Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Όταν υπάρχει η αγάπη, οι οικτιρμοί, η φιλανθρωπία και το δόσιμο αυτής της χάρης, [τότε] δεν έχεις κανένα δικαίωμα



ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΕΥΤΕΡᾼ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
στ΄ 31 - 36

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  28 Σεπτεμβρίου του 2003

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

 

   Σε μια εποχή που όλα τα ιδανικά και οι μεγάλες αξίες, οι πανανθρώπινες αξίες, εμπορευματοποιούνται, αγοράζονται και πουλιούνται, έρχεται ο σημερινός ευαγγελικός λόγος να αφήσει ένα άλλο άρωμα, μια άλλη πινελιά και να δώσει μια άλλη απάντηση σε αυτή την ουσιαστική καταστροφή που έρχεται πάνω στο κοινωνικό σώμα της Εκκλησίας μας, με την απόλυτη εμπορευματοποίηση και ανταλλακτικότητα των πραγμάτων. Και παίρνει τρία επίπεδα ο Χριστός στο ευαγγελικό κείμενο που ακούσαμε πριν από λίγο και πολύ απλά τα προσεγγίζει. Τρεις καταστάσεις ανέλυσε, μη ανταλλακτικότητας, ρωτώντας φυσικά και ένα ερώτημα: Τι χάρη έχετε αν, έτσι, αγαπάτε μόνο αυτούς που σας αγαπούν; Τι χάρη έχετε αν αγαθοποιείτε, αν κάνετε καλό μόνο σε αυτούς που κάνουν καλό; Ή αν δανείζετε μόνο σε αυτούς που σας δανείζουν; Τρεις λέξεις ουσιαστικές, που ουσιαστικά, αν τις προσεγγίσουμε για λίγο, μπορούν να δώσουν λίγο φως και λίγη διέξοδο σε αυτή τη μαυρίλα που έχει καταλάβει τα ανθρώπινα δεδομένα και τις ανθρώπινες σχέσεις με αυτή την απόλυτη εμπορευματοποίηση των πραγμάτων. 

  Πρώτα μίλησε για την αγάπη. Να δούμε πώς απαντά ο Θεός σε αυτούς που δεν Τον αγαπούν και να βλέπουμε παράλληλα πώς αντιδρούμε εμείς σε αυτούς που δεν μας αγαπούν. Ο Θεός, που είναι αγάπη ο Ίδιος, σε αυτούς που δεν Τον αγαπούν απαντάει με τον σταυρό Του· μία μοναδική ενιαία απάντηση. Γιατί ο Θεός είναι απλός και δεν είναι διχασμένος. Πώς απαντούμε εμείς; Εμείς πάντοτε απαντούμε με δύο τρόπους. Ένας τρόπος είναι παθητικός και ο άλλος ενεργητικός. Να, αν δεν μας αγαπάει κάποιος, εμείς απαντούμε ή παθητικά με απογοήτευση, απογοητευόμαστε, ή απαντούμε ενεργητικά με μια επαναστατικότητα, με μια απόλυτη διαμαρτυρία. Και οι δύο τρόποι, διχασμένοι όντες και μη έχοντας μέσα τους την απάντηση του Χριστού – που Εκείνος σταυρώνεται για αυτούς που δεν τον αγαπούν – φέρουν βαθιά αρρώστια στο προσωπικό μας επίπεδο και φυσικά σε όλη την κοινωνία. Και πολλά αρρωστήματα, και τα προσωπικά αρρωστήματα και τα κοινωνικά φαινόμενα που είναι αρρωστημένα, μέσα από αυτή τη ματιά μπορούμε να τα δούμε. 

   Να πάμε στο δεύτερο επίπεδο, στην αγαθοποιία. Πώς απαντάει ο Θεός σε αυτούς που δεν αγαθοποιούν ενώ Εκείνος αγαπάει, κάνει καλό για αυτούς, ας το πούμε έτσι. Η απάντησή Του είναι η μακροθυμία και  η  συγχώρηση. Συγχωρεί, μακροθυμεί – είναι οικτίρμων, είπε το κείμενο. Πώς απαντάμε εμείς όταν δεν κάνουνε κάτι καλό για μας; Πάλι με δύο τρόπους διχασμένους. Ή παθητικός ή ενεργητικός τρόπος. Ο παθητικός είναι η ακηδία. Ερχόμαστε σε μια ακηδία, τεμπελιά και δεν θέλουμε να κάνουμε τίποτε, τίποτε. Ή  ο θετικός τρόπος είναι το μίσος, αν δεν μας κάνουν καλό. Και είναι και οι δύο τρόποι διχασμένοι ή ως θετική ή ως παθητική αντίδραση· και τα δυο αρρωστήματα της ψυχής. Αφήνουν και ίχνη τέτοιων αρρωστημάτων πάνω στην ύπαρξή μας. 

  Στο τρίτο μέγεθος. Όταν δανείζουμε και περιμένουμε το αντάλλαγμα. Τι δανείζει ο Θεός; Μας δανείζει τα πάντα. Το ότι είμαστε (υπάρχουμε) είναι ένα δάνειο. Ακόμη και το ότι είμαστε εικόνα Του και θα γίνουμε κατά χάρη Θεοί και άγιοι είναι και αυτό ένα δάνειο· ουσιαστικό δάνειο! Και Εκείνος πώς απαντάει στη δική μας ανωμαλία, όταν δεν απαντούμε με τον τρόπο που πρέπει σε αυτό το δάνειο; Πώς έρχεται να εισέλθει και να απαντήσει στην αδυναμία μας, έτσι, να ανταποκριθούμε σε αυτό που είμαστε. Κάνει κάτι πολύ ουσιαστικό. Δίνει πιο πολλή τη χάρη Του· όσο δεν ανταποκρινόμαστε στο δάνειο που μας έδωσε να γίνουμε άγιοι, δίνει πιο πολλή χάρη! Είναι σαν να δάνεισες σε κάποιον και, για να εξοφλήσει το χρέος του, του δίνεις και άλλα χρήματα να εξοφλήσει το χρέος του και να το πάρεις πίσω. Δεν απαντούμε; πιο πολλή χάρη δίνει. Γι' αυτό είπε τρεις φορές τη λέξη «χάρη» το Ευαγγέλιο. Να η μοναδική απάντηση του Θεού! Δεν απαντούμε εμείς, πιο πολλή χάρη δίνει! Ποια είναι η δική μας θέση όταν οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στα καλά ή στα δάνεια που τους δώσαμε; Είναι η αδιαφορία για τον άλλον – η   παθητική στάση. Ή θετική στάση – η  απομόνωση, το ότι κρυβόμαστε, αποφεύγουμε τους άλλους. Και όλα αυτά αφήνουν και πάλι ένα σπάσιμο της κοινωνίας μας, γιατί σπάζει οτιδήποτε έδωσε ο Θεός πάνω μας! 

  Βλέπετε, αυτή η προσέγγιση σε αυτά τα τρία επίπεδα, με τους τρόπους που προσέγγισα (όσο μπορούσα απλά να το κάνω) δίνει αφενός μεν την απάντηση του Θεού, που είναι (και πρέπει να είναι!) η δική μας απάντηση, και, αφετέρου, μέσα από τους διχασμένους θετικούς ή παθητικούς τρόπους που αντιδρούμε, δείχνει τα δικά μας αρρωστήματα. Και πολλά ψυχολογικά αρρωστήματα που έχουμε πάνω μας οφείλονται ακριβώς σε τέτοιες καταστάσεις, όπως πολύ απλά προσπάθησα να τα προσεγγίσω. Το να αγαπάς, το να μην περιμένεις το δάνειο και, όταν ο άλλος δεν κάνει κάτι για σένα ενώ κάνεις καλό, να μην περιμένεις τίποτε. Ουσιαστικές απαντήσεις.

  Μπορούμε άραγε, όπως είπα στην αρχή, σε αυτή την εποχή του εμπορίου και της απόλυτης ανταλλαγής, να εισέλθουμε σε αυτά τα μεγέθη; Στον τρόπο που ζούμε στο σπίτι μας, στην οικογένειά μας, στο δρόμο, στο γραφείο, παντού όπου και να είμαστε; Μπορούμε να σπάσουμε όλα αυτά τα μεγέθη για να μην καταλήγουμε απλώς σε μια αντίδραση, μια επαναστατικότητα, σε μια διαμαρτυρία και σε μια τελικά απαίτηση δικαιωμάτων; που ουσιαστικά είναι ανύπαρκτα! Όταν υπάρχει η αγάπη, οι οικτιρμοί, η φιλανθρωπία και το δόσιμο αυτής της χάρης, [τότε] δεν έχεις κανένα δικαίωμα! Και αυτή είναι η μεγάλη ζωή που αφήνει ο Χριστός πάνω μας. Παρακολουθήστε τα βήματα της σημερινής περικοπής και πιστεύω βαθύτατα πως θα ωφεληθείτε πάρα πολύ για μια πράξη ζωής, όπου θα αποκαλύπτεται η αγάπη του Θεού και ο όχι ο δικός μας εγωισμός. 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

※ 

Περισσότερες ομιλίες 
του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 
είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr   


Ἅπασαν ἔξωσον Δέσποινα, τῆς ταπειvής μου ψυχῆς...

 


Καὶ vύν... Θεοτοκίον 
Ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος 
Ἅπασαν ἔξωσον Δέσποινα, τῆς ταπεινής μου ψυχῆς, ραθυμίαν, ἀμέλειαν, ἀκηδίαν, ἄνοιαν, ἀσωτίαν, ἀσέλγειαν, ἀντιλογίαν, ἀνηκοΐαν δεινήν, τώv προσταγμάτωv τοῦ θείου Πvεύματος, πᾶσαν πρὸς τούτοις δέ, ἀπληστίαν, ἄγνοιαν, ἀσυμπαθῆ, τρόπον ἀσυνείδητον, γvώμηv καὶ σῶσον με.
ΤΗ Γ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ 
Μνήμη τοῦ Ἀγίου Ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.


«Περί Μυστικής Θεολογίας» - Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης


Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης 
«Περί Μυστικής Θεολογίας»

 


Κεφ. Α΄ 
Ι
Τριάδα υπερούσια και υπέρθεη και υπεράγαθη, εσύ που επιτροπεύεις από ψηλά τη γνώση των χριστιανών για τα θεϊκά πράγματα, οδήγησέ μας στους μυστικούς λόγους της υπεράγνωστης και υπέρλαμπρης και ακρότατης κορυφής, εκεί που ο υπέρφωτος γνόφος της μυστικής σιγής σκέπει τα απλά και απόλυτα και ανάλλαχτα θεολογικά μυστήρια, εκεί που το σκοτάδι του λάμπει πιότερο απ’ το φως και εντελώς άγνωστα και αόρατα γεμίζει με υπέρλαμπρη μεγαλοπρέπεια τις δυνάμεις των αγγέλων. 
Αυτή ας είναι η προσευχή μου. Όσο για σένα αγαπητέ μου Τιμόθεε, εντρύφησε με ζήλο στα μυστικά θεάματα και παραιτήσου από τις αισθήσεις και τις ενέργειες του νου και απ’ όλα τα αισθητά και τα νοητά, τα μη όντα και τα όντα, και όσο είναι δυνατό ανυψώσου για να ενωθείς ακατάληπτα με Αυτόν που είναι πέρα από κάθε ουσία και κάθε γνώση· γιατί όταν βγεις από τον εαυτό σου και από ό,τι έχει σχέση μαζί του και τα εγκαταλείψεις όλα και αποδεσμευθείς από όλα, θα αναχθείς στην υπερούσια του θείου σκότους ακτίνα. 
ΙΙ
Και πρόσεχε να μη μάθει κανείς από τους αμύητους γι’ αυτά· λέω δε τέτοιους αυτούς που είναι δυνατοί στη γνώση των όντων και που ούτε φαντάζονται πως υπάρχει κάτι υπερούσιο πάνω από τα όντα, αλλά νομίζουν πως θα γνωρίσουν με τη δική τους (ανθρώπινη) γνώση Αυτόν που έχει θέσει «σκότος αποκρυφήν αυτού» (Ψαλμ. 17,12). Και αν τόσο πάνω από αυτούς είναι οι θείες μυσταγωγίες, τί θάλεγε κανείς για τους αλειτούργητους εκείνους που στην υπεράνω όλων Αιτία αποδίδουν γνωρίσματα που ταιριάζουν στα ευτελέστερα όντα και καθόλου δεν λένε ότι υπερέχει από τα άψυχα και πολύμορφα είδωλα που κατασκευάζουν. 
Ανάγκη λοιπόν να ορίσουμε και να ονομάσουμε τα όντα (καταφατικά) σε σχέση με Αυτήν, αφού από αυτή την Αιτία προέρχονται και, ακόμη καλύτερα, να τα απαρνηθούμε (αποφατικά), αφού Αυτή τα υπερβαίνει, χωρίς να θεωρούμε πως αυτό αντιβαίνει στην κατάφασή τους (αποδοχή τους), αφού Αυτή, πολύ πριν γίνουν όλα, βρίσκεται πάνω από απαρνήσεις, πάνω από κάθε αφαίρεση και κάθε κατάφαση. 
III
Γι’ αυτό το λόγο ο θείος Βαρθολομαίος λέει ότι η θεολογία και πολύ χώρο πιάνει και ελάχιστο· και ότι το Ευαγγέλιο και εκτενέστατο είναι και συντετμημένο. Εμένα, λοιπόν, που κατανόησα αυτά τα πράγματα με υπερφυσικό τρόπο, μου φαίνεται, ότι η των όλων αγαθή Αίτια και πρόξενος μακρυλογίας είναι αλλά και βραχυλογίας και ταυτόχρονα ακατάληπτη, αφού δεν έχει ούτε λόγο, ούτε νόηση, επειδή υπερούσια βρίσκεται πάνω απ’ όλα, και μόνο σε όσους και τα ακάθαρτα και τα καθαρά υπερβαίνουν αποκαλύπτεται και φανερώνεται αληθινά, σε όσους υψώνονται πάνω απ’ όλες τις άγιες κορυφές, αφήνοντας πίσω τους και θείους φωτισμούς και ήχους και ουράνιους λόγους, για να εισέλθουν στο γνόφο, όπου πραγματικά βρίσκεται, καθώς λέγουν οι Γραφές, Αυτός που τα πάντα υπερβαίνει. 
Έτσι, λοιπόν, ο θείος Μωϋσής, όχι μόνο προστάζεται να καθαριστεί αυτός πρώτος, αλλά και από τους ακάθαρτους να αποχωριστεί και μόνο υστέρα από αυτά ακούει την πολυφωνία των σαλπίγγων και βλέπει τα πολλά φώτα και τις αστραφτερές δέσμες των ακτίνων· ύστερα αποχωρίζεται από τους πολλούς και μαζί με τους εκλεγμένους ιερείς φθάνει στην άκρη των θείων αναβάσεων. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν συναντά το Θεό, ούτε τον βλέπει (γιατί είναι αόρατος) αλλά μόνο τον τόπο όπου στάθηκε Εκείνος. 
Και τόπος εδώ νομίζω σημαίνει, πως τα θεία και ακρότατα οράματα και νοήματα είναι κάποιοι θεωρητικοί λόγοι εκείνων όσα είναι υποταγμένα στον Υπέρτατο όλων, και με τα όποια φανερώνεται η πάνω από κάθε σύλληψη παρουσία Του, που επιφέρεται στα νοερά πέρατα των πανάγιων τόπων Του· και τότε (ο Μωϋσής) λυτρώνεται και από τα οράματα και από τα νοήματα και εισέρχεται στον όντως μυστικό γνόφο της αγνωσίας, όπου απαρνείται όλες τις γνωστικές αντιλήψεις και γνωρίζει τον υπέρφωτο και αόρατο και σε Αυτόν που τα πάντα υπερβαίνει παραδίνεται ολόκληρος, εγκαταλείποντας τον εαυτό του και τους άλλους, και ενωμένος γερά με τον παντελώς Άγνωστο, παύοντας την ενέργεια κάθε γνώσης και μη γνωρίζοντας τίποτε, φθάνει στην υπέρνοη γνώση. 
Κεφ. Β΄
(Πως πρέπει να ενωθούμε και να υμνήσουμε την αίτια των όλων, τον υπερβαίνοντα πάντα.)
Και εμείς αυτόν τον υπέρφωτο γνόφο ευχόμαστε να γνωρίσουμε και να δούμε, χωρίς δράση και χωρίς γνώση, αυτόν πού είναι πάνω από θεάσεις και γνώσεις, αυτόν που δεν βλέπεται ούτε γνωρίζεται· γιατί αυτή είναι η πραγματική θέαση και η πραγματική γνώση, και έτσι υμνείται υπερούσια ο υπερούσιος με την αφαίρεση κάθε οντότητας, ενεργώντας όπως όταν φτιάχνουν ένα άγαλμα που είναι από φυσικού του τέτοιο, αφαιρώντας όλα όσα εμποδίζουν να φαίνεται καθαρά η κρυφή του όψη, και κάνοντας να φανεί με μόνη την αφαίρεση το κρυμμένο του κάλλος. Και νομίζω πως πρέπει να υμνήσουμε τις αναβάσεις (ανάβαση διά της αφαιρετικής ή αποφατικής οδού) αντίστροφα απ’ ότι την κατάβαση (καταφατική οδός)· αφού μάλιστα για εκείνη αρχίσαμε από τα υψηλότερα και περνώντας από τα μέσα κατεβήκαμε στα κατώτερα· εδώ όμως από τα κατώτερα θα ανέβουμε στα ανώτερα, αφαιρώντας τα πάντα, για να γνωρίσουμε ολοφάνερα την αγνωσία που από όλα τα γνωστά και τα όντα περικαλύπτεται, και να δούμε τον υπερούσιο εκείνο γνόφο, που κάθε ορατό φως τον αποκρύβει. 
Κεφ. Γ΄
(Ποιές είναι οι καταφατικές και ποιές οι αποφατικές θεολογίες.)
Στις Θεολογικές Υποτυπώσεις υμνήσαμε τα κυριότερα σημεία της καταφατικής θεολογίας, δηλαδή πώς η θεία και αγαθή φύση αποκαλείται Ενική (ομοούσια) και πώς Τριαδική (τρισυπόστατη)· ποιες οι ιδιότητες του Πατρός, ποιές του Υιού· τί θέλει να δηλώσει η θεολογία που εκπορεύεται από το Άγιο Πνεύμα· πώς από τα βάθη του άϋλου και αμέριστου Αγαθού (Πατρός) βλάστησαν τα φώτα της αγαθότητας και πώς ο Πατήρ και τα άλλα Πρόσωπα καθαυτά και μεταξύ τους παραμένουν παντοτινά αχώριστα και αμετάβλητα· πώς ο υπερούσιος Ιησούς ουσιώνεται κατά την αληθινή ανθρώπινη φύση· και όσα άλλα υμνούνται στις Θεολογικές Υποτυπώσεις σύμφωνα και με των Γραφών τους λόγους. 
Στο Περί θείων ονομάτων περιλαμβάνεται πώς ο Θεός λέγεται αγαθός και ων και ζωή και σοφία και δύναμη και όσα άλλα ανήκουν στη νοητή τάξη των θείων ονομάτων· και στη Συμβολική Θεολογία πώς μεταβαίνουμε από τις ονομασίες των αισθητών σε αυτές των θείων· τί λέμε θείες μορφές, τί θεία σχήματα και μέρη και όργανα, τί θείους τόπους και κόσμους, τί θυμούς και λύπες, τί οργή, τί μέθη και τί κραιπάλη, τί όρκους και τί κατάρες, τί ύπνους και τί εγρηγόρσεις και όσα άλλα αναφέρονται στους συμβολικούς και ιερούς θείους τύπους. 
Και νομίζω πως κι εσύ θα είδες, ότι αυτά τα τελευταία απαιτούν πολύ περισσότερα λόγια από τα πρώτα γιατί οι Θεολογικές Υποτυπώσεις και η ανάπτυξη των Θείων ονομάτων είναι συντομότερα από την Συμβολική θεολογία. Επειδή όσο ψηλότερα ανεβαίνουμε, τόσο οι λόγοι που συνοψίζουν τα νοητά περικόπτονται· όπως ακριβώς και τώρα, όσο εισδύουμε στον υπέρνοο γνόφο, όχι μόνο λιγόλογοι γινόμαστε, αλλά χάνουμε εντελώς τη μιλιά μας και το νου μας. Και ενώ εκεί -σε εκείνες τις συγγραφές- ο λόγος όσο κατερχόταν από τα υψηλά στα χαμηλότερα τόσο και πλήθαινε, τώρα, που από κάτω υψώνεται και ανέρχεται, όσο προχωρεί η άνοδος συστέλλεται και στο τέλος της ανόδου σιγά και ολόκληρος ενώνεται με τον Άλεκτο. 
Γιατί όμως λέμε ότι στις καταβάσεις (καταφατική οδός) αρχίζουμε από τα πρώτα ενώ στις αφαιρέσεις (αποφατική οδός) αρχίζουμε από τα τελευταία; 
Επειδή μιλώντας καταφατικά και με ορισμούς δεν μπορούμε να ορίσουμε Εκείνο που ξεπερνά κάθε ορισμό παρά μιλώντας για τα συγγενικά με αυτό και τα πλησιέστερα. Για παράδειγμα: η ζωή και η αγαθότητα δεν είναι πλησιέστερα απ’ ό,τι ο αέρας και το λιθάρι; Όταν πάλι μιλούμε αποφατικά, για να μιλήσουμε γι’ Αυτό που ξεπερνά κάθε αφαίρεση, αρχίζουμε τις αφαιρέσεις από τα πιο μάκρυνα και άσχετα. Για παράδειγμα: πιο μακρινό και άσχετο δεν είναι να πούμε ότι δεν μεθάει και δεν οργίζεται απ’ όσο να πούμε ότι δεν λέγεται και δεν νοείται; 
Κεφ. Δ΄ 
(Ότι δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αισθητά ο για την υπεροχή του Αίτιος παντός αισθητού.)
Λέμε λοιπόν ότι η των πάντων Αιτία, που όλα τα υπερβαίνει, ούτε ουσία είναι, ούτε χωρίς ζωή, ούτε χωρίς λόγο, ούτε χωρίς νου, ούτε σώμα είναι· ούτε έχει σχήμα, ή είδος (μορφή) ή ποιότητα ή ποσότητα ή όγκο· ούτε βρίσκεται σε ορισμένο τόπο, ούτε βλέπεται ούτε έρχεται σε επαφή· ούτε αισθάνεται, ούτε γίνεται αισθητή, ούτε συγχύζεται, ούτε ταράζεται, ούτε ενοχλείται από υλικά πάθη· ούτε από αδυναμία υπόκειται σε πάθη των αισθήσεων, ούτε έχει ανάγκη από φως, ούτε παθαίνει αλλοίωση ή φθορά, ή μερισμό ή στέρηση ή ροή ούτε τίποτε άλλο απ’ όσα παθαίνουν τα αισθητά, ούτε είναι τίποτε από αυτά. 
Κεφ.Ε΄ 
(Ότι δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα νοητά ο για την υπεροχή του Αίτιος παντός νοητού.)
Και ανερχόμενοι λέμε ότι, ούτε ψυχή είναι, ούτε νους· ούτε έχει φαντασία ή γνώμη ή λόγο ή νόηση· ούτε είναι λόγος, ούτε είναι νόηση· ούτε λέγεται, ούτε νοείται· ούτε είναι αριθμός ή τάξη ή μέγεθος ή σμικρότητα ή ισότητα ή ανισότητα ή ομοιότητα ή ανομοιότητα· ούτε στέκεται, ούτε κινείται, ούτε ησυχάζει, ούτε έχει δύναμη, ούτε είναι δύναμη, ούτε είναι φως· ούτε ζει, ούτε είναι ζωή ούτε είναι ουσία, ούτε είναι αιώνας, ούτε είναι χρόνος· ούτε νοητικά (γνωστικά) μπορεί να έχει κανείς επαφή μαζί της· ούτε είναι επιστήμη (γνώση) ούτε είναι αλήθεια ούτε είναι βασιλεία, ούτε είναι σοφία· ούτε είναι ένα ή ενότητα ή θεότητα ή αγαθότητα, ούτε είναι πνεύμα, όπως εμείς ξέρουμε· ούτε υιότητα, ούτε πατρότητα, ούτε τίποτα άλλο από όσα αφορούν εμάς ή κάποιο άλλο από τα γνωστά όντα· ούτε ανήκει στα μη όντα αλλά ούτε και στα όντα και ούτε τα όντα γνωρίζουν τί είναι (αυτή)· ούτε αυτή γνωρίζει με τη γνώση τι είναι τα όντα ούτε υπάρχει λόγος γι’ αυτήν, ούτε όνομα ούτε γνώση· ούτε είναι σκοτάδι, ούτε είναι φώς, ούτε πλάνη, ούτε αλήθεια’ ούτε μπορεί καθόλου να οριστεί με την κατάφαση ή την αφαίρεση· αλλά και όταν τα προερχόμενα από αυτήν προσθέτουμε (καταφατικά) ή αφαιρούμε (αποφατικά), σ’ αυτήν ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε τίποτε. Επειδή η τέλεια και ενιαία Αιτία των πάντων ξεπερνά κάθε ορισμό και κάθε πρόθεση και ξεπερνά κάθε αφαίρεση ή υπεροχή Εκείνου που απλά έχει αποδεσμευθεί από όλα και που τα πάντα υπερβαίνει. 
 
Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, 
«Περί μυστικής Θεολογίας», 
Εκδ. Πολύτυπο, σ. 37-47

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ - 3ος ΤΟΜΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ

3ος ΤΟΜΟΣ

Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader

Ο άγιος Διονύσιος, πρώτος επίσκοπος Παρισίων


Ο άγιος Διονύσιος, πρώτος επίσκοπος Παρισίων

Σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει ο άγιος Γρηγόριος της Τουρ, ο άγιος Διονύσιος [9 Οκτ.] ήταν ένας από τους επτά επισκόπους που έστειλε ο πάπας της Ρώμης στη Γαλατία, επί Δεκίου (περί το 250) για να προχωρήσει το ιεραποστολικό έργο, που μέχρι τότε ήταν αποσπασματικό και δεν είχε ολοκληρωθεί. Ο άγιος Γατιανός ορίσθηκε επίσκοπος Τουρ [18 Δεκ.], ο άγιος Τρόφιμος της Αρελάτης [29 Δεκ.], ο άγιος Παύλος της Ναρβώνης [22 Μαρτ.], ο άγιος Σατουρνίνος της Τουλούζης [29 Νοεμ.], ο άγιος Αυστρεμοΐνος της Αρβέρνης [1 Νοεμ.], ο άγιος Μαρτιάλης της Λιμόζ [30 Ιουν.], ενώ στον άγιο Διονύσιο ανατέθηκε η μικρή πόλη της Λουτετίας (σημ. Παρίσι). 
Η πόλη αυτή ήταν η πιο απομακρυσμένη και επιπλέον, βρισκόταν σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσαν οι πιο χυδαίες ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες. Απ’ όπου κι αν περνούσε, ο άγιος Διονύσιος, βοηθούμενος από τη συνοδεία του, δηλαδή τον Ρουστικό και τον Ελευθέριο, καταδείκνυε την αλήθεια της χριστιανικής πίστεως με μεγάλα θαύματα. Οδηγούσε τους ειδωλολάτρες στον δρόμο του Θεού και τους έπειθε να γκρεμίσουν τα είδωλα και τους ναούς τους. Φθάνοντας στη Λουτετία, εγκαταστάθηκε στο Μονμορανσύ, λίγο έξω από την πόλη, σε μια οικία που του παραχώρησε ένας χριστιανός άρχοντας, ώστε να μπορούν οι χριστιανοί να συγκεντρώνονται κρυφά. 
Όταν όμως πέρασε από τη Γαλατία ο αυτοκράτορας της Ρώμης, οι νόμοι που διέτασσαν τον διωγμό των μαθητών του Χριστού εφαρμόσθηκαν με ιδιαίτερη ωμότητα· οι πιστοί διώκονταν, υφίσταντο βιαιοπραγίες και θανατώνονταν με φρικτά βασανιστήρια. Παρά την προχωρημένη του ηλικία, ο Διονύσιος δίχως να φοβάται τον κίνδυνο, επισκεπτόταν τους καταδικασθέντες για να τους εμψυχώσει ώστε να μείνουν ακλόνητοι στη χριστιανική πίστη. Τον κατήγγειλαν και τον συνέλαβαν μαζί με τους δύο μαθητές του, Ρουστικό και Ελευθέριο, και τους υπέβαλαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Τον κάρφωσαν σε σταυρό, και εκείνος εξακολουθούσε να κηρύττει το μέγα μυστήριο των Παθών του Χριστού και της σωτηρίας του κόσμου. 
Όταν τον ξαναπήγαν στη φυλακή του, ο άγιος επίσκοπος τέλεσε για τελευταία φορά τη θεία Λειτουργία για τους συντρόφους του στο μαρτύριο, εν μέσω ουρανίου φωτός. Στο τέλος, αποκεφάλισαν τον άγιο Διονύσιο μαζί με μεγάλο αριθμό άλλων μαρτύρων, στην κορυφή του λόφου που σήμερα ονομάζεται Μονμάρτρη (από το mons Martyrum, Λόφος Μαρτύρων). Αναφέρεται ότι μετά τον αποκεφαλισμό, ο άγιος έμεινε ορθός, και κρατώντας το κεφάλι του στα χέρια περπάτησε αρκετά χιλιόμετρα, μέχρι τον τόπο όπου αργότερα κτίσθηκε η βασιλική του Αγίου Διονυσίου και η ομώνυμη πόλη. Στην κρύπτη του ναού αυτού ενταφιάζονταν όλοι οι βασιλείς της Γαλλίας μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση.

 

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 2ος, Οκτώβριος. Ίνδικτος.

Sevgi, merhamet, şefkat ve bu lütfu karşılıksız olarak sunmak söz konusu olduğunda, artık hiçbir hak iddia edemezsin

       

Sevgi, merhamet, şefkat ve bu lütfu karşılıksız olarak sunmak söz konusu olduğunda, artık hiçbir hak iddia edemezsin. 
Her şeyin, bütün ideallerin, büyük değerlerin ve insanlığın ortak evrensel değerlerinin dahi metalaştırıldığı, alınıp satıldığı bir çağda, bugün işittiğimiz İncil sözü bize bambaşka bir esinti, bambaşka bir dokunuş bırakıyor. Aynı zamanda Kilisemizin toplumsal bünyesinin karşı karşıya bulunduğu temel yıkıma, yani her şeyin bütünüyle metalaştırılmasına ve karşılıklı alışveriş mantığına indirgenmesine karşı farklı bir cevap sunuyor. 
Mesih, biraz önce dinlediğimiz İncil pasajında üç alandan söz ediyor ve bunlara son derece sade bir şekilde yaklaşıyor. Karşılık beklememek konusunda üç durumu ortaya koyuyor ve elbette şu soruyu soruyor: 
«Sizi sevenleri seviyorsanız, bunun ne lütfu vardır? Size iyilik yapanlara siz de iyilik yapıyorsanız, bunun ne lütfu vardır? Yalnızca size borç verenlere siz de borç veriyorsanız, bunun ne lütfu vardır?» 
Bunlar üç temel sözcük etrafında şekilleniyor. Bu sözcüklerin üzerinde biraz durup düşündüğümüzde, insan hayatını ve insan ilişkilerini bütünüyle kuşatan metalaşmanın meydana getirdiği karanlığın içinde bize biraz ışık ve bir çıkış yolu gösterebilirler. 
Öncelikle sevgiden söz etti. 
Bizi sevmeyenlere karşı nasıl davrandığımıza bakarken, aynı zamanda Tanrı’nın Kendisini sevmeyenlere nasıl karşılık verdiğine bakalım. 
Sevginin Kendisi olan Tanrı, Kendisini sevmeyenlere Haçıyla cevap verir. Tek ve bütüncül bir cevap verir. Çünkü Tanrı sadedir; bölünmüş değildir. 
Peki, biz nasıl karşılık veriyoruz? 
Biz çoğu zaman iki şekilde karşılık veriyoruz. Bunlardan biri edilgen, diğeri ise etkin tepkidir. 
Birisi bizi sevmiyorsa, ya edilgen bir biçimde, hayal kırıklığına uğrayarak karşılık veriyoruz; üzülüyor ve düş kırıklığı yaşıyoruz. Ya da etkin bir biçimde, isyan ederek ve kesin bir protestoyla karşılık veriyoruz. 
Oysa bu iki tutumun her ikisi de bölünmüş tepkilerdir ve içlerinde Mesih’in cevabını taşımamaktadır. Çünkü Mesih, Kendisini sevmeyenler uğruna Haç’a gerilmektedir. 
Bu nedenle her iki tutum da önce kişisel düzeyimizde, ardından da bütün toplumda derin bir hastalığa yol açar. 
İçinde bulunduğumuz bu bakış açısından, gerek kişisel ruhsal hastalıklarımızı gerekse toplumda ortaya çıkan ve giderek hastalıklı hâle gelen birçok olguyu daha iyi görebiliriz. 
Şimdi ikinci düzeye, yani iyilik yapma konusuna geçelim. 
Tanrı, Kendisi insanları sevdiği ve onlar için iyilik yaptığı hâlde, insanlar O’na iyilik yapmadığında nasıl karşılık veriyor? Bunu şöyle ifade edebiliriz: 
O’nun cevabı uzun sabır ve bağışlamadır. 
Bağışlar, sabreder; İncil pasajında söylendiği gibi, O merhametlidir. 
Peki, bize iyilik yapılmadığında biz nasıl karşılık veriyoruz? 
Yine iki farklı, bölünmüş biçimde karşılık veriyoruz: ya edilgen ya da etkin bir şekilde. 
Edilgen olanı ruhsal gevşeklik, yani akediadır. Bir akedia hâline düşer, tembelleşir ve hiçbir şey yapmak istemeyiz. Hiçbir şey… hiçbir şey! 
Etkin olan ise, bize iyilik yapılmadığında ortaya çıkan nefrettir. 
Bunların her ikisi de bölünmüş tutumlardır: Biri edilgen, diğeri etkin bir tepkidir. Ve her ikisi de ruhun hastalıklarıdır. 
Bu iki tutum, varlığımız üzerinde böyle ruhsal hastalıkların izlerini bırakır. 
Şimdi üçüncü boyuta gelelim: Borç verdiğimizde ve karşılığını beklediğimizde ne olur? 
Tanrı bize ne borç veriyor? 
Bize her şeyi borç veriyor. 
Var olmamız, yani mevcut oluşumuz bile bir borçtur. Hatta O’nun suretinde yaratılmış olmamız ve lütuf sayesinde tanrılar, yani azizler olacağımız gerçeği bile bir borçtur. Hem de çok temel ve gerçek bir borç! 
Peki O, biz bu borca gerektiği şekilde karşılık vermediğimizde, içinde bulunduğumuz bu anormal duruma nasıl cevap veriyor? Olmamız gereken kişi olmaya çağrımıza karşılık vermekteki güçsüzlüğümüzün içine nasıl giriyor ve bize nasıl cevap veriyor? 
Çok temel bir şey yapıyor: 
Lütfunu daha da çoğaltıyor. 
Bize, kutsal olmamız için verdiği bu «borca» karşılık vermediğimiz ölçüde, bize daha fazla lütuf veriyor! 
Sanki birine borç para verdiniz; o kişi borcunu ödeyebilsin diye, borcunu kapatması ve sizin de paranızı geri alabilmeniz için ona bir miktar daha para veriyorsunuz. 
Biz karşılık vermiyor muyuz? 
O, daha fazla lütuf veriyor! 
İşte bu yüzden İncil pasajı «lütuf» kelimesini üç kez tekrarladı. 
Tanrı’nın tek ve benzersiz cevabı budur: Biz karşılık vermedikçe, O daha fazla lütuf verir! 
Peki, başkaları kendilerine yaptığımız iyiliklere veya onlara verdiğimiz borçlara karşılık vermediğinde bizim tutumumuz ne oluyor? 
Birincisi, karşımızdakine karşı kayıtsızlıktır; bu edilgen tutumdur. 
İkincisi ise etkin tutumdur: kendimizi onlardan soyutlamak, içimize kapanmak, saklanmak ve başkalarından kaçınmak. 
Bütün bunlar yine aramızdaki birlik ve beraberliğin parçalanmasına yol açar. Çünkü Tanrı’nın üzerimizde gerçekleştirdiği ve bize verdiği her şey parçalanmış olur. 
Görüyorsunuz, bu üç düzeye bu şekilde yaklaşmamız, yani elimden geldiğince sade bir biçimde ele almaya çalıştığım bu yaklaşım, bir yandan Tanrı’nın cevabını ortaya koyuyor; ki bu cevap bizim de cevabımız olmalıdır. Öte yandan ise verdiğimiz bölünmüş, etkin veya edilgen tepkiler aracılığıyla kendi ruhsal hastalıklarımızı da ortaya çıkarıyor. 
Üzerimizde taşıdığımız birçok psikolojik ve ruhsal rahatsızlık, tam da biraz önce çok basit bir şekilde ele almaya çalıştığım bu tür durumlardan kaynaklanmaktadır. 
Sevmek; verdiğimiz şeyin karşılığını beklememektir. Başkası bize iyilik yapmadığında, biz ona iyilik yaptığımız hâlde hiçbir karşılık beklememektir. 
İşte gerçek ve özlü cevaplar bunlardır. 
Peki, başlangıçta söylediğim gibi, ticaretin ve her şeyin bütünüyle karşılıklı alışverişe dönüştüğü bu çağda, biz bu ölçülere ulaşabilir miyiz? 
Bunu evimizde, ailemiz içinde, sokakta, iş yerinde, kısacası nerede bulunursak bulunalım, yaşayış biçimimize taşıyabilir miyiz? 
Bütün bu ölçüleri aşabilir miyiz ki sonunda yalnızca bir tepkiye, bir isyana, bir protestoya ve nihayet bir hak talebine dönüşmeyelim? 
Oysa gerçekte böyle haklar yoktur! 
Sevgi, merhamet, şefkat ve bu lütfu karşılıksız olarak sunmak söz konusu olduğunda, artık hiçbir hak iddia edemezsin! 
İşte Mesih’in üzerimizde bıraktığı büyük hayat budur. 
Bugünkü İncil pasajının adımlarını dikkatle takip edin. Derinden inanıyorum ki, bunlardan çok büyük fayda göreceksiniz. 
Böylece hayatımızda kendi bencilliğimizin değil, Tanrı’nın sevgisinin açığa çıkacağı bir yaşayışa ulaşabiliriz. 
p.Konstantinos Stratigopoulos

Δημοφιλείς αναρτήσεις