Στην Ταβέννηση υπάρχει γυναικείο μοναστήρι με τετρακόσιες περίπου μοναχές, στην απέναντι όχθη από το αντρικό. Σε αυτό ήταν κάποια μοναχή, η Ισιδώρα, η οποία, για τον Χριστό, παρίστανε τη χαζή, ταπεινώνοντας και εξευτελίζοντας τον εαυτό της. Αυτήν τόσο πολύ τη σιχάθηκαν όλες οι αδελφές, ώστε ούτε έτρωγαν μαζί της· και εκείνη το δέχτηκε αυτό με πολλή χαρά.
Η αρετή της ήταν πολύ ωφέλιμη στο μοναστήρι, γιατί έκανε κάθε υπηρεσία, υπακούοντας σε όλες σαν δούλη σε ό,τι χρειάζονταν και υπηρετώντας τες με κάθε πραότητα. Αυτή ήταν το σφουγγάρι της αδελφότητας, όπως είπε ο Κύριος: «Όποιος θέλει να είναι μεγάλος, ας είναι δούλος όλων»(Ματθ. 20:26-27) και «όποιος νομίζει ότι είναι σοφός, ας γίνει μωρός»(Α’ Κορ. 3:18). Όλες οι άλλες είχαν κουρεμένα τα μαλλιά και φορούσαν στο κεφάλι κουκούλια, ενώ αυτή έδενε ένα κουρέλι στο κεφάλι της και έτσι έκανε κάθε υπηρεσία. Καμία από τις τετρακόσιες δεν την είδε ποτέ να τρώει ή να παίρνει ένα κομμάτι ψωμί, αλλά της ήταν αρκετά τα ψίχουλα που μάζευε όταν σφούγγιζε τα τραπέζια και έπλενε τις χύτρες. Ποτέ δεν φόρεσε παπούτσια· ποτέ δεν μίλησε άσχημα σε κανέναν· δεν γόγγυσε· δεν είπε το παραμικρό, αν και την έβριζαν και τη χτυπούσαν και την καταριόνταν και πολλές τη σιχαίνονταν.
Σχετικά με αυτή την οσία παρουσιάστηκε άγγελος στον άγιο Πιτηρούν, άνθρωπο εξαιρετικό και ενάρετο αναχωρητή, και του είπε: «Γιατί έχεις μεγάλη ιδέα για τα κατορθώματά σου, ότι είσαι ευλαβής και κάθεσαι σε τέτοιον έρημο τόπο; Θέλεις να δεις γυναίκα πιο ευλαβή από εσένα; Πήγαινε στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών και εκεί θα βρεις μία που φορά στέμμα στο κεφάλι. Αυτή είναι καλύτερη από εσένα· γιατί, ενώ παλεύει με τόσο πλήθος και τις υπηρετεί όλες με κάθε τρόπο, ποτέ δεν άφησε τον νου της να απομακρυνθεί από τον Θεό, παρόλο που όλες τη σιχαίνονται. Εσύ όμως, ενώ κάθεσαι εδώ, με τον νου σου φαντάζεσαι τις πόλεις, εσύ που ποτέ δεν είδες κατοικημένη περιοχή».
Σηκώθηκε τότε ο μέγας Πιτηρούν, πήγε στην Ταβέννηση και παρακάλεσε τους διδασκάλους να τον πάνε στο μοναστήρι των γυναικών. Επειδή λοιπόν ήταν από τους σεβαστούς πατέρες και είχε γεράσει στην άσκηση, άφοβα τον πέρασαν στην απέναντι όχθη και τον πήγαν στο μοναστήρι. Αφού προσευχήθηκαν, ο όσιος ζήτησε να δει κατά πρόσωπο όλες τις μοναχές. Και ενώ όλες του παρουσιάστηκαν, εκείνη δεν εμφανίστηκε. Είπε τότε: «Φέρτε μου όλες». «Εδώ είμαστε όλες», έλεγαν αυτές, εκείνος όμως επέμενε: «Λείπει μία, αυτή που μου έδειξε ο άγγελος». «Έχουμε μία στο μαγειρείο, τρελή», του απάντησαν. «Φέρτε και εκείνην», είπε ο όσιος, «ας τη δω και αυτήν». Εκείνη όμως δεν υπάκουσε, επειδή κατάλαβε την αιτία· ίσως δηλαδή και να της το φανέρωσε ο Θεός. Την πήγαν λοιπόν σέρνοντάς την με τη βία και λέγοντας: «Ο άγιος Πιτηρούν θέλει να σε δει» -γιατί ήταν ονομαστός.
Όταν την έφεραν, είδε ο άγιος το πρόσωπό της και το κουρέλι στο κεφάλι της και στο μέτωπο, και πέφτοντας στα πόδια της είπε: «Ευλόγησέ με, αμμά». Έπεσε τότε και αυτή στα πόδια του και έλεγε: «Εσύ ευλόγησέ με, κύριε και πατέρα μου».
Οι αδελφές όλες, όταν το είδαν αυτό, έμειναν κατάπληκτες και του είπαν: «Αββά, μην εξευτελίζεσαι έτσι· αυτή είναι τρελή». «Εσείς είστε τρελές», απάντησε σε όλες ο άγιος. «Αυτή, όντας καλύτερη και από εσάς και από εμένα, είναι αμμά -δηλαδή πνευματική μητέρα- και προσεύχομαι να βρεθώ μαζί της άξιος την ημέρα της κρίσεως».
Όταν τα άκουσαν αυτά, έπεσαν όλες στα πόδια του κλαίγοντας και ομολογώντας πώς λυπούσαν με διάφορους τρόπους αυτή την αγία. Η μία έλεγε: «Εγώ πάντοτε τη χλεύαζα»· άλλη: «Εγώ περιγελούσα την ταπεινή της εμφάνιση»· άλλη: «Εγώ πολλές φορές έχυσα επάνω της το νερό με το οποίο ξέπλυνα το πιάτο»· άλλη πάλι έλεγε: «Εγώ τη χτύπησα», και άλλη: «Εγώ τη γρονθοκόπησα»· άλλη: «Εγώ πολλές φορές της έβαλα σινάπι στη μύτη». Και όλες γενικά είπαν ότι της έκαναν κάθε λογής εξευτελισμούς.
Ο άγιος Πιτηρούν δέχτηκε την εξομολόγησή τους και μαζί με την Ισιδώρα προσευχήθηκε γι’ αυτές· και αφού παρακάλεσε πολύ την αγία δούλη του Χριστού να προσεύχεται γι’ αυτόν, έφυγε. Εκείνη πάλι, η σπουδαία για τον Θεό και οσία, μετά από λίγες μέρες, καθώς όλες την τιμούσαν πολύ και την περιποιούνταν, δεν άντεξε τη δόξα και την τιμή από όλη την αδελφότητα και το ότι της ζητούσαν συγγνώμη, και έφυγε κρυφά από το μοναστήρι. Και πού πήγε ή πού κρύφτηκε ή πού πέθανε, κανείς δεν έμαθε.
τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακή 28 Απριλίου του 1996
Ο Πανάγαθος Θεός ό,τι έφτιαξε το έφτιαξε πλούσιο σε εκφράσεις και ποικιλόμορφο. Κοιτάξτε γύρω σας τη φύση, πόσο ποικιλόμορφη είναι και πλούσια σε εκφράσεις και σε δυνατότητες ζωής. Το ίδιο πράγμα, το ίδιο υπόδειγμα, το χρησιμοποίησε φτιάχνοντας και τον άνθρωπο. Και δεν τον έκανε τον άνθρωπο μονότονο, τον έκανε πλούσιο σε εκφράσεις. Αυτό το καταλαβαίνουμε πολλές φορές αναμετρούμενοι με τον συναισθηματικό μας κόσμο. Βλέπουμε πόσες εκφράσεις λύπης, χαράς ή ποικίλων ενδιαμέσων καταστάσεων περνάμε πολλές φορές την ίδια μέρα. Αυτό εδώ το κείμενο, που ακούσαμε πριν από λίγο, έρχεται με έναν τρόπο πραγματικά καθοριστικό, αλλά μυστικό, να καθορίσει το γεγονός αυτό: το πώς χαλιναγωγούνται οι ποικιλόμορφες εκφράσεις του εσωτερικού μας συναισθηματικού κόσμου.
Το κείμενο μεν ομιλεί για την πορεία των Μυροφόρων προς τον Χριστό, αλλά παίρνει ένα αποκορύφωμα στο τέλος του με τις εξής φράσεις, που είναι καταστάσεις τις οποίες περνούν οι Μυροφόρες: «ἐξεθαμβήθησαν», «είχαν τρόμο και έκσταση» και «ἐφοβοῦντο». Μέσα σε πολύ λίγο κείμενο περιγράφει τέσσερις καταστάσεις που, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι οριακές συναισθηματικά. Και το κείμενο κάτι θέλει να πει ακριβώς γι’ αυτό το θέμα: το πώς οι ποικιλόμορφες εκφράσεις του εσωτερικού μας κόσμου, του συναισθηματικού μας, όπως λέμε, κόσμου, μπορούν να χαλιναγωγηθούν. Γιατί όπως η φύση είναι ποικιλόμορφη και, αν αφεθεί ανερμάτιστη, μπορεί να φέρει καταστροφή, και θα υπάρχει έλλειψη αρμονίας και ανισορροπία, έτσι και ο εσωτερικός μας κόσμος, με τον ίδιο τρόπο, αν δεν λειτουργεί αρμονικά κάτω από έναν συνεκτικό, ενωτικό δεσμό, μπορεί να δημιουργήσει μέσα από τις ποικιλόμορφες καταστάσεις – που ο ίδιος ο Κύριος επέτρεψε να ’χουμε στην ψυχή μας – να δημιουργηθεί μεγάλη δυσαρμονία και ταραχή εσωτερική και πίσω από αυτό μπορεί πολλές φορές να εκφράζεται πολλές φορές να εκφράζεται η βαθιά μας εσωτερική αγωνία, αποτυχία και μελαγχολία.
Να δούμε λίγο αυτές τις τέσσερις λέξεις, που είναι καταστάσεις συναισθηματικές από τις οποίες περνούνε οι γυναίκες οι Μυροφόρες. Προσέξτε, την ώρα που πλησιάζουν τον Τάφο, το κείμενο λέει «ἐξεθαμβήθησαν»·. είναι μια ιδιότυπη λέξη η λέξη «ἐξεθαμβήθησαν η οποία όμως πολλές φορές χρησιμοποιείται στο λόγο τον πατερικό και πολλά τροπάρια μιλούν για το θάμβος του Θεού, που ’ναι η αποκάλυψη της δόξας του Θεού. Πότε «ἐξεθαμβήθησαν»; Όταν βλέπουν τους Αγγέλους «καθεζομένους ἐν τῷ τάφῳ» και μάλιστα (μια πολύ μικρή λεπτομέρεια, που φαίνεται πολύ μεταβατική) ότι βλέπουν τους Αγγέλους να είναι ντυμένοι στα λευκά. Κοιτάξτε, οι Άγγελοι είναι πέρα από ρούχα, πέρα από χρώμα, δεν έχουν αυτή την κατάσταση τη φυσική που έχουμε εμείς, να φορούνε ρούχα σαν κι εμάς. Το κείμενο κάτι θέλει να πει ανθρωπομορφικά: το λευκό δηλώνει την παρουσία από κάτι που είναι πέρα από τις δυνατότητες να το καταλάβουμε· είναι ένα φως το οποίο είναι πέρα από το φως. Και αυτό το φως είναι του Θεού, δεν είναι ένα απλό φως που βλέπουνε: αυτό είναι το «λευκό». Και περνούν αυτό το θάμβος. Δηλαδή οι γυναίκες, τώρα που πλησιάζουν τον Τάφο, έρχονται να μπούνε σε έναν χώρο που έχει μια άλλη κατάσταση ζωής! Αυτό είναι το θάμβος! Όποιος πλησιάζει τη χάρη του Θεού μπαίνει σε αυτό το θάμβος! Εμείς αυτό δεν μπορούμε να το φτιάξουμε, ό, τι και να κάνουμε για να φτιαχτούμε, ας το πω έτσι με τη λέξη που λέμε, δεν γίνεται τίποτε. Είναι αυτό το θάμβος, είναι αυτό το λευκό το πέρα από το λευκό, της παρουσίας του Θεού, όπου έρχεσαι και εξεθαμβείσαι (sic), προσέξτε την παθητική φωνή: «ἐξεθαμβήθησαν». Γίνεται κάτι πάνω τους και μετά έρχονται σε ένα χώρο. Αυτός ο χώρος πια του φωτός αρχίζει να προσδιορίζει και να ορίζει τις συναισθηματικές καταστάσεις που θα περάσουνε. Αν εμείς θέλουμε να είμαστε χαρούμενοι ή λυπημένοι, περνούμε σε μια καταστροφή, [γιατί] είναι κάτι το οποίο καθορίζει πέρα από μας η χάρις του Θεού. Και τότε η χαρά και η λύπη μας, επειδή μπήκε μέσα στο θάμβος του Θεού, χαλιναγωγείτα,ι και η χαρά είναι ευλογημένη και η λύπη είναι ευλογημένη! Χωρίς αυτό και τα δύο είναι καταστάσεις ψυχασθενείας.
«Ἐξεθαμβήθησαν» λοιπόν. Και η συνέχεια του θάμβους στο οποίο μετέχουνε είναι – προσέξτε την πανέμορφη ισορροπία τη λεκτική του κειμένου – «εἶχεν δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις»· δεν λέει το κείμενο ότι είχαν τρόμο και έκσταση· «εἶχεν δέ», κατείχε αυτές, τρόμος και έκσταση. Είναι πανέμορφο το κείμενο! Αφού μπήκαν σε αυτό το θάμβος του Θεού, που αρχίζουν όλες οι καταστάσεις οι συναισθηματικές και χαλιναγωγούνται, έρχεται το πρώτο βήμα που δίνεται ως ώθηση σε αυτές: είναι να έχουν τρόμο. Τι είναι αυτός ο τρόμος; Καταλαβαίνουνε το πόσο απέχουν αυτές – ως κατάσταση ζωής – από αυτόν τον κόσμο που τους παρουσιάζουν οι Άγγελοι! Και μπαίνουν σε ένα τρόμο, που αυτός ο τρόμος δεν είναι ο τρόμος ο οποίος αρρωσταίνει. Καταλαβαίνεις πόσο απέχεις. Και γιατί ο Θεός το επιτρέπει να καταλάβεις; Ακριβώς για να μην απέχεις! Για να πλησιάσεις! Είναι ένας τρόμος ευλογημένος, θα τολμούσα να πω, είναι ο μόνος τρόμος ο οποίος έχει νόημα να υπάρχει σε αυτήν τη ζωή. Όλα τα άλλα τα στοιχεία του τρόμου είναι δαιμονικά. Αυτός ο τρόμος πραγματικά έχει δυνατότητα να υπάρχει πάνω μας και πρέπει να υπάρχει!
Καταλαβαίνεις λοιπόν την απόσταση από αυτό το θάμβος που σου παρουσιάζεται, και πας να μπεις σ’ αυτήν την ιστορία! Και μπαίνουνε οι Μυροφόρες· έχουνε τον τρόμο για την απόσταση ζωής (πόσο απέχουν από αυτόν τον κόσμο) και μπαίνουν στον χώρο «εκ-στάσεως»! Προσέξτε, παίρνουν μια άλλη «στάση» ζωής! Και αυτό είναι πρόκληση για μας! Βλέπεις τη διαφορά, τρομάζεις από τη διαφορά – ευλογημένος τρόμος – και έχεις πια μια έκ-σταση. Παίρνεις μια άλλη στάση από τη στάση που έπαιρνες μέχρι τώρα. Βγαίνεις από τη στάση που είχες, βγαίνεις από τον τρόπο που ο κόσμος αντιμετωπίζει τα πράγματα. Γιατί αν δεν το κάνεις, αν δεν κάνεις αυτή την έκ-σταση, όλες οι καταστάσεις οι οριζόντιες του κόσμου, χαρά, μελαγχολία, θλίψη, λύπη, όλα αυτά που λέμε κάθε μέρα, θα μας καθηλώσουνε σε καταστάσεις που θα μας αρρωσταίνουν. Και τότε, μέσα σε αυτόν τον τρόμο της αποστάσεως, παίρνεις μια άλλη στάση ζωής και αυτή είναι η στάση πια ζωής που λες, «εδώ είναι ένας άλλος κόσμος, πρέπει σε αυτόν τον κόσμο να μετέχω!»
Και καταλήγει όλη αυτή η πορεία των εναλλασσόμενων ψυχολογικών, συναισθηματικών καταστάσεων των Μυροφόρων στο «ἐφοβοῦντο γὰρ». «Οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον», λέει, «ἐφοβοῦντο γάρ». Και βλέπετε, θα πείτε «όλη αυτή η ιστορία καταλήγει στον φόβο;» Ναι, το λέει ακριβώς: «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ». Τι είναι φόβος; Φόβος είναι πια ότι αποδέχεσαι αυτό το γεγονός και το κάνεις ζωή σου! Δεν μπορείς να το ερμηνεύσεις! Δεν μπορείς να το περιγράψεις! Δεν μπορείς να το μεταδώσεις! Ο φόβος είναι αυτή η αποδοχή ενός γεγονότος που το ζεις βιωματικά κοντά στον Χριστό· και ξέρεις ότι είναι μία κατάσταση «άλλη»! Αυτός είναι ο φόβος: η πλήρης αποδοχή του θελήματος του Θεού! Και τότε, μέσα σ’ αυτή την πλήρη αποδοχή του θελήματος του Θεού, ξέρεις που ό, τι και να πεις είναι λίγο. Ξέρεις ότι δεν φοβάσαι πια τίποτε. Ξέρεις πως καμιά κατάσταση εναλλασσόμενων ψυχολογικών, συναισθηματικών δεδομένων δεν μπορεί να σε ταράξει! Και τότε «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ» (είναι πέρα από το «λένε και λένε»). Κι έρχεται όλος ο κόσμος, αυτός ο πλούσιος του ανθρώπου ο συναισθηματικός – και μάλιστα γυναίκες είναι εδώ – να χαλιναγωγηθεί, να μπει σε ένα δρόμο του θάμβους, της «άλλης» αντιμετωπίσεως, και το «ἐφοβοῦντο» είναι που ξέρουν που εδώ πέρα αποδέχονται τα πάντα και έτσι πάνε να ζήσουνε! Και εκεί νοηματοδοτείται πια η στάση των Μυροφόρων – που έχουν μια στάση σιωπηλή.
Όλα αυτά μέσα από αυτό το κείμενο, μέσα από αυτό το συναπάντημα των γυναικών αυτών με τον Χριστό. Και έρχεται πραγματικά αυτό το κείμενο να πει κάτι οριστικό για τη ζωή μας, την καθημερινή ζωή. Δεν είναι ένα κείμενο μακρινό, που κάποιοι κάποτε συνάντησαν τον Χριστό… Είναι το σήμερά μας, γιατί σήμερα, το ζείτε όλοι, δεν χρειάζεται να το πω και να το επιβεβαιώσω, ζούμε δεκάδες εναλλασσόμενες συναισθηματικές καταστάσεις κάθε μέρα, που μας αρρωσταίνουν, μας διαλύουν, μας κάνουν να χτυπιόμαστε κάτω. Και εδώ είναι η απάντηση! Είναι η μοναδική απάντηση! Μπαίνεις στη χάρη του Θεού, καταλαβαίνεις την απόσταση, αλλάζεις στάση ζωής και μετά δεν ξέρεις τίποτε παρά ένα πράγμα: που έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό και στο τι κάνει για σένα. Και όλες οι καταστάσεις και ο πλούτος παίρνουνε φως και η χαρά μας γίνεται ουράνια και η λύπη μας γίνεται ουράνια, γιατί είναι λύπη μετανοίας. Όλα γίνονται ουράνια!
Έτσι να ευχηθούμε πολύ απλά, εμείς που κάθε μέρα μέσα από αυτές τις παλίνδρομες καταστάσεις τις ψυχολογικές/συναισθηματικές χτυπιόμαστε κάτω, να καταλάβουμε το βάθος αυτού του κειμένου και να κάνουμε κι εμείς ένα ξεπέρασμα, μια «έκ-σταση» ζωής! Για να μπορούμε όλα αυτά τα – πραγματικά ευλογημένα – εναλλασσόμενα του εσωτερικού μας κόσμου να τα χαλιναγωγήσουμε μέσα από τη χάρη του Θεού, και η χαρά μας και η λύπη μας να μπορεί να γίνει ουράνια!
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα:www.floga.gr
Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.
Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία -ταφή και ανάσταση- είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*)
Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει.
Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα.
Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά -η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες.
Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά.
Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη.
Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε.
Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν:
Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο.
Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του.
Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα.
Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους.
Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.
Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.
(*)Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα και τη θεότητα του Κυρίου.
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.
O άνθρωπος είναι φτιαγμένος από τον Θεό για να πιστεύει. Όταν λέμε για να πιστεύει εννοούμε ότι έχει ανοίγματα πολύ βαθιά μέσα του, που τα εκφράζει προς τα έξω και αρχίζει και γίνεται κοινωνία. Αν μπροστά του βρει αγαπητική και θυσιαζόμενη κοινωνία, την εμπιστεύεται βαθύτατα, ανοίγεται, και τότε ακριβώς, εμπιστευόμενος και πιστεύοντας αυτό που βρήκε, ανοίγεται πιο πολύ και ο κόσμος γίνεται όντως κοινωνία. Ο Θεός μας ακριβώς επειδή είναι η ατέλειωτη αγάπη, η άκρα ταπείνωση και η άκρα συγκατάβαση, είναι μοναδική προϋπόθεση πίστεως. Δεν υπάρχει ακρότατο όριο προσφοράς, αγάπης και θυσίας και συγκαταβάσεως [άλλο] από τον Χριστό μας. Γι’ αυτό ακριβώς η πίστη εκφράζεται αφετηριακά προς τον Θεό μας.
Χωρίς να αρνούμεθα πως και άλλοι άνθρωποι, που κάνουν πράξη αγαπητική, συγκαταβατική και θυσιαζόμενη για μας, μπορούν να προκαλέσουν για μας αυτό το αίσθημα της εμπιστοσύνης και μπορούμε να ανοιχτούμε και να γίνουμε κοινωνία. Γι’ αυτό λοιπόν, ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να πιστεύει. Αν μπροστά του δεν βρει αυτή την εκδήλωση της θυσίας, της αγάπης και της ταπεινώσεως, τότε ο άνθρωπος ή κλείνεται στον εαυτό του και γίνεται απομονωμένος, δηλαδή αρρωστημένος, ή αρχίζει και πιστεύει σε πράγματα σάπια και φρούδα, τα οποία ξέρει ότι δεν τον καλύπτουν, ξέρει ότι δεν θυσιάζονται για αυτόν, αλλά δεν έχει άλλη λύση. Και έτσι μέσα του βαθύτατα παλινδρομεί.
Λέει πανέμορφα ένας πατερικός λόγος πως ο Θεός, όταν έδωσε τις αισθήσεις μας, τις έδωσε για δυο λόγους. Πρώτα, λέει, για να μπορούμε να βλέπουμε, να κοινωνούμε με τη φύση και το περιβάλλον ή να ψηλαφούμε το περιβάλλον ή να ερχόμαστε σε κοινωνία με αυτό κουβεντιάζοντας μαζί του. Αλλά αυτό είναι, λέει, το πρώτο πράγμα των αισθήσεων. Το δεύτερο είναι ακριβώς για να μπορούμε μέσα από τις αισθήσεις να συλλαμβάνουμε τα μηνύματα της πίστεως.
Βλέπετε τον Θωμά; Πολύ σωστά, πολύ όμορφα, ζήτησε να ψηλαφήσει. Γι’ αυτό και τα τροπάρια της εκκλησίας μας μιλούν για την «καλή απιστία» του Θωμά. Ζητάει να εκφράσει τις αισθήσεις που του έδωσε ο Θεός και θέλει να βρει το όριο των δυνατοτήτων του, για να εξέλθει και να πιστέψει. Θέλει να δει, αν υπάρχει αυτός που τον Αγαπάει. Και τι θέλει να ακουμπήσει; Τους τύπους των ήλων, τους τύπους των μαρτυρίων του Χριστού. Τους τύπους που δεικνύουν ότι Αυτός πραγματικά τον αγάπησε. Να λοιπόν που ο Θωμάς καταξιώνει μια «καλή απιστία», όπου εκφράζει την αγωνία όλων των ανθρώπων να δούνε κάποιον που γι’ αυτούς θυσιάζεται και να δουν «τον τύπο των ήλων».
Αν δεν τον δουν, όπως είπα, ή κλείνονται, αρρωστημένοι, ή αρχίζουν και πιστεύουν και να εμπιστεύονται τα είδωλα. Και ο Χριστός μας ακριβώς είναι το άκρο της προσφοράς και το άκρο της θυσίας. Και εκεί ακριβώς στρεφόμαστε και ακουμπούμε και εμείς αναζητώντας Αυτόν, τους τύπους των ήλων, και εκεί αναπαυόμαστε. Δεν αναπαυόμαστε σε έναν οποιοδήποτε Θεό που λέει λόγια και σοφίες. Ακόμη δεν αναπαυόμαστε σε έναν Θεό ο οποίος κάνει απλώς θαύματα και ο οποίος μας ενθουσιάζει. Θαύματα φαίνεται ότι πολλοί μπορούν να κάνουν, έστω ψεύτικα· και αν τα κάνουν χωρίς να θυσιάζονται, απλώς θα επιβάλλονται πάνω μας δια της βίας, όχι διά τον τύπον του Σταυρού και της θυσίας. Να λοιπόν γιατί είπαμε στη αρχή ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να πιστεύει και να βρίσκει την έξοδό του εκεί στον τύπο των ήλων.
Και τέλος, αν αυτό το καταλάβουμε, τότε υποχρεωνόμαστε να μιμηθούμε τον Χριστό μας και να αποκτήσουμε πάνω μας και εμείς κάποιους τύπους κάποιων ήλων, κάποια σημάδια κάποιας ελαχίστης και μικρής προσφοράς, αν τη συγκρίνουμε με αυτό που έκανε ο Χριστός μας. Αλλά κάτι γίνεται πάνω μας και αποκτώντας πάνω μας και εμείς αυτούς τους τύπους των ήλων και αυτά τα κάποια, στοιχειώδη, ελάχιστα, σημεία προσφοράς μας για τη ζωή του κόσμου, και μιμούμεθα τον Χριστό και γινόμαστε κι εμείς πόλοι και ερείσματα για να μπορεί ο κόσμος να εξέλθει και κάπου να ακουμπήσει. Και ακουμπώντας, βλέπετε, στους αγίους, ακουμπάει στον Χριστό. Ακουμπώντας στους μάρτυρες, ακουμπάει στον Χριστό και έτσι η κοινωνία γίνεται όντως κοινωνία. Τελειώνοντας, να θυμίσω πως «έχασαν» την ζωή τους εκείνοι που δεν απόκτησαν πάνω τους κάποιους τύπους κάποιων ήλων· και τότε η ζωή τους έγινε μια ζωή κλειστή και μια ζωή που προσκυνούσαν τα είδωλα.
Αυτή η Κυριακή μας προκαλεί και να στραφούμε στη μοναδική έκφραση αγάπης και θυσίας του Χριστού μας και, παράλληλα, ακολουθώντας τους τύπους και τα ίχνη των δικών του ήλων, αγαλλόμενοι να ζητήσουμε να χαραχθούν πάνω μας έστω αυτά τα πράγματα τα δύσκολα του κόσμου, και απ’ την βία του κόσμου, κάποιοι τύποι και κάποιοι ήλοι, για να προσθέσουμε και εμείς μια ελάχιστη προσφορά στην προσφορά του Χριστού μας για τη ζωή του κόσμου.
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα:www.floga.gr
Αυτή την Κυριακή, που είναι δεύτερη από το Πάσχα, εορτάζουμε τα εγκαίνια της Αναστάσεως του Χριστού και την ψηλάφηση του αποστόλου Θωμά.
Τα εγκαίνια, δηλαδή η υπενθύμιση σπουδαίων γεγονότων, ήταν αρχαία συνήθεια· κάθε χρόνο, όταν ερχόταν η μέρα κατά την οποία έγινε κάτι σπουδαίο, έκαναν την ετήσια μνήμη του, για να μη λησμονιούνται τα μεγάλα έργα.
Γι’ αυτό οι Εβραίοι πρώτα στα Γάλγαλα έκαναν το Πάσχα εγκαινίζοντας -δηλαδή ανακαλώντας στη μνήμη τους- τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας· γι’ αυτό εγκαινίζεται από αυτούς και η σκηνή του Μαρτυρίου και η βασιλεία του Δαβίδ και όλα τα άλλα, για να μην τα αναφέρω ένα ένα.
Επειδή λοιπόν απ’ όλα τα γεγονότα το ασύγκριτα μέγιστο έργο που ξεπερνά κάθε έννοια είναι η Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό, όχι μόνο κάθε χρόνο την εορτάζουμε και την εγκαινίζουμε, αλλά πάντοτε και κάθε οκτώ μέρες.
Ο πρώτος λοιπόν εγκαινισμός της Ανάστασης είναι η παρούσα Κυριακή, η οποία μπορεί να λέγεται και όγδοη και πρώτη. Όγδοη μετρώντας από το Πάσχα και πρώτη ως αρχή όλων των άλλων. Και πάλι όγδοη, γιατί λαμβάνεται ως εικόνα της ατελεύτητης εκείνης ημέρας του μέλλοντα αιώνα, η οποία βέβαια θα είναι και πρώτη και μία, αφού νύχτα δεν θα τη διακόπτει.
Αυτά σχετικά με τα εγκαίνια.
Τα του Θωμά τώρα έγιναν ως εξής. Όταν ο Χριστός, το απόγευμα της ημέρας που αναστήθηκε, εμφανίστηκε στους Μαθητές, έλειπε ο Θωμάς. Όταν ήρθε και έμαθε την παρουσία του Χριστού, δεν πίστευε όχι μόνο ότι οι Μαθητές τον είδαν αναστημένο, αλλά ούτε ότι αναστήθηκε, αν και ο ίδιος ήταν ένας από τους δώδεκα.
Γι’ αυτό ο φιλάνθρωπος Κύριος, φροντίζοντας για τη σωτηρία του ενός και ταυτόχρονα κάνοντας θεία οικονομία, για να πιστοποιήσει περισσότερο την ανάστασή Του στους μεταγενέστερους, ήρθε πάλι ύστερα από οκτώ μέρες, με τις θύρες κλειστές κι ενώ ήταν παρών και ο Θωμάς, και αφού έδωσε τον συνήθη χαιρετισμό της ειρήνης, απευθύνθηκε στον Θωμά και είπε: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου, και μη γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός. Επειδή δηλαδή δεν σου αρκούσε η όραση για να πεισθείς, αλλά ανέφερες και την αφή, βάλε το χέρι σου στην πλευρά μου»· πράγμα που φανερώνει ότι η πληγή της πλευράς ήταν μεγάλη, έτσι που χωρούσε το χέρι του.
Και κάνοντας αυτό ο Θωμάς και πιστεύοντας με την αφή –διότι του επιτράπηκε να δει και να κάνει αυτά στο άφθαρτο και απόλυτα θεωμένο σώμα, για να βεβαιωθεί– φώναξε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»· το πρώτο για τη σάρκα, το άλλο για τη θεότητα.
Του λέει τότε ο Χριστός: «Πίστεψες επειδή με είδες· μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει!»
Ο Θωμάς τώρα λέγεται Δίδυμος είτε γιατί γεννήθηκε μαζί με κάποιον άλλο είτε γιατί είχε κολλημένα τα δύο του δάκτυλα είτε γιατί απίστησε στην Ανάσταση. Άλλοι όμως λένε, και αυτό είναι το πιο σωστό, ότι το όνομα Θωμάς ερμηνεύεται Δίδυμος.
Αυτή λοιπόν ήταν η δεύτερη φανέρωση του Χριστού.
Η τρίτη ήταν στη θάλασσα της Τιβεριάδας. Έπειτα εμφανίστηκε στους Εμμαούς. Την πέμπτη φορά στη Γαλιλαία. Και όπως λένε, μέχρι την ανάληψη Του εμφανίστηκε ένδεκα φορές, και πολλά και υπερφυσικά θαύματα έκανε ενώπιον των μαθητών μετά την Ανάσταση, τα οποία δεν τα φανέρωνε στους πολλούς.
Αυτά οι ευαγγελιστές τα άφησαν και δεν τα έγραψαν, διότι δεν μπορούσαν να τα ακούσουν οι πολλοί που ζουν στον κόσμο, επειδή ήταν πολύ υψηλά και υπερφυσικά.
Με τις πρεσβείες του αποστόλου Θωμά, Χριστέ, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου