Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

Το καθαρό, το πυρίμορφο και το φωτοφόρο - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος



 Ομιλία
του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε την ημέρα της Σύναξις των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1998
Το ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ
Με χίλιους δύο τρόπους, ποικιλοτρόπως και πολυμόρφως δείχνει [ο Θεός] την αγάπη Του. Και με όλα Του τα κτίσματα· ακόμη και απ' ένα πολύ μικρό κρίνο, όπως μας είπε ο Χριστός, δείχνει την αγάπη Του. Έτσι, λοιπόν, αξιοποιεί ό,τι Εκείνος έφτιαξε για να εκφράσει αυτό που θέλει προς εμάς. Αυτό το κάνει και δια των ουρανίων δυνάμεων και των Αγγέλων. Γι' αυτό η Εκκλησία μας, όταν προβάλλει τις μορφές τους και τους γιορτάζει όπως σήμερα, τους προβάλλει και θεραπευτικώς και διδακτικώς και αναγωγικώς. Είναι μια γιορτή, όπως όλες οι γιορτές, που κάτι μηνύουν από την αγάπη του Θεού στην ζωή μας και στην καρδιά μας. 
Να δούμε λοιπόν τι μηνύουν οι ουράνιες δυνάμεις και οι Άγγελοι στη ζωή μας και τι θεραπευτικό έχει να φέρει αυτή η γιορτή, που σήμερα φέραμε μπροστά μας μέσα στη Λειτουργία. Να ξεκινήσω από το κείμενο του Αποστόλου Παύλου, που ακούσαμε πριν από λίγο, που μίλησε για μια βεβαιότητα, «βεβαία», μια κατάσταση βεβαιότητας, την οποία έχει ο Θεός, ο οποίος δεν αλλάζει, δεν μεταβάλλεται. Και αυτό το ζουν οι Άγγελοι. Και ό,τι λένε το λένε και έτσι είναι και έτσι θα γίνει. Και την ώρα που αυτοί μεταφέρουν αυτό το μήνυμα έχουν πάνω τους αυτή τη βεβαιότητα, τη σταθερότητα ότι έτσι είναι τα πράγματα. Αν αυτό το έχουμε εμείς και αν το πετύχουμε, τότε γινόμαστε όντως βασιλιάδες της κτίσεως και θα φύγει από πάνω μας η κάθε ταραχή και η κάθε αντικρουόμενη κίνηση. 
Πώς οι Άγγελοι πέτυχαν να έχουν αυτή τη βεβαιότητα; Να προσεγγίσουμε λίγο την πατερική σκέψη αλλά και την υμνολογία της Εκκλησίας μας που αναφέρεται στα πρόσωπα των Αγγέλων. Ακούστε μερικά χαρακτηριστικά που τα ακούσαμε ακόμη και στον Κανόνα του Όρθρου. Αναφέρεται πως οι Άγγελοι είναι «καθαροί νόες». Τη λέξη «καθαρό» την καταλαβαίνω αλλά πώς αποκτιέται αυτή η καθαρότητα που μέσα της κρύβει μια απλότητα; 
Ό,τι είναι απλό είναι καθαρό, δεν είναι διχασμένο, δεν είναι αντικρουόμενο από κάτι. Έχουν λοιπόν οι Άγγελοι καθαρότητα – και προσέξτε, αυτό αναφέρεται σε εμάς – γιατί μέσα τους δεν έχουν κανένα διχασμό, που σημαίνει ό,τι και να συμβεί, ό,τι και να γίνει (και πολλά συμβαίνουν και πολλά γίνονται) δεν δημιουργούν μέσα τους οποιαδήποτε κατάσταση ταραχής και αμφισβητήσεως της αγάπης του Θεού. Αυτό είναι η θεία απλότητα και η θεία καθαρότητα, που την έχουν μεν οι ουράνιες δυνάμεις αλλά εμείς υπολειπόμεθα και, μη έχοντας αυτή την καθαρότητα, τότε βρισκόμαστε σε μια ταραγμένη κατάσταση του κόσμου η οποία μεταφέρει πάνω μας την ταραχή της και γινόμαστε διχασμένοι. Και χάνουμε την οποιαδήποτε καθαρότητα, που σημαίνει δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε και να αναλογιστούμε τα πράγματα της ζωής μας και φυσικά κάνουμε καίρια λάθη στα καίρια της ζωής μας. Να λοιπόν η καθαρότητα που δίνει αυτή τη βεβαιότητα ότι, ό,τι και να γίνει, πάνω από όλα Χριστός ό,τι είπε θα γίνει και έτσι θα γίνει. 
Χαρακτήρισαν τα τροπάρια της Εκκλησίας μας τους Αγγέλους ως «φωτοφόρους». Το καταλαβαίνουμε μεν ότι είναι φωτοφόροι. Φέρουν πάνω τους το φως. Τι σημαίνει όμως αυτό το πράγμα; Κοιτάξτε το βάθος αυτής της εννοίας: εκείνο για το οποίο νοιάζονται, να το πω απλά, είναι να ντυθούν από φως, δηλαδή η περιουσία τους, να το πω έτσι, είναι το φως· και γι’ αυτό νοιάζονται και αυτό έχουν πάνω τους. Και αυτό το φως δίνεται μόνο από τον Θεό· που σημαίνει: δεν νοιάζονται να έχουν τίποτε παρά μόνο το φως και όλη τη ζωή τους την κατευθύνουν στο πώς θα έχουν αυτό το φως. Και εφόσον ο Θεός είναι το φως, σε Αυτόν κατευθύνονται και γίνονται μέσα από αυτόν τον τρόπο αυτόματα φωτοφόροι. Γιατί σε Αυτόν στρέφονται. Δεν νοιάζονται δηλαδή για να έχουν τίποτε, δεν νοιάζονται για να αποκτήσουν κάτι, παρά μόνο το φως. Και στρέφονται στον Θεό. Και γίνονται φωτοφόροι. Και έτσι η έγνοια τους είναι το φως. Και είναι ολόκληροι φως! 
Γι' αυτό πάνω τους δεν υπάρχει σκοτάδι. Δεν υπάρχει ούτε ένα μύχιο της υπάρξεώς τους, της σκέψεώς τους, που να έχει μέσα σκοτάδι. Δεν υπάρχει κάτι που να δημιουργεί ταραχή λογισμού, κάτι το οποίο να φέρει ένα ανάστροφο λογισμό που να τους διαλύει. Αν λοιπόν δεν έχεις αυτή την προοπτική να αποκτήσεις το φως, στρεφόμενος στον Θεό, τότε αποκτάς άλλα πράγματα. Ή προβάλλεσαι μέσα από άλλα ιδιώματα. Και τότε φυσικά το οποιοδήποτε άλλο ιδίωμα – προσέξτε, όχι αμαρτωλό ιδίωμα – το οποιοδήποτε άλλο ιδίωμα που γίνεται στόχος σου, χωρίς να είναι το φωτοφόρο ο στόχος σου βάζει μέσα στο νου, στην ύπαρξη, στην καρδιά τις σκιές· και τότε ο νους, η καρδιά αρχίζει να σκοτίζεται, προσέξτε, όχι από αμαρτωλά κατ’ ανάγκη πράγματα· αυτά θα ακολουθήσουν, γιατί, εφόσον έχεις σκότος στο νου σου θα ακολουθήσει και το αμαρτωλό. Ξεκινάς από το μη αμαρτωλό και γίνεσαι σκότος και καταλήγεις σε μια ολοκληρωμένη έκφραση αμαρτίας. Γιατί ακριβώς η έγνοια σου, ο στόχος σου και η προοπτική σου δεν ήταν το πώς θα γίνει αυτό που θέλει ο Θεός στη ζωή σου. Πολλές φορές μιλούμε για υπακοή και λέμε πόσο δύσκολη είναι. Δεν είναι θέμα δύσκολου ή εύκολου. Είναι το θέμα το ζεις ή πεθαίνεις. Γίνεσαι σκοτάδι ή γίνεσαι φως. 
Και είπαν τα τροπάρια και πάλι το πρωί πως οι Άγγελοι είναι «πυρίμορφοι». Τι σημαίνει το πυρίμορφο; Η φωτιά κρατάει κάτι πάντα ζωντανό. Κρατάει πάντα το φαγητό ζεστό. Όπου υπάρχει φωτιά δημιουργείται ενέργεια, υπάρχει μια κίνηση. Και ό,τι είναι κοντά στη φωτιά κινείται πάντα. Ό,τι δεν κινείται πεθαίνει. Οι Άγγελοι είναι πυρίμορφοι γιατί, εφόσον δέχονται από τον Θεό τη ζωή, έχουν πάνω τους μια ατέλειωτη ζωντάνια. Ποτέ δεν σταματάει η κίνησή τους. Γι’ αυτό ποτέ δεν πεθαίνουν. Γι' αυτό ποτέ δεν χάνουν αυτή τη συνέχεια αυτού που κάνουν. Η ατέλειωτη συνέχεια του να κινούνται, πραγματοποιώντας το θέλημα του Θεού και διακονώντας τους ανθρώπους. Μια ατέλειωτη συνέχεια, μια δυναμική κίνηση. Ο κόσμος σήμερα μιλάει για δυναμικές κινήσεις. Η δυναμική κίνηση έχει μέσα της ένα συστατικό που λέγεται το ατέλειωτο, το μη διακοπτόμενο. Και αυτό το μη διακοπτόμενο σε κάνει ολόκληρο φωτιά. Γιατί κινείσαι μέσα από αυτό το πυρφόρο ήθος. Δεν σταματάει ποτέ αυτή η κίνηση. Εμείς σταματούμε, αναλογιζόμαστε, θέλουμε περιόδους σκέψεως ή μικρο-αναπαύσεως για να κάνουμε τα μεγάλα ή κάνουμε στάση γιατί κουραστήκαμε. Αυτό μας διαλύει. Αυτό μας καταστρέφει. Αυτό το πυρίμορφο είναι αυτό που συνεχώς είναι ζωντανό, αυτό το οποίο πάντοτε έχει πάνω του τη ζωντάνια, που φέρνει μια ζωντάνια στον κόσμο που οπωσδήποτε συντρίβει όλα τα νεκρά του κόσμου. Ό,τι είναι ζωντανό παρασέρνει. Βλέπετε ένας άνθρωπος δυνατός παρασέρνει τα πάντα γύρω του, τίποτα δεν αντέχει [τη δύναμή του]. Ο πυρφόρος άνθρωπος όλα τα παρασέρνει. Και έτσι η νίκη του πάνω στα πράγματα στα του κόσμου, η νίκη του πάνω στα αμαρτία, δεν είναι γιατί στάθηκε να λύσει την αμαρτία και να πει «πώς είναι ,γιατί είναι και θα την νικήσω». Είναι όλος μια δυναμική κίνηση, είναι όλος μια ζωντάνια, είναι όλος φωτιά. Και τίποτε μπορεί να αντέξει μπροστά στη φωτιά. Και αποκτώντας αυτή τη ζωντάνια έχει ζωή. Και αυτή η ζωή πια δεν μπορεί ποτέ να έρθει και να σου δώσει ένα θάνατο εσωτερικό ή μια καταστροφή. Είσαι ζωή! 
Τα πιο πολλά ψυχικά νοσήματα δεν εκφράζονται από αυτό το σταμάτημα της ζωντάνιας; Από αυτό το σταμάτημα της ζωής; Από μια απογοήτευση για τα πράγματα; Από μια ακηδία προς τα πράγματα; 
Να λοιπόν τον φωτοφόρο, το πυρίμορφο το καθαρό των αγγελικών δυνάμεων – και πόσα άλλα που δεν φτάνει ο χρόνος για να τα πούμε – ανοίγουν το δρόμο του «γιατί» της σημερινής γιορτής και τι προοπτικές έχουμε να πάρουμε μπαίνοντας σε αυτή τη γιορτή. Όχι απλώς να πούμε «έχει ο Θεός και ουράνιες δυνάμεις». Είναι μια πρόκληση για να μπούμε στο επίπεδο αυτής της ποιότητας ζωής. Και προσέξτε, μην πείτε μα εκείνοι είναι Άγγελοι και είμαστε άνθρωποι. Ο Θεός μας τους έδειξε, μας τους αποκάλυψε ακριβώς για να πάρουμε αυτό το ήθος της ζωής. Αξιοποιήστε το και πραγματικά θα γίνετε οι βασιλιάδες της κτίσεως και οι όντως ελεύθεροι άνθρωποι που μπροστά τους, αγαπητικά, δεν θα στέκει τίποτε και δεν θα σκιάζεστε από τίποτε. Και τότε θα βρείτε πραγματικά τη ζωή. Γιατί αυτό είναι η ζωή: το καθαρό, το πυρίμορφο και το φωτοφόρο.

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου

Ελένη Κονδύλη

※ 

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα : www.floga.gr

«Ήψατό μου τις»: Από την Αφάνεια στο Πρόσωπο – Η Κλήση του Χριστού σε Προσωπική Κοινωνία.

ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΒΔΟΜῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
η΄ 41 - 56


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  31 Οκτωβρίου του 1993

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ
Ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός αποκαλύπτεται στη ζωή μας είναι και παραμένει ένα μυστήριο. Αλλά Εκείνος, επειδή αποκαλύπτεται, μας αποκαλύπτει κάποιες πτυχές αυτού του μυστηρίου. Και αυτό το κάνει, όχι απλώς για να μας δείξει τι είναι, το κάνει γιατί ανοίγει σε εμάς δρόμους και δυνατότητες ζωής. Μέσα από την πολύπτυχη σημερινή περικοπή, που είχε μέσα της δύο πυρήνες, τόσο το θαύμα της θεραπείας της κόρης του Ιαΐρου όσο και το θαύμα της θεραπείας της αιμορροούσης, αποκαλύπτεται αυτό το οποίο σας είπα πριν από λίγο, η φανέρωσή του Θεού, του κρυπτομένου και φανερούμενου. 
Σε τρία σημεία να σταθώ μέσα από αυτήν την περικοπή, για να σας περιγράψω τι ακριβώς θέλει να μας δώσει όλη η περικοπή. Πρώτα πρώτα είναι ένα στοιχείο που είναι εξωτερικό και δεν φαίνεται να αξίζει τον κόπο κάποιος να το ερμηνεύεσει. Όπως οι Πατέρες της Εκκλησίας επέτρεψαν να αναγιγνώσκεται η περικοπή, έχουν κάποια προοπτική. Θα μπορούσαν να πάρουνε μόνο το θαύμα της αιμορροούσης και να το βάλουν να το ακούσουμε σήμερα ή μόνο το θαύμα της αναστάσεως της κόρης του Ιαΐρου. Βάζουνε τις δύο περικοπές μαζί σε μία ενότητα, θέλοντας να μας πουν πως ο Θεός, μέσα από την απερίγραπτη αγάπη Του κινούμενος προς ημάς, δεν κάνει πράγματα περιστασιακά, παρόλο που κατά τα μέτρα τα ανθρώπινα φαίνονται περιστασιακά. 
Ενώ δίνει περισσότερο χρόνο στη θεραπεία τις κόρης του Ιαΐρου, το θαύμα της αιμορροούσης φαίνεται να γίνεται σε μία στιγμή. Και λένε οι Πατέρες ερμηνευτές ότι ο Χριστός, που είναι ο καρδιογνώστης και ξέρει πολύ βαθιά τις καρδιές των ανθρώπων, εκείνο που κάνει δεν το κάνει με κάποιο ζύγι, όπως το μετράμε εμείς, κάνει εκείνο που πρέπει να κάνει στην κατάλληλη στιγμή, όπως πρέπει να το κάνει. Εκείνος δεν κάνει περιστασιακές κινήσεις. Τόσο κάνει για την αιμορροούσα - και είναι το πιο μεγάλο που έχει να κάνει - έτσι φανερώνεται σε αυτήν, έτσι πρέπει σε αυτήν, και έτσι φανερώνεται στην κόρη του Ιαΐρου. Πρώτα-πρώτα αυτό σημαίνει, και πάλι λέει ο Χρυσόστομος, ότι δεν πρέπει να αξιολογήσουμε τη σχέση μας κι εμείς με τους ανθρώπους με τις ίδιες ποσότητες. Χρειάζεται μια διάκριση και κατά τα μέτρα αυτής διακρίσεως θα κάνουμε αυτό που θα κάνουμε, αρκεί να κάνουμε το πιο ουσιαστικό και το πιο μεγάλο που πρέπει σε αυτήν τη στιγμή. 
Τα δυο σημεία τα υπόλοιπα, που πρέπει να προβάλουμε στην περικοπή, συμπυκνώνονται μέσα από τη φράση που είπε ο Χριστός στην αιμορροούσα: «ήψατό μου τις, εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν εξ εμού». Ακουμπάει η αιμορροούσα μέσα από τα κρυπτά, χωρίς κανένας να καταλαβαίνει, και ο Χριστός έκανε αποκαλύψεις και λέει: «ήψατό μου τις» και «έγνων δύναμιν εξελθούσαν εξ εμού». Να κρατήσετε την προοπτική την προηγούμενη στην καρδιά σας, που ο Χριστός ό,τι κάνει το κάνει ουσιαστικά. Είναι λοιπόν ο Θεός ο κρυπτόμενος και φανερούμενος μέσα από την αγάπη Αυτού και φανερώνεται για να κάνει κάτι για τη ζωή του κόσμου. Στη δική μας τη ζωή υπάρχουνε δύο άκρα. Ή φανερωνόμαστε απόλυτα και διαφημιζόμαστε με αυτά που κάνουμε ή άλλοτε, φοβούμενοι πολλές φορές την κοινωνική επαφή, κρυπτόμαστε πάρα πολύ, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε μήπως και γελοιοποιηθούμε. Ο Χριστός ό,τι κάνει το κάνει εν κρυπτώ αλλά αποκαλύπτεται. Και την ώρα που η αιμορροούσα πλησιάζει κι εκείνη στα κρυφά να Τον ακουμπήσει - γιατί δεν θέλει να παρουσιάσει το πρόσωπό της, προσπαθεί να έχει μία απρόσωπη σχέση με τον Χριστό και μία θεραπεία - ο Χριστός την προκαλεί και λέει «ήψατό μου τις» και θέλει να την βγάλει από την αφάνεια και θέλει να την βγάλει από τη μάζα, θέλει να την κάνει πρόσωπο, θέλει να φανερωθεί μπροστά της αυτός ο Θεός ο κρυπτόμενος. Αλλά φανερώνεται και θέλει να της πει ότι θέλω να βρεθείς μπροστά μου και θέλω να κοινωνήσουμε προσωπικά, η σχέση μου μαζί σου είναι προσωπική, μη μου κρύπτεσαι αφού εγώ δεν σου κρύπτομαι, αφού εγώ σου φανερώνομαι και σου φανερώνομαι μέσα από την αγάπη μου. 
Και η μεγαλύτερη φανέρωση του προσώπου του Θεού και η φανέρωση του προσώπου του ανθρώπου προς τον άνθρωπο είναι μέσα από την φανέρωση της αγάπης Του. Και αυτό μπορεί να γίνεται εν τω κρυπτώ αλλά φανερώνεται η αγάπη, που έχει ενεργήματα πολλά και δυνάμεις πολλές. Και αυτές οι δυνάμεις φανερώνονται μέσα από τον τρόπο που ο Χριστός φανερώνει την αγάπη Του στη ζωή μας. Και βγάζει εκείνην από την αφάνεια και Εκείνος, ενώ μπορεί να είναι αφανής, και παραμένει αφανής και κρυπτόμενος, φανερώνεται μέσα από την αγάπη Του σ’ εκείνην, και αποκτούν μια προσωπική σχέση. Και πάλι οι ερμηνευτές Πατέρες μας ομιλούν για τη σχέση των ανθρώπων που πρέπει να είναι προσωπική εν τω κρυπτώ. Και μέσα από την αγάπη του Θεού καταλαβαίνω ποια ισορροπία θα έχουν αυτές οι σχέσεις, πέρα από το πολύ και πέρα από το λίγο. Είναι η φανέρωση της κρυφής αγάπης μέσα από την πράξη της ζωής και αυτή φανέρωση γίνεται μια πράξη προσωπική. 
«Έγνων γαρ εγώ δύναμιν εξελθούσαν εξ εμού». Τι είναι αυτή η δύναμη που βγαίνει από τον Χριστό; Τι; χάνει ο Χριστός κάτι; Μπορεί ο Θεός να χάσει κάτι, Αυτός που είναι απέραντος, Αυτός που είναι αιώνιος; Την ώρα που κάνει κάτι, κάνει κάτι και κουράζεται; Βγαίνει κάτι από τον Εαυτό Του; Φυσικά. Εκείνος ιεραρχεί τα πράγματα με έναν δικό Του τρόπο. Εκείνος τα δίνει όλα χωρίς να χάνει τίποτε. Αλλά τα δίνει όλα! Η θεραπεία που κάνει δεν είναι μια κίνηση μαγική, δεν κάνει κάτι απρόσωπα, δεν ακουμπάει την αιμορροούσα (άντε, μπορώ να το κάνω και το κάνω, να πάμε στον επόμενο). Αυτός δίνει τα πάντα για τον άνθρωπο, γνωρίζει ότι μια δύναμη βγαίνει από Αυτόν γιατί το θέλει η αιμορροούσα. Τα κάνει όλα, χωρίς να εξαντλείται, γιατί είναι ο Θεός. 
Και πάλι ο Χρυσόστομος: Και εμείς μετέχοντες στη ζωή του κόσμου, τα δίνουμε όλα εν Χριστώ για τη ζωή του κόσμου και καταλαβαίνουμε που κάτι βγαίνει από εμάς και εκεί που πάμε να εξαντληθούμε - γιατί το κάνουμε εν Χριστώ όμως - δεν εξαντλούμαστε και είμαστε αυτοί που είμαστε. Ο Χριστός ποτέ δεν χάνει κάτι από Αυτό που είναι. Και εμείς όταν είμαστε μέσα στην Εκκλησία και κάνοντας αυτό που έχουμε να κάνουμε για τη ζωή του κόσμου, ούτε περιστασιακά ούτε μη βιομηχανικά, όπως το είπαμε στο πρώτο σημείο, ούτε απρόσωπα, όπως το είπαμε στο δεύτερο σημείο, κάνουμε ό,τι πρέπει να κάνουμε εκείνη τη στιγμή και δεν φοβόμαστε μήπως εξαντληθούμε, γιατί εκείνη την ώρα βρισκόμαστε μέσα στη χάρη του Θεού και το κάνουμε κατά τα μέτρα που το έκανε Εκείνος. Μέσα από τη δική Του ζωή μετέχουμε και εμείς και δεν αδειάζουμε ποτέ. Όποιος φοβηθεί μες στην Εκκλησία ότι θα αδειάσει θα ζήσει μια Κόλαση απέραντη. Γι' αυτό πολλές φορές φοβόμαστε και περιορίζουμε να κάνουμε αυτό που έχουμε να κάνουμε. Φοβόμαστε ότι το σώμα μας ή η ύπαρξή μας θα εξαντληθεί - και αυτό γίνεται για μια στιγμή, «γνωρίζει μια δύναμη να βγαίνει από Αυτόν» - και όμως την ίδια ώρα εμείς, ζώντας κοντά Του, είμαστε γεμάτοι από τη χάρη Του. Και εκεί είναι ένας άξονας ζωής και εκεί είμαστε πάνω στο μεταίχμιο, πάνω στο ξυράφι περπατάμε. Και την ώρα που κάνουμε πράγματα, φοβόμαστε και πάμε πίσω. Και αν φοβηθούμε θα ζήσουμε Κόλαση. Και αν ανοιχτούμε θα γεμίσουμε από τη χάρη του Θεού και θα ζήσουμε από τώρα τον Παράδεισο. Και αυτή είναι αποκάλυψη του προσώπου του Χριστού. 
Και αυτά τα τρία σημεία αποκαλύπτουν αυτή τη δυνατότητα της κοινωνίας με τον κόσμο και με τους ανθρώπους, ούτε περιστασιακά ούτε βιομηχανικά, ούτε «ποσοτική αξιολόγηση» ούτε περιστασιακό πέρασμα, ούτε κρυφό και αφανές, απρόσωπο, όλα [είναι] μέσα από τη φανέρωση της αγάπης. Και τέλος, χωρίς την αξιολόγηση του κόπου και του μόχθου και χωρίς την αξιολόγηση του τι χάνω και τι κερδίζω. Και εκεί ακριβώς η περικοπή βρίσκει την αποκορύφωσή της και τη βαθιά της ερμηνεία. Επειδή αυτή η περικοπή είναι λοιπόν πραγματικά ένας άξονας του τρόπου ζωής και ένας άξονας λειτουργίας, γιατί όχι, των κοινωνικών μας σχέσεων αξίζει τον κόπο να αξιολογηθεί όπως όλες οι πράξεις και οι ενέργειες του Χριστού, αλλά αξίζει τον κόπο να αξιολογηθεί και μέσα από την πράξη της καθημερινότητάς μας, για να μπορούμε πραγματικά να σταθούμε στο μεταίχμιο. Ούτε να διαφημιστούμε ούτε να γίνουμε απρόσωποι. Ούτε να προκαλούμε με την παρουσία μας ούτε να κρυπτόμαστε μέσα στην αφάνειά μας και να μην κάνουμε τίποτε για τη ζωή του κόσμου. Η αξιολόγηση πραγματικά είναι δύσκολη και είναι δύσκολο να σταθείς πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Και αυτό μπορεί να γίνει μονάχα μέσα από την βίωση του μυστήριου της χάρης του Αγίου Πνεύματος, που κάθε μέρα είναι κοντά μας.


Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

※ 

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Άγιος Willibrord



Άγιος Willibrord (Ουίλλιμπρορντ/Βιλλιβρόρδος) της Ουτρέχτης, ο Απόστολος της Ολλανδίας. 
 7 Νοεμβρίου. 
Ένα όραμα υπερκόσμιου φωτός ανήγγειλε στη μητέρα του Ουίλλιμπρορντ τη γέννησή του που έλαβε χώρα περί το 683 στο βασίλειο της Νορθουμβρίας, στο βόρειο τμήμα της Αγγλίας. Σε ηλικία επτά χρονών τον εμπιστεύθηκαν στην καθοδήγηση του Αγίου Ουίλφριντ [24 Απριλίου], στη Μονή του Ρίππον. Εκάρη μοναχός, χειροτονήθηκε κατόπιν πρεσβύτερος και διακρίθηκε για τις πνευματικές του ικανότητες και για τον ζήλο του στην άσκηση. Σε ηλικία 20 χρόνων, μετέβη στην Ιρλανδία, τη νήσο των Αγίων, οδηγημένος από τη φήμη του Αγίου Έγκμπερτ και έζησε εκεί δώδεκα χρόνια μελετώντας τις Αγίες Γραφές και προσευχόμενος. 
Φλογιζόμενος από την επιθυμία να οδηγήσει στην πίστη τους ακόμη ειδωλολατρικούς πληθυσμούς που κατοικούσαν τη Φριζική Ακτή (Κάτω Χώρες) και τις χώρες στις εκβολές του Ρήνου, ο Έγκμπερτ επωφελήθηκε από την κατάληψη των περιοχών αυτών από τους Φράγκους και έστειλε εκεί σε ιεραπιστολή τον Ουίλλιμπρορντ και άλλους δώδεκα μοναχούς. Αφού έλαβε τις ευλογίες του πάπα της Ρώμης Σεργίου Α', ο φλογερός ιεραπόστολος διέδωσε το φως του Ευαγγελίου στην Ολλανδία και Ζηλανδία, με τη βοήθεια πλήθους θαυμάτων, τα οποία φανέρωναν στους άγριους αυτούς λαούς ότι η χάρη του Θεού ήταν μαζί του. 
Αφού έγινε επίσκοπος μετά από ένα δεύτερο ταξίδι στη Ρώμη το 695, εγκαταστάθηκε στην Ουτρέχτη και συνέχισε τις ιεραποστολικές του περιοδείες βορειότερα. Παρά τις επικρατούσες μαγικές ιεροτελεστίες και την επιμονή του του Δούκα Ράντμποντ στη λατρεία των ειδώλων, ο Ουίλλιμπρορντ πέτυχε να μεταστρέψει ένα μεγάλο αριθμό υπηκόων του, πριν φθάσει στη Δανία, όπου βασίλευε ο σκληρός Όνγκεντ. Εκεί όμως βρήκε τις καρδιές σκληρότερες από την πέτρα και δεν κατάφερε να αποσπάσει από τον παγανισμό παρά μόνο τριάντα παιδιά που τα βάπτισε και τα πήρε μαζί του στον δρόμο της επιστροφής. Περνώντας από τα νησιά Φοζιτλάνδη και Βάλχερεν πολέμησε με θάρρος την ειδωλολατρία, επισύροντας την οργή του ηγεμόνα και το μίσος των ιερέων των ειδώλων. 
Εκπληρώνοντας το έργο που του ανέθεσε ο Θεός, ο Άγιος Ουίλλιμπρορντ αναπαύθηκε το 739 και ενταφιάσθηκε στη Μονή Έστερνακ (Επισκοπή των Τρεβήρων) που είχε ιδρύσει και καθοδηγήσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Το λείψανό του ανέδωσε τότε μία ουράνια ευωδία. 

 

※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος 
Εκδόσεις «Ίνδικτος»
※

« Ἥψατό μού τις » ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ



« Ἥψατό μού τις » 
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 8ο, στίχοι 41 ἕως 56, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 7-11-2004. 
Αὐτή ἡ εὐαγγελική περικοπή, ὅπως καί κάθε εὐαγγελική περικοπή, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἄν ἁπλῶς τήν καταλάβουμε ἐξωτερικά. Χρειάζεται πάντα μιά βαθύτερη προοπτική πού ἔχει δύο πτυχές. 
Εἶναι ἡ θεολογική προσέγγιση τοῦ κειμένου, ἡ ἑρμηνεία -μή σᾶς φοβίζει ἡ λέξη- καί ταυτόχρονα, μετά ἀπό τή θεολογική προσέγγιση, χρειάζεται πῶς ἡ καρδιά μας θά ἑρμηνεύσει, θά κάνει πράξη δηλαδή, αὐτό τό ὁποῖο μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ θεολογική προσέγγιση. 
Γιά νά δοῦμε αὐτή τήν περικοπή, πού εἶναι κατανοητή ἐξωτερικά, διότι θαύματα συμβαίνουν παράλληλα ἀπό τόν Χριστό -Χριστός ἦταν, θαύματα ἔκανε, θά ἔλεγε κάποιος- νά [τήν] προσεγγίσουμε θεολογικά πρῶτα ἐξωτερικά. Τί σημαίνει «ἐξωτερικά»; Ἔχουμε δύο διηγήσεις ταυτόχρονα. Αὐτό συνήθως δέν συμβαίνει στίς περικοπές πού οἱ Πατέρες ἐπέλεξαν νά ἀναγιγνώσκονται. Διαβάζουμε περικοπές πού σχεδόν ἔχουν μιά δική τους αὐτοτέλεια. Ἡ περικοπή τοῦ Φαρισαίου καί τοῦ Τελώνου, τοῦ Ἀσώτου ἔχουν ἕνα κεντρικό περιεχόμενο. Σέ ὅλο τό Εὐαγγέλιο [ἔτσι] εἶναι. Παίρνουν οἱ Πατέρες πού ἔτσι ἔταξαν τά πράγματα καί βάζουν τίς περικοπές γιά νά κατανοεῖ ὁ λαός ἕνα γεγονός. Ἐδῶ ὅμως, κατ᾿ ἐξαίρεση ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται, διαλέγουν ἕνα διπλό γεγονός, διαφορετικά γεγονότα. Γιατί αὐτό γίνεται; Αὐτό πού ρωτᾶμε τώρα, θά ἑρμηνεύσει πολύ τήν περικοπή. 
Ἔχουμε λοιπόν δύο διηγήσεις. Θά ἔλεγε κανείς, τί κοινό ἔχουν αὐτές οἱ διηγήσεις; Πάντα κέντρο τους εἶναι ὁ Χριστός. Τό ἄλλο κοινό εἶναι πού γίνονται δύο θαύματα· καί αὐτό κοινό. Τό ἑπόμενο κοινό στοιχεῖο πού πραγματικά ἀρχίζει νά μᾶς βάζει στά πιό βαθιά νερά, εἶναι πώς καί τά δύο γεγονότα τοῦ θαύματος λειτουργοῦν μέσα ἀπό τήν πίστη κάποιων προσώπων: τῆς αἱμορροούσης γυναικός καί τοῦ Ἰαείρου, τοῦ πατρός τῆς ἀσθενούσης κόρης. Ἄρα, βλέπετε, ἐξωτερικά μελετώντας τήν περικοπή, λέμε: «ἄ, εἶναι ἡ πίστη ἐδῶ· κάτι συμβαίνει μέ τήν πίστη» καί θά ρωτήσετε καί θά πεῖτε: Δηλαδή τό γεγονός τῆς πίστης, πού εἶναι ἕνα γεγονός πολύ βαθύ, πολύ καρδιακό, πολύ ἐσωτερικό, μπορεῖ νά προσεγγιστεῖ καί νά ἑρμηνευθεῖ; Θά λέγαμε, κατά κάποιον τρόπο, ναί - ὄχι ἀπόλυτα. Τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ ποτέ δέν μπορεῖς νά τό ψαύσεις καί νά τό ἑρμηνεύσεις πλήρως, ἀλλά μέσα στήν ἀγάπη Του ὁ Θεός μᾶς ἐπιτρέπει, μέσα ἀπό στοιχεῖα πρωτογενῆ καί ἐξωτερικά, νά καταλάβουμε καί ἀπό αὐτό τό γεγονός κάτι. Αὐτό θά κάνουμε τώρα προσπαθώντας λίγο, στοιχειωδῶς, ὅσο τό ἐπιτρέπει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νά δοῦμε πῶς αὐτό τό κείμενο ὁρίζει -ὄχι ἀπόλυτα, ἀλλά μέ σχετικό τρόπο, κατά τά μέτρα τά ἀνθρώπινα- τήν πίστη, γιατί εἶναι δύο γεγονότα πίστεως. 
Καί τώρα μπαίνουμε στήν πιό βαθιά θεολογία τοῦ κειμένου. Καί οἱ δύο αὐτοί ἄνθρωποι, καί ἡ γυναίκα ἡ αἱμορροοῦσα καί ὁ Ἰάειρος, ἔχουν δύο γεγονότα κοινά πάλι. Ἔρχεται πρῶτα ὁ Ἰάειρος, λέει, καί «πεσών παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ» (κάνει μιά βαθιά ὑπόκλιση, μετάνοια, ἔπεσε στά πόδια Του). Ἡ γυναίκα ἡ αἱμορροοῦσα καί αὐτή «προσπεσοῦσα αὐτῷ», βλέπετε τά κοινά ρήματα. Ἄρα ἐδῶ κάτι συμβαίνει. Αὐτοί μέσα σέ ὅλη τήν προβληματική τοῦ κόσμου, μέσα στά πολυποίκιλα, πολύπτυχα θέματα τοῦ κόσμου, τῆς ζωῆς μας, ἕνα σωρό πράγματα κάνουμε, ὅλα χωρίς νά τά ἀκυρώσουν ἤ νά τά ἀναιρέσουν, τά ἀφήνουν πίσω καί ἔχουν μιά προοπτική. Τό «προσέπεσε» δέν εἶναι ἁπλῶς πῆγε, τοῦ ἔκανε ἕνα αἴτημα καί λέει «ἄν γίνει, ἔγινε κι ἄν δέν γίνει, δέν ἔγινε». «Προσέπεσε» σημαίνει μιά πολύ βαθιά τάση, ὅτι ἐκεῖ τά δίνει ὅλα. Χωρίς νά καταργήσει ὅ,τι ἔχει στή ζωή του, ἀλλά ἐκεῖ τά δίνει ὅλα. Εἶναι ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος, θά λέγαμε. Αὐτό τό ρῆμα εἶναι καίριο σ᾿ αὐτήν τήν περικοπή, γιά νά περιγράψουμε, καθ᾿ ἅ δυνάμεθα, τό γεγονός τῆς πίστεως καί, προσέξτε, ἡ ἑρμηνεία γίνεται γιά μᾶς στό τέλος, γιά νά ὠφεληθοῦμε βαθύτατα πνευματικά. 
Ἄρα ἐδῶ ὑπάρχει μιά αἰχμή τοῦ δόρατος, πού εἶναι αὐτή ἡ κίνηση πού δέν εἶναι πιά μιά κίνηση ἐξωτερική. Σημαίνει πού γίνεται μέ τό σῶμα, «προσέπεσεν», ἀλλά ταυτόχρονα ἔχουν κλίνει, ἔχουν προσπέσει δηλαδή, ὅλα τά μεγέθη τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Προσέπεσε τό σῶμα καί ταυτόχρονα -λένε οἱ Πατέρες, οἱ ἑρμηνευτές- «ἔκλιναν τήν ψυχή καί τήν καρδίαν αὐτῶν», «κλίνας τό σῶμα καί τήν ψυχήν»· ὑπάρχουν προσευχές καί τροπάρια γι᾿ αὐτό τό γεγονός. Ἄρα ἔχουν μιά κίνηση τοῦ «προσπίπτω», ἀλλά ὁλόκληρη ἡ καρδιά τους κινεῖται καί τά δίνει ὅλα ἐκεῖ. Αὐτό εἶναι πρωτογενές γεγονός τῆς πίστεως. Ἡ πίστη μας ποτέ δέν θά λειτουργηθεῖ ἄν δέν συγκλονίζεται ὁ ἄνθρωπος μέ ἕνα βαθύ τρόπο, ὄχι ἁπλῶς σωματικό, μέ ὅλη αὐτή τήν κίνηση πρός τόν Θεό πού ὅλα τά ἄλλα παραμένουν πίσω. Ἐδῶ ὑπάρχει αὐτό τό γεγονός. Ἀρχίζει λοιπόν κάπως νά γίνεται ἑρμηνευτό καί νά κατανοεῖται τό θαῦμα ὅτι εἶναι μιά κίνηση, κίνηση ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πᾶμε στόν Θεό ἀπόλυτα καί τίποτα ἄλλο δέν μετράει παρά αὐτό. 
Ἕνα δεύτερο στοιχεῖο εἶναι πῶς ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται καί, προσέξτε, μέσα ἀπ᾽αὐτή τήν κίνηση ὅ,τι γίνεται, γίνεται ταπεινά. Ἡ γυναίκα πάει κρυφίως. Δέν τό προβάλλει, δέν τό φωνάζει, δέν τό διαφημίζει. Καί ἔρχεται τό τί κάνει ὁ Χριστός. Προσέξτε: Πρίν νά γίνει τό θαῦμα γίνεται κάτι ἄλλο οὐσιαστικό, πάλι κοινά στοιχεῖα. Λέει αὐτό τό ἀνερμήνευτο, δυσερμήνευτο, λέει στούς μαθητές Του «κάποιος μέ ἀκούμπησε», «ἥψατό μού τις» καί τοῦ λένε οἱ μαθητές, «μά τί λές τώρα ἐδῶ πέρα; Τόσος ὄχλος!» κι εἶναι λογικό τό θέμα πού λένε οἱ μαθητές. Σέ ἀκουμπάει τόσος ὄχλος καί λές κάποιος σέ ἀκούμπησε; Ὅλοι σέ ἀκουμποῦν ἐδῶ, πέσαν πάνω σου ὅλοι. Καί λέει «ἥψατό μού τις» καί προσθέτει, γιά νά ἑρμηνεύσει μετά, ὅτι κάποια «δύναμις ἐξῆλθεν ἀπ᾿ ἐμοῦ». Τί εἶναι αὐτό; Τί εἶναι αὐτή ἡ δύναμις πού βγῆκε ἀπό Αὐτόν; Γιατί οἱ ἄλλοι δέν εἶναι ἄνθρωποι γιά νά δεχθοῦν αὐτή τή δύναμη καί δέχεται μόνο ἡ αἱμορροοῦσα τή δύναμη; Βλέπετε τό «ἥψατο», τό ὁποῖο μετά παίρνει ἄλλη μορφή στή νεκρή κόρη πού λέει «κρατήσας τῆς χειρός αὐτῆς». Πάλι ὑπάρχει ἕνα ἀκούμπηγμα. Τί εἶναι αὐτή ἡ δύναμη πού ἐξῆλθε ἀπό τόν Χριστό; Τί εἶναι αὐτό τό «ἥψατο»; 
Βλέπετε, ἄν εἶναι τά δοχεῖα ἀνοιχτά, ἤ τά ποτήρια ἀνοιχτά, μπορεῖ νά μπεῖ μέσα τό λάδι. Ἄν δέν ἀνοίξω τά δοχεῖα, πῶς θά μπεῖ τό λάδι ἀπό τό πρωτογενές δοχεῖο πού τό μεταφέρω; Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων, εἶναι ὁ Παντοδύναμος, εἶναι Ἐκεῖνος πού ἔχει ὅλες τίς δυνάμεις πάνω Του, καί λέει «δύναμις ἐξῆλθε». Δέν λέει «ἔχασα δύναμη»· λέει «ἐξῆλθε». Δίνει χωρίς νά χάνει, ἀλλά λέει «δύναμις ἐξῆλθε». Τί; Κάποιοι, κάποιος ἀνταποκρίθηκε, ἀνταποκρίθηκαν σέ αὐτό πού εἶμαι. Γιατί εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων γιά μᾶς; Γιά μᾶς τό κάνει. Ἀπό τήν ἀγάπη Του, ἀπό τή δύναμή Του, ἀπό τήν παντοδυναμία Του μᾶς φτιάχνει ἐν ταπεινώσει, ἀλλά αὐτό δέν μᾶς καθηλώνει. Περιμένει τή δική μας κίνηση, τό νά προσπίπτουμε -ἀλλά ἀπόλυτα- πρός Αὐτόν, μέ αὐτή τήν τάση. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι δεύτερα. Ὅποιος ἀνταποκρίνεται στήν ἀγάπη Του, πού εἶναι μιά δυναμική κίνηση, ταπεινή καί σιωπηλή, μέ αὐτό τόν τρόπο προσπίπτει, τότε ἀνοίγει τήν καρδιά του, τήν ψυχή του, ὅλη του τήν ὕπαρξη. Καί τότε ὁ Χριστός, πού εἶναι δύναμις, ἀνταποκρίνεται καί πιά ξέρει πού δέν μᾶς καθηλώνει μέ τή βία σ᾿ αὐτή Του τή δύναμη -ἕνας δυνατός ἦρθε καί ὅλα τά ἐξαφανίζει- καί ἐπειδή ἀνταποκρίνεται κάποιος ἀγαπητικά στήν κίνηση αὐτή, δίνει αὐτό πού εἶναι, πού ἔχει Ἐκεῖνος, σέ μᾶς. «Ἐξῆλθε δύναμις ἀπ᾿ ἐμοῦ». Κανείς δέν πῆρε δύναμη παρά μόνο ἡ αἱμορροοῦσα, ἀλλά βλέπετε εἶναι ἡ καρδιά της, ἡ κίνησή της, ἡ τάση της. 
Παραπάνω δέν μπορῶ νά πάω, γιατί πιά ἡ πίστη εἶναι ἕνα γεγονός ὁλοκληρωτικοῦ δοσίματος καί ἀνοίγματος τῆς καρδιᾶς. Δέν μετρᾶνε ἄλλα πράγματα στή ζωή μας. Ὅλα εἶναι δεύτερα. 
Ἄν δώσεις ἀπό ᾿κεῖ καί ᾿κεῖ καί ᾿κεῖ ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς σου καί τό κάνεις ἕνα μέγεθος πού ἁπλῶς διαιρεῖ τήν καρδιά σου, θά εἶσαι διηρημένος ἄνθρωπος καί θά ἔχεις κι ἕνα κομμάτι Χριστοῦ πού δέν θά ᾽ναι τίποτα. Ὁ Χριστός δέν εἶναι κομμάτια. Ὁ Χριστός δέν εἶναι μέρος, εἶναι τό ὅλον. Εἶναι ὅλη ἡ δύναμις, εἶναι Παντοδύναμος. Ἄν ἐξαρτᾶσαι ἀπό ἄλλες δυνάμεις, ἄν πουλιέσαι σέ ἄλλες δυνάμεις, ἄν δίνεις τή ζωή σου σέ ἄλλες δυνάμεις, Ἐκεῖνος ἀπό τήν ἀγάπη Του δέν σοῦ ἀποκαλύπτει τή δύναμή Του, γιά νά μήν ἐξαφανίσει τήν τάση πού ἔχεις νά πηγαίνεις σέ ἄλλες δυνάμεις. Κι αὐτό τό σέβεται. Ἀλλά ἄν δέν ἐξαρτηθεῖς ἀπό ἄλλες δυνάμεις, Ἐκεῖνος γίνεται ἡ Δύναμις ἡ ἀγαπητική, ἡ ταπεινή, πού εἰσέρχεται μέσα σου. 
«Ἥψατό μού τις», «ἐξῆλθε δύναμις ἀπ᾿ ἐμοῦ». Καθοριστικό τό γεγονός. Καί ὑπάρχει καί αὐτό τό ἄγγιγμα: «Ἥψατο», «κρατήσας τῆς χειρός» τῆς κόρης τῆς νεκρῆς τοῦ Ἰαείρου. Ὑπάρχει καί αὐτό τό ὁλοκληρωτικό ἄγγιγμα. Δέν εἶναι ἕνα ρομαντικό μέγεθος καρδιακοῦ ἁπλῶς συναισθηματισμοῦ. Ὁλόκληρη ἡ καρδιά ἀλλάζει καί ἀκουμπᾶς τόν Χριστό, γίνεσαι ἕνα μέ Αὐτόν. Αὐτό εἶναι μιά πρακτική ἔκφραση ζωῆς, ὅτι ἡ ζωή σου, ἡ ὕπαρξή σου γίνεται τό σῶμα Του, εἶσαι μέρος τοῦ σώματός Του. Δέν κινεῖσαι ἀνεξάρτητα, δέν ἔχεις ἁπλῶς μιά πτυχή τῆς καρδιᾶς σου πού λέει «Χριστός». Εἶσαι ὁλόκληρος χριστοποιημένος, γιατί εἶσαι μέσα στό σῶμα Του. Εἶναι πιά ἡ Ἐκκλησία, πού σωματοποιεῖς ὅλη αὐτή τήν ἀγάπη, αὐτό τό ἀκούμπηγμα, αὐτή τήν ἁφή. Εἶναι πιά τό δόσιμο τό ὁποῖο λειτουργεῖ τό θαῦμα. Εἶναι πιά τό δόσιμο τό ὁποῖο λειτουργεῖ αὐτό τό «ἀκουμπάω». Εἶναι ἡ στροφή στόν Χριστό, πού λειτουργεῖ ὅλη τή θεραπεία τή δική μας καί βλέπετε, λέει «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ἔρχεται πιά ἡ πίστη καί ἀλλάζει τόν ἄνθρωπο, τόν ὁλοκληρώνει, τόν κάνει ἄνθρωπο. Δέν τόν κάνει κομματιασμένο, δέν τόν κάνει διχασμένο. 
Κάπως ἔτσι μποροῦμε νά προσεγγίσουμε αὐτό τό μυστήριο τῆς πίστεως, πολύ ἐξωτερικά μέν, ἀλλά κάπως μποροῦμε νά τό ὁρίσουμε κι αὐτό πιά μᾶς ἀφορᾶ, ἐμᾶς τούς διχασμένους πού ἀγαπᾶμε τόν Χριστό διχασμένοι, προσεγγίζουμε τόν Χριστό κομματιασμένα, ποσοστιαῖα, πού αὐτό πιά δέν ἀφήνει τόν Χριστό μές στήν ἀγάπη Του νά μᾶς δώσει αὐτό πού εἶναι, γιατί μᾶς ἀγαπάει. Σέβεται αὐτό πού θέλουμε, ἔστω καί τή διαστροφή μας καί τόν διχασμό μας, καί ἔρχεται θεραπευτικά σιγά-σιγά νά μᾶς γιατρέψει. Αὐτά νά τά ἀκουμπήσουμε. Ἐδῶ χρειάζεται πολλή ἀνάταση ζωῆς καί μεταμόρφωση ζωῆς, γιατί σέ ἕναν κόσμο πού τόσα πειρασμικά μεγέθη καί τόσα πολύπτυχα μεγέθη ἔχει γύρω μας μποροῦμε εὔκολα νά κομματιαστοῦμε. 
Ἀκουμπῆστε πραγματικά τήν περικοπή· ὄχι καταλάβετέ την. Ἀκουμπῆστε την καί ἑρμηνεῦστε την μέσα στήν καρδιά σας. Ἔτσι ἑρμηνεύονται οἱ περικοπές, ἄν γίνουν καρδιακά γεγονότα πού ἑρμηνεύονται στήν πράξη τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. 

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Τί εἶναι ἡ νοερὴ προσευχὴ καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 
ΜΣΤ´ 
Τί εἶναι ἡ νοερὴ προσευχὴ καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνεται.
Ἡ νοερὴ καὶ καρδιακὴ προσευχή, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τοὺς καλουμένους Νηπτικούς, εἶναι ἡ συγκέντρωσις τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ στὴν καρδιά του κυρίως, καὶ χωρὶς νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸ στόμα, μὲ μόνο τὸν ἐνδιάθετο λόγο, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖται μέσα στὴν καρδιά, νὰ λέγῃ αὐτὴ τὴ σύντομη καὶ μονολόγιστη προσευχή· δηλαδὴ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», κρατώντας λίγο καὶ τὴν ἀναπνοή (85). Καταχρηστικὰ ὅμως καὶ εὐρύτερα νοερὴ προσευχὴ λέγεται καὶ κάθε ἄλλη δέησις ποὺ δὲν θὰ γίνῃ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐνδιάθετο λόγο τῆς καρδιᾶς ποὺ ἀναφέρθηκε. 
Ἄν, λοιπόν, ἀδελφέ, ἀγαπᾷς νὰ εἰσακουσθῇς πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ λάβης ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ζητᾶς, ἀγωνίζου ὅσο μπορεῖς σ᾿ αὐτὴ τὴ νοερὴ προσευχή, παρακαλώντας τὸν Θεὸ μὲ ὅλο σου τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ σὲ ἐλεήσῃ καὶ νὰ σοῦ δώσῃ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα καὶ σὲ συμφέρουν γιὰ τὴ σωτηρία σου. Διότι, ὅσο περισσότερο κόπο ἔχει αὐτὴ ἡ νοερὴ προσευχή, ἀπὸ ἐκείνη ποὺ λέγεται μὲ τὸ στόμα προφορικά, τόσο περισσότερο τὴν ἀκούει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἀκούει καλύτερα τὴν νοερὴ βοὴ τῆς καρδιᾶς, παρὰ τὶς δυνατὲς φωνὲς τοῦ στόματος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε στὸν Μωυσῆ ποὺ μόνο νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιὰ τὸν παρακαλοῦσε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους: «Γιατὶ φωνάζεις δυνατὰ πρὸς ἐμένα;» (Ἐξόδ. 14,15). 
Γνώριζε ἀκόμη ὅτι, ἐπειδὴ καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, εἶναι καθολικὸ Ὄνομα καὶ περιέχει ὅλες τὶς χάρες (86), ποὺ ζητᾶμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς μᾶς τὶς δίνει, γι᾿ αὐτὸ γιὰ κάθε ὑπόθεσι καὶ χάρι ποὺ ζητᾷς ἀπὸ τὸν Θεό, μπορεῖς νὰ χρησιμοποιῇς τὴν προρρηθεῖσα σύντομη αὐτὴν προσευχή, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Γιατὶ καὶ ὁ νοῦς συμμαζεύεται μὲ αὐτὴν πιὸ εὔκολα, ἐνῷ στὶς ἄλλες προσευχές, στὶς ἐκτενέστερες καὶ πολλές, ὁ νοῦς διασκορπίζεται. Ἐὰν ὅμως καὶ ἐπιθυμῇς, κατὰ τὶς διάφορες ὑποθέσεις καὶ χάριτες ποὺ ζητᾷς, νὰ προσεύχεσαι, ἐδῶ σοῦ παραθέτω μερικὲς προσευχές, γιὰ νὰ τὶς ἔχῃς ὡς παράδειγμα. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ζητᾷς κάποια ἀρετὴ καὶ χάρι, μπορεῖς νὰ πῇς μὲ τὴν καρδιά σου τὰ ἑξῆς· 
«Κύριε, ὁ Θεός μου, δός μου αὐτὴ τὴ χάρι καὶ ἀρετὴ γιὰ δόξα καὶ τιμὴ δική σου»· ἢ ἔτσι· «Κύριέ μου, ἐγὼ πιστεύω ὅτι σοῦ ἀρέσει καὶ εἶναι δόξα δική σου τὸ νὰ ζητήσω ἐγὼ καὶ νὰ λάβω αὐτὴ τὴν χάρι· ἐκπλήρωσέ μου λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου». Ὅταν ἔμπρακτα πολεμῆσαι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, θὰ προσευχηθῇς ἔτσι· «Τρέξε γρήγορα, Θεέ μου, νὰ μὲ βοηθήσῃς, γιὰ νὰ μὴ νικηθῶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούςμου· ἢ Θεὲ μου, καταφυγή μου, δύναμις τῆς ψυχῆς μου, βοήθησέ με γρήγορα, γιὰ νὰ μὴν πέσω». Ὅταν ἀκολουθῇ ἡ μάχη, ἀκολούθησε καὶ ἐσὺ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς προσευχῆς, ἀντιστεκόμενος γενναῖα σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ σὲ πολεμεῖ. Ἔπειτα, ἀφοῦ τελειώσει ἡ σκληρότητα τῆς μάχης, στρέψου πρὸς τὸν Θεό, παρουσίασε μπροστά του τὸν ἐχθρὸ ποὺ σὲ πολέμησε καὶ τὴν ἀδυναμία σου νὰ τοῦ ἀντισταθῇς λέγοντας· «Νά, Κύριε, τὸ δημιούργημα τῶν χεριῶν τῆς ἀγαθότητός σου, τὸ ἐξαγορασμένο μὲ τὸ Αἷμα σου. Νὰ ὁ ἐχθρός σου ποὺ ζητᾷ νὰ τὸ ἐξαφανίσῃ καὶ νὰ τὸ καταφάγη· σὲ σένα προστρέχω· σὲ σένα μόνον ἐλπίζω ποὺ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ παντοδύναμος· καὶ κύταξε τὴν ἀδυναμία μου καὶ τὴν ταχύτητα (ἂν δὲν μὲ βοηθήσῃς ἐσύ) νὰ ὑποταχθῶ ἐκούσια· βοήθησέ με λοιπόν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς μου». 
Σοῦ ὑπενθυμίζω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅταν κουρασθῇς νὰ προσεύχεσαι νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά, μπορεῖς νὰ λὲς καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ προφορικὰ τόσο τὴν εὐχὴ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ὅσο καὶ τὶς ἄλλες προσευχὲς ποὺ θὰ θελήσῃς. Φρόντιζε ὅμως καὶ νὰ συμμαζεύῃς τὸν νοῦ σου τότε γιὰ νὰ προσέχης στὰ λόγια τῆς προσευχῆς. 
Μερικοὶ μάλιστα λέγουν ὅτι νοερὰ προσευχὴ λέγεται ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς· ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφοῦ συμμαζέψη ὅλες τὶς νοερὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του μέσα στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ πῇ κανένα λόγο οὔτε προφορικό, οὔτε ἐνδιάθετο, μὲ μόνο τὸ νοῦ του σκέπτεται καὶ ἀμετάβατα ἀναλογίζεται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν ἐνώπιόν του· καὶ ὅτι αὐτὸς στέκεται μπροστά του πότε μὲ φόβο καὶ δέος σὰν ἕνας κατάδικος· πότε μὲ ζωντανὴ πίστι γιὰ νὰ λάβη τὴν βοήθειά του· καὶ πότε μὲ ἀγάπη καὶ χαρὰ γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσῃ παντοτεινά. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγε ὁ Δαβίδ· «Ἔβλεπα πάντοτε τὸν Κύριό μου ἐνώπιόν μου» (Ψαλμ. 15,8). Μπορεῖ ἡ προσευχὴ αὐτὴ νὰ γίνῃ καὶ μόνο μὲ ἕνα ἀμετάβατο βλέμμα τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό, πενθικὸ καὶ παρακαλεστικό, τὸ ὁποῖο βλέμμα εἶναι σὰν μία σιωπηλὴ ὑπενθύμησι ἐκείνης τῆς χάριτος, ποὺ τοῦ εἴχαμε ζητήσει προηγουμένως μὲ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ ἡ προσευχὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνῃ εὔκολα σὲ κάθε τόπο καὶ γιὰ κάθε ἀφορμὴ καὶ περίστασι, κράτησέ την στὰ χέρια σου σὰν ἕνα ὅπλο δυνατὸ καὶ εὐκολομεταχείριστο, καὶ θὰ ὠφεληθῇς καὶ θὰ βοηθηθῇς πολύ.
Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Ἀπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος
Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου,
Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος

Βίος Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Μεγάλου


Βίος Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Μεγάλου

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

῾Ο ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ᾽Ιωαννίκιος γεννήθηκε στὰ 754 (ἢ 762) στὴν κώμη τῶν Μαρυκάτων, βόρεια τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, τῆς Βιθυνίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἀγρότες καὶ ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν τοῦ ἀνέθεσαν νὰ φυλάει χοίρους. Εὐσεβὴς ἐκ φύσεως, ὁ ᾽Ιωαννίκιος, εἶχε ἐντούτοις παρασυρθεῖ μὲ τοὺς γονεῖς του νὰ προσχωρήσει στὴν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν κατατάχθηκε στὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά. ῎Εχοντας ρωμαλέα κράση καὶ θαρραλέο χαρακτήρα, δοξάσθηκε στὶς μάχες μὲ πολλὰ κατορθώματα. Μετὰ ἀπὸ δεκαεπτὰ χρόνια θητείας, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ μιὰ νικηφόρα ἐκστρατεία, πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὸ περιώνυμο μοναστικὸ κέντρο τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου τῆς Βιθυνίας καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα ἀσκητὴ ὁ ὁποῖος τοῦ κατέδειξε τὴν πλάνη του σχετικὰ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. ῾Ο νέος ἁνδρας μετανόησε ἀμέσως, προσκύνησε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μετανοίας.

Στὰ 795, οἱ Βούλγαροι εἰδωλολάτρες εἰσέβαλαν στὴ Θράκη. ῾Ο αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ’ συγκέντρωσε ισχυρὸ στρατὸ γιὰ νὰ τοὺς ἀπωθήσει, ἀλλὰ ὑπέστη οἰκτρὴ ἥττα στὸ φρούριο τῶν Μαρκελλῶν. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἐπέδειξε ἀσυνήθιστο ἡρωισμὸ τότε. ῎Εσωσε τὴ ζωὴ τοῦ αὐτοκράτορα καὶ σκότωσε σὲ μονομαχία ἕνα βάρβαρο, καθιστώντας ἔτσι δυνατὴ τὴν ὀπισθοχώρηση τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ. ῾Ο αὐτοκράτορας, σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης, θέλησε νὰ τὸν ἐντάξει στὴν προσωπική του ὑπηρεσία. Τὸ θέαμα ὄμως τῶν σφαγῶν καὶ τῶν φρικαλεοτήτων τοῦ πολέμου ἔκαμαν τὸν ᾽Ιωαννίκιο νὰ καταλάβει τὴ ματαιότητα τοῦ βίου τούτου. Ζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ὡς μόνη χάρη νὰ τοῦ δώσει τὴν ἄδεια νὰ ἀποστρατευθεῖ μετὰ ἀπὸ εἰκοσι τέσσερα χρόνια ἀφοσιωμένης ὑπηρεσίας, γιὰ νὰ διεξαγάγει ἐφεξῆς τὸν ἀόρατο πόλεμο στὶς τάξεις τῆς ἰσάγγελης στρατιᾶς. 
Μετέβη πρῶτα στὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων (ἢ ᾽Αγαύρων) κοντὰ στὴν Προύσα. ῾Ο ἠγούμενος ὅμως Γρηγόριος, βλέποντας τὴν ἀμάθειά του, τοῦ συνέστησε νὰ πάει πρῶτα νὰ προπαιδευθεῖ στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ νὰ λάβει τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ἀσκήσεως στοὺς κοαπους ἑνὸς κοινοβίου, πρὶν ἔλθει νὰ ζήσει ἀνάμεσα σὲ ἐμπειρότερους μοναχούς. Μετὰ ἀπὸ σύντομη παραμονὴ στὴ Μονὴ Τελάου κοντὰ στὴν ᾽Ατρώα, ἔγινε δεκτὸς στὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου ποὺ βρισκόταν σὲ πιὸ ἀπομονωμένη τοποθεσία, ὅπου γιὰ δύο χρόνια ἀποδείχθηκε ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους μοναχοὺς στὸν ἀγώνα κατὰ τῆς φιλαυτίας, τῆς φιληδονίας καὶ κάθε εἴδους πειρασμοῦ. Καθὼς ἦταν ἐντελῶς ἀπαίδευτος, ἔλαβε τὶς στοιχειώδεις γνώσεις στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ ἔμαθε ἀπὸ στήθους τριάντα ψαλμούς. Διψώντας ὅμως γιὰ μιὰ πιὸ ἀπομονωμένη ζωή, ὁ ᾽Ιωαννίκιος ζήτησε νὰ ἀποσυρθεῖ, μόνος τῷ Θεῷ μόνῳ, στὸ ὄρος Κόρακος Κεφαλὴ ποὺ δέσποζε πάνω ἀπὸ τὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου. ῎Εμεινε ἐκεῖ, λοιπόν, γιὰ μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα, δίχως τροφή, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ φέρει στὸν δρόμο του ἕναν πνευματικὸ πατέρα, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τῆς τελειότητος. Τὴν ἑβδόμη ἡμέρα, συνάντησε δύο ἐρημίτες ποὺ εἶχαν τὸ χάρισμα τῆς προορατικότητας, οἱ ὁποῖοι τοῦ προφήτευσαν τὸ μέλλον του καὶ τοῦ ἔδωσαν ἕναν τρίχινο χιτώνα καὶ ἕναν σταυρό, διαβεβαιώνοντάς τον ὅτι αὐτὰ θὰ τὸν βοηθοῦσαν πολὺ στοὺς ἀγῶνες ποὺ ἐπρόκειτο νὰ διεξάγει κατὰ τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους. 
῎Εκτοτε ὁ ἅγιος ἄρχισε τὸν μονήρη βίο του. ᾽Εγκαταστάθηκε ἀρχικὰ στὸ ὄρος Τριχάλικος, κοντὰ στὴν Προύσα καὶ τὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων. Καθὼς ὅμως ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν του δὲν ἄργησε νὰ ἁπλωθεῖ στὴν περιοχή, κατέφυγε σὲ πιὸ ἀπομονωμένο τόπο. ᾽Εγκαταστάθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ χαμένη στὰ βάθη ἑνὸς πυκνοῦ δάσους στὸ χωρὶο ῾Ελλήσποντος στὴν περιοχὴ τῆς Πανδήμου, ὅπου δὲν τὸν ἡξερε παρὰ μόνο ἕνας βοσκός, ὁ ὁποῖος μία φορά τὸν μήνα τοῦ ἑφερνε νερὸ καὶ ψωμί. Τρία χρόνια ἀργότερα, ξαναβρῆκε ἕναν παλαιό του σύντροφο ἀπὸ τὸν στρατό, τὸν ᾽Αντώνιο, ποὺ εἶχε κι αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸν κόσμο. ᾽Αποτραβήχθηκαν μαζι στὰ ἁγρια καὶ δύσβατα ὄρη τῆς Κουνδουρίας, κοντὰ στὰ Μύρα τῆς Λυκίας. Στὸν δρόμο, ὁ ᾽Ιωαννίκιος συνάντησε μιὰ νέα παρθένο θύμα τῶν πειρασμῶν τοῦ δαίμονος. Τὴν πλησίασε καὶ τῆς ζήτησε νὰ θέσει τὸ χέρι της στὸν αὐχένα του, λέγοντας: «Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πειρασμὸς ποὺ σοῦ ἐπιτίθεται, νὰ πέσει ἐπάνω μου!» ᾽Ενῶ ἡ νεαρή κόρη ἐπέστρεφε ἀναπαυμένη, ὁ ἅγιος ἀποτραβήχθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ δεχόμενος τρομερὲς ἐπιθέσεις τοῦ δαίμονος τῆς πορνείας. 
Τρία χρόνια ἀργότερα, καθὼς ὁ ᾽Αντώνιος εἶχε ἐπιστρέψει στὴ Μονὴ Αὐγάρων, ὁ ᾽Ιωαννίκιος ἀναχώρησε γιὰ νέα ἐρημητήρια στὰ βουνὰ τῆς Κιλικίας, ὅπου καὶ ἔμεινε ἑπτὰ χρόνια. Στὰ 807, μετὰ ἀπὸ ἕνα ὅραμα, ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ ᾽Εριστῆς στὴν Πάνδημο, γιὰ νὰ λάβει ἐκεῖ τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα, ἀφοῦ τὴν προηγουμένη πληροφόρησε τὸν ἡγούμενο Στέφανο γιὰ τὸ ὅραμά του. ῏Ηταν τότε πενήντα τεσσάρων χρόνων καὶ εἶχε περάσει δώδεκα χρόνια στὴν ἀσκητικὴ ζωή. Συνεχίζοντας τὶς περιπλανήσεις του, παρέμεινε ἕνα χρόνο σὲ μιὰ σπηλιὰ στὰ Μητάτα, κοντὰ στὸν ποταμὸ Γοργύτη, δεμένος σὲ μιὰ ἁλυσίδα. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ἀπομόνωσης, ἐπισκέφθηκε ἕναν ἅγιο Γέροντα, τὸν Γεώργιο, ποὺ ζοῦσε στὴ Χελιδόνα, στὸ ὁρος Ἄλσος τῆς Λυδίας, καὶ στὸν δρόμο σκότωσε μὲ τὴν προσευχὴ ἕνα φοβερὸ δράκοντα ποὺ ζοῦσε στὸν ποταμό, κτυπώντας τον μὲ τὴν ἁλυσίδα του. Πέρασε τρία χρόνια κοντὰ στὸν Γεώργιο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔμαθε τοὺς ὑπολοιπους ψαλμοὺς καὶ ὁλοκλήρωσε τὴ μοναχική του ἀγωγή.
Στὰ 810, ὁ Θεὸς τοῦ φανέρωσε σὲ ὅραμα ὅτι ἦταν πιὰ καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἐρημίες καὶ νὰ ἐργασθεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν. ᾽Αφοῦ πέρασε ἀπὸ τὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου, ξαναβρέθηκε στὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων καὶ ἐγκαταστάθηκε πάλι στὸ ὁρος Τριχάλικος συνοδευόμενος ἀπὸ τρεῖς μοναχούς ἀναμεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Εὐστράτιος στὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος προεῖπε τὸ ἔνδοξο μέλλον του ὡς ἡγουμένου τῆς Μονῆς Αὐγάρων καὶ ἄρχισε νὰ φανερώνει τὰ χαρίσματα τῆς προορατικότητάς του καὶ τῆς ἐξουσίας του ἐπὶ τῶν ζώων, ὅπως ὁ ᾽Αδὰμ στὸν Παράδεισο. ῾Ο ἅγιος δεχόταν ἐκεῖ πολλοὺς ἐπισκέπτες, παρηγοροῦσε τὶς χειμαζόμενες ψυχές, ἔφερνε πίσω στὸν δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀρετῆς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς αἱρετικοὺς εἰκονομάχους, θεράπευε τοὺς ἀρρώστους. ῏Ηταν τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, δίχως νὰ χάνει ποτὲ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀπάθεια ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε χαρίσει σὲ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων του. ῾Ο ὅσιος ᾽Ιωαννίκιος ἑλαμπε ἰδιαιτέρως διὰ τῆς δωρεᾶς τῆς προφητείας. Προέβλεψε, μεταξὺ ἄλλων, τὴν ἥττα τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Α’ τοῦ Ραγκαβὲ (813) στὸν πόλεμο κατὰ τῶν Βουλγάρων, τὴν ἀνάρρηση στὴν ἐξουσία τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου (813-820) καὶ τὸν τρομερὸ διωγμὸ ποὺ θὰ ἐξαπελυε κατὰ τῶν ὀρθοδόξων. 
᾽Επιστρέφοντας στὸ, ὄρος Ἄλσος τῆς Λυδίας, στὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου, ὁ ὅσιος δηλητηριάσθηκε ἀπό ἕναν Πέρση (μάγο), ὀνομαζόμενο Γουρία. Τὴν ἑπόμενη νύκτα ὅμως, ἐμφανίσθηκε στὸ ὁνειρό του ὁ ἅγιος Εὐστάθιος (20 Σεπτ.). Τοῦ ἑδωσε νὰ φάει ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ τὸν γιάτρεψε ἀμέσως. ῾Ως δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης του ἔκτισε στὸν τόπο ἐκεῖνο ἐκκλησία καὶ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Εὐστάθιο, ποὺ λίγα χρόνια μετὰ ἀριθμοῦσε περισσότερους ἀπὸ ἑβδομήντα μοναχούς. Μιὰ ἁλλη φορά, φανερώθηκε στὸ ὁνειρό του ἕνα ἁγίασμα καὶ ἄκουσε φωνὴ ποὺ τοῦ ἑδινε τὴν ἐντολὴ νὰ κτίσει στὸ μέρος ἐκεῖνο ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ὅπως καὶ ἕνα μοναστήρι. ῾Ο ὅσιος ἀνειλαβε ἀμέσως τὴν οἰκοδόμηση, βοηθώντας τοὺς ἐργάτες μὲ τὰ θαύματά του. ᾽Εξαφάνισε πολλὲς φορὲς τὰ φίδια ποὺ κατέκλυζαν τὸν τόπο, μὲ τὴ βοήθεια τῆς σιδερένιας ράβδου μὲ ἕνα σταυρὸ στὴν κορυφή της, τὴν ὁποία κρατοῦσε πάντα στὸ χέρι. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τιμᾶται ἔκτοτε ὡς προστάτης κατὰ τῶν φιδιῶν καὶ κάθε ἰοβόλου. Ἴδρυσε καὶ ἕνα τρίτο μοναστήρι, ἀφιερωμένο στοὺς ἁγίους ᾽Αποστολους Πέτρο καὶ Παῦλο. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὀργάνωσε τὰ τρία αὐτὰ καθιδρύματα, ἐπέστρεψε στὴν ἡσυχία μόνος τῷ Θεῷ μόνῳ προσομιλῶν σὲ τόπο ποὺ γνώριζε μόνον ὁ Εὐστράτιος. 
Κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου, ὁ ὅσιος δεχόταν πολλοὺς ἐπισκέπτες στὸ ἐρημητήριό του. Παρηγοροῦσε καὶ στερέωνε στὴν ὀρθόδοξη πίστη μοναχοὺς καὶ λαϊκοὺς μὲ τὸν θεόπνευστο λόγο του καὶ τὰ θαύματά του. Μία ἡμέρα ὁ μαθητής του Εὐστράτιος ποὺ μπῆκε ἀθόρυβα στὸ κελλί του τὸν εἴδε μετέωρο, δύο πήχεις πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, μεταρσιωμένον ἀπὸ τὴν πρόγευση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. 
᾽Ενῶ ἐμαίνετο ὁ διωγμός, ὁ ἁνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε στὸ ὄρος Τριχάλικος καὶ δὲν ἔφυγε παρὰ μόνον μία φορὰ γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴ Θράκη καὶ νὰ ἐλευθερώσει μὲ θαῦμα τοὺς αἰχμαλώτους ποὺ ἦταν στὰ χέρια τῶν Βουλγάρων. ῾Η φήμη του εἴχε ἤδη διαδοθεῖ σὲ ὅλη τὴν ᾽Ανατολὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε εὐσεβὴς χριστιανός, περαστικὸς ἀπὸ τὴν περιοχή, ποὺ νὰ μὴν ἔλθει νὰ λάβει τὴν εὐλογία τοῦ μεγάλου Γέροντος. Τὸ 824, μιὰ ὁμάδα ἀπὸ περίπου ἑκατὸ προσωπικότητες τῆς ᾽Εκκλησίας, μεταξὺ τῶν ἐπιφανέστερων τῆς ἐποχῆς (ἀνάμεσά τους ἦταν οἱ μητροπολίτες Χαλκηδόνος καὶ Νικαίας, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καὶ ὁ Κλήμης ὁ Νοτάριος), ἦλθαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν ὅσιο καὶ τὸν ρώτησαν ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἀπάντησε ὅτι εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Γιατὶ ἀπὸ ταπεινοφροσύνη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών (Φιλιπ. 2, 7) γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν θάνατο, στὸν ὁποῖο περιέπεσε ὁ πρόγονός μας ᾽Αδὰμ ἀπὸ ὑπερηφάνεια. ᾽Αποχαιρέτησε κατόπιν τοὺς φιλοξενουμένους του δίχως νὰ παραλείψει νὰ προείπει ὑπαινικτικὰ τὸ μελλον ὁρισμένων ἀπὸ αὐτούς. Μιὰ ἁλλη φορά, μετὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἁγίου Πέτρου τοῦ ἐν ᾽Ατρώᾳ (3 ᾽Ιαν,), τοῦ ἀποκαλύφθηκε ὁ ἐπικείμενος θάνατος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ὁμολογητοῦ τῆς ᾽Ορθοδοξίας καὶ περιέγραψε τὴ σκῃνὴ στοὺς μαθητές του (837). Δέχθηκε ἐπίσης τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Νεου (5 ᾽Οκτ.), τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ ὁποίου δοκίμασε κατηγορώντας τον ψευδῶς γιὰ φόνο. ᾽Επιστρέφοντας μία ἡμέρα ὁ ᾽Ιωαννίκιος ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου ᾽Αγροῦ, ὅπου εἴχε μεταβεῖ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο τοῦ ὁσίου Θεοφάνους τοῦ ῾Ομολογητοῦ (12 Μαρτ,), πέρασε ἀπὸ τὸ μοναστήρι ποὺ βρίσκεται στὸ νησὶ Θάσιο, βορείως τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, ὅπου ὁ ἡγούμενος ὅσιος Δανιὴλ (12 Σεπτ.) τὸν ὑποδέχθηκε θερμὰ ὡς νέο προφήτη καί μετὰ ἀπὸ αἴτημα τῶν μοναχῶν, ἔδιωξε ἕνα μεγάλο φίδι ποὺ εἶχε τρομοκρατήσει τοὺς ντόπιους. ᾽Αναχώρησαν κατόπιν μὲ τὸν Δανιὴλ γιὰ νὰ διάγουν ἐρημικὸ βίο στὶς σπηλιὲς τῆς Τοπαρχῆς. ᾽Εκεῖ τὸν δάγκασε ἕνα φίδι, ἀλλὰ σώθηκε ἀβλαβὴς ἀπὸ θαῦμα καὶ μετὰ ἀπὸ σαράντα ἡμέρες ἐπέστρεψε στὸ ὁρος Τριχάλικος. 
Μία ἡμέρα, ἦλθε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ ἕνας μοναχὸς ποὺ θεωροῦσε ἀπίστευτα τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ ὅσιος. ῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὸν καλοδέχθηκε καὶ τὸν φίλεψε. Κατὰ τὸ γεῦμα, ἐμφανίσθηκε αἱφνης μία ἀρκούδα σπέρνοντας τὸν πανικὸ στοὺς συνδαιτυμόνες. ῾Ο ἅγιος τότε τὴν κάλεσε μὲ γλυκύτητα στὴ φωνὴ καὶ τὸ ζῶο ἦρθε νὰ ξαπλώσει στὰ πόδια του. Τοῦ ἑδωσε κατόπιν ἐντολὴ νὰ κάνει τὸ ἴδιο μπροστὰ σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς εἶπε: «Κατὰ τὴ δημιουργία τους τὰ ζῶα σέβονταν τὸν ἁνθρωπο ποὺ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόναν τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τοῦ ἐνέπνεαν κανένα φόβο. Τώρα ὅμως τὰ φοβόμαστε, γιατὶ ἑχουμε παραβεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. ᾽Εὰν ἀγαπᾶμε τὸν Κύριό μας ᾽Ιησοῦ Χριστὸ καὶ φυλᾶμε τὶς ἐντολές Του, κανένα ζῶο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βλάψει». Οἱ ὁμοτράπεζοι ἀναχώρησαν ὠφελημένοι, δίχως ἔκτοτε νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ὁσίου. Κατὰ τὸν πολεμο ἐναντίον τῶν Σαρακηνῶν (838), ἦρθαν νὰ τοῦ ἀναφέρουν τὴ φρικτὴ κατάσταση τῶν χριστιανῶν αἰχμαλώτων στὸ ᾽Αμόριο τῆς Φρυγίας. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἔχυσε δάκρυα συμπόνιας ἀκούγοντας τὴ διήγηση καὶ τὴν ἑπόμενη νύκτα φανερώθηκε στοὺς αἰχμαλώτους καὶ τοὺς ἐλευθέρωσε θαυματουργικῶς ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες τους. 
᾽Ενοχλούμενος ἀπὸ τὴ φήμη του, ὁ ἅγιος ἐπέστρεψε, μὲ τὸν Εὐστράτιο, στὴν ἐρημία τοῦ ὄρους Κόρακος Κεφαλὴ καὶ ἐγκαταβίωσαν σὲ ξεχωριστὰ κελλία. ᾽Ενῶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ τύραννος Θεόφιλος καταδίωκε ἀγρίως τὴν ᾽Εκκλησία καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς μοναχοὺς ποὺ ὑπερασπίζονταν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴ δύναμη τῆς ἀληθινῆς πίστεως κάνοντας νέα θαύματα μὲ μεσολαβητὴ τὸν ἅγιο ἐρημίτη. Καθὼς πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Θεόφιλος ἄρχισε νὰ ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν ὀρθότητα ὅσων πίστευε (841), ἀπέστειλε μερικοὺς ἀγγελιοφόρους του στὸν ἅγιο ᾽Ιωαννίκιο, γιὰ νὰ λάβει συμβουλές. ῾Ο μακάριος Γέρων ἦταν κατηγορηματικός. Τοὺς εἴπε: ῞Οποιος δὲν ἀποτίει τὴν ὀφειλόμενη τιμὴ στὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, δὲν θὰ μπορέσει νὰ γίνει δεκτὸς στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀκόμη καὶ ἄν ἑζησε μιὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἐνάρετη ζωή. ῞Οπως ἀκριβῶς ὅσοι περιφρονοῦν τὴ δική σου εἰκόνα, βασιλέα, τιμωροῦνται αὐστηρά, τὸ ἴδιο καὶ ὅσοι ἐμπαίζουν τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ θὰ ριφθοῦν στὸ αἰώνιο πῦρ». Λέγεται ὅτι τὸν ἑπόμενο χρόνο, καθὼς ὁ Θεόφιλος ἧταν στὰ τελευταῖα του, εἶπε νὰ τοῦ φέρουν μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀσπάσθηκε μὲ δάκρυα πρὶν ξεψυχήσει. ῾Η γυναίκα του, ἡ εὐσεβεστάτη αὐγούστα Θεοδώρα (Ι Ι Φεβρ.), φρόντισε γρήγορα νὰ χειροτονηθεῖ ὁ Μεθόδιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (14 ᾽Ιουν.), κατὰ τὴν προφητεία τοῦ ὁσίου ᾽Ιωαννικίου, καὶ ἀπο κατέστησε ὁριστικὰ τὴν τιμὴ τῶν ἁγίων εἰκόνων (842). 
Τὰ ἑπόμενα χρόνια, ὁ πατριάρχης ἐργάσθηκε ὥστε νὰ ἐπαναφέρει τὴν τάξη στὴν ᾽Εκκλησία, δίχως ὡστόσο νὰ δείξει ἀκραία αὐστηρότητα ἀπέναντι στοὺς ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους ποὺ εἶχαν πέσει στὴν αἵρεση καὶ μετανόησαν. ῾Η στάση αὐτὴ δὲν ἄρεσε σὲ ὁρισμένους ἱεράρχες καὶ μοναχούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ἐκεῖνοι τῆς Μονῆς Στουδίου. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος στήριξε μὲ τὴν αὐθεντία του τὴν μετριοπαθῆ στάση τοῦ ἁγίου Μεθοδίου. 
Κάποιοι μοναχοὶ ποὺ φθονοῦσαν τὴ φήμη του, ἔβαλαν μιὰ μέρα φωτιὰ στὸ κελλί του. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος πλησίασε το πλῆθος ποὺ παρευρισκόταν ἐκεῖ ἀνίσχυρο νὰ κάνει ὁ,τιδήποτε γιὰ τὴ φωτιά, καὶ δίχως δυσκολία διέγνωσε ἀνάμεσά τους τοὺς αὐτουργούς. Τοὺς ἀπευθύνθηκε μὲ εὐπροσηγορία καὶ πραότητα καὶ τοὺς προσέφερε γεῦμα μὲ ὅ,τι μπόρεσε νὰ σώσει ἀπὸ τὴ φωτιά. ῾Ορισμένοι μετανόησαν μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑνδειξη εὐσπλαγνίας, ἀλλὰ ὁ μοναχὸς ᾽Επιφάνιος παρέμεινε ἀδιάλλακτος. ῾Ηδη ἐνενήντα δύο χρόνων τότε, καὶ ἐπιθυμώντας νὰ ἀναπαυθεῖ, ὁ ἁνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶδε στὸ γεγονὸς αὐτὸ ἕνα θεϊκὸ σημάδι καὶ ἀποφεύγοντας νὰ ξανακτίσει τό ἐρημητήριό του ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου, ἐκεί ἀκριβῶς ὅπου εἶχε πρωταρχίσει τὸν ἰσάγγελο βίο του, πρὶν πενήντα δύο ἑτη, διασχίζοντας ἀόρατος τὸ πλῆθος τῶν ἐπισκεπτῶν. ᾽Εκοιμήθη ἐκεῖ ἐν Κυρίῳ στὶς 4 Νοεμβρίου τοῦ 846, ἀφοῦ προεῖπε στὸν φίλο του ἅγιο Μεθόδιο, ποὺ εἶχε ἔρθει στὸ προσκέφαλό του, ὅτι θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε ὀκτὼ μῆνες ἀργότερα. Τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του οἱ μοναχοὶ τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου εἶδαν μιὰ πύρινη στήλη νὰ ὑψώνεται ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Μέγα πλῆθος μοναχῶν καὶ πιστῶν ποὺ ἦλθαν ἀπὸ παντοῦ παρευρέθησαν στὴν κηδεία του καὶ τὰ τίμια λείψανά του συνέχισαν κατόπιν νὰ θαυματουργοῦν. 
῾Η κάρα του τιμᾶται σήμερα στὴ Μονὴ Παντοκράτορος τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ᾽Εγκωμιάζεται στὸ Συνοδικὸν τῆς ᾽Ορἑοδοξίας μεταξὺ τῶν μεγαλυτέρων ὁμολογητῶν καὶ χαρακτηρίζεται «προφητικώτατος».

※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 3ος - Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

※ 

Δημοφιλείς αναρτήσεις