Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν εἶναι νηστικός, γλυκαίνει μερικὲς φορὲς τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν εὐχή

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ΛΟΓΟΣ Η΄ 
Περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν εἶναι νηστικός, γλυκαίνει μερικὲς φορὲς τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν εὐχή, σὰν νὰ τρώγει ζάχαρη ἢ γλυκύτατο μέλι, καθὼς λέγει καὶ ὁ προφητάνακτας· «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψλμ. ριη΄ 103). 
Εὐλόγησον πάτερ. 
Τρία πράγματα φρόντιζε, ταπεινὲ Μοναχέ, νὰ ἀποκτήσεις πάντοτε· νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, ἂν θέλεις νὰ γευθεῖς κάποτε αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, ἡ ὁποία θὰ σοῦ γλυκαίνει ἄρρητα τὴν γλῶσσα σου. Διότι ἂν δὲν μεταχειρίζεσαι μὲ κάθε ἔφεσή σου καὶ θέληση, νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, μὴν ἐλπίζεις ποτὲ νὰ αἰσθανθεῖς αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Αὐτή, εἶναι μία μεγάλη παρηγορία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ σὲ κάνει περισσότερο θερμὸ καὶ περισσότερο ζηλωτὴ στὴν πνευματική σου ἐργασία. 
Αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ θεϊκὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας εἶναι σπάνιοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀπολαμβάνουν, μάλιστα καὶ αὐτοὶ δὲν τὴν αἰσθάνονται πάντοτε, ἀλλὰ μερικὲς φορές, ὅταν ἐπιτρέψει ὁ Κύριος γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει. Ὅταν ὅμως τὴν αἰσθάνονται στὴν γλῶσσα τους, τότε γνωρίζουν μόνοι τους τί καλὸ πρᾶγμα εἶναι νὰ νηστεύει κάποιος πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεται πάντοτε καὶ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως στὸν Χριστὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά του, διότι δίχως αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ στὸ στόμα αὐτὴν τὴν γλυκύτητα. 
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα εἶναι ἄρρητη, διότι εἶναι πνευματική, καὶ κάθε τὶ τὸ πνευματικὸ εἶναι ἀνέκφραστο καὶ μυστικό, ὅμως γιὰ νὰ τὴν καταλάβει λίγο κάποιος, πῶς ἐνεργεῖ στὴν γλῶσσα, λέγουμε τὰ ἑξῆς· 
Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα, ἀπὸ τὴν ὁποία γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα ἀνεκφράστως, ὁμοιάζει μὲ τὴν γλυκύτητα τῆς ζάχαρης, ὅμως εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτήν, διότι ἂν βάλεις στὸ στόμα σου ζάχαρη, γλυκαίνει τὸ στόμα σου γιὰ λίγο, καὶ ἀφοῦ διαλυθεῖ ἡ ζάχαρη καὶ τὴν καταπιεῖς, δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ τὴν γλυκύτητά της, ἐκτὸς μόνον ἂν βάλεις καὶ ἄλλη στὸ στόμα σου. Ὅμως, στὴν νοητὴ καὶ πνευματικὴ ζάχαρη, τὴν ὁποία βάζει ἀοράτως ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου στὸ στόμα σου καὶ μὲ τὴν ὁποία ἀλείφει θαυμάσια τὴν γλῶσσα σου, δὲν γίνεται ἔτσι, διότι δὲν διαρκεῖ λίγο καιρό, οὔτε χρειάζεται, ἀφοῦ χαθεῖ ἡ γλυκύτητα ἀπὸ τὸ στόμα σου, νὰ βάλεις κάτι ἄλλο γλυκὺ γιὰ νὰ γλυκαθεῖ, διότι ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀξιωθεῖς μέσῳ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς καθαρῆς νηστείας. 
Ὅταν λοιπὸν γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα σου, αἰσθάνεσαι τὴν γλυκύτητά της μπροστά, σὰν νὰ τοποθετήθηκε ἐκεῖ κάποιος κόκκος ζάχαρης μικρός, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ λειώνει μέσα στὸ στόμα σου. Τότε, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖς πολὺ καλύτερα αὐτὴν τὴν πνευματικὴ θεϊκὴ γλυκύτητα, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, διότι ἔτσι νοιώθεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἄρρητη γλυκύτητα ἀναβλύζει ἀδιάκοπα ἀπὸ τὴν μπροστινὴ ἄκρη τῆς γλώσσας σου, ὅπως ἀναβλύζει τὸ νερὸ ἀπὸ κάποια φλέβα. Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ τὴν αἰσθάνεσαι νὰ τρέχει ἔτσι, ἀμέσως ἐξαφανίζεται ἐὰν τυχὸν ὁμιλήσεις μὲ κάποιον. Ἀλλά, ἂν ἐσὺ κλείσεις τὸ στόμα σου καὶ προσέξεις πάλι, παραδόξως πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι γλυκαίνει ἡ γλῶσσα σου. 
Εἶναι ἕνα φυτό, τοῦ ὁποίου τὸ ἄνθος ἔχει φυσικὸ μέλι. Αὐτὸ τὸ ἄνθος, ὅταν τὸ τραβᾶς ἀπὸ τὸν μίσχο, φαίνεται σὰν σωληναράκι ποὺ ἂν τὸ βάλεις στὸ στόμα σου καὶ τὸ ρουφήξεις, καταλαβαίνεις τὴν γλυκύτητά του σὰν μέλι. Παρόμοια λοιπὸν μὲ αὐτὴν εἶναι καὶ ἡ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου, ποὺ γλυκαίνει ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἡ γλυκύτητα ἐκείνου τοῦ ἄνθους, ἀφοῦ τὴν ρουφήξεις μία φορά, χάνεται, ἐνῶ ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ δὲν χάνεται, ὅσο ἀπέχεις ἀπὸ φαγητὸ ἢ ποτό· διότι, ἂν γευθεῖς κάτι, τότε δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ μὲ τὴν ἴδια ζωηρότητα ἐκείνην τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἡμέρα ἐκείνην. 
Μερικὲς φορές, καὶ μάλιστα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετὰ τὴν γεύση τῆς αἰσθητῆς τροφῆς, τελείως χάνεται ἐκείνην τὴν ἡμέρα. Ἀντιθέτως, ἡ γλυκύτητα αὐτή, μερικὲς φορές, ὅταν κρατᾶς γιὰ πολὺ τὸ στόμα σου κλειστό, ἀναβλύζει θαυμασίως καὶ συνεχῶς μέσα στὸ στόμα σου καὶ τὴν αἰσθάνεσαι ἔτσι σὲ κάθε σου ἀναπνοή. Ἄλλοτε, τὴν αἰσθάνεσαι καὶ μέσα στὰ χείλη σου διότι γλυκαίνουν καὶ αὐτὰ ἀπὸ μέσα σὰν νὰ τὰ πασπάλισες ἐσωτερικῶς μὲ ζάχαρη ἄχνη, ἢ σὰν νὰ τὰ ἄλειψες μέσα μὲ μέλι. 
Φυλάξου λοιπόν, ταπεινέ, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν γλυκύτητα, νὰ μὴν γευθεῖς χωρὶς μεγάλη ἀνάγκη τίποτε, γιὰ νὰ μὴν λυπηθεῖς ἔπειτα δίχως ὄφελος. Ἂς πεινάει ἡ κοιλιά σου· μὴν τῆς δίνεις τίποτε, διότι ὅταν αὐτὴ πεινάει, τότε τὸ στόμα σου χορταίνει ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ. Ἅμα δώσεις στὴν κοιλιά σου αἰσθητὴ τροφή, στερεῖται ἡ γλῶσσα σου τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Ὅταν ἔτσι γλυκαίνεσαι ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεϊκὴ γλυκύτητα, τότε τὸ σάλιο σου μὴν τὸ φτύνεις ὅπου τύχει, ἀλλὰ κατάπιε το γιὰ νὰ μὴν τὴν στερηθεῖς γιὰ λίγο. Προπάντων ὅπως εἴπαμε, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, ἂν δὲν ὑπάρχει κάποια μεγάλη ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσεις, γιὰ νὰ μὴν μετανοιώσεις ὕστερα. 
Ἐὰν κάποτε, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα, ἔχεις ἀνάγκη νὰ διαβάσεις κάτι ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, διάβασέ το μὲ εὐλάβεια. Ὅταν τὸ διαβάζεις, πρόσεχε ταυτοχρόνως καὶ στὴν πνευματικὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου νὰ δεῖς, παραμένει ἢ ὄχι, ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου ἢ ἐξαφανίζεται ἀπ᾿ αὐτήν; Καὶ ἂν παραμένει, πρόσεχε μαζὶ καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα καὶ στὴν ἀνάγνωση, διότι ἔτσι θὰ αἰσθανθεῖς καὶ ἄλλη πνευματικὴ γλυκύτητα, ὄχι στὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ στὴν διάνοιά σου, διότι καὶ αὐτὴ θὰ γλυκαθεῖ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ διπλασιαστεῖ σ᾿ ἐσένα ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ τριπλασιαστεῖ. Διότι ἀμέσως θὰ δεῖς καὶ στὰ μάτια σου τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, διότι θὰ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια σου τὰ καθαρὰ καὶ λαμπρὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ γλυκύτατα στὴν ψυχή σου. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ τριπλασιαστεῖ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ δεῖς στὸν ἑαυτό σου καὶ ἄλλη τέταρτη παρηγορία τοῦ Θεοῦ· θὰ δεῖς νοερῶς τὸν ἐσωτερικό σου ἄνθρωπο ὅτι μυρώθηκε ἀοράτως ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ θεῖο ἔλαιο τῆς ἀγαλλιάσεως, καὶ ἔτσι ἔγινες ὅλος γαλήνιος, ὅλος λαμπρός, ὅλος ἀγαλλίαση. Λέγουμε, ὅτι δὲν ἔμεινε στὴν ψυχή σου καμμία αἴσθηση ἀπαράκλητη ἀπὸ τὴν παρηγορία καὶ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Ἀλλὰ αὐτὰ θὰ συμβοῦν σὲ σένα, ἂν παραμένει, ὅπως εἰπώθηκε, ἡ ἄρρητη καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου. Ἂν πάλι δὲν παραμένει αὐτὴ ἡ ὑψηλὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου, ὅταν διαβάζεις, μὴν ἀπελπίζεσαι καὶ θελήσεις νὰ γευθεῖς κάτι ἢ νὰ πολυλογεῖς ἢ νὰ ὑπερηφανεύεσαι, ἀλλὰ φυλάξου ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια, διότι ἔτσι θὰ δεῖς σὲ λίγο νὰ γλυκαίνεται θαυμασίως ἡ γλῶσσα σου. 
-Αὐτὴ ἡ θεία γλυκύτητα πηγάζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου, ἢ προέρχεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα καὶ ἔτσι αὐτὴ γλυκαίνεται; 
-Αὐτό, ταπεινέ, δὲν μπορεῖς ἀκριβῶς νὰ τὸ καταλάβεις, διότι φαίνεται πῶς ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου πηγάζει, ὅμως ἀληθῶς, δὲν πηγάζει ἀπὸ αὐτὴν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα σου καὶ περνάει ἀνεκφράστως ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ ἔτσι γλυκαίνεται. Αὐτὸ ὅμως ἀγαπητέ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ τὸ πολυεξετάσεις, διότι ἂν τὸ πολυεξετάσεις, δὲν θὰ βρεῖς τίποτε περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἴπαμε. 
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα μερικὲς φορὲς ἀναβλύζει μέσα σου καὶ σοῦ γλυκαίνει τὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ σοῦ τὴ γλυκαίνει ἔτσι, αἰσθάνεσαι ὅτι λιγοστεύει καὶ σοῦ φαίνεται ὅτι τελείως θὰ ἐκλείψει ἀπὸ σένα. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ φαίνεται ἔτσι, νά! καὶ πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι σὲ γλυκαίνει παραδόξως. 
Χαρὰ καὶ λαμπρότητα λοιπὸν ἂς εἶναι σὲ σένα, ταπεινὲ Μοναχέ, ὅταν ἀξιωθεῖς ὅλα αὐτὰ ποὺ ἄκουσες. Καὶ τότε δὲν χρειάζεσαι νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις ἡδύποτα καὶ ἄλλα γλυκίσματα γιὰ νὰ γλυκαθεῖ τὸ στόμα σου, διότι τὸ γλυκαίνει ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἡδύποτα καὶ γλυκίσματα ποὺ τρώγει καὶ πίνει κανείς, δὲν μένει παντοτινὰ ἡ γλυκύτητα στὸ στόμα του, ἀλλὰ μόνον ὅσο μένουν αὐτὰ στὸ στόμα του· ὅμως στὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, μένει ἡ γλυκύτητα πραγματικῶς στὸ στόμα του, ὅσο νηστεύει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς. 
Οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖνον τὸν καιρό, ὅταν τοὺς ἔτρεφε ὁ Θεὸς μὲ τὸ μάννα, ὅσο νήστευαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, εἶχαν τὸ οὐράνιο μάννα ποὺ τοὺς γλύκαινε ἀνεκφράστως, ἀφοῦ ὅμως ἔφαγαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως τὸ ἔχασαν. Ἅμα λοιπὸν καὶ ἐσύ, ταπεινέ, ποὺ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἀξιώθηκες νὰ γευθεῖς αἰσθητῶς κατὰ κάποιον τρόπο αὐτὴν τὴν λεπτὴ καὶ αἰσθητὴ γλυκύτητα καὶ νὰ ἔχεις στὸ στόμα σου τὴν τροφὴ τῶν ἀγγέλων- τὸ οὐράνιο μάννα, ἅμα -λέγω- γευθεῖς ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως ἐξαφανίζεται αὐτὴ ἡ μυστικὴ γλυκύτητα. Καλύτερα λοιπὸν γιὰ ἐσένα νὰ νηστεύεις πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεσαι καὶ νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, παρὰ νὰ χορταίνεις τὴν κοιλιά σου ἀπὸ ὑλικὲς τροφὲς καὶ νὰ στερεῖσαι αὐτὸ τὸ οὐράνιο καὶ γλυκύτατο μάννα. 
Παρατήρησα κάποτε κάποιον ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος προσκομίζοντας στὴν ἁγία Προσκομιδή, ξαφνικὰ γέμισε δάκρυα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ σταματήσει, ἀλλὰ συνέχεια, μέχρι ποὺ τελείωσε τὴν Προσκομιδή, κατανυσσόταν καὶ ἔκλαιγε. Ὅταν ἤθελε νὰ πεῖ τὸ «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός» καὶ τὰ λοιπὰ ἢ κάποιαν ἐκφώνηση, βίαζε τὸν ἑαυτό του καὶ ἔκοβε λίγο τὴν κατάνυξη ἀπὸ τὴν καρδιά του, προφέροντας τὰ λόγια μὲ φωνὴ χονδρότερη γιὰ νὰ μὴν φανεῖ ὅτι κατανύσσεται. Κατανυσσόταν παρομοίως καὶ ὅταν ἔλεγε τὶς εὐχές. Ὅταν ὅμως διάβασε τὸ θεῖο Εὐαγγέλιο, ξαφνικὰ τόση κατάνυξη τοῦ ἦλθε, ὥστε πνίγηκαν τὰ μάτια του ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τότε πιά, ἔκλαιγε φανερά, μὴ μπορώντας νὰ συγκρατηθεῖ. Ἔτσι, αὐτὴν τὴν ὥρα δὲν ἔμεινε στὴν Λειτουργία κανεὶς ποὺ νὰ μὴν κατανυχθεῖ, ἐκτὸς μόνον ἂν κάποιος ἦταν τόσο ἀναίσθητος καὶ σκληρόκαρδος στὴν ψυχή, σὰν ἐμένα. Ἀλλά, ἀκόμη καὶ σὲ ὅλη τὴν θεία Λειτουργία, κατανυσσόταν πότε πολὺ καὶ πότε λίγο μὲ ἄμετρη ἀγαλλίαση τῆς ψυχῆς του. Καὶ ὅταν κοινώνησε τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, κατέβρεξε τὸν ἅγιο Δίσκο καὶ τὰ καλύμματα καὶ τὸ ἀντιμήνσιο μὲ τὰ δάκρυα. 
Ὕστερα, ἀφοῦ τελείωσε τὴν Θεία Λειτουργία, τὸν ρώτησα νὰ μοῦ πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια, γιατί κατανυσσόταν τόσο πολὺ καὶ γιατί ἔχυνε τέτοια δάκρυα καὶ μάλιστα μπροστὰ σὲ τόσο κόσμο, ἐνῶ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ βγάλω οὔτε κἂν στὰ κρυφὰ ἕνα δάκρυ γιὰ τὴν ἐλεεινή μου ψυχή. Καὶ αὐτὸς ὡς φίλος τῆς ἀλήθειας καὶ ὡς ἀγαθὸς καὶ ἄκακος, μοῦ εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια· 
Ἐγώ, ἀδελφέ, ὅταν στὸν ὄρθρο διαβαζόταν ἡ κοινὴ ἀκολουθία, μελετοῦσα νοερῶς καὶ ἀδιαλείπτως στὴν καρδιά μου τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἀκολουθία στὴν μέση, ἄρχισα νὰ αἰσθάνομαι στὴν γλῶσσα μου, λίγο - λίγο, κάποια γλυκύτητα. Συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν γλυκύτητα καταλάβαινα μέσα μου κάποια πνευματικὴ παρηγορία. 
Ἀλλά, ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ ἔλεγα περισσότερο τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», τόσο περίσσευε στὴν γλῶσσα μου καὶ ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη γλυκύτητα, μεγάλωνε δὲ καὶ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ μέσα μου, καὶ τότε ἀμέσως ἄρχισε νὰ κατανύσσεται λίγο ἡ καρδιά μου. Ἀφοῦ «πῆρα καιρὸ» νὰ λειτουργήσω, ἐπεκτάθηκε μέσα στὸ στόμα μου ἡ γλυκύτητα καὶ πληροφορήθηκα μέσα μου ζωηρότερη τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ κατανυσσόμουν εὐκολότερα καὶ περισσότερο. Ὅταν προσκόμιζα στὴν Προσκομιδὴ τὰ θεῖα δῶρα, κατάλαβα στὸ στόμα μου πολλὴ γλυκύτητα. Συγχρόνως, κατάλαβα στὴν καρδιά μου πολλὴ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, δὲν μποροῦσα νὰ σταματήσω τὰ δάκρυα. Ὅταν διάβαζα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, παρομοίως κατάλαβα στὸ στόμα μου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα νὰ ὑπερισχύει καὶ συγχρόνως γλύκανε ὑπερβολικῶς καὶ ἡ διάνοιά μου μὲ τὰ λόγια τοῦ θείου καὶ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐπειδὴ ἐννοοῦσε ὁ νοῦς μου σαφῶς τὴν δύναμη, τὸ νόημα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ καθενὸς λόγου του. Ἔτσι τότε καὶ ἐγὼ μὴ μπορώντας νὰ κρύψω μέσα μου καὶ νὰ σταματήσω τὴν κατάνυξη ἔκλαιγα πιὰ σὰν μικρὸ παιδί, διότι πλημμύρισε καὶ χύθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου ἡ κατάνυξη. Γι᾿ αὐτό, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥρα μέχρι νὰ τελειώσει ἡ Λειτουργία, συνέχεια κατανυσσόμουν πότε πολύ, πότε λίγο, ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ γλυκύτητα ποὺ αἰσθανόταν ἡ γλῶσσα μου καὶ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα μὲ τὴν ὁποία γλυκαινόταν ἡ διάνοιά μου στὴν κατανόηση τῶν ἱερῶν λόγων». Ἀκούγοντας αὐτὰ ἐγὼ ὁ σκληρόκαρδος, κατηγόρησα τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου, ἐπειδὴ ποτέ μου δὲν εἶδα στὴν γλῶσσα μου τέτοια γλυκύτητα οὔτε στὴν ψυχή μου τέτοια παρηγορία. 
Εὐχή. 
λλά, Κύριε, Κύριε, ὁ γλυκασμὸς καὶ ἡ ἡδύτητα ὅλων τῶν δούλων Σου ποὺ μνημονεύουν στὴν καρδιὰ μὲ εὐλάβεια τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιο καὶ θεϊκό, χάρισε, παρακαλῶ, καὶ σ᾿ ἐμένα νὰ ἀγαπῶ τὸ Ὄνομά σου μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ νὰ τὸ μνημονεύω μὲ πολλὴ εὐλάβεια, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε, ὅταν ἐπιτρέψει ἡ Χάρη Σου, καὶ ἡ δική μου γλῶσσα αὐτὴν τὴν θεϊκὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα. Διότι τότε, Κύριέ μου, εἶμαι πληροφορημένος ὅτι συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, θὰ λάμψει καὶ τὸ ἅγιο φῶς τῆς θεογνωσίας Σου μέσα στὴν καρδιά μου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ φωτισθοῦν τὰ μάτια τῆς διάνοιάς μου στὴν ἀληθινὴ καὶ τέλεια κατανόηση τῶν θεϊκῶν Σου λόγων. Ὅταν γίνει αὐτὸ σ᾿ ἐμένα, Κύριε, ἀπὸ Σέ, τὸν δημιουργὸ καὶ Θεό μου, ἀμέσως θὰ φανοῦν τὰ λόγια Σου γλυκὰ στὸν λάρυγγά μου καὶ γλυκύτερα ἀπὸ μέλι στὸ στόμα μου. Ναί, ὁ γλυκύς μου Ἰησοῦς, δέομαι καὶ παρακαλῶ τὴν βασιλεία Σου, ράντισε καὶ ἐμένα τὸν πολὺ πικραμένο μία σταλαγματιὰ θεϊκῆς γλυκύτητος ἀπὸ τὴν μεγάλη καὶ ἀκατανόητη ἄβυσσο τῆς δικῆς Σου θεϊκῆς καὶ πνευματικῆς γλυκύτητος. Διότι ἐπόθησε ἡ ψυχή μου αὐτὴν τὴν πνευματική Σου θεία καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα περισσότερο ἀπὸ χρυσάφι καὶ τοπάζιο καὶ περισσότερο ἀπὸ πολύτιμο λίθο, καὶ γλυκαίνομαι ὁ δοῦλος Σου πνευματικῶς ὅταν τὴν σκέπτομαι, περισσότερο ἀπὸ μέλι καὶ κηρήθρα. Διότι Ἐσύ, Κύριέ μου, Κύριε, γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, εἶσαι ὁ ἀνέκφραστος γλυκασμὸς ἡμῶν ὅλων τῶν Χριστιανῶν καὶ σοὶ τὴν δόξα ἀναπέμπομεν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ἐκ χειρογράφου τῆς Ἱ.Μ.Ξενοφῶντος
Ἁγίου Ὄρους

Άγιος Ιερομάρτυς Σαδώκ Επίσκοπος Περσίας και οι συν αυτώ Εκατόν Είκοσι Μάρτυρες από την Περσία.



Άγιος Ιερομάρτυς Σαδώκ Επίσκοπος Περσίας και οι συν αυτώ Εκατόν Είκοσι Μάρτυρες από την Περσία. 
 20 Φεβρουαρίου και 19 Οκτωβρίου.

Eις τον Σαδώκ.
Σαδὼθ ὁ θεῖος τὴν κάραν τμηθεὶς ξίφει,
Θεοῦ Σαβαὼθ νῦν παρίσταται θρόνῳ.


Eις τους Εκατόν Είκοσι Mάρτυρας.
Δεκὰς δεκαπλῆ Μαρτύρων συμμαρτύρων,
Καὶ δὶς δέκα θνῄσκουσι πληγέντες ξίφει.

Ο Σαδώκ (ή Σαδώθ ή Σαδώχ) έζησε περί το 330 μ.Χ. και πιστεύοντας στο Χριστό έγινε επίσκοπος της μικρής χριστιανικής κοινότητας της Περσίας. Λόγω του φιλανθρωπικού του έργου ήταν αγαπητός όχι μόνο από τους χριστιανούς αλλά και από τους ειδωλολάτρες κάτι που ενοχλούσε τους ιερείς των Περσών. Γι' αυτό τον κατηγόρησαν στον Σαπώρ. Αυτός πιστεύοντάς τους, κάλεσε τον Άγιο να απολογηθεί και να αρνηθεί το Χριστό. Ο Άγιος Σαδώκ αρνήθηκε και γι' αυτό οδηγήθηκε στο δήμιο μαζί με εκατόν είκοσι Χριστιανούς που ανήκαν στο μικρό αλλά εκλεκτό ποίμνιό του.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη Ἀποσπάσματα,

 

Καλή Σαρακοστή!

"Κανεὶς ἀσκητὴς
δὲν ἅγιασε χωρὶς ἀσκήσεις.

Κανεὶς δὲν μπόρεσε ν’ ἀνέλθει
στὴν πνευματικότητα
χωρὶς ν’ ἀσκηθεῖ.

Πρέπει νὰ γίνονται ἀσκήσεις.
Ἄσκηση εἶναι οἱ μετάνοιες,
οἱ ἀγρυπνίες κ.λπ., ἀλλὰ ὄχι μὲ βία.
Ὅλα νὰ γίνονται μὲ χαρά.

Δὲν εἶναι οἱ μετάνοιες
ποὺ θὰ κάνουμε,
δὲν εἶναι οἱ προσευχές,
εἶναι τὸ δόσιμο,
ὁ ἔρωτας γιὰ τὸν Χριστό,
γιὰ τὰ πνευματικά.

Μέσα στὴν ἄσκηση,
τὶς μετάνοιες, τὶς ἀγρυπνίες
καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες
εἶναι καὶ ἡ νηστεία.

«Παχεῖα γαστὴρ
λεπτὸν οὐ τίκτει νόον».
(Χοντρή κοιλία
δὲν γεννᾶ λεπτὸ πνεῦμα).

γὼ τὸ γνωρίζω αὐτὸ
ἀπ’ τοὺς Πατέρες.
Ὅλα τὰ πατερικὰ βιβλία
μιλοῦν γιὰ τὴ νηστεία.

Οἱ Πατέρες τονίζουν
νὰ μὴν τρῶμε
δυσκολοχώνευτα φαγητὰ
ἢ λιπαρὰ καὶ παχιά,
γιατὶ κάνουν κακὸ
στὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή.

Λένε ὅτι τὸ προβατάκι
τρώει τὰ χορταράκια τῆς γῆς
κι εἶναι τόσο ἥσυχο.

Νὰ εἶναι πιὸ ἁπλὰ
τὰ φαγητά μας.
Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε
τόσο πολὺ μ’ αὐτά.

Δέν εἶναι τό φαγητό,
δέν εἶναι οἱ καλές
συνθῆκες διαβίωσης,
πού ἐξασφαλίζουν
τήν καλή ὑγεία.

Εἶναι ἡ ἁγία ζωή,
ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ξέρω γιὰ ἀσκητὲς
ποὺ νηστεύανε πολὺ
καὶ δὲν εἴχανε
καμιὰ ἀρρώστια.

Δέν κινδυνεύει νά πάθει
κανείς τίποτε ἀπ’ τή νηστεία.

Κανείς δέν ἔχει ἀρρωστήσει
ἀπ’ τή νηστεία.

Γιὰ νὰ τὰ κάνετε ὅμως αὐτά,
πρέπει νὰ ἔχετε πίστη.
Ἀλλιῶς σᾶς πιάνει λιγούρα.

νηστεία εἶναι
καὶ ζήτημα πίστεως.

ταν ἔχετε τὸν ἔρωτα στὸ θεῖον,
μπορεῖτε νὰ νηστεύετε
μὲ εὐχαρίστηση κι ὅλα εἶναι εὔκολα·
ἀλλιῶς σᾶς φαίνονται ὅλα βουνό.

ποιοι ἔδωσαν τὴν καρδιά τους
στὸν Χριστὸ καὶ μὲ θερμὴ ἀγάπη
ἔλεγαν τὴν εὐχὴ,
κυριάρχησαν καὶ νίκησαν
τὴ λαιμαργία καὶ τὴν ἔλλειψη ἐγκράτειας."

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ
Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη
Ἀποσπάσματα,
«Βίος καί Λόγοι»,
ἐκδ. Ἱ. Μόνης Χρυσοπηγῆς, Χανιὰ.

Ο άγιος Λέων Α’, πάπας Ρώμης



 Ο άγιος Λέων Α’, πάπας Ρώμης

Κατά την εποχή που η Εκκλησία της Δύσεως βρισκόταν σε κοινωνία με την αδιαίρετη Εκκλησία, ο πάπας της Ρώμης, ως επίσκοπος της πρωτεύουσας τής Αυτοκρατορίας και πατριάρχης της Δύσεως, απολάμβανε μιας κάποιας υπεροχής στην εκκλησιαστική κοινωνία και θεωρούνταν από όλους τους χριστιανούς ως κατεξοχήν θεματοφύλακας της αποστολικής παραδόσεως, λειτουργώντας ως διαιτητής σε δογματικά θέματα. Κατέχοντας τον θρόνο της Ρώμης, σε μια από τις κρισιμότερες εποχές της ιστορίας, εποχή που είδε την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και που η Εκκλησία απειλούνταν πανταχόθεν με σχίσματα από τους αιρετικούς, ο άγιος Λέων μπόρεσε να διακηρύξει το ιερό δόγμα της Αληθείας και μερίμνησε με όλες τις δυνάμεις του για την διατήρηση της ενότητας της αγίας Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό δικαίως τιμάται, σε Ανατολή και Δύση, με τον τίτλο του αγίου Λέοντος του Μεγάλου.

Γεννημένος στην Ρώμη από ευγενή οικογένεια τοσκανικής καταγωγής, εισήλθε νωρίς στον κλήρο και δεν άργησε να λάβει το αξίωμα του αρχιδιακόνου της Εκκλησίας της Ρώμης, αξίωμα που τον οδήγησε να λάβει ενεργό μέρος στις εκκλησιαστικές υποθέσεις και τις δογματικές έριδες της εποχής του. Βρισκόταν σε μία από τις αποστολές του στην Γαλατία, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του πάπα Κελεστίνου και ότι είχε εν αγνοία του εκλεγεί ομοφώνως από τον λαό διάδοχός του. Κατά την ενθρόνισή του τον Σεπτέμβριο του 440 και κάθε χρόνο έκτοτε στην επέτειό της, φανέρωνε στις ομιλίες του τους φόβους μπροστά στο αξίωμά του και την εμπιστοσύνη του αποκλειστικά στην θεία χάρη για τον χειρισμό του πηδαλίου της Εκκλησίας.

Και όντως, ήταν βαρύ το καθήκον που είχε μπροστά του. Η Αυτοκρατορία, απειλούμενη από τους βαρβάρους, υπονομευόταν επιπλέον από την διαφθορά των ηθών και οι Εκκλησίες, σπαρασσόμενες από αιρέσεις, εγκατέλειπαν τον λαό του Θεού στην άγνοια και την παραλυσία. Αναμειγνύοντας θαυμαστά την αυστηρότητα με την συμπόνια, ο άγιος Λέων άρχισε από το έργο της αναγέννησης του κλήρου και της αποκατάστασης της ευταξίας στις Εκκλησίες της Αφρικής και της Σικελίας που είχαν μόλις πέσει θύματα των βανδαλικών επιδρομών. Στο Ιλλυρικό που εξαρτόταν τότε από την Ρώμη εδραίωσε την αυθεντία τού μητροπολίτου Θεσσαλονίκης και στην Εκκλησία των Γαλατιών αποκατέστησε τον σεβασμό της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Με οξεία διορατικότητα αποκάλυψε τις μηχανορραφίες των αιρετικών μανιχαίων και έδωσε στους επισκόπους και στους ιερείς το παράδειγμα του καλού ποιμένος με τον άμεμπτο βίο του, με την φροντίδα που έδειχνε στην οργάνωση της θείας λατρείας και με τις γεμάτες νηφάλια ευγλωττία ομιλίες του. Με την ευκαιρία των εορτών του λειτουργικού έτους, οικοδομούσε το πλήρωμα, ερμηνεύοντας τα μυστήρια της Πίστεως και το προέτρεπε να πολιτεύεται σύμφωνα με τις ευαγγελικές αρχές.

Εκτός από το ποιμαντορικό τούτο έργο, εκεί που ο άγιος Λέων κρίθηκε άξιος των τιμών της Εκκλησίας ήταν κυρίως το δογματικό πεδίο. Όταν, συνεπεία των ραδιουργιών του αιρετικού Ευτυχούς, υποστηριζόμενου από τον ισχυρό υπουργό Χρυσάφιο, η ψευδοσύνοδος της Εφέσου που δικαίως χαρακτηρίστηκε ληστρική από τον ίδιο τον άγιο Λέοντα, καταδίκασε τον άγιο Φλαβιανό [16 Φεβρ.], ο πάπας, μόλις ενημερώθηκε, έσπευσε να αποδοκιμάσει με όλη την αυθεντία του τα γεγονότα και συνεκάλεσε μία σύνοδο επισκόπων της Δύσεως, με σκοπό να ακυρώσει τα πρακτικά της παράνομης αυτής συγκέντρωσης και να αποκαταστήσει την αληθινή πίστη, όσον αφορά το Πρόσωπο του Χριστού. Μάλιστα, πριν ακόμη την ψευδοσύνοδο της Εφέσου, ο άγιος Λέων είχε απευθύνει μία θαυμαστή επιστολή στον πατριάρχη Φλαβιανό, στην οποία εξέθετε με πλήρη ενάργεια την πίστη της Εκκλησίας στην θεότητα του Χριστού.

Λέγεται ότι ο άγιος Λέων έγραψε την επιστολή αυτή, εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα, μετά από πολλές ημέρες νηστείας, αγρυπνίας και προσευχής και ότι αφού το είχε γράψει, το έβαλε πάνω στον τάφο του αγίου Πέτρου, εκλιπαρώντας τον Κορυφαίο των Αποστόλων να διορθώσει σε αυτήν κάθε σφάλμα που θα μπορούσε να είχε διολισθήσει, εξαιτίας της ανθρώπινης αδυναμίας. Μετά σαράντα μέρες, ο άγιος Απόστολος φανερώθηκε σε αυτόν την ώρα της προσευχής, λέγοντας: «Είδα και διόρθωσα», και πράγματι, ανοίγοντας την επιστολή, ο άγιος Λέων την βρήκε διορθωμένη με το χέρι του αγίου Πέτρου. Η επιστολή αυτή που παραδόθηκε στους λεγάτους για να αναγνωσθεί στην Σύνοδο της Εφέσου, παραμερίσθηκε από τους αιρετικούς. Όταν όμως ο αυτοκράτορας Μαρκιανός και η αγία Πουλχερία συνεκάλεσαν την Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος (451), αναγνώσθηκε αυτή επισήμως ενώπιον όλων των Πατέρων που την υποδέχθηκαν αναφωνώντας με μία φωνή: «Είναι η πίστις των Αποστόλων, είναι η πίστις των Πατέρων. Ο Πέτρος μίλησε δια στόματος Λέοντος!»

Ενώ αυτά συνέβαιναν στην Ανατολή, από την μεριά της η Δύση υπέφερε από τις δηώσεις του Αττίλα και των ορδών του. Αφού έσπειραν τον θάνατο και την καταστροφή στην Γερμανία και στην Γαλατία και διέβησαν τις Άλπεις, οι Ούνοι λεηλάτησαν την περιοχή του Μιλάνου και ήρθαν να απειλήσουν την Ρώμη. Ο αυτοκράτορας, η Σύγκλητος και ο λαός έχοντας παραλύσει ικέτευσαν τον πάπα να αναλάβει ειρηνικό διάβημα προς τον βάρβαρο τύραννο που τον έτρεμε ο κόσμος όλος. Περιβεβλημένος τα ιερά άμφια του ποντίφικα, επικεφαλής μιας επιβλητικής πομπής ιερέων και διακόνων που έψαλλαν ύμνους, ο άγιος ιεράρχης παρουσιάστηκε ενώπιον του Αττίλα και προς γενική έκπληξη, αυτός που αποκαλούνταν «μάστιγα του Θεού» επέδειξε σεβασμό μετά φόβου και δέχθηκε να απέλθει με αντάλλαγμα έναν ετήσιο φόρο υποτελείας. Όταν οι στρατιώτες του τον ρώτησαν για ποιον λόγο έδειξε μια τόσο ασυνήθιστη επιείκεια, ο Αττίλας απάντησε, ότι είχε δει στο πλευρό τού πάπα τον Απόστολο Πέτρο να κρατεί ξίφος στο χέρι και να τον απειλεί με τρομερό ύφος. Έτσι η Ρώμη σώθηκε με τρόπο θαυματουργικό, αλλά για μικρό διάστημα, αφού ο αχάριστος λαός λησμόνησε σύντομα την ευεργεσία του Θεού και επέστρεψε, με τον αυτοκράτορα επικεφαλής, στις συνηθισμένες του ακολασίες. Έτσι, ο Κύριος, χωρίς να απαλύνει πια την οργή Του κατά της αλαζόνος πόλεως, επέτρεψε στους Βανδάλους τού Γιζέριχου που αποβιβάστηκαν από την Αφρική να καταλάβουν την πόλη και να την λεηλατήσουν το 455. Ο πάπας παρενέβη πάλι στους επιδρομείς και μπόρεσε να αποσπάσει από αυτούς την δέσμευση να μην σφαγιάσουν τον πληθυσμό, ούτε να παραδώσουν στην φωτιά τα οικοδομήματα. Αρκέστηκαν να λάβουν την τεράστια λεία τους και να οδηγήσουν στην εξορία ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, ευγενείς και ανθρώπους του λαού. Μόλις κατευνάστηκε η μάστιγα, ο άγιος Λέων καταπιάστηκε να παρηγορήσει αυτούς που γλύτωσαν, να ανακαινίσει τις ρημαγμένες εκκλησίες και να επαναφέρει στο μέτρο του δυνατού τον χριστιανικό βίο στην άλλοτε ένδοξη πόλη που κειτόταν τώρα ξεπεσμένη. Κατόρθωσε επίσης να στείλει ιερείς και σημαντικές ελεημοσύνες για να συντρέξει τους εξόριστους στην Αφρική. Η υπόλοιπη ζωή του αφιερώθηκε στο ποιμαντορικό του έργο, διορθώνοντας τις παρεκτροπές που είχαν παρεισφρύσει στην εκκλησιαστική πειθαρχία και υποστηρίζοντας με την αυθεντία του την πίστη της Χαλκηδόνας που απειλούνταν από την αντίδραση πολλών μονοφυσιτών, ιδιαιτέρως στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας. Παρέδωσε τέλος την ψυχή του στον Θεό, το 461, τερματίζοντας μια αρχιερωσύνη είκοσι ενός χρόνων.

 

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, Τόμος 6ος Φεβρουάριος, Εκδόσεις Ορμύλια

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 18 - ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

 


Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ


ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ  

Τῇ ΙΖ΄ (17η) τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς ὁ Βυζάντιος, ὁ ἐν Μυτιλήνῃ μαρτυρήσας ἐν ἔτει ᾳψϞε΄ (1795), ἀγχόνῃ τελειοῦται.

Στιχ. Ὕμνος νεάζων Θεοδώρῳ τῷ νέῳ
Χριστοῦ ἀθλητῇ ἐνδίκως ἁρμοστέος.

Ο άγιος Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 σε ένα χωριό κοντά στην Κωνσταντινούπολη και δούλευε μαθητευόμενος στην υπηρεσία ενός χριστιανού ζωγράφου στο παλάτι του σουλτάνου Μαχμούτ. Παρά την ευσεβή παιδεία του και την εκ νεότητος εντρύφησή του στις Γραφές και την προσευχή, τα πλανερά θέλγητρα των κοσμικών απολαύσεων και της τρυφής τον έκαναν να αρνηθεί τον Χριστό και να ασπασθεί το Ισλάμ. Μετά από τρία χρόνια σαρκικού και επιπόλαιου βίου στην αυλή, μια τρομερή επιδημία που έσπειρε τον θάνατο σε ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης μέχρι και του σουλτανικού περιβάλλοντος, τον έκανε να συναισθανθεί τη ματαιότητα των απολαύσεων του κόσμου τούτου. Ερχόμενος στον εαυτό του, έφυγε κρυφά από το παλάτι μεταμφιεσμένος και, αφού συγκαταλέχθηκε με την Εκκλησία διά του χρίσματος του αγίου Μύρου, πήρε το πλοίο για τη Χίο, όπου πέρασε λίγο καιρό υπό την καθοδήγηση ενός πνευματικού γέροντα.

Οι επανειλημμένες εξομολογήσεις, η μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων και η ανάγνωση των άθλων των Νεομαρτύρων, όπως του αγίου Πολυδώρου [4 Σεπτ.], τον οδήγησαν στη σθεναρή απόφαση να σφραγίσει τη μετάνοιά του χύνοντας κι ο ίδιος το αίμα του για τον Κύριο. Αφού υπερνίκησε με μεγάλους αγώνες τον πειρασμό να εγκαταλείψει την αγία απόφασή του, μετέβη στη Μυτιλήνη μαζί με έναν αδελφό, ο οποίος διαπνεόταν από θεοσεβή ζήλο και είχε ήδη χρηματίσει βοηθός του αγίου Πολυδώρου. Φόρεσε επί σκοπού τη μουσουλμανική ενδυμασία και την Πέμπτη της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, παρουσιάσθηκε στον δικαστή και ομολόγησε φλογερά την εις Χριστόν μεταστροφή του, ποδοπατώντας το πράσινο σαρίκι που είχε πετάξει καταγής.

Έκπληκτος, αρχικά, ο δικαστής, παίρνοντάς τον για τρελό, τον έριξε στη φυλακή, αλυσοδεμένο, αφήνοντας ελεύθερους τους δεσμοφύλακες να τον μαστιγώνουν ή να τον προπηλακίζουν όπως και όσο ήθελαν. Την άλλη μέρα, αφού παρουσιάσθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, οδηγήθηκε πάλι στη φυλακή και δέχθηκε τριακόσιους ραβδισμούς στα πόδια. Έπειτα άφησαν την πόρτα ανοιχτή για να μπορεί ο οποιοσδήποτε να έρχεται ελεύθερα να τον χτυπά. Κι έβλεπε τότε κανείς μέχρι και δεκαπέντε μουσουλμάνους να ξυλοκοπούν με λύσσα τον άγιο μάρτυρα, ο οποίος υπέμενε τα χτυπήματα αγόγγυστα, λέγοντας μόνο με πνιγμένη φωνή: «Είμαι χριστιανός!». Εν συνεχεία, στερέωσαν στους κροτάφους του δύο τούβλα που έσφιγγαν τόσο δυνατά με ένα σχοινί, ώστε τα μάτια του έβγαιναν από τις κόγχες τους. Καθώς ο άγιος επικαλούνταν με δυνατές κραυγές την άνωθεν βοήθεια, τον χτύπησαν στο στόμα με μπαστούνια, σπάζοντας τα δόντια του και αφήνοντάς τον ημιθανή.

Ένας νέος χριστιανός, ο Γεώργιος, ο οποίος είχε διαβάσει άπληστα τους άθλους των αρχαίων μαρτύρων, προκάλεσε εκούσια τη φυλάκισή του για να μπορεί να παρακολουθεί από κοντά τους αγώνες του αγίου Θεοδώρου. Την ώρα που οι Τούρκοι ανέκριναν τον άγιο και τον υπέβαλλαν σε διάφορα μαρτύρια, ο Γεώργιος παρέμενε στο πλευρό του, ασπαζόμενος τα πόδια του και ενθαρρύνοντάς τον με τη φωνή του.

Βγήκε, τέλος, η απόφαση για τη θανατική πνοή και οι δήμιοι ανέσπασαν βιαίως τον άγιο από τα δεσμά του και τον οδήγησαν χτυπώντας τον στον τόπο της θανάτωσης. Αφού ομολόγησε για μια τελευταία φορά τον Χριστό, τον κρέμασαν στην αγχόνη, αλλά το σχοινί έσπασε και ο Θεόδωρος έπεσε στη γη, πληγώνοντας τα γόνατά του. Τον ξανακρέμασαν και, τέλος, έλαβε έτσι τον πολυπόθητο στέφανο του μαρτυρίου. Επί τρεις ημέρες οι χριστιανοί έτρεχαν από όλα τα μέρη για να κόψουν ένα κομματάκι από το ένδυμά του και να το βουτήξουν στο τίμιο αίμα του που δεν σταματούσε να τρέχει από τις πληγές του, ενώ πραγματοποιούνταν πλήθος ιάσεις. Εν συνεχεία, ο άγιος Θεόδωρος κηδεύτηκε με ευλάβεια και έκτοτε τιμάται δικαίως ως ένας από τους μεγάλους προστάτες αγίους της Μυτιλήνης.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῷ Θεῷ ὥσπερ δῶρον φερωνύμως Θεόδωρε, δι’ ἀθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον· καὶ ἄμωμον θῦμα καὶ δεκτή, παμμάκαρ ἐγένου προσφορά· ὅθεν πόθῳ συνελθόντες, τοὺς σοὺς ἀγῶνας ἐν ὕμνοις γεραίρομεν, καὶ δόξαν προσάγομεν Θεῷ, τῷ θαυμαστῶς σε ἐνισχύσαντι, κατ’ ἐχθρῶν ὁρωμένων καὶ ἀοράτων πολύαθλε. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος» 
Το μαρτυρικό πουκάμισο του Νεομάρτυρος Αγίου Θεοδώρου


Στη Βασιλεύουσα στον Ι. Ναό της Παναγίας της Κουμαριώτισσας, στις 17 Φεβρουαρίου, εορτάζεται η μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου του Βυζαντίου, ο οποίος γεννήθηκε στο Νιχώρι του Βοσπόρου. Στο σολέα εκτίθεται προς προσκύνησιν υπό των πιστών λειψανοθήκη με τμήμα από το μαρτυρικό πουκάμισο του Αγίου Θεοδώρου, αφιέρωμα της Ι. Μητροπόλεως Μυτιλήνης, όπου μαρτύρησε ο Άγιος, ενώ πρόσφατα με ενέργειες του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και της Κοινότητας Νεοχωρίου στο υπερώο του Ιερού Ναού ανεγέρθη Παρεκκλήσιο προς τιμή του Νιχωρίτη Νεομάρτυρα.

ΠΗΓΗ: Fb Τιμόθεος Ηλιάκης

Δημοφιλείς αναρτήσεις