἐλπίδα τοῦ κόσμου καί, ἀντί νά ἀπαιτοῦμε, νά κάνουμε κάτι γιά τούς ἄλλους. Αὐτό εἶναι τό στοιχεῖο τῆς δαιμονικῆς ἀναμετρήσεως μέ τούς τόπους. 
    Καί ἔρχεται μιά ἄλλη πρόκληση δαιμονικῆς ἀναμετρήσεως μέ τήν ἐμφάνιση. Ἐδῶ ἀναφέρεται στά ροῦχα μέν, ἀλλά τό κείμενο πάει πολύ μακριά οὐσιαστικά, γιατί εἶναι αὐτό πού εἴμαστε ἡ ἐμφάνιση. Ἐδῶ τό λέει, «δέν μποροῦσε νά βάλει ροῦχα ἐπάνω του». Εἶναι πρακτικό τό θέμα, ἀδυναμία κάτι νά τοῦ ἀρέσει, καί ἐκεῖνο πού ἐπέλεγε ἦταν νά φοράει ἁλυσίδες. Αὐτό εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ δαιμονικοῦ στοιχείου, ἡ ἐναγώνια ἀναζήτησή μας τοῦ πῶς φαινόμαστε πρός τά ἔξω. Ἔτσι νά πάρετε καί τό ἔνδυμα, νά πάρετε τή βαθιά θεολογική προοπτική του. Νά θυμηθεῖτε πού ὁ ἄνθρωπος ἐνεδύθη «χιτῶνας δερματίνους» μετά τήν πτώση. Εἶναι πολύ βαθιά ἡ προοπτική αὐτή, τό πῶς φαινόμαστε, τό πῶς θέλουμε νά φαινόμαστε, οἱ ἀπαιτήσεις πού ἔχουμε γιά τό πῶς θά μᾶς καταλάβουν. Αὐτό εἶναι δαιμονικό στοιχεῖο, γιατί τό θέμα εἶναι ὄχι νά μᾶς καταλάβουν, [ἀλλά] ἐμεῖς τί θά καταλάβουμε ἀπό αὐτούς. Ἐκεῖ κρύβεται λοιπόν δαιμονικό στοιχεῖο κι ἄς μή φαινόμαστε ἐξωτερικά δαιμονισμένοι. 
    Ἕνα τρίτο στοιχεῖο πού πολλαπλασιάζει αὐτή τήν ταραχή τοῦ κόσμου εἶναι τό δαιμονικό κοινωνικό στοιχεῖο. Βλέπετε, ὁ Χριστός γιατρεύει καί αὐτοί τόν διώχνουν, τοῦ λένε «νά φύγεις». Εἶναι ἄλλη ἱστορία, ὅτι κάποιοι προσπαθοῦν νά κρατήσουν ἰσορροπίες στόν κόσμο (ἡσυχία, τάξη, ἀστυνόμευση). Φαίνονται καλά πράγματα. Ὅλα εἶναι δαιμονιώδη χωρίς τόν Χριστό, γιατί ἄν ὅλα αὐτά τά κάνουν καί βγάλουν ἔξω τόν Χριστό, δέν ἔκαναν τίποτε, ἁπλῶς κρατοῦν μιά δαιμονιώδη ἡσυχία καί ἐμεῖς τέτοια δαιμονιώδη ἡσυχία δέν τή θέλουμε. Ἐμεῖς θέλουμε μιά χριστοειδή ταραχή στόν κόσμο. «Ἐγώ ἦρθα γιά νά βάλω πῦρ στόν κόσμο», εἶπε ὁ Χριστός. Ὅσοι λοιπόν μᾶς ὑποσχεθοῦν σέ κοινωνικό ἐπίπεδο ὅτι θά ἐξασφαλίσουν ἰσορροπίες ἡσυχίας πολυποίκιλης (κοινωνικῆς, οἰκονομικῆς, ὅ,τι καί νά σᾶς ποῦν) καί ἐκεῖ ἀπουσιάζει ἡ ταραχή τοῦ Χριστοῦ, νά μήν τούς πιστέψετε. Εἶναι τό τρίτο δαιμονικό στοιχεῖο. 
    Καί ἔρχεται ἕνα ἄλλο, πιό βαθύ, δαιμονικό στοιχεῖο, πού ἔρχεται ὁ δαίμονας καί παρακαλεῖ τόν Χριστό νά μήν τόν καταστρέψει. Φοβᾶται τόν Χριστό. Εἶναι ἄλλο δαιμονικό στοιχεῖο. Τόν ἀναγνωρίζει, ἀλλά δέν Τόν ἀντέχει. Βλέπετε, εἶναι μιά ἄλλη ἱστορία, πού εἶναι τό δαιμονικό στοιχεῖο τοῦ θρησκευόμενου ἀνθρώπου ἤ τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου πού ἔρχεται νά θέσει στοιχεῖα πίστεως στόν Χριστό, ἀλλά δέν ἀντέχει νά ἀναμετρηθεῖ μαζί Του, μέ τήν ἀγάπη Του, καί λέει: «μέχρι ἐδῶ· μέχρι ἐδῶ εἴμαστε». 
    Ὅλος αὐτός ὁ καμβάς χαρακτηρίζει, μέ ἕναν ἁδρό τρόπο πραγματικά, αὐτό τό πολυποίκιλο τῆς λεγεῶνος τῶν δαιμόνων. Ἦταν πολλά τά δαιμόνια, τά ὁποῖα κουβαλᾶμε κι ἐμεῖς πάνω μας καθημερινά, καί ἡ λύση αὐτῆς τῆς τραγωδίας μέσα ἀπό τό κείμενο εἶναι -καί πάλι στή φράση τοῦ κειμένου- ὅτι ἦρθαν οἱ περίοικοι τοῦ τόπου καί βρίσκουν τόν δαιμονισμένο «παρά τούς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ», «ἱματισμένον καί σωφρονοῦντα». Βλέπετε, τό «ἱματισμένον» ἀλλάζει τόν τρόπο ὄχι ἁπλῶς τῆς ἐμφανίσεώς του· ἀλλάζει τό πῶς θέλει νά φανεῖ ὁ ἴδιος. Εἶναι αὐτός πού εἶναι. Καί προσέξτε τή λέξη, τή λέξη-κλειδί πιά: Ἦταν «σωφρονῶν». Προσέξτε: «σώας τάς φρένας». Εἶναι αὐτό πού κάνει ἡ Ἐκκλησία· γιατρεύει τόν νοῦ, γιατρεύει τάς φρένας, γιατί ὅλη αὐτή ἡ ἱστορία τοῦ δαιμονικοῦ στοιχείου εἶναι ἀκριβῶς μιά ἱστορία φρενῶν, τοῦ νοῦ, διαστροφῆς τοῦ νοῦ, καί ἐκεῖ πάνω μπορεῖ νά ἔρθει μιά ὁριστική κατάσταση καί πρακτικοῦ δαιμονισμοῦ, ὅπως σέ ἕναν διεστραμμένο νοῦ μποροῦν νά ἐγκατασταθοῦν καί τά δαιμόνια. Εἶναι ὅμως μιά ἱστορία διαστροφῆς τοῦ νοῦ. «Σώας τάς φρένας» καί κάθεται πλάι στόν Χριστό «σωφρονῶν», πού σημαίνει ὅσοι εἶναι κοντά στόν Χριστό εἶναι σωφρονοῦντες, ἔχουν καθαρό τόν νοῦ, ἔχουν καθαρή τή διάνοια, ἔχουν περάσει ἀπό τήν κάθαρση τοῦ νοῦ. 
    Τό κείμενο λοιπόν εἶναι πάρα πολύ βαθύ, εἶναι πολύ προκλητικό καί μᾶς ἀναγάγει σέ πολλά καθημερινά γεγονότα, πού θά μπορεῖτε νά τά ἀναλύσετε σέ μιά συγκριτική πορεία μέ τή ζωή σας καί νά δεῖτε ποῦ μπορεῖ νά χάνουμε κάτι καί πῶς μποροῦμε νά γιατρευτοῦμε. 
    Ὁ Χριστός καί ὁ δαιμονισμένος τῶν Γαδαρηνῶν. 
    ...καί τόν Χριστό δέν τόν ἄντεξαν οὔτε τά δαιμόνια οὔτε οἱ περίοικοι. Ἄς εὐχηθοῦμε νά μήν εἴμαστε σάν αὐτούς, ἀλλά νά εἴμαστε αὐτοί πού εἴμαστε παρά τούς πόδας τοῦ Χριστοῦ σωφρονοῦντες.

Δημοφιλείς αναρτήσεις