Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Η γραμμή του ορίζοντος: Το "άλλο κοίταγμα" στη θεραπεία του Χριστού- π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Κυριακή Στ΄ Ματθαίου

Κεφ.θ΄,1-9 

Κήρυγμα του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου την Κυριακή 23ης Ιουλίου του 2000 σε mp3 -εδώ

  Έτσι όπως έφτιαξε ο Θεός τον κόσμο, τον έφτιαξε όλο με μεγάλα πράγματα, [επιτρέποντας] αυτά τα μεγάλα [πράγματα] να τα διακρίνουμε μέσα από πολύ απλές γραμμές. Είναι σαν τον ορίζοντα που χωρίζει κάποια στιγμή το σκοτάδι με το φως, και πρέπει να μπορείς να πιάσεις αυτή τη γραμμή του ορίζοντα για να διακρίνεις το πολύ μεγάλο που είναι το φως από το πολύ βαραθρώδες που είναι το σκοτάδι. 
  Το κείμενο που ακούσαμε πριν από λίγο, μέσα στην πάντοτε μόνιμη απλότητα του Ευαγγελικού Λόγου, περιγράφει μέσα από τέτοιες ευδιάκριτες μεν, αλλά για πολλούς δυσδιάκριτες, λεπτεπίλεπτες ισορροπίες τη βαθιά εσωτερική θεραπευτική που έχει ο κάθε άνθρωπος να λειτουργήσει, προσεγγίζοντας τον Χριστό. 
  Όλο το κείμενο παίζεται, θα λέγαμε, πάνω σε τρεις τέτοιες πραγματικά λεπτεπίλεπτες ισορροπίες που ουσιαστικά κρίνουν όχι απλώς το κείμενο -το κείμενο το γράφει ο Απόστολος Ματθαίος- αλλά κρίνουν τη ζωή μας. Να σας δηλώσω τις ισορροπίες. 
 Τι διαφέρει η λέξη «φέρω» από το «προσφέρω»; Τι διαφέρει η λέξη «έχω πίστη» από το «βλέπω την πίστη»; Πόσο διαφέρει η λέξη «θεραπεία» από το «συγχωρούνται οι αμαρτίες»
 Να δούμε λίγο αυτές τις λεπτεπίλεπτες γραμμές του ορίζοντα, για να καταλάβουμε πώς ο Χριστός κάνει τη θεραπεία Του με έναν τρόπο ουσιαστικό, αλλά για εμάς δυσδιάκριτο, γιατί δεν έχουμε καθαρό νου. 
  Στο κείμενο λέγεται ότι τον παραλυτικό τον προσέφεραν. Προσέξτε! Όχι τον έφεραν, τον προσέφεραν. Άλλο φέρνω και άλλο προσφέρω. Νομίζω είναι κατανοητό. Φέρνω κάτι με μια ουδέτερη στάση πολλές φορές. Προσφέρω κάτι σημαίνει, το δίνω εκεί και λέω, τελειώσαμε. Ξέρω πως εμείς αποτύχαμε και το προσφέρω εδώ. Το πρόσφορο εξάλλου. Και το προσφέρω εδώ. Και εδώ η δική μας αποτυχία θα πληρωθεί μέσα από την προσφορά μας. Τον παραλυτικό, λοιπόν, τον προσέφεραν. 
  Είναι η πρώτη διάθεση και διάσταση της θεραπευτικής. Δεν φέρω τον εαυτό μου στον Χριστό, τον προσφέρω. Όπου σημαίνει ότι και να γίνει, και άσχημα να πάνε τα πράγματα, [και] καλά να πάνε τα πράγματα, και όμορφο να μου φαίνονται και άσχημα να μου φαίνονται, όταν κάνω αυτή την προσφορά, τα πράγματα είναι πέρα από το καλό και το άσχημο. Πέρα από το μεγάλο και το μικρό. Τα πράγματα οδεύουν στον Χριστό. Και αυτό είναι το μείζον. 
  Γιατί όλη η ιστορία του κόσμου οδεύει στον Χριστό. Δεν μας νοιάζει αν θα γίνουν μεγάλα τα πράγματα ή μικρά τα πράγματα, αν θα πάνε καλά για εμάς ή δεν θα πάνε καλά. Πόσες φορές ταλαιπωρούμαστε σε αυτή την ισορροπία και πολλές φορές τα βάζουμε και με τον Χριστό. 
  Είναι πολύ ανόητες ανισορροπίες που έχουμε στο μυαλό μας. Το θέμα είναι να προσφέρουμε, που λέμε: «εγώ δεν ξέρω τίποτε, από σένα θα ζήσουμε». Πόσες φορές η ακολουθία – και θα τα ακούσουμε και μετά από λίγο – λέει: «και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Γι' αυτό ακριβώς το λέει. Ότι ξεπερνάμε το «μας πάνε καλά» και «δεν μας πάνε καλά [τα πράγματα]», το καλό και το κακό, το όμορφο και το άσχημο. Όλα προσφέρονται στον Χριστό. 
  Και εδώ η τομή της θεραπευτικής, η πρώτη, είναι αυτή η λεπτή διάκριση. Του «φέρω» και «προσφέρω». Γι' αυτό ακριβώς αρχίζει η θεραπεία αυτού του παραλυτικού. 
  Και ρώτησα ένα δεύτερο ερώτημα: Πόσο διαφέρει η λέξη «έχω πίστη» από το «βλέπω πίστη»; Η λέξη «έχω πίστη», αναφερόμενη στο πρώτο πρόσωπο, κρίνω εγώ αν έχω πίστη ή δεν έχω. Και πώς μπορώ να το κρίνω; Ποιο είναι το μέτρο για να το κρίνω; Ποιες δυνατότητες έχω να το κρίνω; 
  Μπορεί να νομίζω πως αυτό που έχω είναι πίστη και να μην είναι τίποτε. Να είναι ένα παιχνίδισμα του νου μου. Ένα παιχνίδισμα ρομαντικό της καρδιάς μου. Πολλές φορές το αναλύω και δεν βγαίνει τίποτε. Ήδη καταλαβαίνοντας τη λέξη «προσφέρω», αρχίζει να γίνεται κατανοητό τι σημαίνει η λέξη «πίστη». 
 Προσφέρω, πια, σημαίνει: Λειτουργείται πάνω μου η πίστη. Και δεν μπορώ να αξιολογήσω αν έχω πίστη. 
  «Καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν». Βλέπετε. Δεν είναι δική μας [η] αξιολόγηση. Είναι το κοίταγμα που κάνει ο Χριστός. Και το κοίταγμά Του είναι μοναδικό. Και Εκείνος ξέρει πού είναι η πίστη και πού δεν είναι. 
  Και σίγουρα η ρίζα της και το θεμέλιό της κρίνεται σε αυτή την πρώτη λέξη της προσφοράς. Άρα σταματάμε να κάνουμε αναλύσεις. Πόσο πιστεύω, πόσο δεν πιστεύω. Και εγώ δεν ξέρω τίποτε. Εγώ προσφέρομαι στον Χριστό. Και αν πιστεύω δεν με νοιάζει και αν δεν πιστεύω δεν με νοιάζει! 
  Ε, φυσικά, αν προσφέρεσαι στον Χριστό είσαι πέρα από την πίστη και είσαι πάνω από την πίστη. Είναι εκείνο που λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής: «Μα η πίστη είναι κάτι πολύ μικρό. Και αλίμονο αν αξιολογείς τα πράγματα με την πίστη». Για να γίνεις του Χριστού πρέπει να ξεπεράσεις την πίστη. Λεπτεπίλεπτες γραμμές, έτσι; 
  Όπου πια προσφέρεσαι στον Χριστό και βλέπει ο Χριστός πού έχεις πίστη. Και βλέπετε στην έσχατη κρίση  -ουσιαστικά αυτή η αξιολόγηση γίνεται-  Εκείνος βλέπει πια τι έφτιαξες και τι είναι μέσα σου πέρα από τα δικά σου μέτρα και τις δικές σου αξιολογήσεις. Μετά από αυτό το ίδιο το σημείο ο Χριστός λέει τη γνωστή φράση «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι» και ο παραλυτικός γίνεται καλά. Δεν τον θεραπεύει. 
  Προσέξτε. Συγχωρεί τις αμαρτίες του. Μετά έρχεται η θεραπεία. Αλλά δεν είναι εκείνη το κέντρο. Εκεί πια η συγχώρηση των αμαρτημάτων παίρνει ένα άλλο ήθος πάνω μας. Πολλές φορές γι' αυτή την έννοια της συγχώρησης των αμαρτημάτων έχουμε πολύ λανθασμένες και πολλές φορές αντιχριστιανικές σκέψεις. 
  Η συγχώρηση των αμαρτημάτων είναι αυτό το άλλο κοίταγμα πια. Το δικό μας για τη ζωή και του Χριστού για μας. Αν αρχίσει αυτό το άλλο κοίταγμα που σημαίνει πια μετανοώ, αλλάζει ο νους μου, τότε πια πορεύομαι σε άλλον δρόμο. 
  Δεν είναι πια μια ανάλυση που κάνουμε ότι κάτι γίνεται πάνω μας, κάτι καθαρίστηκε και τώρα μπορούμε να συνεχίσουμε και μπορούμε να ξαναπέσουμε. Αν αλλάξει το κοίταγμα, αν πάω τώρα και βλέπω τη Γλυφάδα από την Αίγινα, άλλαξε το κοίταγμα! Δεν μπορώ να πηγαινοέρχομαι κάθε λεπτό ανάμεσα Γλυφάδας και Αίγινας, είναι αυτή η αλλαγή του κοιτάγματος και αυτό δεν το καταλάβαμε ποτέ. Γι' αυτό θεωρούμε ότι το «πέσε-σήκω» είναι αυτονόητο ότι μπορούμε μια να αμαρτάνουμε και μια να μην αμαρτάνουμε. 
  Να συγχωρούμεθα. Είναι το άλλο κοίταγμα γιατί προσφέρουμε πια, γιατί εκείνος βλέπει τι έχω μέσα μου και τότε «ἀφέωνταί αἱ ἁμαρτίαι» και τότε γίνεται καλά πια. Είναι η βαθιά θεραπευτική της Εκκλησίας μας, το «γίνεται καλά» πολύ βαθιά. Μπορεί να έρθει η σωματική ίαση και μπορεί να μην έρθει η σωματική ίαση. Πόσοι ευλογημένοι άνθρωποι, πόσοι πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Απόστολος Παύλος, ζήτησαν την ίαση και δεν ήρθε, αλλά είχαν κάτι μεγαλύτερο από την ίαση, κάτι πιο βαθύ, είχαν το άλλο κοίταγμα, είχαν το κοίταγμα της μετανοίας που ήταν απρόσβλητοι και αναλλοίωτοι σε όλη τους τη ζωή. Και εδώ είναι η μεγάλη ιστορία της δικής μας θεραπείας: να αποκτήσουμε μέσα από τις δύο πρώτες τομές αυτό το άλλο κοίταγμα. Εδώ στην περίπτωση του παραλύτου εκείνος περπάτησε, σε άλλες περιπτώσεις κανείς δεν περπάτησε και όμως έγινε η βαθιά αλλαγή. Στο τέλος τέλος, τα πάντα είναι του Χριστού και εκείνος ξέρει αν πρέπει να περπατήσουμε ή δεν πρέπει να περπατήσουμε. Εμείς το ορίζουμε ακόμη και το πλαίσιο μέσα από το οποίο θα μας λειτουργήσει και εκεί λειτουργείται ο δικός μας εγωισμός. 
  Λεπτεπίλεπτο το κοίταγμα και πρέπει να μπορεί το μάτι να ισορροπεί πάνω στη γραμμή του ορίζοντος. Πόσες φορές χάνουμε τον ορίζοντα γιατί δεν καταλαβαίνουμε τι είναι η γραμμή του ορίζοντος. Πόσες φορές χάνουμε τα μεγάλα γιατί δεν καταλαβαίνουμε πού κρύβονται. Το κείμενο αυτό πραγματικά δίνει πορεία και σύνθεση ζωής. Μελετήστε το μετά στο σπίτι σας, διαβάστε το, σκεφτείτε λίγο αυτά τα απλά λόγια που σας είπα και μπορεί να καθορίσετε πραγματικά τη γραμμή του ορίζοντος της ζωής σας. Είναι τόσο απλό, μια γραμμή. Είπε ο Χριστός: «Το πιο εύκολο πράγμα είναι να συγχωρεθείτε» και λέτε: «εύκολο πράγμα». Ναι, το πιο εύκολο πράγμα αρκεί το μάτι να διακρίνει αυτή τη γραμμή του ορίζοντος.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ - Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου

 
Γ’ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 
 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ  
Καλύβη Τιμίου Σταυρού 13‐1‐1971

 

Εν Χριστώ αδελφές, ευλογείτε. Προ ημερών έλαβα τις επιστολές σας και σκέφθηκα να σας στείλω ολίγα πνευματικά βότανα. Φυσικά, δικά μου δεν είχα, αλλά υπάρχουν στο Περιβόλι της Παναγίας αρκετά. Έχω υπόψη μου από έναν πρακτικό Μοναχό, ο οποίος έχει ωφελήσει την ψυχή μου πολύ, και πολύ γνωστό μου, τα οποία και αναφέρω, για να καταλάβετε καλύτερα τι είδους βότανα έδινε στην κάθε πάθηση. Ίσως δεν σας χρειάζονται τώρα, αλλά ας βρίσκονται, γιατί άνθρωποι είμαστε. Παίρνω λοιπόν τις ξένες και αυτές κόλλες και τυλίγω τα βότανα τα ξένα. Επειδή δε η μεγαλύτερη αρρώστια είναι η υπερηφάνεια, η οποία μας μετέφερε από τον Παράδεισο στην γη και από την γη προσπαθεί να μας πάη στην κόλαση, αρχίζω από αυτήν. 
Τον ερώτησε κάποιος: 
-Πώς είναι δυνατόν, Γέροντα, να μην υπερηφανεύωμαι, ενώ βλέπω να μου κατεβαίνουν σοφές σκέψεις, και να με θαυμάζουν οι συμφοιτητές μου; 
Απεκρίθη: 
-Αυτές που κατεβαίνουν στον εγκέφαλο μας, αδελφέ, από ψηλά, είναι του Θεού. Αυτά που κατεβάζει ο εγκέφαλος μας από τις μύτες μας, είναι δικά μας. * * 
Ερωτήθη από άλλον: 
-Γιατί, όταν προσεύχομαι, για να απαλλαγώ από ένα πάθος ή για έναν γνωστό μου, άλλοτε με ακούει ο Θεός και άλλοτε όχι, ενώ κοπιάζω περισσότερο προσευχή; 
Απεκρίθη: 
-Ο Θεός περισσότερο εξετάζει πόση ταπείνωση έχουμε και όχι πόσο κόπο καταβάλλουμε. Εάν έχουμε υπερηφάνεια, η οποία φέρνει και τις πτώσεις, και μας ακούση ο Θεός και μας τις θεραπεύση, τι ωφελεί; Γι’ αυτό ο Καλός Θεός δεν μας ακούει, μήπως οι πολλές πτώσεις μας συνεφέρουν, για να ταπεινωθούμε. Γι’ αυτό, όταν δεν μας το θεραπεύη το πάθος, πρέπει να καταλάβουμε ότι υπάρχει η υπερηφάνεια, και θα πρέπη να Τον παρακαλούμε να μας θεραπεύση απ’ αυτήν, και όλα τ’ άλλα μόνο τους φεύγουν. 

 

Ερωτήθη κάποτε από Μοναχό:  
-Όταν ήμουν στον κόσμο, Γέροντα, ήμουν καλύτερος· τώρα που ήρθα στο Μοναστήρι, γιατί είμαι χειρότερος; 
Απεκρίθη: 
-Αυτό είναι αλήθεια, αδελφέ, διότι στον κόσμο έκανες σύγκριση του εαυτού σου με τους κοσμικούς· στο Μοναστήρι κάνεις σύγκριση του εαυτού σου με τους Αγίους.  
Ερωτήθη άλλοτε: 
-Τι να κάνω, Γέροντα, που ζηλεύω και πολλές φορές χαίρομαι, όταν οι προοδευμένοι αδελφοί κάνουν σφάλματα; 
Απεκρίθη: 
-Να λες: «Θεέ μου, σε παρακαλώ τους αδελφούς να βοηθήσης, ο καθένας να φθάση στα μέτρα του Αγίου που φέρει το όνομα του, και εμένα στα μέτρα των αδελφών». Κάνε αυτό και θα ιδής την ενέργεια του Θεού 

 

Ερωτήθη κάποτε από αδελφό: 
-Θέλω να αναχωρήσω της Μονής, γιατί δεν αναπαύομαι· θα κάνω καλά; 
Απεκρίθη ο Γέρων: 
-Είσαι Μοναχός; 
-Όχι, Γέροντα, δόκιμος. 
-Φυσικά, μπορείς και να αναχωρήσης. Δεν μου λες, αδελφέ, πόσο καιρό δοκομάζεις; 
-Περίπου τρία χρόνια. 
-Εάν σκέπτεσαι για τα ενδότερα της ερήμου, είναι πολύ νωρίς, νομίζω. Εάν για τα ενδότερα του κόσμου, είναι πολύ αργά, νομίζω, διότι, όσοι σε βλέπανε με τα ράσα επί τρία χρόνια, έχουν την εντύπωση ότι είσαι Μοναχός και μετά θα νομίζουν ότι τα πέταξες, και θα σκανδαλίσης πολλές ψυχές. 
-Γιατί να μου έρχωνται αυτές οι σκέψεις για τον κόσμο; 
-Διότι πολύ γρήγορα ξέχασες τι τράβηξες, για να ελευθερωθής από τον κόσμο. Εάν θα τα θυμάσαι, θα παύσης να θυμάσαι τον κόσμο, και ο νους σου θα σκαλώση στους Ουρανούς.  
Ερωτήθη από ένα νέο Μοναχό πολύ προοδευμένο: 
-Ο νους μου, Γέροντα, κινείται μόνος του στην ευχή όχι μόνον την ημέρα, αλλά και όταν κοιμάμαι ακόμη· ξυπνώ πολλές φορές, και πράγματι, χωρίς να γίνη διακοπή, συνεχίζεται και η επίλοιπη ευχή. Μήπως είναι πλάνη; 
Απεκρίθη: 
-Πλάνη δεν είναι, αδελφέ, αλλά ούτε και δικό σου είναι. Είναι δώρο του Θεού, και θα πρέπη να Τον ευχαριστήσης, αλλά και να Τον παρακαλέσης να το δώση και σε άλλους που είναι καλύτεροι σου. Να λες στον Θεό: «Θεέ μου, εάν εμένα δεν με σιχάθηκες και μου έδωσες θείο δώρο, θα πρέπη να δώσης και σε όλα τα πλάσματα Σου που είναι πολύ καλύτεροι μου»  
Ερωτήθη άλλοτε από άλλον: 
-Όταν αγρυπνώ πολύ, τότε μου έρχονται πολλοί κακοί λογισμοί και με στενοχωρούν, διότι ούτε και να τους διώξω πολλές φορές μπορώ. Τι να κάνω;
Απεκρίθη: 
-Η αγρυπνία σου, αδελφέ, ή υπερηφάνεια έχει ή υπέρ τις δυνάμεις σου αγωνίζεσαι, και αυτό πάλι δεν είναι καθαρό. Προσπάθησε η άσκηση σου να μην είναι ξερή και σου δημιουργήση ψευδαισθήσεις, όπως και στους άλλους που σε βλέπουν, και σε οδηγήση στην πλάνη. 
-Πόσες ώρες πρέπει να κοιμάμαι; Ο Μέγας Αρσένιος λέει μία ώρα. 
Απεκρίθη: 
-Ο Μέγας Αρσένιος λέει μία ώρα, εάν είσαι αγωνιστής. Και εγώ σου λέω, εάν είσαι Μέγας Αρσένιος. Έχω την γνώμη ότι ο αρχάριος, όταν δεν έχη πόλεμο, θα πρέπη να κοιμάται με διάκριση, όπως και να τρώη με διάκριση, για να μην είναι σαν το ζαλισμένο κοτόπουλο, και τον φάει το γεράκι. Διότι, όταν κάνη άσκηση υπέρ τις δυνάμεις του και είναι ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνη ούτε αυτά που διαβάζει ούτε και αυτά που λέει προσευχόμενος, ενώ δεν έχει πνευματικό απόθεμα ακόμη, πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθή και να καρποφορήση; Όταν υπάρχη πόλεμος, και τότε ο αρχάριος, πριν αρχίση να χτυπήση σκληρά την σάρκα, να εξετάση καλά τον εαυτό του, μήπως δεν φταίη η σάρκα αλλά η υπερηφάνεια, η κατάκριση κ.λπ. Αυτό το καταλαβαίνουμε, όταν επί παραδείγματι κάνουμε μικρό αγώνα (αποκλεισμό και αγρυπνία) και παρακαλέσουμε τον Θεό να μας βοηθήση, και δεν μας βοηθάει· απόδειξη ότι «αλλού στάζει». 
Ερωτήθη: 
-Απορώ, Γέροντα, ενώ οι Άγιοι Πατέρες είχαν απεκδυθή τον παλαιό τους άνθρωπο, γιατί κάνανε υπερβολές;
Απεκρίθη: 
-Αδελφέ μου, με ρωτάς για επίγειους Αγγέλους και όχι για ανθρώπους. Όταν ο άνθρωπος απεκδυθή τον παλαιό του άνθρωπο, γίνεται Θεοφόρος. Ευρισκόμενος σ’ αυτήν την κατάσταση είναι δυνατόν να επιθυμή υλικά πράγματα; Άλλοτε τρώγανε κάτι και άλλοτε ξεχνούσαν· το ίδιο και με τον ύπνο. Η έντονη παρουσία του Θεού τους έτρεφε με την παραδεισένια γλυκύτητα και, εφ’ όσον βρίσκονταν σ’ αυτήν την κατάσταση την εξαϋλωμένη, δεν είχαν, όπως εμείς, μεγάλη ανάγκη από τροφές και ύπνο· είχαν δυνάμεις, διότι κατοικούσε μέσα τους ο Χριστός. 
Ερωτήθη: 
-Πόσα κομποσχοίνια είναι καλά να κάνη κανείς; 
Απεκρίθη: 
-Άλλος γεωργός από δέκα στρέμματα που σπέρνει βγάζει πέντε χιλιάδες κιλά σιτάρι, και άλλος από πενήντα στρέμματα δεν βγάζει ούτε και τον σπόρο που έριξε· του μένει και η κούραση του χεριού από το αλέτρι. 
Ερωτήθη κάποτε: 
-Όταν πήγαινα στο Πανεπιστήμιο, Πάτερ, μπορούσα να παρακολουθήσω την πρόοδο μου από τους βαθμούς. Εδώ στην Πνευματική ζωή, δεν ξέρω πού βρίσκομαι. 
Απεκρίθη: 
-Μπορείς και εδώ να την παρακολουθήσης από τους λογισμούς σου. Εάν περνούν συνέχεια κακοί λογισμοί, και τους διώχνης, και πάλι έρχωνται, και πάλι τους διώχνης, πρέπει να γνωρίσης τότε ότι πέρασες στον χώρο της μετάνοιας και αγωνίζεσαι. Εάν περνούν άλλοτε κακοί, και τους διώχνης, και άλλοτε καλοί, εάν οι κακοί είναι μηδέν, οι δε καλοί είναι δέκα, ανάλογα με τις μονάδες μπορείς να βγάλης τον βαθμό. Όταν βλέπης επί παραδείγματι ότι οι κακοί λογισμοί λιγοστέψανε, και περισσότεροι είναι οι καλοί, γνώριζε ότι έχουν μειωθή τα μηδενικά και έχουν αυξηθή τα δεκάρια, και έχει καλυτερεύσει ο βαθμός σου. Όταν παύσουν να περνούν κακοί λογισμοί, και μόνον καλοί περνούν, τότε γνώριζε ότι έχει γίνει η κάθαρση, έχει καθαρισθή η καρδιά σου, το σπήλαιο, και έχει μεταβληθή σε Σπήλαιο της Βηθλεέμ. 
Ερωτήθη κάποτε από έναν αδελφό: 
-Είναι κακό, Γέροντα, που αντιδρώ με ένα παιδικό πείσμα, ακόμη και στον Γέροντα μου; 
Απεκρίθη: 
-Το Τυπικό, καθώς γνωρίζεις, άλλοτε μας λέει Κύριε ελέησον τρις, άλλοτε ιβ’ και άλλοτε μ’. Δηλαδή τα πάθη δεν παύουν να είναι κακό σε όλες τις ηλικίες, και ανάλογα με την ηλικία του ο καθένας έχει και τα Κύριε ελέησον. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι ότι, ενώ είσαι μεγάλος, έχεις πείσμα παιδικό! Εάν όμως επιμένης ότι είναι παιδικό, να δέχεσαι τότε να σου τραβούν τα αυτιά και κάπου‐κάπου κανένα μπάτσο. 
Ερωτήθη από άλλον αδελφό: 
-Εγώ έχω, Γέροντα, χαρίσματα πολλά και τάλαντα, και μου λέει ο λογισμός ότι αδικούμαι, και οι σκέψεις αυτές με έχουν ζαλίσει. Τι να κάνω;
Απεκρίθη: 
-Όταν εξαρχής άκουσα το «εγώ έχω», κατάλαβα ότι τίποτε δεν έχεις εκτός από το «εγώ» σου. Αυτό το «εγώ» σου είναι που σε ταλαιπώρησε, σε ταλαιπωρεί, και ταλαιπωρείς. Τότε μόνον, όταν το «εγώ» σου αφανίσης, θα σπάση το σφυρί του εχθρού, και θα παύση να σου χτυπάη με λογισμούς το κεφάλι, το οποίο σου το κάνει τάλαντο, και ηχούν τα τάλαντα σου.

 

Αδελφός κάποτε τον ρώτησε: 
-Τι να κάνω με τον απότομο τρόπο μου, που πληγώνει τους άλλους; 
Απεκρίθη: 
-Τον απότομο τρόπο σου να τον στρέψης στον παλαιό σου άνθρωπο, για να αξιοποιηθή. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μέσα σε μια Αδελφότητα είναι και πληγωμένες ψυχές, οι οποίες έχουν τουλάχιστον από παρηγοριά ανάγκη, αν όχι από θεραπεία, και όχι από περισσότερο πλήγωμα. Επίσης είναι και Αγγελικές ψυχές, που πρέπει να τις φερώμαστε με ευλάβεια, διότι στα μάτια του Θεού, νομίζω, έχουν μεγαλύτερη αξία και από τους Αγγέλους οι ένσαρκοι Άγγελοι. Ο διάβολος όμως πολλές φορές μας κοροϊδεύει με τον εξής τρόπο: την μεν εικόνα του Αγγέλου να την  προσκυνούμε με ευλάβεια μεγάλη, τον δε ένσαρκο Άγγελο, τον πλησίον μας, που είναι εικόνα Θεού, να τον πληγώνουμε, να τον βρίζουμε κ.λπ. 
Ερωτήθη κάποτε: 
-Πόσες ώρες θα πρέπη να διαβάζη κανείς; 
Απεκρίθη: 
-Αυτό δεν το καταλαβαίνω, αδελφέ. Υγεία έχουν όχι αυτοί που τρώνε πολύ και το κατεβάζουν αμάσητο, αλλά αυτοί που τρώνε λίγο και μασάνε καλά. Ακόμη και θα πρέπη να το μηρυκάζεται κανείς αυτό που διαβάζει και να παρακαλάη τον Θεό να του λύση την στείρωση του νου του με τον θείο Του φωτισμό, για να αρχίση να γεννάη τα θεία νοήματα. Τότε δέχεται την πύρινη γλώσσα της Πεντηκοστής. Με τα άλλα δε διαβάσματα, με το να τα μάθουμε απέξω, για να αποκτήσουμε γνώσεις, να πουλάμε εξυπνάδες, χωρίς να στριμώχνουμε τον εαυτό μας σε εφαρμογή, όχι μόνο δεν ωφελούμε τους άλλους, αλλά αντιθέτως την απιστία σπέρνουμε, όταν μας ιδούν ότι αυτά που λέμε, δεν έχουν καμιά σχέση με τον εαυτό μας. Γι’ αυτό ο σκοπός του διαβάσματος να είναι η εφαρμογή στον ίδιο τον εαυτό μας, και όχι να αποστηθίζουμε, αλλά να εσωστηθίζουμε· όχι να εξασκήσουμε την γλώσσα, αλλά να μπορέσουμε να δεχθούμε την πύρινη γλώσσα και να ζήσουμε τα μυστήρια του Θεού. Με το να μαθαίνη κανείς πολλά, για να αποκτήση γνώσεις και να κάνη τον δάσκαλο στους άλλους, και ο ίδιος να μην τα εφαρμόζη, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να φουσκώνη το κεφάλι του με αέρα, και το πολύ‐πολύ να ανέβη στην Σελήνη με μηχανές. Ο σκοπός του Χριστιανού είναι να ανέβη στον Θεό δίχως μηχανές. 
Ερωτήθη κάποτε: 
-Τι να κάνω, Γέροντα, που μου περνούν κακοί λογισμοί; Δεν τους δέχομαι φυσικά, αλλά με στενοχωρούν. 
Απεκρίθη: 
-Αδελφέ μου, και εμένα πάνω από την στέγη της Καλύβης μου περνούν πολλές φορές αεροπλάνα και μου χαλούν την ησυχία μου. Κακό είναι, όταν ισοπεδώση κανείς ένα κομμάτι της καρδιάς του και δέχεται τα «Λυκόφτερα» (τα ταγκαλάκια). Εάν καμιά φορά συμβή και αυτό, αμέσως εξομολόγηση και καλλιέργεια του αεροδρομίου και φύτευμα αμέσως δένδρων καρποφόρων, να γίνη πάλι Παράδεισος. 
Ερωτήθη: 
-Εάν οι λογισμοί, Γέροντα, είναι τέτοιου είδους που δεν λέγονται, τι να κάνω; 
Απεκρίθη: 
-Καταλαβαίνω ποιους λογισμούς εννοείς: αυτούς που είναι γύρω από τον Θεό, τα θεία κ.λπ. και πολλές φορές και για τον Πνευματικό Πατέρα. Οι λογισμοί αυτοί, οι βλάσφημοι, είναι του διαβόλου όλοι. Και οι βλασφημίες είναι του διαβόλου, και οι αμαρτίες αυτές είναι του διαβόλου. Γι’ αυτό, αδελφέ, δεν είναι σωστό να στενοχωρούμαστε και για τις αμαρτίες του διαβόλου. Στον Πνευματικό, όταν πη κανείς: «μου περνούν βλάσφημοι λογισμοί για τον Θεό ή τον Χριστό ή το Άγιο Πνεύμα ή για την Παναγία ή για τους Αγίους ή για σένα τον Πνευματικό μου», δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Ούτε ο Πνευματικός θα ζητήση λεπτομέρειες, αλλά ούτε και εμείς πρέπει να του πούμε. Μόνον ότι «μου περνούν βλάσφημοι λογισμοί», αυτό είναι αρκετό. Ο κακούργος διάβολος, για να μας μπλέξη, μας φέρνει λογισμούς και για το Πανάγιο Πνεύμα ακόμη και μετά μας λέει ο ίδιος ότι αυτή η αμαρτία δεν συγχωρείται κ.λπ. Τι μας το λέει; Εμείς το ξέρουμε αυτό. Ας το ακούση αυτός που βλασφημάει το Πανάγιο Πνεύμα και όχι εμείς που το ευλαβούμαστε. Από εδώ μπορούμε να καταλάβουμε ότι είναι του διαβόλου, γιατί συνήθως τέτοιους λογισμούς φέρνει στους πολύ ευλαβείς και πολύ ευαίσθητους με σκοπό ό,τι πετύχει. Εάν δεν κατορθώση να φέρη τον άνθρωπο σε απόγνωση να αυτοκτονήση, τουλάχιστον να τον τρελάνη και, εάν δεν μπορέση ούτε και αυτό, τον ευχαριστεί, εάν του φέρη έστω και μία μελαγχολία. Αρκεί στον διάβολο να αχρηστέψη ένα πλάσμα του Θεού. Επειδή ξέρω ότι θα θέλατε να μάθετε τι είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος και πότε είναι ένοχος ο άνθρωπος, σας λέω μόνο δύο λόγια, αυτά που νιώθω. Βλασφημία είναι η περιφρόνηση γενικά στα θεία, όταν ο άνθρωπος έχη, εννοείται, τα λογικά του. Τότε είναι και ένοχος. Αδύνατο επομένως σε έναν ευλαβή άνθρωπο να υπάρχη βλασφημία. Στο πρώτο στάδιο της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος βρίσκονται οι αναιδείς άνθρωποι και στο δεύτερο οι περιφρονητές προς τον Θεό και τα θεία. Στο τρίτο βρίσκεται ο διάβολος. Γι’ αυτό θα πρέπη, όσο μπορούμε, να προσέχουμε από την αναίδεια, την περιφρόνηση, όχι μόνον προς τα θεία αλλά και προς τον πλησίον μας, διότι είναι εικόνα Θεού, και να μη δίνουμε σημασία στους βλάσφημους λογισμούς που φέρνει ο διάβολος, χωρίς εμείς να τους θέλουμε. 
Κάποτε ερωτήθη: 
-Γέροντα, θα πρέπη να πιστεύουμε στα όνειρα και να τα εξηγούμε; 
Απεκρίθη: 
-Αδελφέ, εάν έφθασες στα μέτρα του Ιωσήφ, θα πρέπη. Εάν όμως όχι, όχι. 
Νομίζω ότι φτάνουν αυτά τα βότανα προς το παρόν, και θα πρέπη να τα βάλω στην σακούλα (στον φάκελο), να τα στείλω, η οποία και αυτή ξένη είναι, όπως οι κόλλες που τυλιχτήκανε τα ξένα βότανα. Του λόγου μου διέθεσα μόνο δύο ώρες να τα τυλίξω και γι’ αυτόν τον κόπο μου θέλω να με πληρώσετε με μια ευχή κάπου‐κάπου. Έχω ανάγκη από πολλές ευχές σας, αλλά δεν θέλω να σας κουράσω. Όσο μπορείτε να καλλιεργήσετε την Πνευματική αρχοντιά και Πνευματική λεβεντιά. Την ζήλια μην την αφήσετε να μπη μέσα από τα σύρματα, διότι όλη την καλοσύνη σας θα την μουρνταρέψη, όπως το ψόφιο ποντίκι μέσα στο πιθάρι με το λάδι. Η καλοσύνη της γυναίκας εκ φύσεως είναι μεγάλη, αλλά το πιθάρι της καλοσύνης το σκεπάζουν δυστυχώς οι γυναίκες με ένα μαντίλι (εννοώ οι περισσότερες), και πέφτουν μετά ποντίκια μέσα και την μουρνταρεύουν. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ο Χριστός και η Παναγία μαζί σας ο αδελφός σας Μοναχός Παΐσιος.

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: Επιστολές 

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης (1924-1994) - Σύντομος Βίος


Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης 
(1924-1994) 
Σύντομος Βίος
Απόσπασμα απο το βιβλίο Ιερόν Ησυχαστήρίον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Παρακλητικός Κανών Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου- εδώ
O Ἅγιος Παΐσιος γεννήθηκε στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924. Χάρη στὴν ἁγία καὶ φωτισμένη παρουσία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, ποὺ ἦταν ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, τὰ Φάρασα ἀποτελοῦσαν μιὰ μικρὴ ἑστία Ἑλληνισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας στὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ πατέρας τοῦ Γέ­ροντος Παϊσίου Πρόδρομος Ἐζνεπίδης ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν παλληκαριά του, ἐνῶ ἡ μητέρα του Εὐλογία διακρινόταν γιὰ τὴν σύνεση, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν εὐλάβειά της. Ἡ γέννησή του συνέπεσε μὲ τὶς τραγικὲς ἡμέρες τοῦ ξεριζωμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸν ξεριζωμό, ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος βάπτισε ὅλα τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν καὶ ὁ Γέροντας Παΐσιος. Ὁ Ἅγιος προβλέποντας ὅτι θὰ γίνη καλόγερος, δὲν τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα ποὺ ἤθελαν οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ τὸ δικό του ὄνομα λέγοντας: «Ἐσεῖς καλὰ θέλετε νὰ ἀφήσετε ἄνθρωπο στὸ πόδι τοῦ παπποῦ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀφήσω καλόγερο στὸ πόδι μου;». 
Ἡ φυγὴ τῶν Φαρασιωτῶν ἀπὸ τὴν πατρογονικὴ γῆ ἔγινε στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες ἔφθασαν στὴν Ἑλλάδα. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε τελικὰ στὴν ἀκριτικὴ καὶ ὀρεινὴ Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου. Ἐκεῖ ὁ Ἀρσένιος ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ ἀπέπνεε τὸ ἄρωμα τῆς ἀνατολίτικης εὐλάβειας καὶ ἦταν διαποτισμένο ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Οἱ γονεῖς του, καὶ κυρίως ὁ ψάλτης τοῦ Ἁγίου Πρόδρομος Κορτσινόγλου, διηγοῦνταν ὅσα θαυμαστὰ εἶχαν ζήσει κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀρσένιο. Οἱ θαυμαστὲς διηγήσεις γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ἄναψαν στὴν παι­δικὴ ψυχὴ τοῦ Ἀρσενίου τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνη καὶ αὐτὸς καλό­γερος. Ἐπίσης πολὺ τὸν βοήθησε στὸ νὰ ἀγαπήση τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀποκτήση ἀπὸ μικρὸς ἀγωνιστικὸ πνεῦμα καὶ ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία ἀξιοποιώντας ἁπλὰ καθημερινὰ γεγονότα, τὸν δίδα­ξε τὴν ταπείνωση καὶ τοῦ ἔμαθε νὰ σκέφτεται πνευματικά. 
Ὅταν ὁ Ἀρσένιος πῆγε σχολεῖο καὶ ἔμαθε νὰ διαβάζη, ἄρχισε νὰ μελετᾶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ σύντομα Συναξάρια Ἁγίων. Ὅ,τι διά­βαζε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἐφαρμόζη, καὶ ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερο αὐξανόταν ὁ ζῆλος του γιὰ τὴν ἀσκη­τικὴ ζωή. Πολὺ συχνὰ πήγαινε στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβά­ρας, ποὺ βρισκόταν μέσα στὸ δάσος καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ σπίτι του, καὶ ἐκεῖ μελετοῦσε βίους Ἁγίων, ἔψαλλε, προσευχόταν καὶ ἔκανε πολλὲς μετάνοιες. 
Ἀναφερόμενος ἀργότερα στὰ χρόνια αὐτὰ ἔλεγε: «Τὰ Συναξάρια πολὺ μὲ βοήθησαν στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἀπὸ δέκα ὣς δεκαέξι ἐτῶν, δηλαδὴ μέχρι τὸ 1940 ποὺ ἄρχι­σε ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος, ἔζησα ἀμέριμνος τὴν πνευματικὴ ζωή· πέρασα τὰ καλύτερά μου χρόνια. Ὅταν ἔτρωγα ἕνα κομμάτι κουλούρα καὶ πήγαινα στὸ δάσος, στὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρ­βάρας, ὤ, ἔνιωθα τέτοια χαρά, ποὺ δὲν ἤθελα τίποτε ἄλλο! Τὰ κα­λύτερα φαγητὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντικαταστήσουν ἐκείνη τὴν πνευματικὴ χαρὰ ποὺ ἔνιωθα. Πετοῦσα ἀπὸ τὴν χαρά μου!». 
Μετὰ τὸ δημοτικὸ Σχολεῖο, ὁ Ἀρσένιος δὲν θέλησε νὰ πάη στὸ Γυμνάσιο, ἀλλὰ προτίμησε νὰ μάθη τὴν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, γιὰ νὰ μιμηθῆ καὶ σ' αὐτὸ τὸν Χριστό. Ὅταν ἦταν δεκαπέντε ἐτῶν, κάποιος συμπατριώτης του, προκειμένου νὰ τὸν ἀποτρέψη ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, τοῦ μίλησε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου καὶ προ­σπάθησε νὰ τὸν πείση ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ζαλισμένος ἀπὸ λογι­σμοὺς ὁ Ἀρσένιος κατέφυγε στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ὅπου γιὰ πολλὴ ὥρα ἔκανε μετάνοιες παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερωθῆ, γιὰ νὰ στερεωθῆ στὴν πίστη του. Κάποια στιγμή, κα­τάκοπος ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες, κάθησε νὰ ξεκουρασθῆ καὶ σκέ­φθηκε: «Ἀκόμη κι ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς καὶ δίκαι­ος ἄνθρωπος, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ συμπατριώτης μου, καὶ οἱ Ἑβραῖοι τὸν θανάτωσαν ἀπὸ φθόνο, ἀξίζει καὶ νὰ πεθάνω γι' Αὐτόν». 
Μόλις ἔβαλε αὐτὸν τὸν φιλότιμο λογισμό, παρουσιάσθηκε μέσα σὲ φῶς ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται». Τὰ ἴδια λόγια διάβα­ζε καὶ στὸ ἀνοιχτὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε ὁ Χριστὸς στὸ χέρι Του. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θεῖο αὐτὸ γεγονός, δυναμωμένος στὴν πίστη, αὔξησε ἀκόμη περισσότερο τοὺς φιλότιμους ἀγῶνες του. 
Τὰ δύσκολα χρόνια τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, καθὼς καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Ἀνταρτοπολέμου, μέχρι τὸν Φεβρουά­ριο τοῦ 1948, ἔμεινε στὴν Κόνιτσα ὡς προστάτης τῆς οἰκογενείας του, γιατὶ τὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια του εἶχαν ἐπιστρατευθῆ. Ἐρ­γαζόταν φιλότιμα, μὲ δεξιοτεχνία καὶ σβελτάδα, ἐνῶ μὲ τὸν νοῦ του ἔλεγε συνέχεια τὴν εὐχή. Ἦταν ἀφιλοκερδὴς καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ἀνεξικακία καὶ τὴν εὐσπλαγχνία του πρὸς ὅλους. 
Κι ὅταν στὴν συνέχεια ὑπηρέτησε σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση τὴν στρατιωτική του θητεία, διακρίθηκε γιὰ τὸ ἦθος, τὴν παλλη­ καριὰ καὶ τὴν αὐτοθυσία του. Γιὰ νὰ προφυλάξη συστρατιῶτες του, ἰδίως οἰκογενειάρχες, συχνὰ ἀναλάμβανε δύσκολες ἀποστο­λές. «Καλύτερα, ἔλεγε, νὰ σκοτωθῶ μιὰ φορὰ ἐγώ, παρὰ νὰ σκο­τωθῆ ὁ ἄλλος καὶ ὕστερα νὰ μὲ σκοτώνη ἡ συνείδησή μου σὲ ὅλη μου τὴν ζωή». Μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του καὶ χάρη στὴν θερμὴ προ­σευχή του ἔσωσε πολλὲς φορὲς συναδέλφους του ἀπὸ βέβαιο θά­νατο. Ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ στρατοῦ ἔστελνε σήματα καὶ καλοῦσε ἐνισχύσεις, καὶ ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ Θεοῦ καλοῦσε μὲ τὶς προσευ­χές του τὴν «ἐξ ὕψους δύναμιν». Κάποτε, ἐνῶ οἱ ἀντάρτες τοὺς εἶχαν περικυκλώσει καὶ οἱ σφαῖρες ἔπεφταν βροχή, ἐκεῖνος ὄρθιος, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, προσευχόταν. Ἄλλοτε μιὰ σφαῖρα σφη­νώθηκε στὴν μικρὴ Ἁγία Γραφὴ ποὺ εἶχε ἐπάνω του καὶ σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος. Καὶ ἄλλη φορά, καθὼς ἔβγαινε χωρὶς κράνος ἀπὸ πρόχειρο ὀχύρωμα ποὺ παραχώρησε σὲ συστρατιῶτες του, μία σφαῖρα τοῦ ξύρισε τὰ μαλλιά, χωρὶς νὰ τὸν τραυματίση. Ὅσοι γύρω του ἀντιλαμβάνονταν τὶς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ, ἔλεγαν: «Αὐτὸς ἢ ἅγιο ἔχει ἢ ἅγιος εἶναι»! 
Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐννέα ἐτῶν, ὁ Ἀρσένιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ καταταγῆ στὸ Ἀγγελικὸ Τάγμα τῶν μονα­χῶν. Ποθώντας τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἀρχικὰ ἐπισκέφθηκε μερικὰ Κελλιὰ καὶ ἔμεινε λίγους μῆνες στὸ καθένα. Τελικὰ ἀποφάσισε νὰ πάη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου, ἡ ὁποία ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν τὸ πιὸ αὐστηρὸ Κοινόβιο. Ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο νὰ πα­ραμείνη γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα στὸ Μοναστήρι, μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμασθῆ γιὰ τὴν ἔρημο, καὶ ἐκεῖνος τὸν δέχθηκε. Ὕστερα μά­λιστα ἀπὸ ἕξι μῆνες, βλέποντας τὸν ζῆλο του, τοῦ πρότεινε νὰ γίνη Μεγαλόσχημος. Ὁ Ἀρσένιος ὅμως δὲν ἔνιωθε τὸν ἑαυτό του ἄξιο, γι' αὐτὸ ἔλαβε μόνον τὴν ρασοευχὴ καὶ ὀνομάσθηκε Ἀβέρκιος. 
Ὡς ἀρχάριος μοναχὸς ὁ Ἀβέρκιος παρακολουθοῦσε μὲ προ­σοχὴ τὸν ἑαυτό του, ἔκανε φιλότιμη ἄσκηση καὶ τηροῦσε τὴν ὑπακοὴ μέχρι θανάτου. Ὑποτασσόταν μὲ μεγάλη προθυμία ὄχι μόνο στὸν Ἡγούμενο ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἀδελφό. Κι ὅταν ἔβλεπε μερικοὺς ἀδελφοὺς νὰ δυσκολεύωνται στὴν διακονία τους, μὲ χα­ρὰ ἔτρεχε καὶ τοὺς βοηθοῦσε. Πολλὲς φορὲς πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν μία διακονία στὴν ἄλλη, χωρὶς νὰ παραλείπη καὶ τὰ πνευματι­κά του καθήκοντα, εἶχε μία μόνον ὥρα μέσα στὸ εἰκοσιτετράωρο γιὰ ἀνάπαυση. Ἡ καρδιά του ὅμως ἦταν ἀναπαυμένη, καθὼς φτε­ρούγιζε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς. Μέσα στὸ εὐλογημένο αὐτὸ Κοινόβιο ὁ μοναχὸς Ἀβέρκιος ἔζησε τρία χρό­νια κάνοντας ὑπὲρ φύσιν ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ γευόμενος ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε ἐξαντλήσει ὅλες τὶς δυνάμεις του, τοῦ συνέβη ἕνα θεῖο γεγονὸς πού, ὅπως ἔλεγε ἀρ­γότερα ὁ ἴδιος, «τὸν ἔθρεψε πνευματικὰ γιὰ δέκα χρόνια». Ἐνῶ προσευχόταν ὄρθιος τὴν νύκτα, ξαφνικὰ τὸν περιέλουσε ἕνα οὐρά­νιο φῶς. Ἀπὸ τὰ μάτια του ἔτρεχαν «ἀσταμάτητα γλυκὰ δάκρυα» καὶ μία θεία ἀγαλλίαση τὸν πλημμύρισε. 
Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὑπακοῆς καὶ προόδου στὴν ἀρετή, ἀφοῦ «εἶχε βγάλει πλέον τὰ πνευματικὰ φτερά», πῆρε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο εὐλογία νὰ ἀναχωρήση στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ ζήση τὴν ποθητή του ἡσυχαστικὴ ζωή. Συνάντησε ὅμως ἐμπόδια ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ φύγη ἀπὸ τὸ Μονα­στήρι ἕνας τόσο χρήσιμος ἀδελφός. Τότε ὁ ἐνάρετος Γέροντας Κύ­ριλλος τῆς Καλύβης τῶν Εἰσοδίων τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης, ποὺ τὸν εἶχε ἤδη δεχθῆ ὡς ὑποτακτικό, τὸν συμβούλεψε νὰ πάη στὴν ἰδιόρρυθμη τότε Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ζοῦσε ὁ Φαρασιώτης καὶ συγγενής του Προηγούμενος Συμεών. «Ἐκεῖ, τοῦ εἶπε, μπορεῖς νὰ ζῆς πιὸ ἀσκητικά, ἀθόρυβα, καὶ ἐγὼ θὰ σὲ παρακολουθῶ». 
Ἔτσι πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου (τὸ 1956), ὅπου μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο τὸν ἔκειραν σταυροφόρο μοναχὸ καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Παΐσιος. Οἱ ἐπίτροποι τῆς Μονῆς τοῦ ἀνέθεσαν τὸ ὑπεύθυνο καὶ κοπιαστικὸ διακόνημα τοῦ δοχειάρη καὶ τοῦ τραπεζάρη. Μὲ πολὺ μόχθο προσπαθοῦσε νὰ ἀνταποκριθῆ μόνος του στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ διακονήματος, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ πάρη λαϊκοὺς ὡς βοηθούς, γιὰ νὰ μὴν τὸν διακόπτουν ἀπὸ τὴν νοερὰ ἐργασία τῆς προσευχῆς. Λόγῳ τῆς διακονίας του ἐρχόταν κάθε μέρα σὲ ἐπικοινωνία μὲ ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς, μὲ τοὺς ἐργάτες καὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς ποὺ κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι. Σὲ ὅλους αὐτοὺς μοίραζε μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη τὰ τρόφιμα, προσπαθώντας νὰ ἀναπαύση τὶς ἀνάγκες τους. Ὁ ἴδιος εἶχε περιορίσει τὶς ἀνάγκες του στὸ ἐλάχιστο· κάθε μέρα ἔκανε ἐνάτη καὶ τὴν νύκτα ἀγρυπνία, ἐνῶ συχνὰ ἔκανε τριήμερα. Τρεφόταν ὅμως πνευματικά, καθὼς εἶχε τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν εὐλογία νὰ ἐπικοινωνῆ μὲ ἁγίους Γέροντες ἐρημίτες. Τὸ πνευματικό τους μέλι γλύκαινε τὴν ψυχή του καὶ μέσα του ἄναβε ὅλο καὶ περισσότερο ὁ πόθος τῆς ἐρημικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλι τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν ἄλλο γιὰ τὸν ἀγαθὸ δοῦλο Του. Ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγη γιὰ τὴν ἔρημο τῶν Κατουνακίων, ἡ Παναγία τὸν πληροφόρησε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν νὰ πάη στὰ ἐρημικὰ Κατουνάκια, ἀλλὰ στὴν πατρίδα του, τὴν Κόνιτσα, στὴν ἐρειπωμένη καὶ καμένη ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ἱερὰ Μονὴ Στομίου. Σὰν σὲ τηλεόραση εἶδε ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὰ Κατουνάκια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου. Ἀμέσως, μὲ λαχτάρα στράφηκε πρὸς τὰ Κατουνάκια καὶ τότε ἄκουσε τὴν φωνὴ τῆς Παναγίας νὰ τοῦ λέη: «Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνάκια‧ θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου». 
Πῆγε λοιπὸν στὴν Μονὴ Στομίου τὸν Αὔγουστο τοῦ 1958 καὶ παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, μὲ κοπια­ στικὴ προσωπικὴ ἐργασία καὶ θυσίες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συμπαρά­σταση εὐλαβῶν Κονιτσιωτῶν, ἀνακαίνισε τὸ καμένο Μοναστή­ρι τῆς Παναγίας. Στὸ Στόμιο ὁ πατὴρ Παΐσιος ἔζησε ὡς γνήσιος ἀσκητὴς καὶ ὡς «καλὸς ποιμήν». Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὑπερφυσικοὶ καὶ ἡ ποιμαντική του φροντίδα γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κόνιτσας ἀκατάπαυστη. Μὲ τὴν ἀγάπη του, τὴν προσευχή του καὶ τὶς διακριτικές του ἐνέργειες κατόρθωσε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία ὀγδόντα περίπου οἰκογένειες, ποὺ εἶχαν παρασυρθῆ ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες. Ἡ πύλη τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν πάντα ἀνοικτὴ γιὰ ὅλους καὶ ὁ πατὴρ Παΐσιος μὲ πατρικὴ στοργὴ φρόντιζε, φιλοξενοῦσε, νουθε­τοῦσε καὶ παρηγοροῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔφθαναν στὸ Μο­ναστήρι μετὰ ἀπὸ δύσκολη ἀνάβαση δύο ὡρῶν. Τὸν ἴδιο δρόμο ἐκεῖνος τὸν ἔκανε σὲ τρία τέταρτα, καὶ μάλιστα τὶς περισσότερες φορὲς φορτωμένος. Ἄλλοτε ἀνέβαζε ὑλικὰ γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς, ἄλλοτε κατέβαινε νύκτα στὴν Κόνιτσα μὲ διάφορες εὐλογίες, τὶς ὁποῖες ἄφηνε ἀθόρυβα στὶς πόρτες φτωχῶν οἰκογενειῶν, ὄχι μόνο Χριστιανῶν ἀλλὰ καὶ Μουσουλμάνων. Ὅλοι ἀποροῦσαν πῶς αὐτὸς «ὁ σκελετωμένος καλόγερος» μποροῦσε μὲ λίγο τσάι καὶ παξιμάδι, ποὺ ἦταν ἡ συνηθισμένη του τροφή, νὰ ἐργάζεται τόσο πολὺ καὶ παράλληλα νὰ ἀγρυπνῆ κάθε βράδυ καὶ νὰ ἀσκητεύη μέσα σὲ σπηλιές. 
Ὁ πατὴρ Παΐσιος στὸ Στόμιο ὑπέμεινε μεγάλους πειρασμοὺς ἀπὸ τὸν μισόκαλο διάβολο, ὁ ὁποῖος βλέποντας νὰ καρποφοροῦν οἱ φιλότιμοι ἀγῶνες του ἔβαλε ἐμπόδια στὸ ἔργο του. Ἀφημένος ὅμως ὁλοκληρωτικὰ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψη τὸ «Περιβολάκι τῆς Παναγίας», ὅπως ὀνόμαζε τὴν Μονὴ Στομίου, καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψη τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ δείξη «ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσεται». 
Ἔτσι, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1962 δέχθηκε σὰν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ τὴν πρόταση νὰ μεταβῆ στὸ Θεοβάδιστο Ὄρος Σινᾶ. Ἔμεινε γιὰ λίγο στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ στὴν συνέχεια ἐγκαταστάθηκε στὸ ἀσκητήριο τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστήμης, ποὺ ἀπέχει μία ὥρα περίπου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἐκεῖ, νῆστις, ἀνυπόδητος καὶ μονοχίτων, ὅπως οἱ παλαιοὶ ἀσκη­τές, ἀφιερωμένος στὴν ἀδιάλειπτη εὐχή, ἔζησε ζωὴ ἰσάγγελη, βίωσε ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἀξιώθηκε θείων χαρισμά­ των καὶ ἀποκαλύψεων. Οἱ πολέμιοι δαίμονες τὸν πολεμοῦσαν μὲ ὅλη τους τὴν μανία, αὐτὸς ὅμως ἀγωνιζόμενος στὸν ἀπαράκλητο ἐκεῖνο τόπο μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ταπείνωση «συνέτριψε τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἔπαρσιν». 
Ἡ εὐαίσθητη καρδιά του, ποὺ φλεγόταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, πονοῦσε καὶ γιὰ τοὺς Βεδουΐνους, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ μὲ μεγάλη ἀνέχεια. Προσπαθοῦσε νὰ τοὺς βοη­θήση, ὅσο μποροῦσε, μὲ τὰ λίγα χρήματα ποὺ ἐξασφάλιζε ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό του – σκάλιζε ξύλινα εἰκονάκια. Σύντομα ὅμως ἀντι­μετώπισε τὸ δίλημμα: «Ἦρθα ἐδῶ, γιὰ νὰ βοηθῶ τοὺς Βεδουΐνους ἢ γιὰ νὰ κάνω προσευχὴ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο;» καὶ ἀποφάσισε νὰ περιορίση τὴν ἐργασία. Τὴν ἴδια μέρα ποὺ περιό­ρισε τὸ ἐργόχειρό του, πῆγε κάποιος στὸ ἀσκητήριό του καὶ τοῦ πρόσφερε σημαντικὸ χρηματικὸ ποσὸ λέγοντας: «Πάρε αὐτὰ τὰ χρήματα, γιὰ νὰ βοηθᾶς τὰ Βεδουϊνάκια καὶ νὰ μὴ βγαίνης ἀπὸ τὸ ἀσκητικό σου πρόγραμμα». Ὁ πα­τὴρ Παΐσιος τὰ δέχθηκε μὲ πολλὴ συγκί­νηση γιὰ τὴν ἄμεση ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ καὶ συνέχισε τελείως ἀπερίσπαστος τὴν ἀσκητικὴ ζωή του. Ἡ κλονισμένη ὅμως ὑγεία του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ χαρῆ γιὰ πολὺ τὴν χαρὰ τῆς ἡσυχίας. Καθὼς τὸ ὑψόμετρο ἦταν μεγάλο καὶ ἡ ἀτμο­σφαιρικὴ πίεση χαμηλή, ἡ δύσπνοια ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου τὸν δυσκόλευε πολύ. Οἱ ἀπότομες ἀλλαγὲς τῆς θερμο­κρασίας μέσα στὸ ἴδιο εἰκοσιτετράωρο – τὴν ἡμέρα ἔκανε πολλὴ ζέστη καὶ τὸ βράδυ πολὺ κρύο – ἐπιβάρυναν τὸ πρό­βλημα ποὺ ἤδη εἶχε στοὺς πνεύμονες. Γι' αὐτὸ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφήση «τὴν γλυ­κειὰ ἔρημο τοῦ Σινᾶ» καὶ νὰ ἐπιστρέψη στὸ Ἅγιον Ὄρος (1964). 
Αὐτὴν τὴν φορὰ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἰβηρίτικη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προ­ δρόμου, ὅπου δέχθηκε κοντά του κά­ποιους νέους οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνουν μοναχοί. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1966, ἐπειδὴ ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του ἐπιδεινώθηκε, ὁ Γέροντας Παΐσιος κατέβηκε στὴν Θεσσαλο­νίκη γιὰ ἐξετάσεις, οἱ ὁποῖες ἔδειξαν ὅτι ἔπρεπε νὰ χειρουργηθῆ στοὺς πνεύμονες, καὶ εἰσήχθη στὸ Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδος. Τότε τὸν γνώρισαν καὶ μερικὲς νέες, οἱ ὁποῖες ἤθελαν ἀπὸ χρόνια νὰ ἱδρύσουν Μοναστήρι, ἀλλὰ συναντοῦσαν δυσκολίες. Οἱ νέες αὐτὲς τὸν ἐπισκέπτονταν καθημερινὰ καὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα ποὺ χρειάσθηκε γιὰ τὴν ἐγχείρηση. Ἀπὸ τότε ὁ Γέροντας τὶς θεωροῦσε ἀδελφές του καὶ ἀνέλαβε νὰ τὶς βοηθήση. Βρῆκε τὸν τόπο, γιὰ νὰ κτισθῆ τὸ Μοναστήρι, καὶ σὲ ἕναν χρόνο ἐγκαταστάθηκαν οἱ πρῶτες Ἀδελφές. Ἔτσι ἱδρύθηκε τὸ Ἡσυχα­στήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσα­ λονίκης, τὸ ὁποῖο ὁ Γέροντας Παΐσιος βοηθοῦσε πνευματικὰ μέ­ χρι τὴν κοίμησή του. 
Ἐπιστρέφοντας ὁ Γέροντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζήτησε «καλύβη στὸ ξηρότερο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους». Ἐγκαταστά­θηκε στὰ Κατουνάκια, ὅπου παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του, συ­νέχισε τὸ αὐστηρὸ ἀσκητικό του πρόγραμμα καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδι­νε ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Κάποια φορά, μιὰ ὁλόκληρη νύ­κτα οὐράνιο γλυκὸ φῶς γέμιζε τὸ φτωχικό του κελλί. Ἔνιωθε νὰ τὸν πλημμυρίζη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ νοῦς του νὰ καταυγάζεται ἀπὸ τὸν θεῖο φωτισμό. Ὅταν ξημέρωσε, τὸ ἡλιακὸ φῶς τοῦ φαινό­ταν σὰν τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ. 
Ὕστερα ἀπὸ ἕναν χρόνο (τὸ 1968) ὁ Γέροντας, κάνοντας ὑπακοὴ στὴν Ἱερὰ Κοινότητα, μετέβη στὴν τότε Ἰδιόρρυθμη Μο­νὴ Σταυρονικήτα, γιὰ νὰ βοηθήση στὴν μετατροπή της σὲ Κοι­νοβιακή. Μὲ ἀγάπη καὶ θυσίες βοήθησε στὴν πνευματικὴ θεμε­λίωση τῆς νέας Ἀδελφότητος στηρίζοντας πνευματικὰ τοὺς νέ­ους μοναχούς. «Ἔχουμε τρόπον τινὰ ἐπιστρατευθῆ, ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του. Τρία ἄτομα σχεδὸν κρατοῦμε ὁλόκληρο Μονα­στήρι. Ἀπὸ Προϊστάμενοι μέχρι καθαριστές, διὰ νὰ διοργανω­θοῦν τὰ διακονήματα. Ὁ ἕνας ὑποτακτικός μου ἔγινε Ἡγούμενος καί, ἀφοῦ ταχτοποιηθοῦν τὰ πράγματα, ἐγὼ θὰ μείνω σὲ καμμιὰ καλύβη στὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς». 
Ἐκείνη τὴν περίοδο εἶχε τὴν εὐ­λογία νὰ μείνη γιὰ μία ἑβδομάδα κο­ντὰ στὸν Γέροντά του Παπα­Τύχωνα, στὸ Σταυρονικητιανὸ Καλύβι τοῦ Τι­μίου Σταυροῦ, γιὰ νὰ τὸν φροντίση τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του. Δύο μέ­ρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ὁ Παπα­ Τύχων τοῦ εἶπε: «Ἐὰν ἐσὺ καθήσης στὸ Κελλὶ αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω χαρά, ἀλλὰ ὅπως ὁ Θεὸς θέλει, παιδί μου». Πράγ­ματι, τὸν Μάρτιο τοῦ 1969, ὁ Γέροντας ἐγκαταστάθηκε στὸ Καλύβι τοῦ Παπα­Τύχωνα, ὅπου ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ Κοινοβίου δόθηκε καὶ πά­ λι στὴν ζωὴ τῆς ἡσυχίας, στὴν ἄσκηση καὶ στὴν προσευχὴ γιὰ τὸν ταλαιπωρη­μένο κόσμο. Στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔμεινε 10 χρόνια. Ἐκεῖ ἔνιωσε τὸ πατρικὸ χάδι τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπισκέφθηκε, μόλις τέλειω­σε τὴν συγγραφὴ τοῦ βίου του, καὶ τὸν ἄφησε «μὲ μία ἀνέκφραστη γλυκύτη­τα καὶ ἀγαλλίαση οὐράνια στὴν καρ­διά του». Ἐκεῖ δέχθηκε τὴν ἐπίσκεψη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡ ὁποία τὸν γέμισε μὲ οὐράνια εὐφροσύνη. Ἐκεῖ εἶδε τὸν Χριστὸ καὶ ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὸ ἄρρη­το κάλλος Του ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του: «Θὰ ἄξιζε νὰ κάνη κανείς, ἐὰν μπο­ροῦσε, ὅλους τοὺς ἀγῶνες ποὺ ἔκαναν ὅλοι οἱ ἀσκητὲς ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰώνα μέχρι τὸν εἰκοστό, γιὰ νὰ δῆ τὸν Χρι­στό, ὄχι γιὰ πάντα στὸν Παράδεισο, ἀλλὰ ἔστω γιὰ ἕνα λεπτό». Πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν θερμότητα τῆς θείας Χάριτος ποὺ τὸν πλημμύριζε λύγιζε σὰν τὸ κερὶ καὶ ἔλεγε: «Χριστέ μου, ἐλάττωσε λίγο τὴν ἀγάπη Σου, γιατὶ δὲν ἀντέχω». 
Πόθος τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἦταν νὰ ζήση στὴν ἀφάνεια. Πάντοτε ἐπιθυμοῦσε ἕναν μακρινὸ τόπο, στὸν ὁποῖο νὰ χαθῆ, νὰ ἐξαφανισθῆ. «Εὔχομαι καὶ ἐπιδιώκω, ἔγραφε, ἕναν ἄγνωστο τόπο, γιὰ νὰ ζήσω ἄγνωστος ἀνάμεσα σὲ ἀγνώστους, γιὰ νὰ γνωρίσω πιὸ πολὺ τὴν ἀχαριστία μου καὶ τὴν ἁμαρτία μου καὶ νὰ πλησιά­σω καὶ νὰ γνωρίσω τὸν Θεὸ ἀπὸ πιὸ κοντά, γιὰ νὰ διαλυθῶ τε­λείως ἀπὸ τὴν μεγάλη Του ἀγάπη». Ὅμως «ἄλλαι αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου». Ἤδη ἡ πολιτεία του εἶχε γίνει γνωστὴ καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Συχνὰ προσκυνητὲς χτυποῦσαν τὸ καμπανάκι του, ἔστω κι ἂν διάβαζαν στὴν πόρτα του: «Σημειῶστε στὸ χαρτὶ τί θέλετε νὰ συζητήσουμε καὶ βάλτε το μέσα στὸ κουτί. Περισσότερο θὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν προσευχὴ παρὰ ἀπὸ τὴν ἀργολογία». 
Τὰ τελευταῖα δεκατέσσερα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔμεινε στὸ Κελλὶ «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὕστερα ἀπὸ θεία πληροφορία, ἀφιερώθηκε πλέον στὴν διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ξεχειλίσει τὸ πνευματικὸ μέλι τῶν χαρισμάτων ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἐκεῖνος, ὡς καλὸς οἰκονόμος, τὸ πρόσφερε πλούσια σὲ ὅποιον τὸν πλησίαζε. Τὴν νύκτα τὴν ἀφιέρωνε στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἡμέρα δεχόταν ὅσους κατέφευγαν στὸ Καλύβι του. Γινόταν «τὰ πάντα τοῖς πᾶσι», γιὰ νὰ ὁδηγήση ψυχὲς στὴν σωτηρία. Ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του: «Κόσμος πολύς, κουρασμένος, βασανισμένος· ψυ­χὲς τραυματισμένες. Ἄνθρωποι μὲ σοβαρὰ θέματα ποὺ ἔχουν πραγ­ματικὴ ἀνάγκη καὶ ἀγαθὴ διάθεση... Πολλοὶ ἄνθρωποι, πολὺς κό­πος, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία μὲ τοὺς Ἁγίους μὲ κρατᾶνε στὸ πόδι. Πρέπει νὰ μπορῶ πάντα. Μπορῶ­ δὲν μπορῶ, πρέπει νὰ μπορῶ». Βοηθοῦσε μεγάλους καὶ μικρούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Μὲ τὸ διορατικό του χάρισμα ἔβλεπε καρδιὲς ἀνθρώπων, μὲ τὸν θεῖο φωτισμὸ καθοδηγοῦσε, μὲ τὴν ἁγία του ἁπλότητα ξεκούραζε, μὲ τὴν πατρικὴ στοργή του παρηγοροῦσε, μὲ τὸ ἰαματικό του χάρι­σμα θεράπευε σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ξεχείλιζε ἀπὸ θεϊκὴ ἀγάπη καὶ θὰ ἤθελε, ἂν ἦταν δυνατόν, νὰ μοιράση σὲ ὅλον τὸν κό­σμο τὴν «καιομένην ὑπὲρ ἁπάσης τῆς κτίσεως» καρδιά του. 
Τὸ διάστημα αὐτό, καθὼς ἔβλεπε νὰ λιγοστεύη ὅλο καὶ περισ­σότερο τὸ ἀγωνιστικὸ καὶ ἀσκητικὸ πνεῦμα, θέλησε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ διασώση βίους παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἀγωνιστῶν, τοὺς ὁποίους πρῶτα ὁ ἴδιος εἶχε μιμηθῆ. Ἔτσι ἔγραψε τὴν βιογραφία τοῦ Γέροντος Χατζη­Γεώργη καὶ τὸ βιβλίο «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα». 
Τοὺς τελευταίους ὀκτὼ μῆνες τῆς ἐπιγείου ζωῆς του – ἀπὸ τὸν Nοέμβριο τοῦ 1993 μέχρι τὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1994 – ὁ Γέροντας Παΐσιος λόγῳ τῆς ἀσθένειας τοῦ καρκίνου καὶ τῆς ἐξελίξεώς της παρέμεινε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης. Οἱ ὀδυνηροὶ πόνοι ποὺ ὑπέμεινε τὸ διάστημα αὐτό, ἔλεγε πὼς τὸν ὠφέλησαν ὅσο δὲν τὸν ὠφέλησαν ὅλοι οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες τῆς ζωῆς του. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ ταφῆ στὸ Ἡσυχαστήριο, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁπλοὺς στίχους ποὺ ἔγραψε καὶ χα­ράχθηκαν κατὰ τὴν ἐπιθυμία του σὲ μικρὴ μαρμάρινη πλάκα ἐπά­νω στὸν τάφο του. Ἐπίσης, ζήτησε ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία νὰ τε­λεσθῆ ἀπὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου στὸ Παρεκκλήσι τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ νὰ παρευρεθῆ σ' αὐτὴν μόνον ἡ Ἀδελφότητα. Ἐπιθυμία του τέλος ἦταν νὰ μὴ γίνη ποτὲ ἡ ἐκταφή του. 
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν ἑνδεκάτη πρωινὴ ὥρα τῆς 12ης Ἰουλίου τοῦ 1994. Τὸ βράδυ τελέσθηκε Ἀγρυπνία καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Ἐτάφη πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. 
Μετὰ τὴν κοίμησή του, ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας προστρέχουν στὸν τάφο του, γιὰ νὰ ἀντλήσουν βοήθεια, δύναμη καὶ παρη­ γοριά. Κάποιοι ἀφήνουν ἐκεῖ γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὴν πρὸς τὸν Θεὸ μεσιτεία του ἢ ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴν βοήθειά του. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφασίζουν νὰ ἀγωνισθοῦν «τὸν καλὸν ἀγῶνα» ἔχοντας ὡς βοήθεια τὶς διδαχές του: Ἁπλοποίηση τῆς ζωῆς, καλὴ ἀνησυχία, μετάνοια καὶ ἐξομο­λόγηση, καλλιέργεια καλῶν λογισμῶν, ἀγάπη καὶ ταπείνωση, φιλότιμο, ἀρχοντιὰ καὶ θυσία. Ἄνθρωποι ποὺ τὸν εἶχαν γνωρίσει καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν τὸν συνάντησαν ποτέ, ἀλλὰ τὸν γνώρισαν ἀπὸ κάποιο βιβλίο ἢ ἀπὸ κάποια θαυμαστὴ παρουσία του στὴν ζωή τους, ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι τὸν αἰσθάνονται νὰ βρίσκεται κοντά τους καὶ νὰ πρεσβεύη γι' αὐτοὺς στὸν Θεό. 
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν!


Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

 


Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

Συναξάρι εδώ

Παρακλητικός κανόνας εδώ


 

1.Ο ΓΑΜΟΣ

15.Γράμματα στη Ρωσία - Η συγχρονη εκκλησιαστική ζωή. 
26.Η σοφία του κόσμου αυτού δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο. 
29. Σωτηρία με την αγάπη και όχι με τον πλούτο των διανοητικών γνώσεων 

30. Ο κόσμος δεν χρειάζεται «πολιτική Εκκλησία»

31.ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

32.Ἡ ψυχικὴ ἐνέργεια ποὺ ἐκπέμπουμε πληγώνει ἀόρατα τοὺς ἄλλους! 




Την οδό του αντιχρίστου θα συνοδεύσει αναπόφευκτα άσκηση παγκόσμιας βίας …

Επιστολή 45

Η ουσία της απογνώσεως.
Η προσευχή για τη μεταστάσα αδελφή. Ο αντίχριστος.

The Old Rectory
27 Μαΐου 1971

Πάλι με αγάπη προσευχήθηκα για την Αλεξάνδρα. Στο παρελθόν σου είπα και σου έγραψα ότι αυτή η δύστυχη πέρασε τη ζωή της σε απόγνωση. Τώρα θα διασαφηνίσω τη σκέψη μου. Όταν μιλώ για «απόγνωση», δεν εννοώ κάποια σκυθρωπότητα, κάποια δυσφορία σαν από δυσπεψία, αϋπνία κλπ… Όχι. Η ουσία της απογνώσεως είναι η απώλεια της ελπίδας, της «προσδοκίας» να φθάσουμε τη θεία αιωνιότητα. Οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Κυρίως οι άνθρωποι του «πολιτισμένου», «ουμανιστικού αιώνα μας … Να «σκοτώσει» όμως κάποιος εντελώς μέσα του την ικανότητα του ανθρωπίνου πνεύματος να προσλάβει την αιωνιότητα δεν είναι σε όλους κατορθωτό. Και εκείνοι που το κατόρθωσαν, ζουν όπως ζουν και τα ζώα. Εκείνοι όμως που δεν το κατόρθωσαν, ζουν σε καταστάσεις κρυφής εσωτερικής συγκρούσεως. Έτσι η δύστυχη Αλεξάνδρα μας πέρασε τη ζωή της χωρίς να καταλαβαίνει τον ίδιο τον εαυτό της. Εγώ όμως δεν απελπίζομαι τελείως γι’ αυτήν, διότι ήταν άνθρωπος κατά βάθος τίμιος, και στη συνάντηση με τη νέα πραγματικότητα πιστεύω ότι θα επιλέξει την αληθινή και αιώνια.

Τελώντας την Λειτουργία προσεύχομαι βεβαίως για όλο τον κόσμο και δεν αμφιβάλλω ότι, ωσότου προσφέρεται στον κόσμο αυτό η θυσία αυτή της αγάπης, ο κόσμος θα διατηρηθεί στην ύπαρξή του. Όταν όμως θα παύσει να προσφέρεται η θυσία αυτή, τότε αναπόφευκτα ο κόσμος θα κατακαεί στο πυρ του γενικού μίσους. Ναι, ακόμη και ως σήμερα δεν βλέπουμε στους αιώνες που πέρασαν τέτοια εποχή, κατά την οποία ο Χριστιανισμός έγινε σοβαρά δεκτός από τις ανθρώπινες μάζες. Μπορούμε ακριβέστερα να πούμε ότι η απουσία της αγάπης του Χριστού από τις ψυχές εκείνων που με τη βία επάνω στους πιο αδύνατους άρπαξαν την εξουσία, οδήγησε στις φοβερές παραμορφώσεις όλης της ζωής της ανθρωπόνητος, και εξαιτίας αυτού έγινε αδύνατη σε όλους η σαφής αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Στην τύφλωση από το μίσος οι άνθρωποι χάνουν τελείως την αίσθηση αυτή, και τότε γι’ αυτούς «πεθαίνει ο Θεός». Για την επιβεβαίωση της σκέψεώς μου έστρεψα από πολλού ήδη την προσοχή μου στο ότι και τα τέσσαρα Ευαγγέλια αρχίζουν με αναφορά στην προφητεία του Ησαΐου:

«Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου … Πάσα φάραγξ (δηλαδή υποβάθμιση και άσκηση βίας επάνω στους ανθρώπους) πληρωθήσεται και παν όρος (δηλαδή βίαιη κυριαρχία επάνω στους αδελφούς) ταπεινωθήσεται … και αι τραχείαι εις οδούς λείας, και (μόνο τότε) όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού»[1].

Αν βρεις, να διαβάσεις τον υπέροχο εικοστό τέταρτο λόγο του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου … Ο άγιος αυτός, σε συμφωνία με όλους εκείνους που προηγήθηκαν από αυτόν και με εκείνους που ήρθαν στον κόσμο μετά από αυτόν, λέει ότι «ο Θεός για τη ζωή στον κόσμο αυτό δημιούργησε πατέρα και υιό και όχι δούλο και μισθωτό … Η δουλεία προήλθε από την μεταξύ των ανθρώπων έχθρα, εξαιτίας της οποίας άρχισαν να πολεμούν ο ένας εναντίον του άλλου και ο ένας να υποδουλώνει τον άλλον. Και η εξαγορά των ανθρώπων εξαιτίας της φτώχιας και των ελλείψεων, που άρχισαν να κυριεύουν τους πιο αδυνάτους λόγω της απληστίας και της πλεονεξίας των ισχυροτέρων … Χωρίς βία και φτώχια κανένας δεν θα γινόταν δούλος ή μισθωτός …».

Αυτός ο παραμορφωμένος από το μίσος των ανθρώπων κόσμος κρύβει από την όραση το Υπέροχο Πρόσωπο του Θεού. Ο Θεός δεν ενεργεί με βία· διαφυλάσσει με άγιον τρόπο την ελευθερία εκείνου που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του. Επιπλέον βλέπει με υπομονή και τις κακές ακόμη εκδηλώσεις της ελευθερίας του ανθρώπου. Και η υπομονή Του αυτή θα διατηρηθεί τόσο, ώστε να γίνει δυνατή η εμφάνιση του αντιχρίστου, που θα αποπειραθεί να παραμερίσει τον Αληθινό Θεό και ακολούθως να ανακηρύξει θεό τον εαυτό του. Την οδό του αντιχρίστου θα συνοδεύσει αναπόφευκτα άσκηση παγκόσμιας βίας … Πολλοί θα σκανδαλισθούν με αυτό. Θα εγερθεί σ’ αυτούς το ερώτημα: Πού είναι λοιπόν ο Θεός; Πού είναι η Πρόνοιά Του για κάθε κτίσμα; Ανάμεσα σ’ αυτούς που σκανδαλίστηκαν ήταν και η δική μας φτωχή Αλεξάνδρα. Δεν αντιλήφθηκε τις οδούς του Θεού και υπερασπιζόμενη το ανθρώπινο δίκαιο απέρριψε τη δικαιοσύνη του Θεού. Τώρα όμως που βρέθηκε σε συνθήκες που μπορεί να δει ότι ο Θεός είναι δυνατός και μετά θάνατον να δώσει στον άνθρωπο το πλήρωμα της ζωής και της μακαριότητος, με απλότητα και χαρά θα προχωρήσει στη συνάντησή Του: «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται»[2].

Θα ήθελα να μου περιέγραφες εσύ, όσο το δυνατό λεπτομερέστερα, τις τελευταίες ημέρες της ζωής της Αλεξάνδρας μας. Γνωρίζω ότι ο θάνατος του ανθρώπου είναι τραγικός και μόνο από τη φύση του. Είναι χαροποιός, μόνο όταν το πνεύμα του ανθρώπου πέρασε αληθινά τα όρια του θνητού και με δύναμη αισθάνεται την αδυναμία του θανάτου. Γράψε μου, αν μπορείς, τα βάσανά της. Για τις θλίψεις όλων σας δεν ερωτώ, γιατί η πλευρά αυτή μου είναι σαφής.

Ολοένα υποφέρεις από πονοκεφάλους. Ο π. Ραφαήλ[3] σου είπε ήδη ότι «καλύτερα να είναι κάποιος ανόητος, παρά να υποφέρει από πονοκεφάλους». Εγώ όμως δεν συμφωνώ μαζί του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά από το να είναι κάποιος ανόητος, έστω και αν κανένας από αυτούς δεν το συνειδητοποιεί. Κάτι που είναι ακόμη χειρότερο: Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν είναι ικανοποιημένη με τη «μοίρα» τους, αλλά είναι φοβερά δύσκολο να συναντήσεις άνθρωπο που δεν είναι ικανοποιημένος με τον νου του. Με πόση βεβαιότητα μιλούν όλι για το δίκιο τους! Η πιο συνηθισμένη απάντηση είναι το «όχι» απέναντι στη σκέψη του άλλου …

[1] Λουκ. 3,4-6 (3.4 ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους Αὐτοῦ· 3.5 πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, 3.6 καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ)·

Ησ. 40,3-5 (3 φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου. εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 4 πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται πάντα τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ ἡ τραχεῖα εἰς ὁδοὺς λείας· 5 καὶ ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, ὅτι Κύριος ἐλάλησε)·

Βλ. Ματθ. 3,3 (3.3 Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ρηθεὶς ὑπὸ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ)·

Μάρκ. 1,2 (1.2 Ὡς γέγραπται ἐν τοῖς Προφήταις, ἰδοὺ Ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν Μου πρὸ προσώπου Σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν Σου ἔμπροσθέν Σου· 1.3 φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους Αὐτοῦ)·

Ιωάν. 1,23 (1.23 ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, καθὼς εἶπεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης).

[2] Ματθ. 5,6.

[3] Μοναχός της Ι. Μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ.

 

Γράμματα στη Ρωσία

Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ(Σαχάροφ)
εκδόσεις Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας


Δημοφιλείς αναρτήσεις