Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν. (39)
Όταν κανείς λέει ο Μέγας Αντώνιος, τα θρησκευτικά σου καθήκοντα, μην υψώνεις τον εαυτό σου. Θρησκευτικά καθήκοντα είναι κυρίως η λατρεία, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, αλλά και η προσωπική ζωή, δηλαδή ο κανόνας, η νηστεία, η άσκησις εν γένει όλων των αρετών. Όσον αφορά την προσευχή, πρέπει να την κάνουμε με ταπεινοφροσύνη και με τη συνείδηση ότι είμεθα αμαρτωλοί. Όχι επιδεικτικά ώστε να μας βλέπουν οι άλλοι. Εάν κάποιος έχει δάκρυα δεν πρέπει να ακούγεται στο πλαϊνό κελί. Διαφορετικά, σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει στην ψυχή του. Πρέπει να προσέχουμε τη σχέση μας με τους ανθρώπους, διότι στις δημόσιες σχέσεις μας δεν κρινόμεθα τόσο από τα ελατήριά μας, όσο από τη στάση μας και από τους άλλους. Όταν λοιπόν λέγει μη έπαιρε σεαυτόν κατά τη λατρεία του μοναστηριού και κατά τα κοινά της σκήτης ,εννοεί να είσαι άνθρωπος ισορροπημένος. Όταν κάποιος στην εκκλησία σκύβει το κεφάλι του δήθεν από ταπείνωση, ενώ κανείς άλλος δεν το σκύβει, αυτό δεν είναι ταπείνωσις, αλλά ο μεγαλύτερος εγωισμός. Η δημόσια λατρεία έχει εκδηλώσεις και λόγια όμοια. Με τις ίδιες λέξεις και με τον ίδιο τρόπο λατρεύουμε τον Θεόν. Αν, λόγου χάρη, θέλεις να κάνεις βαθιά μετάνοια, όταν πάς στο κελλάκι σου κάνε 1000 μετάνοιες, κανείς δεν σε εμποδίζει. Η λατρεία όμως δεν είναι τόπος για να εκδηλώσεις τη δική σου ευσέβεια ̇ είναι τόπος στον οποίο ζει η κοινότητα, όχι το εγώ σου. Γενικώς πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις δημόσιες σχέσεις μας και μάλιστα στο ναό. Η ψαλμωδία μας, η συμμετοχή μας, οι μετάνοιες μας, οι κινήσεις μας, όλα θα είναι δημόσια , δηλαδή όπως τα κάνει όλος ο δήμος, όλη η λατρευτική μας σύνάξις. Αυτό δεν σημαίνει ότι , εάν οι άλλοι μιλούν στην εκκλησία πρέπει να μιλήσω και εγώ. Το να μη μιλώ είναι κανών της εκκλησίας. ‘Οποιος μιλάει είναι παραβάτης, υπεραίρει τον εαυτό του ,ή το συνηθέστερο είναι ανισόρροπος ή μειονεκτικός ,πονεμένος άνθρωπος. Στην δημόσια ζωή φαίνεται η ψυχική ισορροπία του ανθρώπου.
Ας αναφέρουμε ακόμα ένα παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια της λατρείας το φυσικό είναι να στεκόμαστε όρθιοι. Εάν οι άλλοι κάθονται, δεν θα καθίσω και εγώ. Πιθανόν κάποιος να είναι άρρωστος, ή το πιθανότερο, οι άλλοι να είναι ράθυμες ψυχές, και μάλιστα όταν η λατρεία είναι σύντομη. Όταν ο εσπερινός είναι 45 λεπτά και η πρωινή ακολουθία δυόμισι ώρες, δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι; Πρέπει ή τα μυαλά μας να μην λειτουργούν σωστά, ή να είμαστε ξεβιδωμένοι από τη διάχυση της προσωπικότητάς μας. Διότι η κούρασης ως επί το πλείστον δεν είναι θέμα εργασίας αλλά ψυχικής ατονίας. Όποίοι κάθονται συνήθως είναι ψυχικά άρρωστοι. Ελάχιστοι είναι οι σωματικοί λόγοι για τους οποίους χρειάζεται κανείς να καθίσει. Αλλά τον ψυχικά άρρωστο ότι και να του κάνεις, και γλυκά να του δίνεις, και με το φτερό να του κάνεις αέρα, δεν θα τον ανακουφίσεις. Δεν θα καθίσω λοιπόν και εγώ, επειδή οι αδελφοί μου είναι ανισόρροποι. Αντιθέτως, με την ορθοστασία μου πρέπει να υπενθυμίζω στους άλλους ότι είμαστε άγγελοι και συμπροσευχόμεθα ως άγγελοι. Όταν όλοι οι άγιοι και οι άγγελοι ίστανται με τρόμο και φόβο επάνω από το θυσιαστήριο, είναι ακατανόητο εμείς να καθομαστε. Βέβαια, στο μοναστήρι έχουμε τη μακροθυμία, την χρηστότητα και την επιείκεια να μην προσβάλλουμε τον άλλον. Θέλει να καθίσει; ας καθίσει. Θέλει να μιλήσει; δεν τον βγάζουμε έξω. Θέλει να φάει λάδι; του το δίνουμε δεν θα του θυμίζουμε κάθε μέρα ότι αυτό που κάνει είναι αμαρτία, διότι θα αντιδράσει χειρότερα. Γενικώς είμεθα συγκαταβατικοί. Αλλά, όποιος θέλει να εκτελεί εν ελευθερία τα θρησκευτικά του καθήκοντα, δεν θα επαίρει τον εαυτό του. Ο άγιος δεν λέγει να μην αμαρτάνει ̇ αυτό το οφείλουμε. Όποιος όμως καθίσει επειδή κάθονται οι άλλοι , τότε αμαρτάνει στον Θεόν, έστω και εν αγνοία του.
Γενικότερα, θρησκευτικά καθήκοντα είναι οι κοινωνικές σχέσεις των μοναχών, κυρίως στο διακόνημα. Η έπαρσις του εαυτού μας φαίνεται στη συμφωνία ή διαφωνία μας με τον άλλον, όταν θέλουμε να εκφράζουμε τον εαυτό μας. Στο διακόνημα ως επί το πλείστον, αλλά και σε όλες τις εκδηλώσεις, όποιος επιμένει στη γνώμη του, και σωστή να είναι, επαίρει εαυτόν, υψώνει τη δική του μύτη. Ποτέ άνθρωπος ομαλός ψυχικά και πνευματικά δεν επιμένει στη γνώμη του. Θα την εκφράσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη φανεί καν, ότι είναι γνώμη. Μέσα στη συζήτηση, παραδείγματος χάριν, θα πλέξει και το δικό του σωστό̇ και αν το καταλάβει ο άλλος, καλώς̇ αν δεν το καταλάβει ,δεν πειράζει. Στο διακόνημα λοιπόν και στις συζητήσεις, που συνιστούν θρησκευτική και κοινωνική βίωση, πρέπει να μην επαίρνουμε τον εαυτό μας. Εκεί χρειάζεται πολύ περισσότερο να ελέγχουμε τον εαυτό μας μήπως ,όταν οι άλλοι δεν κάνουν αυτό που θέλουμε εμείς, όταν δεν αναγνωρίζουν το σωστό, εμείς πληγωνόμαστε, στεναχωριόμαστε, μας κοστίζει. Συμβαίνει, λόγου χάριν, κάτι που πραγματικά δεν θα τιμήσει το μοναστήρι, αλλά έτσι το θέλουν οι αδελφοί μου. Τότε θα υποχωρήσω, διότι το μοναστήρι δεν είναι ο κόσμος του χωριού μου ή της πόλεως μου, αλλά οι αδελφοί μου. Αφού οι αδελφοί μου θέλουν έτσι, έτσι θα το κάνουμε. Το πολύ πολύ να το πούμε στο γέροντα, και ο γέροντας, αν θέλει ας προλάβει το κακό .Λέγοντας τη γνώμη μας ή υποφέροντας διότι δεν γίνεται σωστό ,δεν κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να επαίρουμε τον εαυτό μας. Και τότε το διακόνημά μας ή οι μετάνοιες στην εκκλησία ή το σκύψιμο του κεφαλιού δεν φθάνουν στον ουρανό. Αυτά είναι φαρισαϊκές εκδηλώσεις̇ και εμείς είμεθα κάθε στιγμή μέσα στο ναό, γιατί ναός δεν είναι μόνο ο συγκεκριμένος ναός, αλλά όλο το μοναστήρι.
ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΑΡΧΜ.ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ (ΣΕΛ 92-95)
μικρό ωρολόγιο
Αναγνώσεις πορείας από το καθ’ ημέραν στο καθ’ ομοίωσιν.
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026
Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν.
ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ
ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ
ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ
ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.
ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΥΧΑΪΤΩΝ.ᾨδὴ ἀ’.
Ἦχος βαρύς. Νεύσει σου.
Κλίνη με ῥαθυμίας, ἀνακείμενον Κόρη, ἁμαρτιῶν πολυτρόπων, αὑτῇ ἐξανάστησον, ῥῶσιν θείαν βραβεύουσα˙ ὅπως Πάναγνε δοξάζω, μεγαλείᾳ τά σά ὡς ὄντως ὑπερένδοξε.Ίἄσαι τῆς ψυχῆς μου, τήν συντριβήν Θεοτόκε, ἐχθρός ἤν ἐσπάραξε, τῆς ἡδονῆς τῷ δελέατι, θείοις φαρμάκοις χρωμένῃ, τῆς σής εὐσπλαγχνίας ἁγνῇ καί δυνάμεως.
Στήσον τάς καταιγίδας, τῶν ἡδονῶν καί παθών μου, τῆ αὔρα τῆς θείας σου πρεσβείας παναμώμητε˙ ὅπως ἐν γαλήνῃ καρδίας σου δοξολογώ τήν ἀνείκαστον δύναμιν.
Δόξα τῆς οἰκουμένης, δεδοξασμένῃ Παρθένε, Θεόν ὑπερένδοξε ἐνδόξως ἡ γεννήσασα, δόξης ἀξίωσον θείας, τούς ὡς Θεοτόκον ἀεί σε δοξάζοντας.
ᾨδὴ γ’. Ὁ κατ’ ἀρχάς τούς οὐρανούς.
Ὁ Ιωσήφ κεκρατηκώς, τῆς ἀκολάστου Δεσποίνης, τήν ἀθέσμων πάλαι ἡδονῶν, λαμπρός βασιλεύς Αἰγύπτου γέγονεν˙ ἐγώ δε σώματος πολλοῖς, πάθεσιν εἴξας ἀφρόνως, ὑπό ἁμαρτίας βασιλεύομαι.Θεογεννήτορ Μαριάμ, τῆς νοητῆς με Αἰγύπτου, καί δουλείας τῆς τοῦ πονηροῦ, ἐξάρπασον σύ θαλάσσας τέμνουσα, τῶν πονηρῶν μου ἐννοιῶν, καί ὄρει τῆς μετανοίας, ἐνδιαβιβάζουσα καί σῴζουσα.
Δραπέτης θείων ἐντολῶν, ἄφρονι νώ ἐγενόμην, καί ὑπῆρξα δοῦλος ἡδονών˙ δι’ ὤν τῆς ψυχῆς τό κάλλος ἔσβεσα, καί ἡμαυρώθην αγαθή˙ μεσίτης δε μι φανεῖσα, σύ ἀντιποιήθητι τοῦ δούλου σου.
Μεμολυσμένος ἡδοναῖς, σε τήν ἀμόλυντον Κόρην, ἱκετεύω ρύσαί με παντός, σαρκός μολυσμοῦ καί καθαρτήριον, πένθος μοι δός διηνεκές, καί τῆς φλογός τῆς γεέννης, δάκρυον σβεστήριον παράσχου μοι.
ᾨδὴ δ’’. Ὁ πατρικούς κόλπους.
Τἤν ἐκλεκτήν μόνην ἐκ πασῶν, τῶν γενεῶν πρό πάσης κτίσεως Θεώ˙ τό τῆς φύσεως καλλώπισμα, τό ἄνθος τό τίμιον, τήν Παρθένον Κόρην ὑμνήσωμεν.Ὁ φωτισμός καί ὁ γλυκασμός, τῶν πεποιθότων ἐπί σοι Πανύμνητε, χαρμονῆς τήν πολυώδυνον καρδίαν μου πλήρωσον, τελειώσασα αὑτῆς τά αἰτήματα.
Τἤν σήν ῥοπήν δεῖξον ἀγαθή, ἐπί τόν δοῦλον σου ἡ ἁγνῇ Πανάμωμε, τόν ἐλπίζοντα εἰς σε ἐκ ψυχῆς, καί σε προσκαλούμενον, τήν ἐλπίδα πάντων καί καύχημα.
Νύμφη Θεοῦ πρόσδεξαι ἐμοῦ, τάς ἱκεσίας καί ἐκ πάσης θλίψεως, ἐπηρείας καί κακώσεως, καί κινδύνων λύτρωσαι, τόν ὑμνοῦντα πόθῳ τόν τόκον σου.
ᾨδὴ ἕ’. Κύριε ὁ Θεός μου.
Νοὑν τόν εκσορπισμένον, τόν ἐμόν συνάγαγε Θεοτόκε, καί βλέπειν με ποίησον τά οἰκεία τραύματα, καί θρηνεῖν καί στένειν ἐν τούτοις, τῶν δε ἀλλοτρίων ἀπέχεσθαι.Ὁμβρισόν μοι ῥανίδα, συμπαθείας Κόρη Θεοκυήτορ, καί τάς ἁμαρτίας μου τάς πολλάς ἐξάλειψον, καί τῶν πληγῶν οὐλάς τε καί τύπους, ἰατρόν τεκοῦσα ἀφάνισον.
Ἤλιον ἡ τεκοῦσα, τῆς δικαιοσύνης κούφη νεφέλη, τά νέφη διάλυσον τά τῆς ῥαθυμίας μου, καί πρός μετάνοιαν αἰθρίαν, δία προθυμίας με ἴθυνον.
Ἆνώ τῆς διανοίας, ἐπί σε τό ὄμμα ἤρα καί κράζω˙ ἐλέησον Δέσποινα, ψυχήν πρός σε βλέπουσαν˙ καί εἰς τό μέγα σου ἔλεος ἐλπίζουσαν.
ᾨδὴ στ’. Ναυτιῶν τῷ σάλω.
Ναυαγίω μέσον, περιπεπτωκώς τοῦ πελάγους, τοῦ βίου κατέδυσα τήν ὁλκάδα, τήν ψυχικήν ἁγνή καί προσαπώλεσα, πᾶσαν τῶν καλῶν τήν ευπορίαν˙ ἀλλ’ ἐξ ἀπωλείας με βυθοῦ ἀνάγαγε.Νοητού θηρός με, κήτους ψυχοφθόρου Παρθένε, ἐξάγαγε δόομαι, ἐκ κοιλίας ᾄδου κραυγῆς μου, ἀκούσασα Δέσποινα, καί ἔλθοι πρός σε ἡ προσευχῇ μου˙ ὅσα τε ηὐξάμην ἀγαθῇ ἀπόδος μοι.
Ἕμβολαίς πταισμάτων, καί ταῖς προσβολαῖς τῶν κυμάτων, τοῦ βίου χειμάζει με καί στροβεῖ με, ἀλλεπαλλήλων ἀνέμων αντίπνοια˙ ῥῦσαι κυβερνήτου Θεοῦ Μήτερ,εκ θανατηφόρου τήν ψυχήν μου κλύδωνος.
Σκοτεινήν τοῦ ᾄδου γῆν τήν γνοφεράν καί ζοφώδη˙ γῆν σκότους ὡς γέγραπται αἰωνίου, καί ἀφεγγῆ ἐν ἤ φέγγος οὑκ ἔστιν οράν˙ καί ζωήν βροτῶν ἐκεῖ ἰδέσθαι, Δέσποινα ἐλπίζων ἐπί σε μή ἴδοιμι.
Κάθισμα.
Αὐτόμελον.
Ἀσπόρως συνέλαβες ἐν μήτρᾳ σου Παρθένε Θεοτόκε, τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός˙ ὀν ἀπαύστως ἱκέτευε, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.ᾨδὴ ζ’. Κάμινον παῖδες.
Ὅμβροις δακρύων κατάρδευσον Κόρη, τήν χερσωθείσαν καρδίαν μου, καί τῆς ψυχῆς μου τάς αὔλακας μέθυσον, δία κατανύξεως, ἀρετῶν τά γεννήματα πληθύνουσα.Νύκτα καθάπερ, παρῆλθον τόν βίον, ἔργα νυκτός ἐργαζόμενος, ὁ σκοτεινός τήν ψυχήν, ἀλλά φώτισον φωτί με πρεσβειών σου, ἡ τεκοῦσα τό θεῖον φώς Πανύμνητε.
Ὁρμαῖς ἀσχέτοις, πρός τήν ἁμαρτίαν, ὐποσυρόμενος πάντοτε, καθάπερ δοῦλος ἐκτελῶ τό πρόσταγμα, τῆς σαρκός Πανάχραντε, τῆς πικρᾶς τυραννίδος ταύτης ῥῦσαι με.
Ποικιλοτρόπως ὁ δόλιος ὄφις, ἀεί ἐμοί ἐπιτίθεται, ἐν ἡδοναῖς τε καί λύπαις ταράσσων με˙ ἀλλά σύ στερέωσον, ἐπί πέτραν ἁγνῇ τῆς ἀπαθείας με.
ᾨδὴ ἡ’. Ἄφλεκτος πυρί.
Σἕ τό καθαρόν καί λαμπρόν καί φωτοφόρον, τοῦ Ἰησοῦ παλάτιον, καί λογικόν τοῦ Λόγου σκήνωμα˙ τήν ἔμψυχον κιβωτόν, τήν πλατυτέραν οὐρανοῦ, καί ἀνωτέραν τῆς γῆς πάντιμε Κόρη, ὑπέραγνε Μαρία, ἱκετεύω σῶσον τήν ταπεινήν ψυχήν μου.Δὦρον παρ’ ἡμῶν ἡ δοθεῖσα τῷ Δεσπότῃ, ὡς ἀπαρχῇ τῆς φύσεως, τάς ἱκεσίας ἡμῶν Πάναγνε, προσδέχου δῶρα τερπνά, ἀντιπαρέχουσα ἡμῖν τήν σήν βοήθειαν˙ ὅπως ἐν πίστει καί πόθῳ προσκυνῶμεν, σε καί τόν Υἱόν σου εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Ὗπό τῆς αὑτοῦ ὁ Υἱός σου Θεοτόκε, ὡς ἀγαθός καμπτόμενος, φιλανθρωπίας σε παρέσχετο, βοήθειαν κατ’ ἐχθρῶν, καί ἰατρεῖον τῶν παθών, τοῖς πίστει κράζουσι˙ πάντα τά ἔργα τόν Κύριον ὑμνεῖτε, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Φάνηθί μοι νῦν ἐν κινδύνοις προστασία, ἐν συμφοραῖς ἀνάψυξις, ἐν περιστάσεσι βοήθεια, ἐν νόσοις παντοδαπαῖς ἰαματόβρυτος πηγή, καί θεραπείᾳ παθών, πᾶσαν διώκουσα βλάβην ἐξ ἐμοῦ Θεοτόκε, ἶνα σε δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Ὁ Εἱρμός.
Ἄφλεκτος πυρί ἐν Σινᾶ προσομιλοῦσα, βάτος Θεόν ἐγνώρισε, τῷ βραδυγλώσσῳ, καί δυσήχῳ Μωϋσεί˙ καί παῖδας ζῆλος Θεοῦ τρεῖς ἀναλώτους τῷ πυρί ὑμνῳδούς, έδειξε˙ πάντα τά ἔργα Κυρίου, τόν Κύριον ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.ᾨδὴ θ’. Μή τῆς φθοράς.
Μἡ συληθεῖσα τόν πλοῦτον τῆς παρθενίας σου, Μήτηρ σαρκί ἀνεδείχθης τοῦ Παντοκράτορος, νύμφη ἀπείρανδρε, Παρθένε Θεοτόκε, ἐκτρέφουσα ὡς βρέφος, τόν τρέφοντα ὡς πλάστην, πάντα κόσμον καί ἁγιάζοντα.Ἡ τοῦ ἀδύτου ἠλίου τῆς δόξης πάμφωτε, ἀνατολῇ ἐξ ἦς πάντες ὐπερηυγάσθημεν, φέγγει τῆς γνώσεως τῆς θείας ἀληθείας, Κυριώνυμε Κόρη, φώς τῶν ἐμῶν ὀμμάτων, μή παρίδῃς με τόν ἱκέτην σου.
Φιλαμαρτήμων ὑπάρχων, τρέμω καί δέδοικα μήπως ἐξαίφνης, τό τέλος τοῦ βίου φθάσῃ με, ἄχραντε Δέσποινα, ἡ πάντων προστασίᾳ, τῶν καταπονουμένων, τρόποις με μετανοίας, βελτιώσαι νῦν παρακλήθητι.
Ἀμαρτίων με τῷ κρύει καταπηγνύμενον, τῆς εὐσπλαγχνίας σου θέρμη Δέσποινα θέρμανον, καί πρός ἀγάπησιν, θερμήν τήν τοῦ Υἱοῦ σου, διέγειρον ὡς ἀν σε θερμῇ τῆ διαθέσει, μεγαλύνω θερμῶς ὁ δοῦλος σου.
Προσόμοια.
Οὑκ ἔτι κωλυόμεθα.
Χαἶρε ἡ θείᾳ σκέπῃ καί προστασία τῶν τιμώντων σε, ὡς Ὑψίστου Θεοῦ Μητέρα, χαῖρε πανάσπιλε.Χαἶρε δι’ ἦς, ὁ ᾄδῃς ἀπενεκρώθη, καί ὁ θάνατος ἠφανίσθη Θεογεννήτορ, καί ὁ Ἀδάμ σέσωσται.
Χαἶρε πιστῶν τό καύχημα Παναγία, χαῖρε Δέσποινα ἡ Θεόν σωματωθέντα σαρκί κυήσασα.
Στενάζοντά με δέξαι ὡς ἐλεήμων, καί ἐλέησον ὡς τόν τελώνην ταῖς τῆς Μητρός σου λιταῖς.
Τρία είναι τα αίτια της αγάπης των χρημάτων
17. Τρία είναι τα αίτια της αγάπης των χρημάτων, η φιληδονία, η κενοδοξία και η απιστία. Η απιστία είναι χειρότερη από τα άλλα δύο.
18. Ο φιλήδονος αγαπά τα χρήματα για να ζει με απολαύσεις. Ο κενόδοξος για να δοξαστεί με αυτά, και ο άπιστος για να τα κρύψει και να τα φυλάξει, επειδή φοβάται πείνα, γηρατειά, ασθένεια ή ξενιτεμό, και ελπίζει πιο πολύ στα χρήματα, παρά στο Θεό, το Δημιουργό όλης της κτίσεως που προνοεί και για τα πιο μικρά όντα.
19. Τέσσερις είναι εκείνοι που μαζεύουν χρήματα. οι τρεις που αναφέραμε, και τέταρτος ο οικονομικός (αυτός που οικονομεί τις ανάγκες των άλλων). Κι αυτός μόνο είναι φανερό ότι τα μαζεύει ορθά, για να βοηθεί πάντοτε καθένα στις ανάγκες του.
Τρίτη Εκατοντάδα Κεφαλαίων
Περί Αγάπης
ΑΓΙΟΙ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑ
ΑΓΙΟΙ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑΠΗΓΉ:ΕΔΩΟ Χρύσανθος ήταν γιος επιφανούς άρχοντος της Αλεξανδρείας, του συγκλητικού Πολέμωνος, ο οποίος μετέβη και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Νουμεριανού (283-284). Αφού περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ο Χρύσανθος άρχισε να μελετά τη φιλοσοφία. Η ανθρώπινη σοφία, όμως, δεν τον ικανοποιούσε και ανακάλυψε τότε το Ευαγγέλιο, το βιβλίο της ενυπόστατης Σοφίας. Οδηγημένος από τη θεία Πρόνοια, βρήκε γρήγορα τον οδηγό που αναζητούσε στο πρόσωπο του ιερέα Καρποφόρου, ο οποίος κρυβόταν σε σπήλαιο εξαιτίας του διωγμού. Ο Χρύσανθος κατηχήθηκε από αυτόν στα μυστήρια της Πίστεως και αναγεννήθηκε με το άγιο Βάπτισμα. Επιστρέφοντας στην πόλη επτά ημέρες αργότερα, άρχισε να κηρύττει τον Χριστό προς μεγάλη αναστάτωση των γονέων του. Ο Πολέμων δοκίμασε αρχικά να τον πείσει να αλλάξει γνώμη, υποσχόμενος απολαύσεις και πλούτη· καθώς οι υποσχέσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, τον έκλεισε σε ένα σκοτεινό κελλί, ελπίζοντας ότι θα κατορθώσει να κάμψει την αποφασιστικότητα του γιού του διά της πείνας.Βλέποντας όμως τον γιο του να δυναμώνει με τη νηστεία και τον εγκλεισμό, κατά συμβουλή ενός φίλου, τον εγκατέστησε σε ένα δωμάτιο με υπέροχη διακόσμηση και έστειλε εκεί ωραίες νέες να τον βάλουν σε πειρασμό με φιλιά και θωπείες. Παρ’ όλα αυτά, ο Χρύσανθος έμενε αναίσθητος στα θέλγητρά τους, επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού και ενθυμούμενος το παράδειγμα της αγνείας του πατριάρχου Ιωσήφ (πρβλ. Γεν. 39). Έτσι, κάθε φορά που τον πλησίαζαν οι άσεμνες κοπέλες, έπεφταν σε λήθαργο. Συνέστησε τότε στον Πολέμωνα μια νεαρή και όμορφη κόρη που καταγόταν από την Αθήνα, άκρως ικανή περί τη φιλοσοφία, ονόματι Δαρεία. Την παρουσίασαν στον Χρύσανθο στολισμένη υπέροχα και εκείνη επιχείρησε να τον παρασύρει στα δίχτυα των θελκτικών λόγων της. Ο Χρύσανθος τής απάντησε παρουσιάζοντάς της την προοπτική του θανάτου και της τελικής Κρίσης. Έπειτα, καθώς δοκίμαζε να του θυμίσει την τιμή που οφείλεται στους θεούς, ο αληθινός και φωτισμένος φιλόσοφος αντέκρουσε τα επιχειρήματά της χωρίς δυσκολία, δείχνοντάς της ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο από τη λατρεία των φυσικών στοιχείων, της γης, των υδάτων, του πυρός, ιδίως όταν τους αποδίδεται και ανθρώπινη μορφή. Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Δαρεία, ασπάσθηκε και εκείνη την αληθινή σοφία και αποφάσισαν να προσποιηθούν γάμο, ώστε να ζήσουν εν παρθενία μέχρι την τελευτή τους, ετοιμαζόμενοι για αγνούς και άφθαρτους γάμους στον Ουρανό. Ύστερα, άρχισαν να κηρύττουν ένθερμα την Πίστη στους νέους και τις νέες στη Ρώμη, πείθοντας ορισμένους να φυλάξουν την καθαρότητά τους για τον Θεό.Οι ειδωλολάτρες θορυβήθηκαν και τους κατήγγειλαν στον έπαρχο Κελλερίνο, ο οποίος διέταξε τη σύλληψή τους και παρέδωσε τον Χρύσανθο στον τριβούνο Κλαύδιο. Όταν οδηγήθηκε στον βωμό του Διός, ο άγιος Μάρτυρας αρνήθηκε να θυσιάσει, οπότε τον έδεσαν με βούνευρα βρεγμένα στο νερό, που στεγνώνοντας εισέδυαν αργά-αργά βαθειά στις σάρκες έως το κόκαλο. Ο Θεός όμως τον διαφύλαξε σώο θαυματουργικά και από αυτό και από άλλα μαρτύρια που επινόησαν προς αυτόν οι τύραννοι. Τον έριξαν σε σκοτεινή φυλακή, που αμέσως καταυγάσθηκε από θείο φως. Τον χτύπησαν με ραβδιά, που φάνηκαν στον άγιο σαν φτερά να τον χαϊδεύουν στοργικά. Ο Κλαύδιος τότε αναγνώρισε τη δύναμη του Θεού, μαζί με όλη του την οικογένεια, τη γυναίκα του Ιλαρία, τους γιους του Ιάσονα και Μαύρο, καθώς και τους στρατιώτες που ήσαν υπό τις διαταγές του, και ζήτησε από τον άγιο να τους κατηχήσει. Ετοιμάσθηκαν να βαπτισθούν διακηρύττοντας ότι ήσαν πρόθυμοι να υποστούν κάθε μαρτύριο για το Όνομα του Χριστού.Όταν το πληροφορήθηκε ο Νουμεριανός, διέταξε εξοργισμένος να ρίξουν τον Κλαύδιο στη θάλασσα με μια πέτρα δεμένη στον λαιμό και να αποκεφαλίσουν τους γιους του και τους στρατιώτες. Χριστιανοί εναπέθεσαν τα σώματα των αγίων Μαρτύρων σε ένα υπόγειο, κοντά στην οδό Σαλαρίας, όπου η Ιλαρία εγκαταστάθηκε για να ανάβει το καντήλι και να προσεύχεται στους τάφους τους. Όταν πήγαν στρατιώτες να τη συλλάβουν, τους ζήτησε να την αφήσουν μια τελευταία φορά να προσευχηθεί στους τάφους των αγίων Μαρτύρων, όπου και παρέδωσε ξαφνικά τη ψυχή της στον Κύριο. Οι υπηρέτριές της την ενταφίασαν εκεί και οικοδόμησαν αργότερα ένα ναΰδριο.Φοβούμενος ότι οι μεταστροφές θα πολλαπλασιάζονταν, ο αυτοκράτορας έκλεισε τον Χρύσανθο στη φρικτή, δυσώδη και γεμάτες ακαθαρσίες φυλακή της Μαμερτίνης και έστειλε τη Δαρεία σε πορνοστάσιο. Ο Κύριος όμως επισκέφθηκε γι’ ακόμα μια φορά τους αγίους Του· περιέβαλε τον Χρύσανθο με άρρητο φως και ευωδία, ενώ στη Δαρεία έστειλε ένα λιοντάρι να τη διαφυλάξει από αναίσχυντες επιθέσεις. Η αγία εμπόδισε το λιοντάρι να κατασπαράξει τον πρώτο ασεβή που έφτασε, τον οποίο με γλυκύτητα κατάφερε να ασπασθεί την Πίστη του Χριστού, κάνοντας έκκληση στη λογική του, ενώ το λιοντάρι φύλαγε στην πόρτα. Κάποιους άλλους τους έφερε το λιοντάρι και μετανόησαν κι εκείνοι ακούγοντας τους λόγους της. Μετά από αυτό, καθώς ο Κελλερίνος έβαλε φωτιά στην είσοδο, η Δαρεία εξαπέστειλε το λιοντάρι στο δάσος και ετοιμάσθηκε για τον έσχατο αγώνα.Ο Χρύσανθος και η Δαρεία υποβλήθηκαν σε νέα μαρτύρια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τους έριξαν τελικά στον λάκκο, που σκέπασαν με πέτρες και χώματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ετελειώθησαν μαρτυρικώς και κέρδισαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Τον επόμενο χρόνο, καθώς οι χριστιανοί συναθροίσθηκαν επί τόπου για τη μνήμη της γέννησής τους στους Ουρανούς, ο Νουμεριανός διέταξε να φράξουν την είσοδο του σπηλαίου μέσα στο οποίο είχαν συναχθεί για τη θεία Λειτουργία, που τελούσαν ο ιερέας Διόδωρος και ο διάκονος Μαριανός. Όλοι τους κοινώνησαν των αχράντων Μυστηρίων, την ώρα που οι στρατιώτες έριξαν σωρούς χωμάτων μέσα στη σπηλιά. Έτσι, όλοι τους πήγαν να ανταμώσουν στην αιώνια χαρά τον Χρύσανθο, τη Δαρεία και τους συναθλητές τους.
«Νέος Συναξαριστήςτης Ορθοδόξου Εκκλησίας»·Τόμος 7ος (Μάρτιος)σελ. 179–181·Εκδόσεις «Ίνδικτος»
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026
ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ ΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ
ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ
ΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.
ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ.
ᾨδὴ ἀ’. Ἦχος βαρύς. Νεύσει σου.
Πρώτον παθών νοσήσας, ἐν τοῖς ὑψίστους ὁ δαίμων, τήν κακίστην οἴησιν, ὑπερηφάνως πέπτωκε˙ σύ οὑν Πανύμνητε Κόρη, ταύτης ἡμᾶς ῥῦσαι ταπεινώσει φρουρήσασα.Λόγοι τῆς βλασφημίας, καί ἐννοιῶν ἀκαθάρτων, πηγάζουσι Πάναγνε ἐκ μόνης τῆς οἰήσεως, σύ οὑν δρόσῳ τοῦ ἐλέους, ψῦξον τῶν κακῶν μου, ἀγαθῇ τά ῥεύματα.
Μέγας τῆς ἀκτησίας ὁ ἀναφαίρετος πλούτος˙ Χριστοῦ γάρ πτωχεύσαντος, οὕτω τόν βίον, ἰθύνειν Κόρη, καί ἡμεῖς παρ’ αὑτοῦ διδασκόμεθα.
Ρείθροις τοῦ Ἰορδάνου, ἀνακαινίσας τήν φύσιν, Χριστός Θεονύμφευτε, ἡμῖν δέδωκε βάπτισμα, ὅπερ μολύνοντες οἷμοι! δία τοῦ δακρύων βαπτισμοῦ καθαιρόμεθα.
ᾨδὴ γ’. Ὁ κατ’ ἀρχάς τούς οὐρανούς.
Τἡ μετανοίᾳ πάν κακόν, καί πάν ἁμάρτημα εἵκει, Θεοτόκε πάντων ἡ ἐλπίς, αὑτῆς ταῖς ὀδοῖς ἡμᾶς κατεύθυνον, ὅπως τούς σχόντας δι’ αὑτῆς ἁμαρτημάτων τήν λύσιν, τύχωμεν μετρίως μεμησάμενοι.Ἕν μετανοίᾳ ὁ λῃστής, ἐν στεναγμοῖς ὁ τελώνης, ἐν δακρύοις πόρνη τόν Θεόν, καλῶς Θεοτόκε εξιλάσαντο˙ ἐγώ δε μόνην τήν εἰς σε, ἐπικαλοῦμαι ἐλπίδα, δι’ ἦς τῆς βασάνου λυτρωθήσομαι.
Κλίμαξ ἤν εἶδεν Ιακώβ, αὑτῇ ὑπάρχεις Παρθένε˙ προετύπου δε τῶν ἀρετῶν, τήν τάξιν, τήν πρᾶξιν καί επίβασιν˙ ἦς ἐπιβαίνειν καί ἡμᾶς, δία τῆς πέμπτης βαθμίδος, δίδου τάς αἰσθήσεις ἐκκαθαίροντας.
Προϊστορών ὁ Γεδεών, τό σόν μυστήριον Κόρη, ἐπί πόκον εἵλκυσε ποτέ, οὐράνιον δρόσον˙ ἀλλά σύ κάμοι, δρόσον δακρύων ἐκ Θεοῦ, καταπεμφθῆναι δυσώπει˙ ὅπως πλήσω πόκον τόν τοῦ Πνεύματος.
ᾨδὴ δ’’. Ὁ πατρικούς κόλπους.
Ἡ παμφαής καί χαροποιός, καί ῥιπτικῇ τῶν μολυσμάτων ἄχραντε, ἡ τοῦ πένθους κλῆσιν ἔχουσα ἐργάτις εὐφρόσυνος, γένοιτο ἐμοί φυλακτήριον.Νεανικώς πᾶσαν τοῦ θυμοῦ, ὀργῆς πικρίαν ἐκδιώκει Πάναγνε, κατανύξεως τό δάκρυον˙ ὅπερ ὡς ἱμάτιον, κάμε ἐνδυθῆναι δυσώπησον.
Λόγοι σοφῶν λέγουσι τρανώς, ὡς οὐδενί τῶν πάντων ἄλλῳ χαίρει Θεός, ὡς ἀνθρώπου ἀμαρτήσαντος, διορθώσει Πάναγνε˙ δία τοῦτο σύ με διόρθωσον.
Ὗποπεσών πταίσμασι πολλοῖς, ἐξαπορῶ ποῖον θρηνήσω πρότερον˙ ἀλλά πάντων ἐκλαθόμενος, πρός σε Θεονύμφευτε, τήν θερμήν προσφεύγω ἀντίληψιν.
ᾨδὴ ἕ’. Κύριε ὁ Θεός μου.
Ἕφή τό θεῖον στόμα, ἡ αὐτοαλήθεια ὅτι ψεύστης, μόνος ὁ διάβολος˙ τό ψεῦδος οὑν φύγωμεν, ἶνα ταῖς λιταῖς τῆς Πανάγνου, ἀληθείας τέκνα γενώμεθα.Ἕφή Χριστός τῷ Πέτρῳ, ἑβδομηκοντάκις ἑπτά διδόναι, συγχώρησιν πταίσασιν˙ ἐμοί Θεονύμφευτε, πρέσβευε λοιπόν συγχωρήσαι, ὅταν ὡς Κριτῇ παραστήσωμαι.
Ίδίον τοῦ Δεσπότου, ἀγαθότης ἔλεος εὐσπλαγχνίας, οἰκτείρει ὡς εὔσπλαγχνος, συγχωρεῖ τά πταίσματα˙ καί ὡς ἀγαθός προνοεῖται, τοῦ σωθῆναι πάντας Θεονύμφευτε.
Δέσποινα Θεοτόκε, ἡ σεσαρκωμένον τόν Ποιητήν μου, καί πλάστην γεννήσασα, μή ἐγκαταλίπῃς με˙ καί τῆς σής μή με ἀπομέμψης, πόρρω ἀντιλήψεως δέομαι.
ᾨδὴ στ’. Ναυτιῶν τῷ σάλω.
Ἡ πληθύς Ἀγγέλων, καί τῶν Χερουβείμ καί τῶν Θρόνων, καί πᾶς νοερός σε διάκοσμος Θεομῆτορ, ὡς ὑπερτέραν αὑτῶν μεγαλύνουσιν˙ ἡμεῖς δε οἱ γήινοι καί κάτω, ἄφεσιν πταισμάτων, παρά σου αἰτούμεθα.Ὁυρανών ὑπάρχεις, καί πάσης τῆς γῆς πλατυτέρα, καί πάντων κτισμάτων αγιωτέρα˙ καί τίς ἰσχύσῃ ἀξίως ὑμνῆσαι σου ὅμως τήν προαίρεσιν μου δέχου, καί πταισμάτων δίδου μοι ἁγνῇ συγχώρησιν.
Ὅμμα κεχυμένον, καί τοῖς ὁρατοῖς λελυμένον, τόν νοῦν οὑκ ἀφίησι τοῦ προβαίνειν, εἰς ὑψηλά θεωρίας κινήματα˙ μᾶλλον κατασπᾷ Θεοκυήτορ, πρός τά τῆς σαρκός πολυσχιδῆ παθήματα.
Σολομών προγράφει, ἐν τῆ τῶν ἀσμάτων πυκτίδι, νυμφίου καί νύμφης δραματουργίαν, τήν τοῦ Θεοῦ καί ψυχῆς δηλῶν ένωσιν˙ οὕτω συναφθῆναι με δυσώπει, τῷ ἐκ σου ασπόρως προελθόντι Πάναγνε.
Κάθισμα.
Ὁ καρπός τῆς κοιλίας.
Οὐδαμῶς ἀλλαχόθεν ἐλπίζομεν, τήν ἡμῶν σωτηρίαν εὑρίσκειν Παναμώμητε, εἰ μή ἐκ σου τῆς βοηθείας τάχος επιτύχομεν˙ διό σε μεγαλύνομεν.ᾨδὴ ζ’. Κάμινον παῖδες.
Στόμα πρός ὕμνον, κινῶν ὁ Προφήτης, εἵλκυσε Πνεῦμα ὡς γέγραπται˙ ἐγώ δε τοῦτο ἀνοίγων ἐρεύγομαι, φλυαρίας Πάναγνε˙ ἀλλά σύ με σωφρόνισον τῷ πόθῳ σου.Νῦξ με βαθείᾳ, συνέχει πταισμάτων, καί ἀτενίσαι οὐ δύναμαι, πρός μετανοίας τό φέγγος Θεόνυμφε˙ ἀλλά σύ διέγειρον, τῆ θερμῇ σου πρεσβεία πρός κατάνυξιν.
Ἆκαρπός ὤφθην, συκῆ Θεομῆτορ, καί δειλιῶ τήν ἀπόφασιν τῆς εκκοπής˙ ἀλλά σύ μοι μεσίτευσον, καί τήν νῦν περίοδον˙ ὅπως βάλω κοπρίας χάριν δάκρυα.
Ὦ πως ὑποίσω τό πῦρ τῆς γεέννης! Ὦ πως ἐνέγκω τόν σκώληκα! Καί τόν βρυγμόν τῶν ὀδόντων Πανύμνητε! Ἀλλά σύ με λύτρωσαι τῆ θερμή σου πρεσβεία πρός τόν Ὕψιστον.
ᾨδὴ ἡ’. Ἄφλεκτος πυρί.
Στέναξον ψυχή, καί ἐκ μέσης τῆς καρδίας, οἰκτράν φωνήν ἀνάπεμψον, καί γοεράν τῆ τοῦ Θεοῦ σου Μητρί˙ ἐλέησόν με ἁγνῇ, τόν ὑπέρ πάντας τούς βροτούς εξαμαρτήσαντα˙ ῥῦσαι γεέννης καί σκότους αἰωνίου, καί τῆς δεξιάς με ποίησον παραστάτην.Νήφουσάν μοι δός τήν καρδίαν καί τό ὄμμα, τῆς διανοίας γρήγορον, ἐπαγρυπνοῦν καί ἐκδεχόμενον, ἐν ὤρα ἡ οὐ δοκώ, ἐν ἀωρία τε νυκτός, τόν Θεόν ἥκοντα, θείας παστάδος ἁγνή, ἀξιώσαι καιομένην, τούς τῶν ἀρετῶν τήν λαμπάδα κεκτημένους.
Γἴνου βοηθός Παρθένε Παναγία, τῷ ἐπί σοι προστρέχοντι, καί ἐκβοῶντι μετά πίστεως˙ ἐλέησον ἀγαθή, καί πρό τοῦ τέλους ἱλασμόν πταισμάτων δίδου μοι, καί ἐν τῆ ὤρα τοῦ τέλους παράσχου σωτηρίαν, καί μετά τό τέλος ἀνάπαυσιν τελείαν.
Κράτος τῆς μίας Θεαρχίας ἐν ὑπάρχει, ἀδιαιρέτως διαιρούμενον, καί ασυγχύτως συνενούμενον˙ Πατήρ αἰτία πηγή, τῶν προελθόντων ἐξ αὑτοῦ Υἱοῦ καί Πνεύματος˙ ταύτην συμφώνως, πιστοί ὑμνολογοῦμεν, καί δοξολογούμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Ὁ Εἱρμός.
Ἄφλεκτος πυρί ἐν Σινᾶ προσομιλοῦσα, βάτος Θεόν ἐγνώρισε, τῷ βραδυγλώσσῳ καί δυσήχῳ Μωϋσεί˙ καί παῖδας ζῆλος Θεοῦ, τρεῖς ἀναλώτους τῷ πυρί ὑμνῳδούς έδειξε˙ πάντα τά ἔργα Κυρίου, τόν Κύριον ὑμνεῖτε, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.ᾨδὴ θ’. Μή τῆς φθοράς.
Ῥἤματα θείων Πατέρων ἁγνή διδάσκουσι, τήν ἀποχήν τῆς κακίας εἷναι μετάνοιαν˙ εἶτα καί κάκωσιν, νηστείαν ἀγρυπνίαν, καί συντριμμόν καρδίας, πένθος τε ηγνισμένον˙ ἀ μοι δώρησαι Μητροπάρθενε.Ἡ φοβερά τοῦ Δεσπότου ἡμέρα ἤγγικε, καί σύ καθεύδεις ψυχή μου˙ ὦ τῆς ἀνοίας σου! Σπεῦσον ἐγέρθητι, καί δάκρυσον ἐμπόνως καί κρᾶξον τῆ Παρθένω˙ ἡ τόν Χριστόν τεκοῦσα, Θεοτόκε μου σύ με οἴκτειρον.
Τοὐ βίου ἄρτι ψυχή μου ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δε φρικώδης ἡμέρα τῆς ἐξετάσεως, τῶν πεπραγμένων σοι, ἐγγίζει πλησιάζει˙ φοβήθητι τό βῆμα ὦ μέλλεις παραστήναι˙ διό κρᾶξον σῶσον με Δέσποινα.
Σὗ μου προστάτις ὑπάρχεις καί καταφύγιον, σύ ἀγαλλίαμα Κόρη καί θεῖον καύχημα˙ σύ τοίνυν ρύσαί με ἐκ πάσης ἁμαρτίας, ὀργῆς θανατηφόρου, καί βλάβης καί κινδύνων, καί μελλούσης φρικτῆς κολάσεως.
Προσόμοια.
Σἥμερον γρηγορεῖ.
Χαῖρε ῥοδωνιά ἡ ἡδύπνους, ἡ ἐκ καλύκων βλαστήσασα, Παρθενίας ῥόδον, ἐρυθρόν ευώδες˙ χαῖρε κρίνον θεῖον, ἐξ οὐ ὁ τά κρίνα, τοῦ ἀγροῦ ποικίλας, στολήν τήν ανήθευτον, σαρκός περιεβάλετο, πορφύραν ἀποκρύπτουσαν Σολομονικήν, χαῖρε ἄνθος, πάσης χροιάς ποικιλώτερον.Χαἶρε βασιλίς τῶν βασιλίδων, ἡ βασιλέα γεννήσασα, τῶν βασιλευόντων˙ οὐ ἡ βασιλεία, βασιλεία πέλει, πάντων τῶν αιώνων˙ χαῖρε τοῦ θανάτου, βασίλειον νικήσασα, καί ζωῆς ἀνοίξασα, βασιλείας πρόξενον˙ βασιλεῖς ἤν σέβονται, χαῖρε Μαριάμ παντοβασίλισσα.
Χαἶρε κουφοτάτῃ νεφέλῃ, ἡ τό γεῶδες τοῦ σκήνου σου, καί βρῖθον ἐξ ἄκρας ἁγνείας πλουτοῦσα, ἀερῶδες κοῦφον λεπτότατον Κόρη, ἐν ἡ Χριστός καθίσας, Ἠσαΐας ὡς ἔφησε, κατέβη εἰς Αἴγυπτον, καί ταύτης χειροποίητα εἴδωλα συνέτριψε, καί εἰς θείαν γνῶσιν μετερρύθμισε.
Πλήρωσον τήν καρδίαν μου Κόρη, κατανύξεως δέομαι, δός καί τῆ ψυχή μου σωτήριον πένθος˙ τόν θυμόν μου τρέψον κατά τῶν δαιμόνων, πᾶσαν μου τήν ἔφεσιν μετάθες πρός τόν Κύριον, προσευχαῖς σχολάζειν με ἐνίσχυσον πάντοτε, ὅπως δία σου ζωῆς τύχω, καί τῆς θείας λαμπρότητος.
ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
πηγή:Εδώ
Ο πατήρ ημών Κύριλλος γεννήθηκε πιθανώς στα Ιεροσόλυμα περί το 315, από γονείς ευσεβείς και ορθόδοξους. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο άγιο Μάξιμο [1], ο οποίος τον επιφόρτισε με την κατάρτιση των κατηχουμένων. Άνθρωπος ειρήνης, ταπεινός και πράος, αφιερώθηκε περισσότερο στη ψυχική ωφέλεια και οικοδόμηση των πιστών, απερίσπαστος από τις ατελείωτες δογματικές διαμάχες και αντιπαραθέσεις που ταλάνιζαν την Εκκλησία μετά τη Σύνοδο της Νικαίας (325)· απέφευγε με βαθιά διάκριση να μεταχειρίζεται τον όρο «ομοούσιος» [2], αλλά συμμεριζόταν πλήρως την ορθόδοξη Πίστη. Αυτή του η επιφύλαξη έκανε τους οπαδούς του Αρείου (256-336) να πιστέψουν ότι ήταν με το μέρος τους και, όταν μετά τον θάνατο του Μαξίμου (347) εξελέγη ο Κύριλλος από τον λαό για να τον διαδεχθεί, ο αρειόφρων Ακάκιος, μητροπολίτης της Καισαρείας της Παλαιστίνης, από τον οποίο εξαρτώταν τότε τα Ιεροσόλυμα [3], ενέκρινε την εκλογή και τον χειροτόνησε. Γρήγορα όμως αναγνώρισε πικραμένος το μοιραίο λάθος του [4], γιατί ο νέος επίσκοπος δίδασκε περίτρανα την ορθόδοξη διδασκαλία για τη Θεότητα του Λόγου του Θεού, ερμηνεύοντας με εκπληκτική ενάργεια το Σύμβολο της Πίστεως στους κατηχουμένους στις «Κατηχήσεις» του [5]. Σαν καλός Ποιμήν, διοικούσε σοφά την αγία Πόλη, η οποία χάρις στα έργα ανοικοδόμησης που είχε αναλάβει ο Μέγας Κωνσταντίνος (272-337) [21 Μαΐου], επανακτούσε βαθμιαία το κλέος της και προσείλκυε μεγάλο αριθμό προσκυνητών από τα πέρατα του χριστιανικού κόσμου.Το 351 υπήρξε μάρτυς, όπως και όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων, της θαυματουργικής εμφάνισης ενός πελώριου φωτεινού Σταυρού στον ουρανό, από τον Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών, και έγραψε στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο (317-361) για να τον ενημερώσει [6]. Συνέβαλε επίσης στην οργάνωση εορτών και λιτανειών στους Αγίους Τόπους, οι οποίες έγιναν αφετηρία πολλών εορτών της Εκκλησίας. Μερικά χρόνια αργότερα, υπέβαλε στον μητροπολίτη Καισαρείας έγγραφη αναφορά, απαιτώντας την αναγνώριση των αποστολικών προνομίων της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, τα οποία οι Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας είχαν αναγνωρίσει χωρίς όμως να καθορίσουν με ακρίβεια. Τούτη η απαίτηση προκάλεσε τη μανία και το μίσος του Ακακίου ο οποίος, με πρόσχημα ότι ο Κύριλλος σε καιρό σιτοδείας είχε πουλήσει τα ιερά σκεύη και τον λειτουργικό στολισμό της βασιλικής της Αναστάσεως για να δώσει τροφή στους απόρους, τον κάλεσε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο με σκοπό να τον καταδικάσει. Καθώς ο Κύριλλος δεν ανταποκρινόταν στις επανειλημμένες προσκλήσεις του, τον καθαίρεσε και τον έδιωξε βιαίως από τα Ιεροσόλυμα, τοποθετώντας στη θέση του έναν αρειανόφρονα. Ο άγιος Κύριλλος άσκησε έφεση, ζητώντας η υπόθεση να παραπεμφθεί σε ανώτερη εκκλησιαστική αρχή και, εν αναμονή της αποφάσεως, κατέφυγε στην Ταρσό της Κιλικίας, κοντά στον επίσκοπο Σιλβανό. Παρά τις απειλές του Ακακίου, ο Σιλβανός τον υποδέχθηκε αδελφικά και του ζήτησε να κηρύξει στον λαό, ο οποίος τον άκουγε ενθουσιασμένος και εκστατικός ως άλλον απόστολο.Η Σύνοδος που συνεκλήθη στη Σελεύκεια το 359 αποκατέστησε τον Κύριλλο και καθαίρεσε τον Ακάκιο. Η απόφαση όμως δεν πρόλαβε να εκτελεστεί, γιατί ο μητροπολίτης Καισαρείας, σπεύδοντας στην Κωνσταντινούπολη, άσκησε πίεση στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να ακυρώσει την απόφαση της Συνόδου και κανόνισε να επικυρωθεί η καθαίρεση του Κυρίλλου από ψευδοσύνοδο αρειανοφρόνων επισκόπων (360).Όταν λίγο αργότερα ανήλθε στην εξουσία ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο άγιος Κύριλλος επωφελήθηκε από τα μέτρα ανεξιθρησκείας που έλαβε προετοιμάζοντας την αποκατάσταση της ειδωλολατρείας και επέστρεψε στην έδρα του καθώς και όλοι οι επίσκοποι που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου. Εκεί, όμως, ήρθε αντιμέτωπος με νέες δοκιμασίες. Με την προτροπή του αυτοκράτορα, οι ειδωλολάτρες της Γάζας εξεγέρθηκαν κατά των χριστιανών, προκαλώντας πολλά θύματα, ενώ κατέστρεψαν τη Μονή του Αγίου Ιλαρίωνος [21 Οκτ.] διασκορπίζοντας τους μοναχούς. Καθώς ο Ιουλιανός ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ασύστατες οι προφητείες του Χριστού σχετικά με την οριστική κατάλυση του Ναού στα Ιεροσόλυμα (πρβλ. Ματθ. 24, 2), που κατεστράφη από τους Ρωμαίους επί βασιλείας Τίτου, επέτρεψε στους Εβραίους να τον ανοικοδομήσουν. Όμως, σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου Κυρίλλου, τα έργα σταμάτησαν ξαφνικά εξαιτίας τρομερού σεισμού, ο οποίος συγκλόνισε συθέμελα τον αρχαίο Ναό, ενώ το πυρ που έβγαινε από τα έγκατα της γης κατέκαυσε κάποιους εργάτες και άλλους τραυμάτισε, δείχνοντας σε όλους ολοφάνερα τα σημεία της θείας οργής.Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού (363) και αφού η κατάσταση ειρήνευσε, ο Κύριλλος ανέλαβε ξανά το ποιμαντικό του έργο και μετά τον θάνατο του Ακακίου ενθρόνισε επίσκοπο τον ανιψιό του, στη θέση του μητροπολίτου Καισαρείας. Με τις ραδιουργίες τους, όμως, οι οπαδοί του Αρείου ζήτησαν από τον Ουάλεντα (364-378) να εκθρονίσει τον άγιο επίσκοπο Ιεροσολύμων και να τον καταδικάσει εκ νέου σε εξορία, καθώς και όλους τους άλλους επισκόπους που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου (367). Όταν πέθανε ο Ουάλης, ο άγιος Κύριλλος ανέκτησε την επισκοπή του, ύστερα από δώδεκα χρόνους απουσίας, ανακάλυψε όμως με οδύνη ότι ορισμένοι ορθόδοξοι, επηρεασμένοι από τις συκοφαντίες των αρειανοφρόνων, αρνούνταν να τον δεχτούν ως νόμιμο επίσκοπό τους και να έχουν κοινωνία μαζί του. Για τον λόγο αυτό η Σύνοδος της Αντιοχείας (379) απέστειλε τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [10 Ιαν.] για να αποκαταστήσει την ειρήνη στα Ιεροσόλυμα. Αποτυγχάνοντας ο άγιος Γρηγόριος, αποσύρθηκε αποθαρρημένος και θλιμμένος, αφήνοντας τον άγιο Κύριλλο να αντιμετωπίσει μόνος, με πίστη και ελπίδα, τις διαιρέσεις στον οίκο του Θεού. Ο άγιος συμμετείχε στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381) που συγκάλεσε ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος (347-395) και συνέβαλε στην οριστική καταδίκη του αρειανισμού και των ποικίλων παραφυάδων του. Περατώνοντας τις συνεδρίες της η Σύνοδος αναγνώρισε πανηγυρικά τους αγώνες του επισκόπου Ιεροσολύμων υπέρ της Ορθοδοξίας. Επιστρέφοντας στην πόλη του ο άγιος Κύριλλος μπόρεσε για λίγο καιρό να απολαύσει την ειρήνη που είχε αποκαταστήσει με τόσους κόπους και εκοιμήθη το 386, ύστερα από τριάντα πέντε έτη επισκοπείας, από τα οποία πέρασε τα δεκαέξι εξόριστος.Ο άγιος Κύριλλος, παρεξηγημένος από τους αβαθείς ορθόδοξους για τη μη χρήση του όρου «ομοούσιος» αλλά κατ’ ουσίαν σταθερός αντίπαλος των αρειανών, εξαιτίας της ομολογουμένης αντιθέσεώς του προς αυτούς, παρέμεινε στη ζωή του σε ένα ευλογημένο και καρποφόρο «περιθώριο». Αυτή του η «περιθωριοποίηση» όμως, του έδωσε τη δυνατότητα, τις προϋποθέσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες να εργαστεί ουσιαστικότερα και σε βάθος, δίνοντας όλες του τις δυνάμεις και τα χαρίσματα στην τελειότερη οργάνωση του ποιμαντικού και κατηχητικού του έργου, πράγμα που απέδωσε πολλούς καρπούς στην Εκκλησία και του προσέδωσε τον τίτλο του Πατρός της Εκκλησίας και του προσάρτησε τη μοναδική επωνυμία του Κατηχητού, καταγράφοντάς τον στην εκκλησιαστική ιστορία με το όνομα: «Κύριλλος, ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ὁ Κατηχητής». Τις συκοφαντικές διαδόσεις περί του σεπτού προσώπου του αγίου διαλεύκανε μια για πάντα η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 381, η οποία με συνοδική της απόφαση αποκατάστησε την αλήθεια, αποκαλώντας τον άγιο Κύριλλο μεγάλο αγωνιστή κατά των αρειανών: «Τῆς δέ γε μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον καὶ θεοφιλέστατον Κύριλλον, ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν, κανονικῶς παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι, καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα» [7].Εκείνο που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του αγίου Κυρίλλου είναι η τέλεια εναρμόνιση θεολογίας και ζωής. Η ευαίσθητη και θεωρητική φύση του, δουλεμένη πρακτικά στις αναμετρήσεις της σκληρής καθημερινότητας και στη δεκαεξάχρονη περίπου θητεία του στην εξορία, του χάρισαν σπάνια ισορροπία των στοιχείων της προσωπικότητάς του, που έγινε εμφανής κυρίως στην μετέπειτα ποιμαντική διακονία του, η οποία ήταν πλήρης διακρίσεως, σοφίας, ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, και αποτέλεσε κυριολεκτικά προβολέα της όλης του προσωπικότητας. Ο σύγχρονος μελετητής της ζωής και του έργου του αγίου Κυρίλλου, θα διακρίνει εύκολα στις «Κατηχήσεις» του, τη μεγάλη Πατερική προσωπικότητα, η οποία εδράζεται στην ορθοδοξία και εκφράζεται στην ορθοπραξία, στην οποία δόγμα και ζωή συνυπάρχουν, αλληλοπεριχωρούνται και «μελωδοῦν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας».Όπως προαναφέρθηκε, ο άγιος Κύριλλος εκοιμήθη την 18 Μαρτίου του 386, ημέρα την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία (παραδόξως και η Ρωμαιοκαθολική) αφιέρωσαν την τιμή της μνήμης του. Στο Απολυτίκιο και το Κοντάκιο της εορτής του, ο ορθόδοξος υμνογράφος κατέγραψε με σεμνότητα, ποιητική λιτότητα και θεολογική ακρίβεια όλο το πνευματικό κάλλος του αγίου Πατρός και σκιαγράφησε την πολυτάλαντη μορφή του, τιτλοφορώντας τον «Στῦλο τῆς Πίστεως», του οποίου ο «φωσφόρος λόγος ἔσχε κῦρος οὐράνιον».-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-[1] Μνημονεύεται στις 5 Μαΐου στη λατινική Εκκλησία.[2] Πρβλ. τη μνήμη του αγίου Αθανασίου [18 Ιαν. και 2 Μαΐου].[3] Υποβιβασμένη σε απλή κωμόπολη μετά την καταστροφή της από τους Ρωμαίους και αφού η χριστιανική της κοινότητα διασκορπίσθηκε την εποχή των διωγμών, η Ιερουσαλήμ, ονομαζομένη Αίλια Καπιτωλίνα, υπήχθη εκκλησιαστικά στην Καισάρεια, διοικητική πρωτεύουσα της Παλαιστίνης.[4] Όπως λίγο αργότερα οι οπαδοί του Αρείου που ευνοούσαν την εκλογή του αγίου Μελετίου Αντιοχείας [12 Φεβρ.].[5] Οι «Κατηχήσεις» του, των οποίων υπάρχουν διάφορες εκδόσεις, παραμένουν μία από τις καλύτερες εκθέσεις της ορθοδόξου Πίστεως και σπουδαία μαρτυρία για τη γνώση της λειτουργικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας. Εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της προπαρασκευαστικής περιόδου εν όψει του αγίου Βαπτίσματος, και περιλαμβάνουν μία «Προκατήχηση», δεκαοχτώ «Κατηχήσεις» των φωτιζομένων που επεξηγούν το Σύμβολο της Πίστεως και τα θεμέλια της ορθοδόξου Πίστεως, και πέντε «Μυσταγωγικές Κατηχήσεις», που προορίζονταν για τους νεόφυτους που μόλις είχαν βαπτισθεί το Πάσχα, στις οποίες ο επίσκοπος εξηγεί την τελετή του Βαπτίσματος και της Ευχαριστίας. Νεοελληνική μετάφραση στη σειρά ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1994, και από την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέα Αττικής, 1991.[6] Το θαύμα αυτό μνημονεύεται στις 7 Μαΐου.[7] Θεοδ. Εκκλ. Ιστ. 5, 9· PG 82, 1217C.«Νέος Συναξαριστήςτης Ορθοδόξου Εκκλησίας»·Τόμος 7ος (Μάρτιος),Εκδόσεις «Ίνδικτος»,«ΚατηχήσειςΑγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων»,Εκδόσεις «Ετοιμασία»Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου·
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Τῌ ΔΕΥΤΕΡᾼ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον β΄ 1 - 12 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαίσια...
-
Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον στ΄ 14 - 21 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαίσια...
-
Τῌ ΠΡΩΤῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην α΄ 44 - 52 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαί...
-
Τῌ ΤΡΙΤῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ τὴν Προσκύνησιν ἑορτάζομεν τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον η΄ 34 – θ΄ 1 Απομαγν...
-
Ο βίος της Οσίας Σμαράγδας (Ονιστσένκο) 10 Ιανουαρίου Βιντσέντσιου Ντάσκαλου - Περιοδικό ' 'Lumea monahilor'' , nr. 1...
-
Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον κε΄ 31 - 46 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαίσια της...
-
πηγή : εδώ Θ α πίνετε τον καφέ σας ένα πρωί... και θα ακούσετε ότι οι Εβραίοι, (Ισραήλ) χτύπησαν το πυρηνικό πρόγραμμα της Περσίας, (Ι...
-
Σάββατο των οσίων Πατέρων Τ ην ημέρα αυτή τελούμε τη μνήμη όλων των αγίων, ανδρών και γυναικών, που έλαμψαν κατά καιρούς στην άσκηση. Οι θ...
-
ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΛΟΓΟΣ Η΄ Π ερὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν ε...
-
ΜΗΝ ΜΑΡΤΙΟΣ ἔχων ἡμέρας τριάκοντα μίαν Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 12 καὶ ἡ νὺξ ὥρας 12 ΜΑΡΤΙΟΣ ὁ μὴν ἀρχὴ καὶ πρῶτος τῶν μηνῶν ὀνομάζεται ὑπὸ το...


.jpg)






