Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Διονυσίου Ἀνατολικιώτου
δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,
πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

symbole@mail.com

῾Η «ἀπόδοσις τοῦ Πάσχα» 
῾Υπάρχει ἕνα σημεῖο σχετικῶς μὲ τὴν λεγομένη σήμερον «ἀπόδοσιν τοῦ Πάσχα», ποὺ πρέπει νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως. Τὸ Πάσχα δὲν ἔχει ἀπόδοσιν! ῞Ολες οἱ δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτὲς τῆς ἐκκλησίας ἀποδίδονται λίγες ἡμέρες μετά· ἐξαιρεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ ὀνομάζεται ἐπίσης κυριακὴ τοῦ ἀντίπασχα καὶ νέα κυριακὴ καὶ εἶναι ὁ ἐγκαινισμὸς τῆς καθ᾿ ἑκάστην κυριακὴν ἀνα­κυκλουμένης ἑορτῆς τῆς τοῦ Κυρίου ἀναστάσεως. ῾Εορτὴ καθ᾿ ἑβδομά­δα ἀνακυκλουμένη δὲν ἔχει ἀπόδοσιν. ῾Εκάστη κυριακὴ δὲν εἶναι ἁ­πλῶς ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ εἶναι ἐπανάληψις ἢ καλλίτερον συνέχεια καὶ ἀνακύκλησις καὶ διαιώνισις τῆς μιᾶς καὶ αἰ­ωνίου ἑορτῆς τῶν ἑορτῶν, τοῦ ἁγίου Πάσχα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον κατ᾿ οὐσίαν παραμένει ἡ μοναδικὴ ἑορτὴ τῆς ἐκκλησίας· διότι ὅλες οἱ ἄλλες ἑορτὲς ἑορτάζονται διὰ τοῦ Πάσχα (=τῆς θείας λειτουργίας). 
Αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζομεν ἀπόδοσιν τοῦ Πάσχα εἶναι περισ­σότερον τεχνικὸς ὅρος καὶ ὄχι πραγματικὴ ἀπόδοσις. Στὰ ἀρχαῖα τυπικὰ ὀνομάζεται ἀκριβέστερον «ἀπόδοσις τοῦ Χριστὸς ἀνέστη». Δη­λαδὴ πρόκειται γιὰ ἀπόδοσιν ὄχι τῆς ἑορτῆς ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν πασχα­λίων ὕμνων, καὶ σηματοδοτεῖ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἀναστασίμου ὑμνογραφίας μὲ τὰ ἀναστάσιμα ἑκάστου ἤχου εἰς ἑκάστην κυριακήν. ῾Επομένως αὐτὴ ἡ «ἀπόδοσις» ἁπλῶς σημαίνει ὅτι σταματοῦμε νὰ ψέλνουμε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», ὄχι ὅτι σταματοῦμε νὰ ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα! 
᾿Αρχικῶς μάλιστα αὐτὴ ἡ «ἀπόδοσις» (παῦσις τῶν ὕμνων) γινόταν τὸ σάββατον τῆς διακαινησίμου (μὲ τὰ ἀναστάσιμα τοῦ πλ. δ΄ φυσικὰ καὶ ὄχι τοῦ α΄ ἤχου). Γι᾿ αὐτὸ μέχρι σήμερον στὴν κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ οὔτε τὸ «᾿Αναστάσεως ἡμέρα» ψάλλεται οὔτε τὰ στιχηρὰ «Πάσχα ἱε­ρὸν» οὔτε στὴν λειτουργία «Φωτίζου, φωτίζου» οὔτε κοινωνικὸν «Σῶ­μα Χριστοῦ». ᾿Αργότερα παρατάθηκε ἡ χρῆσις τῶν εἰδικῶν πασχαλίων ὕμνων ἐπὶ τεσσαρακονθήμερον, ὁπότε μεταφέρθηκε ἡ «ἀπόδοσις» στὶς 40 ἡμέρες καὶ δημιούργησε τὴν τάξι ποὺ γνωρίζουμε σήμερα. 
῾Η ἑορτὴ τῆς ᾿Αναλήψεως 
Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι σήμερα συχνὰ ὑποτιμᾶται στὴν συνεί­δησι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἡ ἑορτὴ τῆς ᾿Αναλήψεως, ἰδίως ἂν τὴν προσεγγίζουμε ξεκομμένη ἀπὸ τὸ ἀναστάσιμο πλαίσιό της. Σὲ κά­ποιες περιπτώσεις ἡ ᾿Ανάληψις τοῦ Κυρίου ἀντιμετωπίζεται ἀκόμη καὶ μὲ κάποια ἀδιαφορία. 
῞Οταν τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἡ λειτουργικὴ καὶ θεολογικὴ παράδοσις τῆς ἐκκλησίας, τότε δὲν μεταδίδεται ὀρθὸ λειτουργικὸ φρόνημα στὸ ποίμνιο. Δογματικὴ γνῶσις, συνειδητὸς χριστιανός, ὀρθὴ θεολογικὴ το­ποθέτησις, λειτουργικὴ ζωὴ καὶ ἐκκλησιαστικὸν τυπικὸν εἶναι πράγματα ἀρρήκτως συνδεδεμένα, ἀλληλοεπηρεαζόμενα καὶ ἀλληλοπεριχωρούμε­να. Δανείζομαι τὰ λόγια τοῦ Σμέμαν· «...οἱ ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας μας δὲν τελοῦνται πλέον γιὰ τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκαν, δηλαδὴ γιὰ τὴν κάλυψι τῶν συγκεκριμένων ποιμαντικῶν ἀναγκῶν, καὶ συνεπείᾳ τούτου δὲν “βιώνονται” ὅπως θὰ ἔπρεπε. Ἔχει ἀλλοιωθῆ τὸ νόημά των, ἔχει λησμονηθῆ ὁ σκοπὸς τελέσεώς των μὲ ἀποτέλεσμα τὶς καταχρηστικὲς ἐνέργειες ποὺ παρατηροῦνται στὴν σημερινὴ κατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας».
Ἔτσι καταλήγουμε στὸ νὰ μὴν ξέρουμε γιατί γιορτάζουμε τὴν ᾿Ανάληψι καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὴ ἡ γιορτή, οὔτε τὴν θεωροῦμε πολὺ σημαντική, διότι δὲν συνειδητοποιοῦμε τὸν ἀναστάσιμο χαρακτῆρά της. Γι᾿ αὐτὸ ἐνίοτε διατυπώνονται θέσεις ὅπως ὅτι «καλῶς ἢ κακῶς ἐξαίρεται ἡ ἀπόδοσις τοῦ Πάσχα καὶ αὐτὸ ἰσχύει σήμερα· ἄλλωστε ἡ ᾿Ανάστασις εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα»· ἢ ὅτι «στὴν συνείδησι τοῦ πληρώματος ἡ ᾿Ανάστασις προηγεῖται τῆς ᾿Αναλήψεως». Αὐτὸν τὸν ἔντονο διαχωρι­σμὸ μεταξὺ ᾿Αναστάσεως καὶ ᾿Αναλήψεως τοῦ Κυρίου τὸν θεωρῶ σχολαστικισμὸν ἀντιπαραδοσιακόν. Γι᾿ αὐτὸ στὴν συνέχεια προσάγω 12 ἀποδείξεις τοῦ ἀναστασίμου χαρακτῆρος τῆς ἑορτῆς τῆς ᾿Αναλήψεως. Μόνον 12 ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ὑπάρχουν. 

1. Τὸ πρῶτον κάθισμα τῆς κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς λέγει· 
«Τὴν μεθέορτον, πιστοί, καὶ τελευταίαν ἑορτήν,
ἑορτάσωμεν φαιδρῶς, αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή». 
Ἂν ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι μεθέορτος τῆς ᾿Αναστάσεως, τότε δὲν εἶναι καὶ ἡ ᾿Ανάληψις; ῞Ολες οἱ ἑορτὲς τοῦ πεντηκοσταρίου εἶναι κατ᾿ οὐσίαν ἀναστάσιμες, ἔχουν ἕναν ἀναστάσιμον χαρακτῆρα. ῾Η δὲ ᾿Ανάληψις εἶναι κατ᾿ οὐσίαν καὶ αὐτὴ ᾿Ανάστασις ὡς ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν ᾿Ανάστασιν καὶ ἀποτέλεσμα καὶ ὁλοκλήρωσις αὐτῆς· διότι ἡ διὰ τῆς ἀναστάσεως σωτηρία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὁλοκληροῦται μὲ τὸ γεγο­νὸς τῆς ἀναλήψεως. ῾Η δὲ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς (τὴν ἀναστάσιμον θεώρησιν τῆς ᾿Αναλήψεως), ὅπως φαίνεται ἐν συνεχείᾳ.  
2. Τὸ 3ον στιχηρὸν τῶν κεκραγαρίων τοῦ ἑσπερινοῦ λέγει· «τιμῶμεν τὴν ᾿Ανάστασιν, τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάληψιν δοξάζοντες». ᾿Απὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑσπερινοῦ φροντίζει λοιπὸν ἡ ἐκκλησία νὰ ἐξηγῇ τὸ νόημα τῆς ἑορ­τῆς ταύτης. Δείχνει ἡ ὑμνολογία πόσον στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ᾿Ανά­στασιν εἶναι ἡ ᾿Ανάληψις· εἶναι φυσικὸν ἐπακόλουθον τῆς ᾿Αναστάσεως· ἀποτελοῦν οἱ δύο ἑορτὲς μίαν ἄρρηκτον ἑνότητα. ῾Ο διαχωρισμὸς ᾿Αναστάσεως καὶ ᾿Αναλήψεως ὡς πρὸς τὴν σημασίαν καὶ διδασκαλίαν εἶναι σχολαστικισμὸς ἀβάσιμος. ῾Η ἄγνοια τῆς ὑπάρξεως καὶ σημασίας τῆς ᾿Αναλήψεως εἶναι δείκτης τῆς ἀποστασιοποίησεώς μας ἀπὸ τὸ γνήσιον ὀρθόδοξον φρόνημα καὶ βίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν πολλοῖς λειτουργικὸν βίωμα. Εἶναι ἐπίσης καὶ δείκτης τῶν ποιμαντικῶν ἐλλείψεων τῆς σημερινῆς ἐκκλησίας εἰς τὰ θέματα τῆς κατηχήσεως, τῆς δογματικῆς καταρτίσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως λειτουργικοῦ φρονήματος εἰς τὸ ποίμνιον. 
«Τιμῶμεν τὴν ᾿Ανάστασιν, τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάληψιν δοξάζοντες». Ἄρα οἱ ὑποτιμῶντες τὴν ᾿Ανάληψιν δὲν τιμοῦν τὴν ᾿Ανάστασιν, ὅπως ἴσως νομίζουν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὴν τήρησι ψυχρῶν καὶ ξηρῶν καὶ ἀνουσίων τύπων, ἀλλὰ γιὰ τὴν κατανόησιν καὶ βίωσιν οὐσιώδους ζητήματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, θεολογίας καὶ λατρείας, ἡ ὁποία πραγματώνεται μέσῳ τῶν τυπικῶν διατάξεων. 
3. Εἰς τὸ 1ον ἰδιόμελον τῶν ἀποστίχων ἑσπερινοῦ· «...ἐκ νεκρῶν ἀνέστης, πατήσας τὸν θάνατον, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ...» 
4. Εἰς τὸ κάθισμα τοῦ πολυελέου τῇ πέμπτῃ πρωί· «...καὶ τὴν κάτω κειμένην ἐν τῇ τοῦ ᾅδου φρουρᾷ, συναναστήσας ὡς Θεός...» 
5. Κανὼν β΄ τῆς ἀναλήψεως, 1η ᾠδή, 1ον τροπάριον· «᾿Ανέστης τριή­μερος, ὁ κατὰ φύσιν ἀθάνατος...» 
6. β΄ κανών, 4η ᾠδή, 3ον τροπάριον· «Λύσας κράτος τοῦ θανάτου, ὡς ἀθάνατος Κύριος...»
7. α΄ κανών, 9η ᾠδή, 4ον τροπάριον· «Σὲ τὸν καταβάντα ἕως ἐσχά­του τῆς γῆς, καὶ τὸν ἄνθρωπον σώσαντα, καὶ τῇ ἀναβάσει σου ἀνυ­ψώσαντα, τοῦτον μεγαλύνομεν». 
8. Εἰς τὸ δοξαστικὸν τῶν αἴνων· «...ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐκ νεκρῶν ἀνέ­στης, πατήσας τὸν θάνατον... 
Οἱ τέσσερις τελευταῖες ἀποδείξεις θεωρῶ ὅτι εἶναι καὶ οἱ σημαντι­κώτερες, διότι ἀναφέρονται εἰς τὰ ἀναγνώσματα τῆς ἑορτῆς. 
9. Τὸ εὐαγγέλιον τοῦ ὄρθρου εἶναι ἀναστάσιμον· εἶναι αὐτούσιον τὸ γ΄ ἑωθινὸν εὐαγγέλιον τῶν κυριακῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει 12 ἐδάφια· τὰ 10 μιλοῦν διὰ τὴν ἀνάστασιν, καὶ μόνον τὸ ἓν διὰ τὴν ἀνάληψιν. 
10. ᾿Αφοῦ ἀνεγνώσθη εἰς τὸν ὄρθρον ἀναστάσιμον εὐαγγέλιον, ἀμέ­σως μετὰ τί ἐπακολουθεῖ; Τί λέγει ὁ ἀναγνώστης; «Ἀνάστασιν Χρι­στοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον...» 
11. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν μήπως τὸ ἀποστολικὸν ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ ἀπόστολος ποὺ διαβάστηκε καὶ ἀνήμερα τὸ Πά­σχα; Ναί, πράγματι, ὁ ἴδιος ἀπόστολος εἶναι, ἐπηυξημένος τώρα κατὰ μίαν παράγραφον, ὥστε νὰ περιλαμβάνει καὶ τὰ περὶ τῆς ᾿Αναλήψεως. 
12. Τέλος καὶ τὸ εὐαγγελικὸν ἀνάγνωσμα τῆς λειτουργίας πάλιν ἀναστάσιμον εἶναι· αὐτούσιον τὸ 6ον ἑωθινόν. Ἔχει 19 ἐδάφια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 17 ὁμιλοῦν διὰ τὴν ᾿Ανάστασιν καὶ μόνον ἓν διὰ τὴν ᾿Ανάληψιν. 
Τόσον ἀρρήκτως συνδεδεμένες εἶναι οἱ ἑορτὲς τῆς ᾿Αναστάσεως καὶ τῆς ᾿Αναλήψεως κατὰ τὴν παράδοσιν καὶ διδασκαλίαν τῆς ἐκκλησίας. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι ἐδῶ στὴν δογματικὴ διδασκαλία τῶν ὕμνων τῆς ᾿Αναλήψεως καὶ στὸ ἀντιαιρετικό τους περιεχόμενο καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα καίρια καὶ ὠφέλιμα. 
᾿Εκκλησιαστικὸς ἑορτασμός 
᾿Επειδὴ ποτὲ δὲν «χορταίνουμε» τὴν ἀκολουθία τῆς ᾿Αναστάσεως, καὶ ἐπειδὴ πάντοτε αἰσθανόμαστε ὅτι δὲν «χαρήκαμε» τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὅσο ἔπρεπε, καὶ ἐπειδὴ ἔχουμε ἐπίγνωσι ὅτι, ὅσο καὶ νὰ ἀνυμνήσουμε τὸν ἀναστάντα Κύριον, εἶναι ἐλάχιστα καὶ εὐτελῆ καὶ λειψὰ ὅσα κάνουμε, διὰ τοῦτο καὶ κάθε κυριακὴ «τὴν ᾿Ανάστασιν ἑορτάζομεν καὶ τὸ αἰώνιον Πά­σχα ἀνυμνοῦμεν»!! Τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό; ῾Οπότε ἂς μὴν περικόπτω­μεν αὐθαιρέτως τοὺς ἀναστασίμους ὕμνους ἑκάστης κυριακῆς ἄνευ ἀπο­χρῶντος λόγου καὶ χωρὶς σεβασμὸ στὸ λειτουργικὸ τυπικό. Νὰ μὴ σπεύ­δουμε στοὺς αἴνους τῶν κυριακῶν νὰ περιορίζουμε μονίμως, παρατύπως καὶ ἀσεβῶς τὰ 8 ἀναστάσιμα εἰς 4 μόνον! Οὔτε πάλιν τὰ 8 ἀναστάσιμα τῶν αἴνων νὰ τὰ μετατρέπουμε σὲ 4 ἀναστάσιμα καὶ 4 τοῦ ἑκάστοτε ἁγίου (ἐκ τῶν τοῦ ἑσπερινοῦ) ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, παρατύπως πάλιν καὶ ἀσεβῶς! Γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ἀπαράδεκτο, ὅτι κάποιοι λέγουν 2 στιχηρὰ ἀναστάσιμα καὶ 2 τοῦ μηναίου καὶ εὐθὺς τὸ δοξαστικόν. 
Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν μία νὰ λέμε ὅτι δὲν ἐχαρήκαμε τοὺς πασχα­λίους ὕμνους στὴν κυριακὴν τοῦ Πάσχα ἢ κατὰ τὴν διακαινήσιμον ἢ ἐπὶ 40 ὁλόκληρες ἡμέρες, καὶ νὰ θέλουμε νὰ ὑπερβάλουμε θεατρικῶς, «γιὰ νὰ τὸ εὐχαριστηθοῦμε» (μὰ εἶναι ἐπιχειρήματα αὐτά; τί εἶναι ὁ ναός; λαϊκὸν κέντρον διασκεδάσεως;), καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην κατὰ τὶς κυριακὲς νὰ «περι­κόπτουμε» τοὺς ἀναστασίμους ὕμνους! Αὐτὸ εἶναι ὑποκρισία καὶ φαρισα­ϊσμός, ἢ παραλογισμός, ἢ ἔστω ἀσυνέπεια μεγάλη καὶ ἀδικαιολόγητος. Καὶ ὅσοι τυχὸν τὸ ἐκάναμε αὐτὸ ἀπὸ ἄγνοιαν καὶ κακὴν ἐπίδρασιν ἀπὸ ἄλλους, ἀσφαλῶς τώρα ποὺ μαθαίνουμε τὸ σωστὸ καὶ πρέπον, ταπεινο­φρόνως θὰ διορθώσουμε τὰ ὅποια ἐσφαλμένα. 
Τότε μόνον γιορτάζουμε πραγματικὰ τὴν ᾿Ανάστασι, ὅταν δὲν ὑπο­τιμοῦμε τὴν ᾿Ανάληψι, ὅταν γιορτάζουμε μὲ λαμπρότητα καὶ τὴν ᾿Ανάληψι καὶ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ ὅλες τὶς δεσποτικὲς ἑορτὲς συμφώνως μὲ τὰ ἀπ᾿ αἰώνων θέσμια τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.
᾿Εκκλησιολόγος, φ. 664, Πάτραι 23/5/2020

Ο άγιος Ντάνσταν αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας

19 Μαΐου  
Ο άγιος Ντάνσταν αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας 
Ο άγιος Ντάνσταν (Dunstan) γεννήθηκε περί το 924 στο Μπάλτονσμπόρω, κοντά στο Γκλάστονμπέρυ. Ο πατέρας του, Χέορσταν, ήταν ευγενής Σάξονας από τη Δύση και η μητέρα του, Σύνεθριθ, που διήγε βίο αγίας, έλαβε θαυματουργικά την πρόρρηση της δόξας στην οποία εκλήθη ο γιος της. 
Η εκπαίδευση του παιδιού ανατέθηκε σε ιρλανδούς μοναχούς που διέμεναν στο Γκλάστονμπέρυ. Το παιδί έδειξε αγάπη για τη μάθηση σε όλους τους τομείς της γνώσης, κυρίως όμως μια φλογερή ευσέβεια. Αφού χειροτονήθηκε στους κατώτερους βαθμούς της ιερωσύνης, εισήλθε στην υπηρεσία του θείου του, Έθελχελμ, αρχιεπισκόπου Καντερβουρίας, και κατόπιν στην αυλή του βασιλιά Έθελσταν. Κάποιοι αυλικοί, φθονώντας τις εύνοιες των οποίων έχαιρε ο νέος κληρικός, τον κατηγόρησαν ότι μελετούσε την ειδωλολατρική γραμματεία και τη μαγεία, έτσι εγκατέλειψε την αυλή και κατέφυγε στο Γουίντσεστερ, κοντά στον επίσκοπο Έλφεγκε, με τον οποίο είχε συγγένεια. 
Υπό την επίδραση του τελευταίου, ο Ντάνσταν έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε ιερέας. Αποσύρθηκε τότε στον Γκλάστονμπέρυ, για να ζήσει ως ερημίτης, κοντά στο μοναστήρι που ήταν τότε ερειπωμένο. Η αγιότητα του βίου του άρχισε να ακτινοβολεί στην περιοχή και η Έθελφλαντ, ανεψιά του βασιλιά, ο οποίος πεθαίνοντας της άφησε τη μεγάλη περιουσία του, λάβαινε αφειδώς τις συμβουλές του. 
Μετά τον θάνατο του Έθελσταν, ο νέος ηγεμόνας Εδμόνδος Α’ (939-946) κάλεσε τον ερημίτη για να τον κάνει ένα από τους προσωπικούς του συμβούλους. Η εύνοια αυτή γέννησε εκ νέου συκοφαντίες που κατέληξαν στην απομάκρυνσή του. Μετά από ένα ατύχημα στο κυνήγι, από το οποίο σώθηκε εκ θαύματος, ο βασιλιάς, συνειδοτοποιώντας ότι αιτία ήταν η άδικη έξωση του Ντάνσταν, τον τοποθέτησε ηγούμενο στο μοναστήρι του Γκλάστονμπέρυ, το οποίο ανακαίνισε και ίδρυσε στο εσωτερικό του μία σχολή (943). 



 

Ο άγιος Ντάνσταν οργάνωσε τη μονή ακολουθώντας αυστηρά τον Κανόνα του αγίου Βενεδίκτου και φρόντισε να ανεγερθούν μία εκκλησία και τα μοναστικά οικήματα. Όμως δύο μόλις χρόνια αργότερα, ο Εδμόνδος δολοφονήθηκε και ο διάδοχός του Έντρεντ ανακάλεσε τον άγιο για να τον κάνει πρωθυπουργό του. Επιδεικνύοντας στο αξίωμα αυτό μία βαθιά επίγνωση του χριστιανικού προορισμού του βασιλείου, ο Ντάνσταν εμπέδωσε τη βασιλική αυθεντία, εκρίζωσε τα κατάλοιπα του παγανισμού, ανοικοδόμησε κατεστραμμένες από τις εισβολές εκκλησίες και ενέπνευσε την αυστηρή τήρηση των ιερών Κανόνων σε εκκλησιαστικά ζητήματα. 
Κατά τη διάρκεια των εννέα χρόνων διακυβέρνησής του, αρνήθηκε δύο φορές να γίνει αρχιεπίσκοπος, θεωρώντας ότι όφειλε να ολοκληρώσει το έργο του. Τούτο, ωστόσο, διακόπηκε από τον θάνατο του βασιλιά Έντρεντ (955) και την ανάρρηση στον θρόνο του Έντβιγκ, ενός ανθρώπου διεφθαρμένου και πολέμιου των μεταρρυθμίσεων που είχε θεσπίσει ο άγιος. Κυνηγημένος από τη μνησικακία μιας από τις ερωμένες του βασιλιά, ο άγιος ηγούμενος αναγκάστηκε να καταφύγει στη Φλάνδρα, στη μονή Μπλαντίνιουμ, κοντά στη Γάνδη, όπου είχε τον χρόνο να μελετήσει σε βάθος τη μοναστική κίνηση που προήλθε από το Κλυνύ. 
Η εξορία αυτή, ωστόσο, είχε σύντομη διάρκεια. Περί τα τέλη του 957, οι Μέρκιοι και Νορθάμβριοι, απηυδισμένοι από τις παρεκτροπές του Έντβιγκ, τον εξεδίωξαν και τοποθέτησαν επικεφαλής του βόρειου βασιλείου τον αδελφό του Έντγκαρ. Ο τελευταίος φρόντισε να χειροτονηθεί επίσκοπος του Γουόρτσεστερ ο Ντάνσταν και τον επόμενο χρόνο τού προσάρτησε την επισκοπική έδρα του Λονδίνου (959). 
Όταν ο Έντγκαρ έμεινε μονάρχης μετά τον θάνατο του Έντβιγκ, τοποθέτησε χωρίς χρονοτριβή τον άγιο αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας και πρωθιερχάρχη του βασιλείου της Αγγλίας (21 Οκτ. 960/961). Αφού έλαβε στη Ρώμη το πάλλιον από τον πάπα Ιωάννη ΙΑ’, ο οποίος τον έκανε λεγάτο του, ο Ντάνσταν τοποθέτησε ικανούς επισκόπους και καθηγουμένους επικεφαλής επισκοπών και μονών, μεταξύ των οποίων ανακαίνισε ένα μεγάλο αριθμό, μερίμνησε να εφαρμόζονται δίκαιοι νόμοι και οργάνωσε ιεραποστολές στη Σκανδιναβία. 
Παρά την έντονη αυτή δραστηριότητα, δεν μειώθηκε καθόλου το ενδιαφέρον του για την αντιγραφή χειρογράφων και για όλα τα είδη των τεχνών, έτσι που θεωρείται προστάτης πολλών τεχνών και επαγγελμάτων (σιδηρουργών, χρυσοχόων, κοσμηματοπωλών, μουσικών κλπ.). 
Η πολιτική αυτή δραστηριότητα σφραγίστηκε με την επίσημη στέψη του βασιλιά Έντγκαρ στο Μπαθ το 973. Δύο χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς πέθανε και με την επιρροή του αγίου Ντάνσταν ανήλθε στον θρόνο ο πρωτότοκος γιος του Εδουάρδος. Όταν ο τελευταίος έπεσε θύμα συνομωσίας (976), ο άγιος Ντάνσταν αποσύρθηκε στην Καντερβουρία, και μόνο σπάνια έβγαινε από εκεί, όπως κατά την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Εδουάρδου στο αββαείο του Σέιφτσμπουρυ. Πέρασε τα τελευταία χρόνια του στην προσευχή, ενθαρρύνοντας την ίδρυση σχολείων και μοναστηριών και διδάσκοντας ο ίδιος στην Καθεδρική Σχολή, όταν δεν ήταν απασχολημένος στην κατασκευή καμπανών ή στην αντιγραφή χειρογράφων. Προειδοποιημένος από το όραμα ενός αγγέλου, παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό την Κυριακή 19 Μαΐου του 988. 
Η τιμή του αγίου αυτού που είχε κυριαρχήσει στην εκκλησιαστική και πολιτική ζωή του 10ου αιώνα διαδόθηκε γρήγορα στον λαό και ο τάφος του στο Καντέρμπουρυ έγινε εθνικός τόπος προσκυνήματος, μέχρι την καταστροφή του στα 1508.

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”εκδ. Ίνδικτος Τόμος 9ος - Μαϊος

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Το βλέμμα του τυφλού και η τυφλότητα των βλεπόντων

ΚΥΡΙΑΚῌ  ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
θ΄ 1 – 38

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 - εδώ 

Η εκτεταμένη περικοπή από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της θεραπείας του Τυφλού θαρρείς και θέλει να προκαλέσει με την έκτασή της για το πώς μπορείς να δεις το φως και για το πώς μπορείς να χάσεις το φως. Και να σημειώσω τρία σημεία μέσα από την περικοπή, τα οποία τα υπομνηματίζουν και [στα οποία] στέκονται πολύ οι ερμηνευτές Πατέρες, για να καταλάβουμε το γιατί της τόσο μεγάλης εκτάσεως και τι σημασία έχει αυτή η περικοπή για τη δική μας ζωή. 

Το πρώτο σημείο είναι, στην αρχή της περικοπής, όπως ακούστηκε, η αναζήτηση των ενόχων από εκείνους που βρίσκονται γύρω από τον Χριστό. «Τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ;». Και ο Χριστός με τον δικό Του τρόπο και με τον δικό Του λόγο καταργεί την διαδικασία αναζητήσεως ενόχων. «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Αντί να ψάχνεις ενόχους για το ποιος φταίει, για το ένα ή για το άλλο πράγμα, και τότε χάνεις το φως και δεν μπορείς να το δεις και σκοτίζεται ο νου σου και ταράζεσαι πάρα πολύ, και η καρδιά σου ταράζεται και ξέρεις ότι κάποιος φταίει και δεν μπορείς να το βρεις ποιος είναι αυτός που φταίει, και η καρδιά σου ταράζεται περισσότερο, αντί να το κάνεις αυτό, το πρώτο στοιχείο είναι να δώσεις δόξα τω Θεώ και να ξέρεις πως, ας φαίνονται τα πράγματα πως είναι άσχημα γύρω, και αυτή η ευκαιρία είναι μια ευκαιρία δική σου και μοναδική ευκαιρία αγιασμού. 

Και ο Χριστός, παράλληλα με αυτή την απάντηση, που κανείς δε φταίει, δίνει και μια δεύτερη ότι «ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν». Αντί να ψάχνεις λοιπόν ενόχους, να εργάζεσαι τα έργα του φωτός. Εμείς ζώντας μέσα στην Εκκλησία, πορευόμαστε στον Χριστό και πορευόμαστε στον φως Του. Όσο πιο πολύ μπλεκόμαστε με την αναζήτηση ενόχων, μπλεκόμαστε με το σκοτάδι και τότε μπλέκουμε το σκοτάδι με το φως, και τότε και εμείς γινόμαστε σκοτάδι και δεν μπορούμε να γίνουμε φωτεινοί, και κάποια στιγμή μπορεί να δικαιωθούμε αλλά θα δικαιωθούμε μέσα στο σκοτάδι μας. Το πρώτο λοιπόν ήταν η κατάργηση της διαδικασίας της αναζητήσεως ενόχων. 

Το δεύτερο στοιχείο είναι η διαδικασία της καταργήσεως της αξίας των πραγμάτων. Ο Χριστός για να θεραπεύσει τον τυφλό παίρνει το πιο ευτελές, το πιο άσημο στοιχείο της φύσης. Εκείνο το στοιχείο το οποίο φαίνεται να μην έχει αξία, γιατί βρίσκεται σε πολύ μεγάλη ποσότητα, η προσφορά του είναι μεγάλη, καμία αξία δεν έχει. Ο Χριστός καταργεί την αξία, θεραπεύει μέσα από πράγματα που εμείς δεν τους δίνουμε αξία. Αν θέλουμε να θεραπευτούμε και να γιατρευτούμε και να δούμε την αλήθεια των πραγμάτων, και δίνουμε σημασία στα πράγματα, στην αξία τους, τη μεγάλη και τη μικρή, τότε δεν μπορούμε να θεραπευτούμε, γιατί τα πράγματα τα αξιολογούμε με μάτι κοσμικό, και ο Χριστός χρησιμοποιεί τα πράγματα αλλά καταργεί την έννοια της αξίας. Καταργεί, θα λέγαμε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα του κόσμου, και εκεί αξίζει μια χούφτα πηλός, [που] δεν αξίζει τίποτε. Κι όμως ο Χριστός αυτή τη χούφτα τον πηλό την παίρνει και θεραπεύει τον τυφλό και μαζί με αυτό μας δηλώνει: και εμείς, που είμαστε μια χούφτα πηλός, κι όμως είμαστε κάτι πολύ μεγάλο, και, στα χέρια του Χριστού, αν αφήσουμε αυτή τη χούφτα τον πηλό, αυτός ο πηλός μπορεί να γίνει κάτι πολύ μεγάλο, μπορεί να φτάσει και να θεωθεί.

Και τρίτο στοιχείο και πολύ σπουδαίο που έχει κάποια εξωτερική σχέση με το πρώτο, είναι η μεγάλη και εκτεταμένη ανακριτική διαδικασία. Η περικοπή εξηντλήθη στη μεγάλη αυτή ανακριτική διαδικασία. Έρχονται μάρτυρες, φεύγουνε μάρτυρες, έρχονται οι γονείς, φεύγουν οι γονείς και κανείς δεν πείθεται. Η ανακριτική διαδικασία για να βρεις την αλήθεια είναι μια γελοιοποίηση δική σου, γιατί μπροστά σε αυτούς ήταν η Αλήθεια. Όσο την ψάχνεις ανακρίνοντας, η καρδιά σου σκοτίζεται και πάλι, και μπροστά σου είναι ο Χριστός· και ο τυφλός βλέπει πια τον Χριστό, με τη δική του μοναδικότητα, και προσκυνεί αυτό. Και θυμάμαι εκείνη την αγιογραφία του καθολικού μιας Μονής του Αγίου Όρους που έχει τον Χριστό να θεραπεύει τον τυφλό και γύρω του όλοι οι τυφλοί –  που είναι ουσιαστικά με ανοιχτά μάτια ενώ έχουν κλειστά τα μάτια – και ο μόνος που έχει ανοιχτά τα μάτια είναι ο τυφλός που θεραπεύεται. Γιατί αυτός δεν έκανε ανακριτική διαδικασία, δεν ζήτησε ενόχους, έχει τα μάτια ανοιχτά, βλέπει τον Χριστό, είναι φωτισμένος. Και εμείς συνέχεια αναλωνόμεθα  σε κρίσεις, κατακρίσεις, αναλύσεις των πραγμάτων, σχολιασμούς των πραγμάτων, και δεν πέφτουμε κάτω, να βάλουμε κάτω τα μάτια μας, το πρόσωπό μας, τα γόνατά μας, να δούμε τον Χριστό, όπως είναι, και τότε θα ανοίξουνε τα μάτια μας. Και όποιος μπορεί να κάνει αυτό το πράγμα, δεν θέλει κάτι άλλο, και είναι κοντά στον Χριστό πια και φωτίζεται, και τότε πια ποτέ δεν μπορεί να είναι τυφλός. «Καὶ πεσών προσεκύνησεν αὐτῷ»: η κατάληξη της διηγήσεως του τυφλού, η κατάληξη της διηγήσεως του κάθε τυφλού, η κατάληξη της πορείας της δικής μας της καθημερινής. 

Εκτεταμένη, είπαμε στην αρχή, η διήγηση, αλλά πραγματικά αποκαλυπτική. Αν θέλετε πραγματικά να δείτε το φως του Χριστού – και πόσοι δεν το θέλουν; και πολλοί το θέλουνε – ακολουθήστε αυτή την πορεία. Αυτή η πορεία πραγματικά θα σας ελευθερώσει και θα σας κάνει, το ξαναλέω, να ασχοληθείτε με το φως και όχι με το σκοτάδι του κόσμου. Και τότε πραγματικά «πεσόντες θα προσκυνήσετε» Αυτόν και θα πείτε και εσείς ότι αυτός είναι ο Κύριός σας και ο Θεός σας.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

ΠΡΟΣΕΥΧΗ : ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ!





ΠΗΓΗ: Floga.gr

ΠΡΟΣΕΥΧΗ :
ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ!

Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῆς πρός Τίτον ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, στό χωρίο Κεφάλαιο 1, στίχος 10, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Πέμπτη 12-3-2015.

[...] Ἐμεῖς τί λέμε; Προσευχόμαστε γιά τόν ἄλλο. Ὑπάρχει κάτι βαθύτερο πού κάνει ὁ Θεός. Τά πάντα μπορεῖ νά κάνει. Ἐμεῖς φτάνουμε στά ὅρια. Ἄν δέν γίνεται ὁ λόγος μας τίποτε, ὄχι γιά νά σταματήσουμε, θά καταλήξουμε στό ἀκραῖο καί παιδαγωγικό ἐκφραστικό μέγεθος πού λέγεται προσευχή. Αὐτό τό λέω πάντα, τό ξεχνᾶμε ὅμως, γιατί σέ πολλές ἀγωνιώδεις καταστάσεις πού ζοῦμε καί, πολλές φορές, ἔχουμε μιά σωστή ἄποψη καί θέλουμε νά προστατεύσουμε τόν ἄλλο, καί τό λέμε, τό ξαναλέμε, κι ἐπειδή τό εἴπαμε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι πρέπει, παραπάνω ἀπ᾽ ὅσο τό λέει ὁ Θεός, καί ξεπεράσαμε καί τά μέτρα τοῦ Θεοῦ, καί κάναμε μιά -γιά καλά πράγματα- πλύση ἐγκεφάλου, κι ὁ ἄλλος ἀντιδρᾶ, εἶναι καλύτερα νά σωπάσουμε καί νά καταλήξουμε στό μέγεθος πού πιστεύουμε καί δέν πιστεύουμε· πού εἶναι ἡ προσευχή. Τήν πιστεύουμε ὅλοι. Ἀλλά τήν πιστεύουμε, ἤ μᾶλλον καλύτερα, τήν πιστεύουμε, ἀλλά τήν ἐμπιστευόμαστε; Γιατί στά δύσκολα, πού ὅταν δέν γίνεται κάτι, πόσες φορές τό λέω; Λέω, «νά προσεύχεσαι». Οἱ ἄλλοι μ᾽ ἀκοῦνε μ᾽ ἕνα ὕφος ἱλαρό, γελοιοποιητικό, «ἔ, αὐτό τό ξέρουμε, νά προσευχόμαστε. Καλή ἰδέα μᾶς ἔδωσες». Μά εἶναι τό μεῖζον. Λέει, «μή μοῦ πεῖς νά προσεύχομαι, [πές μου] τί νά κάνω». Λέω, «νά προσεύχεσαι» καί λέει, «αὐτό τό ξέρω». Ἔ, κάν᾽ το. Ἄν τό ξέρεις καί τό κάνεις, καί τό κάνεις ἱλαρῶς, καί τό κάνεις ὅπως πρέπει, εἶναι σίγουρο ἕνα πράγμα, πού ὁ Θεός θά δώσει ἀπάντηση. Πῶς, πότε, μέ ποιό τρόπο, δέν τό ξέρω. Ἀλλά ὁ Θεός δίνει ἀπαντήσεις.

Μήν καταλήξουμε λοιπόν, καί φρεναπάτες νά γίνουμε καί νά μήν πιστεύουμε στή δύναμη τῆς προσευχῆς. Γιατί ὅποιος δέν γνωρίζει καί δέν πιστεύει στή δύναμη τῆς προσευχῆς, γίνεται φρεναπάτης. Ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά δέν μπορεῖ νά κάνει κάτι. Ἐδῶ σταματᾶμε. Καί γίνεται πιά μιά λανθασμένη παιδαγωγία. Αὐτό μπορεῖ νά τό κάνουν φορεῖς, κρατικά μεγέθη, ἀλλά ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν μποροῦμε νά τό κάνουμε σέ μιά διαπροσωπική παιδαγωγία. Βλέπετε ἡ φρεναπάτη τί φέρει μέσα της δηλαδή, πού ᾽ναι μιά ἰσχυρή, βλαβερή καί βέβηλη παρέμβαση στήν προσωπικότητα τοῦ ἄλλου. Κι αὐτή τήν προσωπικότητα ὁ Θεός τήν κρατάει ἀλώβητη. Γι᾽ αὐτό ἡ λέξη ἐλευθερία εἶναι πολύ ἰσχυρή λέξη. Ἐμεῖς μπορεῖ νά μήν τήν καταλάβαμε κι ἐκφράζεται μ᾽ ὅλα τά μεγέθη. Δέν εἶναι μονάχα ἐλευθερία ἀπό τίς κινήσεις μας, πῶς κινούμεθα στόν χῶρο καί δέν εἴμαστε φυλακισμένοι, εἶναι ἐλευθερία τοῦ νοός, κι αὐτή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.

Ἔστω λοιπόν καί γιά καλούς λόγους δέν μποροῦμε νά παρεμβαίνουμε. Καί φυσικά, ἄν εἶναι κακοί οἱ λόγοι πού κάνει ὁ ἄλλος, θά τοῦ ποῦμε μιά-δυό φορές, ὅπως τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή, καί πάλι θά καταλήξουμε στήν προσευχή. Δίνω ἔμφαση λοιπόν, ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς τέτοιας διεργασίας, στή βαθιά ἐμπιστοσύνη τοῦ πιστοῦ στήν προσευχή. Μή μοῦ λέτε πού τό ξέρετε, εἶναι θέμα ἐμπειρίας πού πρέπει νά τό δοκιμάσετε. Καί στά πολύ δύσκολα πράγματα ἀντί νά κλαῖτε, νά ὠρύεσθε, νά ἀπογοητεύεστε, νά παίρνετε χαπάκια· νά καταλήξετε στήν προσευχή.

Κι ἐκεῖ εἶναι ἡ μεγάλη δύναμη τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ. Εἰδάλλως καί φρεναπάτης εἶσαι καί γιά λανθασμένα πράγματα μάχεσαι.

[...]

Κι ἄν δέν γίνεται τίποτε τό τονίζω καί πάλι, γιά νά ᾿χω στόν νοῦ σας πάντα ὁλοκληρωμένο τό σχῆμα, ὑπάρχει ἡ δυναμική καί τό δυνατό στοιχεῖο τῆς προσευχῆς. Κρατῆστε ὅλο αὐτό τό μοντέλο στόν νοῦ σας. Γιατί βλέπω καθημερινά ἀνθρώπους σ᾿ ἀπελπισία, σ᾿ ἀπόγνωση. Γιατί προσπαθοῦν κάτι, ἔστω γιά τό καλό, γι᾿ ἀνθρώπους κοντινούς τους καί δέν γίνεται. Δέν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπελπισία. Γιατί ἐάν δέν γίνει τό δικό μου καί μέ πιάσει ἀπελπισία, ἤδη ἁμάρτησα, γιατί μοῦ ἦλθε ἀπελπισία. Γιατί κάτι ἀπό αὐτά πού λέω δέν τά κάνω. Γιατί στό τέλος- τέλος δέν ἐμπιστεύομαι τόν Θεό! Πού Ἐκεῖνος στό τέλος-τέλος ξέρει τί θά κάνει!

Κρατῆστε κι αὐτό, δηλαδή. Ἐάν μέσα ἀπό μιά τέτοια διεργασία καταστροφολογίας, τήν ὁποία περνοῦν οἱ ἄνθρωποι οἱ δικοί μας, καί δυσκολευόμαστε καί λυπόμαστε καί περάσουμε ἐμεῖς ἀπελπισία, τότε δέν προσφέρουμε τίποτε!

Ξέρεις, οἱ ἄρρωστοι δέν μποροῦν νά γιατρέψουν τόν ἀσθενή. Πρέπει νά εἶσαι ὑγιής. Καί νά δώσεις τή μάχη σου μέχρι τέλους. Καί ἡ μάχη μέχρι τέλους ποιά εἶναι; Νά μήν καμφθεῖς... καί τουλάχιστον βαθιά νά ἐμπιστεύεσαι ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θά ἐξαρτηθεῖ καί ἀπό τό μέγεθος τῆς προσευχῆς σου.

Αὐτό γιά νά μήν ὑπάρχουν χριστιανοί ἀπελπισμένοι...

[...]

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Έτσι όπως είναι οι φίλοι μου διάσπαρτοι σε έρημα νησιά

 

Έτσι όπως είναι οι φίλοι μου διάσπαρτοι σε έρημα νησιά, έχεις ακούσει πεθαμένους να ομιλούν για τον Θεό τον ζωντανό; 
Έτσι και εγώ όπως ποθώ μια άδολη αγκαλιά, από την πολλή λαχτάρα μου τρέχω προς τον γκρεμό. 
Με βλέπει η μάνα μου από τον ουρανό κι ακόμα πονάει για μένα η καρδιά της. 
Για ένα θαύμα που σαν δελφίνι χοροπηδάει από το βυθό και σκάει μύτη το χαμόγελο στο πρόσωπό του. 
Κανείς ποτέ και τίποτα δεν έχει κάτι δικό του. Όλα ανήκουμε στον ουρανό. 
Εδώ στη γη μόνο τα ψέματα έχουνε κράτος.. Και τραγουδώ μονάχος μου και είμαι ο πιο φάλτσος. 
Μα η μουσική μες την ψυχή τα κύματα δεν τα φοβάται. 
Και ζει μονάχα κάθε φορά που μόνο την αγάπη της θυμάται. 
Όλα τα άλλα ας λησμονήσουν. 
Οι άνθρωποι τι έχουμε να πουν; 
Φανταστικές οι ιστορίες μέσα στα πάθη, αλλά από του ωκεανού τα βάθη, πως ξεπροβάλλει το όμορφο μαργαριτάρι. 
Θεέ μου τι όμορφη είναι η δικιά σου χάρη!

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Σώπασε για να βρεις τον Λόγο: Τα τέσσερα στοιχεία που νοηματοδοτούν τον ανθρώπινο διάλογο

ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
δ΄ 5 – 42

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  5 Ιουνίου του 1994

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο για να ζει εν κοινωνία, γιατί και ο Θεός είναι κοινωνία. Και ένα από τα ισχυρά όπλα της θεμελιώσεως αυτής κοινωνίας και ένα από τα μέσα που ο Θεός, μέσα από την αγάπη του, έδωσε στον άνθρωπο, είναι ο λόγος και ο διάλογος. Ακόμη και ο Θεός φαίνεται μέσα στην τριαδική του ύπαρξη, από τα κείμενα της Γραφής, να διαλέγεται: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», «Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου» και άλλα τέτοια χωρία.

Και σε αυτό το κείμενο το ευαγγελικό που ακούσαμε σήμερα του Ιωάννου, που αναφέρεται στο διάλογο του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα, δίνεται ένα ήθος διαλόγου ως ισχυρού μέσου οικοδομήσεως της ανθρώπινης κοινωνίας. Παρόλο που το γνωρίζουμε αυτό πάρα πολύ καλά, γιατί κάθε μέρα μιλούμε και κουβεντιάζουμε, φαίνεται να αποτύχαμε πολύ στον διάλογό μας. Από τα μικροεπίπεδα, τα προσωπικά, μέχρι τα μακροεπίπεδα, τα μεγάλα, τα διεθνή, όλα λειτουργούνται από διάλογο και όλα φαίνεται να λειτουργούν αποτυχημένα.

Και έτσι το υπόδειγμα του διάλογου που δίνει σήμερα ο Χριστός πιθανώς να είναι – και, γιατί όχι; είναι – το υπόδειγμα το άλλο, ο άλλος τρόπος, το πώς αυτό το ισχυρό μέσο της οικοδομήσεως της ανθρώπινης κοινωνίας, ο λόγος και ο διάλογος, μπορεί να λειτουργήσει και μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Να το δούμε για λίγο αξιοποιώντας κάποιες από τις φάσεις των ερωταποκρίσεων οι οποίες διαγράφονται και περνάνε μέσα από το κείμενο το οποίο ακούσαμε πριν από λίγο. Να σας θυμίσω κάποιες φράσεις.

Σε μία στιγμή, όταν άρχισε η κουβέντα της Σαμαρείτιδας με τον Χριστό, εκεί στην αρχή, φαινόταν ότι ο λόγος ήταν ανερμάτιστος: άλλα έλεγε η γυναίκα και άλλα απαντούσε ο Χριστός. Να, κοιτάξτε, παραδείγματος χάριν, λέει η γυναίκα στον Χριστό, λέει, «οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις». Του βάζει ένα στοιχείο στην ανθρώπινη κοινωνία, να του πω, ρατσιστικό. Οι μεν δεν συγχρώνται με τους άλλους. Να λοιπόν, διάλογος μεν, ο οποίος προβάλλει το ρατσιστικό στοιχείο.

Ο Χριστός απαντάει με έναν τρόπο παράλογο, με έναν τρόπο που δεν της δίνει απάντηση. Λέει, «Αν ήξερες ποιος είναι μπροστά σου, τότε θα μου ζητούσες να σου δώσω κάτι άλλο». Ο Χριστός είναι αυτός που είναι. Αλλά τι λέει; Πίσω από κάθε άνθρωπο – οι ερμηνευτές το λένε οι Πατέρες – κρύβεται ο Χριστός: δεν είμαστε εικόνες Χριστού; Άρα, αν στον ανθρώπινο λόγο, στον ανθρώπινο διάλογο, προκληθεί το ρατσιστικό, το «διαφοροποιοῦν» (σημείωση: «αυτό που διαφοροποιεί») τους ανθρώπους κατά γένη, κατά φύλα, και αυτό προκληθεί σαν να έχει μια υπερέχουσα αξιοποίηση, τότε ξεχνούμε ότι πίσω από κάθε άνθρωπο κρύβεται η εικόνα του Χριστού και τότε χάθηκε, στην πρώτη φάση, αυτό το ισχυρό όπλο που λέγεται ο λόγος και διάλογος για την καταξίωση της ανθρώπινης κοινωνίας. Να λοιπόν, ο Χριστός απαντάει με ένα παράλογο τρόπο και όμως της δίνει απάντηση: «Ξέρεις ποιος είναι μπροστά σου;» Ξέρεις κάθε φορά που κουβεντιάζεις ποιος είναι μπροστά σου; Και ας είναι ο οποιοσδήποτε χαμένος, ο οποιοσδήποτε αλήτης, ο οποιοσδήποτε κατά τα μέτρα σου «βρωμιάρης»· πίσω  απ’  αυτόν κρύβεται ο Χριστός. Αν λειτουργήσεις ρατσιστικά, σε μικροεπίπεδα ή σε μακροεπίπεδα, τότε, από την πρώτη αυτή φάση, χάθηκε η δυνατότητα της ανθρώπινης κοινωνίας.

Στο δεύτερο ερώτημα-πρόκληση και παρατήρηση της γυναίκας, που είναι το στοιχείο που λέει: «Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας τον Αβραάμ; Νομίζεις ότι είσαι σε κάτι μεγαλύτερος και μιλάς έτσι;», ο Χριστός απαντάει και πάλι με ένα παράλογο τρόπο, ανερμάτιστο, αλλά και πάλι προκλητικό. Αντί να πει Εκείνος πως είναι μεγαλύτερος από τον Αβραάμ και να αναλύσει θεολογικά τη στάση Του, της λέει: «Θέλεις να σου δώσω ένα νερό ζωντανό να πιείς;» Η απάντηση και πάλι φαίνεται παράλογη, αλλά αυτή είναι η απάντηση του Χριστού. Ο Χριστός θέλει να την αναπαύσει. Το πρόβλημα δεν είναι να αποδείξεις αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος από τον Αβραάμ. Το πρόβλημα δεν είναι να αποδείξεις ότι είσαι μεγαλύτερος ή μικρότερος, το πόσο αξίζεις και το πόσο δεν αξίζεις. Το πρόβλημα είναι να αναπαύσεις τον άλλο. Να λοιπόν το δεύτερο στοιχείο αυτού του ισχυρού μέσου που λέγεται λόγος και διάλογος. Το πρώτο ήταν να βρίσκεις πίσω από τον οποιοδήποτε την εικόνα του Χριστού, και το δεύτερο είναι να προσπαθήσεις να αναπαύσεις τον άλλο ανεξάρτητα από το πώς σε βλέπει. Αν σε βλέπει μεγάλο ή μικρό.

Στην τρίτη φάση, η γυναίκα αρχίζει να συμπλέει με το λόγο του Χριστού και το ερώτημά της πια και η πρόκληση της έχει σχέση με τα λόγια του Χριστού και του λέει: «Ε, λοιπόν, να μου δώσεις να πιώ από αυτό το νερό». Και ενώ θα έπρεπε, θα πει κάποιος [ότι] ο Χριστός θα της ανέλυε  το νερό, πάει σε άλλο θέμα ο Χριστός · αλλάζει την κουβέντα και λέει «Πού είναι άντρας σου;» Η αποτυχία της στο προσωπικό επίπεδο. Δεν μπορείς να κοινωνήσεις με τους άλλους, δεν μπορείς να ξεπεράσεις το ρατσιστικό, δεν μπορείς να ξεπεράσεις το στοιχείο που σε κάνει να φαίνεται ότι υπερέχεις από τον άλλο, αν έχεις αποτύχει στις πολύ κοντινές σου, στις πολύ κοντινές ανθρώπινες σχέσεις. Όσο και να προσπαθήσεις να αναπαύσεις τον άλλο, να δεις πίσω από αυτόν την εικόνα του Χριστού που υπάρχει και όσο και να το καταφέρεις να γίνεις αναπαυτικός, όσο και να γίνεις ελεήμων αν έχεις αποτύχει στις καθημερινές σου, πολύ κοντινές ανθρώπινες σχέσεις – εδώ απέτυχε αυτή με τον άντρα της, πέντε άντρες είχε πάρει –  τότε η κοινωνία δεν μπορεί να οικοδομηθεί, ο λόγος και ο διάλογος δεν μπορεί να οικοδομηθεί, και είναι ένας βερμπαλισμός, κι είναι λόγια περιττά, κι είναι λόγια για μεγάλα πράγματα και μικρά πράγματα, είναι λόγια για ειρήνη, είναι λόγια για αγάπη και «είναι λόγια», γιατί απέτυχες στα πολύ μικρά καθημερινά ανθρώπινα στοιχεία τα οποία λειτουργείς κάθε μέρα. Αυτό ήταν το τρίτο στοιχείο. Η εικόνα του Χριστού· το να αναπαύεις· και να μην αποτύχεις στην καθημερινότητα των ανθρωπίνων σχέσεων.

Και τέλος, όταν η γυναίκα πια προκαλείται και του λέει «εσύ είσαι προφήτης απ’ ό, τι φαίνεται», ο Χριστός πάλι δεν απαντάει και της λέει, με  άλλον τρόπο, πώς πρέπει να προσκυνεί, «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Και όλα αυτά μέσα στην Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε. Ο ανθρώπινος λόγος, ο ανθρώπινος διάλογος. Η ανθρώπινη κοινωνία να περνάει μέσα από αυτά τα τέσσερα στοιχεία, όπως ο Χριστός τα διέγραψε, και να μπορεί να οικοδομήσει την ανθρώπινη κοινωνία. Ή να την κάνει – μέσα από τα ατέλειωτα λόγια, μέσα από τις ατέλειωτες φράσεις, προβληματισμούς, ερωτήματα και απαντήσεις, που δίνουμε κάθε μέρα – να λειτουργούμε μια κόλαση στις ανθρώπινες σχέσεις.

Τα θυμίζω και πάλι τα στοιχεία: Να βλέπεις την εικόνα του Χριστού πίσω από κάθε άνθρωπο. Να τον αναπαύεις, όπως αναπαύει ο Χριστός όλους τους ανθρώπους: ουσιαστικά· να του δίνεις δηλαδή αυτό «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», αυτή είναι η ανάπαυση η οποία έρχεται. Να μπορείς να μην αποτυγχάνεις στις καθημερινές σχέσεις. Και όλα αυτά να τα λειτουργείς μέσα από τον χώρο της Εκκλησίας. Και τότε ο λόγος έχει νόημα. Αν τα τέσσερα στοιχεία δεν λειτουργούν, ο λόγος είναι ανόητος. Και τότε θα ακούσεις το, λόγο των Πατέρων, που θα πει «σώπασε», για να βρεις τον λόγο. Να βρεις αυτά τα τέσσερα στοιχεία.

Ευχή μέσα από την πρόκληση που κάνει σήμερα η Σαμαρείτις, είναι να ανακαλύψουμε τον χαμένο λόγο. Να ανακαλύψουμε, λέω, ναι, πραγματικά, γιατί παρόλο που λειτουργούμε κάθε μέρα το λόγο, τον έχουμε φθείρει, τον έχουμε διαφθείρει, τον λειτουργούμε καταστροφικά και κολασμένα για τους άλλους.

Να ανακαλύψουμε το χαμένο λόγο, τη χαμένη δυνατότητα κοινωνίας. Και αυτό μπορεί να γίνει μονάχα μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, μόνο αν περάσουμε μέσα από μια μετάνοια του λόγου, μέσα από μια μικρή φάση σιωπής, και μόνο αν αυτά τα λειτουργήσουμε μέσα στον χώρο της Χάρης  του Αγίου Πνεύματος. Ευχή λοιπόν, για να βρούμε το λόγο, και πραγματικά τότε θα βρούμε και το Λόγο Χριστό. 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις