Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Τῷ Σαββάτῳ τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον).

Τῷ Σαββάτῳ τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον). 
Μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος κεκοιμημένων εὐσεβῶν πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν.

Ἀπολυτίκιον Νεκρώσιμον. 
Ἦχος πλ. δ´.
βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων μόνε Δημιουργέ, ἀνάπαυσον Κύριε τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου· ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν.

Θεοτοκίον. 
Ἦχος ὁ αὐτός.
Σὲ καὶ τεῖχος, καὶ λιμένα ἔχομεν, καὶ πρέσβιν εὐπρόσδεκτον, πρὸς ὃν ἔτεκες Θεόν, Θεοτόκε ἀνύμφευτε, τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία.

Κοντάκιον. 
Ἦχος πλ. δ´.
Μετὰ τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον Χριστέ, τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

Μεγαλυνάριον.
Ταῖς τῶν Ἀποστόλων σου προσευχαῖς, Προφητῶν Μαρτύρων, καὶ ἁγίων Ἱεραρχῶν, καὶ πάντων τῶν Ὁσίων, ψυχὰς ἃς προσελάβου, ἀνάπαυσον Οἰκτίρμον, ὡς ὑπεράγαθος.


Ο όσιος Συμεών Νεμάνια ο Μυροβλύτης

Ο όσιος Συμεών Νεμάνια ο Μυροβλύτης 
13 Φεβρουαρίου 
 
Ο όσιος Στέφανος Νεμάνια γεννήθηκε το 1114 στην Ζέτα, το σημερινό Μαυροβούνιο, που βρισκόταν τότε υπό τον ζυγό των Λατίνων. Μόλις οι γονείς του μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Σερβία φρόντισαν να λάβει το Βάπτισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τον ανέθρεψαν με την αγάπη προς την αληθινή πίστη και τις άγιες αρετές. 
Ο πατέρας του από νωρίς του εμπιστεύθηκε την κυβέρνηση μιας επαρχίας και χάρις στις μεγάλες διοικητικές ικανότητές του και στην αγάπη που του είχε ο λαός του, έγινε εν συνεχεία μέγας Ζουπάνος όλης της Σερβίας (1166), την οποία πέτυχε να ενώσει σε ένα και μόνο βασίλειο. Έγινε έτσι ιδρυτής της δυναστείας των Νεμάνια που θα κυβερνούσε τον σερβικό λαό επί διακόσια χρόνια (1172-1371) και θα έδινε στην Εκκλησία μεγάλο αριθμό αγίων. (*) 
Κατά την βασιλεία του χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τους αντίπαλους αδελφούς του και υπέστη φυλάκιση χάριν της Ορθοδοξίας. Εξ αιτίας της ακλόνητης πίστης του και της ορατής αρωγής του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου μπόρεσε να επιβληθεί στους εχθρούς του. 
Συγκάλεσε τότε σύνοδο για να μπορέσει η χώρα του να απαλλαγεί από την αίρεση των βογομίλων. Με την βοήθεια της συζύγου του Άννας, έκτισε πλήθος ναών και μοναστηριών και έκανε πλούσιες δωρεές στα μεγάλα ιερά κέντρα της χριστιανοσύνης. 
Όταν εδραίωσε την ανεξαρτησία του κράτους του έναντι του Βυζαντίου και εξασφάλισε την καλή οργάνωση της Εκκλησίας, ακολούθησε το παράδειγμα του γιου του Ράστκο-Σάββα και ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα στην Μονή Στουντένιτσα (1196) με το όνομα Συμεών, ενώ η σύζυγός του αποσύρθηκε σε γυναικείο μοναστήρι, παίρνοντας το όνομα Αναστασία. 
Δύο μόλις χρόνια αργότερα (Νοέμβριος 1197) πήγε να συναντήσει τον γιο του στο Άγιον Όρος, στην Μονή Βατοπαιδίου, και έγινε ο ταπεινός μαθητής του, μιμούμενος, όσο του επέτρεπε η ηλικία του, τον ζήλο του Σάββα για την προσευχή. 
Συνέβαλαν και οι δύο στον εξωραϊσμό της μονής· εν συνεχεία δε, αφού απέκτησαν το ερειπωμένο μονύδριο του Χιλανδαρίου, με χρυσόβουλο του Αλεξίου Γ’, ίδρυσαν εκεί το περικαλλές και μέγα τούτο μοναστήρι που έμελλε να καταστεί λίκνο του σερβικού πολιτισμού (1198). 
Οκτώ μήνες μόλις μετά την εγκατάστασή τους εκεί, ο Συμεών ασθένησε. Κάλεσε τον γιο του Σάββα, τον αποχαιρέτησε συγκινητικά και του ζήτησε να τον ντύσει στα νεκρικά του ενδύματα και να τον ξαπλώσει πάνω σε στάχτες, στο έδαφος, ακουμπώντας το κεφάλι του σε μια πέτρα. 
Κάλεσε έπειτα όλους τους μοναχούς, ζήτησε από αυτούς συγγνώμη και με τα μάτια στυλωμένα στην εικόνα της Θεοτόκου παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, στις 13 Φεβρουαρίου 1199, με τα λόγια: «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον!» (Ψαλμ. 150). 
Λίγο αργότερα το σώμα του άρχισε να αναδίδει θαυματουργό μύρο που επιτελούσε πολλά θαύματα. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Σερβία από τον άγιο Σάββα και συνέβαλαν στην συμφιλίωση των δύο άλλων αδελφών του: του Στεφάνου και του Βουκάν. 
Όταν ο πρίγκιπας Στέφανος θέλησε να απαρνηθεί την Ορθοδοξία για πολιτικούς λόγους (1216), το θαυματουργό μύρο έπαψε να τρέχει· όταν όμως διαβάστηκε μπροστά στον τάφο του μια επιστολή που έγραψε ο Σάββας προς στον κεκοιμημένο πατέρα του, ο άγιος φανέρωσε πάλι την εύνοια και προστασία του για τον λαό. 
Από τον κενό τάφο του αγίου Συμεών στην Μονή Χιλανδαρίου φύτρωσε θαυματουργικά ένα κλήμα και η σταφίδα που γίνεται από τις ρώγες του μοιράζεται μέχρι σήμερα σε όλο τον κόσμο για την ευλογία των άτεκνων ζευγαριών.
[1] Εκτός από τον άγιο Στέφανο-Συμεών, την σύζυγό του και τον γιο του Σάββα, ο άλλος γιος και διάδοχός του στον θρόνο, Στέφανος Β’ ο Πρωτοστεφής, εκάρη επίσης μοναχός και τιμάται ως άγιος [24 Σεπτ.], ενώ και ο γιος αυτού, Στέφανος Γ’, εκάρη επίσης μοναχός. 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

 


ΑΚΥΛΑΣ ΚΑΙ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ, ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ



ΑΚΥΛΑΣ ΚΑΙ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ,
ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ


Εβραϊκής καταγωγής από τον Πόντο, ο Ακύλας ήταν εγκατεστημένος στη Ρώμη με τη σύζυγό του Πρίσκιλλα (ή Πρίσκα), όπου ασκούσε το επάγγελμα του σκηνοποιού. Πιθανόν να είχε ήδη ασπασθεί τον Χριστιανισμό, όταν ο αυτοκράτορας Κλαύδιος διέταξε την απέλαση όλων των εβραίων της πρωτεύουσας (49-50). Πήγαν να εγκατασταθούν στην Κόρινθο, λίγο πριν την άφιξη του αγίου Παύλου που ερχόταν από την Αθήνα (Πράξ. 18, 1-3). Ο Απόστολος έμενε στο σπίτι τους και εργαζόταν μαζί τους, γιατί δεν ήθελε να είναι βάρος σε κανέναν. Τους κατάρτισε στα μυστήρια της Πίστεως και, όπως λέγουν μερικοί, τους βάπτισε ο ίδιος. Αφοσιωμένοι ολόψυχα στον διδάσκαλό τους, ο Ακύλας και η γυναίκα του η Πρίσκιλλα, έκαναν το παν για να τον βοηθήσουν στο ουράνιο κήρυγμά του και φλέγονταν από διάπυρο ζήλο να μοιραστούν και να κουφίσουν τις πολλές δοκιμασίες του. Όσο για τον Απόστολο Παύλο, δεν έχανε ευκαιρία να τους δείχνει την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του, στέλνοντάς τους χαιρετισμούς σε πολλές επιστολές του. Έγραφε, λόγου χάριν, στην «Προς Ρωμαίους»: «Χαιρετισμούς στην Πρίσκιλλα και στον Ακύλα, τους συνεργάτες μου στο έργο του Ιησού Χριστού. Διακινδύνεψαν τη ζωή τους για χάρη μου και τους ευχαριστώ, όχι μόνον εγώ, αλλά και όλες οι εκκλησίες του Θεού που είναι διάσπαρτες στα έθνη» (Ρωμ. 18, 3. Βλ. επίσης Α΄ Κορ. 16, 19· Β΄ Τιμ. 4, 19).


Όταν ο Απόστολος Παύλος άφησε την Αχαΐα για να επιστρέψει στην Ασία, η Πρίσκιλλα και ο Ακύλας τον ακολούθησαν πιστά και εγκαταστάθηκαν στην Έφεσο, όπου η μεγάλη οικία τους χρησίμευε ως τόπος σύναξης των χριστιανών για την κατήχηση των ψυχών τους και για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Εκεί, οι δύο αποστολικοί άγιοι, ολοκλήρωσαν την χριστιανική κατήχηση του Απολλώ [8 Δεκ.], ενός εβραίου της Αλεξάνδρειας, ανθρώπου με ευγλωττία και γνώση των ιερών Γραφών, ο οποίος δίδασκε μεν την οδό του Κυρίου, αλλά αγνοούσε το Βάπτισμα του Χριστού (Πράξ. 18, 26).

Από την Έφεσο επέστρεψαν στη Ρώμη, περί το 58, όπου προσέφεραν πάλι το σπίτι τους για να χρησιμεύσει ως εκκλησία αγίων. Έφυγαν ξανά για την Έφεσο, όπου και βρίσκονταν ακόμη, όταν ο Παύλος, φυλακισμένος και δέσμιος για τον Χριστό δεύτερη φορά, έγραφε από τη Ρώμη στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο Εφέσου, και του ζητούσε να τους χαιρετήσει εκ μέρους του (Β΄ Τιμ. 4, 19). Κατά πάσα πιθανότητα οι άγιοι Ακύλας και Πρίσκιλλα ετελειώθησαν εκεί ενδόξως, αποκεφαλιζόμενοι από τους ειδωλολάτρες.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ



ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ

Ο όσιος Μαρτινιανός γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης προς τα τέλη του 4ου αιώνος. Διαπνεόμενος από θείο πόθο εκ νεότητός του, απαρνήθηκε τον κόσμο σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και μετέβη σε κάποιο όρος που ονομαζόταν «Κιβωτός», όπου ζούσαν και άλλοι ερημίτες για να διάγουν ασκητικό βίο. Επί είκοσι έξι χρόνια επιδόθηκε με τόσο ζήλο στους άθλους της αρετής, ώστε απέκτησε το χάρισμα της θαυματουργίας. Ο δαίμων, φθονώντας την πρόοδο αυτή, προσπαθούσε να τον περισπάσει από την αδιάλειπτη προσευχή του με κάθε είδους λογισμούς, ο άγιος όμως παρέμενε ατάραχος έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στη βοήθεια του Θεού.

Μία γυναίκα έκλυτων ηθών άκουσε να γίνεται λόγος για την αγγελική βιοτή του Μαρτινιανού, δήλωσε υποτιμητικά πως ο όσιος παρέμενε αγνός μόνο και μόνο γιατί του έλειπαν οι εφάμαρτες ευκαιρίες και ορκίστηκε ότι θα κατάφερνε να τον αποπλανήσει. Παρουσιάστηκε μπροστά στο κελί του ένα βράδυ που έβρεχε καταρρακτωδώς, ντυμένη με κουρέλια, ικετεύοντας τον ασκητή να της προσφέρει στέγη για τη νύκτα. Συμπονώντας την και φοβούμενος μην την κατασπαράξουν τα άγρια θηρία της ερήμου, ο άνθρωπος του Θεού τής άνοιξε την πόρτα, την έβαλε να ζεσταθεί δίπλα σε μια δυνατή φωτιά, την φίλεψε λίγους χουρμάδες και αποσύρθηκε στο εσωτερικό δωμάτιο, όπου πέρασε σχεδόν όλη τη νύχτα ψάλλοντας και προσευχόμενος πριν πλαγιάσει. Καθώς όμως δεχόταν την επίθεση βίαιων σαρκικών λογισμών για τη γυναίκα αυτή, σηκώθηκε μέσα στη νύχτα και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της για να τη διώξει. Μόλις άνοιξε όμως την πόρτα, αντί για τη φτωχιά ζητιάνα, είδε να φανερώνεται μπροστά του η νέα γυναίκα πλούσια στολισμένη που με ένα δελεαστικό χαμόγελο τού θύμισε με περισσή πονηρία διάφορα παραδείγματα προφητών και αποστόλων που είχαν πάρει γυναίκα και κατάφερε να κλονίσει τη ψυχή του ασκητού που για τόσα χρόνια είχε αντισταθεί στους πειρασμούς των δαιμόνων. Ενδίδοντας στην πρότασή της, ζήτησε μόνο ένα λεπτό καιρό να δει έξω, μήπως υπήρχε φόβος να τους αιφνιδιάσει κάποιος επισκέπτης.

Καθώς κοίταζε τον ορίζοντα, ο Θεός σπλαχνίστηκε τον δούλο Του και ξύπνησε τη συνείδησή του με την ακτίνα της Χάριτός Του. Ο Μαρτινιανός, συναισθανόμενος τη φρίκη της αβύσσου στην οποία ετοιμαζόταν να πέσει, πήγε και μάζεψε κλαδιά, άναψε φωτιά στο εσωτερικό κελί του και μπήκε μέσα σ’ αυτή με γυμνά πόδια, λέγοντας: «Το αντέχεις, δύστυχε; Σκέψου πώς θα αντέξεις το αιώνιο πυρ, όπου θα βυθιστείς, αν πλησιάσεις αυτό το πλάσμα!». Βγήκε από τη φωτιά, αλλά σε λίγο ξαναμπήκε μέσα, φωνάζοντας: «Συγχώρεσέ με, Χριστέ μου! Εσένα μόνο αγαπώ και για Σένα παραδίνομαι στις φλόγες!». Ακούγοντας τις φωνές η πονηρή γυναίκα, έτρεξε και συγκλονισμένη μπροστά στο θέαμα της εθελούσιας θυσίας του Μαρτινιανού μεταστράφηκε ακαριαία, πέταξε στα στολίδια της στη φωτιά και πέφτοντας στα πόδια του αγίου με δάκρυα, τον ικέτευσε να της δείξει την οδό της μετανοίας. Ο Μαρτινιανός τη συγχώρεσε και την έστειλε στη γυναικεία Μονή της Οσίας Παύλας [26 Ιαν.], όπου έμεινε για δώδεκα χρόνια και για την αγιότητα του βίου της ο Θεός τής παραχώρησε τη χάρη να επιτελεί θαύματα.

Όσο για τον όσιο Μαρτινιανό, μετά από επτά μήνες, μόλις γιατρεύθηκε από τα εγκαύματα, έλαβε την απόφαση να αποσυρθεί σε ένα ξερονήσι μέσα στο πέλαγος, ελπίζοντας έτσι να ξεφύγει από κάθε πειρασμό. Πέρασε εκεί δέκα χρόνια, εκτεθειμένος νύκτα και μέρα σε όλους τους καιρούς, ζώντας από την εργασία των χεριών του και με λίγα τρόφιμα που του έφερνε κατά καιρούς ένας ναυτικός. Παρ’ όλες τις προφυλάξεις του για να εξασφαλίσει την ιερή του ησυχία, του έμενε να μάθει ακόμη ότι δεν υπάρχει τόπος στη γη, όπου θα μπορούσε κάποιος να είναι απόλυτα ασφαλής από τον πειρασμό. Μία νύκτα, την ώρα που περνούσε ένα καράβι εκεί κοντά, ο δαίμων σήκωσε τόσο βίαιη τρικυμία, ώστε το πλοίο βούλιαξε μέσα στα λυσσασμένα κύματα και μόνο μία ωραία κόρη κατάφερε να σωθεί πάνω σε μία σανίδα φθάνοντας κοντά στο βράχο. Βλέποντας τον άγιο, του φώναξε να τη βοηθήσει. Ο Μαρτινιανός διαβλέποντας ότι επρόκειτο για έναν νέο πειρασμό του πονηρού πνεύματος, οπλίσθηκε με την προσευχή και έβγαλε την κοπέλα από το νερό. Της είπε όμως αμέσως: «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ μαζί. Να, ψωμί και νερό. Σε λίγες μέρες θα πιάσει εδώ ένας καπετάνιος που έχει συνήθειο να μου φέρνει τροφή. Πες του την ιστορία σου και θα σε πάει στην πατρίδα σου». Αφού τη νουθέτησε για την αρετή, έκανε το σημείο του Σταυρού και ρίχτηκε στη θάλασσα. Τη στιγμή εκείνη, δυο δελφίνια σταλμένα από τη θεία Πρόνοια τον πήραν στη ράχη τους και τον έβγαλαν σώο και αβλαβή στη στεριά. Δοξάζοντας τον Θεό, ο άγιος αποφάσισε να ζήσει σαν ξένος, περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο, ζώντας από ελεημοσύνες, χωρίς να συνδέεται με κανέναν, για να γλυτώσει από τον πειρασμό. Έτσι, μέσα σε δύο χρόνια πέρασε από εκατό εξήντα τέσσερεις πόλεις και έφθασε τέλος στην Αθήνα, όπου ο Θεός τού αποκάλυψε πως είχε φθάσει η τελευταία του ώρα. Ο επίσκοπος μαθαίνοντάς το, επισκέφθηκε τον άνθρωπο του Θεού και του ζήτησε να προσευχηθεί για εκείνον και για το ποίμνιό του, όταν θα φθάσει στον Παράδεισο. Έτσι παρέδωσε ο Μαρτινιανός τη ψυχή του στον Κύριο για να λάβει τον στέφανο των οσίων αλλά και των μαρτύρων, διότι εθελούσια πέρασε ολόκληρη τη ζωή του «διά πυρός και ύδατος» (Ψαλμ. 65, 12), για να κρατήσει την αγνεία και την καθαρότητα της καρδιάς του. Όσο για τη νέα ναυαγό, που ονομαζόταν Φωτεινή, έμεινε με τη θέλησή της στον βράχο, κατά το παράδειγμα του Μαρτινιανού, για έξι χρόνια, τρεφόμενη από τον θαλασσινό επισκέπτη. Ντυμένη ως άνδρας, δουλεύοντας σκληρά με τα χέρια της και προσκαρτερώντας στην προσευχή, παρέδωσε την αγία ψυχή της στον Θεό σε ηλικία είκοσι πέντε χρονών και ενταφιάσθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Ἄλλος ὁ πλησίον μας ἄνθρωπος ποὺ ἐν Χριστῶ, μέσα στὴν Ἐκκλησία, παντρευόμαστε. Ἄλλος! Ἐκείνη ἡ γυναίκα καὶ αὐτὸς ὁ ἄνδρας. Καὶ ὅμως τὸν ἀγαπῶ ὡς ἑαυτόν μου.



ἀνωτέρω ἀντίληψη μοῦ κατέστησε σαφὲς (ἐφ' ὅσον διὰ τὴν ἀναγραφὴ τῶν ὀνομάτων τῶν νεκρῶν ἐνεργεῖ ἄλλη χεὶρ ἀπὸ τὴ δική τους), ὄτι ἡ συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῶ λογισμῶν μας δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ μόνου τοῦ ἑαυτοῦ μας. Χωρεῖ λοιπὸν ἕνα εἶδος παραιτήσεως καὶ ἐπιβάλεται να πεῖς, τὸ ἐγώ μου εἶν' ἕνας ἄλλος.  
λλος ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἁγία αὐτοῦ Ἑκκλησία, ὅπου συνεχίζει ὑπάρχων. Ἄλλος ὁ πλησίον μας ἄνθρωπος ποὺ ἐν Χριστῶ, μέσα στὴν Ἐκκλησία, παντρευόμαστε. Ἄλλος! Ἐκείνη ἡ γυναίκα καὶ αὐτὸς ὁ ἄνδρας. Καὶ ὅμως τὸν ἀγαπῶ ὡς ἑαυτόν μου. Ἄλλος ὑπήρξε ὁ ἀνάδοχός μου ποὺ μ' ἔντυσε τὴ στολή τῆς πίστεως, ὅταν βαπτίστηκα ἐν Χριστῶι μωρὸ παιδὶ καὶ δὲν καταλάβαινα. Τόσοι ἄλλοι εἶμαι ἐγώ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα μου. Τὸ αἰσθάνθηκα στὴ Καβάλα προσφάτως καὶ τὸ διακηρύσσω. Ἀγαπῶ τὴν ὀρθόδοξο ἑλληνικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. 
Ἐντὸς αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ νεκρώσιμα εὐλογητάρια καὶ ἰδιόμελα τοῦ μοναχοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, κατανοῶ πὼς ὁ χορὸς τῶν Ἁγίων εὖρε πηγὴν ζωῆς καὶ θύραν παραδείσου, ἐν τῶι Φωτῖ τοῦ προσώπου καὶ τῶι γλυκασμῶι τῆς ὡραιότητος τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀρρήτου δόξης τοῦ ὁποίου εἴμαστε εἰκών, παρὰ τὰ στίγματα τῶν πταισμάτων ποὺ σηκώνουμε. Μέσα στὸν κοινὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εἰκὼν λαμβάνει ζωή. Ζοῦν οἱ προσφιλεὶς ὑπάρξεις, ποὺ καμιὰ λογικὴ ἀνάλυση καὶ ψυχολογία δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀναστήσει.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Πρὸς Ἐκκλησιασμόν, Ἔρως τῆς Ἐκκλησίας

12η Φεβρουαρίου - Νέος Συναξαριστής

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις