Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Παιδικές αναμνήσεις από την Μεγάλη Εβδομάδα στην Πόλη - του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου

Παιδικές αναμνήσεις από την Μεγάλη Εβδομάδα στην Πόλη 

του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου   

τα ηχητικά αποσπάσματα εδώ και εδώ 

Η Μεγάλη Εβδομάδα…Η Μεγάλη Εβδομάδα, η πιο μεγάλη από όλες τις εβδομάδες. Μια εβδομάδα ατέλειωτη. Έτσι φαίνεται. Και έχει οκτώ μέρες, μην το ξεχνάτε. Από Κυριακή σε Κυριακή. Μέχρι την ογδόη ημέρα, την ημέρα της Αναστάσεως. Γι’ αυτό είναι εξάλλου μεγάλη πολύ, γιατί σφραγίζεται από την Ανάσταση. Χωρίς την Ανάσταση, τι μεγάλη θα ήταν; Τα αναστημένα είναι μεγάλα και αιώνια.

Όταν έμπαινα, μικρό παιδάκι, μεγαλοβδομαδιάτικα στο ναό της ενορίας μου, στην Πόλη μου την αγαπημένη, για τα μάτια μου συναντούσα πολλά παράξενα πράγματα. Αλλά το πρώτο που συναντούσα (ήμουνα παιδάκι του ιερού), ήταν οι ιερείς που θα έκαναν τις ακολουθίες. Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα, τους περίμενα σκυθρωπούς, κατσούφηδες, έτσι πολύ «βαριά» κατανυκτικούς. Θυμάμαι τώρα μορφές, που περνάνε από το νου μου και από τα μάτια μου, και φυσικά και από την καρδιά μου, ευλογημένων λευϊτών, που ετοιμαζόντουσαν για τις Ακολουθίες Μεγάλης Εβδομάδας. Άνθρωποι χαριτωμένοι –κι εγώ περίμενα μορφές θλιμμένες. 

Κάποια φορά ένας – θαρρείς και ήξερε το λογισμό μου – μου είπε, «Άκουσε εδώ, εμείς εδώ ετοιμαζόμαστε για την Ανάσταση από σήμερα, και επειδή είναι η Ανάσταση, η καρδιά μας είναι γεμάτη από χαρά! Εμείς είμαστε στον Χριστό πάντα μαζί Του, και στον Σταυρό και στην Ανάστασή Του, και δεν μπορούμε τώρα να Τον αφήσουμε μόνο. Μόνο στην Ανάσταση θα είμαστε μαζί Του, και θα χαιρόμαστε; Έτσι λοιπόν, περπατάμε μαζί Του». Μετά έμαθα που αυτή η λέξη λέγεται να «συμπορευθῶμεν» μαζί Του. «Και επειδή ξέρουμε που  αναστήθηκε, πάμε μέχρι την Ανάστασή Του. Και είμαστε χαρούμενοι, γιατί πάμε προς την Ανάστασή Του».

Αυτό δεν κάνουμε αυτή τη βδομάδα; Πάμε προς την Ανάστασή Του. Αυτό δεν κάνουμε σε όλη μας τη ζωή; Προχωρούμε προς την Ανάστασή Του. Δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε θλιμμένοι. Θα έχουμε πάνω μας μια κατανυκτικότητα. Πάνω μας σηκώνουμε τα καρφιά, τα βάρη, τους πειρασμούς, τις δυσκολίες, τη βία, τα οποιαδήποτε πράγματα τα καταστροφικά, τα οποία μας κυνηγούν και μας πειράζουν κάθε μέρα. Αλλά εμείς προχωρούμε, με τον Χριστό όμως, προς την Ανάστασή Του. Και αν προχωρούμε με τον Χριστό προς την Ανάστασή Του, επειδή Εκείνος είναι Αναστημένος, ε, αυτό που είναι τώρα δύσκολο δεν είναι δύσκολο! Γιατί είμαστε με τον Χριστό!

Έτσι νιώθω τη Μεγάλη Εβδομάδα. «Συμ-πορευθώμεν» και «συ-σταυρωθώμεν» και «ανυψωθώμεν», και όλα αυτά… Μαζί με τον Χριστό. Έτσι να περάσετε τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μα τι σας λέω τώρα; Έτσι να περάσετε όλη σας τη ζωή. Η ζωή μας είναι μια Μεγάλη Εβδομάδα, ουσιαστικά. Μια πολύ μεγάλη Μεγάλη Εβδομάδα. Και συμ-πορευόμεθα και συ-σταυρούμεθα μαζί Του, μέχρι να φτάσουμε στην οριστική Ανάσταση. 

Σε ευχαριστώ παπά Λευτέρη, γιατί μου είχες πει εκείνη την κουβέντα. Γιατί δεν ήσουν θλιμμένος μέσα στην Ακολουθία του Νυμφίου. Σε ευχαριστώ πολύ! Με έμαθες τι σημαίνει Ανάσταση και με έμαθες να ζω. Να είναι αιωνία σου η μνήμη, πραγματικά![1]

***

Μεγάλη Εβδομάδα. Πάντα η Μεγάλη Εβδομάδα είναι κάτι σπουδαίο για τη ζωή μας. Για όλους μας. Για τα παιδιά, για τους μεγάλους, για τους μικρούς. Για όλους, πολύ μεγάλη η Μεγάλη Εβδομάδα.

Εκεί στο ιερό, που ως παιδάκι διακονούσα, είχαμε χώρο άπλετο για να τρέξουμε πέρα δώθε. Πολύ μεγάλο το ιερό, μικροί εμείς και μας θύμιζε μια απέραντη παιδική χαρά. Ατέλειωτες βόλτες μέσα στο ιερό, στον περίβολο τη Μεγάλη Εβδομάδα. Πολλές αταξίες, που έδειχναν πως δεν ενοχλούσαν τον πολιό πρεσβύτη που λειτουργούσε και διακονούσε αυτόν το ναό. Κι όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, ενοχλείτο στις «ακολουθίες» μας.

Ήτανε Μεγάλη Πέμπτη. Πρωία, αν δεν κάνω λάθος κι ο γέροντας ετοίμαζε τον Εσταυρωμένο, που το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης θα Τον περιέφερε για να δουν οι πιστοί και να μιμηθούν τον Χριστό μας και την  ταπείνωσή Του. Παιδάκια εμείς, είδαμε τον γέροντα να κατεβάζει τον Εσταυρωμένο από τη θέση Του πίσω στην Αγία Τράπεζα και να Τον εναποθέτει στην άκρη.

Του είπαμε:

«Γιατί κατεβάζεις τον Χριστό κάτω;»

Μας είπε:

«Θα Τον πάρω και θα φύγουμε».

«Πού θα πας;»

«Ε, δεν μπορώ να μένω εδώ πέρα μαζί Του. Κάνετε τόση φασαρία που αποφάσισα να Τον πάρω και να φύγουμε».

«Μα πού θα πας;»

«Θα φύγουμε. Εδώ δεν σας αντέχουμε εσάς».

Όλοι συγχυστήκαμε.

«Σε παρακαλούμε! Μην Τον πάρεις! Μείνετε εδώ μαζί μας! Καλά περνάμε εδώ…»· εκείνος δεν περνούσε καλά μαζί μας. Επέμενε ο γέροντας:

«Εγώ απόψε βράδυ φεύγω με τον Χριστό!» 

Πέσαμε στα πόδια του. Δεν έπρεπε να φύγει αυτός με τον Χριστό! Τι έπρεπε να κάνουμε;

Είπαμε στο γέροντα:

«Πες μας τι να κάνουμε για να μην πάρεις τον Χριστό απόψε και φύγεις και μείνουμε μόνοι εδώ πέρα μέσα!»

«Ένα πράγμα να κάνετε».

«Τι είναι αυτό; του είπαμε.

«Να μοιάξετε του Χριστού».

«Τι να κάνουμε;»

 «Κοιτάξτε Τον», λέει, «είναι σταυρωμένος».

Τον κοιτάξαμε και δεν μας έλεγε πολλά. Ήταν σταυρωμένος, εμείς δεν θέλαμε να είμαστε σταυρωμένοι…

«Και πώς να γίνουμε σαν και αυτόν;»

«Να τον αγαπάτε» μας είπε. «Να αντέχετε τους άλλους. Και να σέβεστε τους άλλους και το χώρο που βρισκόμαστε εδώ πέρα. Και εμένα και τους πιστούς που διακονούν το ναό».

«Αυτό είναι όλο;» είπαμε.

«Φυσικά. Αν σέβεσαι τους άλλους και τους αγαπάς, αυτό αρχίζει την ταπείνωση. Και ο Χριστός μας αυτό κάνει. Αν λοιπόν κάνετε αυτό που σας λέω τώρα, εγώ δεν θα φύγω με τον Χριστό απόψε βράδυ από το ναό». 

Ο γέροντας δεν έφυγε. Εμείς σίγουρα συνεχίσαμε την πορεία μας. Αλλά μάθαμε τι σημαίνει Μεγάλη Εβδομάδα. Και τι σημαίνει Χριστός. Και τι σημαίνει αναμέτρηση μαζί Του. Μπας και φύγει ο Χριστός και Τον χάσουμε! Και τότε προκαλείσαι σε αυτό δεν υπάρχει στον κόσμο χωρίς τον Χριστό. Αυτό που λείπει είναι, ακριβώς, ο Χριστός ο σταυρωμένος και η ταπείνωσή Του. Το μόνο ελλείπον από έναν κόσμο που έχει πλεονάζουσες δομές και πλεονάζοντα στοιχεία ζωής. Αυτό μόνο λείπει. Μήπως και μας φύγει ο Χριστός, και δεν έχουμε τον άλλο τρόπο ζωής. Αυτό είναι η μεγάλη ευχή και αυτό είναι ο μεγάλος φόβος!

Μια ολόκληρη εβδομάδα θα περάσουμε όλοι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι κοντά στην Εκκλησία μας, παίρνοντας μηνύματα καρδιακά και μηνύματα ταπεινώσεως και σταυρικής ταπεινώσεως. Πώς θα αντιμετωπίσουμε τα γεγονότα στην πράξη της ζωής μας, στον πόνο, στην δυσκολία, στον πειρασμό, στο διωγμό; Θα κάνουμε εκείνο που κάνει Εκείνος;

Ή μήπως θα μας πει Εκείνος: «Αφού δεν με αγαπάτε τόσο πολύ για να σταυρωθείτε, να κάνω ένα περίπατο σε εκείνους που θα μπορούσαν να με αγαπήσουνε»… 

«…καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος…» Μή γένοιτο! Πορεία μες στην Μεγάλη Εβδομάδα, πορεία μέσα στην ταπείνωση[2]

 

[1]Από τον επίλογο της εκπομπής Ράδιο-Παράγκα, Κυριακή των Βαΐων 16 Απριλίου του 1995.

[2]Από τον επίλογο της εκπομπής Ράδιο-Παράγκα, Κυριακή των Βαΐων 20 Απριλίου 1997. 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ



Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ 

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ 

Όπως κάθε εκκλησιαστική εορτή, έτσι και η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα έχει τη δική της λειτουργική εικόνα: είναι η εικόνα του Νυμφίου. Η εικόνα αυτή, ανάλογα με το λειτουργικό περιεχόμενο της ημέρας, μπορεί ν’ αναπαριστά τον Νιπτήρα(Μ. Τετάρτη),τον Εσταυρωμένο (Μ. Πέμπτη),την Αποκαθήλωση (Μ. Παρασκευή) ή την Εις Άδου Κάθοδο (Μ. Σάββατο κ.ε.). Όλα αυτά όμως τα γεγονότα συνοψίζονται δημιουργικά στην κατεξοχήν εικόνα του Νυμφίου, που φέρει τον τίτλο «Η Άκρα Ταπείνωσις».  
Ο εικονογραφικός αυτός τύπος αντανακλά μία συγκεκριμένη θεολογική θεώρηση. Ο αγιογράφος μέσα στον νεκρό άνθρωπο βλέπει έναν τέλειο Θεό. Αυτό το αποδίδει με τη γαλήνη του προσώπου, αλλά και τη δυναμικότητα της τεχνοτροπίας. Τίποτα δεν θυμίζει φυσικό, σταυρικό θάνατο, σκέτα ανθρώπινο, αλλά ένα θάνατο «μυστήριο». Η παράλογη -κατά τους φυσικούς νόμους- όρθια στάση του νεκρού Ιησού κρύβει μέσα της μία κίνηση, μία ενέργεια.  
Ο αναπαριστώμενος δεν εγκλωβίζεται μέσα στα σωματικά όρια. Ο Ιησούς της «Άκρας Ταπεινώσεως» δεν μοιάζει σ’ ένα πτώμα, αλλά σε κάποιον που έχει αποκοιμηθεί. Από τη μια μεριά εικονίζεται χωρίς συγχύσεις ένας τέλειος άνθρωπος με σάρκα και οστά, ενώ από την άλλη, αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά πλάθονται με τρόπο που να ενώνονται αδιαίρετα και να μας δείχνουν ότι συγχρόνως είναι κι ένας τέλειος Θεός.
Στην εικόνα της Καστοριάς (12ου αι.) η δυναμική γραμμικότητα της τεχνοτροπίας στα μαλιά και τα γένια, στα χαρακτηριστικά του προσώπου, μας υπογραμμίζει τη θεότητα της μορφής. Ιδιαίτερα ο διακοσμημένος σταυρός μέσα στο φωτοστέφανο. Παρ’ ότι ο Χριστός βρίσκεται μπροστά από τον Σταυρό, ο σταυρός στο φωτοστέφανο δεν αποτελεί στοιχείο πλεονασμού, αλλά σημαίνει την ένωση θείας και ανθρώπινης βούλησης στο Πρόσωπό Του, σημαίνει την αγάπη του Θεανθρώπου να πεθάνει υπέρ της σωτηρίας του κόσμου, αγάπη σταυρική. 
Η εικόνα του Νυμφίου Τον παριστάνει νεκρό μπροστά στον Σταυρό, με κλειστά μάτια, φέροντας την επιγραφή η Άκρα Ταπείνωσις. Η ταπείνωση όμως του Χριστού δεν πρέπει να θεωρηθεί υπό το πρίσμα του ευσεβισμού ή του ηθικισμού. Η ταπείνωση του Νυμφίου έχει σχέση με τον τρόπο ύπαρξής Του κι όχι με κάποιες ηθικές πράξεις. Η ταπείνωση στον Χριστό αποτελεί υποστατική ιδιότητα, δηλαδή κάτι συνυφασμένο με το πρόσωπό Του, που μας αποκαλύπτει πώς είναι ο Θεός. 
Λέμε, ότι ο Θεός έλαβε μορφή δούλου κι έφθασε μέχρι τον σταυρικό θάνατο. Για ποιο λόγο; Επειδή ο άνθρωπος με δική του πρωτοβουλία, ελεύθερα, αρνήθηκε την ένωσή του με τον Θεό κι έγινε δέσμιος της κτιστής του φύσης, υποτάχθηκε στον θάνατο. Ως θνητός δεν είχε καμία δυνατότητα να ξεπεράσει τον θάνατο και να σωθεί από την φθορά. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί κάποιος, ο οποίος ελεύθερα να ενώσει και πάλι τον θνητό άνθρωπο με τον αθάνατο Θεό και να τον σώσει. Η μόνη δυνατότητα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Η σωτηρία μας έπρεπε να περάσει μέσα από την προσωπική ελευθερία, το ναι εκείνο της προαίρεσης. 
Ο Υιός του Θεού, αναλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, συγκατατίθεται ελεύθερα στη θέληση του Πατρός· όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος δέχεται ελεύθερα τον σταυρικό θάνατο. Η ελευθερία αυτή φαίνεται στην αγωνία της Γεσθημανή, όταν υπακούοντας στον Πατέρα λέγει: «πλήν μη το εμόν γινέσθω θέλημα». Ως τέλειος άνθρωπος αγωνιά μπροστά στον θάνατο, όμως δεν είναι μόνος· ως τέλειος Θεός είναι ενωμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, το οποίο Του συμπαρίσταται σ’ όλη εκείνη την πορεία μέσα στην ανθρώπινη φθορά και Τον λυτρώνει από τις συνέπειές της. Έτσι λοιπόν και το ανθρώπινο θέλημα ακολουθεί το θείο, εφόσον ο Χριστός συγκατατέθηκε ως Πρόσωπο. Όμως, αν δεν αγαπάς, δεν κόβεις το δικό σου θέλημα, δεν υπακούς στο θέλημα του άλλου, αλλά και για ν’ αγαπήσεις, πρέπει να είσαι ελεύθερος. Η αγάπη δεν μπορεί να γεννηθεί έξω από την ελευθερία, όπως και η ελευθερία έξω από την αγάπη. Έτσι η υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα είναι έκφραση της αγάπης Του, είναι κίνηση ενός ελεύθερου Προσώπου. 
Η κύρια έκφραση της ταπείνωσης του Θεού είναι η Άκρα Ταπείνωσις, η οποία εμφανίζεται πάνω στο Σταυρό. Είναι ο σταυρικός θάνατος του Χριστού, η απόλυτη αγάπη που μόνο ο Θεάνθρωπος κατέχει. Ωστόσο, η προσφορά της σταυρικής θυσίας έχει εδώ κάτι παραπάνω από το στοιχείο της αγάπης του Υιού προς τον Πατέρα και αντιστρόφως· είναι η αγάπη του Θεού και Πατρός προς τον κόσμο Του, είναι η προσφορά του Υιού Του ως βάση για την κατά χάριν υιική, προσωπική σχέση μας με τον Πατέρα. Είναι μία μυστηριακή πράξη, μια λειτουργία, ένα μυστήριο. Για τον λόγο αυτό, όσο κι αν κενούται ο Υιός του Θεού «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού», διατηρεί την υπερβατικότητά Του... 
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής θεώρησης του Νυμφίου είναι η επιγραφή, ο Βασιλεύς της Δόξης. 
Πώς είναι δυνατόν ο ζωγράφος να βλέπει στο Πρόσωπο του νεκρού, αθώου αλλά και ταπεινωμένου Ιησού τον Βασιλιά της δόξας; Φυσικότερο θα ήταν να δανειστεί μία εικόνα της κοσμικής εξουσίας, όπως ο βασιλικός θρόνος κι όχι την εικόνα του σταυρικού θανάτου. Η θεώρηση αυτή ταυτίζεται με την ίδια την Ορθοδοξία. Αν η σταυρική θυσία έχει λυτρωτική σημασία για τον άνθρωπο, είναι γιατί πάνω στον Σταυρό ο θάνατος καταπατήθηκε. Η Ανάσταση μ’ άλλα λόγια αποκαλύπτει και συνεχίζει τη νίκη του Σταυρού. Η βασιλική δόξα του Χριστού δεν είναι μια αντανάκλαση της θεϊκής Του φύσης αλλά το αναστάσιμο γεγονός της θέωσης του ανθρώπου. Ως θεάνθρωπος ανέστησε την ανθρώπινη φύση καταλύοντας τον έσχατο εχθρό του ανθρώπου, δηλαδή τον θάνατο, γι’ αυτό είναι Βασιλιάς της δόξας (του Θεού). Η Ανάσταση συντελείται πάνω στο Σταυρό, ακριβώς τη στιγμή που ακολουθεί το τετέλεσται, γι’ αυτό και η δύναμη της Ανάστασης είναι «δύναμη του Σταυρού». Να γιατί ο Κύριος εικονίζεται στις παραστάσεις της Εις Άδου Καθόδου να κρατά τον Σταυρό. 
Ο Χριστός, επομένως, της Άκρας Ταπείνωσης είναι ο αναστημένος Χριστός, ο Βασιλεύς της Δόξης. Ο Θεάνθρωπος δεν νικά τον θάνατο λόγω της θεϊκής Του φύσης, γιατί ήταν Θεός, αλλά γιατί ως Πρόσωπο είναι αδιαίρετα ενωμένος με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα. Ο Θεός Πατήρ ανιστά τον Υιό Του δια του Αγίου Πνεύματος. Ανασταίνεται, λοιπόν, ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος, όπως δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος λαμβάνει σάρκα στη μήτρα της Θεοτόκου κι έτσι μαζί μ’Εκείνον ανασαίνεται και ολόκληρη η ανθρωπότητα. 
Η εμπειρία αυτή καθορίζει την Ορθοδοξία. Το Άγιον Πνεύμα επομένως είναι Εκείνο που μας ελευθερώνει από την φθαρτότητα της φύσης μας και μας θεώνει. Το Άγιον Πνεύμα μας κάνει θεούς κατά χάριν καθιστώντας το ιστορικό σώμα του Χριστού, μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.

Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη


Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη 
Schmemann Alexander
Protopresbyter (1921-1983) 
Αὐτὲς οἱ τρεῖς ἡμέρες, τὶς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει Μεγάλες καὶ Ἅγιες, ἔχουν, μέσα στὸν λειτουργικὸ κύκλο τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἕναν καθοριστικὸ σκοπό. Τοποθετοῦν ὅλες τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες στὴν προοπτική τοῦ Τέλους· μᾶς ὑπενθυμίζουν τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τοῦ Πάσχα. 
Συχνὰ, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα χαρακτηρίζεται σὰν περίοδος γεμάτη μὲ «ὡραιότατες παραδόσεις» καὶ «ἔθιμα», σὰν ξεχωριστὸ τμῆμα τοῦ ἑορτολογίου μας. Τὰ ζοῦμε ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴν παιδική μας ἡλικία, σὰν ἕνα ἐλπιδοφόρο γεγονὸς ποὺ γιορτάζουμε κάθε χρόνο, θαυμάζουμε τὴν ὀμορφιὰ τῶν ἀκολουθιῶν, τὶς ἐπιβλητικὲς πομπὲς καὶ προσβλέπουμε μὲ κάποια ἀνυπομονησία στὸ Πασχαλινὸ τραπέζι… Καὶ ὕστερα, ὅταν ὅλα αὐτὰ τελειώσουν, ξαναρχίζουμε τὴν κανονική μας ζωή. 
Ἀλλὰ, ἄραγε, καταλαβαίνουμε πὼς, ὅταν ὁ κόσμος ἀρνήθηκε τὸν Σωτήρα του, ὅταν ὁ Ἰησοῦς «ἤρξατο ἀδημονεῖν» καὶ ἔλεγε: «περίλυπος ἐστὶν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» καὶ ὅταν πέθανε στὸ Σταυρό, τότε ἡ «κανονικὴ ζωή» σταμάτησε; Δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρξει «κανονικὴ ζωή», γιατί ἀκριβῶς, αὐτοὶ ποὺ φώναζαν «Σταὺρωσον Αὐτόν!», αὐτοὶ ποὺ Τὸν ἔφτυναν καὶ Τὸν κάρφωναν στὸ Σταυρὸ, ἦταν… «κανονικοὶ ἄνθρωποι». Τὸν μισοῦσαν καὶ Τὸν σκότωσαν, ἀκριβῶς γιατί τοὺς τάραξε, τοὺς χάλασε τὴν «κανονική» ζωή τους. Καὶ ἦταν, πραγματικὰ, ἕνας τέλεια «κανονικός» κόσμος, αὐτὸς ποὺ προτίμησε τὸ σκοτάδι καὶ τὸ θάνατο ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴ ζωή… Μὲ τὸ θάνατο, ὅμως, τοῦ Χριστοῦ, ὁ «κανονικός» κόσμος καὶ ἡ «κανονικὴ» ζωὴ καταδικάστηκαν ἀμετάκλητα. Ἢ μᾶλλον, θὰ λέγαμε, ὅτι ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀληθινή, ἡ ἀνώμαλη φύση τους, ἡ ἀνικανότητά τους νὰ δεχθοῦν τὸ Φῶς· ἀποκαλύφθηκε ἡ τρομερὴ δύναμη τοῦ κακοῦ μέσα τους. «Νῦν κρίσις ἐστὶν τοῦ κόσμου τούτου· νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω» (Ἰω. 12, 31). 
Τὸ Πάσχα σημαίνει τὸ τέλος «αὐτοῦ τοῦ κόσμου». Μὲ τὸ Θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συντελέστηκε αὐτὸ τὸ τέλος, ποὺ μπορεῖ νὰ διαρκέσει ἑκατοντάδες αἰῶνες, χωρὶς νὰ ἀλλοιώνει τὴ φύση τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖο ζοῦμε σὰν «ἔσχατο καιρό». «Καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου» (Α΄ Κορ. 7, 31). 
Ἡ λέξη Πάσχα σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Ἡ γιορτὴ τῆς Διάβασης (Πάσχα) ἦταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους ἡ ἐτήσια ἀνάμνηση ὅλης τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας τους· τῆς σωτηρίας σὰν πέρασμα ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Αἰγυπτίων στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἐξορία στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ἦταν, ἐπίσης, ἡ προσδοκία τῆς τελικῆς διάβασης στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε ἡ ἐκπλήρωση αὐτοῦ τοῦ Πάσχα, ἔγινε τὸ Πέρασμα. Αὐτὸς πραγματοποίησε τὴν τελικὴ διάβαση ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ, ἀπὸ τοῦτο τὸν «παλαιὸ κόσμο» στὸν «καινὸ κόσμο», στὸν «καινὸ χρόνο» τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς ἔδωσε καὶ σέ μᾶς τὴ δυνατότητα γιὰ μία τέτοια διάβαση. Ζώντας «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ», μποροῦμε ταυτόχρονα νὰ μὴν εἴμαστε «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», δηλαδὴ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ στὸ θάνατο καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ συμμετέχουμε στὸν «ἐπερχόμενο αἰῶνα». Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ, θὰ πρέπει καὶ ἐμεῖς ἐπίσης νὰ πραγματοποιήσουμε τὴ δική μας, τὴν προσωπικὴ διάβαση · νὰ καταδικάσουμε τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ μέσα μας, νὰ «ἐνδυθοῦμε» τὸν Χριστὸ - αὐτὸ δηλαδὴ, ποὺ γίνεται στὸ βάπτισμα μὲ τὴν τριπλῆ κατάδυση καὶ ποὺ εἶναι σύμβολο θανάτου - καὶ νὰ ζήσουμε τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ἐν Θεῷ… 
Μόνον ἔτσι, τὸ Πάσχα δὲν γίνεται μία ἐτήσια ἀνάμνηση - ἱεροπρεπὴς καὶ ὡραῖα - γεγονότων τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ εἶναι τὸ Γεγονὸς, πού μᾶς προσφέρθηκε καὶ ἀποτελεσματικά μᾶς ἀποκαλύπτει, ὅτι ὁ παρὼν κόσμος μας, ὁ χρόνος μας, ἡ ζωή μας ἔφτασαν στὸ Τέλος τους καὶ ταυτόχρονα μᾶς ἀναγγέλλει τὴν Ἀρχὴ τῆς νέας ζωῆς… 
Οἱ τρεῖς, λοιπόν, πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἔχουν σὰν σκοπὸ νὰ μᾶς παρουσιάσουν, σὰν πρόκληση, αὐτὸ τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τοῦ Πάσχα καὶ νὰ μᾶς προετοιμάσουν νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ τὸ ἀποδεχτοῦμε.Ἡ ἐσχατολογικὴ αὐτὴ πρόκληση ἀποκαλύπτεται πρῶτα-πρῶτα μὲ τὸ κοινὸ, καὶ γιὰ τὶς τρεῖς ἡμέρες, τροπάριο: 
«Ἰδοὺ, ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὐρήσει γρηγορούντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὅν εὐρήσει ραθυμούντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἴνα μὴ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς καὶ τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς · ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς»
Τὸ «μέσον τῆς νυκτός» (μεσονύκτιο) εἶναι ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἡμέρα φτάνει στὸ τέλος της καὶ μία νέα ἡμέρα ἀρχίζει. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ, τὸ μεσονύκτιο γίνεται τὸ σύμβολο τοῦ χρόνου, στὸν ὁποῖο ζοῦμε σὰν χριστιανοί. Γιατί ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ, ζεῖ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, συμμετέχοντας στὶς ἀδυναμίες του καὶ σ’ ὅλες τὶς τραγωδίες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ, ἡ ἀληθινή της ὕπαρξη δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», γιατί εἶναι ἡ Νύμφη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀποστολὴ της εἶναι νὰ ἀναγγείλει καὶ νὰ ἀποκαλύψει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν «καινὴ ἡμέρα». Ἡ ζωὴ της εἶναι μία αἰώνια ἀναμονή, μία συνεχὴς καὶ ἄγρυπνη προσδοκία αὐτῆς τῆς νέας Ἡμέρας… Ἀλλὰ ἐμεῖς ξέρουμε πολὺ καλὰ, πόσο ἰσχυρὸς εἶναι ὁ δεσμός μας μὲ τὴν «παλαιὰ ἡμέρα», μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὰ πάθη του καὶ τὶς ἁμαρτίες. Ξέρουμε, πόσο βαθιὰ ἀκόμα ἀνήκουμε στὸν «κόσμο τοῦτο». Εἴδαμε τὸ φῶς, γνωρίσαμε τὸν Χριστό, ἀκούσαμε γιὰ τὴν εἰρήνη, τὴ χαρά, τὴ νέα «ἐν Χριστῷ ζωή» καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ κόσμος μᾶς κρατάει σκλάβους του. Αὐτὴ ἡ ἀδυναμία, αὐτὴ ἡ συνεχὴς προδοσία τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ ἀνικανότητα νὰ δώσουμε ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη μας στὸ μόνο πραγματικὸ ἀντικείμενο ἀγάπης, ἐκφράζονται τέλεια στὸ ἐξαποστειλάριο τῶν τριῶν αὐτῶν ἡμερῶν: 
«Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἴνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσον με» Τὸ ἴδιο θέμα παρουσιάζεται στὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων (ὡς τὸ Ἰω. 13, 31) διαβάζεται στὶς Ὧρες (πρώτη, τρίτη, ἕκτη καὶ ἐννάτη). Αὐτὴ ἡ ἀνακεφαλαίωση δείχνει, ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς καὶ τῆς διακονίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δίνει τὸ κλειδὶ γιὰ τὴ βαθύτερη κατανόηση αὐτῆς τῆς ζωῆς. Καθετὶ στὸ Εὐαγγέλιο ὁδηγεῖ σ’ αὐτὴ τὴν ἔσχατη ὧρα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ὅλα γίνονται κατανοητὰ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ φῶς. Γι’ αὐτὸ, κάθε ἀκολουθία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἔχει εἰδικὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα: 
Μεγάλη Δευτέρα 
Στὸν Ὄρθρο, διαβάζεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (21, 18- 43) ἡ ἱστορία τῆς «ξηρανθείσης συκῆς». Ἡ συκιὰ ἐδῶ εἶναι τὸ σύμβολο τοῦ κόσμου, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ φέρει πνευματικοὺς καρποὺς καὶ ἀπέτυχε ν’ ἀνταποκριθεῖ στὸ Δημιουργό του. 
Στὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, διαβάζονται ἀπὸ τὸ 24ο κεφάλαιο τοῦ Ματθαίου οἱ στίχοι 3-35, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὰ σημεῖα τῆς ἔλευσης τοῦ Κυρίου καὶ τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου. Εἶναι μία ἐσχατολογικὴ ἀπάντηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν Του καὶ προαναγγέλλει τὸ Τέλος, τὰ Ἔσχατα. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι…». 
Μεγάλη Τρίτη 
Στὸν Ὄρθρο, διαβάζεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (22,15-23,39) ἡ καταδίκη τῶν Φαρισαίων. Τὰ πολλὰ «οὐαί» γιὰ τὴν τυφλὴ καὶ ὑποκριτικὴ θρησκεία αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι εἶναι ἀρχηγοὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου ἀλλὰ στὴν οὐσία «κλείουν τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων…». 
Στὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, συνεχίζεται ἡ ἀνάγνωση ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου, στὰ κεφάλαια 24 (36) 25 καὶ 26 (2). Καὶ ἐδῶ πάλι, γίνεται λόγος γιὰ τὰ Ἔσχατα, γιὰ τὸ Τέλος. Γι’ αὐτὸ μιλοῦν καὶ οἱ παραβολὲς, ποὺ χαρακτηρίζονται «παραβολὲς τῶν Ἐσχάτων». Εἶναι ἡ παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων. «Πέντε ἐξ αὐτῶν ἦσαν φρόνιμοι» καὶ εἶχαν πάρει μαζὶ μὲ τὶς λαμπάδες τους καὶ ἀρκετὸ λάδι, «πέντε ἦσαν μωραί», οἱ λαμπάδες τους ἔσβυσαν καὶ δὲν ἔγιναν δεκτὲς στὸ γαμήλιο δεῖπνο. Ἡ ἄλλη παραβολὴ εἶναι τῶν ταλάντων. Δὲν χρησιμοποιοῦνται τὰ τάλαντα, ποὺ ἔδωσε στὸν καθένα ὁ Κύριος. «…Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὧραν ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». Καὶ τέλος, διαβάζουμε γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς μέλλουσας κρίσης. 
Μεγάλη Τετάρτη 
Στὸν Ὄρθρο, τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀπὸ τὸν Ἰωάννη (12, 17-50). Ἀναφέρεται σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀρνήθηκαν τὸν Χριστὸ καὶ κάνει τὴν ἐσχατολογικὴ προειδοποίηση: «Νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου… Ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτὸν· ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρίνει αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». 
Στὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, διαβάζεται στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (26, 6-16) ἡ ἱστορία τῆς γυναίκας, ποὺ μὲ πολύτιμα μύρα ἔλουσε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ γυναίκα, μὲ τούτη τὴν πράξη της, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς μετάνοιας, μοναδικὰ μέσα γιὰ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό.Τὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα βρίσκουν τέλεια ἑρμηνεία καὶ ἀνάπτυξη στὴν ὑμνολογία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Τὰ στιχηρὰ καὶ τὰ τριώδια (σύντομοι κανόνες ἀπὸ τρεῖς ὠδὲς, ποὺ ψάλλονται στὸν Ὄρθρο) ἀναλύουν τὰ Εὐαγγελικὰ νοήματα. Μία προειδοποίηση, προτροπὴ, διατρέχει ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὕμνους: τὸ τέλος, ἡ κρίση ἔρχεται… ἂς προετοιμαστοῦμε ἀνάλογα… 
«Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος, τοῖς ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ· ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἄνθρωπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ. Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν καὶ νεκρωθῶμεν δι’ αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἠδοναῖς· ἴνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ· Οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, διὰ τὸ παθεῖν, ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. Καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν 
(Στιχηρὸ ἀπὸ τοὺς Αἴνους τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Δευτέρας).
«Ἰδοὺ σοὶ τὸ τάλαντον ὁ Δεσπότης ἐμπιστεύει, ψυχή μου· φόβῳ δέξαι τὸ χάρισμα, δάνεισαι τῷ δεδωκότι, διάδος πτωχοῖς καὶ κτῆσαι φίλον τὸν Κύριον, ἴνα στῇς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, ὅταν ἔλθῃ ἐν δόξῃ καὶ ἀκούσῃς μακαρίας φωνῆς · Εἴσελθε, δοῦλε, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Αὐτῆς ἀξίωσόν με, Σωτήρ, τὸν πλανηθέντα, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος»
(Δοξαστικὸ τῶν Αἴνων στὸν Ὄρθρο τῆς Μεγάλης Τρίτης). 
Στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, τὰ δυὸ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ διαβάζονται στοὺς Ἑσπερινοὺς εἶναι ἡ Γένεση καὶ οἱ Παροιμίες. Μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἀντὶ γι’ αὐτὰ, ἔχουμε τὰ βιβλία «Ἔξοδος» καὶ «Ἰώβ», πάλι ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἡ Ἔξοδος εἶναι ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ Ἰσραήλ, τῆς ἐλευθερίας του ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Αἰγυπτίων, ἡ ἱστορία δηλαδὴ τῆς Διάβασης τῶν Ἑβραίων. Αὐτὴ ἡ ἱστορία προετοιμάζει καὶ μᾶς νὰ κατανοήσουμε τὴν ἔξοδο τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Πατέρα Του, τὴν ὁλοκλήρωση δηλαδὴ τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Ἰώβ, ὁ πολύπαθος, εἶναι ἡ προεικόνιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Αὐτὰ τὰ ἀναγνώσματα, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰὼβ, προαναγγέλλουν τὸ μεγάλο μυστήριο τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς θυσίας Του. 
Ἡ λειτουργικὴ πορεία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἔχει ἀκόμα τὸ ρυθμὸ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Λέγεται, ἀκόμα, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας, μὴ μοὶ δῶς. Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναὶ, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» καὶ γίνονται οἱ ἀνάλογες μετάνοιες. Ἐπίσης, ἔχουμε ἐκτεταμένα ἀναγνώσματα ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι καὶ, βέβαια, κάθε πρωὶ τὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμὲνων Δώρων, μὲ τοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Βρισκόμαστε ἀκόμα στὴν περίοδο τῆς μετανοίας, γιατί μόνο ἡ μετάνοια μᾶς ἐξασφαλίζει τὴ συμμετοχή μας στὸ Πάσχα τοῦ Κυρίου μας καὶ μᾶς ἀνοίγει τὶς θύρες στὸ Πασχάλιο δεῖπνο. 
Τελικὰ, τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη, ὅταν ἡ τελευταία πιὰ Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων φτάνει στὸ τέλος, ἀφοῦ τὰ Τίμια Δῶρα ἔχουν μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ὁ ἱερέας λέει, γιὰ τελευταῖα φορᾶ, τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ. Σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο, ἡ προετοιμασία φτάνει στὸ τέλος. Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ τώρα στὸ τελευταῖο Του δεῖπνο.

Αγία και Μεγάλη Τρίτη

 
Αγία και Μεγάλη Τρίτη

Συναξάρι Τριωδίου

Την αγία και μεγάλη Τρίτη θυμόμαστε την παραβολή των δέκα παρθένων από το ιερό Ευαγγέλιο (Ματθ. 25:1-13).

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, καθώς ανέβαινε στα Ιεροσόλυμα και ερχόταν προς το πάθος, έλεγε στους μαθητές του αυτές τις παραβολές, έλεγε δε και μερικές απευθυνόμενος προς τους Ιουδαίους.

Την παραβολή των δέκα παρθένων την είπε για να παρακινήσει στην ελεημοσύνη, και συγχρόνως θέλοντας να διδάξει όλους να είναι έτοιμοι πριν το τέλος του θανάτου.

Ο Κύριος δίδαξε πολλά για την παρθενία και για τους ευνούχους, και η παρθενία έχει πολλή δόξα, διότι αληθινά είναι μεγάλο κατόρθωμα, όμως δεν πρέπει, κατορθώνοντας κανείς αυτήν την αρετή, να αμελήσει τις άλλες αρετές και μάλιστα την ελεημοσύνη, με την οποία λάμπει το λυχνάρι της παρθενίας.

Γι’ αυτό τον λόγο το ιερό Ευαγγέλιο προβάλλει αυτή την παραβολή, και τις πέντε παρθένες τις ανακηρύττει φρόνιμες, γιατί μαζί την παρθενία είχαν πολύ και πλουσιοπάροχο το έλαιο της ελεημοσύνης, ενώ τις άλλες πέντε τις ονόμασε μωρές, δηλαδή ανόητες, γιατί είχαν και αυτές την παρθενία, όχι όμως και την ανάλογη ελεημοσύνη.

Γι’ αυτό δηλαδή ήταν μωρές, επειδή είχαν κατορθώσει το πιο μεγάλο και αμέλησαν το πιο μικρό, και δεν διέφεραν καθόλου από τις πόρνες, διότι εκείνες νικιούνται από σώματα, ενώ αυτές νικήθηκαν από τα χρήματα.

Και καθώς η νύχτα της παρούσας ζωής πήγαινε προς το τέλος, όλες οι παρθένες νύσταξαν και κοιμήθηκαν, δηλαδή πέθαναν –διότι ύπνος λέγεται ο θάνατος. Έπειτα κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκε μια κραυγή, και εκείνες που είχαν άφθονο το έλαιο, μόλις άνοιξαν οι θύρες, μπήκαν στον νυμφώνα μαζί με τον Νυμφίο.

Οι μωρές όμως που δεν είχαν αρκετό έλαιο, το ζητούσαν μετά τον ύπνο. Οι φρόνιμες ήθελαν να δώσουν, αλλά δεν μπορούσαν, και πριν μπουν στον νυμφώνα είπαν σ’ αυτές: «Φοβόμαστε μήπως δεν φτάσει και για μας και για σας. Γι’ αυτό πηγαίνετε σ’ αυτούς που το πουλούν, δηλαδή στους φτωχούς, και αγοράστε».

Αλλά αυτό δεν ήταν εύκολο, μάλιστα είναι και αδύνατο μετά τον θάνατο, όπως έδειξε ο Αβραάμ στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου (Λουκ. 16:19-31).

Και οι μωρές χωρίς φώτα χτυπούσαν την πόρτα φωνάζοντας: «Κύριε Κύριε, άνοιξέ μας». Και ο ίδιος ο Κύριος είπε σ’ αυτές τη φρικτή εκείνη απόφαση: «Φύγετε, δεν σας γνωρίζω». Πώς δηλαδή θα δείτε τον Νυμφίο χωρίς να έχετε ως προίκα την ελεημοσύνη;

Γι’ αυτό λοιπόν η παραβολή των δέκα παρθένων τοποθετήθηκε σήμερα από τους θεοφόρους πατέρες, να μας διδάσκει να είμαστε πάντοτε σε εγρήγορση και έτοιμοι να υποδεχθούμε τον αληθινό Νυμφίο με τις καλές πράξεις, και ιδιαίτερα με την ελεημοσύνη, γιατί κανείς δεν γνωρίζει την ημέρα και την ώρα του θανάτου.

Διότι εκείνος που ασκεί μία αρετή, μέγιστη ίσως, αλλά καταφρονεί τις άλλες, και ιδιαίτερα την ελεημοσύνη, δεν εισέρχεται μαζί με τον Χριστό στην αιώνια ανάπαυση, αλλά φεύγει καταντροπιασμένος.

Και δεν υπάρχει τίποτε πιο λυπηρό και γεμάτο ντροπή από την παρθενία που νικιέται από τα χρήματα.

Αλλά, Νυμφίε Χριστέ, συναρίθμησέ μας με τις φρόνιμες παρθένες και βάλε κι εμάς στην εκλεκτή σου ποίμνη και ελέησέ μας. Αμήν.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 296

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Η ορθή θεολογική θεώρηση περί της εικόνας του Νυμφιου


 

ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ... 

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ 

Η εικόνα του Νυμφίου Τον παριστάνει νεκρό μπροστά στον Σταυρό, με κλειστά μάτια, φέροντας την επιγραφή η Άκρα Ταπείνωσις. Η ταπείνωση όμως του Χριστού δεν πρέπει να θεωρηθεί υπό το πρίσμα του ευσεβισμού ή του ηθικισμού. Η ταπείνωση του Νυμφίου έχει σχέση με τον τρόπο ύπαρξής Του κι όχι με κάποιες ηθικές πράξεις. Η ταπείνωση στον Χριστό αποτελεί υποστατική ιδιότητα, δηλαδή κάτι συνυφασμένο με το πρόσωπό Του, που μας αποκαλύπτει πώς είναι ο Θεός. 
Λέμε, ότι ο Θεός έλαβε μορφή δούλου κι έφθασε μέχρι τον σταυρικό θάνατο. Για ποιο λόγο; Επειδή ο άνθρωπος με δική του πρωτοβουλία, ελεύθερα, αρνήθηκε την ένωσή του με τον Θεό κι έγινε δέσμιος της κτιστής του φύσης, υποτάχθηκε στον θάνατο. Ως θνητός δεν είχε καμία δυνατότητα να ξεπεράσει τον θάνατο και να σωθεί από την φθορά. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί κάποιος, ο οποίος ελεύθερα να ενώσει και πάλι τον θνητό άνθρωπο με τον αθάνατο Θεό και να τον σώσει. Η μόνη δυνατότητα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Η σωτηρία μας έπρεπε να περάσει μέσα από την προσωπική ελευθερία, το ναι εκείνο της προαίρεσης. 
Ο Υιός του Θεού, αναλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, συγκατατίθεται ελεύθερα στη θέληση του Πατρός· όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος δέχεται ελεύθερα τον σταυρικό θάνατο. Η ελευθερία αυτή φαίνεται στην αγωνία της Γεσθημανή, όταν υπακούοντας στον Πατέρα λέγει: «πλήν μη το εμόν γινέσθω θέλημα». Ως τέλειος άνθρωπος αγωνιά μπροστά στον θάνατο, όμως δεν είναι μόνος· ως τέλειος Θεός είναι ενωμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, το οποίο Του συμπαρίσταται σ’ όλη εκείνη την πορεία μέσα στην ανθρώπινη φθορά και Τον λυτρώνει από τις συνέπειές της. Έτσι λοιπόν και το ανθρώπινο θέλημα ακολουθεί το θείο, εφόσον ο Χριστός συγκατατέθηκε ως Πρόσωπο. Όμως, αν δεν αγαπάς, δεν κόβεις το δικό σου θέλημα, δεν υπακούς στο θέλημα του άλλου, αλλά και για ν’ αγαπήσεις, πρέπει να είσαι ελεύθερος. Η αγάπη δεν μπορεί να γεννηθεί έξω από την ελευθερία, όπως και η ελευθερία έξω από την αγάπη. Έτσι η υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα είναι έκφραση της αγάπης Του, είναι κίνηση ενός ελεύθερου Προσώπου. 
Αν δεν γνωρίζουμε την εσωτερική αυτή στάση και σχέση του Χριστού, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ερμηνεύσουμε γιατί ο άγνωστος παραδοσιακός αγιογράφος βλέπει ακόμα και στον Εμπαιγμό του Ιησού έναν πραγματικό κι όχι ψεύτικο Βασιλιά, έναν πραγματικό Θεό κι όχι απλά χλευαζόμενο άνθρωπο. 
Η κύρια έκφραση της ταπείνωσης του Θεού είναι η Άκρα Ταπείνωσις, η οποία εμφανίζεται πάνω στο Σταυρό. Είναι ο σταυρικός θάνατος του Χριστού, η απόλυτη αγάπη που μόνο ο Θεάνθρωπος κατέχει. Ωστόσο, η προσφορά της σταυρικής θυσίας έχει εδώ κάτι παραπάνω από το στοιχείο της αγάπης του Υιού προς τον Πατέρα και αντιστρόφως· είναι η αγάπη του Θεού και Πατρός προς τον κόσμο Του, είναι η προσφορά του Υιού Του ως βάση για την κατά χάριν υιική, προσωπική σχέση μας με τον Πατέρα. Είναι μία μυστηριακή πράξη, μια λειτουργία, ένα μυστήριο. Για τον λόγο αυτό, όσο κι αν κενούται ο Υιός του Θεού «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού», διατηρεί την υπερβατικότητά Του. 
Ο σταυρός μέσα στο φωτοστέφανο του Χριστού ταυτίζεται με το μυστήριο της ελευθερίας και της αγάπης. Ο Χριστός αποτελεί το μοναδικό Πρόσωπο που μπορεί να φέρει σταυρό μέσα στο φωτοστέφανο. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν μπορεί για κανένα λόγο να το χάσει, γιατί μόνον Εκείνος ταύτισε το Πρόσωπό Του με τον Σταυρό. Η ταπείνωση του Νυμφίου ή αλλιώς η κένωση του Χριστού ταυτίζεται με τον Σταυρό, γι’ αυτό και χαράσσεται στο φωτοστέφανο, γιατί ο Σταυρός αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Προσώπου Του. Έτσι, στις αρχαιότερες παραστάσεις της Γέννησης του Χριστού εμφανίζεται από τον 8ο-9ο αιώνα (μεσαίο φύλλο τρίπτυχου στη Μονή του Σινά), ενώ στις τοιχογραφίες και στα ψηφιδωτά από τον 4ο αιώνα. Στα ρωμαϊκά ψηφιδωτά του 4ου αιώνα την θέση του Χριστού αντικαθιστά ο Σταυρός, άλλοτε ως δέντρο της ζωής κι άλλοτε ως αήττητο σύμβολο του σύμπαντος (Crux invicta). Στις αρχαίες κατηχήσεις η θέση του Σταυρού είναι πρωταρχικής σημασίας: «είναι ένας κανόνας των Γραφών να δείχνουμε με το σημείο του Σταυρού ολόκληρη την οικονομία του Χριστού, διότι δια του σταυρού του θανατώθηκε. Επομένως δια του θανάτου επάτησε τον θάνατο κι έδειξε ολοφάνερα τη νέα, αθάνατη και αναλλοίωτη ζωή» θα γράψει στην 7η κατηχητική του ομιλία ο Θεόδωρος Μοψουεστίας (350 - 429)... 
Από το βιβλίο, "ερμηνεύοντας την εικόνα", σελ. 155-156 
Εικόνα από την Καστοριά, 1150-1200

Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός

 


Τροπάριον τοῦ Νυμφίου
Ἦχος πλ. δ'
(ἐκ τρίτου)
δοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς.

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις