Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ – ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


Γεώργιος Κλόντζας, «Επί Σοι Χαίρει», τέλη 16ου αι.

 ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ  

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Στην εικόνα αυτή του Γεωργίου Κλόντζα, συνδυάζονται διάφορα θέματα και συνθέτουν μία θριαμβευτική δοξολογία προς την Παναγία, η οποία εικονίζεται στο κέντρο της σύνθεσης, μέσα σε δόξα, με τον Χριστό στην αγκαλιά της και σε θρόνο από σεραφείμ. Γύρω της σε ομόκεντρους κύκλους που έχουν αυξανόμενο πλάτος, υπάρχουν οι τροχοί, τα χερουβείμ, οι άγγελοι, τα ζώδια, το Δωδεκάορτο και οι οίκοι του Ακάθιστου Ύμνου, σκηνές από τη Γένεση και επάνω και στη μέση, εκκλησία με τον Εσταυρωμένο. Στο κάτω μέρος, μέσα σε μία λιμνοθάλασσα που θυμίζει τη Βενετία, εικονίζεται η Άνω Ιερουσαλήμ, αλλά και άγιοι, οι οποίοι παρατάσσονται σε πυκνές ιεραρχημένες ομάδες. Έτσι όλο το σύμπαν και το ανθρώπινο γένος, υμνεί την Παναγία για τον ρόλο της στην Ενσάρκωση.

Το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, «ὀρθοστάδην» το πλήθος έψαλε τον, από τότε ονομαζόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ο ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Η παράδοση αποδίδει τον «Ακάθιστο ύμνο» στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. 
ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ 
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα Χαίρε , Νύμφη ανύμφευτε

 


πηγή cityculture.gr /Επί Σοι Χαίρει, Κεχαριτωμένη Ακάθιστος Ύμνος 

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Τέσσερις τρόποι ποὺ σκοτίζουν τὴν ψυχή


Τέσσερις τρόποι ποὺ σκοτίζουν τὴν ψυχή  
Μακ. Αἰμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. 
 πηγή:εδώ 
Ο ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἔχει πνευματικὴ ζωή, νὰ ἔχει το φῶς στὴ ζωή του, πρέπει νὰ ἔχει τελεία ἐπικοινωνία μὲ τὸ περιβάλλον του. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν ἁπλῆ, τὴν φυσική, τὴν ἄνετη ἐγκατάλειψη καὶ παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ του στὸν ἄλλον, καὶ ἑπομένως τὴν βίωση τοῦ ἄλλου ὡς οἰκείου μέλους, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει Θεόν. Γι’ αὐτὸ σκοτίζεται ἡ ψυχή, ὅταν κλονίζεται ἡ σχέση της μὲ τὸν Θεό. 
Μῖσος 
Πῶς ὅμως κλονίζεται; Μὲ τὸ νὰ μισεῖ τον πλησίον του. Τὸ μισῶ τὸν πλησίον ἔχει κατὰ κύριον λόγο ἐνεργητικὴ ἔννοια καὶ σημαίνει, κτυπῶ, ἀρνοῦμαι, ἐπιτίθεμαι ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἐκφράζει τὴν ἐπιθετικὴ διάθεση τῆς ψυχῆς. Ἀντὶ νὰ ἔχω φυσικὴ σχέση μὲ τὸν ἄλλον, νὰ τὸν βάζω στὴν καρδιά μου, ἔχω τὸ μῖσος, ποὺ εἶναι μία ἔξοδος τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν καρδιά μου καὶ ἀπὸ τὴν ζωή μου. 
Μῖσος λοιπὸν εἶναι νὰ βλέπω ὡς ἕτερον τὸν ἄλλον, νὰ τὸν πετάω ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου, νὰ μὴν τὸ θεωρῶ ὡς εἶναι μου. Ἀντὶ νὰ δῶ ὅτι ὁ ἄλλος εἶμαι ἐγώ, βλέπω ὅτι εἶναι κάτι διαφορετικό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι φυσικὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, ἀλλὰ γιά μᾶς, ποὺ εἴμαστε σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ἀφύσικο. Τὸ μῖσος εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων ἁμαρτημάτων, διότι εἶναι ἀπόρροια μεγάλης ἐμπαθείας καὶ δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δούλεψε πολλὰ χρόνια στὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη, καὶ ἔχει σκληρυνθεῖ τόσο πολὺ ἡ καρδιά του, ὥστε κατὰ κάποιο τρόπο ἔγινε ἀνώμαλη καὶ ὄχι μόνο δὲν μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει, ἀλλὰ καὶ μισεῖ. Χρειάζεται πολὺ δάκρυ γιὰ νὰ ἀποβάλλει κάποιος τὸ μῖσος. Δὲν εἶναι ὑπόθεση μιᾶς ἀποφάσεως ἁπλῶς ἢ ἀγῶνος μιᾶς μέρας. Ὅταν μισῶ κάποιον, δὲν μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν μισῶ. 
Μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν χτυπήσω, νὰ μὴν τὸν βλάψω, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν τὸν μισῶ πλέον, χρειάζεται μιὰ ἐσωτερικὴ κάθαρσις. Τὸ μῖσος πρὸς τὸν πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι’ αὐτὸ καὶ συσκοτίζει τὴν ψυχή. 
Ἐξουδένωση 
Πῶς ἀλλιῶς κλονίζεται ἡ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους; Μὲ τὴν ἐξουδένωση. Μὲ τὸ νὰ ταπεινώνεις τὸν ἄλλον. Μὲ τὸ νὰ τὸν κρίνεις. Ὅταν ὅμως κρίνω τὸν ἄλλον, τὸν βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Εἶναι τόσος ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐνώπιον τῆς κρίσεώς του, οὔτε ἕνας Θεός, πόσο μᾶλλον ἕνας ἄνθρωπος. Τὸ νὰ θεωρῶ τὸν ἄλλον ὡς κατώτερο, περισσότερο ὅμως τὸ νὰ τὸ ἐκφράζω, εἶναι κεφαλαιῶδες ἁμάρτημα. 
Ζήλεια 
λλη μορφὴ σχέσεώς μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἡ ὁποία διαταράσσει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα, εἶναι ἡ ζήλεια μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες. Ζηλεύω κάποιον ἀπὸ ἀγάπη, τὸν θεωρῶ δικό μου καὶ ἑνώνομαι ἀναπόσπαστα μαζί του. Ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν εἶναι ἐν τῷ σώματι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μία ὑποβίβαση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀνθρώπινη σχέση. Εἶναι ἐπίσης μία πλήρης μοιχικὴ ἐσωτερικὴ ἐνέργεια. Ἂν πάρουμε τὴν ζήλεια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ζηλεύω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀπωθῶ, τότε ἡ ζήλεια εἶναι ἔκφραση ἐσωτερικῆς ἀδυναμίας ἀλλὰ καὶ ἀνώμαλης ἀγάπης. Δηλαδὴ τὸν ἀγαπῶ κατὰ τρόπο ἐγωιστικὸ καὶ ἀποκλειστικό, πιστεύω ὅτι ἔχω δικαιώματα στὴ ζωή του καὶ ὅτι αὐτὸς ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντί μου, ὅτι πρέπει νὰ μοῦ δίνει λογαριασμὸ γιὰ τὸ ποῦ πηγαίνει καὶ τί κάνει. Ἡ ζήλεια λοιπὸν εἶναι διαταραχὴ τῶν σχέσεών μας λόγῳ περισσῆς ἐσωτερικῆς ψυχικῆς ἐνέργειας. 
Ζήλεια εἶναι κάθε στροφὴ πρὸς τὸν ἄλλον, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ κάτι ὑπερβολικό, ἀπὸ ἕναν ζῆλο, ἀπὸ μία ζέση, ἀπὸ μία βράση. Ἑπομένως ζῆλος μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον μου, ἡ ἀγάπη μου, ἡ φροντίδα μου νὰ τὸν σώσω, νὰ τὸν βοηθήσω νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ζέσις εἶναι ἕνας ἀφύσικος ἐσωτερικὸς ὀργασμός, μία ἀφύσικη πνευματικὴ συσσωμάτωση. 
Γογγυσμός 
Τὸ ἀντίθετο τῆς ζήλειας εἶναι ὁ γογγυσμός, ὁ ὁποῖος ἐπίσης προέρχεται ἀπὸ ἀδυναμία τῆς ψυχῆς. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, ἀρνοῦμαι, παραπονοῦμαι, εἶμαι στενοχωρημένος, δὲν ἱκανοποιοῦμαι. Αὐτόν τον γογγυσμὸ τὸν ἐκφράζω στὸ περιβάλλον μου, στὰ γραπτά μου, στὴν προσευχή μου. Ζητῶ λόγου χάριν, κάτι ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἢ προσδοκῶ ἢ ἀπαιτῶ κάτι. Δὲν μοῦ τὸ δίνει ὅμως, γιατί καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸν δικό του ἀγῶνα καὶ πόθο, ἀπὸ τὴν δική του σκέψη, ἁμαρτία, χαρά, ἀπὸ τὴ δική του ἀκολασία, ἁγιότητα ἢ ἀρετή. Τότε πέφτω σὲ ἕναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιοῦμαι στὴν σκέψη του. Προσεύχεται αὐτός, νομίζω ὅτι μὲ ἀφήνει μοναχό μου. Ἐνδιαφέρεται γιὰ μένα, νομίζω ὅτι δὲν τὸ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ἢ ὅτι τὸ ἔκανε ἐλλιπές. Ὁ γογγυσμὸς εἶναι τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴ ζωή μας καὶ προέρχεται ἀπὸ ἕνα μειονεκτικὸ ἐγώ. Ἡ ζήλεια προέρχεται ἀπὸ ἕνα ἐγὼ ὑπερτροφικό, ἐνῷ ἡ ἐξουδένωση ἀπὸ ἕνα ἐγὼ αὐτοτρεφόμενο καὶ αὐτοδυναμούμενο ἄνευ Θεοῦ, ποὺ βλέπει τὸν ἄλλον κατώτερο, μηδαμινό. 
Τὸ μῖσος εἶναι ἡ διαφοροποίηση, ἡ ἀπώθηση τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν ὕπαρξη μας. 
Λόγοι Ἀσκητικοὶ, 
Ἑρμηνεία στὸν Ἀββὰ Ἠσαΐα.

Ο Μακαριστός Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης ήταν Προηγούμενος της Ἱεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους.

Διακονώντας αναστάσιμα τη ζωή του κόσμου

Τῌ ΠΕΜΠΤῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον

ι΄ 32 - 45 
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ πέμπτῃ τῶν Νηστειῶν, διετάχθημεν μνήμην ποιεῖσθαι τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  13 Απριλίου του 1997

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Πιστεύω πως δύσκολα μπορεί να ξαναγραφεί κείμενο το οποίο, με τόση απλότητα, γραφικότητα, διεισδυτικότητα και ρεαλισμό, να περιγράψει το είναι και το γίγνεσθαι της περπατησιάς του ανθρώπου πάνω στη γη. Αυτό το έκανε ο Χριστός μας μέσα από το κείμενο το ευαγγελικό που ακούσαμε πριν από λίγο, όπου μέσα από δύο κεντρικούς άξονες της διηγήσεως που ακούσαμε, της ευαγγελικής περικοπής, περιγράφεται πραγματικά όλο το σύνολο της ζωής μας πάνω στη γη, της προσωπικής μας στάσης προς τον κόσμο και της σχέσης με την οποία «κυριαρχούμε» και «κυριεύουμε» τα πράγματα. Με πολύ λίγα λόγια να προσπαθήσω αυτό το πραγματικά απλό, αλλά, την ίδια ώρα, πολύ βαθύ κείμενο να το ερμηνεύσω στην αγάπη σας, γιατί πραγματικά αποτελεί άξονα της καθημερινής ζωής μας.

Είναι δύο οι πόλοι της διηγήσεως. Στο πρώτο κεντρικό σύστημα, ο Χριστός ομιλεί για τον εαυτό Του. Αρχίζει από εκείνη τη φράση που λέει ότι «ἀναβαίνομεν» στα Ιεροσόλυμα και καταλήγει προς την Ανάστασή Του. Και ανάμεσα στα δύο αυτά τα μεγάλα γεγονότα, το «ἀναβαίνομεν» (και ποιος δεν θέλει να ανέβει;) και «θα αναστηθώ» (και ποιος δεν θέλει να αναστηθεί;), μπαίνουνε, από ό,τι φαίνεται, τα δύσκολα. Ομιλεί για το «παραδοθήσεται», το «μαστιγώσουσιν» και τα λοιπά· περιγράφει τη μαρτυρική του πορεία πάνω στη γη. Το «αναβαίνομεν» και το «ανιστάμεθα» ο Χριστός τα λέει για το πρόσωπό Του, και ανάμεσα στα αυτά τα δύο βάζει το μαρτυρικό, φαίνεται, στοιχείο.

Προσέξτε, για να απαλύνει το μαρτυρικό και για να δείξει που είναι ακριβώς βατό, και είναι δυνατό, χρησιμοποιεί το ρήμα «παραδίδω» με δύο τρόπους. Λέει, «παραδοθήσεται ο υιός του ανθρώπου». Θα παραδοθεί· σημαίνει που ο ίδιος έχει μια στάση θετική: «παραδοθήσεται». Δεν Τον πάνε όπου θέλουνε. Και μετά, «παραδώσουσιν» Αυτόν· Τον παίρνουνε λοιπόν τον Χριστό, νομίζουν που Τον κυριαρχούνε, και μετά δεν ξέρουνε τι να Τον κάνουνε και Τον πάνε από εδώ και από εκεί. Είναι το περπάτημα του Χριστού ανάμεσα στον Άννα, στον Καϊάφα και στον Πιλάτο. Τον έχουν στα χέρια τους και δεν μπορούν τι να κάνουνε με Αυτόν. Αυτό σημαίνει πως η πορεία μας που κυμαίνεται ανάμεσα στην ανάβαση και στην ανάσταση, και έτσι πάντα είναι τα πράγματα, μπορεί να φαίνεται που χαρακτηρίζεται από τα δύσκολα, που τα λέμε μαρτυρικά· αλλά για να μην διαλυθεί ο λαός του Θεού, ακούγοντας το μαρτυρικό και το δύσκολο, θα ξέρει πως, εφόσον η πορεία του είναι ανοδική και είναι αναστάσιμη, το «ανάμεσα» είναι στα χέρια του. Και ο Χριστός παραδίδεται, δηλαδή, αφήνεται να φαίνεται ότι κάνουν αυτό που θέλουν πάνω Του, και μετά τους έχει στα χέρια Του Εκείνος. Εκείνος τους πάει όπου θέλει. Το άγγιγμά Του, λέει ο Χρυσόστομος, πάνω στους διώκτες του ήταν αγιαστικό. Ακόμη και οι σταυρωτές Του αγίασαν. Ακόμη και οι σταυρωτές Του ομολόγησαν. Αυτό το «παραδίδομαι», αυτό το ότι φαίνεται μαρτυρικό, εφόσον το επιτρέπει ο Θεός, σημαίνει που γίνεται και για δικό μας προσωπικό καλό, αλλά ακόμη περισσότερο για την αγάπη του κόσμου και για τον αγιασμό του κόσμου. Ποτέ το μαρτυρικό να μην το θεωρήσουμε κάτι το οποίο μας πιέζει και μας εξουθενώνει γιατί ακριβώς πίσω από εκεί κρύβεται η αγάπη του Θεού και κρύβεται ο περαιτέρω, έμμεσος, αλλά πραγματικός, αγιασμός των διωκτών μας. Αυτός είναι ο πρώτος πόλος. Η προσωπική μας στάση μπρος στη ζωή.

Να ανεβούμε, να αναστηθούμε – τα δύσκολα που ζούμε κάθε μέρα· και αν τα κυριαρχήσουμε, να ξέρουμε που πίσω από εκεί κρύβεται η αγάπη του Θεού. Και όλα τα άλλα, μέσα από την αγάπη του Θεού, θα προσδιορίσουν τον αγιασμό των άλλων. Γι’ αυτό, βλέπετε, όταν περνούμε δύσκολες στιγμές, όταν πειραζόμαστε από τους άλλους, η προοπτική μας να μην είναι πόσο αντέχουμε ή δεν αντέχουμε εμείς. Η προοπτική μας να είναι τι αγιασμός μπορεί να περάσει απ’ τη δική μας απαντοχή. Και αυτή είναι η προοπτική της δυσκολίας και του πειρασμού που έρχεται. Ο Θεός επιτρέπει μέσα από εμάς, μέσα από το σταυρό μας, πολλοί άλλοι να αγιαστούν γύρω μας. Αν αυτό το αποτάξουμε και το πετάξουμε, χάνουμε την ευκαιρία της αναβάσεως και της αναστάσεως.

Και στον δεύτερο πόλο της διηγήσεως, ο Χριστός στρέφεται να περιγράψει το τι σημαίνει κυριαρχία και το τι σημαίνει εξουσία γιατί πολλοί λέει θέλουν, δοκούν, θέλουν, να κυριαρχήσουν και να εξουσιάσουν πάνω στα πράγματα του κόσμου. Προσέξτε τα δύο ρήματα που χρησιμοποιεί ο Χριστός: δεν λέει «κυριεύουν» και «εξουσιάζουν», λέει «κατακυριεύουν» και «κατεξουσιάζουν». Ενώ το «κυριαρχώ» και το «εξουσιάζω» είναι δωρεά δοθείσα από το Θεό μας. Εκείνος έδωσε στον άνθρωπο να κυριεύει πάνω στα πράγματα του κόσμου και να τα εξουσιάζει, που σημαίνει αγιαστικά, διακονικά και εν ταπεινώσει. Αυτό το «κατακυριεύω» και το «κατεξουσιάζω» δηλώνει ακριβώς τη διάλυση των δωρεών και των αγιασμένων δομών που έχουν μέσα τους οι λέξεις «κυριεύω» και «εξουσιάζω».

Είμαστε φτιαγμένοι να κυριαρχήσουμε στα πράγματα. Πρώτα στα πάθη μας και μετά πάνω στον κόσμο, και να εξουσιάσουμε όντας διάκονοι και λειτουργώντας τον αγιασμό των πραγμάτων. Δεν σας είπα πριν από λίγο πως και η δυσκολία και το μαρτύριο είναι για τον αγιασμό των άλλων; Αν λοιπόν το καταλάβουμε, με το δικό μας μαρτύριο θα διακονήσουμε την αλλαγή, την μεταμόρφωση του κόσμου. Αν δεν το καταλάβουμε, τότε θα πάρουμε την άλλη στάση και, αντί να εξουσιάσουμε στα πράγματα σταυρικά, θα «κατεξουσιάσουμε» και θα «κατακυριεύσουμε», όπως κάνουνε, είπε ο Χριστός μας, οι άρχοντες του κόσμου, και τότε θα διαλύσουμε τον κόσμο. Θα τον κάνουμε συντρίμμια από το εγωιστικό περπάτημά μας πάνω στη γη. Και τότε ακριβώς, αντί να αφήσουμε ίχνη αναστάσιμα στις καρδιές των άλλων, θα αφήσουμε τα ίχνη της βίας και τα ίχνη της εξαφανίσεως της δικής τους προσωπικής στάσεως.

Γι’ αυτό λέει, οι δικοί μου μαθηταί είναι για να διακονούν τον κόσμο· γι’ αυτό ήρθα εγώ και γι’ αυτό ήρθατε εσείς. Αυτά που είπε ο Χριστός σε αυτές τις λίγες γραμμές αποτελούν πραγματικά το ολοκληρωτικό σύστημα σκέψης, το πώς στεκόμαστε πάνω στη γη και τι κάνουμε για τον κόσμο. Ό,τι άλλο και να αναλύσουμε, ό,τι άλλο και να πούμε, για τον πόνο, για την αδικία, για τη διαμαρτυρία, είναι αποτυχία αν δεν καταλάβουμε αυτό το περιεχόμενο. Και ο Χριστός μας, πορευόμενος προς το πάθος, το έδωσε στους μαθητές Του, για να μην απογοητευτούν και να μην τα χάσουν και για να μπορούν να γίνουν  οι ίδιοι κήρυκες, βιωματικοί κήρυκες, αυτών των αληθειών. 

Αυτά λοιπόν τα οποία σήμερα αποκαλύφθηκαν στην αγάπη μας είναι για να ζήσουμε μέσα από μια σκληρή αλλά αναστάσιμη πραγματικότητα. Και αν δεν τα ζήσουμε αποτασσόμεθα το Ευαγγέλιο και απλώς κατακυριεύουμε τα πράγματα και τα εξουσιάζουμε, γινόμαστε δυνάστες και διαλυτές των πραγμάτων. Και τότε δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινωνία που θα έχει ισορροπία και μια κοινωνία που μπορεί να δώσει κάτι στη ζωή του κόσμου. Γιατί, από τα μικρά μεγέθη που έχουμε στα χέρια μας, τα διαλύουμε όλα· και μετά περιμένουμε οι άλλοι να κάνουνε κάτι για μας.

Θα διακονήσουμε και θα μαρτυρήσουμε αναστάσιμα, αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε τι σημαίνει το περπάτημά μας πάνω στη γη και τι σημαίνει το περπάτημα του Χριστού πάνω στη γη. 

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Περί μνήμης θανάτου



6 
Περί μνήμης θανάτου 
1. Πριν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψη. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας, προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα τοποθετήσαμε στην φυσική τους θέση και σειρά του λόγου. 
2. Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3. Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίο οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν δείχθηκε μετάνοια. 
4. Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξει καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5. Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψη του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6. Η μνήμη του θανάτου σ΄αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγηση των αμαρτιών τους και γλυκιά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστές πού ζουν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωση από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου – αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7. Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν μοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς, η φυσική από την παρά φύση δειλία του θανάτου. 
8. Αληθής απόδειξη εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο, είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνηση του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9. Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνοι, πού αμαρτάνουν συνεχώς, παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωση τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί, πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι, πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους, ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν γνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄ όσον όμως θα είχε ζυμωθεί με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11. Όταν πενθείς για τις αμαρτίες σου, μην ακούσεις ποτέ τον «κύνα» [=σκύλο] εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεό φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι, να βγάλει από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβο φόβο» [1]. Μην τον ακούσεις, παρά μόνο όταν τυχόν δεις τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωση. 
[1] Τι εννοεί με την έκφραση αυτή, γίνεται κατανοητό από αυτό που αναφέρει κατόπιν, στην παράγραφο 16. 
12. Αυτός που θέλει να διατηρεί πάντοτε μέσα του, την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφήνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμπά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13. Η ζωηρή μνήμη του θανάτου, λιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτονται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόβονται μαζί και τα πάθη. 
14. Η αναλγησία (σκληρότητα) της καρδιάς φέρνει πώρωση στον νου, και τα πολλά φαγητά ξεραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθεί η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15. Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος, θα τα δοκιμάσει και θα τα βρει με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρει και θα τα γευθεί, θα χαμογελάσει ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάσει περισσότερο. 
16. Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτη», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώση). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθηση του θανάτου είναι «άφοβη», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17. Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκεί πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό, να θυμάται τον Θεό, να θυμάται την ουράνια βασιλεία, να θυμάται τον ζήλο των Μαρτύρων, να θυμάται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ. (Ψαλμ. ιε΄ 8). Να θυμάται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντηση με τα τελώνια του αέρα, την απόφαση του Κριτή, την κόλαση. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18. Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξη για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,η μνήμη αυτή σαν δικαστής, μου το απαγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19. Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψη του θανάτου γινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανασήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20. Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησύχιου του Χωρηβίτη*. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν, συνέβη να ασθενήσει βαρύτατα και να φθάσει στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι πέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγουμε αμέσως. Και αφού έχτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να μιλήσει καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο βυθισμένος στις σκέψεις του, εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκσταση του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφραση του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέσει ποτέ πλέον να αμαρτήσει». 
Εμείς θαυμάζαμε, βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο, να έχει μεταμορφωθεί τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωση. Και αφού τον θάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού βρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιο του λείψανο, αλλά δεν τον βρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21. Μερικοί θεωρούν, ότι η θαλάσσια άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενη. Παρόμοια και η σκέψη του θανάτου, δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάσταση, ώστε και η αγνότητα και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστη, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθεί και αυτή η δύναμη των οστών τους. 
22. Ας βεβαιωθούμε ότι και αυτό είναι δώρο Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζουμε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζουμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμαστε. 
23. Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός θυμάται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς, δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24. Μη θέλεις να δείχνεις σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτα από τον Θεό να τους την φανερώσει εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέσει ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξη. 
25. Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσεις τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσουμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26. Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου».

Βαθμίδα έκτη! Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήσει, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» [Να θυμάσαι τα τέλη της ζωής σου και όσο ζεις δεν θα αμαρτήσεις] (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).

* [Το όρος Χωρήβ, είναι το βουνό στο οποίο δόθηκαν οι Δέκα Εντολές στον Μωυσή από τον Θεό] 

Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης. 

Κλίμαξ. 

Εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου. 

Ωρωπός

Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Βασίλειος Γοντικάκης Ἀρχιμανδρίτης


Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Βασίλειος Γοντικάκης
Ἀρχιμανδρίτης

Ἐρώτησι: Ἕνας περίφημος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας ὀνομάζει τὴν Παναγία οὐρανό: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος». Θὰ θέλατε, π. Βασίλειε, νὰ συζητήσουμε λίγο τὴ θέσι τῆς Πλατυτέρας τῶν Οὐρανῶν μέσα στὴν Ὀρθόδοξή μας Ἐκκλησία; 
Ἀπάντησι: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος»… Θυμᾶμαι ἕνα ἄλλο θεοτοκίο, ποὺ λέει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα», εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔκανε τὴ γῆ οὐρανό. Καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας λέει ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα καί, βλέποντάς τα, εἶδε καὶ εἶπε ὅτι ἦταν «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ κάλλος καὶ αὐτὴ ἡ καλοσύνη, ἀφοροῦσαν τὴν Παναγία. Δηλαδή, ἦταν ὅλα «καλά λίαν», ἐπειδὴ ὁδηγοῦσαν στὴν Παναγία, ἐπειδὴ ἐν τέλει θὰ ἐγεννάτο ἡ Παναγία. Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς ἀναμονῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. 
Ὁ Θεὸς δημιούργησε ὅλο τὸν κόσμο «καλόν λίαν» καὶ δημιούργησε στὸ τέλος τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸ πλάσιμο τοῦ ὁποίου καταβάλλει μία ἰδιαίτερη προσπάθεια, κάνει μία ἰδιαίτερη ἐνέργεια. Δὲν λέγει καὶ γεννᾶται ἀλλὰ πλάθει τὸν ἄνθρωπο «ἐκ τῆς γῆς» καὶ ἐμφυσᾶ «πνοήν ζωῆς» σ’ αὐτόν. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο «μοῖραν τῆς αὐτοῦ θεότητος». Κι ἔτσι, ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ γινώμαστε θεοὶ κατὰ χάριν, ἂν ὑπακούαμε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐν τέλει, ἀφοῦ μᾶς ἔκανε αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία εἶναι δίκοπο μαχαίρι -εἴτε πηγαίνεις ἐπάνω διὰ τῆς ὑπακοῆς εἴτε καταστρέφεσαι διὰ τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς αὐτονομίας- ἐμεῖς ἀκολουθήσαμε τὴ φιλαυτία καὶ χάσαμε τὸν Παράδεισο, βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ζήσαμε μία ζωὴ βασανισμένη, χιλιετίες καὶ αἰῶνες πολλούς. Καὶ αὐτὸ τὸ βάσανο τὸ ξέρουμε ὅλοι μας. 
Γεννιέται τότε τὸ ἐρώτημα πολλὲς φορές: Γιατί ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔσωσε, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀγαποῦσε; Ἐμεῖς παρηκούσαμε τοῦ πλάσαντος, κάναμε, ὅπως λέμε, τοῦ κεφαλιοῦ μας. Ἀλλὰ Αὐτός, ὡς Θεὸς εὔσπλαγχνος καὶ Πατέρας, γιατί δὲν μᾶς ἔβαζε πάλι στὸν Παράδεισο; Ὅμως δὲν ὑπάρχει Παράδεισος χωρὶς τὴν ἐλευθερία. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ σώση τὸν Ἰούδα;». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος καὶ λέει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὰ πάντα ἀλλὰ δὲν ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ σώση τὸν Ἰούδα, γιατί διὰ τῆς βίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία, παρὰ μόνο ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. 
Ἔτσι, λοιπόν, περιμέναμε χιλιετίες ὁλόκληρες, γιὰ νὰ ἔρθη κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, τί σημαίνει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, γιὰ νὰ τὸ καταλάβαινε αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἦταν καθαρὸς καὶ πολὺ ταπεινός. Καὶ γεννήθηκε ἡ Παναγία. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουμε μ’ ἐκεῖνα ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του: «Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πρὶν νὰ ἔρθη ἡ πίστι, ἤμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν Νόμο. Ὁ Νόμος ἔγινε παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν ἀλλὰ ὁ Νόμος, ὁποιοσδήποτε νόμος, ἦταν ἀνίκανος καὶ εἶναι ἀνίκανος νὰ σώση καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἄνθρωπο ἀληθινά. 
Γι’ αὐτό, ὅταν ἦρθε τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ὑπὸ… νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶναι ἡ γέννησι τῆς Παρθένου, τῆς γυναικὸς διὰ τῆς ὁποίας ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός. Αὐτὴ εἶναι ἡ «κλῖμαξ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» καί ἡ «γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
Αὐτή, λοιπόν, ἡ «ἐκ κοιλίας μητρός» τῆς ἠγιασμένη, ἀκριβῶς γιατί ἦταν καρπὸς πολλῆς προσευχῆς τῶν γονέων της, τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, ποὺ ζήτησαν νὰ τοὺς χαρίση ὁ Θεὸς ἕνα παιδί καὶ νὰ τὸ ἀφιερώσουν ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό, ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ βρεφικῆς ἡλικίας. Καὶ ἀκοῦμε στὴν ἀκολουθία τῶν Εἰσοδίων νὰ ψάλλη ἡ Ἐκκλησία ὅτι «τῶν ἁγίων εἰς ἅγια ἡ ἁγία καὶ ἄμωμος ἐν ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται». Ἐκεῖ μένει ἡ Παρθένος ἐπὶ χρόνια, ἐκεῖ τρέφεται μὲ τροφὴ Ἀγγέλου καί, ὅταν φθάση σὲ μία ὥριμη ἡλικία καὶ ἔχη ὡς μνηστῆρα τὸν Ἰωσήφ, δέχεται τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό καὶ εἶναι πιὰ ἱκανὴ νὰ πῆ «ναί» στὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, νὰ πῆ «γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου», νὰ δεχθῆ νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτή. Κι ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς, νὰ γίνη ἐκείνη ἡ ὁποία, διὰ τῆς ὅλης ὑπάρξεώς της, σαρκοποιεῖ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι, γίνεται ἡ «εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν», ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων καὶ αὐτὴ ποὺ πράγματι ἀξιώνεται νὰ κάνη τὴ γῆ οὐρανό. 
Ἐρώτησι: Οἱ Πατέρες, μιλώντας μὲ τὴ γλώσσα τῆς θεολογίας καὶ τῆς θεοπνευστίας, καθόρισαν γιὰ τὴν Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ὅτι βρίσκεται μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Τί σημαίνει αὐτό; 
Ἀπάντησι: Μ’ αὐτὸ πού μοῦ λέτε, θυμᾶμαι τὸν ὕμνο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Αὐτὴ εἶναι «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν». 
Θὰ ἤθελα τώρα νὰ ἔλεγα κάτι γενικὰ γιὰ τὶς γυναῖκες. Ὅπως εἴπατε, ἡ Παναγία -τὸ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς- εἶναι «μεθόριον κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως» καὶ κανεὶς δὲν μπορῆ νὰ ἔρθη πρὸς τὸν Θεό, παρὰ μόνο δι’ αὐτῆς. Καὶ εἶναι ἡ δόξα τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι τὸ «μητροπάρθενον κλέος». Εἶναι αὐτὴ, στὴν ὁποία «πᾶσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Καὶ εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἐκείνη ἡ ὁποία μᾶς ἔθρεψε καὶ μᾶς θήλασε μὲ τὴ Χάρι καὶ μὲ τὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἡ πρώτη, ἡ Εὕα, μᾶς θήλασε μὲ τὴν ἀνταρσία, μὲ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατο. 
Ἡ Παναγία, ὅπως λέει ἡ λέξι, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Καὶ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους, γιατί ξεπέρασε ὅλους σὲ καθαρότητα, σὲ ταπείνωσι καὶ σὲ ὑπακοή. Μπορεῖ νὰ εἶναι μεγάλοι ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, οἱ μεγάλοι Πατέρες, Ὁμολογητὲς καὶ Μάρτυρες. Ὅμως κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν Παναγία. Γι’ αὐτό, βλέπουμε ὅτι τὸ κάλλος τῆς Παναγίας καὶ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἀπὸ τὴν Παναγία, εἶναι «ἔσωθεν», εἶναι «ὁ τῆς κοιλίας αὐτῆς καρπός».Αὐτὸ τὸ κάλλος ποὺ γέννησε καὶ τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Θεός της, εἶναι αὐτὸ ποὺ φωτίζει ὅλη τὴ ζωή μας, τὰ προβλήματά μας καὶ τὶς δυσκολίες μας. 
Καὶ γυρίζω πάλι σ’ αὐτό ποὺ εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅτι θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω γιὰ τὶς γυναῖκες. Τὸ πῶς θὰ τιμήσουμε τὴ γυναίκα, τὸ πῶς θὰ γίνη αὐτὸ καὶ πῶς θὰ συμβῆ, θὰ τὸ βροῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ Θεοτόκο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο. Καὶ βλέπουμε, ὅτι οἱ γυναῖκες τώρα θέλουν νὰ πάρουν μία θέσι ἔνδοξη. Ἀλλὰ τὸ ποὺ μπορεῖ νὰ φθάση ἡ γυναίκα, τὸ ἔδειξε ἡ Παναγία μὲ τὸ νὰ γίνη «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Καὶ ἂν εἶναι μεγάλοι οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, κανεὶς δὲν εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὴν Παναγία• καὶ ἂν ἡ Παναγία εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς, δὲν ἔγινε, ὡστόσο, οὔτε διάκος οὔτε ἱερέας οὔτε δεσπότης. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν γίνονται διάκοι ἢ ἱερεῖς, ὄχι γιατί ὑποτιμῶνται μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ γιατί τιμῶνται ὑπερτέρως. 
Ἔτσι, ἀναδεικνύεται ἡ ἀλήθεια ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι, ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός καὶ ὅταν ταπεινώνωμαι, τότε δοξάζομαι. Καὶ τὸ ἀσθενὲς φύλο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς ὑπακοῆς καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως, τὴν ὁποία ἐφαρμόζουν καὶ ζοῦν οἱ Ἅγιοι καὶ τὴν ὁποία ἐφήρμοσε καὶ ἐνσάρκωσε ἰδιαιτέρως ἡ Παναγία, ἀποδεικνύεται ἰσχυρὸ καὶ ἰσχυρότερο. 
Ἐρώτησι: π. Βασίλειε, λέμε στὸν ὕμνο «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα». Ποιό είναι αυτό «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας»; 
Ἀπάντησι: Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔχθρα μεταξὺ τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς ὑπακοῆς. Κι ἐμεῖς μὲ τὴν παράβασι ἀκολουθήσαμε τὸν διάβολο καὶ ὄχι τὸν Θεό. Καὶ μᾶς πέρασε ὁ λογισμὸς, ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ φθάσουμε στὴν ἁγιότητα διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φθάσουμε στὴ θέωσι μὲ τὸ νὰ ὑπακούσουμε στὸν διάβολο. Καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ὅλο αὐτὸ τὸ χάσμα, ὅλος ὁ μεσότοιχος πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. 
Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξη κάποιος ἄνθρωπος φωτισμένος, καθαρός, ταπεινός, πανάγιος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς φθάνουμε στὴν ἐλευθερία, διὰ τῆς ταπεινώσεως φθάνουμε στὴ δόξα καί, θὰ ἔλεγα, διὰ τῆς παρθενίας καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως στὸν Θεὸ φθάνουμε στὸν ὄντως γάμο καὶ στὴν ἑνότητα τὴν ἀληθινὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ μὲ τὸν Θεό. 
Ἐρώτησι: Ἐρχόμενος, π. Βασίλειε, ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, τὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Κύπρο, ποὺ ἔχει ἀφιερώσει στὴν Παναγία πολλοὺς ναοὺς καὶ πολλὰ μοναστήρια, πῶς νοιώθετε; 
Ἀπάντησι: Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἦρθα στὴν Κύπρο προσκεκλημένος, μὲ μία διάθεσι νὰ μιλήσω γιὰ τὴν Παναγία. Καί, ἔκπληκτος, βρέθηκα στὸ νησὶ τῆς Παναγίας, γιατί σχεδὸν ὅλα τὰ μοναστήρια σας εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία, τόσες θαυματουργὲς εἰκόνες ἔχετε σὲ πολλὲς ἐκκλησίες καὶ στὰ σπίτια σας ἐσείς, οἱ Κύπριοι. 
Ἀλλὰ κάτι πού μοῦ ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι καὶ ἦταν μία δωρεὰ τῆς Παναγίας ἦταν, ὅταν ἐπισκέφθηκα ἕνα χωριό, τὴν Ὁρᾶ. Εἴδαμε μία πολὺ μεγάλη, πετρόκτιστη καὶ ὡραῖα ἐκκλησία καὶ πήγαμε νὰ προσκυνήσουμε. Ζητήσαμε, λοιπόν, νὰ ἔρθη ὁ νεωκόρος. Προσκυνήσαμε τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ μπήκαμε μέσα στὸ ἱερό. Βγαίνοντας ἔξω, εἴδαμε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸν ἀριστερὸ τοῖχο. Ἦταν ἀρχαία καὶ πάρα πολὺ ὡραῖα εἰκόνα. Τὴν ὥρα ποὺ προσκυνούσαμε, ὁ νεωκόρος, ἕνας ἡλικιωμένος ἄρχοντας τοῦ χωριοῦ, μοῦ εἶπε μία φράσι, ποὺ σ’ αὐτὴ ἦταν ὅλο τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ μυστηρίου τῆς Παναγίας. Αὐθόρμητα μοῦ εἶπε: «Εἶναι ὡραία ἡ Βασίλισσά μας. Γειά στὰ χέρια ἐκείνου ποὺ τὴν ἔκανε». 
Ἡ Βασίλισσα τῆς Κύπρου εἶναι ἡ Παναγία. Καὶ ἡ Παναγία εἶναι ὡραία• καὶ ὡραῖα τὴ λένε οἱ Προφῆτες, τὴ λένε οἱ Πατέρες, τὴ λένε οἱ ὕμνοι. Καὶ τὸ κάλλος τῆς Παναγίας ἠράσθη, ἀγάπησε ὁ Θεὸς καὶ ἔγινε ἄνθρωπος. Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας εἶναι τὸ κάλλος τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς καθαρότητος. Τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο ὅλο. Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι «τὸ ἀληθινὸν καὶ ἐράσμιον», ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεότης. 
Ἔτσι, συγκινήθηκα ἰδιαίτερα, ὅταν ἔνοιωσα αὐτὸ τὸ κάλλος, αὐτὴ τὴ χάρι, νὰ ὑπάρχη σ’ ὅλο τὸ νησὶ τῆς Παναγίας, ποὺ εἶναι ἡ Κύπρος. Καὶ συγκινεῖται κανεὶς ἰδιαίτερα, ὅταν βλέπη πόσο ζῆ ἡ Παναγία μεταξύ μας καὶ πόσο πράγματι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ. Ὄχι ἀπὸ ἕναν Προφήτη, ὄχι ἀπὸ ἕναν Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, χωριάτη καὶ ἄρχοντα, ἄκουσα αὐτὴ τὴ μεγάλη φράσι: «Ἡ Βασίλισσά μας εἶναι ὡραία». Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι, ποὺ θὰ σώση τὴν Κύπρο καὶ θὰ σώση τὸν κόσμο ὅλο. 
*Συνέντευξη σὲ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Κύπρου τὸν Μάιο τοῦ 1989.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Οι θεραπευτικές προεκτάσεις του Ευαγγελισμού στη ζωή μας

 

 A perspektíva jelentősége a rajzolásban - Művészház
 Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
α΄ 24 - 38
Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Κυριακή 25 Μαρτίου 2001.

 πατήστε εδώ για να ακούσετε το κήρυγμα

 γιορτή, ἡ κάθε γιορτή, μέσα σέ αὐτόν τόν χῶρο πού λέγεται Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει πάντοτε ἕναν διττό χαρακτήρα. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ὄχι μόνο μνημειακό κι οὔτε κἄν μουσειακό. Διττό χαρακτήρα ἐκφραζόμενο κατά τήν οὐράνια καί [κατά] τήν ἀνθρωπολογική της διάσταση. Οὐράνια, καταπῶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί ἐκφράζεται καί ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό τό ἀκοῦμε καί τό δεχόμαστε καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα, εἶναι τί προεκτάσεις ἀνθρωπολογικές ἔχει πάνω μας αὐτή ἡ γιορτή, δηλαδή πόσο βαθιά θεραπευτικές προεκτάσεις μπορεῖ νά ἔχει αὐτή ἡ γιορτή. Καί ἀξίζει τόν κόπο αὐτή τή γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καί ὅπως καί ὅλες τίς γιορτές, ἄν θέλουμε νά τίς συλλάβουμε πρακτικά γιά τή ζωή μας χωρίς νά τίς χάσουμε σέ μιά μνημειακή μόνο ἀναμέτρηση μαζί τους, νά τή δοῦμε καί ἔτσι. Τό οὐράνιο εἶναι δεδομένο. Ὁ Θεός ἐκφράζεται καί συγκαταβαίνει. Νά δοῦμε τό ἀνθρώπινο καί τί προεκτάσεις ἔχει πάνω μας. Τό πρῶτο μέρος εἶναι κατά τά ἀνθρώπινα κατανοητό, γίνεται ὁ Θεός ἄνθρωπος καί ἀλλάζει ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρου καί αὐτό ἔχει ἀπροσμέτρητες συνέπειες πάνω στή ζωή μας. Προσέξτε τώρα τό βαθύ ἀνθρωπολογικό πού λειτουργιέται στό κάθε μέρα τῆς ζωῆς μας καί λειτουργεῖ μιά βαθιά θεραπεία καί μιά ἰσορροπία ὅλου τοῦ ψυχοσωματικοῦ μας ὀργανισμοῦ. 

Τί εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός; Ἡ λειτουργία δύο προσώπων, τοῦ Ἀγγέλου καί τῆς Παναγίας. Ἀκοῦστε τί κάνει ὁ Ἄγγελος. Ὁ Ἄγγελος πρῶτα-πρῶτα, εἶναι ἕνα πνεῦμα λειτουργικό πού ἀποστέλλεται γιά νά διακονήσει τόν ἄνθρωπο. Βλέπετε τί κάνει; Εἶναι λειτουργικό πνεῦμα, ὑπηρετεῖ τόν Θεό, Τόν λειτουργεῖ καί ταυτόχρονα, ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο. Διττός ὁ χαρακτήρας του.  
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ Παναγία, πού φαίνεται νά δέχεται ἕνα μήνυμα, κάνει ἀκριβῶς τό ἴδιο τό πράγμα. Αὐτή ἡ ἀποδοχή εἶναι λειτουργία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπηρετεῖ καί διακονεῖ τόν ἄνθρωπο. Καί οἱ δύο, πού φαίνεται νά ἀντιτάσσονται σέ μία διαλογική ἀναμέτρηση, κάθε ἄλλο παρά σέ αὐτή βρίσκονται. Καί οἱ δύο ἀπό τό μέρος τους, μέσα ἀπό τό δικό τους κοίταγμα καί μέ τόν τρόπο τους, ὑπηρετοῦν τόν ἴδιο ταυτόχρονα σκοπό διττῶς: ὑπηρετοῦν τόν Θεό καί ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο.  
Γι᾽ αὐτό ἡ γιορτή εἶναι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ὄχι ἁπλῶς τῆς Συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Ἐδῶ γίνεται ἕνα ἄγγελμα τό ὁποῖο μᾶς καλεῖ σέ μία διπλή ἰσορροπία. Τό «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τό] «ὑπηρετεῖν» τόν ἄνθρωπο πού σημαίνει, προσέξτε τώρα τίς ἀπίθανες ἀνθρωπολογικές προεκτάσεις τῆς καθημερινότητας: Ἄν ἔχεις στόχους, παραδείγματος χάριν, νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους καί [νά] γίνεις ἀνθρωπιστής καί κάνεις μόνο αὐτό, κάνεις μισή δουλειά, γιατί ἡ λειτουργία, τοῦ «τούς ἀνθρώπους ἐξυπηρετεῖν», δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει ἄν δέν εἶναι ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νά γίνει δαιμονιώδης. Μπορεῖ νά γίνει καταστροφική, μπορεῖ νά γίνει ἀπάνθρωπη. Καί πόσες τέτοιες ἐκφράσεις δέν ἔχουμε μέσα στήν πορεία τῆς ζωῆς μας καί [στήν ἱστορία] τοῦ κόσμου. Ἡ ἱστορία τοῦ «λειτουργεῖν τῷ Θεῷ» καμία προοπτική [δέν ἔχει], ἄν δέν ἔχει μέσα της τό «λειτουργεῖν» τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νά γίνει μέσα της μιά διαλογιστική ἀτομικιστική κίνηση δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς εὐωχίας. Δηλαδή ἕνα ἀπίθανο κλείσιμο, τό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά ἄλλη ἀνθρωπολογική καταστροφή καί σέ πολύ βαθιές διαταραχές τῆς ψυχοσωματικῆς μας ἰσορροπίας. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει παρά μόνο ἀπό αὐτή τήν καθημερινή ἔκφραση, σέ αὐτό τό διπλό σχῆμα, τοῦ «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τοῦ] «ὑπηρετεῖν» τούς ἀνθρώπους. Ἄν δέν ἀντέχεις νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους, δέν μπορεῖς νά ὑπηρετεῖς τόν Θεό. Καί τά δύο λειτουργοῦν μαζί. Καί αὐτό πιά ἀποκτάει ἕνα κάλλος μέσα στήν Ὀρθόδοξη ζωή καί μᾶς δίνει ἰσορροπίες οἱ ὁποῖες ἀκριβῶς δίνουν ἀπαντήσεις στό πῶς θά σταθοῦμε καί πῶς θά ζήσουμε πάνω στή ζωή μας.  
Γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί αὐτή ἡ ἰσορροπία, πού ἄν τή διαταράξουμε, διαταραχθήκαμε ὁλόκληροι. Οὔτε ἀνθρωπιστές εἴμαστε, οὔτε θεϊστές εἴμαστε. Ἐμεῖς λειτουργοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διά τῆς προσφορᾶς μας, τῆς ζωῆς μας στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Καί τά δύο μαζί. Καί τότε ἀκριβῶς, ὁ Εὐαγγελισμός βρίσκει τό κάλλος του καί τότε ἡ ζωή μας ἰσορροπεῖ, γιατί ἀκριβῶς αὐτή ἡ γιορτή δηλώνει αὐτή τήν ἰσορροπία τοῦ Θείου μέ τό ἀνθρώπινο, σέ μία, προσέξτε, μυστική συνάφεια. Δέν μποροῦμε νά ἐκφράσουμε πῶς ἔγινε τό γεγονός, εἶναι ἄφραστο. Καί εἶναι πράγματι ἄφραστο. Ἄν ρωτήσετε δηλαδή, πόσα χιλιοστά τῆς ζωῆς μου νά βάλω γιά τόν Θεό καί πόσα γιά τούς ἀνθρώπους, αὐτό δέν γίνεται. Τά βάζεις καί τά δύο πέρα ἀπό ποσοστά. Καταπῶς μπορεῖς καί καταπῶς ζεῖς καί καταπῶς ὑπάρχεις. Δηλαδή τά βάζεις ὅλα. Τά ὅλα εἶναι ὅλα καί δέν εἶναι ποσοστά. Γι’ αὐτό, αὐτό εἶναι μυστήριο, αὐτή ἡ συνάφεια. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς δέν μπορῶ νά ἐκφραστῶ τό τί συμβαίνει. Εἶναι μυστήριο καί ἡ ζωή μας γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο. Δέν μπορεῖς νά πεῖς τί ποσοστά δίνεις γιά τόν Θεό καί τί γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι μία προγραμματική μαθηματική ἔκφραση καί τίποτα ἄλλο. Τά δίνεις ὅλα καί στά δύο καί χωρᾶνε ὅλα σέ ὅλα, καί τότε ἔχουμε ἰσορροπία. Καί ἐπειδή οἱ ὧρες μου εἶναι εἴκοσι τέσσερις, ἔτσι μοῦ τίς ἔδωσε ὁ Θεός, σημαίνει ὅτι καί τά δύο χωρᾶνε μέσα σέ εἴκοσι τέσσερις ὧρες, ταυτόχρονα μ’ ἕναν μυστικό τρόπο νά λειτουργήσουνε καί ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ θεραπεία [τοῦ] ἀνθρώπου καί δέν λέει τώρα θά δώσω τόσες ὧρες γιά τόν Θεό καί τόσες γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο, πού ἡ ζωή μας εἶναι ἀνθρώπινη κατεξοχήν καί κατεξοχήν Θεία. Καί δέν ὑπάρχουν ὧρες μεμονωμένες καί τότε ἀποκτοῦμε ἰσορροπία καί τότε βρίσκουμε τό κάλλος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς.

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
www.floga.gr

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Δημοφιλείς αναρτήσεις