Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Προσευχή και νηστεία εν Χριστώ: Όταν η πνευματική άσκηση γίνεται ζωή για όλους

Κυριακῇ Τετάρτῃ τῶν Νηστειῶν, μνήμην ποιοῦμεν τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, τοῦ Συγγραφέως τῆς Κλίμακος

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον

θ΄ 17 - 31

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Στον άγιο Ιωάννη, τον συγγραφέα του βιβλίου της Κλίμακος, που σήμερα η Εκκλησία μας προβάλλει το πρόσωπο του και το έργο του, δεν αρμόζει λόγος παρά ασκητικός και νηπτικός. Και γι’ αυτό, απ’ ό, τι φαίνεται, οι Πατέρες της Εκκλησίας έβαλαν να αναγνωστεί το συγκεκριμένο Ευαγγέλιο που ακούσαμε πριν από λίγο, που έχει στο κέντρο του ένα κεντρικό πυρήνα, που δίνει απάντηση στο θέμα της πάλης και του πνευματικού αγώνα που κάνουμε κάθε μέρα στη ζωή μας.

Παλεύουμε με πολλά πράγματα αλλά, κατεξοχήν, παλεύουμε με τα πάθη μας και με τις δυσκολίες μας. Και έρχεται ο Χριστός να πει έναν λόγο πολύ πραγματικά απόλυτο, που δεν φαίνεται να σηκώνει καμιά άλλη κουβέντα. Διότι αυτή η πάλη με τους πειρασμούς, με τις δυσκολίες και με τα πάθη μας δεν ξεπερνιέται με κανένα άλλο τρόπο παρά με προσευχή και νηστεία. Και είναι ο λόγος πολύ απόλυτος· με κανένα άλλο τρόπο· δεν έχει καμία άλλη διέξοδο αυτή δυνατότητα. Ο λόγος πραγματικά απόλυτος και, απ’ ό, τι φαίνεται, αυτό το διπλό σχήμα που θέτει ο Χριστός μπροστά μας, η προσευχή και η νηστεία, πιάνει - έτσι φαίνεται από την πρώτη ματιά - η μεν προσευχή τα πνευματικά μας, η δε νηστεία τα σωματικά μας. Αξιοποιούμε δηλαδή το διφυές των ανθρώπων. 

Επειδή, λοιπόν, το πράγμα είναι πολύ σπουδαίο και είναι απόλυτο, θέλω να το δούμε μέσα από μια άλλη έκφραση, πραγματικά για να μπορέσουμε να βοηθηθούμε και να αντιμετωπίσουμε σωστά τα πράγματα. Κοιτάξτε, λέει ότι μόνο έτσι αντιμετωπίζονται οι πειρασμοί, οι δυσκολίες και τα πάθη μας. Είπαμε, λόγος απόλυτος. Και τι γίνεται μετά, αν τα κάνουμε αυτά; Το πρώτο ερώτημα. Αν κάποιος δώσει την απάντηση «γινόμαστε δυνατοί», τι σημαίνει αυτό το γινόμαστε δυνατοί; Δηλαδή, τι δυνάμεις αποκτούμε; Ξεφεύγουμε από την ανθρώπινη φύση, γινόμαστε κάτι άλλο; Η απάντηση που δίνουν οι Πατέρας της Εκκλησίας και ο ίδιος ο Ιωάννης της Κλίμακας είναι αλλιώτικη. Αν νομίζουμε που γινόμαστε δυνατοί, κάνουμε ένα έργο το οποίο καταξιώνει απλώς τη δύναμη του ανθρώπου και καλλιεργεί  ένα δυνατό άνθρωπο. Παραμένουμε εν ασθενείαις και εν αδυναμία και απλώς, αρχίζοντας αυτό το διφυές - έτσι φαίνεται στην αρχή - χωριστό έργο της προσευχής και της νηστείας, αφήνουμε να περάσει μέσα μας η χάρη του Αγίου Πνεύματος και να μπει ο Χριστός, ο οποίος λέει: Αυτός θα πολεμήσει για μας τα δύσκολα και τους πειρασμούς.

Όχι ότι πολεμούμε εμείς - εμείς το θέλουμε να πολεμήσουμε! Έχουμε αδυναμία, και επειδή ακριβώς γνωρίζουμε την αδυναμία μας, όπως ακριβώς πριν από λίγο παρακαλούσε ο πατέρας να γίνει το παιδί του καλά: «βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ», παράξενη η λέξη «πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ», πιστεύει, αλλά είναι άπιστος. Επειδή πιστεύουμε μπορεί να γίνει. Αλλά δεν το μπορούμε να γίνει αλλιώς. Αφήνουμε να περάσει πάνω μας ο Χριστός με την χάρη του Αγίου Πνεύματος και πια Εκείνος, «κατοικῶν ἐν ἡμῖν», να πολεμήσει αυτό που έχει να πολεμήσει. Αυτό είναι το πιο σπουδαίο  στοιχείο!  Άρα, με αυτό το πρώτο βήμα, βλέπουμε ότι η προσευχή και η νηστεία δεν είναι έργα απόλυτα, είναι σχετικά, σχετίζονται με τον Χριστό.

Ένα πρώτο συμπέρασμα: ούτε προσευχή μπορείς να κάνεις χωριστά από τον Χριστό ούτε την νηστεία μπορείς να την κάνεις έξω από το Χριστό. Και τα δυο, και η προσευχή και η νηστεία, αν δεν έχουν σαν κέντρο τον Χριστό, καταλήγουνε σε φοβερή εσωτερική αναταραχή και διχασμό. Γιατί, όταν ανοίγεις το νου σου κάπου και όταν τον μαζεύεις, πού τον μαζεύεις; γιατί τον μαζεύεις; Αδύνατον να μαζευτεί! Αν νηστεύεις, γιατί νηστεύεις; γιατί κάνεις αυτήν την εγκράτεια; Αν την κάνεις χωρίς Χριστό, το αποτέλεσμα είναι αρνητικό, παρά ουσιαστικό σαν και αυτό που θέλουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας: μέσα από τα λόγια του Χριστού να καλλιεργήσουν στη ζωή μας. Πρώτο λοιπόν σημείο· η προσευχή και νηστεία είναι σχετιζόμενες με τον Χριστό.

Υπάρχει ένα δεύτερο, σχετικό της προσευχής και της νηστείας: δεν είναι χωριστές, η μία σχετίζεται με την άλλη. Είπαμε στην αρχή ότι η προσευχή αφορά το πνευματικό μέρος του ανθρώπου και η νηστεία το σωματικό. Εάν κάνεις το πρώτο, και αρχίζει από μέσα σου ο Χριστός να κάνει τον πόλεμο, ο πόλεμος πια είναι εύκολος. Κουραζόμαστε και λέμε «είναι δύσκολα τα πράγματα», γιατί δεν αφήνουμε το Χριστό να μπει μέσα της. Ο πόλεμος λοιπόν είναι εύκολος. Όταν λοιπόν τον αρχίσεις, αρχίζει να γίνεται, ας το πω έτσι, μια αντίδοση ιδιωμάτων της προσευχής με της νηστείας. Η προσευχή που ήταν έργο πνευματικό, περνάει τον πνευματικό της χαρακτήρα πάνω στα σωματικά. Και η νηστεία που ήταν έργο εγκρατείας των σωματικών, περνάει την εγκράτεια πάνω στις ψυχικές δυνάμεις και γίνεται μια εσωτερική αντίδοση, όπου γίνεται εγκρατής η ψυχή, και το σώμα πια μπορεί οριστικά να εγκρατευτεί. Αν δεν γίνει μέσα σου η ψυχή εγκρατής, δεν μπορείς να εγκρατευτείς. Κι αυτό μόνο ο Χριστός μπορεί να το κάνει. Κι αν ο νους σου κι όλος ο άνθρωπος ο εσωτερικός δεν γίνει πνευματικός, δεν μπορεί το σώμα να γίνει πνευματικό - λάθος αγώνα κάνεις. Να λοιπόν το δεύτερο σχετιζόμενο. Το πρώτο είναι σχετικό με τον Χριστό, της προσευχής και της νηστείας. Το δεύτερο: τα δύο σχετίζονται το ένα με το άλλο.

Κι υπάρχει ένα τρίτο σχετιζόμενο. Και η προσευχή και η νηστεία, αφού περάσουν μέσα από τον Χριστό, κι αφού κάνουν την αντίδοση των ιδιωμάτων τους, πάνε σε ένα τρίτο επίπεδο· σχετίζονται σε σχέση μόνο με τους ανθρώπους που έχουμε γύρω μας. Δεν είναι πια έργο ατομικό. Βλέπετε, όταν κάνουμε προσευχή, η προσευχή είναι για όλον τον κόσμο. Όταν κάνουμε νηστεία - αυτό είναι το πιο καταπληκτικό, το λέει εδώ πέρα ο Ιωάννης της Κλίμακας - η νηστεία που κάνουμε, είναι η νηστεία που κάνουμε για όλο το σώμα της Εκκλησίας και για όλον τον κόσμο. Βάζουμε δηλαδή τον πυρήνα της εγκρατείας μες στη ζωή του κόσμου. Και γίνεται ένα έργο σχετικό με όλη τη ζωή του κόσμου. Αν κάποιος αυτό το κάνει απλώς για τον εαυτό του, ένα ατομικό έργο να ασκήσει, και πάλι το αποτέλεσμα είναι αρνητικό και πολλές φορές είναι διαστροφικό. Γιατί κάνει μια άσκηση η οποία δεν έχει αποτελέσματα πάνω στη ζωή του κόσμου, σωτηριώδη  αποτελέσματα. Δηλαδή, αν θέλετε ο τόπος σας, η οικογένειά σας να αποκτήσει βαθιές ευλογίες, προσεύχεστε και νηστεύετε όχι με την προοπτική αυτό, ότι γίνεστε καλύτεροι χριστιανοί ή πιο πνευματικοί άνθρωποι.

Το κάνετε, και αυτό είναι η απάντηση όχι μόνο στα δικά σας προσωπικά προβλήματα, είναι στα προβλήματα του τόπου σας. Αυτό πρέπει οι χριστιανοί να το συνειδητοποιήσουμε. Γιατί, κι αν ακόμα κάνουμε τα πρώτα δύο σχετιζόμενα, αν τα καταλάβουμε, κάνουμε προσευχή και νηστεία εν Χριστώ,  και αρχίζει η αντιδοση των ιδιωμάτων, αν στο τρίτο αποτύχουμε, να ξέρουμε που αυτό που κάνουμε είναι έργο κοινωνικό, τότε κάνουμε κάτι πολύ κλειστό. Και ό,τι είναι ατομικό καταστρέφεται και δεν μένει.

Το Άγιο το Πνεύμα είναι μια ζωογόνος δύναμη η οποία ξεχειλίζει και δεν μπορεί να μείνει στατική, σε ατομικά σύνορα κλεισμένη. Κι αν αυτό το κάνουμε, τότε κλεινόμαστε και δεν δίνουμε απαντήσεις πια, όχι μόνο για την πνευματική μας ζωή, αλλά για τα προβλήματα του τόπου μας. Οι Χριστιανοί έχουν μια υποχρέωση, γινόμενοι πνευματικοί άνθρωποι, να δίνουνε άλλου είδους (και άλλου είδους) απαντήσεις στα προβλήματα του τόπου σας, και όσο αυτό να σας φαίνεται απίθανο. Αυτό το τονίζει ο ίδιος ο Ιωάννης της Κλίμακας. Είναι πολύ σπουδαίο αυτό λοιπόν. Κι έτσι οι τόποι έχουν άλλες δυνατότητες και άλλες ευλογίες. 

Αν λοιπόν ασκηθούμε, ατομικά, προσωπικά, μη σχετιζόμενοι με τον Χριστό και με τον τόπο μας, όλες αυτές οι ασκήσεις της προσευχής και της νηστείας θα καταλήξουν σε μια πνευματική αποτυχία, σε μια απελπισία, γιατί αυτό που κάνουμε ως «μεγάλο», δεν έφερε μεγάλα αποτελέσματα. Και τότε, πραγματικά, δεν νιώθουμε τη γεύση της προσευχής και της νηστείας. Και τότε και μόνο τότε, αν πραγματοποιήσουμε αυτά τα τρία σχετιζόμενα που είπα, μπορεί να έρθει το αποτέλεσμα που ο Χριστός είπε: να πολεμήσουμε τα πνευματικά της  πονηρίας, τους πειρασμούς, όλες  τις δυσκολίες και όλα τα πάθη μας με έναν τρόπο ευλογημένο πραγματικά.

Η σημερινή μέρα ας είναι μια πρόκληση, όχι μόνο για βαθιά πνευματική ζωή -  ουσιαστικό είναι κι αυτό - αλλά και για ένα άνοιγμα των δυνατοτήτων τού να λύσουμε τα προβλήματα τα κοινωνικά μας, μέσα από μια τέτοια προοπτική. Αν κανείς δεν το καταλαβαίνει, ας ψάξει στους Πατέρες της Εκκλησίας, ας ψάξει στον Ιωάννη της Κλίμακας και να αναμετρηθεί μαζί τους. Εύχομαι να γίνει.

 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

 

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Ἀββάδων, ἤτοι Πατέρων τῶν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀναιρεθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων, τῶν λεγομένων Μαύρων.

 

Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Ἀββάδων, ἤτοι Πατέρων τῶν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀναιρεθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων, τῶν λεγομένων Μαύρων.
Διπλοῦς στεφάνους χειρὸς ἐκ τοῦ Κυρίου,
Πόνων χάριν δέχεσθε καὶ τῶν αἱμάτων.
Εἰκάδι Ἀββάδες ἐκ χθονὸς Οὐρανὸν ἤλυθον εὐρύν. 
Οὗτοι οἱ Ὅσιοι Ἀββάδες συναθροισθέντες ἀπὸ διαφόρους τόπους, ἡσύχαζαν μέσα εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Σάββα, δουλεύοντες τὸν Θεὸν μὲ ἐνάρετον πολιτείαν, καὶ μὲ πολλὴν κακουχίαν καὶ ἄσκησιν. Ἀλλ’ ὁ φθονερὸς καὶ μισόκαλος Διάβολος, ὁ πάντοτε φθονῶν τοὺς ἐναρέτους, ἐκίνησε κατὰ τῶν Ὁσίων τούτων τοὺς ἀθέους Αἰθίοπας, τοὺς καλουμένους Μαύρους ἢ Μώρους, οἱ ὁποῖοι ἐλπίζοντες, ὅτι θέλουν εὕρουν ἄσπρα καὶ πλοῦτον, ἐπῆγαν εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ἐπειδὴ δὲ ἐρευνήσαντες, δὲν εὑρῆκαν ἄσπρα νὰ πάρουν, καθὼς ἤλπιζαν, διὰ τοῦτο ἔχυσαν τὸν θυμόν τους οἱ αἱμοβόροι κατ’ ἐπάνω τῶν ἐκεῖσε Ἁγίων Πατέρων. Καὶ ἄλλους μὲν ἀπὸ αὐτοὺς ἀπεκεφάλισαν. Ἄλλους δὲ κατέκοψαν εἰς λεπτά. Ἄλλους, ἔσχισαν εἰς τὸ μέσον, καὶ ἄλλους κεντήσαντες μὲ τὸ ξίφος, ἔχυσαν τὰ αἵματα αὐτῶν εἰς τὴν γῆν. Οἱ δὲ Ὅσιοι εὐχαριστοῦντες, παρέδωκαν τὰς ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ ἀπέλαβον τὴν αἰώνιον καὶ μακαρίαν ζωὴν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπέμειναν, καὶ τοὺς προτέρους ἀγῶνας τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὰ ὑστερινὰ βάσανα τῆς ἀθλήσεως (1).

(1) Περὶ τῶν Ἀββάδων τούτων τῶν φονευθέντων γράφει ὁ Δοσίθεος, σελ. 535 τῆς Δωδεκαβίβλου, ὅτι ἦτον εἰς τὸν ἀριθμὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες. Ἀφ’ οὗ δὲ οὗτοι ἐφονεύθησαν ὑπὸ τῶν βαρβάρων, ἀφέθησαν τὰ σώματά των ἄταφα, ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἐρριμμένα. Τὰ ὁποῖα βλέπωντας ὁ Ἀββᾶς Νικομήδης, ἐνεβριμήσατο καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, καὶ εἶπε τὸ τοῦ Ἡσαΐου ἐκεῖνο· «Ἄνδρες δίκαιοι αἴρονται, καὶ οὐδεὶς κατανοεῖ. Ἀπὸ γὰρ προσώπου ἀδικίας ἦρται ὁ δίκαιος· ἔσται ἐν εἰρήνῃ ἡ ταφὴ αὐτοῦ· ἦρται ἐκ μέσου» (Ἡσ. ν΄ [= νζ΄, 1]). Καὶ πάλιν ἐβόησε τὰ τοῦ Σολομῶντος· «Οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ· καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· καὶ ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται· ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτούς, καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ» (Σοφ. γ΄, 3). Ἦλθε δὲ καὶ ὁ τότε Ἱεροσολύμων Μόδεστος καὶ αὐτὸς ἁγιώτατος ὢν Ἀββᾶς, καὶ ὡς εἶδεν ἔρημα τὰ κελλία ὅλα, δὲν ἐδύνετο νὰ κρατήσῃ τὰ δάκρυα. Ἔδραμε δὲ καὶ κατησπάζετο τὰ ἱερώτατα λείψανα τῶν Ὁσίων Πατέρων.

Γράφει δὲ περὶ αὐτῶν καὶ ὁ Ὅσιος Ἀντίοχος ὁ Παλαιστινός, πρὸς Εὐστάθιον ἡγούμενον Μονῆς τῆς Ἀτταλικῆς. Ἡ δὲ Βίβλος αὐτοῦ οὕτως ἐπιγράφεται, Πανδέκτη Βίβλος, ἔχουσα κεφάλαια διάφορα ἑκατὸν τριάκοντα, τοῦ Μοναχοῦ Ἀντιόχου τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ταύτης γὰρ εἶχε τότε αὐτὸς τὴν ἐπιστασίαν. (Λαύρας δὲ ὀνομάζουσιν οἱ ἡμέτεροι, τὰ μεγάλα καὶ πολυάνθρωπα Μοναστήρια μεταφορικῶς, ἀπὸ τῆς Λαύρας, ἤτοι τῆς ἐνδομύχου καύσεως, ἢ ἀπὸ τοῦ λίαν αὔρας ἔχειν, ἤτοι πολλὰς πνοάς, διὰ τοὺς ἐν αὐτοῖς πολλοὺς ἀνθρώπους. Ὁ δὲ Βαρῖνος τὴν Λαύραν ἐτυμολογεῖ, ἀπὸ τοῦ λαὸν ῥέειν δι’ αὐτῆς.) Οὗτος λέγω γράφει περὶ τῶν Πατέρων τούτων, ὅτι πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν τῆς ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἔπαθον τὰ δεινὰ μαρτύρια ἀπὸ τοὺς βαρβάρους κατὰ τοὺς χρόνους Ἡρακλείου τοῦ βασιλέως ἐν ἔτει 610. Δὲν ἠξεύρει δέ, πῶς νὰ ὀνομάσῃ τοὺς φονευθέντας ὁ Ἀντίοχος, λέγων· «Ἀπορῶ πότερον χρὴ αὐτοὺς ὀνομάσαι, Ἀγγέλους ἢ ἀνθρώπους; Ἐξ ἁπαλῶν γὰρ ὀνύχων ἔλαβον τὸν γλυκὺν ζυγὸν τοῦ Κυρίου. Καὶ οἱ πλείονες ἦτον πλήρεις ἡμερῶν, ταπεινοί, πρᾷοι, τίμιοι, ἄμεμπτοι, εὐλαβεῖς, ἀλλότριοι πάσης κακουργίας καὶ μέμψεως. Πάσαις ταῖς ἀρεταῖς κεκοσμημένοι, καὶ θεϊκῶν χαρισμάτων πεπληρωμένοι. Τινὲς δὲ ἦτον ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἔτη. Δὲν ἐξήρχοντο ἀπὸ τὴν Λαύραν, οὔτε εἰς τὸ κάστρον (τῶν Ἱεροσολύμων) ἀπήρχοντο. Ὄντως οὐράνιοι ἄνθρωποι, καὶ ἐπίγειοι Ἄγγελοι. Ἰσμαηλῖται δὲ ἦτον οἱ αὐτοὺς φονεύσαντες. Ὅταν δὲ ἐπλησίασαν εἰς τὴν Λαύραν, τινὲς μὲν Μοναχοί, ἔφυγον, τινὲς δέ, ἔμειναν· ὅσοι δηλαδὴ ἦτον δυνατώτεροι καὶ νεώτεροι». Ἄλλοι δὲ φαίνονται νὰ ᾖναι οὗτοι ἀπὸ τοὺς ἑορταζομένους κατὰ τὴν δεκάτην ἕκτην τοῦ Μαΐου, καὶ ὅρα ἐκεῖ.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν.

Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν. (39)   

Όταν κανείς λέει ο Μέγας Αντώνιος, τα θρησκευτικά σου καθήκοντα, μην υψώνεις τον εαυτό σου. Θρησκευτικά καθήκοντα είναι κυρίως η λατρεία, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, αλλά και η προσωπική ζωή, δηλαδή ο κανόνας, η νηστεία, η άσκησις εν γένει όλων των αρετών. Όσον αφορά την προσευχή, πρέπει να την κάνουμε με ταπεινοφροσύνη και με τη συνείδηση ότι είμεθα αμαρτωλοί. Όχι επιδεικτικά ώστε να μας βλέπουν οι άλλοι. Εάν κάποιος έχει δάκρυα δεν πρέπει να ακούγεται στο πλαϊνό κελί. Διαφορετικά, σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει στην ψυχή του. Πρέπει να προσέχουμε τη σχέση μας με τους ανθρώπους, διότι στις δημόσιες σχέσεις μας δεν κρινόμεθα  τόσο από τα ελατήριά μας, όσο από τη στάση μας και από τους άλλους. Όταν λοιπόν λέγει μη έπαιρε σεαυτόν κατά τη λατρεία του μοναστηριού και κατά τα κοινά της σκήτης ,εννοεί να είσαι άνθρωπος ισορροπημένος. Όταν κάποιος στην εκκλησία σκύβει το κεφάλι του δήθεν από ταπείνωση, ενώ κανείς άλλος δεν το σκύβει, αυτό δεν είναι ταπείνωσις, αλλά ο μεγαλύτερος εγωισμός. Η δημόσια λατρεία έχει εκδηλώσεις και λόγια όμοια. Με τις ίδιες λέξεις και με τον ίδιο τρόπο λατρεύουμε τον Θεόν. Αν, λόγου χάρη, θέλεις να κάνεις βαθιά μετάνοια, όταν πάς στο κελλάκι σου κάνε 1000 μετάνοιες, κανείς δεν σε εμποδίζει. Η λατρεία όμως δεν είναι τόπος για να εκδηλώσεις τη δική σου ευσέβεια ̇   είναι τόπος στον οποίο ζει η κοινότητα, όχι το εγώ σου. Γενικώς πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις δημόσιες σχέσεις μας και μάλιστα στο ναό. Η  ψαλμωδία μας, η συμμετοχή μας, οι μετάνοιες μας, οι κινήσεις μας, όλα θα είναι δημόσια , δηλαδή όπως τα κάνει όλος ο δήμος, όλη η λατρευτική μας σύνάξις. Αυτό δεν σημαίνει ότι , εάν οι άλλοι μιλούν στην εκκλησία πρέπει να μιλήσω και εγώ. Το να μη μιλώ είναι κανών  της εκκλησίας.  ‘Οποιος μιλάει είναι παραβάτης, υπεραίρει τον εαυτό του ,ή το συνηθέστερο είναι ανισόρροπος ή μειονεκτικός ,πονεμένος άνθρωπος. Στην δημόσια ζωή φαίνεται η ψυχική ισορροπία του ανθρώπου.

 Ας αναφέρουμε ακόμα ένα παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια της λατρείας το φυσικό είναι να στεκόμαστε όρθιοι. Εάν οι άλλοι κάθονται, δεν θα καθίσω και εγώ. Πιθανόν κάποιος να είναι άρρωστος, ή το πιθανότερο, οι άλλοι να είναι ράθυμες ψυχές, και μάλιστα όταν η λατρεία είναι σύντομη. Όταν ο εσπερινός είναι 45 λεπτά και η πρωινή ακολουθία δυόμισι ώρες, δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι; Πρέπει ή τα  μυαλά μας να μην λειτουργούν σωστά, ή να είμαστε ξεβιδωμένοι από τη διάχυση της προσωπικότητάς μας. Διότι η κούρασης ως επί το πλείστον δεν είναι θέμα εργασίας αλλά ψυχικής ατονίας. Όποίοι κάθονται συνήθως είναι ψυχικά άρρωστοι. Ελάχιστοι είναι οι σωματικοί λόγοι για τους οποίους χρειάζεται κανείς να καθίσει. Αλλά τον ψυχικά άρρωστο ότι και να του κάνεις, και γλυκά να του δίνεις, και με το φτερό να του κάνεις αέρα, δεν θα τον ανακουφίσεις. Δεν θα καθίσω λοιπόν και εγώ, επειδή οι αδελφοί μου είναι ανισόρροποι. Αντιθέτως, με την ορθοστασία μου πρέπει να υπενθυμίζω στους άλλους ότι είμαστε άγγελοι και συμπροσευχόμεθα ως άγγελοι. Όταν όλοι οι άγιοι και οι άγγελοι ίστανται  με τρόμο και φόβο επάνω από το θυσιαστήριο, είναι ακατανόητο εμείς να καθομαστε. Βέβαια, στο μοναστήρι έχουμε τη μακροθυμία, την χρηστότητα και την επιείκεια να μην προσβάλλουμε τον άλλον. Θέλει να καθίσει; ας καθίσει. Θέλει να μιλήσει; δεν τον βγάζουμε έξω. Θέλει να φάει λάδι; του το δίνουμε δεν θα του θυμίζουμε κάθε μέρα ότι αυτό που κάνει είναι αμαρτία, διότι θα αντιδράσει χειρότερα. Γενικώς είμεθα συγκαταβατικοί. Αλλά, όποιος θέλει να εκτελεί εν ελευθερία τα θρησκευτικά του καθήκοντα, δεν θα επαίρει τον εαυτό του. Ο άγιος δεν λέγει να μην αμαρτάνει ̇ αυτό το οφείλουμε. Όποιος όμως καθίσει επειδή κάθονται οι άλλοι , τότε αμαρτάνει στον Θεόν, έστω και εν αγνοία του.

Γενικότερα, θρησκευτικά καθήκοντα είναι οι κοινωνικές σχέσεις των μοναχών, κυρίως στο διακόνημα. Η έπαρσις του εαυτού μας φαίνεται στη συμφωνία ή διαφωνία μας με τον άλλον, όταν θέλουμε να εκφράζουμε τον εαυτό μας. Στο διακόνημα ως επί το πλείστον, αλλά και σε όλες τις εκδηλώσεις, όποιος επιμένει στη γνώμη του, και σωστή να είναι,  επαίρει εαυτόν, υψώνει τη δική του μύτη. Ποτέ  άνθρωπος ομαλός ψυχικά και πνευματικά δεν επιμένει στη γνώμη του. Θα την εκφράσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη φανεί καν, ότι είναι γνώμη. Μέσα στη συζήτηση, παραδείγματος χάριν, θα πλέξει και το δικό του σωστό̇  και αν το καταλάβει ο άλλος, καλώς̇ αν δεν το καταλάβει ,δεν πειράζει. Στο διακόνημα λοιπόν και στις συζητήσεις, που συνιστούν θρησκευτική και κοινωνική βίωση, πρέπει να μην επαίρνουμε τον εαυτό μας. Εκεί χρειάζεται πολύ περισσότερο να ελέγχουμε τον εαυτό μας μήπως ,όταν οι άλλοι δεν κάνουν αυτό που θέλουμε εμείς, όταν δεν αναγνωρίζουν το σωστό, εμείς πληγωνόμαστε, στεναχωριόμαστε, μας κοστίζει. Συμβαίνει, λόγου χάριν, κάτι που πραγματικά δεν θα τιμήσει το μοναστήρι, αλλά έτσι το θέλουν οι αδελφοί μου. Τότε θα υποχωρήσω, διότι το μοναστήρι δεν είναι ο κόσμος του χωριού μου ή της πόλεως μου, αλλά οι αδελφοί μου. Αφού οι αδελφοί μου θέλουν έτσι, έτσι θα το κάνουμε. Το πολύ πολύ να το πούμε στο γέροντα, και ο  γέροντας, αν θέλει ας προλάβει το κακό .Λέγοντας τη γνώμη μας  ή υποφέροντας διότι δεν γίνεται σωστό ,δεν κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να επαίρουμε τον εαυτό μας. Και τότε το διακόνημά μας  ή οι μετάνοιες στην εκκλησία ή το σκύψιμο του κεφαλιού δεν φθάνουν στον ουρανό. Αυτά είναι φαρισαϊκές εκδηλώσεις̇  και εμείς είμεθα κάθε στιγμή μέσα στο ναό, γιατί ναός δεν είναι μόνο ο συγκεκριμένος ναός, αλλά όλο το μοναστήρι.

ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

ΑΡΧΜ.ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ (ΣΕΛ 92-95)


ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

 

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

 ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ

   

ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΥΧΑΪΤΩΝ.

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος βαρύς. Νεύσει σου.
Κλίνη με ῥαθυμίας, ἀνακείμενον Κόρη, ἁμαρτιῶν πολυτρόπων, αὑτῇ ἐξανάστησον, ῥῶσιν θείαν βραβεύουσα˙ ὅπως Πάναγνε δοξάζω, μεγαλείᾳ τά σά ὡς ὄντως ὑπερένδοξε.

Ίἄσαι τῆς ψυχῆς μου, τήν συντριβήν Θεοτόκε, ἐχθρός ἤν ἐσπάραξε, τῆς ἡδονῆς τῷ δελέατι, θείοις φαρμάκοις χρωμένῃ, τῆς σής εὐσπλαγχνίας ἁγνῇ καί δυνάμεως.

Στήσον τάς καταιγίδας, τῶν ἡδονῶν καί παθών μου, τῆ αὔρα τῆς θείας σου πρεσβείας παναμώμητε˙ ὅπως ἐν γαλήνῃ καρδίας σου δοξολογώ τήν ἀνείκαστον δύναμιν.

Δόξα τῆς οἰκουμένης, δεδοξασμένῃ Παρθένε, Θεόν ὑπερένδοξε ἐνδόξως ἡ γεννήσασα, δόξης ἀξίωσον θείας, τούς ὡς Θεοτόκον ἀεί σε δοξάζοντας.

ᾨδὴ γ’. Ὁ κατ’ ἀρχάς τούς οὐρανούς.
Ὁ Ιωσήφ κεκρατηκώς, τῆς ἀκολάστου Δεσποίνης, τήν ἀθέσμων πάλαι ἡδονῶν, λαμπρός βασιλεύς Αἰγύπτου γέγονεν˙ ἐγώ δε σώματος πολλοῖς, πάθεσιν εἴξας ἀφρόνως, ὑπό ἁμαρτίας βασιλεύομαι.

Θεογεννήτορ Μαριάμ, τῆς νοητῆς με Αἰγύπτου, καί δουλείας τῆς τοῦ πονηροῦ, ἐξάρπασον σύ θαλάσσας τέμνουσα, τῶν πονηρῶν μου ἐννοιῶν, καί ὄρει τῆς μετανοίας, ἐνδιαβιβάζουσα καί σῴζουσα.

Δραπέτης θείων ἐντολῶν, ἄφρονι νώ ἐγενόμην, καί ὑπῆρξα δοῦλος ἡδονών˙ δι’ ὤν τῆς ψυχῆς τό κάλλος ἔσβεσα, καί ἡμαυρώθην αγαθή˙ μεσίτης δε μι φανεῖσα, σύ ἀντιποιήθητι τοῦ δούλου σου.

Μεμολυσμένος ἡδοναῖς, σε τήν ἀμόλυντον Κόρην, ἱκετεύω ρύσαί με παντός, σαρκός μολυσμοῦ καί καθαρτήριον, πένθος μοι δός διηνεκές, καί τῆς φλογός τῆς γεέννης, δάκρυον σβεστήριον παράσχου μοι.

ᾨδὴ δ’’. Ὁ πατρικούς κόλπους.
Τἤν ἐκλεκτήν μόνην ἐκ πασῶν, τῶν γενεῶν πρό πάσης κτίσεως Θεώ˙ τό τῆς φύσεως καλλώπισμα, τό ἄνθος τό τίμιον, τήν Παρθένον Κόρην ὑμνήσωμεν.

Ὁ φωτισμός καί ὁ γλυκασμός, τῶν πεποιθότων ἐπί σοι Πανύμνητε, χαρμονῆς τήν πολυώδυνον καρδίαν μου πλήρωσον, τελειώσασα αὑτῆς τά αἰτήματα.

Τἤν σήν ῥοπήν δεῖξον ἀγαθή, ἐπί τόν δοῦλον σου ἡ ἁγνῇ Πανάμωμε, τόν ἐλπίζοντα εἰς σε ἐκ ψυχῆς, καί σε προσκαλούμενον, τήν ἐλπίδα πάντων καί καύχημα.

Νύμφη Θεοῦ πρόσδεξαι ἐμοῦ, τάς ἱκεσίας καί ἐκ πάσης θλίψεως, ἐπηρείας καί κακώσεως, καί κινδύνων λύτρωσαι, τόν ὑμνοῦντα πόθῳ τόν τόκον σου.

ᾨδὴ ἕ’. Κύριε ὁ Θεός μου.
Νοὑν τόν εκσορπισμένον, τόν ἐμόν συνάγαγε Θεοτόκε, καί βλέπειν με ποίησον τά οἰκεία τραύματα, καί θρηνεῖν καί στένειν ἐν τούτοις, τῶν δε ἀλλοτρίων ἀπέχεσθαι.

Ὁμβρισόν μοι ῥανίδα, συμπαθείας Κόρη Θεοκυήτορ, καί τάς ἁμαρτίας μου τάς πολλάς ἐξάλειψον, καί τῶν πληγῶν οὐλάς τε καί τύπους, ἰατρόν τεκοῦσα ἀφάνισον.

Ἤλιον ἡ τεκοῦσα, τῆς δικαιοσύνης κούφη νεφέλη, τά νέφη διάλυσον τά τῆς ῥαθυμίας μου, καί πρός μετάνοιαν αἰθρίαν, δία προθυμίας με ἴθυνον.

Ἆνώ τῆς διανοίας, ἐπί σε τό ὄμμα ἤρα καί κράζω˙ ἐλέησον Δέσποινα, ψυχήν πρός σε βλέπουσαν˙ καί εἰς τό μέγα σου ἔλεος ἐλπίζουσαν.

ᾨδὴ στ’. Ναυτιῶν τῷ σάλω.
Ναυαγίω μέσον, περιπεπτωκώς τοῦ πελάγους, τοῦ βίου κατέδυσα τήν ὁλκάδα, τήν ψυχικήν ἁγνή καί προσαπώλεσα, πᾶσαν τῶν καλῶν τήν ευπορίαν˙ ἀλλ’ ἐξ ἀπωλείας με βυθοῦ ἀνάγαγε.

Νοητού θηρός με, κήτους ψυχοφθόρου Παρθένε, ἐξάγαγε δόομαι, ἐκ κοιλίας ᾄδου κραυγῆς μου, ἀκούσασα Δέσποινα, καί ἔλθοι πρός σε ἡ προσευχῇ μου˙ ὅσα τε ηὐξάμην ἀγαθῇ ἀπόδος μοι.

Ἕμβολαίς πταισμάτων, καί ταῖς προσβολαῖς τῶν κυμάτων, τοῦ βίου χειμάζει με καί στροβεῖ με, ἀλλεπαλλήλων ἀνέμων αντίπνοια˙ ῥῦσαι κυβερνήτου Θεοῦ Μήτερ,εκ θανατηφόρου τήν ψυχήν μου κλύδωνος.

Σκοτεινήν τοῦ ᾄδου γῆν τήν γνοφεράν καί ζοφώδη˙ γῆν σκότους ὡς γέγραπται αἰωνίου, καί ἀφεγγῆ ἐν ἤ φέγγος οὑκ ἔστιν οράν˙ καί ζωήν βροτῶν ἐκεῖ ἰδέσθαι, Δέσποινα ἐλπίζων ἐπί σε μή ἴδοιμι.

Κάθισμα. 

Αὐτόμελον.
Ἀσπόρως συνέλαβες ἐν μήτρᾳ σου Παρθένε Θεοτόκε, τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός˙ ὀν ἀπαύστως ἱκέτευε, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

ᾨδὴ ζ’. Κάμινον παῖδες.
Ὅμβροις δακρύων κατάρδευσον Κόρη, τήν χερσωθείσαν καρδίαν μου, καί τῆς ψυχῆς μου τάς αὔλακας μέθυσον, δία κατανύξεως, ἀρετῶν τά γεννήματα πληθύνουσα.

Νύκτα καθάπερ, παρῆλθον τόν βίον, ἔργα νυκτός ἐργαζόμενος, ὁ σκοτεινός τήν ψυχήν, ἀλλά φώτισον φωτί με πρεσβειών σου, ἡ τεκοῦσα τό θεῖον φώς Πανύμνητε.

Ὁρμαῖς ἀσχέτοις, πρός τήν ἁμαρτίαν, ὐποσυρόμενος πάντοτε, καθάπερ δοῦλος ἐκτελῶ τό πρόσταγμα, τῆς σαρκός Πανάχραντε, τῆς πικρᾶς τυραννίδος ταύτης ῥῦσαι με.

Ποικιλοτρόπως ὁ δόλιος ὄφις, ἀεί ἐμοί ἐπιτίθεται, ἐν ἡδοναῖς τε καί λύπαις ταράσσων με˙ ἀλλά σύ στερέωσον, ἐπί πέτραν ἁγνῇ τῆς ἀπαθείας με.

ᾨδὴ ἡ’. Ἄφλεκτος πυρί.
Σἕ τό καθαρόν καί λαμπρόν καί φωτοφόρον, τοῦ Ἰησοῦ παλάτιον, καί λογικόν τοῦ Λόγου σκήνωμα˙ τήν ἔμψυχον κιβωτόν, τήν πλατυτέραν οὐρανοῦ, καί ἀνωτέραν τῆς γῆς πάντιμε Κόρη, ὑπέραγνε Μαρία, ἱκετεύω σῶσον τήν ταπεινήν ψυχήν μου.

Δὦρον παρ’ ἡμῶν ἡ δοθεῖσα τῷ Δεσπότῃ, ὡς ἀπαρχῇ τῆς φύσεως, τάς ἱκεσίας ἡμῶν Πάναγνε, προσδέχου δῶρα τερπνά, ἀντιπαρέχουσα ἡμῖν τήν σήν βοήθειαν˙ ὅπως ἐν πίστει καί πόθῳ προσκυνῶμεν, σε καί τόν Υἱόν σου εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ὗπό τῆς αὑτοῦ ὁ Υἱός σου Θεοτόκε, ὡς ἀγαθός καμπτόμενος, φιλανθρωπίας σε παρέσχετο, βοήθειαν κατ’ ἐχθρῶν, καί ἰατρεῖον τῶν παθών, τοῖς πίστει κράζουσι˙ πάντα τά ἔργα τόν Κύριον ὑμνεῖτε, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Φάνηθί μοι νῦν ἐν κινδύνοις προστασία, ἐν συμφοραῖς ἀνάψυξις, ἐν περιστάσεσι βοήθεια, ἐν νόσοις παντοδαπαῖς ἰαματόβρυτος πηγή, καί θεραπείᾳ παθών, πᾶσαν διώκουσα βλάβην ἐξ ἐμοῦ Θεοτόκε, ἶνα σε δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ὁ Εἱρμός.
Ἄφλεκτος πυρί ἐν Σινᾶ προσομιλοῦσα, βάτος Θεόν ἐγνώρισε, τῷ βραδυγλώσσῳ, καί δυσήχῳ Μωϋσεί˙ καί παῖδας ζῆλος Θεοῦ τρεῖς ἀναλώτους τῷ πυρί ὑμνῳδούς, έδειξε˙ πάντα τά ἔργα Κυρίου, τόν Κύριον ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Μή τῆς φθοράς.
Μἡ συληθεῖσα τόν πλοῦτον τῆς παρθενίας σου, Μήτηρ σαρκί ἀνεδείχθης τοῦ Παντοκράτορος, νύμφη ἀπείρανδρε, Παρθένε Θεοτόκε, ἐκτρέφουσα ὡς βρέφος, τόν τρέφοντα ὡς πλάστην, πάντα κόσμον καί ἁγιάζοντα.

Ἡ τοῦ ἀδύτου ἠλίου τῆς δόξης πάμφωτε, ἀνατολῇ ἐξ ἦς πάντες ὐπερηυγάσθημεν, φέγγει τῆς γνώσεως τῆς θείας ἀληθείας, Κυριώνυμε Κόρη, φώς τῶν ἐμῶν ὀμμάτων, μή παρίδῃς με τόν ἱκέτην σου.

Φιλαμαρτήμων ὑπάρχων, τρέμω καί δέδοικα μήπως ἐξαίφνης, τό τέλος τοῦ βίου φθάσῃ με, ἄχραντε Δέσποινα, ἡ πάντων προστασίᾳ, τῶν καταπονουμένων, τρόποις με μετανοίας, βελτιώσαι νῦν παρακλήθητι.

Ἀμαρτίων με τῷ κρύει καταπηγνύμενον, τῆς εὐσπλαγχνίας σου θέρμη Δέσποινα θέρμανον, καί πρός ἀγάπησιν, θερμήν τήν τοῦ Υἱοῦ σου, διέγειρον ὡς ἀν σε θερμῇ τῆ διαθέσει, μεγαλύνω θερμῶς ὁ δοῦλος σου.

Προσόμοια. 

Οὑκ ἔτι κωλυόμεθα.
Χαἶρε ἡ θείᾳ σκέπῃ καί προστασία τῶν τιμώντων σε, ὡς Ὑψίστου Θεοῦ Μητέρα, χαῖρε πανάσπιλε.

Χαἶρε δι’ ἦς, ὁ ᾄδῃς ἀπενεκρώθη, καί ὁ θάνατος ἠφανίσθη Θεογεννήτορ, καί ὁ Ἀδάμ σέσωσται.

Χαἶρε πιστῶν τό καύχημα Παναγία, χαῖρε Δέσποινα ἡ Θεόν σωματωθέντα σαρκί κυήσασα.

Στενάζοντά με δέξαι ὡς ἐλεήμων, καί ἐλέησον ὡς τόν τελώνην ταῖς τῆς Μητρός σου λιταῖς.

  


 

Τρία είναι τα αίτια της αγάπης των χρημάτων

17. Τρία είναι τα αίτια της αγάπης των χρημάτων, η φιληδονία, η κενοδοξία και η απιστία. Η απιστία είναι χειρότερη από τα άλλα δύο. 

 18. Ο φιλήδονος αγαπά τα χρήματα για να ζει με απολαύσεις. Ο κενόδοξος για να δοξαστεί με αυτά, και ο άπιστος για να τα κρύψει και να τα φυλάξει, επειδή φοβάται πείνα, γηρατειά, ασθένεια ή ξενιτεμό, και ελπίζει πιο πολύ στα χρήματα, παρά στο Θεό, το Δημιουργό όλης της κτίσεως που προνοεί και για τα πιο μικρά όντα.  

19. Τέσσερις είναι εκείνοι που μαζεύουν χρήματα. οι τρεις που αναφέραμε, και τέταρτος ο οικονομικός (αυτός που οικονομεί τις ανάγκες των άλλων). Κι αυτός μόνο είναι φανερό ότι τα μαζεύει ορθά, για να βοηθεί πάντοτε καθένα στις ανάγκες του. 

Τρίτη Εκατοντάδα Κεφαλαίων 

Περί Αγάπης  

ΑΓΙΟΙ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑ

 


ΑΓΙΟΙ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑ
ΠΗΓΉ:ΕΔΩ
Ο Χρύσανθος ήταν γιος επιφανούς άρχοντος της Αλεξανδρείας, του συγκλητικού Πολέμωνος, ο οποίος μετέβη και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Νουμεριανού (283-284). Αφού περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ο Χρύσανθος άρχισε να μελετά τη φιλοσοφία. Η ανθρώπινη σοφία, όμως, δεν τον ικανοποιούσε και ανακάλυψε τότε το Ευαγγέλιο, το βιβλίο της ενυπόστατης Σοφίας. Οδηγημένος από τη θεία Πρόνοια, βρήκε γρήγορα τον οδηγό που αναζητούσε στο πρόσωπο του ιερέα Καρποφόρου, ο οποίος κρυβόταν σε σπήλαιο εξαιτίας του διωγμού. Ο Χρύσανθος κατηχήθηκε από αυτόν στα μυστήρια της Πίστεως και αναγεννήθηκε με το άγιο Βάπτισμα. Επιστρέφοντας στην πόλη επτά ημέρες αργότερα, άρχισε να κηρύττει τον Χριστό προς μεγάλη αναστάτωση των γονέων του. Ο Πολέμων δοκίμασε αρχικά να τον πείσει να αλλάξει γνώμη, υποσχόμενος απολαύσεις και πλούτη· καθώς οι υποσχέσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, τον έκλεισε σε ένα σκοτεινό κελλί, ελπίζοντας ότι θα κατορθώσει να κάμψει την αποφασιστικότητα του γιού του διά της πείνας.

Βλέποντας όμως τον γιο του να δυναμώνει με τη νηστεία και τον εγκλεισμό, κατά συμβουλή ενός φίλου, τον εγκατέστησε σε ένα δωμάτιο με υπέροχη διακόσμηση και έστειλε εκεί ωραίες νέες να τον βάλουν σε πειρασμό με φιλιά και θωπείες. Παρ’ όλα αυτά, ο Χρύσανθος έμενε αναίσθητος στα θέλγητρά τους, επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού και ενθυμούμενος το παράδειγμα της αγνείας του πατριάρχου Ιωσήφ (πρβλ. Γεν. 39). Έτσι, κάθε φορά που τον πλησίαζαν οι άσεμνες κοπέλες, έπεφταν σε λήθαργο. Συνέστησε τότε στον Πολέμωνα μια νεαρή και όμορφη κόρη που καταγόταν από την Αθήνα, άκρως ικανή περί τη φιλοσοφία, ονόματι Δαρεία. Την παρουσίασαν στον Χρύσανθο στολισμένη υπέροχα και εκείνη επιχείρησε να τον παρασύρει στα δίχτυα των θελκτικών λόγων της. Ο Χρύσανθος τής απάντησε παρουσιάζοντάς της την προοπτική του θανάτου και της τελικής Κρίσης. Έπειτα, καθώς δοκίμαζε να του θυμίσει την τιμή που οφείλεται στους θεούς, ο αληθινός και φωτισμένος φιλόσοφος αντέκρουσε τα επιχειρήματά της χωρίς δυσκολία, δείχνοντάς της ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο από τη λατρεία των φυσικών στοιχείων, της γης, των υδάτων, του πυρός, ιδίως όταν τους αποδίδεται και ανθρώπινη μορφή. Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Δαρεία, ασπάσθηκε και εκείνη την αληθινή σοφία και αποφάσισαν να προσποιηθούν γάμο, ώστε να ζήσουν εν παρθενία μέχρι την τελευτή τους, ετοιμαζόμενοι για αγνούς και άφθαρτους γάμους στον Ουρανό. Ύστερα, άρχισαν να κηρύττουν ένθερμα την Πίστη στους νέους και τις νέες στη Ρώμη, πείθοντας ορισμένους να φυλάξουν την καθαρότητά τους για τον Θεό.

Οι ειδωλολάτρες θορυβήθηκαν και τους κατήγγειλαν στον έπαρχο Κελλερίνο, ο οποίος διέταξε τη σύλληψή τους και παρέδωσε τον Χρύσανθο στον τριβούνο Κλαύδιο. Όταν οδηγήθηκε στον βωμό του Διός, ο άγιος Μάρτυρας αρνήθηκε να θυσιάσει, οπότε τον έδεσαν με βούνευρα βρεγμένα στο νερό, που στεγνώνοντας εισέδυαν αργά-αργά βαθειά στις σάρκες έως το κόκαλο. Ο Θεός όμως τον διαφύλαξε σώο θαυματουργικά και από αυτό και από άλλα μαρτύρια που επινόησαν προς αυτόν οι τύραννοι. Τον έριξαν σε σκοτεινή φυλακή, που αμέσως καταυγάσθηκε από θείο φως. Τον χτύπησαν με ραβδιά, που φάνηκαν στον άγιο σαν φτερά να τον χαϊδεύουν στοργικά. Ο Κλαύδιος τότε αναγνώρισε τη δύναμη του Θεού, μαζί με όλη του την οικογένεια, τη γυναίκα του Ιλαρία, τους γιους του Ιάσονα και Μαύρο, καθώς και τους στρατιώτες που ήσαν υπό τις διαταγές του, και ζήτησε από τον άγιο να τους κατηχήσει. Ετοιμάσθηκαν να βαπτισθούν διακηρύττοντας ότι ήσαν πρόθυμοι να υποστούν κάθε μαρτύριο για το Όνομα του Χριστού.

Όταν το πληροφορήθηκε ο Νουμεριανός, διέταξε εξοργισμένος να ρίξουν τον Κλαύδιο στη θάλασσα με μια πέτρα δεμένη στον λαιμό και να αποκεφαλίσουν τους γιους του και τους στρατιώτες. Χριστιανοί εναπέθεσαν τα σώματα των αγίων Μαρτύρων σε ένα υπόγειο, κοντά στην οδό Σαλαρίας, όπου η Ιλαρία εγκαταστάθηκε για να ανάβει το καντήλι και να προσεύχεται στους τάφους τους. Όταν πήγαν στρατιώτες να τη συλλάβουν, τους ζήτησε να την αφήσουν μια τελευταία φορά να προσευχηθεί στους τάφους των αγίων Μαρτύρων, όπου και παρέδωσε ξαφνικά τη ψυχή της στον Κύριο. Οι υπηρέτριές της την ενταφίασαν εκεί και οικοδόμησαν αργότερα ένα ναΰδριο.

Φοβούμενος ότι οι μεταστροφές θα πολλαπλασιάζονταν, ο αυτοκράτορας έκλεισε τον Χρύσανθο στη φρικτή, δυσώδη και γεμάτες ακαθαρσίες φυλακή της Μαμερτίνης και έστειλε τη Δαρεία σε πορνοστάσιο. Ο Κύριος όμως επισκέφθηκε γι’ ακόμα μια φορά τους αγίους Του· περιέβαλε τον Χρύσανθο με άρρητο φως και ευωδία, ενώ στη Δαρεία έστειλε ένα λιοντάρι να τη διαφυλάξει από αναίσχυντες επιθέσεις. Η αγία εμπόδισε το λιοντάρι να κατασπαράξει τον πρώτο ασεβή που έφτασε, τον οποίο με γλυκύτητα κατάφερε να ασπασθεί την Πίστη του Χριστού, κάνοντας έκκληση στη λογική του, ενώ το λιοντάρι φύλαγε στην πόρτα. Κάποιους άλλους τους έφερε το λιοντάρι και μετανόησαν κι εκείνοι ακούγοντας τους λόγους της. Μετά από αυτό, καθώς ο Κελλερίνος έβαλε φωτιά στην είσοδο, η Δαρεία εξαπέστειλε το λιοντάρι στο δάσος και ετοιμάσθηκε για τον έσχατο αγώνα.

Ο Χρύσανθος και η Δαρεία υποβλήθηκαν σε νέα μαρτύρια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τους έριξαν τελικά στον λάκκο, που σκέπασαν με πέτρες και χώματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ετελειώθησαν μαρτυρικώς και κέρδισαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Τον επόμενο χρόνο, καθώς οι χριστιανοί συναθροίσθηκαν επί τόπου για τη μνήμη της γέννησής τους στους Ουρανούς, ο Νουμεριανός διέταξε να φράξουν την είσοδο του σπηλαίου μέσα στο οποίο είχαν συναχθεί για τη θεία Λειτουργία, που τελούσαν ο ιερέας Διόδωρος και ο διάκονος Μαριανός. Όλοι τους κοινώνησαν των αχράντων Μυστηρίων, την ώρα που οι στρατιώτες έριξαν σωρούς χωμάτων μέσα στη σπηλιά. Έτσι, όλοι τους πήγαν να ανταμώσουν στην αιώνια χαρά τον Χρύσανθο, τη Δαρεία και τους συναθλητές τους.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος)
σελ. 179–181·
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Δημοφιλείς αναρτήσεις