Ο λαμπρός αυτός αστέρας στο στερέωμα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας γεννήθηκε περί το 930 στην Τραπεζούντα του Πόντου από γονείς ευγενείς και έλαβε στο άγιο Βάπτισμα το όνομα Αβραάμιος. Μένοντας ορφανός από μητέρα και πατέρα λίγο μετά τη γέννησή του, περιήλθε στη φροντίδα μιας συγγενούς της μητέρας του, συζύγου ενός από τους επιφανέστερους πολίτες της Τραπεζούντας, της Κανίτας. Μικρός δεν επιδιδόταν σε θορυβώδη και ανωφελή παιγνίδια, αλλά οδηγώντας τους συντρόφους του σε ένα δάσος ή κοντά σε κάποιο σπήλαιο έπαιζε τον ρόλο του ηγουμένου. Γρήγορα προόδευσε στα γράμματα προκαλώντας τον θαυμασμό των γύρω του· ενώ, έφηβος μόλις, κίνησε την προσοχή ενός ανώτερου αυτοκρατορικού λειτουργού που βρισκόταν σε αποστολή στην πόλη, ο οποίος τον συμπάθησε και τον πήρε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη. Έγινε δεκτός στην οικία του στρατηγού Ζεφινεζέρ [1] και συνέχισε τις σπουδές του υπό την καθοδήγηση ενός εξαιρετικού διδασκάλου, πολύ σύντομα δε έγινε βοηθός καθηγητή, παρά το νεαρόν της ηλικίας του.
Η φιλοπονία του στα γράμματα δεν τον έκανε ωστόσο να παραμελεί τον ασκητικό βίο που αγαπούσε παιδιόθεν και αποδείχθηκε μοναχός πριν την ώρα του και αγωνιστής πριν ακόμη μπει στην πνευματική παλαίστρα. Απέφευγε το πλούσιο τραπέζι του στρατηγού, ενώ τα φαγητά που του έστελναν με δύο υπηρέτες τα αντάλλασσε με ένα κριθαρένιο ψωμί που το έτρωγε επί δύο ημέρες. Δεν πλάγιαζε να κοιμηθεί και πάλευε κατά του ύπνου ραντίζοντας το πρόσωπό του με κρύο νερό. Όσον αφορά τα ενδύματα, τα μοίραζε στους φτωχούς και, όταν πια δεν είχε τίποτε άλλο να δώσει, αποσυρόταν σε μια γωνιά για να αφαιρέσει ακόμη και τα εσώρουχά του.
Μαθητές συνέρρεαν από παντού προς τον Αβραάμιο και άλλοι εγκατέλειπαν τον διδάσκαλό τους, όχι μόνο εξαιτίας της σοφίας και διδακτικών ικανοτήτων του, αλλά κυρίως λόγω της ευπροσηγορίας, της οσιακής του βιοτής και της θείας όψης του. Ο αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος τον μετέθεσε σε άλλο ίδρυμα· καθώς όμως οι μαθητές του ήσαν προσκολλημένοι όπως ο κισσός στον κορμό της δρυός, προκειμένου ν’ αποφύγει να γίνει αιτία σκανδαλισμού, φθόνου και αντιζηλίας με τον παλαιό του διδάσκαλο, ο Αβραάμιος - ο οποίος θεωρούσε τις τιμές ως ντροπή - αποφάσισε να απαρνηθεί τη σταδιοδρομία του καθηγητή και μαζί της όλες τις μέριμνες του κόσμου τούτου.
Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη μετά από τριετή παραμονή στην περιοχή του Αιγαίου μαζί με τον στρατηγό, ο τελευταίος τον έφερε σε επαφή με τον συγγενή του άγιο Μιχαήλ Μαλεΐνο [12 Ιουλ.], ηγούμενο της Λαύρας του όρους Κυμινά, πολύ γνωστό σε όλους τους τότε περιφανείς ανθρώπους. Ο θείος αυτός άνδρας κατέκτησε τον νέο που του αποκάλυψε τον ενδόμυχο πόθο του να ασπασθεί τον μοναχικό βίο. Προς το τέλος της συνομιλίας αυτής εμφανίστηκε στο σπίτι του αγίου Μιχαήλ ο ανηψιός του, ο Νικηφόρος Φωκάς, στρατηγός τότε του Θέματος των Ανατολικών [2], ο οποίος συνδέθηκε αμέσως με τον Αβραάμιο με αισθήματα αγάπης ανάμεικτα με θαυμασμό.
Εκείνος, έχοντας βρει τον πνευματικό πατέρα που επιθυμούσε διακαώς η καρδιά του, ακολούθησε τον άγιο Μιχαήλ στο όρος του Κυμινά, όπου έλαβε γρήγορα το μικρό Σχήμα με το όνομα Αθανάσιος. Ο γέροντας, έχοντας διαβλέψει ότι ο νεαρός και φλογερός μαθητής του είχε ήδη προοδεύσει στην ασκητική ζωή, και θέλοντας να τον κάνει αληθινό στρατιώτη του Ιησού Χριστού, σκληραγωγημένο στην υπακοή, του αρνήθηκε την άδεια να τρώει μία φορά την εβδομάδα, αλλά μόνο κάθε τρεις ημέρες, και τον διέταξε να κοιμάται σε ψάθα και όχι σε κάθισμα όπως είχε τη συνήθεια. Ο Αθανάσιος, που είχε αναλάβει καθήκοντα αντιγραφέα και βοηθού εκκλησιάρχη, υποτασσόταν με προθυμία σε ό,τι αντέβαινε στο ίδιον θέλημά του, ώστε οι συμμοναστές του έδωσαν σ’ αυτόν το προσωνύμιο «υιός της υπακοής». Επέδειξε τέτοιον ζήλο, ώστε σε τέσσερα χρόνια έφθασε στην καθαρότητα της διανοίας, ανταμείφθηκε από τον Θεό με τον αρραβώνα της θεωρίας και αξιώθηκε να προβεί στο στάδιο της ησυχίας. Ο Μιχαήλ τού επέτρεψε να αποσυρθεί σε ένα μικρό ησυχαστήριο, λίγο μακρύτερα από τη μονή, να τρέφεται εκεί με ξερό ψωμί και νερό κάθε δύο ημέρες και να περνά όλη τη νύχτα σε προσευχή. Σε αυτό το ερημητήριο ήλθε να τον βρει ο Νικηφόρος Φωκάς, που επισκεπτόταν τακτικά τον Κυμινά, και του φανέρωσε την πρόθεσή του να γίνει συμμοναστής του, όταν οι περιστάσεις θα του το επέτρεπαν [3].
Λίγο αργότερα, καθώς ο άγιος Μιχαήλ είχε αφήσει να εννοηθεί στους γύρω του ότι ο Αθανάσιος θα κληρονομούσε τη χάρη και θα τον διαδεχόταν στην καθοδήγηση των ψυχών, ορισμένοι μοναχοί, πιστεύοντας ότι τον προάλειφε για ηγούμενο, άρχισαν να έρχονται και να παρενοχλούν τον νεαρό ασκητή με τις κολακείες τους. Φλεγόμενος από τον έρωτα της ησυχίας και αποστρεφόμενος κάθε τιμή, ο άγιος επέλεξε για μια φορά ακόμη τη φυγή και παίρνοντας μαζί του μόνο τα ρούχα του, δύο βιβλία και το κουκούλιο του πνευματικού πατέρα του, μετέβη κατευθείαν στον Άθω, τον οποίο θαύμαζε από τη Λήμνο, την εποχή που διέμενε στο Αιγαίο, και όπου τα χρόνια εκείνα εγκαταβίωναν μόνο ερημίτες σε καλύβες φτιαγμένες με κλαδιά δέντρων, οι οποίοι, ξένοι προς κάθε μέριμνα, δεν είχαν τίποτε στην κατοχή τους και δεν καλλιεργούσαν τη γη. Αφού θαύμασε τη βιοτή τους σε μια σύντομη επίσκεψή του, υποτάχθηκε σε έναν γέροντα πολύ απλό, που εγκαταβίωνε στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου, στον Ζυγό, υποκρινόμενος ότι ήταν κάποιος ναύτης με το ψευδώνυμο Βαρνάβας, που είχε ναυαγήσει, και για να εξαλείψει κάθε υπόνοια για την καταγωγή του παρίστανε τον αγράμματο, ανίκανο να μάθει ακόμη και την αλφάβητο.
Εν τω μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς, που είχε λάβει τον τίτλο του Δομέστικου των Σχολών, αναζητούσε παντού τον Αθανάσιο. Έγραψε ακόμη και στον κριτή της Θεσσαλονίκης, ζητώντας του να ερευνήσει στο όρος Άθω. Ο δε κριτής απευθύνθηκε στον Πρώτο του Αγίου Όρους, Στέφανο, ο οποίος του απάντησε ότι δεν γνώριζε κανέναν τέτοιο μοναχό. Ανήμερα των Χριστουγέννων (958 ή 959), κατά την αγρυπνία που συγκέντρωνε όλους τους Αθωνίτες στον ταπεινό ναό του Πρωτάτου στις Καρυές, ο Πρώτος του Αγίου Όρους αναγνώρισε στο αρχοντικό φέρσιμο του νεαρού Βαρνάβα τον μοναχό που του είχαν περιγράψει και τον διέταξε να αναγνώσει την Ομιλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου [25 Ιαν.]. Ο Αθανάσιος άρχισε να κομπιάζει σαν μικρό παιδί, αλλά μετά την εντολή του Πρώτου να διαβάσει «όπως αυτός ήξερε», μη μπορώντας πια να υποκρίνεται, άρχισε την ανάγνωση με τέτοιον τρόπο ώστε όλοι οι μοναχοί ήλθαν με θαυμασμό και τον προσκύνησαν. Ο επιφανέστερος μεταξύ αυτών, ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός [28 Ιουλ.], προείπε ότι εκείνος που ήλθε μετά από αυτούς στο Όρος, θα προηγούνταν αυτών στη Βασιλεία των Ουρανών και ότι όλοι οι μοναχοί εκείνου του τόπου επρόκειτο να τεθούν υπό την καθοδήγησή του. Ο Πρώτος πήρε παράμερα τον Αθανάσιο και, αφού έμαθε από αυτόν όλη την αλήθεια, του υποσχέθηκε να μη τη φανερώσει και του όρισε ένα ερημητήριο, περίπου πέντε χιλιόμετρα από τις Καρυές, όπου θα μπορούσε απερίσπαστα να συνομιλεί «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ». Ο άγιος ποριζόταν εκεί τα χρειώδη αντιγράφοντας βιβλία· μάλιστα δε, επέδειξε τόσο μεγάλη δεξιότητα στην ενασχόληση αυτή, ώστε αντέγραφε με κομψό και φροντισμένο γραφικό χαρακτήρα ένα Ψαλτήριο την εβδομάδα.
Ο λύχνος δεν θα μπορούσε όμως να παραμείνει για πολύ κρυμμένος. Όταν λοιπόν ο αδελφός του Νικηφόρου, Λέων Φωκάς, μετέβη για προσκύνημα στον Άθω, για να ευχαριστήσει τον Θεό μετά από μια επιτυχή εκστρατεία κατά των βαρβάρων, κατάφερε να ανακαλύψει τον Αθανάσιο. Οι Αθωνίτες μοναχοί, διαπιστώνοντας ότι ο μακάριος ήταν τόσο προσφιλής σε τόσο υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, ζήτησαν από αυτόν να μεσολαβήσει στον Λέοντα, ώστε να μετασκευαστεί και να μεγαλώσει ο ναός του Πρωτάτου. Το αίτημά του ικανοποιήθηκε αμέσως· και αφού αποχαιρέτισε τον ισχυρό φίλο του ο Αθανάσιος, επέστρεψε στην ερημία του. Καθώς όμως οι μοναχοί έρχονταν συνεχώς να του ζητήσουν συμβουλή, έφυγε ξανά προς αναζήτηση της ησυχίας και αποτραβήχτηκε στο νότιο ακρωτήριο του Όρους, σε τόπο έρημο που τον έδερναν οι άνεμοι, τα «Μελανά». Εκεί δοκιμάστηκε σκληρά από τον δαίμονα που εξαπέλυσε κατά του ασκητού όλες τις μηχανές του και κυρίως τον πόλεμο της ακηδίας, την ιδιαίτερη δοκιμασία των ησυχαστών. Ο εχθρός τού προκάλεσε τέτοια πνευματική ξηρασία, ώστε φθάνοντας σχεδόν σε πλήρη απόγνωση, ο Αθανάσιος θέλησε να εγκαταλείψει τον τόπο· με μια υπέρτατη, ωστόσο, προσπάθεια αποφάσισε να κάνει υπομονή μέχρι το τέλος του χρόνου. Όταν έφθασε η τελευταία ημέρα, ενώ ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τα Μελανά, μην έχοντας βρει καμία ανάπαυση στη δοκιμασία, αίφνης τον διαπέρασε ένα ουράνιο φως, πληρώνοντάς τον με άφατη χαρά και χαρίζοντάς του το δώρο των πνευματικών δακρύων, τα οποία έκτοτε ανάβλυζαν δίχως προσπάθεια μέχρι το τέλος του βίου του· για τούτον τον λόγο ο τόπος αυτός του έγινε τόσο αγαπητός όσο του ήταν ανυπόφορος προηγουμένως.
Εν τω μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς, που είχε αναλάβει τη διοίκηση όλου του βυζαντινού στρατού για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες, οι οποίοι είχαν γίνει φόβος και τρόμος των ακτών με τις πειρατικές επιδρομές τους, έστειλε αγγελιαφόρους στα μοναστικά κέντρα της εποχής - και ιδιαίτερα στον Άθω, επειδή είχε μάθει από τον αδελφό του ότι ο Αθανάσιος βρισκόταν εκεί - ζητώντας να του στείλουν μοναχούς ικανούς να βοηθήσουν με τις προσευχές τους. Οι Πατέρες του Αγίου Όρους κατάφεραν να νικήσουν τις αντιστάσεις του εραστή της ησυχίας, υπενθυμίζοντάς του ότι πολλοί μοναχοί βρίσκονταν αιχμάλωτοι των Αράβων· έτσι ο Αθανάσιος έφθασε στην Κρήτη συνοδευόμενος από έναν γέροντα, τον Θεοδόσιο, λίγο μετά τη λαμπρή νίκη του Νικηφόρου (961). Περιχαρής αυτός που έβρισκε ξανά τον πνευματικό του πατέρα, του επιβεβαίωσε ότι είχε πάντα την πρόθεση να αποσυρθεί από τα εγκόσμια και τον ικέτευσε να προχωρήσει στην ίδρυση ενός μοναστηριού κοντά στο ερημητήριό του για να τους στεγάσει. Ο άνθρωπος του Θεού, εκτιμώντας ότι το να εργάζεται για τη δική του σωτηρία ήταν ήδη ένα αρκετά βαρύ φορτίο, και αποφεύγοντας κάθε περίσταση που δημιουργούσε μέριμνες και περισπασμούς, αρνήθηκε την πρόταση αυτή και αναχώρησε πάλι για τον Άθω. Ο Νικηφόρος έστειλε πίσω του ένα δικό του άνθρωπο, τον Μεθόδιο, ο οποίος έγινε αργότερα ηγούμενος της Λαύρας του Κυμινά, που κατάφερε να πείσει τον Αθανάσιο να αναλάβει την ίδρυση της μονής. Με τον χρυσό που πρόσφερε ο Νικηφόρος μπόρεσε να κτίσει γρήγορα έναν μικρό ναό αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο και κοιμητήρια που προορίζονταν για τον Αθανάσιο και τον Νικηφόρο [4]· έξι μήνες αφότου έφυγε ο Μεθόδιος, άρχισε η ανέγερση μεγάλου ναού της Θεοτόκου, ως Καθολικό της Λαύρας «των Μελανών» [5], στον τόπο εκείνο ακριβώς όπου ο Αθανάσιος είχε λυτρωθεί από την ακηδία με το όραμα του θείου φωτός. Ο Αθανάσιος εξεδίωξε με την προσευχή τον δαίμονα που είχε παραλύσει τους εργάτες, κατόπιν δε αυτού εκείνοι αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί και εκάρησαν από τον άγιο, ο οποίος πριν τους δεχθεί ως μαθητές μετέβη να λάβει το Μεγάλο Σχήμα από τα χέρια ενός ερημίτη που εγκαταβίωνε στα περίχωρα, ονόματι Ησαΐας.
Τη χρονιά εκείνη (962-963) τρομερός λιμός έπληξε την Αυτοκρατορία και έτσι ο ανεφοδιασμός της Λαύρας διακόπηκε. Ο Αθανάσιος, πηγαίνοντας να συμβουλευθεί τους γέροντες στις Καρυές, συνάντησε στον δρόμο του την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία έκανε να αναβλύσει μπροστά του μια πλούσια πηγή [6] και του συνέστησε να μην ανησυχεί πλέον, διότι θα αναλάμβανε η ίδια εφεξής το διακόνημα του «Οικονόμου της Μονής» [7]. Όταν ο άγιος επέστρεψε στη μονή, η Παναγία τού έδειξε τις αποθήκες γεμάτες. Με τη χάρη του Θεού και την προσευχή του αγίου τα έργα προχώρησαν γοργά, παρά τις μεγάλες δυσκολίες που οφείλονταν στον απόκρημνο αυτόν τόπο που ήταν γεμάτος βράχια και πυκνή θαμνοβλάστηση. Στο σταυροειδές Καθολικό [8] προστέθηκαν μια κοινή τράπεζα [9], ένας ξενώνας, νοσοκομείο εφοδιασμένο με λουτρό, υδραγωγείο, ένας νερόμυλος και όλα εκείνα τα χρειώδη για τη ζωή σε ένα μεγάλο μοναστήρι. Καθώς ο αριθμός των μοναχών μεγάλωνε γρήγορα, ο άγιος φρόντιζε άγρυπνα επίσης για την οργάνωση της αδελφότητος, ρυθμίζοντας με κάθε λεπτομέρεια τις Ακολουθίες, καθώς και τα καθημερινά διακονήματα, σύμφωνα με το πρότυπο της Μονής του Στουδίου, ώστε όλα να γίνονται «με ευπρέπεια και με τάξη» (πρβλ. Α΄ Κορ. 14, 40) και οι μοναχοί, απογυμνωμένοι από υπάρχοντα και από το ίδιον θέλημα, να μπορούν να προσκαρτερούν με μια καρδιά, αμέριμνοι στη δοξολογία του Θεού. Για τον άγιο Αθανάσιο, ο βίος στο μοναστήρι συνίσταται στην: «Προσήλωση από κοινού στον σκοπό της ζωής, δηλαδή στη σωτηρία και στη διαμόρφωση εντός της κοινοβιακής πολιτείας μιας καρδιάς και ενός θελήματος. Διά του κοινού πόθου η αδελφότητα να συνιστά ένα σώμα, αποτελούμενο από πολλά μέλη» [10].
Όλα έδειχναν να πηγαίνουν προς το καλύτερο, όταν έφθασε η είδηση της ανάρρησης του Νικηφόρου Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο (16 Αυγ. 963). Ο Αθανάσιος, αμήχανος μπροστά σε αυτό που θεώρησε ως προδοσία, προφασιζόμενος ότι πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη, επιβιβάστηκε αμέσως σε πλοίο με τρεις μαθητές του. Μόλις όμως απομακρύνθηκε από την ακτή, έστειλε τον έναν από αυτούς στον αυτοκράτορα με επιστολή που ανήγγελλε την παραίτησή του από την ηγουμενία· τον δεύτερο, τον Θεόδοτο, στη Λαύρα για να μεταφέρει την είδηση αυτή· ενώ κατευθύνθηκε με τον τρίτο, τον Αντώνιο, προς την Κύπρο. Παρουσιάστηκαν εκεί στη «Μονή των Ιερέων» [11], παριστάνοντας τους προσκυνητές οι οποίοι εγκατέλειψαν τάχα το σχέδιό τους να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους - υπό αραβική κατοχή τότε - και ζητούσαν να ζήσουν ως ασκητές κάπου στα περίχωρα. Η χαρά του Νικηφόρου Φωκά όταν υποδέχθηκε τον απεσταλμένο του πνευματικού πατέρα του έγινε γρήγορα καπνός διαβάζοντας την επιστολή του και έδωσε αμέσως εντολή να αναζητήσουν τον Αθανάσιο. Εν τω μεταξύ, η Λαύρα, στερημένη τον πατέρα της, δεν άργησε να περιέλθει σε κίνδυνο, ενώ οι ορφανεμένοι μοναχοί δεν μπορούσαν να βρουν ούτε παραμυθία ούτε αρμονία μεταξύ τους.
Όταν οι δύο φυγάδες έμαθαν ότι ο ηγούμενος είχε ειδοποιηθεί πως ο αυτοκράτορας αναζητούσε δύο μοναχούς με τα δικά τους χαρακτηριστικά αναχώρησαν κρυφά. Οι άνεμοι τούς έριξαν στις ακτές της Μικράς Ασίας, κοντά στην Αττάλεια, κι εκεί ο Αθανάσιος είδε ένα θεόσταλτο όραμα που του αποκάλυψε την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Λαύρα και του ανήγγειλε ότι λαμπρό μέλλον την περίμενε υπό την καθοδήγησή του. Δεν πρόφθασαν να αποφασίσουν να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής, όταν από σύμπτωση της θείας Πρόνοιας συνάντησαν τον Θεόδοτο που πήγαινε για την Κύπρο για να αναζητήσει τον άγιο και να του μεταφέρει την οικτρή κατάσταση που επικρατούσε στον Άθω. Επιστρέφοντας στη μονή, ο Αθανάσιος έγινε δεκτός από τους μοναχούς του όπως ο Χριστός μπαίνοντας στα Ιεροσόλυμα· έτσι η Λαύρα γρήγορα ξαναζωντάνεψε. Λίγο αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος, σαστισμένος, δεν τόλμησε να τον υποδεχθεί με τη συνήθη επισημότητα, και ντυμένος με απλά ρούχα πήρε κατά μέρος τον άγιο στα διαμερίσματά του για να απολογηθεί και να τον παροτρύνει να κάνει υπομονή έως ότου επιτρέψουν οι περιστάσεις να εκπληρώσει τις παλιές υποσχέσεις του. Ο Αθανάσιος, έχοντας λάβει εκ Θεού την αποκάλυψη ότι ο Νικηφόρος θα πέθαινε στον θρόνο, του έκανε παραινέσεις να είναι δίκαιος και φιλεύσπλαχνος και κατόπιν τον αποχαιρέτησε εφοδιασμένος με ένα χρυσόβουλο που χορηγούσε στη Λαύρα τον τίτλο της βασιλικής μονής με σημαντική ετήσια επιχορήγηση (ρόγα) και του παραχωρούσε ως μετόχιο τη Μονή του Αγίου Ανδρέου «των Περιστερών», στην περιοχή της Θεσσαλονίκης [12].
Επιστρέφοντας στον Άθω, ο άγιος ανέλαβε εκ νέου τη διεύθυνση των εργασιών. Κατά τη διαμόρφωση του λιμανιού τραυματίσθηκε σοβαρά στο πόδι και υποχρεώθηκε να μείνει στο κρεβάτι επί τρία χρόνια· επωφελήθηκε όμως από την ακινησία αυτή για να αφιερωθεί περισσότερο στον Θεό και στην πνευματική καθοδήγηση των αδελφών.
Μετά τον θάνατο του Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον Ιωάννη Τσιμισκή που ανήλθε στον θρόνο (969-976), καθώς ο νέος αυτοκράτορας ήταν δυσμενώς προδιατεθειμένος απέναντι στον άγιο εξαιτίας της στενής του σχέσης με τον προκάτοχό του, ορισμένοι Αθωνίτες αναχωρητές, άνθρωποι απλοί αλλά προσδεδεμένοι στο παλαιό έθος, κατηγόρησαν τον Αθανάσιο ότι είχε μετατρέψει τον Άθω σε τόπο κοσμικό με τα οικοδομήματά του, τις καλλιέργειες και την εγκατάσταση ενός μεγάλου μοναστηριού. Ο αυτοκράτορας κάλεσε τον Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ο άγιος τού έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, ώστε ο Τσιμισκής άλλαξε πλήρως τη στάση του απέναντι στο πρόσωπό του και του χορήγησε με χρυσόβουλο ρόγα διπλάσια της προηγούμενης. Έστειλε κατόπιν στον Άθω τον Ευθύμιο τον Στουδίτη με αποστολή να ειρηνεύσει τη σύγκρουση που προκάλεσε ο διάβολος και να προσφέρει στον Άθω το πρώτο «Τυπικό» του (972) [13]. Από τη στιγμή εκείνη άρχισαν τα κοινόβια μοναστήρια να αντικαθιστούν τα μονύδρια και τα κελλιά [14] και οι αναχωρητές να συμφιλιώνονται με τους κοινοβιάτες ανταλλάσσοντας μεταξύ τους τα αγαθά τους: οι μεν (οι κελλιώτες) προσέφεραν στους κοινοβιάτες την άσκηση της ησυχίας και της αδιάλειπτης προσευχής, ενώ οι δε (οι μοναστηριακοί) προμήθευσαν στους αναχωρητές την τάξη και την αρμονία υπό την καθοδήγηση του ηγουμένου, που βρισκόταν στο κέντρο της αδελφότητος ως ζώσας εικόνος του Χριστού.
Έβλεπε κανείς ερημίτες να εγκαταλείπουν την ησυχία, ηγουμένους να αφήνουν τη μονή τους, ακόμη και επισκόπους να παραιτούνται από τις έδρες τους για να τεθούν υπό την καθοδήγηση του Αθανασίου. Μαθητές συνέρρεαν στον Άθω από την Ιταλία, την Καλαβρία, το Αμάλφι [15], την Ιβηρία [16] και την Αρμενία. Αναχωρητές, όπως ο όσιος Νικηφόρος ο Γυμνός [17], προτίμησαν να απολαύσουν τη διδασκαλία του αγίου θεοφώτιστου κοινοβιάρχου και να πορευθούν προς την τελειότητα με την ταπεινόφρονα άσκηση της σεμνής υπακοής και ευπρεπούς υποταγής.
Η προσευχή του αγίου είχε τέτοια ισχύ κατά των δαιμόνων, ώστε οι δαίμονες περιέζωναν αοράτως το Όρος, δίχως όμως να μπορούν να προσβάλουν τους μοναχούς· συνέχιζαν παρά ταύτα να επιτίθενται στον ίδιο τον Αθανάσιο. Μία ημέρα υπέβαλαν σε έναν αμελή μοναχό που ήταν προκατειλημμένος κατά της ασκητικής ζωής του αγίου την ζοφερή ιδέα να κάνει απόπειρα κατά της ζωής του. Εμφανίστηκε νύκτα στην πόρτα του κελλιού του ηγουμένου· μόλις όμως ο Αθανάσιος βγήκε και τον ασπάσθηκε πατρικά, το ξίφος του δυστυχισμένου έπεσε από το χέρι του· πέφτοντας ο ίδιος στα πόδια του, εξομολογήθηκε το ολέθριο σχέδιό του. Ο άγιος τον συγχώρεσε αμέσως και έκτοτε έδειξε απέναντί του μεγαλύτερη στοργή απ’ ό,τι στους άλλους μαθητές του.
Κατέστη «τα πάντα για τους πάντες» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 22) απέναντι στους μοναχούς του κοινοβίου, όπως και απέναντι στους ασκητές των περιχώρων ή στους προσκυνητές που έφθαναν από παντού στη Λαύρα για να βρουν ίαση της ψυχής ή του σώματος. Ο άγιος Αθανάσιος δεν έπαψε, ωστόσο, τη διαρκή συνομιλία του με τον Θεό, όπως και τους ασκητικούς αγώνες. Σε καιρό νηστείας δεν έτρωγε τίποτε όλη την εβδομάδα, ενώ τις κανονικές ημέρες η τροφή του ήταν εκείνη των μοναχών που υποβάλλονταν στα πλέον αυστηρά επιτίμια. Όταν παρευρισκόταν στο γεύμα, μοίραζε το μερίδιό του έτσι ώστε, δίχως να το αντιλαμβάνεται κανείς, δεν έτρωγε τίποτε εκτός από το αντίδωρο που διανέμονταν στο τέλος της θείας Λειτουργίας. Τον χρόνο που δεν ανάλωνε στη διδασκαλία ή στην εξομολόγηση των μαθητών του, τον αφιέρωνε στην προσευχή, λουσμένος διαρκώς στα δάκρυα· ενώ το μαντήλι του, που ήταν πάντα μουσκεμένο, θεράπευσε πολλές φορές αρρώστους. Κεφαλή και οδηγός με αδιαμφισβήτητη αυθεντία, γινόταν, κατ’ εικόνα του Χριστού, υπηρέτης του καθενός και έδειχνε όλως ιδιαίτερη φροντίδα για τους αρρώστους, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τις περιθάλψεις που οι άλλοι μέσα στην αδυναμία τους αποστρέφονταν. Θεωρούσε ως τον μεγαλύτερο θησαυρό τους λεπρούς της Λαύρας και τους εμπιστευόταν στους πιο δοκιμασμένους μαθητές του. Όταν πέθαινε κάποιος μοναχός, ο άγιος πήγαινε δίπλα στον νεκρό και έλιωνε στο κλάμα - όχι με λυγμούς συναισθηματικής συγκίνησης, αλλά με δάκρυα μεσιτείας για τη σωτηρία του τεθνεώτος - και όταν σηκωνόταν με το πρόσωπο πυρακτωμένο, ανέπεμπε ευχαριστία στον Θεό για το γεγονός ότι Του είχε προσφέρει τον μαθητή του ως θυσία ευάρεστη.