Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Η συνάντηση Αγίου Μάξιμου του Γραικού με τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό

 ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΟΛΗΨΙΑ

Η συνάντηση Αγίου Μάξιμου του Γραικού
με τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό

Ο μεγάλος Έλληνας φωτιστής των Ρώσων, όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) [21 Ιαν.] παρέμεινε τα τελευταία πέντε έτη της ζωής του στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος, που ίδρυσε ο όσιος Σέργιος του Ραντονέζ (1314-1392) [25 Σεπτ.].

Εκεί τον επισκέφθηκε ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός (1530-1584), καθώς πήγαινε με την τσαρίνα Αναστασία και τον μικρό τσάρεβιτς Δημήτριο, σε προσκύνημα του οσίου Κυρίλλου στο Μπελοζέρσκ.

Ο όσιος Μάξιμος προσπάθησε, χωρίς τελικά να το πετύχει, με πολλή επιμονή και με κίνδυνο της ζωής του, να πείσει τον θρησκόληπτο ηγεμόνα, αντί να κάνει άσκοπα προσκυνήματα, να βοηθήσει τις φτωχές γυναίκες και τα απροστάτευτα ορφανά, θύματα του πολέμου για την απελευθέρωση του Καζάν από τους Τούρκους.

Τον υποδέχτηκε στο κελλί του με τα εξής θωπευτικά λόγια για χάρη της διακρίσεως: 
- Ευχαριστώ τον μεγαλοδύναμο Θεό, τσάρε Ιβάν, που μ’ αξίωσε να σε δω με τα ίδια μου μάτια πριν έρθει η ώρα τους να κλείσουν. Ας σε συνοδεύει η θεία προστασία, μεγάλε βασιλιά της Ορθοδοξίας! Κι αν σου είναι αρεστό, έχε και τη δική μου ταπεινή ευλογία.
-Για τούτο με βλέπεις εδώ, γέροντα, απάντησε ο τσάρος. Επειδή θέλω να έχω την ευλογία σου. Κι εγώ και η τσαρίνα κι ο μικρός τσάρεβιτς, που δεν χρόνισε ακόμη.
-Έμαθα, τσάρε μου, πως σκέφτεσαι να κάνεις μεγάλο ταξίδι. Έτσι είναι όπως το λένε;…  
-Έτσι! απάντησε ο Ιβάν. Πηγαίνω στο Μπελοζέρσκ να προσκυνήσω τον όσιο Κύριλλο. Τέτοιο είναι το τάμα μου. 
-Όταν ήσουν, είπε τότε ο όσιος, βαριά άρρωστος, προσευχήθηκα σε όλους τους αγίους. Προσευχήθηκα ακόμη και στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Βατοπεδινής. Αλλά δεν πήγα στο Βατοπέδι! Από ’δω μέσα την παρακάλεσα για σένα, μέσ’ από το κελλί μου. Κι η Παναγία μ’ άκουσε…
Ο τσάρος απόρησε. Δεν ήταν τόσο τα λόγια, όσο η φωνή του οσίου, που δεν του άρεσε. Παρατηρητικός ο Ιβάν, κατάλαβε ότι αυτά που άκουσε, έπρεπε να τα «ξετυλίξει», να τα ψάξει και να βρει γρήγορα την έννοιά τους. 
     Τον ρώτησε:
- Και δεν είναι καλό που πάω να κάνω το τάμα μου; 
-Δεν είναι καλό! του δόθηκε δίχως δισταγμό η απάντηση. 
 -Μα, πάω να προσκυνήσω τον όσιο Κύριλλο στην ίδια τη μονή του! 
-Τσάρε Ιβάν! Όταν έχεις να κάνεις ένα μεγάλο καλό, και δεν το κάνεις, και αντί για το μεγάλο καλό κάνεις άλλο, μικρότερο, τότε λογάριαζε πως δεν κάνεις καλό, παρά κακό!... Λογάριαζε ότι οφείλεις πέντε και δίνεις ένα. Μα, τότε η οφειλή σου μένει.
-Και ποια είναι εκείνα που δεν δίνω; Ποιο είναι το «μεγάλο καλό» που δεν κάνω; 
-Οι προσευχές των λόγων είναι πάρα πολλές, μα πάνω απ’ όλες, τσάρε Ιβάν, είναι η προσευχή των έργων. Ο Κύριος είπε: «Μη Μου λέτε “Κύριε! Κύριε!”, αλλά να πράττετε τα όσα σας λέω» (βλ. Ματθ. 7, 21). Κι εσύ τώρα, αντί για έργα, πηγαίνεις να πεις λόγια. Να, το κακό που κάνεις!... 
Ο Ιβάν έμεινε σιωπηλός. Δεν σκεφτόταν τίποτε. Ένιωθε μόνο μέσα του μεγάλο θυμό για τα λόγια του οσίου.
-Και τι μου λες να κάνω; 
-Πήρες πέρσι το Καζάν από τους απίστους και πολλοί γενναίοι χριστιανοί πολεμιστές έπεσαν μπροστά στα κάστρα… Άφησαν χήρες γυναίκες, παιδιά, ορφανά, μάνες χαροκαμένες κι απροστάτευτες. Ε, αυτούς να σκεφτείς τώρα. Γύρισε πίσω στη Μόσχα και κάθισε να σκεφτείς πώς θα ελαφρύνεις τον πόνο τους.
Βάζοντας ο όσιος την παλάμη στην καρδιά του, πρόσθεσε με ανείπωτη ικεσία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του:
-Κάμε όπως σου λέω, και θα προσεύχομαι για σένα νύχτα και μέρα, μέχρι τον θάνατό μου, ακόμη και μετά τον θάνατό μου. Δείξε στους πάσχοντες την ευσπλαχνία σου. Καλύτερη προσευχή από αυτό δεν υπάρχει!... Και να είσαι βέβαιος, τσάρε μου, ότι ο Κύριος θα την ακούσει μια τέτοια προσευχή, θα δοξάσει το όνομά σου στον αιώνα τον άπαντα!
     Γύρισε και του είπε ο Ιβάν ο Τρομερός:
 -Γέροντα, μπορεί να γίνει και τούτο που λες εσύ κι εκείνο που λογαριάζω εγώ. Το ένα δεν εμποδίζει τ’ άλλο!
-Εμποδίζει! φώναξε ο όσιος με ιερή έξαψη. Εμποδίζει, τσάρε, πάρα πολύ. Σε ικετεύω, άκουσέ με: Δεν είναι μόνο που θ’ ανακουφίσεις τις χήρες, τους φτωχούς και τους άλλους πονεμένους. Ακόμη πιο σπουδαίο είναι το Παράδειγμα! Όσα σου λέω εγώ τούτη τη στιγμή, δεν τα λέω με τη δική μου φτωχή φώτιση. Άκουσέ με καλά. Κάνε εσύ την αρχή, μάθε τους ανθρώπους, εσύ ο τσάρος, ν’ αφήσουν τα λόγια και να δώσουν αξία στις πράξεις. Τούτο θέλει από εμάς ο Κύριος και τίποτε άλλο. Και να την, τσάρε Ιβάν, η στιγμή! Τώρα που δυνάμωσε το βασίλειό σου κι έγινε ακατανίκητο, τώρα σήμανε η εποχή, επί της δικής σου βασιλείας, να γίνει επιτέλους ο χριστιανισμός θρησκεία των έργων.
     Ο τσάρος τον διέκοψε απερίσκεπτα:
-Κι αν συνεχίσω το ταξίδι, γέροντα, όπως το ξεκίνησα; 
-Αν το συνεχίσεις, θα κάνεις μεγάλο κακό! Και ανάλογος θα είναι και ο πόνος που θα δοκιμάσεις… Αλλά κι εσύ προσωπικά θα πάθεις μεγάλο κακό! Και μάλιστα πολύ σύντομα…
-Για ποιο κακό μού λες; ρώτησε οργισμένος ο τσάρος. 
-Εκεί που τώρα πας, θα χάσεις τον τσάρεβιτς! απάντησε ευθαρσώς ο όσιος έχοντας άμεση θεία πληροφορία. 
Ο Ιβάν έγινε κατακίτρινος. Φοβήθηκε τούτο τον δυσάρεστο προφητικό λόγο, μα δυνατότερη κι από τον φόβο ένιωθε μέσα του την ακράτητη οργή. 
 -Τι; Με φοβερίζεις; Πώς τολμάς εσύ, ένας θνητός, να μου λες πράγματα που μόνον ο Θεός τ’ αποφασίζει; Πάρε πίσω τα όσα είπες για τον τσάρεβιτς!
Στα μάτια του ο όσιος του Θεού είδε τον τρόμο για την επαλήθευση της προφητείας. Μέσα στον τρόμο του τσάρου θαμπόφεγγε η μοναδική ελπίδα.

-Βοήθα, Χριστέ μου! έκανε τον σταυρό του. 
     Και πλησιάζοντας τον Ιβάν, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια:  
-Τσάρε Ιβάν! του είπε. Αν δεν ακούσεις τα λόγια μου, το παιδί θα το χάσεις!...
Έξαλλος ο Ιβάν, μούγκρισε σαν θηρίο ανήμερο, χτύπησε κάτω στο δάπεδο με φοβερή δύναμη το πόδι του και όρμησε προς την πόρτα. 
Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο. Ο ισχυρός τσάρος περιφρόνησε την έκκληση φιλανθρωπίας του Έλληνα οσίου Μαξίμου, η οποία θα ήταν αφορμή για μια γενικότερη αλλαγή νοοτροπίας σε πολλούς θρησκόληπτους. Σύμφωνα όμως με την πρόρρηση, ο τσάρεβιτς Δημήτριος, πρωτότοκος γιος του Ιβάν του Τρομερού, δεν άντεξε στις κακουχίες του προσκυνηματικού ταξιδιού και πέθανε στον δρόμο.

«Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»,
Τόμος 3ος, Κεφ. Ι΄, §4,
Ενότ. 5η, σελ. 74–78.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 1997.

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο Βατοπαιδινός, ο εξ Άρτης


 

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο Βατοπαιδινός, ο εξ Άρτης

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Ο κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης, υιός των επιφανών, πλουσίων και ευσεβών γονέων Μανουήλ και Ειρήνης, κατήγετο από την Λακεδαίμονα της Πελοποννήσου, αλλά γεννήθηκε στην Άρτα της Ηπείρου το 1470. Έλαβε καλή μόρφωση, στην αρχή από τον πατέρα του και στην συνέχεια από τον ιερέα Ιωάννη Μόσχο. Έφηβος φοίτησε στο περίφημο ελληνικό σχολείο της Άρτας.

Αρκετά νέος μετέβη για σπουδές στην Ιταλία. Στην αρχή φοίτησε στην ελληνική σχολή της Βενετίας, όπου δίδασκε ο Ιωάννης Λάσκαρις και άλλοι Έλληνες δάσκαλοι, εργαζόμενος συγχρόνως και ως γραφέας στα έργα του Λάσκαρη, που τον μύησε στην πλατωνική φιλοσοφία. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου μεταξύ άλλων Ελλήνων δίδασκε και ο Λαόνικος Ταμαίος. Στη συνέχεια μετέβη στη Φερράρα και τη Φλωρεντία, όπου ανθούσαν οι κλασικές σπουδές. Στη Φλωρεντία γνωρίσθηκε με τον καταδικασθέντα σε θάνατο Σαβοναρόλα και άκουσε τα αντιπαπικά του κηρύγματα, τα όποια τον επηρέασαν βαθύτατα. Ακολούθως μετέβη στο Μιλάνο, για να παρακολουθήσει τους σπουδαίους δασκάλους Λαόνικο Χαλκοκονδύλη και Κωνσταντίνο Λάσκαρη. Στην Βενετία παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα στον υπό τον Άλδο Μανούτιο κύκλο λογίων, μεταξύ των οποίων διαπρέπουν οι Μάρκος Μουσούρος, Σκιπίωνας Καρτερομάχος και ο φίλος του Ιωάννης Γρηγορόπουλος. Συγχρόνως εργάζεται στον εκδότη Άλδο Μανούτιο και στους τυπογράφους Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικόλαο Βλαστό. Όλο αυτό το διάστημα γνωρίζεται και συσχετίζεται με επιφανή πρόσωπα που υπήρξαν ονομαστοί παράγοντες της Αναγεννήσεως, αλλά και βοηθοί και χορηγοί του, όπως ο ελληνιστής Urceo Cordo στη Βολώνια, ο Niccolo Lelio Cosmico στη Φερράρα, ο Agostino Nifo στην Πάδοβα, ο Ambrogio Varese de Rosate στο Μιλάνο, και με τους τυπογράφους Giovanni Bissoli και Ben Mansi, Nicola Taresco και Loduico Ticionum και τον ηγεμόνα Giovanni Francesco Pico della Mirantola.

Μετά από εννεάμηνη παραμονή στην Άρτα μετέβη στην Μιραντούλη, όπου επιδόθηκε στην πιστή μετάφραση των αγιοπατερικών έργων στη λατινική γλώσσα. Λόγω ταραχών και κινδύνων που επικροτούσαν κατά την περίοδο αυτή αναγκάζεται να προσφύγει στον Δομινικανό Καρδινάλιο Oliviero Carafa. Αυτός τον έστειλε στον βιβλιοθηκάριο και μεταφραστή έργων των Ελλήνων Πατέρων της μονης του Άγιου Μάρκου Renobius Acciqinoli, κοντά στον όποιο συνέχισε να εργάζεται και αυτός μεταφραστικά κι όχι φορώντας το ράσο του Δομινικανού μοναχού, όπως κακώς του αποδόθηκε.

Ο σοφός Μιχαήλ Τριβώλης, «επειδή το καθολικόν περιβάλλον του έσφιγγε κυριολεκτικώς την καρδίαν, δεδομένου ότι ήτο πιστός ορθόδοξος χριστιανός, έφυγεν άπό την παποκρατούμενην ταύτην μονήν προφασιζόμενος ασθένειαν και έλλειψιν ηρεμίας του, ψυχικής και πνευματικής, όπως ακριβώς έγραφεν αργότερον εις τον φίλον του Ιωάννην Γρηγορόπουλον». Κουρασμένος πολύ άπό τις συνεχείς μελέτες, τις πολλές συγγραφές και μεταφράσεις, θλιμμένος άπό τον θάνατο των γονέων του, ταλαιπωρημένος άπό τις μετακινήσεις, επηρεασμένος άπό τις πατερικές μελέτες, στενοχωρημένος άπό την υποδούλωση της πατρίδος του στους Τούρκους, αποφασίζει τη μοναχική του αφιέρωση. Δεν θέλησε να παραμείνει στη Δύση, όπου μάλλον θα είχε μία λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και θα συνέχιζε το πλούσιο και σπουδαίο μεταφραστικό του έργο. Επιστρέφει άπό εκεί έχοντας διδαχθεί θεολογία, φιλοσοφία, φιλολογία, ιστορία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική.

Ήλθε στο Άγιον Όρος και επέλεξε τη μεγάλη μονή του Βατοπαιδίου, πιθανόν για τους σοφούς και ενάρετους μο ναχούς της και την πλούσια βιβλιοθήκη της. Ο πολύσοφος Αρτηνός Μιχαήλ Τριβώλης με τις υψηλές σπουδές στην Ιταλία φθάνει ως απλός προσκυνητής στο αρχαίο αυτό εργαστήρι της αγιότητος και της σοφίας. Ο αναφερθείς διδάσκαλος του Ιωάννης Λάσκαρης είχε αποσταλεί στο Αγιον Όρος από τον Λουδοβίκο τον ΙΒ’ για την παραλαβή χειρογράφων. Άπό αυτόν είχε πληροφορηθεί για τους θησαυρούς των αγιορειτικών βιβλιοθηκών και ιδιαίτερα της μονής Βατοπαιδίου.

Στη μονή Βατοπαιδίου μετέβη στα τέλη του 1505 η αρχές του 1506. Μετά δοκιμή εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος και εντρυφούσε «εις αδιάκοπους μελέτας».

Στη μονή συναντήθηκε με τον άγιο Νήφωνα τον Β’ και με άλλους λογίους και αγίους μοναχούς. «Αυτοεταπεινώθη, καίτοι ευγενής και σοφός διαβιώνων ομοίως μετ’ απλοϊκών μοναχών και ησθάνετο τον εαυτόν του πνευματικώς πτωχόν ως αισθάνεται ακριβώς ο γνήσιος Αγιορείτης μοναχός. Η ταπείνωσίς του αποδεικνύεται άλλωστε από την συνήθη επίκλησιν των Αγίων Πατέρων, αποστρεφόμενος πάντοτε τον θησαυρόν των γνώσεων του εις όλα τα θεολογικά συγγράματά του. Εξ αυτών των ιδίων συγγραμμάτων του αποδεικνύονται και αι ορθαί αυτού απόψεις περί μοναχισμού, αποπνέοντας αγιορειτικήν ευωδίαν. Υπήρξεν ένας ησυχαστής και νηπτικός μοναχός».

Κατά τη βιογραφία του ο όσιος αναπαυόμενος ψυχικά «έχει στην μόνωσι, μακρυά από τον θόρυβο των κυμάτων των διαφόρων σφαλερών βιοτικών λογισμών, ανάμεσα σε έμπειρους και ομοτρόπους γέροντες άρχισε να ζή σύμφωνα με τους κανόνες της Μονής Βατοπεδίου. Εκτελούσε επιμελώς τις μοναχικές υποσχέσεις της ακτημοσύνης και της εκκοπής του ιδίου θελήματος».

Πράγματι ο θείος Μάξιμος «επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη και στην άσκηση της πνευματικής ζωής. Έμεινε στη Μονή δέκα ολόκληρα χρόνια ως απλός μοναχός, αποφεύγοντας τα μοναχικά αξιώματα και μετέχοντας μόνο σε διάφορες αποστολές εκ μέρους της Μονής στη Μακεδονία και στα νησιά, όπου κήρυττε τον θείο λόγο». Οι έξοδοι του Μαξίμου από τη μονή του συνεδύαζαν συνήθως τρεις σημαντικές εργασίες: «α) την συγκέντρωσιν χρημάτων διά τας ανάγκας της Μονής Βατοπαιδίου, β) εθναποστολικόν έργον, το οποίον απέβλεπεν εις την αφύπνισιν της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων και εις την ανάληψιν δράσεως εναντίον της τουρκικής τυραννίας και γ) ιεραποστολικόν έργον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν εφοβείτο να ομιλή κατά του Καθολικισμού, ότε ευρίσκετο εις ελληνικάς ενετοκρατουμένας νήσους και κατά του Μωαμεθανισμού ότε ευρίσκετο εις τουρκοκρατουμένας ελληνικάς περιοχάς».

Οι συχνές αποστολές του στο έργο αυτό των εράνων και των κατηχήσεων φανέρωνε την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και τον σεβασμό που έτρεφαν οι Βατοπαιδινοί πατέρες στο πρόσωπο του συμμοναστή τους. Ο νέος μοναχός, μολονότι επεδίωκε διακαώς τη μόνωση για μελέτη και προσευχή, έκανε υπακοή και άφηνε το αγαπητό του μοναστήρι για να περιέρχεται τον κόσμο. Ταξίδευε από υπακοή και αισθανόταν ασφαλισμένος, παρά τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των υποδούλων τόπων. Αυτό το έκανε γιατί αγαπούσε τους αδελφούς του στη μονή και τον κόσμο. Περιδιαβαίνοντας πόλεις και χωριά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος συγκέντρωνε ελεημοσύνες, ξεπληρώνοντας την αγαθοδοσία τους με λόγους διδακτικούς, ευαγγελικούς κι αγιοπατερικούς, για ακριβή τήρηση των ορθοδόξων δογμάτων και των ηθών.

Το έργο του αυτό στις αρχές της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη σημασία και αξία. Δίκαια αναφέρεται ότι «ηγωνίσθη εθνοθρησκευτικώς. Ωμίλει και ηγωνίζετο όπου τα Πατριαρχεία τον εκάλουν και όπου το Άγιον Όρος τον έστελνε, δια την διατήρησιν της ορθοδόξου πίστεως και της ελληνικής συνειδήσεως άλλα και διά την ενίσχυσιν της πίστεως των Ελλήνων ραγιάδων προς την ελευθερίαν. Υπήρξεν ο προπομπός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου». Ο άγιος Μάξιμος με οπλισμό τη θερμή πίστη, την πλούσια γνώση, το θάρρος και τη δύναμη δεν φοβήθηκε να εναντιωθεί κατά δύο ξένων ρευμάτων του μουσουλμανισμού από την Ανατολή και του καθολικισμού από τη Δύση. Οι μακρές περιοδείες του στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και από τη Βλαχία ως την Αίγυπτο είχαν βαθειά επίδραση στις ψυχές των Ορθοδόξων.

Οι πληροφορίες του πάντοτε φιλομαθούς Μαξίμου, «ότι η Μονή Βατοπαιδίου περιελάμβανε μέγαν πλούτον εκ φιλολογικών και πατρολογικών χειρογράφων και αφ΄ ετέρου ότι υπήρχον εκεί και άλλοι λόγοι, μετά των οποίων θα διελέγετο θεολογικώς και θα εξεπαίδευον όλοι ομού τους άλλους μοναχούς, ευχαρίστως τον έκανε να επιλέξη μεταξύ πολλών περιφήμων Μονών του Αγίου Όρους το Βατοπαίδιον, διά να εγκαταβιώση εκεί μετά ταπεινότητος» τον διαβεβαίωσαν ότι έπραξε άριστα.

Κατά τη δεκαετία (1506-1516) που παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου, στο εργαστήρι αυτό της αγιότητος και της σοφίας, ο πολυτάλαντος Μάξιμος ασχολήθηκε και με τη συγγραφή. Συγκεκριμένα με την υμνογραφία και τη σύνθεση ενός Παρακλητικού Κανόνος στον Τίμιο Πρόδρομο, τον προστάτη των μοναχών και πέντε επιγραμμάτων: Ένα στον πατριάρχη Ιωακείμ, δύο στον άγιο Νήφωνα Β΄, ένα στον μεγάλο ρήτορα και φιλόσοφο Μανουήλ και ένα στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο. Κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου ο όσιος Μάξιμος αποτελεί «μία από τις μεγαλύτερες θεολογικές προσωπικότητες της μεταβυζαντινής εποχής», ενώ κατά την εκεί παραμονή του, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, «ή μονή ήταν πλέον λαύρα, σκήτη, και ακολουθούσε το σύστημα τής ημικοινοβιακής ζωής».

Η φήμη του αγίου Μαξίμου έφθασε πέρα από το Αγιον Όρος. Ο σλαβικός κόσμος, που έτρεφε από παλαιά μεγάλη ευλάβεια για τον ιερό Αθωνα και είχε πνευματικούς δεσμούς ιδιαίτερα με τη μονή Βατοπαιδίου, βρισκόμενος σε μεγάλη ανάγκη ζητούσε εσπευσμένα πνευματική βοήθεια. Ο πρεσβευτής της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη Αντρέγιεφ Βασίλειος Καρόμπωφ με τη διαμεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Θεολήπτου Α΄ (1513-1522) σε έκθεση του προς τον μεγάλο Ρώσο ηγεμόνα Βασίλειο Ιβάνοβιτς έγραφε: «Τότε, (μετά δηλαδή την αδυναμία του Βατοπαιδινού μοναχού Σάββα λόγω γήρατος και ασθενείας να μεταβεί στη Ρωσία) ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Άνθιμος και η Ιερά Επιστασία, προέκριναν τον μοναχόν Μάξιμον, μόνον κατάλληλον, ως η Υμετέρα Αυτοκρατορική Μεγαλειότης θα αντελήφθη, μετά τον Σάββαν να φέρη εις πέρας το έργον σας. Είναι βαθύς μελετητής των Γραφών και ικανότατος μεταφραστής τόσον των θύραθεν, όσον και των Ιερών βιβλίων. Εσπούδασεν εις την Εσπερίαν πολλά έτη, και ως με διαβεβαίωσεν η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης Θεόληπτος ο Α΄, κάτοχος μεγάλης μορφώσεως και γνώστης των διεθνών πνευματικών ρευμάτων, αλλά και των προβλημάτων της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Ο Παναγιώτατος επέδειξεν Ιερόν ζήλον και η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έλαβε σοβαρώς υπ΄ όψιν το γεγονός της αποστολής εις την Μοσχοβίαν τοιούτου ανδρός, δια την εφαρμογήν των σχεδίων Σας».

Ο φιλόθεος και φιλομαθής ηγεμόνας Βασίλειος Ιβάνοβιτς ήθελε κάποιον πολυμαθή άνδρα, για να προβεί στη διόρθωση των εκκλησιαστικών βιβλίων, που είχαν με τον καιρό αλλοιωθεί η είχαν λανθασμένα αντιγραφεί η μεταφρασθεί. Επρόκειτο μάλιστα για τα απαραίτητα λειτουργικά βιβλία, όπως το ψαλτήρι, το ευαγγέλιο και η θεία λειτουργία. Για το μεγάλο και σπουδαίο αυτό έργο επελέγη ο Μάξιμος. Συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες ιερομόναχο Νεόφυτο και μοναχό Λαυρέντιο, που γνώριζαν τα ρωσικά, έφθασαν στις αρχές του 1518 στη Μόσχα μέσω Κριμαίας. Εκεί τον υποδέχθηκε ο ηγεμόνας με τιμές και όρισε να μένει στη μονή των Θαυμάτων, συντηρούμενος από τα ανάκτορα. Η πλούσια αυτοκρατορική βιβλιοθήκη εξέπληξε τον σοφό Μάξιμο. Αμέσως άρχισε το ερμηνευτικό του έργο με τη μετάφραση του ψαλτηρίου και την παράθεση αγιοπατερικών σχολίων. Μετά ενάμισυ χρόνο παρέδωσε ολοκληρωμένη τη σπουδαία αυτή εργασία του, γράφοντας στον ηγεμόνα: «Λύτρωσε μας, από τη θλίψι του πολυχρόνιου αποχωρισμού, επίστρεφε μας με ασφάλεια στο τίμιο μοναστήρι του Βατοπεδίου, που ήδη από καιρό μας περιμένει με πόθο. Δώρισε μας, ώστε να εκπληρώσουμε τις μοναχικές μας υποσχέσεις εκεί όπου τις δώσαμε μπροστά στο Χριστό και στους φοβερούς του Αγγέλους κατά την ημέρα της κουράς. Απόλυσε μας γρηγορώτερα εν ειρήνη για να διακηρύξουμε και στους εκεί ευρισκομένους ορθοδόξους τους βασιλικούς σου άθλους… ».

Ο ηγεμόνας δεν επέτρεψε στον Μάξιμο να αναχωρήσει, αλλά θαυμάζοντας την εξαιρετική ερμηνευτική του εργασία, του έδωσε άφθονη ύλη από την Αγία Γραφή, τους Λόγους των Αγίων Πατέρων και τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, για να συνεχίσει το έργο του, μαζί με την αποκάθαρση των λειτουργικών βιβλίων. Παραμένοντας ο θείος Μάξιμος επί πολύ στη Ρωσία μάθαινε εκτός της γλώσσης τα ήθη κι έθιμα του τόπου. Παρατηρούσε πως η πίστη των χριστιανών δεν ήταν βαθειά και δεν υπήρχε σαφής γνώση ούτε των βασικών δογμάτων της πίστεως. Δεισιδαιμονίες, παγανιστικές δοξασίες και διάφορες μορφές μαγείας επηρέαζαν τους πιστούς. Αναγκάσθηκε να γράψει και να μιλήσει αυστηρά για όλα αυτά τα παράτυπα και παράδοξα, ώστε ορισμένοι να τον συκοφαντήσουν και να τον αντιπαθήσουν πολύ. Δημιουργήθηκε ένας ισχυρός εχθρικός κύκλος εναντίον του, που δεν ανεχόταν επ΄ ουδενί τις δίκαιες παρατηρήσεις του για παρατυπίες, παρανομίες, υποκρισίες και δολιότητες που έπρατταν. Η εναντίον του ένταση μεγάλωσε, όταν υποστήριξε επίμονα την ακτημοσύνη των ιερών μονών και την αμεριμνία των μοναχών από την τεράστια περιουσία τους, όπου σε αυτή υπήγονταν ολόκληρα χωριά, που δημιουργούσαν προβλήματα και ταραχές και απομάκρυναν τους μοναχούς από την προσευχή και ησυχία. Επίσης δεν δίστασε να ελέγξει και αυτόν τον ηγεμόνα για λάθη του. Έτσι οι εχθροί του συσπειρώθηκαν και τον κατηγόρησαν βάναυσα στον ηγεμόνα ότι εργάζεται εναντίον του. Τέλος τον οδήγησαν σε σκηνοθετημένη δίκη, όπου τον καταδίκασαν ως αιρετικό, για ηθελημένα λάθη του στις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων. Παρότι ζήτησε συγχώρεση γονυπετής και μετά δακρύων για τα τυχόν λάθη του, δεν του δόθηκε. Κλείσθηκε σε κελλί παρακείμενης μονής ως φυλακισμένος. Του απαγορεύθηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων, ο εκκλησιασμός, η μελέτη, οι επισκέψεις και οι έξοδοι. Έγκλειστος επί μία εξαετία υπέμεινε στερήσεις από την πείνα, το ψύχος, την υγρασία, τη μόνωση, την έλλειψη βιβλίων και γραφίδος. Τον παραμυθούσε μόνο η προσευχή. Εκεί δέχθηκε την επίσκεψη ουράνιου αγγέλου. Γεμάτος χαρά συνέθεσε κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, που έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο της φυλακής του.

Οι συνεχείς και δίκαιες διαμαρτυρίες του αγίου Μαξίμου για την άδικη καταδίκη του στη μονή Βολοκολάμσκ ανάγκασαν τον μητροπολίτη Μόσχας Δανιήλ να συγκαλέσει σύνοδο το 1531, η οποία τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλης Τβέρης και σε συνεχή στέρηση της θείας μεταλήψεως. Ο άγιος έμεινε τιμωρημένος επί εικοσαετία. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του συνέταξε ομολογία ορθοδόξου πίστεως και δύο απολογητικούς λόγους για τις διορθώσεις των ρωσικών εκκλησιαστικών βιβλίων. Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος Βασιλείου και ο νέος Ιβάν Βασίλεβιτς συνέχιζε να επιμένει και να μη του επιτρέπει την ποθητή επιστροφή του στη μονή της μετανοίας του, τη μονή Βατοπαιδίου. Παρά τη μεσολάβηση των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου και Αλεξανδρείας Ιωακείμ ο νέος ηγεμόνας δεν επέτρεψε την επιστροφή του Μαξίμου στο εράσμιο Άγιον Όρος. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν κάπως τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως του στην ειρκτή και να του επιτραπεί η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων.

Τις θλίψεις και δοκιμασίες του θεωρούσε παραχωρήσεις παιδαγωγικές του Θεού προς ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία. Έτσι δεν επέτρεψε στον εαυτό του να απογοητευθεί από την αγνωμοσύνη και την κακεντρέχεια ορισμένων και υπέμεινε την αδικία ελπιδοφόρα. Τον παρηγορούσε η καθαρή του συνείδηση, η θερμή πίστη και η αγάπη των φίλων της αρετής. Μετά από 25 χρόνια σκληρής κάθειρξης ο όσιος Μάξιμος απελευθερώθηκε το 1551 με τις ενέργειες του ηγουμένου της μονής του Αγίου Σεργίου Αρτεμίου και ορισμένων ενάρετων βογιάρων. Ο διώκτης του ηγεμόνας έφθασε να τον τιμά, να τον συμβουλεύεται και να νουθετείται από τον ταπεινό ομολογητή και πολύσοφο οσιομάρτυρα. Τα τέλη του ήταν ειρηνικά και τιμημένα.

Εκοιμήθη στη Λαύρα του Άγιου Σεργίου στις 21 Ιανουαρίου 1556 σε ηλικία 86 ετών. Τα 38 έτη τα διήλθε στερημένος της ελευθερίας του, μέσα σε σκληρές κακουχίες, απάνθρωπες συνθήκες, βασικές στερήσεις και δυνατούς πόνους. Εντούτοις δεν κάμφθηκε, αλλά συνέχιζε, όσο μπορούσε, αναλώνοντας όλες του τις δυνάμεις υπέρ της αναμορφώσεως της Ρωσικής Εκκλησίας και του παρασυρμένου σε πάθη ρωσικού λαού. Όταν του επιτρεπόταν και μέσα στη φυλακή, δεν έπαυε να γράφει, να μεταφράζει και να επιστολογραφεί προς φωτισμό κλήρου και λαού.

Το συγγραφικό, μεταφραστικό και επιστολογραφικό του έργο είναι αρκετά πλούσιο και ποικίλο. Αναφέρεται σε δογματικά, απολογητικά, ερμηνευτικά, ηθικά και κοινωνικά θέματα και είχε μεγάλη απήχηση στον λαό. Νωρίς τιμήθηκε ως άγιος. Πολλοί τον ονόμαζαν «μέγα διδάσκαλο», «προφήτη», «άγιο», «όσιο», «φωτιστή των Ρώσων» και «θαυματουργό». Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων (+1812) κατεσκεύασε περίτεχνη λάρνακα και κουβούκλιο για το τίμιο λείψανο του αγίου. Ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου το 1833 έκτισε παρεκκλήσιο επί του τάφου του αγίου.

Ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης καθώς και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός συνέθεσαν πλήρη ασματική ιερά ακολουθία προς τιμήν του αγίου.
Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου ενώ η ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του στις 12 Ιουλίου. 
Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

Πόσες και πώς είναι οι κινήσεις τής ψυχής



Πόσες και πώς είναι οι κινήσεις τής ψυχής

 Απάντηση σε απορίες

Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού

Αυτοί που φωτίσθηκαν από τη Χάρη διδάχθηκαν ότι η ψυχή έχει τρεις καθολικές κινήσεις που συνάγονται σε μία: 
Την νοερή κίνηση, τη λογική κίνηση και την κίνηση κατ’ αίσθηση. 
Και η πρώτη είναι απλή και ανερμήνευτη, κατά την οποία, κινούμενη η ψυχή ανεπίγνωστα γύρω από το Θεό, με κανένα τρόπο κι’ από κανένα από τα όντα δεν τον γνωρίζει εξαιτίας τής υπεροχής του. 
Η άλλη γίνεται σύμφωνα με την αιτία που ορίζει το άγνωστο· στην κίνηση αυτή η ψυχή κινούμενη φυσικά, όλους τους φυσικούς λόγους τής κίνησης αυτής που διαμορφώνουν τη γνώση μας αιτιακά μόνο επιβάλλει στον εαυτό της με επιστημονική ενέργεια. 
Και τρίτη τη σύνθετη· με αυτή την κίνηση έρχεται σ’ επαφή με τον εκτός κόσμο και σαν από κάποια σύμβολα αποτυπώνει στον εαυτό της τους λόγους τών ορατών. Με αυτούς με τρόπο μεγαλοφυή σύμφωνα με τον αληθινό και αλάθητο τρόπο τής φυσικής κίνησης διάβηκαν την παρούσα ζωή τών αγώνων και την αίσθηση που είχε απλούς τους πνευματικούς λόγους μόνο τών αισθητών δια μέσου τού λόγου την ανέβασαν στο νου, ενώ το λόγο ενιαία με μια απλή κι’ αδιαίρετη σύνεση τον ένωσαν με το νου που είχε τους λόγους τών όντων. 
Το νου πάλι που απαλλάχθηκε κι’ έγινε καθαρός από την κίνησή του γύρω από όλα τα όντα και που ηρεμούσε κι’ από αυτήν την ίδια του τη φυσική κίνηση, τον πρόσφεραν στο Θεό. Και με το νου, αφού ολικά συνάχθηκαν μέσα στο Θεό, αξιώθηκαν να γίνουν μέσω τού Πνεύματος ένα κράμα όλοι αυτοί με όλο το Θεό, αφού φόρεσαν όσο είναι δυνατό στους ανθρώπους όλη την εικόνα τού επουράνιου Πατέρα, και αφού τόσο μέρος απέσπασαν από τη θεία ανταύγεια, (αν επιτρέπεται να το πω αυτό), όσο αποσπάσθηκαν κι’ αυτοί, ενώθηκαν με το Θεό. Γιατί λένε ο Θεός και ο άνθρωπος είναι παραδείγματα ο ένας τού άλλου και σε τόσο βαθμό ο Θεός από φιλανθρωπία γίνεται άνθρωπος, όσο μπόρεσε ο άνθρωπος από αγάπη να θεοποιήσει τον εαυτό του, και τόσο ο άνθρωπος αρπάζεται κατά το νου από το Θεό για να γνωριστεί από αυτόν, όσο ο άνθρωπος φανέρωσε τον αόρατο από τη φύση του Θεό με τις αρετές του. 
Από αυτή λοιπόν τη φιλοσοφία που συνίσταται από λόγο και θεωρία, σύμφωνα με την οποία εξευγενίζεται αναγκαστικά και η φύση του σώματος, πληγωμένοι οι Άγιοι από τον θείο πόθο, έφθασαν αλάθευτα κι άξια στον Θεό με τις υπάρχουσες μέσα τους θείες ανταύγειες, διασχίζοντας αγωνιστικά το σώμα και τον κόσμο, και βλέποντας αυτά τα δύο να περιέχονται το ένα μέσα στο άλλο, τον κόσμο με τη φύση, το σώμα με την αίσθηση, και το ένα να γλιστράει στο άλλο, με κάποια αμοιβαία εναλλακτική ιδιότητα του ενός προς το άλλο. 
Κι επειδή κανένα από αυτά δεν είναι σύμφωνα με τον ατομικό του λόγο ελεύθερο από περιγραφή κι επειδή θεώρησαν ντροπή ν’ αφήσουν την αθάνατη και αεικίνητη ψυχή να φθείρεται και να περιγράφεται από τα θνητά και περιγραπτά, δέσμευσαν τον εαυτό τους με αδιάλυτον δεσμό μόνο με τον αθάνατον Θεό και ανώτερο από κάθε απεραντοσύνη, χωρίς να ενδίδουν καθόλου στις αντίθετες έξεις τού κόσμου και της σάρκας, πράγμα που είναι συμπλήρωμα κάθε αρετής και κάθε γνώσης και νομίζω και τέλος. 
Αλλά κι αν ακόμα κάποτε οι Άγιοι ασχολήθηκαν με τα θεάματα των όντων, δεν ασχολήθηκαν για να θεαθούν αυτά τα ίδια και να τα γνωρίσουν ολικά σύμφωνα με τη φύση μας, αλλά για να υμνολογήσουν με πολλούς τρόπους τον Θεό που διαμέσου όλων και μέσα σε όλα και είναι και φανερώνεται, και να συγκεντρώσουν μέσα τους πολλή δύναμη θαυμασμού και αφορμή δοξολογίας. 
Γιατί, έχοντας λάβει από τον Θεό ψυχή που έχει νου και λόγο και αίσθηση εκτός από τη νοητή και την αίσθηση την αισθητή, όπως επίσης εκτός από τον ενδιάθετο και λόγο προφορικό, κι εκτός από το νου που νοεί και νου παθητικό (αυτό το νου τον καλούν φαντασία τού ζώου, με τον οποίο και τα λοιπά ζώα και το ένα το άλλο κι εμάς και τους τόπους που πέρασαν αναγνωρίζουν, και σ’ αυτό, λένε οι σοφοί σ’ αυτά τα θέματα, συνίσταται η αίσθηση, όντας όργανο για την αντίληψη όσων η φαντασία συλλαμβάνει), νόμισαν ότι έπρεπε τις ενέργειες αυτών όλων να προσφέρουν δικαιολογημένα όχι στον εαυτό τους, αλλά στον Θεό που τους τις έδωσε, που χάρη σ’ αυτόν κι από αυτόν είναι τα πάντα. 
Γιατί έμαθαν από τη λεπτομερειακή μελέτη των όντων πως είναι τρεις οι γενικοί τρόποι, ανάλογα με τις δυνατότητες των ανθρώπων, και σύμφωνα μ’ αυτούς ο Θεός δημιούργησε τα πάντα (για να έχομε το είναι, το μακάριο είναι, και το παντοτινό είναι μας έδωσε ουσία και υπόσταση)· και οι δύο από αυτούς τους τρόπους είναι ακραίοι και είναι τού Θεού μόνου, επειδή αυτός είναι αίτιο, ενώ ο άλλος είναι ενδιάμεσος και εξαρτημένος από τη δική μας βούληση και κίνηση, και είναι αυτός που παρέχει στους ακραίους την κυριολεκτική σημασία τους και που όταν αυτός δεν υπάρχει τους γίνεται άχρηστη αυτή η προσηγορία τους, επειδή δεν έχουν συνημμένο μαζί τους το καλό. Και σκέφθηκαν ότι δεν μπορούν αλλιώς ν’ αποκτήσουν και να διαφυλάξουν την αλήθεια των ακραίων, την οποία από τη φύση του ενεργεί το μακάριο είναι που από τη μέση όπου βρίσκεται σμίγει τα ακραία, παρά με την αεικινησία προς τον Θεό. Επιτείνοντας λοιπόν από δω την οπτική δύναμη της ψυχής μαζί με το φυσικό λόγο κι ακούγοντας το λόγο να φωνάζει ολοφάνερα ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε αντίστροφα τις φυσικές ενέργειες για τη φθορά που σημαδεύει αναγκαστικά τις φυσικές δυνάμεις από τον τρόπο της παράχρησης, σύμφωνα με τον αρμόζοντα λόγο της φύσης διδάχθηκαν να φέρονται ομαλά προς τον αίτιο της φύσης, για να υποδεχθούν κάποτε και το όντως είναι, αφού προστεθεί αυτό από εκεί απ’ όπου έχουν και το απλώς είναι. 
Ποιο κέρδος θα έχει αυτός που δεν είναι αίτιος του είναι του, ίσως συλλογίστηκαν και είπαν μέσα τους, κινούμενος γύρω από τον εαυτό του η γύρω από κάτι άλλο εκτός από τον Θεό, οπότε στο λόγο του "είναι" δεν θα μπορέσει να προσθέσει τίποτε ο ίδιος από τον εαυτό του ή κάποιος άλλος εκτός από τον Θεό; 
Γι' αυτό δίδαξαν, ο νους να σκέπτεται μόνο τον Θεό και τις αρετές του και να προσεγγίζει ανεπίγνωστα την άρρητη δόξα της μακαριότητάς του, ο λόγος να γίνεται ερμηνευτής και υμνωδός όσων έχουν νοηθεί και να συζητεί ορθά τους τρόπους που τα ενοποιούν, η αίσθηση εξευγενισμένη από το λόγο (λογική), φανταζόμενη τις διάφορες δυνάμεις και ενέργειες να διακηρύττει όσο είναι δυνατό στην ψυχή τις διάφορες δυνάμεις του παντός, και με το νου και το λόγο κατευθύνοντας με σοφία, σα να ήταν πλοίο, την ψυχή, πέρασαν αυτόν τον υγρό και άστατο, που άλλοτε αλλιώς συμπεριφέρεται και κατακλύζει την αίσθηση, δρόμο της ζωής με πατήματα που δεν έσβησε το νερό.

Μαξίμου τού Ομολογητού 
Προς Ιωάννην Αρχιεπ. Κυζίκου,
περί διαφόρων αποριών".
Κεφ. Η΄.
ΕΠΕ Φιλ. Νηπτικών Τόμ. 14 Δ.

Επιστολή προς μοναχή, για να μην στενoχωρείται για τους κεκοιμημένους



ΛΟΓΟΣ ΜΑ΄  

Επιστολή προς μοναχή, για να μην στενoχωρείται για τους κεκοιμημένους 

Όπως και ο ίδιος κατέχομαι από θλίψη και λύπη του σώματος και της ψυχής μου, έτσι ακούω και για σένα, ότι υπέστης τις ίδιες στενοχώριες και στενοχωρείσαι πολύ και ζητάς από όλους παρηγοριά. Πως να βοηθήσω τον εαυτό μου και να γλυτώσω από την στενοχώρια, το ξέρω και μπορώ να το κάμω, επειδή εξαρτάται από την βούλησή μου και το καλό και το κακό, και έχω την εξουσία να κατευθυνθώ και δεξιά και αριστερά. Κανείς δεν μπορεί να με εμποδίσει στην σωστή μου απόφαση, όσο έχω εκ δεξιών μου τον επιβλέποντα τις σκέψεις και τις πράξεις μου Ιησού Χριστό, όπως με διδάσκει ο θείος προφήτης που λέγει: «Προωρώμην τον Κύριον διαπαντός, ότι εκ δεξιών μου εστιν, ίνα μη σαλευθώ» [1]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, παρηγορώ και βοηθώ τον εαυτό μου στην στενοχώρια μου.

Την αγία όμως ψυχή σου, που βρίσκεται σε μεγάλη θλίψη, πως αλλιώς μπορώ να την παρηγορήσω και να την απελευθερώσω από την μεγάλη πίκρα που την θλίβει, παρά με τα λόγια του αποστόλου Παύλου, που παρηγορώντας μας δίνει την εξής εντολή: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτώ» [2]. Αυτά είναι τα αξιο­σέβαστα λόγια του αποστόλου. Η σημασία τους έχει ως εξής. Το μυστήριο της ορθόδοξης πίστεως σε σχέση με μας τους ευσεβείς συνίσταται κυρίως στα τρία πιο βασικά δόγματα. Πρώτον, στην εν σαρκί γέννηση του μονογενούς Υιού του Θεού, ο οποίος, ενώ είναι ασώματος, αόρατος και ακατάληπτος Θεός, ευδόκησε από την πολλή αγαθότητά Του να ενδυθεί την ανθρωπίνη σάρκα και να γίνει ορατός, καταληπτός και απτός άνθρωπος. Δεύτερον, αφού έγινε άνθρωπος, πέθανε ως άνθρωπος, για να χαρίσει διά του θανάτου Του την αιωνία ζωή σε όλους αυτούς που βαπτίζονται στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, κατά την εντολή Του που λέγει, «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται» [3]. Δηλαδή θα ζει αιώνια την αγγελική ζωή, αφού γλυτώσει από τα αιώνια βάσανα που αναμένουν τους αμαρτωλούς. Και έπειτα προσθέτει: «και όσοι δεν έχουν πίστη, θα καταδικαστούν»[4] μαζί με τα ασεβή δαιμόνια. Τρίτον, αφού ενσαρκώθηκε και δέχθηκε τον θάνατο ως άνθρωπος, Αυτός κατά την τρίτη ημέρα ανέστη εκ νεκρών και νίκησε τον θάνατο.

Εμείς, που πιστέψαμε στον Χριστό και βαπτιστήκαμε στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ελπίζουμε με αυτήν την πίστη να γίνουμε άξιοι της εκ νεκρών αναστάσεως και της αιωνίας ζωής. Αν όμως πενθούμε πολύ και οδυρόμαστε για την έξοδο των δικών μας με δάκρυα, αμαρτάνουμε με αυτά, διότι δηλώνουμε την πίστη μας στον Χριστό και την ελπίδα μας σε Αυτόν μόνο με τα λόγια και όχι με όλη την καρδιά και την σταθερή σκέψη μας, όπως λέγει ο θείος προφήτης: «Πιστεύω του ιδείν τα αγαθά Κυρίου εν γη ζώντων» [5]. Ο θείος Παύλος μας διδάσκει ποια είναι αυτά τα αγαθά και πόσο θαυμάσια είναι λέγοντας: «Α οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» [6].

Αν όμως τα θεία αγαθά είναι εντελώς άρρητα και ακατάληπτα, τότε με ποιόν τρόπο ο βασιλέας Δαυίδ μπόρεσε και απέκτησε τόσο δυνατή πίστη σε αυτά; Μόνο με την τελεία αγάπη, με την οποία αγάπησε, με όλη την ψυχή, με όλη την καρδιά και με όλη την σκέψη και την δύναμή του, τον Δημιουργό των όλων, όπως λέγει ο ίδιος: «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου. Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου. Ο Θεός μου βοηθός μου, ελπιώ επ’ αυτόν, υπερασπιστής μου και κέρας σωτηρίας μου» [7]. Και πάλι λέγει: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» [8]. Και δείχνοντας την μέγιστη αγάπη του και την επιθυμία του Θεού το δηλώνει με το παράδειγμα λέγοντας: «Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός. Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα» [9]. Και έπειτα, σαν να θρηνεί για την μακρόχρονη διαμονή του σε αυτήν την προσ­ωρινή ζωή, προσθέτει: «Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού; Εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός εν τω λέγεσθαί μοι καθ’ εκάστην ημέραν· που εστιν ο Θεός σου;» [10]. Όπως ο πεινασμένος άνθρωπος επιθυμεί πολύ τον άρτο, έτσι και εγώ, λέγει, από την ακατάπαυστη επιθυμία μου με πολλά δάκρυα ελπίζω να γίνω άξιος της γλυκυτάτης θέας του Θεού μου και της απολαύσεως της θείας ομορφιάς Του, όπως το λέγει σε άλλο χωρίο: «Μίαν ητησάμην παρά Κυρίου, ταύτην εκζητήσω· του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου, του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου και επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αυτού» [11].

Όποιος ομιλεί έτσι και προσεύχεται με τόση θέρμη, έχει ίσως απομακρύνει τον εαυτό του από όλες τις άλλες προσωρινές και ψυχοφθόρες ομορφιές της πλάνης αυτού του αιώνος και με όλη την σκέψη του έχει στερεωθεί στην επιθυμία του απροσίτου και στην αγάπη για την απόλαυση της αγαθότητας της θείας χάριτος. Και μολονότι αυτός ήταν γνωστός βασιλέας περιβεβλημένος με διάφορες απολαύσεις και βασιλική δόξα, τίποτα από αυτά δεν μπόρεσε να τον αποσπάσει από την αγάπη προς τον Θεό και την επιθυμία των αιωνίων αγαθών. Γι’ αυτό και λέγει, «κρείσσων ημέρα μία εν ταίς αυλαίς σου υπέρ χιλιάδας· εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον η οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» [12]. Ποια άλλα σκηνώματα αμαρτωλών εννοεί, αν όχι τα μεγαλοπρεπή κτίρια και τις τεράστιες οικοδομές εκείνων, που ύστερα από αυτόν βασίλεψαν άνομα και θεομίσητα στα Ιεροσόλυμα και την Σαμάρεια και σε όλη την Ιουδαία; Αυτός ο μακάριος βασιλέας, διαθέτοντας την προφητική ικανότητα, προέβλεψε όλη αυτήν την ασέβεια, στην οποία έπεσαν ύστερα από αυτόν όλοι οι ασεβείς βασιλείς, από τους οποίους ο πιο ασεβής ήταν εκείνος, ο οποίος είχε υπερβεί με την ασέβειά του όσους ασεβούσαν προηγουμένως και έπειτα δοξάστηκε με την μετάνοιά του, ο Μανασσής, που για πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια αδιαφορούσε για τον νόμο του Θεού και μόλυνε τον ναό του Θεού με θυσίες στα είδωλα [13]. Αλλά αρκετά γι’ αυτά.

Εμείς όμως έχοντας στην Αγία Γραφή αυτές τις νουθεσίες, τις παρηγορίες και τα παραδείγματα του θεαρέστου βίου, ας απομακρύνουμε από την σκέψη μας κάθε θλίψη, ραθυμία και κάθε άλλη αφοσίωση στις προσωρινές και άχρηστες ομορφιές αυτής της μάταιης ζωής, γιατί αυτές μας αποτρέπουν από την απόλαυση των αρρήτων αιωνίων αγαθών. Ας αγαπήσουμε την δόξα, την τιμή και τον έπαινο, που έχει ετοιμάσει για μας στους ουρανούς ο Θεός, και όχι αυτά που προβάλλονται από τους ανθρώπους και τα κυνηγούμε με κάθε τρόπο από την μεγάλη ανοησία μας, εξευτελίζοντας τον εαυτό μας, κολακεύοντας τον καθένα που βρίσκεται στην εξουσία και αποσιωπώντας τις αδικίες του. Αν όμως δεν τον ντρεπόμασταν, θα μπορούσαμε να τύχουμε επαίνου από τον Θεό και συνάμα να αποτρέψουμε και εκείνον από κάθε κακό και κάθε αδικία, νουθετώντας τον και υπενθυμίζοντάς του την φοβερή δικαιοσύνη του αδέκαστου Κριτή, του Ιησού Χριστού, όταν ανοίξει «απ’ ουρανού οργή Θεού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων» [14]. Φοβερός είναι αυτός ο λόγος, αγία μητέρα, και άξιος κάθε τηρήσεως για όλους τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα για μας τους ευσεβείς, που δεχθήκαμε να ακολουθήσουμε τον τέλειο νόμο του Σωτήρος Χριστού, που μας διατάζει: «Εισέλθετε διά της στενής πύλης» [15], δηλαδή με την τιμία ζωή και την θεάρεστη παρουσία την στολισμένη με την εκούσια παραίτηση από τα αγαθά του βίου. Αυτήν αγάπησαν με όλη την ψυχή τους και την εφάρμοσαν με τον λόγο και την πράξη όχι μόνο οι πολλοί όσιοι και θεοφόροι άνδρες, που έζησαν σε απόμακρες ερήμους, αλλά και οι πολλές ευγενείς και έντιμες γυναίκες. Αυτές μάλιστα περιφρόνησαν κάθε ομορφιά της ζωής και την αφθονία της περιουσίας τους, τον πλούτο και την δόξα, τους γονείς, τους συγγενείς και τους φίλους, την πατρίδα και την ίδια την νεότητά τους, και με όλη την ψυχή και όλη την καρδιά τους ακολούθησαν τον αθάνατο και πάναγνο Νυμφίο τους. Προηγουμένως μοίρασαν όλα τα πλούτη τους και όλα τα υπάρχοντά τους σε πτωχούς και ορφανούς σύμφωνα με την σωτήρια εντολή του Νυμφίου τους, ο οποίος είπε στον γνωστό πλούσιο νέο: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρο ακολούθει μοι» [16]. Αυτήν την σωτήρια εντολή τήρησαν πολλές ευγενείς γυναίκες, όπως η αείμνηστη Συγκλητική [17], η Μελάνη [18], και η Διονυσία [19], τις οποίες μιμήθηκες διαλέγον­τας τον ίδιο δρόμο.

Εύχομαι να σε αξιώσει ο Κύριος να διάγεις μέχρι τέλους, με οσιότητα, αλήθεια και ελεημοσύνη για τους ενδεείς, ώστε να δεχθείς και εσύ στους ουρανούς από τον Νυμφίο σου Χριστό, ανάλογη με αυτές δόξα και στέφανο. Αμήν.

Παραπομπές
1. Ψαλμ. 15, 8.
2. Α΄ Θεσσ. 4, 13-14.
3. Μαρκ. 16,16.
4. Μαρκ. 16,16.
5. Ψαλμ. 26, 13.
6. Α΄ Κορ. 2, 9.
7. Ψαλμ. 17, 2-3.
8. Ψαλμ. 83, 2-3.
9. Ψαλμ. 41, 2-3.
10. Ψαλμ. 41, 3-4.
11. Ψαλμ. 26, 4.
12. Ψαλμ. 83, 11.
13. Βλ. Δ´ Βασ. 21,1-18. Β´ Παρ. 33,1-20.
14. Ρωμ. 1,18.
15. Ματθ. 7, 13.
16. Ματθ. 19, 21.
17. Για τον βίο της αγίας Συγκλητικής βλ. ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Βίος και πολιτεία της αγίας και μακαρίας και διδασκάλου Συγκλητικής, PG 28,1488-1557. Εκδόσεις του βίου της κ.α. βλ. στού FR. HALKIN, Bibliotheca Hagiographica Graeca [Subsidia Hagiographica 8a], τ.ΙΙ, Bruxelles 19533, σ. 261, αριθμ. 1694, 1694a.
18. Για την αγία Μελάνη η Μελανία βλ. ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΛΕΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Η προς Λαύσον ιστορία περιέχουσα βίους οσίων πατέρων, PG 34,1225Α-1228D, H. DELEHAYE, «S. Melaniae iunioris. Acta graeca – Βίος της οσίας Μελάνης», Analecta Bollandiana 22 (1903) 7-49. M. RAMPOLLA DEL TINDARO, Santa Melania Giuniore sematrice Romana, Roma 1905. ΣΥΜΕΩΝ ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟύ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, Βίος και πολιτεία της οσίας Μελάνης της Ρωμαίας, PG 116, 753-793.
19. Η Διονυσία υπήρξε διακόνισσα στην αρχαία Εκκλησία. Το ονομά της δεν περιλαμβάνεται στα Συναξάρια και Αγιολόγια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βλ. σχετικά Svjataja Olimpiada i drugie diakonissy drevnej Gerkvi (αγία Ολυμπιάδα και οι άλλες διακόνισσες της αρχαίας Εκκλησίας), εκδ. Μετοχίου της Λαύρας του Αγίου Σεργίου στην Μόσχα, Μόσχα 2010.

«Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά»


 

ΛΟΓΟΣ ΛΘ΄

Επιστολή προς τον αδελφό Γρηγόριο σχετικά με το χωρίο: 
«Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά»

Κύριε και αδελφέ μου Γρηγόριε! Ας σε σώσει ο Κύριος για όλη την καλή διάθεσή σου απέναντί μου και την πνευματική αγάπη σου. Άκουσα παρεμπιπτόντως ότι ο άρχοντάς μας, ο μητροπολίτης της Τβερ, δυσαρεστήθηκε από εμένα τον πτωχό, λόγω της εκφράσεως, «Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά» [1], και λέγει κατηγορώντας με αναίτια ότι ο Μάξιμος με αυτήν την μετάφρασή του στην Γραφή σοφίζεται, σαν να μην έχουμε πλέον την καταφυγή στον Θεό.

Σώσε με, Κύριε, από αυτήν την συκοφαντία, και όποιος διδάσκει έτσι ας είναι αναθεματισμένος στον αιώνα. Αμήν. Αυτή η έκφραση «ήσουν» δεν μας απομακρύνει από την θεία πρόνοια και την καταφυγή, όπως το ερμηνεύει ο δεσπότης, αλλά αντιθέτως καθιερώνει και δείχνει αναμφίβολα την θεία για μας πρόνοια δηλώνοντας καθαρά ότι δεν γίνεσαι μόνο τώρα, που είσαι η καταφυγή μας, Κύριε, αλλά και εξαρχής του ανθρωπίνου γένους «καταφυγή εγενήθης». Αυτό μας εξηγούν τα λόγια «εν γενεά και γενεά», που σημαίνουν πάντοτε, δηλαδή εξαρχής και τώρα γίνεσαι η καταφυγή μας, και ακόμη ως το τέλος του βίου μας και έπειτα. Επομένως ο καλός μας άρχοντας δυσαρεστείται μαζί μου χωρίς λόγο σχετικά με την έκφραση που ανέφερα. Ας γίνει το θέλημα του Θεού και το δικό του. Και η διαφορά μεταξύ αυτών των εκφράσεων συνίσταται στο εξής. Όταν αυτά τα λόγια αφορούν το πρώτο πρόσωπο, δηλαδή όταν μιλούμε στον Δημιουργό ευχαριστών¬τας για την ευλογία Του προς εμάς, τότε κατ’ ανάγκην πρέπει να πούμε: «Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά», που σημαίνει πάντοτε. Όταν αυτό λέγεται στο δεύτερο πρόσωπο, δηλαδή όταν αναφερόμαστε στις παλαιές προς εμάς ευεργεσίες Του καυχώμενοι ενώπιον των άλλων, τότε λέμε: «Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν». Και για το ότι η έκφραση «ει» χρησιμοποιείται στην Γραφή όχι αντί του «αεί», όπως το ερμηνεύει ο δεσπότης, ακούστε προσεκτικά τον Ευαγγελιστή, που λέγει: «Πάντα δι’ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» [2]. Σκεφθείτε, λοιπόν, ότι όλα, ο ουρανός, η γη και κάθε άλλο δημιούργημα, ήλθαν στην ύπαρξη μόνο μία φορά και δεν γίνονται πάντοτε, εκ νέου.

Για όνομα του Κυρίου, μη δυσαρεστείσθε μαζί μου χωρίς λόγο. Ο δεσπότης με ελεούσε με κάθε αγαθό επί πολλά έτη. Να με ελεήσεις μέχρι τέλους και να με φυλάξεις, για όνομα του Θεού, για να έχει και αυτός γι’ αυτό πλήρη ανταμοιβή από τον Κύριο.

Μετάφερε, σε παρακαλώ, Γρηγόριε, χωρίς φόβο στον αρχιερέα αυτήν την εξήγησή μου καθώς και την ταπεινή μετάνοιά μου. Βρίσκομαι πάντοτε στην πνευματική αγάπη στην ιερωσύνη του και δεν μπορώ να ξεχάσω την λατρευτική μου στάση προς αυτόν επί πολλά χρόνια. Δεν είμαι τόσο άφρων και αχάριστος. Θα έγραφα και εκτενέστερη εξήγηση για την έκφραση που ανέφερα, επιφυλάχθηκα όμως, ώστε να μην ειπωθούν και για εμένα τα γνωστά προφητικά λόγια: «Ο εσθίων άρτους μου, εμεγάλυνεν επ’ εμέ πτερνισμόν» [3].

Παραπομπές:
1. Ψαλμ. 89, 1.
2. Ἰω. 1, 3.
3. Ψαλμ. 40, 10.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Ο άγιος Ευθύμιος και η θαυμαστή χειρουργία



Ο άγιος Ευθύμιος και η θαυμαστή χειρουργία

Στην πόλη των Βηταγαβααίων (δώδεκα μίλια από τη Γάζα) ζούσε κάποιος που λεγόταν Ρωμανός και είχε αδελφό έναν ευλαβέστατο ιερέα στη μονή του αγίου Ευθυμίου, τον Αχθάβιο. Ο Ρωμανός όμως ζούσε με μαλθακότητα και χαλαρότητα, εντελώς αντίθετα από τον αδελφό του.

Κάποιος φθόνησε τον Ρωμανό για την περιουσία του και παραμόνευε με κακουργία και προσπαθούσε να την αρπάξει. Επειδή όμως δεν πέτυχε τον σκοπό του, το κεντρί του φθόνου κέντησε σφοδρότερα την καρδιά του. Πήγε λοιπόν στην Ελευθερούπολη και ζήτησε τη βοήθεια ενός μάγου, δίνοντάς του πολλά χρήματα ο άθλιος για να βλάψει τον συνάνθρωπό του, και εκείνος έκανε τα μαγικά που ήξερε.

Ο Ρωμανός, καθώς δεν γνώριζε τίποτε από όσα γίνονταν, βρισκόταν στο χωράφι, χωρίς διόλου να φυλάγεται από τις εναντίον του κακουργίες. Το σώμα του λοιπόν καταλήφθηκε από νάρκη, επειδή ο Θεός, για να κόψει την πολλή του ραθυμία και να επαναφέρει την ψυχή του στη φιλοπονία, επέτρεψε να τον καταβάλουν για λίγο τα τεχνάσματα του πονηρού. Τον μετέφεραν τότε στο σπίτι του, όπου στη συνέχεια το κακό επιδεινώθηκε και αυτός κείτονταν πάσχοντας από υδρωπικία· οι γιατροί τον απέλπισαν εντελώς, και οι συγγενείς και οι φίλοι κάθονταν γύρω του κλαίγοντας για το τέλος του και τον αποχωρισμό.

Σε τέτοια λοιπόν βαρύτατη κατάσταση όντας εκείνος και περιμένοντας πλέον τον θάνατο, σήκωσε μετά βίας το βλέμμα του, όσο μόνο για να δει αμυδρά, και ζήτησε από τους παρόντες να φύγουν για λίγο. Όταν τον άφησαν μόνο στην ησυχία, στράφηκε προς τον τοίχο, όπως κάποτε ο μέγας Εζεκίας (Δ’ Βασ. 20:2), και προσευχήθηκε στον Θεό με συντριβή καρδιάς λέγοντας τα εξής: «Θεέ των δυνάμεων, εσύ που είπες· “Όταν μετανοήσεις και στενάξεις, τότε θα σωθείς” (Ησ. 30:15), εσύ ρίξε το βλέμμα σου σ’ εμένα και λύτρωσέ με από αυτή την ανάγκη και τη συμφορά που με έχει κυριεύσει». Στο μεταξύ του ήρθε στον νου να επικαλεστεί για το πάθος του και τον μέγα Ευθύμιο, και του ζητούσε να μεσιτεύσει προς τον Θεό και ευχόταν μέσω αυτού να γίνει καλά.

Στη συνέχεια ήρθε σαν σε έκσταση και είδε να παρουσιάζεται κάποιος ασπρομάλλης με στολή μοναχού και να του λέει: «Τι θέλεις να σου κάνω;» Αυτός, νιώθοντας και φόβο και χαρά, τον ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ, δέσποτα;» «Ο Ευθύμιος», απάντησε εκείνος, «που εσύ ο ίδιος με κάλεσες πριν από λίγο. Καθόλου μη δειλιάσεις από την παρουσία μου. Ας δω όμως από τι πάσχεις και ποιο μέρος του σώματός σου υποφέρει».

Ο άρρωστος έδειξε την κοιλιά του, και ο άγιος ένωσε τα δάχτυλά του ίσια και με αυτά σαν με μαχαίρι έκοψε την εξογκωμένη εκείνη κοιλιά ώστε να βγει και να χυθεί το υγρό της αρρώστιας. Έβγαλε κατόπιν από την κοιλιά κάτι σαν πέταλο φτιαγμένο από κασσίτερο που είχε μερικά σημάδια και το έβαλε σε ένα τραπέζι για να το δει ο άρρωστος. Έπειτα ένωσε με το χέρι του την τομή, την εξαφάνισε κάνοντας το μέρος ακέραιο και υγιές, και του είπε όλα όσα συνέβησαν, ότι δηλαδή κάποιος του φθόνησε την περιουσία και πλήρωσε μάγο, ο οποίος κάλεσε τους δαίμονες. Και πρόσθεσε: «Οι πανουργίες του εχθρού δεν θα σε είχαν καταβάλει έτσι, αν εσύ ο ίδιος δεν του έδινες τις λαβές. Βλέπεις δηλαδή πόσος καιρός πέρασε που ούτε στην εκκλησία σκέφτηκες να πας, ούτε να προσέλθεις στα άχραντα μυστήρια, αλλά ζούσες με αμέλεια χωρίς να φροντίζεις για την ψυχή σου. Καθώς λοιπόν ο Θεός σού έδειξε το έλεός του, πρόσεχε από εδώ και πέρα τον εαυτό σου και καθόλου πλέον να μην αμελείς τη σωτηρία σου».

Ο Ρωμανός, όταν τα άκουσε αυτά, σηκώθηκε αμέσως υγιής, καθώς ο όγκος της κοιλιάς του είχε πλέον εξαφανιστεί. Κάλεσε τότε τους δικούς του και τους διηγήθηκε την επίσκεψη του αγίου και την παράδοξη εκείνη τομή με τα δάχτυλα, και όλη γενικά την οπτασία. Και από τότε και στο εξής, την ημέρα της θαυματουργίας, έκανε κάθε χρόνο μεγάλη γιορτή ως απόδοση ευγνωμοσύνης στον άγιο. 


ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Δ’, Υπόθεση ΛΔ’ (34). Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 322

Δημοφιλείς αναρτήσεις