Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί


Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί 
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ 
Όταν προσευχόμαστε: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», είναι φοβερά δύσκολο να κρίνουμε εμείς οι ίδιοι, αν η ημέρα πέρασε καλά, αναμάρτητα ή, αντίθετα, εάν διαπράξαμε αμαρτίες χωρίς να το καταλάβουμε, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με» (Ψαλμ. 18:13). Όντως, η αμαρτία ενεργεί συχνά μέσα μας κατά τρόπο τόσο λεπτό, ώστε να μη μπορούμε να την αντιληφθούμε. 
Την τελευταία φορά σας ανέφερα μερικούς λόγους από τον Μέγα Κανόνα του αγίου Ανδρέα Κρήτης. Ασφαλώς πρόκειται περί ενός εξαιρετικού έργου, από το οποίο μπορούμε να μάθουμε πολλά. Προφανώς είναι πράγμα θαυμαστό να βλέπει κανείς τον άγιο Ανδρέα να προσφέρει την προσευχή του στον Θεό ανακαλώντας στη μνήμη όλο το περιεχόμενο της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ως και τις προφητείες που αφορούν το τέλος του κόσμου, την τελική κρίση των ανθρώπων. 
Πόσο αξιοπρόσεκτη είναι η περικοπή του αγίου Ανδρέα που λέει: «Πρόσεχε, Ουρανέ, και λαλήσω. Γη, ενωτίζου φωνής μετανοούσης Θεώ» (β’ ωδή, 1ο τροπάριο. Βλ. Δευτερ. 32:1, Ησ. 1:2). 
Παρατηρήστε το παράδοξο αυτής της καταστάσεως: Ένας μόνος άνθρωπος μετανοεί για τις αμαρτίες του, αλλά το γεγονός αυτό λαμβάνει υπερκόσμιες διαστάσεις. Και αυτή η τόλμη μας εκπλήσσει: «Ουρανέ, πρόσεχε αυτό που θα σου πω». Είναι φωνή ενός ανθρώπου που μετανοεί. 
Ο Σιλουανός εξ ιδίας πείρας γράφει ότι ο θρήνος του Αδάμ ανάγκασε όλη την κτίση να σιωπήσει και να προσέξει τα δάκρυά του. Είναι καλό να συνειδητοποιήσουμε ότι μέσα στη μοναχική ζωή εισερχόμαστε σ’ αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα. Αντιλαμβάνεσθε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του εν Χριστώ ανθρώπου, του «αναγεννημένου» ανθρώπου και εκείνου που δεν γνωρίζει τον Χριστό. Ο Μωυσής, και μετά απ’ αυτόν και άλλα τέκνα του Αδάμ, χρησιμοποίησαν με τόλμη αυτούς τους λόγους. Η μετάνοια ενός ανθρώπου είναι ένα γεγονός εξαιρετικά τραγικό, εξαιρετικά μεγάλο. 
Εάν ο Δημιουργός Θεός αποφάσισε να σαρκωθεί και να ζήσει με τους ανθρώπους, είναι για να δείξει σ’ όλους μας ότι είμαστε πλασμένοι κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούμε να δεχτούμε τη ζωή του ιδίου του Θεού και να την κατέχουμε αιωνίως. Αλλά αυτή η μυστική ζωή δεν μπορεί να εκφραστεί με ανθρώπινους λόγους. 
Συγχωρείστε με, εάν δεν μιλώ γι’ αυτήν την εσχάτη πραγματικότητα, διότι η ανθρώπινη γλώσσα παραμορφώνει το αληθινό πνεύμα. Όμως παρ’ όλα αυτά θα βιώσετε το νόημα της προσευχής: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη - εν τη νυκτί ταύτη, εν τη ώρα ταύτη - αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», δηλαδή σε μία θεία κατάσταση, η οποία και μόνο είναι «αναμάρτητη». 
Όπως ακριβώς ο άγιος Ανδρέας Κρήτης αρχίζει τον Κανόνα του με τη δημιουργία του κόσμου: «Τον πρωτόπλαστον Αδάμ τη παραβάσει παραζηλώσας» (α’ ωδή, 3ο τροπ.), από τον πρώτο άνθρωπο έως την τελική Κρίση, κατά τον ίδιο τρόπο και μεις φέρουμε τη μνήμη τους μέσα μας. 
Ο Θεός και όλοι οι Άγιοι γνωρίζουν καθεμιά από τις εξωτερικές κινήσεις μου και ειδικά τις κινήσεις του πνεύματος και της καρδίας μου. Έχοντας μαρτυρία αυτής της τάξεως θα προσπαθούμε να ζούμε απλά, αλλά προσέχοντας να μη διαπράττουμε κανένα αμάρτημα. Αλλά δεν μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό, εκτός εάν ικετεύουμε τον Θεό μετά δακρύων να μας φυλάξει από κάθε αμαρτία. 
Όταν ο άνθρωπος φυλάσσεται από τον Θεό, εκφράζεται στο εξής ως αληθινό πρόσωπο: «Πρόσεχε, Ουρανέ, σ’ αυτά που θα πω· Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί». Τότε κάθε τι που συμβαίνει στη γη θα προκαλεί στον νου και στην καρδιά μας αντιδράσεις διαφορετικές από εκείνες που συνήθως παρατηρεί κανείς. Όλη η ζωή μας μπορεί να λάβει χαρακτήρα αγιότητας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου που είπε: «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. 24:35). 
Βλέπετε τι λόγους μας απευθύνει ο Κύριος: «Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16:33). Ο Κύριος ανήλθε στον Ουρανό για να καθίσει εκ δεξιών του Πατρός. Με ποια συνείδηση ζουν οι Χριστιανοί; Όσο ζούμε, ας προσπαθούμε να γνωρίσουμε αυτό το πνεύμα και τότε ο λόγος που απηύθυνε ο άγιος Ανδρέας στον Κανόνα του θα γίνει κατανοητός: «Ημαύρωσα της ψυχής το ωραίον ταις των παθών ηδοναίς…» (β’ ωδή, 6ο τροπ.).

 

Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 18 (1993), άρθρο: «Πρόσεχε ουρανέ και λαλήσω, γη ενωτίζου φωνής μετανοούσης Θεώ», σελ. 12 (αποσπάσματα).

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Περί ξενιτείας


ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

Περί ξενιτείας

1. Ξενιτεία είναι η οριστική εγκατάλειψις όλων εκείνων που υπάρχουν στην πατρίδα μας και πού μας εμποδίζουν να επιτύχωμε τον ευσεβή σκοπό της ζωής μας. Η ξενιτεία είναι απαρρησίαστος συμπεριφορά, κρυμμένη σοφία, σύνεσις πού δεν φανερώνεται, ζωή μυστική, σκοπός που δεν βλέπεται, λογισμός αφανής, όρεξις της ευτελείας, επιθυμία της στενοχωρίας, αιτία του θείου πόθου, πλήθος του θείου έρωτος, άρνησις της κενοδοξίας, βυθός της σιωπής.

2. Στην αρχή συνήθως ενοχλεί συνεχώς και έντονα αυτός ο λογισμός τους εραστάς του Κυρίου, ωσάν να τους φλογίζη θεϊκή φωτιά. Δηλαδή ο λογισμός, ο οποίος παρακινεί τους εραστάς ενός τόσο μεγάλου αγαθού να απομακρυνθούν από τους οικείους των, για να ζήσουν με ευτέλεια και θλίψι. Αυτός όμως ο λογισμός όσο σπουδαίος και αξιέπαινος είναι, άλλο τόσο χρειάζεται και πολλή διάκρισι. Διότι δεν είναι καλή κάθε απότομος και απόλυτος ξενιτεία.

3. Επειδή «πάς προφήτης άτιμος έν τη πατρίδι αυτού», όπως είπε ο Κύριος (Ματθ. ιγ΄57), ας εξετάσωμε μήπως η ξενιτεία γίνη σ΄εμάς αιτία κενοδοξίας[1].

Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνη ο νους αχώριστος από τον Θεόν.

Ξενιτεύων είναι ο εραστής και εργάτης του αδιακόπου πένθους.

Ξένος είναι αυτός που φεύγει κάθε σχέσι είτε με τους ιδικούς του είτε με τους ξένους.

4. Σύ πού βιάζεσαι να ξενιτεύσης ή να πάς στην έρημο, μη περιμένης να έλθουν μαζί σου ψυχές πού αγαπούν ακόμη τον κόσμο. Πρόσεχε, διότι ο κλέπτης δεν γίνεται αντιληπτός. Πολλοί που αποπειράθηκαν να πάρουν μαζί τους ανθρώπους ραθύμους και οκνηρούς για να τους σώσουν, εχάθηκαν μαζί με αυτούς, διότι σύν τώ χρόνω έσβησε εξ αιτίας τους το πύρ (της ψυχής τους). Από την στιγμή που εδέχθηκες μέσα σου την φλόγα, τρέχε. Διότι δεν γνωρίζεις πότε θα σβήση και θα σε αφήση στο σκοτάδι.

5. Δεν απαιτείται από όλους μας να σώσωμε τους άλλους. Διότι λέγει ο θείος Απόστολος: «Άρα ούν έκαστος ημών, αδελφοί, περί εαυτού δώσει λόγον τώ Θεώ» (Ρωμ. ιδ΄ 12). Και πάλι λέγει: «Ο διδάσκων έτερον, σεαυτόν ού διδάσκεις;» (Ρωμ. β΄ 21). Ενώ οπωσδήποτε όλοι έχομε χρέος να σώσωμε τον εαυτό μας.

6. Όταν ξενιτεύης, ασφαλίζου από τον γυρολόγο και φιλήδονο δαίμονα. Διότι η ξενιτεία του δίνει αφορμές να σε πολεμήση.

7. Είναι καλή η απροσπάθεια. Μητέρα της δε είναι η ξενιτεία.

8. Εκείνος που εξενίτευσε για τον Κύριον, δεν διατηρεί πλέον δεσμούς και σχέσεις με τίποτε, για να μη φανή ότι περιπλανάται και ξενιτεύει για την ικανοποίηση των παθών του. Εκείνος που έφυγε από τον κόσμο και εξενίτευσε, ας μην εγγίση πλέον στον κόσμο, διότι συνήθως τα πάθη είναι «φιλεπίστροφα», (αγαπούν δηλαδή να επιστρέφουν πίσω σ΄αυτόν που τα είχε).

9. Η Εύα εξωρίσθηκε ακούσια από τον παράδεισο, ενώ ο μοναχός εξορίζεται εκούσια από την πατρίδα του. Και η μέν Εύα, εάν έμενε στον παράδεισο, θα επιθυμούσε και πάλι το ξύλο της παρακοής. Ο δε μοναχός θα διέτρεχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα κίνδυνο από τους κατά σάρκα συγγενείς του.

10. Απόφευγε σαν μάστιγα τους τόπους των πτώσεων. Διότι όταν δεν υπάρχη εμπρός μας ένα οπωρικό, δεν ερεθίζεται και τόσο η όρεξίς μας.

11. Ούτε αυτός ο τρόπος και δόλος των κλεπτών, (των δαιμόνων δηλαδή), ας σου διαφεύγη: Μας συμβουλεύουν να μην χωριζώμαστε από τους κοσμικούς, διότι, λέγουν, θα είναι πολύς ο μισθός μας, εάν βλέποντας τις γυναίκες κυριαρχούμε στον εαυτό μας. Δεν πρέπει ασφαλώς να τους πιστεύωμε, αλλά μάλλον να κάνωμε το αντίθετο.

12. Όταν έχωμε απομακρυνθεί από τους ιδικούς μας ολίγο ή πολύ καιρό, και έχωμε αποκτήσει κάποια ευλάβεια ή κατάνυξι ή εγκράτεια, τότε έρχονται οι «λογισμοί της ματαιότητος» και μας παροτρύνουν να επιστρέψωμεν στην πατρίδα μας, για να οικοδομήσωμε, όπως λέγουν, πολλές ψυχές, να γίνωμε υπόδειγμα (μετανοίας) και να ωφελήσωμε όσους εγνώριζαν τις ανομίες της προηγουμένης ζωής μας. Αν τύχη δε να έχωμε και κάποια δύναμι λόγου ή ολίγη μόρφωσι, τότε οι δαίμονες μας παρακινούν να επιστρέψωμε στον κόσμο σαν σωτήρες των ψυχών και διδάσκαλοι, ώστε αυτά πού με τόση επιμέλεια συναθροίσαμε μέσα στο λιμάνι, να τα διασκορπίσωμε κακώς έξω στο πέλαγος.

13. Ας προσπαθήσωμε να μιμηθούμε όχι την γυναίκα του, αλλά τον ίδιο τον Λώτ. Διότι η ψυχή πού θα επιστρέψη εκεί απ΄όπου βγήκε, θα γίνη σαν το χαλασμένο αλάτι και θα μένη πλέον στήλη νεκρά και ακίνητη.

14. Φεύγε από την Αίγυπτο «αμεταστρεπτί», (χωρίς καμμία σκέψι επιστροφής). Διότι οι καρδιές πού ενοστάλγησαν την Αίγυπτο, την Ιερουσαλήμ  -την γη δηλαδή της απαθείας- δεν την αντίκρυσαν.

15. Μερικοί πού στην αρχή (της επιστροφής τους) λόγω της πνευματικής τους ανωριμότητος εγκατέλειψαν τον τόπο τους και έν συνεχεία (ανδρώθηκαν πνευματικά) και εκαθαρίσθηκαν τελείως από τα πάθη τους, μπορεί να επιστρέψουν πάλι στον τόπο τους, με τον σκοπό ίσως να σώσουν και άλλους αφού εσώθηκαν οι ίδιοι, πράγμα ωφέλιμο για τις ψυχές. (Ας γνωρίζουν όμως ότι) ο Μωϋσής εκείνος ο θεόπτης αν και απεστάλη από τον ίδιο τον Θεόν για να σώση το γένος των ομοφύλων του, αντιμετώπισε πολλούς κινδύνους, όταν επέστρεψε από την έρημο στην Αίγυπτο, δηλαδή αντιμετώπισε πολλούς σκοτασμούς, όταν επέστρεψε στον κόσμο.

16. Είναι προτιμότερο να λυπήση κανείς τους γονείς του παρά τον Κύριον. Διότι αυτός και μας έπλασε και μας έσωσε. Ενώ οι γονείς πολλές φορές κατέστρεψαν αυτούς που αγάπησαν και τους έστειλαν στην κόλασι.

17. Ξένος πραγματικά είναι εκείνος πού σαν να ευρίσκεται ανάμεσα σε ξενόγλωσσους ανθρώπους ησυχάζει και σιωπά έχοντας πλήρη συναίσθησι του τι κάνει.

18. Δεν φεύγομε μακρυά από τους συγγενείς μας ή τους τόπους μας, επειδή τους μισούμε. Μη γένοιτο! Αλλά για να αποφύγωμε την βλάβη πού μας προκαλούν.

19. Όπως σε όλα τα άλλα έτσι και σ΄αυτό έχομε διδάσκαλο τον Κύριον. Διότι και ο ίδιος πολλές φορές εγκατέλειψε τους κατά σάρκα οικείους του. Και όταν άκουσε από μερικούς την ειδοποίησι: «Η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου ζητούσί σε», αμέσως ο καλός μας Διδάσκαλος μας υπέδειξε το «απαθές μίσος», απαντώντας: «Μήτηρ μου και αδελφοί μου εισίν, οι ποιούντες το θέλημα του Πατρός μου του έν τοίς ουρανοίς» (Ματθ. ιβ΄ 47-50).

20. Ας είναι για σένα πατέρας εκείνος πού και θέλει και μπορεί να κοπιάση μαζί σου, για να κάνη ελαφρότερο το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Μητέρα, η κατάνυξις, η οποία έχει την δύναμι να σε αποπλύνη από τον ρύπο της αμαρτίας. Αδελφός, εκείνος που κουράζεται και συναγωνίζεται μαζί σου στον δρόμο που ανεβάζει στον ουρανό. Σύζυγο αχώριστο απόκτησε την μνήμη του θανάτου. Τέκνα σου φίλτατα ας είναι οι στεναγμοί της καρδίας. Ως δούλο έχε το σώμα σου. Ως φίλους τις άγιες αγγελικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να σε βοηθήσουν την ώρα του θανάτου σου, εφ΄όσον γίνουν φίλοι σου. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον» (Ψαλμ. κγ΄ 6).

21. Ο πόθος του Θεού σβήνει τον πόθο των γονέων. Αυτός που ισχυρίζεται ότι διατηρεί και τους δύο πόθους, απατά τον εαυτό του, εφ΄ όσον ακούει τον Κύριον να λέγη: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» κ.λ.π. (Ματθ. στ΄ 24).

22. Ο Κύριος είπε: «Δεν ήλθα να βάλω ειρήνη στην γη ούτε αγάπη γονέων προς τα τέκνα ή (αδελφών προς) τους αδελφούς, σε όσους απεφάσισαν να με υπηρετήσουν. Αντιθέτως ήλθα να φέρω μάχη και μάχαιρα, να διχάσω τους φίλους του Θεού από τους φίλους του κόσμου, τους υλικούς από τους πνευματικούς, τους φιλοδόξους από τους ταπεινόφρονας» (Ματθ. ι΄ 34). Ο δε Κύριος ευφραίνεται γι΄αυτήν τη διαμάχη και τον χωρισμό, πού γίνεται για την αγάπη του.

23. Πρόσεχε, πρόσεχε, εσύ που έχεις πολλή αγάπη και «προσπάθεια» στους ιδικούς σου, μήπως και σου φανούν όλα όσα εγκατέλειψες βυθισμένα στα νερά (των δακρύων και του πόνου). Και έτσι επιστρέψης πίσω και παρασυρθής και σύ και βυθισθής στα νερά και στον κατακλυσμό της φιλοκοσμίας. Μη συγκινηθής από τα δάκρυα των γονέων ή των φίλων σου, διότι διαφορετικά πρόκειται να δακρύζης αιωνίως.

24. Όταν σε περικυκλώσουν σαν μέλισσες, ή μάλλον σαν σφήκες, οι συγγενείς σου, θρηνούντες για σένα, προσήλωσε τότε αμέσως το βλέμμα της ψυχής σου στον θάνατο και στις αμαρτωλές πράξεις σου, ώστε με τον ένα πόνο να κατορθώσης να αποδιώξης τον άλλον.

25. Υπόσχονται σ΄ εμάς με πονηρία οι ιδικοί μας (κατά την σάρκα), αλλά όχι ιδικοί μας (κατά το πνεύμα), ότι θα κάνουν ό,τι μας αρέσει, (εάν μείνωμε κοντά τους). Ο πραγματικός τους όμως σκοπός είναι να μας εμποδίσουν από τον εκλεκτό δρόμο που διαλέξαμε και έν συνεχεία να μας παρασύρουν στον ιδικό τους σκοπό.

26. Όταν αναχωρήσωμε από τους τόπους μας, ας διαλέξωμε μέρη όπου θα υπάρχη ολιγωτέρα παρηγορία, ολιγώτερες αφορμές για κενοδοξία και περισσότερες για ταπείνωσι. Αλλιώτικα φεύγομε και πετούμε μαζί με τα πάθη μας.

27. Απόφευγε να εκθειάζης και να φανερώνης την ευγενική σου καταγωγή και την κοσμική σου δόξα, για να μη φανής άλλος στα λόγια και άλλος στα πράγματα.

28. Κανείς δεν παρέδωσε τόσο πολύ τον εαυτόν του στην ξενιτεία, όσον ο μέγας εκείνος, (δηλαδή ο Αβραάμ), ο οποίος άκουσε τα λόγια: «Έξελθε έκ της γής σου και έκ της συγγενείας σου και έκ του οίκου του πατρός σου» (Γεν. ιβ΄ 1), παρ΄όλο πού εκαλείτο να μεταβή σε χώρα αλλόγλωσσο και βαρβαρική.

29. Μερικές φορές ο Κύριος δοξάζει υπερβολικά κάποιον πού εξενιτεύθηκε όπως ο μέγας (Αβραάμ). Όμως είναι καλό η δόξα αυτή, παρ΄όλο που δίδεται εκ Θεού, να αποκρούεται με την ασπίδα της ταπεινώσεως.

30. Όταν οι δαίμονες ή και οι άνθρωποι μας επαινούν σαν για μεγάλο κατόρθωμα για την ξενιτεία μας, τότε εμείς ας συλλογισθούμε Εκείνον που εξενίτευσε για μας και ήλθε από τον ουρανό στην γη, και με την σκέψι αυτή θα διαπιστώσωμε ότι εμείς είς τον αιώνα του αιώνος δεν θα κατορθώσωμε να ξεχρεώσωμε μία τέτοια ξενιτεία.

31. Είναι επικίνδυνη, η «προσπάθεια» προς κάποιον ιδικό μας ή και ξένο. Αυτή μπορεί σιγά-σιγά να μας τραβήξη προς τον κόσμο και να σβήση τελείως την φλόγα της κατανύξεως.

32. Όπως είναι ακατόρθωτο να κοιτάζη κανείς με το ένα μάτι τον ουρανό και με το άλλο την γη, έτσι είναι αδύνατον να μη κινδυνεύση η ψυχή εκείνου, πού δεν εξενίτευσε τελείως από όλους -ιδικούς του και ξένους- όχι μόνο με το σώμα, αλλά και με τον λογισμό.

33. Με πολύ κόπο και μόχθο θα αποκτήσωμε καλό ήθος και καλή εσωτερική κατάστασι. Είναι όμως δυνατόν εκείνο πού με πολύ κόπο κατωρθώσαμε, να τα χάσωμε μέσα σε μια στιγμή. Διότι «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί» (Α΄ Κορ. ιε΄ 33), κοσμικές και συγχρόνως άκοσμες.

34. Αυτός που μετά την απάρνησι του κόσμου συναναστρέφεται με κοσμικούς ή παραμένει κοντά τους, οπωσδήποτε ή θα πέση στα δίχτυα τους ή θα μολύνη την καδιά του με κοσμικές σκέψεις. Αλλά και αν ακόμη δεν μολυνθή έτσι, θα μολυνθή κατακρίνοντας εκείνους που μολύνονται.

Περί των ονείρων των αρχαρίων

Τo ότι ο νούς που διαθέτω είναι ολωσδιόλου ατελής και γεμάτος από άγνοια, δεν είναι δυνατόν να το κρύψω. Ο λάρυγγας διακρίνει τα φαγητά, και η ακοή την έννοια των λόγων. Την αδυναμία των οφθαλμών την φανερώνει το δυνατό φως του ηλίου και την αμάθεια της ψυχής μου την αποκαλύπτουν τα λόγια μου. Ο νόμος όμως της αγάπης αναγκάζει να επιχειρή κανείς πράγματα πού υπερβαίνουν την δύναμί του.

Νομίζω λοιπόν -δεν δογματίζω- ότι ύστερα απ΄όσα ελέχθησαν περί ξενιτείας, ή μάλλον μαζί με αυτά, πρέπει να επακολουθήσουν και να λεχθούν ολίγα περί των ονείρων. Τόσα, όσα χρειάζονται, ώστε ούτε σ΄αυτόν τον δόλο των δολίων δαιμόνων να είμαστε αμύητοι.

36. Όνειρο είναι μία κίνησις του νου, ενώ το σώμα ευρίσκεται ακίνητο.

37. Φαντασία είναι μία εξαπάτησις των οφθαλμών, όταν το μυαλό κοιμάται. Φαντασία είναι μία παρασάλευσις του νου, ενώ το σώμα είναι ξύπνιο. Φαντασία είναι ένα θέαμα πού δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.

38. Είναι φανερή η αιτία που θελήσαμε, μετά τους προηγούμενους λόγους, να ομιλήσωμε για τα όνειρα. Αφού εγκαταλείψωμε για τον Κύριον τα σπίτια μας και τους οικείους μας και με την ξενιτεία για την αγάπη του Χριστού πωλήσωμε τον εαυτό μας, τότε οι δαίμονες επιχειρούν να μας ταράζουν με όνειρα. Παρουσιάζουν δε σ΄αυτά τους ιδικούς μας ότι θρηνούν, πεθαίνουν, καταστεναχωρούνται και βασανίζονται εξ αιτίας μας. Εκείνος λοιπόν πού πιστεύει στα όνειρα ομοιάζει μ΄αυτόν που κυνηγά την σκιά του και προσπαθεί να την πιάση (Σοφ. Σειράχ λδ΄ 2).

39. Οι δαίμονες της κενοδοξίας εμφανίζονται στον ύπνο μας σαν προφήτες. Συμπεραίνουν σαν πανούργοι πού είναι, μερικά από τα μέλλοντα να συμβούν και μας τα προαναγγέλλουν. Και όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εμείς μένομε έκθαμβοι, και υπερηφανεύεται ο λογισμός μας με την ιδέα ότι πλησιάσαμε στο προορατικό χάρισμα.

40. Σε όσους τον πιστεύουν, ο δαίμων αυτός φάνηκε πολλές φορές αληθινός προφήτης. Σε όσους όμως τον περιφρονούν πάντοτε αποδείχθηκε ψεύτης. Διότι, σαν πνευματική ύπαρξις πού είναι, βλέπει όσα συμβαίνουν μέσα στην ατμόσφαιρα, και μόλις αντιληφθή ότι κάποιος πεθαίνει, τρέχει αμέσως σ΄εκείνους πού είναι ελαφρόμυαλοι και τους το προλέγει με τα όνειρα.

41. Τίποτε μελλοντικό δεν γνωρίζουν οι δαίμονες από προγνωστική δύναμι. Διότι τότε θα μπορούσαν και οι μάγοι να μας προλέγουν τον θάνατό μας.

42. Στον ύπνο μας πολλές φορές οι δαίμονες «μετασχηματίζονται είς αγγέλους φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14) και σε μορφές αγίων Μαρτύρων, τους οποίους παρουσιάζουν να έρχωνται προς το μέρος μας. Έτσι αφού ξυπνήσωμε μας βυθίζουν σε υπερηφάνεια και χαρά.

43. Το σημείο από το οποίο θα διακρίνης την πλάνη είναι τούτο: Οι άγγελοι μας δείχνουν την κόλασι, την Κρίσι και τον χωρισμό, και έτσι μας κάνουν να ξυπνούμε έντρομοι και περίλυποι.

44. Εάν αρχίσωμε να πιστεύωμε στους δαίμονες κοιμώμενοι, ύστερα θα εμπαιζώμεθα από αυτούς και ξύπνιοι. Εκείνος που πιστεύει στα όνειρα είναι εντελώς άσοφος και άπειρος, ενώ αυτός πού δεν πιστεύει τίποτε είναι πραγματικά συνετός και σοφός.

45. Πίστευε μόνο σ΄εκείνα πού σου αναγγέλλουν για την κόλασι και την Κρίσι. Εάν όμως δημιουργήται μέσα σου απόγνωσις, τότε και αυτά τα όνειρα προέρχονται από τους δαίμονες.
Βαθμίς τρίτη! Δρόμος πού οδηγεί στην ισάριθμη Αγία Τριάδα. Εκείνος που ανέβηκε άς μη κοιτάξη δεξιά ή αριστερά.

 

[1] Ενώ δηλαδή στην πατρίδα μας δεν απελαμβάναμε κάποιας ιδιαιτέρας προσοχής και εκτιμήσεως, ως συνήθεις και γνώριμοι και ασήμαντοι άνθρωποι, στην ξένη χώρα παρουσιαζόμεθα ως σπουδαίοι και αξιόλογοι.


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου


Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΣΦΡΗΣΗ

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΣΦΡΗΣΗ
Στον Λόγον του "Περί διακρίσεως" ο Άγιος Ιωάννης της "Κλίμακος" γράφει:
53. Εκείνοι πού έχουν καλή όσφρησι μπορούν να αντιληφθούν κάποιον πού έχει επάνω του κρυμμένα αρώματα. Ομοίως και μία καθαρή ψυχή, όταν πλησιάση κάποιον πού έχει την ευωδία πού και αυτή απέκτησε από τον Θεόν ή την δυσωδία πού και αυτήν κάποτε είχε αλλά τώρα ελευθερώθηκε τελείως, αμέσως τις αντιλαμβάνεται, την στιγμή που οι άλλοι γύρω δεν αισθάνονται τίποτε.
ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ 

ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ 

ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ
Περί διακρίσεως
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
(Περί διακρίσεως λογισμών και παθών και αρετών)

O άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης: Ο συγγραφέας της «Κλίμακος»


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 
O άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης: 
Ο συγγραφέας της «Κλίμακος»

Η Δ΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια μεγάλη ασκητική, πατερική και πνευματική μορφή της Εκκλησίας μας, στον άγιο Ιωάννη το Σιναΐτη, ο οποίος μας είναι καλλίτερα γνωστός ως άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, από το ομώνυμο περισπούδαστο σύγγραμμά του. Η προβολή και η τιμή του αγίου αυτού άνδρα κατά την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή κρίθηκε επιβεβλημένη από τους Πατέρες. Το περίφημο σύγγραμμά του, θεωρήθηκε ως εξαιρετικό μέσο πνευματικής καθοδήγησης για τους αγωνιζόμενους πιστούς. Αλλά και η οσιακή του μορφή αποτελεί παράδειγμα αγώνα κατά των ψυχοκτόνων παθών μας αυτή την ιερή περίοδο. 
Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη, κατ’ άλλους στη Συρία, περί το 523 από πλούσια, ευγενή και ευσεβή οικογένεια. Οι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σπουδαία εκπαίδευση. Περισσότερο όμως φρόντισαν να του μεταδώσουν τη δική τους ευσέβεια και πίστη στο Θεό. Κοντά σε πνευματικούς δασκάλους σπούδασε σε βάθος τη θεολογία της Εκκλησίας μας. Του άρεσε να μελετά με πάθος τις άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Από πολύ μικρός αγαπούσε την άσκηση και γι’ αυτό νέος όντας αποσύρθηκε στην έρημο του Σινά, κοντά στον φημισμένο ερημίτη και πνευματικό δάσκαλο Μαρτύριο και εκάρη μοναχός.
Έζησε κοντά στον άγιο ασκητή τέσσερα χρόνια διδασκόμενος τις αρετές και τους τρόπους επίτευξης της προσωπικής κάθαρσης, σημειώνοντας τεράστια πνευματική πρόοδο. Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί ώστε στο ερημητήριό του έτρεχε πλήθος μοναχών και λαϊκών να τον συμβουλευθούν. Μάλιστα είχε αποκτήσει και τη φήμη του θαυματουργού, ο οποίος με την προσευχή του έκανε πολλά θαύματα. Εκεί έζησε για δεκαεννιά χρόνια. Κατόπιν εγκαταβίωσε στη Μονή του Θωλά. Όταν κοιμήθηκε ο ηγούμενος της σεβάσμιας Μονής της Αγίας Αικατερίνης Σινά, οι μοναχοί τον ανάδειξαν ηγούμενο, όπου τους ποίμανε για λίγα χρόνια και γι’ αυτό πήρε και την ονομασία Σιναΐτης. 
Η νοσταλγία όμως της ερημικής ζωής τον οδήγησε να αφήσει την Μονή και να φύγει ξανά στην έρημο, όπου έμεινε ως την κοίμησή του, ασκούμενος, προσευχόμενος και συγγράφοντας τα περισπούδαστα βιβλία του «Κλίμαξ» και «Λόγος προς τον Ποιμένα». Κοιμήθηκε το 606 και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 30 Μαρτίου, ημέρα της κοίμησής του και ιδιαιτέρως την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών. 
Ήταν σοφός άνθρωπος και προπαντός μεγάλος ασκητής, εφάμιλλος του μεγάλου Αντωνίου, αγίου Ευθυμίου και αγίου Σάββα. Γύρω από τον μεγάλο αυτό δάσκαλο ασκητή συγκεντρώθηκαν πολλές χιλιάδες μοναχοί, παίρνοντας από αυτόν μαθήματα πνευματικού αγώνα. Για να μπορούν οι μοναχοί να έχουν καταγραμμένες τις σοφές διδαχές και παραινέσεις του, τις κατέγραψε στα προαναφερόμενα συγγράμματά του. 
Η «Κλίμαξ», που σημαίνει σκάλα, είναι το πρώτο και σπουδαίο σύγγραμμά του, διότι το περιεχόμενό του, ως νοητή σκάλα, ανεβάζει κλιμακωτά τον ασκούμενο άνθρωπο στην κορυφή των αρετών. Περιέχει τριάντα λόγους σε αντίστοιχες αρετές. Αρχίζει από τις αρετές, οι οποίες εύκολα αποκτώνται και έχουν κυρίως πρακτικό χαρακτήρα, και προχωρεί στις δύσκολες και υψηλές αρετές, οι οποίες έχουν θεωρητικό χαρακτήρα. Ο άγιος Ιωάννης αποδεικνύεται βαθύτατος γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, όταν η επιστήμη της ψυχολογίας ήταν άγνωστη και ως έννοια. Με θαυμαστό τρόπο, ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή και προσπαθεί να εντοπίσει τις αμαρτωλές έξεις της και τις καταβολές, ώστε να την θεραπεύσει και να τη θωρακίσει από την ψυχοκτόνο δράση της αμαρτίας και του κακού. Γνωρίζει πως στην ανθρώπινη ψυχή υπάρχουν βαθμίδες κάθαρσης από τα πάθη και επίσης βαθμίδες απόκτησης των αρετών. Γι’ αυτό και ιεραρχεί με καταπληκτικό τρόπο την κάθαρση και την απόκτηση αρετών, ώστε να γίνεται με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο. Έστω για παράδειγμα: αρχίζει με τις αρετές της μετάνοιας, της υπακοής, της μνήμης του θανάτου, για να αποκολλήσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και προχωρεί σε υψηλές αρετές, όπως τις διακρίσεως, της ησυχίας, της απάθειας, της ταπεινοφροσύνης κλπ. Οι απόκτηση των αρετών είναι έτσι ταξινομημένες στο ιερό σύγγραμμα, ώστε η κάθε αρετή να προϋποθέτει την προηγούμενη και αυτή να είναι προϋπόθεση για την επόμενη! Μεγαλύτερη ηθική τελειότητα από αυτή δεν έχει γραφεί ακόμη ως τώρα! 
Η «Κλίμαξ» είναι γραμμένη σε υπέροχη λόγια και κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη και με μελωδικότητα. Έχει διαύγεια σκέψεων, γλαφυρότητα, παραστατικότητα, πλούτο εκφράσεων, επιτυχημένες παρομοιώσεις, ζωηρές εικόνες, ώστε να παρουσιάζει τον ιερό συγγραφέα της ως έναν σπάνιο χειριστή της ελληνικής γλώσσας και σκέψεως. 
Αλλά και το δεύτερο μικρό του σύγγραμμα «Λόγος προς τον Ποιμένα», είναι μια βαθυστόχαστη πραγματεία - οδηγό για όσους έχουν επωμισθεί την ευθύνη να ποιμαίνουν ανθρώπινες ψυχές. 
Τα υπέροχα κεφάλαια του βιβλίου της «Κλίμακος» είναι ένα από τα προσφιλή και ωφέλημα αναγνώσματα των πιστών αυτή την κατανυκτική περίοδο. Ανήκει στα λεγόμενα νηπτικά κείμενα και απευθύνεται τόσο στους μοναχούς, όσο και στους κοσμικούς και συμπληρώνει τον θαυμαστό πλούτο της εκκλησιαστικής μας γραμματείας. Όσοι αισθανόμαστε την ανάγκη να αγωνιστούμε κατά των παθών μας, την κάθαρση του κακού εαυτού μας και την πνευματική μας πρόοδο, είναι ενδεδειγμένο να εντάξουμε τα συγγράμματα του αγίου Ιωάννου στα αναγνώσματά μας. Οι σοφές παραινέσεις του μεγάλου πνευματικού δασκάλου θα αποτελέσουν πολύτιμο πνευματικό οδηγό για κλιμακωτή κατάκτηση αρετών, ώστε να αξιωθούμε να υποδεχτούμε τον Αναστάντα Κύριο, καθαροί από τους ρύπους της αμαρτίας και τη φθορά του κακού. 


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Ἀββάδων, ἤτοι Πατέρων τῶν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀναιρεθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων, τῶν λεγομένων Μαύρων.

 

Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Ἀββάδων, ἤτοι Πατέρων τῶν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀναιρεθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων, τῶν λεγομένων Μαύρων.
Διπλοῦς στεφάνους χειρὸς ἐκ τοῦ Κυρίου,
Πόνων χάριν δέχεσθε καὶ τῶν αἱμάτων.
Εἰκάδι Ἀββάδες ἐκ χθονὸς Οὐρανὸν ἤλυθον εὐρύν. 
Οὗτοι οἱ Ὅσιοι Ἀββάδες συναθροισθέντες ἀπὸ διαφόρους τόπους, ἡσύχαζαν μέσα εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Σάββα, δουλεύοντες τὸν Θεὸν μὲ ἐνάρετον πολιτείαν, καὶ μὲ πολλὴν κακουχίαν καὶ ἄσκησιν. Ἀλλ’ ὁ φθονερὸς καὶ μισόκαλος Διάβολος, ὁ πάντοτε φθονῶν τοὺς ἐναρέτους, ἐκίνησε κατὰ τῶν Ὁσίων τούτων τοὺς ἀθέους Αἰθίοπας, τοὺς καλουμένους Μαύρους ἢ Μώρους, οἱ ὁποῖοι ἐλπίζοντες, ὅτι θέλουν εὕρουν ἄσπρα καὶ πλοῦτον, ἐπῆγαν εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ἐπειδὴ δὲ ἐρευνήσαντες, δὲν εὑρῆκαν ἄσπρα νὰ πάρουν, καθὼς ἤλπιζαν, διὰ τοῦτο ἔχυσαν τὸν θυμόν τους οἱ αἱμοβόροι κατ’ ἐπάνω τῶν ἐκεῖσε Ἁγίων Πατέρων. Καὶ ἄλλους μὲν ἀπὸ αὐτοὺς ἀπεκεφάλισαν. Ἄλλους δὲ κατέκοψαν εἰς λεπτά. Ἄλλους, ἔσχισαν εἰς τὸ μέσον, καὶ ἄλλους κεντήσαντες μὲ τὸ ξίφος, ἔχυσαν τὰ αἵματα αὐτῶν εἰς τὴν γῆν. Οἱ δὲ Ὅσιοι εὐχαριστοῦντες, παρέδωκαν τὰς ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ ἀπέλαβον τὴν αἰώνιον καὶ μακαρίαν ζωὴν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπέμειναν, καὶ τοὺς προτέρους ἀγῶνας τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὰ ὑστερινὰ βάσανα τῆς ἀθλήσεως (1).

(1) Περὶ τῶν Ἀββάδων τούτων τῶν φονευθέντων γράφει ὁ Δοσίθεος, σελ. 535 τῆς Δωδεκαβίβλου, ὅτι ἦτον εἰς τὸν ἀριθμὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες. Ἀφ’ οὗ δὲ οὗτοι ἐφονεύθησαν ὑπὸ τῶν βαρβάρων, ἀφέθησαν τὰ σώματά των ἄταφα, ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἐρριμμένα. Τὰ ὁποῖα βλέπωντας ὁ Ἀββᾶς Νικομήδης, ἐνεβριμήσατο καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, καὶ εἶπε τὸ τοῦ Ἡσαΐου ἐκεῖνο· «Ἄνδρες δίκαιοι αἴρονται, καὶ οὐδεὶς κατανοεῖ. Ἀπὸ γὰρ προσώπου ἀδικίας ἦρται ὁ δίκαιος· ἔσται ἐν εἰρήνῃ ἡ ταφὴ αὐτοῦ· ἦρται ἐκ μέσου» (Ἡσ. ν΄ [= νζ΄, 1]). Καὶ πάλιν ἐβόησε τὰ τοῦ Σολομῶντος· «Οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ· καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· καὶ ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται· ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτούς, καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ» (Σοφ. γ΄, 3). Ἦλθε δὲ καὶ ὁ τότε Ἱεροσολύμων Μόδεστος καὶ αὐτὸς ἁγιώτατος ὢν Ἀββᾶς, καὶ ὡς εἶδεν ἔρημα τὰ κελλία ὅλα, δὲν ἐδύνετο νὰ κρατήσῃ τὰ δάκρυα. Ἔδραμε δὲ καὶ κατησπάζετο τὰ ἱερώτατα λείψανα τῶν Ὁσίων Πατέρων.

Γράφει δὲ περὶ αὐτῶν καὶ ὁ Ὅσιος Ἀντίοχος ὁ Παλαιστινός, πρὸς Εὐστάθιον ἡγούμενον Μονῆς τῆς Ἀτταλικῆς. Ἡ δὲ Βίβλος αὐτοῦ οὕτως ἐπιγράφεται, Πανδέκτη Βίβλος, ἔχουσα κεφάλαια διάφορα ἑκατὸν τριάκοντα, τοῦ Μοναχοῦ Ἀντιόχου τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ταύτης γὰρ εἶχε τότε αὐτὸς τὴν ἐπιστασίαν. (Λαύρας δὲ ὀνομάζουσιν οἱ ἡμέτεροι, τὰ μεγάλα καὶ πολυάνθρωπα Μοναστήρια μεταφορικῶς, ἀπὸ τῆς Λαύρας, ἤτοι τῆς ἐνδομύχου καύσεως, ἢ ἀπὸ τοῦ λίαν αὔρας ἔχειν, ἤτοι πολλὰς πνοάς, διὰ τοὺς ἐν αὐτοῖς πολλοὺς ἀνθρώπους. Ὁ δὲ Βαρῖνος τὴν Λαύραν ἐτυμολογεῖ, ἀπὸ τοῦ λαὸν ῥέειν δι’ αὐτῆς.) Οὗτος λέγω γράφει περὶ τῶν Πατέρων τούτων, ὅτι πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν τῆς ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἔπαθον τὰ δεινὰ μαρτύρια ἀπὸ τοὺς βαρβάρους κατὰ τοὺς χρόνους Ἡρακλείου τοῦ βασιλέως ἐν ἔτει 610. Δὲν ἠξεύρει δέ, πῶς νὰ ὀνομάσῃ τοὺς φονευθέντας ὁ Ἀντίοχος, λέγων· «Ἀπορῶ πότερον χρὴ αὐτοὺς ὀνομάσαι, Ἀγγέλους ἢ ἀνθρώπους; Ἐξ ἁπαλῶν γὰρ ὀνύχων ἔλαβον τὸν γλυκὺν ζυγὸν τοῦ Κυρίου. Καὶ οἱ πλείονες ἦτον πλήρεις ἡμερῶν, ταπεινοί, πρᾷοι, τίμιοι, ἄμεμπτοι, εὐλαβεῖς, ἀλλότριοι πάσης κακουργίας καὶ μέμψεως. Πάσαις ταῖς ἀρεταῖς κεκοσμημένοι, καὶ θεϊκῶν χαρισμάτων πεπληρωμένοι. Τινὲς δὲ ἦτον ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἔτη. Δὲν ἐξήρχοντο ἀπὸ τὴν Λαύραν, οὔτε εἰς τὸ κάστρον (τῶν Ἱεροσολύμων) ἀπήρχοντο. Ὄντως οὐράνιοι ἄνθρωποι, καὶ ἐπίγειοι Ἄγγελοι. Ἰσμαηλῖται δὲ ἦτον οἱ αὐτοὺς φονεύσαντες. Ὅταν δὲ ἐπλησίασαν εἰς τὴν Λαύραν, τινὲς μὲν Μοναχοί, ἔφυγον, τινὲς δέ, ἔμειναν· ὅσοι δηλαδὴ ἦτον δυνατώτεροι καὶ νεώτεροι». Ἄλλοι δὲ φαίνονται νὰ ᾖναι οὗτοι ἀπὸ τοὺς ἑορταζομένους κατὰ τὴν δεκάτην ἕκτην τοῦ Μαΐου, καὶ ὅρα ἐκεῖ.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν.

Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν. (39)   

Όταν κανείς λέει ο Μέγας Αντώνιος, τα θρησκευτικά σου καθήκοντα, μην υψώνεις τον εαυτό σου. Θρησκευτικά καθήκοντα είναι κυρίως η λατρεία, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, αλλά και η προσωπική ζωή, δηλαδή ο κανόνας, η νηστεία, η άσκησις εν γένει όλων των αρετών. Όσον αφορά την προσευχή, πρέπει να την κάνουμε με ταπεινοφροσύνη και με τη συνείδηση ότι είμεθα αμαρτωλοί. Όχι επιδεικτικά ώστε να μας βλέπουν οι άλλοι. Εάν κάποιος έχει δάκρυα δεν πρέπει να ακούγεται στο πλαϊνό κελί. Διαφορετικά, σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει στην ψυχή του. Πρέπει να προσέχουμε τη σχέση μας με τους ανθρώπους, διότι στις δημόσιες σχέσεις μας δεν κρινόμεθα  τόσο από τα ελατήριά μας, όσο από τη στάση μας και από τους άλλους. Όταν λοιπόν λέγει μη έπαιρε σεαυτόν κατά τη λατρεία του μοναστηριού και κατά τα κοινά της σκήτης ,εννοεί να είσαι άνθρωπος ισορροπημένος. Όταν κάποιος στην εκκλησία σκύβει το κεφάλι του δήθεν από ταπείνωση, ενώ κανείς άλλος δεν το σκύβει, αυτό δεν είναι ταπείνωσις, αλλά ο μεγαλύτερος εγωισμός. Η δημόσια λατρεία έχει εκδηλώσεις και λόγια όμοια. Με τις ίδιες λέξεις και με τον ίδιο τρόπο λατρεύουμε τον Θεόν. Αν, λόγου χάρη, θέλεις να κάνεις βαθιά μετάνοια, όταν πάς στο κελλάκι σου κάνε 1000 μετάνοιες, κανείς δεν σε εμποδίζει. Η λατρεία όμως δεν είναι τόπος για να εκδηλώσεις τη δική σου ευσέβεια ̇   είναι τόπος στον οποίο ζει η κοινότητα, όχι το εγώ σου. Γενικώς πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις δημόσιες σχέσεις μας και μάλιστα στο ναό. Η  ψαλμωδία μας, η συμμετοχή μας, οι μετάνοιες μας, οι κινήσεις μας, όλα θα είναι δημόσια , δηλαδή όπως τα κάνει όλος ο δήμος, όλη η λατρευτική μας σύνάξις. Αυτό δεν σημαίνει ότι , εάν οι άλλοι μιλούν στην εκκλησία πρέπει να μιλήσω και εγώ. Το να μη μιλώ είναι κανών  της εκκλησίας.  ‘Οποιος μιλάει είναι παραβάτης, υπεραίρει τον εαυτό του ,ή το συνηθέστερο είναι ανισόρροπος ή μειονεκτικός ,πονεμένος άνθρωπος. Στην δημόσια ζωή φαίνεται η ψυχική ισορροπία του ανθρώπου.

 Ας αναφέρουμε ακόμα ένα παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια της λατρείας το φυσικό είναι να στεκόμαστε όρθιοι. Εάν οι άλλοι κάθονται, δεν θα καθίσω και εγώ. Πιθανόν κάποιος να είναι άρρωστος, ή το πιθανότερο, οι άλλοι να είναι ράθυμες ψυχές, και μάλιστα όταν η λατρεία είναι σύντομη. Όταν ο εσπερινός είναι 45 λεπτά και η πρωινή ακολουθία δυόμισι ώρες, δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι; Πρέπει ή τα  μυαλά μας να μην λειτουργούν σωστά, ή να είμαστε ξεβιδωμένοι από τη διάχυση της προσωπικότητάς μας. Διότι η κούρασης ως επί το πλείστον δεν είναι θέμα εργασίας αλλά ψυχικής ατονίας. Όποίοι κάθονται συνήθως είναι ψυχικά άρρωστοι. Ελάχιστοι είναι οι σωματικοί λόγοι για τους οποίους χρειάζεται κανείς να καθίσει. Αλλά τον ψυχικά άρρωστο ότι και να του κάνεις, και γλυκά να του δίνεις, και με το φτερό να του κάνεις αέρα, δεν θα τον ανακουφίσεις. Δεν θα καθίσω λοιπόν και εγώ, επειδή οι αδελφοί μου είναι ανισόρροποι. Αντιθέτως, με την ορθοστασία μου πρέπει να υπενθυμίζω στους άλλους ότι είμαστε άγγελοι και συμπροσευχόμεθα ως άγγελοι. Όταν όλοι οι άγιοι και οι άγγελοι ίστανται  με τρόμο και φόβο επάνω από το θυσιαστήριο, είναι ακατανόητο εμείς να καθομαστε. Βέβαια, στο μοναστήρι έχουμε τη μακροθυμία, την χρηστότητα και την επιείκεια να μην προσβάλλουμε τον άλλον. Θέλει να καθίσει; ας καθίσει. Θέλει να μιλήσει; δεν τον βγάζουμε έξω. Θέλει να φάει λάδι; του το δίνουμε δεν θα του θυμίζουμε κάθε μέρα ότι αυτό που κάνει είναι αμαρτία, διότι θα αντιδράσει χειρότερα. Γενικώς είμεθα συγκαταβατικοί. Αλλά, όποιος θέλει να εκτελεί εν ελευθερία τα θρησκευτικά του καθήκοντα, δεν θα επαίρει τον εαυτό του. Ο άγιος δεν λέγει να μην αμαρτάνει ̇ αυτό το οφείλουμε. Όποιος όμως καθίσει επειδή κάθονται οι άλλοι , τότε αμαρτάνει στον Θεόν, έστω και εν αγνοία του.

Γενικότερα, θρησκευτικά καθήκοντα είναι οι κοινωνικές σχέσεις των μοναχών, κυρίως στο διακόνημα. Η έπαρσις του εαυτού μας φαίνεται στη συμφωνία ή διαφωνία μας με τον άλλον, όταν θέλουμε να εκφράζουμε τον εαυτό μας. Στο διακόνημα ως επί το πλείστον, αλλά και σε όλες τις εκδηλώσεις, όποιος επιμένει στη γνώμη του, και σωστή να είναι,  επαίρει εαυτόν, υψώνει τη δική του μύτη. Ποτέ  άνθρωπος ομαλός ψυχικά και πνευματικά δεν επιμένει στη γνώμη του. Θα την εκφράσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη φανεί καν, ότι είναι γνώμη. Μέσα στη συζήτηση, παραδείγματος χάριν, θα πλέξει και το δικό του σωστό̇  και αν το καταλάβει ο άλλος, καλώς̇ αν δεν το καταλάβει ,δεν πειράζει. Στο διακόνημα λοιπόν και στις συζητήσεις, που συνιστούν θρησκευτική και κοινωνική βίωση, πρέπει να μην επαίρνουμε τον εαυτό μας. Εκεί χρειάζεται πολύ περισσότερο να ελέγχουμε τον εαυτό μας μήπως ,όταν οι άλλοι δεν κάνουν αυτό που θέλουμε εμείς, όταν δεν αναγνωρίζουν το σωστό, εμείς πληγωνόμαστε, στεναχωριόμαστε, μας κοστίζει. Συμβαίνει, λόγου χάριν, κάτι που πραγματικά δεν θα τιμήσει το μοναστήρι, αλλά έτσι το θέλουν οι αδελφοί μου. Τότε θα υποχωρήσω, διότι το μοναστήρι δεν είναι ο κόσμος του χωριού μου ή της πόλεως μου, αλλά οι αδελφοί μου. Αφού οι αδελφοί μου θέλουν έτσι, έτσι θα το κάνουμε. Το πολύ πολύ να το πούμε στο γέροντα, και ο  γέροντας, αν θέλει ας προλάβει το κακό .Λέγοντας τη γνώμη μας  ή υποφέροντας διότι δεν γίνεται σωστό ,δεν κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να επαίρουμε τον εαυτό μας. Και τότε το διακόνημά μας  ή οι μετάνοιες στην εκκλησία ή το σκύψιμο του κεφαλιού δεν φθάνουν στον ουρανό. Αυτά είναι φαρισαϊκές εκδηλώσεις̇  και εμείς είμεθα κάθε στιγμή μέσα στο ναό, γιατί ναός δεν είναι μόνο ο συγκεκριμένος ναός, αλλά όλο το μοναστήρι.

ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

ΑΡΧΜ.ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ (ΣΕΛ 92-95)


Δημοφιλείς αναρτήσεις