Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μια πρόκληση για το λαό του Θεού.

Τῌ ΠΡΩΤῌ 

ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
α΄ 44 - 52

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  28 Φεβρουαρίου του 1999

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ 

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Και αν ρωτούσε κάποιος πού θα μπορούσε απτά και ορατά να αγγίξει τα μεγέθη της Ορθοδοξίας, και έψαχνε, ας πούμε, στον χώρο όπου η Ορθοδοξία μάς ασκεί στην καρδιακή προσευχή· θα λέγαμε πως είναι και εκεί η Ορθοδοξία, αλλά, αν δεν υπήρχε ένα πιο βαθύ μέγεθος, μια ρίζα, αυτό μπορεί να ήταν μια κατάσταση προσωπικής προσπάθειας για να βρεις τον εαυτό σου. Αν κάποιος προσπαθούσε να εντοπίσει τα μεγέθη της Ορθοδοξίας στις πανέμορφες Ακολουθίες της, σίγουρα είναι και εκεί μέσα η Ορθοδοξία αλλά, αν έλειπε αυτή η ρίζα και το βάθος, μπορεί στο τέλος να κατέληγε σε ένα χώρο βαττολογίας. Αν το εντόπιζε στα μεγέθη της εγκρατείας και της νηστείας της, και έλειπε και πάλι αυτή η ρίζα και το βάθος, σίγουρα την Ορθοδοξία ακούμπησε, αλλά μπορεί να κατέληγε σε μια προσωπική κατά κόσμον άσκηση γυμναστικής. Αν το εντόπιζε μέσα στους όρους και τα μεγέθη του Πηδαλίου και των Κανόνων της Εκκλησίας μας, σίγουρα θα ήταν πλάι στην Ορθοδοξία και θα την ακουμπούσε αλλά, αν έλειπε αυτή η ρίζα, θα κατέληγε σε ένα γεγονός νομικό και πολλές φορές φαρισαϊκό. 

Το Ευαγγέλιο σήμερα ακριβώς προσδιόρισε τη ρίζα, για να μπορούν όλα τα άλλα να αναδείξουν πρακτικά και ορατά την Ορθοδοξία. Αν λείπει η ρίζα, όλα τα άλλα είναι ορθόδοξα μεγέθη αλλά, από τους έχοντας ελλιπή βίωση της ρίζας, βιώνονται ως ανορθόδοξα, «βαττολογικά», κενά μεγέθη.  Πού είναι η ρίζα; με τις απλές και αδρές λέξεις που διέγραψε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη: για τον Χριστό μιλούσε. Είπε πρώτα πρώτα που «εξήλθε»· αυτή η τρομερή έξοδος που κάνει ο Χριστός και σπάζει όλα τα συμβατά μεγέθη των «κλεισιμάτων».  Είναι μια έξοδος η οποία δεν είναι απλώς για να βγούμε έξω, να ξεσκάσουμε, να βγούμε από τη μούχλα μας, να βγούμε για να κάνουμε κάτι άλλο. Εξέρχεται και βρίσκει τον άλλον· «εὑρίσκει», λέει, τον άλλον. Δεν είναι λοιπόν μια έξοδος για να διαμαρτυρηθείς, να φωνάξεις, να κάνεις το κέφι σου, είναι για να βρεις τον άλλο. Και όχι, απλώς, βρίσκεις τον άλλο για να κάνεις παρέα: και  «εἶδεν» αυτόν· και τον βλέπει πολύ βαθιά! Βλέπετε, τρία μεγέθη, μπορεί να τα ξεκινήσεις και κάπου να χαθείς. Τον βρίσκεις, τον βλέπεις. Κι ούτε αυτό είναι αρκετό γιατί μπορεί να φαίνεται που τον αγαπάς και τον κοιτάς βαθιά και τον γνωρίζεις και να του κάνεις ένα καθοριστικό ψυχολογικό κοίταγμα. 

Και λέει «ἀκολούθει μοι». Όλη αυτή η έξοδος έχει ένα αποκορύφωμα: όλα αυτά να πάνε - όχι για να βρει απλώς ο ένας τον άλλο, και να τον λατρέψει και να τον κάνει είδωλό του - να πάνε στον Χριστό. Και αν βρεις αυτή την έξοδο, αυτό το κοίταγμα και αυτό το στοιχείο της ακολουθίας του Χριστού, αρχίζεις όλα τα προηγούμενα να τα κάνεις πραγματικά ορθόδοξα. Γιατί τότε ανοίχτηκες - όχι για κέφι σου. Βρήκες τον άλλο - όχι για κέφι σου. Τον είδες βαθιά - όχι για κέφι σου. Και τα πήγατε όλα στον Χριστό! Και γι’ αυτό η μετέπειτα πορεία του Αποστόλου είναι: και «εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ἔρχου καὶ ἴδε». Τον βγάζει και αυτόν σε μια έξοδο, αλλά όχι για να βρει τον ίδιο τον Φίλιππο, αλλά να πάνε μαζί στον Χριστό! 

Και τότε πια έρχεται η κατάληξη του Ευαγγελίου που ομιλεί για τον ουρανό, που, είναι γεγονός, τον «ἀνεῳγότα» ουρανό, λέει. Ανοίγουν οι ουρανοί, κάνει έξοδο ο ίδιος ο ουρανός! Και αφού ο ίδιος ουρανός είναι σε μια συνεχή έξοδο, η δική μας βαθιά θεραπευτική, η ανακάλυψη των μεγεθών της Ορθοδοξίας, κρύβεται σε αυτό το στοιχείο της εξόδου, που οριστικοποιείται και σφραγίζεται από την ακολουθία του Χριστού. Χωρίς αυτό, ο κόσμος θα φωνάζει, θα διαμαρτύρεται, θα κάνει κινήσεις, θα λέει πράγματα ανθρωπιστικά, φιλάνθρωπα, θα προσπαθεί να αγαπήσει, κι όμως δεν θα κάνει τίποτε. Θα προσπαθεί ο Χριστιανός να προσεύχεται, να νηστεύει, να εγκρατεύεται, και δεν θα κάνει τίποτε, γιατί θα λείπει η ρίζα. Όλα είναι Ορθοδοξία αλλά χωρίς αυτή τη ρίζα, θα είναι μια ορθόδοξη βαττολογία.

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μια πρόκληση για το λαό του Θεού. Για να γίνει η Ορθοδοξία κάτι πρακτικό, βιώσιμο, άμεσα κατά τις χρονικές απαιτήσεις, και να μπαίνει στο τώρα, να μπαίνει σε αυτή τη στιγμή. Και να γίνει η Ορθοδοξία όχι μια πανηγυριώτικη Κυριακή, όπου θα θυμηθούμε τον θρίαμβο και το φως της Ορθοδοξίας, αλλά θα το κάνουμε μια συγκλονιστική πράξη όχι μόνο για το πρόσωπό μας. Και για το πρόσωπό μας και για το πρόσωπο του άλλου και για το πρόσωπο της κοινότητας και, γιατί όχι; για το πρόσωπο ενός ολόκληρου λαού και έθνους.

 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

ΜΗΝ ΜΑΡΤΙΟΣ

ΜΗΝ ΜΑΡΤΙΟΣ 
ἔχων ἡμέρας τριάκοντα μίαν
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 12 καὶ ἡ νὺξ ὥρας 12
ΜΑΡΤΙΟΣ ὁ μὴν ἀρχὴ καὶ πρῶτος τῶν μηνῶν ὀνομάζεται ὑπὸ τοῦ θεσπεσίου Προφήτου Μωυσέως. Γράφεται δὲ περὶ τούτου ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς Ἐξόδου ὅτι «ὁ μὴν οὗτος ὑμῖν ἀρχὴ μηνῶν, πρῶτός ἐστιν ὑμῖν ἐν τοῖς μησὶ τοῦ ἐνιαυτοῦ» (Ἐξ. ιβ’ 1-2). Μανθάνομεν δὲ καὶ ἐκ τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως, κατὰ τὴν συμφωνίαν τῶν ἱερῶν ἑρμηνευτῶν, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἐποίησεν ὁ Θεὸς ὅλα τὰ αἰσθητὰ κτίσματα ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι. Ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο ἀληθὲς ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι κατ’ ἔτος, τὸν Μάρτιον μῆνα ἡ γῆ βλαστάνει τὰ φυτὰ καὶ τὴν χλόην καθὼς ἐβλάστησε ταῦτα το πρῶτον κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Κόσμου, ὅταν δηλαδὴ προσέταξεν ὁ Θεὸς καὶ εἶπε· «Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου» (Γεν. α’ 11). Ἀποδεικνύεται ἀκόμη καὶ ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἔρχεται ἡ γλυκυτάτη ἄνοιξις, ἡ θάλασσα γαληνιᾷ καὶ ὁ οὐρανὸς φαίνεται διαυγέστερος καὶ λαμπρότερος, ἐλευθερούμενος ἀπὸ τὰς νεφέλας τοῦ προλαβόντος χειμῶνος, καθὼς δηλαδὴ ἔγιναν ὅλα ταῦτα καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην δημιουργίαν τοῦ Κόσμου. 
Ἀκολούθως κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦτον μῆνα ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον [1], κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἠλευθερώθη ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Φαραὼ καὶ τὸ Πάσχα ἐτέλεσε καὶ τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν διῆλθε καθὼς διηγεῖται εἰς ἡμᾶς τὸ δωδέκατον κεφάλαιον τοῦ βιβλίου τῆς Ἐξόδου. Κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον εἰσῆλθον οἱ Ἰσραηλῖται εἰς τὴν Γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὴν Χαναάν, καθὼς τοῦτο συνάγεται ἐκ τῆς Βίβλου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ἔνθα γράφεται ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται ἐποίησαν τὸ Πάσχα εἰς τὴν Ἱεριχώ, κατὰ τὴν δεκάτην τετάρτην τοῦ μηνός, δηλαδὴ τοῦ Μαρτίου. Γράφονται δηλαδὴ ἐκεῖ τὰ ἑξῆς· «Καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ Πάσχα τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς ἀφ’ ἑσπέρας, ἐπὶ δυσμῶν Ἱεριχὼ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐν τῷ πεδίῳ» (Ἰησ. ε’ 10). 
Κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἔλαβε χώραν καὶ ἡ ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας ἡμῶν, διότι κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον κατέβη ἐκ τῶν οὐρανῶν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν σωτηρίαν μας καὶ συνελήφθη εἰς τὴν μακαρίαν κοιλίαν τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας, σάρκα ἐξ αὐτῆς δανεισάμενος, κατὰ τὴν εἰκοστὴν πέμπτην δηλαδὴ τοῦ Μαρτίου τούτου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἑορτάζεται ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἡ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἄσπορος σύλληψις. Κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον, ἤτοι κατὰ τὴν κγ’ (23ην) τοῦ Μαρτίου, κατεδέχθη νὰ λάβῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὸν διὰ Σταυροῦ θάνατον καὶ κατὰ τὴν εἰκοστὴν πέμπτην τοῦ ἰδίου μηνὸς Μαρτίου ἀνέστη ὁ Κύριος ἐκ τοῦ μνήματος, ὅτε καὶ κύριον Πάσχα λέγεται, δωρήσας εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς Ἀναστάσεώς του θεοπρεπῶς τὴν Ἀνάστασιν. Κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον πιστεύομεν, ὅτι μέλλει νὰ γίνῃ καὶ ἡ κοινὴ καὶ παγκόσμιος ὅλων τῶν ἀνθρώπων Ἀνάστασις, ὡς καὶ ἡ παντελὴς καὶ ἀκατάλυτος πάντων τῶν κτισμάτων ἀποκατάστασις. 
Ὅστις λοιπὸν ὀνομάσῃ τὸν Μάρτιον τοῦτον ἄρτιον, φερωνύμως καὶ προσφυῶς θέλει τὸν ὀνομάσει, ἐπειδὴ εἰς τὸν μῆνα τοῦτον εὑρίσκει ἐμπεριεχόμενα ὅλα τὰ μυστήρια τῆς πλάσεως καὶ ἀναπλάσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅλης τῆς κτίσεως, ὅσα ἔγιναν καὶ γίνονται καὶ μέλλουσι νὰ συμβῶσιν. Ὁ μὴν Μάρτιος παρὰ μὲν τοῖς Ἑβραίοις ὀνομάζεται Νισάν, παρὰ δὲ τοῖς Λατίνοις πρῶτον μὲν ὠνομάζετο Πρίμους, ἤτοι πρῶτος, ὕστερον δὲ ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ Ρώμου τοῦ οἰκοδομήσαντος τὴν Ρώμην, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἔδωκε τὸ ὄνομά του, Μάρτιος, διὰ τὴν ἑξῆς αἰτίαν. Ὁ Ρῶμος οὗτος ἔκτισε κατὰ τὸν μῆνα Πρίμους ἱερὸν τοῦ ψευδωνύμου θεοῦ Ἄρεως, ὅταν δὲ ἀπεπεράτωσε καὶ ἐνεκαινίασεν αὐτὸ μετωνόμασε τὸν Πρίμους Μάρτιον, ὅπερ Ἑλληνιστὶ δηλοῖ μὴν τοῦ Ἄρεως. Μετωνόμασε δὲ τοῦτον οὕτως, ἵνα μὲ τὸ ὄνομα αὐτὸ τιμήσῃ τὸν θεόν του Ἄρην [2]. 
Ἵνα δὲ κάμωμεν καὶ μικράν τινα παρέκβασιν, ὁ μὴν οὗτος ὠνομάσθη Μάρτιος, μὴν δηλαδὴ ἄρτιος καὶ τέλειος, ἐπειδὴ ὁ προηγούμενος μὴν Φεβρουάριος εἶναι ἀτελὴς καὶ ἠκρωτηριασμένος. Καὶ διὰ μὲν τοῦ ἀτελοῦς καὶ ἀκρωτηριασμένου Φεβρουαρίου δηλοῦνται αἱ πρὸ τῆς Κρίσεως καὶ τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως ἡμέραι, περὶ τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι εἶπεν ὁ Κύριος αἰνιγματωδῶς ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις· «Εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σὰρξ» (Ματθ. κδ’ 22), διὰ δὲ τοῦ τελείου καὶ ἀρτίου τούτου μηνὸς δηλοῦται ἡ τελειότης καὶ ἀρτιότης, τὴν ὁποίαν μέλλουν νὰ λάβωσι τότε οἱ ἄνθρωποι διὰ τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως καὶ πᾶσα ἡ κτίσις, διὰ τῆς ἀφθαρσίας καὶ ἀποκαταστάσεως. Καὶ ταῦτα μὲν εἴπομεν περὶ τοῦ μηνὸς Μαρτίου, τώρα δὲ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν σὺν Θεῷ, κατὰ τάξιν, καὶ τὰ τοῦ Μαρτίου Συναξάρια.
Ὑποσημειώσεις 
[1] Ποία εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκτισεν ὁ Θεὸς τὸν Κόσμον; Ὁ μὲν Ἐδεσσηνὸς Ματθαῖος ὁ πεζὸς χρονογράφος, ὁ Ξανθόπουλος καὶ ὁ Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου λέγουν, ὅτι εἶναι ἡ εἰκοστὴ πέμπτη τοῦ Μαρτίου, ὁ δὲ Πατριάρχης Ἀναστάσιος λέγει ὅτι εἶναι ἡ εἰκοστὴ τοῦ Μαρτίου, ἡ δὲ εἰκοστὴ πέμπτη εἶναι ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν συνέβησαν ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ ἡ Ἀνάστασις. 
Ἀληθέστερον ὅμως φαίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ πεζογράφος Δαμασκηνὸς ὁ Στουδίτης· ὅτι, δηλαδή, πρώτη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκτισεν ὁ Θεὸς τὸν Κόσμον εἶναι ἡ δωδεκάτη τοῦ Μαρτίου· κατὰ δὲ τὴν εἰκοστὴν πέμπτην τοῦ Μαρτίου παρέβη ὁ Ἀδὰμ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ. Φαίνεται δὲ τοῦτο ἀληθέστερον, δεδομένου ὅτι ἡ τετάρτη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένοντο οἱ ἀστέρες, ἦτο ἡ δεκάτη πέμπτη τοῦ Μαρτίου, ἐπειδὴ ἡ Σελήνη εὑρέθη τότε δεκατεσσάρων καὶ ἡμισείας ἡμερῶν καὶ ἕως ἑσπέρας ἔγινε δεκατεσσάρων ἡμερῶν, δεκαοκτὼ ὡρῶν καὶ εἰκοσιδύο πρώτων λεπτῶν, διότι εἰς τόσον διάστημα γίνεται ἡ Σελήνη τελεία καὶ πλησιφαὴς καὶ ὁλόφωτος, καθὼς διδάσκουσιν ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ νομικὸς Ματθαῖος ὁ Βλάσταρις, ὁ Μιχαὴλ ὁ Ψελλὸς καὶ πάντες οἱ νεώτεροι ἀστρονόμοι. 
Ἐκ τούτων λοιπὸν συνάγεται, ὃτι ἡ ἕκτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος, ἦτο ἡ δεκάτη ἑβδόμη τοῦ Μαρτίου. Πλὴν αἱ ἕνδεκα ἐκεῖναι πρῶται ἡμέραι τοῦ Μαρτίου ἦσαν ἀνυπόστατοι ὡς ἀνύπαρκτοι, ἐπειδὴ ἐννοοῦνται γεγενημέναι πρὸ τῆς γενέσεως τοῦ Κόσμου καὶ τῶν ἀστέρων, διότι εὑρέθη τότε ἡ Σελήνη τελεία, ὡς εἴπομεν (βλέπε περὶ τούτου καὶ τὸν Σεβαστὸν Τραπεζούντιον ἐν τῆ βʹ ἐρωτήσει). Καὶ ὁ μὲν Μάρτιος εἶναι ἀρχὴ φυσικὴ τῆς γεννήσεως ὅλων τῶν καρπῶν τῆς γῆς, ὁ δὲ Σεπτέμβριος εἶναι φυσικὴ ἀρχὴ τῆς συλλήψεως καὶ ἐγκυμοσύνης ὅλων σχεδὸν τῶν καρπῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ οἱ κύκλοι τοῦ Ἡλίου, ὁμοίως καὶ οἱ κύκλοι τῆς Σελήνης καὶ τὰ Θεμέλια καὶ αἱ Ἐπακταὶ ἀπὸ τὸν μῆνα Μάρτιον ἄρχονται. 
[2] λλοι δὲ προσθέτουσι καὶ ἄλλην αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ μὴν οὗτος Μάρτιος θεωρεῖται μὴν τοῦ Ἄρεως (λατινιστὶ Μars), ὅτι δηλαδὴ κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συνηθίζουν νὰ κηρύσσουν οἱ βασιλεῖς τοὺς πολέμους ἐπὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὴν τῶν Ἑλλήνων δοξασίαν ἦτο ἔφορος ὁ πολεμοχαρὴς Ἄρης.

Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Μήν Μάρτιος

 

Μήν Μάρτιος
ἔχων ἡμέρας τριάκοντα μίαν
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 12 καὶ ἡ νὺξ ὥρας 12


Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες ἀκολουθοῦν καί συνεχίζουν τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ στή ζωή τους. Πέτυχαν μέ τόν θάνατο τή ζωή, μεταφέροντας σ᾽ ἐμάς τήν εὐλογία τοῦ ἀγωνοθέτη Χριστοῦ πού τούς στεφάνωσε μέ τά εὐώδη ἄνθη τοῦ παραδείσου, γεμίζοντας μέ φῶς καί ἀρώματα ὅλον τόν κόσμο. 
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες, νέοι, νέες ἀκόμη καί παιδιά καί μεγαλύτεροι, ἁπλοί ἄνθρωποι καί αὐτοί ἀκόμα πού ἀρνήθηκαν καί μετανόησαν εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ παραδείσου μέσα στά σκοτεινᾶ χρόνια τῆς δουλείας. Εἶναι αὐτοί πού μάς ἔδωσαν μέ τό ζήλο τῆς πίστεώς τους τό παράδειγμα μένοντας σταθεροί στήν Ἁγία Ὀρθοδοξία καί ὅταν κλήθηκαν νά τήν ἀρνηθοῦν, αὐτοί χάρηκαν γιατί θά πέθαιναν γιά τόν Χριστό. 
Ἐγκατέλειψαν τά πάντα, τίς δουλειές τους, τά ἀξιώματά τους, τήν κατά κόσμον πτωχεία τους καί ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός «Κράτησαν ἕνα, τόν Χριστό, καί πλούτισαν μέ θησαυρό πού δέν μποροῦσε κανεῖς νά τούς τόν πάρει». 
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες τοῦ Μαρτίου: 
1. Δι᾽ ἀγχόνης ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παρασκευᾶς, εἰς τήν Τραπεζούντα κατά τό ἔτος 1659. 
3. Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ὁ ἐκ Ραψάνης τοῦ Ὀλύμπου, ἐμαρτύρησεν πολλά παθών, κατά τό ἔτος 1818, τήν κεφαλήν ἀποτμηθείς. 
5. Κατά τό 1784 ἔτος, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης ὁ Βούλγαρης, ἐμαρτύρησεν διά ξίφους ἔξωθεν τῆς Ἁγίας Σοφίας καί ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. 
5. Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Παρθένιος, ἐπίσκοπος Διδυμοτείχου, ἐμαρτύρησεν κατά τό 1805 ἔτος, τελειωθείς ἐν ταῖς βασάνοις. 
9. Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες παπα - Χρῖστος ὁ ἐξ Ἀνδραβίδας καί Πανάγος ὁ ἐκ Γαστούνης τῆς Πελοποννήσου, ἐμαρτύρησαν ὑπέρ Χριστοῦ κατά τό 1716 ἔτος διά ξίφους. 
15. Κατά τό 1792 ἔτος, ἐμαρτύρησεν ἐν Χίῳ ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μανουήλ ὁ Κρής, ξίφει σφαγιασθείς. 
16. Ὁ Ἅγιος νέος Ὁσιομάρτυς Μαλαχίας ὁ Λίνδιος, ἐμαρτύρησεν ἐν Ἱεροσολύμοις κατά τό ἔτος 1500, δι᾽ ἵππου συρόμενος, ἕξω δέ τῆς Ἁγίας Πόλεως ἀνασκολοπισθείς, λαβών τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. 
19. Κατά τό 1568 ἔτος, ἐμαρτύρησεν ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ὁ Τορναρᾶς, δαρείς καί ἀνηλεώς βασανισθείς καί τήν κεφαλήν ἀποτμηθείς, ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. 
19. Κατά τό 1657 ἔτος, ἐμαρτύρησεν ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ὁ Καραμάνος ἐν Σμύρνῃ, βασανισθείς διά πολλῶν παιδευτηρίων, κρεμασθείς δέ συνηριθμήθη εἰς τόν χορόν τῶν Μαρτύρων. 
20. Κατά τό 1793 ἔτος, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μύρων ὁ Κρής, ἐτελειώθει ἐν Κρήτῃ δι᾽ἀγχόνης. 
21. Κατά τό 1544 ἔτος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ ὁ Μαυρουδῆς, ὁ ἐκ Γρανίτζης τῶν Ἀγράφων, ἐμαρτύρησεν ἐν Θεσσαλονίκη διά πυρός, λαβών τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. 
22. Ὁ Ἅγιος νεός Ὁσιομάρτυς Εὐθύμιος, ὁ ἐκ Δημητζάνης τῆς Πελοποννήσου, ἤθλησε ὑπέρ Χριστοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, διά ξίφους δεχθείς τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον, ἐν ἔτει 1814. 
23. Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Λουκᾶς ὁ Ἀνδριανουπολίτης, κατά τό ἔτος 1802 ἐμαρτύρησεν ὑπέρ Χριστοῦ ἐν τῇ νήσῳ Μυτιλήνη δι᾽ἀγχόνης καί ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. 
24. Κατά τό 1657 ἔτος, τό Σάββατόν τοῦ Λαζάρου, ἐμαρτύρησεν ὁ Ἅγιος Νεοϊερομάρτυς Παρθένιος ὁ Γ´, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δι᾽ἀγχόνης. 
26. Ὁ Ἁγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ὁ ἐκ Σόφιας τῆς Βουλγαρίας, ἐμαρτύρησεν εἰς Ἀδριανούπολιν κατά τό ἔτος 1437 διά πυρός, λαβών τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. 
30. Κατά τό 1684 ἔτος, τήν Γ´ Κυριακήν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἐμαρτύρησεν εἰς Κόρινθον, ὁ Ἅγιος Νεοϊερομάρτυς Ζαχαρίας, ἐπίσκοπος Κορίνθου, τήν κεφαλήν ἀποτμηθείς, λαβών τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. 
«Νεομάρτυρες», 
Ἱερομόναχος Ἀναστάσιος , Ἐκδόσεις Ἑρμηνεία - Ἅγιον Ὄρος

ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ - ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ pdf

 


ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ - ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ - ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ 

Εκδότης: 
ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ  
Ι. Μ. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ

Α΄ Κυριακή των Νηστειών (Ορθοδοξίας) Συναξάρι Τριωδίου

 

Α΄ Κυριακή των Νηστειών (Ορθοδοξίας) 
Συναξάρι Τριωδίου

Την πρώτη Κυριακή των Νηστειών τελούμε την ανάμνηση της αναστήλωσης των αγίων και σεπτών εικόνων, η οποία έγινε από τους αείμνηστους αυτοκράτορες Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ και Θεοδώρα, τη μητέρα του, επί πατριαρχίας του αγίου Μεθοδίου του ομολογητή. 
* * *
Ο Λέων ο Ίσαυρος, από εκεί που ήταν ονηλάτης και χωρικός, με παραχώρηση Θεού έγινε βασιλιάς. Αμέσως κάλεσε τον άγιο Γερμανό, που μόλις είχε γίνει πατριάρχης και του είπε: «Όπως εγώ νομίζω, δέσποτα, οι άγιες Εικόνες δεν διαφέρουν καθόλου από τα είδωλα. Πρόσταξε, λοιπόν, να τις απομακρύνουν το γρηγορότερο. Αν πάλι είναι αληθινές οι μορφές των Αγίων, ας κρεμαστούν ψηλά, για να μη τις μολύνουμε προσκυνώντας τες, καθώς είμαστε πάντοτε μέσα στις αμαρτίες».

Ο πατριάρχης προσπάθησε να τον αποτρέψει από τέτοιο ανόσιο έργο λέγοντάς του: «Μη το κάνεις αυτό, βασιλιά μου. Γιατί έχουμε ακούσει πως κάποιος πρόκειται κάποτε να λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων, και θα τον λένε Κόνωνα». Και εκείνος αποκρίθηκε: «Μα εγώ μικρός έτσι λεγόμουν».

Επειδή λοιπόν ο πατριάρχης δεν πειθόταν να συμφωνήσει, ο βασιλιάς τον εξόρισε και τον αντικατέστησε με τον ομόφρονά του Αναστάσιο. Και έτσι ξεκίνησε φανερά τον πόλεμο εναντίον των αγίων Εικόνων. Λένε μάλιστα ότι πρώτα κάποιοι Εβραίοι του υπέδειξαν αυτό το ανόσιο έργο, καθώς με κάποια μαγική τέχνη τού προείπαν ότι θα γίνει βασιλιάς, όταν αυτός ήταν φτωχός και για να ζει εργαζόταν μαζί τους ως ονηλάτης.

Όταν ο Λέων πέθανε με κακό τρόπο, ο γιός του Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, που ήταν πιο ωμός από τον πατέρα του, τον διαδέχτηκε όχι μόνο στη βασιλεία αλλά πολύ περισσότερο στη λύσσα εναντίον των αγίων Εικόνων. Αλλά και εκείνος είχε χειρότερο τέλος, και έγινε βασιλιάς ο γιός του από τη Χαζάρα σύζυγο (ο Λέων ο Δ’ ). Όταν και αυτός πέθανε με άθλιο τρόπο, κληρονόμησαν τη βασιλεία η σύζυγός του Ειρήνη και ο γιός του Κωνσταντίνος. Αυτοί, καθοδηγούμενοι από τον αγιότατο πατριάρχη Ταράσιο, συνεκάλεσαν την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και η Εκκλησία του Χριστού έλαβε πάλι τις άγιες Εικόνες.

Ύστερα απ’ αυτούς ανέβηκε στον θρόνο ο Νικηφόρος, που προηγουμένως είχε το αξίωμα του Γενικού, έπειτα ο γιός του Σταυράκιος, και μετά απ’ αυτόν ο Μιχαήλ ο Ραγκαβές, που όλοι τους σέβονταν τις άγιες Εικόνες.

Τον Μιχαήλ τον διαδέχτηκε ο θηριώδης Λέων ο Αρμένιος, ο οποίος, αφού απατήθηκε δολερά από κάποιον αιρετικό έγκλειστο μοναχό, ξεκίνησε τη δεύτερη Εικονομαχία, και η Εκκλησία του Θεού πάλι απογυμνώθηκε από τον στολισμό της.

Αυτόν τον διαδέχτηκε ο Αμοραίος Μιχαήλ (Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός), και αυτόν ο γιός του Θεόφιλος, ο οποίος τους ξεπέρασε όλους στη μανία κατά των Εικόνων.

Αυτός λοιπόν ο Θεόφιλος βασάνισε πολλούς από τους αγίους πατέρες με ποινές και τιμωρίες ποικίλες για χάρη των σεπτών Εικόνων, όμως ιστορείται ότι και τη δικαιοσύνη αγαπούσε πολύ, ώστε κάποια μέρα θέλησε να μάθει αν υπάρχει κανείς μέσα στην πόλη που να ενοχλεί τον πλησίον του, και αφού αυτή η αναζήτηση κράτησε για πολλές μέρες, δεν βρέθηκε κανείς.

Όταν, μετά από δώδεκα χρόνια βασιλείας, αρρώστησε από δυσεντερία και έμελλε να πεθάνει, το στόμα του άνοιξε τόσο πολύ, ώστε φαινόταν και αυτά τα εντόσθια του. Από το γεγονός αυτό πόνεσε πολύ η βασίλισσα Θεοδώρα. Και μόλις την πήρε λίγο ο ύπνος, είδε σε όνειρο την άχραντη Θεοτόκο με το προαιώνιο βρέφος στην αγκαλιά της, περικυκλωμένη από λαμπρούς αγγέλους, οι οποίοι έδερναν και μάλωναν τον Θεόφιλο, τον σύζυγό της.

Όταν αυτή ξύπνησε, συνήλθε λίγο και ο Θεόφιλος και φώναξε: «Αλίμονό μου τον άθλιο, για τις άγιες Εικόνες με δέρνουν». Αμέσως η βασίλισσα έβαλε πάνω του την εικόνα της Θεοτόκου και την παρακαλούσε με δάκρυα. Ο Θεόφιλος, αν και ήταν σε τέτοια κατάσταση, βλέποντας έναν από τους παρευρισκόμενους να έχει στον λαιμό του ένα εγκόλπιο, άπλωσε το χέρι του, το άρπαξε και το καταφιλούσε. Αμέσως το στόμα του που είχε λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων και ο ορθάνοιχτος λάρυγγας γύρισαν στη φυσική τους κατάσταση, και αυτός, απαλλαγμένος από το φοβερό βάσανό του, αποκοιμήθηκε ομολογώντας πως πρέπει να τιμούμε και να σεβόμαστε τις άγιες Εικόνες. Η βασίλισσα λοιπόν έβγαλε τις σεπτές και άγιες Εικόνες από εκεί που τις έκρυβε και έκανε τον Θεόφιλο να τις τιμά και να τις ασπάζεται με όλη του την ψυχή.

Μετά από λίγο πέθανε ο Θεόφιλος, και η Θεοδώρα ανακάλεσε όλους, όσοι ήταν σε εξορία ή στις φυλακές, και διέταξε να ζουν ανενόχλητοι. Ταυτόχρονα γκρεμίστηκε από τον πατριαρχικό θρόνο ο Ιωάννης, ο λεγόμενος και Ιαννής (όνομα ενός από τους μάγους του Φαραώ), και ήταν μάλλον μαντιάρχης και δαιμονιάρχης παρά πατριάρχης. Και στον θρόνο ανέβηκε ο ομολογητής του Χριστού Μεθόδιος, ο οποίος προηγουμένως έπαθε πολλά και φυλακίστηκε ζωντανός σε τάφο.

Ενώ τα πράγματα στην βασιλεύουσα ήταν έτσι, έγινε θεία επίσκεψη στον μέγα Ιωαννίκιο, που ασκήτευε στον Όλυμπο (της Βιθυνίας). Ήλθε δηλαδή σ’ αυτόν ο μέγας ασκητής Αρσαάκιος και του είπε: «Ο Θεός μ’ έστειλε σε σένα, για να πάμε μαζί στον οσιότατο Ησαΐα που ζει έγκλειστος στη Νικομήδεια, και να μάθουμε απ’ αυτόν το θέλημα του Θεού και το συμφέρον της Εκκλησίας».

Όταν πήγαν στον οσιότατο Ησαΐα, αυτός τους είπε: «Αυτά λέει ο Κύριος: Ιδού, έφτασε το τέλος των εχθρών της εικόνας μου. Εσείς λοιπόν να πάτε στη βασίλισσα Θεοδώρα, αλλά και στον πατριάρχη Μεθόδιο, και να του πείτε: «Να παύσεις όλους τους ανίερους (τους εικονομάχους κληρικούς) και έτσι μαζί με τους αγγέλους να μου προσφέρεις θυσία, σεβόμενος την εικόνα της μορφής μου και του Σταυρού»».

Αφού άκουσαν αυτά τα λόγια, αμέσως πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και τα φανέρωσαν στον πατριάρχη Μεθόδιο και σε όλους τους εκλεκτούς. Και αυτοί πήγαν όλοι μαζί στη βασίλισσα και την βρήκαν πρόθυμη σε όλα, γιατί από μικρή ήταν ευσεβής και φιλόθεη. Αμέσως η βασίλισσα έβγαλε την εικόνα της Θεοτόκου που είχε κρεμασμένη στον λαιμό της και ενώπιον όλων άρχισε να την ασπάζεται λέγοντας: «Όποιος δεν προσκυνεί τις Εικόνες και δεν τις ασπάζεται με πόθο, τιμητικά και όχι λατρευτικά, όχι ως θεούς αλλά ως απεικονίσεις των αρχετύπων, αυτός ας έχει το ανάθεμα». Και όλοι χάρηκαν πάρα πολύ.

Τους ζήτησε τότε και αυτή να κάνουν δέηση για τον Θεόφιλο τον άνδρα της. Εκείνοι, αν και δεν ήθελαν, όμως βλέποντας την πίστη της πείσθηκαν. Και ο άγιος Μεθόδιος συγκέντρωσε στην Μεγάλη Εκκλησία όλο τον λαό, όλο τον κλήρο και τους αρχιερείς, και πήγε εκεί και ο ίδιος. Μεταξύ των άλλων ήταν και οι διακεκριμένοι αυτοί γέροντες από τον Όλυμπο, δηλαδή ο μέγας Ιωαννίκιος και ο Αρσάακιος, όπως επίσης και ο Ναυκράτιος, οι μαθητές του Θεοδώρου του Στουδίτου, οι ομολογητές Θεοφάνης του Μεγάλου Αγρού και Θεόδωρος οι λεγόμενοι Γραπτοί, ο σύγκελλος Μιχαήλ ο Αγιοπολίτης και πολλοί άλλοι.

Όλοι αυτοί έκαναν ολονύχτια δέηση προς τον Θεό για την ψυχή τού Θεοφίλου και όλοι προσεύχονταν με δάκρυα και θέρμη. Και αυτό το έκαναν όλη την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ενώ και η ίδια η βασίλισσα Θεοδώρα έκανε το ίδιο με τις γυναίκες της αυλής και τον υπόλοιπο λαό.

Ενώ γίνονταν αυτά, η βασίλισσα Θεοδώρα κατά το χάραμα της Παρασκευής αποκοιμήθηκε για λίγο, και της φάνηκε πως βρέθηκε κοντά στην κολόνα του Σταυρού και ότι από εκεί περνούσαν με θόρυβο κάποιοι που είχαν διάφορα όργανα βασανισμού, και ανάμεσά τους είδε τον βασιλιά Θεόφιλο να τον σέρνουν με τα χέρια δεμένα πίσω. Τους ακολούθησε και αυτή, και όταν έφτασαν στην Χαλκή Πύλη είδε κάποιον με υπερφυσική όψη που καθόταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και μπροστά του έστησαν τον Θεόφιλο.

Η βασίλισσα έπεσε τότε στα πόδια του και παρακαλούσε για τον βασιλιά. Αυτός κάποια στιγμή της είπε: «Γυναίκα, μεγάλη η πίστη σου! Να ξέρεις ότι για τα δάκρυά σου και την πίστη σου, αλλά και για τις δεήσεις και ικεσίες των δούλων μου και των ιερέων μου, συγχωρώ τον Θεόφιλο τον άνδρα σου». Έπειτα είπε στους φρουρούς: «Λύστε τον και δώστε τον στη γυναίκα του». Εκείνη τον πήρε και έφυγε χαρούμενη, και αμέσως ξύπνησε.

Αυτά είδε η βασίλισσα Θεοδώρα. Ο δε πατριάρχης Μεθόδιος, τον καιρό που γίνονταν οι δεήσεις και οι προσευχές για τον Θεόφιλο, πήρε ένα λευκό χαρτί και έγραψε τα ονόματα όλων των αιρετικών βασιλέων, όπως και του Θεοφίλου, και έβαλε το χαρτί κάτω από την αγία Τράπεζα. Κατά την Παρασκευή βλέπει και αυτός έναν φοβερό άγγελο να μπαίνει μέσα στη Μεγάλη Εκκλησία, να τον πλησιάζει και να του λέει: «Η δέησή του εισακούστηκε, επίσκοπε, και ο βασιλιάς Θεόφιλος συγχωρήθηκε. Πάψε πλέον να ενοχλείς τον Θεό γι’ αυτόν».

Ο πατριάρχης, θέλοντας να δει αν το όραμα ήταν αληθινό, κατέβηκε από το θρόνο και πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και -ω τα ακατάληπτα κρίματα του Θεού!- βρήκε σβησμένο εντελώς το όνομα του Θεοφίλου με θεϊκό τρόπο. Όταν το έμαθε αυτό η βασίλισσα χάρηκε πάρα πολύ και μήνυσε στον πατριάρχη να συγκεντρώσει όλο τον λαό με τους τιμίους Σταυρούς και τις άγιες Εικόνες στη Μεγάλη Εκκλησία, ώστε να αποδοθεί σε αυτή ο στολισμός των αγίων Εικόνων και να γίνει γνωστό σε όλους το μεγάλο και παράδοξο θαύμα.

Και αφού όλοι σχεδόν συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία με κεριά, ήλθε και η βασίλισσα με τον γιό της. Έκαναν τότε λιτανεία με τις άγιες Εικόνες και με τα θεία και σεβάσμια ξύλα του Σταυρού και με το ιερό και θείο Ευαγγέλιο και έφθασαν μέχρι το λεγόμενο Μίλιο, κράζοντας το Κύριε ελέησον.

Στη συνέχεια επέστρεψαν στην Εκκλησία και τέλεσαν τη θεία Λειτουργία, αφού πρώτα οι άγιοι άνδρες αναστήλωσαν τις άγιες και σεβάσμιες Εικόνες, και έγινε τιμητική ανακήρυξη των ευσεβών και ορθόδοξων, ενώ οι αντίθετοι ασεβείς που απέρριπταν την τιμή των αγίων Εικόνων αποκηρύχθηκαν και παραδόθηκαν στο ανάθεμα.

Και από τότε οι άγιοι εκείνοι ομολογητές όρισαν να γίνεται κάθε χρόνο αυτή η ιερή πανήγυρη, για να μην τύχει να πέσουμε πάλι σε μια τέτοια ασέβεια.

Κύριε, απαράλλακτη εικόνα του Πατέρα, ελέησέ μας με τις πρεσβείες των αγίων σου ομολογητών. Αμήν.

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ  


Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 281

Περί αγίων εικόνων.

 

ΤΟΜΟΣ ΣΤ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ 
Περί αγίων εικόνων. 
Από τον πς΄ κανόνα της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου. 
Ο πς΄ (86ος) κανόνας της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου ορίζει: Το να ζωγραφίζουμε τους τύπους (τις προτυπώσεις) με χρώματα, ενώ τα πρωτότυπα έχουν ήδη έρθει, θα ήταν άκομψο και περιττό. Γι' αυτό, ορίζει να μη ζωγραφίζεται ο αμνός (το αρνί) ως τύπος, με το αίμα του οποίου ο μέγας Μωυσής παλαιότερα, αλείφοντας τις παραστάδες των θυρών, εμπόδιζε την είσοδο στον εξολοθρευτή δαίμονα. Ούτε ο Βαπτιστής να ζωγραφίζεται να δείχνει με το δάχτυλο τον αμνό και να φωνάζει στους λαούς: «Ιδού ο αμνός του Θεού». Αντίθετα, οι γραφές των τύπων πρέπει να παραμερίζονται και να αναστηλώνεται σε εικόνες ο ανθρώπινος χαρακτήρας του Θεού Λόγου. Βλέποντας και προσκυνώντας αυτή την εικόνα, συλλογιζόμαστε, όσο είναι δυνατόν, το απόρρητο μυστήριο της συγκατάβασής Του, την ακατανόητη ταπείνωσή Του, τη ζωή Του μέσα στη σάρκα, τα πάθη Του, τον θάνατο που έγινε πρόξενος ζωής, και όλα όσα μας έσωσαν. Διότι, αν και οι τύποι είναι σεπτοί, πρέπει να τιμάται περισσότερο η αλήθεια, η οποία μας χάρισε και αυτά (τους τύπους). Από αυτό φαίνεται ότι δεν είναι πρέπον να απελευθερώνουμε περιστέρια στις εκκλησίες αντί του Αγίου Πνεύματος, ή να ανάβουμε κερί αντί του αστέρα, ή να τοποθετούμε ομοίωμα βρέφους και κούνιας αντί της άρρητης Γέννησης. 
Φωτίου Πατριάρχου και Θεοδώρου του Στουδίτου.
Η λέξη «εικών» προέρχεται από το «εοικέναι» (μοιάζω). Άλλο πράγμα είναι η φυσική εικόνα και άλλο η μιμητική. Η φυσική εικόνα δεν έχει φυσική διαφορά από την αιτία της, αλλά υποστατική, όπως ο υιός ως προς τον πατέρα. Διότι η φύση τους είναι μία, αλλά οι υποστάσεις δύο. Αντίθετα, η μιμητική εικόνα δεν έχει υποστατική διαφορά από το αρχέτυπο, αλλά φυσική, όπως η εικόνα του Χριστού ως προς τον Χριστό. Διότι η υπόστασή τους είναι μία, αλλά οι φύσεις δύο: άλλη είναι η φύση της υλογραφίας (της ζωγραφικής πάνω σε υλικό) και άλλη η φύση του Χριστού κατά την ανθρώπινη φύση Του, σύμφωνα με την οποία περιγράφεται και γίνεται αρχέτυπο της εικόνας. Όταν προσκυνείται η εικόνα, προσκυνείται ο Χριστός, του οποίου είναι ομοίωση, και όχι η ύλη που δέχτηκε την ομοίωση, όπως συμβαίνει με την εικόνα που φαίνεται στον καθρέφτη. Αγγίζοντας την εικόνα στον καθρέφτη, δεν αγκαλιάζουμε την ύλη, αλλά την εικόνα. Και όταν εξαφανιστεί το είδωλο, για το οποίο γινόταν η προσκύνηση, η ύλη παραμένει απροσκύνητη, χωρίς να έχει καμία σχέση με το ομοίωμα. Αλλά και η σφραγίδα στο δαχτυλίδι, αν και νοητικά διαχωρίζεται από την ύλη, στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτα κοινό με την ύλη, παρόλο που η σφραγίδα της εικόνας υπάρχει πάνω στην ύλη. 
Σε κάθε τι που εικονίζεται μιμητικά, δεν εικονίζεται η φύση, αλλά η υπόσταση. Γι' αυτό, η εικόνα ταυτίζεται με το αρχέτυπο, όχι ως προς τη φύση, αλλά ως προς την υπόσταση, δηλαδή ως προς τη μίμηση της υπόστασης. 
Αναστηλώνουμε τις ιερές εικόνες, ώστε βλέποντάς τες, να νομίζουμε ότι μέσω αυτών βλέπουμε τα αρχέτυπά τους, και να γίνονται για εμάς υπομνήματα και παρηγοριά της επιθυμίας μας για τα πρωτότυπά τους. Διότι όσο πιο συχνά βλέπονται οι εικόνες, τόσο περισσότερο αυτοί που τις βλέπουν διεγείρονται προς τη μνήμη και την επιθυμία των αρχετύπων. 
Η λατρεία «εν πνεύματι και αληθεία» απονέμεται από τους ορθοδόξους στην Αγία Τριάδα. Στις άγιες εικόνες όμως δεν απονέμεται λατρεία, αλλά προσκύνηση, ασπασμός και τιμή. Διότι, αν και η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο, η λατρεία ανήκει μόνο στην Αγία Τριάδα και όχι στις σεπτές εικόνες, για να μη θεωρηθούμε κτισματολάτρες και υλολάτρες. 
Στον ίδιο τον Χριστό, η προσκύνηση είναι λατρευτική και φυσική. Διότι όποιος προσκυνά Αυτόν, συμπροσκυνά και τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τη μία φύση εν Τριάδι, που αποτελεί την τριαδική προσκύνηση και λατρεία. Στην εικόνα του Χριστού όμως, η προσκύνηση είναι σχετική και ομώνυμη. Διότι όποιος προσκυνά την εικόνα, δεν συμπροσκυνά τον Πατέρα και τον Υιό (ενν. το Άγιο Πνεύμα), αλλά μόνο τον Χριστό που απεικονίζεται σε αυτήν, ο οποίος εικονίζεται λόγω της σάρκωσής Του σύμφωνα με τη σωματική Του όψη. Αυτή είναι η σχετική και υποστατική προσκύνηση. 
Ο Χριστός φαίνεται στην εικόνα Του, και αυτή (η εικόνα) υπάρχει μέσα σε Αυτόν, όπως η σκιά στο σώμα, από το οποίο είναι αδύνατο να χωριστεί, ακόμα κι αν δεν φαίνεται πάντα. Αλλά όπως η σκιά φαίνεται με τη λάμψη του ήλιου, έτσι και η εικόνα του Χριστού φαίνεται με τη διατύπωση στην ύλη. 
Δεν προσκυνούμε τις εικόνες ως θεούς, ούτε έχουμε σε αυτές τις ελπίδες της σωτηρίας μας, ούτε τους απονέμουμε θεία λατρεία, όπως οι ειδωλολάτρες, αλλά μόνο εκδηλώνουμε τη σχέση και την αγάπη της ψυχής μας, την οποία έχουμε προς τα πρωτότυπα, μέσω αυτής της προσκύνησης. Γι' αυτό, αν καταστραφεί η μορφή, καίμε την πρώην εικόνα σαν άχρηστο ξύλο. 
Περί σταυρού. 
Όταν σχηματίζουμε τον τύπο του σταυρού ενώνοντας δύο ξύλα, αν κάποιος από τους απίστους μας κατηγορήσει ότι προσκυνούμε ξύλο, μπορούμε, χωρίζοντας τα δύο ξύλα και διαλύοντας τον τύπο του σταυρού, να τα θεωρήσουμε άχρηστα ξύλα και να αποστομώσουμε τον άπιστο, δείχνοντας ότι δεν σεβόμαστε το ξύλο, αλλά τον τύπο του σταυρού. Πρέπει να προσερχόμαστε με φόβο και αλήθεια και να προσκυνούμε τις άγιες εικόνες, και να πιστεύουμε ότι θεία χάρη επιφοιτά σε αυτές, μεταδίδοντας αγιασμό. 
Διαφορά των σεπτών εικόνων από τα είδωλα. 
Η σεβάσμια εικόνα έχει την εξής διαφορά από το βδελυρό είδωλο: Τα πρωτότυπα των ειδώλων είναι ψεύτικα. Διότι, ενώ λέγονται ότι είναι ομοιώματα θεών, δεν είναι θεών αλλά δαιμόνων, όπως λέει ο προφήτης: «όλοι οι θεοί των εθνών είναι δαιμόνια». Αντίθετα, τα αρχέτυπα των τιμίων εικόνων είναι όλα αληθινά: της μίας είναι ο Χριστός, της άλλης η Θεομήτωρ, της άλλης ο Πρόδρομος, και καθεμιάς ο αντίστοιχος άγιος. Αυτών των οποίων τα πρωτότυπα είναι ψεύτικα, ούτε εικόνες ούτε είδωλα θα μπορούσαν να ονομαστούν δικαίως, αλλά απλώς μάταια και άχρηστα έργα ανθρώπινων χεριών και άψυχη ύλη της γης. Στις εικόνες φαίνονται οι μορφές των πρωτοτύπων, ενώ στα είδωλα καθόλου. Για παράδειγμα, το πρωτότυπο του ειδώλου του Δία είναι ο αιθέρας, της Ήρας ο αέρας, του Ποσειδώνα το νερό, της Δήμητρας η γη, του Απόλλωνα ο ήλιος, της Άρτεμης η σελήνη, του Άρη ο θυμός, του Διονύσου η μέθη, της Αφροδίτης η λαγνεία, και των άλλων ομοίως, και μάλιστα των δώδεκα παλαιότερων. Τα είδωλα όλων αυτών είναι ανθρωπόμορφα, ενώ τα λεγόμενα πρωτότυπα αυτών των ειδώλων είναι είτε ετερόμορφα (δηλαδή τα στοιχεία της φύσης) είτε εντελώς άμορφα (δηλαδή τα πάθη), και όλα είναι άψυχα και αναίσθητα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις