Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Ἁγ.Ματρώνα ἡ ἀόμματος

 

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ - ΕΔΩ 

ΠΗΓΗ : ΕΔΩ
Ἁγία Ματρώνα γεννήθηκε στὶς 22 Νοεμβρίου 1881 σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς ἀχανοῦς ρωσικῆς γῆς, τὸ Σέμπινο. Οἱ γονεῖς της Δημήτριος καὶ Ναταλία ἦταν χωρικοί, ἄνθρωποι εὐλαβεῖς, βιοπαλαιστὲς καὶ φτωχοί. Εἶχαν τέσσερα παιδιὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἡ Ἁγία ἦταν ἡ μικρότερη. Ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειάς τους οἱ γονεῖς της, κυρίως ἡ μητέρα της, δὲν ἤθελε σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ προβεῖ σὲ βρεφοκτονία. Σχεδίαζε λοιπὸν νὰ ἀφήσει τὸ μικρότερο παιδί της σὲ ὀρφανοτροφεῖο ὅταν θὰ γεννιόταν. Μὲ θαυματουργικὴ ὅμως ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ ἕνα προφητικὸ ὄνειρο, τὴν κράτησε καὶ τὴν ἀνέθρεψε.
Στό Ἅγιο Βάπτισμα τὸ κοριτσάκι, τὸ ὁποῖο γεννήθηκε ἀόμματο, ὀνομάσθηκε Ματρώνα πρὸς τιμὴν τῆς Ὁσίας Ματρώνας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει (ἑορτάζει στὶς 9 Νοεμβρίου). Από πολὺ νωρὶς φάνηκε ἡ θεία της ἐκλογή. Διηγοῦνται καὶ γιὰ ἕνα ἐξωτερικό, σωματικὸ σημάδι αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς της ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἐπάνω στὸ στῆθός της εἶχε ἕνα σταυροειδὲς γρομπαλάκι ἢ μᾶλλον τὸν ἀχειροποίητο ἐπιστήθιο σταυρό της. Θαυμαστὰ γεγονότα συνέβαιναν ἀπὸ τὴν βρεφική της ἡλικία. Ἀφηγοῦνταν ἡ μητέρα της σὲ μιὰ φίλη της πὼς τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευὲς ἡ Ἁγία δὲν θήλαζε. Κοιμόταν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ξυπνήσει ὥστε νὰ θηλάσει. 
Η Ἁγία ἦταν ἐντελῶς ἀόμματη, δηλαδὴ οἱ κόγχες ἦταν κενὲς καὶ ἐντελῶς κλειστὲς ἀπὸ τὰ ματόφυλλά της. Προικίσθηκε ὅμως ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ὄραση πνευματική. Ἀπήντησε ἡ ἴδια σὲ κάποια πνευματική της κόρη, ἡ ὁποία τὴν συμπόνεσε ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου: «Ὁ Θεὸς μιὰ φορὰ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ μοῦ ἔδειξε τὸν κόσμο καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματα Του. Εἶδα τὸν ἥλιο, τὰ ἄστρα στὸν οὐρανὸ καὶ ὅλα ὅσα βρίσκονται στὴ γῆ, τὴν ὀμορφιὰ τὴν ἐπίγεια, τὰ βουνά, τοὺς ποταμούς, τὸ πράσινο χορτάρι, τὰ λουλούδια καὶ τὰ πουλάκια...». 
Ἀπό πολὺ μικρὴ ἀγωνιζόταν στὴν προσευχή. Συνήθιζε τὶς νύχτες νὰ κατεβάζει τὶς εἰκόνες ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι στὸ τραπέζι καὶ νὰ κάνει προσευχὴ καὶ χαιρόταν μ’ αὐτές. Τὰ παιδιὰ πολλὲς φορὲς τὴν πείραζαν καὶ τὴν ἐμπαίζανε. Τὴν βάζανε σὲ ἕνα λάκκο καὶ περιεργάζονταν πῶς ψηλαφώντας ἔβγαινε ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι. Ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν ἀπὸ νωρὶς ἔπαυσε νὰ παίζει μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ καὶ νὰ μένει στὸ σπίτι. 
Νωρὶς φάνηκε καὶ τὸ διορατικὸ - προορατικὸ καὶ θεραπευτικό της χάρισμα. Γνώριζε ἁμαρτίες, σκέψεις καὶ πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἔνοιωθε κινδύνους, προγνώριζε συμφορές, προέβλεπε θεομηνίες. Μὲ τὶς εὐχές της θεραπεύονταν πλῆθος ἀρρώστων, οἱ ὁποῖοι κατέκλυαν τὸ σπίτι της προερχόμενοι ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ χωριό της ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅλη τὴν γύρω περιοχὴ στὴν ὁποία εἶχε ἀρχίσει σιγὰ σιγὰ νὰ γίνεται γνωστή, αὐτὸ τὸ μικρὸ κοριτσάκι. Ἦταν πιὰ βοήθεια γιὰ τὸ σπίτι της καὶ ὄχι βάρος, ἀφοῦ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει τῆς πήγαιναν καὶ πολλὰ ἀγαθὰ θέλοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ τὴν εὐχαριστήσουν γιὰ τὴν προσευχή της. 
Ἀναφέρεται ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ τὸ ἑξῆς θαῦμα: Τέσσερα χιλιόμετρα μακρυὰ ἀπὸ τὸ χωριό της ζοῦσε ἕνας ἄνδρας παράλυτος στὰ πόδια. Ἡ Ἁγία εἶπε: «Τὸ πρωΐ ἂς ξεκινήσει γιὰ μένα ἕρποντας. Μέχρι τὶς τρεῖς θὰ’ ρθεῖ». Διήνυσε ἕρποντας ἐκεῖνα τὰ τέσσερα χιλιόμετρα καὶ γύρισε πίσω θεραπευμένος μὲ τὰ ἴδια του τὰ πόδια. 
Οἱ γονεῖς της εἶχαν βαθειὰ εὐλάβεια καὶ πραγματικὰ ἡ Ἁγία μεγάλωσε μέσα στὴν ἐκκλησία. Σὲ κάθε λατρευτικὴ εὐκαιρία βρισκόταν στὸ Ναὸ γιὰ τὶς ἀκολουθίες εἴτε μὲ τοὺς γονεῖς της εἴτε μόνη της, ὅταν μεγάλωσε. Μέσα στὴν ἐκκλησία εἶχε καὶ μόνιμη θέση ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου στὸ δυτικὸ τοῖχο. Ἐκεῖ στεκόταν ὄρθια καὶ παρακολουθοῦσε τὶς ἀκολουθίες. 
Στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία τῆς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ πάει σὲ προσκυνήματα. Μιὰ κοπέλα, κόρη ἑνὸς πλουσίου εὐγενοῦς τῆς περιοχῆς τὴν ἔπαιρνε μαζί της σ’ αὐτά τὰ ἰδιαίτερα ταξίδια στὶς Λαῦρες τοῦ Κιέβου καὶ τοῦ Ἁγ.Σεργίου, στὴν Πετρούπολη κ.ἀ. Λέγεται ἀκόμη ὅτι σὲ μιὰ ἐπίσκεψή της στὴν Κροστάνδη, στὸν ναὸ ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ἐκεῖνος μετὰ ἀπὸ μιὰ Θ.Λειτουργία παρεκάλεσε τὸν κόσμο νὰ παραμερίσει γιὰ νὰ περάσει ἡ δεκατετράχρονη τότε Ματρώνα. Εἰς ἐπήκοον ὅλων μάλιστα εἶπε: «Ἔλα, Ματρώνουσκα, ἔλα σ’ ἐμένα. Ἰδοὺ ἔρχεται ἡ ἀντικαταστάτριά μου, ὁ ὄγδοος στύλος τῆς Ρωσίας!», προμηνύοντας μ’ αυτὸν τὸν λόγο του τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἁγ.Ματρώνας γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ρωσικὸ λαὸ στὰ χρόνια τῶν μελλοντικῶν διωγμῶν. 
Δυὸ χρόνια μετὰ ἡ Ἁγία καθηλώθηκε ἐξ αἰτίας μιᾶς παράλυσης στὰ πόδια. Παρέμεινε καθιστὴ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της. Ποτὲ στὰ πενήντα χρόνια ποὺ ἔζησε παράλυτη δὲν παραπονέθηκε καὶ δὲν γόγγυσε γιὰ τὴν ἀσθένειά της, παρὰ βάστασε ταπεινὰ τὸν βαρὺ σταυρό της. 
Προεῖδε σὲ μικρὴ ἀκόμη ἡλικία τὴν ἐπανάσταση ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει καθὼς ἐπίσης καὶ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρου καὶ τῆς οἰκογένειάς του. Προέβλεψε ἐπίσης καὶ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ τὴ νίκη τῆς Ρωσίας ἐπὶ τῶν Γερμανικῶν στρατευμάτων. 
Μὲ ἐνέργειές της δὲ ἀγιογραφήθηκε καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «Τῶν ἀπολωλότων ἡ ἀναζήτησις», τὴν ὁποία εἶδε κατ’ ἐπανάληψη σὲ ὅραμα. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα, ἡ ὁποία τοποθετήθηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ της, ἔγινε τὸ πρῶτο τοπικὸ προσκύνημα, δοξασμένο μὲ πολλὰ θαύματα. Στὶς ἀνομβρίες λιτάνευαν τὴν εἰκόνα καὶ πραγματικὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν προλάβαιναν νὰ φθάσουν μέχρι τὰ σπίτια τους καὶ ἄρχιζε ἡ βροχή. 
Δυστυχῶς ὅμως κάποια στιγμὴ ἦλθε ἡ κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση καὶ τὸ περιβάλλον στὸ χωριό της ἔγινε ἀρκετὰ δυσάρεστο γιὰ ἐκείνην. Μάλιστα οἱ ἀδελφοί της ἔγιναν μέλη τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔγινε καὶ τὸ ἡγετικὸ στέλεχος τοῦ χωριοῦ, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τὴν παρουσία της ἀφόρητη γιὰ ἐκείνους. Φοβοῦνταν ἀκόμη καὶ τὴ σύλληψη. Μετακόμισε λοιπὸν στὴν Μόσχα τὸ 1925, ἐκεῖ ὅπου ἔζησε σχεδὸν ὅλα τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς της, βοηθώντας πλήθη δυστυχισμένων, καταπονουμένων, ξεκομμένων ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, μὲ ψυχικὲς ἀσθένειες καὶ διεφθαρμένη τὴ συνείδηση. Πολλοὺς ἔσωσε μὲ τὴν προσευχή της καὶ καθοδήγησε στὴ σωτηρία. 
Στὴ Μόσχα δὲν ἀπέκτησε ποτὲ σταθερὴ κατοικία καὶ γι’ αὐτὸ περιπλανιόταν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ γνωστοὺς καὶ συγγενεῖς, σὲ σπιτάκια, διαμερίσματα καὶ ὑπόγεια. Ἔγινε ἔτσι μιὰ ἄστεγη ὁδοιπόρος. Κάποια πνευματική της κόρη τὴν βρῆκε μιὰ φορὰ σὲ ἕνα σπιτάκι ἀπὸ κόντρα πλακὲ ποὺ τῆς εἶχε δώσει κάποιος προσωρινά. Ἂν καὶ ἀκόμη φθινόπωρο μόλις καὶ μετὰ βίας κατόρθωσε νὰ ξεκολλήσει τὰ μαλλιά της ἀπὸ τὸν τοῖχο ὅπου εἶχαν κολλήσει ἀπὸ τὴν παγωνιά. Κάποιες κατοικίες τὶς ἐγκατέλιπε βιαστικὰ προβλέποντας τὸν ἐρχομὸ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν θλίψεων. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖς ὁπουδήποτε χρειαζόταν ἄδεια διαμονῆς ἀπὸ τὴν ἀστυνομία. Οἱ μὴ ἔχοντες τέτοια ἄδεια συλλαμβάνονταν καὶ πολλὲς φορὲς ἐπιχειρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀστυνομία ἡ σύλληψή της ἀλλὰ κάτι τέτοιο στάθηκε ἀδύνατο. Ἔτσι λοιπὸν ἔσωζε καὶ τὸν ἑαυτό της ἀλλὰ καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν φιλοξενοῦσαν. 
Διηγεῖται μιὰ πνευματική της κόρη ὅτι κάποτε ποὺ ἦλθε ἕνας ἀστυνομικὸς νὰ τὴν συλλάβει ἐκείνη τὸν προειδοποίησε γιὰ τὴν σύζυγό του, ἡ ὁποία καιγόταν στὸ σπίτι ἀπὸ μιὰ γκαζιέρα ποὺ εἶχε ἁρπάξει φωτιά. Ἐκεῖνος ἔφυγε τρέχοντας καί ἔτσι ἔσωσε τὴν γυναῖκά του προλαβαίνοντας νὰ τὴν πάει στὸ νοσοκομεῖο. 
Ὅλη της ἡ ζωὴ πέρασε μὲ τὸ νὰ ὑποδέχεται τὸ πρωΐ τὸν κόσμο καὶ τὸ βράδυ μὲ τὴν προσευχή· ἀπὸ τοὺς συχνοὺς σταυροὺς δημιουργήθηκε στὸ μέτωπό της ἕνα λακκάκι - τὸ ἴχνος τῶν δακτύλων της. Τὸν σταυρό της τὸν ἔκανε ἀργὰ ἀργά, μὲ θέρμη, τὰ δακτυλάκια της ψάχνανε τὸ λακκάκι. Ποτὲ δὲν πλάγιασε γιὰ ὕπνο, σὰν τοὺς παλαιοὺς ἀσκητές, ἀλλὰ μισοκοιμόταν ἀκουμπώντας στὸ πλευρὸ μὲ προσκεφάλι τὴ γροθιά της. Λέγεται ὅτι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπισκέπτονταν μὲ πονηρὸ σκοπὸ τοὺς ἔδιωχνε. Ἐπίσης κάποιοι τὴν θεωροῦσαν κάτι σὰν «λαϊκὴ κομπογιανίτισσα», ἡ ὁποία ξεματιάζει. Βέβαια ὅλοι αὐτοί, ὅταν τὴν γνώριζαν ἄλλαζε ἡ ζωή τους, καταλάβαιναν ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπαιρναν στροφὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν μυστηριακὴ ζωή. Ἀπαιτοῦσε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν πλησίαζαν γιὰ διαφόρους λόγους πίστη στὸ Θεὸ καὶ διόρθωση τῆς ἁμαρτωλῆς τους ζωῆς. Συμβούλευε ὅλους νὰ ἐκκλησιάζονται ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή, νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Σ’ ὅλους δὲ ἔλεγε νὰ φοροῦν πάντοτε ἐπιστήθιο σταυρό. 
Ὅπου καί ἂν πήγαινε, σ’ ὅποιο σπίτι καί ἂν φιλοξενοῦνταν ἔφερνε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἠρεμία στὶς ψυχές. Ἐκεῖ πλέον ἐπικρατοῦσε ἕνα κλίμα ἁγιότητος, χαρᾶς, ἡ θέρμη τῆς Θείας Χάριτος. 
Ἡ ἐξωτερική της ἐμφάνιση ἦταν ἡ ἑξῆς: εἶχε κοντὰ πόδια, χέρια μικροκαμωμένα σὰν μικροῦ παιδιοῦ. Καθόταν συνήθως μὲ τὰ πόδια της χιαστὶ ἐπάνω στὸ κρεββάτι καὶ τὰ μαλλιὰ της χνουδωτά, ἴσια χωρισμένα στὴ μέση. Τὰ μάτια κολλητὰ κλεισμένα. Τὸ πρόσωπο φωτεινό. Ἡ φωνὴ γλυκειά. Ἄλλοτε χαριτολογοῦσε μὲ τοὺς ἀνθρώπους καί ἄλλοτε τοὺς ἔλεγχε μὲ δριμύτητα καὶ τοὺς νουθετοῦσε. Δὲν ἦταν αὐστηρὴ γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ἀλλὰ ἐπιεικής, συμπονετική, θερμή, εὐσπλαγχνική, πάντα χαρούμενη. Δὲν ἔκανε κηρύγματα καὶ διδασκαλίες. Ἔδινε στὸν ἄνθρωπο μιὰ συγκεκριμένη συμβουλὴ τί πρέπει νὰ κάνει στὴ μία ἢ στὴν ἄλλη περίπτωση, ἔκανε προσευχὴ καὶ ἔδινε τὴν εὐχή της. Ἦταν γενικὰ ὀλιγόλογη καί ἀπαντοῦσε στοὺς ἐπισκέπτες λακωνικά, μὲ λίγα λόγια. 
Δίδασκε νὰ μὴν κατακρίνει κανεὶς τὸν πλησίον του, νὰ ἐμπιστεύεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ ζεῖ μὲ προσευχή, νὰ ὑπομένει τὶς θλίψεις. Νὰ κάνει συχνὰ τὸ σταυρό του, θωρακίζοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Τίμιο Σταυρό. Συνιστοῦσε συχνὴ Μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καὶ ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἰδιαιτέρως τοὺς ἡλικιωμένους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Ἔλεγε: «ἅμα ἄνθρωποι γέροι, ἄρρωστοι ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχασαν τὰ μυαλά τους σᾶς λένε κάτι δυσάρεστο ἢ προσβλητικό, μὴν τοὺς ἀκοῦτε, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ τοὺς βοηθᾶτε. Μὲ ὅλη τὴν ἐπιμέλεια πρέπει νὰ βοηθᾶ κανεὶς τοὺς ἀρρώστους καὶ νὰ τοὺς συγχωράει ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ ποῦν, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν». 
Συνιστοῦσε ἐπίσης νὰ μὴ δίνει κανεὶς προσοχὴ στὰ ὄνειρα, διότι μέσω αὐτῶν μπορεῖ ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ στενοχωρήσει ἢ νὰ μπερδέψει μὲ λογισμούς. Προέτρεπε τὶς γυναῖκες νὰ μὴν χρησιμοποιοῦν διάφορα φτιασίδια διότι αὐτὰ διαστρέφουν τὴν φυσικὴ ὀμορφιὰ ποὺ ἔχει δώσει ὁ Θεὸς στὸν καθένα. Ἔλεγε ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ δέχεται κανεὶς ἰατρικὴ βοήθεια· «τὸ σῶμα εἶναι τὸ σπιτάκι ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, πρέπει νὰ κάνουμε καμμιὰ ἐπισκευή. Ὁ Θεὸς ἔκανε βότανα, διάφορα φάρμακα καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ περιφρονοῦμε». Καί ἀκόμη: «Ἀδικοχαμένος γίνεται κανείς, ὅταν ζεῖ χωρὶς προσευχή». Ἔνοιωθε ἀκόμη στὴν ψυχή της, καταλάβαινε ἔντονα τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ ποὺ προκαλοῦσε τὸ ἀθεϊστικὸ περιβάλλον καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ καί ἀμετανόητη ζωή. Γι’ αὐτὸ ἀγωνιζόταν νὰ βοηθήσει ὅλες τὶς πνευματικὰ ἄρρωστες ψυχές. Κουραζόταν τόσο πολὺ ὥστε στὸ τέλος τῆς ἡμέρας δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ μιλήσει μὲ τοὺς δικούς της καὶ μόνο σιγὰ ἀναστέναζε, ἀκουμπώντας τὸ κεφάλι στὴν παλάμη της. Κάθε μέρα ἦταν γεμάτη ἀπὸ θλίψεις καὶ στενοχώριες ἀνθρώπων πού ἔρχονταν πρὸς αὐτήν. Βοηθοῦσε ὅμως, παρηγοροῦσε καὶ θεράπευε. Γίνονταν πολλὲς θεραπεῖες δι’ εὐχῶν της. Ἔπιανε μὲ τὰ δυό της χέρια τὸ κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου, τὸν θέρμαινε μὲ τὴν ἁγιότητά της. Αὐτὸς ἔφευγε ἀναπτερωμένος, ἀλλὰ ἐκείνη μετά, ὅλη τὴ νύχτα, ἔκανε προσευχὴ καὶ ἀναστέναζε. 
Ἡ ἀρετή της συνίστατο στὴ μεγάλη ὑπομονή, ἡ ὁποία προερχόταν ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιάς της καὶ τὴ θερμὴ ἀγάπη της πρὸς τὸν Θεό. Δίδασκε ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ μὲ ὅλο τὸ βίο της. Ζοῦσε χωρὶς κατοικία, περιουσία καὶ προμήθειες. Ζοῦσε μὲ προσφορὲς χωρὶς καί αὐτὲς νὰ τὶς ἔχει πάντα. Εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνη της στὸν Κύριο. Ἔλεγε: «δὲν πρέπει νὰ φοβᾶται κανεὶς τίποτα, ὅσο φοβερὸ καὶ ἂν φαίνεται αὐτό. Βλέπεις, κουβαλᾶνε ἕνα μωρὸ μὲ τὸ ἐλκηθράκι καὶ δὲν τὸ νοιάζει τίποτα! Ὅλα θὰ τὰ κανονίσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος!». 
Αὐτὴ λοιπὸν ἦταν ἡ Ἁγία Ματρώνα ἡ ἀόμματος. Τρεῖς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμησή της ὁ Κύριος τῆς ἀπεκάλυψε τὴν τελείωσή της ὥστε νὰ κάνει ὅλες τὶς ἀπαραίτητες προετοιμασίες, ὅπως καὶ ἔκανε. Μέχρι τὸ τέλος ἐξομολογοῦνταν καὶ κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἐνῶ δὲν ἔκρυβε πὼς φοβόταν τὸν θάνατο. Κοιμήθηκε στὶς 2 Μαΐου 1952, ἡμέρα Παρασκευή. Τὴν Κυριακὴ ἔγινε ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία στὸν Ἱ.Ναὸ τοῦ Ἱεροῦ Χιτῶνος τοῦ Κυρίου καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ νεκροταφεῖο τοῦ Ἁγ.Δανιήλ, γιὰ νὰ «ἀκούει τὴν ἀκολουθία» (ἦταν ἀπὸ τοὺς λίγους ναοὺς ποὺ παρέμειναν ἀνοιχτοὶ στὴν Μόσχα). 
Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι προεῖπε καὶ τὰ ἑξῆς πρὶν κοιμηθεῖ: «Ὅταν θὰ πεθάνω, στὸν τάφο μου θὰ ἔρχονται λίγοι, μόνο οἱ οἰκεῖοί μου, καὶ ὅταν θὰ πεθάνουν καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἐρημώσει ὁ τάφος μου· σπάνια θὰ ἔρχεται κανείς. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ κόσμος θὰ μὲ γνωρίσει καὶ θὰ ἔρχονται σὰν κοπάδια γιὰ νὰ βοηθηθοῦν. Ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὶς θλίψεις τους θὰ μὲ παρακαλᾶνε νὰ προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς καί ἐγὼ ὅλους θὰ τοὺς ἀκούω καὶ ὅλους θὰ τοὺς βοηθῶ». «Ὅλοι, ὅλοι νὰ ἔρχεσθε σὲ μένα καὶ νά μοῦ λέτε σὰν σὲ ζωντανή τὶς θλίψεις σας καὶ ἐγὼ θά σᾶς βλέπω καὶ θά σᾶς ἀκούω καὶ θά σᾶς βοηθάω». Κι ἀκόμη: «ὅλους ποὺ ζητᾶνε βοήθεια ἀπὸ μένα θὰ τοὺς συναντάω μετὰ τὸ θάνατό τους». 
Τὴν Ἁγία Ματρωνούλα, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦν χαϊδευτικὰ οἱ Ρῶσοι, γνωρίζουν πολλοὶ σήμερα, χιλιάδες συρρέουν καθημερινὰ στὸν τάφο της, ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο. Ἐκείνη τοὺς βοηθάει ὅπως καὶ στὸν καιρὸ τῆς ἐπίγειας ζωῆς της. Αὐτὸ τὸ ἀντιλαμβάνονται ὅλοι ὅσοι μὲ πίστη καὶ ἀγάπη ζητοῦν τὴν προστασία της καὶ τὶς μεσιτεῖές της στὸν Κύριο, πρὸς τὸν Ὁποῖο ἡ Ἁγία ἔχει μεγάλη παρρησία.

Στὶς 8 Μαρτίου 1998 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή της καὶ τὰ Ἱερὰ Λείψανά της, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα καὶ τὸ ὀστέινο σταυρουδάκι, τὸ κολλημένο πάνω στὸ στέρνο της, μεταφέρθηκαν στὴν Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγ.Σκέπης στὴ Μόσχα. 
Ἡ μνήμη της τιμᾶται στὶς 2 Μαΐου.

Μεγάλε Ἀθανάσιε, πάλι ποῦ θά σέ πᾶνε; μήπως σέ στέλνουν καί νεκρό πάλι σέ ἐξορία;

 

Τῇ Β' τοῦ αὐτοῦ μηνός (Μαΐου), μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου
τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ ΜεγάλουἈρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.  

θανάσιε, ποῦ κομίζῃ; μὴ πάλιν
Καὶ νεκρὸν ἐξόριστον ἐκπέμπουσί σε;
Δευτερίῃ νέκυς Ἀθανασίου ἐξέδυ τύμβου. 
Μεγάλε Ἀθανάσιε, πάλι ποῦ θά σέ πᾶνε;
μήπως σέ στέλνουν καί νεκρό πάλι σέ ἐξορία;
Τό πτῶμα τ’ Ἀθανάσιου βγῆκε ἀπό τό μνῆμα
στίς δυό τοῦ μήνα τοῦ Μαγιοῦ.

 

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΡΓΑ

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΡΓΑ 

 1. ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 2. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 3. ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 4. ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 5. ΠΕΜΠΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 6. ΕΚΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 7. ΕΒΔΟΜΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 8. ΟΓΔΟΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
 9. ΕΝΑΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
10. ΔΕΚΑΤΟΣ  ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
11. ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ  ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ
12. ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ ΤΟΜΟΣ - ΕΔΩ 


ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Εκδότης: 
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ 
ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Η αγία Ισιδώρα η δια Χριστόν Σαλή

 

1η Μάϊου  
Η αγία Ισιδώρα 
Από τον Ευεργετινό

Στην Ταβέννηση υπάρχει γυναικείο μοναστήρι με τετρακόσιες περίπου μοναχές, στην απέναντι όχθη από το αντρικό. Σε αυτό ήταν κάποια μοναχή, η Ισιδώρα, η οποία, για τον Χριστό, παρίστανε τη χαζή, ταπεινώνοντας και εξευτελίζοντας τον εαυτό της. Αυτήν τόσο πολύ τη σιχάθηκαν όλες οι αδελφές, ώστε ούτε έτρωγαν μαζί της· και εκείνη το δέχτηκε αυτό με πολλή χαρά. 
Η αρετή της ήταν πολύ ωφέλιμη στο μοναστήρι, γιατί έκανε κάθε υπηρεσία, υπακούοντας σε όλες σαν δούλη σε ό,τι χρειάζονταν και υπηρετώντας τες με κάθε πραότητα. Αυτή ήταν το σφουγγάρι της αδελφότητας, όπως είπε ο Κύριος: «Όποιος θέλει να είναι μεγάλος, ας είναι δούλος όλων» (Ματθ. 20:26-27) και «όποιος νομίζει ότι είναι σοφός, ας γίνει μωρός» (Α’ Κορ. 3:18). Όλες οι άλλες είχαν κουρεμένα τα μαλλιά και φορούσαν στο κεφάλι κουκούλια, ενώ αυτή έδενε ένα κουρέλι στο κεφάλι της και έτσι έκανε κάθε υπηρεσία. Καμία από τις τετρακόσιες δεν την είδε ποτέ να τρώει ή να παίρνει ένα κομμάτι ψωμί, αλλά της ήταν αρκετά τα ψίχουλα που μάζευε όταν σφούγγιζε τα τραπέζια και έπλενε τις χύτρες. Ποτέ δεν φόρεσε παπούτσια· ποτέ δεν μίλησε άσχημα σε κανέναν· δεν γόγγυσε· δεν είπε το παραμικρό, αν και την έβριζαν και τη χτυπούσαν και την καταριόνταν και πολλές τη σιχαίνονταν. 
Σχετικά με αυτή την οσία παρουσιάστηκε άγγελος στον άγιο Πιτηρούν, άνθρωπο εξαιρετικό και ενάρετο αναχωρητή, και του είπε: «Γιατί έχεις μεγάλη ιδέα για τα κατορθώματά σου, ότι είσαι ευλαβής και κάθεσαι σε τέτοιον έρημο τόπο; Θέλεις να δεις γυναίκα πιο ευλαβή από εσένα; Πήγαινε στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών και εκεί θα βρεις μία που φορά στέμμα στο κεφάλι. Αυτή είναι καλύτερη από εσένα· γιατί, ενώ παλεύει με τόσο πλήθος και τις υπηρετεί όλες με κάθε τρόπο, ποτέ δεν άφησε τον νου της να απομακρυνθεί από τον Θεό, παρόλο που όλες τη σιχαίνονται. Εσύ όμως, ενώ κάθεσαι εδώ, με τον νου σου φαντάζεσαι τις πόλεις, εσύ που ποτέ δεν είδες κατοικημένη περιοχή». 
Σηκώθηκε τότε ο μέγας Πιτηρούν, πήγε στην Ταβέννηση και παρακάλεσε τους διδασκάλους να τον πάνε στο μοναστήρι των γυναικών. Επειδή λοιπόν ήταν από τους σεβαστούς πατέρες και είχε γεράσει στην άσκηση, άφοβα τον πέρασαν στην απέναντι όχθη και τον πήγαν στο μοναστήρι. Αφού προσευχήθηκαν, ο όσιος ζήτησε να δει κατά πρόσωπο όλες τις μοναχές. Και ενώ όλες του παρουσιάστηκαν, εκείνη δεν εμφανίστηκε. Είπε τότε: «Φέρτε μου όλες». «Εδώ είμαστε όλες», έλεγαν αυτές, εκείνος όμως επέμενε: «Λείπει μία, αυτή που μου έδειξε ο άγγελος». «Έχουμε μία στο μαγειρείο, τρελή», του απάντησαν. «Φέρτε και εκείνην», είπε ο όσιος, «ας τη δω και αυτήν». Εκείνη όμως δεν υπάκουσε, επειδή κατάλαβε την αιτία· ίσως δηλαδή και να της το φανέρωσε ο Θεός. Την πήγαν λοιπόν σέρνοντάς την με τη βία και λέγοντας: «Ο άγιος Πιτηρούν θέλει να σε δει» -γιατί ήταν ονομαστός. 
Όταν την έφεραν, είδε ο άγιος το πρόσωπό της και το κουρέλι στο κεφάλι της και στο μέτωπο, και πέφτοντας στα πόδια της είπε: «Ευλόγησέ με, αμμά». Έπεσε τότε και αυτή στα πόδια του και έλεγε: «Εσύ ευλόγησέ με, κύριε και πατέρα μου». 
Οι αδελφές όλες, όταν το είδαν αυτό, έμειναν κατάπληκτες και του είπαν: «Αββά, μην εξευτελίζεσαι έτσι· αυτή είναι τρελή». «Εσείς είστε τρελές», απάντησε σε όλες ο άγιος. «Αυτή, όντας καλύτερη και από εσάς και από εμένα, είναι αμμά -δηλαδή πνευματική μητέρα- και προσεύχομαι να βρεθώ μαζί της άξιος την ημέρα της κρίσεως». 
Όταν τα άκουσαν αυτά, έπεσαν όλες στα πόδια του κλαίγοντας και ομολογώντας πώς λυπούσαν με διάφορους τρόπους αυτή την αγία. Η μία έλεγε: «Εγώ πάντοτε τη χλεύαζα»· άλλη: «Εγώ περιγελούσα την ταπεινή της εμφάνιση»· άλλη: «Εγώ πολλές φορές έχυσα επάνω της το νερό με το οποίο ξέπλυνα το πιάτο»· άλλη πάλι έλεγε: «Εγώ τη χτύπησα», και άλλη: «Εγώ τη γρονθοκόπησα»· άλλη: «Εγώ πολλές φορές της έβαλα σινάπι στη μύτη». Και όλες γενικά είπαν ότι της έκαναν κάθε λογής εξευτελισμούς.

Ο άγιος Πιτηρούν δέχτηκε την εξομολόγησή τους και μαζί με την Ισιδώρα προσευχήθηκε γι’ αυτές· και αφού παρακάλεσε πολύ την αγία δούλη του Χριστού να προσεύχεται γι’ αυτόν, έφυγε. Εκείνη πάλι, η σπουδαία για τον Θεό και οσία, μετά από λίγες μέρες, καθώς όλες την τιμούσαν πολύ και την περιποιούνταν, δεν άντεξε τη δόξα και την τιμή από όλη την αδελφότητα και το ότι της ζητούσαν συγγνώμη, και έφυγε κρυφά από το μοναστήρι. Και πού πήγε ή πού κρύφτηκε ή πού πέθανε, κανείς δεν έμαθε.  
 
ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Β’, Υπόθεση Α’. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2003.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ  

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακή 28 Απριλίου του 1996 

Ο Πανάγαθος Θεός ό,τι έφτιαξε το έφτιαξε πλούσιο σε εκφράσεις και ποικιλόμορφο. Κοιτάξτε γύρω σας τη φύση, πόσο ποικιλόμορφη είναι και πλούσια σε εκφράσεις και σε δυνατότητες ζωής. Το ίδιο πράγμα, το ίδιο υπόδειγμα, το χρησιμοποίησε φτιάχνοντας και τον άνθρωπο. Και δεν τον έκανε τον άνθρωπο μονότονο, τον έκανε πλούσιο σε εκφράσεις. Αυτό το καταλαβαίνουμε πολλές φορές αναμετρούμενοι με τον συναισθηματικό μας κόσμο. Βλέπουμε πόσες εκφράσεις λύπης, χαράς ή ποικίλων ενδιαμέσων καταστάσεων περνάμε πολλές φορές την ίδια μέρα. Αυτό εδώ το κείμενο, που ακούσαμε πριν από λίγο, έρχεται με έναν τρόπο πραγματικά καθοριστικό, αλλά μυστικό, να καθορίσει το γεγονός αυτό: το πώς χαλιναγωγούνται οι ποικιλόμορφες εκφράσεις του εσωτερικού μας συναισθηματικού κόσμου. 
Το κείμενο μεν ομιλεί για την πορεία των Μυροφόρων προς τον Χριστό, αλλά παίρνει ένα αποκορύφωμα στο τέλος του με τις εξής φράσεις, που είναι καταστάσεις τις οποίες περνούν οι Μυροφόρες: «ἐξεθαμβήθησαν», «είχαν τρόμο και έκσταση» και «ἐφοβοῦντο». Μέσα σε πολύ λίγο κείμενο περιγράφει τέσσερις καταστάσεις που, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι οριακές συναισθηματικά. Και το κείμενο κάτι θέλει να πει ακριβώς γι’ αυτό το θέμα: το πώς οι ποικιλόμορφες εκφράσεις του εσωτερικού μας κόσμου, του συναισθηματικού μας, όπως λέμε, κόσμου, μπορούν να χαλιναγωγηθούν. Γιατί όπως η φύση είναι ποικιλόμορφη και, αν αφεθεί ανερμάτιστη, μπορεί να φέρει καταστροφή, και θα υπάρχει έλλειψη αρμονίας και ανισορροπία, έτσι και ο εσωτερικός μας κόσμος, με τον ίδιο τρόπο, αν δεν λειτουργεί αρμονικά κάτω από έναν συνεκτικό, ενωτικό δεσμό, μπορεί να δημιουργήσει μέσα από τις ποικιλόμορφες καταστάσεις – που ο ίδιος ο Κύριος επέτρεψε να ’χουμε στην ψυχή μας – να δημιουργηθεί μεγάλη δυσαρμονία και ταραχή εσωτερική και πίσω από αυτό μπορεί πολλές φορές να εκφράζεται πολλές φορές να εκφράζεται η βαθιά μας εσωτερική αγωνία, αποτυχία και μελαγχολία. 
Να δούμε λίγο αυτές τις τέσσερις λέξεις, που είναι καταστάσεις συναισθηματικές από τις οποίες περνούνε οι γυναίκες οι Μυροφόρες. Προσέξτε, την ώρα που πλησιάζουν τον Τάφο, το κείμενο λέει «ἐξεθαμβήθησαν»·. είναι μια ιδιότυπη λέξη η λέξη «ἐξεθαμβήθησαν η οποία όμως πολλές φορές χρησιμοποιείται στο λόγο τον πατερικό και πολλά τροπάρια μιλούν για το θάμβος του Θεού, που ’ναι η αποκάλυψη της δόξας του Θεού. Πότε «ἐξεθαμβήθησαν»; Όταν βλέπουν τους Αγγέλους «καθεζομένους ἐν τῷ τάφῳ» και μάλιστα (μια πολύ μικρή λεπτομέρεια, που φαίνεται πολύ μεταβατική) ότι βλέπουν τους Αγγέλους να είναι ντυμένοι στα λευκά. Κοιτάξτε, οι Άγγελοι είναι πέρα από ρούχα, πέρα από χρώμα, δεν έχουν αυτή την κατάσταση τη φυσική που έχουμε εμείς, να φορούνε ρούχα σαν κι εμάς. Το κείμενο κάτι θέλει να πει ανθρωπομορφικά: το λευκό δηλώνει την παρουσία από κάτι που είναι πέρα από τις δυνατότητες να το καταλάβουμε· είναι ένα φως το οποίο είναι πέρα από το φως. Και αυτό το φως είναι του Θεού, δεν είναι ένα απλό φως που βλέπουνε: αυτό είναι το «λευκό». Και περνούν αυτό το θάμβος. Δηλαδή οι γυναίκες, τώρα που πλησιάζουν τον Τάφο, έρχονται να μπούνε σε έναν χώρο που έχει μια άλλη κατάσταση ζωής! Αυτό είναι το θάμβος! Όποιος πλησιάζει τη χάρη του Θεού μπαίνει σε αυτό το θάμβος! Εμείς αυτό δεν μπορούμε να το φτιάξουμε, ό, τι και να κάνουμε για να φτιαχτούμε, ας το πω έτσι με τη λέξη που λέμε, δεν γίνεται τίποτε. Είναι αυτό το θάμβος, είναι αυτό το λευκό το πέρα από το λευκό, της παρουσίας του Θεού, όπου έρχεσαι και εξεθαμβείσαι (sic), προσέξτε την παθητική φωνή: «ἐξεθαμβήθησαν». Γίνεται κάτι πάνω τους και μετά έρχονται σε ένα χώρο. Αυτός ο χώρος πια του φωτός αρχίζει να προσδιορίζει και να ορίζει τις συναισθηματικές καταστάσεις που θα περάσουνε. Αν εμείς θέλουμε να είμαστε χαρούμενοι ή λυπημένοι, περνούμε σε μια καταστροφή, [γιατί] είναι κάτι το οποίο καθορίζει πέρα από μας η χάρις του Θεού. Και τότε η χαρά και η λύπη μας, επειδή μπήκε μέσα στο θάμβος του Θεού, χαλιναγωγείτα,ι και η χαρά είναι ευλογημένη και η λύπη είναι ευλογημένη! Χωρίς αυτό και τα δύο είναι καταστάσεις ψυχασθενείας. 
«Ἐξεθαμβήθησαν» λοιπόν. Και η συνέχεια του θάμβους στο οποίο μετέχουνε είναι – προσέξτε την πανέμορφη ισορροπία τη λεκτική του κειμένου – «εἶχεν δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις»· δεν λέει το κείμενο ότι είχαν τρόμο και έκσταση· «εἶχεν δέ», κατείχε αυτές, τρόμος και έκσταση. Είναι πανέμορφο το κείμενο! Αφού μπήκαν σε αυτό το θάμβος του Θεού, που αρχίζουν όλες οι καταστάσεις οι συναισθηματικές και χαλιναγωγούνται, έρχεται το πρώτο βήμα που δίνεται ως ώθηση σε αυτές: είναι να έχουν τρόμο. Τι είναι αυτός ο τρόμος; Καταλαβαίνουνε το πόσο απέχουν αυτές – ως κατάσταση ζωής – από αυτόν τον κόσμο που τους παρουσιάζουν οι Άγγελοι! Και μπαίνουν σε ένα τρόμο, που αυτός ο τρόμος δεν είναι ο τρόμος ο οποίος αρρωσταίνει. Καταλαβαίνεις πόσο απέχεις. Και γιατί ο Θεός το επιτρέπει να καταλάβεις; Ακριβώς για να μην απέχεις! Για να πλησιάσεις! Είναι ένας τρόμος ευλογημένος, θα τολμούσα να πω, είναι ο μόνος τρόμος ο οποίος έχει νόημα να υπάρχει σε αυτήν τη ζωή. Όλα τα άλλα τα στοιχεία του τρόμου είναι δαιμονικά. Αυτός ο τρόμος πραγματικά έχει δυνατότητα να υπάρχει πάνω μας και πρέπει να υπάρχει! 
Καταλαβαίνεις λοιπόν την απόσταση από αυτό το θάμβος που σου παρουσιάζεται, και πας να μπεις σ’ αυτήν την ιστορία! Και μπαίνουνε οι Μυροφόρες· έχουνε τον τρόμο για την απόσταση ζωής (πόσο απέχουν από αυτόν τον κόσμο) και μπαίνουν στον χώρο «εκ-στάσεως»! Προσέξτε, παίρνουν μια άλλη «στάση» ζωής! Και αυτό είναι πρόκληση για μας! Βλέπεις τη διαφορά, τρομάζεις από τη διαφορά – ευλογημένος τρόμος – και έχεις πια μια έκ-σταση. Παίρνεις μια άλλη στάση από τη στάση που έπαιρνες μέχρι τώρα. Βγαίνεις από τη στάση που είχες, βγαίνεις από τον τρόπο που ο κόσμος αντιμετωπίζει τα πράγματα. Γιατί αν δεν το κάνεις, αν δεν κάνεις αυτή την έκ-σταση, όλες οι καταστάσεις οι οριζόντιες του κόσμου, χαρά, μελαγχολία, θλίψη, λύπη, όλα αυτά που λέμε κάθε μέρα, θα μας καθηλώσουνε σε καταστάσεις που θα μας αρρωσταίνουν. Και τότε, μέσα σε αυτόν τον τρόμο της αποστάσεως, παίρνεις μια άλλη στάση ζωής και αυτή είναι η στάση πια ζωής που λες, «εδώ είναι ένας άλλος κόσμος, πρέπει σε αυτόν τον κόσμο να μετέχω!» 
Και καταλήγει όλη αυτή η πορεία των εναλλασσόμενων ψυχολογικών, συναισθηματικών καταστάσεων των Μυροφόρων στο «ἐφοβοῦντο γὰρ». «Οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον», λέει, «ἐφοβοῦντο γάρ». Και βλέπετε, θα πείτε «όλη αυτή η ιστορία καταλήγει στον φόβο;» Ναι, το λέει ακριβώς: «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ». Τι είναι φόβος; Φόβος είναι πια ότι αποδέχεσαι αυτό το γεγονός και το κάνεις ζωή σου! Δεν μπορείς να το ερμηνεύσεις! Δεν μπορείς να το περιγράψεις! Δεν μπορείς να το μεταδώσεις! Ο φόβος είναι αυτή η αποδοχή ενός γεγονότος που το ζεις βιωματικά κοντά στον Χριστό· και ξέρεις ότι είναι μία κατάσταση «άλλη»! Αυτός είναι ο φόβος: η πλήρης αποδοχή του θελήματος του Θεού! Και τότε, μέσα σ’ αυτή την πλήρη αποδοχή του θελήματος του Θεού, ξέρεις που ό, τι και να πεις είναι λίγο. Ξέρεις ότι δεν φοβάσαι πια τίποτε. Ξέρεις πως καμιά κατάσταση εναλλασσόμενων ψυχολογικών, συναισθηματικών δεδομένων δεν μπορεί να σε ταράξει! Και τότε «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ» (είναι πέρα από το «λένε και λένε»). Κι έρχεται όλος ο κόσμος, αυτός ο πλούσιος του ανθρώπου ο συναισθηματικός – και μάλιστα γυναίκες είναι εδώ – να χαλιναγωγηθεί, να μπει σε ένα δρόμο του θάμβους, της «άλλης» αντιμετωπίσεως, και το «ἐφοβοῦντο» είναι που ξέρουν που εδώ πέρα αποδέχονται τα πάντα και έτσι πάνε να ζήσουνε! Και εκεί νοηματοδοτείται πια η στάση των Μυροφόρων – που έχουν μια στάση σιωπηλή. 
Όλα αυτά μέσα από αυτό το κείμενο, μέσα από αυτό το συναπάντημα των γυναικών αυτών με τον Χριστό. Και έρχεται πραγματικά αυτό το κείμενο να πει κάτι οριστικό για τη ζωή μας, την καθημερινή ζωή. Δεν είναι ένα κείμενο μακρινό, που κάποιοι κάποτε συνάντησαν τον Χριστό… Είναι το σήμερά μας, γιατί σήμερα, το ζείτε όλοι, δεν χρειάζεται να το πω και να το επιβεβαιώσω, ζούμε δεκάδες εναλλασσόμενες συναισθηματικές καταστάσεις κάθε μέρα, που μας αρρωσταίνουν, μας διαλύουν, μας κάνουν να χτυπιόμαστε κάτω. Και εδώ είναι η απάντηση! Είναι η μοναδική απάντηση! Μπαίνεις στη χάρη του Θεού, καταλαβαίνεις την απόσταση, αλλάζεις στάση ζωής και μετά δεν ξέρεις τίποτε παρά ένα πράγμα: που έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό και στο τι κάνει για σένα. Και όλες οι καταστάσεις και ο πλούτος παίρνουνε φως και η χαρά μας γίνεται ουράνια και η λύπη μας γίνεται ουράνια, γιατί είναι λύπη μετανοίας. Όλα γίνονται ουράνια! 
Έτσι να ευχηθούμε πολύ απλά, εμείς που κάθε μέρα μέσα από αυτές τις παλίνδρομες καταστάσεις τις ψυχολογικές/συναισθηματικές χτυπιόμαστε κάτω, να καταλάβουμε το βάθος αυτού του κειμένου και να κάνουμε κι εμείς ένα ξεπέρασμα, μια «έκ-σταση» ζωής! Για να μπορούμε όλα αυτά τα – πραγματικά ευλογημένα – εναλλασσόμενα του εσωτερικού μας κόσμου να τα χαλιναγωγήσουμε μέσα από τη χάρη του Θεού, και η χαρά μας και η λύπη μας να μπορεί να γίνει ουράνια! 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα: www.floga.gr


Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Κυριακή των Μυροφόρων - Συναξάρι Πεντηκοσταρίου

Κυριακή των Μυροφόρων

Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 

Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.

Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία -ταφή και ανάσταση- είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*) 
Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει. 
Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα. 
Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά -η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες. 
Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά. 
Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη. 
Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε. 
Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν: 
Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο. 
Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του. 
Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα. 
Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους. 
Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.

Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν. 
(*)Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα και τη θεότητα του Κυρίου. 
 
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις