Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Τα μαθηματικά του Θεού και η απάντηση στην κρίση

 ΚΥΡΙΑΚῌ ΠΕΜΠΤῌ

Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
ιστ΄ 19 - 31

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 30  Οκτωβρίου του 2011

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

  Ακούγοντας αυτό το γνωστό κείμενο από το κατά Λουκάν , που ακούστηκε πριν από λίγο, με την γνωστή παραβολική διήγηση του Χριστού μας για τον πλούσιο και για τον Λάζαρο, θα έπρεπε να πω, ως ξεκίνημα αυτής της ομιλίας, ξέρετε, εδώ κάνει προσδιορισμό μιας κρίσεως, και δη οικονομικής, και μάλιστα δίνει απάντηση. 
  Αλλά φοβάμαι που θα μου πείτε, «ξέρετε, αρκετά έχουμε αυτόν τον καιρό και είμαστε κουρασμένοι και στο σπίτι του κρεμασμένου μιλάς για σκοινί». Δεν θα το κάνω! Ή θα έπρεπε να δώσω έναν τίτλο σε αυτό το κήρυγμα, να πω το εξής: από τον τρυφώντα (: αυτόν που ζει ζωή τρυφηλή, πολυτελή), τον «καλοπερασάκια», στον κολασμένο «αγανακτισμένο». Δεν θα το πω, γιατί θα πείτε: «Να, βλέπετε, ξέρετε, εδώ στην Εκκλησία, να μην μιλάμε, μας πατάνε, μας χτυπάνε, μας αδικούνε, και εσύ θα μας κάνεις ένα κήρυγμα και θα πεις από τον τρυφώντα, που περνάει καλά, στον κολασμένο, αγανακτισμένο». Δεν θα το πω. Ή θα έπρεπε να πω (και αυτό το τρίτο) «από τον άνθρωπο του Θεού στον άγιο». -«Ε, τι θα μας πεις τώρα; περνάμε δύσκολα εμείς και εσύ μας παραπέμψεις στα μέλλοντα για να γίνουμε άγιοι». 
  Λοιπόν δεν θα πω τίποτα από όλα αυτά… Αλλά το κήρυγμα άρχισε, και θα κάνω κάτι άλλο. Θα με βοηθήσετε με τη σκέψη σας. Είτε θα κάνω μαθηματικά – θα κάνω τα μαθηματικά του Θεού, όχι τα δικά μας, είναι άλλα τα μαθηματικά του Θεού. Όπου θα έχουμε πράγματι μια εξίσωση που πρέπει να λυθεί, αλλά έχει πολλούς αγνώστους, και μια εξίσωση με πολλούς αγνώστους δεν λύνεται: οι άγνωστοι είναι πάρα πολλοί. Δηλαδή αν είμαστε καλά, περνάμε καλά είναι κακό; Και πρέπει να περιμένουμε κάποιο μελλοντικό παράδεισο; Δηλαδή, αν φωνάζουμε είναι κακό; Και γιατί αν εμείς φωνάζουμε θα πάμε στην κόλαση; Και γιατί ο άλλος, συγγνώμη για τη φράση, είναι αυτός ο φτωχός του Ευαγγελίου είναι βλάκας και κάθεται και τα δέχεται όλα για να πάει στον παράδεισο; Πολλά ερωτήματα πολύ άγνωστοι. 
  Λοιπόν, να κάνω τα μαθηματικά του Θεού, πολύ σύντομα, και να πάρω τους αγνώστους αυτούς λίγο να τους ερμηνεύσω, κατά το κείμενο, όχι κατά την ιδιότροπη θέλησή μου και κάποια δική μου ιδιότροπη θεολογία. Να δω λοιπόν κάποιους αγνώστους για να μην πω στα άλλα, τα οποία θεωρείται πάρα πολύ άδικο να τα προσεγγίσω γιατί είστε κουρασμένοι αυτό τον καιρό. 
  Πρώτο πρώτο στοιχείο και ουσιαστικό: Το Ευαγγέλιο προβάλλει αυτόν τον «τρυφώντα», τον πλούσιο, ο οποίος κάθε μέρα «ευφραίνεται λαμπρώς». Βλέπετε ένα προσδιορισμό που κάνει το Ευαγγέλιο: «ευφραίνεται λαμπρώς», εννοείται κατά σάρκα, κατά το ανθρώπινο της σάρκας που πρέπει να πάρει δύναμη, να πάρει τροφή. Αλλά καθόλου το κείμενο δεν αναφέρεται, και σωστά το προσδιορίζει, κατά πόσο τρέφεται πνευματικά στη ψυχή του. Δεν αρνούμεθα λοιπόν αυτή την «τρυφή-τροφή», κατά τα μέτρα του ανθρώπινου, για το οποίο γίνονται οι πόλεμοι, οι επαναστάσεις: πώς θα φάμε, πώς θα κατανείμουμε τον πλούτο και τα λοιπά. Δεν το αρνούμαι αυτό το μέγεθος, αλλά οπωσδήποτε προσδιορίζει πως εδώ μιλούμε για μια λαμπρότητα σαρκός. Είναι ο πρώτος προσδιορισμός της κρίσεως. Και γιατί όχι; Γιατί όχι; έτσι πρέπει να το πω, μα αν αρνηθείτε, αυτή που λέμε «κρίσις», αν πάμε στη ρίζα της, ποιοι είναι οι πρώτοι προσδιορισμοί; Πώς προσδιορίζεται; Τι τρώμε, τι δεν τρώμε; Τι μας παίρνουν, τι δεν μας παίρνουνε; Η κρίση φαίνεται ότι είναι μόνο εκεί. Αλλά, από ό, τι φαίνεται τώρα εδώ πέρα, η ανισορροπία της τρυφής-τροφής μεταξύ σώματος και ψυχής είναι ένα προσδιοριστικό μέγεθος και ήδη υπάρχει μια κρίση πάνω μας, αν τρεφόμαστε μονομερώς. Στο ένα σκέλος της υπάρξεώς μας, που ο Θεός μας έκανε διττούς, να έχουμε σώμα και ψυχή, και αν τρεφόμαστε μόνο από μια μεριά και δεν τρεφόμαστε από την άλλη, ήδη η κρίση είναι πάνω μας. Ήδη είμαστε ανισόρροποι. Ήδη είμαστε ανάπηροι. Άρα ένας πρώτος προσδιορισμός της κρίσεως. Να λοιπόν ένας άγνωστος μπορεί να λύνεται εδώ, μέσα σε αυτή την ιστορία. 
  Και μάλιστα, θα μπορούσες να πεις σε αυτό το κείμενο «γιατί κάποιος δεν παρεμβαίνει;» «Να παρέμβει. Αυτός ο οποίος τρώει περισσότερα από τον άλλο κάνει αδικία. Πρέπει να γίνει κοινωνική δικαιοσύνη. Να παρέμβει κάποιος. Να παρέμβει κάποιος, να πει κάτι». Δεν ξέρω τι θα είναι αυτό, θα είναι κράτος με εξωτερική δύναμη. Τι θα κάνει; Πρέπει να γίνει κάτι. Από ό,τι φαίνεται, προσπαθούν να δώσουν λύσεις, αλλά σχετικές, γιατί σκέφτονται μονάχα σαρκικά. Βλέπετε, όταν πρόκειται να πάρουν την ψήφο μας, μας μιλούνε «πόσα θα φάμε». Όταν την πάρουνε, μας λένε «μη φάτε». Αλλά και τα δυο είναι τραγικά. 
  Αν σου πούνε λοιπόν «θα φας πολύ αν με ψηφίσεις», σου λέει ψέματα γιατί δεν μίλησαν για την ψυχή σου. Και αν σου πούνε μετά «τώρα που με ψήφισες δεν πρέπει να φας», και τότε πάλι ψέματα σου λένε γιατί αδικούν και την ψυχή σου. Να λοιπόν δεύτερος προσδιορισμός της κρίσεως. Όλοι αυτοί οι μεγάλοι οικονομολόγοι, πολιτικοί, πολιτειο-λόγοι, δεκάδες μπλα-μπλα-μπλα ακούμε αυτό τον καιρό, σε αυτή την κρίση πάντα ο κόσμος έχει κρίσεις, ποτέ δεν μίλησαν για την ψυχή μας. Άρα δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Είναι αδύνατον το λύσουν. Και να μας υποσχεθούνε. Και να μας καρπαζώσουν. Ό,τι και να κάνουνε, το πρόβλημα δεν θα το λύσουνε. Και προσέξτε, αν πει κάποιος με μια άλλη φιλελεύθερη σκέψη, πείτε την όπως τη λέμε στην γλώσσα μας «αριστερή» σκέψη, «πρέπει να τα πάρουμε από τους πλούσιους». Μα και αυτό είναι μια λάθος κίνηση. Γιατί θα παρέμβεις με βία για να τα πάρεις και απλώς θα τους βιάσεις. Την ψυχή του την άλλαξες; Άρα και η λύση η αριστερίστικη είναι γελοία. Δεν υπάρχει λύση. Αν δεν δεις την πρωτογενή ισορροπία των δύο μεγεθών. 
  Άρα λοιπόν αν έλεγα στην αρχή «από τον άνθρωπο ο οποίος τρέφεται πολύ, τον καλοπερασάκια, στον κολασμένο» θα καταλαβαίνατε πως κατέληξε εκεί ο κολασμένος. Και θα λύνατε μια άλλη συντεταγμένη, έναν άλλο άγνωστο της εξισώσεως μας που λέει: «Δεν τον στέλνει ο Θεός στην κόλαση. Ο ίδιος είναι κατεστραμμένος». Γιατί έζησε ως κατεστραμμένος, ως ανισόρροπος. και μεταφέρει αυτή την ανισορροπία στη συνέχειά του. Και παρόλη την αγάπη του Θεού, λύνεται κι άλλος άγνωστος, ο Θεός εκ προοιμίου αγαπάει, και το λένε οι Πατέρες, ο Θεός δεν έκανε κόλαση, κολαζόμαστε από την αδυναμία τού να καταλάβουμε την αγάπη Του – λύνεται κι άλλος άγνωστος.
  Αλλά έχω μερικούς άγνωστους ακόμη. Να πω και αυτούς. Και όχι που θα λύσουμε όλη την εξίσωση, αλλά πιθανώς να καταλάβετε και τις λύσεις και τους προορισμούς της τραγωδίας – κατανάλωση, τρυφή, σου πουλάνε προϊόντα, σου τα παίρνουνε μετά – και να βρείτε και τη λύση όμως, ε; Πάμε λοιπόν στο άλλο ερώτημα, που θα έλεγα «από τον άνθρωπο του Θεού στον άγιο». Και θα λέγατε εσείς «μην μας μιλάς γι’ αυτά τα πράγματα, για να γίνουμε άγιοι πρέπει να ταλαιπωρηθούμε; Και να φάμε το οποιοδήποτε ράπισμα την οποιαδήποτε αδικία, το οποιοδήποτε νομοθέτημα, το οποιοδήποτε μνημόνιο, και να λέμε ύστερα Χριστιανοί: τι καλά, τι καλά!» Δεν γίνεται! 
  Ε, τι γίνεται; Προσέξτε, πρώτα-πρώτα, ο Λάζαρος έχει όνομα. Έχει μια προσωπικότητα. Ο άλλος δεν έχει προσωπικότητα. Είναι ένας πλούσιος. Α, κάτι ακόμη, ε; Όσο χάνεσαι σε αυτή την αναζήτηση της τρυφής, χωρίς να κάνεις ισορροπία με την ψυχή σου, παραμένεις ένας ανώνυμος, ένας πλούσιος που έχει το όνομα, μπορεί να έχεις ένα όνομα, αλλά μετά τίποτα άλλο. Πολλοί απλοί προσδιορισμοί ανωνυμίας. Αυτός ο φτωχός έχει όνομα. Ποιος φτωχός έχει όνομα σε εμάς; Είμαστε πεταμένοι; Αν δεν σας αναγνωρίζουν το όνομά σας, και είστε ένα ΑΦΜ και ένα ΑΜΚΑ, λυπάμαι πολύ αν το δέχεστε έτσι. Γιατί έχετε ένα όνομα: σας το έδωσε η Εκκλησία. Να που αρχίζει μια λύση, ε; Ένας χώρος που με καταξιώνει όσο άρχισα να ζω, κι όχι όταν πεθάνω απλώς, γιατί έχω ένα όνομα. Και αυτός ο τόπος, αυτή η αγία Εκκλησία, σού δίνει ένα όνομα. Και, θα τολμήσω να πω, είναι ο μόνος τόπος και χώρος που σου δίνει προσωπικότητα και δυνατότητα, αν θέλεις. Και αφού έχεις αυτή την προσωπικότητα, την ελευθερία της κινήσεως, χωρίς να σε καταπιέσει κανένας νόμος, χωρίς να σε παίρνουμε το ζόρι, ή καπιταλιστικά ή κομμουνιστικά, επειδή έχεις μια ελευθερία, μέσα από την ελευθερία σου όντας ελεύθερος, και επειδή έχεις όνομα, και επειδή έχεις όνομα από αυτό τον χώρο, θα κρατήσεις το πρώτο άρθρο του συντάγματος του Χριστού και θα αγαπήσεις τους άλλους. Έτσι και ο Χριστός. 
  Αν δεν το κάνεις αυτό το πρώτο στοιχείο, δεν έχεις όνομα, δεν έχεις προσωπικότητα. Να μια άλλη λύση δηλαδή: Πριν να παρέμβει το κράτος για μια κρίση οικονομική, πριν να παρέμβει το κράτος για μια φτώχεια, όσοι έχουν όνομα και όσοι μετέχουνε στο πρώτο άρθρο του συντάγματος του Χριστού, θα πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ναι, συμφωνώ, την κατάσταση στα χέρια τους θα την πάρει ο λαός. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε η ΕΟΚ, ούτε η Επιτροπή, ούτε το Μνημόνιο. Κι ας κάνουν ό, τι θέλουν. Αδιαφορώ και δεν με νοιάζει. Ο λαός θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του, όχι όμως ως «αγανακτισμένος». Γιατί εδώ ο Λάζαρος, ο επώνυμος, δεν ήταν αγανακτισμένος. Αγανακτισμένος ήταν ο κολασμένος πλούσιος στο τέλος. Διαμαρτυρόταν συνέχεια. Ήταν στην κόλαση και διαμαρτυρόταν ακόμα. Ε φυσικά! Αφού είχε μάθει να τρέφεται στο σώμα του, το σώμα έλιωσε στον τάφο, η ψυχή είχε μείνει γυμνή. Και βλέπετε; πάει το σώμα και έμεινε διαμαρτυρόμενος. Ο Λάζαρος δεν ήταν διαμαρτυρόμενος. Και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Θα πείτε «πώς την πήρε;» Υπάρχει μια στροφή του κειμένου που ποτέ κανείς πιστεύω εκτός από τους Πατέρες δεν το πρόσεξε. Λέει ότι στεκότανε, επιθυμούσε να φάει, βλέπετε; είχε προσωπικότητα, ήθελε. Έλεγε «πεινάω». Δεν θα έλεγε «δεν πεινάω, δεν πειράζει, αφήστε με νηστικό». Είχε επιθυμία. Είχε προσωπικότητα. Είχε θυμικό. Ήθελε. Δεν γκρίνιαζε γι' αυτό. Έτρωγε τα λίγα που έβρισκε. Ψιχία αλλά έτρωγε κάτι. Δεν γκρίνιαζε γι' αυτό. Δεν ήταν αγανακτισμένος. Έλεγε «δόξα τω Θεώ» και γι' αυτά τα λίγα. Και προσέξτε το τελείως μυστικό στοιχείο του κειμένου. Ερχόταν λέει κύνες και έγλυφαν τις πληγές του. Ξέρετε τι σπουδαίο είναι αυτό; Δεν διαμαρτυρόταν ούτε γι' αυτό. Μα ήταν βλάκας; Έδινε τροφή και στα σκυλιά. Ο ίδιος γινόταν τροφή! Ο ίδιος γινόταν η λύση του προβλήματος του κόσμου! Παραβολικό είναι, ακόμη και του πεινασμένου σκύλου, πόσω μάλλον του πεινασμένου συνανθρώπου! Ήταν η λύση! Ζώντας! Η λύση δεν είναι προσδοκία να πάρουμε τον παράδεισο όντας «αγανακτισμένοι» ή γκρινιάζοντας ή, επειδή θα μας πει ο πνευματικός μας «μη γκρινιάζεις, είναι αμαρτία», να μην μιλάμε. Ή να πάρουμε τη λύση στα χέρια μας. 
  Το κείμενο μας τη δίνει αυτή τη λύση. Και είναι φοβερή η λύση αυτή: που καταλήγει – ο επώνυμος Λάζαρος – καταλήγει στον παράδεισο, μέσα στηω τρυφή του Χριστού και του Αβραάμ – που εδώ συμβολίζει τον Χριστό και τον Θεό μας! Και ταυτόχρονα, ο άλλος να παραμένει αγανακτισμένος, φωνάζοντας: «Κάνε κάτι, κάνε κάτι!» και λέει, τα έκανε όλα, μέχρι και νεκρούς λέει, «ένας νεκρός να αναστηθεί!» Έγινε! Και ο Χριστός αναστήθηκε! Όλα έγιναν! Σε αυτό τον χώρο! Παίρνεις το όνομα, παίρνεις προσωπικότητα και παίρνεις την κατάσταση στα χέρια σου. Αυτό είναι για μας! 
  Αλλά να κρατήσεις κάποια πονεμένα άρθρα του συντάγματος: να μπορείς να αγαπήσεις τον άλλο. Και να μην κρυφτείς πίσω από τον πλούτο σου, πίσω από το οτιδήποτε, και να μην κάνεις μια νέα επένδυση, ξέρω ‘γώ, στο Λονδίνο, για να φύγουν τα χρήματα από εδώ. Να πονέσεις για τον άλλο! Τολμάς να το κάνεις; Αν δεν το κάνεις, λυπάμαι που γκρινιάζεις! Δεν είσαι πολίτης αυτού του τόπου! Αυτού του τόπου που λέγεται Εκκλησία Ορθόδοξη! Και αυτά του τόπου που χαρακτηρίζει αυτό τον τόπο που λέγεται Ελλάδα, που απ' αυτά έζησε! 
  Αν ο Έλληνας δεν μπορεί να ζήσει έτσι και γκρινιάζει, αν δεν πάρει έτσι την κατάσταση στα χέρια του, μέσα απ' το δικό μας, του συντάγματος του Χριστού, θα γκρινιάζει πάντα. Θα έρθουν μερικοί, θα τον κοροϊδέψουνε. Θα τον ταΐσουν, θα τον κλέψουνε και η ιστορία θα πάει παλινδρομικά. Μέχρι την τελική γκρίνια, που είναι η κόλαση. Εύχομαι να μην καταλήξετε εκεί! Παρακαλώ, έτσι να τελειώσω απ’ ό,τι άρχισα. 
  Τι θα έλεγα στην αρχή, αν έδιδα σε αυτό το κήρυγμα ένα τίτλο; Θα έλεγα: «Η απάντηση στην κρίση». Μα είναι η απάντηση στην κρίση! Εμείς, η δική μας κατανάλωση, η δική μας σαρκική επιθυμία, η αδυναμία να δούμε τον άλλο. Η λύση υπάρχει. Οι άλλοι την ξεχάσανε. Δεν περιμένω τίποτα από υπουργούς και από κυβερνήσεις ούτε από την ΕΟΚ. Περιμένω κάτι από εσάς. Εύχομαι να γίνει!

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

※ 

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

ΜΗΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

ΜΗΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Ἔχων ἡμέρας 30. Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 10 κ΄  ἡ νὺξ ὥρας 14. 

 

1. Τῶν Ἁ­γίων Ἀ­ναρ­γύ­ρων Κο­σμᾶ καὶ Δα­μι­α­νοῦ, τῶν ἐκ τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σίας. 

Κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι καὶ θαυ­μα­τουρ­γοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθε­νείας ἡμῶν, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε ἡμῖν. 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείου Πνεύ­μα­τος, τῇ χει­ρουρ­γίᾳ, θε­ρα­πεύ­ετε, παν­τοίας νό­σους, σὺν Κο­σμᾶ Δα­μι­ανὲ οἱ Ἀ­νάρ­γυ­ροι· ὁ γὰρ Σω­τὴρ ἰ­α­τροὺς ὑ­μᾶς ἔ­δει­ξεν, εἰς πε­ρι­ποί­η­σιν πάν­των καὶ ἴ­α­σιν· ὅ­θεν ῥύ­σα­σθε, πα­θῶν δυ­σαλ­θῶν καὶ θλί­ψεων, τοὺς πόθῳ τῷ ναῷ ὑ­μῶν προ­στρέ­χον­τας. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος β´.

Οἱ τὴν χά­ριν λα­βόν­τες τῶν ἰ­α­μά­των, ἐ­φα­πλοῦτε τὴν ῥῶ­σιν τοῖς ἐν ἀ­νάγ­καις, ἰ­α­τροὶ θαυ­μα­τουρ­γοὶ ἔν­δο­ξοι, ἀλλὰ τῇ ὑ­μῶν ἐ­πι­σκέ­ψει, καὶ τῶν πο­λε­μίων τὰ θράση κα­τε­βά­λετε, τὸν κό­σμον ἰ­ώ­με­νοι ἐν τοῖς θαύ­μα­σιν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Οἷά περ θε­ρά­πον­τες ἰ­α­τροί, ψυ­χῶν καὶ σω­μά­των, ἀ­σθε­νείας ὀ­δυ­νη­ράς, ἰ­ά­σα­σθε τά­χος, ἀῤ­ῥήτῳ ἐ­πι­σκέ­ψει, ἡ­μῶν θαυ­μα­το­βρῦ­ται, σο­φοὶ Ἀ­νάρ­γυ­ροι. 

2. Τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων Ἀ­κιν­δύ­νου, Πη­γα­σίου, Ἀ­φθο­νίου, Ἐλ­πι­δη­φό­ρου καὶ Ἀ­νεμ­πο­δί­στου.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος β´.

Ἀ­θλο­φό­ροι Κυ­ρίου, μα­κα­ρία. (Bλ. σελ. 186). 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ἀ­κίν­δυ­νον μέλ­ψω­μεν, σὺν Ἀ­φθο­νίῳ ὁ­μοῦ, κλει­νὸν Ἀ­νεμ­πό­δι­στον, Ἐλ­πι­δηφό­ρον στεῤ­ῥόν, Πη­γά­σιον ἔν­δο­ξον· οὗ­τοι γὰρ ἀ­κιν­δύ­νως, ἐξ ἀ­φθό­νου κρα­τῆ­ρος, πη­γά­ζουσι τοῖς ἐλ­πίδι ἀῤ­ῥα­γεῖ προ­σι­οῦσι, χα­ρί­των ἀ­νεμ­πο­δί­στων, κρή­νην θε­ό­βρυ­τον.

Κον­τά­κιον.Ἦ­χος α´. Χο­ρὸς ἀγ­γε­λι­κός.

Ὡς ἄ­στρα ἀ­πλανῆ, τοῦ Ἡ­λίου τῆς δό­ξης, ἀ­νέ­λαμ­ψαν ἐν γῇ, οἱ Χρι­στοῦ στρα­τι­ῶ­ται, τὸν ζό­φον δι­ώ­κον­τες, τῶν πα­θῶν καὶ πη­γά­ζον­τες, χά­ριν ἄ­φθο­νον, ἀ­νεμ­πο­δί­στως τοῖς πᾶσι, καὶ ἀ­κίν­δυ­νον, τὴν σω­τη­ρίαν δω­ροῦν­ται, ἐλ­πίδι τῆς πί­στεως.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Ὅ­μι­λος πεν­τά­ρι­θμος ἀ­θλη­τῶν, δι­η­γω­νι­σμέ­νων ἐν Κυ­ρίῳ μαρ­τυ­ρι­κῶς, πρό­κει­ται εἰς αἶ­νον· αὐ­τοῖς οὖν ἐκ­βο­ῶ­μεν· χαί­ρετε Ἀ­θλο­φό­ροι, Χρι­στοῦ παν­θαύ­μα­στοι. 

3. Τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων Ἀ­κε­ψιμᾶ, Ἰ­ω­σήφ καὶ Ἀ­ει­θαλᾶ, καὶ ἀ­νά­μνη­σις τῶν ἐγ­και­νίων τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁ­γίου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γίου, τοῦ ἐν Λύδδῃ, ἤ­τοι τῆς κα­τα­θέ­σεως τοῦ τι­μίου σώ­μα­τος αὐ­τοῦ. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Οἱ Μάρ­τυ­ρές σου Κύ­ριε. (Bλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Ὡς θε­ρά­πον­τες, τῆς εὐ­σε­βείας, στῦ­λοι ὤ­φθητε, τῆς Ἐκ­κλη­σίας, πυρ­σο­λα­τρῶν κα­θε­λόν­τες τὸ φρύ­α­γμα, Ἀ­κε­ψιμᾶ ἱ­ε­ράρχα πο­λύ­α­θλε, Ἀει­θαλᾶ Ἰ­ω­σήφ τε μα­κά­ριοι. Ἀλλ᾿ αἰ­τή­σα­σθε Χρι­στὸν τὸν Θεὸν πα­νεύ­φη­μοι, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῆς ἀ­να­κο­μι­δῆς τοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.
Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ὡς ἥ­λιος ἔμ­ψυ­χος, τῇ σῇ ἀ­θλή­σει φα­νείς, θε­σμῷ ἔ­δυς φύ­σεως, ἀλλ᾿ ἀ­να­τέλ­λεις ἐκ γῆς, διὰ τῶν λει­ψά­νων σου, ὅ­λος λε­λαμ­πρυ­σμέ­νος, τῇ τοῦ Πνεύ­μα­τος αἴ­γλῃ, ἐ­κλάμ­πων τῇ οἰ­κου­μένῃ, ἰ­α­μά­των ἀ­κτῖ­νας, Γε­ώρ­γιε με­γά­λα­θλε, πι­στῶν ἡ ἀν­τί­λη­ψις.

Κον­τά­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.
Ἦ­χος β´. Τοὺς ἀ­σφα­λεῖς.

Τὴν τρι­φαῆ τῶν ἀ­θλο­φό­ρων φά­λαγγα, τὴν ἐν Μο­νάδι Τρι­άδα δο­ξά­σα­σαν, ἀ­ρι­στεί­αις τῆς ἀ­θλή­σεως, με­γα­λο­φώ­νως μα­κα­ρί­σω­μεν, Ἀ­κε­ψι­μᾶν τὸν μέ­γαν με­γα­λύ­νον­τες, καὶ σὺν Ἀ­ει­θαλᾷ τὸν Ἰ­ω­σὴφ ὁ­μοῦ· αὐ­τοὺς γὰρ ὁ Λό­γος προ­σε­δέ­ξατο.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἁ­γίου Γε­ωρ­γίου.
Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Τῇ ὑ­περ­μάχῳ καὶ τα­χείᾳ ἀν­τι­λή­ψει σου, προ­σπε­φευ­γό­τες οἱ πι­στοὶ κα­θι­κε­τεύ­ο­μεν, λυ­τρω­θῆ­ναι παρὰ σοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­θλο­φόρε· τῶν σκαν­δά­λων τοῦ ἐ­χθροῦ τοὺς ἀ­νυ­μνοῦν­τάς σε, καὶ παν­­τοίων ἐκ κιν­δύ­νων καὶ κα­κώ­σεων· ἵνα κρά­ζω­μεν, χαί­ροις Μάρ­τυς Γε­ώρ­γιε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Μαρ­τύ­ρων.

Χαί­ροις ἀ­θλο­φό­ρων τριὰς σε­πτή, Ἀ­κε­ψιμᾶ πά­τερ, Ἰ­ω­σὴφ καὶ Ἀ­ει­θαλᾶ, οἱ κα­τα­βα­λόν­τες, πυρ­σο­λα­τρῶν τὴν πλά­νην, καὶ μαρ­τυ­ρίου δό­ξαν, καρ­πο­φο­ρή­σαν­τες.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.

Πλῆ­ρες εὐ­ω­δίας ἁ­γι­α­σμοῦ, δί­κην μυ­ρο­θή­κης, ἐκ λα­γό­νων ὤ­φθη τῆς γῆς, τὸ σε­πτόν σου σκῆ­νος, Γε­ώρ­γιε παμ­μά­καρ, ἀ­ρω­μα­τί­ζον κό­σμῳ, θαυ­μά­των χά­ρι­τας. 

4. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Ἰ­ω­αν­νι­κίου, τοῦ Με­γά­λου, καὶ τῶν Ἁ­γίων Ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων Νι­κάν­δρου, Ἐ­πι­σκό­που Μύ­ρων, καὶ Ἑρ­μαίου Πρε­σβυ­τέ­ρου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ταῖς τῶν δα­κρύων σου ῥο­αῖς. (Bλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου.
Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Τὴν ἐ­πί­γειον δό­ξαν, Πά­τερ, κα­τέ­λι­πες, κα­ταυ­γα­σθεὶς τῇ ἐλ­λάμ­ψει τῆς ἐ­πι­πνοίας Θεοῦ· ὅ­θεν ἔ­φα­νας ἐν γῇ ὡς ἄ­στρον ἄ­δυ­τον· θείας φω­νῆς γὰρ ὡς Μω­σῆς μυ­στι­κῶς ἀ­ξι­ω­θείς, ἰ­σάγ­γε­λος ἀ­νε­δεί­χθης, καὶ δω­ρη­μά­των τα­μεῖον, Ἰ­ω­αν­νί­κιε μα­κά­ριε.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἱερομαρτύρων.
Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Οἱ Μάρτυρές σου Κύριε. (Bλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων.

 Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Γνῶ­σιν ἔν­θεον, καρ­πο­φο­ρή­σας, ὡς ὁ­μό­τρο­πος, τῶν Ἀ­πο­στό­λων, ἐν ἱ­ε­ρεῦσι πι­στὸς ἐ­χρη­μά­τι­σας· καὶ μαρ­τυ­ρίου τοῖς σκάμ­μασι Νί­καν­δρε, συγ­κοι­νω­νὸν τὸν Ἑρ­μαῖον ἐ­κέ­κτησο· μεθ᾿ οὗ πρέ­σβευε, Κυ­ρίῳ τῷ σὲ δο­ξά­σαντι, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­­λεος.

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου.
Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Ἐν τῇ μνήμῃ σή­με­ρον, τῇ ἱ­ερᾷ σου, συ­νελ­θόν­τες ἅ­παν­τες, ἐκ­δυ­σω­ποῦ­μεν οἱ πι­στοί, Ἰ­ω­αν­νί­κιε ὅ­σιε, παρὰ Κυ­ρίου, εὑ­ρεῖν ἡ­μᾶς ἔ­λεος.

Κον­τά­κιον Τῶν Ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων.

Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Τῶν ψυ­χῶν τὴν ἄ­ρου­ραν, γε­η­πο­νοῦν­τες τῷ λόγῳ, μυ­στι­κῶς ἠ­νέγ­κατε, Χρι­στῷ ἀ­θλή­σεως στά­χυν· Τίτῳ γάρ, τῷ θε­η­γόρῳ μα­θη­τευ­θέν­τες, ὤ­φθητε, δι­δα­σκα­λίας θεῖα πυ­ξία, Νί­καν­δρε Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς, σὺν τῷ Ἑρ­μαίῳ λαμ­πρῶς ἀ­θλή­σαν­τες.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ὁ­σίου.

Χαί­ροις τῶν Ὁ­σίων ἡ καλ­λονή, καὶ τοῦ Πα­ρα­κλή­του ἐν­δι­αί­τημα χρυ­σαυ­γές· χαί­ροις ἀ­θα­νά­του, ζωῆς λει­μὼν εὐ­ώ­δης, τὴν Ἐκ­κλη­σίαν τέρ­πων Ἰ­ω­αν­νί­κιε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων.

Χά­ριν εἰ­λη­φό­τες τὴν θε­ουρ­γόν, ταῖς χερσὶ τοῦ Τί­του, τὸν τῆς χά­ρι­τος φω­τι­σμόν, τοῖς ἐ­σκο­τι­σμέ­νοις, πυρ­σεύ­ετε τῷ λόγῳ, Νί­καν­δρε καὶ Ἑρ­μαῖε, Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρες. 

5. Τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων Γα­λα­κτί­ω­νος καὶ Ἐ­πι­στή­μης. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Οἱ Μάρ­τυ­ρές σου Κύ­ριε. (Bλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

Τὴν λαμ­πρὰν ξυ­νω­ρίδα τῶν Μαρ­τύ­ρων τι­μή­σω­μεν, ὥ­σπερ συ­ζυ­γίαν ἀ­ρί­στην, καὶ κλυ­τὴν καὶ θε­ό­φρονα, τὸν θεῖον Γα­λα­κτί­ωνα πι­στοί, ὁ­μοῦ σὺν Ἐ­πι­στήμῃ τῇ σε­μνῇ, δι᾿ ἀ­σκή­σεως γὰρ πό­νων ἀ­θλη­τι­κὴν, ἐ­ξήν­θη­σαν φαι­δρό­τητα· δόξα τῷ ἐ­ν­ισχύ­σαντι ὑ­μᾶς, δόξα τῷ στε­φα­νώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι δι᾿ ὑ­μῶν, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα.

Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος α´. Χο­ρὸς ἀγ­γε­λι­κός.

Ἁ­γνείας τῷ φωτί, τὰς ψυ­χὰς φω­τι­σθέν­τες, καὶ κό­σμου τὴν ἀ­χλύν, ὁ­μο­φρό­νως λι­πόν­τες, λυ­χνία ὡς δί­φω­τος, τοῖς πι­στοῖς ἀ­νε­λάμ­ψατε, δι᾿ ἀ­σκή­σεως, καὶ μαρ­τυ­ρίου τοῖς ἄ­θλοις, ζεῦ­γος ἔν­δο­ξον, ἡ Ἐ­πι­στήμη ἡ θεία, σὺν τῷ Γα­λα­κτί­ωνι.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Ζεῦ­γος θε­ο­φό­ρη­τον καὶ σε­πτόν, συ­ζυ­γία θεία, Γα­λα­κτίων ὁ ἱ­ε­ρός, σὺν τῇ Ἐ­πι­στήμῃ, τοῦ θε­ο­δρό­μου βίου, ἡ­μᾶς τὴν ἐ­πι­στή­μην, μυ­στα­γω­γή­σατε. 

6. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Παύ­λου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λεως, τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος γ´. Αὐ­τό­με­λον.

Θείας πί­στεως, ὁ­μο­λο­γία, ἄλ­λον Παῦ­λον σε, τῇ Ἐκ­κλη­σίᾳ, ζη­λω­τὴν ἐν ἱ­ε­ρεῦ­σιν ἀ­νέ­δειξε· συ­νεκ­βοᾷ σοι καὶ Ἄ­βελ πρὸς Κύ­ριον, καὶ Ζα­χα­ρίου τὸ αἷμα τὸ δί­καιον. Πά­τερ Ὅ­σιε, Χρι­στὸν τὸν Θεὸν ἱ­κέ­τευε, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος.

Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

Ἀ­στρά­ψας ἐν γῇ, ὡς ἄ­στρον οὐ­ρα­νό­φω­τον, τὴν κα­θο­λι­κὴν φω­τί­ζεις Ἐκ­κλη­σίαν νῦν, ὑ­πὲρ ἧς καὶ ἤ­θλη­σας, τὴν ψυ­χήν σου Παῦλε προ­θέ­με­νος, καὶ ὡς Ζα­χα­ρίου καὶ Ἄ­βελ τρα­νῶς, βοᾷ σου τὸ αἷμα πρὸς Κύ­ριον.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Ἄ­κτι­στον ὁ­μό­τι­μον τῷ Πα­τρί, τὸν Λό­γον δο­ξά­ζων, καὶ τῷ Πνεύ­ματι συμ­φυῆ, Παῦλε θε­η­γόρε, ὁ­μο­λο­γίας στόμα, κα­τῄ­σχυ­νας Ἀ­ρείου, τὴν ἀ­θε­ό­τητα. 

7. Τῶν Ἁ­γίων τρι­ά­κοντα τριῶν Μαρ­τύ­ρων, τῶν ἐν Με­λι­τηνῇ, καὶ τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν καὶ θαυ­μα­τουρ­γοῦ Λα­ζά­ρου, τοῦ ἐν τῷ Γα­λη­σίῳ ὄ­ρει. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Οἱ Μάρ­τυ­ρές σου Κύ­ριε. (Βλ, σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείῳ Πνεύ­ματι, συν­τε­τα­γμέ­νοι, δῆ­μος ὤ­φθητε, τρο­παι­ο­φό­ροι, Ἀ­θλο­φό­ροι τοῦ Σω­τῆ­ρος παν­θαύ­μα­στοι· ὁ­μο­φρο­σύνῃ γὰρ γνώ­μης ἑ­νού­με­νοι, μαρ­τυ­ρι­κῶς τὸν ἐ­χθρὸν ἐ­τρο­πώ­σα­σθε· ἀλλ᾿ αἰ­τή­σα­σθε, Τρι­άδα τὴν Ὑ­πε­ρού­σιον, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου. Ἦχος α΄. Ἐν τῇ Γεννήσει.

Ὑ­πο­μο­νῆς στῦ­λος γέ­γο­νας. (Βλ. σελ. 186).
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τοῦ Ὁσίου.

Ἦ­χος πλ. δ´. Ταῖς τῶν δα­κρύων.

Ταῖς ἐ­πα­γρύ­πνοις προ­σευ­χαῖς, ἐν ὀ­χε­τοῖς δα­κρύων τὸν στῦ­λον κα­τέ­βρε­χες, καὶ τοῖς ἐκ βά­θους στε­να­γμοῖς, εἰς ἑ­κα­τὸν τοὺς πό­νους ἐ­καρ­πο­φό­ρη­σας· καὶ γέ­γο­νας ποι­μήν, τοῖς προ­σ­ιοῦσι νέ­μων συγ­χώ­ρη­σιν, Ὅ­σιε Πα­τὴρ ἡ­μῶν Λά­ζαρε, πρέ­σβευε Χρι­στῷ τῷ Θεῷ σω­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.

Κον­τά­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.
Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Χο­ρὸς Μαρ­τύ­ρων τη­λαυ­γὴς καὶ φω­σφό­ρος, ἐ­ξα­να­τεί­λας νο­η­τῶς κα­ταυγάζει, τὴν Ἐκ­κλη­σίαν σή­με­ρον θαυ­μά­των βο­λαῖς· ὅ­θεν ἑ­ορ­τά­ζον­τες, τὴν σε­πτὴν αὐ­τῶν μνή­μην, αἰ­τοῦ­μέν σε Σω­τὴρ ἡ­μῶν· ταῖς αὐ­τῶν ἱ­κε­σί­αις, ἐκ τῶν κιν­δύ­νων λύ­τρω­σαι ἡ­μᾶς, ὡς ἐ­λε­ή­μων Θεὸς καὶ φι­λάν­θρω­πος.

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου.
Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Τοὺς ὑ­πὲρ φύ­σιν σου σοφὲ πό­νους καὶ σκάμ­ματα, αὐ­τοὶ οἱ Ἄγ­γε­λοι ἰ­δόν­τες κα­τε­πλά­γη­σαν, δι᾿ ὧν εἴ­λη­φας θε­ό­θεν καὶ τοὺς στε­φά­νους. ἀλλ᾿ ὡς ἔ­χων παῤ­ῥη­σίαν πρὸς τὸν Κύ­ριον, ἐκ παν­τοίων ἡ­μᾶς σῷζε πε­ρι­στά­σεων, ἵνα κρά­ζω­μεν· χαί­ροις Πά­τερ Ποι­μὴν ἡ­μῶν.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Μαρ­τύ­ρων.

Χαί­ροις οὐ­ρα­νία πα­ρεμ­βολή, Μάρ­τυ­ρες Κυ­ρίου, οἱ τρι­ά­κοντα πρὸς τρι­σίν, οἱ τὰς μυ­ρι­ά­δας, ἐ­χθρῶν τῶν νο­ου­μέ­νων, ἀ­θλή­σεως τοῖς ὅ­πλοις, κα­τα­πα­λαί­σαν­τες.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ὁ­σίου.

Ὕ­λην ἀ­ποῤῥί­ψας τὴν γε­η­ράν, ἔ­σο­πτρον ἐ­δεί­χθης, τῆς ἀ­ΰ­λου μαρ­μα­ρυ­γῆς, Λά­ζαρε παμ­μά­καρ, ἐν Γα­λη­σίῳ Ὄ­ρει, ὡς ἄ­ϋ­λος βι­ώ­σας, Χρι­στοῦ τῷ ἔ­ρωτι. 

8. Ἡ σύ­να­ξις τῶν Ἀρ­χι­στρα­τή­γων Μι­χαὴλ καὶ Γα­βριήλ, καὶ τῶν λοι­πῶν Ἀ­σω­μά­των Δυ­νά­μεων.

Ἀργία καὶ κατάλυσις οἴνου καὶ ἐλαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Τῶν οὐ­ρα­νίων στρα­τιῶν.

Τῶν οὐ­ρα­νίων στρα­τιῶν Ἀρ­χι­στρά­τη­γοι, δυ­σω­ποῦ­μεν ὑ­μᾶς ἡ­μεῖς οἱ ἀ­νά­ξιοι, ἵνα ταῖς ὑ­μῶν δε­ή­σεσι, τει­χί­σητε ἡ­μᾶς, σκέπῃ τῶν πτε­ρύ­γων, τῆς ἀ­ΰ­λου ὑ­μῶν δό­ξης, φρου­ροῦν­τες ἡ­μᾶς προσπί­πτον­τας, ἐ­κτε­νῶς καὶ βο­ῶν­τας· ἐκ τῶν κιν­δύ­νων λυ­τρώ­σα­σθε ἡ­μᾶς, ὡς Τα­ξι­άρ­χαι τῶν ἄνω Δυ­νά­μεων.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἐν­νέα Τα­γμά­των.
Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

Τῆς ἀ­νάρ­χου Τρι­ά­δος λει­τουρ­γοὶ οἱ ἀ­σώ­μα­τοι, τῶν ἀ­κα­τα­λή­πτων οἱ πρῶ­τοι, μυ­στη­ρίων ἐκ­φάν­το­ρες, σὺν Θρό­νοις Χε­ρου­βεὶμ καὶ Σε­ρα­φείμ, Δυ­νά­μεις Ἐ­ξου­σίαι καὶ Ἀρ­χαί, Κυ­ρι­ό­τη­τες Ἀρ­χάγ­γε­λοι οἱ λαμ­προί, καὶ Ἄγ­γε­λοι ὑ­μνεί­σθω­σαν· δόξα τῷ ὑ­πο­στή­σαντι ὑ­μᾶς, δόξα τῷ κα­τα­λάμ­ποντι, δόξα τῷ ὑ­μνου­μένῳ δι᾽ ὑ­μῶν, τρι­σα­γί­οις ᾄ­σμασι.

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος β´.

Ἀρ­χι­στρά­τη­γοι Θεοῦ, λει­τουρ­γοὶ θείας δό­ξης, τῶν ἀν­θρώ­πων ὁ­δη­γοί, καὶ ἀρ­χη­γοὶ τῶν Ἀ­σω­μά­των, τὸ συμ­φέ­ρον ἡ­μῖν αἰ­τή­σα­σθε, καὶ τὸ μέγα ἔ­λεος, ὡς τῶν Ἀ­σω­μά­των Ἀρ­χι­στρά­τη­γοι.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Δεῦτε εὐ­φη­μή­σω­μεν οἱ πι­στοί, τοὺς δύο φω­στῆ­ρας τοὺς με­γά­λους καὶ φω­ταυ­γεῖς, Μι­χαὴλ τὸν μέ­γαν, καὶ Γα­βριὴλ τὸν θεῖον, τοὺς δύο Τα­ξι­άρ­χας τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος. 

9. Τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων Ὀ­νη­σι­φό­ρου καὶ Πορ­φυ­ρίου, τῆς Ὁ­σίας Μη­τρὸς ἡ­μῶν Μα­τρώ­νης καὶ τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Νε­κτα­ρίου, Ἐ­πι­σκό­που Πεν­τα­πό­λεως, τοῦ θαυ­μα­τουρ­γοῦ.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων. Ἦ­χος δ´.

Οἱ Μάρ­τυ­ρές σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείαν ὄ­νη­σιν, ἰ­χνη­λα­τοῦν­τες, πορ­φυ­ρί­ζοντα, ὤ­φθητε κρίνα, Ὀ­νη­σι­φόρε κλεινὲ καὶ Πορ­φύ­ριε· ὅ­θεν ὡς ἅρμα τοῦ λό­γου χρυ­σή­λα­τον, πρὸς τὴν οὐ­ρά­νιον νύσ­σαν ἠ­λά­σατε· θεῖοι Μάρ­τυ­ρες, Χρι­στῷ τῷ Θεῷ πρε­σβεύ­σατε, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῆς Ὁσίας. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ἐν σοὶ Μῆ­τερ ἀ­κρι­βῶς. ( Βλ. σελ. 176).

Ἕτερον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῆς Ὁσίας.

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Χρι­στὸν ἀ­γα­πή­σασα, τῶν ἀ­γα­θῶν τὴν πη­γήν, Ἀγ­γέ­λων ἐ­ζή­λω­σας, μετὰ σαρ­κὸς τὴν ζωήν, Μα­τρώνα θε­ό­πνευ­στε· σὺ γὰρ συ­νεύ­νου φίλ­τρον, πα­ρι­δοῦσα ἐμ­φρό­νως, ᾔ­σχυ­νας τὸν Βε­λίαρ, τῷ παν­σόφῳ σου τρόπῳ· διὸ τῆς ἀ­κα­τα­λύ­του, δό­ξης ἠ­ξί­ω­σαι.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἁ­γίου Νε­κτα­ρίου.

Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

Ση­λυ­βρίας τὸν γό­νον καὶ Αἰ­γί­νης τὸν ἔ­φο­ρον, τὸν ἐ­σχά­τοις χρό­νοις φα­νέντα, ἀ­ρε­τῆς φί­λον γνή­σιον, Νε­κτά­ριον τι­μή­σω­μεν πι­στοί, ὡς ἔν­θεον θε­ρά­ποντα Χρι­στοῦ· ἀ­να­βλύ­ζει γὰρ ἰ­ά­σεις παν­το­δα­πάς, τοῖς εὐ­λα­βῶς κραυ­γά­ζουσι· δόξα τῷ σὲ δο­ξά­σαντι Χρι­στῷ, δόξα τῷ σὲ θαυ­μα­στώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι διὰ σοῦ, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα.

Κον­τά­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων. Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Τῆς Τρι­ά­δος πρό­μα­χοι, τρο­παι­ο­φό­ροι, ἐν ἀ­θλή­σει ὤ­φθη­σαν, Ὀ­νη­σι­φό­ρος ὁ σο­φός, σὺν Πορ­φυ­ρίῳ κραυ­γά­ζον­τες· Χρι­στῷ συμ­πά­σχειν ζωῆς ἐ­στι πρό­ξε­νον.

Κον­τά­κιον τῆς Ὁ­σίας.

Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Ἀν­δρικῷ ἐν σχή­ματι, μέ­σον ἀν­δρῶν συμ­βι­οῦσα, τῆς ψυ­χῆς τὸ φρό­νημα, ἀν­δρεῖον ἔ­δει­ξας Μῆ­τερ· ἔ­τρε­ψας, τὰς τῶν δαι­μό­νων φα­λαγ­γαρ­χίας· εὔ­φρα­νας, τὰς τῶν Ἀγ­γέ­λων χο­ρο­στα­σίας, μεθ᾿ ὧν πρέ­σβευε Μα­τρῶνα, ὑ­πὲρ τῶν πί­στει ἀ­νευ­φη­μούν­των σε.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἁ­γίου Νε­κτα­ρίου.
Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Ὀρ­θο­δο­ξίας τὸν ἀ­στέρα τὸν νε­ό­φω­τον, καὶ Ἐκ­κλη­σίας τὸ νεό­δ­μη­τον προ­τεί­χι­σμα, ἀ­νυ­μνή­σω­μεν καρ­δίας ἐν εὐ­φρο­σύνῃ· δο­ξα­σθεὶς γὰρ ἐ­νερ­γείᾳ τῇ τοῦ Πνεύ­μα­τος, ἰ­α­μά­των ἀ­να­βλύ­ζει χά­ριν ἄ­φθο­νον, τοῖς κραυ­γά­ζουσι· χαί­ροις πά­τερ Νε­κτά­ριε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Μαρ­τύ­ρων.

Ὄ­νη­σιν πη­γά­ζει τὴν ἀ­ληθῆ, ὑ­μῶν ἡ πρε­σβεία, ὥ­σπερ κρήνη ὑ­περ­χει­λής, τοῖς ὑ­μῶν αἰ­νοῦ­σιν, Ὀ­νη­σι­φόρε Μάρ­τυς, μετὰ τοῦ Πορ­φυ­ρίου, τὰ κα­τορ­θώ­ματα.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῆς Ὁ­σίας.

Ἔ­ρωτι τρω­θεῖσα τῷ θε­ϊκῷ, συ­ζύ­γου τὸν πό­θον, ὑ­πε­ρέ­δρα­μες εὐ­πε­τῶς, καὶ τοῦ Πα­ρα­κλή­του, ἐ­πλού­τη­σας τὴν χά­ριν, Μα­τρῶνα μα­κα­ρία, λαμ­πρῶς βι­ώ­σασα.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ἁ­γίου Νε­κτα­ρίου.

Ὤ­φθης Ἐκ­κλη­σίας νέος ἀ­στήρ, ἐν ἐ­σχά­τοις χρό­νοις, τῇ ὁ­σίᾳ σου βι­οτῇ· ὅ­θεν κα­ταυ­γά­ζεις, πι­στῶν τὰς δι­α­νοίας, ταῖς νο­η­ταῖς ἀ­κτῖσι Πά­τερ Νε­κτά­ριε. 

10. Τῶν Ἁ­γίων Ἀ­πο­στό­λων ἐκ τῶν Ο´, Ὀ­λυμπᾶ, Ῥο­δί­ω­νος, Σω­σι­πά­τρου, Τερ­τίου, Ἐ­ρα­στοῦ καὶ Κου­άρ­του καὶ τοῦ Ἁ­γίου Μάρ­τυ­ρος Ὀ­ρέ­στου.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἀ­πο­στό­λων. Ἦ­χος γ´.

Ἀ­πό­στο­λοι ἅ­γιοι. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἀ­πο­στό­λων.
Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Τῆς σο­φίας τὸν λό­γον κα­τα­πλου­τή­σαν­τες, τῆς εὐ­σε­βείας φω­στῆ­ρες καὶ ὑ­πο­φῆ­ται σο­φοί, ἀ­νε­δεί­χθητε ἡ­μῖν Χρι­στὸν κη­ρύτ­τον­τες, Κού­αρτε Ἔ­ρα­στε κλεινέ, Τέρ­τιε καὶ Ὀ­λυμπᾶ, Σω­σί­πα­τρε καὶ Ῥο­δίων· Ἀ­πό­στο­λοι θε­η­γό­ροι, φω­τα­γω­γοὶ τῶν καρ­διῶν ἡ­μῶν.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Ἧ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ὁ Μάρ­τυς σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος.
Ἦ­χος πλ. α´. Τοῦ λί­θου σφρα­γι­σθέν­τος.

Χρι­στὸν ὁ­μο­λο­γή­σας ἐπὶ τῶν ἀ­σε­βούν­των, εἰ­δω­λο­μα­νίας τὸ θρά­σος, κα­θεῖ­λες Ἀ­θλο­φόρε, καὶ δό­ξης ἐ­γέ­νου κοι­νω­νός, ἀ­γῶ­νας πο­λυ­τρό­πους ἐ­νεγ­κών· διὰ τοῦτο σε Ὀ­ρέ­στα ὡς νι­κη­τήν, τι­μῶν­τες σοι ἐκ­βο­ῶ­μεν· δόξα τῷ πα­ρα­σχόντι σοι ἰ­σχύν, δόξα τῷ σὲ στε­φα­νώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι διὰ σοῦ, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα.

Κον­τά­κιον τῶν Ἀ­πο­στό­λων.Ἦ­χος α´. Χο­ρὸς Ἀγ­γε­λι­κός.

Τρι­ά­δος τῆς σε­πτῆς, ἐ­κη­ρύ­ξατε πί­στιν, πο­λύ­θεον σο­φοί, τῶν εἰ­δώ­λων ἀ­πά­την, ἐκ μέ­σου ποι­ή­σαν­τες, ταῖς σε­πταῖς δι­δα­χαῖς ὑ­μῶν· ὅ­θεν εὕ­ρατε, τὴν ἀ­μοι­βὴν τῶν κα­μά­των, αἰ­ω­νί­ζου­σαν, ἐν οὐ­ρα­νοῖς τοὺς στε­φά­νους, λα­βόν­τες Ἀ­πό­στο­λοι.

Κον­τά­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Ἦ­χος β´. Τοῖς τῶν αἱ­μά­των σου.

Τὸ ἐν ἀ­θλή­σει σου Μάρ­τυς ἀ­ήτ­τη­τον, ὁ ἀ­θλο­θέ­της Χρι­στὸς προσ­δε­ξά­με­νος, ζωῆς σοι τὸν στέ­φα­νον δέ­δωκε, καὶ ἰ­α­μά­των τὴν θείαν ἐ­νέρ­γειαν, Ὀ­ρέ­στα ὁ μό­νος φι­λάν­θρω­πος.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Ἀ­πο­στό­λων.

Χαί­ροις Ἐκ­κλη­σίας τῆς τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ἔμ­πνους λυ­χνία, ἡ ἑξά­φω­τος καὶ λαμ­πρά· χαί­ροις ἀ­πο­στό­λων, ἑ­ξά­στι­χος χο­ρεία, δι᾿ ὧν τὰ ὑ­πὲρ λό­γον, μυ­στα­γω­γού­μεθα.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Μάρ­τυ­ρος.

Ἅρμα φω­το­φό­ρον καὶ λο­γι­κόν, Ὀ­ρέ­στα ὠ­ρά­θης, τῆς Τρι­ά­δος τῆς παν­τουρ­γοῦ· ὅ­θεν ὑπ᾽ ἀ­λό­γων, συ­ρό­με­νος ἰ­θύν­θης, πρὸς τὰς ὑ­περ­κο­σμί­ους, αὐ­λὰς γη­θό­με­νος. 

11. Τοῦ Ἁ­γίου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Μηνᾶ τοῦ Αἰγυ­πτίου, Βί­κτω­ρος, Βι­κεν­τίου καὶ Στε­φα­νί­δος, καὶ τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν καὶ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Στου­δί­του. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Οἱ Μάρ­τυ­ρές σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.
Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Τρι­σά­ρι­θμον σύν­τα­γμα, τῶν Ἀ­θλη­τῶν τοῦ Χρι­στοῦ, συμ­φώ­νως τι­μή­σω­μεν, ὡς κα­θαι­ρέ­τας ἐ­χθροῦ, Μη­νᾶν τὸν ἀ­οί­δι­μον, Βί­κτωρα τὸν γεν­ναῖον, καὶ Βι­κέν­τιον ἅμα, τού­τοις συ­νευ­φη­μοῦν­τες, Στε­φα­νίδα τὴν θείαν· αὐ­τῶν Χρι­στὲ ἱ­κε­σί­αις, πάν­τας ἐ­λέ­η­σον.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ὀρ­θο­δο­ξίας ὁ­δηγέ. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Δώ­ρων μέ­το­χος, τῆς ἀ­φθαρ­σίας, δῶ­ρον ἄ­συ­λον, τῆς Ἐκ­κλη­σίας, φε­ρω­νύ­μως ἀ­νε­δεί­χθης Θε­ό­δωρε· τοῖς ἱ­ε­ροῖς γὰρ ἑ­πό­με­νος δό­γμα­σιν, ὁ­μο­λο­γίας φω­στὴρ ἐ­χρη­μά­τι­σας. Πά­τερ Ὅ­σιε, Χρι­στὸν τὸν Θεὸν ἱ­κέ­τευε, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος.

Κον­τά­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.

 Ἦ­χος πλ. δ΄. Ὡς ἀ­παρ­χὰς τῆς φύ­σεως.

Ὡς εὐ­σε­βείας μάρ­τυ­ρας καὶ Ἀ­θλη­τὰς θε­ό­φρο­νας, ἡ Ἐκ­κλη­σία γε­ραί­ρει δο­ξά­ζουσα, μαρ­τυ­ρι­κοῖς ἐν ᾄ­σμασι, Μη­νᾶν τε Βί­κτωρα καὶ Βι­κέν­τιον χαί­ρουσα, καὶ Στε­φα­νίδα τὴν γεν­ναι­ό­φρονα, καὶ Χρι­στὸν με­γα­λύ­νει, τὸν τού­τους δο­ξά­σαντα. 

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου. Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

Τὸν ἀ­σκη­τι­κόν ἰ­σάγ­γε­λόν τε βίον σου, τοῖς ἀ­θλη­τι­κοῖς ἐ­φαί­δρυ­νας πα­λαί­σμασι, καὶ Ἀγ­γέ­λοις σύ­σκη­νος θε­ο­μά­καρ ὤ­φθης Θε­ό­δωρε, σὺν αὐ­τοῖς Χρι­στῷ τῷ Θεῷ, πρε­σβεύων ἀ­παύ­στως ὑ­πὲρ πάν­των ἡ­μῶν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Μαρ­τύ­ρων.

Ὕ­μνοις φι­λο­μάρ­τυ­ρες ἱ­ε­ροῖς, Μη­νᾶν τὸν γεν­ναῖον, καὶ τὸν Βί­κτωρα τὸν στεῤῥόν, σὺν τῷ Βι­κεν­τίῳ, καὶ Στε­φα­νίδι ἅμα, τοὺς ἀ­ρι­στεῖς τοῦ Λό­γου ἐγ­κω­μι­ά­σω­μεν.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ὁ­σίου.

 Χαί­ροις εὐ­σε­βείας μυ­στα­γωγέ, καὶ μο­νή­ρους βίου, μυ­στη­πόλε καὶ ὁ­δηγέ· χαί­ροις ὁ ἐ­κτρέ­φων, τῇ δω­ρεᾷ τοῦ λό­γου, Θε­ό­δωρε παμ­μά­καρ, τοὺς προ­σι­όν­τας σοι. 

12. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Ἰ­ω­άν­νου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­λε­ξαν­δρείας, τοῦ Ἐ­λε­ή­μο­νος, καὶ τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Νεί­λου τοῦ Ἀ­σκη­τοῦ. 

Κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ἐν τῇ ὑ­πο­μονῇ σου ἐ­κτήσω τὸν μι­σθόν σου Πά­τερ Ὅ­σιε, ταῖς προ­σευ­χαῖς, ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐγ­καρ­τε­ρή­σας, τοὺς πτω­χοὺς ἀ­γα­πή­σας, καὶ τού­τοις ἐ­παρ­κέ­σας· ἀλλὰ πρέ­σβευε Χρι­στῷ τῷ Θεῷ, Ἰ­ω­άννη Ἐ­λε­ῆ­μον μα­κά­ριε, σω­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ταῖς τῶν δα­κρύων σου ῥο­αῖς. (Βλ. σελ. 186). 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου.Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Σο­φίας τῷ ἄν­θρακι ἀ­πο­κα­θά­ρας τὸν νοῦν τὸ νᾶμα ἐ­ξέ­πιες τῆς αἰ­ω­νίου ζωῆς, βι­ώ­σας ὡς ἄγ­γε­λος· ὅ­θεν ἀεὶ βλυ­στά­νεις, τὸ ἁλ­λό­με­νον ὕ­δωρ, πρά­ξει καὶ θε­ω­ρίᾳ, κα­ταρ­δεύων τὸν κό­σμον. Διό σε ἀ­νευ­φη­μοῦ­μεν, Νεῖλε Πα­τὴρ ἡ­μῶν Ὅ­σιε. 

Κον­τά­κιον τοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου. Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

Τὸν πλοῦ­τον τὸν σόν, ἐ­σκόρ­πι­σας τοῖς πέ­νησι, καὶ τῶν οὐ­ρα­νῶν, τὸν πλοῦ­τον νῦν ἀ­πεί­λη­φας, Ἰ­ω­άννη πάν­σοφε· διὰ τοῦτο πάν­τες σε γε­ραί­ρο­μεν, ἐ­κτε­λοῦν­τες τὴν μνή­μην σου, τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης ὦ ἐ­πώ­νυμε. 

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου.
Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Τὰς φρυ­γα­νώ­δεις τῶν πα­θῶν τῶν ἐκ τοῦ σώ­μα­τος, ἐ­πα­να­στά­σεις τμη­τι­κῶς Νεῖλε Μα­κά­ριε, ἐν ἀ­γρύ­πνῳ σου συ­νέ­κο­ψας ἱ­κε­σίᾳ· ἀλλ᾿ ὡς ἔ­χων παῤ­ῥη­σίαν πρὸς τὸν Κύ­ριον, ἐκ παν­τοίων με κιν­δύ­νων ἐ­λευ­θέ­ρω­σον, ἵνα κράζω σοι· Χαί­ροις Πά­τερ παγ­κό­σμιε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου.

Ἐ­λε­η­μο­σύ­νης ὁ πο­τα­μός, ὁ τῆς εὐ­σπλαγ­χνίας, δι­α­νέ­μων ἐ­πιῤῥοὰς καὶ κα­τα­πι­αί­νων ἀ­πό­ρων τὰς καρ­δίας, ὁ μέ­γας Ἰ­ω­άν­νης ὑ­μνο­λο­γεί­σθω μοι.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ὁ­σίου.

Τῆς φι­λο­σο­φίας τὸν θη­σαυ­ρόν, ἐκ τῆς πα­νολ­βίου, θη­σαυ­ρί­σας δι­α­γω­γῆς, λό­γοις ψυ­χο­τρό­φοις, πλου­τί­ζεις πά­τερ Νεῖλε, ψυ­χὰς Θεὸν πει­νώ­σας κα­θά­περ γέ­γρα­πται. 

13. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Ἰ­ω­άν­νου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λεως τοῦ Χρυ­σο­στό­μου.

Ἀρ­γία καὶ κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου.

 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος πλ. δ´. Αὐ­τό­με­λον.

Ἡ τοῦ στό­μα­τός σου κα­θά­περ πυρ­σὸς ἐ­κλάμ­ψασα χά­ρις, τὴν οἰ­κου­μέ­νην ἐ­φώ­τι­σεν, ἀ­φι­λαρ­γυ­ρίας τῷ κό­σμῳ θη­σαυ­ροὺς ἐ­να­πέ­θετο, τὸ ὕ­ψος ἡ­μῖν τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης ὑ­πέ­δει­ξεν. Ἀλλὰ σοῖς λό­γοις παι­δεύων, Πά­τερ Ἰ­ω­άννη Χρυ­σό­στομε, πρέ­σβευε τῷ Λόγῳ Χρι­στῷ τῷ Θεῷ, σω­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος πλ. β´. Τὴν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν.

Ἐκ τῶν οὐ­ρα­νῶν ἐ­δέξω τὴν θείαν χά­ριν, καὶ διὰ τῶν σῶν χει­λέων πάν­τας δι­δά­σκεις, προ­σκυ­νεῖν ἐν Τρι­άδι τὸν ἕνα Θεόν, Ἰ­ω­άννη Χρυ­σό­στομε, παμ­μα­κά­ρι­στε Ὅ­σιε, ἐ­πα­ξίως εὐ­φη­μοῦ­μέν σε· ὑ­πάρ­χεις γὰρ κα­θη­γη­τής, ὡς τὰ θεῖα σα­φῶν. 

Ἕ­τε­ρον Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Τὸν πο­τα­μὸν τῆς Ἐκ­κλη­σίας τὸν χρυ­σό­ρει­θρον, καὶ εὐ­σε­βείας τὴν κι­θά­ραν τὴν χρυ­σό­φθογ­γον, τὸν Χρυ­σό­στο­μον αἰ­νέ­σω­μεν Ἰ­ω­άν­νην· χρυ­σουρ­γία γὰρ τοῦ λό­γου κα­τε­χρύ­σωσε, τὰς καρ­δίας τῶν πι­στῶν καὶ τὰ νο­ή­ματα· τούτῳ λέ­γον­τες, χαῖρε θεῖε Χρυ­σό­στομε.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Χαί­ροις ὁ χρυ­σόῤ­ῥει­θρος πο­τα­μός, ὁ τὴν οἰ­κου­μέ­νην, κα­ταρ­δεύων νᾶμα χρυ­σοῦν· χαί­ροις ὁ τὴν γλῶτ­ταν, χρυ­σοῦς καὶ τὴν καρ­δίαν, Χρυ­σό­στομε τρι­σμά­καρ, Πα­τρι­αρ­χῶν ἡ κρη­πίς. 

14. Τοῦ Ἁ­γίου καὶ Πα­νευ­φή­μου Ἀ­πο­στό­λου Φι­λίπ­που, ἐκ τῶν ΙΒ´, καὶ τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Γρη­γο­ρίου, Ἀρ­χι­­επι­­σκό­που Θεσ­σα­λο­νί­κης, τοῦ Πα­λαμᾶ. 

Ἀρ­γία καὶ κα­τά­λυ­σις ἰ­χθύος. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἀ­πο­στό­λου. Ἦ­χος γ´.

Ἀ­πό­στολε Ἅ­γιε Φί­λιππε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕτερον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἀ­πο­στό­λου.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείαν ἔλ­λαμ­ψιν, τοῦ Πα­ρα­κλή­του, εἰσ­δε­ξά­με­νος, πυ­ρὸς ἐν εἴ­δει, παγ­κο­σμίως ὡς ἀ­στὴρ ἀ­να­τέ­ταλ­κας, καὶ τῇ ἀ­γνοίας τὸν ζό­φον δι­έ­λυ­σας, τῇ θεία αἴ­γλῃ Ἀ­πό­στολε Φί­λιππε. Ὅ­θεν πρέ­σβευε, Χρι­στῷ τῷ Θεῷ δε­ό­μεθα, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ὀρ­θο­δο­ξίας ὁ φω­στήρ, Ἐκ­κλη­σίας τὸ στή­ρι­γμα καὶ δι­δά­σκαλε, τῶν μο­να­στῶν ἡ καλ­λονὴ, τῶν θε­ο­λό­γων ὑ­πέρ­μα­χος ἀ­προ­σμά­χη­τος, Γρη­γό­ριε θαυ­μα­τουργὲ Θεσ­σα­λο­νί­κης τὸ καύ­χημα, κή­ρυξ τῆς χά­ρι­τος, ἱ­κέ­τευε διὰ παν­τός, σω­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἀ­πο­στό­λου. Ἦ­χος πλ. δ´. Ὡς ἀ­παρ­χάς.

Ὁ μα­θη­τὴς καὶ φί­λος σου, καὶ μι­μη­τής τοῦ πά­θους σου, τῇ οἰ­κου­μένῃ Θεόν σε ἐ­κή­ρυ­ξεν, ὁ θε­η­γό­ρος Φί­λιπ­πος. Ταῖς αὐ­τοῦ ἱ­κε­σί­αις, ἐξ ἐ­χθρῶν πα­ρα­νό­μων, τὴν Ἐκ­κλη­σίαν σου, διὰ τῆς Θε­ο­τό­κου συν­τή­ρη­σον Πο­λυ­έ­λεε.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου. Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Τὸ τῆς σο­φίας ἱ­ε­ρὸν καὶ θεῖον ὄρ­γα­νον, θε­ο­λο­γίας τὴν λαμ­πρὰν συμ­φώ­νως σάλ­πιγγα, ἀ­νυ­μνοῦ­μέν σε Γρη­γό­ριε θε­οῤ­ῥῆ­μον. Ἀλλ᾿ ὡς νοῦς Νοῒ τῷ πρώτῳ πα­ρι­στά­με­νος, πρὸς αὐ­τὸν τὸν νοῦν ἡ­μῶν Πά­τερ ὁ­δή­γη­σον, ἵνα κρά­ζω­μεν· Χαῖρε Κή­ρυξ τῆς χά­ρι­τος.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ἀ­πο­στό­λου.

Φί­λος καὶ Ἀ­πό­στο­λος εὐ­κλεής, τοῦ μέ­χρι καὶ δού­λου, κε­νω­θέν­τος ἀ­να­δει­χθείς, Φί­λιππε θε­ό­πτα, ἐ­κή­ρυ­ξας ἐν κό­σμῳ, τὴν τού­του ὑ­πὲρ λό­γον, ἄῤῥη­τον κέ­νω­σιν.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου.

Χαί­ροις ὦ Γρη­γό­ριε γε­ραρέ, Θεσ­σα­λο­νι­κέων, χαί­ροις καύ­χημα θαυ­μα­στόν, χαί­ροις Ὀρ­θο­δό­ξων, ὁ γρη­γο­ρῶν προ­στά­της, καὶ τῶν αἱ­ρε­τι­ζόν­των ὁ ἀν­τι­κεί­με­νος. 

15. Τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων καὶ Ὁ­μο­λο­γη­τῶν Γου­ρία, Σα­μωνᾶ καὶ Ἀ­βί­βου. 

Ἀρχὴ νηστείας Χριστουγέννων. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος πλ. α´.

Τὰ θαύ­ματα τῶν Ἁ­γίων σου Μαρ­τύ­ρων. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Τρι­ά­δος ἰ­σά­ρι­θμοι, τῆς Ὑ­περ­θέου σα­φῶς, Γου­ρίας καὶ Ἄ­βι­βος, καὶ Σα­μω­νᾶς ὁ κλει­νός, ἐν­θέως ὑ­πάρ­χον­τες, ταύ­την τοῖς ἀ­σε­βέ­σιν, ὡ­μο­λό­γη­σαν ἅμα, ἄ­θλων τὴν τρι­κυ­μίαν, ἀ­βλα­βῶς δι­ελ­θόν­τες· καὶ νῦν ἡ­μᾶς κυ­βερ­νῶ­σιν, ὅρ­μον πρὸς ἄ­κλυ­στον.

Κον­τά­κιον.Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

Ἐξ ὕ­ψους σο­φοί, τὴν χά­ριν κο­μι­σά­με­νοι, τῶν ἐν πει­ρα­σμοῖς, προ­ΐ­στα­σθε πα­νεύ­φη­μοι· διὸ κό­ρην Ἅ­γιοι, ἐκ θα­νά­του πι­κροῦ ἐ­λυ­τρώ­σα­σθε· ὑ­μεῖς γὰρ ὄν­τως ὑ­πάρ­χετε, Ἐ­δέσ­σης ἡ δόξα, καὶ τοῦ κό­σμου χαρά.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Τρί­πλο­κος χο­ρεία ἀ­θλη­τική, Ἄ­βι­βος ὁ θεῖος, καὶ Γου­ρίας καὶ Σα­μω­νᾶς, ὤ­φθη­σαν τῷ κό­σμω, ὁ­μο­λο­γίας χά­ριν, καὶ πει­ρα­σμῶν τὴν λύ­σιν, ἡ­μῖν βρα­βεύ­ον­τες. 

16. Τοῦ Ἁ­γίου Ἀ­πο­στό­λου καὶ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ματ­θαίου. 

Κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος γ´.

Ἀ­πό­στολε Ἅ­γιε, καὶ Εὐ­αγ­γε­λι­στὰ Ματ­θαῖε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείας ἤ­κου­σας, φω­νῆς τοῦ Λό­γου, καὶ τῆς πί­στεως, τὸ φῶς ἐ­δέξω, κα­τα­λεί­ψας τε­λω­νείου τὸν σύν­δε­σμον· ὅ­θεν Χρι­στοῦ τὴν ἀ­πόῤ­ῥη­τον κέ­νω­σιν, εὐ­ηγ­γε­λίσω Ματ­θαῖε Ἀ­πό­στολε· καὶ νῦν πρέ­σβευε, δο­θῆ­ναι τοῖς σὲ γε­ραί­ρουσι, πται­σμά­των ἱ­λα­σμὸν καὶ μέγα ἔ­λεος.

Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τοῦ τε­λω­νείου τὸν ζυ­γὸν ἀ­ποῤ­ῥί­ψας, δι­και­ο­σύ­νης τῷ ζυγῷ προ­σηρ­μό­σθης, καὶ ἀ­νε­δεί­χθης ἔμ­πο­ρος πα­νά­ρι­στος, πλοῦ­τον κο­μι­σά­με­νος, τὴν ἐξ ὕ­ψους σο­φίαν· ὅ­θεν ἀ­νε­κή­ρυ­ξας, ἀ­λη­θείας τὸν λό­γον, καὶ τῶν ῥα­θύ­μων ἤ­γει­ρας ψυ­χάς, κα­θυ­πο­γρά­ψας, τὴν ὥ­ραν τῆς κρί­σεως. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Σύ­σκη­νος τῷ Λόγῳ δι­α­τε­λῶν, θείων μυ­στη­ρίων, ἐ­μυ­ή­θης τὰς ἀ­στρα­πάς· ἔν­θεν θε­ο­γρά­φως, Ἀ­πό­στολε Ματ­θαῖε, ζωῆς δι­ε­τυ­πώσω τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον. 

17. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Γρη­γο­ρίου, Ἐ­πι­σκό­που Νε­ο­και­σα­ρείας, τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ἐν προ­σευ­χαῖς γρη­γο­ρῶν, ταῖς τῶν θαυ­μά­των ἐρ­γα­σί­αις ἐγ­καρ­τε­ρῶν, ἐ­πω­νυ­μίαν ἐ­κτήσω τὰ κα­τορ­θώ­ματα· ἀλλὰ πρέ­σβευε Χρι­στῷ τῷ Θεῷ, Πά­τερ Γρη­γό­ριε, φω­τί­σαι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν, μή ποτε ὑ­πνώ­σω­μεν, ἐν ἁ­μαρ­τί­αις εἰς θά­να­τον. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

Θαυ­μά­των πολ­λῶν, δε­ξά­με­νος ἐ­νέρ­γειαν, ση­μεί­οις φρι­κτοῖς, τοὺς δαί­μο­νας ἐ­πτό­η­σας, καὶ τὰς νό­σους ἤ­λα­σας τῶν ἀν­θρώ­πων, πάν­σοφε Γρη­γό­ριε· διὸ καλῇ θαυ­μα­τουρ­γός, τὴν κλῆ­σιν ἐξ ἔρ­γων κο­μι­σά­με­νος. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Τῇ φι­λο­σο­φίᾳ πρὸς ἀ­ληθῆ, γνῶ­σιν κε­χρη­μέ­νος, οἶα κλί­μακι νο­ητῇ, πρὸς θε­ο­λο­γίας, ἀ­νέ­δρα­μες τὸ ὕ­ψος, Γρη­γό­ριε θαυ­μά­των, και­νῶν δι­ά­κονε. 

18. Τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων Πλά­τω­νος καὶ Ῥω­μα­νοῦ. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´.

Οἱ Μάρ­τυ­ρές σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον.
Ἦ­χος α´. Χο­ρὸς Ἀγ­γε­λι­κός.

Δυὰς ἡ εὐ­κλεής, τῶν κλει­νῶν Ἀ­θλο­φό­ρων, ἐ­δό­ξασε λαμ­πρῶς, τὴν Ἁ­γίαν Τρι­άδα, ὁ Πλά­των ὁ ἔν­δο­ξος, Ῥω­μα­νός τε ὁ ἔν­θεος, ἐ­να­θλή­σαν­τες, καὶ τὸν ἐ­χθρὸν κα­θε­λόν­τες· ὅ­θεν πάν­τοτε, ὑ­πὲρ ἡ­μῶν δυ­σω­ποῦσι, τὸν μό­νον φι­λάν­θρω­πον.

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Ὡς ὁ­πλῖ­ται ἄ­ρι­στοι, τῆς ἀ­λη­θείας, τὸν τοῦ ψεύ­δους ἄρ­χοντα, κα­τε­τρο­πώ­σα­σθε στεῤῥῶς, σὺν Ῥω­μανῷ Πλά­των ἔν­δοξε, τῆς εὐ­σε­βείας τὸν λό­γον κη­ρύ­ξαν­τες.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Πλά­τος εὐ­σε­βείας δι­α­τρα­νοῖ, Πλά­των ὁ θε­ό­φρων, τῇ στε­νώ­σει τῶν αἰ­κι­σμῶν, πί­στεως δὲ ῥώ­μην, ὁ Ῥω­μα­νὸς ἐ­κλάμ­πει, καὶ ἄμφω τῷ τοῦ Λό­γου πά­θος δο­ξά­ζουσι. 

19. Τοῦ Ἁ­γίου Προ­φή­του Ἀ­βδιού καὶ τοῦ Ἁ­γίου Μάρ­τυ­ρος Βαρ­λαάμ.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Προ­φή­του. Ἦ­χος β´.

Τοῦ Προ­φή­του σου Ἀ­βδιοὺ. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Προ­φή­του.
Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὥ­σπερ θε­ρά­πων φε­ρω­νύ­μως τοῦ Λό­γου, τοῦ ὑ­πὲρ ἔν­νοιαν φω­τὸς ἠ­ξι­ώ­θης, καὶ προ­φη­τείας ἔλ­λαμ­ψιν ἐ­δέξω σοφέ· δό­ξαν γὰρ τὴν ἄ­ϋ­λον, κα­θα­ρῶς ἐ­πο­πτεύων, ὄρ­γα­νον θε­ό­πνευ­στον, Ἀ­βδιοὺ ἀ­νε­δεί­χθης, προ­με­λῳδοῦν ἐν κό­σμῳ μυ­στι­κῶς, τῶν ἐ­σο­μέ­νων, Προ­φῆτα τὴν ἔκ­βα­σιν.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Ἧ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ὁ Μάρ­τυς σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος.
Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Νε­α­νι­κὴν ἐν­δε­δυ­μέ­νος ἀν­δρείαν, μαρ­τυ­ρι­κὴν ἐν πο­λιᾷ καρ­τε­ρίαν, σὺ ἐ­νε­δείξω ἔν­δοξε δο­ξά­σας τὸν Χρι­στόν, τούτῳ δὲ προσ­ή­γα­γες, δε­ξιᾷ κε­καυ­μένῃ, ὡς θυ­σίαν ἄ­μω­μον, τὴν ἁ­γίαν ψυ­χὴν σου· με­γα­λο­μάρ­τυς πρέ­σβευε ἀεί, πᾶ­σι δο­θῆ­ναι, Βαρ­λαάμ, συγ­χώ­ρη­σιν.

Κον­τά­κιον τοῦ Προ­φή­του.

Ἦ­χος πλ. δ´. Ὡς ἀ­παρ­χὰς τῆς φύ­σεως.

Ὡς ἀ­παρ­χὴν εὐ­πρόσ­δε­κτον, προ­σα­γα­γὼν τὸν βίον σου, τῷ ἐν Τρι­άδι Θεῷ πα­να­οί­διμε, θε­αρ­χι­κῆς ἐλ­λάμ­ψεως, ἀ­πη­νέγκω τὸ κάλ­λος, καὶ μελ­λόν­των ἐκ­φάν­τωρ θε­ο­ει­δέ­στα­τος, Ἀ­βδιοὺ ἀ­νε­δεί­χθης, κραυ­γά­ζων· Ἀλ­λη­λούϊα.

Κον­τά­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Γη­ραιῷ ἐν σώ­ματι, τὸν πα­λαιὸν ἐν κα­κίᾳ, κρα­τε­ροῖς πα­λαί­σμασι, κα­τα­βα­λὼν Ἀ­θλο­φόρε, ἤ­νεγ­κας, κα­θά­περ ἄ­σαρ­κος τὰς στρε­βλώ­σεις, ἔ­φε­ρες, τὴν τῆς χει­ρός σου καῦ­σιν ἀν­δρείως· διὰ τοῦτό σε ὁ Λό­γος, στε­φάνῳ δό­ξης, Βαρ­λαάμ ἔ­στεψε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Προ­φή­του.

Χά­ριν προ­φη­τείας οἷα πη­γήν, Ἀ­βδιοὺ Προ­φῆτα, δε­δε­γμέ­νος ἐν τῇ ψυχῇ, ὄμ­βροις οὐ­ρα­νί­οις, προ­φη­τι­κῶς ἐ­πάρ­δοις, ἡ­μῶν τὰς δι­α­νοίας, τῶν εὐ­φη­μούν­των σε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Μάρ­τυ­ρος.

Δρό­σον οὐ­ρα­νίου ἀ­να­ψυ­χῆς, γρα­φι­κῶς στα­λά­ζει, Ἐκ­κλη­σίᾳ τῇ εὐ­α­γεῖ, Βαρ­λαάμ θε­ό­φρον, ἡ κε­καυ­μένη χείρ σου, Κυ­ρίῳ αἰ­ρο­μένη, ὑ­πὲρ τῶν δού­λων σου. 

20. Προ­ε­όρ­τια τῆς ἐν τῷ Ναῷ Εἰ­σό­δου τῆς Ὑ­πε­ρα­γίας Θε­ο­τό­κου καὶ μνήμη τῶν ἐν Ἁ­γί­οις πα­τέ­ρων ἡ­μῶν Γρη­γο­ρίου τοῦ Δε­κα­πο­λί­του καὶ Πρό­κλου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λεως. 

Προ­ε­όρ­τιον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Χα­ρὰν προ­μνη­στεύ­ε­ται, σή­με­ρον Ἄννα ἡ­μῖν, τῆς λύ­πης ἀν­τί­θε­τον, καρ­πὸν βλα­στή­σασα, τὴν μό­νην Ἀ­ει­πάρ­θε­νον· ἥν περ δὴ καὶ προ­σά­γει, τὰς εὐ­χὰς ἐκ­πλη­ροῦσα, σή­με­ρον γη­θο­μένη, τῷ Ναῷ τοῦ Κυ­ρίου, ὡς ὄν­τως ναὸν τοῦ Θεοῦ Λό­γου, καὶ Μη­τέρα ἁ­γνήν.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἁ­γίων. Ἦ­χος δ´.

Ὁ Θεὸς τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἁ­γίων.
Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Λυ­χνία ὡς δί­πυρ­σος, τῶν θε­ϊ­κῶν δω­ρεῶν, ἀ­κτῖσι τῆς χά­ρι­τος, φω­τα­γω­γοῦ­σιν ἡ­μᾶς, Πα­τέ­ρες οἱ ἔν­θεοι, Πρό­κλος τοῦ Βυ­ζαν­τίου, ὁ σο­φὸς Ποι­με­νάρ­χης, Γρη­γό­ριος ὁ θε­ό­φρων, Δε­κα­πό­λεως γό­νος· διὸ μετὰ προ­θυ­μίας, τού­τοις προ­σέλ­θω­μεν.

Κον­τά­κιον Προ­ε­όρ­τιον.
Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Εὐ­φρο­σύ­νης σή­με­ρον, ἡ οἰ­κου­μένη, ἐ­πλη­ρώθη ἅ­πασα, ἐν τῇ εὐ­σήμῳ Ἑ­ορτῇ, τῆς Θε­ο­τό­κου κραυ­γά­ζουσα· Αὕτη ὑ­πάρ­χει, σκηνὴ ἐ­που­ρά­νιος.

Κον­τά­κιον τῶν Ἁ­γίων.
Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Ἡ δυὰς ἡ ἔν­θεος, τῶν θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων, βι­ο­τῆς ὀρ­θό­τητι, καὶ τῶν δο­γμά­των τῇ αἴ­γλῃ, φά­ναν­τες, δι­και­ο­σύ­νης ἐν τῷ στε­φάνῳ, ὤ­φθη­σαν τῆς Ἐκ­κλη­σίας νυμ­φα­γω­γία, ὁ Γρη­γό­ριος καὶ Πρό­κλος, οὓς εὐ­φη­μοῦν­τες, Χρι­στὸν δο­ξά­σω­μεν.

Με­γα­λυ­νά­ριον Προ­ε­όρ­τιον.

Ἔν­δον τῶν ἀ­δύ­των ἐν τῷ ναῷ, ἡ τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐ­κλε­χθεῖσα πρὸ γε­νεῶν, ἀ­φι­ε­ρω­θεῖσα, τὴν οἴ­κη­σιν ποι­εῖ­ται, ἡ Πάν­­α­γνος Παρ­θέ­νος, ἣν με­γα­λύ­νο­μεν.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Ἁ­γίων.

Ῥή­τωρ Ἑκ­κλη­σίας θε­ο­ει­δής, Πρό­κλε ἀ­νε­δεί­χθης, Ἱ­ε­ράρ­χης ὡς εὐ­κλεής, σκεῦος ἀ­ρε­τῶν δέ, Γρη­γό­ριε ὡ­ρά­θης· διὸ τὴν πο­λι­τείαν, ὑ­μῶν γε­ραί­ρο­μεν. 

21. Ἡ ἐν τῷ Ναῷ Εἴ­σο­δος τῆς Ὑ­πε­ρα­γίας Θε­ο­τό­κου. 

Ἀργία καὶ κατάλυσις ἰχθύος. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´.

Σή­με­ρον τῆς εὐ­δο­κίας Θεοῦ τὸ προ­οί­μιον, καὶ τῆς τῶν ἀν­θρώ­πων σω­τη­ρίας ἡ προ­κή­ρυ­ξις. Ἐν ναῷ τοῦ Θεοῦ, τρα­νῶς ἡ Παρ­θέ­νος δεί­κνυ­ται, καὶ τὸν Χρι­στὸν τοῖς πᾶσι προ­κα­ταγ­γέλ­λε­ται. Αὐτῇ καὶ ἡ­μεῖς με­γα­λο­φώ­νως βο­ή­σω­μεν· Χαῖρε τῆς οἰ­κο­νο­μίας, τοῦ Κτί­στου ἡ ἐκ­πλή­ρω­σις.

Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὁ κα­θα­ρώ­τα­τος Ναὸς τοῦ Σω­τῆ­ρος, ἡ πο­λυ­τί­μη­τος πα­στὰς καὶ Παρ­θέ­νος, τὸ ἱ­ε­ρὸν θη­σαύ­ρι­σμα τῆς δό­ξης τοῦ Θεοῦ, σή­με­ρον εἰ­σά­γε­ται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυ­ρίου, τὴν χά­ριν συ­νει­σά­γουσα, τὴν ἐν Πνεύ­ματι Θείῳ· ἣν ἀ­νυ­μνοῦ­σιν Ἄγ­γε­λοι Θεοῦ· Αὕτη ὑ­πάρ­χει, σκηνὴ ἐ­που­ρά­νιος.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Ἔν­δον τῶν ἀ­δύ­των ἐν τῷ Ναῷ, ἡ τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐ­κλε­χθεῖσα πρὸ γε­νεῶν, ἀ­φι­ε­ρω­θεῖσα, τὴν οἴ­κη­σιν ποι­εῖ­ται, ἡ Πάν­α­γνος Παρ­θέ­νος, ἣν με­γα­λύ­νο­μεν. 

22. Τοῦ Ἁ­γίου Ἀ­πο­στό­λου Φι­λή­μο­νος καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, Ἀπ­φίας, Ἀρ­χίπ­που καὶ Ὀ­νη­σί­μου ἐκ τῶν Ο´, καὶ τῆς Ἁ­γίας Μάρ­τυ­ρος Κι­κι­λίας καὶ τῶν σὺν αὐτῇ, Βαλ­λε­ρι­α­νοῦ καὶ Τι­βουρ­τίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Ἦ­χος γ´.

Ἀ­πό­στολοι Ἅ­γιοι. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἀ­πο­στό­λων.
Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Τε­τρὰς ἡ θε­ό­λε­κτος, τῶν Ἀ­πο­στό­λων Χρι­στοῦ, Φι­λή­μων καὶ Ἄρ­χιπ­πος, καὶ σὺν Ἀπ­φίᾳ ὁ­μοῦ, ὁ θεῖος Ὀ­νή­σι­μος, λάμ­ψαν­τες τοῖς ἐν σκό­τει, ἀ­λη­θείας τὴν γνῶ­σιν, ἤ­θλη­σαν ὁ­μο­φρό­νως, καὶ τὴν πλά­νην κα­θεῖ­λον. Καὶ νῦν ἐ­ξευ­με­νί­ζον­ται, πᾶσι τὸν Κύ­ριον.

Ἀπολυτίκιον τῶν Μαρτύρων. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Οἱ Μάρτυρές σου Κύριε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕτερον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείων τρό­πων σου, τῇ ἐ­πι­λαμ­ψει, πρὸς ἀ­εί­ζωον, εἵλ­κυ­σας φέγ­γος, τὴν αὐ­τά­δελ­φον δυ­άδα καὶ σύ­ναυ­λον, καὶ σὺν αὐ­τοῖς Κι­κι­λία ἀ­θλή­σασα, τῆς θείας δό­ξης ὁ­μοῦ ἠ­ξι­ώ­θητε· μεθ᾿ ὧν πρέ­σβευε, δο­θῆ­ναι τοῖς εὐ­φη­μοῦσί σε, πται­σμά­των ἱ­λα­σμὸν καὶ μέγα ἔ­λεος.

Κον­τά­κιον τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Ἦ­χος β´. Τὴν ἐν πρε­σβεί­αις.

Ὡς Ἐκ­κλη­σίας θε­μέ­λιοι καὶ λαμ­πτῆ­ρες, καὶ τοῦ Σω­τῆ­ρος Ἀ­πό­στο­λοι θε­η­γό­ροι, Φι­λῆ­μον Ἀπ­φία καὶ Ὀ­νή­σιμε, καὶ σὺν Ἀρ­χίππῳ ἅμα, ὑ­πὲρ ἡ­μῶν πρε­σβεύ­σατε, τῷ Λόγῳ σο­φοὶ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες.

Κον­τά­κιον τῶν Μαρ­τύ­ρων. Ἦ­χος β´. Τοῖς τῶν αἱ­μά­των σου.

Τῆς εὐ­σε­βείας τῇ θείᾳ με­θόδῳ σου, ἀ­θλη­τι­κῶς τῷ Χρι­στῷ προ­ση­νέ­χθη­σαν, Βαλ­λε­ρι­α­νὸς καὶ Τι­βούρ­τιος, ὦ Κι­κι­λία μεθ᾽ ὧν ἀ­νε­κραύ­γα­ζες· Σὺ Σῶ­τερ Μαρ­τύ­ρων τὸ στή­ρι­γμα.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Ἀ­πο­στό­λων.

Χαί­ρετε τοῦ Λό­γου μυ­στα­γω­γοί, καὶ τῶν ἐν τῷ σκό­τει, πλα­νω­μέ­νων φω­τα­γω­γοί, Ἄρ­χιππε Φι­λῆ­μον, Ὀ­νή­σιμε Ἀπ­φία, Ἀ­πό­στο­λοι θε­ό­πται, Ἀγ­γέ­λων σύ­σκη­νοι.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Μαρ­τύ­ρων.

Ῥό­δον ὡς ἀ­μά­ραν­τον καὶ τερ­πνόν, ὀ­σμὴν ζω­η­φό­ρον, ἐ­πα­φῆ­κας παρ­θε­νι­κῶς, ἣν εἰσ­δε­ξα­μένη, ἡ ξυ­νω­ρὶς ἡ σύμ­φρων, σὺν σοὶ ὦ Κι­κι­λία, λαμ­πρῶς ἠ­γώ­νι­σται. 

23. Τῶν ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν Ἀμ­φι­λο­χίου, Ἐ­πι­σκό­που Ἰ­κο­νίου, καὶ Γρη­γο­ρίου, Ἐ­πι­σκό­που Ἀ­κρα­γαν­τί­νων.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἁ­γίων. Ἦ­χος δ´.

Ὁ Θεὸς τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν. (Βλ. σελ. 186). 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἁ­γίου Ἀμ­φι­λο­χίου.

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Σο­φίας τὴν ἔλ­λα­ψιν, ὡς κα­θα­ρὸς μυ­η­θείς, δο­γμά­των ὀρ­θό­τη­τος, φω­το­ει­δεῖς ἀ­στρα­πάς, ἐ­κλάμ­πεις τοῖς πέ­ρασι· σὺ γὰρ τὴν ἐν Τρι­άδι, ὁ­μο­ού­σιον φύ­σιν, ἐ­κή­ρυ­ξας ἀ­συγ­χύ­τως, κα­θε­λὼν τὰς αἱ­ρέ­σεις· διό σε Ἱ­ε­ράρχα Ἀμ­φι­λό­χιε, Χρι­στὸς ἐ­δό­ξασε.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἁ­γίου Γρη­γο­ρίου.
Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

Γρη­γο­ρῶν ἐκ σπαρ­γά­νων φε­ρω­νύ­μως Γρη­γό­ριε, ἐν τοῖς δι­και­ώ­μασι Πά­τερ τοῦ τῶν ὅ­λων δε­σπό­ζον­τος, ἐ­πλή­σθης οὐ­ρα­νίων δω­ρεῶν, ὡς γρή­γο­ρος ποι­μὴν τῶν εὐ­σε­βῶν· διὰ τοῦτο πρὸς λει­μῶ­νας ἀ­ει­θα­λεῖς, ἰ­θύ­νεις τοὺς βο­ῶν­τάς σοι· δόξα τῷ σὲ δο­ξά­σαντι Χρι­στῷ, δόξα τῷ σὲ στε­φα­νώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι διὰ σοῦ, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἁ­γίου Ἀμ­φι­λο­χίου.
Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Ὡς Ἱ­ε­ράρ­χης τοῦ Σω­τῆ­ρος ἐν­θε­ώ­τα­το­ς, Ὀρ­θο­δο­ξίας ἀ­νε­δεί­χθης σάλ­πιγξ εὔ­ση­μος, ­καὶ αἰ­ρέ­σεων κα­θεῖ­λες τὰς ἐ­πι­νοίας· τὴν Τρι­άδα ὁ­μο­ού­σιον γὰρ Ὅ­σι­ε, ­καὶ ὁ­μό­θρο­νον τοῖς πᾶ­σιν ἀ­νε­κή­ρυ­ξας· διὸ κρά­ζο­μεν, χαί­ροις Πά­τερ Ἀμ­φι­λό­χιε.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἁ­γίου Γρη­γο­ρίου.
Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Ὥ­σπερ μέ­γας ἥ­λιος, ἀ­να­το­λαῖς τῶν θαυ­μά­των, κα­ταυ­γά­ζεις ἅ­πα­σαν, τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκ­κλη­σίαν, ἔ­σω­σας ταῖς σαῖς πρε­σβεί­αις πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους· ἤ­λα­σας τοὺς κα­κο­δό­ξους ἐκ τῆς σῆς ποί­μνης· διὰ τοῦτό σε τι­μῶ­μεν, θε­ό­φρον Πά­τερ, σοφὲ Γρη­γό­ριε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ἁ­γίου Ἀμ­φι­λο­χίου.

Ῥεῖ­θρα ἐκ χει­λέων τὰ λο­γικά, θε­οῤῥη­μο­σύ­νης, ἐ­πιῤῥαί­νων ὡς ἀ­λη­θῶς, ὤ­φθης Ἐκ­κλη­σίας, πνευ­μα­τικὴ νε­φέλη· διό σε με­γα­λύ­νει, ὦ Ἀμ­φι­λό­χιε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ἁ­γίου Γρη­γο­ρίου.

Γρή­γορ­σιν σο­φίας καρ­πο­φο­ρῶν, λό­γοις ψυ­χο­τρό­φοις, δι­α­τρέ­φεις ὡς ἀ­λη­θῶς, ὡς Χρι­στοῦ θε­ρά­πων, τὴν σοὶ λα­χοῦ­σαν ποί­μνην· διό σε μα­κα­ρί­ζει, Πά­τερ Γρη­γό­ριε. 

24. Τῶν Ἁ­γίων Ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων Κλή­μεν­τος Ῥώ­μης καὶ Πέ­τρου Ἀ­λε­ξαν­δρείας.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἁ­γίων. Ἦ­χος δ´.

Ὁ Θεὸς τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἁ­γίων. Ἦ­χος γ´. Τὴν ὡ­ραι­ό­τητα.

Τῆς θείας γνώ­σεως, εὔ­ση­μοι σάλ­πιγ­γες, καὶ τῶν τῆς πί­στεως, θε­σμῶν ἐκ­φάν­το­ρες, Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρες Χρι­στοῦ, ἐ­δεί­χθητε τοῖς ἐν κό­σμῳ, Κλήμη πα­να­οί­διμε, τῆς ζωῆς κλῆμα εὔ­καρ­πον, καὶ Πέ­τρε θε­ό­σοφε, εὐ­σε­βῶν πέ­τρα ἄῤ­ῥη­κτε· διὸ ὡς τῶν ἀῤ­ῥή­των ἐ­πό­πται, ῥύ­σα­σθαι πά­σης ἡ­μᾶς βλά­βης.

Κον­τά­κιον τῶν Ἁ­γίων.
Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Ἐκ­κλη­σίας ἄ­σει­στοι, καὶ θεῖοι πύρ­γοι, εὐ­σε­βείας ἔν­θεοι, στῦ­λοι ὡς ὄν­τες κρα­ταιοί, Κλήμη σὺν Πέ­τρῳ πα­νεύ­φη­μοι, ὑ­μῶν πρε­σβεί­αις, φρου­ρεῖτε τοὺς ἅ­παν­τας.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Ἁγίων.

Κλῆμα ἀ­φθαρ­σίας πα­νευ­φθα­λές, ὁ Κλή­μης ἐ­δεί­χθη, οἶ­νον στά­ζον τὸν μυ­στι­κόν, πέ­τρα Ἐκ­κλη­σίας, ὁ Πέ­τρος δὲ ὡ­ράθη· διὸ τὰς ἀ­ρι­στείας, τού­των ὑ­μνή­σω­μεν. 

25. Τῆς Ἁ­γίας Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Χρι­στοῦ καὶ Παν­σό­φου Αἰ­κα­τε­ρί­νης καὶ τοῦ Ἁ­γίου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Μερ­κου­ρίου. 

Ἐν ταύτῃ τῇ ἡ­μέρᾳ ἀ­πο­δί­δο­ται καὶ ἡ Ἑ­ορτὴ τῶν Εἰ­σο­δίων. 

Ἀργία καὶ κατάλυσις οἴνου καὶ ἐλαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.

Ἦχος δ΄.  Κατεπλάγη Ἰω­σήφ. Ἡ ἁμνάς σου Ἰησοῦ. (Βλ. σελ. 186).

Ἕτερον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.
Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Τὴν πα­νεύ­φη­μον νύμ­φην Χρι­στοῦ ὑ­μνή­σω­μεν, Αἰ­κα­τε­ρί­ναν τὴν θείαν καὶ πο­λι­οῦ­χον Σινᾶ, τὴν βο­ή­θειαν ἡ­μῶν καὶ ἀν­τί­λη­ψιν· ὅτι ἐ­φί­μωσε λαμ­πρῶς τοὺς κομ­ψοὺς τῶν ἀ­σε­βῶν, τοῦ Πνεύ­μα­τος τῇ δυνάμει· καὶ νῦν ὡς Μάρ­τυς στε­φθεῖσα, αἰ­τεῖ­ται πᾶσι τὸ μέγα ἔ­λεος. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.

Ἧ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ὁ Μάρ­τυς σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος. Ὅ­μοιον.
Ἧ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Οὐ­ρά­νιον Ἄγ­γε­λον, χει­ρα­γω­γὸν ἀ­σφαλῆ, πρὸς δό­ξαν ἀ­ρί­δη­λον, ὡς τοῦ φω­τὸς κοι­νω­νός, Μερ­κού­ριε ἔ­σχη­κας· ὅ­θεν τῷ ἀ­θα­νάτῳ, Βα­σι­λεῖ πει­θαρ­χή­σας, ἤ­θλη­σας ὑ­πὲρ φύ­σιν, ὡς γεν­ναῖος ὁ­πλί­της· διὸ τοὺς σοὶ προ­σι­όν­τας, μά­καρ πε­ρί­σῳζε.

Κον­τά­κιον τῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.

Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Τὴν σο­φίαν ἄ­νω­θεν, κο­μι­σα­μένη τοῦ λό­γου, τῶν ῥη­τό­ρων ἤ­λεγ­ξας, τὰς φλη­να­φίας εὐ­τό­νως· κάλ­λεσι, τῆς παρ­θε­νίας ὡ­ρα­ϊ­σμένη, αἵ­μασι, τῆς μαρ­τυρ­ίας πε­ποι­κιλ­μένη, διὰ τοῦτό σε ὡς νύμ­φην, Αἰ­κα­τε­ρίνα, Χρι­στὸς προ­σή­κατο.

Κον­τά­κιον τοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.
Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Ὥ­σπερ θεῖον θώ­ρακα, ἠμ­φι­ε­σμέ­νος, τοῦ Χρι­στοῦ τὴν δύ­να­μιν, ἀ­θλη­τι­κῶς ἀν­δρα­γα­θεῖς, κα­τα­πυρ­σεύων τοὺς ψάλ­λον­τας· χαῖρε Μαρ­τύ­ρων, τὸ κλέος Μερ­κού­ριε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.

Νύμφη τοῦ Σω­τῆ­ρος πα­νευ­κλεής, αἴ­γλῃ παρ­θε­νίας, καὶ σο­φίας τῇ καλ­λονῇ, καὶ μαρ­τύ­ρων ἄ­θλοις, λαμ­πρῶς πε­ποι­κιλ­μένη, Αἰ­κα­τε­ρίνα ὤ­φθης, ὡς καλ­λι­πάρ­θε­νος.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος.

Ὤ­φθης νε­α­νίας πα­νευ­πρε­πής, οἷα στρα­τι­ώ­της, τοῦ Δε­σπό­του πε­ρι­φα­νής· φύ­σεως γὰρ ὥρᾳ, τὴν ἄ­θλη­σιν ἀν­θή­σας, Μερ­κού­ριε θε­ό­φρον, Χρι­στῷ δε­δό­ξα­σαι. 

26. Τῶν Ὁ­σίων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν Ἀ­λυ­πίου τοῦ Κι­ο­νί­του καὶ Νί­κω­νος τοῦ Με­τα­νο­εῖτε. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου Ἀ­λυ­πίου.Ἦ­χος α´. Ἐν τῇ Γεν­νή­σει.

Ὑ­πο­μο­νῆς στῦ­λος γέ­γο­νας. (Βλ. σελ. 186).

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου Ἀ­λυ­πίου.
Ἦ­χος α´. Τὸν τά­φον σου Σω­τήρ.

Δο­ξά­ζων ὁ Θεός, τὴν σὴν γέν­νη­σιν Πά­τερ, προ­έ­γραψε σα­φῶς, τῆς ζωῆς σου τὴν χά­ριν· αὐτῷ γὰρ εὐ­η­ρέ­στη­σας, ἀ­ρε­τῶν τε­λει­ό­τητι· ὅ­θεν ἤ­στρα­ψας, ἀπὸ τοῦ κί­ο­νος πᾶσι, τῶν ἀ­γώ­νων σου, τὰς ἀ­λη­θεῖς ἀν­τι­δό­σεις, Ἀ­λύ­πιε Ὅ­σιε. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον Ὁ­σίου Νί­κω­νος. Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Χαί­ρει ἔ­χουσα, ἡ Λα­κε­δαί­μων, θείαν λάρ­νακα, τῶν σῶν λει­ψά­νων, ἀ­να­βρύ­ου­σαν πη­γὰς τῶν ἰ­ά­σεων, καὶ δι­α­σῴ­ζου­σαν πάν­τας ἐκ θλί­ψεων, τοὺς σοὶ προ­στρέ­χον­τας Πά­τερ ἐκ πί­στεως· Νί­κων Ὅ­σιε, Χρι­στὸν τὸν Θεὸν ἱ­κέ­τευε, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος. 

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου Ἀ­λυ­πίου.
Ἦ­χος πλ. δ´. Ὡς ἀ­παρ­χὰς τῆς φύ­σεως.

Ὡς ἀ­ρε­τῶν ὑ­πό­θε­σιν, καὶ Ἀ­σκη­τῶν καλ­λώ­πι­σμα, ἡ Ἐκ­κλη­σία δο­ξά­ζει σε σή­με­ρον, καὶ ἀ­νυ­μνεῖ Ἀ­λύ­πιε· ταῖς εὐ­χαῖς σου πα­ρά­σχου, τοῖς τι­μῶ­σιν ἐκ πό­θου τὰς ἀ­ρι­στείας σου, τῶν δει­νῶν ἐγ­κλη­μά­των, ἐ­κλύ­τρω­σιν ὡς ἐ­πώ­νυ­μος.

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου Νί­κω­νος.
Ἦ­χος πλ. β´. Τὴν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν πλη­ρώ­σας.

Τὴν Ἀγ­γε­λι­κὴν μι­μού­με­νος πο­λι­τείαν, κό­σμου τὰ τερ­πνὰ ὡς σκύ­βαλα ἐ­λο­γίσω, με­τα­νοίας τὴν τρί­βον δει­κνύων ἡ­μῖν, θε­ο­φόρε Νί­κων Ὅ­σιε· διὰ τοῦτό σε γε­ραί­ρο­μεν, ἐ­κτε­λοῦν­τες νῦν τὴν μνή­μην σου· ὑ­πάρ­χεις γὰρ ἀ­λη­θῶς, ἰ­α­μά­των πηγή.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ὁ­σίου Ἀ­λυ­πίου.

Λι­πὼν χα­μαι­ζή­λους δι­α­τρι­βάς, ὤ­φθης οὐ­ρα­νό­φρων, ἐν τῷ κί­ονι ὑ­ψω­θείς· ὅ­θεν ἔξω κό­σμου, Ἀ­λύ­πιε βι­ώ­σας, ὑ­περ­κο­σμίου δό­ξης, ἔ­τυ­χες Ὅ­σιε.

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ὁ­σίου Νί­κω­νος.

Νί­κην πε­ρι­φέ­ρων κατὰ πα­θῶν, τὴν εὔ­κλειαν ταύ­της, δι­α­γρά­φεις Νί­κων σοφέ, τοῖς πᾶσι κη­ρύτ­των, τὴν τοῦ Προ­δρό­μου ῥῆ­σιν· Με­τα­νο­εῖτε ἤγ­γι­κεν ἡ ἀ­πό­δο­σις.

27. Τοῦ Ἁ­γίου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Πέρ­σου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἧ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ὁ Μάρ­τυς σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186). 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ὁ μάρ­τυς Ἰ­ά­κω­βος, ὁ τῆς Περ­σίδος βλα­στός, τὸν δό­λιον δρά­κοντα, τοῖς τῶν αἱ­μά­των κρου­νοῖς, ἀ­θλή­σας ἀ­πέ­πνιξε· πί­στει γὰρ ἀ­λη­θείας, με­λη­δὸν τε­τμη­μέ­νος, ὤ­φθη τρο­παι­ο­φό­ρος, τοῦ Σω­τῆ­ρος ὁ­πλί­της, πρε­σβεύων ἀ­δι­α­λείπτως, ὑ­πὲρ τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν. 

Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

Πει­σθεὶς τῇ καλῇ συ­ζύγω καρ­τε­ρό­ψυχε, καὶ τὸ φο­βε­ρόν κρι­τή­ριον φο­βού­με­νος, τῶν Περ­σῶν τὸ φρό­νημα, καὶ τὸν φό­βον Ἰ­ά­κωβε κα­τέ­πτυ­σας, καὶ ἀ­νε­δεί­χθης Μάρ­τυς θαυ­μα­στός, τὸ σῶμα ὡς κλῆμα τε­μνό­με­νος.

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Τίς σου τῆς ἀν­δρείας τὸ εὐ­στα­θές, ἀ­ξεί­πει εἰ­κό­τως, καρ­τε­ρό­ψυχε Ἀ­θλητά; με­λη­δὸν γὰρ ἅ­παν, τμη­θεὶς τὸ σῶμα ἔ­στης, Ἰ­ά­κωβε ὡς ἄ­κμων· διὸ δε­δό­ξα­σαι. 

28. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Στε­φά­νου τοῦ Νέου καὶ τοῦ Ἁ­γίου Μάρ­τυ­ρος Εἰ­ρη­νάρ­χου.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου.

Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ἀ­σκη­τι­κῶς προ­γυ­μνα­σθεὶς ἐν τῷ ὄ­ρει, τὰς νο­η­τὰς τῶν δυσ­με­νῶν πα­ρα­τά­ξεις, τῇ πα­νο­πλίᾳ ὤ­λε­σας παμ­μά­καρ τοῦ Σταυ­ροῦ· αὖ­θις δὲ πρὸς ἄ­θλη­σιν, ἀν­δρι­κῶς ἀ­πε­δύσω, κτεί­νας τὸν Κο­πρώ­νυ­μον, τῷ τῆς πί­στεως ξί­φει, καὶ δι᾿ ἀμ­φοῖν ἐ­στέ­φθης ἐκ Θεοῦ, ὁ­σι­ο­μάρ­τυς ἀ­οί­διμε Στέ­φανε. 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου.
Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείαν ἄ­σκη­σιν ἐν­δε­δει­γμέ­νος, σκεῦος γέ­γο­νας, δι­και­ο­σύ­νης, δι­α­πρέ­πων ταῖς σε­πταῖς ἀ­να­βά­σεσι· καὶ τοῦ Χρι­στοῦ τὴν Εἰ­κόνα σε­βό­με­νος, μαρ­τυ­ρι­κῆς ἠ­ξι­ώ­θης φαι­δρό­τη­τος· θεῖε Στέ­φανε, ἐν ὅ­πλῳ ἡ­μᾶς στε­φά­νω­σον, τῆς θείας εὐ­δο­κίας τοὺς ὑ­μνοῦν­τάς σε. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ὁ Μάρ­τυς σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186). 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος.
Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Εἰ­ρή­νης τὸν πρύ­τα­νιν, ὁ­μο­λο­γή­σας πι­στῶς, τῆς πλά­νης τὸν τά­ρα­χον, κα­τέ­λι­πες νου­νε­χῶς, θε­ό­φρον Εἰ­ρή­ναρχε· ὅ­θεν δι᾿ ὕ­δα­τός τε, καὶ πυ­ρὸς ὡς δι­ῆλ­θες, ἔ­βης τρο­παι­ο­φό­ρος, πρὸς οὐ­ρά­νιον λῆ­ξιν, εἰ­ρή­νην καὶ σω­τη­ρίαν, πᾶ­σιν αἰ­τού­με­νος.

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου.
Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

Τὸν τῆς Τρι­ά­δος ἐ­ρα­στὴν καὶ θεῖον Στέ­φα­νον, ἀ­νευ­φη­μή­σω­μεν πι­στῶς ᾠ­δαῖς φι­λέ­ορ­τοι, ἐκ καρ­δίας ὡς τι­μή­σαντα χα­ρα­κτῆρα, τὸν ὡ­ραῖον τοῦ Δε­σπό­του καὶ Μη­τρὸς αὐ­τοῦ· καὶ συμ­φώ­νως νῦν ἐκ πό­θου ἐκ­βο­ή­σω­μεν, τούτῳ χαί­ρον­τες· χαί­ροις Πά­τερ ἀ­οί­διμε.

Κον­τά­κιον τοῦ Μάρτυρος.
Ἦ­χος πλ. δ´. Ὡς ἀ­παρ­χὰς τῆς φύ­σεως.

Ὡς στρα­τι­ώ­της ἄ­ρι­στος, τοῦ τῆς εἰ­ρή­νης ἄρ­χον­τος, τοῦ σκό­τους Μάρ­τυς κα­θεῖ­λες τὸν ἄρ­χοντα, τῇ καρ­τερᾷ ἐν­στά­σει σου· καὶ ταῖς σαῖς ἱ­κε­σί­αις, ἐν εἰ­ρήνῃ φυ­λάτ­τοις Εἰ­ρή­ναρχε, τοὺς πί­στει εὐ­φη­μοῦν­τας, τὰ θεῖά σου κα­τορ­θώ­ματα. 

Με­γα­λυ­νά­ριον Ὁσίου.

Αἷμα τῆς ἀ­θλή­σεως τῆς σε­πτῆς, ἱ­δρῶσι κε­ρά­σας, θε­ο­φόρε ἀ­σκη­τι­κοῖς, ὡς εὔ­πνοον μύ­ρον, τὴν πα­να­γίαν κρᾶ­σιν, προ­σή­γα­γες τῷ Λόγῳ, Ὅ­σιε Στέ­φανε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Μάρτυρος.

Τῆς εἰ­ρη­νο­δώ­ρου μαρ­μα­ρυ­γῆς, Εἰ­ρή­ναρχε μά­καρ, εἰσ­δε­ξά­με­νος τὴν αὐ­γήν, υἱὸς φω­τὸς ὤ­φθης, πε­ρι­φα­νῶς ἀ­θλή­σας· διὸ ταῖς σαῖς πρε­σβεί­αις, ἡ­μᾶς δι­ά­σῳζε. 

29. Τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων Πα­ρα­μό­νου καὶ Φι­λου­μέ­νου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Οἱ Μάρ­τυ­ρές σου Κύ­ριε. (Βλ. σελ. 186). 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Πα­ρά­μο­νον μέλ­ψω­μεν, σὺν Φι­λου­μένῳ πι­στοί, ὡς θεί­ους θε­ρά­πον­τας καὶ ἀ­θλη­τὰς εὐ­κλε­εῖς, Χρι­στοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ­μῶν· τοῦ­τον γὰρ φε­ρω­νύ­μως, ὡς φι­λή­σαν­τας ἄ­γαν, ᾔ­σχυ­ναν δι᾿ ἀ­γώ­νων, πα­ρα­νό­μων τὸ κρά­τος, αἰ­τοῦν­τες πται­σμά­των λύ­σιν, πᾶσι καὶ ἔ­λεος. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος β´. Τοῖς τῶν αἱ­μά­των σου.

Ὡς στρα­τευ­θέν­τες Χρι­στῷ διὰ πί­στεως, τὰς τῶν ἐ­χθρῶν δι­ε­κό­ψατε φά­λαγ­γας, καὶ νί­κης τὸ στέ­φος δε­ξά­με­νοι, σὺν Πα­ρα­μόνῳ θε­ό­φρον Φι­λού­μενε, Ἀγ­γέ­λων ἰ­σό­τι­μοι ὤ­φθητε.

Με­γα­λυ­νά­ριον.


Νό­μοις πα­ρα­μέ­νον­τες ἱ­ε­ροῖς, Πα­ρά­μονε μά­καρ, καὶ Φι­λού­μενε Ἀ­θλητά, φί­λοι τοῦ Σω­τῆ­ρος, ἐ­δεί­χθητε ἐν ἄ­θλοις, ἀ­χλὺν πα­ρα­νο­μίας δι­α­σκε­δά­σαν­τες. 

30. Τοῦ Ἁ­γίου καὶ ἐν­δό­ξου Ἀ­πο­στό­λου Ἀν­δρέου τοῦ Πρω­το­κλή­του. 

Ἀργία καὶ κατάλυσις οἴνου καὶ ἐλαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´.

Ὡς τῶν Ἀ­πο­στό­λων Πρω­τό­κλη­τος, καὶ τοῦ Κο­ρυ­φαίου αὐ­τά­δελ­φος, τῷ Δε­σπότῃ τῶν ὅ­λων Ἀν­δρέα ἱ­κέ­τευε, εἰ­ρή­νην τῇ οἰ­κου­μένῃ δω­ρή­σα­σθαι, καὶ ταῖς ψυ­χαῖς ἡ­μῶν τὸ μέγα ἔ­λεος. 

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κιον.Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Τὸν Δε­σπό­την τῶν ὅ­λων ἰ­δὼν Ἀ­πό­στολε, σω­μα­τω­θέντα ἀ­τρέ­πτως εἰς σω­τη­ρίαν ἡ­μῶν, πρῶ­τος ἔ­δρα­μες αὐτῷ Ἀν­δρέα πάν­­σοφε· ὅ­θεν ηὐ­γά­σθης παρ᾿ αὐ­τοῦ, ὡς ἀ­στὴρ ἀ­ει­φα­νής, καὶ ἔ­λαμ­­ψας τοῖς ἐν κό­σμῳ, τῆς εὐ­σε­βείας τὸ φέγ­γος, φω­τα­γω­γῶν τὰς δι­α­νοίας ἡ­μῶν. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος β´. Τὴν ἐν πρε­σβεί­αις.

Τὸν τῆς ἀν­δρείας ἐ­πώ­νυ­μον θε­η­γό­ρον, καὶ Μα­θη­τῶν τὸν πρω­τό­κλη­τον τοῦ Σω­τῆ­ρος, Πέ­τρου τὸν σύγ­γο­νον εὐ­φη­μή­σω­μεν· ὅτι ὡς πά­λαι τούτῳ, καὶ νῦν ἡ­μῖν ἐ­κέ­κρα­γεν· Εὑ­ρή­κα­μεν δεῦτε τὸν πο­θού­με­νον. 

 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Πρῶ­τος προ­σπε­λά­σας τῷ Ἰ­η­σοῦ, Πρω­τό­κλη­τος ὤ­φθης, καὶ ἀ­κρό­της τῶν Μα­θη­τῶν, Ἀν­δρέα θε­ό­πτα, ἐν­τεῦ­θεν δι­α­νύ­εις, πα­θῶν τὰς ἀ­να­βά­σεις τῆς ἀ­να­στά­σεως.

Δημοφιλείς αναρτήσεις