Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Πρόσεχε τον εαυτό σου...

  1. Ο Θεός που μας έπλασε μας έδωσε την χρήσιν τού λόγου, δια να φανερώνωμεν ο ένας εις τον άλλον τας σκέψεις των καρδιών και να μεταδίδωμεν ο καθένας εις τον πλησίον, λόγω της κοινωνικότητός της φύσεως, ωσάν από κάποια ταμεία, προσφέροντες τας σκέψεις από τα κρυπτά της καρδίας. Διότι εάν εζούσαμεν με γυμνήν από το σώμα την ψυχήν, αμέσως θα επικοινωνούσαμεν μεταξύ μας δια των σκέψεων. Επειδή όμως η ψυχή μας διανοείται καλυπτόμενη από το παραπέτασμα της σαρκός, έχει ανάγκη από λόγια και ονόματα δια να ανακοινώνη αυτά που κείνται εις το βάθος της. Όταν λοιπόν η σκέψις εκφρασθή δια φωνής, αυτή μεταβαίνει από τον ομιλητήν προς αυτόν που τον ακούει, αφού διασχίση τον αέρα, φερομένη δια τού λόγου, ωσάν δια πορθμείου. Και εάν μεν εύρη άκραν γαλήνην και ησυχίαν, ωσάν εις γαλήνια και αχείμαστα λιμάνια, ο λόγος αγκυροβολεί εις τας ακοάς των ακροατών. Εάν όμως, ωσάν κάποια σφοδρά θύελλα, ο θόρυβος των ακουόντων πνεύση αντίθετα, τότε ο λόγος ναυαγεί, διαλυόμενος εις τον αέρα. Δια της σιωπής λοιπόν κάμετε ησυχίαν χάριν τού λόγου. Διότι ίσως κάτι από αυτά που φέρει σας φανή χρήσιμον και ωφέλιμον. Ο λόγος της αληθείας είναι δύσκολον θήραμα, διότι εύκολα ημπορεί να ξεφύγη αυτούς που δεν προσέχουν, αφού έτσι το Πνεύμα οικονόμησε να είναι σύντομος και βραχύς, ώστε να δηλώνη πολλά εις ολίγα και με την συντομίαν να είναι εύκολον να διατηρηθή εις την μνήμην. Άλλωστε η φυσική αρετή τού λόγου είναι μήτε να κρύπτη με την ασάφειαν τα εκφραζόμενα μήτε να πλημμυρίζη από λέξεις περιττάς και πράγματα μάταια. Τέτοιος λοιπόν είναι και ο λόγος αυτός που τώρα έχει αναγνωσθή από τα βιβλία τού Μωϋσέως. Όσοι βέβαια είσθε φιλομαθείς να ενθυμήσθε αυτόν, εκτός αν κάπου διέφυγε την ακοήν σας, λόγω της βραχύτητος. Ο λόγος κάπως έτσι έχει˙ «πρόσεχε σεαυτώ μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Ημείς οι άνθρωποι είμεθα εύκολοι εις τας αμαρτωλάς σκέψεις. Δια τούτο ακριβώς αυτός που κατ’ ιδίαν έπλασε τας καρδίας μας, επειδή εγνώριζε πολύ καλά ότι το μεγαλύτερον μέρος της αμαρτίας συντελείται εις την κατά διάθεσιν ορμήν, μας ώρισεν ως πρωταρχικήν καθαρότητα αυτήν της διανοίας. Διότι αυτό με το οποίον πολύ πιο εύκολα διαπράττομεν την αμαρτίαν, δι’ αυτό ηξίωσε περισσοτέραν προφύλαξιν και επιμέλειαν. Όπως δηλαδή οι προνοητικοί από τους ιατρούς ασφαλίζουν τα ασθενέστερα σώματα με τας προληπτικάς συνταγάς, έτσι και αυτός που είναι προστάτης όλων και αληθινός ιατρός των ψυχών, με ισχυροτέρας προφυλάξεις εξησφάλισεν αυτό που εγνώριζεν ότι είναι εις ημάς περισσότερον ολισθηρόν προς την αμαρτίαν. Διότι αι πράξεις που γίνονται με το σώμα χρειάζονται και χρόνον και ευκαιρίαν και κόπους και συνεργάτας και άλλην βοήθειαν. Αι κινήσεις όμως της διανοίας ενεργούνται αχρόνως, επιτελούνται χωρίς κόπον, σχηματίζονται εύκολα και έχουν όλον τον καιρόν κατάλληλον. Μάλιστα κάποτε κάποιος από τους σπουδαίους και από αυτούς που υπερηφανεύονται δια σεμνότητα, περιβαλλόμενος εξωτερικά ομοίωμα σωφροσύνης και καθήμενος ανάμεσα εις αυτούς που συχνά τον μακαρίζουν δια την αρετήν του, τρέχει γρήγορα με την σκέψιν προς τον τόπον της αμαρτίας, με την αφανή ενέργειαν της καρδίας. Είδε με την φαντασίαν τα μελετώμενα, εφαντάσθη κάποιαν απρεπή συναναστροφήν και γενικώς εις το κρυφόν εργαστήριον της καρδίας με το να ζωγραφήση μέσα του καθαράν την ηδονήν, διέπραξε εσωτερικά την αμαρτίαν που δεν αποδεικνύεται και που θα μείνη άγνωστος εις όλους ως τότε που θα έλθη αυτός που αποκαλύπτει τα κρυπτά τού σκότους και φανερώνει τας σκέψεις των καρδιών «Φυλάξου λοιπόν μη τυχόν κάποτε σκέψις κρυφή εις την καρδίαν σου γίνη αμαρτία». Διότι «αυτός που κυττάζει γυναίκα με πονηράν επιθυμίαν είναι σαν να εμοίχευσε κιόλας εις την καρδίαν του». Διότι αι πράξεις του σώματος διακόπτονται από πολλούς, αυτός όμως που αμαρτάνει με την σκέψιν, με την ταχύτητα των διανοημάτων έχει ολοκληρώσει την αμαρτίαν. Όπου λοιπόν το παράπτωμα είναι ταχύ, ταχεία μας εδόθη και η φρούρησις. Δηλαδή διακηρύσσεται εντόνως· «μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Καλύτερα όμως να ανατρέξωμεν εις αυτήν την αρχήν του λόγου. 
  2. «Πρόσεχε, λέγει, τον εαυτόν σου». Καθένα από τα ζώα έχει εκ φύσεως από τον Θεόν που εδημιούργησε τα πάντα, τας αφορμάς δια την προστασίαν της υπάρξεώς του. Και θα εύρης εάν επιμελώς παρατήρησης ότι τα πιο πολλά από τα άλογα ζώα δεν έχουν διδαχθή την προφύλαξιν προς αυτό που βλάπτει, και ότι με κάποιαν πάλιν φυσικήν έλξιν σπεύδουν προς την απόλαυσιν των ωφελίμων. Δια τούτο και εις ημάς ο Θεός που μας παιδαγωγεί έδωκε το μεγάλο τούτο παράγγελμα, δια να προστεθή και εις ημάς με την βοήθειαν της λογικής αυτό το οποίον εκ φύσεως έχουν εκείνα. Και αυτό που εις τα ζώα κατορθώνεται χωρίς καμμίαν επιστασίαν, αυτό εις ημάς να επιτελήται δια της προσοχής και της συνεχούς επιβλέψεως των λογισμών. Και να είμεθα πιστοί φύλακες των εντολών που μας έχουν δοθή από τον Θεόν με το να αποφεύγωμεν την αμαρτίαν, όπως τα ζώα αποφεύγουν τα δηλητήρια από τας τροφάς και να επιδιώκωμεν την δικαιοσύνην, όπως εκείνα επιζητούν το φαγώσιμον από την χλόην. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ», δια να γίνης ικανός να διακρίνης το βλαβερόν από το σωτήριον. Επειδή όμως το να προσεχή κανείς σημαίνει δύο πράγματα, αφ’ ενός μεν το να προσηλώνη τα σωματικά μάτια εις τα ορατά, αφ’ ετέρου δε το να επιβάλλη με την νοεράν δύναμιν της ψυχής την θεωρίαν των ασωμάτων, εάν μεν είπωμεν ότι το παράγγελμα αναφέρεται εις την ενέργειαν των οφθαλμών, τότε αμέσως θα ελέγξωμεν το ανεφάρμοστον αυτού. Διότι πως θα ημπορούσε κανείς με τον οφθαλμόν να ιδή ολόκληρον τον εαυτόν του; Μάλιστα ούτε ο ίδιος ο οφθαλμός χρησιμοποιεί την όρασιν δια τον εαυτόν του. Δεν επαρκεί δια την κορυφήν, δεν γνωρίζει τα νώτα, ούτε τα πρόσωπα, ούτε την διάθεσιν που είναι εις το βάθος των σπλάγχνων. Άρα είναι ασέβεια να λέγωμεν ότι δεν ισχύουν τα παραγγέλματα του αγίου Πνεύματος. Υπολείπεται λοιπόν να κατανοούμεν την προσταγήν εις την ενέργειαν τού νου. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή από παντού να παρατηρής προσεκτικά τον εαυτόν σου. Να έχης άγρυπνον το όμμα της ψυχής σου δια την προστασίαν τού εαυτού σου. Κρυφαί παγίδες έχουν στηθή παντού από τον εχθρόν. Προσεκτικά να παρατηρής το κάθε τι λοιπόν, «δια να γλυτώνης σαν το ζαρκάδι από τα δόκανα και σαν πτηνόν από την παγίδα». Διότι το μεν ζαρκάδι λόγω της οξυτάτης οράσεως δεν συλλαμβάνεται εις τα δόκανα, δια τούτο φέρει και την επωνυμίαν δορκάς δια την οξυδέρκειαν του, το δε πτηνόν με τα ελαφρά πτερά του πέτα υψηλότερα από τον κίνδυνον των κυνηγών, όταν προσεχή. Κύττα λοιπόν μη φανής κατώτερος από τα άλογα ζώα εις την προστασίαν του εαυτού σου, δια να μη κάποτε, αφού συλληφθής εις τας παγίδας, γίνης θήραμα τού διαβόλου, αιχμάλωτος απ’ αυτόν εις το να κάμης το θέλημα του 
  3. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή, ούτε τα δικά σου, ούτε τα γύρω από έσέ, αλλά πρόσεξε μόνον τον εαυτόν σου. Διότι άλλο πράγμα είμεθα ημείς οι ίδιοι και άλλο πράγμα τα δικά μας και άλλο τα γύρω από μας. Ημείς είμεθα η ψυχή και ο νους, διότι έχομεν πλασθή σύμφωνα με την εικόνα του κτιστού μας. Ιδικόν μας είναι το σώμα και αι αισθήσεις του. Γύρω δε από μας υπάρχουν χρήματα, τέχναι και όλη η υπόλοιπος πραμάτεια του βίου. Τι λοιπόν λέγει ο λόγος της Γραφής; Μη δίδης σημασίαν εις την σάρκα, ούτε να επιζητής με κάθε τρόπον ό,τι είναι αγαθόν εις αυτήν, δηλαδή υγείαν, ομορφιάν και απολαύσεις ηδονικάς και μακροζωίαν, ούτε να θαυμάζης χρήματα και δόξαν και εξουσίαν. Αλλά πρόσεχε τον εαυτόν σου, δηλαδή την ψυχήν σου. Αυτήν στόλιζε και αυτήν φρόντιζε, ώστε δια της προσοχής να κατορθώνης να την απαλλάσσης από ολόκληρον τον ρύπον που επικάθεται εις αυτήν από την πονηρίαν, να αποκαθαίρεται κάθε αίσχος κακίας και να την κοσμής και να την φαιδρύνης με όλον το κάλλος της αρετής. Εξέτασε τον εαυτόν σου˙ ποίος είσαι; γνώρισε την φύσιν σου, ότι το μεν σώμα σου είναι θνητόν η δε ψυχή σου αθάνατος και ότι η ζωή μας είναι διπλή. Η μεν προσιδιάζει εις την σάρκα και περνά γρήγορα, η δε άλλη συγγενεύει με την ψυχήν και δεν επιδέχεται περιγραφήν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου και μη προσκολληθής εις τα θνητά ωσάν σε αιώνια, μήτε να περιφρόνησης τα αιώνια ωσάν περαστικά. Να περιφρονής την σάρκα, διότι παρέρχεται. Να επιμελήσαι την ψυχήν, διότι είναι πράγμα αθάνατον. Με κάθε προσοχήν να επιβλέπης τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης να απονέμης εις τον καθένα το ωφέλιμον εις μεν την σάρκα τας διατροφάς και τα σκεπάσματα εις δε την ψυχήν τα δόγματα της ευσέβειας, δηλαδή λεπτήν αγωγήν, άσκησιν της αρετής, διόρθωσιν των παθών. Μήτε να παραπαχαίνης το σώμα, μήτε να φροντίζης δια τας σαρκικάς οχλήσεις. Αφού λοιπόν «επιθυμεί η σαρξ κατά τού πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός, ταύτα δε αλλήλοις αντίκειται», πρόσεχε μήπως με το να υπερπαχύνης την σάρκα προσφέρης πολλήν εξουσίαν εις το κατώτερον. Διότι όπως εις τας κλίσεις των ζυγών, εάν μεν παραφόρτωσες την μίαν πλάστιγγα, εξάπαντος θα κάμης ελαφροτέραν την απέναντι της, έτσι και εις το σώμα και την ψυχήν, ο πλεονασμός του ενός κατ’ ανάγκην επιφέρει την ελάττωσιν τού άλλου. Διότι, όταν το σώμα ευεργετήται και βαρύνεται με την πολυσαρκίαν, κατ’ ανάγκην ο νους γίνεται αδρανής και άτονος κατά τας ενεργείας του. Όταν όμως η ψυχή είναι υγιής και εξυψώνεται προς το ύψος που της αρμόζει με την μελέτην των αγαθών, είναι επόμενον να μαραίνεται η σωματική έξις.
  4. Το ίδιον αυτό παράγγελμα και δια τους ασθενείς είναι χρήσιμον και δια τους γερούς πολύ κατάλληλον. Κατά τας ασθενείας οι ιατροί παραγγέλλουν εις τους αρρώστους να προσέχουν οι ίδιοι τους εαυτούς των και να μη παραμελούν τίποτε από αυτά που συντελούν εις την θεραπείαν. Ομοίως και ο λόγος, ο Ιατρός των ψυχών μας, με το μικρόν τούτο βοήθημα θεραπεύει την ψυχήν που έχει ταλαιπωρηθή από την αμαρτίαν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου, δια να λάβης ανάλογον προς το παράπτωμα και την βοήθειαν από την θεραπείαν. Είναι μεγάλο και βαρύ το αμάρτημα; Σου χρειάζεται πολλή εξομολόγησις, πικρά δάκρυα, συνεχής αγρυπνία και διαρκής νηστεία. Είναι ελαφρόν το αμάρτημα και υποφερτόν; Να εξισωθή και η μετάνοια. Μόνον να προσεχής τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης την υγείαν και την αρρώστιαν της ψυχής. Διότι πολλοί που νοσούν από μεγάλην και ανίατον ασθένειαν λόγω της μεγάλης απροσεξίας, δεν γνωρίζουν ούτε αυτό το ίδιον, ότι δηλαδή νοσούν. Επίσης μεγάλο είναι το κέρδος από το παράγγελμα και εις τους υγιείς ως προς τας πράξεις, ώστε το ίδιον και τους αρρώστους θεραπεύει και τους υγιείς τελειοποιεί. Διότι ο καθένας από μας που μαθητεύομεν εις τον λόγον γίνεται υπηρέτης κάποιας πράξεως από αυτάς που σύμφωνα με το Ευαγγέλιον μας έχουν διαταχθή. Δηλαδή εις την μεγάλην οικίαν, την Εκκλησίαν αυτήν, δεν υπάρχουν μόνον διάφορα σκεύη, χρυσά, αργυρά, ξύλινα και πήλινα αλλά και διάφορα επαγγέλματα. Έχει δηλαδή ο οίκος του Θεού, «που είναι η Εκκλησία του ζώντος Θεού», κυνηγούς, πεζοπόρους, αρχιτέκτονας, οικοδόμους, γεωργούς, βοσκούς, αθλητάς, στρατιώτας. Εις όλους ο μικρός αυτός λόγος θα εύρη εφαρμογήν και θα εμβάλη εις τον καθένα και ορθοπραξίαν και επιμέλειαν της προαιρέσεως. Έχεις αποσταλή κυνηγός από τον Κύριον, που είπε «Να εγώ αποστέλλω πολλούς κυνηγούς και θα θηρεύσουν αυτούς επάνω εις όλα τα βουνά» . Να προσεχής λοιπόν με επιμέλειαν, μη σε διαφύγη από πουθενά το θήραμα, δια να οδήγησης εις τον σωτήρα αυτούς που έχουν εξαγριωθή από την κακίαν, αφού τους συλλάβης με τον λόγον της αληθείας. Είσαι πεζοπόρος παρομοίως με εκείνον που εύχεται˙ «τα διαβήματά μου κατεύθυνον»· πρόσεξε μη παραστρατήσης, να μη κλίνης προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Βάδιζε την βασιλικήν οδόν. Ο αρχιτέκτων με ασφάλειαν να καταθέση τον θεμέλιον της πίστεως, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο κτίστης να βλέπη πως κτίζει· «μη ξύλα, μη χόρτον, μη καλάμην, αλλά χρυσίον, αργύριον, λίθους τίμιους» . Ο ποιμήν να προσεχή μη διαφυγή κάτι από αυτά που επιβάλλονται εις την τέχνην της ποιμαντικής. Και ποία είναι αυτά; Να επιστρέφη το πλανημένον, να επιδένη το πληγωμένον, να θεραπεύη το άρρωστον. Ο γεωργός να σκάβη γύρω από την άκαρπον συκιάν και να εφαρμόζη αυτά που βοηθούν εις την καρποφορίαν. Ο στρατιώτης να «συγκακοπαθήση δια το ευαγγέλιον», να εκστρατεύη την καλήν εκστρατείαν εναντίον των πνευμάτων της πονηρίας, εναντίον των σαρκικών παθών, να φορέση όλην την πανοπλίαν τού Θεού. Μη εμπλέκεσαι εις τας βιοτικάς υποθέσεις, δια να αρέσης εις αυτόν που σε επεστράτευσεν. Ο αθλητής ας προσεχή τον εαυτόν του, μη τυχόν παραβή τους αθλητικούς κανονισμούς. Διότι «κανείς δεν στεφανώνεται εάν δεν αθλήση νομίμως». Να μιμήσαι τον Παύλον που και έτρεχε και επάλαιε και επυγμαχούσε. Και ο ίδιος σαν καλός πυγμάχος να έχης ασάλευτον το βλέμμα της ψυχής. Προφύλαγε τα ευαίσθητα όργανα του σώματος με την πρόταξιν των χεριών. Το βλέμμα σου να ατενίζη τον άντίπαλον. Να προπορεύεσαι εϊς τους αγώνας δρόμου. Έτσι να τρέχης, δια να προλάβης. Εις την πάλην να ανταγωνίζεσαι εναντίον των αοράτων. Ο λόγος του Θεού τέτοιον σε θέλει να είσαι˙ όχι τεμπέλην και κοιμισμένον, αλλά νηφάλιο και άγρυπνο προϊστάμενον τού εαυτού σου.
  5.  Δεν θα μου επαρκέση η ημέρα να διηγούμαι και τα κατορθώματα των συνεργών εις το ευαγγέλιον τού Χριστού και την δύναμιν του προστάγματος, πόσον καλά αρμόζει εις όλους. «Πρόσεχε σεαυτώ». Να είσαι νηφάλιος, σκεπτικός, φύλαξ των παρόντων και προνοητικός δια τα μέλλοντα. Μη αφήνης να σου διαφυγή το παρόν εξ αιτίας της οκνηρίας και μη λαμβάνης σαν δεδομένην την απόλαυσιν αυτών που μήτε υπάρχουν και που τυχόν δεν θα υπάρξουν, ωσάν, να τα έχης εις τα χέρια σου. Ή μήπως δεν υπάρχει εκ φύσεως η αρρώστια αυτή εις τους νέους, δηλαδή το να νομίζουν με την ελαφρότητα της γνώμης, ότι κατέχουν κιόλας αυτά που ελπίζουν; Διότι όταν κάποτε ηρεμήσουν ή κατά την νυκτερινήν ησυχίαν, πλάθουν με την φαντασίαν ανύπαρκτα πράγματα μεταφερόμενοι εις όλα με την ευκολίαν της σκέψεως, με το να φαντάζωνται βίον περίοπτον, λαμπρούς γάμους, ευτεκνίαν, βαθειά γεράματα, τιμάς από όλους. Έπειτα, επειδή δεν ημπορούν να σταματήσουν πουθενά τας ελπίδας, αλαζονεύονται δι’ αυτά που θεωρούνται μεγάλα μεταξύ των ανθρώπων. Αποκτούν καλά και μεγάλα σπίτια. Αφού τα γεμίσουν με διάφορα κειμήλια, πε-ριφράττουν τόσην γην, όσην εις αυτούς η ματαιότης των λογισμών έχει αποκόψει από ολόκληρον την κτίσιν. Πάλιν τα πλούσια εισοδήματα από αυτήν τα αποθηκεύουν εις τας αποθήκας της ματαιοδοξίας. Κοντά εις αυτά προσθέτουν ζώα, απειράριθμον πλήθος δούλων, πολιτικός εξουσίας, ηγεμονίας εθνών, αξίωμα στρατηγού, πολέμους, νίκας και αυτήν ακόμη την βασιλείαν. Όλα αυτά αφού τα διέτρεξαν με τας κούφιας φαντασίας της διανοίας, νομίζουν, λόγω της άκρας μωρίας, ότι απολαμβάνουν, ωσάν να είναι κιόλας παρόντα και κείμενα εμπρός εις τα πόδια των, αυτά που έχουν ελπισθή. Το να βλέπη όνειρα κανείς ενώ το σώμα είναι άγρυπνον, τούτο είναι αρρώστια ακαμάτου και οκνηράς ψυχής. Ο λόγος της Γραφής δια να καταπιέζη λοιπόν αυτήν την αποχαύνωσιν του νού και τον πυρετόν των λογισμών και δια να αναχαιτίζη, ωσάν με κάποιον χαλινόν, την αστάθειαν της διανοίας, παραγγέλλει το μεγάλο και σοφόν τούτο παράγγελμα· «σεαυτώ, λέγει, πρόσεχε». Να μη φαντάζεσαι τα ανύπαρκτα, αλλά να οικονομής τα παρόντα προς το συμφέρον. Νομίζω δε ότι ο νομοθέτης δια να αποβάλη και εκείνο το πάθος από την συνήθειαν εχρησιμοποίησε την ιδίαν παραίνεσιν. Επειδή είναι εύκολον πράγμα εις τον καθένα από μας να περιεργάζεται τα ξένα παρά να σκέπτεται τα ιδικά του, δια να μη παθαίνωμεν αυτό, σταμάτησε, λέγει, να περιεργάζεσαι τα κακά τού τάδε, μη δίδης αργοσχολίαν εις τους λογισμούς να εξετάζουν την ξένην ασθένειαν, αλλά «σαυτώ πρόσεχε». Δηλαδή να στρέφης το όμμα της ψυχής σου εις την έρευναν τού εαυτού σου. Διότι πολλοί, σύμφωνα με τον λόγον τού Κυρίου, «το μεν κάρφος το εν τω οφθαλμώ τού αδελφού κατανοούσι, την δε εν τω οικείω οφθαλμώ δοκόν ουκ εμβλέπουσι». Μη παύσης λοιπόν να διερευνάς τον εαυτόν σου, αν η ζωή σου προχωρή σύμφωνα με την εντολήν. Να μη εξετάζης όμως τα εξωτερικά, μη τυχόν ημπόρεσης να ανακάλυψης ψεγάδι κάποιου, όπως εκείνος ο ακατάδεκτος και αλαζονικός φαρισαίος, που εδικαίωνε τον εαυτόν του και εξευτέλιζε τον τελώνην. Αλλά μη παραλίπης να αυτοανακρίνεσαι, μη τυχόν διέπραξες κάποιο αμάρτημα κατά τους στοχασμούς, μη η γλώσσα έσφαλεν εις κάτι τι με το να προτρέξη της διανοίας, μη εις τα έργα των χεριών σου έχει πραχθή κάτι από τα ακούσια. Και εάν εις την ζωήν σου ευρής να είναι πολλά τα αμαρτήματα (και εξάπαντος θα ευρής αφού είσαι άνθρωπος), λέγε τα λόγια τού τελώνου˙ «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου. Αυτός ο λόγος θα σου χρησιμεύση σαν κάποιος καλός σύμβουλος που υπενθυμίζει τα ανθρώπινα και όταν λαμπρά ευημερής και όταν ολόκληρος η ζωή κυλά κατά την φυσικήν φοράν των πραγμάτων. Αλλ’ όμως και όταν πιέζεσαι κάτω από δύσκολους περιστάσεις, ευκαιριακώς θα ήταν δυνατόν να επαναλαμβάνεται εις την καρδίαν, ώστε μήτε λόγω επάρσεως να επαρθής εις υπερβολικήν αλαζονείαν, μήτε από απελπισίαν να καταρρεύσης εις χυδαίαν μελαγχολίαν. Υπερηφανεύεσαι δια τον πλούτον, και καυχάσαι δια τους προγόνους, και χαίρεσαι δια την πατρίδα και το σωματικόν κάλλος και δια τας τιμάς που δέχεσαι από όλους; «Πρόσεχε σεαυτώ», διότι είσαι θνητός˙ «χώμα είσαι και εις το χώμα θα πας». Κύτταξε τριγύρω αυτούς που πριν από εσέ έχουν δοκιμασθή εις τας όμοιας καυχήσεις. Που είναι αυτοί που είχαν περιβληθή τας πολιτικάς εξουσίας; Που είναι οι ακαταμάχητοι ρήτορες; Που είναι οι οργανωταί των πανηγύρεων; Οι λαμπροί ιπποκόμοι, οι στρατηγοί, οι σατράπαι, οι τύραννοι; Δεν έγιναν όλοι σκόνη; Δεν είναι όλοι ένα παραμύθι; Δεν διατηρείται η ανάμνησις της ζωής των εις τα ολίγα κόκκαλα; Σκύψε εις τους τάφους μήπως ημπόρεσης και διακρίνης ποίος είναι ο δούλος και ποίος ο κύριος, ποίος ο πτωχός και ποίος ο πλούσιος Ξεχώρισε, εάν ημπορής, τον αιχμάλωτον από τον βασιλέα, τον ισχυρόν από τον αδύνατον, τον όμορφον από τον άσχημον. Εφόσον λοιπόν ενθυμήσαι την φύσιν σου δεν θα αλαζονευθής ποτέ. Θα ενθυμήσαι όμως τον εαυτόν σου, όταν προσεχής τον εαυτόν σου. 
  6. 6.  Έχεις πάλιν κακήν καταγωγήν και είσαι άσημος, πτωχός από πτωχούς, χωρίς εστίαν, χωρίς πατρίδα, αδύνατος, στερείσαι τα καθημερινά, τρέμεις αυτούς που κατέχουν την εξουσίαν, φοβάσαι και εντρέπεσαι όλους εξ αίτιας της ταπεινότητος τού βίου σου; Αλλ’ ο «πτωχός, λέγει, δεν απειλείται». Μη λοιπόν απελπισθής· μη απόρριψης κάθε καλήν ελπίδα, διότι τίποτε αξιοζήλευτον δεν έχεις εις το παρόν, αλλ’ οδήγησε την ψυχήν σου υψηλά, και προς τα αγαθά, που έχει κιόλας δημιουργήσει δια σε ο Θεός και προς αυτά, που σύμφωνα με την υπόσχεσίν του απόκεινται εις το μέλλον. Και πρώτα – πρώτα είσαι λοιπόν άνθρωπος· το μόνον θεόπλαστον από τα ζώα. Δεν αρκεί λοιπόν αυτό, εφόσον στοχάζεσαι σωστά, το ότι έχεις διαπλασθή προς την ουράνιον γαλήνην από τα ίδια τα χέρια του Θεού που εδημιούργησεν όλα; Έπειτα ότι, και επειδή έγινες σύμφωνα με την εικόνα του κτίστου σου, ημπορεί με ενάρετον ζωήν να κατευθυνθής προς την αγγελικήν ομοτιμίαν; Έλαβες ψυχήν νοεράν με την οποίαν στοχάζεσαι τον Θεόν, με τον λογισμόν κατανοείς την φύσιν των όντων, δρέπεις τον γλυκύτατον καρπόν της σοφίας. Όλα τα χερσαία ζώα και ήμερα και άγρια, όλα όσα ζουν και τρέφονται εις τα νερά και όσα πετούν εις αυτόν τον αέρα, είναι δούλα και υποχείριά σου. Συ δεν εφεύρες τέχνας, δεν ίδρυσες πόλεις και δεν επενόησες όλα όσα είναι αναγκαία και όσα προορίζονται δια τρυφηλήν ζωήν; Δεν σου είναι βατά τα πελάγη εξ αιτίας της λογικής; Η ξηρά και η θάλασσα δεν υπηρετούν την ζωήν σου; Ο αέρας και ο ουρανός και τα συστήματα των αστέρων δεν σου επιδεικνύουν την τάξιν των; Διατί λοιπόν είσαι μικρόψυχος; Διότι το άλογόν σου δεν έχει αργυρά χαλινάρια; Αλλ’ έχεις τον ήλιον που αδιακόπως καθ’ όλην την ημέραν προς χάριν σου κράτα την λαμπάδα. Δεν έχεις τας ακτινοβολίας τού αργύρου και τού χρυσού, αλλ’ έχεις την σελήνην που σε περιλάμπει με το άπλετον φως της. Δεν έχεις επιβή σε χρυσοκέντητα αμάξια, αλλ’ έχεις τα πόδια ιδικόν σου όχημα και σύμφυτον με σε. Διατί λοιπόν μακαρίζεις αυτούς που κατέχουν πλούσιον βαλάντιον και που χρειάζονται ξένα πόδια δια να μεταβούν κάπου; Δεν κοιμάσαι εις κρεββάτι ελεφάντινον, αλλ’ έχεις την γην που είναι τιμιωτέρα από πολλά φίλντισι και έχεις γλυκείαν την ανάπαυσιν επάνω εις αυτήν, γρήγορον τον ύπνον και από κάθε φροντίδα απηλλαγμένον. Δεν κατακλίνεσαι κάτω από χρυσήν οροφήν, έχεις όμως τον ουρανόν που ακτινοβολεί τριγύρω με τα απερίγραπτα κάλλη των άστρων. Και αυτά βέβαια είναι τα ανθρώπινα. Τα άλλα όμως είναι ακόμη πιο ανώτερα. Δια σε ο Θεός μεταξύ των ανθρώπων, δια σε η χορηγία του αγίου Πνεύματος, η κατάλυσις του θανάτου, η ελπίς της αναστάσεως, τα θεία προστάγματα που σου τελειοποιούν την ζωήν, η πορεία προς τον Θεόν δια των εντολών, η όμορφη βασιλεία των ουρανών, τα έτοιμα στεφάνια της δικαιοσύνης, εφ’ όσον δεν αποφυγής τους κόπους της αρετής.
    7. Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, αυτά και πολύ περισσότερα θα εύρης γύρω σου. Και τα μεν παρόντα θα απολαύσης, δεν θα στενοχωρηθής δε δι’ αυτό που λείπει. Παντού όπου και αν ευρίσκεσαι το παράγγελμα αυτό θα σου προσφέρη μεγάλην βοήθειαν. Παραδείγματος χάριν η οργή σου εκυριάρχησεν εις τα λογικά και οδηγείσαι από τον θυμόν εις λόγια άσχημα και εις πράξεις δυσάρεστους και θηριώδεις; Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, θα καταστείλης τον θυμόν, ωσάν κάποιο δύστροπον και δυσκολοχαλίνωτον πουλάρι, προσβαλλόμενος, σαν με μαστίγιον, με το πλήγμα του λόγου. Θα κρατάς και την γλώσσαν και δεν θα χειροδικής εναντίον αυτού που σε εξώργισεν. Επίσης επιθυμίαι που κάμνουν μανιώδη την ψυχήν την ρίχνουν εις βιαίας ορμάς και ακόλαστους. Εάν λοιπόν προσεχής τον εαυτόν σου και ενθυμηθής ότι το ευχάριστον τούτο παρόν δια σε θα κατάληξη εις τέλος πικρόν και ο γαργαλισμός που προκαλείται τώρα εις το σώμα από την ηδονήν, αυτός θα γέννηση το φαρμακερό σκουλήκι που θα σε τιμωρή αιώνια εις την κόλασιν και η φλόγωσις της σαρκός θα γίνη μητέρα του αιωνίου πυρός, ευθύς αμέσως θα φυγαδευθούν αι ηδοναί και κάποια θαυμαστή εσωτερικά γαλήνη από την ψυχήν και ησυχία θα επικρατήση, όπως με την παρουσίαν κάποιας σώφρονος κυρίας κατασιγάζει ο θόρυβος των ακολάστων υπηρετριών. Πρόσεχε λοιπόν τον εαυτόν σου. Και γνώριζε ότι το μεν λογικόν είναι και νοερόν μέρος της ψυχής, το δε παθητικόν είναι και άλογον. Και εις το μεν λογικόν υπάρχει εκ φύσεως η εγκράτεια, εις δε το παθητικόν και άλογον η υπακοή και η πειθώ γίνεται δια του λόγου. Μη λοιπόν αφήσης, αν ποτέ ο νους υποδουλωθή, να γίνη δούλος των παθών. Μήτε πάλιν να επιτρέψης εις τα πάθη να ξεσηκωθούν εναντίον του λογικού και να διατήρησης την κυριαρχίαν της ψυχής επάνω εις αυτά. Και γενικώς η σωστή κατανόησις τού εαυτού σου θα προσφέρη αρκετήν χειραγωγίαν δια να εννοήσης τον Θεόν. Εάν δηλαδή προσεχής τον εαυτόν σου δεν θα σου λείψη τίποτε δια να εξιχνίασης από την δημιουργίαν των όλων τον δημιουργόν, αλλ’ εις τον εαυτόν σου, ωσάν εις μικρόν διάκοσμον, θα ιδής την μεγάλην σοφίαν του κτίστου. Να αντιλαμβάνεσαι τον Θεόν ασώματον από την ασώματον ψυχήν που υπάρχει μέσα σου, και ως κάτι που δεν περιορίζεται τοπικώς. Αφού και ο νους σου δεν έχει προηγουμένην διαμονήν εις τόπον, αλλά προσδιορίζεται τοπικώς δια της συνδέσεως του με το σώμα. Να πιστεύης ότι ο Θεός είναι αόρατος, αφού εννοήσης την φύσιν της ψυχής σου, διότι και αυτή δεν γίνεται αντιληπτή με τα σωματικά μάτια. Διότι ούτε έχει χρωματισθή, ούτε έχει σχηματισθή ούτε έχει περιληφθή σε κάποιο σωματικόν σχήμα, αλλά γίνεται γνωστή μόνον από τας ενεργείας. Ώστε να μη επιδίωξης εις την περίπτωσιν τού Θεού να τον ιδής με τα μάτια, αλλά αφού επιτρέψης εις την διάνοιαν την πίστιν να έχης νοητήν αντίληψιν περί αυτού. Να θαυμάζης τον τεχνίτην, πως συνέδεσε την δύναμιν της ψυχής με το σώμα, ώστε, ενώ φθάνει μέχρι τα πέρατα του, να οδηγή εις σύμπνοιαν και κοινωνίαν τα μέλη που απέχουν πάρα πολύ μεταξύ των. Σκέψου ποία είναι η δύναμις της ψυχής που χορηγείται εις το σώμα, ποία είναι η συμπάθεια που από το σώμα επανέρχεται εις την ψυχήν, πως δέχεται μεν από την ψυχήν το σώμα την ζωήν και πως δέχεται από το σώμα πάλιν η ψυχή τους πόνους. Ποίας αποθήκας διαθέτει δια τας γνώσεις, διατί η προσθήκη των νέων γνώσεων δεν καλύπτει την γνώσιν των προηγουμενών, αλλά διαφυλάσσονται ασύγχυτοι και ξεκάθαροι αι εντυπώσεις, χαραγμένοι ωσάν εις χαλκίνην στήλην εις το λογικόν μέρος της ψυχής. Πως χάνει το κάλλος της με το να γλυστρά εις τα σαρκικά πάθη και πως πάλιν όταν αποκαθάρη το αίσχος που προέρχεται από την κακίαν, βαδίζει δια της αρετής την πορείαν της ομοιώσεώς της προς τον κτίστην. 
    8.  Πρόσεξε, εάν θέλης, μετά την θεώρησιν της ψυχής, και εις την κατασκευήν τού σώματος και θαύμασε πως ο αριστοτέχνης εδημιούργησεν αυτό κατάλυμα που πρέπει εις λογικήν ψυχήν. Απ’ όλα τα ζώα μόνον τον άνθρωπον έπλασεν όρθιον, δια να γνωρίζης από το σχήμα αυτό ότι η ζωή σου προέρχεται από την ουράνιον συγγένειαν. Διότι τα μεν τετράποδα όλα προς την γην βλέπουν, και προς το μέρος της κοιλίας σκύβουν εις τον άνθρωπον όμως η ανάβλεψις προς τον ουρανόν είναι έτοιμη, ώστε να μη ασχολήται με την κοιλίαν, μήτε με τα υποκοίλια πάθη, αλλά να έχη ολόκληρον την ορμήν προς την ανοδικήν πορείαν. Έπειτα με το να θέση την κεφαλήν εις την κορυφήν τού σώματος μέσα εις αυτήν ετοποθέτησε τας πιο αξιολογωτέρας από τας αισθήσεις. Εκεί η όρασις και η ακοή και η γεύσις και η όσφρησις, όλαι η μία δίπλα εις την άλλην κατοικούν. Και ενώ είναι συγκεντρωμένοι εις τόσον μικρόν χώρον, κατά τίποτε δεν εμποδίζει η μία εις την ενέργειαν της γειτονικής. Βέβαια τα μάτια έχουν καταλάβει την πιο υψηλήν σκοπιάν, ώστε κανένα από τα σωματικά μόρια να μη εμβαίνη μπροστά εις αυτά, αλλά καθήμενα κάτω από κάποιαν μικράν προεξοχήν των φρυδιών, βλέπουν κατ’ ευθείαν εμπρός εξ αιτίας της προεξοχής που υπάρχει επάνω. Η ακοή πάλιν δεν έχει απ’ ευθείας άνοιγμα, αλλά με τον κυκλοειδή πόρον αντιλαμβάνεται τους εις τον αέρα θορύβους. Και αυτό είναι έργον της ουρανίου σοφίας, ώστε η μεν φωνή ανεμπόδιστα να διέρχεται η στρεφόμενη δεξιά και αριστερά εις τας κυρτότητας να ενηχή περισσότερον, ώστε τίποτε να μη ημπορή να γίνη εμπόδιον εις την αίσθησιν από αυτά που εξωτερικά παρεμβάλλονται. Γνώρισε καλά και την φύσιν της γλώσσης, πως είναι και απαλή και ευλύγιστος και επαρκεί εις κάθε ανάγκην του λόγου με την ποικιλίαν της κινήσεως. Τα δόντια, που είναι συγχρόνως όργανα της φωνής με το να παρέχουν αντιστήριγμα εις την γλώσσαν, είναι συγχρόνως και υπηρέται της τροφής. Άλλα μεν με το να την κόπτουν και άλλα δε με το να την αλέθουν. Και έτσι επιθεωρών το κάθε τι με τον πρέποντα λογισμόν και πληροφορούμενος την έλξιν του αέρος δια του πνεύματος, την διατήρησιν της θερμότητος εις την καρδίαν, τα όργανα της πέψεως, τους φορείς του αίματος, απ’ όλα αυτά θα κατανόησης την ανεξερεύνητον σοφίαν τού ποιητού σου, ώστε και συ ο ίδιος να ειπής μαζί με τον προφήτην «δι’ εμέ τέτοια γνώσις είναι υπερθαυμαστός». «Πρόσεχε, λοιπόν, παντού», δια να προσεχής τον Θεόν, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις όλους τους αιώνας. Αμήν.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ένας Άγιος χαράσσει με όλη του την ζωή, με όλο του το είναι ένα δρόμο θαυμαστό που τραντάζει καρδιές και συνειδήσεις.




Την ώρα που ένας αιρετικός σφετεριστής του θρόνου, ο Βασιλίσκος, διώχνει τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, ο άγιος Δανιήλ ο Στυλίτης  μετά από πληροφορία που έλαβε από τον Θεό, κατεβαίνει από τον στύλο του  και πορεύεται προς το παλάτι.
Την ώρα που όλα έχουν γίνει άνω κάτω, που ο καθένας από εμάς  προσπαθεί να δώσει λύσεις σε δισεπίλυτα προβλήματα, που ο ένας παίρνει το όπλο και ο άλλος το ψέμα, ο άλλος σπέρνει το φόβο και ο άλλος τα χρήματα για να κερδίσει λίγες μέρες εξουσίας πάνω στον θρόνο… ένας Άγιος χαράσσει  με όλη του την ζωή, με όλο του το είναι ένα δρόμο θαυμαστό που τραντάζει καρδιές και συνειδήσεις. Η απάντηση είναι η αγιότητα, αυτή,  βρίσκει τους τρόπους….          



Όταν o Βασιλίσκος σφετερίσθηκε την εξουσία και εξεδίωξε τον αυτοκράτορα Ζήνωνα (475), υπερασπίσθηκε τούς μονοφυσίτες και θέλησε να απορρίψει τις αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος, απείλησε μάλιστα τον αρχιεπίσκοπο Ακάκιο πού ζήτησε καταφύγιο στην Αγία Σοφία μαζί με τους μοναχούς της Βασιλεύουσας. Αφού απώθησε τα διαβήματα του Βασιλίσκου, πού επεδίωξε να τον προσεταιρισθεί, ο όσιος Δανιήλ, μετά από θείο σημείο, αποφάσισε να κατέλθει από τον στύλο του και να πάει στην πόλη, όπως στο παρελθόν είχε πράξει ο άγιος Αντώνιος, για να συνδράμει την δεινοπαθούσα Εκκλησία. Ένα τεράστιο και ενθουσιώδες πλήθος, πού όλο και μεγάλωνε όσο πολλαπλασιάζονταν τα θαύματα στο διάβα του αγίου, τον περιστοίχισε και ο άγιος έφθασε στην Μεγάλη 'Εκκλησία και κήρυξε την ορθόδοξη πίστη. Κατόπιν συνέχισε την θριαμβική πορεία του προς το παλάτιον του Εβδόμου, όπου είχε καταφύγει ο σφετεριστής. Ώς σημείο αράς, τίναξε την σκόνη από τα πόδια του μπροστά στην πύλη, σύμφωνα με την ευαγγελική ρήση (Ματθ. 10, 14), και τον μιμήθηκε όλο το πλήθος. Ό Βασιλίσκος τρόμαξε μπροστά στην ανάπτυξη αυτής της δυνάμεως και πείσθηκε όταν ο πύργος του παλατιού κατέρρευσε μόλις έφθασε ο άγιος. Την επομένη αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, όπου ομολόγησε δημόσια την ορθόδοξη πίστη και συμφιλιώθηκε με τον Ακάκιο παρουσία όλου του λαού. Ό Δανιήλ επέστρεψε στον στύλο του, επιτελώντας πολυάριθμα θαύματα κατά την διάρκεια της οδοιπορίας. Προφήτευσε τον επικείμενο θάνατο του Βασιλίσκου και την παλινόρθωση του Ζήνωνος (476-491) στον θρόνο. Ό Ζήνων είχε σε μεγάλη ευλάβεια τον άγιο• το ίδιο και ο διάδοχος του Αναστάσιος (491-518).

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Ας μην βασιζόμαστε στην υπομονή του πλησίον, για να παραμένουμε γαλήνιοι και ειρηνικοί.


Ας μην αναζητάμε την ειρήνη μας σε πράγματα έξω από εμάς. Ας μην βασιζόμαστε στην υπομονή του πλησίον, για να παραμένουμε γαλήνιοι και ειρηνικοί. Όπως ακριβώς η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας(Λουκ17.21), έτσι και εχθροί του ανθρώπου θα γίνουν οι δικοί του.(Ματθ 10.36)

Τι ποιο οικείο πιο προσιτό σ΄εμένα από τον ίδιο τον εαυτό μου; Και όμως δεν υπάρχει για εμένα μεγαλύτερος εχθρός απ΄ αυτόν. Γι΄ αυτό, ας είμαστε άγρυπνοι και οι εσωτερικοί μας εχθροί δεν θα μπορούν πια να μας πληγώσουν. Όταν οι «άνθρωποι μας», δηλαδή τα πάθη μας, θα παύσουν να μας πολεμούν, τότε γαληνεμένη η ψυχή μας θα απολαύσει τη Βασιλεία του Θεού,

Συνομιλία με τον αββά Πιαμούν

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ


Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ
Ἕνα εἶναι τὸ ζητούμενο στὴ ζωή μας, ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό. Ἔτσι μόνο θ' ἀποκτήσομε τὴν χάρι, τὸν οὐρανό, τὴν αἰώνια ζωή.
Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ὅταν ἀγαπήσομε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μυστικά. Θὰ νιώθομε τότε ὅτι ὅλοι μᾶς ἀγαποῦν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν Θεό, ἂν δὲν περάσει ἀπ' τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί, «ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὃν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α’ Ἰωάν. 4, 20). Ν' ἀγαπᾶμε, νὰ θυσιαζόμαστε γιὰ ὅλους ἀνιδιοτελῶς, χωρὶς νὰ ζητᾶμε ἀνταπόδοση. Τότε ἰσορροπεῖ ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ζητάει ἀνταπόδοση εἶναι ἰδιοτελής. Δὲν εἶναι γνήσια, καθαρή, ἀκραιφνής.
Νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε καὶ νὰ τοὺς συμπονᾶτε ὅλους. «Καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη• ὑμεῖς δέ ἐστε μέλη Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Α' Κορ. 12, 26-27). Αὐτὸ εἶναι Ἐκκλησία• ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ὁ ἄλλος νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, ὅτι εἴμαστε ἕνα. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἐγωισμός. Νὰ μὴ ζητᾶμε, «ἐγὼ νὰ σταθῶ, ἐγὼ νὰ πάω στὸν Παράδεισο», ἀλλὰ νὰ νιώθομε γιὰ ὅλους αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Καταλάβατε; Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.
Ἔτσι, ἂν ζοῦμε ἑνωμένοι, θὰ εἴμαστε μακάριοι, θὰ ζοῦμε στὸν Παράδεισο. Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας» (Πρβλ. Ἐφ. 5, 30). Μπορῶ ν' ἀδιαφορήσω γι' αὐτόν, μπορῶ νὰ τὸν πικράνω, μπορῶ νὰ τὸν μισήσω; Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ. Ἂν αὐτὸ κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι ὁ Παράδεισος. Ἂς διαβάσομε ἀπ' τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὴν Ἀρχιερατικὴ Προσευχή. Προσέξτε τοὺς στίχους: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς... ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί... ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν... ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν... ἵνᾳ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ» (Ἰωάν. 17, 11• 21• 22• 23• 24).
Βλέπετε; Τὸ λέει καὶ τὸ ξαναλέει. Τονίζει τὴν ἑνότητα. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα, ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό! Ὅπως ἕνα εἶναι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Πατέρα. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μεγαλύτερο βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δὲν λέγει κάτι τέτοιο. Κανεὶς δὲν ζητάει αὐτὴ τὴ λεπτότητα ποὺ ζητάει ὁ Χριστός, νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα σὺν Χριστῷ. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ πλήρωμα. Σ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα, σ' αὐτὴ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐν Χριστῷ. Καμία διάσπαση ἐκεῖ δὲν χωράει, κανεὶς φόβος. Οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κόλαση. Μόνο ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, λατρεία Θεοῦ. Μπορεῖς νὰ φθάσεις νὰ λέεις τότε μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἔμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20).
Μποροῦμε πολὺ εὔκολα νὰ φθάσομε σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἀγαθὴ προαίρεση χρειάζεται κι ὁ Θεὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθει μέσα μας. «Κρούει τὴν θύραν» καὶ «καινὰ ποιεῖ πάντα», ὅπως λέγει στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου (Πρβλ. Ἀποκ. 3, 20• 21, 5). Μεταβάλλεται ἡ σκέψη μας, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν κακία, γίνεται πιὸ καλή, πιὸ ἁγία, πιὸ εὔστροφος. Ἄν, ὅμως, δὲν ἀνοίξομε τοῦ κρούοντας τὴν θύραν, ἂν δὲν ἔχομε ἐκεῖνα ποὺ θέλει Αὐτός, ἂν δὲν εἴμαστε ἄξιοί Του, τότε δὲν μπαίνει στὴν καρδιά μας. Γιὰ νὰ γίνομε ὅμως ἄξιοί Του, πρέπει ν' ἀποθάνομε κατὰ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μὴν ἀποθάνομε ποτὲ πλέον. Τότε θὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ ἐνσωματωμένοι μὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι θὰ ἔλθει ἡ θεία χάρις. Καὶ ἅμα θὰ ἔλθει ἡ χάρις, θὰ μᾶς τὰ δώσει ὅλα.
Στὸ Ἅγιον Ὅρος εἶδα κάποτε κάτι πού μοῦ ἄρεσε πολύ. Μέσα σὲ μία βάρκα στὴ θάλασσα μοναχοὶ κρατοῦσαν διάφορα ἱερὰ ἀντικείμενα. Καταγόταν ὁ καθένας ἀπὸ διαφορετικὸ τόπο, ἐν τούτοις ἔλεγαν, «αὐτὸ εἶναι δικό μας» καὶ ὄχι «δικό μου».
Ἀπὸ τὸ «Βίος καὶ Λόγοι», ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Χρυσοπηγῆς, Χανιὰ-Κρήτης 2004.

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ



Για αυτό μην νομίζετε ότι δεν προσεύχεστε. Προσεύχεστε καθημερινά, γιατί και μόνο που έχετε αποφασίσει να αφιερώσετε τον εαυτό σας στον Θεό, μακριά ενάντια στο κοσμικό φρόνημα τότε να ξέρετε ότι αυτό αποτελεί προσευχή. Αυτή είναι προσευχή. Προσευχή είναι που γίνομαι εγώ μοναχός αφιερώνω τον εαυτό μου στο Θεό αυτό είναι προσευχή. Προσευχή κάνετε που αφιερώνεται τον εαυτό σας στην Εκκλησία και στη θυσία προς τον άλλο, μέσα στο γάμο. Ένας που παντρεύεται λοιπόν στον έγγαμο βίο είναι πρότυπο. Είναι επιστροφή ο γάμος στην παλιά κατάσταση, δηλαδή στον Παράδεισο. Προσευχή είναι να αφιερώνει τον εαυτό του στον έγγαμο βίο.Γιατί τι κάνει; Αφιερώνει τον εαυτό μέσω ενός ανθρώπου στην θυσία για τον άλλο . Κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον κοσμικό η τον μοναχό γιατί μοναχός τι είναι; Μοναχός είναι η επιστροφή στην πρώτη κατάσταση δηλαδή στο Παράδεισο χωρίς συμβιβασμούς. Πουλάμε την ελευθέρια μας στο Θεό γιατί ο Θεός είναι η ελευθέρια μας.

ΓΕΡΩΝ ΕΛΛΙΣΑΙΟΣ.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ ( †13 Αυγούστου)




Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ ( †13 Αυγούστου)

Ο Άγιος Τύχων γεννήθηκε το 1724 από φτωχούς γονείς στο χωριό Κορέτζκ της επισκοπής του Νόβγκοροντ. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, πήγε να δουλέψει σε κάποιους χωρικούς για να βγάζει ίσα-ίσα το ψωμί του. Σπούδασε στην Εκκλησιαστική Σχολή και κα­τόπιν στο Ιεροδιδασκαλείο του Νόβγκοροντ, όπου έγινε καθηγητής ρητο­ρικής, μόλις πήρε το δίπλωμά του. Είχε το αίσθημα της διαρκούς παρουσίας του Θεού και του άρεσε να διαβάζει ή να μελετά νύχτες ολόκληρες. Κάποτε όταν αγρυπνούσε, καθώς σκεφτόταν την αιώνια μακαριότητα, άνοιξε ξαφνικά ο ουρανός και ένα άφατο φως άστραψε μπροστά του δημιουργώντας μέσα του φλογερό πόθο για την μοναχική ζωή και την προσευχή. Μετά από τέσσερα χρόνια (1758) εκάρη μοναχός με το όνομα Τύχων και αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, την ίδια χρονιά, του εμπιστεύθηκαν την διεύθυνση του Ιεροδιδασκαλείου του Τβερ.

Αν και επιθυμούσε να ζήσει ως μοναχός έγινε επίσκοπος σε ηλικία 37 ετών (1761) και σύντομα έγινε επίσκοπος του Βορονέζ, μία επισκοπή με τεράστια προ­βλήματα. Φρόντισε να ανεβάσει το πολιτιστικό επίπεδο και το ηθικό φρόνημα του κλήρου. Επισκεπτόταν τις ενορίες, δίδασκε ακούραστα, γραπτά και προφορικά τις αλήθειες του Ευαγγελίου που συνέδεε πάντα με το πρό­σωπο του Χριστού. Ήταν πολύ πράος και ταπεινός   και όταν θεωρούσε πως είχε πληγώσει κάποιον ζητούσε αμέσως συγχώρεση γονατίζοντας στη γη. Με την αγάπη και τον ζήλο που τον διέκρινε, δεν έκανε οικονομία στις φυσικές του δυνάμεις και μετά από πέντε χρό­νια αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από το αξίωμά του για λό­γους υγείας (1768). Αποσύρθηκε στο ταπεινό μοναστήρι του Ζαντόνσκ όπου πέρασε τον υπόλοιπο βίο του με θεάρεστη άσκηση.

Στο κελλί του αντί για κρεβάτι είχε ένα κι­λίμι στρωμένο στη γη και δύο μαξιλάρια, και σκεπαζόταν με μία προ­βιά. Είχε μερικές εικόνες στον τοίχο, ένα τραπέζι, μία καρέκλα και με­ρικά βιβλία. Φορούσε ένα τραχύ μάλλινο ράσο και υποδήματα από πλεγμένο φλοιό και την σύνταξή του την μοίραζε στους φτωχούς. Η πόρτα του ήταν ανοιχτή σε όλους  που έβρισκαν κοντά στον άγιο επίσκοπο τροφή, ρούχα και πνευματικούς λόγους παραμυθίας. Έβγαινε μόνο για να παρευρεθεί στην θεία Λει­τουργία, ψάλλοντας με τους μοναχούς στον χορό, αλλά ποτέ δεν τελούσε ο ίδιος την Λειτουργία. Κοινωνούσε πάντα με δάκρυα στα μάτια. Μετά ασχολούνταν με τη συγγραφή των θεολογικών και ηθικών έργων του. Προικισμένος με εξαιρετική μνήμη, εμπλούτιζε τις ερμηνείες του με πλήθος παραθεμάτων από τις Γραφές, τους αγίους Πατέρες και τους Βίους των αγίων. Όταν υπαγόρευε τα έργα του, οι λόγοι του, εμπνευσμένοι από το άγιο Πνεύμα, κυλούσαν από το στόμια του με τόση γρηγοράδα που ο γραμματέας του δεν προλά­βαινε να τα καταγράψει. Τη νύχτα αφοσιωνόταν στην προσευχή και τις μετάνοιες μέχρι το πρωί. Μία νύχτα εμφανίσθηκε σ’ αυτόν ο Χριστός, ματωμένος και γεμάτος πληγές, και ο άγιος έπεσε στα πόδια Του για να τα προσκυνήσει φωνάζοντας: «Εσύ, εσύ Σωτήρ μου, να έρχεσαι σε μένα!»

Μιαν άλλη νύχτα, ενώ έκανε όπως συνήθιζε τον γύρο του ναού γο­νατίζοντας μπροστά σε κάθε πόρτα και ευχαριστώντας τον Θεό με δά­κρυα, στράφηκε προς το ιερό και είδε από τους ουρανούς να ξεχύνεται ένα λαμπρό φως που καταύγασε όλο το μοναστήρι και άκουσε μία φωνή να λέει: «Ιδού τα αγαθά που έχουν ετοιμασθεί για εκείνους που αγαπούν τον Θεό». Μια άλλη φορά, είδε την Θεο­τόκο ένθρονη πάνω από τα σύννεφα μαζί με τους αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο στο πλευρό της. Γονατίζοντας ο άγιος της ζήτησε τότε να μεσιτεύσει για να συνεχίσει ο Θεός να δίνει την χάρη του σε όλο τον κόσμο.

Από το 1779, ο άγιος Τύχων έγινε τελείως έγκλειστος: δεν δεχό­ταν πια επισκέπτες, σπανίως μιλούσε σε αυτούς που τον υπη­ρετούσαν στο κελλί του, δεν πήγαινε πια στον ναό και έβγαινε μόνο τις εορτές για να επισκεφθεί τους φυλακισμένους. Στην απομόνωση αυτή διαλογιζόταν τον θάνατο μπροστά στο φέρετρο που είχε ετοιμάσει. Πέρασε έτσι τέσ­σερα χρόνια μέχρι την ημέρα όπου ύστερα από ένα όραμα προσβλήθηκε από ημιπληγία και υποχρεώθηκε να μένει κατάκοιτος. Νιώθοντας τις δυ­νάμεις του να εξαντλούνται, τρεις ημέρες πριν την εκδημία του, συγκέν­τρωσε τους κοντινούς του ανθρώπους Κάι ευεργέτες του και τους είπε δεί­χνοντας τον Σταυρό: «Δέομαι στον Κύριο για όλους σας». Ήσαν τα τελευταία λόγια του και τρεις ημέρες αργότερα κοιμήθηκε εν Κυρίω σε ηλικία πενήντα εννέα ετών.

Η τιμή του άρχισε αμέσως μετά την τελευτή του και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την ρωσική γη. Αναγνωρίσθηκε επισήμως από την Εκκλη­σία την ημέρα της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του, παρουσία πολλών χιλιάδων πιστών, στις 25 Αυγούστου 1861.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email