Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστο

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού


Έξι ημέρες αφ’ ότου είχε αναγγείλει ο Κύριος στους μαθητές του ότι «Εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού» (Ματθ. 16:18· Μάρκ. 9:1), πήρε μαζί του τους προκρίτους των μαθητών, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, και αφού απομακρύνθηκαν κατ’ ιδίαν, τους ανέβασε σ’ ένα όρος υψηλό, το όρος Θαβώρ της Γαλιλαίας, για να προσευχηθεί (Λουκ. 9:28). 
Έπρεπε πράγματι, εκείνοι που επρόκειτο να του συμπαρασταθούν στην αγωνία της Γεθσημανή και θα είχαν το μοναδικό προνόμιο να γίνουν οι άμεσοι μάρτυρες του Πάθους του, να προετοιμαστούν γι’ αυτή τη δοκιμασία με την θεωρία της αχρόνου δόξης του. Ο μεν Πέτρος, διότι μόλις είχε ομολογήσει την πίστη στην θεότητά του· ο Ιάκωβος, διότι έμελλε να γίνει ο πρώτος που θα πέθαινε για τον Χριστό· και ο Ιωάννης, διότι έμελλε να μαρτυρήσει την προσωπική του πείρα γύρω από την θεϊκή δόξα και να αντηχήσει, ως υιός βροντής, την θεολογία του προαιωνίου Λόγου που εγένετο σαρξ. 
Ο Κύριος τους οδήγησε πάνω στο όρος, σαν σύμβολο της πνευματικής ανάβασης, η οποία από αρετή σε αρετή καταλήγει στην αγάπη, την υψηλοτάτη των αρετών· αυτή είναι που ανοίγει τη θύρα για τη θεωρία του Θεού. Η ανάβαση αυτή ήταν στην πραγματικότητα η συμπερίληψη ολόκληρης της επίγειας ζωής του Κυρίου, ο οποίος, ντυμένος την ασθένειά μας, άνοιξε για μας την οδό προς τον Πατέρα, διδάσκοντάς μας ότι η ησυχία είναι η μητέρα της προσευχής, η οποία με την σειρά της μας αποκαλύπτει την δόξα του Θεού. 
«Και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως» (Ματθ. 17:2). Ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού απεκάλυψε έτσι την φυσική λαμπρότητα της θείας δόξης, την οποία συνείχε μέσα του και την οποία είχε διατηρήσει κατά την Ενανθρώπησή του, έστω και αν έμενε σκεπασμένη κάτω από το προκάλυμμα της σαρκός. 
Πράγματι, από τη στιγμή της σύλληψής του στα σπλάγχνα της Παναγίας Παρθένου, η θεότητα ενώθηκε ασυγχύτως με την φύση της σαρκός (δηλαδή ολόκληρη την ανθρώπινη φύση) και η θεϊκή δόξα έγινε, υποστατικώς, δόξα του «προσλήμματος». 
Αυτό λοιπόν που απεκάλυπτε ο Χριστός στους μαθητές του στην κορυφή του Θαβώρ, δεν ήταν ένα θέαμα καινοφανές, αλλά απλώς η απαστράπτουσα φανέρωση της τεθεωμένης εν Αυτώ ανθρωπίνης φύσεως - συμπεριλαμβανομένου και αυτού του σώματος - και της ενώσεώς της με την θεϊκή αυγή.

Ενώ το πρόσωπο του Μωυσή είχε λάμψει με μία δόξα που προερχόταν έξωθεν μετά την αποκάλυψη του όρους Σινά (Εξ. 34:29), το πρόσωπο του Χριστού εμφανίσθηκε στο Θαβώρ ως μία πηγή φωτός, πηγή της θείας ζωής που έγινε προσιτή στον άνθρωπο και καταυγάζουσα επίσης πάνω στα «ιμάτιά» του, δηλαδή πάνω στον εξωτερικό κόσμο και στα προϊόντα του ανθρωπίνου πολιτισμού.

«Μεταμορφώθηκε», βεβαιώνει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, «όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, αλλά δείχνοντας στους μαθητές του αυτό που ήταν, διανοίγοντας τους οφθαλμούς τους και από την τυφλότητα τους έκανε να αναβλέψουν». (1) Ο Χριστός άνοιξε τα μάτια των μαθητών του και εκείνοι με ένα βλέμμα μεταμορφωμένο από την δύναμη του αγίου Πνεύματος είδαν το αχωρίστως ενωμένο με το σώμα του θείο φως. Μεταμορφώθηκαν επομένως και οι ίδιοι και στην προσευχή μπόρεσαν να δουν και να γνωρίσουν την αλλοίωση που επήλθε στην φύση μας εξαιτίας της ένωσής της με τον Λόγο. (2)

«Ό,τι είναι ο ήλιος για τα αισθητά πράγματα, το ίδιο είναι ο Θεός για τα πνευματικά». (3) Για τον λόγο αυτό οι ευαγγελιστές αναφέρουν ότι το πρόσωπο του Θεανθρώπου, που είναι «το φώς το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω. 1:9), έλαμπε ως ήλιος. Το φως όμως αυτό ήταν ασυγκρίτως ανώτερο από κάθε αισθητό φως. Αδυνατώντας να αντέξουν την απρόσιτη λάμψη του, οι μαθητές έπεσαν στην γη.

Φως άυλο, άκτιστο και άχρονο· αυτή ήταν η Βασιλεία του Θεού, εληλυθυία εν τη δυνάμει του Παναγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί ο Κύριος στους μαθητές του. Τώρα, βεβαίως, άστραψε για μια στιγμή στα μάτια τους· αυτό το ίδιο φως όμως πρόκειται να γίνει η μόνιμη κληρονομιά των εκλεκτών της Βασιλείας, όταν ο Χριστός έλθει πάλι, ακτινοβολώντας πλέον μέσα σε όλη την λαμπρότητα της δόξης του. Θα επανέλθει μέσα στο φως, μέσα στο ίδιο φως που άστραψε στο Θαβώρ και που ανέβλυσε από τον τάφο της ημέρας της Αναστάσεώς του, και το οποίο, εκχυνόμενο πάνω στις ψυχές και τα σώματα των εκλεκτών του, θα τους κάνει να εκλάμψουν και αυτοί ως ο ήλιος (Ματθ. 13:43).

«Ο Θεός είναι φως και η θέα του φως». (4) Όπως οι μαθητές στην κορυφή του Θαβώρ, έτσι και πλήθος αγίων έγιναν μάρτυρες αυτής της αποκάλυψης του Θεού στο φως. Το φως εντούτοις δεν είναι γι’ αυτούς μόνο αντικείμενο θεωρίας, είναι επίσης η θεοποιός χάρις, που τους επιτρέπει να «βλέπουν» τον Θεό, έτσι που επιβεβαιώνονται τα λόγια του Ψαλμωδού: «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» (Ψαλμ. 35:10).

Μέσα στο λαμπρό αυτό όραμα εμφανίσθηκαν στο πλευρό του Κυρίου ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι δύο κορυφές της Παλαιάς Διαθήκης, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τον Νόμο και τους Προφήτες, που τον αναγνώριζαν ως κύριο ζώντων και νεκρών. Και συνομιλούσαν μαζί του μέσα στο φως για «την έξοδον αυτού ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ», δηλαδή το Πάθος του, διότι διά του Πάθους και του Σταυρού η δόξα αυτή επρόκειτο να δοθεί στους ανθρώπους.

Εκστασιασμένοι και έκθαμβοι από την θεωρία του θεϊκού φωτός, οι Απόστολοι ήσαν «βεβαρημένοι ύπνω και είπεν Πέτρος προς τον Ιησούν· επιστάτα καλόν έστιν ημάς ώδε είναι· και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις, μίαν σοι και μίαν Μωυσεί και μίαν Ηλία μη ειδώς ο λέγει». 
Αποσπώντας την προσοχή του μαθητή του από την ανθρώπινη αυτή επιθυμία που αρκούνταν στην επίγεια απόλαυση του φωτός, ο Κύριος τους έδειξε τότε μία καλύτερη «σκηνή» και μία κατά πολύ ανώτερη μονή για να ενοικήσει η δόξα Του. Μία φωτεινή νεφέλη ήλθε τότε να τους επισκιάσει και μέσα από την νεφέλη αυτή ακούστηκε η φωνή του Πατρός, που αναγνώριζε τον Σωτήρα: «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε».

Η νεφέλη εκείνη αντιπροσώπευε την χάρη του Πνεύματος υιοθεσίας· και, όπως κατά το Βάπτισμά του στον Ιορδάνη, η φωνή του Πατρός αναγνώρισε τον Υιό και αποκάλυψε ότι τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, πάντα ενωμένα, συνδράμουν στην Σωτηρία του ανθρώπου.

Το φως του Θεού, που είχε αρχικά επιτρέψει στους Μαθητές να «δουν» τον Χριστό, όταν άστραψε εντονότερα, τους ανέβασε σε μια κατάσταση ανώτερη από την ανθρώπινη όραση και γνώση. Εξερχόμενοι απ’ όλα τα ορατά κι από τον ίδιο τους τον εαυτό, εισήλθαν πλέον μέσα στον υπέρφωτο γνόφο, εκεί που ο Θεός έχει βάλει την απόκρυφή του (Ψαλμ. 17:12)· «κεκλεισμένων των θυρών των αισθήσεών τους», έλαβαν εκεί μέσα την αποκάλυψη του τριαδικού μυστηρίου, το οποίο υπεραναβαίνει κάθε κατάφαση και κάθε απόφαση (άρνηση). (5)

Όντας ακόμη ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για την αποκάλυψη τέτοιων μυστηρίων, διότι δεν είχαν ακόμη περάσει μέσα από την δοκιμασία του Σταυρού, οι Μαθητές εφοβήθησαν σφόδρα. Όταν όμως σήκωσαν το κεφάλι είδαν τον Ιησού, μόνον, που είχε βρει την συνηθισμένη του όψη και που τους πλησίασε και τους καθησύχασε. Κατόπιν κατεβαίνοντας από το Όρος τους συνέστησε να κρατήσουν σιγή για ό,τι είχαν δει, μέχρις ότου ο Υιός του Ανθρώπου εγερθεί εκ νεκρών.

Η σημερινή εορτή είναι λοιπόν κατεξοχήν εκείνη της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεώς μας και της μετοχής τού φθαρτού σώματός μας στα αγαθά του μέλλοντος αιώνος που είναι επέκεινα της φύσεως. Πριν ακόμη ολοκληρώσει την Σωτηρία μας με το Πάθος Του, ο Σωτήρας έδειξε λοιπόν ότι ο σκοπός της έλευσής Του στον κόσμο ήταν ακριβώς να οδηγήσει κάθε άνθρωπο στην θεωρία της θεϊκής Του δόξης. Για τον λόγο αυτό η εορτή της Μεταμορφώσεως γνώρισε ιδιαίτερη εύνοια μεταξύ των μοναχών, οι οποίοι αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στην αναζήτηση του ακτίστου φωτός.

(1) Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός, Ομιλία εις την Μεταμόρφωσιν 12, PG 96, 564. 
(2) Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ομιλία 34 εις την Μεταμόρφωσιν, PG 151, 432. 
(3) Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος 28, 30, PG 36, 69.
(4) Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Λόγος Ηθικός Ε’, 276, SC 129, 101. 
(5) Η μυστική θεολογία του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου εφαρμόστηκε στο μυστήριο της Μεταμορφώσεως από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου
Εκκλησίας”,  Τόμος 12ος, Αύγουστος, Ίνδικτος, 


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης


 

Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης


Ο όσιος Ιωάννης, που στο άγιο Βάπτισμα είχε λάβει το όνομα Ηλίας, έμεινε ορφανός και τον μεγάλωσε η γιαγιά του, που για να τον μορφώσει εγκατέλειψε την πρόθεσή της να γίνει μοναχή. Όταν αυτή εκοιμήθη, ανέλαβε τον Ηλία ο θείος του που είχε πολυμελή οικογένεια, μέσα στην οποία δοκίμασε την μιζέρια και την κακομεταχείριση.  

Ανήμερα του Πάσχα, κάποτε που οι χωριανοί πήγαν σύμφωνα με το έθιμο στο κοιμητήριο για να τιμήσουν τους νεκρούς τους, εκεί που ο Ηλίας έκλαιγε δίπλα στο φρέσκο ακόμη μνήμα της γιαγιάς του, άκουσε αίφνης μια φωνή ανάμεσα στους ήχους της καμπάνας να του λέει: «Μην κλαις, είμαι μαζί σου. Χριστός ανέστη!» 
Το παιδί αναπήδησε τρομαγμένο, ψάχνοντας από που είχε έρθει η φωνή αυτή και είδε να βγαίνει από το ιερό βήμα της εκκλησίας ο αναστημένος Χριστός που του χαμογελούσε. 
Αφού τελείωσε λαμπρά τις γυμνασιακές σπουδές του και έπρεπε να διαλέξει σταδιοδρομία, άκουσε μέσα στην προσευχή του μία φωνή να ψιθυρίζει: «Στο μοναστήρι! Στο μοναστήρι!» 

Σε ηλικία είκοσι ετών εισήλθε στην περίφημη Μονή του Νεάμτς, όπου διακόνησε αρχικά ως βοηθός φαρμακοποιού και κατόπιν ως βιβλιοθηκάριος. Αφού χειροθετήθηκε ρασοφόρος επιστρέφοντας από την στρατιωτική θητεία του (1936), διπλασίασε τον ζήλο του στην νηστεία και την προσευχή. 
Ο Άγιος Ιωάννης στο μοναστήρι του στο Neamt (πάνω δεξιά)
Λίγο αργότερα ξεκίνησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους μαζί με δύο άλλους μοναχούς και έλαβε την ευλογία να εγκατασταθεί στην Μονή του Αγίου Σάββα, όπου ζούσαν Έλληνες και Ρουμάνοι μοναχοί. 
Εκεί έμαθε τέλεια τα ελληνικά, έτσι που ήταν σε θέση να μεταφράσει πολλά πνευματικά έργα στα ρουμανικά και συγκεκριμένα τα έργα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Κέρδισε εξάλλου τον σεβασμό όλων των Πατέρων για την σιωπή του, την αυστηρότητα στην ασκητική ζωή και την επίδοσή του στην νοερά προσευχή.  

Στην Ιερουσαλήμ, μπροστά από τον Πανάγιο Τάφο, το 1937 (ο μοναχός στα δεξιά είναι ο Άγιος Ιωάννης )

Κατά την εξέγερση των αραβικών πληθυσμών κατά των Άγγλων, το μοναστήρι μετατράπηκε σε νοσοκομείο και ο Ιωάννης αναλώθηκε σε τέτοιο βαθμό στην φροντίδα των τραυματιών ώστε αρρώστησε και ο ίδιος. Έλαβε τότε την άδεια να αποσυρθεί στην έρημο για να ξεκουραστεί, αλλά εξαιτίας των στερήσεων και της έλλειψης νερού προσβλήθηκε από δυσεντερία.

Στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η Ρουμανία ήταν σύμμαχος του Ράιχ, όλοι οι Ρουμάνοι μοναχοί φυλακίσθηκαν από τους Άγγλους και ο όσιος Ιωάννης, που είχε επιλεγεί ως διερμηνέας, παρέμεινε φυλακισμένος περισσότερο καιρό από τους αδελφούς του. 
Όταν επί τέλους απελευθερώθηκε, γιατρεύτηκε από την δυσεντερία ασπαζόμενος την κάρα του αγίου Θεοδοσίου και μπόρεσε έτσι να αρχίσει πάλι τις δραστηριότητές του στο μοναστήρι. 
Έλαβε το Μεγάλο Σχήμα και σκεφτόταν πως είχε έλθει πια η ώρα γι’ αυτόν να αφιερωθεί στον ησυχαστικό βίο, όταν τον όρισαν ηγούμενο της ρουμανικής Μονής της Κοιλάδας του Ιορδάνη. 
Άσκησε τα καθήκοντά του με σοφία και ταπείνωση (1947-1953) και ενέπνευσε στους υποτακτικούς του τον ζήλο για τους ασκητικούς μόχθους. Οι μέρες του ήσαν όλες αφιερωμένες στην εργασία και στην καθοδήγηση των αδελφών, ενώ περνούσε τις νύκτες του προσευχόμενος στην έρημο. 



Ο Άγιος Ιωάννης, αριστερά, μπροστά από τη σπηλιά του στην έρημο της Χοζέβα, δίπλα στον μοναχό Παύλο, στα δεξιά

Το 1953 μπόρεσε επιτέλους να αποσυρθεί στην έρημο κοντά στην Μονή του Χοζεβά και εγκαταστάθηκε σε μία σπηλιά 50 μέτρα πάνω από το φαράγγι στο οποίο, κατά την παράδοση, είχε προσευχηθεί η αγία Άννα, η μητέρα της Παναγίας. 
Προσκαρτερώντας για επτά χρόνια στην αδιάλειπτη προσευχή, την οποία διάνθιζε με την μελέτη των αγίων Πατέρων και με την σύνθεση πνευματικών ποιημάτων, υπέμενε με καρτερία την ζέστη και το ψύχος, τις κάθε είδους στερήσεις, τον πόλεμο των δαιμόνων και τις επιθέσεις των Αράβων που ήθελαν να τον βγάλουν από τον τόπο του. 

Μιλώντας για την σύνθεση των ποιημάτων του έγραφε σε μία επιστολή: «Οι λέξεις αναβλύζουν από την καρδιά μου όμοιες με τις σπίθες μιας στουρναρόπετρας, τούτο όμως δεν συμβαίνει παρά μόνο όταν ο πυρόλιθος της καρδιάς πλήττεται από τον πόνο ή την χαρά, την θλίψη για τα σφάλματα ή την ευγνωμοσύνη απέναντι στον Θεό… Όταν γράφω μια γραμμή που συγκινεί, νιώθω έναν πόνο στην καρδιά, σάμπως οι στίχοι να ήσαν ψιχία ξεριζωμένα από την καρδιά μου· γι’ αυτόν τον λόγο ρέουν μαζί με δάκρυα». 
Κατέβαινε στο μοναστήρι μονάχα για τις μεγάλες γιορτές και δεχόταν μόνο τον μαθητή του στην σπηλιά, που ήταν απρόσιτη όταν ανέβαζε την σκάλα. 
Μετά από μία ουράνια οπτασία παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό ευλογώντας τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, στις 5 Αυγούστου 1960. 


Κατά την νεκρώσιμη Ακολουθία αγριοπούλια εισέβαλαν αίφνης μέσα στην σπηλιά και ήλθαν να καθίσουν πάνω στο σκήνωμα του οσίου, για να ενώσουν τους κρωγμούς τους με τους επικήδειους ύμνους των μοναχών. 
Είκοσι χρόνια αργότερα, ο μαθητής του Ιωαννίκιος είδε σε όνειρο τον όσιο Ιωάννη, που του ζήτησε να προβεί στην εκταφή του σκηνώματός του. Το αίτημα όμως απορρίφθηκε από τον ηγούμενο της μονής, ως αντίθετο στα έθη. 

Λίγο αργότερα ήλθαν προσκυνητές που είχαν παλαιότερα εξομολογηθεί στον ασκητή και ζήτησαν να επισκεφτούν την σπηλιά του και να τιμήσουν το σώμα του. Ανοίχθηκε τότε ο τάφος και ανακαλύφθηκε ότι το σώμα του είχε μείνει παντελώς άφθορο, ενώ ανέδιδε λεπτή ευωδία. Μεταφέρθηκε μετά δέους στην Μονή Χοζεβά, όπου τιμάται έκτοτε από τους προσκυνητές. 
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 12ος, Αύγουστος,Ίνδικτος,


 

 

Μνήμη της αγίας ΝΟΝΝΗΣ, της μητρός του αγίου Γρηγορίου τον Θεολόγου.


Μνήμη της αγίας ΝΟΝΝΗΣ, της μητρός του αγίου Γρηγορίου τον Θεολόγου.

5 Αυγούστου

Νόννῃ θανούσῃ τῇ καλῇ καλὸς γόνος,
Καλὸν δίδωσιν ἐντάφιον τοὺς λόγους.

Καταγόμενη από την Καππαδοκία και αναθρεμμένη με την χριστιανική πίστη, η αγία Νόννα παντρεύτηκε τον Γρηγόριο, πρόκριτο της Ναζιανζού και μέλος της αίρεσης των Υψισταρίων. Χάρις στην υπομονή και τις προσευχές της κατάφερε να μεταστρέψει τον σύζυγο της που χρημάτισε σαράντα πέντε χρόνια επίσκοπος της πόλης. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν τρία παιδιά: η αγία Γοργονία [23 Φεβρ.], ο άγιος Καισάριος [9 Φεβρ.] και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ίαν.] που της χάρισε ο Θεός εις απάντηση των προσευχών της.  
Ο άγιος Γρηγόριος ανέφερε συχνά στα έργα του την υποδειγματική ευσέβεια της μητρός του και έλεγε ότι ενδεδυμένη το σώμα μιας γυναίκας είχε ωστόσο μία ψυχή που την έκανε να υπερέχει των πιο γενναίων ανδρών. Η γη και τα πράγματα του κόσμου την κρατούσαν μόνο στον βαθμό που εκείνα μπορούσαν να αφιερωθούν στον Θεό και να της επιτρέψουν το γρηγορότερο να απέλθει στους ουρανούς. Αδιάφορη απέναντι στους καλλωπισμούς, είχε μοναδικό μέλημα να τιμά την εικόνα του Θεού την εντυπωμένη στην ψυχή της και μόνη ευγένεια θεωρούσε εκείνη της θεοσέβειας, χάρις στην οποία μπορούμε να γνωρίσουμε ότι προερχόμαστε από τον Θεό και ότι οφείλουμε να επιστρέψουμε στον Θεό. Κακουχώντας την σάρκα της με νηστεία καί νυχτερινές προσευχές, βεβαίωνε τα παιδιά της ότι θα πουλούσε τον εαυτό της και εκείνα μαζί της για να μοιράσει το αντίτιμο σε ελεημοσύνες στους φτωχούς. 
Ασθένησε μετά τον θάνατο του συζύγου της (371) και υπομένοντας την δοκιμασία μέ ευχαριστίες στον Θεό, παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας στραμμένη προς το θυσιαστήριο, έτσι που ακόμη καί νεκρή έμοιαζε να προσεύχεται.
Ἀπολυτικίον. 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
ς ἀλάβαστρον μύρον τῆς θείας χάριτος, τρισσοκλεῶς σου τοῖς τέκνοις, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, εὐωδίασας Ἁγία Νόννα ἔνδοξε, καὶ συζυγίας τῆς σεπτῆς, ὁ πολύτιμος κανὼν ἐδείχθης· διὸ πρεσβεύεις, τῷ Κυρίῳ ἐν παῤῥησίᾳ, ὑπὲρ τῶν πίστει ἀνυμνούντων σε.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Γράψτε, ευσεβείς, το θαύμα τούτο ........ για τις γενιές που θα΄ρθούνε.



ΕΠΙΤΑΦΙΑ 
του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 
στη μητέρα του Νόννα

πζ΄
Ἔνθα ποτ' εὐχομένης τόσσον νόος ἔπτατο Νόννης, 
μέσφ' ὅτε καὶ ψυχὴ ἕσπετ' ἀειρομένῳ, 
εὐχομένης δὲ νέκυς ἱερῇ παρέκειτο τραπέζῃ, 
γράψατ' ἐπερχομένοις θαῦμα τόδ', εὐσεβέες. 
*** 
Εδώ, κάποτε, ενώ προσευχόταν, τόσο υψώθηκε ο νους της Νόννας, 
ώσπου και η ψυχή τον ακολούθησε στα ύψη. 
Και καθώς προσευχόταν, έπεσε νεκρή κοντά στην Τράπεζα. 
Γράψτε, ευσεβείς, το θαύμα τούτο για τις γενιές που θα΄ρθούνε. 


ογ΄
Ἄλλη μὲν κλεινή τις ἐνοικιδίοισι πόνοισιν, 
ἄλλη δ' ἐκ χαρίτων ἠδὲ σαοφροσύνης, 
ἄλλη δ' εὐσεβίης ἔργοις καὶ σαρκὸς ἀνίαις, 
δάκρυσιν, εὐχωλαῖς, χερσὶ πενητοκόμοις· 
Νόννα δ' ἐν πάντεσσιν ἀοίδιμος· 
εἰ δὲ τελευτὴν τοῦτο θέμις καλέειν, 
κάτθανεν εὐχομένη. 
***
Άλλη φημίζεται για τους κόπους της μέσα στο σπίτι, 
άλλη για την ομορφιά αλλά και τη φρονιμάδα της, 
άλλη για έργα ευσέβειας, ή γι’ ασθένειες στο σώμα, 
ή για δάκρυα, για προσευχή, για περίθαλψη φτωχών.
 Μα η Νόννα καλοτυχίζεται για όλα. 
Κι αν είναι σωστό αυτό να το λέμε θάνατο, 
πέθανε καθώς προσευχόταν. 

οστ΄
Ψυχὴ μὲν πτερόεσσα πρὸς οὐρανὸν ἤλυθε Νόννης, 
σῶμα δ' ἄρ' ἐκ νηοῦ Μάρτυσι παρθέμεθα. 
Μάρτυρες, ἀλλ' ὑπόδεχθε θύος μέγα, τὴν πολύμοχθον σάρκα 
καὶ ὑμετέροις αἵμασιν ἑσπομένην, 
αἵμασινὑμετέροισιν, ἐπεὶ ψυχῶν ὀλετῆρος 
δηναιοῖσι πόνοις κάρτος ἔπαυσε μέγα. 

Οὐ μόσχων θυσίην σκιοειδέα οὐδὲ χιμάρρων 
οὐδὲ πρωτοτόκων Νόνν' ἀνέθηκε Θεῷ· 
ταῦτα νόμος προτέροισιν, ὅτ' εἰκόνες· 
ἡ δ' ἄρ' ἑαυτὴν δῶκεν ὅλην· βιότῳ μάνθανε 
καὶ θανάτῳ. 
***
Στον ουρανό ανέβηκε φτερωτή η ψυχή της Νόννας, 
το σώμα της απ’ το ναό τ’ αποθέσαμε κοντά στους μάρτυρες. 
Μάρτυρες, το λαμπρό σφάγιο υποδεχτείτε, την πολύμοχθη σάρκα, 
πού βάδισε στ’ αχνάρια των αιμάτων σας· 
στα δικά σας αχνάρια, αφού εκείνου πού τις ψυχές θανατώνει 
νίκησε τη μεγάλη δύναμη με τους αδιάκοπους μόχθους της. 

Μοσχαριών θυσία προτυπωτική ή κατσικιών 
ή πρωτότοκου παιδιού δεν πρόσφερε στο Θεό η Νόννα· 
αυτά ανήκουν στους προηγούμενους νόμους των εικόνων. 
Ακούστε, αυτή πρόσφερε σ’ όλη τη ζωή της 
και το θάνατο, τον ίδιο της τον εαυτό.


Μνήμη της αγίας ΝΟΝΝΗΣ, 
της μητρός του αγίου Γρηγορίου τον Θεολόγου

Αγία μάρτυς Ία (Μνήμη 4 Αυγούστου & 11 Σεπτεμβρίου)


Αγία μάρτυς Ία 
(Μνήμη 4 Αυγούστου, 11 Σεπτεμβρίου)

Κατά το πεντηκοστό τρίτο έτος της βασιλείας του[1], ο βασιλιάς των Περσών Σαβώριος ανέβηκε στα κάστρα και τα σύνορα των Ρωμαίων κάνοντας εκστρατεία με το στρατό του. Έφτασε δε και σ’ ένα κάστρο που λεγόταν Βιζαϊδέον[2], και κατόρθωσε να το κυριεύσει και να γίνει κάτοχός του και να καταστρέψει τα τείχη του. Όχι δε μόνον αυτό, αλλά θανάτωσε εκεί με τα ξίφη και πλήθος Ρωμαίων και συνέλαβε περίπου πενήντα χιλιάδες[3] άνδρες και γυναίκες, μαζί με τον επίσκοπο Ηλιόδωρο και τους γηραλέους πρεσβυτέρους Δόσσα και Μαρεάβη[4] και άλλους πρεσβυτέρους και διακόνους, άνδρες αγιότατους, όπως επίσης και ομάδα αγίων μοναχών και παρθένων μοναζουσών, τους οποίους πήρε όλους αιχμαλώτους. 
Καθώς τους οδηγούσαν στη χώρα των Ουζαϊνών[5], έφτασαν σε σταθμό που λεγόταν Βισακέρ. Εκεί ο αγιότατος επίσκοπος Ηλιόδωρος αρρώστησε, κι επειδή έμελλε να πεθάνει, χειροτόνησε επίσκοπο στη θέση του τον θεοσεβή πρεσβύτερο Δόσσα. Επίσης και το θυσιαστήριο[6] που είχε πάρει όταν έφευγε στην αιχμαλωσία, το παρέδωσε στον οσιότατο Δόσσα για να λειτουργεί σ’ αυτό οσίως και δικαίως και αμέμπτως ενώπιον του Κυρίου. Και ο θεοφιλέστατος Ηλιόδωρος ανεπαύθη εν Κυρίω. 
Το Ιερό λείψανό του κηδεύτηκε εκεί από τους Χριστιανούς με πολλή τιμή και δόξα. Καθώς λοιπόν προχωρούσαν στο δρόμο, φεύγοντας από τα μέρη εκείνα, συναθροίστηκαν σε κάποιο μέρος κι έψαλλαν και υμνούσαν δοξολογώντας τον άγιο Θεό, και καθημερινά εκτελούσαν αυτή τη λατρευτική διακονία. Οι μάγοι όμως πλημμύρισαν από θυμό επειδή αυτοί έψαλλαν και λάτρευαν τον Χριστό τον Θεό μας, οι καρδιές και οι ψυχές τους ταράχθηκαν φοβερά και άρχισαν να κακολογούν και να συκοφαντούν τους Χριστιανούς που λάτρευαν τον Θεό στον αρχιμάγο Αδελφέρ, ο οποίος και πρωτύτερα είχε γίνει αίτιος αιματοχυσιών πολλών Χριστιανών και αθλοφόρων Μαρτύρων του αγίου Θεού που μαρτύρησαν στην Ανατολή. 
Και ο Αδελφέρ, οπλισμένος με τα όπλα του διαβόλου, παρουσιάστηκε στο βασιλιά και του είπε: «Αγαθέ βασιλιά, υπάρχει κάποιος στους αιχμαλώτους, αρχηγός των Χριστιανών, που λέγεται Δόσσας· αυτός προσελκύει πολλά πλήθη από τους αιχμαλώτους, άνδρες και γυναίκες, ομόπιστους και ομόφρονες μ’ αυτόν, και λοιδορούν την εξουσία σου και βδελύσσονται τη βασιλεία σου· αυτό το διαπράττουν καθημερινά. Τους παρήγγειλα να μη κάνουν έτσι, αλλά δεν παύουν μάλιστα περισσότερο ατιμάζουν τη βασιλική σου μεγαλειότητα και βλασφημούν όχι λίγο τους θεούς των Περσών». Όταν άκουσε αυτά ο βασιλιάς, διέταξε να αποκόψουν την κεφαλή του μακαρίου επισκόπου Δόσσα. 
Μετά την άθληση του μακαρίου επισκόπου Δόσσα, κατηγορήθηκε η δούλη του Θεού Ία, αιχμάλωτη και αυτή, ότι έχει πολύ ζήλο για την πίστη του Σωτήρα μας Χριστού. Πράγματι, ήταν εξασκημένη με ακρίβεια στις άγιες Γραφές για τον πόθο που είχε στον Δεσπότη Χριστό· φλογιζόμενη δε από την αγάπη του Χριστού εναντιωνόταν σε κάθε αντίπαλο και εχθρό του χριστιανικού λαού, αντιπαραθέτοντας και διδάσκοντας το λόγο του Χριστού και σπέρνοντας στην ακοή τους τη διδασκαλία του Θεού. Πολλούς λοιπόν από την πλάνη της ειδωλολατρίας τους έστρεφε προς τον Χριστιανισμό. Εκείνο δε τον καιρό εγκαταστάθηκε στη χώρα των Ουζαϊνών και οδηγούσε πολλούς στον Χριστό. Η Αγία αυτή πλησίαζε συνεχώς τις γυναίκες με αγάπη και τις δίδασκε το λόγο του Θεού και τις νουθετούσε και τις ενίσχυε με λόγια από τις άγιες Γραφές. Οι γυναίκες, βλέποντας την πραότητα της αγίας Ίας και ακούγοντας τα χαριτωμένα της λόγια, τη δέχονταν με ευχαρίστηση και ανέφεραν γι’ αυτή στους άνδρες τους, διηγούμενες τις διδαχές και τους λόγους της Αγίας. 
Όταν τις άκουσαν οι άνδρες τους, οργίστηκαν πολύ, και λέγοντας ο ένας στον άλλο τα λόγια που είπε η άγια Ία στις γυναίκες τους, πρόσθεταν ότι «Αυτή η γυναίκα με τα μάγια της αποστρέφει και αποξενώνει από εμάς τις γυναίκες μας». Με μία γνώμη λοιπόν όλοι, παρουσιάστηκαν στο βασιλιά και είπαν: «Αγαθέ βασιλιά μας, να ζεις στους αίώνες. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους, η εξουσία σου έφερε και μία γυναίκα από το γένος των Ρωμαίων, η οποία κάνει μαγείες σ’ αυτή τη χώρα που ανήκει στη βασιλεία σου, και απομακρύνει πολλές ψυχές από την προσκύνηση των θεών διότι ατιμάζει τους θεούς μας και καταφρονεί όλους τους νόμους σας». 
Όταν άκουσε αυτά ο βασιλιάς, οργίστηκε πολύ και με πολύ θυμό διέταξε να έρθουν δύο αρχιμάγοι, που ο ένας ονομαζόταν Αδερσαβώρ και ο άλλος Αδελφέρ, και τους είπε: «Εκείνη την οποία καταγγέλλουν, αν μεν προσκυνεί τους θεούς και τιμά τον ήλιο και τη φωτιά και το νερό και την εξουσία μου, και αν δεν πράττει πιά τη μαγεία που διδάσκει, ας κατοικήσει στη χώρα αυτή και ας έχει τιμή από εμάς· αν όμως δεν προσκυνεί τους θεούς και τη φωτιά και το νερό όπως διατάζουν οι θεοί μας και οι νόμοι μας, να της επιβάλετε κάθε είδους τιμωρία». 
Μόλις έλαβαν αυτή τη διαταγή, βγήκαν και πρόσταξαν να συλληφθεί η αγία δούλη του Θεού. Όταν την έφεραν, τη δέχθηκαν με κραυγές και θόρυβο και της είπαν: «Χριστιανή είσαι;». Η Αγία αποκρίθηκε: «Χριστιανή είμαι». Και οι παράνομοι της είπαν: «Πρέπει να θανατωθείς, διότι είπες πως είσαι Χριστιανή». Η δε αγία Ία φώναξε με ιερό ζήλο και είπε: «Χριστιανή είμαι και τον ένα ζώντα Θεό υπηρετώ που δημιούργησε κάθε ύλη, από τον οποίο κατασκευάστηκαν και αυτοί που τους λέγετε θεούς σας, ο ήλιος δηλαδή και η σελήνη, η φωτιά και το νερό· όλα είναι έργα των χειρών Του». 
Διέταξαν τότε να γδύσουν την αμνάδα του Χριστού, κι έβαλαν σχοινιά στα χέρια και τα πόδια της και πέντε άνδρες πολύ δυνατοί τραβούσαν κάθε μέλος της, ενώ άλλοι άνδρες νέοι με σαρακηνικά μαστίγια χτυπούσαν και καταπλήγωναν το σώμα της. Η δε άγια Ία έψαλλε ωδή στον Κύριό της και υψώνοντας στον ουρανό τα μάτια Τον επεκαλείτο με παρρησία λέγοντας: 
«Κύριε ‘Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθινού Θεού, ενδυνάμωσε τη δούλη Σου σε τούτο τον αγώνα στον οποίο τώρα εισήλθα, και λύτρωσέ με από τους λύκους που με κατασπαράζουν».
Όταν χτυπήθηκε τόσο, ώστε να μη μπορεί να μιλήσει, διέταξαν να τη ρίξουν στη φυλακή. Και μετά από δύο μήνες διέταξαν και οδηγήθηκε μπροστά τους η άγια Ια, και της είπαν: «Τι είχες στο νου σου τόσο καιρό στη φυλακή; Μήπως νουθέτησες τον εαυτό σου να θυσιάσεις στους θεούς και να σέβεσαι το βασιλιά και τη φωτιά και τον ήλιο, για να κατοικήσεις στη χώρα αυτή και να λάβεις από μας δωρεές και μεγάλα χαρίσματα, ώστε να τιμηθείς σύμφωνα με την απόφαση του βασιλιά των βασιλέων, η παραμένεις Χριστιανή;». Τότε η πιστότατη και αγία αποκρίθηκε και είπε: «Εγώ είχα το νου μου στο να αγωνιστώ με δύναμη στη χάρη στην οποία με κάλεσε ο Θεός και να μην ανταλλάξω τον Θεό μου τον αληθινό με τους νομιζόμενους θεούς· δεν προσκυνώ τα μάταια που σεις σέβεσθε». Μετά την ερώτησαν: «Ακόμη παραμένεις στο φρόνημα των Χριστιανών;». Αυτή αποκρίθηκε και τους είπε: «Χριστιανή είμαι και θεό αληθινό σέβομαι και προσκυνώ». 
Όταν άκουσαν αυτά οι αρχιμάγοι, με οργή και πολύ θυμό διέταξαν να φέρουν από τον κήπο σαράντα γερά κλαδιά ροδιάς ακαθάριστα· και την τάνυσαν δώδεκα άνδρες και τη χτυπούσαν σκληρά μπροστά και πίσω. Και από το σώμα της έρρεε το αίμα στη γη, όπως και οι σάρκες της, μέχρις ότου γέμισαν αίματα αυτοί που την κρατούσαν. Βλέποντας ότι είναι όλη αρματωμένη και ότι οι σάρκες της κατέπεσαν, διέταξαν να την πάρουν σαν £να πτώμα και να τη ρίξουν στη φυλακή. Μετά έξι μήνες οι αρχιμάγοι διέταξαν να φέρουν σ’ αυτούς 
Είπαν οι αρχιμάγοι: «Είναι αληθινά λοιπόν όσα ακούστηκαν για σένα, ότι διδάσκεις στη χώρα αυτή εναντίον του βασιλιά των βασιλέων;». Η Αγία αποκρίθηκε: «Αν κάτι ειπώθηκε για μένα υπέρ του Χριστού, αληθινό είναι· εγώ ασφαλώς κηρύττω τον ένα και μοναδικό Θεό στους ανθρώπους, για να μετανοήσουν και να επιστρέψουν προς Αυτόν από τα πονηρά έργα τους, καθώς διδάσκουν οι άγιες Γραφές μας». Όταν οι αρχιμάγοι άκουσαν αυτά, θύμωσαν όχι λίγο και διέταξαν τους υπηρέτες κι έφεραν μεγάλα καλάμια, που τα έσχισαν, και τα έμπηξαν σ’ όλο το σώμα της Αγίας και την έσφιξαν με λεπτά σχοινιά, μέχρις ότου οι αρθρώσεις και τα μέλη της έκαναν κρότο. Διέταξαν έπειτα να τραβήξουν ένα-ένα τα καλάμια από το σώμα της. 
Έτσι οι σάρκες και το αίμα της έρρεαν κάτω στη γη, μέχρι που φάνηκαν τα κόκκαλα και τα εντόσθιά της. Μετά δέκα ημέρες διέταξαν να τανύσουν την Αγία και με χάλκινες βέργες κατατσάκισαν τα κόκκαλά της. Κι εκείνη την ώρα κείτονταν στο έδαφος σαν νεκρή μπροστά τους· διέταξαν τότε να φέρουν πιεστήριο (πρέσσα) και να τη βάλουν σ* αυτό, και γύρω της άνδρες έσφιγγαν για πολύ, μέχρις ότου τα μέλη της αποκόπηκαν από το σώμα κι έπεσαν κάτω. 
Βλέποντας ότι ήταν πια άλαλη και τα μέλη της διαλύθηκαν κι έπεσαν, διέταξαν να αποκοπεί με ξίφος η κεφαλή της. Πρόσταξαν δε στους φύλακες να φρουρήσουν το λείψανο της για να μη την ενταφιάσει κανείς, μέχρις ότου τα όρνεα κατέβουν και φάγουν το σώμα της, επειδή οι Πέρσες δεν είχαν τη συνήθεια να θάβουν τους νεκρούς, για να μη μολύνεται, λέει, η γη. Μερικοί όμως Χριστιανοί έδωσαν κρυφά χρήματα κι εξαγόρασαν από τους φύλακες το λείψανο της αγίας Ίας και το κήδεψαν με τιμή, όπως έπρεπε[7]. Μαρτύρησε δε η αγία Ία στην επαρχία των Ουζαϊνών της Περσίας, στις 5 Αυγούστου[8], ενώ βασίλευε στους Πέρσες ο Σαβώριος, και σ’ εμάς βασίλευε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Σημειώσεις: 
[1]Το 362.
[2]Πιο ορθά «Βηθζαβδαί». Ο Σωζόμενος το αποδίδει «Ζαβδαίον χωρίον». Ήταν οχυρό στα σύνορα Περσών-Ρωμαίων. Ο Σαβώριος προσπάθησε να το κυριεύσει μαζί με τη Νίσιβη διότι του άνοιγαν τις πύλες της Μεσοποταμίας και της Αρμενίας αντίστοιχα. Το κατόρθωσε το 360. Η απαγωγή του πληθυσμού έγινε μετά δύο χρόνια.
[3]Σύμφωνα με το συριακό κείμενο, αλλά και το ελληνικό Μηναίο, οι αιχμάλωτοι ήταν εννιά χιλιάδες.
[4]Η μνήμη τους εορτάζεται [9 Απριλίου].
[5]Χώρα των Ουζαϊνών–Βεθουζά.
[6]Προφανώς φορητό, ίσως αντιμήνσιο.
[7]Το λείψανο της αγίας Ίας μετά το διωγμό μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, σε ναό που κτίστηκε προς τιμήν της έξω από τη Χρυσή Πύλη. Ο ναός αυτός ανακαινίστηκε αργότερα από τον Ιουστινιανό (Προκόπιος, Περί κτισμάτων I, 9). Το IB’ αιώνα καταστράφηκε κατά την άλωση της Πόλης από τους Λατίνους, οπότε το λείψανο μεταφέρθηκε στη Μονή των Μαγγάνων. Σε χειρόγραφο του ΙΔ’ αιώνα σώζεται εγκώμιο της Αγίας, γραμμένο επί της βασιλείας Ανδρονίκου (1282-1328). Ο συγγραφέας του Μακάριος, Ιερομόναχος της Μονής των Μαγγάνων, μαρτυρεί ότι το λείψανο, μετά από δέκα σχεδόν αιώνες, παρέμενε άφθορο, όπως το είχε δει πολλές φορές ο ίδιος (Patrologia Orientalis 2, 1905, σελ. 462-473).
[8]Η μνήμη της εορτάζεται 4 Αυγούστου και επαναλαμβάνεται 11 Σεπτεμβρίου. Μάλλον εννοεί ομάδα τοπικών Αγίων και όχι τους γνωστούς Μάρτυρες της Σεβάστειας, προγενέστερους κατά μισό αιώνα [9 Μαρτίου 320].

Πηγή: Μέθη Χριστού, Μάρτυρες στην Περσία του Σαβωρίου (Πρωτότυπο κείμενο - Μετάφραση), Μετάφραση Δημήτριος Χρισταφακόπουλος, Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», § Μαρτύριο της αγίας μάρτυρος Ίας, Έκδοσις Ά, Θεσσαλονίκη 1989. 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ο Θεός δεν αναγκάζει με βία, αναγκάζει από αγάπη προς θεραπεία ... π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - Θ΄ Κυριακή του Ματθαίου

 

ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΝΑΤῌ 
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ιδ΄ 22 - 34  



Κήρυγμα του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 

την Κυριακή  1η Αυγούστου του 2004 - σε mp3 εδώ 

Ήταν μια περιγραφή Ευαγγελικής περικοπής όπου μπήκαμε σε στοιχεία καθημερινότητας. Κύματα, ταραχή, αγωνία, ολιγοπιστία, η πάλη του μπορώ και δεν μπορώ. Καθημερινά πράγματα, αλλά το πιο προκλητικό σε αυτή την περικοπή ήταν κάτι εισαγωγικό, μια λέξη που κάνει ακόμη πιο προβληματική τη στάση του Χριστού, απέναντι στην δικαιολογημένη, ανθρώπινη ταραχή των μαθητών μπρος στην ταραχή των στοιχείων της φύσης. 

Το κείμενο είπε στην αρχή πως ο Χριστός «ἠνάγκασεν» τους μαθητάς αυτού, λέει για να μπουν μες’ στο πλοίο τους. Τους ανάγκασε και θα έλεγε κανείς δηλαδή τους αναγκάζει να περάσουν μια ταραχή και γιατί τους αναγκάζει; Ο Χριστός που είναι αγάπη μπορεί κάποιον να τον αναγκάζει; και μάλιστα ξέροντας ως Χριστός, πως μετά από λίγο θα περάσουν αυτή την ταραχή. Είναι πράγματι πολύ σπουδαία η λέξη αυτή και να την προσεγγίσουμε γιατί πραγματικά είναι ένας κόσμος ολόκληρος που αποκαλύπτεται μπροστά μας και μας δίνει άλλα ερείσματα, άλλες δυνάμεις δηλαδή και άλλα εργαλεία, για να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις καθημερινές τρικυμίες του κόσμου. 

Να μπω σ' αυτή τη λέξη κλειδί, τη λέξη ανάγκη. Όταν λέμε ανάγκη, τι θυμόμαστε; Κάτι που αν δεν το χρησιμοποιήσουμε δεν θα ζήσουμε. Έχω την ανάγκη να πίνω νερό, έχω την ανάγκη να τρώω φαγητό, έχω την ανάγκη να ζεσταίνομαι όταν έχει κρύο και αντίστροφα. Όλα αυτά είναι δώρα του Θεού. Οι ανάγκες, το να φάω, το να πιώ είναι δώρα του Θεού. Ο Θεός θα μπορούσε να μας κάνει να μην τρώμε, να μην πίνουμε να μην κρυώνουμε, να μην ζεσταινόμαστε. Τι δώρα του Θεού είναι αυτά που  μας κάνουνε να είμαστε εξαρτημένοι από την τροφή, από το νερό, από τα πράγματα του κόσμου; Στην γλώσσα της θεολογίας  αυτό δεν λέγεται εξάρτηση, αυτό λέγεται άνοιγμα. Την ώρα που πεινάς πρώτα-πρώτα ανοίγεσαι στη φύση για να πάρεις τροφή, ανοίγεσαι σε ένα πρωτογενές μέγεθος, δώρο του Θεού και καταλαβαίνεις πίσω από τη φύση που θα πάρεις [την] τροφή σου, την δωρεά του Θεού. Είναι ένας άλλος καθρέφτης, ένα άλλο κοίταγμα, ένα άλλο άνοιγμα στο Θεό, η ανάγκη. Ακόμα και η ανάγκη να κουβεντιάσουμε με κάποιον, να έχουμε κοινωνία, είναι και πάλι μια πρόκληση κοιτάγματος στον άλλον που είναι δώρο του Θεού. Ακόμα και η ανάγκη να προσευχηθώ, να στραφώ στον Θεό είναι μια πρόκληση για να ανοίγομαι. Βλέπετε ανοίγομαι στη φύση, στους ανθρώπους και στον Θεό. Αυτό λοιπόν που λέω ανάγκη, είναι δώρο του Θεού γιατί με κάνει να ανοίγομαι. Όταν κλείνομαι και όταν περιφρονώ τα πάντα γύρω μου, αυτό δεν είναι μόνο ένας βιολογικός θάνατος, αλλά και ένας βαθύς πνευματικός και ψυχικός θάνατος. Άρα καταλαβαίνετε έτσι με τα λίγα λόγια που σας είπα, πως η ανάγκη είναι και δώρο του Θεού και άνοιγμα δοξολογικού κοιτάγματος  του Θεού.

Κοιτάξτε τώρα μέσα από αυτό το εργαλείο της λέξης ανάγκης, πως η ερμηνευτική παράδοση της Εκκλησίας μας,  προσεγγίζει πια το κείμενο. Ο Χριστός τους ανάγκασε να μπουν στο πλοίο. Αφού η ανάγκη λοιπόν είναι μια πρόκληση, είναι ένα ερέθισμα  για άνοιγμα, για θεραπεία και για δοξολογία του Θεού και αφού τα πράγματα του κόσμου είναι έτσι, υπάρχουν και η πείνα και η δίψα και η τρικυμία, όλα αυτά πια ως ανάγκες, ως πρόκληση οδηγούν κάπου, οδηγούν στο ίδιο τον Χριστό, σε ένα άνοιγμα δοξολογικό. Πίσω από όλα, πίσω από την τρικυμία, να δεις Εκείνον. Η ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες το θέλετε ή δεν το θέλετε. Ή θα γκρινιάζουμε, ή μέσα από την πρόκληση μιας τρικυμίας  και μίας ταραχής θα αναγόμαστε σε Αυτόν. Και βλέπετε, την ώρα που πίστευε ο Πέτρος δεν βούλιαζε, την ώρα που δεν πίστευε βούλιαζε «Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» Του λέει και κάνει πια την ανάγκη και φιλοτιμία όπως λέει το τροπάριο που έχει Θεολογία. Την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε μια τρικυμία, μια δυσκολία της ζωής, την κάνει γεγονός  δοξολογικό. Την βλέπουμε πρώτα δοξολογικά. Ότι αυτό θα με οδηγήσει πιο πολύ στον Θεό και θα ξεπεράσω πολλές φορές το κλείσιμο μου. Κλείνομαι στα προβλήματά μου θέλω να μην έχω κανένα πρόβλημα και γίνομαι ολόκληρος πρόβλημα. Και όταν αντιμετωπίζω αυτές τις ανάγκες, δοξολογικά, τότε «Θαρσεῖτε», λέει Εκείνος, «ἐγώ εδώ εἰμι». Και πίσω από όλα πια, θεραπευτικά, βρίσκεται Εκείνος. Να λοιπόν η ανάγκη, να το άνοιγμα, να η δυσκολία, όλα για μας εργαλεία και όλα προκλήσεις καθημερινές για να μπορούμε βαθιά να θεραπευτούμε. 

Ο Θεός λοιπόν δεν ανάγκασε με βία, ανάγκασε από αγάπη προς θεραπεία, για να μάθουνε οι μαθητές  του να βλέπουνε βαθιά, πολύ πιο βαθιά πέρα από την τρικυμία, να βλέπουν Εκείνον, να θεραπεύονται. 

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


Δημοφιλείς αναρτήσεις