Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - ΙΑ΄ Κυριακή του Ματθαίου


ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΝΔΕΚΑΤῌ 
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον

ιη΄ 23 - 35 


 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακή 19 Αυγούστου του 2001  

Τὸ ἡχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία - σε mp3 εδώ 

[Η σημερινή ευαγγελική περικοπή] αγγίζει, με μια λεπτεπίλεπτη  και πολύ βαθιά διάθεση, τα θέματα της ανθρώπινης δικαιοσύνης στην σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Και κάνει μάλιστα μια συγκριτική  των μεγεθών της δικαιοσύνης που έχουν καθιερωθεί να λειτουργούν με τα πράγματα του κόσμου και των μεγεθών της δικαιοσύνης που έχει καθιερώσει ο Πατέρας μας ο Θεός, από τα ουράνια μεγέθη μέχρι την γη. Και λέω από το ουράνια μεγέθη, γιατί όταν ξεκίνησε το κείμενο που ακούγαμε, μίλησε για τη βασιλεία των ουρανών και άρχισε να ομιλεί και να λέει τι είναι για τον ουρανό η δικαιοσύνη. Και μην ξεχνάτε, ό, τι είναι φτιαγμένο για να βιώνεται στον ουρανό είναι φτιαγμένο αμέσως να βιώνεται πάνω στη γη. Να δούμε το κείμενο και να δούμε αυτή τη συγκριτική των μεγεθών και ταυτόχρονα να δούμε την αποτυχία και το «γιατί» των ανθρωπίνων μεγεθών της δικαιοσύνης, για να μπορούμε όχι απλώς να κάνουμε κριτική, αλλά για να μπορούμε να θεραπεύσουμε. Ο λόγος ο ευαγγελικός είναι μόνο προς θεραπευτική λειτουργία και πρόσβαση. 

Το κείμενο στην πρώτη του πλευρά – έχει δύο πλευρές – λέει για τη σχέση αυτού του βασιλέως που θέλει να βρει δικαιοσύνη με τους υπηκόους του· ο  βασιλιάς είναι ο  Θεός. Προσέξτε τη λέξη που χρησιμοποιεί: Θέλησε, λέει, «συνᾶραι λόγον». Δεν λέει ζήτησε δικαιοσύνη ή ότι ζήτησε αυτά τα οποία του χρειαζότανε. Ήθελε να βρει τον λόγο της σχέσεως τους, τι σχέση έχουνε. Και όταν ψάχνουμε να βρούμε τη σχέση με τους ανθρώπους δεν ψάχνουμε να βρούμε πόσο μας αδίκησαν ή πόσο μας ωφέλησαν. Ψάχνουμε να βρούμε Λόγο ανάμεσα μας, να βρούμε δηλαδή την αιτία γιατί έχουμε πρόσωπο ο ένας μπροστά στον άλλο. Ψάχνοντας να συναντηθούμε, και να πούμε «δώσε», «πάρε», «καλημέρα», «καλησπέρα», αυτό είναι ένα μέσο για να βρούμε το άμεσο, τον Λόγο, που είναι ο Χριστός.

Από ό,τι φαίνεται στο κείμενο, η ευκαιρία που δίνει αυτός ο βασιλιάς, ο Θεός, είναι όχι απλώς να ζητήσει τα αιτούμενα – που  φάνηκε που δεν τα έχει ανάγκη – είναι να βρει λόγο, να βρει ανθρώπινη παρουσία και ανθρώπινη στάση ζωής. Και ξεκινάει με αυτά τα οποία τους δένουνε: κάποια οφειλόμενα. Αλλά ζητάει λόγο. Αυτό μην το  ξεχάσετε ποτέ, στα θέματα ανθρώπινης δικαιοσύνης εκείνο που ζητάμε να βρούμε είναι λόγο και όχι να δικαιωθούμε. Και μετά θέλει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. 

Δηλαδή υπάρχει μια σχέση και κάτι οφείλεις. Αυτό δεν το ξεχνάμε. Και να το θυμηθούμε αυτό γιατί στα ανθρώπινα πράγματα λέμε «δεν πειράζει, ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει…» Τίποτα δεν είναι ανερμάτιστο! Πρέπει να έχεις κάτι για να αποδώσεις. Εξάλλου έτσι είμαστε φτιαγμένοι: για να αποδίδουμε στο Θεό ό,τι έχουμε μέσα μας. Και αυτό δεν μπορούμε το ξεχνάμε, «δεν πειράζει ο Θεός είναι καλός και θα τα συγχωρέσει όλα...» Πρέπει να ξέρουμε που έχουμε κάτι να αποδώσουμε, άσχετα πως Εκείνος θα το ζητήσει. Και ζητάει να αποδοθεί. Και αυτό το ότι «ζητάει να  αποδοθεί» σημαίνει ότι πρέπει να βάλεις κόπο και μόχθο. Πρέπει να ιδρώσεις. Πρέπει να ασκηθείς. Πρέπει να καλλιεργηθείς. Κατά τα μέτρα που μπορείς. Και από εκεί που δεν μπορείς, λειτουργεί η ευσπλαχνία του Θεού. Βλέπετε το σχήμα; Θέλει να βρει λόγο, να βρει παρουσία προς τον άλλον. Να κοπιάσεις, να καλλιεργηθείς. Ο κόπος και ο μόχθος είναι μεγάλη ευλογία. Είναι άσκηση και ουσιαστική καλλιέργεια της καρδιάς μας. Μέχρι εκεί που μπορείς. Και από εκεί που δεν μπορείς, και αν δεν μπορείς πολλά αλλά τα ελάχιστα, έρχεται η ευσπλαχνία του Θεού και λέει «δεν πειράζει, τα άλλα είναι δικά μου». 

Να λοιπόν η θεία  δικαιοσύνη! Απαιτεί, θα λέγαμε, για εμάς φυσικά, να καλλιεργήσουμε βαθιά τις καρδιές μας, και να αποδώσουμε τα οφειλόμενα. Εξάλλου η ύπαρξή μας, από την πιο μικρή μας τρίχα μέχρι τα βάθη της καρδιάς μας, είναι μια οφειλή στον Θεό. Άσχετα από το ότι η αγάπη του Θεού δεν θέλει να μας κουράζει και να μας το θυμίζει συνέχεια. Και για όλη μας η ζωή είναι μια προετοιμασία για να μπορούμε πιο βαθιά να αποδώσουμε το οφειλόμενα. Όχι γιατί Εκείνος θα γίνει πιο πλούσιος – ξέρετε, Εκείνος που έχει τα πάντα δεν μπορεί να γίνει πιο πλούσιος, δεν υπάρχει στο άπειρο  το «συν κάτι παραπάνω». Όσο πιο πολύ αποδίδουμε καλλιεργώντας τον εαυτό μας, τόσο πιο πολύ διευρυνόμεθα, γινόμαστε πλατύτεροι, γινόμαστε πιο ανοικτοί, αποκτούμε βαθείς ορίζοντες. Ο κόπος και ο μόχθος μάς αγιάζει. Και στο τέλος, αυτό μπορέσαμε. Και μετά έρχεται η ευσπλαχνία του Θεού. Αυτό είναι το σχήμα της θείας δικαιοσύνης. Και έχει μέσα της  μεγάλη ανάπαυση. Και μοχθείς και κουράζεσαι και καλλιεργείσαι και ξέρεις που θα δώσεις αυτό που μπορείς, και όλα τα άλλα δεν πειράζει... 

Το άλλο το σχήμα. Το σχήμα πια, το καθαρά κοσμικό σχήμα, της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Βλέπετε, αυτός ο ίδιος που ευεργετήθηκε πάει και τι κάνει; Το κείμενο είναι πραγματικά γλαφυρό στις περιγραφές του. Λέει, τον κράτησε και τον έπνιγε. Ούτε καν προσπάθησε να βρει λόγο. Κίνησε βία επάνω του. Είναι η οποιαδήποτε βία ασκείται, έστω και με νόμιμους  τρόπους, για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Όλη η δικαιοσύνη του κόσμου είναι μια βία πνιγμού. Όλα εκείνα που κάνει η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι μια βία πνιγμού, καμιά σχέση με την θεία δικαιοσύνη. Πνίγεσαι για να αποδώσεις. Και όχι μέχρι εκεί που μπορείς, πρέπει να τα αποδώσεις όλα τα οφειλόμενα, χωρίς να υπάρχει καν η ευσπλαχνία, η οποιαδήποτε ευσπλαχνία. Υπάρχει απλώς μια σκληρότητα: ότι «πρέπει να βρεθεί ανθρώπινη δικαιοσύνη, εδώ δεν θα κρατηθούν τα πράγματα σε ανισορροπία». Και τότε ακριβώς τα πράγματα γίνονται ανισόρροπα. Επειδή εφαρμόζεται η βία και δεν υπάρχει ευσπλαχνία και αυτό που ζητάμε δεν είναι για να καλλιεργηθεί  ο άνθρωπος – βλέπουμε πόσο καλλιεργείται ένας ο οποίος τιμωρείται από τον νόμο μπαίνοντας μέσα σε ένα κελί της φυλακής. Καθόλου!  Ποιο μόχθο και κόπο καταβάλλει; Τίποτα! Και έτσι λοιπόν έρχεται η βία και η εξαφάνιση του προσώπου. Και η προσπάθεια να πνίξεις τον άλλον. Και αυτό το λένε οι δικαιοσύνη. Και δεν υπάρχει καθόλου ευσπλαχνία και συγχωρητικότητα. Υπάρχει μια σκληροκαρδία.

Και στο τέλος του κείμενου, το κείμενο λέει κάτι και πάλι ακατάληπτο. Λέει ότι όσοι κάνουν αυτό το πράγμα, όσοι δεν καταλάβουν τα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης, και δεν εφαρμόζουν την ίδια ευσπλαχνία, την ίδια αγάπη του Θεού, τότε θα παραδοθούν, λέει, στους «βασανιστές αυτών». Τι είναι αυτό δηλαδή; Ο Θεός μας παραδίδει σε κάποιους βασανιστές για να βασανιστούμε; -Είναι  οι πειρασμοί και οι λογισμοί στους οποίους παραδιδόμαστε. Μη έχοντες ευσπλαχνία και μη έχοντες καρδιά φιλεύσπλαχνη, τότε ομοιάζουμε όχι με το Θεό αλλά ομοιάζουμε με τον διάβολο. Και τότε παραδιδόμαστε στον οικείο δεσπότη. Και μας βασανίζει και βασανιζόμαστε. Και γινόμαστε τύποι διαβολικοί.

«Έως ότου αποδώσουμε το οφειλόμενο», έως ότου καταλάβουμε πως τα πράγματα είναι αλλιώτικα. Και στο τέλος το κείμενο λέει για την καρδία. Και τότε την ώρα που αρχίζουμε να χτυπιόμαστε από τους πειρασμούς και θα είμαστε κενοί και άδειοι, γιατί ζητήσαμε να εφαρμόσουμε την ανθρώπινη μόνο δικαιοσύνη και όχι την ευσπλαχνία του Θεού, και θα χτυπιόμαστε κάτω και τότε θα πούμε: «δεν αλλάζουμε; δεν γινόμαστε εύσπλαχνοι;» Και τότε βαθιά η καρδιά μας θα αναπαυθεί και θα καλλιεργηθεί και θα δούμε τα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Θα φύγουμε από τα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης και θα μπούμε στα μέτρα της θείας δικαιοσύνης. 

Αυτό λοιπόν το κείμενο το βαθύ, το λεπτεπίλεπτο, το ουσιαστικό, το αγλαοφανές, το φωτεινό, το ουράνιο, το οποίο έρχεται να καθορίσει – αλίμονο – τα ανύπαρκτα μέτρα της ζωής μας μέσα από αυτόν τον τρόπο ζωής. Κι εκεί πρέπει να κινηθούμε κι εκεί να σταθούμε! Ο κόπος, ο μόχθος, η απόδοση όσων έχουμε, όσων μπορούμε! Έχει κάλλος μέσα! Έχει φως μέσα! Και την ίδια ώρα να είμαστε τόσο βαθιά εύσπλαχνοι με τους άλλους, όσο βαθιά είναι Εκείνος, και πιο πολύ από Αυτόν, γιατί – τολμώ να το πω – και πιο βαθιά από Αυτόν, γιατί μας δίνει αυτό το δικαίωμα να κάνουμε ακόμη και πιο πολλά από Αυτόν.

Έτσι λοιπόν οι ανθρώπινες  σχέσεις θα βρούνε άλλη ισορροπία ανάμεσά τους και θα εκλείπει η  σκληράδα. Αλλά την ίδια ώρα, αυτή η «έκλειψη» της σκληράδας δεν σημαίνει που ο καθένας δεν κάνει τίποτε. Τότε εσύ θέλεις και καλλιεργείσαι, εσύ θέλεις και κοπιάζεις. Και τότε αποδίδεις τα πάντα στον Θεό και στους ανθρώπους. Και αυτή είναι η ζωή. Είναι η ολόκληρη ζωή. Αυτό το κείμενο το ευαγγελικό, πραγματικά, ορίζει ολόκληρη τη ζωή μα; Όποιος ζήσει ούτως θα βρει ανάπαυση στην καρδιά αυτού. Και όποιος δεν ζήσει ούτως κάθε μέρα θα βασανίζεται από τις ευθύνες που έβαλε στη ζωή του. Και θα ομοιάζει, όχι πια με τον Θεό, αλλά θα ομοιάζει με το βασιλέα του σκότους.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

  

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr   

 

Ιστορίες για τον γέροντα Ιωσήφ, που καταγράφηκαν μόνο στην αγγλική έκδοση του βιβλίου «Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης»



Ιστορίες για τον γέροντα Ιωσήφ, που καταγράφηκαν μόνο στην αγγλική έκδοση του βιβλίου «Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης»

Ιερομόναχος Εφραίμ

 

Αυτές οι ιστορίες δεν καταγράφηκαν σε καμία έκδοση του βίου του Αγίου Γέροντα Ιωσήφ, που συντάχθηκε από τον Γέροντα Εφραίμ Φιλοθείτη, εκτός από την αγγλική.
Η μητέρα του Φραγκίσκου (κοσμικό όνομα του Γέροντα Ιωσήφ) ήταν πολύ απλή γυναίκα. Όταν ο Φραγκίσκος ήταν ακόμα έφηβος, πήρε τη μητέρα του για πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Όταν είδε στην οθόνη το δωμάτιο να καίγεται, σκεπτόμενη ότι αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα, φώναξε: «Φωτιά! Φωτιά!».
***
Μια φορά τη νύχτα, όταν ο πατήρ Ανατόλιος (δηλαδή ο πατήρ Αρσένιος) ήταν ακόμα στα Ιεροσόλυμα, είδε ένα όραμα στον ύπνο του, ότι ένας Άγγελος του έφερε ένα γράμμα. Το γράμμα αυτό φαινόταν να ήταν από τη μητέρα του, αλλά στην πραγματικότητα ήταν από την Παναγία. Το γράμμα έλεγε: «Παιδί Μου, εάν θέλεις να σωθείς, έλα στο Περιβόλι Μου, στο Άγιον Όρος».
***
Πέρασαν χρόνια πριν να έλθει η Θεία Χάρις στον πατέρα Αρσένιο. Αυτό πήρε πολύ καιρό, επειδή στην αρχή ο πατήρ Αρσένιος έπρεπε να εξοντώσει τα πάθη του, που βασίζονταν στις κακές συνήθειες του. Όμως, μια φορά, νύχτα, όταν πέρασαν οχτώ χρόνια, ο πατήρ Αρσένιος έπεσε στα πόδια του Γέροντα με δάκρυα: «Αχ, Γέροντα! Τι μου έδωσες σήμερα τη νύχτα με τις προσευχές σου; Ήμουν γεμάτος από φως, τόσο εσωτερικά όσο εξωτερικά. Ήρθε ο Χριστός και μου χαμογέλασε». Ακούγοντας αυτά, έκλαψε από χαρά και ο Γέροντας και είπε: «Αυτό είναι, Αρσένιε».
***
Μόνο μια φορά στη ζωή του ο Γέροντας Ιωσήφ δεν σηκώθηκε για την αγρυπνία. Μια φορά ο πατήρ Ανανίας του είπε:
-Γέροντα, υπάρχει σε όλο το Άγιον Όρος, ή κάπου αλλού, κάποιος που να προσηλώνεται με τόση προσοχή και σοβαρότητα στον ησυχασμό, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη; Δεν νομίζω να υπάρχει. Είσαι μοναδικός.
Αμέσως σκανδαλίστηκε απ’ αυτό το κομπλιμέντο ο Γέροντας, και το πρόσωπό του πάγωσε από έκπληξη. Αλλά σ’ ένα λεπτό συνήλθε και αναφώνησε:
«Φύγε από μένα, Σατανά!» και χτυπώντας τον εαυτό του στον γοφό με όλη του τη δύναμη, ξαναείπε: «Ελέησόν με, Κύριέ μου!».
Ως επιτίμιο, την ερχόμενη νύχτα ο Κύριος του έστειλε τόσο μεγάλο νυσταγμό, που ο Γέροντας κοιμήθηκε όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί κι έχασε την αγρυπνία του. Για ν’ αναπληρώσει τον μοναχικό κανόνα του, τον οποίο συνήθιζε να κάνει τη νύχτα, τον έκανε στη διάρκεια της ημέρα, αντί της δουλειάς. 
Ο Γέροντας ήξερε πόσο επικίνδυνοι είναι οι λογισμοί κενοδοξίας και μας προειδοποιούσε: «Μην επαινείτε ο ένας τον άλλον, όταν είναι παρών ο άλλος, τον οποίο επαινείτε»

Ύστερα, όταν κατάλαβε στην πράξη πόσο εύκολο είναι ν’ αποδεχθεί κανείς τους λογισμούς κενοδοξίας και πόσο μεγάλη είναι η ζημιά, έγραψε σε κάποιον:
«Να προσέχεις [...] Μην επαινείτε ο ένας τον άλλον, όταν είναι παρών ο άλλος, τον οποίο επαινείτε, γιατί εάν οι έπαινοι κάνουν ζημιά στους τέλειους, ακόμη πιο πολύ θα βλάψουν εσάς, τους αδύνατους».
***
Ο Γέροντας Ιωσήφ και ο πατήρ Αρσένιος, όταν έμεναν στη σκήτη του Αγίου Βασιλίου, έσκαψαν δύο τάφους για τους εαυτούς τους. Ήθελαν όρθιοι να προσεύχονται μέσα σ’ αυτούς τους τάφους. Ο Γέροντας Ιωσήφ, τότε, είπε στον πατέρα Ιωάννη:
-Εμείς με τον πατέρα Αρσένιο σκοπεύουμε να στεκόμαστε όρθιοι μέσα στους τάφους αυτούς και να προσευχόμαστε. Έχουμε αρκετά παξιμάδια, όμως θα χρειαστούμε και νερό. Θα μπορέσεις να μας φέρνεις λίγο νεράκι κάθε μέρα;
Και ο πατήρ Ιωάννης απάντησε:
- Για τι με έχετε; Γαϊδούρι είμαι;
- Αυτή είναι η ευγνωμοσύνη σου;  απάντησε ο πατήρ Ιωσήφ, απογοητευμένος.
***
Ο Γέροντας Ιωσήφ έμαθε στην εντέλεια την τέχνη να χαλιναγωγεί τον εαυτό του. Παρ’ όλο που κατά τη διάρκεια ακολουθιών στο εκκλησάκι είχε έντονες επισκέψεις της Θείας Χάριτος, μόνο δύο φορές στη ζωή του η Χάρις τον κατέκλυσε με τόση δύναμη, που δεν μπόρεσε να πει τον Χερουβικό Ύμνο.
***
Συνέβαινε μετά από μια ιδιαίτερα ευλογημένη αγρυπνία ο Γέροντας Ιωσήφ ν’ αναστενάζει και μετά με χαρούμενη φωνή να λέει ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι: «Τι με περιμένει σήμερα!».
-Τι εννοείτε, Γέροντα;  ρωτούσε ο πατήρ Εφραίμ Κατουνακιώτης.
-Στην πνευματική ζωή υπάρχει νόμος. Εάν ξαφνικά ζήσεις την άφθονη επίσκεψη της Θείας Χάριτος, ενώ βρίσκεσαι σε μια κανονική πνευματική κατάσταση, αυτό σημαίνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι πλησιάζει ο πειρασμός, ανάλογος με την ποσότητα της Χάριτος που δέχτηκες. Ο Θεός δεν δίνει τα γλυκίσματά Του δωρεάν. Πρέπει να τα πληρώσεις ακριβά. Αφού πριν δεν είχα αγώνα, αυτό το Θείο χάδι δεν ήταν ανταμοιβή για τους κόπους μου, αλλά ήταν προειδοποίηση για τον πειρασμό που πλησιάζει.
-Μα, Γέροντα, φτάσατε στη θέωση. Πώς μπορεί να συμβεί κάτι κακό σ’ εσάς;
-Θα δεις  έλεγε ο Γέροντας.
Ο Γέροντας έλεγε: «Αφού πριν δεν είχα αγώνα, αυτό το Θείο χάδι δεν ήταν ανταμοιβή για τους κόπους μου, αλλά ήταν προειδοποίηση για τον πειρασμό που πλησιάζει» 
Σε δύο μέρες, όταν ο πατήρ Εφραίμ γύρισε για να λειτουργήσει, ο Γέροντας, μάλλον, βρισκόταν σε μια τέτοια εκστατική διάθεση, που έλεγε ακόμη και αστεία. Ενώ βαθιά μέσα του, στην πραγματικότητα, ζούσε μια φοβερή κόλαση. Όταν ήθελε, μπορούσε να λέει τέτοια αστεία, που εμείς σχεδόν σκάγαμε απ’ τα γέλια. 
Βλέποντας τον Γέροντα τόσο ευτυχισμένο, ο πατήρ Εφραίμ του είπε: 
-Τι σας περιμένει; Χαρά και ευλογίες!
Και ο Γέροντας του αποκρίθηκε: 
- Έλα εδώ - και πήγε τον πατέρα Εφραίμ σε άλλη μεριά, για να μην τον ακούσει κανένας άλλος. - Τώρα καταλαβαίνω τι πόνο νιώθουν οι δαιμονισμένες ψυχές. Εκεί βλέπω τον εχθρό των ψυχών μας, ο οποίος παρατηρεί, αν τα δηλητηριασμένα κοντάρια του έφτασαν στον στόχο τους. Όμως εγώ δεν σκοπεύω να δίνω ευχαρίστηση σ’ αυτό το κερασφόρο τέρας, με το να με βλέπει σε σύγχυση και σε θλίψη.
***
Κάποιες φορές εγώ [Γέρων Εφραίμ] δεν καταλάβαινα τον Γέροντα και αυτό οδηγούσε σε κωμικές καταστάσεις. Όταν ήμουν ακόμα δόκιμος, για να με προστατέψει από την επικοινωνία με τους κοσμικούς επισκέπτες μού είπε: 
άν δεις έναν κοσμικό, εξαφανίσου, τρέξε μακριά. 
Μετά από κάποιον καιρό, ο Γέροντας με είδε όλο ιδρωμένο και λαχανιασμένο.
-Τι συνέβη, παιδί μου; - με ανησυχία με ρώτησε ο Γέροντας.
-Γέροντα -απάντησα, λαχανιασμένος- είδα να πλησιάζει ένας κοσμικός κι έτρεξα για να μη συναντηθώ μαζί του! Παραλίγο να πάθω έμφραγμα, τρέχοντας σ’ αυτούς τους απότομους δρόμους! 
-Έλα, παιδί μου! Δεν ήταν δαίμονας, αλλά ένας απλός κοσμικός!
***
Μετά από μια λογομαχία με τον πατέρα Βαρθολομαίο, πάνω στο θέμα του ημερολογίου, ο Γέροντας Ιωσήφ γύρισε στο κελλί του να ξεκουραστεί, όμως ακόμα ήταν ανήσυχος. Μόλις μπήκε στο κελλί του, άκουσε να γρατζουνίζει κάποιος κάτω από τα ξύλα, πάνω στα οποία κοιμόταν. Όταν σήκωσε τα ξύλα για να δει, είδε έναν δαίμονα με κέρατα και ουρά! 
«Εσύ με κάλεσες -του απάντησε ο δαίμονας- όταν λογομαχούσες με θυμό» 
Επειδή η ψυχή του Γέροντα ήταν γεμάτη από Χάρη, δεν φοβήθηκε ο Γέροντας. Όμως, με έκπληξη βέβαια, ρώτησε τον δαίμονα: 
-Τι κάνεις εδώ;
-Εσύ με κάλεσες -του απάντησε ο δαίμονας- όταν έλεγες όλα εκείνα στον Βαρθολομαίο.
Ακούγοντάς το, σοκαρίστηκε και απογοητεύτηκε ο Γέροντας. Τότε είπε στον εαυτό του: «Λέγοντας εκείνα τα βαριά λόγια εναντίον των νεοημερολογητών, εγώ, μάλλον, βλασφήμησα την Εκκλησία του Θεού κι έτσι επέτρεψα στον δαίμονα να παρεισφρήσει. Μπορεί, άραγε, να είναι πιο κοντά στην αλήθεια από μας;».

Ο δαίμονας εξαφανίστηκε αμέσως μετά, όταν ο Γέροντας έκανε τον σταυρό του. Ύστερα, με πολλά δάκρυα άρχισε να προσεύχεται, για να του φανερωθεί η αλήθεια. Μετά από κάποιες ώρες προσευχής, κοιμήθηκε.

Ο Κύριος του έστειλε ένα όραμα στον ύπνο του, στο οποίο ο Γέροντας είδε τον εαυτό του πάνω σ’ ένα αποσπασμένο τμήμα του Αγίου Όρους, το οποίο έπλεε μέσα στη θάλασσα, κινδυνεύοντας από τα κύματα.
***
Εγώ [Γέρων Εφραίμ] είχα διακόνημα να μαγειρεύω τα κόλλυβα για μνημόσυνο, που κάναμε κάθε Σάββατο και τα πανηγύρια. Πριν πάω τα κόλλυβα στον ναό, τα δοκίμαζα, για να ελέγξω πόσο γλυκά ήταν. Ήμουν τόσο ηλίθιος, που δεν ήξερα ότι πρέπει να κοινωνώ νηστικός. 
Για να μου φανερώσει το λάθος μου και να το διορθώσει, ο Γέροντας μια φορά μετά τη Λειτουργία μού είπε: 
-Να δοκιμάσουμε τα κόλλυβα, που έφτιαξε ο βαβούλης.
-Ω, είναι πάρα πολύ νόστημα! του είπα, μη καταλαβαίνοντας γιατί τα λέει όλα αυτά. 
-Πού το ξέρεις ότι είναι νόστημα;  ρώτησε αυστηρά ο Γέροντας. 
-Τα δοκίμασα. 
-Τι λες;! Δοκίμασες τα κόλλυβα και μετά κοινώνησες;  -και μου έδωσε χαστούκι- Ανόητε! Καλά που σ’ έπιασα. Δεν ήξερες ότι κοινωνούμε μόνο νηστικοί; 
-Από πού να το μάθω; Δεν ξέρω τίποτα. 
-Βέβαια, που να το ξέρει ένας ηλίθιος, όπως εσύ!
***
Όταν ο πατήρ Αθανάσιος είπε στους πατέρες στη Λαύρα ότι ο Γέροντας Ιωσήφ αποφάσισε να εγκαταλείψει τους ζηλωτές, δεν τον πίστεψαν και του είπαν: 
-Πώς μπορεί ένας άνθρωπος με τόσο ζήλο και τόση αυστηρότητα να εγκαταλείψει τους ζηλωτές;
Ο πατήρ Αθανάσιος απάντησε: 
-Τι μπορώ να κάνω για να σας αποδείξω ότι λέω την αλήθεια; 
Και του απάντησαν: 
-Θέλουμε να κοινωνήσεις μαζί μας. 
Και αυτός διανυκτέρευσε εκεί και το επόμενο πρωί κοινώνησε μαζί τους. Τότε τον πίστεψαν. 
***
Ο Γέροντας Ιωσήφ μάς (τους μαθητές του) έκανε τα εξής μαθήματα διορατικότητας: 
-Όταν στη διάρκεια της προσευχής αισθάνεσαι κάτι ασυνήθιστο με μια από τις πέντε αισθήσεις σου και η ψυχή εκείνη την ώρα δεν αισθάνεται τίποτα, τότε μη δίνεις σημασία σε αυτό. Ο Θεός είναι πάνω από τις πέντε αισθήσεις. Όμως, εάν έρχονται η χαρά και η ελπίδα στην ψυχή σου, όταν νιώθεις την ευωδία, βλέπεις το όραμα, ακούς και αισθάνεσαι κάτι άλλο, μην το δέχεσαι, όμως και να μην το αρνείσαι, αλλά αμέσως να το πεις στον πνευματικό σου. Εάν στην αρχή της προσευχής έχεις πίστη, ελπίδα και αγάπη, ας πούμε, στους δέκα βαθμούς, και μετά την προσευχή ο βαθμός τους έχει ανέβει στους 100, τότε αυτή είναι η μεταμόρφωση από τον Θεό. Ο εχθρός δεν είναι ικανός να σε γεμίζει με πίστη, ελπίδα και αγάπη, γιατί ο ίδιος δεν τα έχει. Εάν μετά την προσευχή νιώθεις ότι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη έχουν αυξηθεί μέσα σου, να ξέρεις ότι η προσευχή σου έγινε δεκτή. Εάν εκείνα έχουν μείνει στο ίδιο επίπεδο, να ξέρεις ότι προσεύχεσαι σαν κοσμικός. Εάν εκέινα έχουν μειωθεί, τότε προσευχόσουν σαν μεθυσμένος. Και αν μετά την προσευχή νιώθεις κάποια σαρκική επιθυμία, άρα προσευχόσουν λάθος.
***
Όταν στον Άγιον Όρος έφεραν το ραδιόφωνο, οι μεγάλοι μοναχοί, που ήταν αποκομμένοι από τον κόσμο επί δεκαετίες, έμειναν κατάπληκτοι. Όταν μερικοί από τους απλούς μοναχούς είδαν πως όλοι γοητεύτηκαν από αυτό, αναφώνησαν: 
-Είναι κουτί του Διαβόλου! 
Οι άλλοι προσπάθησαν να το εξηγήσουν: 
-Όχι δεν είναι. Είναι απλώς μια σύγχρονη εφεύρεση.
-Όχι, δεν μπορεί να είναι έτσι! -έλεγαν οι απλοί μοναχοί- πώς μπορούν όλα τα μουσικά όργανα που ακούμε να χωρέσουν σ’ αυτό το μικρό κουτί; Δεν μπορούν. Άρα, είναι κάποιο πράγμα του διαβόλου.
Κάποιοι από τους πατέρες ήταν τόσο σίγουροι γι’ αυτό, που όρισαν κιόλας κανόνα ότι όποιος ακούει αυτό το «κουτί του Διαβόλου» και δεν κλείνει τ’ αυτιά του, δεν μπορεί να κοινωνήσει. 
Ο Γέροντας ποτέ δεν είχε ακούσει για το ραδιόφωνο, αλλά ήταν οξυδερκής άνθρωπος και ήξερε ότι αυτό είναι απλώς μια εφεύρεση των ανθρώπων. 
Παρ’ όλο που ο Γέροντας Ιωσήφ ποτέ δεν είχε ακούσει για το ραδιόφωνο, ήταν οξυδερκής άνθρωπος και ήξερε ότι αυτό, μάλλον, είναι μια εφεύρεση των ανθρώπων. Σκεφτόταν ότι η απλοϊκότητα αυτών των ανθρώπων είναι αστεία! Όμως, για να κλείσει το θέμα, είπε στους άλλους: 
-Κοιτάξτε. Εάν θέλουμε να μάθουμε αν είναι του Διαβόλου αυτό το κουτί, θα παρακαλέσουμε τον ιερέα να μας φέρει το Αρτοφόριο και να το βάλει πάνω στο κουτί. Αν το κουτί είναι του Διαβόλου, τότε αυτό θα εκραγεί, γιατί οι δαίμονες δεν μπορούν ν’ αντέξουν το πλησίασμα του Χριστού. Όμως, αν η μουσική συνεχίσει ν’ ακούγεται, θα καταλάβουμε ότι είναι μια απλή εφεύρεση.
Τελικά, ο ιερέας έφερε το Αρτοφόριο και το κουτί δεν εξεράγη. Τότε όλοι συμφώνησαν ότι το κουτί είναι μια απλή εφεύρεση και όλοι οι μοναχοί, που το άκουγαν, έλαβαν ξανά την άδεια να κοινωνήσουν.
***
Όταν μετακομίσαμε στη Νέα Σκήτη, διαμέναμε στο καλύβι των Αγίων Αναργύρων, στον πατέρα Θεοφύλακτο, όμως εκείνος ο χώρος δεν μας βόλευε εντελώς. Μάθαμε ότι ο πατήρ Ιωάννης είχε σκοπό να μετακομίσει από τη Νέα Σκήτη σε άλλο μέρος και πήγαμε να δούμε αν μας κάνει το καλύβι του. Όταν μπήκαμε μέσα, δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε αυτά, που είδαμε! Ο πατήρ Ιωάννης, με τα χρήματα που κέρδισε με την αγιογράφηση, επίπλωσε το καλύβι του με πολλή πολυτέλεια: Αγόρασε καναπέδες, τοποθέτησε διάφορα περίεργα κηροπήγια, ακόμη είχε και ψυγείο αερίου. Εκείνα τα χρόνια στο Άγιον Όρος ούτε είχε ακούσει κανείς για τέτοια πράγματα. 
Όταν ο Γέροντας τα είδε όλα αυτά, στεναχωρημένος, είπε: 
-Μπορεί, άραγε, ο μοναχός που διαμένει σ’ έναν τέτοιον χώρο, να λέει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»; Επειδή έχει ήδη ελεηθεί. Δεν πιστεύω ότι κάποιος μπορεί να προσεύχεται εδώ.
***
Όταν ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ άκουσε για τον Γέροντα Ιωσήφ, αμέσως πήγε να τον βρει. Από τότε άρχισε να τον επισκέπτεται, επειδή ένιωθε μεγάλο σεβασμό προς τον Γέροντα. Αργότερα έλεγε ότι ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους ασκητές του Αγίου Όρους, που είχε συναντήσει ποτέ. Σε μια επιστολή, ο Γέροντας Σωφρόνιος έγραψε για τη συνάντησή του με τον Γέροντα: 
«Ήθελα ν’ ακούσω από αυτόν τον άνθρωπο, που είχε τη Χάρη του Θεού, κάποιον πνευματικό λόγο. Κατά το πλείστον μιλούσε για την ησυχαστική ζωή ενός αναχωρητή και είπε ότι μερικές φορές είχε δει το Άκτιστο Φως. Η συνομιλία με τον Γέροντα μου έκανε μεγάλη εντύπωση... Είχα την αίσθηση ότι μπροστά μου βρίσκεται ένας πνευματικός στρατηλάτης».
Όντως, ήταν «δάσκαλος», όπως θα τον αποκαλούσαν από βαθύ σεβασμό οι ευλαβείς ησυχαστές του Αγίου Όρους. 
Ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ είχε περιγράψει τις συνθήκες διαμονής του Γέροντα Ιωσήφ:

«Το καλύβι τους ήταν απομονωμένο από τους άλλους ερημήτες, για περισσότερη ησυχία. Ήταν χτισμένο από μεγάλες πέτρες και αποτελούταν από μερικά μικρά δωματάκια. Εκείνην τη βραδιά ο Γέρων Ιωσήφ μού επέτρεψε να διανυκτερεύσω μέσα στον πέτρινο «σάκκο», δηλαδή στο κελλί του πατρός Αθανασίου. Το μέγεθός του ήταν ένα μέτρο επί ενάμιση. Εγώ, που δεν είχα μεγάλο ύψος, μόλις χώρεσα στο μικρό κρεβατάκι, λυγίζοντας τα πόδια μου και βάζοντας τα πέλματα πάνω στο κουτάκι, που βρισκόταν σε μια τρύπα μέσα στον τοίχο. Το πρωί ο πατήρ Ιωσήφ μού έδειξε τον βράχο με θέα στη θάλασσα, που βρισκόταν σε κάποια απόσταση από το βασικό καλύβι, και πάνω στο οποίο έχτισε ένα μικρό καλυβάκι, για ιδιαίτερη ησυχία. Το μηκός του μόλις του επέτρεπε να κοιμηθεί. Είχε μόνο ένα παράθυρο, το οποίο χρησιμοποιούσε ως πόρτα»
***
Στη Νέα Σκήτη ο Γέροντας Ιωσήφ έχασε εκείνην την ιδιαίτερη Χάρη, που έλαβε όταν ζούσε με περισσότερες στερήσεις. Έλεγε: 
-Όταν έμενα στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου, το φρέσκο ψάρι ήταν σπάνια πολυτέλεια κι εδώ μπορώ να το τρώω όλη την ώρα. Όμως τώρα, όταν έχω υλικές παρηγοριές, ο Κύριος δεν μου δίνει πνευματικές με τόση δύναμη, όπως συνέβαινε στον Άγιο Βασίλειο. Τώρα πλησιάζω το παλάτι του Βασιλιά και χτυπάω την πύλη και αυτή δεν ανοίγει. Ενώ νωρίτερα όχι μόνο άνοιγα την πύλη, αλλά και έμπαινα μέσα και μιλούσα με τον Βασιλιά.
***
Λίγο πριν το θάνατο του Γέροντα Ιωσήφ, όταν ο πόνος από υδρωπικία δυνάμωσε πιο πολύ, ο Γέροντας αντί για αναστεναγμούς έβγαζε μια γλυκιά φωνή, σαν να τον χάιδευε κανείς. 
Όταν ο πόνος δυνάμωσε πιο πολύ, ο Γέροντας αντί για αναστεναγμούς έβγαζε μια γλυκιά φωνή, σαν να τον χάϊδευε κανείς 
Ο πατήρ Εφραίμ Κατουνακιώτης προβληματίστηκε, όταν το άκουσε και ρώτησε: 
-Γέροντα, τι συμβαίνει; Τι αισθάνεστε, πόνο ή απόλαυση;
-Πεθαίνω από τον πόνο, παιδί μου  απάντησε ο Γέροντας. Αλλά ταυτόχρονα αισθάνομαι και χαρά. Τι καλός που είναι ο Θεός! Μου έστειλε αυτούς τους πόνους, για να μ’ ανταμείψει με την άφθονη Χάρη Του στην αιώνια ζωή.
***
Εκείνην τη μέρα, όταν εκοιμήθη ο Γέροντας, ενημερώσαμε την αδελφή Ευπραξία στην Ουρανούπολη. Όταν η αδελφή κρατούσε το γράμμα και έκλαιγε πάνω του, ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Γέροντας! Της εμφανίστηκε έτσι, όπως τον ήξερε, με μόνη διαφορά ότι ήταν διαφανής. Έμοιαζε με κρύσταλλο, γιατί η αδελφή μπορούσε να βλέπει μέσω αυτού. Ήταν ακτινοβόλος και χαρούμενος και το σώμα του δεν έριχνε σκιά. Με έκπληξη σκούπισε τα μάτια της και του είπε: 
-Γέροντα, Γέροντα! Εδώ λένε ότι πεθάνατε.
-Αλήθεια, παιδί μου, πέθανα. Όμως, όπως με βλέπεις, είμαι ζωντανός. 
Τότε η αδελφή Ευπραξία πλησίασε τον Γέροντα για να τον αγκαλιάσει, αλλά αυτός εξαφανίστηκε και η αδελφή αγκάλιασε τον αέρα. Τέτοιες εμφανίσεις και διάλογοι είναι σημάδια της αγιότητας του Γέροντα, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι είχαν περάσει πέντε ώρες από τον θάνατό του.
***
Ο Γέροντας μας μάθαινε ότι ο μοναχός που παλεύει με κάποιο πάθος, ανεξάρτητα με ποιο συγκεκριμένα, πρέπει να του αντισταθεί από την αρχή μέχρι την απόλυτη εξολόθρευσή του. Ακόμη και η πιο μικρή υποχώρηση μπορεί να τον οδηγήσει στην ήττα. Πραγματικά, υπάρχουν τέτοιες αληθινά ηρωικές ψυχές, που έχουν τόσο μεγάλη αγάπη και έλξη στον Θεό, που μόλις νιώσουν ότι μια ακάθαρτη απόλαυση προσπαθεί να υπονομεύσει την ελευθερία τους και να θολώσει το μυαλό τους, αμέσως βιάζονται να διώξουν την απόλαυση, προξενώντας φυσικό πόνο στους εαυτούς τους, για να μπορέσουν, τελικά, να διατηρήσουν την πνευματική καθαρότητα στα μάτια του Θεού. Είναι βαριά λόγια, αλλά η ψυχή, που νιώθει ανέκφραστη αγάπη προς τον Θεό, δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της ν’ αμαρτήσει. 
Ακριβώς έτσι ήταν ο Γέροντάς μου. Όταν ήταν κοσμικός και νέος, ήταν τολμηρός και αποφασιστικός να παλέψει μέχρι το τέλος. Δεν ήταν επιεικής με τον εαυτό του, πάλευε με τον εαυτό του, πίεζε τον εαυτό του και πάντοτε είχε άφθονη υπομονή. Με τέτοιες καλές προθέσεις πώς μπορούσε η Χάρις του Θεού να μην τον βοηθήσει και να μην τον υψώσει εκεί, που βρέθηκε τελικά;

Ιερομόναχος Εφραίμ,
Σκήτη Οσίου Νείλου Σόρσκι, Αλάσκα
Μετάφραση από ρωσικά Κατερίνα Πολονέιτσικ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΞΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΜΕΓΑΡΟΙΣ ΑΘΛΗΣΑΝΤΩΝ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΕΛΕΙΤΕ



 
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΞΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΜΕΓΑΡΟΙΣ ΑΘΛΗΣΑΝΤΩΝ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΕΛΕΙΤΕ 
16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ.
Α ΟΜΑΔΑ. 
ΔΩΡΟΘΕΟΥ- ΣΑΡΑΝΤΗ- ΣΕΡΑΦΕΙΜ- ΙΑΚΩΒΟΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ - ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ 
Β ΟΜΑΔΑ. 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΠΛΑΤΩΝΟΣ - ΑΔΡΙΑΝΟΥ - ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΥ

Η εύρεση των ιερών λειψάνων των αγίων έξι Μαρτύρων Σεραφείμ, Δωροθέου, Ιακώβου, Δημητρίου, Βασιλείου και Σαράντη έγινε, με τον εξής θαυμαστό τρόπο. 
Το έτος 1798 εμφανίσθηκαν, σε όραμα σε ένα παιδί ηλικίας τότε εννέα χρονών, πού ονομαζόταν Παίσιος, τρεις άνδρες, σαν έφιπποι στρατιώτες, λέγοντας σ' αυτό, ότι πρέπει να βγάλουν από την γη τα λείψανα τους, χωρίς όμως να γνωστοποιήσουν τα ονόματά τους. 
Το παιδί αυτό μετά από λίγες μέρες ανέφερε το όραμα του στον παππού του, ονόματι Σιδέρη, ό οποίος ήταν άνθρωπος αγροίκος και άπιστος και ο οποίος έδειρε το παιδί, γιατί νόμισε ότι έπλασε μόνο του την ιστορία για την εύρεση των Αγίων. 
Οί Άγιοι όμως δεν έπαυσαν να παρουσιάζονται συνέχεια στο όνειρο του παιδιού, και να του δείχνουν τον τόπο της ταφής των, ζητώντας την εξαγωγή από την γη των ιερών τους λειψάνων. Κάθε φορά πού ό παππούς του παιδιού άκουγε κάτι τέτοιο, οργιζόταν όλο και περισσότερο, πολλαπλασιάζοντας τις τιμωρίες. Ό άνθρωπος αυτός αφού τιμωρήθηκε από τη Θεία Δικαιοσύνη με διάφορες τιμωρίες, τελικά πέθανε αμετανόητος.
Μετά ένα χρόνο αρχίζουν και πάλι να εμφανίζονται οι άγιοι Μάρτυρες στο παιδί, λέγοντας τα ίδια, δηλαδή ότι πρέπει να βγάλουν τα λείψανα τους από τη γη. Με αφορμή τις νέες αποκαλύψεις πήρε θάρρος το παιδί και ανακοίνωσε στον πατέρα του Ιωάννη τα καθέκαστα, ό οποίος με πολύ προθυμία δέχτηκε να αναλάβει το έργο. 
Επειδή όμως φοβόντουσαν τους Τούρκους κατακτητές, έσκαβαν μόνο τη νύχτα στον τόπο πού είχε υποδειχθεί, και σε βάθος περίπου τεσσάρων μέτρων βρήκαν την επομένη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου [16 Αυγούστου] τα ιερά λείψανα των Αγίων, τα όποια ευωδίαζαν υπερκόσμια ευωδιά. Με τα αγία λείψανα αυτά άρχισαν να γίνονται πάμπολλα θαύματα όχι μόνο σε ανθρώπους αλλά και σε κτήνη και σε αμπελώνες. 
Επειδή όμως αγνοούσαν οι Μεγαρείς τα ονόματα των Αγίων, άρχισαν να κάνουν νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές και ό Θεός δεν άργησε να αποκάλυψη τα ονόματα τους. Ήσαν οί άγιοι Μάρτυρες Σεραφείμ, Δωρόθεος και Ιάκωβος. 
Μετά από ένα χρόνο περίπου εμφανίσθηκαν στο ίδιο παιδί, πού ήταν και ό φύλακας των ανευρεθέντων αγίων λειψάνων, και άλλοι δύο άγιοι Μάρτυρες Δημήτριος και Βασίλειος ονόματι, οί οποίοι έδειξαν τον τάφο τους, πού βρίσκεται σε μικρή απόσταση λίγων μέτρων προς βορά των πρώτων. Αφού βοήθησαν αρκετοί ευσεβείς χριστιανοί έβγαλαν με πολλή ευλάβεια και των δύο αυτών Αγίων τα ιερά λείψανα. Κατά την ώρα εκείνη βοή έβγαινε από τον τάφο, ενώ το πλήθος με πολλή ευλάβεια και φόβο παρακολουθούσε τα γεγονότα. Μετά τον ασπασμό των αγίων αυτών λειψάνων, τα ένωσαν μαζί με των άγ. Μαρτύρων Σεραφείμ, Δωροθέου και Ιακώβου. 
Μετά από είκοσι περίπου χρόνια υποδείχθηκε στον ίδιο νέο, από τον άγιο Μάρτυρα Σαράντη ή ανεύρεση και των δικών του λειψάνων, τα όποια βρίσκονταν μέσα σε χείμαρρο θαμμένα, σε αγροτική περιοχή βορείως της πόλεως των Μεγάρων. Ό Πάίσιος πήρε μαζί του τον ιερέα Ιωάννη Μουστάκα, οί οποίοι αφού ήρθαν στον ορισμένο τόπο, είδαν ότι υπήρχαν θάμνοι ανέπαφοι και μεγάλη πέτρα, κάτω από την οποία υπήρχαν δύο τεράστια φίδια, γι' αυτό και ήταν αδύνατο να σκάψουν. Αφού γονάτισαν και προσευχήθηκαν, με τη χάρι του Θεού εξαφανίσθηκαν τα φίδια, και φωτεινή λάμψη βγήκε από τους θάμνους, κάτω από τους οποίους υπήρχαν τα ιερά λείψανα. Αφού τα μάζεψαν με ευλάβεια και κατάνυξη, τα έφεραν στα Μέγαρα και τα τοποθέτησαν μαζί με τα λείψανα των άλλων πέντε Μαρτύρων. Στο μέρος αυτό πού βρέθηκαν τα ιερά λείψανα του αγίου Σαράντη, κτίσθηκε αργότερα μικρό ξωκλήσι, που αν και βρίσκεται στην κοίτη του χειμάρρου, διατηρείται χωρίς βλάβη, μέχρι σήμερα. 
Ό Παΐσιος όταν έφτασε σε ηλικία σαράντα περίπου χρονών αν και δεν είχε πάει σχολείο, με τον φωτισμό του Θεού έμαθε τα απαραίτητα γράμματα και χειροτονήθηκε ιερεύς το έτος 1828, προκόπτοντας πάντοτε με την ευλογία του Θεού και την βοήθεια των αγίων Μαρτύρων. 
Μετά το θάνατο του ιερέα Παϊσίου το έτος 1848, πολλοί ευσεβείς Μεγαρείς, οι οποίοι πολλές φορές είχαν ευεργετηθεί από τους Αγίους, θεωρούσαν απρεπές να βρίσκονται τα αγία λείψανα στο ερειπωμένο σπιτάκι, πού είχε κτισθεί από τον Παΐσιο στον τόπο πού βρέθηκαν οι Άγιοι. Άρχισαν λοιπόν ενέργειες να κτισθεί ιερός Ναός, στον τόπο πού υπήρχαν οι τάφοι των Άγιων, προς τιμήν και μνήμη τους. Ό θεμέλιος λίθος ετέθη το έτος 1889, και με κοινή δαπάνη και βοήθεια όλων των Μεγαρέων κτίσθηκε το ωραίο Παρεκκλήσιο των αγίων Μαρτύρων, ακριβώς στον τόπο πού βρίσκονται και οι τάφοι τους, οπού προστρέχουν με ευλάβεια οί ευσεβείς Μεγαρείς όλο το χρόνο, για να προσευχηθούν και να ζητήσουν τη βοήθεια των Αγίων, και ιδιαίτερα τη μέρα της μνήμης τους, όταν με κάθε μεγαλοπρέπεια λιτανεύονται τα ιερά λείψανα τους. 
Πλήθος θαυμάτων έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται σ' εκείνους που με καθαρή καρδιά και ακλόνητη πίστη ζητούν την προστασία τους. Από αυτά σημειώνουμε μερικά, προς δόξα του εν Τριάδι Θεού και τιμή των θαυματουργών Μαρτύρων Του. 
1ετά πέντε μήνες από την εμφάνιση των Αγίων, είχε ήδη διαδοθεί ή φήμη τους ως θαυματουργών. Όταν το έμαθε κάποιος ονόματι Αναστάσιος από το χωριό Κακόσι της Θίσβης ο οποίος έπασχε από ακάθαρτα πνεύματα, Αφού ήρθε με τη βοήθεια των γονέων του και προσευχόταν επί εννέα μέρες στον τάφο των Αγίων θεραπεύθηκε, και γύρισε υγιής στο σπίτι του δοξάζοντας το Θεό. Μετά απ' αυτά έγινε Μοναχός και αφιέρωσε τον εαυτό του στη Μονή της Μακαριωτίσσης κοντά στην Δόμβραινα. 
2)Από τις Σπέτσες κάποιος αόμματος ονόματι Ιωάννης Μανδρόζος, αφού ήρθε με μεγάλη προθυμία και ευλάβεια στον τάφο των Αγίων και Αφού προσευχήθηκε με πολλά δάκρυα ζητώντας να δή το φως της ημέρας, θεραπεύθηκε με τη χάρι των Αγίων, τελείως. Ευγνωμονώντας το Θεό για το θαύμα αυτό, έγινε μοναχός και αφιέρωσε τον εαυτό του στο Άγιο Όρος. 
3)Ή Παγώνα σύζυγος Αθανασίου Οικονομοπούλου, από το Μαζί των Μεγάρων, θεραπεύθηκε από το δαιμόνιο που έπασχε, Αφού με νηστεία και προσευχή παρακαλούσε τους αγίους Μάρτυρες. 
4) Όταν κατά το έτος 1828, καταδιωγμένοι οί Μεγαρίτες από την επιδρομή των Τούρκων, οχυρώθηκαν στον λεγόμενο «τοίχο» πού σώζεται μέχρι σήμερα, έπεσε μεγάλη επιδημική αρρώστια και είχαν αρρωστήσει περισσότερα από εκατόν ογδόντα άτομα. Όταν όμως γινόταν για τον καθένα αγιασμός με την παρουσία των αγίων λειψάνων ερχόταν θαυμαστή θεραπεία. 
Σημαντικό είναι και το εξής γεγονός πού συνέβαινε την ίδια εποχή. Οι αποκλεισμένοι Μεγαρίτες στον «τοίχο», που μάχοντο κατά των Τούρκων είχαν μόνο σαράντα δύο μαχητές. Την ώρα όμως του πολέμου γινόντουσαν σαράντα οκτώ, γιατί μεταξύ τους βρίσκονταν και έξι ακόμα πολεμιστές άγνωστοι, οι οποίοι ενίσχυαν τους συμπολεμιστές τους, λέγοντας τους να έχουν θάρρος και βεβαιώνοντας τους ότι δεν πρόκειται να νικηθούν. Και πράγματι ποτέ δεν νικήθηκαν οι Μεγαρίτες από τους χιλιάδες Οθωμανούς Τούρκους. Μετά το τέλος κάθε μάχης οι μαχητές ήσαν πάλι σαράντα δύο, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιοι ήσαν και από που είχαν έρθει οί άλλοι έξι συμπολεμιστές τους. 
Αυτό το παράξενο θαύμα γινόταν σ' όλες τις μάχες πού έκαναν οί Μεγαρίτες με τους Τούρκους. Ή απορία τους λύθηκε όταν μετά την τελευταία μάχη οι εχθροί υποχώρησαν νικημένοι και οι άγιοι Μάρτυρες φανέρωσαν τη δύναμη τους, μετατραπέντες από πεζούς σε εφίππους στρατιώτες, φανερώνοντας ταυτόχρονα στους συμπολεμιστές τους τον τόπο στον όποιο βρίσκονταν και στον όποιο μπορούσαν να ζητούν τη βοήθεια τους. Ό τόπος αυτός είναι ό τόπος στον οποίο βρέθηκαν τα άγια λείψανα τους. 
5)Διπλό θαύμα περιγράφεται ότι συνέβη στις μέρες του εκδότη της παλιάς ακολουθίας, Αθανασίου Ί. Παπασιδέρη: Στις 2 Ιουλίου 1881 έμεινε άφωνος από αρρώστια ό εργαζόμενος στους αγίους Θεοδώρους της Θήβας, Μεγαρίτης Αθανάσιος Δέσκος και τον έφεραν σε κακή κατάσταση στα Μέγαρα. Αρχικά τον πήγαν στον Άγιο Ιερόθεο προκειμένου να θεραπευθεί. Μη μπορώντας όμως να παραμείνει άλλο ή γριά σύζυγος του, μετά από πέντε μέρες επανήλθαν στα Μέγαρα και κατέφυγαν στη προστασία των αγίων Μαρτύρων, στο μικρό σπιτάκι πού φυλάσσονταν τα άγια λείψανα, διανυκτερεύοντας και προσευχόμενοι επί τέσσερις μέρες. Την τελευταία, πού ήταν ή 26η προς την 27η Ιουλίου, κατά τα μεσάνυχτα άκουσαν θόρυβο ιππέων, οι οποίοι αφού σε λίγο μπήκαν μέσα, άφησαν κατάπληκτο τον άρρωστο. Από τους ιππείς αυτός πού μπήκε πρώτος ακούστηκε να λέει «Δωρόθεε, άνθρωποι εδώ». Αμέσως κατεβαίνει ένας από τους ιππείς, και πιάνει, τον μέχρι της στιγμής άφωνο, από τη μασχάλη και αφού τον τίναξε του είπε: «Να μην πάψης να πιστεύεις στο Χριστό», ενώ ταυτόχρονα ακούσθηκε άλλη φωνή να λέει: «Δωρόθεε φόνος γίνεται». Και αμέσως ακούστηκε θόρυβος από την γρήγορη έξοδο των ιππέων από το σπιτάκι. Την στιγμή αυτή αρχίζει να μιλά ό άρρωστος στη σύζυγο του, ή οποία ήταν γεμάτη τρόμο, και από τον φοβερό θόρυβο της εξόδου των ιππέων, και από την απροσδόκητη ομιλία του συζύγου της. Όταν συνήλθε γονάτισαν και προσευχήθηκαν και δόξασαν το Θεό και τους Άγιους, για το θαύμα, και έφυγαν για το σπίτι τους. Όταν έφτασαν, πρώτος ό θεραπευμένος χαιρέτησε τα παιδιά του λέγοντας τους «Καλημέρα», τα όποια και δοκίμασαν πολλή μεγάλη χαρά, ακούγοντας τον πατέρα τους να μιλά. Τους είπε ακόμα ότι εκείνη τη νύχτα έγινε φόνος, άγνωστο όμως ποιος και πού. Σ αυτό το τελευταίο δίσταζαν να πιστέψουν ή σύζυγος του και τα παιδιά του, νομίζοντας ότι παραλογίζεται. Πράγματι όμως το πρωί της 27 ης Ιουλίου φονεύθηκε ό Γεώργιος Ί. Μαργέτης. 
Τα θαύματα πού αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως και μερικά άλλα, περιγράφονται στην ακολουθία του 1896. Τα θαύματα των Άγιων πού περιγράφονται στη συνέχεια, είναι λίγα από τα πολλά σύγχρονα, και μας τα διηγήθηκαν ό πανοσιολ. Άρχιμ. π. Δαμασκηνός Κατρακούλης και οι αδελφές της Ί. Μονής άγ. Ιωάννου Μακρινού. 
1.Το έτος 1977, την παραμονή της εορτής των αγίων Μαρτύρων [15 Αυγούστου], ασθενούσε πολύ βαριά ό ιδρυτής της ιεράς Μονής αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Μακρινού) Άρχιμ. π. Δαμασκηνός Κατρακούλης, έτσι ώστε, για πρώτη φορά στη ζωή του, προς μεγάλη του λύπη, δεν μπόρεσε να παρευρέθη στο πανηγύρι των Αγίων και τη λιτάνευση των αγίων λειψάνων τους. 
Το βράδυ οι αδελφές της Μονής, για παρηγοριά τους έλεγαν μεταξύ τους: «Να αφήσομε την εξώπορτα ανοιχτή να περάσουν οι άγιοι Μάρτυρες». Και στην απελπισία τους παρακαλούσαν θερμά τους Αγίους, να θεραπεύσουν τον π. Δαμασκηνό. Άλλα και ό πιστός Μεγαρικός λαός όταν έμαθε τον λόγο για τον οποίο δεν παρευρισκόταν στο πανηγύρι ό πατήρ Δαμασκηνός, άρχισε να λέει με μεγάλη απλότητα και πεποίθηση: «Οι άγιοι Μάρτυρες θα πάνε με τα αλόγα τους και θα τον κάνουν καλά». 
Στο Μοναστήρι περίπου στις 11 τη νύκτα και ενώ οι μοναχές είχαν αποσυρθεί στα κελιά τους, ακούγεται θόρυβος πολύς, σαν καλπασμός αλόγων. Την ίδια στιγμή υπερκόσμιο φως έλαμψε στα κελιά μερικών αδελφών, ενώ ό άγιος Ιάκωβος ξύπνησε μία αδελφή ή οποία κοιμόταν. Γεμάτες έκσταση και χαρά οι μοναχές, μόλις συνειδητοποίησαν την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων, άρχισαν να μαζεύονται στο κελί της Ηγουμένης. Και το παράδοξο είναι, ότι κάθε μια απ' αυτές ισχυριζόταν ότι ό καλπασμός έγινε έξω από το δικό της κελί. 
Με δάκρυα, βαθιά κατάνυξη και θερμή ευγνωμοσύνη, άρχισαν δοξολογία προς τον Άγιο Θεό και ευχαριστία προς τους αγίους Μάρτυρες, οι οποίοι άκουσαν την ταπεινή τους δέηση. Πράγματι από την ώρα εκείνη θεραπεύθηκε ό π. Δαμασκηνός, με την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων, προς δόξα του Πανάγαθου Θεού, ό οποίος δόξασε για άλλη μια φορά τους αγίους Του Μάρτυρες. 
Λίγα χρόνια πριν απ' αυτό το θαύμα οι ίδιες μοναχές είχαν ακούσει, με τρόπο θαυμαστό, πολύ καθαρά στην αυλή της Μονής των, τις καμπάνες του πανηγυρικού εσπερινού των αγίων Μαρτύρων. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το Μοναστήρι του αγίου Ιωάννου Μακρινού απέχει από τα Μέγαρα περίπου 22 χιλιόμετρα. 
2.Ή πρώην καθηγουμένη της ιεράς Μονής Όσιου Μελετίου, μοναχή Χριστονύμφη Χατζοπούλου, με πολύ συγκίνηση διηγείται την εμφάνιση των αγίων Μαρτύρων σ' αυτήν. Στη νεανική της ηλικία, είδε δέκα έφιππους και λαμπρότατους στρατιώτες να περνούν κάτω από το σπίτι της. Τα άλογα τους ήσαν ρωμαλέα, χρώματος λευκού και κόκκινου. Έκπληκτη φώναξε την ευσεβή γιαγιά της (το γένος Ζήσου) και τη ρώτησε ποιοι ήσαν. Εκείνη, με πολύ απλότητα και βεβαιότητα, αποκρίθηκε ότι ήσαν οι άγιοι δέκα Μάρτυρες. Από τη γλυκύτητα δε την οποία αισθάνθηκαν στην καρδιά τους με την εμφάνιση των Αγίων, βεβαιώθηκε , ή αλήθεια των λόγων της γιαγιάς της. 
3.Κατά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής και κατά τη νύχτα, Όταν ή κυκλοφορία ήταν αυστηρά απαγορευμένη κάποια γυναίκα από τα Μέγαρα είδε να περνούν δέκα έφιπποι στρατιώτες έξω από το σπίτι της. Όταν γεμάτη φόβο τους συνέστησε, ότι υπάρχει κίνδυνος από τους φοβερούς κατακτητές, πήρε την εξής απάντηση: «Μη φοβάσαι, εμείς σας φυλάμε, οι δέκα Μάρτυρες». Και έγιναν άφαντοι. Αυτή δεν ήταν ή μόνη φορά πού οι Άγιοι έδειξαν την προστασία τους στο Μεγαρικό λαό, κατά τους δύσκολους εκείνους χρόνους. 
4.Το έτος 1958 ασθενούσε βαρεία από διφθερίτιδα ή μικρή θυγατέρα του Γεωργίου και της Ευγενίας Μαργέτη από τα Μέγαρα. Οι γιατροί τους είχαν απελπίσει για την εξελίξει της ασθενείας. Γύρω στα μεσάνυχτα ή μητέρα του ασθενούς κοριτσιού αγρυπνούσε κοντά στο κρεβάτι του και παρακαλούσε τους αγίους Μάρτυρες να σώσουν το παιδί της. Ξαφνικά άκουσε καλπασμό αλόγων, χλιμίντρισμα και ρουθούνισμα στο παράθυρο του δωματίου, πού βρισκόταν το άρρωστο παιδί. Αγανακτισμένη ή μητέρα, σηκώθηκε να μαλώσει τους ανθρώπους πού είχαν τα άλογα, έτοιμη, να τους πει: «Μα δε μαζεύετε τέτοια ώρα τα άλογα σας απ' τα ξένα σπίτια;» Οι ιππείς όμως είχαν εξαφανισθεί. Αμέσως κατάλαβε την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων και από το γεγονός ότι το παιδί της από την ώρα εκείνη έγινε τελείως καλά, προς δόξα του Αγίου θεού και των αγίων ενδόξων Μαρτύρων Του. 
Τα τρία θαύματα τα όποια αναφέρονται στη συνέχεια, τα διηγήθηκαν προσωπικώς σ' εμάς, τα πρόσωπα στα όποια συνέβησαν και τα οποία ευεργετήθηκαν από τους αγίους Μάρτυρας. 
1)Το έτος 1925, όταν ή κ. Μαρία Κοντομηνά (το γένος Παναγ. Κακαρίκου) ήταν 15-16 ετών, αρρώστησε πολύ βαριά από τύφο. Ό τότε γιατρός Πίνδαρος Ξεκούκης αγωνίσθηκε πολύ να την θεραπεύσει, άλλα χωρίς αποτέλεσμα. Ένα από τα βραδιά εκείνα, ή γιαγιά της (μητέρα της μητέρας της) είδε στο όνειρο της την άρρωστη εγγονή της, να έχη κρεμασμένη στο λαιμό της την εικόνα των αγίων Μαρτύρων και να ανεβαίνει στο βουνό, προς τον άγιο Γεώργιο της Πάχης. Άπ' αυτό παρακινήθηκαν και πήραν στο σπίτι της άρρωστης, την λειψανοθήκη με τα ιερά λείψανα των αγίων Μαρτύρων. Ξενυχτούσαν προσευχόμενοι, όταν άκουσαν ποδοβολητά αλόγων και είδαν το καπάκι της λειψανοθήκης να ανοίγει μόνο του, μερικά εκατοστά. Ήταν φανερή ή παρουσία των αγίων Μαρτύρων. Με χαρά και δέος γονάτισαν και ευχαρίστησαν, ενώ ή άρρωστη Μαρία, ή οποία μέχρις εκείνη τη στιγμή παρέμενε με κλειστά μάτια και χωρίς να μιλά, άνοιξε τα μάτια και ζήτησε νερό. Είχε θεραπευθεί από τους αγίους Μάρτυρας. 
2) Στις 15 Φεβρουαρίου 1984, στις 12 περίπου τα μεσάνυχτα ό Αθανάσιος Άνδρ. Παπαβασίλης, μόλις είχε παρκάρει το αυτοκίνητο του κι έμπαινε στην αυλή του σπιτιού του, άκουσε καλπασμό αλόγων τα όποια πλησίαζαν από το δυτικό μέρος του δρόμου (της οδού Δημοσθένους), ενώ έβλεπε μόνο φως να έρχεται προς το μέρος του. Του έκανε εντύπωση ό καλπασμός και, περίεργος, περίμενε να δή τα άλογα. Το φως και ό καλπασμός πέρασαν εμπρός του, και επέστρεψαν σε λίγο από το ανατολικό μέρος του δρόμου. Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο του κάποιον να του παραγγέλλει: Αύριο πού θα ταξιδέψεις, να προσεχής αυτόν πού θα έρχεται πίσω σου. Πράγματι το πρωί ταξίδεψε με το Ι.Χ. αυτοκίνητο του προς την Θεσσαλονίκη, με πολλή προσοχή, λόγω της ανωτέρω προειδοποιήσεως. Κι όμως κάποιος πού ακολουθούσε με αυτοκίνητο, έπεσε με μεγάλη ταχύτητα επάνω στο δικό του Ι.Χ. και του προξένησε μεγάλη ζημιά, χωρίς όμως να πάθη ό κ. Παπαβασίλης τον παραμικρό τραυματισμό. Ήταν ή προστασία των αγίων Μαρτύρων. 
3)Το νεώτερο γνωστό θαύμα των άγιων Μαρτύρων, έγινε στις 15 Αυγούστου 1990, παραμονή της εορτής των. 
Ό μικρός Νίκος, ηλικίας 10 ετών, γιος του Ιεροθέου και της Σοφίας Καρώνη, είχε εκ γενετής μεγάλο πρόβλημα με την ακοή του. Οι γιατροί είχαν αποφανθεί ότι δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτε. Την παραμονή της εορτής των Αγίων, όπως αναφέρθηκε, επισκέφθηκαν οί γονείς μαζί με τον μικρό Νίκο το Ί. Παρεκκλήσιο των αγίων Μαρτύρων για να προσκυνήσουν. Ό Νίκος ρωτούσε με πολλή περιέργεια και ζήλο να μάθη τι είναι οί άγιοι Μάρτυρες. Ό ευσεβής πατέρας του, του εξηγούσε με υπομονή. Μεταξύ των άλλων του ανέφερε ότι οί άγιοι Μάρτυρες έχουν από τον Θεό το χάρισμα να θεραπεύουν αρρώστους. Ό Νίκος ρώτησε: Μπορούν να θεραπεύσουν κι εμένα; Βεβαίως μπορούν, του απάντησε ό πατέρας του. (Ήταν περίεργη ή όλη συζήτηση, λέει ό πατέρας του, λες και ό Νίκος προαισθανόταν ότι κάτι θα γίνει). Σε λίγο 6 μικρός ζήτησε να κατεβεί στον τόπο πού βρέθηκαν τα ιερά λείψανα. Πράγματι κατέβηκαν τα σκαλοπάτια, μέχρις ενός σημείου, ό Νίκος και οί γονείς του. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή εκείνη το παιδί έπαψε να εχη ακουστικό πρόβλημα. Έγινε τελείως καλά, πράγμα πού ανακοίνωσε με χαρά στους γονείς του. 
Όντως, θαυμαστός ό θεός εν τοις Άγίοις αυτού. 
Άρχιμ. Δωρόθεος Μουρτζούκος. 
 
ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΝ ΜΕΓΑΡΟΙΣ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ 
Ο χρόνος του μαρτυρίου των αγίων έξι Μαρτύρων (όπως και των άλλων τεσσάρων, συνολικώς δέκα) οι οποίοι μαρτύρησαν στα Μέγαρα, παραμένει άγνωστος, εφ' όσον ούτε στα Μαρτυρολόγια αναφέρεται, ούτε οι ίδιοι οι άγιοι Μάρτυρες απεκάλυψαν κάτι περί αυτού. 
Όμως, αν και δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις,, οι οποίες μας βοηθούν να τοποθετήσομε, κατά προσέγγιση τουλάχιστον, τον χρόνο του μαρτυρίου των εν Μεγαρείς αγίων Μαρτύρων. Οι ενδείξεις αυτές είναι: 
1) Οσάκις εμφανίζονται οί άγιοι Μάρτυρες, από της ανευρέσεως των ιερών λειψάνων τους το 1798, μέχρι σήμερα, εμφανίζονται σχεδόν πάντοτε ως έφιπποι ρωμαίοι στρατιώτες. 
2) Στις πρώτες εικόνες τους, οί όποιες έγιναν με την υπόδειξη του Παϊσίου, στον όποιο είχαν εμφανιστεί οί άγιοι Μάρτυρες επανειλημμένως, και υπέδειξαν την ύπαρξη των ιερών λειψάνων τους, απεικονίσθηκαν οί Άγιοι να φορούν στολές ρωμαίων στρατιωτών, διότι έτσι τους είδε στις εμφανίσεις τους ό Παΐσιος. 
3) Το όνομα ΣΑΡΑΝΤΗΣ το όποιο φέρει ό ένας από τους αγίους Μάρτυρας, έχω την γνώμη, ότι μας δίδει την δυνατότητα τοποθετήσεως των Αγίων, σε συγκεκριμένη πλέον ιστορική περίοδο. 
Το όνομα Σαράντης είναι άγνωστο στους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αρχίζει όμως να δίδεται ως βαπτιστικό όνομα στους Χριστιανούς, προς τιμήν των αγίων Τεσσαράκοντα (Σαράντα) Μαρτύρων, οί οποίοι μαρτύρησαν στην παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας της Αρμενίας (Μ. Ασίας) το έτος 320, επί του Αυτοκράτορας της Ανατολής Λικινίου. (Ό αυτοκράτωρ της Ανατολής Λικινιος, 308-323, παρά την Απόφαση ή Διάταγμα των Μεδιολάνων του Φεβρουαρίου 313, περί ανεξιθρησκίας, το όποιο εξέδωσε από κοινού με τον Μ. Κωνσταντίνο, αργότερα για λόγους καθαρώς πολιτικούς άλλαξε γνώμη, και με διαταγή του υποχρεώθηκαν οί χριστιανοί να αρνηθούν την πίστη τους, κήρυξε δηλαδή διωγμό). 
Κατά τον διωγμό αυτόν μαρτύρησαν οί άγιοι Σαράντα μάρτυρες, των οποίων ή Εκκλησία μας τίμα την μνήμη Στις 9 Μαρτίου. Ό Σεβασμός των χριστιανών για τους άγ. Σαράντα Μάρτυρες υπήρξε πολύ μεγάλος, και ή τιμή της μνήμης τους διαδοθεί ταχύτατα σε όλη την Ανατολή. Εκτίσθησαν 1. Ναοί (και αργότερα Ί. Μονές) προς τιμήν τους, εξεφωνούντο εγκωμιαστικοί λόγοι, τελούντο αγρυπνίες (παννυχίδες) την ήμερα της μνήμης τους, και οί Χριστιανοί κατά το βάπτισμα τους έπαιρναν το όνομα Σαράντης, προς τιμήν των άγ. Σαράντα.

Ό αγ. Μάρτυς Σαράντης, επομένως, βαπτισθεί και έλαβε το όνομα αυτό, μετά τον Μάρτιο του έτους 320 μ.Χ. Αυτό σημαίνει ότι μαρτύρησε μετά την ημερομηνία αύτη.

Αλλά δεν ήταν δυνατόν να μαρτυρήσει στα Μέγαρα της Αττικής μετά την ημερομηνία αυτή, διότι γνωρίζομε ότι από το έτος 314 μ.Χ. ό Λικίνιος είχε παραχωρήσει την κυρίως Ελλάδα (μαζί με την Μακεδονία, την Ιλλυρία, την Δαρδανία και μέρος της Μοισίας) στον Μ. Κωνσταντίνο. Άρα ό άγιος Μάρτυς Σαράντης μαρτύρησε μετά το τέλος της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου (21 Μαΐου 337 μ.Χ.), σε επόμενο διωγμό.

Κι ό επόμενος διωγμός είναι της εποχής του αυτοκράτορας Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363). Βεβαίως ό Ιουλιανός δεν κήρυξε επισήμως διωγμό, με κάποιο Διάταγμα. Άλλα λόγω της αντιχριστιανικής πολιτικής του, του χλευασμού εκ μέρους του της πίστεως των Χριστιανών και της υποστηρίξεως με διαφόρους τρόπους και μέσα της ειδωλολατρικής θρησκείας, πολλοί Διοικητές επαρχιών, πολιτειακοί αξιωματούχοι και παράγοντες της ειδωλολατρικής κοινωνίας, ή οποία ήταν ακόμα εν δράσει αν και έπνεε τα λοίσθια, με την κάλυψη ή και προτροπή του Ιουλιανού κατεδίωξαν, κακοποίησαν, βασάνισαν και θανάτωσαν πολλούς χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς, επισήμους και απλοϊκούς, οί οποίοι έδειχναν εμμονή και σταθερότητα στην αγία πίστη του Χριστού. Αναφέρομε μερικά παραδείγματα αγίων , οί οποίοι μαρτύρησαν κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτου: Ό αγ. Ιερομάρτυς Βασίλειος πρεσβύτερος εν Άγκυρα [22 Μαρτίου], ό αγ. Ιερομάρτυς Μάρκος επίσκοπος Άρεθουσίων, Κύριλλος ό Διάκονος και οί συν αύτοίς [29 Μαρτίου], ό αγ. Ιερομάρτυς Δωρόθεος επίσκοπος Τύρου [5 Ιουνίου], ό αγ. Ιερομάρτυς Τιμόθεος επίσκοπος Προύσσης [10 Ιουνίου], οι αγ. Μάρτυρες Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ [17 Ιουνίου], ό αγ. Μεγαλομάρτυς Αρτέμιος [20 Οκτωβρίου], ό αγ. Μάρτυς Θεόδωρος ό εν Αντιόχεια [24 Νοέμβρη]. οι άγιοι δεκαπέντε Ιερομάρτυρες εν Τιβεριουπόλει (Στρωμνίτση της Μακεδονίας) [28 Νοέμβρη], οι αγ. Μάρτυρες Πατερμούθιος, Κόπρις και Αλέξανδρος [17 Δεκεμβρίου], και άλλοι. 
Κατά την περίοδο λοιπόν της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτου, βάσει των όσων αναφέραμε, έχομε τη γνώμη, ότι μαρτύρησαν και οι εν Μεγαροις άγιοι Μάρτυρες.

Αρχιμ. Δωρόθεος Μουρτζούκος

Προς νέον ερωτήσαντα περί της «ευχής»



Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού

Α΄ 

Προς νέον ερωτήσαντα περί της «ευχής» 
Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου, εύχομαι να είσαι καλά. Εσήμερον έγινα κάτοχος της επιστολής σου και σε δίδω απάντησιν εις όσα μου γράφεις. Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσι καιρόν και κόπον δια να σκεφθώ να σε απαντήσω. 
Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια. 
Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας, οπού εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί - πριν σαράντα χρόνια - οπού είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς. 
Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμόν μετεωρισμού. Να προσέχης μονον στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λεγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ. 
Όταν το συνηθίση ο νους και χορτάση - το μάθη καλά - τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλόν ή πονηρόν ίδη ή ακούση η δουλειά του είναι να το κατεβάση εις την καρδιαν, οπού είναι το κέντρον της πνευματικης και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νου· λοιπόν, όταν ο ευχόμενος κρατάη τον νουν του να μην φαντάζεται τίποτε, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας, και λέγει με ρυθμόν την ευχήν: 
- Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με! 
Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μιαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίση να στέκη ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μιαν ευχήν. «Κύριε Ιησού Χριστέ»: εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με»: εβγαίνει. 
Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάση και αρχίση να ενεργή η χάρις μέσα εις την ψυχήν μετά πλέον είναι θεωρία. 
Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περιπατώντας και όρθιος. «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε», λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα «όρθιος-καθήμενος.» Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι. 
Και πάλιν όρθιος. Να μη σε πιάνη ο ύπνος. Αυτά λέγονται «πράξις». Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν το δε παν έγκειται εις Αυτόν, εάν σου δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις. 
Το δε πως γίνεται, πως ενεργείται η αγάπη, είναι να φυλάξης τας εντολάς. Όταν εσύ εγείρεσαι την νύκτα και προσεύχεσαι· όταν βλέπης τον ασθενή και τον συμπαθής· την χήραν και τα ορφανά, τους γέροντας και τους ελεής, τότε σε αγαπά ο Θεός. Και τότε και συ τον αγαπάς. Εκείνος πρώτον αγαπά και εκχέει την χάριν Του. Και ημείς τα ίδια εκ των ιδίων, «τα σα εκ των σων» αποδίδομεν. 
Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον δια της «ευχής», μη βγάλης πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το Θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών. 
Η κατάνυξις έρχεται, όταν σκέπτεσαι πόσον ελύπησες τον Θεόν. Όπου Εκείνος είναι τόσον καλός, τόσον γλυκύς, τόσον ελεήμων, αγαθός, όλος γεμάτος αγάπη. Όπου εσταυρώθη και όλα τα έπαθεν δι’ ημάς. Αυτά και άλλα όπου έπαθεν ο Κύριος, όταν μελετάς, σου φέρνουν κατάνυξιν. 
Λοιπόν, εάν ημπορέσης να λέγης την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δυο-τρεις μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγης εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβη ο νους, τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Και πάλιν, όταν την αφήνη ο νους, αρχίζει η γλώσσα. «Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα την λέγη ο νους χωρίς κόπων. 
Όταν έλθης, ως λέγεις, εις το Άγιον Όρος, να έλθης να μας ιδής. ‘Αλλά τότε θα ομιλήσωμεν άλλα πράγματα. Δεν θα σου μείνη καιρός δια την ευχήν. Την ευχήν αυτού θα την βρεις, όπου θα είναι ήσυχον το μυαλό σου. Εδώ όπου θα γυρίζης στα Μοναστήρια αλλού θα περισπάται ο νους σου, εις εκείνα οπού θα ακούς και θα βλέπης. 
Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα την βρης την «ευχή». Μην αμφιβάλλης. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός θα σου ανοίξη· είναι αδύνατον. Αγάπησε τον πολύ, δια να λάβης πολύ. Εις την αγάπην Του, πολλήν ή ολίγην, έγκειται η δόσις, πολύ ή ολίγον.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

 ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ  

ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Επιστολή Α΄ 

σελ.35-38

Δημοφιλείς αναρτήσεις