Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΣΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ...

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ 


Δοχειαρίτες "Ιδού σκοτία"μέλος Γ.Ραιδεστηνού 
ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ' 
Ἦχος βαρὺς 
δοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῑς φρεσίν; ὑφ' οὗ ποῦ τέθειται ζητεῖς ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ' ὅρα τοὺς συντρέχοντας Μαθητάς, πῶς τοῖς ὀθονίοις καὶ τῷ σουδαρίῳ, τὴν Ἀνάστασιν ἐτεκμήραντο, καὶ ἀνεμνήσθησαν τῆς περὶ τούτου Γραφῆς. Μεθ' ὧν, καὶ δι' ὧν καὶ ἡμεῖς, πιστεύσαντες, ἀνυμνοῦμέν σε τὸν ζωοδότην Χριστόν.

 

Ἦχος πλ. α'
Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, καὶ δοξάσατε Χριστόν, τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν. 
Ἦχος πλ. β'
Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς, καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν.

 

ΜΑΡΚΟΝ 16,1-8
Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.
Τῌ ΑΓΙᾼ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛῌ 
ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 
Δόξα τῇ ἁγίᾳ, καὶ ὁμοουσίῳ, καὶ ζωοποιῷ, καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

Ἦχος πλ. α'
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος.

 


Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν;

 


ΕΩΘΙΝΟΝ 
Ζ' 
 Ἦχος βαρὺς  
δοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν; ὑφ' οὗ ποῦ τέθειται ζητεῖς ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ' ὅρα τοὺς συντρέχοντας Μαθητάς, πῶς τοῖς ὀθονίοις καὶ τῷ σουδαρίῳ, τὴν Ἀνάστασιν ἐτεκμήραντο, καὶ ἀνεμνήσθησαν τῆς περὶ τούτου Γραφῆς. Μεθ' ὧν, καὶ δι' ὧν καὶ ἡμεῖς, πιστεύσαντες, ἀνυμνοῦμέν σε τὸν ζωοδότην Χριστόν.

Το Πάσχα του Ισαάκ - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος



Το Πάσχα του Ισαάκ   


Εκείνη την ιστορία, που θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μου την έλεγε η γιαγιά μου και έχει χαραχθεί βαθιά μέσα στη μνήμη μου. Ο πατέρας της ήταν παπάς σ’ ένα από τα χωριά τού άνω Βοσπόρου, που σήμερα έχει την ονομασία «Μπέηκοζ». Ο πατήρ Αντώνιος, έτσι έλεγαν τον παπά, είχε πολλά παιδιά, ανάμεσά τους και το Χριστόδουλο. Ο Χριστόδουλος ήταν 10 ετών όταν έγιναν εκείνα τα τρομερά γεγονότα. Μια Μεγάλη Παρασκευή οι Εβραίοι έκλεψαν το παιδί και το πήραν μαζί τους. Την ίδια κιόλας μέρα το κάρφωσαν, το παιδί, σ’ ένα σταυρό, όπως το Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρήκαν, την άλλη μέρα, το Χριστόδουλο αναίσθητο στο δρόμο. Μετά από λίγες μέρες, μέσα στην αναστάσιμη ατμόσφαιρα, πέθανε. Αυτή η διήγηση ήταν αληθινή πέρα για πέρα. Όταν πλησίαζε το Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις και θύμησες ανασκάλευαν το νου μας και μπαίναμε σε ένα πολεμικό κλίμα με τους Εβραίους. Αποκορύφωμα τού κλίματος αυτού ήταν και το κάψιμο τού Εβραίου που γινόταν Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά την περιφορά τού επιταφίου.

Στη γειτονιά μας, εκεί στο Σταυροδρόμι, έμεναν πολλοί Εβραίοι. Κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς είχαμε στις παρέες μας εβραιόπουλα. Μάς ένωνε η αντίθεσή μας με τα τουρκάκια. Αυτές όμως τις ημέρες όλα άλλαζαν. Δεν μπορούσαν οι Εβραίοι να παίζουν τα «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Η Μεγάλη Εβδομάδα μας προσέφερε μια καταπληκτική ευκαιρία για παιχνίδια που άρχιζαν από το ιερό τού Ναού της Παναγίας και συνεχίζονταν στον αυλόγυρο και στα περίχωρα.

Ο Ισαάκ έμενε σε ένα γωνιακό σπίτι στη μεγάλη κατηφόρα, στο Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα από το σπίτι μας. Ήταν από ΄κείνα τα εβραιόπουλα που ήταν καλοί μας φίλοι. Δεν υπήρχε ζαβολιά στην οποία να μην μετείχε. Το κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό απεδείχθη σπουδαίο σε δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι, μια φορά, που ήρθε μια γειτόνισσα να διαμαρτυρηθεί, επειδή χτυπούσαμε τα κουδούνια στις πόρτες των σπιτιών και φεύγαμε τρέχοντας. Ο Ισαάκ, τότε, με πολύ σοβαρό ύφος, είπε:
- Για το καλό σας το κάναμε εμείς. Πρόκειται να βρέξει και σάς ειδοποιήσαμε να μαζέψετε τα ρούχα που είχατε απλώσει στην ταράτσα να στεγνώσουν.
- Πού είδες μπρέ παλιόπαιδο τη βροχή; Φώναξε η κυρά Κατίνα η Μπαλού.

- Το είπε το δελτίο καιρού στο ραδιόφωνο, απάντησε ο Ισαάκ.

Ο Ισαάκ, λοιπόν, με το κοφτερό μυαλό, που τόσες φορές μας έβγαλε από δύσκολες καταστάσεις, αυτή τη φορά γινόταν «αποσυνάγωγος». Ήταν Εβραίος. Δεν μπορούσε τώρα να είναι μαζί μας. Αυτός, αυτή την Εβδομάδα τη Μεγάλη, δεν μπορούσε να παίξει. Εμείς το βλέπαμε φυσικό. Ο Ισαάκ έπρεπε να τιμωρηθεί επειδή οι Εβραίοι είχαν σταυρώσει το Χριστό. 
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ημέρα τού μεγάλου παιχνιδιού. Η εκκλησία έμενε ανοιχτή όλη τη μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τον κόσμο με κολώνια, κρατούσαμε την τάξη στο ναό, κάναμε στον αυλόγυρο της εκκλησίας την περιφορά τού επιταφίου κι ένα σωρό άλλα πράγματα που μας ενθουσίαζαν. 
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών ήρθε μέσα στο ιερό, όπου ήμαστε μαζεμένοι, η είδηση: Ο Ισαάκ φάνηκε στον αυλόγυρο. Ο Ισαάκ στον αυλόγυρο; Αυτό ήταν απαράδεκτο. Τέτοια μέρα; 
-Ήρθε σίγουρα για να μας βεβηλώσει, είπε ο Σούλης ο χερούκλας. 
- Ναι, σίγουρα, φώναξαν όλοι οι άλλοι. 
- Θα πρέπει να μάθει πώς δεν μπορεί εβραίος τέτοια μέρα να γυρνάει με το μέτωπο ψηλά σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Καί το Χριστό σταύρωσαν και από το παιχνίδι θέλουν να επωφεληθούν, φώναξε ο Λάμπης ο Γό. 
Έτσι τον αποκαλούσαν γιατί το γράμμα Ρ το πρόφερε Γό. 
Ο Σούλης ο χερούκλας έλαβε αμέσως το λόγο, αφού εθεωρείτο και ο φυσικός αρχηγός των παιδιών τού ιερού. Στράφηκε σε μένα λέγοντας: 
- Ντίνο, θα πας να τού πεις πώς είναι ανεπιθύμητος. Εσύ τον γνωρίζεις πιο καλά. Είναι και γείτονάς σου. 
- Ναι, είπα. Έδειχνα όμως διστακτικός. 
- Φοβάσαι, ρε; μου είπε ο Σούλης και συνέχισε: 
- Εβραίος είναι, το κατάλαβες; Την εβδομάδα αυτή δεν πρέπει να τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί. Αυτοί σταύρωσαν το Χριστό. Θα τους σταυρώσουμε κι εμείς. 
- Ο Χριστός, όμως, δε σταύρωσε αυτούς που τον σταύρωσαν, τόλμησα να πω. 
- Τι λες ρε; Τι λες ρε; Τι είναι αυτό που άκουσαν τ΄ αυτιά μου; Χρονιάρα μέρα με τους Εβραίους είσαι; Έ; λέγε. 
- Όχι, τού είπα. 
- Άσε, λοιπόν, τα λόγια και κάνε αυτό που λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δε θα κάνεις εσύ. Και στο παιχνίδι κομμένος. 
- Καλά, τού είπα φοβισμένος. 
Βγήκα έξω. Ο Ισαάκ πράγματι βρισκόταν έξω. Τόν πλησίασα αφού πήρα ύφος αυστηρό. 
- Ισαάκ τι γυρεύεις εδώ; 
- Γιατί να μην είμαι; Ποιος μπορεί να μ΄ εμποδίσει; Μετά, αφού άλλαξε τόνο, μου είπε εμπιστευτικά: 
- Ντίνο, τι έπαθες; Πού είναι η καρδιακή μας φιλία; 
- Ο Χριστός μας χωρίζει Ισαάκ. Εσείς οι Εβραίοι σταυρώσατε το Χριστό, δεν μπορείτε να πατάτε εδώ τέτοια μέρα. 
- Ο Χριστός σας, όμως, δεν έδιωξε κανένα από κοντά του. 
- Ισαάκ, τώρα δε γίνεται τίποτε. Μετά το Πάσχα θα είμαστε και πάλι φίλοι, είπα κι έφυγα τρέχοντας επειδή δεν άντεχα την αναμέτρηση. 
Όταν τελείωσε η ακολουθία κι άρχισαν τα γνωστά παιχνίδια στον αυλόγυρο, ένιωθα μια πλάκα να πιέζει το στήθος μου. Σαν να ήμουν ένας από τους σταυρωτές τού Χριστού. Είχα δίκαιο ή άδικο; Δεν μπορούσα να χαρώ τη μέρα. Τότε βρήκα τη λύση. Τη βρήκα καθώς στεκόμουν αφηρημένος μπροστά στον επιτάφιο. Μπροστά στην άκρα ταπείνωση. Έπρεπε να κάνω κάτι. Αυτός που ήταν μέσα στον επιτάφιο έκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πήρα την απόφασή μου. Πήγα στο σπίτι τού Ισαάκ. Καθόταν στα σκαλοπάτια βλοσυρός. Μια λάμψη διαπέρασε τη ματιά του, αλλά εξωτερικά δεν το έδειξε. 
- Ισαάκ, τού είπα, συγγνώμη για το πρωί. Εκπροσωπούσα ξέρεις, μια ομάδα παιδιών. Γνωρίζεις τη νοοτροπία. Σκέφθηκα όμως κάτι σπουδαίο. Θα πούμε στα παιδιά πώς είσαι μεν Εβραίος, αλλά μέσα στην καρδιά σου αγαπάς το Χριστό και λυπάσαι που οι Εβραίοι τον σταύρωσαν. Θα πεις πώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. 
Ο Ισαάκ με παρατηρούσε με προσοχή. Με ένα βλέμμα κοφτερό και αντρίκιο. 
- Ντίνο, μου είπε, ούτε προφήτης να ήσουν, έτσι σκέπτομαι αλήθεια. Εγώ πήρα μια βαθιά ανάσα. 
- Σε περιμένω το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου. Τα παιδιά θα τα αναλάβω εγώ. 
Τα παιδιά, όμως, δεν με πίστευαν με τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ήταν αμετάπειστοι. 
- Μα, ο Χριστός συγχώρησε τους σταυρωτές του. 
- Μη μιλάς, σταμάτα, αν δε θέλεις απόψε βράδυ, να σε κάψουμε μαζί με τον Εβραίο, είπε ο Σούλης. 
Το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στην περιφορά τού επιταφίου. Εμείς όλοι, τα χριστιανόπουλα, περιφέραμε αγέρωχα τον επιτάφιο στο μεγάλο αυλόγυρο της Παναγίας. 
Μέσα στον κόσμο ξεχώρισα τον Ισαάκ. Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Δεν μπόρεσα να διακρίνω αν ήταν οι ψιχάλες ή τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια τού φίλου μου, τού Ισαάκ. Κι αν έκλαιγε, έκλαιγε επειδή δεν τον δέχτηκαν τα παιδιά παρά την ομολογία του, ή επειδή λυπόταν για τη σκληροκαρδία μας; 
Μετά την περιφορά δεν γλύτωσα από τη σχετική καρπαζιά τού Σούλη τού χερούκλα. 
- Σε είδα βρε, σε είδα, άλλαξες φιλικές ματιές με τον εβραίο. Και πρόσθεσε: 
- Εσύ απόψε Εβραίο δεν καις. 
- Δεν πειράζει, είπα, θα πάρω πάνω μου την ευθύνη για τον Ισαάκ. 
Από το παράθυρο τού σπιτιού μου παρατηρούσα το άτυπο τελετουργικό. 
Στο τέλος της καύσεως, πέρασε ένας απεσταλμένος τού Σούλη, κάτω από το παράθυρο, φωνάζοντας: 
- Άκου Ντίνο, εσύ Ανάσταση φέτος δεν θα κάνεις, ούτε και ο Εβραίος. 
Η κρίσιμη στιγμή ήταν κατά την Ανάσταση. Στην Πόλη πολλές χρονιές η Ανάσταση δεν γινόταν τα μεσάνυχτα, αλλά στις πέντε το πρωί. Η Ανάσταση είναι πάντοτε μια κρίσιμη στιγμή. Το συναπάντημα τού Χριστού με τον Άδη. Η ήττα τού Άδη. Η απελευθέρωση των νεκρών. 
Όλα αυτά τα ζήσαμε εκείνο το πρωί μέσα στη λειτουργία της Αναστάσεως. Τα παιδιά είχαν φθάσει εκεί με τις τσέπες γεμάτες από αυγά και βαρελότα. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη», στις πέντε το πρωί, θα γινόταν χαμός. 
Αυγά ανάμεικτα με βαρελότα θα ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια μας. 
Είχα φθάσει φοβισμένος. Δεν τόλμησα να μπω στο ιερό. Τα παιδιά εξάλλου με παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στην εξέδρα, εκεί που θα γινόταν η Ανάσταση. «Δεύτε λάβετε Φώς!» 
«Χριστός Ανέστη». 
Χαρά ανεκλάλητη. Ξέχασα τα πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δεν φοβόμουν το Σούλη το χερούκλα, ούτε κανέναν. Χαιρόμουν ατελείωτα. Τα βαρελότα έδιναν τόνο πολεμικής ατμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαράς. Και ανάμεσα στο θόρυβο άκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ανθρώπων. Σα να μάλωναν ή να έδερναν κάποιον. Στράφηκα προς τα εκεί μαζί με όλα τα παιδιά, που ήταν σε απόσταση βολής. Ναι, ήταν πραγματικές κραυγές. Ο πατέρας τού Ισαάκ είχε παρακολουθήσει το γιό του που έφυγε κρυφά από το σπίτι. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη» άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα. Πώς τόλμησε ένας Εβραίος να πει: «Χριστός Ανέστη»; 
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, για την οικογένεια. Είδα τον Ισαάκ να ποδοπατείται από τον πατέρα του με μίσος. 
- Τι είπες; Τι είπες; Χριστός Ανέστη; Φώναζε ξέφρενα εκείνος. 
Ο Ισαάκ ήταν σε άσχημη κατάσταση. Έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του. Τόλμησε να πει. 
- Ναι, πατέρα, Χριστός Ανέστη. Γιατί εμείς οι Εβραίοι τον σταυρώσαμε. Χριστός Ανέστη. 
Κυλιόταν κάτω σαν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας. 
- Χριστός Ανέστη… 
Μάς θύμισε το μαρτύριο τόσων και τόσων που φώναξαν αυτό το «Χριστός Ανέστη» στα ματωμένα χώματα της Πόλης. 
Μετά έμεινε αναίσθητος. Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε. Τα παιδιά είχαν παγώσει. Ο πατέρας τού Ισαάκ τον άρπαξε στα χέρια του. Ή μάλλον τον έσερνε. Εμείς μείναμε άφωνοι. Ο Σούλης με κοίταξε. Τον κοίταξα. Με φίλησε. 
- Αληθώς Ανέστη, είπε δακρυσμένος. 
- Ναι, Αληθώς Ανέστη. 
Τον Ισαάκ, μετά, τον χάσαμε. Μάθαμε πώς έμεινε μήνες στο κρεβάτι. Έφυγαν από τη γειτονιά. 
Μετά από χρόνια, κάποιος μου μίλησε για έναν ιερομόναχο σε μια σκήτη τού Αγίου Όρους, που παλιά ζούσε στην Πόλη και ήταν Εβραίος. Και μετά έγινε χριστιανός. Για έναν ιερομόναχο που ήταν κυρτός από κάποιο ατύχημα. Ήταν σιωπηλός πάντα και έλεγε «Χριστός Ανέστη», σε όσους τον συναντούσαν. 
Έτσι μου είπαν και το πιστεύω, ναι, πως είναι ο φίλος μου ο Ισαάκ.
Χριστός Ανέστη! 

Το Πάσχα του Ισαάκ

Του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου

Πηγή 
Αυτοτελές απόσπασμα μέσα από το βιβλίο 
«Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου», Σελίδα 9, εκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.

Πασχαλινή νύχτα στη φυλακή...



Πασχαλινή νύχτα στη φυλακή
πηγή:εδώ 
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - ΕΔΩ 
Ο ιερέας Γεώργιος Κάλτσιου (1925-2006) πέρασε 21 χρόνια στη φυλακή για την ομολογία της πίστεως. Το 1948, σε ηλικία 23 χρονών, έλαβε την πρώτη του καταδίκη, την οποία πέρασε υπό τις δυσκολότερες συνθήκες. Έτσι, φυλακίστηκε στην πόλη Ζιλάβα, στο σωφρονιστικό κατάστημα Κασίμκα, το οποίο βρισκόταν σε βάθος μερικών μέτρων κάτω από τη γη, χωρίς φως, με τον αέρα να διεισδύει εκεί μόνο μέσω τριών μικρών οπών στην πόρτα. Ένας από τους κρατούμενους εκεί ήταν άρρωστος με φυματίωση και, μη λαμβάνοντας ιατρική βοήθεια, έχασε πολύ αίμα. Για να τον βοηθήσει, ο μελλοντικός ιερέας Γεώργιος άνοιξε τις φλέβες του κι έδινε το αίμα του, για να πιει ο ασθενής. 
Το 1964, λόγω της πίεσης δυτικοευρωπαϊκών οργανώσεων, όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι της Ρουμανίας αμνηστεύθηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο πατήρ Γεώργιος μπήκε στη Σχολή Φιλολογίας και στη Σχολή Θεολογίας. Μετά από την αποφοίτηση, έκανε το διδακτορικό του στην ειδικότητα «Θεολογία». Ύστερα έλαβε τη χάρη της ιεροσύνης κι έγινε καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στο Βουκουρέστι. 
Το 1979 συνελήφθη ξανά και κρατήθηκε υπό απάνθρωπες συνθήκες. Διάσημοι Ρουμάνοι εμιγκρέδες, όπως ο Μιρτσέα Ελιάντε, ο Ευγένιος Ιονέσκο και άλλοι, τον υπερασπίστηκαν ενεργά. Το 1984, ο πατήρ Γεώργιος απελευθερώθηκε, όμως ήταν εξαναγκασμένος να μετακομίσει στις ΗΠΑ. Μετά την πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, κάθε χρόνο επισκεπτόταν την πατρίδα του, όπου και αναπαύτηκε η ψυχή του, στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής Πέτρου Βόντα. 
Ετοιμαζόμουν για τη μεγάλη εορτή. Καθάριζα την ψυχή μου όσο μπορούσα, έκλεισα τ’ αυτιά μου στις προσβολές, έγινα αναίσθητος για τα χτυπήματα, απρόσιτος για την πείνα. Ζεσταινόμουν με τη νοερά προσευχή και τη νύχτα, η οποία, όσο γνώριζα, ήταν Πασχαλινή, άκουσα τις καμπάνες της φυλακής. Ο ήχος τους έφτανε στο κλουβί μου σιγά-σιγά. Δεν ήταν εκείνο το εκκωφαντικό κουδούνισμα, το οποίο ακούει κάποιος που βρίσκεται δίπλα στις καμπάνες, αλλά διαπερνούσε τους τοίχους. Αυτός ο ήχος διείσδυε σαν μια αναγγελία από τον εξωτερικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού. 
Κι εγώ εκφώνησα «Χριστός Ανέστη!». Στην αρχή το είπα από μέσα μου και μετά ήθελα να το ψάλλω φωναχτά, όμως χωρίς να το ακούσει κανένας άλλος. Στη φυλακή κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία και κάθε κίνηση στα κλουβιά αντηχούσε έξω, στον διάδρομο. Ο φύλακας, μάλιστα, άκουσε ότι ψάλλω, γι’ αυτό ήρθε και με μάλωσε. Κι εγώ αποφάσισα να σιωπήσω, ώστε να μη χαλάσω αυτήν την αγία πασχαλινή νύχτα. Άρχισα ν’ αναθυμούμαι τα παιδικά μου χρόνια, τις πιο πολύτιμες για την ψυχή μου αναμνήσεις. 
Στο τμήμα, όπου βρισκόμουν, υπήρχαν 6 φύλακες. Αυτοί έκαναν την επιτήρηση με βάρδιες. Ο φύλακας, του οποίου τελείωνε τη βάρδια, έκανε ένα βήμα μπροστά και πήγαινε να σταθεί στη φαλάγγα. Ο άλλος, που ξεκινούσε τη βάρδια, πήγαινε ν’ ανοίξει την πόρτα στο κλουβί μας. Εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς έπρεπε να στεκόμαστε με τα πρόσωπα στραμμένα προς τον τοίχο. Εκείνος έμπαινε μέσα, κοιτούσε γύρω, ήλεγχε αν είναι όλα εντάξει. Μας απαγορευόταν να στραφούμε προς την πόρτα, μέχρι ν’ ακούσουμε το κλείδωμά της. 
Εκείνο το πασχαλινό πρωινό αποφάσισα να μη γυρίσω το πρόσωπό μου προς τον τοίχο. Και ο φρουρός τότε ήταν ένας «όμορφος διάβολος». Εκείνος ο νεαρός, μάλιστα, ήταν ένα απλό παλληκάρι από χωριό, ψηλός, λεπτός, με γαλάζια αγγελικά μάτια, με όμορφο κορμί, πάντα ωραία και καθαρά ντυμένος. Οι άλλοι ήταν πιο ασυγύριστοι, ενώ αυτός ήταν πάντα κομψός. Αλλά ήταν φοβερά σκληρός. 
Είναι δύσκολο να καταλάβω πως μπορεί ένας άνθρωπος, που έχει τέτοια κομψότητα και ανδρική ομορφιά, να συμπεριφέρεται τόσο άγρια. Αν δεν χτυπούσε 5-6 κρατούμενους, τότε, μάλλον, αισθανόταν άβολα. 
 
Γενικά, στη φυλακή, μέσα στην καταπιεστική ατμόσφαιρα φόβου και απειλής, ήταν πιο εύκολα να υποφέρουμε τα βασανιστήρια. Αλλά, όταν ακούς τις φωνές κάποιων άλλων... Πιο συχνά χτυπούσαν τους ποινικούς καταδικασμένους, επειδή οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν λίγοι. Και αυτοί φώναζαν όταν τους χτυπούσαν. Ενώ εμείς δεν φωνάζαμε ποτέ. Όταν εκείνοι φώναζαν, η φαντασία μας αμέσως άρχιζε να οργιάζει και φανταζόμασταν φοβερά πράγματα. Η ψυχή μας πονούσε τόσο πολύ από αυτές τις φωνές, που θα προτιμούσαμε να χτυπούν εμάς παρά αυτούς. Λοιπόν, εκείνος ο νεαρός ήταν ο τύπος που έβρισκε απόλαυση στο να βασανίζει τους ανθρώπους. 
Εκείνο το πρωί, όταν άνοιξε η πόρτα, ήμουν ακόμα όρθιος, χωρίς να κλείσω μάτι, επειδή προσευχόμουν στον Θεό όλη τη νύχτα. Εκατοντάδες ή ίσως και χιλιάδες φορές είπα: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνημασι ζωήν χαρισάμενος!». Πιο πιθανόν, χιλιάδες φορές, ώστε η αλήθεια για την Ανάσταση ν’ αποτυπωθεί στη μνήμη μου. 
Στάθηκα με το πρόσωπό μου στραμμένο προς την πόρτα και, όταν μπήκε εκείνος, του είπα: 
– Χριστός Ανέστη! 
Ο φρουρός με κοίταξε, μετά γύρισε πίσω, κοιτάζοντας τη φρουρά, και μετά στράφηκε προς εμένα και είπε: 
– Αληθώς Ανέστη! 
Ήταν σαν να με χτύπησε κεραυνός. Κι εγώ κατάλαβα ότι το «Αληθώς Ανέστη» δεν το είπε ο φύλακας, αλλά ο Άγγελος του Θεού. Εκείνος ο Άγγελος, που στεκόταν δίπλα στον Τάφο και είπε στις μυροφόρες: 
– Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών. Ουκ εστίν ώδε, αλλ’ ηγέρθη (Λουκ. 24, 5-6). Δεύτε ίδετε τον τόπον όπου έκειτο ο Κύριος (Ματθ. 28,6).
Με το στόμα του αγγέλου, εκείνος με διαβεβαίωσε για την αλήθεια της Αναστάσεως, επειδή είχα μεγάλη ανάγκη από αυτήν τη διαβεβαίωση. Ο Θεός θέλησε, με το στόμα του εχθρού μου, να μου επιβεβαιώσει την εγκυρότητα εκείνου του Πάσχα. 
Το κλουβί μου γέμισε αμέσως με φως. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη, που τις 5-6 ώρες πριν το μεσημεριανό φαγητό τις πέρασα μέσα στην ακτινοβολία του φωτός και της πνευματικής χαράς[1]. 
Ιερέας Γεώργιος Κάλτσιου
Μετάφραση από τα Ρωσικά στα Ελληνικά της Κατερίνα Πολονέιτσικ


[1] Από το βιβλίο του ιερέα Γεωργίου Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα «Τα βάσανα ως ευλογία»
(Părintele Gheorghe Calciu-Dumitreasa. Suferinţa ca binecuvântare. Bucureşti: Editura Cathisma, 2007. Р. 31–35).

Το Φως Του προσώπου Σου προηγήθηκε (της ακοής) των βημάτων.



Τα βήματα Του άκουσαν ο Αδάμ και η Εύα 
εκείνο το δείλη στον Παράδεισο 
και φοβήθηκαν εκεί που φόβος δεν υπάρχει. 
*** 
Και έπρεπε να διανύσει όλη αυτή την απόσταση Εκείνος. 
Να γεμίσουν πληγές τα πόδια Του, 
να ματώσουν, 
να εξαγνίσουν όλο τον δρόμο της αποστασίας μας, 
του φόβου μας. 
*** 
Σήμερα όμως στον Άδη, 
ο Αδάμ και η Εύα 
ακούν τα βήματα Του αγαπημένου 
και φόβος δεν υπάρχει. 
*** 
Το Φως Του προσώπου Σου 
προηγήθηκε (της ακοής) των βημάτων. 
Ο Αδάμ αντικρύζει την Εύα και το ανδρόγυνο, 
διακονεί Εσένα, 
πλένοντας με τα δάκρυα όλης της ανθρωπότητας, 
τα πόδια του Αγαπημένου.

Το σκοτάδι δεν κατανικά το φως του Χριστού!


Το σκοτάδι δεν κατανικά το φως του Χριστού! 
«Θεωμένη η ψυχή του Κυρίου κατέβηκε στον άδη, για να λάμψει επίσης το φως και σ’ αυτούς που βρίσκονταν κάτω από τη γη στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου, όπως για όσους διέμεναν στη γη ανέτειλε ο ήλιος της δικαιοσύνης για να πραγματοποιηθούν τα ίδια και στον άδη, όπως στους κατοίκους της γης κήρυξε την ειρήνη, έδωσε την άφεση στους σκλάβους της αμαρτίας και το φως στους τυφλούς, και έγινε αίτιος αιώνιας σωτηρίας σε όσους πίστεψαν και έλεγχος απιστίας σε όσους απείθησαν ‘ἵνα αὐτῷ κάμψῃ πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων’, κι έτσι αφού ελευθέρωσε τους αιώνια δεμένους, πάλι ανεχώρησε από τους νεκρούς ανοίγοντας για μας τον δρόμο της αναστάσεως! (Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Περί της εν τω άδη καθόδου) 
Στην εις άδου κάθοδο, πολύ σοφά ο αγιογράφος είδε τον Χριστό σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστολογία και Τον τοποθέτησε, όχι μέσα σε ένα θρησκευτικό σκοτάδι αλλά σ’ ένα χρυσό περιβάλλον με λευκό ιμάτιο, για να δείξει ότι ‘ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν’! 
Ο Χριστός όπως βλέπουμε στο ψηφιδωτό του οσίου Λουκά καταπατά το σκοτάδι του άδη, τουτέστιν τον θάνατο. Πιάνει από το χέρι τον Αδάμ και μαζί μ' εκείνον την σάρκα από την σάρκα του, την Εύα. Με άλλα λόγια ο Χριστός ανιστά ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και την θεώνει κατά το μέτρο της δεκτικότητάς της. Οι δίκαιοι απέναντι, ήδη θεωμένοι, επιβεβαιώνουν την αναμενόμενη και προφητευμένη από τους ίδιους έλευση και σωτηρία του Μεσσία! 
Ό,τι ωραιότερο έχει να δείξει η τέχνη της αγιογραφίας.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Δημοφιλείς αναρτήσεις