Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Πεντηκοστή: Το όριο της απαντοχής του ανθρώπου για να καταλάβει την αγάπη του Θεού


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Πράξεων τῶν Ἀποστόλων
 2:1-11

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  της Πεντηκοστής

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 - εδώ 

Η αγάπη του Θεού, επειδή είναι μυστήριο, είναι ακατανόητη και ακατάληπτη. Απλώς ο άνθρωπος μπορεί να την καταλάβει μερικώς και αποσπασματικώς, μέχρι εκεί που αντέχει ο άνθρωπος. Η σημερινή γιορτή είναι ακριβώς το όριο της απαντοχής του ανθρώπου για να καταλάβει την αγάπη του Θεού. Ο Θεός με το γεγονός της Πεντηκοστής, της αποστολής του Αγίου Πνεύματος, σφραγίζει όλο το έργο της Θείας Οικονομίας. Από τότε που ο άνθρωπος έπεσε, ο Θεός ετοίμαζε τον άνθρωπο γι’ αυτή τη μέρα, για να μπορεί ακριβώς να πάρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και να ανέλθει στο ύψος του Ουρανού και να μπορεί κι αυτός να γίνει Θεός. Και έτσι λοιπόν, αυτή η μέρα ακριβώς, που είναι το αποκορύφωμα του έργου της Θείας Οικονομίας και το σφράγισμά της, είναι και το όριο της ανθρώπινης κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.

Ο Θεός ό,τι κάνει το κάνει για να το ζήσουμε εμείς. Κοιτάξτε τι γίνεται στην Πεντηκοστή. Κατεβαίνει το Άγιο το Πνεύμα και κατεβαίνει, θα έλεγα, με κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες προϋποθέσεις αφορούν εμάς. Και αν εμείς αυτές τις προϋποθέσεις τις βάλουμε στη ζωή μας, τότε φτάνουμε σε αυτό το όριο, το πιο ακραίο σημείο τού να καταλάβουμε την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις που αφορούν εμάς; Εμείς είμαστε πεπερασμένοι και έχουμε όρια, γι’ αυτό έχουμε προϋποθέσεις. Ο Θεός δεν έχει προϋποθέσεις, επειδή είναι απέραντος και αιώνιος. Και εμείς αν ζήσουμε σαν κι Αυτόν, θα γίνουμε χωρίς προϋποθέσεις. Αλλά να ποιες είναι  οι προϋποθέσεις τώρα, για να μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτό το ακρότατο σημείο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.

Το κείμενο το αποστολικό, που ακούσαμε πριν από λίγο, τις διάγραφε αδρά και πεντακάθαρα. Να ποιες ήταν. Οι Απόστολοι ήτανε, λέει, συνηγμένοι «ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Αυτές είναι οι πρώτες προϋποθέσεις. Προσέξτε το «ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Θα νόμιζε κάποιος που ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που γράφει το κείμενο των Πράξεων, λέει το ίδιο πράγμα. Αλλά δεν είναι το ίδιο το πράγμα. Το «ἐπὶ τὸ αὐτό» σημαίνει ήταν μαζεμένοι σ’ έναν τόπο, δηλαδή, άντεχαν ο ένας να βλέπει τον άλλο και άντεχαν ο ένας να ζει μαζί με τον άλλο. Αλλά ούτε αυτό θα ήταν αρκετό, η τοπική τους σύναξη, αν δεν είχαν και το «ὁμοθυμαδὸν». Δηλαδή, είχαν κάτι πολύ βαθύ, βλέπετε, το θυμικό είναι το «ὁμοθυμαδὸν», κάτι πολύ βαθύ στον άνθρωπο, και το «ὁμοῦ». Είχανε μια κοινότητα ζωής που δεν έπαυε να τους κάνει να έχουνε και διαφορετικές σκέψεις. Αλλά ένα πράγμα ήταν για αυτούς σπουδαίο: να πορεύονται προς τον Χριστό, και μέσα από εκεί, μπορούσαν να έχουν ποικίλες σκέψεις. Δεν ήταν δηλαδή ρομπότ που δεν σκεφτόταν διαφορετικά, όλοι είχαν τον χαρακτήρα τους, και όμως είχαν το «ὁμοθυμαδὸν». Όλοι ένα πράγμα επιδίωκαν. Γιατί καθόντουσαν εκεί; τι περίμεναν; Κάτι που τους είχε πει ο Χριστός: «Θα σας στείλω την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος». Ό,τι λοιπόν σκέψεις και να ’χανε, όποιες προσωπικότητες και να ’χανε, αυτό τους χαρακτήριζε και αυτό τους έκανε να έχουν κοινό θυμικό, δηλαδή κοινό εσωτερικό κόσμο, που δεν καταργούσε τα χαρίσματά τους, αλλά τους έκανε να ’χουνε ενότητα ζωής.

Να λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις για να μπορούμε να φτάσουμε σε αυτό το ακρότατο όριο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Να έχουμε κοινό θυμικό, να έχουμε κοινές προοπτικές όλοι μας, που αν έχουμε κοινές προοπτικές, ποτέ δεν μπορεί να διαταραχθεί η ενότητα. Η ενότητα θα διαταράσσεται, όταν έχουμε άλλες προοπτικές. Μια Εκκλησία ή Χριστιανοί που δεν έχουν ενότητα δηλώνουνε που δεν πιστεύουν στον Χριστό και στην κοινή προοπτική που μας ανοίγει: το «ὁμοθυμαδὸν»  αλλά και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Όχι μια θεωρητική σχέση με τον Χριστό, όχι είμαστε κάπου όλοι στον τόπο μας, στα κελιά μας κρυμμένοι και Σε σκεπτόμαστε, είμαστε και «ἐπὶ τὸ αὐτό»! Ο ένας αντέχει να ζήσει τον άλλον. Μέσα εδώ θα βρείτε μετά την παράδοση της Εκκλησίας μας, που καλλιέργησε την έννοια του κοινοβίου, την έννοια της συνάξεως, την έννοια της λειτουργικής συνάξεως, την έννοια του σώματος που είναι παρόν και βλέπεται ο ένας με τον άλλον. Να λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις, για να φτάσουμε σε αυτό το όριο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Και αν τις έχουμε, τότε η αγάπη του Θεού, μέσα από μας, γίνεται πράξη, και τότε καταλαβαίνουμε την αγάπη του Θεού. Αλλιώς δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, απλώς την ψάχνουμε με το μυαλό μας και δεν μπορούμε ποτέ να την «πιάσουμε» με την καρδιά μας. Να λοιπόν πώς καλλιεργείται η καρδιά: με το ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό».  

Και όμως οι προϋποθέσεις συνεχίζονται. Το Άγιο το Πνεύμα έρχεται ως «βιαία φερομένη πνοή». Έρχεται με μια βία μέσα –  που τι σημαίνει αυτό; Το Άγιο το Πνεύμα έχει βία; Μα φυσικά έχει βία. Τι σημαίνει αυτή η βία; Θέλει να συνταράξει τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου. Αλλά είναι μια βία η οποία δεν έρχεται να σε δείρει, να σε χτυπήσει, να σε εξαφανίσει. Μπαίνει μέσα, με ένα δικό της τρόπο, απαλό μεν, αλλά βίαιο. Πώς μπορεί το απαλό να είναι βίαιο; Είναι βίαιο ακριβώς γιατί προκαλεί για μια άλλη στάση ζωής που μέχρι τώρα δεν ήταν κατανοητή. Και συνταράσσει τα μέχρι τότε δεδομένα του κόσμου – που σημαίνει το Άγιο το Πνεύμα δεν αφήνει τον κόσμο να λιμνάσει σε θεωρίες, απόψεις, σε τρόπους ζωής, που απλώς θα συντηρούν μια κατάσταση και απλώς θα γιατρεύουνε μικρο-καταστάσεις. Το Άγιο το Πνεύμα προτείνει μια ριζική αλλαγή! Αυτή είναι η βία Του!

Και οι Χριστιανοί με αυτόν τον τρόπο, όλοι οι Χριστιανοί, είναι βίαιοι, αλλά η βία τους έχει μέσα ένα άλλο ήθος. Έρχονται να συνταράξουνε τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου που λένε «όλα καλά», όλα τα πάμε καλά, όλα συντηρούνται, μπορεί να είναι εντάξει, μπορεί να είναι ειρήνη, μπορεί να είναι ασφάλεια, μπορεί να είναι ρυθμοί αναπτύξεως, μπορεί να είναι ειρηνικές διαδικασίες, και όμως, λέει το Άγιο το Πνεύμα, οι Χριστιανοί σε αυτά δεν κολλάνε. Οι χριστιανοί πάνε παρακάτω και υπ’ αυτή την έννοια είναι βίαιοι γιατί προκαλούν, είναι προκλητικοί, για να αλλάξει κάτι βαθύτερο.

Οι Χριστιανοί δεν μπορούν να παίξουν το παιχνίδι τού να συντηρούνε τα πράγματα του κόσμου όπως είναι: την ψεύτικη ειρήνη του, την ψεύτικη ενότητά του. Είναι βίαιοι. Αλλά αυτή η βία πώς έρχεται; Όχι με τρόπους που θέλει ο κόσμος· έρχονται οι ίδιοι να δώσουν μια ισχυρή απάντηση σε εκείνα που προτείνει ο κόσμος, με τη ζωή τους, γιατί ακριβώς είναι  «ὁμοθυμαδὸν», είναι «ἐπὶ τὸ αὐτό», και έτσι είναι βίαιοι και δεν κάνουν με τίποτε πίσω. Η βία τους είναι αγαπητική μεν αλλά είναι βία. Αλίμονο αν οι Χριστιανοί δεν είχαν αυτή τη βία, και αλίμονο αν οι Χριστιανοί πλανηθούν και, για να καταξιώσουν τη ζωή τους, να αποκτήσουν τα μέτρα της βίας του κόσμου και των φωνασκιών του κόσμου. Η βία που προτείνει το Άγιο το Πνεύμα τους είναι απείρως μεγαλύτερη από όλες τις βίες και τις δυνάμεις του κόσμου. Απλώς πολλές φορές τα μεγέθη του κόσμου φάνηκαν να καταλαμβάνουν τον Χριστιανισμό, γιατί εμείς δεν αξιοποιήσαμε τη βία του Αγίου Πνεύματος, γιατί πουληθήκαμε στο ήθος του κόσμου, γιατί δεν είχαμε ήθος πάνω μας. Κάθε φορά που φοβόμαστε τα πράγματα του κόσμου και συμβιβαζόμαστε, τα συντηρούμε και δεν αξιοποιούμε τη χάρη του Άγιου Πνεύματος που προτείνει μια άλλη βία. Να λοιπόν η μεγάλη προϋπόθεση η επόμενη.

Και μια ακόμη μεγάλη προϋπόθεση, μετά: έρχεται το Άγιο το Πνεύμα και κάθεται πάνω σε κάθε μαθητή, γίνεται προσωπικό γεγονός ενώ είναι κοινό γεγονός, είναι όλης της Εκκλησίας, είναι [και] προσωπικό γεγονός. Ο καθένας ζει μέσα από αυτές τις προϋποθέσεις που βάζει στη ζωή του το  «ὁμοθυμαδὸν», το  «ἐπὶ τὸ αὐτό», το «βίαιον», ζει τη χάρη του Άγιου Πνεύματος προσωπικά – που σημαίνει αυτό το «προσωπικά»: έχει έναν προσωπικό αγιασμό ο οποίος όμως ωφελεί τον κόσμο, είναι προσωπικός ο αγιασμός του, προσωπική η βίωσή του, αλλά την ίδια ώρα αυτό γίνεται δωρεά για τον κόσμο. Ααυτοί είναι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που παίρνουν αυτή τη δωρεά και την εκχέουν απλόχερα στη ζωή του κόσμου, δηλαδή ό,τι κάνουνε το κάνουνε για να ζήσει ο κόσμος· όπως ο Θεός ό,τι έκανε το έκανε για να ζήσει ο κόσμος. Και τότε κανείς από τον γύρω κόσμο δεν καταλαβαίνει πώς αυτοί έζησαν το «ὁμοθυμαδὸν», πώς έζησαν «ἐπὶ τὸ αὐτό», πώς έζησαν τη «βία». Γεύονται πάνω τους την αγάπη των Αγίων, και τότε γι’ αυτούς είναι μια γεύση Παραδείσου και Ουρανού. Αρκεί να μπορούν και αυτοί να ανοίξουν τα μάτια τους.

Και τότε οι Άγιοι, επειδή έζησαν προσωπικά τον Θεό και είναι προσωπικό τους γεγονός, που κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει, κανείς δεν μπορεί να το παραχαράξει, γίνονται ευεργέτες του κόσμου. Και τότε γίνεται κατανοητό, γι’ αυτούς και για τη ζωή του κόσμου, το τι είναι η αγάπη του Θεού. Και έτσι μετριέται η αγάπη του Θεού: μέσα από το γεγονός της Πεντηκοστής, της κοινωνίας του κόσμου και της προσωπικής μας Πεντηκοστής. Η Πεντηκοστή έχει λοιπόν διπλό χαρακτήρα: καταυγάζει την ενότητα του κόσμου και την ίδια ώρα αναδεικνύει τους Αγίους. Και αυτή είναι η προοπτική της ζωής μας, της εδώ της οριζόντιας, και της κάθετης προς τον Ουρανό. Ενότητα εν τω Χριστώ μέσα από το «ὁμοθυμαδὸν» και το «ἐπὶ τὸ αὐτό»,  μέσα από τη «βία», που μίλησα πριν από λίγο, μέσα από την προσωπική βίωση. Και έτσι ο κόσμος γίνεται ενότητα –  και έχουμε ευθύνη για την ενότητα του κόσμου – και την ίδια ώρα αγιασμός και προσωπική άνοδος προς τον Χριστό. Να λοιπόν γιατί είπα στην αρχή πως τώρα που καλύπτεται το ακατανόητο μυστήριο της αγάπης του Θεού – και μόνο έτσι και όχι αλλιώς – μπορούμε να το «πιάσουμε», όσο αντέχει ο ανθρώπινος νους.

Η μέρα της Πεντηκοστής, μια μέρα που προκαλείται ο κάθε Χριστιανός να βάλει τον εαυτό του για δύο πράγματα: να λειτουργήσει την ενότητα του κόσμου και να λειτουργήσει την προσωπική του αγιότητα. Και τα δυο θα ξεχυθούν σαν δυναμικές προτάσεις ζωής στον κόσμο. Η ενότητα του κόσμου θα κάνει τον κόσμο να ξεπεράσει τους διχασμούς. Και ο προσωπικός του αγιασμός θα εμφανίσει την αγάπη του Θεού πάνω στον κόσμο. Αν έχουμε κάποιον άλλο σκοπό στη ζωή μας που είναι πάνω από αυτό, ας το βρούμε… Δεν έχουμε τίποτε, παρά μόνο αυτό! Και η ζωή μας τώρα υπάρχει γιατί υπάρχει η Πεντηκοστή, γιατί υπάρχει η Εκκλησία, και άλλο τίποτε δεν υπάρχει παρά μόνο αυτό. Χωρίς αυτό, όλα τα άλλα είναι σκύβαλα και όλα τα άλλα είναι σκουπίδια: να λοιπόν, η αγάπη του Θεού να αποκαλύπτεται και εμείς να παραμένουμε κοιμισμένοι μπροστά της.

Να ευχηθούμε αυτή η Πεντηκοστή να αποτελέσει ένα πιθανώς καινούργιο έναυσμα. Για μια δυναμική στάση μπρος στα πράγματα του κόσμου. Για μια στάση η οποία θα δώσει ηχηρές απαντήσεις, χαστούκια πραγματικά, βία ακατανόητη για τον κόσμο.  Αν οι χριστιανοί είμαστε αληθινοί και αν κάτι ακόμη νομίζουμε ότι έμεινε να πούμε στον κόσμο.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Σαββάτῳ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Σαββάτῳ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου. 
ΚΑΤΑ τὸ Σάββατον τοῦτο, ὅπερ προηγεῖται τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, ἐθέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἵνα ἐπιτελῶμεν μνήμην πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων ἀνθρώπων, καθὼς τοῦτο διέταξαν νὰ γίνεται καὶ κατὰ τὸ Σάββατον πρὸ τῶν Ἀπόκρεως. Προσέταξαν δὲ τοῦτο ὑπὸ φιλανθρωπίας κινούμενοι, ἵνα καὶ ὅσοι δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν δὲν ἔτυχον τῶν κατὰ μέρος συνήθων μνημοσύνων συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ ταῦτα. Ταύτην δὲ τὴν περὶ τῶν μνημοσύνων διάταξιν παρέλαβον οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κατὰ παράδοσιν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, οἵτινες ἐδίδασκον «ὅτι τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γινόμενα μεγάλην προξενοῦσιν ὠφέλειαν εἰς αὐτούς», καθὼς τοῦτο φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν (Βιβλ. η’, Κεφ. μβ’ 42). Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ διατὶ ἐπιτελοῦμεν τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μνημόσυνα· διετάχθη δὲ παρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἵνα ταῦτα ἐπιτελοῦμεν καὶ κατὰ τὴν σήμερον, ἐπειδὴ αὔριον μέλλομεν νὰ ὑποδεχθῶμεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα καὶ ἐπειδὴ ἐκτενῶς ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς Κύριον δεόμεθα ἵνα καταπέμψῃ καὶ ἡμῖν τὸ Πανάγιον Αὐτοῦ Πνεῦμα καὶ φωτίζῃ καὶ στηρίζῃ ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν τήρησιν τῶν ἐντολῶν καὶ καθοδηγῆ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς αἰωνίου ζωῆς, οὕτω καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἐκτενῶς δεόμεθα ἵνα ἀναπαύσῃ αὐτοὺς εἰς τὰ σκηνώματα Αὐτοῦ τὰ ἀγαπητὰ καὶ παμπόθητα. Τοῦτο δὲ πράττοντες ἀφ’ ἐνὸς μὲν δεικνύομεν τὴν φιλοπατρίαν καὶ φιλαδελφίαν ἡμῶν πρὸς τοὺς κεκοιμημένους πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς αἴσθησιν ἐρχόμεθα τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου τούτου καὶ μεγίστην προσποριζόμεθα τὴν ὠφέλειαν ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, διότι τίποτε ἄλλο δὲν ἐγείρει περισσότερον τοὺς ραθύμους εἰς μετάνοιαν ὅσον ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τίποτε ἄλλο δὲν φέρει περισσότερον εἰς ἡμᾶς τὴν μνήμην τοῦ θανάτου ὅσον ἡ ἐνθύμησις τῶν φιλτάτων μας προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκοιμήθησαν τὸν αἰώνιον ὕπνον.

Περί μνήμης θανάτου

 
ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ 
Περί μνήμης θανάτου 
1.Πρίν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου. 
2.Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3.Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια. 
4.Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5.Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6.Η μνήμη του θανάτου σ΄ αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζούν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου - αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7.Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου. 
8.Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9.Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνου πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11.Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο» [1]. Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι. 
12.Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφίνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13.Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη. 
14.Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15.Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο. 
16.Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17.Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ.(Ψαλμ.ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18.Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,. Η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19.Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20.Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21.Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους. 
22.Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα. 
23.Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24.Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι. 
25.Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26.Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου». 
Βαθμίς έκτη! 
Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι...

 

Ἦχος πλ. δ´. 
Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὢ τοῦ θαύματος! Τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ, καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστᾶσι τὴν ἀνάπαυσιν.

Ἦχος πλ. δ´.
Θρηνῶ καὶ κλαίω ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατο καὶ δῶ στοὺς τάφους τὴν δική μας ὡραιότητα ποὺ πλάστηκε κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, χωρὶς μορφή, χωρὶς δόξα, χωρὶς εἶδος. Πόσο μεγάλο θαῦμα. Διότι ἔγινε γιὰ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ μυστήριο; Πῶς παραδοθήκαμε στὴν φθορὰ καὶ συζευχθήκαμε μὲ τὸν θάνατο. Ἀλήθεια αὐτὸ ἔγινε μὲ πρόσταγμα Θεοῦ, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ὁ ὁποῖος παρέχει στοὺς μεταστάντας τὴν ἀνάπαυση.

ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΔΩ 

ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


Ο Θρήνος της Κωνσταντινούπολης είναι ένα πεζό κείμενο, ανώνυμου συγγραφέα που αφορά την άλωση της Πόλης. Ο χρόνος της συγγραφής του τοποθετείται μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η γλώσσα του είναι ένας συνδυασμός από δημώδη και αρχαΐζοντα στοιχεία.

Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το γεγονός ότι διασώζει μια παράδοση για τον αυτοκράτορα, που δεν είναι γνωστή από αλλού και αναφέρεται σε μια συνάντηση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου με την Παναγία μέσα στο ναό της. Ο ναός δεν κατονομάζεται, αλλά μπορεί να υποτεθεί ότι είναι η εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών. Η Παναγία περίλυπη, επειδή η Πόλη πάσχει, θυμίζει στο βασιλιά ότι πολλές φορές στο παρελθόν μεσίτευσε στο Θεό για να σωθεί η πόλη από επιδρομείς. Όμως, αυτή τη φορά η απόφαση του Θεού είναι αμετάκλητη. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται έρχονται ως επακόλουθο των αμαρτιών του λαού και δεν είναι εφικτό να ανατραπούν. Προτρέπει, λοιπόν, τον αυτοκράτορα να παραδώσει το στέμμα της βασιλείας του για να το φυλάει η ίδια, μέχρι να έλθει άλλος ηγέτης να το παραλάβει. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος υπακούει και καταθέτει το στέμμα και το σκήπτρο του πάνω στην Αγία Τράπεζα. Με δάκρυα ομολογεί την προσωπική του ευθύνη για αυτά που υφίσταται η Πόλη και αποφασίζει να αγωνιστεί μέχρι θανάτου για την υπεράσπισή της. Η μορφή της Παναγίας και των αγγέλων της εξαφανίζονται. Παράλληλα, εξαφανίζονται το στέμμα και το σκήπτρο, τα οποία θα τα φυλάει η Θεοτόκος, μέχρι να παραδοθούν σε κάποιον μελλοντικό βασιλιά.

Το κείμενο κλείνει με την περιγραφή του θανάτου του βασιλιά. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του δόθηκε στον σουλτάνο. Σε όλες τις περιγραφές των τελευταίων στιγμών του αυτοκράτορα υπάρχει συμφωνία ως προς το ότι πολέμησε ως απλός στρατιώτης, όπως συμβαίνει και στο παρόν κείμενο. Σε άλλες αναφέρεται ότι ο βασιλιάς σκοτώθηκε, αλλά δεν ήταν εύκολη η αναγνώρισή του. Το γεγονός ότι δεν είναι με σαφήνεια γνωστό τί απέγινε, αποτέλεσε αφορμή για να διαμορφωθούν διάφοροι θρύλοι, ότι δηλαδή κοιμάται και, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα ξυπνήσει για να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Ο λαός, που συγκλονίστηκε ύστερα από την Άλωση, αρεσκόταν να πιστεύει σε τέτοιου είδους δοξασίες, ώστε να διατηρείται ζωντανή η ελπίδα του για την ανακατάληψη της Πόλης.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

δὲ ἐλεεινὸς βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, καθὼς ἐμπῆκαν οἱ Τοῦρκοι τὸ μέρος τοῦ Ἀγίου Ῥωμανοῦ, ἐπεριπάτει ἀπὸ τὰ τείχη καὶ ἔβλεπε διὰ τοὺς ἐχθρούς. Εἶχε καὶ μετ’ αὐτοῦ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας καὶ πρὸς τὸ δεξιὸν μέρος ἦτον ἕνας ναός τῆς Ὑπεραγίας, καὶ θεωρεῖ ὁ βασιλεὺς μίαν βασίλισσαν ὁποῦ ἔρχονταν ἀπὸ ἔξω μὲ πολλοὺς εὐνούχους καὶ ἐμπῆκε μέσα εἰς τὸν ναόν. Ὑπῆγε γοῦν καὶ ὁ βασιλεὺς μὲ τοὺς ἄρχοντας νὰ ἰδοῦν τι βασίλισσα ἦτον ἐκείνη ὁποῦ ἐμπῆκεν εἰς τὸν ναὸν ἐκεῖνον, καὶ ἐμπῆκαν μέσα. Ἡ δὲ βασίλισσα ἄνοιξε τὴν ὡραίαν πύλην καὶ ἐμπῆκε μέσα, καὶ ἐκάθησεν εἰς τὸ ἱερὸν σύνθρονον καὶ ἔδειξε σχῆμα λυπητικόν. Τότε ἄνοιξε τὸ ὑπεράγιον αὐτῆς στόμα καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα· 
«φόντις μοῦ ἐπαράδοσαν ταύτην τὴν ταλαίπωρον Πόλιν, πολλαῖς φοραῖς τὴν ἐγλύτωσα ἀπὸ ὀργαῖς θεϊκαῖς· ἀλλὰ καὶ τώρα ἐπαρακάλεσα τὸν υἱόν μου καὶ θεὸν, καὶ ὅμως ἔγινε ἀπόφασις, ὅτι νὰ παραδοθῆτε εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀλλοτρίων, διότι αἱ ἀμαρτίαι τοῦ λαοῦ ἄναψαν τὸν θυμὸν τοῦ θεοῦ. Καὶ λοιπὸν ἄφες τὸ στέμμα τῆς βασιλείας ἐδῶ νὰ τὸ φυλάγω, ἕως νὰ εὐδοκήσῃ ὁ θεὸς νὰ ἔλθῃ ἄλλος νὰ τὸ παραλάβῃ, καὶ σὺ ὕπαγε νὰ ἀποθάνῃς, ὅτι ἔτζι ὤρισεν ὁ θεός»
Καὶ ὡς ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς, ἔγινε περίλυπος, καὶ ἔβγαλε τὸ στέμμα τῆς βασιλείας καὶ τὸ σκῆπτρον ὁποῦ ἐβάστα εἰς τὸ χέρι, καὶ τὰ ἔβαλεν ἐπάνω εἰς τὴν ἁγίαν τράπεζαν· καὶ ἐστάθη μετὰ δακρύων καὶ εἶπεν· 
« δέσποινά μου, ἐπειδή διὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἐξεγυμνώθηκα τὴν τιμὴν τῆς βασιλείας καὶ χάνω καὶ τὴν ζωήν μου, ἰδοὺ παραδίδωμι καὶ τὴν ψυχήν μου εἰς χεῖράς σου, καθώς σε ἐπαρέδωκα καὶ τὸ στέφος τῆς βασιλείας»
Τότε ἀπεκρίθη ἡ κυρία τῶν ἀγγέλων· 
«Κύριος ὁ θεὸς νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ψυχήν σου μετὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ»
Ὁ δὲ βασιλεὺς ἔβαλε μετάνοιαν, καὶ ὑπῆγε νὰ φιλήσῃ τὸ γόνυ αὐτῆς, καὶ ἐκείνη ἔγινεν ἄφαντος μετὰ τῶν εὐνούχων, οἵτινες ἦσαν οἱ ἄγγελοι. Ἀλλὰ οὐδὲ τὸ στέμμα οὐδὲ τὸ σκῆπτρον εὑρέθησαν ἐκεῖ ὁποῦ τὸ ἄφησε, διότι τὸ ἐπῆρεν ἡ κυρία Θεοτόκος νὰ τὸ φυλάγῃ ἕως οὗ νὰ γένῃ ἔλεος εἰς τὸ ταλαίπωρον γένος τῶν Χριστιανῶν. Ταῦτα ἐξηγήθησάν τινες Χριστιανοὶ ὕστερον, παρόντες ἐκεῖ ὅπου εἶδαν τὸ θαῦμα. Τότε ἐβγῆκε ὁ βασιλεὺς γεγυμνωμένος τῆς βασιλείας, καὶ ὑπῆγε μετὰ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ, βλέποντες ἀπὸ τὰ τείχη τοὺς ἐχθρούς· καὶ ἐσύναξαν καὶ ἐσυναπαντήθη μὲ μερικοὺς Τούρκους, καὶ, δώσας πόλεμον μετ’ αὐτῶν, ἐνικήθη, καὶ ἔκοψαν αὐτὸν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ, καὶ ἤφεραν τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐλεεινοῦ βασιλέως εἰς τὸν σουλτάνον καὶ ἐχάρη μεγάλως. 
cityculture.gr 
γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης*

*Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Για ένα πιάτο φακές...


VP VI 4,31 
Στην περιοχή των Κελλίων  υπήρχε ένας αδελφός που, όταν τελείωνε η Θεία Λειτουργία και ο ιερέας αποχαιρετούσε το εκκλησίασμα, περίμενε να βγουν όλοι οι μοναχοί από την εκκλησία για να τον καλέσουν σε δείπνο. Αλλά μια μέρα, μετά το τέλος της συνάξεως, βγήκε πριν από όλους και έτρεξε στο κελί του. 
Ο ιερέας που τον είδε να το κάνει αυτό, εξεπλάγη. Στο τέλος της εβδομάδας, ο αδελφός επέστρεψε και ο ιερέας του είπε: «Αδελφέ, πες μου την αλήθεια: Σε όλες τις άλλες συνάξεις έμενες ο τελευταίος. Γιατί λοιπόν βγήκες πριν από όλους την τελευταία φορά; » «Δεν ετοίμαζα το γεύμα μου», του είπε ο αδελφός, «και περίμενα να με καλέσει κάποιος για δείπνο. Αλλά στην τελευταία συνάξη, είχα μαγειρέψει λίγες φακές πριν πάω στην εκκλησία: γι' αυτό βγήκα πριν από όλους τους άλλους στο τέλος των Ιερών Μυστηρίων». 
Αφού άκουσε αυτή την απάντηση, ο ιερέας εξέδωσε αυτόν τον κανόνα στην εκκλησία:  
«Αδελφοί, πριν έρθετε στη συνάξη, μαγειρέψτε λίγο. Έτσι θα επιστρέψετε γρηγορότερα στα σπίτια σας».

Δημοφιλείς αναρτήσεις