Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Η Αγία Αμαλία του Μομπέζ.

 10 Ιουλίου 

ΟΣΙΑ ΑΜΑΛΙΑ του Μομπέζ

πηγή :εδώ 

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ (εδώ)
ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΣΙΑΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ ΜΗΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΑΜΑΛΙΑΝ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ
Η Αγία Αμαλία (στη φλαμανδική γλώσσα Αμαλβέργη ή Αμέλια της Lobbes ή της Binche) έζησε κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Πιστεύεται ότι γεννήθηκε κατά το 640 μ.Χ. στη Λιέγη (περιοχή Walloon, επαρχία Brabant, σημερινό Βέλγιο) του τότε βασιλείου των Καρολίδων το επονομαζόμενο Neustria (ή Neustrie). 
Πιθανολογείται ότι κοιμήθηκε μετά το 690 μ.Χ. (μεταξύ του 692 και 714 μ.Χ.). 
Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν συγγενής (αδελφή ή ανεψιά) του Πιπίνου του Λάντεν (Δούκα της Βραβάνδης και Κόμη του Λάντεν, αυλικού των Φράγκων βασιλέων της δυναστείας των Καρολιδών). Παντρεύτηκε τον Κόμη Βιτγέρον (Δόυκα της Λωρραίνης και Κόμη της Βραβάνδης).

Ήταν μητέρα τουλάχιστον τριών και κατά άλλους πέντε αγίων, συγκεκριμένα του Αγίου Εμβέρτου (St. Emebert, που συγχέεται και με τον επίσκοπο Καμπραί), της Οσιομάρτυρος Ραϊνέλδης (St. Reineldis), της Οσίας Γουδούλης (St. Gudula), της Οσίας Φαραΐλδης (St. Pharaildis) και της Οσίας Ερμιλένδης (St. Ermelindis). 
Υπάρχουν αναφορές ότι ίσως παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Thoderic τον 3ο με τον οποίο απέκτησε τις Οσίες Φαραΐλδη και Ερμιλένδη και για αυτό οι βιογραφίες των τριών πρώτων τέκνων τις δεν αναφέρουν τα δύο τελευταία. 
Αυτό το ενδεχόμενο είναι λιγότερο πιθανό και είναι αναγκαία περεταίρω έρευνα για να εξακριβωθεί η πραγματικότητα. 
Έζησε ενάρετο βίο στον κόσμο, διακρινόμενο για τα έργα της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Αφού ανέθρεψε τα τέκνα τις εν νουθεσία Κυρίου, από κοινού με τον σύζυγό της αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια για να μονάσουν. 
Γεγονός που σχεδόν αποκλείει την πιθανότητα η αγία να νυμφεύτηκε δύο φορές. 
Έτσι εκείνη εισήλθε στο μοναχικό στάδιο ακoλουθώντας ασκητικό βίο και κατατάχθηκε στο τάγμα των Βενεδικτίνων μοναχών σε μεγάλη ηλικία στη γυναικεία Μονή του Μομπέζ (Maubeuge, σημερινή Βόρια Γαλλία κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο) ενώ ο σύζυγός της μόνασε στη Μονή του Λόμπς (Lobbes). 
Σύμφωνα με την παράδοση έλαβε το μοναχικό σχήμα από τον Άγιο Ουμβέρτο (St. Aubert) γύρω στο 668μ.Χ.

Η Αγία Αμαλία της Μομπέζ δεν πρέπει να συγχέεται με την Αγία Αμαλία (ή Αμαλβέργη) της Τέμσε (που ευλαβείται ιδιαίτερα στο Temse, το Ghent, το Munsterbilzen και άλλα μέρη της περιοχής Flanders, του σημερινού βορειοδυτικού Βελγίου) που έζησε ένα αιώνα αργότερα (741-772μ.Χ.) και τιμάται την ίδια ημέρα, στις 10 Ιουλίου. 
Κάποιοι τους προσάπτουν την επωνυμία «Αμαλβέργη η χήρα» του Μομπέζ και «Αμαλβέργη η Παρθένα» του Τέμσε για να τις ξεχωρίζουν. 
Όταν κοιμήθηκε οσιακά η Αγία Αμαλία του Μομπέζ πιθανότατα ετάφη στο Λόμπς μαζί με τον σύζυγό της. Εκεί βρίσκονται και τα λείψανά των περισσότερων παιδιών της. Η μεταφορά των λειψάνων της από τη Λόμπς στο Μπίνσε (Binche) έγινε κατά τον 15ο αιώνα και εορτάζεται στις 10 Ιουλίου.

Το συναξάρι της Αγίας Αμαλίας του Μομπέζ (Vita sanctae Amalbergae viduae) έχει γραφτεί από τον π. Ουγκό του Λόμπς (†1033-1063) μεταξύ 1033 και 1048 (δηλαδή πρίν το σχίσμα του 1054), εκτός από κάποιες λεπτομέρειες.

Απολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
σιότητος ἄγαλμα θεοσμίλευτον,
παιδαγωγίας ἀκρότης
τετράδος τέκνων τῶν σῶν,
συγχαιρόντων τῶν Ἁγίων ὁμηγύρεσι,
σκεῦος σοφίας τοῦ Θεοῦ,
Ἀμαλία, Βρυξελλῶν
μονάστρια θεηγόρε,
ὑπὲρ ἡμῶν ἐκδυσώπει
Χριστὸν τῶν πίστει εὐφημούντων σε.


Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - Ε΄ Κυριακή του Ματθαίου

  
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 

 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία

τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακής 20  Ιουλίου του 2003 σε μορφή mp3 - εδώ

  Τ κείμενο τ ποο κούσαμε πρν π λίγο ς εαγγελικ νάγνωσμα, δν ξέρω ν τ παρατηρήσατε, διακατέχεται πέρα ς πέρα, ἀπἀρχῆς μέρι τέλους, ἀπὸ μι καίρια κα καθοριστικ ταραγμένη τμόσφαιρα. Καὶ μάλιστα, τόσο πολυποίκιλα εἶναι τὰ ταραγμένα δεδομένα ποὺ περιγράφει, ποὺ ἀκόμη καὶ στὸ τέλος δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει μιὰ ὁριστικὴ καὶ γενικὴ κάθαρση. Γιατί ἂν ἡ ταραχὴ ἔχει ἀντιμετώπιση θεραπευτικὴ καὶ ἔρθει μιὰ γενικὴ κάθαρση, τότε πραγματικὰ στὸ τέλος μποροῦμε νὰ ἀναπαυθοῦμε, ὅπως γινόταν στὴν ἀρχαία τραγωδία.

  Ἐδῶ, ἡ κάθαρση μόλις ποὺ διαφαίνεται, καὶ μυστικῶς πῶς, διαφυλάσσεται μέσα στὰ καίρια κρυμμένα κύτταρα τῆς Εὐαγγελικῆς Περικοπῆς. Κοιτᾶξτε, ἁπλῶς νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰ σημεῖα, τὰ τεταραγμένα, τὰ ὁποῖα προβάλλονται μέσα ἀπὸ τὴν Περικοπὴ ὁλόκληρη. Λέει πὼς οἱ δαιμονιζoμένοι, «ἐξήρχοντο ἐκ τῶν μνημείων», δηλώνει μιὰ ταραχὴ αὐτό. Δεύτερο, ἦταν «χαλεποὶ λίαν», δηλαδὴ ἦταν τρομεροί. Τρίτον, ὅποιος περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ δὲν ἄντεχε νὰ περάσει, «φοβόντουσαν» πολὺ οἱ ἄνθρωποι νὰ περάσουν ἀπὸ ἐκεῖ. Ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ λέει ὁ κάθε δαιμονιζόμενος, τὰ δαιμόνια δηλαδή: «Ἦρθες νὰ μᾶς βασανίσεις;». Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ταραγμένα.

  Βγαίνουν τὰ δαιμόνια, μπαίνουν μέσα στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων, γίνεται ταραχή, σκοτώνονται τὰ ζῶα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἡ κάθαρση δὲν ἔρχεται ἐκεῖ ποὺ θὰ περιμέναμε. Ὅλη ἡ πόλη ἐξέρχεται πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσει ἢ νὰ θαυμάσει, παρακαλεῖ πολὺ ταραγμένα,  σιωπηλὰ καὶ νεκρὰ τὸν Χριστὸ νὰ ἐξέλθει ἀπὸ ἐκεῖ γιατί δὲν τὸν ἀντέχει.

 Καὶ τελειώνει ἡ περικοπή. Θύμισα τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἀκριβῶς γιὰ νὰ προσδιορίσω τὰ ψηφιδωτὰ τὰ ὁποῖα, ὅπως εἶπα στὴν ἀρχή, διακατέχουν καὶ χαρακτηρίζουν πέρα ὡς πέρα τὴν περικοπὴ αὐτὴ ὡς ταραγμένη. Νὰ δοῦμε πρῶτα «τὸ γιατί;» τῆς ταραχῆς, καθῶς καὶ τὸ ποῦ βρίσκεται ἡ κάθαρση πού, ὅπως εἶπα, ἴσα ποὺ διαφαίνεται μέσα σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ κείμενο.

  Τὰ αἴτια τῆς ταραχῆς περιγράφονται μέσα σὲ αὐτὲς τὶς λέξεις. Βλέπετε, εἶναι πολὺ βαθὺ τὸ κείμενο ἐδῶ, ἐφόσον ἐξέρχονται ἐκ τῶν μνημάτων! Τὸ μνῆμα δηλώνει μιὰ νέκρωση, ἕνα κλείσιμο. Ὅταν δεῖ κάποιος ἕνα μνῆμα, ξέρει ὅτι ἐκεῖ πέρα μέσα εἶναι κάτι κλειστό.

  Ἀπὸ ἐκεῖ μέσα δὲν μπορεῖ νὰ βγεῖ μιὰ ζωή. Προσδιορίζοντας ὁ Ματθαῖος τὸ κείμενο καὶ λέγοντας «μνημεῖο» ἀκριβῶς, δηλώνει πὼς ἡ ὁποιαδήποτε αἰτία του δαιμονισμοῦ τους, ὁπωσδήποτε ἐξασφαλίζεται καὶ ἑρμηνεύεται μέσα ἀπὸ ἕνα δικό τους κλείσιμο. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ κλείσιμο εἶναι ποὺ χαρακτηρίζει τὸν δαιμονισμένο τῆς κάθε ἐποχῆς καὶ τῆς κάθε κοινωνίας, καθὼς ἔχει μιὰ ἔκφραση τοῦ «χαλεποὶ λίαν».

  Ὁ κλειστός ἄνθρωπος, μὴ ὄντας ὁμοίωση τῆς Ἁγίας Τριάδος, καίτοι ἀνοιχτὸς ἢ κοινωνικός, εἶναι χαλεπὸς λίαν, καὶ ἀβάσταχτος γιὰ τὸ γύρω περιβάλλον. Τὸ βαρύνει καὶ τὸ διαστρέφει, μὲ ἕναν δαιμονικὸ τρόπο.

  Τὸ κάθε κλείσιμο εἶναι ἕνας δαιμονισμός. Ἡ κάθε ἄρνηση τῆς κοινωνίας, τῆς ἐν Ἁγίᾳ Τριάδι κοινωνίας, εἶναι ἕνας δαιμονισμός. Γι' αὐτὸ εἶναι «χαλεποὶ λίαν».

  Καὶ ἔτσι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τὰ ἀκριβὴ αἴτια ψυχοσωματικὰ τῆς ἀσθενείας τους, ξέρουμε πὼς βρίσκονται σὲ ἕναν κλειστὸ χῶρο. Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ἀντέξει. Γιατί ὁ καθένας θέλει κάπου νὰ χαρεῖ, κάπου νὰ ἀναπαυτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει αὐτὸ τὸ κλείσιμο ποὺ βγάζει γύρω μιὰ πολὺ μουχλιασμένη ἀτμόσφαιρα.

  Καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα τοῦ κόσμου, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἔκφραση τοῦ κοινωνικῶς ζῆν. Εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ συγκαταβαίνει καὶ κατέρχεται ἐκφράζοντας ὅλο τὸ ἀγαπητικὸ, συγκαταβατικὸ καὶ σωτηριῶδες μέγεθος τῆς ἐκκλησίας μας. Ἡ σωτηρία ἔρχεται λόγῳ ἀνοίγματος, λόγῳ συγκαταβάσεως, μὰ ἀντιμετωπίζεται καὶ αὐτὴ δαιμονικῶς. Βλέπετε, συναντοῦν τὸν Χριστὸ καὶ λένε: «Μὴν μᾶς βασανίζεις». Καὶ ὅποιος βλέπει τὸ κείμενο θὰ καταλάβει ἀμέσως πὼς ἐδῶ βρίσκεται κάτι παράλογο.

  Γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεὸς, καὶ ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν βασανίζει. Ἄρα ὁ ἄνθρωπος ποὺ εῑναι κλεισμένος στον ἑαυτό του -ὁ ἄνθρωπος πού  εἶναι μνῆμα, τάφος καὶ τρόμος-  ἀκόμη καὶ τὰ ὄμορφα πράγματα ποὺ εἶναι ἁγιασμένα, ἀκόμη καὶ τὸν Θεό, καὶ τὴν ἀγάπη ὁλόκληρη ποὺ εἶναι ὁ Θεός, τὴ βλέπει ὡς βάσανο. Καὶ γίνεται ἐδῶ πιὸ ἐκρηκτικὴ ἡ περικοπή, γιατί ἀκριβῶς ἡ λύση τοῦ δράματος εἶναι μιὰ ταραχή.

  Τὰ δαιμόνια μεταφέρονται μέσα στὰ ζῶα, καὶ τὰ ζῶα πέφτουν στὸ νερὸ καὶ σκοτώνονται προκαλώντας ταραχή. Καὶ ἡ ταραχὴ συνεχίζεται μετά. Δὲν γίνεται κανένας λόγος γιὰ τοὺς δαιμονιζόμενους, ποὺ παραμένουν μυστικὲς προσωπικότητες. Καὶ θεραπευμένοι οἱ δαιμονισμένοι, δὲν ἀναφέρεται καθόλου τὸ κείμενο σὲ αὐτούς, δὲν λέει τί ἔγινε μετά, παραμένουν ἔτσι μικρὲς ἀνώνυμες μονάδες γιὰ τὸ πολὺ κοινό, τὸ ὁποῖο ἀκριβῶς ἐξασφαλίζει τὴ δική του ἰσορροπία μὲς στὴν ταραχή του καὶ λέει στὸν Χριστό: «Φύγε!». Εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ διατηρήσουμε μιὰ «τάξη» στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, δηλαδὴ ἕνα κρυφὸ κατεστημένο, τὸ ὁποῖο ἔχει μία ταραχή.

  Καὶ λένε στὸν Χριστό: «Φύγε!», «γιατί μᾶς ταράσσεις;», καὶ τοὺς ταράζει ἡ ἀγάπη Του. Καὶ ἔρχεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ νὰ σπάσει τὴν κατεστημένη ταραχὴ καὶ τὸν κατεστημένο δαιμονισμὸ μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο, γιατί ἀκριβῶς σπάζει τὴν ἀπομόνωση καὶ γίνεται ἀγάπη. Καὶ λένε: «Φύγε», καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἡ κατάλυση τῆς φθορᾶς αὐτοῦ τοῦ καθεστῶτος. Αὐτοῦ τοῦ κλειστοῦ κατεστημένου, τοῦ θανάτου καὶ τοῦ δαιμονισμοῦ.

  Ἡ περικοπὴ δὲν ἔχει λύση οὔτε κάθαρση, γιατί διώχνουν τὸν Χριστό, ποὺ ἀκριβῶς σημαίνει ὅτι γιὰ αὐτὴ τὴν πόλη κάθαρση δὲν ὑπάρχει. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη. Καὶ ὁ ἀποδεχόμενος Αὐτόν, μυστικῶς πῶς, γίνεται ἡ κάθαρση τοῦ κόσμου, γιατί ἀκριβῶς ὁ δεχόμενος τὸν Χριστὸ ἀνοίγεται. Καὶ ἀφοῦ ἀνοίγεται, ἀναπαύει τοὺς ἄλλους καὶ δὲν εἶναι «χαλεπὸς λίαν»,  ἐκ τῶν μνημάτων ἐξερχόμενος καὶ  τρόμος γιὰ τοὺς ἄλλους.

  Ἀλλὰ αὐτὸ παραμένει τὸ μυστικὸ τῆς ζωῆς καὶ ἡ κάθαρση βρίσκεται στὰ πρόσωπα ἢ στὰ κέντρα. Στὶς ὁμάδες, ποὺ ἀκριβῶς δέχονται αὐτὴ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πόλη αὐτὴ λοιπὸν παραμένει ἕνα δρᾶμα. Παραμένει, ὅπως εἶπα, μιὰ τραγωδία χωρὶς κάθαρση γιατὶ διώχνει τὸν Χριστό. Καὶ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ πόλεις μας, οἱ κοινωνίες μας παραμένουν μέσα σὲ αὐτὸ τὸ δρᾶμα, μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἄλυτη, χωρὶς κάθαρση, τραγωδία, γιατί δὲν ἀποδέχονται αὐτὸ τὸ γεγονός. Τὸν Χριστὸ ποὺ ἔρχεται νὰ σπάσει αὐτὸ τὸ κατεστημένο τῆς δῆθεν ἡσυχίας. Τοῦ δῆθεν «καλῶς περνᾶμε», τοῦ δῆθεν «μὴν ταράσσετε τὰ πράγματα γιατί καλὰ πᾶμε». Καὶ ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ τὰ κάνει ὅλα ἄνω κάτω.

  Καὶ ἐδῶ χρειάζεται μιὰ καίρια ἐγρήγορση. Καὶ ὁ χριστιανὸς εἶναι ἀκριβῶς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ σπάει αὐτὸ τὸ κατεστημένο γιατί σπάει αὐτὴ τὴ νέκρα, τὴν ψεύτικη ἡσυχία καὶ τὴν ψεύτικη σιωπή. Καὶ ἀκριβῶς βάζει τὴν ἀγάπη του καὶ γίνεται κοινωνικός. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος. Τὸ πρόβλημα τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν εἶναι τὸ ὅτι φοβοῦνται τὴν κοινωνία. Τὴν ἐν Χριστῷ κοινωνία, γιατί ἔχουν ἄλλο μοντέλο κοινωνίας τὸ ὁποῖο κλείνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει νὰ γίνεται ἀποσπασματικὰ κλεισμένος, βιῶν ἐν μνήματι. Ἔτσι λοιπὸν ἡ περικοπὴ αὐτὴ ἐκφράζει ὅλη τὴν ταραχὴ τοῦ κόσμου, καὶ κάθε μέρα ζοῦμε αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ταραχῆς. Ὅπου καὶ νὰ πᾶμε, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ἡ ταραχὴ αὐτὴ κινεῖται γύρω μας σὲ ὅλα τὰ μεγέθη καὶ ψάχνουμε κάθαρση. Καὶ τὸ κείμενο φωνάζει καὶ λέει μέσα ἀπὸ τὴν πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση: «Ἂν θέλετε κάθαρση, ἡ κάθαρση εἶναι στὰ χέρια σας. Μὴν περιμένετε κάθαρση ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἂν τὰ χέρια σας τὰ ἀφήσετε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ».

 Καὶ τότε, ὄχι μέσα απὸ τὸ δαιμονικὸ κλείσιμο, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἡ κάθαρση περνάει στὰ χέρια τοῦ καθενός μας. Καὶ ἔτσι δὲν περιμένουμε κάποιοι φορεῖς, κάποιοι ἁρμόδιοι, κάποια ὁποιαδήποτε κέντρα νὰ δώσουν κάθαρση. Δὲν γίνεται! Ἡ κάθαρση πιὰ εἶναι στὰ χέρια τῶν χριστιανῶν. Καὶ παραμένουν ἀνώνυμοι ἐκφραστὲς αὐτῆς τῆς καθάρσεως, ὅπως παραμένουν ἀνώνυμοι, χωρὶς καθόλου νὰ ἀναλύεται τὸ ἑπόμενο στοιχεῖο, ἡ ἑπόμενη μέρα τῶν δαιμονιζομένων. Καὶ αὐτὸ πάει μέχρι τέλους.

 Καὶ οἱ χριστιανοὶ πιὰ εἶναι διηνεκῶς «ἐν καθάρσει» ευρισκόμενοι καὶ διαλύοντες τὴν ταραχὴ τοῦ κόσμου, γιατί «ἐν καθάρσει» βρίσκονται ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι ἡ πρόταση περνάει στὰ χέρια σας, στὰ χέρια μας, στὰ χέρια ὅλων μας καὶ φωνάζει καὶ λέει: «Μὴν περιμένετε μιὰ καθοριστική, ὁριζόντια καὶ κάθετη ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου ἔτσι μὲ ἕναν μαγικὸ τρόπο ἀπὸ ὁποιουσδήποτε φορεῖς, παρὰ μόνο ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ φέρεται ὡς φορέας ὁ Χριστός». Καὶ ὅλοι πιὰ ἀποκτοῦν μιὰ εὐθύνη καὶ πραγματικὰ μιὰ συγκλονιστικὴ εὐθύνη καὶ ὁπωσδήποτε ἀποκτοῦν τὴν ἔλλειψη τοῦ δικαιώματος νὰ διαμαρτύρονται γιὰ τὴν ταραχή, καὶ ταυτοχρόνως ἐπιβαρύνονται μὲ αὐτὸ τὸ μεγάλο δεδομένο, τὸ διακονικὸ δεδομένο, νὰ σπάσουν τὴν ταραχὴ τοῦ κόσμου.

  Αὐτὸ εἶναι αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ποὺ χρειάζεται ἀρχικὰ νὰ τὸ μελετήσουμε, νὰ τὸ κάνουμε καρδιακὸ γεγονὸς καὶ γεγονὸς ζωῆς μας, γιὰ νὰ μποροῦμε πιὰ στὶς ἐπί μέρους πτυχὲς αὐτῆς τῆς ὁριζόντιας καὶ κάθετης ταραγμένης κοινωνίας νὰ δώσουμε καίριες ἀπαντήσεις. Καὶ νὰ ξέρετε σίγουρα: ὅταν δίνετε τὶς ἀπαντήσεις θὰ σᾶς διώχνουν, γιατὶ δὲν θὰ σᾶς ἀντέχουν. Ἂν κάνετε κάτι μεγάλο, νὰ ξέρετε πὼς θὰ διωχθεῖτε. Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς εἶναι ἡ κάθαρση.

 Οἱ δαιμονιζόμενοι, οἱ Γεργεσηνοὶ καὶ ἡ τραγωδία ποὺ δὲν εἶχε κάθαρση εὐτυχῶς, γιατί μόνο ἕνα ὄνομα ἔχει κάθαρση ποὺ λέγεται ὁ Χριστός.

 

  

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr   

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ PDF



 
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
 

 ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΕ PDF - ΕΔΩ 

Διακονία θεάρεστη και ψυχοτερπή αποτελεί η μετάφραση του βίου του οσίου πατρός Αθανασίου του Αθωνίτου, πατριάρχου του αγιορείτικου μοναχισμού, του οποίου το υπόδειγμα ενέπνευσε και έθρεψε γενεές, αθωνιτών και όχι μόνον, μοναχών μέχρι και των ημερών μας. Ξαναφέροντας μέσα από την αξιόλογη νέα εργασία μπροστά σου την πολιτεία του αγίου ανακαλείς με ευφροσύνη τον ζήλο του για τον Θεό, την ταπεινοφροσύνη του, τα ασκητικά του παλαίσματα, τους νυχθήμερους πόνους και τους μεγάλους κόπους για την οργάνωση και την ανακαίνιση του μοναστικού βίου στα ίχνη των οσίων πατέρων, καθώς και για την ίδρυση και κατοχύρωση της πρώτης των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, της Μεγίστης Λαύρας.

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ 

Ο λαμπρός αυτός αστέρας στο στερέωμα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας γεννήθηκε περί το 930 στην Τραπεζούντα του Πόντου από γονείς ευγενείς και έλαβε στο άγιο Βάπτισμα το όνομα Αβραάμιος. Μένοντας ορφανός από μητέρα και πατέρα λίγο μετά τη γέννησή του, περιήλθε στη φροντίδα μιας συγγενούς της μητέρας του, συζύγου ενός από τους επιφανέστερους πολίτες της Τραπεζούντας, της Κανίτας. Μικρός δεν επιδιδόταν σε θορυβώδη και ανωφελή παιγνίδια, αλλά οδηγώντας τους συντρόφους του σε ένα δάσος ή κοντά σε κάποιο σπήλαιο έπαιζε τον ρόλο του ηγουμένου. Γρήγορα προόδευσε στα γράμματα προκαλώντας τον θαυμασμό των γύρω του· ενώ, έφηβος μόλις, κίνησε την προσοχή ενός ανώτερου αυτοκρατορικού λειτουργού που βρισκόταν σε αποστολή στην πόλη, ο οποίος τον συμπάθησε και τον πήρε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη. Έγινε δεκτός στην οικία του στρατηγού Ζεφινεζέρ [1] και συνέχισε τις σπουδές του υπό την καθοδήγηση ενός εξαιρετικού διδασκάλου, πολύ σύντομα δε έγινε βοηθός καθηγητή, παρά το νεαρόν της ηλικίας του.

Η φιλοπονία του στα γράμματα δεν τον έκανε ωστόσο να παραμελεί τον ασκητικό βίο που αγαπούσε παιδιόθεν και αποδείχθηκε μοναχός πριν την ώρα του και αγωνιστής πριν ακόμη μπει στην πνευματική παλαίστρα. Απέφευγε το πλούσιο τραπέζι του στρατηγού, ενώ τα φαγητά που του έστελναν με δύο υπηρέτες τα αντάλλασσε με ένα κριθαρένιο ψωμί που το έτρωγε επί δύο ημέρες. Δεν πλάγιαζε να κοιμηθεί και πάλευε κατά του ύπνου ραντίζοντας το πρόσωπό του με κρύο νερό. Όσον αφορά τα ενδύματα, τα μοίραζε στους φτωχούς και, όταν πια δεν είχε τίποτε άλλο να δώσει, αποσυρόταν σε μια γωνιά για να αφαιρέσει ακόμη και τα εσώρουχά του.

Μαθητές συνέρρεαν από παντού προς τον Αβραάμιο και άλλοι εγκατέλειπαν τον διδάσκαλό τους, όχι μόνο εξαιτίας της σοφίας και διδακτικών ικανοτήτων του, αλλά κυρίως λόγω της ευπροσηγορίας, της οσιακής του βιοτής και της θείας όψης του. Ο αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος τον μετέθεσε σε άλλο ίδρυμα· καθώς όμως οι μαθητές του ήσαν προσκολλημένοι όπως ο κισσός στον κορμό της δρυός, προκειμένου ν’ αποφύγει να γίνει αιτία σκανδαλισμού, φθόνου και αντιζηλίας με τον παλαιό του διδάσκαλο, ο Αβραάμιος - ο οποίος θεωρούσε τις τιμές ως ντροπή - αποφάσισε να απαρνηθεί τη σταδιοδρομία του καθηγητή και μαζί της όλες τις μέριμνες του κόσμου τούτου.

Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη μετά από τριετή παραμονή στην περιοχή του Αιγαίου μαζί με τον στρατηγό, ο τελευταίος τον έφερε σε επαφή με τον συγγενή του άγιο Μιχαήλ Μαλεΐνο [12 Ιουλ.], ηγούμενο της Λαύρας του όρους Κυμινά, πολύ γνωστό σε όλους τους τότε περιφανείς ανθρώπους. Ο θείος αυτός άνδρας κατέκτησε τον νέο που του αποκάλυψε τον ενδόμυχο πόθο του να ασπασθεί τον μοναχικό βίο. Προς το τέλος της συνομιλίας αυτής εμφανίστηκε στο σπίτι του αγίου Μιχαήλ ο ανηψιός του, ο Νικηφόρος Φωκάς, στρατηγός τότε του Θέματος των Ανατολικών [2], ο οποίος συνδέθηκε αμέσως με τον Αβραάμιο με αισθήματα αγάπης ανάμεικτα με θαυμασμό.

Εκείνος, έχοντας βρει τον πνευματικό πατέρα που επιθυμούσε διακαώς η καρδιά του, ακολούθησε τον άγιο Μιχαήλ στο όρος του Κυμινά, όπου έλαβε γρήγορα το μικρό Σχήμα με το όνομα Αθανάσιος. Ο γέροντας, έχοντας διαβλέψει ότι ο νεαρός και φλογερός μαθητής του είχε ήδη προοδεύσει στην ασκητική ζωή, και θέλοντας να τον κάνει αληθινό στρατιώτη του Ιησού Χριστού, σκληραγωγημένο στην υπακοή, του αρνήθηκε την άδεια να τρώει μία φορά την εβδομάδα, αλλά μόνο κάθε τρεις ημέρες, και τον διέταξε να κοιμάται σε ψάθα και όχι σε κάθισμα όπως είχε τη συνήθεια. Ο Αθανάσιος, που είχε αναλάβει καθήκοντα αντιγραφέα και βοηθού εκκλησιάρχη, υποτασσόταν με προθυμία σε ό,τι αντέβαινε στο ίδιον θέλημά του, ώστε οι συμμοναστές του έδωσαν σ’ αυτόν το προσωνύμιο «υιός της υπακοής». Επέδειξε τέτοιον ζήλο, ώστε σε τέσσερα χρόνια έφθασε στην καθαρότητα της διανοίας, ανταμείφθηκε από τον Θεό με τον αρραβώνα της θεωρίας και αξιώθηκε να προβεί στο στάδιο της ησυχίας. Ο Μιχαήλ τού επέτρεψε να αποσυρθεί σε ένα μικρό ησυχαστήριο, λίγο μακρύτερα από τη μονή, να τρέφεται εκεί με ξερό ψωμί και νερό κάθε δύο ημέρες και να περνά όλη τη νύχτα σε προσευχή. Σε αυτό το ερημητήριο ήλθε να τον βρει ο Νικηφόρος Φωκάς, που επισκεπτόταν τακτικά τον Κυμινά, και του φανέρωσε την πρόθεσή του να γίνει συμμοναστής του, όταν οι περιστάσεις θα του το επέτρεπαν [3].

Λίγο αργότερα, καθώς ο άγιος Μιχαήλ είχε αφήσει να εννοηθεί στους γύρω του ότι ο Αθανάσιος θα κληρονομούσε τη χάρη και θα τον διαδεχόταν στην καθοδήγηση των ψυχών, ορισμένοι μοναχοί, πιστεύοντας ότι τον προάλειφε για ηγούμενο, άρχισαν να έρχονται και να παρενοχλούν τον νεαρό ασκητή με τις κολακείες τους. Φλεγόμενος από τον έρωτα της ησυχίας και αποστρεφόμενος κάθε τιμή, ο άγιος επέλεξε για μια φορά ακόμη τη φυγή και παίρνοντας μαζί του μόνο τα ρούχα του, δύο βιβλία και το κουκούλιο του πνευματικού πατέρα του, μετέβη κατευθείαν στον Άθω, τον οποίο θαύμαζε από τη Λήμνο, την εποχή που διέμενε στο Αιγαίο, και όπου τα χρόνια εκείνα εγκαταβίωναν μόνο ερημίτες σε καλύβες φτιαγμένες με κλαδιά δέντρων, οι οποίοι, ξένοι προς κάθε μέριμνα, δεν είχαν τίποτε στην κατοχή τους και δεν καλλιεργούσαν τη γη. Αφού θαύμασε τη βιοτή τους σε μια σύντομη επίσκεψή του, υποτάχθηκε σε έναν γέροντα πολύ απλό, που εγκαταβίωνε στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου, στον Ζυγό, υποκρινόμενος ότι ήταν κάποιος ναύτης με το ψευδώνυμο Βαρνάβας, που είχε ναυαγήσει, και για να εξαλείψει κάθε υπόνοια για την καταγωγή του παρίστανε τον αγράμματο, ανίκανο να μάθει ακόμη και την αλφάβητο.

Εν τω μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς, που είχε λάβει τον τίτλο του Δομέστικου των Σχολών, αναζητούσε παντού τον Αθανάσιο. Έγραψε ακόμη και στον κριτή της Θεσσαλονίκης, ζητώντας του να ερευνήσει στο όρος Άθω. Ο δε κριτής απευθύνθηκε στον Πρώτο του Αγίου Όρους, Στέφανο, ο οποίος του απάντησε ότι δεν γνώριζε κανέναν τέτοιο μοναχό. Ανήμερα των Χριστουγέννων (958 ή 959), κατά την αγρυπνία που συγκέντρωνε όλους τους Αθωνίτες στον ταπεινό ναό του Πρωτάτου στις Καρυές, ο Πρώτος του Αγίου Όρους αναγνώρισε στο αρχοντικό φέρσιμο του νεαρού Βαρνάβα τον μοναχό που του είχαν περιγράψει και τον διέταξε να αναγνώσει την Ομιλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου [25 Ιαν.]. Ο Αθανάσιος άρχισε να κομπιάζει σαν μικρό παιδί, αλλά μετά την εντολή του Πρώτου να διαβάσει «όπως αυτός ήξερε», μη μπορώντας πια να υποκρίνεται, άρχισε την ανάγνωση με τέτοιον τρόπο ώστε όλοι οι μοναχοί ήλθαν με θαυμασμό και τον προσκύνησαν. Ο επιφανέστερος μεταξύ αυτών, ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός [28 Ιουλ.], προείπε ότι εκείνος που ήλθε μετά από αυτούς στο Όρος, θα προηγούνταν αυτών στη Βασιλεία των Ουρανών και ότι όλοι οι μοναχοί εκείνου του τόπου επρόκειτο να τεθούν υπό την καθοδήγησή του. Ο Πρώτος πήρε παράμερα τον Αθανάσιο και, αφού έμαθε από αυτόν όλη την αλήθεια, του υποσχέθηκε να μη τη φανερώσει και του όρισε ένα ερημητήριο, περίπου πέντε χιλιόμετρα από τις Καρυές, όπου θα μπορούσε απερίσπαστα να συνομιλεί «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ». Ο άγιος ποριζόταν εκεί τα χρειώδη αντιγράφοντας βιβλία· μάλιστα δε, επέδειξε τόσο μεγάλη δεξιότητα στην ενασχόληση αυτή, ώστε αντέγραφε με κομψό και φροντισμένο γραφικό χαρακτήρα ένα Ψαλτήριο την εβδομάδα.

Ο λύχνος δεν θα μπορούσε όμως να παραμείνει για πολύ κρυμμένος. Όταν λοιπόν ο αδελφός του Νικηφόρου, Λέων Φωκάς, μετέβη για προσκύνημα στον Άθω, για να ευχαριστήσει τον Θεό μετά από μια επιτυχή εκστρατεία κατά των βαρβάρων, κατάφερε να ανακαλύψει τον Αθανάσιο. Οι Αθωνίτες μοναχοί, διαπιστώνοντας ότι ο μακάριος ήταν τόσο προσφιλής σε τόσο υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, ζήτησαν από αυτόν να μεσολαβήσει στον Λέοντα, ώστε να μετασκευαστεί και να μεγαλώσει ο ναός του Πρωτάτου. Το αίτημά του ικανοποιήθηκε αμέσως· και αφού αποχαιρέτισε τον ισχυρό φίλο του ο Αθανάσιος, επέστρεψε στην ερημία του. Καθώς όμως οι μοναχοί έρχονταν συνεχώς να του ζητήσουν συμβουλή, έφυγε ξανά προς αναζήτηση της ησυχίας και αποτραβήχτηκε στο νότιο ακρωτήριο του Όρους, σε τόπο έρημο που τον έδερναν οι άνεμοι, τα «Μελανά». Εκεί δοκιμάστηκε σκληρά από τον δαίμονα που εξαπέλυσε κατά του ασκητού όλες τις μηχανές του και κυρίως τον πόλεμο της ακηδίας, την ιδιαίτερη δοκιμασία των ησυχαστών. Ο εχθρός τού προκάλεσε τέτοια πνευματική ξηρασία, ώστε φθάνοντας σχεδόν σε πλήρη απόγνωση, ο Αθανάσιος θέλησε να εγκαταλείψει τον τόπο· με μια υπέρτατη, ωστόσο, προσπάθεια αποφάσισε να κάνει υπομονή μέχρι το τέλος του χρόνου. Όταν έφθασε η τελευταία ημέρα, ενώ ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τα Μελανά, μην έχοντας βρει καμία ανάπαυση στη δοκιμασία, αίφνης τον διαπέρασε ένα ουράνιο φως, πληρώνοντάς τον με άφατη χαρά και χαρίζοντάς του το δώρο των πνευματικών δακρύων, τα οποία έκτοτε ανάβλυζαν δίχως προσπάθεια μέχρι το τέλος του βίου του· για τούτον τον λόγο ο τόπος αυτός του έγινε τόσο αγαπητός όσο του ήταν ανυπόφορος προηγουμένως.

Εν τω μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς, που είχε αναλάβει τη διοίκηση όλου του βυζαντινού στρατού για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες, οι οποίοι είχαν γίνει φόβος και τρόμος των ακτών με τις πειρατικές επιδρομές τους, έστειλε αγγελιαφόρους στα μοναστικά κέντρα της εποχής - και ιδιαίτερα στον Άθω, επειδή είχε μάθει από τον αδελφό του ότι ο Αθανάσιος βρισκόταν εκεί - ζητώντας να του στείλουν μοναχούς ικανούς να βοηθήσουν με τις προσευχές τους. Οι Πατέρες του Αγίου Όρους κατάφεραν να νικήσουν τις αντιστάσεις του εραστή της ησυχίας, υπενθυμίζοντάς του ότι πολλοί μοναχοί βρίσκονταν αιχμάλωτοι των Αράβων· έτσι ο Αθανάσιος έφθασε στην Κρήτη συνοδευόμενος από έναν γέροντα, τον Θεοδόσιο, λίγο μετά τη λαμπρή νίκη του Νικηφόρου (961). Περιχαρής αυτός που έβρισκε ξανά τον πνευματικό του πατέρα, του επιβεβαίωσε ότι είχε πάντα την πρόθεση να αποσυρθεί από τα εγκόσμια και τον ικέτευσε να προχωρήσει στην ίδρυση ενός μοναστηριού κοντά στο ερημητήριό του για να τους στεγάσει. Ο άνθρωπος του Θεού, εκτιμώντας ότι το να εργάζεται για τη δική του σωτηρία ήταν ήδη ένα αρκετά βαρύ φορτίο, και αποφεύγοντας κάθε περίσταση που δημιουργούσε μέριμνες και περισπασμούς, αρνήθηκε την πρόταση αυτή και αναχώρησε πάλι για τον Άθω. Ο Νικηφόρος έστειλε πίσω του ένα δικό του άνθρωπο, τον Μεθόδιο, ο οποίος έγινε αργότερα ηγούμενος της Λαύρας του Κυμινά, που κατάφερε να πείσει τον Αθανάσιο να αναλάβει την ίδρυση της μονής. Με τον χρυσό που πρόσφερε ο Νικηφόρος μπόρεσε να κτίσει γρήγορα έναν μικρό ναό αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο και κοιμητήρια που προορίζονταν για τον Αθανάσιο και τον Νικηφόρο [4]· έξι μήνες αφότου έφυγε ο Μεθόδιος, άρχισε η ανέγερση μεγάλου ναού της Θεοτόκου, ως Καθολικό της Λαύρας «των Μελανών» [5], στον τόπο εκείνο ακριβώς όπου ο Αθανάσιος είχε λυτρωθεί από την ακηδία με το όραμα του θείου φωτός. Ο Αθανάσιος εξεδίωξε με την προσευχή τον δαίμονα που είχε παραλύσει τους εργάτες, κατόπιν δε αυτού εκείνοι αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί και εκάρησαν από τον άγιο, ο οποίος πριν τους δεχθεί ως μαθητές μετέβη να λάβει το Μεγάλο Σχήμα από τα χέρια ενός ερημίτη που εγκαταβίωνε στα περίχωρα, ονόματι Ησαΐας.

Τη χρονιά εκείνη (962-963) τρομερός λιμός έπληξε την Αυτοκρατορία και έτσι ο ανεφοδιασμός της Λαύρας διακόπηκε. Ο Αθανάσιος, πηγαίνοντας να συμβουλευθεί τους γέροντες στις Καρυές, συνάντησε στον δρόμο του την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία έκανε να αναβλύσει μπροστά του μια πλούσια πηγή [6] και του συνέστησε να μην ανησυχεί πλέον, διότι θα αναλάμβανε η ίδια εφεξής το διακόνημα του «Οικονόμου της Μονής» [7]. Όταν ο άγιος επέστρεψε στη μονή, η Παναγία τού έδειξε τις αποθήκες γεμάτες. Με τη χάρη του Θεού και την προσευχή του αγίου τα έργα προχώρησαν γοργά, παρά τις μεγάλες δυσκολίες που οφείλονταν στον απόκρημνο αυτόν τόπο που ήταν γεμάτος βράχια και πυκνή θαμνοβλάστηση. Στο σταυροειδές Καθολικό [8] προστέθηκαν μια κοινή τράπεζα [9], ένας ξενώνας, νοσοκομείο εφοδιασμένο με λουτρό, υδραγωγείο, ένας νερόμυλος και όλα εκείνα τα χρειώδη για τη ζωή σε ένα μεγάλο μοναστήρι. Καθώς ο αριθμός των μοναχών μεγάλωνε γρήγορα, ο άγιος φρόντιζε άγρυπνα επίσης για την οργάνωση της αδελφότητος, ρυθμίζοντας με κάθε λεπτομέρεια τις Ακολουθίες, καθώς και τα καθημερινά διακονήματα, σύμφωνα με το πρότυπο της Μονής του Στουδίου, ώστε όλα να γίνονται «με ευπρέπεια και με τάξη» (πρβλ. Α΄ Κορ. 14, 40) και οι μοναχοί, απογυμνωμένοι από υπάρχοντα και από το ίδιον θέλημα, να μπορούν να προσκαρτερούν με μια καρδιά, αμέριμνοι στη δοξολογία του Θεού. Για τον άγιο Αθανάσιο, ο βίος στο μοναστήρι συνίσταται στην: «Προσήλωση από κοινού στον σκοπό της ζωής, δηλαδή στη σωτηρία και στη διαμόρφωση εντός της κοινοβιακής πολιτείας μιας καρδιάς και ενός θελήματος. Διά του κοινού πόθου η αδελφότητα να συνιστά ένα σώμα, αποτελούμενο από πολλά μέλη» [10].

Όλα έδειχναν να πηγαίνουν προς το καλύτερο, όταν έφθασε η είδηση της ανάρρησης του Νικηφόρου Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο (16 Αυγ. 963). Ο Αθανάσιος, αμήχανος μπροστά σε αυτό που θεώρησε ως προδοσία, προφασιζόμενος ότι πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη, επιβιβάστηκε αμέσως σε πλοίο με τρεις μαθητές του. Μόλις όμως απομακρύνθηκε από την ακτή, έστειλε τον έναν από αυτούς στον αυτοκράτορα με επιστολή που ανήγγελλε την παραίτησή του από την ηγουμενία· τον δεύτερο, τον Θεόδοτο, στη Λαύρα για να μεταφέρει την είδηση αυτή· ενώ κατευθύνθηκε με τον τρίτο, τον Αντώνιο, προς την Κύπρο. Παρουσιάστηκαν εκεί στη «Μονή των Ιερέων» [11], παριστάνοντας τους προσκυνητές οι οποίοι εγκατέλειψαν τάχα το σχέδιό τους να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους - υπό αραβική κατοχή τότε - και ζητούσαν να ζήσουν ως ασκητές κάπου στα περίχωρα. Η χαρά του Νικηφόρου Φωκά όταν υποδέχθηκε τον απεσταλμένο του πνευματικού πατέρα του έγινε γρήγορα καπνός διαβάζοντας την επιστολή του και έδωσε αμέσως εντολή να αναζητήσουν τον Αθανάσιο. Εν τω μεταξύ, η Λαύρα, στερημένη τον πατέρα της, δεν άργησε να περιέλθει σε κίνδυνο, ενώ οι ορφανεμένοι μοναχοί δεν μπορούσαν να βρουν ούτε παραμυθία ούτε αρμονία μεταξύ τους.

Όταν οι δύο φυγάδες έμαθαν ότι ο ηγούμενος είχε ειδοποιηθεί πως ο αυτοκράτορας αναζητούσε δύο μοναχούς με τα δικά τους χαρακτηριστικά αναχώρησαν κρυφά. Οι άνεμοι τούς έριξαν στις ακτές της Μικράς Ασίας, κοντά στην Αττάλεια, κι εκεί ο Αθανάσιος είδε ένα θεόσταλτο όραμα που του αποκάλυψε την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Λαύρα και του ανήγγειλε ότι λαμπρό μέλλον την περίμενε υπό την καθοδήγησή του. Δεν πρόφθασαν να αποφασίσουν να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής, όταν από σύμπτωση της θείας Πρόνοιας συνάντησαν τον Θεόδοτο που πήγαινε για την Κύπρο για να αναζητήσει τον άγιο και να του μεταφέρει την οικτρή κατάσταση που επικρατούσε στον Άθω. Επιστρέφοντας στη μονή, ο Αθανάσιος έγινε δεκτός από τους μοναχούς του όπως ο Χριστός μπαίνοντας στα Ιεροσόλυμα· έτσι η Λαύρα γρήγορα ξαναζωντάνεψε. Λίγο αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος, σαστισμένος, δεν τόλμησε να τον υποδεχθεί με τη συνήθη επισημότητα, και ντυμένος με απλά ρούχα πήρε κατά μέρος τον άγιο στα διαμερίσματά του για να απολογηθεί και να τον παροτρύνει να κάνει υπομονή έως ότου επιτρέψουν οι περιστάσεις να εκπληρώσει τις παλιές υποσχέσεις του. Ο Αθανάσιος, έχοντας λάβει εκ Θεού την αποκάλυψη ότι ο Νικηφόρος θα πέθαινε στον θρόνο, του έκανε παραινέσεις να είναι δίκαιος και φιλεύσπλαχνος και κατόπιν τον αποχαιρέτησε εφοδιασμένος με ένα χρυσόβουλο που χορηγούσε στη Λαύρα τον τίτλο της βασιλικής μονής με σημαντική ετήσια επιχορήγηση (ρόγα) και του παραχωρούσε ως μετόχιο τη Μονή του Αγίου Ανδρέου «των Περιστερών», στην περιοχή της Θεσσαλονίκης [12].

Επιστρέφοντας στον Άθω, ο άγιος ανέλαβε εκ νέου τη διεύθυνση των εργασιών. Κατά τη διαμόρφωση του λιμανιού τραυματίσθηκε σοβαρά στο πόδι και υποχρεώθηκε να μείνει στο κρεβάτι επί τρία χρόνια· επωφελήθηκε όμως από την ακινησία αυτή για να αφιερωθεί περισσότερο στον Θεό και στην πνευματική καθοδήγηση των αδελφών.

Μετά τον θάνατο του Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον Ιωάννη Τσιμισκή που ανήλθε στον θρόνο (969-976), καθώς ο νέος αυτοκράτορας ήταν δυσμενώς προδιατεθειμένος απέναντι στον άγιο εξαιτίας της στενής του σχέσης με τον προκάτοχό του, ορισμένοι Αθωνίτες αναχωρητές, άνθρωποι απλοί αλλά προσδεδεμένοι στο παλαιό έθος, κατηγόρησαν τον Αθανάσιο ότι είχε μετατρέψει τον Άθω σε τόπο κοσμικό με τα οικοδομήματά του, τις καλλιέργειες και την εγκατάσταση ενός μεγάλου μοναστηριού. Ο αυτοκράτορας κάλεσε τον Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ο άγιος τού έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, ώστε ο Τσιμισκής άλλαξε πλήρως τη στάση του απέναντι στο πρόσωπό του και του χορήγησε με χρυσόβουλο ρόγα διπλάσια της προηγούμενης. Έστειλε κατόπιν στον Άθω τον Ευθύμιο τον Στουδίτη με αποστολή να ειρηνεύσει τη σύγκρουση που προκάλεσε ο διάβολος και να προσφέρει στον Άθω το πρώτο «Τυπικό» του (972) [13]. Από τη στιγμή εκείνη άρχισαν τα κοινόβια μοναστήρια να αντικαθιστούν τα μονύδρια και τα κελλιά [14] και οι αναχωρητές να συμφιλιώνονται με τους κοινοβιάτες ανταλλάσσοντας μεταξύ τους τα αγαθά τους: οι μεν (οι κελλιώτες) προσέφεραν στους κοινοβιάτες την άσκηση της ησυχίας και της αδιάλειπτης προσευχής, ενώ οι δε (οι μοναστηριακοί) προμήθευσαν στους αναχωρητές την τάξη και την αρμονία υπό την καθοδήγηση του ηγουμένου, που βρισκόταν στο κέντρο της αδελφότητος ως ζώσας εικόνος του Χριστού.

Έβλεπε κανείς ερημίτες να εγκαταλείπουν την ησυχία, ηγουμένους να αφήνουν τη μονή τους, ακόμη και επισκόπους να παραιτούνται από τις έδρες τους για να τεθούν υπό την καθοδήγηση του Αθανασίου. Μαθητές συνέρρεαν στον Άθω από την Ιταλία, την Καλαβρία, το Αμάλφι [15], την Ιβηρία [16] και την Αρμενία. Αναχωρητές, όπως ο όσιος Νικηφόρος ο Γυμνός [17], προτίμησαν να απολαύσουν τη διδασκαλία του αγίου θεοφώτιστου κοινοβιάρχου και να πορευθούν προς την τελειότητα με την ταπεινόφρονα άσκηση της σεμνής υπακοής και ευπρεπούς υποταγής.

Η προσευχή του αγίου είχε τέτοια ισχύ κατά των δαιμόνων, ώστε οι δαίμονες περιέζωναν αοράτως το Όρος, δίχως όμως να μπορούν να προσβάλουν τους μοναχούς· συνέχιζαν παρά ταύτα να επιτίθενται στον ίδιο τον Αθανάσιο. Μία ημέρα υπέβαλαν σε έναν αμελή μοναχό που ήταν προκατειλημμένος κατά της ασκητικής ζωής του αγίου την ζοφερή ιδέα να κάνει απόπειρα κατά της ζωής του. Εμφανίστηκε νύκτα στην πόρτα του κελλιού του ηγουμένου· μόλις όμως ο Αθανάσιος βγήκε και τον ασπάσθηκε πατρικά, το ξίφος του δυστυχισμένου έπεσε από το χέρι του· πέφτοντας ο ίδιος στα πόδια του, εξομολογήθηκε το ολέθριο σχέδιό του. Ο άγιος τον συγχώρεσε αμέσως και έκτοτε έδειξε απέναντί του μεγαλύτερη στοργή απ’ ό,τι στους άλλους μαθητές του.

Κατέστη «τα πάντα για τους πάντες» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 22) απέναντι στους μοναχούς του κοινοβίου, όπως και απέναντι στους ασκητές των περιχώρων ή στους προσκυνητές που έφθαναν από παντού στη Λαύρα για να βρουν ίαση της ψυχής ή του σώματος. Ο άγιος Αθανάσιος δεν έπαψε, ωστόσο, τη διαρκή συνομιλία του με τον Θεό, όπως και τους ασκητικούς αγώνες. Σε καιρό νηστείας δεν έτρωγε τίποτε όλη την εβδομάδα, ενώ τις κανονικές ημέρες η τροφή του ήταν εκείνη των μοναχών που υποβάλλονταν στα πλέον αυστηρά επιτίμια. Όταν παρευρισκόταν στο γεύμα, μοίραζε το μερίδιό του έτσι ώστε, δίχως να το αντιλαμβάνεται κανείς, δεν έτρωγε τίποτε εκτός από το αντίδωρο που διανέμονταν στο τέλος της θείας Λειτουργίας. Τον χρόνο που δεν ανάλωνε στη διδασκαλία ή στην εξομολόγηση των μαθητών του, τον αφιέρωνε στην προσευχή, λουσμένος διαρκώς στα δάκρυα· ενώ το μαντήλι του, που ήταν πάντα μουσκεμένο, θεράπευσε πολλές φορές αρρώστους. Κεφαλή και οδηγός με αδιαμφισβήτητη αυθεντία, γινόταν, κατ’ εικόνα του Χριστού, υπηρέτης του καθενός και έδειχνε όλως ιδιαίτερη φροντίδα για τους αρρώστους, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τις περιθάλψεις που οι άλλοι μέσα στην αδυναμία τους αποστρέφονταν. Θεωρούσε ως τον μεγαλύτερο θησαυρό τους λεπρούς της Λαύρας και τους εμπιστευόταν στους πιο δοκιμασμένους μαθητές του. Όταν πέθαινε κάποιος μοναχός, ο άγιος πήγαινε δίπλα στον νεκρό και έλιωνε στο κλάμα - όχι με λυγμούς συναισθηματικής συγκίνησης, αλλά με δάκρυα μεσιτείας για τη σωτηρία του τεθνεώτος - και όταν σηκωνόταν με το πρόσωπο πυρακτωμένο, ανέπεμπε ευχαριστία στον Θεό για το γεγονός ότι Του είχε προσφέρει τον μαθητή του ως θυσία ευάρεστη. 
Η αδελφότητα, περιορισμένη αρχικά σε ογδόντα μοναχούς από τον αυτοκράτορα, έφθασε στους εκατόν είκοσι προς το τέλος της ζωής του Αθανασίου και δεν έπαυσε να αυξάνει [18]. Ο άγιος ωστόσο παρέμενε ένας πατέρας για τον καθένα χωριστά. Προέτρεπε τους μοναχούς του να εργάζονται χειρωνακτικά, ώστε να αποφεύγουν την αργία, τη μητέρα όλων των κακών, και έδινε ο ίδιος το παράδειγμα μπαίνοντας επικεφαλής σε όλες τις κοπιαστικές εργασίες, από τις οποίες δεν έλειπε ποτέ η ψαλμωδία και το άλας του θεϊκού λόγου. Δίδασκε ότι ο σκοπός της μοναχικής πολιτείας στο κοινόβιο παρέμενε ο ίδιος με εκείνον των ερημιτών: «Η προετοιμασία για την έλλαμψη του Αγίου Πνεύματος με τον καθαρισμό του νου, της ψυχής και του σώματος» [19]. Μία ημέρα, ο μοναχός Γεράσιμος μετέβη στο κελλί όπου είχε αποτραβηχτεί ο άγιος και είδε την όψη του πυρωμένη σαν καμίνι. Στην αρχή έκανε πίσω τρομοκρατημένος· όταν όμως πλησίασε ξανά, τον είδε να ακτινοβολεί και να περιβάλλεται από έναν κύκλο θείου φωτός. Καθώς του ξέφυγε μια κραυγή, που πρόδωσε την παρουσία του, ο Αθανάσιος τον έβαλε να ορκιστεί ότι δεν θα φανέρωνε σε κανέναν αυτό που είχε δει. 
Η παρρησία που απέκτησε ο Αθανάσιος με τον Θεό χάρισε στον άγιο θεία σοφία, τόσο στη διδαχή της αδελφότητος όσο και στη διόρθωση των σφαλμάτων των μοναχών του. Όταν επέβαλλε κάποιο επιτίμιο σε αδελφούς, υποβαλλόταν σε αυτό και ο ίδιος· και παρότι δημόσια τηρούσε στάση αυστηρή και επιβλητική, όταν βρισκόταν με τους μαθητές του, κατ’ ιδίαν ή για κάποια εξωτερική εργασία, ήταν πάντοτε απλός, πρόσχαρος και γεμάτος γλυκύτητα.

Θεράπευσε πολλούς ασθενείς, αφού πρώτα χρησιμοποιούσε και ιατρικά βότανα για να κρύψει τη εξαίσια δύναμη της προσευχής του. Πολλοί από όσους έρχονταν να εξομολογηθούν σε αυτόν κάποιο επίμονο πάθος τους, όπως η οργή ή ο φθόνος, επέστρεφαν λυτρωμένοι, αφού ο άγιος τούς είχε αγγίξει πατρικά με την ποιμαντορική ράβδο του λέγοντας: «Πορεύου εν ειρήνη! Δεν υποφέρεις από κανένα κακό!». 
Λόγω των αυξημένων αναγκών της αδελφότητος χρειάστηκε να διευρυνθεί το Καθολικό και τα έργα προχώρησαν γρήγορα χάρη στις αυτοκρατορικές δωρεές, ώστε δεν απέμεινε πια παρά η τοποθέτηση του τρούλου. Ο άγιος, στον οποίο ο Θεός αποκάλυψε το επικείμενο τέλος του, αφού άφησε τις υποθήκες του στους μαθητές του σε μία τελευταία κατήχηση, ενεδύθη τον μανδύα του, έβαλε το κουκούλιο του αγίου Μιχαήλ Μαλεΐνου, το οποίο φορούσε μόνο σε μεγάλες εορτές, και ανέβηκε στις σκαλωσιές για να επιθεωρήσει τα έργα (ήταν 5 Ιουλίου, μεταξύ 997 και 1000). Αίφνης, ο τρούλος κατέρρευσε, παρασύροντας τον άγιο και μαζί του άλλους έξι μοναχούς που τον συνόδευαν. Πέντε από αυτούς πέθαναν αμέσως· μόνον ο Αθανάσιος και ο οικοδόμος Δανιήλ έμειναν ζωντανοί συνθλιμμένοι κάτω από τα ερείπια. Για τρεις ώρες ακουγόταν η φωνή του οσίου να ψελλίζει: «Δόξα σοι, ο Θεός!», «Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι!». Οι μοναχοί που έσκαψαν με πολλά δάκρυα, τον βρήκαν νεκρό, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος και με ένα μονάχα τραύμα στην κνήμη. Το σώμα του έμεινε χωρίς να αλλοιωθεί και σαν κοιμισμένο για τρεις ημέρες, μέχρις ότου συναχθούν όλοι οι Αθωνίτες, τρεις χιλιάδες περίπου τον αριθμό, για να τελέσουν την κηδεία του Πατέρα και πατριάρχη τους. Από την πληγή του έτρεξε τότε νωπό αίμα που έσπευσαν οι μοναχοί να συλλέξουν και το οποίο επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων. Έκτοτε ο άγιος Αθανάσιος δεν έπαυσε να μεσιτεύει θαυματουργικά για όσους έρχονταν να ασπασθούν τον τάφο του, μπροστά στον οποίο καίει ακοίμητη κανδήλα. 
Όταν η Μεγίστη Λαύρα εόρτασε την επιστροφή της στον κοινοβιακό μοναχισμό, στις 5 Ιουλίου του 1981, μετά από αιώνες υπό το καθεστώς της ιδιορρυθμίας, το γυαλί που προστατεύει την εικόνα του που βρίσκεται πάνω από τον τάφο ανέβλυσε αιφνίδια ευώδες υγρό, φανερώνοντας την έκδηλη ευαρέσκεια του αγίου.

- Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ - 
[1] Ο οποίος ήταν συγγενής του Φωκά και του Μαλεΐνου. Ο γιος του είχε παντρευτεί την εξαδέλφη του Αθανασίου. 
[2] Μια από τις στρατιωτικές διαιρέσεις της Μικράς Ασίας, που περιελάμβανε τα μικρασιατικά παράλια μέχρι τη Λυκαονία και την Ισαυρία. 
[3] Στον δεύτερο «Βίο», ο άγιος Μιχαήλ εμπιστεύεται τον Νικηφόρο και τον κατά σάρκα αδελφό του Λέοντα στην πνευματική καθοδήγηση του Αθανασίου. 
[4] Το κελλίο αυτό σώζεται έως σήμερα, κοντά στη Λαύρα. 
[5] Ονομαζόταν «Λαύρα» εις ανάμνησιν των πάλαι ποτέ μεγάλων ημι-αναχωρητικών μοναστηριών, το καθίδρυμα όμως αυτό προοριζόταν εξ αρχής να αποτελέσει κοινοβιακή μονή. 
[6] Στην τοποθεσία του σημερινού αγιάσματος του Αγίου Αθανασίου. Το επεισόδιο αυτό δεν απαντάται στον «Βίον», αλλά προέρχεται από την προφορική παράδοση. 
[7] Για τον λόγο αυτό μέχρι σήμερα δεν υπάρχει «οικονόμος» στη Μεγίστη Λαύρα, αλλά μόνο «παραοικονόμος», και τιμάται εκεί η εικόνα της Παναγίας της «Οικονόμισσας». 
[8] Πρόκειται για το πρώτο Καθολικό αυτού του τύπου, του λεγομένου «αθωνικού», που γενικεύτηκε κατόπιν σε όλη την Αυτοκρατορία. 
[9] Με είκοσι ένα μονοκόμματα μαρμάρινα τραπέζια που σώζονται έως σήμερα στη Λαύρα, όπως σώζονται και πολλά άλλα αντικείμενα της εποχής του αγίου, συγκεκριμένα η ποιμαντορική ράβδος του και ο βαρύς σιδερένιος επιστήθιος σταυρός που φορούσε. 
[10] «Τυπικόν» του αγίου Αθανασίου (εκδ. «Meyer», σελ. 115). 
[11] Γνωστή σήμερα με το όνομα «Αγία Μονή», στην Πάφο. 
[12] Η μονή αυτή έχει ιδρυθεί έναν αιώνα πριν, από τον άγιο Ευθύμιο τον Νέο [15 Οκτ.]. Κατά ορισμένους ο Ιωάννης Τσιμισκής ήταν εκείνος που δώρισε το μοναστήρι αυτό στη Λαύρα. 
[13] Το «Τυπικόν», που ονομάζεται «Τράγος», υπογράφηκε από τον αυτοκράτορα, τον Αθανάσιο και πενήντα επτά ηγουμένους και μοναχούς, και σφράγισε την αποστολή αυτή. Φυλάσσεται στις Καρυές και επιδεικνύεται με την παρουσία της ιεράς Κοινότητος μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. 
[14] Τότε ιδρύθηκαν οι Μονές Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Ξενοφώντος και Δοχειαρίου. 
[15] Η «Μονή των Αμαλφηνών», το σπουδαιότερο μεταξύ των ιταλικών μοναστηριών που είναι γνωστά στον Άθω και το οποίο ακολουθούσε πιθανώς τον «Κανόνα» του αγίου Βενέδικτου, παρέμεινε εν ενεργεία μέχρι τον 13ο αιώνα. Διατηρείται ένας πύργος έως σήμερα στην τοποθεσία «Μορφονού». 
[16] Βλ. τον «Βίο» των αγίων Ιωάννου και Ευθυμίου στις 13 Μαΐου. Ο άγιος Αθανάσιος αγαπούσε τόσο τον Ιωάννη τον Ίβηρα, ώστε στο «Τυπικό» του τον όρισε επίτροπο της Μεγίστης Λαύρας, επιφορτισμένο να επιβλέπει τη μοναστική τάξη και να επαγρυπνεί για τον ορισμό του ηγουμένου, διότι παραπονιόταν ότι ματαίως αναζητούσε έναν διάδοχο. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη, ορίσθηκε επίτροπος ο γιος του, όσιος Ευθύμιος, αλλά δεν μπόρεσε να φέρει εις πέρας τα καθήκοντά του λόγω των διαιρέσεων που εμφανίστηκαν στη Μονή Ιβήρων μεταξύ Ελλήνων και Γεωργιανών. Οι δύο μονές, ωστόσο, διατήρησαν πάντα στενές σχέσεις και κάθε χρόνο στην πανήγυρη του αγίου Αθανασίου προΐσταται ο ηγούμενος της Μονής των Ιβήρων. 
[17] Μετά από μία αποκάλυψη του αγίου Φαντίνου ξεκίνησαν μαζί από την Καλαβρία [30 Αυγ.]. Όταν απεβίωσε, ανάβλυσε μύρο από το σκήνωμά του. Δεν μνημονεύεται στους Συναξαριστές· διακρίνεται ωστόσο από τον Νικηφόρος που μνημονεύεται στις 14 Μαΐου. 
[18] Αριθμούσε 700 μοναχούς κατά τον 11ο αιώνα. 
[19] «Τυπικόν», σελ. 102.
Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αγία Εντάνα της Ιρλανδίας.


Αγία Εντάνα της Ιρλανδίας. 
5 Ιουλίου.
Η Αγία Εντάνα/Εδάνα (Edana) της Ιρλανδίας (επίσης Edaene, Etaoin, Edna, Eidyn) είναι μοναχή ιρλανδικής καταγωγής που έζησε στη συμβολή των ποταμών Σάνον (Shannon) και Μπόιλ (Boyle) κατά τον έκτο αιώνα. Το όνομά της σημαίνει «μικρή φωτιά» ή «μικρή φλόγα». 
Εκάρη μοναχή από τον Άγιο Πατρίκιο [17 Μαρτίου]. Είναι η προστάτιδα αγία πολλών ενοριών στη δυτική Ιρλανδία, συμπεριλαμβανομένων των Τούαμ (Tuam) και Έλφιν (Elphin). Ένα ιερό πηγάδι, γνωστό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, πήρε το όνομά της. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι η πόλη του Εδιμβούργου, κοντά στην τοποθεσία όπου ίδρυσε ένα μοναστήρι, πήρε το όνομά της από την Αγία. 
Η πόλη του Εδιμβούργου, πρωτεύουσα της Σκωτίας, πιστεύεται ότι ονομάστηκε από την Αγία Εντάνα: «Dùn Édana», που σημαίνει «το κάστρο της Εντάνα» ή «το φρούριο της Εντάνα».

Η Αγία Εντάνα ταξίδεψε τελικά στη Σκωτία και ίδρυσε εκεί ένα μοναστήρι. Σκωτσέζοι ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι η πόλη ονομάστηκε από ένα οχυρό που χτίστηκε εκεί γύρω στο 638 από τον βασιλιά Εδουΐνο (Edwin). Αφού κατέλαβε την τοποθεσία από το Gododdin, έχτισε το "Dùn Éideann" (για το "Dunedin") - το φρούριο του Eidyn. Ωστόσο, πολύ πριν από την εποχή του βασιλιά Εδουΐνου, υπήρχε το Ιερό της Εντάνα, όπου η Αγία ίδρυσε το μοναστήρι της.

Κοιμήθηκε οσιακά το 516 και η μνήμη της τιμάται 5 Ιουλίου.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ο όσιος Ανδρέας Ρουμπλιώφ ο εικονογράφος

 
4 ΙΟΥΛΙΟΥ  
Ο όσιος Ανδρέας Ρουμπλιώφ ο εικονογράφος

Ο όσιος Ανδρέας, ο μεγαλύτερος των αγίων εικονογράφων, γεννήθηκε περί το 1360. Επιθυμώντας παιδιόθεν να γίνει μοναχός, μετέβη στην Λαύρα της Αγίας Τριάδος την οποία καθοδηγούσε τα χρόνια εκείνα ο άγιος Νίκων [17 Νοεμ], που τον έστειλε στην Μονή Σερπουχώφ, κοντά στον μαθητή του Αθανάσιο, από τον οποίο έλαβε το μοναχικό Σχήμα. 
Αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, δεδομένου ότι ο Αθανάσιος είχε φύγει για την Κωνσταντινούπολη, ο Ανδρέας επέστρεψε στην Λαύρα της Αγίας Τριάδος για να ζήσει στην σκιά του αγίου Σεργίου. Εκεί μυήθηκε στην τέχνη της εικονογραφίας εν μέρει από τον συμμαθητή και εν Χριστώ αδελφό του Δανιήλ τον Μαύρο, βουλγαρικής καταγωγής, ο οποίος του μετέδωσε τα στοιχειώδη της βυζαντινής παράδοσης. Επισκέπτονταν μαζί συχνά την Μόσχα, όπου διέμεναν στην Μονή του Ανδρονίκου, την οποία είχε επίσης ιδρύσει ο άγιος Σέργιος και όπου ο Δανιήλ είχε αρχίσει τον μοναχικό του βίο και συνδέθηκαν εκεί με τον μεγάλο διδάσκαλο της εικονογραφικής τέχνης της σχολής της Μόσχας, Θεοφάνη τον Έλληνα. 
Εργάστηκαν εκεί από κοινού στην διακόσμηση του ναού του Γενεθλίου της Θεοτόκου, κατόπιν δε στον καθεδρικό ναό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ στο Κρεμλίνο. Το 1399, ο δεύτερος γιος του αγίου Δημητρίου Ντονσκόι, Γεώργιος Δημήτριεβιτς, που διέμενε στο Ζβενιγκορόντ, ανήγειρε έναν καθεδρικό ναό και μία μονή στην πόλη αυτή και κάλεσε τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής για την ιστόρησή τους. Οι τοιχογραφίες του καθεδρικού ναού ανατέθηκαν στον όσιο Ανδρέα. 
Το 1405, ο Θεοφάνης τον ανακάλεσε στο Κρεμλίνο της Μόσχας για να ζωγραφίσει το εικονοστάσιο του καθεδρικού ναού του Ευαγγελισμού. Τρία χρόνια αργότερα εργάστηκε μαζί με τον Δανιήλ τον Μαύρο στην φιλοτέχνηση του καθεδρικού ναού της Κοιμήσεως του Βλαδιμίρ. 
Περί το 1420 επέστρεψαν στην Λαύρα και έλαβαν από τον ηγούμενο το διακόνημα να ιστορήσουν το Καθολικό της Αγίας Τριάδος. Ο άγιος Δανιήλ εργάστηκε στις τοιχογραφίες και ο όσιος Ανδρέας στο εικονοστάσιο που περιελάμβανε τις υπέροχες εικόνες του Αρχαγγέλου Γαβριήλ και του Αποστόλου Παύλου, κυρίως όμως την περίφημη εικόνα της Αγίας Τριάδος που, καθώς λέγεται, του ενέπνευσε ο άγιος Σέργιος. 
Οι δύο εικονογράφοι μοναχοί έδειχναν τέτοιο ζήλο για την νηστεία και την προσευχή, ώστε επληρώθησαν θείας χάριτος. Κατακυριευμένοι από θείο έρωτα έστρεφαν πάντα το πνεύμα και τους λογισμούς τους προς το θείο φως, που καταύγαζε στα βάθη της καρδιάς τους, με μόνο μέλημα να μεταγράψουν σε χρώματα πάνω στους τοίχους και τα σανίδια τα απαυγάσματα της εσωτερικής αυτής θεωρίας. 
Όταν δεν ήσαν απασχολημένοι να ζωγραφίζουν, την Κυριακή, παρέμεναν καθισμένοι μπροστά στις τίμιες εικόνες που είχαν φιλοτεχνήσει οι προκάτοχοί τους, πλημμυρισμένοι από χαρά και θείο φώς. Για τον λόγο αυτό ο Κύριος τους δόξασε κατά την στερνή τους ώρα: ο Ανδρέας εκοιμήθη πρώτος (περί το 1427)· κατόπιν δε ο Δανιήλ, που είχε αρρωστήσει και αυτός, είδε κατά την στιγμή της εκδημίας του από τον κόσμο τούτο τον συνάδελφό του εν μεγάλη δόξη, ο οποίος τον καλούσε με χαρά προς την αιώνια και άπειρη μακαριότητα. Ενταφιάσθηκαν μαζί στην Μονή Ανδρονίκου, όπου εργάζονταν στην ιστόρηση του Καθολικού [1]. 
Όλες οι εικόνες που φιλοτέχνησε ο όσιος Ανδρέας είναι έμπλεες θείας χάριτος και ορισμένες αποδείχθηκαν θαυματουργές, ωστόσο η πλέον φημισμένη είναι αναμφιβόλως εκείνη της Αγίας Τριάδος που η Σύνοδος των Εκατό Κεφαλαίων (1551) ανακήρυξε πρότυπο κάθε ορθόδοξης εικόνας. 
Στην εικόνα της Αγίας Τριάδος ο Αντρέι Ρουμπλιώφ ξεπερνά το καθιερωμένο πρότυπο της εμφανίσεως των τριών αγγέλων στον Αβραάμ και αναπαριστά με απαράμιλλη τέχνη και άφθαστη θεολογική δύναμη την άφατη αγάπη που ενώνει τα θεία Πρόσωπα. Η κυκλική κίνηση που υποδηλώνεται από την κλίση της κεφαλής των Αγγέλων και από το δένδρο στο βάθος της σκηνής, όπως και η ανεστραμμένη προοπτική που κατευθύνει το σημείο φυγής της στον θεατή, καθιστούν τον πιστό, που στέκει με ευλάβεια μπροστά σε αυτήν την «εικόνα των εικόνων», μέτοχο του θείου αυτού χορού. Προσκαλείται να καθήσει και αυτός σ’ αυτή την τράπεζα, ως τέταρτος συνδαιτυμόνας, και να γευθεί από το ποτήριον που με λεπτότητα υποδεικνύει ο Άγγελος, μέσα στο οποίο διακρίνει κανείς ένα θυσιασμένο ζώο, σύμβολο της θείας Ευχαριστίας.

[1] Κατά την διάρκεια εργασιών στο Καθολικό της μονής αυτής το 1992 βρέθηκαν στο υπόβαθρο του θυσιαστηρίου του Καθολικού τα λείψανα του κτίτορος Ανδρονίκου [13 Ιουν] και άλλων τριών ηγουμένων. Εν συνεχεία ανακαλύφθηκε ένας πέμπτος τάφος που περιείχε τα σώματα δύο μοναχών που είχαν επανενταφιαστεί στο μέρος εκείνο κάποιο χρονικό διάστημα μετά την τελευτή τους και φαίνεται ότι πρόκειται για τα λείψανα του οσίου Ανδρέα Ρουμπλιώφ και του Δανιήλ του Μαύρου.

 

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 11ος, Ιούλιος. Ίνδικτος, 

Δημοφιλείς αναρτήσεις