Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020

Το προοίμιο του Σταυρού: Σάββατο του Λαζάρου

Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν Ἁγίαν Ἑβδομάδα τοῦ πάθους σου, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε… Με αυτά τα λόγια του στιχηρού στον εσπερινό της Παρασκευής, πριν την Κυριακή των Βαΐων, τελειώνει η Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πια στην «Αγία Εβδομάδα», στην περίοδο του εορτασμού των παθών του Χριστού, του Θανάτου και της Αναστάσεώς Του. Περίοδος που αρχίζει από το Σάββατο του Λαζάρου. 
Τα γεγονότα της διπλής γιορτής, η ανάσταση του Λαζάρου και η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, αναφέρονται στα λειτουργικά κείμενα σαν «προοίμιο του Σταυρού». Έτσι, για να καταλάβουμε καλύτερα αυτά τα γεγονότα, θα πρέπει να τα δούμε μέσα στα πλαίσια της Μεγάλης Εβδομάδας.
Το κοινό απολυτίκιο των δύο αυτών ημερών: «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός …» μας βεβαιώνει, με κατηγορηματικό τρόπο, για την αλήθεια της κοινής ανάστασης. Είναι πολύ σημαντικό ότι μια από τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, γίνεται ο οδηγός στην πορεία μας μέσα στο σκοτάδι του Σταυρού. Έτσι το φως και η χαρά λάμπουν όχι μόνο στο τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας αλλά και στην αρχή της. Το φως και η χαρά φωτίζουν αυτό το σκοτάδι και αποκαλύπτουν το βαθύ και τελικό νόημα του.
Όλοι όσοι είναι εξοικειωμένοι με την Ορθόδοξη λατρεία γνωρίζουν τον ιδιότυπο, σχεδόν παράδοξο, χαρακτήρα των ακολουθιών του Σαββάτου του Λαζάρου. Είναι, θα λέγαμε, Κυριακή και όχι Σάββατο, δηλαδή έχουμε μέσα στο Σάββατο αναστάσιμη ακολουθία. Ξέρουμε ότι το Σάββατο είναι βασικά αφιερωμένο στους τεθνεώτες και η Θεία Λειτουργία γίνεται στη μνήμη τους. Όμως το Σάββατο του Λαζάρου είναι διαφορετικό. Η χαρά που διαποτίζει τις ακολουθίες αυτής της ημέρας τονίζει ένα κεντρικό θέμα: την επερχόμενη νίκη του Χριστού κατά του Άδη.
Άδης είναι ο βιβλικός όρος που χρησιμοποιείται για να ορίσει το θάνατο με την παγκόσμια δύναμή του, που με τα αδιαπέραστα σκότη και τη φθορά καταπίνει κάθε ζωή και δηλητηριάζει ολόκληρο το σύμπαν. Αλλά τώρα, με την ανάσταση του Λαζάρου, ο «θάνατος αρχίζει να τρέμει». Ακριβώς από δω αρχίζει η αποφασιστική μονομαχία ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο και μας προσφέρει το κλειδί για μια πλήρη κατανόηση του λειτουργικού μυστηρίου του Πάσχα.
Στην πρώτη Εκκλησία, το Σάββατο του Λαζάρου ονομαζόταν «αναγγελία του Πάσχα». Πραγματικά αυτό το Σάββατο αναγγέλλει, προμηνύει, το υπέροχο φως και τη γαλήνη του επομένου Σαββάτου, του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, που είναι ημέρα του Ζωηφόρου Τάφου.
Το πρώτο μας βήμα ας είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε το εξής: ο Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού Χριστού, είναι η προσωποποίηση όλου του ανθρωπίνου γένους και φυσικά κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Η Βηθανία, η πατρίδα του Λαζάρου, είναι το σύμβολο όλου του κόσμου, είναι η πατρίδα του καθενός. Ο καθένας από μας δημιουργήθηκε να είναι φίλος του Θεού και κλήθηκε σ’ αυτή τη θεϊκή Φιλία που είναι η γνώση του Θεού, η κοινωνία μαζί Του, η συμμετοχή στη ζωή Του. «Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ιω. 1, 4). Και όμως αυτός ο φίλος (ο άνθρωπος), τον οποίο τόσο αγαπάει ο Θεός και τον οποίο μόνο από αγάπη δημιούργησε, δηλαδή τον έφερε στη ζωή, τώρα καταστρέφεται, εκμηδενίζεται από μια δύναμη που δεν τη δημιούργησε ο Θεός: το θάνατο . Ο Θεός συναντάει μέσα στον κόσμο, που Αυτός δημιούργησε, μια δύναμη που καταστρέφει το έργο Του και εκμηδενίζει το σχέδιό Του. Έτσι ο κόσμος δεν είναι πια παρά θρήνος και πόνος, δάκρυα και θάνατος.
Πώς είναι δυνατόν αυτό; Πως συνέβηκε κάτι τέτοιο; Αυτά είναι ερωτήματα που διαφαίνονται στη λεπτομερή διήγηση που κάνει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο του για τον Ιησού Χριστό όταν έφτασε στον τάφο του φίλου Του Λαζάρου. «Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; λέγουσι αὐτῷ· Κύριε ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησούς». (Ιω. 11, 35). Γιατί, αλήθεια, ο Κύριος δακρύζει βλέποντας το νεκρό Λάζαρο αφού γνωρίζει ότι σε λίγα λεπτά ο ίδιος θα του δώσει ζωή; Μερικοί Βυζαντινοί υμνογράφοι βρίσκονται σε αμηχανία σχετικά με το αληθινό νόημα αυτών των δακρύων. Μιλάνε για δάκρυα που χύνει η ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενώ η δύναμη της ανάστασης ανήκει στη θεϊκή Του φύση. Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία μας διδάσκει ότι όλες οι πράξεις του Χριστού ήταν «Θεανδρικές», δηλαδή θεϊκές και ανθρώπινες ταυτόχρονα. Οι πράξεις Του είναι πράξεις ενός και του αυτού Θεού-Ανθρώπου, του σαρκωμένου Υιού του θεού. Αυτός, λοιπόν, που δακρύζει δεν είναι μόνο Άνθρωπος αλλά και Θεός, και Αυτός που καλεί το Λάζαρο να βγει από τον τάφο δεν είναι μόνο Θεός αλλά και Άνθρωπος ταυτόχρονα. Επομένως αυτά τα δάκρυα είναι θεία δάκρυα. Ο Ιησούς κλαίει γιατί βλέπει το θρίαμβο του θανάτου και της καταστροφής στον κόσμο το δημιουργημένο από τον Θεό.
«Κύριε, ἤδη ὄζει…», λέει η Μάρθα και μαζί της οι παρεστώτες Ιουδαίοι, προσπαθώντας να εμποδίσουν τον Ιησού να πλησιάσει το νεκρό. Αυτή η φοβερή προειδοποίηση αφορά ολόκληρο τον κόσμο, όλη τη ζωή. Ο Θεός είναι η ζωή και η πηγή της ζωής. Αυτός κάλεσε τον άνθρωπο να ζήσει μέσα στη θεία πραγματικότητα της ζωής και εκείνος τώρα «ὄζει» (μυρίζει άσχημα). Ο κόσμος δημιουργήθηκε να αντανακλά και να φανερώνει τη δόξα του Θεού και εκείνος «ὄζει»…
Στον τάφο του Λαζάρου ο Θεός συναντά το Θάνατο, την πραγματικότητα που είναι αντι-ζωή, που είναι διάλυση και απόγνωση. Ο Θεός συναντά τον εχθρό Του, ο οποίος του απέσπασε τον κόσμο Του και έγινε ο ίδιος «ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου». Και όλοι εμείς που ακολουθούμε τον Ιησού Χριστό καθώς πλησιάζει στον τάφο του Λαζάρου, μπαίνουμε μαζί Του στη «δική Του ώρα» («ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα…»)· στην ώρα για την όποια πολύ συχνά είχε μιλήσει και την είχε παρουσιάσει σαν το αποκορύφωμα, το πλήρωμα ολοκλήρου του έργου Του.
Ο Σταυρός, η αναγκαιότητά του και το παγκόσμιο νόημά του αποκαλύπτονται με την πολύ σύντομη φράση του Ευαγγελίου: «καὶ ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησούς…». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δάκρυσε: αγαπούσε το φίλο Του Λάζαρο και γι’ αυτό είχε τη δύναμη να τον φέρει πίσω στη ζωή. Η δύναμη της Ανάστασης δεν είναι απλά μια θεϊκή «δύναμη αυτή καθ’ εαυτή», αλλά είναι δύναμη αγάπης, ή μάλλον η αγάπη είναι δύναμη.
Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Η Αγάπη δημιουργεί Ζωή… Η Αγάπη, λοιπόν, είναι εκείνη που κλαίει μπροστά στον τάφο και η Αγάπη είναι εκείνη που επαναφέρει τη ζωή. Αυτό είναι το νόημα των θεϊκών δακρύων του Ιησού. Μέσα απ’ αυτά η αγάπη ενεργοποιείται και πάλι – αναδημιουργεί, απολυτρώνει, αποκαθιστά τη σκοτεινή ζωή του ανθρώπου: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω!..» Προσταγή απολύτρωσης. Κάλεσμα στο φως. Ακριβώς γι’ αυτό το Σάββατο του Λαζάρου είναι το προοίμιο και του Σταυρού, σαν τη μέγιστη θυσία της αγάπης, και της Ανάστασης, σαν τον τελικό θρίαμβο της αγάπης. 

«Ἡ πάντων χαρά, Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς
ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις
τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται, τῇ αὐτοῦ
ἀγαθότητι· καὶ γέγονε τύπος
τῆς ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι
παρέχων θείαν ἄφεσιν».
(Κοντάκιο από το Σάββατο του Λαζάρου). 

π. Αλέξανδρος Σμέμαν, 
Μικρό οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος: 
Σύντομη λειτουργική εξήγηση 
των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας, 
μετάφραση Ελένη Γκανούρη, 
2η έκδ., Αθήνα, 
Ακρίτας, 1993.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Ο Κύριος σπάει την «καραντίνα» του αγίου Ιωνά του Κιέβου


 ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΑΓΙΟΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ.
Από τις σημειώσεις του ίδιου του γέροντα Ιωνά γνωρίζουμε, ότι μερικοί από τους μοναχούς ιδιαιτέρως, απ’ αυτούς που είχαν κάποια εξουσία, δεν τον αγαπούσαν και τον ταλαιπωρούσαν. Ήθελαν μάλιστα να τον διώξουν από το μοναστήρι, αλλά τον προστάτευε ο ηγούμενος.  Τελικά αυτοί που μισούσαν τον π. Ιωνά κατόρθωσαν να τον απομονώσουν από την αδελφότητα στο κελλί του. Μόνο ο γέροντας του, επιτρεπόταν να τον επισκέπτεται και κανείς άλλος. Έτσι λοιπόν ο πατέρας Ίωνάς βρέθηκε σε ένα ακούσιο εγκλεισμό, που ωστόσο ήταν πολύ ωφέλιμος γι’ αυτόν, ώστε να γράφει ο ίδιος «ζούσα σαν εκτός του σώματος». 
Όταν ελευθερώθηκε από την απομόνωση, άρχισαν καινούργιοι πειρασμοί. Οι αρχαιότεροι μοναχοί που είχαν κάποια εξουσία στο μοναστήρι, έκαναν ανταρσία κατά του ηγουμένου και αξίωναν να συμμετέχει και ο π. Ιωνάς. Εκείνος όμως αρνήθηκε προκαλώντας και πάλι το μίσος τους εναντίον του. Ο γέροντας του, π. Άβελ,  είχε κοιμηθεί και ο  π. Ιωνάς  έμεινε χωρίς στήριγμα. 
Οι αντάρτες μοναχοί κατόρθωσαν μόνο να αλλάξουν τον αρχοντάρη και να βάλουν δικό τους άνθρωπο, τον μοναχό Καισάριο. Ήρθε όμως αμέσως η τιμωρία του Θεού· ο καινούργιος αρχοντάρης έπεσε παράλυτος, ώστε δεν μπορούσε να κινήσει ούτε πόδια ούτε χέρια ούτε καν τη γλώσσα του. 
Τότε αυτοί πρόσταξαν τον π. Ιωνά να περιποιείται τον άρρωστο και να κάθεται συνέχεια κοντά του, τόσο που δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από τον Καισάριο ούτε μία ώρα, ακόμη ούτε για να πάει στην εκκλησία. Υπέμενε όμως αυτή τη δοκιμασία με καρτέρια και προθυμία. 
Καθώς όμως πλησίαζε η μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων, ένιωσε βαθιά θλίψη μέσα στην ψυχή του, που και πάλι δεν θα μπορούσε να λειτουργηθεί. Αλλά ο Κύριος τον παρηγόρησε με ένα θαυμαστό τρόπο. 
Διηγείται ο ίδιος:  
«Ήμουν πολύ λυπημένος στις 4 και 5 Ιανουαρίου. Μετά τη Θεία Λειτουργία και τον μεγάλο αγιασμό οι γέροντες ήρθαν να αγιάσουν, όταν είχε σχεδόν βραδιάσει κι έτσι αξιώθηκα ν’ ασπαστώ τον Τίμιο Σταυρό και να με ραντίσουν με το Μέγα Αγιασμό. Και τότε όμως μου είπαν πάλι πως είμαι υπό δυσμένεια. Μετά οι άγιοι γέροντες έφυγαν κι εγώ συνέχισα να περιποιούμαι τον άρρωστο. Μόλις νύχτωσε, τον τακτοποίησα και τον έβαλα να κοιμηθεί. Τότε βίασα τον εαυτό μου να φάει κάτι. Ύστερα αφού διάβασα τις προσευχές προ του ύπνου, κάθισα στο σκαμνί για τη νοερά προσευχή. Έσβησα το φως και προσπαθούσα να ξεπεράσω τη συνεχιζόμενη εναντίον μου εχθρική επίθεση των γερόντων αυτών∙ δεν τα κατάφερα όμως. 
Τελικά νικήθηκα: τόσο πληγώθηκε η καρδιά μου από τη θλίψη, ώστε εξαντλήθηκα εντελώς και με δάκρυα στα μάτια πήγα και ξάπλωσα. Το μόνο που σκεφτόμουν, παρακαλούσα γι’ αυτό το Θεό, την Παναγία και όλους τους Αγίους, ήταν να με βοηθήσουν αυτή την ώρα της φοβερής θλίψεως. 
Στις δέκα σημάναν οι καμπάνες για την αγρυπνία και πικράθηκα  ακόμα περισσότερο: Όλοι οι αδελφοί θα ψάλουν στην αγρυπνία των Θεοφανείων κι εμένα δεν μου επιτρέπεται ούτε να πάω στην εκκλησία. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. 
Ξαφνικά άκουσα κάποιον να μπαίνει μέσα στο κελλί. Όμως εγώ ήμουν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και νόμιζα πως ήρθε ο αρχοντάρης που πότε - πότε επισκεπτόταν τον π. Καισάριο. 
Με πλησίασε και είπε: 
- Είναι καλός στρατιώτης αλλά μικρόψυχος και δεν έχει υπομονή. 
Άγγιξε μετά με το χέρι του το κεφάλι μου και με ρώτησε: 
- Γιατί πάλι παραδίνεις τον εαυτό σου στη θλίψη και τη στεναχώρια; Σήκω στα πόδια σου σου και λάβε δύναμη και σθένος. 
Και μ’ έπιασε από το χέρι. Όμως εγώ δεν κατάλαβα ποιος ήταν, επειδή είχα τα μάτια κλειστά όπως το συνηθίζω πάντα, όταν είναι σκοτάδι. Νόμιζα ακόμα πως είναι ο αρχοντάρης και μάλιστα, εκνευρίστηκα που μ’ ενοχλεί. Μα όταν άνοιξα τα μάτια μου και είδα πολύ μεγάλο φως και λάμψη, φοβήθηκα κι έπεσα σαν νεκρός. Δεν αισθανόμουν, δεν καταλάβαινα, δεν θυμόμουν τίποτα ούτε ήξερα πόσο βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση. Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα χέρι πάνω στο αμαρτωλό κεφάλι μου και από αυτό το χέρι κύλησε μέσα σ’ όλο το σώμα μου η ζωή. 
Τότε αυτός που έλαμπε μέσα στο φως, κάθισε σ’ ένα κούτσουρο και με πήρε κοντά του. Έβλεπα μόνο τα πόδια του. 
- Γιατί είσαι τόσο πικραμένος; 
Με ρώτησε… κι εγώ ο ταλαίπωρος είδα τότε καθαρά και γνώρισα τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα μου Ιησού Χριστό, που είχε έρθει σε μένα τον ανάξιο με τη συνοδεία πολλών αγίων. Μου λέει λοιπόν γεμάτος στοργή, έλεος, αγάπη και γλυκύτητα: 
- Δες και ψηλάφησε τις πληγές στα χέρια, τα πόδια και την πλευρά μου και βεβαιώσου ότι δεν είμαι φάντασμα, αλλά είμαι εγώ ο ίδιος, που ήρθα να σε θεραπεύσω. 
Ευδόκησε ο καλός μας Δεσπότης να μου δείξει στα χέρια του τις πληγές από τα καρφιά του, που ήταν βαθιές και μεγάλες, τα ματωμένα πόδια,  που ήταν σαν να πληγώθηκαν τώρα και την άχραντη λογχισμένη πλευρά του. 
Όλα αυτά τα επέμεινα, μου είπε, επειδή αγαπώ πολύ τους ανθρώπους. Όμως πιο πολύ αγαπώ το τάγμα των μοναχών. Έπειτα με παρηγόρησε και με νουθέτησε: 
-Να είσαι ανδρείος∙ να κάνεις υπακοή πάντα με προθυμία, επειδή η υπακοή είναι αγία και αγιάζει τον μοναχό που την έχει και του δίνει φτερά που τον ανεβάζουν στο θρόνο του ανεσπέρου φωτός. Μη δειλιάζεις, σε βεβαιώνω ότι θα είμαι πάντα κοντά σου. 
Έθεσε τότε ο Κύριος την παλάμη του πάνω στο ακάθαρτο κεφάλι μου και κοιτάζοντας τον άρρωστο Καισάριο μου είπε: 
-Δεν πρόλαβα να τελειώσουν τα σχέδια τους! Έτσι είναι οι άνθρωποι! Να τον υπηρετείς στην αρρώστια του, επειδή γι’ αυτόν αυτή η αρρώστια είναι η σωτηρία του.
Μετά τα λόγια αυτά ο Κύριος του παντός βγήκε από το κελλί μου με την ιερή συνοδεία του και εγώ τον συνόδεψα. 
 
Όταν φτάσαμε στην εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας μου είπε: 
-Να την τιμάς κι εσύ και όλοι οι πιστοί που έχουν εξαγοραστεί με το αίμα μου, γιατί χάρισε στον κόσμο τη σωτηρία. Να, αυτή τη στιγμή στην εκκλησία η αγρυπνία έφτασε στην 9η ωδή και όλοι οι μεγαλύνουν τη Θεοτόκο και Μητέρα του φωτός. 
Και πράγματι, μόλις είπε αυτά τα λόγια, σήμαναν οι καμπάνες για την 9η ωδή. Έστρεψε τότε το θείο πρόσωπο του σε μένα το ταλαίπωρο και μ’ ευλόγησε: 
-Έχε Ειρήνη∙ να σώζεσαι. 
Και αμέσως ένα υπέρλαμπρο σύννεφο τύλιξε τον Κύριο της δόξης μέσα σε ένα άπειρο φως θείας ελλάμψεως».
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ
Μαθητής του οσίου Σεραφείμ στο Σαρώφ
Σταυροπηγιακή και Συνοδική 
Ι. Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ




H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Mεγ. Σαρακοστής ονομάζεται «Εβδομάδα των Βαϊων». Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό καθώς πρώτος αναγγείλει το θάνατο του φίλου Του και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ. Το θέμα και ο τόνος αυτής της εβδομάδας δίνονται την Κυριακή το απόγευμα στον Εσπερινό: 

Την έκτην των σεπτών Νηστειών Εβδομάδα, προθύμως απαρχόμενοι, Κυρίω προεόρτιον ύμνον των Βαίων άσωμεν πιστοί, ερχομένω εν δόξη δυνάμει Θεότητος, επί την Iερουσαλήμ, νεκρώσαι τον θάνατον... 

Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος - η αρρώστεια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ' όλα αυτά.
Έτσι τη Δευτέρα ακούμε:
Σήμερον Χριστῷ δηλοῦται, πέραν Ἰορδάνου διατρίβοντι, ἡ νόσος τοῦ Λαζάρου, καὶ ὡς προγνώστης λέγει· Ἡ ἀσθένεια αὕτη, οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον.
Την Τρίτη:
Χθὲς καὶ σήμερον, ἡ νόσος ἡ τοῦ Λαζάρου· ταύτην γὰρ Χριστῷ δηλοῦσιν αἱ σύγγονοι, ἐν χαρᾷ ἡ Βηθανία προευτρεπίζου, τὸν Δεσπότην ξεναγωγῆσαι καὶ Βασιλέα, σὺν ἡμῖν βοῆσαι, Κύριε δόξα σοι.
Την Τετάρτη:
Σήμερον Λάζαρος, θανὼν ἐνθάπτεται, καὶ θρῆνον ᾄδουσιν, αἱ τούτου σύγγονοι, ὡς δὲ προγνώστης καὶ Θεός, τὸ πάθος προηγόρευσας, Λάζαρος κεκοίμηται, τοῖς Μαθηταῖς προφθεγγόμενος· ἀλλὰ νῦν ἀπέρχομαι, ἀναστῆσαι ὃν ἔπλασα. Διό σοι πάντες βοῶμεν· Δόξα τῷ κράτει τῆς ἰσχύος σου.
Την Πέμπτη:
Δισημερεύει Λάζαρος ἐν τῷ τάφῳ, τοὺς ἀπ' αἰῶνος βλέπει θανέντας· ἐκεῖ τεθέαται δείματα ξένα, πληθὺν ἀναρίθμητον, ᾍδου κρατουμένην τοῖς δεσμοῖς· διὸ αἱ σύγγονοι θρηνοῦσι πικρῶς προσβλέπουσαι τὸν τάφον αὐτοῦ, Χριστὸς δὲ ἥκει ζωῶσαι τὸν φίλον τὸν ἑαυτοῦ, τοῦ μίαν παρὰ πάντων ἐπιτελεῖσθαι συμφωνίαν. Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς
Τέλος την Παρασκευή:
Ἔρχεται ὁ Κύριος, ἄνοιξόν σου τὰς πύλας, Βηθανία πρόσδεξαι, ἐν πίστει τὸν Δεσπότην· καὶ γὰρ ἥκει ἐξαναστῆσαι ἐκ τάφου, Λάζαρον ὡς μόνος παντοδύναμος.
H τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο - πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η «ώρα του Χριστού» για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του. Θα πρέπει να ρωτήσουμε: ποιά είναι η θέση και ποιο το νόημα αυτών των πνευματικών σκέψεων πάνω στη Μεγάλη Σαρακοστή; Πώς συνδέονται με την όλη μας προσπάθεια της περιόδου αυτής; Αυτές οι ερωτήσεις προϋποθέτουν μια άλλη ερώτηση με την οποία θα πρέπει τώρα ν’ ασχοληθούμε με κάποια συντομία. Σε κάθε ανάμνηση γεγονότων από τη ζωή του Χριστού η Εκκλησία πολύ συχνά - αν όχι πάντοτε - μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν. Έτσι τη μέρα των Χριστουγέννων ψέλνουμε: «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου...», την Κυριακή των Βαϊων λέμε: «Σήμερον εισέρχεται εις τα Ιεροσόλυμα...», τη Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...». H ερώτηση λοιπόν είναι: ποιο είναι το νόημα αυτής της χρονικής μεταφοράς; ποια είναι η σημασία αυτού του λειτουργικού «σήμερον»;
Οι περισσότεροι από τους εκκλησιαζόμενους πιθανόν το θεωρούν αυτό σαν μια ρητορική μεταφορά, σαν ποιητικό «σχήμα λόγου». H δική μας, η σύγχρονη προσέγγιση της λατρείας γίνεται με δυο τρόπους: ή με τη λογική ή με το συναίσθημα. Η λογική προσέγγιση περιορίζει τη λειτουργική τελετουργία σε ιδέες. Βρίσκεται δε στις ρίζες της «Δυτικίζουσας» θεολογίας η οποία αναπτύχτηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή αφού απομακρύνθηκε από την πατερική εποχή και για την οποία η θεία Λειτουργία είναι, στην καλύτερη περίπτωση ένα ακατέργαστο υλικό για καθαρούς διανοητικούς ορισμούς και θεωρήματα. Ότι δε στη λατρεία δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια διανοητική αλήθεια επιγράφεται «ποίηση» - δηλαδή κάτι που δεν μπορεί κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Και εφ' όσον είναι ολοφάνερο ότι τα γεγονότα που μνημονεύονται από την Εκκλησία ανήκουν στο παρελθόν, το λειτουργικό «σήμερον» δεν μπορεί να έχει κάποιο σοβαρό νόημα. Όσο δε αφορά τη «συναισθηματική» προσέγγιση, αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας ατομικιστικής και εγωκεντρικής ευσέβειας που είναι, κατά πολλούς τρόπους, το συμπλήρωμα της διανοητικής θεολογίας. Γι' αυτού του είδους την ευσέβεια, η λατρεία, πάνω από καθετί άλλο, είναι ένα χρήσιμο πλαίσιο για προσωπική προσευχή, είναι φόντο για έμπνευση που σκοπός του είναι να «θερμάνει» την καρδιά μας και να τη στρέψει προς το Θεό. Το περιεχόμενο και το νόημα στις ακολουθίες, στα λειτουργικά κείμενα, στις ιεροτελεστίες έχουν, στην περίπτωση αυτή, δευτερεύουσα σημασία· όλα τούτα είναι χρήσιμα και ικανοποιητικά μόνον εφ' όσον με βοηθούν να προσεύχομαι! Και έτσι το λειτουργικό «σήμερον» σβήνει, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα λειτουργικά κείμενα, μέσα σ’ ένα είδος ξεχωριστής κατανυκτικής και εμπνευσμένης «προσευχής». 
Εξαιτίας της πόλωσης στην εκκλησιαστική νοοτροπία όσον αφορά τους δυο τρόπους προσέγγισης της λατρείας, είναι πολύ δύσκολο σήμερα να δείξουμε ότι η αληθινή λειτουργία της Εκκλησίας δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στις «ιδέες» ούτε στην «προσευχή». Δεν εορτάζει κανείς τις ιδέες! Όσο για την ατομική προσευχή δεν λέει το Ευαγγέλιο ότι όταν θέλουμε να προσευχηθούμε να μπαίνουμε στο «ταμείον» μας και να έχουμε προσωπική επικοινωνία με το Θεό; (Ματθ. 6,6). Η σωστή αντίληψη της γιορτής προϋποθέτει και τα δυο, και το γεγονός και την κοινωνική ή ομαδική συμμετοχή σ’ αυτό. Μια γιορτή, ένα πανηγύρι, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν οι άνθρωποι συναντιώνται όλοι μαζί, ξεπερνώντας το φυσικό χωρισμό και την απομόνωση, δρουν όλοι μαζί σαν ένα σώμα, πραγματικά σαν ένα πρόσωπο μπροστά σ’ ένα γεγονός (γάμος, κηδεία, νίκη κλπ.). Και το πιο φυσικό θαύμα σε όλες τις γιορτές είναι ακριβώς το ότι ξεπερνιέται, έστω και προσωρινά, το επίπεδο των ιδεών και αυτής ακόμα της ατομικότητας. Χάνει πραγματικά κανείς τον εαυτό του μέσα σε μια γιορτή, και συναντάει τους άλλους κατά ένα μοναδικό τρόπο. Aλλά τότε ποιο ακριβώς είναι το νόημα αυτού του λειτουργικού ««σήμερον» με το οποίο η Εκκλησία εγκαινιάζει όλες τις γιορτές της; Με ποια έννοια γεγονότα από το παρελθόν γιορτάζονται «σήμερον»; 
Θα μπορούσε κανείς να πει χωρίς να υπερβάλει, ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι μια συνεχής ανάμνηση και αναφορά. Στο τέλος κάθε ακολουθίας αναφερόμαστε στους αγίους:«... ων την μνήμην επιτελούμεν...»· αλλά πέρα απ' όλες τις άλλες μνήμες η Εκκλησία είναι μια ατέλειωτη ανάμνηση του Χριστού. 
Από καθαρά φυσιολογική πλευρά η μνήμη είναι μια διφορούμενη λειτουργία. Έτσι το να θυμόμαστε κάποιον που αγαπάμε και πού τον χάσαμε σημαίνει δυο πράγματα. Από τη μια πλευρά η μνήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή γνώση του παρελθόντος. Όταν θυμάμαι τον μακαριστό πατέρα μου, τον βλέπω· είναι παρών στη μνήμη μου όχι σαν ένα συνολικό άθροισμα όλων όσων γνωρίζω γι' αυτόν αλλά με όλη τη ζωντανή του πραγματικότητα. Aλλά από την άλλη πλευρά, αυτή η παρουσία με κάνει να συνειδητοποιώ ότι δεν είναι πια εδώ, ότι ποτέ δεν θα ξαναείναι σ’ αυτόν τον κόσμο και σ’ αυτή τη ζωή, ούτε θα αγγίξω το χέρι που τόσο ζωντανά βλέπω με τη φαντασία μου. Η μνήμη λοιπόν είναι η πιο θαυμάσια και ταυτόχρονα η πιο τραγική απ’ όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες, γιατί τίποτε άλλο δεν αποκαλύπτει καλύτερα την σπασμένη φύση της ζωής μας. την ανικανότητα του ανθρώπου να διατηρήσει κάτι πραγματικά, να το κατέχει αληθινά σ’ αυτόν τον κόσμο. H μνήμη μας φανερώνει ότι ο «χρόνος και ο θάνατος βασιλεύουν στη γη». Aλλά ακριβώς γι’ αυτό η μοναδικά ανθρώπινη αυτή λειτουργία της μνήμης γίνεται το κέντρο του Χριστιανισμού, γιατί μ’ αυτή τελεί την ανάμνηση ενός Aνθρώπου, ενός Γεγονότος. μιας Νύχτας, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της οποίας ακούμε τα λόγια: «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν...» Και να, το θαύμα γίνεται! Τον θυμόμαστε και Εκείνος είναι εδώ - όχι σαν μια νοσταλγική εικόνα από το παρελθόν, όχι σαν ένα θλιβερό «ποτέ πια...» αλλά με μια τέτοια έντονη παρουσία που η Εκκλησία μπορεί αιώνια να επαναλαμβάνει τα λόγια που είπαν οι μαθητές μετά τη συνάντηση στην Εμμαούς «...ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν...;»(Λουκ. 24,32). 
H φυσιολογική μνήμη είναι πρώτα απ’ όλα μια «παρουσία του απόντος» έτσι ώστε όσο περισσότερο παρών είναι αυτός πού θυμόμαστε τόσο πιο οξύς είναι ο πόνος από την απουσία του. Aλλά «εν Χριστώ» η μνήμη ξανάγινε η δύναμη που γεμίζει το διασπασμένο χρόνο, διασπασμένο από την αμαρτία και το θάνατο, από το μίσος και τη λησμοσύνη. Αυτή λοιπόν η νέα μνήμη, η μνήμη σαν δύναμη πάνω από το χρόνο και την καταστροφή του, αποτελεί την καρδιά της λειτουργικής γιορτής και του λειτουργικού «σήμερον». Σίγουρα η Παρθένος δεν γεννάει σήμερα, ούτε κάποιος «ουσιαστικά» στέκεται μπροστά στο Σταυρό· και σαν γεγονότα τούτες oι πράξεις ανήκουν στο παρελθόν. Aλλά «σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης που μεταβάλλει πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια σημαντικά γεγονότα. 
H λειτουργική γιορτή λοιπόν είναι μια νέα είσοδος της Εκκλησίας στο γεγονός και αυτό σημαίνει είσοδο όχι μόνο στις «ιδέες» του γεγονότος αλλά στη χαρά του, στη λύπη, στη ζωή του και στη συγκεκριμένη πραγματικότητά του. Ένα πράγμα πρέπει να ξέρουμε, ότι με την κραυγή «...Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλιπες» ο Σταυρωμένος Χριστός φανέρωσε την «κένωση» Του και την ταπείνωση Του. Είναι όμως πολύ διαφορετικό πράγμα να γιορτάζουμε κάθε χρόνο αυτό που έγινε εκείνη τη μοναδική Παρασκευή· οπότε χωρίς καμιά λογικοποίηση ξέρουμε με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτά τα λόγια, που ακούστηκαν μια μόνο φορά παραμένουν αιώνια αληθινά και τίποτε, ούτε η νίκη, ούτε η δόξα μπορούν ποτέ να τα εξαλείψουν. Αυτό που πρέπει να εξηγήσουμε είναι ότι η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για «την κοινήν ανάστασιν» (τροπάριο της ημέρας). Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολόκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να βλέπουμε με τα μάτια μας και να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό πού υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του: «Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας...ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν... και εδάκρυσεν» (Iωάν. 11,33-35). Για μας και σε μας όλα αυτά συμβαίνουν «σήμερον». Δεν ήμασταν τότε εκεί, στη Βηθανία κοντά στον τάφο με τις αδερφές που θρηνούσαν. Μόνο από το Ευαγγέλιο ξέρουμε όλα όσα έγιναν εκεί. Aλλά μέσα στην Εκκλησία με τη γιορτή της σήμερα, ένα ιστορικό γεγονός γίνεται ένα γεγονός και για μας, για μένα, γίνεται μια δύναμη στη ζωή μου, μια ανάμνηση, μια χαρά. Η θεολογία δεν μπορεί να πάει πέρα από την «ιδέα». Καί όσον αφορά την Ιδεολογική πλευρά, άραγε έχουμε ανάγκη αυτές, τις πέντε συνεχείς μέρες εφ' όσον είναι κάτι τόσο απλό να λέμε: «την κοινήν ανάστασιν... πιστούμενοι»; Aλλά το όλο θέμα είναι ότι η πρόταση αυτή καθ' αυτή δεν βεβαιώνει τίποτε. H αληθινή επιβεβαίωση πηγάζει από τη γιορτή και συγκεκριμένα απ' αυτές τις πέντε μέρες οπότε διακηρύττουμε την αρχή της φοβερής μάχης ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, και αρχίζουμε όχι τόσο πολύ να καταλαβαίνουμε όσο να μαρτυρούμε ότι ο Χριστός πρόκειται να θανατώσει το θάνατο. 
H ανάσταση του Λαζάρου, η υπέροχη γιορτή αυτού του μοναδικού Σαββάτου, είναι πέρα από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου, σ’ ένα ιδιόμελο λέμε: «την ψυχωφελή πληρώσαντες Τεσσαρακόστην, την αγίαν εβδομάδα του Πάθους Σου, αιτούμεν κατιδείν». Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων είναι η «έναρξη του Σταυρού». Aλλά η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, η προεόρτια αυτών των ημερών, είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής. 
Από την αρχή είπαμε ότι η Σαρακοστή είναι προετοιμασία για το Πάσχα· στην πραγματικότητα όμως η καθημερινή εμπειρία, που έχει μέχρι τώρα γίνει παράδοση, βεβαιώνει ότι αυτή η προετοιμασία παραμένει αφηρημένη και κατ' όνομα μόνο. H Σαρακοστή και το Πάσχα είναι βαλμένα πλάι πλάι αλλά χωρίς καμιά ουσιαστική κατανόηση της σχέσης τους και της αλληλοεξάρτησης. Ακόμα και όταν δεν παίρνουμε τη Σαρακοστή μόνο σαν μια περίοδο για να πραγματοποιήσουμε την ετήσια εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία, συνήθως τη σκεπτόμαστε σαν μια περίοδο για ατομική προσπάθεια και έτσι παραμένει εγωκεντρική. Με άλλα λόγια, εκείνο που ουσιαστικά λείπει από το βίωμα της Σαρακοστής είναι: η σωματική και πνευματική προσπάθειά μας να σκοπεύουν στη συμμετοχή μας στο «σήμερον» της Ανάστασης του Χριστού, όχι σαν μια αφηρημένη ηθικότητα, ούτε σαν μια ηθική πρόοδο μας η σαν έναν αυστηρότερο έλεγχο στα πάθη, ούτε ακόμα σαν μια προσωπική τελείωση, αλλά σαν πλήρη συμμετοχή (συμμετοχή που περικλείει τα πάντα) στο τελικό «σήμερον». H χριστιανική πνευματικότητα που δεν έχει αυτόν το σκοπό κινδυνεύει να γίνει ψευτο-χριστιανική γιατί σε τελευταία ανάλυση μια τέτοια πνευματικότητα παρακινείται από το «εγώ» και όχι από το Χριστό. O κίνδυνος εδώ είναι ότι, όταν η καρδιά εξαγνιστεί, καθαριστεί και ελευθερωθεί από το δαίμονα που την κατοικούσε, παραμένει άδεια και ο δαίμονας ξαναγυρίζει σ’ αυτή «και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Λουκ. 11.26). 
Στον κόσμο τούτο το καθετί - ακόμα και η «πνευματικότητα» - μπορεί να γίνει δαιμονική. Έτσι είναι πάρα πολύ σημαντικό να ξαναβρούμε το νόημα και το ρυθμό της Μεγάλης Σαρακοστής σαν γνήσιας προετοιμασίας για το μεγάλο «σήμερον» του Πάσχα. 
Είδαμε μέχρι τώρα ότι η Σαρακοστή έχει δυο μέρη. Πριν από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης η Εκκλησία μας προτρέπει να αυτοσυγκεντρωθούμε, να πολεμήσουμε τη σάρκα και τα πάθη, το πονηρό και κάθε άλλη αμαρτία. Aλλά και όταν τα κάνουμε όλα αυτά μας παρακινεί συνέχεια να κοιτάζουμε μπροστά, να εξετάζουμε την προσπάθειά μας και να την υποκινούμε για «κάτι καλύτερο» που είναι προετοιμασμένο για μας. Μετά από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης το μυστήριο του Πάθους του Κυρίου, του Σταυρού Του και του θανάτου γίνεται το κέντρο σε όλες τις ιεροτελεστίες της Σαρακοστής, γίνεται κέντρο το «απέλθομεν εις Ιεροσόλυμα...». 
Τελικά, στη διάρκεια αυτής της προπαρασκευαστικής εβδομάδας, αρχίζει η ανάμνηση του μυστηρίου. H όλη προσπάθεια της Σαρακοστής μας έκανε ικανούς να παραβλέψουμε όλα εκείνα που, συνήθως καθημερινά, επισκιάζουν το κεντρικό αντικείμενο της πίστης, της ελπίδας και της χαράς μας. O χρόνος, όπως τον ξέραμε, τέλειωσε πια. Τώρα μετριέται όχι όπως συνήθως με τις απασχολήσεις και τις φροντίδες μας, αλλά με ό,τι συμβαίνει στο δρόμο για τη Βηθανία, και πέρα απ’ αυτή, για τα Ιεροσόλυμα. Και, ακόμα μια φορά λέμε, πως όλα αυτά δεν είναι ρητορικά σχήματα. Για όποιον έχει γευτεί την αληθινή λειτουργική ζωή - έστω και μια μόνο φορά, ακόμα και με ατέλειες, - είναι σχεδόν ολοφάνερο ότι από τη στιγμή που ακούμε: «Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρίς η του Λαζάρου..., αύριον Χριστός παραγίνεται...», ο εξωτερικός κόσμος γίνεται κάπως εξωπραγματικός και σχεδόν νιώθει κανείς πόνο όταν από ανάγκη έρχεται καθημερινά σε επαφή μ’ αυτόν. H πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτά που συμβαίνουν στην Εκκλησία, σ’ αυτή την ανάμνηση που μέρα με τη μέρα μας κάνει ν’ αναγνωρίσουμε τι σημαίνει να περιμένεις, και γιατί ο Χριστιανισμός είναι πάνω από κάθε άλλη προσδοκία και προετοιμασία. Έτσι όταν φτάνει ο Εσπερινός της Παρασκευής και ψέλνουμε: «την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν...» δεν έχουμε μόνο εκπληρώσει μια ετήσια χριστιανική «υποχρέωση», αλλά είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας τα λόγια του ύμνου που ψέλνουμε την επόμενη μέρα: 
Διὰ Λαζάρου σε Χριστός, ἤδη σκυλεύει θάνατε, καὶ ποῦ σου ᾍδου τὸ νῖκος; τῆς Βηθανίας ὁ κλαυθμός, νῦν ἐπὶ σὲ μεθίσταται, πάντες κλάδους τῆς νίκης, αὐτῷ ἐπισείωμεν.

Απόσπασμα 
από το βιβλίο του 
π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Μεγάλη Σαρακοστή. 
Πορεία προς το Πάσχα
Ακρίτας

Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

Όταν οι Πατέρες μου λένε κάτι που φαίνεται αντίθετο από τη γνώμη μου, με πολεμάει ο λογισμός να μην τους εμπιστευθώ. Αλλά πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις λέω στο λογισμό μου «έτσι πρέπει να γίνει όπως λένε οι Πατέρες». Πώς το βλέπεις αυτό, είναι απόδειξη πίστεως η απιστίας;



834

Ερώτηση
Όταν οι Πατέρες μου λένε κάτι που φαίνεται αντίθετο από τη γνώμη μου, με πολεμάει ο λογισμός να μην τους εμπιστευθώ. Αλλά πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις λέω στο λογισμό μου «έτσι πρέπει να γίνει όπως λένε οι Πατέρες». Πώς το βλέπεις αυτό, είναι απόδειξη πίστεως η απιστίας; 
Απόκριση Βαρσανουφίου.
Το να δίνεις μια τέτοια απάντηση στο λογισμό σου είναι απόδειξη εμπιστοσύνης και πίστεως. Άλλ’ όμως πάλεψε σκληρά, αν σου πουν οι Πατέρες σου «ότι το σκοτάδι είναι φως, και τότε ακόμη να συμφωνήσεις μαζί τους» διότι δεν μιλούν χωρίς το φωτισμό του Θεού. Χρειάζεται πολλή νίψει, διότι ο Θεός πολλές φορές μας φανερώνει το θέλημά Του και μας οδηγεί να κάνουμε κάτι που ταιριάζει σε μια περίσταση που αντιμετωπίζουμε, αλλά μετά από λίγο αλλάζουν τα πράγματα και αν δεν είναι κανείς πολύ πιστός, σκανδαλίζεται. Το ίδιο γίνεται και με την καθοδήγηση που μας κάνουν οι άγιοι. Και επειδή μερικοί δεν γνωρίζουν και δεν διακρίνουν τη δύναμη και την οικονομία του Θεού που λειτουργείται και διακονείται από τους αγίους, λένε: «Γιατί δεν μάς το είπαν οι άγιοι ότι θα αλλάξουν τα πράγματα, αλλά μάς μίλησαν με βάση τα σχετικά δεδομένα που παρουσίαζε τότε η συγκεκριμένη περίσταση»; Αν όμως ρωτήσει κανείς τους άγιους, μετά την αλλαγή των πραγμάτων, θα απαντήσουν άλλα, σύμφωνα και με το Διδάσκαλό τους, τον Κύριο και Θεό μας, που είπε ότι θα εξαποστείλει την οργή Του εναντίον του Αχαάβ. Αλλά, επειδή μετανόησε Ο Αχαάβ, απέσυρε και ο Θεός την οργή Του και είπε: «Δεν θα εξαποστείλω την οργή μου τις ήμερες της ζωής του Αχαάβ» (Γ' Βασ. 21, 29). 
Λοιπόν, μετά από μια τέτοια ενέργεια του Θεού, θα μπορούσαν οι ανόητοι και απερίσκεπτοι να ισχυρισθούν ότι και ο Θεός έχει περιορισμένη γνώση και είναι ασύνετος; Πλανώνται διότι δεν γνωρίζουν ότι τα κρίματα του Θεού είναι βαθιά, ανεξιχνίαστα και ακατάληπτα. Τα μυστήρια αυτά των κριμάτων του Θεού γίνονται πιστευτά από πιστούς και εξαγιασμένους ανθρώπους, διότι δεν μπορούν όλοι να τα εννοήσουν και να τα προσλάβουν. Πρέπει δε να ξέρεις, αδελφέ, ότι οι αληθινοί Πατέρες δεν θλίβονται όταν κάποιοι - όσοι δεν μπορούν να εννοήσουν τα μυστήρια του Θεού - τούς θεωρούν ψεύτες. Κάτι τέτοιο, αν δεν τους ωφελεί τους Πατέρες, πάντως ούτε τους βλάπτει, διότι δεν διανοούνται ότι μπορούν, αλλά και δεν θέλουν να πάρουν πάνω τους τη δόξα που ανήκει μόνο στο Θεό, όπως άλλωστε έκανε επί γης και ο Δεσπότης τους Ιησούς Χριστός.

Βαρσανουφίου και Ιωάννου 
κείμενα διακριτικά και ησυχαστικά 
(ερωταποκρίσεις) τόμος Γ΄
εκδόσεις “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Αν έχω αμφιβολία και προβληματίζομαι για ένα πράγμα, αν πρέπει να το κάνω η να μη το κάνω, πες μου πώς να το αντιμετωπίσω;



833

Ερώτηση
Αν έχω αμφιβολία και προβληματίζομαι για ένα πράγμα, αν πρέπει να το κάνω η να μη το κάνω, πες μου πώς να το αντιμετωπίσω;

Απόκριση Βαρσανουφίου.
Αν βρεθείς μέσα σε οποιαδήποτε δύσκολη περίσταση, προσευχήσου τρεις φορές στο Θεό γι’ αυτό, παρακαλώντας Τον να μη σε αφήσει να πλανηθείς. Και αν μετά την προσευχή έχεις τον ίδιο λογισμό αταλάντευτο, τότε κάνε αυτό που σου λέει ο λογισμός σου, διότι αυτός ο λογισμός προέρχεται από το Θεό και δεν είναι από τον εαυτό σου. Φυσικά, αυτό να το κάνεις, όταν δεν σου δίνεται η ευκαιρία να ρωτήσεις τους Πατέρες.
 Βαρσανουφίου και Ιωάννου 
κείμενα διακριτικά και ησυχαστικά 
(ερωταποκρίσεις) τόμος Γ΄
εκδόσεις “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Το βλέπεις σωστό να λέω στο θεοφιλέστατο Επίσκοπο μας κάτι πού θεωρώ ότι είναι για το συμφέρον του;



836

Ερώτηση
Κάποιος φιλόχριστος ρώτησε τον ίδιο Γέροντα: Το βλέπεις σωστό να λέω στο θεοφιλέστατο Επίσκοπο μας κάτι πού θεωρώ ότι είναι για το συμφέρον του; 
Απόκριση Ιωάννου. 
Έχε την καρδιά σου καθαρή ενώπιον του Θεού και δεν θα σε βλάψει ψυχικά κάτι τέτοιο. Το να έχεις όμως την καρδιά σου καθαρή σημαίνει να μη λες τίποτα εναντίον κανενός σαν να θέλεις να τον εκδικηθείς, αλλά να το λες γι’ αυτό καθαυτό το καλό. Αν το λες μ’ αυτό το πνεύμα, μην το θεωρήσεις καταλαλιά, διότι καθετί πού λέγεται για να διορθωθεί κάτι, δεν είναι καταλαλιά. Από την καταλαλιά δεν προέρχεται κανένα καλό, ενώ εδώ πρόκειται να προκύψει καλό, γι’ αυτό και δεν είναι καταλαλιά.

Βαρσανουφίου και Ιωάννου 
κείμενα διακριτικά και ησυχαστικά 
(ερωταποκρίσεις) τόμος Γ΄
εκδόσεις “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email