Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η Κοίμησις της Θεοτόκου - Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής

 

Η Κοίμησις της Θεοτόκου 
Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής

Τώρα με την Χάριν της θα ομιλήσωμε περί της εξόδου και της Μεταστάσεως αυτής από τον παρόντα κόσμον εις την αιώνιον Βασιλείαν του Υιού της. Είναι όντως φαιδρά και χαρμόσυνος για την ακοήν των φιλοθέων η τοιαύτη διήγησις.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν. 
Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν. 
Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου. 
Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου ( Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13). 
Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». 
Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν. 
Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι -καὶ τώρα- κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38). 
Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον. 
Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς. 
Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών. 
Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴν καὶ Θεολόγον Ἰωάννην, καθ’ ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἰδῆ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει δι’ υἱοθεσίας. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη καθὼς τὸν εἶδε ἐχάρη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐζήτησε νὰ προσευχηθοῦν. 
Μετὰ τὴν εὐχὴν ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνεκοίνωσε εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ εἰς τὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένους τὸ νέον μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσίν της καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδον τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον παρέλαβε ἀπὸ αὐτόν. 
Παρήγγειλε νὰ ἑτοιμάσουν τὸν οἶκον της, νὰ ἀνάψουν λαμπάδες καὶ νὰ θυμιάσουν, διότι τὸν εἶχε ἤδη διακοσμήσει ὡς ἄλλον νυμφικὸν θάλαμον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὑπεδέχετο τὸν ἀθάνατον Νυμφίον, τὸν παντευλόγητον Υἱόν της, τὸν ὁποῖον προσδοκοῦσε μὲ μίαν ἀκατάσχετον ἐλπίδα. Ὅταν ὅλα ἐτακτοποιήθησαν, ἐγνωστοποίησε εἰς τοὺς συνοδοὺς καὶ τοὺς γνωστούς της τὸ ἐπικείμενον μυστήριον τῆς Μεταστάσεώς της καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως τὴν περιεκύκλωσαν κλαίοντας καὶ θρηνώντας γιὰ τὸν ἀποχωρισμόν τους, καθ’ ὅτι μετὰ Θεὸν αὐτὴν εἶχαν ἐλπίδα καὶ βοήθειαν. 
Ἡ ἀδελφή τους ὅμως, ἡ Θεομήτωρ καὶ Βασίλισσα, τοὺς παρηγοροῦσε ἕναν ἕναν χωριστὰ καὶ ὅλους μαζὶ καὶ τοὺς ἀπηύθηνε ἕνα συγκινητικὸν χαιρετισμὸν λέγουσα: «Χαίρετε, τέκνα μου εὐλογημένα καὶ μὴ κάμετε τὴν μετάστασίν μου ἀφορμὴν θρήνου, ἀλλὰ πλησθῆτε ἀγαλλιάσεως, διότι ἔρχεται ἡ αἰώνιος εὐφροσύνη, ὁ Κύριός μου καὶ Υἱός μου καὶ ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεός του θὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας». 
Ἐκοίταξε ἔπειτα τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην καὶ τοῦ εἶπε νὰ δώση τὴν ἐσθῆτα καὶ τὸ μαφόριόν της εἰς τὶς δύο χῆρες οἱ ὁποῖες τὴν ὑπηρετοῦσαν. Ἐν συνεχείᾳ τοὺς ἐφανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς ἐκδημίας της καὶ τῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς θείας ἐπισκέψεως, καθὼς καὶ τὴν σημασίαν τοῦ κάθε γεγονότος. Ἔπειτα ἐκανόνισε τὰ τῆς κηδείας καὶ τοὺς παρήγγειλε πὼς νὰ τὴν μυρώσουν καθὼς καὶ ποῦ νὰ θάψουν τὸ πανάσπιλον σῶμα της. 
Μετὰ ταῦτα ἡ ἔνδοξος Θεομήτωρ ἀνεκλίθη εἰς ἕνα κράββατον, τὴν κλίνην ἐκείνην τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην νύκτα ἔλουζε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Υἱόν της Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν ἐλάμπρυνε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις αὐτῆς. Κατόπιν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες. Οἱ δὲ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι πιστοί, αἰσθανόμενοι ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας τῆς μητρὸς αὐτῶν Παναγίας Παρθένου, ἐξέσπασαν εἰς λυγμούς. 
Ἔπεσαν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἱκέτευαν νὰ μὴ τοὺς ἀφήση ὀρφανούς. Ἐὰν ὅμως ἦταν ἀναπόφευκτος ἡ ἀναχώρησίς της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, νὰ τοὺς συνοδεύη εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὴν Χάριν καὶ τὶς πρεσβεῖες της. Ἡ ἁγία Θεοτόκος ἤνοιξε τότε τὸ ἀμόλυντον καὶ καθαρώτατον στόμα της καὶ τοὺς εἶπε: «Ἡ εὐδοκία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου ἐπ’ ἐμέ⋅οὗτός μου Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν⋅Θεὸς τοῦ Πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν» ( Ἐξοδ. ιε΄, 2). Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ σάρκα ἐγεννήθη ἀπὸ ἐμέ, ὅμως πατὴρ αὐτοῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ δημιουργός. Γιὰ τοῦτο ποθῶ νὰ πορευθῶ πρὸς αὐτόν, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ εἰς πάντας τὸ εἶναι καὶ τὴν ζωήν. 
Παρ’ ὅλον δὲ ποὺ θὰ ὑπάγω ἐκεῖ πλησίον του, δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ καὶ νὰ πρεσβεύω ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν χριστιανῶν καὶ τοῦ κόσμου παντός, οὕτως ὥστε ὁ φιλάνθρωπος Κτίστης, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός του, νὰ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ τοὺς ἐνισχύη καὶ νὰ τοὺς καθοδηγῆ εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀληθινῆς ζωῆς· νὰ μεταστρέφη τοὺς ἀπίστους καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβη ὅλους εἰς μίαν ποίμνην (Ἰωάν., ι΄16), καθ’ ὅτι ὡς καλὸς Ποιμὴν ἔδωσε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων του, γνωρίζει δὲ τὰ ἰδικά του καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ αὐτά. 
Καὶ καθὼς ἡ ὑπερευλογημένη μήτηρ τοῦ Χριστοῦ τοιουτοτρόπως ὡμιλοῦσε καὶ συγχρόνως τοὺς εὐλογοῦσε, ἠκούσθη αἴφνης δυνατὴ βροντὴ καὶ ἐνεφανίσθη μία νεφέλη φερομένη ἀπὸ γαλήνιαν αὔρα. Ἀπὸ τὴν μεγαλειώδη αὐτὴν νεφέλην, ἤρχισαν νὰ πίπτουν εἰς τὴν γῆν ὡς σταγόνες μυριπνόου δρόσου οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μαθηταὶ καὶ Ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνερχόμενοι «ἐπὶ τὸ αὐτό» ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας. Ἀμέσως ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ Θεολόγος Ἰωάννης, ἀφοῦ τοὺς ὑπεδέχθη καὶ ἤρεμα τοὺς ἐχαιρέτισε, τοὺς ὡδήγησε ἐνώπιον τῆς ὑπεραγίας καὶ μακαρίας Παρθένου. 
Δὲν ἦλθαν μόνον οἱ δώδεκα, ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς πολυάριθμους μαθητάς των οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιλεγῆ καὶ ἀξιωθῆ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὅπως μᾶς τὸ δηλώνει ὁ μέγας Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολήν του. 
Λέγει, δηλαδή, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεον, τὸν Ἱερόθεον καὶ ἄλλους ὁμοψύχους των ἔφθασαν ἐκεῖ μὲ τοὺς Ἀποστόλους γιὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς Βασιλίσσης. Εἰσῆλθαν, λοιπόν, καὶ παρέστησαν ἐνώπιόν της καὶ τὴν προσεκύνησαν μετὰ δέους καὶ ἄκρας εὐλαβείας. Ἡ δὲ μακαρία καὶ Παναγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἀνήγγειλε τὴν ἀναχώρησίν της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν. 
Τοὺς διηγήθη ἐπίσης περὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς κοιμήσεώς της ἐκ μέρους τοῦ ἀρχαγγέλου, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδειξε τὸ ἐπινίκιον σύμβολον τῆς Μεταστάσεώς της, τὸν κλάδον δηλαδὴ τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον τῆς ἔδωσε ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ἐπαρηγόρησε καὶ πάλι τοὺς εὐλόγησε, ἐνισχύουσα καὶ στηρίζουσα αὐτοὺς εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. 
Ἀπεχαιρέτισε τὸν Πέτρον καὶ τὸν Παῦλον καθὼς καὶ ὅλους τοὺς λοιπούς, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «Χαίρετε τέκνα, φίλοι καὶ μαθηταὶ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου. Εἶσθε μακάριοι, ποὺ ἔχετε κριθῆ ἄξιοι νὰ γίνετε μαθηταὶ τοῦ εὐλογητοῦ καὶ ἐνδόξου Κυρίου καὶ Δεσπότου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν διακονίαν τοιούτων μεγίστων μυστηρίων καὶ σᾶς ἐξέλεξε συμμετόχους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν Παθῶν αὐτοῦ, γιὰ νὰ σᾶς ἀξιώση νὰ γίνετε κοινωνοὶ καὶ τῆς δόξης καὶ Βασιλείας του ὅπως σᾶς τὸ ὑπεσχέθη καὶ τὸ οἰκονόμησε ὁ ἴδιος, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης». 
Τοὺς ἐξέθεσε δὲ μίαν τοιαύτην εὐλογημένην διδασκαλίαν ἀνάλογον τοῦ ὕψους τῆς δόξης της καὶ ἀφοῦ ὥρισε τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες σχετικῶς μὲ τὴν κηδείαν καὶ τὴν ταφήν της, ὕψωσε τὰ χέρια εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἤρχισε νὰ εὐχαριστῆ τὸν Κύριον ὡς ἑξῆς:
«Εὐλογῶ σε, τὸν Βασιλέα τοῦ παντὸς καὶ μονογενῆ Υἱὸν τοῦ ἀνάρχου Πατρός, τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, διότι εὐδόκησες, εὐαρεστῶν τὸν Πατέρα δι’ ἄφατον φιλανθρωπίαν νὰ σαρκωθῆς ἀπὸ ἐμὲ τὴν δούλην σου μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Εὐλογῶ σε, τὸν χορηγὸν κάθε εὐλογίας καὶ φωτοπάροχον, τὸν αἴτιον παντὸς ἀγαθοῦ καὶ εἰρηνάρχην, ποὺ μᾶς ἐχάρισες τὴν ἐπίγνωσίν σου καὶ τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος. 
Εὐλογῶ σε, γιὰ τὸ ὅτι εὐηρεστήθης νὰ κατοικήσης εἰς τὴν κοιλίαν μου ἀνεκλαλήτως. 
Εὐλογῶ σε, διότι ἠγάπησες τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑπομείνης πρὸς χάριν μας τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασίν σου νὰ ἀναστήσης τὴν φύσιν μας ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδου, νὰ τὴν ἀναβιβάσης εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ τὴν δοξάσης μὲ δόξαν ἀσύλληπτον. 
Εὐλογῶ σε καὶ μεγαλύνω τοὺς λόγους σου, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέδωσες ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ καὶ πιστεύω εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν πρὸς ἐμὲ ἐπαγγελιῶν σου».
Ὅταν ἡ ἁγία καὶ ὑπερευλογημένη Θεοτόκος ἐτελείωσε τὸν αἶνον καὶ τὴν προσευχήν της, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, κινούμενοι ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν, νὰ ἀνυμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν, ὁ καθεὶς ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός του καὶ τοῦ θείου φωτισμοῦ. 
Ἐγκωμίασαν καὶ ἀνύμνησαν τὴν ἀπροσμέτρητον γενναιοδωρίαν τῆς θείας κυριαρχίας καὶ μὲ τὴν θαυμαστὴν θεολογίαν τους εὔφραναν τὴν καρδίαν τῆς ὑπερενδόξου Θεομήτορος, καθώς μᾶς παρέδωσε ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Διονύσιος εἰς τὸ κεφάλαιον ὅπου καταδεικνύει τὴν δύναμιν τῶν εὐχῶν καὶ τῆς θεολογίας ποὺ ἐξέφρασε πανευλαβῶς ὁ μακάριος Ἱερόθεος [Εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων: «Τίς ἡ τῆς εὐχῆς δύναμις καὶ περὶ τοῦ μακαρίου Ἱεροθέου καὶ περὶ εὐλαβείας καὶ συγγραφῆς θεολογικῆς», Ρ.G. 3, 681D]. 
Συγκεκριμένα, εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τοῦ λόγου του πρὸς τὸν Τιμόθεον, ἀναφέρει περὶ τῆς συναθροίσεως τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, καθὼς καὶ περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὁ καθείς, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διετράνωσε διὰ λόγων αἰνέσεως τὴν δόξαν τῆς ἀπειροδυνάμου θείας ἐξουσίας καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐδόκησε νὰ κατέλθη εἰς τὴν γῆν χωρὶς νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους καὶ νὰ σαρκωθῆ ἀπὸ τὴν πανάμωμον Παρθένον. 
Ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη, ἐπειδὴ ηὗρε τὴν Παναγίαν καὶ ὑπερένδοξον Μαριὰμ ὑπήκοον καὶ ὑψηλοτέραν πάσης τῆς κτίσεως· εὐδόκησε νὰ κατοικήση ἐντός της, ἐνεδύθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τοιουτοτρόπως ἠλέησε καὶ ἔσωσε τὸ ἀνθρώπινον γένος μὲ τὴν μεγαλειώδη καὶ ἀνέκφραστον Οἰκονομίαν του καὶ τὸ ἐδόξασε, πλουτίζων αὐτὸ μὲ τὴν Χάριν του ἕνεκα τῆς ἀνυπερβλήτου εὐσπλαγχνίας καὶ μακροθυμίας του. 
Μετὰ ταῦτα ἡ ἁγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε γιὰ μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ ἡ καρδία της ἐπλήσθη θείας παρηγορίας. Καὶ ἰδού, ἔλαβε χώραν ἡ μεγαλειώδης καὶ θαυμαστὴ ἄφιξις Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ αὐτῆς, συνοδευομένου ἀπὸ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλα τάγματα, Σεραφίμ, Χερουβὶμ καὶ Θρόνους⋅ὅλοι οἱ ἄγγελοι παρίσταντο ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μετὰ φόβου, καθ’ ὅσον «ὅπου βασιλέως παρουσία, καὶ ἡ τάξις παραγίγνεται». 
Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐγνώριζε ὅλα αὐτὰ ἐκ τῶν προτέρων, τὰ προσδοκοῦσε μὲ ἀκράδαντον ἐλπίδα⋅γιὰ τοῦτο ἔλεγε: «Πιστεύω ὅτι ὅλες οἱ πρὸς ἐμὲ ὑποσχέσεις σου θὰ πραγματοποιηθοῦν». 
Ἀκολούθως εἶδαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐμφανῶς, εἶδαν ἔκπληκτοι τὴν θεϊκήν του δόξαν, ὁ καθεὶς βέβαια ἀναλόγως τῆς δυνατότητος αὐτοῦ. Ἡ παροῦσα ἔλευσις τοῦ Κυρίου ἦταν μεγαλοπρεπεστέρα καὶ φοβερωτέρα τῆς πρώτης, καθ’ ὅτι τώρα ἐνεφανίσθη λαμπρότερος τῆς ἀστραπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ Μεταμορφώσεώς του, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξε παρὰ τὴν φυσικήν του δόξαν, διότι μετὰ τὴν Ἀνάληψιν ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ἀόρατος. 
Ἐνώπιον τοιούτου μυστηρίου, «οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα, γενόμενοι ὡσεὶ νεκροί» (Ματθ. ιε΄, 6). Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «Εἰρήνη ὑμῖν», ὅπως παλαιά, ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (Ἰωάν. κ΄, 21, 19) εἰς τὸν ἴδιον αὐτὸν οἶκον τοῦ Ἰωάννου. 
Κάτι παρόμοιον συνέβη καὶ τώρα, εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς μητρὸς τοῦ Ἀναστάντος. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἤκουσαν τὴν γλυκυτάτην καὶ παμπόθητον φωνὴν αὐτοῦ, ἀνεζωογονήθησαν καὶ ἐνισχύθησαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς καὶ ἔμειναν νὰ θεωροῦν μὲ δέος τὸ ὑπέρλαμπρον κάλλος καὶ τὴν Θείαν αἴγλην τοῦ Προσώπου του. 
Ὡς ἐκ τούτου, ἡ παναγία καὶ ἄμωμος καὶ εὐλογημένη Θεοτόκος ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῆς κατηυγάσθη μὲ θείαν φωτοφάνειαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, βλέπουσα μετ’ εὐλάβειας καὶ φόβου τὴν δόξαν καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ υἱὸς καὶ Βασιλεύς της Ἰησοῦς Χριστός, ἐμεγάλυνε ἀκόμη περισσότερον τὴν θεότητά του καὶ προσηύχετο ὑπὲρ τῶν Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν παρόντων. 
Τὶς ὕστατες αὐτὲς στιγμὲς ἐμεσίτευσε ὑπὲρ τῶν ἁπανταχοῦ εὑρισκομένων πιστῶν, παρεκάλεσε ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντὸς καὶ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς ἐπικαλουμένης τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, ἐζήτησε δὲ ὅπου μνημονεύονται τὰ δύο αὐτὰ ὀνόματα νὰ ἐκχέεται πλούσια ἡ θεία εὐλογία. 
Τότε ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία κοιτάζοντας καὶ πάλιν πρὸς τὸν Υἱόν της τὸν ἀντίκρυσε μὲ δόξαν τοιαύτην ὥστε οὐδεμία γλώσσα ἀνθρωπίνη νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐκφράση. Καὶ εἶπεν: 
«Εὐλόγησόν με, Κύριε, μὲ τὴν δεξιάν σου καὶ εὐλόγησον ὅλους ὅσους σὲ δοξάζουν καὶ μνημονεύουν τὸ ὄνομά μου κάθε φορὰν ποὺ προσφέρουν εἰς σὲ τὴν προσευχὴν καὶ δέησίν των».
Ὁ Κύριος τότε ἐξέτεινε τὴν δεξιάν του, εὐλόγησε τὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶπε: 
«Μακαρία σύ, ἀγαλλιάσθω ἡ καρδία σου Μαρία, εὐλογημένη ἐν γυναιξί, διότι τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος καὶ ὅλες οἱ δωρεὲς σοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον⋅καὶ κάθε ψυχὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου μετ’ εὐλαβείας δὲν θὰ παραβλεφθῆ ἀλλὰ θὰ εὕρη ἔλεος καὶ παρηγορίαν εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. 
Σὺ δέ, πορεύου ἐν εἰρήνῃ καὶ χαρᾷ εἰς τὰ αἰώνια σκηνώματα, εἰς τοὺς ἀπέραντους θησαυροὺς τοῦ Πατρός μου, γιὰ νὰ θεωρῆς τὴν δόξαν μου καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». 
Ἀμέσως δέ, δι’ ἐντολῆς τοῦ Κυρίου οἱ ἄγγελοι ἤρχισαν νὰ ψάλλουν ἕνα γλυκύτατον ὕμνον μὲ φωνὴν ζωηρὰν καὶ θελκτικωτάτην, ἐνῷ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔκλιναν εὐλαβῶς τὶς κεφαλές των ἐνώπιον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μυσταγωγίας καὶ ἀφιέρωσαν μὲ τὴν σειράν τους εἰς τὴν Παρθένον μίαν ὑμνωδίαν ἀγγελομίμητον. 
Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κλίμα ἡ Παναγία μήτηρ τοῦ Κυρίου παρέδωσε τὴν μακαρίαν καὶ ἀμόλυντον ψυχὴν αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλέα καὶ υἱόν της καὶ ἐκοιμήθη ὕπνον γλυκὺν καὶ ἐράσμιον. Ὅπως εἰς τὸν ἀπόρρητον τοκετόν της ἐγέννησε ἀνωδύνως τὸν Κύριον Ἰησοῦν, τοιουτοτρόπως ἔμεινε ἀνέπαφος ἀπὸ τοὺς ἐπιθανάτιους πόνους καὶ κατὰ τὴν κοίμησίν της, καθ’ ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ Δημιουργὸς κάθε κτιστῆς φύσεως, αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ποὺ τότε καὶ τώρα μετέτρεψε τοὺς φυσικοὺς νόμους. 
Οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων ὕψωσαν μὲ θαυμασμὸν τὰ ἀόρατα χέρια τους καθὼς διήρχετο ἡ παναγία αὐτῆς ψυχή. Ὁ οἶκος τῆς Σιών, καθὼς καὶ ὅλη ἡ περιοχή, ἐπλήσθη ἀπὸ μίαν ἄρρητον εὐωδίαν. 
Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὸ πανάχραντον σῶμα της ἐπλανᾶτο μία φωτεινὴ ὕπαρξις ἀόρατος ἀπὸ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς. Τοιουτοτρόπως ὁ Διδάσκαλος καὶ οἱ μαθηταί, τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, συνώδευσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἁγίαν Παρθένον. 
Καὶ ὁ μὲν εὐλογητὸς Κύριος καὶ ἔνδοξος Δεσπότης τοῦ παντὸς εἰσήγαγε τὴν ἁγίαν ψυχὴν τῆς παναχράντου αὐτοῦ μητρὸς εἰς τοὺς οὐρανούς, οἱ δὲ μαθηταὶ ἀπέθεσαν τὸ πανάσπιλον σῶμα της εἰς τὴν γῆν, γιὰ νὰ τὸ ἀλείψουν μὲ ἀρώματα καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφέρουν ὅπου θὰ ἐπιθυμοῦσε ἐκείνη· ἀπὸ ἐκεῖ ἔμελλε μετ’ ὀλίγον νὰ μεταστῆ εἰς τὸν Παράδεισον ἢ ὁπουδήποτε ἠθέλησε ὁ υἱὸς καὶ Θεός της. 
Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, “Ο Βίος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας”, Ιερόν Κελλίον Αγίου Νικολάου “Μπουραζέρη”, Άγιον Όρος, 2010
Πηγή ψηφ. κειμένου: paterikakeimena.blogspot.com

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

13η Αυγούστου . Μνήμη τὸν ὁσίου πατρὸς ἠμῶν ΔΩΡΟΘΕΟΥ, τὸν ἐν Γάζῃ.

Μνήμη τὸν ὁσίου πατρὸς ἠμῶν ΔΩΡΟΘΕΟΥ, τὸν ἐν Γάζῃ.

13η Αυγούστου 

H διάκρισις εν λόγοις σοις ερρύη,
Ω Δωρόθεε των μοναστών το κλέος.
ὅσιος πατὴρ ἠμῶν Δωρόθεος γεννήθηκε στην Ἀντιοχεία ἀπὸ χριστιανικὴ καὶ εὐπορῇ οἰκογένεια. Ἔλαβε καλὴ μόρφωση, τόσο ἐκκλησιαστικὴ ὀσο καὶ στις θύραθεν ἐπιστῆμες. Φανέρωσε ἄλλωστε τέτοια φιλομάθεια ποῦ για χαρῇ τῆς λησμονοῦσε να φάει, να πίει καὶ να κοιμηθεῖ, πρᾶγμα ποῦ ἔβλαψε τὴν ὑγεία τοῦ ποῦ παρέμενε πάντα εὔθραυστη. Ἄλλο δεν ἐπιθυμοῦσε παρὰ να διαβάζει, ἰδιαίτερα βιβλία ἰατρικῆς, ἀποφεύγοντάς τις κακὲς συναναστροφὲς καὶ ἀταξίες τῆς νεότητος, ἔτσι ποῦ μποροῦσε να πει ἀργότερα: «Ἂν για τὴν θύραθεν ἐπιστήμη εἴχα τέτοιον πόθο καὶ τέτοιο ζῆλο ὥστε ν' ἀσχολοῦμαι με τὸ διαβασμα καὶ να μοῦ γίνει ἀναφαίρετη συνήθεια, πόσῳ μᾶλλον για τὴν ἀρετή!» [1] Ἀπαρνούμενος ἀπὸ νωρὶς τὸν κόσμο, εἰσῆλθε στην Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Σερίδου, κοντὰ στην Γάζα, καὶ παραδόθηκέ με ἐμπιστοσύνη στους δύο ἁγίους Γέροντες, Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη. Παρόλο ποῦ ἐπιθυμοῦσε τὴν πλήρη ὑποταγή, ὁ Γέροντες λαμβάνοντας ὑπ' ὄψιν τοὺς τὴν σωματικὴ ἀδυναμία τοῦ καὶ τὴν καταστάσῃ τῆς ὑγείας τοῦ, ἐπέτρεψαν να κρατήσει μιᾷ μικρῇ οἰκογενειακὴ ἰδιοκτησία καὶ να ἔχει στην κατοχὴ τοῦ βιβλία ποῦ εἶχε φέρει στο μοναστῆρι. Καθὼς δεν ἤταν σὲ θέση να ἀναλάβει μεγάλες κακοπάθειες καὶ δεχόταν ἐπιθέσεις ἀπὸ ἀκαθάρτους λογισμούς, ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος τοῦ ἐπιδαψίλευε παραμυθία καὶ συμβουλές. Τὸν συμβούλευσε να μὴν ἀφήνει να τὸν κυριεύει ἢ ἀπογνώση, πρᾶγμα ποῦ χαροποιοῦσε τὸν διαβολο, καὶ ἐπιτρέποντας τοῦ να πίνει λίγο κρᾶσι τὸν προέτρεπε να βάζει τὰ δυνατὰ τοῦ να ἀποκόπτει τὸ σαρκικὸ θέλημα συγκεντρώνοντας ὄλες τις προσπάθειές του στην ἐσωτερικὴ ἀσκήσῃ τῆς καρδίας, προκειμένου να ἀποκτήσει τις πολυτιμότερες ἀρετές· τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν ὑπακοή, τὴν κατανυξη, τὴν συμπόνια ἀπέναντι σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν διαρκῆ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἐνθαρρυμένος ἀπὸ τοὺς Γέροντες καί με τὴν βοήθεια τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ὁ Δωρόθεος μπόρεσε ἔτσι να συντρίψει ὅλους τοὺς ἐχθροὺς τοῦ. Ἀργότερα διδάσκε ὅτι ἢ ἀποκοπῇ τοῦ ἰδίου θελήματος εἶναι τὸ μονοπάτι ποῦ ἐπιτρέπει να φθάσει κανεὶς στην ἄκρα τελειότητα. Πράγματι, συνηθίζοντας κανεὶς να παραιτεῖται ἀπὸ τὸ ἴδιον θέλημα, στην ἀρχὴ στα μικρὰ πράγματα, κατόπιν σὲ κάθε δραστηριότητα, ἐπιτυγχάνει τὴν ἀπροσπάθεια καὶ ἀπὸ τὴν ἀπροσπάθεια ἔρχεται σὺν Θεῶ σὲ τελείᾳ ἀπάθεια. Ἐπαναλαμβάνε δὲ συχνὰ τοῦτο τὸν λόγο τῶν Πατέρων: «Ὁποῖος ἔφθασε στο σημεῖο να ἀποκόψει τὸ ἴδιον θέλημα, ἔφθασε στον τόπο τῆς ἀναπαύσεως». Μία ἡμέρα ποῦ πολεμούνταν ἀπὸ μία συντριπτικὴ καὶ ἀνυπόφορη θλίψη προερχομένη ἀπὸ τὸν δαίμονα καὶ βρισκόταν στην αὐλὴ τοῦ μοναστηρίου ἀποθαρρυμένος καὶ παρακαλώντας τὸν Θεὸ να τὸν βοηθήσει, ὁ Δωρόθεος εἶδε αἴφνης ἕνα μυστηριῶδες προσωπο μὲ ὄψη ἐπισκόπου να μπαίνει στην ἐκκλησία. Τὸν ἀκολούθησε καὶ τὸν εἶδε να προσεύχεταί με τὰ χέρια ὑψωμένα στον οὐρανό. Ὅταν τελείωσε τὴν προσευχὴ τοῦ, ὃ ἄνδρας στράφηκε πρὸς τὸν νέο μοναχὸ ποῦ τὸν εἶχε κυριεύσει μέγας φόβος καὶ κτυπώντας τόν με τὰ δάχτυλα στο στῆθος, ἐπανέλαβε τρεῖς φορὲς τὸν στίχο τοῦ ψαλμοῦ: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἱσήκουσε τῆς δεήσεώς μου... (Ψαλμ. 39). Ἐνῶ τὸ προσωπο ἐκεῖνο ἔγινε ἄφαντο, εὐθὺς ἢ καρδία τοῦ ὁσίου Δωροθέου γέμισε φῶς, χαρά, παραμυθία καὶ γλυκύτητα καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ποτὲ πιὰ δεν πολεμήθηκε ἀπὸ τὴν ἀκηδία, τὴν λύπη ἢ τὸν φόβο [2]. Ἀνησυχώντας για τὴν εἰρήνη αὐτὴ ποῦ φαινόταν να ἀντιφέρεται στην Ἅγια Γραφή, ποῦ διδάσκει ὅτι πρέπει κανεὶς να περάσει μέσα ἀπὸ πολλὲς θλίψεις για να φθάσει στην Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀνοιξε τὴν καρδία τοῦ στον Ἰωάννη τὸν Προφήτῃ, ὃ ὁποῖος τὸν καθησύχασε λέγοντας: «Καθενὰς ποῦ βάζει τὸν ἑαυτὸ τοῦ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ τῶν Πατέρων, ἔχει αὐτὴν τὴν ἀμεριμνησία καὶ ἀναπαύσῃ» [3]. Πράγματι, ὃ ὅσιος Δωρόθεος δεν παρέλειπε να ἀναφέρει κάθε λογισμὸ τοῦ στους Γέροντες. Μόλις κατέγραφε ἔναν λογισμὸ για να τὸν ὑποβαλεῖ στην κρίσῃ τοὺς ἐνιωθε ἀνακουφίσῃ καὶ ὠφέλεια [4].Τοῦ ἀνατέθηκε ἡ διακονία τοῦ θυρωροῦ τῆς μονῆς καὶ τοῦ ξενοδόχου, ἐπιπλέον δὲ ἐτέθη στην ὑπηρεσία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προφήτῃ. Ἔχοντας στο ἐξῇς τὴν δυνατότητα να ῥωτὰ κατευθεῖαν τὸν Γέροντα, ἀπεκόμισε μεγάλη ὠφέλεια ἀπό τις διδαχὲς τοῦ για να προκόψει στην γνώση τῶν κινημάτων τῆς ψυχῆς. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τοῦ ἀνατέθηκε τὸ δυσκολο καθῆκον να ἐγκαταστήσει καὶ να διαχειρίζεται τὸ νοσοκομεῖο τῆς μονῆς, ποῦ εἶχε κτισθεῖ χάρις στην δωρεὰ τοῦ κατὰ σάρκα ἀδελφοῦ τοῦ. Θαυμάσια προετοιμασμένος για τὸ διακόνημα αὐτὸ ἀπό τις ἰατρικὲς μελέτες τοῦ, δόθηκε ὁλοψυχα μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βραδὺ εἶχε τὴν ἔγνοια ὄχι μόνο τῆς φροντίδας τῶν ἀρρώστων, ἀλλὰ καὶ πλήθους ἄλλων ὑποθέσεων ποῦ τὸν περισπούσαν ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἡσυχία. Πολλὲς φορὲς εἶχε τὸν πειρασμὸ να ἐγκαταλείψει τὴν μονὴ για να ἀκολουθήσει τὸν ἐρημητικὸ βίο, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸν ἀπέτρεπε, λέγοντάς του ὅτι ἢ μονώσῃ γινόταν σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀφορμὴ ἀλαζονείας καὶ πτώσης κι αὐτὸ ποῦ ἁρμόζε σὲ ἐκεῖνον ἤταν ἢ «μέση ὁδὸς» τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ἀγάπης: «διατηρώντας τὴν ταπεινοφροσύνη στην ἡσυχία καὶ στην νήψῃ ἐν μέσῳ τῶν περισπασμῶν» [5]. Προσέθεσε δέ: «Τὸ να ἔχει κανεὶς μία ἐντολὴ καὶ να φροντίζει να τὴν τηρεῖ, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα ὑποταγὴ καὶ μνήμη Θεοῦ» [6].Ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος εἶχε ὑποσχεθεῖ στον Δωρόθεο ὅτι ἂν τηροῦσέ τις ἐντολὲς τοῦ να ἀποφεύγει τις ἠδονές, τὴν παρρησία, τὴν ἀργολογία καὶ διατηροῦσε ἀπέναντι σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη καθὼς καὶ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος θὰ ἀναδεχόταν καὶ θὰ βαστοῦσε τὰ σφάλματα καί τις ἐλλείψεις τοῦ για να ἀναριθμηθεῖ μεταξὺ τῶν «πραγματικῶν τέκνων τοῦ ποῦ βρίσκονται ὑπὸ θεία προστασία» [7] . Τοῦ ἀνατέθηκε ὃ πνευματικὸς καταρτισμὸς ἑνὸς νέου, τοῦ Δοσιθέου, ὃ ὁποῖος χάρις στις συμβουλὲς τοῦ Δωρόθεου ἔφθασε γρήγορα στην τελειότητα τῆς ὑπακοῆς πρὶν παραδώσει τὴν ψυχὴ τοῦ στον Θεό. 
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προφήτῃ καὶ τοῦ ἄββα Σερίδου καὶ τὴν τελεία σιωπὴ τοῦ ἁγίου Βαρσανούφιου, ὁ ὅσιος Δωρόθεος ἀναχώρησε για να ἱδρύσει σὺν Θεῶ τὸ δικὸ τοῦ μοναστῆρι μεταξὺ Γάζας καὶ Μαϊουμά. Διοίκησε ἐκεῖ τοὺς μαθητὲς τοῦ ὑπὸ τὸ πνεῦμα ποῦ εἶχε λάβει ἀπὸ τοὺς Πατέρες Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη, μὲ λεπτότητα, διακρίσῃ καὶ ἀγάπη, ἐπιμένοντας περισσότερο στην ἀποκοπῇ τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη παρὰ στις μεγάλες σωματικὲς ἀσκήσεις. Ἐκεῖ οἱ μαθητὲς τοῦ συνέλεξαν γραπτώς τις Διδασκαλίες τοῦ, στις ὅποιες συνδύασε τὴν νηφαλιότητα τῆς ἔκφρασής με μία τόσο μεγάλη σοφία, ποῦ ἢ πραγματεία αὕτη θεωρεῖται ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ θεμελιώδη ἔργα τῆς ὀρθοδόξῃς μοναχικῆς παραδοσης. Ἀποτελεῖ ἐπίσης τὸ μόνο «λείψανο» τοῦ ὁσίου, τοῦ ὁποίου ἁγνοοῦμε τὴν ἀκριβῆ χρονολογία τελευτὴς καὶ τὸν τόπο ταφῇς. 
Ὁ ὅσιος Δωρόθεος προέτρεπε ἀσταμάτητα τοὺς μοναχοὺς τοῦ να παραμενοῦν ἐνωμένοι μεταξὺ τούς με τὴν ἀγάπη καὶ τοὺς ἔδινε τὴν ἑξῆς εἰκόνα: « Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι ἔνας κύκλος πάνω στην γῆ, σὰν ἔνα στρογγυλὸ χάραγμά με διαβήτῃ ποῦ ἔχει ἔνα κέντρο. Κέντρο ὀνομάζεται τὸ μέσον τοῦ κύκλου. Προσέξτε τι ἐννοῶ. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὃ κύκλος αὐτὸς εἶναι ὅλος ὃ κόσμος. Τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ κύκλου εἶναι ὃ Θεός, οἱ δὲ εὐθεῖες γραμμὲς ποῦ ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν περιφέρεια τοῦ κύκλου πρὸς τὸ κέντρο εἶναι οἱ ὁδοί, δηλαδὴ οἱ τρόποι ποῦ πολιτεύονται οἱ ἄνθρωποι. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ ἅγιοι προχωροῦν πρὸς τὸ κέντρο θέλοντας να προσεγγίσουν τὸν Θεό, ἀναλόγως τῆς προχωρήσῃς τοὺς πλησιάζουν καὶ τὸν Θεὸ καὶ μεταξὺ τοὺς καὶ ὄσο πλησιάζουν τὸν Θεὸ πλησιάζονται μεταξὺ τούς· καὶ ὄσο πλησιάζονται, πλησιάζουν τὸν Θεό. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἐννοῆστε καὶ τὸν χωρισμό. Γιατὶ ὅταν ξεκόβουν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στρέφονται πρὸς τὰ ἔξω, εἶναι φανερὸ ὅτι ὄσο ἐξέρχονται καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ τόσο ἀπομακρύνονται καὶ μεταξὺ τοὺς καὶ ὄσο ἀπομακρύνονται μεταξὺ τοὺς τόσο ἀπομακρύνονται καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ» [8].

[1] Διδασκαλία Ι΄105, εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου. 
[2] Διδασκαλία Ἐ', 67. 
[3] Ό.π., Ά', 25. 
[4] Ἑκατὸ περίπου ἀπό τις ἐπιστολὲς αὖτες σῴζονται μετάξι τῶν ἐπιστολῶν τῶν Ἀῦ. Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου καὶ ἀποτελοῦν ἐναν θαυμάσιο ὁδηγὸ γιὰ τὸν πνευματικὸ καταρτισμὸ τοῦ μοναχοῦ. 
[5] Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης, Ἐπιστολὴ 315, ΕΠΕ, 10Α. 
[6] Ἐπιστολὴ 328, ΕΠΕ, 10 Α. 
[7] Ἐπιστολὴ 274, ΕΠΕ, 10 Α 
[8] Διδασκαλία ΣΤ', 78.

 Νέος Συναξαριστής
 της Ορθοδόξου Εκκλησίας
τόμος Δωδέκατος, Αύγουστος σελ. 123
εκδ. Ίνδικτος

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Όταν δια της προσευχής και της νηστείας μέσα στα δύσκολα του κόσμου, στραφείς προς τον Θεό, το θαύμα είναι αυτονόητο - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

 


ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΕΚΑΤῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
ιζ΄ 14 - 23


 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακή 12 Αυγούστου του 2001  
Τὸ ἡχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία - σε mp3 εδώ


  «Ὦ γενε πιστος κα διεστραμμνη!», είπε ο Χριστός μέσα στο κείμενο το ευαγγελικό  που ακούσαμε πριν  από λίγο από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου. Kαι η φράση φαίνεται υπερβολικά σκληρή, για κάτι μάλιστα που δεν ήταν αμαρτία των μαθητών. Δεν έκαναν κάτι κακό, απλώς δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι που ήταν έξω από τα όρια τα φυσικά, τα ανθρώπινα. Και ο Χριστός σε άλλες περιπτώσεις που υπάρχουν βαρύτατες καταστάσεις δεν χρησιμοποίησε αυτή την φράση « γενε πιστος κα διεστραμμνη Τι να συμβαίνει εδώ; Και γιατί ο Χριστός να έχει απαίτηση οι μαθητές να κάνουν αυτό το υπερβάλλον γεγονός, που δεν είναι και τόσο σύνηθες: να βγάλεις ένα δαιμόνιο από έναν σεληνιαζόμενο; Και ποιο δρόμο ανοίγει ο Χριστός σε αυτή την περίπτωση; Γιατί, παράλληλα, όταν θεωρεί αυτονόητο πως έπρεπε να το κάνουν και για την έλλειψη της απιστίας τους δεν το έκαναν, ανοίγει αυτονόητα έναν δρόμο μιας καταπληκτικής δυνατότητας και ιδιότητας που έχει ο κάθε άνθρωπος. Να κάνει αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, τα εκπληκτικά γεγονότα, με την απλότητα που το λέει:  «Αν το πιστεύετε, θα πείτε σε ένα βουνό να μετακινηθεί και θα μετακινηθεί».

  Κάτι λοιπόν καταπληκτικά απίθανο, έξω από τα όρια της δυνατότητας, το λέει ο Χριστός με μια απλότητα. Και τι δυνατότητες δίνει στους μαθητές για να το κάνουν; Τι πρέπει να κάνουν οι μαθητές; Τι θα διδαχθούν για να το κάνουν αυτό το γεγονός; Που, το πολύ πολύ, δεν είναι αμαρτία! Μάθαμε να ζούμε συμβατικά, χωρίς να αμαρτάνουμε, με τρόπο ηθικό. Και πού ξέρουμε εμείς αν θα ακούσουμε και εμείς τη φράση «γενε πιστος κα διεστραμμνη», αν με την πίστη μας δεν μετακινήσαμε κάποια όρη και κάποιες δυσκολίες, και με αυτόν τον τρόπο δεν γίναμε ευεργέτες της ανθρωπότητας; Ποια είναι η ευθύνη μας πια μπρος σ’ αυτό το κείμενο; Γιατί το κείμενο πια παίρνει πολύ προσωπικό χαρακτήρα. Και η φωνή του Χριστού ακούγεται στην καρδιά του καθενός μας. Και πια δεν μπορούμε να κλειστούμε στον εαυτό μας.

  Και δεν μπορούμε παρά να κάνουμε το θαύμα, να κινήσουμε τα βουνά. Ε, πώς θα γίνει αυτό το στοιχείο, τώρα; και πώς καλλιεργείται το γεγονός της ελλειπούσης πίστεως; Γιατί και όταν λέμε «πίστη» φαίνεται που είναι πολύ θεωρητική μια πράξη. Φαίνεται που είναι ένα εγκεφαλικό γεγονός «πίστη». Εντάξει, θα πεις, πιστεύω με την καρδιά μου, και αυτά είναι πολύ ρευστά γεγονότα, είναι πολύ θεωρητικά και δεν μπορείς να τα προσεγγίσεις. Και ο Χριστός όμως έδειξε το δρόμο και έδωσε τον δρόμο για αυτή τη δυνατότητα!

  Προσέξτε την λεπτομερή, πολύ λιτή ανάλυση που έκανε ο Χριστός, και τη διδαχή, στη συνέχεια του Ευαγγελίου, μετά από την αδυναμία να γιατρέψουνε τον σεληνιαζόμενο. Τους είπε δύο πράγματα. Το πρώτο εκφράζεται με δύο λέξεις. Είπε: «δια προσευχής και νηστείας». Ακούστε τι σημαίνει αυτό όμως. Πρώτα πρώτα σημαίνει ότι, για να κάνεις αυτό το θαυμαστό γεγονός, που φαίνεται για τον Χριστό τόσο απλό και τόσο φυσικό, πρέπει να αφήσεις κάτι. Και η προσευχή και η νηστεία είναι «κάτι να αφήνω». Στη μεν νηστεία, εγκαταλείπω κάτι από τις αισθήσεις μου και τις περιορίζω στη χρήση τους. Στη δε προσευχή, στρέφομαι στον Θεό, όπου εγκαταλείπω κάτι από τα άλλα τα πράγματα του κόσμου που δεν είναι κακά. Βλέπετε, κακό πράγμα δεν έκαναν οι μαθητές. Αλλά δεν εγκατέλειψαν κάτι που δεν ήταν κακό για να πάνε εκεί που είναι η ουσία του πράγματος. Με την προσευχή λοιπόν, φαίνεται που εγκαταλείπεις κάτι που δεν είναι κακό και στρέφεσαι στον Θεό και βρίσκεις την ύπαρξή σου. Όπου γνωρίζεις ποιος είσαι και πού πας. Όπου καθορίζεσαι και αποκτά η ζωή σου νόημα. Κι αν δεν έχει νόημα η ζωή, τίποτα θαυμαστό δεν μπορείς να κάνεις.

  Με την προσευχή λοιπόν, καλλιεργείται πολύ βαθιά η ψυχή σου, γιατί ο Χριστός, ομιλώντας για την νηστεία και την  προσευχή ομιλεί για τα δυο συστατικά της ζωής μας. Με την προσευχή λοιπόν η ψυχή μας βρίσκει το στόχο της. Και επειδή εκεί στοχεύει και από  εκεί εξαρτάται, επειδή από εκεί νοηματοδοτείται, επειδή έχει μια καθημερινή, φιλική, ανθρώπινη, αδελφική σχέση πια με τον Χριστό, είναι αυτονόητο αυτό που θα ζητήσει να γίνει. Γιατί η σχέση είναι πια πολύ αδελφική, πολύ φιλική και πολύ αυτονόητη. Γιατί εστράφη προς τα εκεί, γιατί κάτι εγκατέλειψε και κάτι που δεν ήταν κακό εγκατέλειψε η ψυχή, την ώρα που στράφηκε στην προσευχή. Και ποια προσευχή; Δεν είναι απλώς ένα πλαίσιο μόνο προσευχής, όπως είναι δοσμένο μέσα από τα βιβλία της προσευχής της Εκκλησίας μας. Είναι μια δυνατότητα ζωής όπου ο νους είναι στραμμένος εκεί πάνω, όπου αποκτάς μια βαθιά φιλία και βαθιά σχέση. Όπου δεν είναι μια πίστη εγκεφαλική. Ότι η σχέση σου είναι από Εκείνον και για Εκείνον. Και έτσι λοιπόν καλλιεργείται η ψυχή να είναι στραμμένη εκεί. Και επειδή η ψυχή καλλιεργείται να είναι στραμμένη εκεί, την ίδια ώρα το σώμα, με την οποιαδήποτε έκφραση νηστείας, στρέφεται προς τα εκεί. 

  Δεν είναι κακό λοιπόν να εγκρατευθείς από κάτι, ή να μην εγκρατευθείς από κάτι. Αλλά το θέμα είναι το ότι δεν στρέφεσαι σε Εκείνον, που (ότι) δεν μαθαίνεις στην λιτότητα, ακόμη και των αισθήσεων. Όταν λοιπόν οι αισθήσεις γίνουν λιτές, γίνουν νηστευτικές, νηστεύουν οι αισθήσεις, όταν η ψυχή γίνει και αυτή νηστευτική και νηστεύει και στραφεί προς τα Εκείνον, ήδη εκπληρώθηκε το πρώτο μέρος της διδαχής: το πώς θα να γίνει αυτό το θαύμα που φαίνεται πραγματικά ακατόρθωτο και για όλους μας και θέλουμε να το πιστέψουμε.

  Και πέρα από αυτό, για να μην νομίσουμε ότι απλώς κάνοντας και αυτή την άσκηση της εγκρατείας, της πίστης, δια της προσευχής και της νηστείας, θα μπορέσουμε να καταφέρουμε αυτά τα πράγματα, βάζει ο Χριστός ένα επόμενο στάδιο. Στο τέλος, δεν ξέρω αν παρατηρήσατε τη φράση, ο Χριστός στο τέλος της περικοπής είπε ότι ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί και τα λοιπά και τα λοιπά. Ότι όλα αυτά τα γεγονότα θα λειτουργηθούν σε έναν κόσμο πάρα πολύ δύσκολο, πάρα πολύ στριφνό, πάρα πολύ διαστρεμμένο και ο Χριστιανός που στρέφεται στο Θεό πρέπει να αντέξει αυτή τη διαστροφή. Να μην επηρεαστεί από αυτή τη διαστροφή, από οποιονδήποτε διωγμό. Αν επηρεαστεί από τα γεγονότα αυτά και πει «εγώ θέλω συνθήκες για να προσευχηθώ ή να νηστέψω», τότε δεν μπορεί να γίνει τίποτα, και η απιστία κρίνεται ακριβώς και εκεί!

  Έτσι λοιπόν αυτή η πίστη και η δυνατότητα του θαύματος δεν είναι ένα γεγονός που  λειτουργιέται από τα χέρια κάποιων θαυματοποιών. Κανείς δεν μπορεί να κάνει θαύμα αν δεν λειτουργήσει αυτά τα στοιχεία προσευχής και νηστείας, ως εγκρατείας και περιορισμού, ψυχής και σώματος, φιλικής σχέσης, βαθιάς σχέσης με τον Θεό και ταυτόχρονα απαντοχής στον διαστρεμμένο κόσμο. Που σημαίνει όχι παραδέχομαι το διεστραμμένο κόσμο. Δεν επηρεάζει αυτή μου τη στάση, αυτή μου τη στροφή, αυτή μου τη ροπή, αυτή μου την κίνηση προς τον Θεό. Αν και τα δύο γεγονότα συμπληρωθούν και ολοκληρωθούν, τότε βρίσκουμε τι είναι πίστη. Και τότε πια, επειδή αυτό είναι η πίστη, τότε το θαύμα είναι αυτονόητο κατά τον Χριστό. Τότε το βουνό μπορεί να μετακινηθεί, και ας μην το φανταζόμασταν!

  Και εκεί κρίθηκε και η απιστία των μαθητών και η απιστία όλων μας. Και πια είναι η φράση «γενε πιστος κα διεστραμμνη» βρίσκει το νόημά της. Δεν είναι πάντα  διαστροφή η ηθική διαστροφή, η διαστροφή των αμαρτιών, υπάρχουνε πιο καίριες διαστροφές. Είναι πολύ πιο υψηλές διαστροφές. Βλέπετε ένας αμαρτωλός μπορεί να μετανιώσει.

  Ένας που δεν μπορεί να στραφεί στον Θεό, και αμαρτίες να μην κάνει, δεν κάνει τίποτε! Και υπάρχουν λοιπόν αυτές οι καίριες διαστροφές όπου δεν στρεφόμαστε στον Θεό. Να η διαστροφή! Η αδυναμία στροφής προς τον Θεό. Και εκεί κρίνεται πια το θαύμα, και εκεί χρειάζεται πολύ βαθιά δουλειά! Στην εγκράτεια του σώματος και της ψυχής, και ταυτόχρονα με το σφράγισμα αυτό που δίνεται από την απαντοχή στα πολύ δύσκολα πράγματα του κόσμου, που ο Απόστολος Παύλος, στην επιστολή που ακούσαμε πριν από λίγο, το είπε ότι γίναμε «περικαθρματα το κσμου» και δεν τον νοιάζει. Και το γλεντάει, φαίνεται, και χορεύει με αυτό το γεγονός. Και εκεί ακριβώς κρύβεται όλη η έννοια της πίστεως όσο μπορούμε να την προσεγγίσουμε μέσα από την περικοπή αυτή.

  Αυτά για το κείμενο, που είναι πραγματικά πολύ βαθύ, πολύ ουσιαστικό. Και τελειώνοντας, τονίζω, μας ανοίγει τις υπαρκτές δυνατότητες που έχουμε. Υπαρκτές δυνατότητες, που είναι ξεχασμένες, και απλώς εμείς παλινδρομούμε ή κολυμπάμε μέσα στα φτωχά νερά κάποιας ηθικιστικής χριστιανικής ζωής. Ξεχνώντας και παραμελώντας αυτό το γεγονός των υπαρκτών δυνατοτήτων μας, των καταπληκτικών δυνατοτήτων μας, γιατί λέμε «αυτά είναι για λίγους και δεν είναι για μας».

  

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

 

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστο

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού


Έξι ημέρες αφ’ ότου είχε αναγγείλει ο Κύριος στους μαθητές του ότι «Εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού» (Ματθ. 16:18· Μάρκ. 9:1), πήρε μαζί του τους προκρίτους των μαθητών, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, και αφού απομακρύνθηκαν κατ’ ιδίαν, τους ανέβασε σ’ ένα όρος υψηλό, το όρος Θαβώρ της Γαλιλαίας, για να προσευχηθεί (Λουκ. 9:28). 
Έπρεπε πράγματι, εκείνοι που επρόκειτο να του συμπαρασταθούν στην αγωνία της Γεθσημανή και θα είχαν το μοναδικό προνόμιο να γίνουν οι άμεσοι μάρτυρες του Πάθους του, να προετοιμαστούν γι’ αυτή τη δοκιμασία με την θεωρία της αχρόνου δόξης του. Ο μεν Πέτρος, διότι μόλις είχε ομολογήσει την πίστη στην θεότητά του· ο Ιάκωβος, διότι έμελλε να γίνει ο πρώτος που θα πέθαινε για τον Χριστό· και ο Ιωάννης, διότι έμελλε να μαρτυρήσει την προσωπική του πείρα γύρω από την θεϊκή δόξα και να αντηχήσει, ως υιός βροντής, την θεολογία του προαιωνίου Λόγου που εγένετο σαρξ. 
Ο Κύριος τους οδήγησε πάνω στο όρος, σαν σύμβολο της πνευματικής ανάβασης, η οποία από αρετή σε αρετή καταλήγει στην αγάπη, την υψηλοτάτη των αρετών· αυτή είναι που ανοίγει τη θύρα για τη θεωρία του Θεού. Η ανάβαση αυτή ήταν στην πραγματικότητα η συμπερίληψη ολόκληρης της επίγειας ζωής του Κυρίου, ο οποίος, ντυμένος την ασθένειά μας, άνοιξε για μας την οδό προς τον Πατέρα, διδάσκοντάς μας ότι η ησυχία είναι η μητέρα της προσευχής, η οποία με την σειρά της μας αποκαλύπτει την δόξα του Θεού. 
«Και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως» (Ματθ. 17:2). Ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού απεκάλυψε έτσι την φυσική λαμπρότητα της θείας δόξης, την οποία συνείχε μέσα του και την οποία είχε διατηρήσει κατά την Ενανθρώπησή του, έστω και αν έμενε σκεπασμένη κάτω από το προκάλυμμα της σαρκός. 
Πράγματι, από τη στιγμή της σύλληψής του στα σπλάγχνα της Παναγίας Παρθένου, η θεότητα ενώθηκε ασυγχύτως με την φύση της σαρκός (δηλαδή ολόκληρη την ανθρώπινη φύση) και η θεϊκή δόξα έγινε, υποστατικώς, δόξα του «προσλήμματος». 
Αυτό λοιπόν που απεκάλυπτε ο Χριστός στους μαθητές του στην κορυφή του Θαβώρ, δεν ήταν ένα θέαμα καινοφανές, αλλά απλώς η απαστράπτουσα φανέρωση της τεθεωμένης εν Αυτώ ανθρωπίνης φύσεως - συμπεριλαμβανομένου και αυτού του σώματος - και της ενώσεώς της με την θεϊκή αυγή.

Ενώ το πρόσωπο του Μωυσή είχε λάμψει με μία δόξα που προερχόταν έξωθεν μετά την αποκάλυψη του όρους Σινά (Εξ. 34:29), το πρόσωπο του Χριστού εμφανίσθηκε στο Θαβώρ ως μία πηγή φωτός, πηγή της θείας ζωής που έγινε προσιτή στον άνθρωπο και καταυγάζουσα επίσης πάνω στα «ιμάτιά» του, δηλαδή πάνω στον εξωτερικό κόσμο και στα προϊόντα του ανθρωπίνου πολιτισμού.

«Μεταμορφώθηκε», βεβαιώνει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, «όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, αλλά δείχνοντας στους μαθητές του αυτό που ήταν, διανοίγοντας τους οφθαλμούς τους και από την τυφλότητα τους έκανε να αναβλέψουν». (1) Ο Χριστός άνοιξε τα μάτια των μαθητών του και εκείνοι με ένα βλέμμα μεταμορφωμένο από την δύναμη του αγίου Πνεύματος είδαν το αχωρίστως ενωμένο με το σώμα του θείο φως. Μεταμορφώθηκαν επομένως και οι ίδιοι και στην προσευχή μπόρεσαν να δουν και να γνωρίσουν την αλλοίωση που επήλθε στην φύση μας εξαιτίας της ένωσής της με τον Λόγο. (2)

«Ό,τι είναι ο ήλιος για τα αισθητά πράγματα, το ίδιο είναι ο Θεός για τα πνευματικά». (3) Για τον λόγο αυτό οι ευαγγελιστές αναφέρουν ότι το πρόσωπο του Θεανθρώπου, που είναι «το φώς το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω. 1:9), έλαμπε ως ήλιος. Το φως όμως αυτό ήταν ασυγκρίτως ανώτερο από κάθε αισθητό φως. Αδυνατώντας να αντέξουν την απρόσιτη λάμψη του, οι μαθητές έπεσαν στην γη.

Φως άυλο, άκτιστο και άχρονο· αυτή ήταν η Βασιλεία του Θεού, εληλυθυία εν τη δυνάμει του Παναγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί ο Κύριος στους μαθητές του. Τώρα, βεβαίως, άστραψε για μια στιγμή στα μάτια τους· αυτό το ίδιο φως όμως πρόκειται να γίνει η μόνιμη κληρονομιά των εκλεκτών της Βασιλείας, όταν ο Χριστός έλθει πάλι, ακτινοβολώντας πλέον μέσα σε όλη την λαμπρότητα της δόξης του. Θα επανέλθει μέσα στο φως, μέσα στο ίδιο φως που άστραψε στο Θαβώρ και που ανέβλυσε από τον τάφο της ημέρας της Αναστάσεώς του, και το οποίο, εκχυνόμενο πάνω στις ψυχές και τα σώματα των εκλεκτών του, θα τους κάνει να εκλάμψουν και αυτοί ως ο ήλιος (Ματθ. 13:43).

«Ο Θεός είναι φως και η θέα του φως». (4) Όπως οι μαθητές στην κορυφή του Θαβώρ, έτσι και πλήθος αγίων έγιναν μάρτυρες αυτής της αποκάλυψης του Θεού στο φως. Το φως εντούτοις δεν είναι γι’ αυτούς μόνο αντικείμενο θεωρίας, είναι επίσης η θεοποιός χάρις, που τους επιτρέπει να «βλέπουν» τον Θεό, έτσι που επιβεβαιώνονται τα λόγια του Ψαλμωδού: «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» (Ψαλμ. 35:10).

Μέσα στο λαμπρό αυτό όραμα εμφανίσθηκαν στο πλευρό του Κυρίου ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι δύο κορυφές της Παλαιάς Διαθήκης, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τον Νόμο και τους Προφήτες, που τον αναγνώριζαν ως κύριο ζώντων και νεκρών. Και συνομιλούσαν μαζί του μέσα στο φως για «την έξοδον αυτού ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ», δηλαδή το Πάθος του, διότι διά του Πάθους και του Σταυρού η δόξα αυτή επρόκειτο να δοθεί στους ανθρώπους.

Εκστασιασμένοι και έκθαμβοι από την θεωρία του θεϊκού φωτός, οι Απόστολοι ήσαν «βεβαρημένοι ύπνω και είπεν Πέτρος προς τον Ιησούν· επιστάτα καλόν έστιν ημάς ώδε είναι· και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις, μίαν σοι και μίαν Μωυσεί και μίαν Ηλία μη ειδώς ο λέγει». 
Αποσπώντας την προσοχή του μαθητή του από την ανθρώπινη αυτή επιθυμία που αρκούνταν στην επίγεια απόλαυση του φωτός, ο Κύριος τους έδειξε τότε μία καλύτερη «σκηνή» και μία κατά πολύ ανώτερη μονή για να ενοικήσει η δόξα Του. Μία φωτεινή νεφέλη ήλθε τότε να τους επισκιάσει και μέσα από την νεφέλη αυτή ακούστηκε η φωνή του Πατρός, που αναγνώριζε τον Σωτήρα: «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε».

Η νεφέλη εκείνη αντιπροσώπευε την χάρη του Πνεύματος υιοθεσίας· και, όπως κατά το Βάπτισμά του στον Ιορδάνη, η φωνή του Πατρός αναγνώρισε τον Υιό και αποκάλυψε ότι τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, πάντα ενωμένα, συνδράμουν στην Σωτηρία του ανθρώπου.

Το φως του Θεού, που είχε αρχικά επιτρέψει στους Μαθητές να «δουν» τον Χριστό, όταν άστραψε εντονότερα, τους ανέβασε σε μια κατάσταση ανώτερη από την ανθρώπινη όραση και γνώση. Εξερχόμενοι απ’ όλα τα ορατά κι από τον ίδιο τους τον εαυτό, εισήλθαν πλέον μέσα στον υπέρφωτο γνόφο, εκεί που ο Θεός έχει βάλει την απόκρυφή του (Ψαλμ. 17:12)· «κεκλεισμένων των θυρών των αισθήσεών τους», έλαβαν εκεί μέσα την αποκάλυψη του τριαδικού μυστηρίου, το οποίο υπεραναβαίνει κάθε κατάφαση και κάθε απόφαση (άρνηση). (5)

Όντας ακόμη ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για την αποκάλυψη τέτοιων μυστηρίων, διότι δεν είχαν ακόμη περάσει μέσα από την δοκιμασία του Σταυρού, οι Μαθητές εφοβήθησαν σφόδρα. Όταν όμως σήκωσαν το κεφάλι είδαν τον Ιησού, μόνον, που είχε βρει την συνηθισμένη του όψη και που τους πλησίασε και τους καθησύχασε. Κατόπιν κατεβαίνοντας από το Όρος τους συνέστησε να κρατήσουν σιγή για ό,τι είχαν δει, μέχρις ότου ο Υιός του Ανθρώπου εγερθεί εκ νεκρών.

Η σημερινή εορτή είναι λοιπόν κατεξοχήν εκείνη της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεώς μας και της μετοχής τού φθαρτού σώματός μας στα αγαθά του μέλλοντος αιώνος που είναι επέκεινα της φύσεως. Πριν ακόμη ολοκληρώσει την Σωτηρία μας με το Πάθος Του, ο Σωτήρας έδειξε λοιπόν ότι ο σκοπός της έλευσής Του στον κόσμο ήταν ακριβώς να οδηγήσει κάθε άνθρωπο στην θεωρία της θεϊκής Του δόξης. Για τον λόγο αυτό η εορτή της Μεταμορφώσεως γνώρισε ιδιαίτερη εύνοια μεταξύ των μοναχών, οι οποίοι αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στην αναζήτηση του ακτίστου φωτός.

(1) Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός, Ομιλία εις την Μεταμόρφωσιν 12, PG 96, 564. 
(2) Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ομιλία 34 εις την Μεταμόρφωσιν, PG 151, 432. 
(3) Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος 28, 30, PG 36, 69.
(4) Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Λόγος Ηθικός Ε’, 276, SC 129, 101. 
(5) Η μυστική θεολογία του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου εφαρμόστηκε στο μυστήριο της Μεταμορφώσεως από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου
Εκκλησίας”,  Τόμος 12ος, Αύγουστος, Ίνδικτος, 


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης


 

Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης


Ο όσιος Ιωάννης, που στο άγιο Βάπτισμα είχε λάβει το όνομα Ηλίας, έμεινε ορφανός και τον μεγάλωσε η γιαγιά του, που για να τον μορφώσει εγκατέλειψε την πρόθεσή της να γίνει μοναχή. Όταν αυτή εκοιμήθη, ανέλαβε τον Ηλία ο θείος του που είχε πολυμελή οικογένεια, μέσα στην οποία δοκίμασε την μιζέρια και την κακομεταχείριση.  

Ανήμερα του Πάσχα, κάποτε που οι χωριανοί πήγαν σύμφωνα με το έθιμο στο κοιμητήριο για να τιμήσουν τους νεκρούς τους, εκεί που ο Ηλίας έκλαιγε δίπλα στο φρέσκο ακόμη μνήμα της γιαγιάς του, άκουσε αίφνης μια φωνή ανάμεσα στους ήχους της καμπάνας να του λέει: «Μην κλαις, είμαι μαζί σου. Χριστός ανέστη!» 
Το παιδί αναπήδησε τρομαγμένο, ψάχνοντας από που είχε έρθει η φωνή αυτή και είδε να βγαίνει από το ιερό βήμα της εκκλησίας ο αναστημένος Χριστός που του χαμογελούσε. 
Αφού τελείωσε λαμπρά τις γυμνασιακές σπουδές του και έπρεπε να διαλέξει σταδιοδρομία, άκουσε μέσα στην προσευχή του μία φωνή να ψιθυρίζει: «Στο μοναστήρι! Στο μοναστήρι!» 

Σε ηλικία είκοσι ετών εισήλθε στην περίφημη Μονή του Νεάμτς, όπου διακόνησε αρχικά ως βοηθός φαρμακοποιού και κατόπιν ως βιβλιοθηκάριος. Αφού χειροθετήθηκε ρασοφόρος επιστρέφοντας από την στρατιωτική θητεία του (1936), διπλασίασε τον ζήλο του στην νηστεία και την προσευχή. 
Ο Άγιος Ιωάννης στο μοναστήρι του στο Neamt (πάνω δεξιά)
Λίγο αργότερα ξεκίνησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους μαζί με δύο άλλους μοναχούς και έλαβε την ευλογία να εγκατασταθεί στην Μονή του Αγίου Σάββα, όπου ζούσαν Έλληνες και Ρουμάνοι μοναχοί. 
Εκεί έμαθε τέλεια τα ελληνικά, έτσι που ήταν σε θέση να μεταφράσει πολλά πνευματικά έργα στα ρουμανικά και συγκεκριμένα τα έργα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Κέρδισε εξάλλου τον σεβασμό όλων των Πατέρων για την σιωπή του, την αυστηρότητα στην ασκητική ζωή και την επίδοσή του στην νοερά προσευχή.  

Στην Ιερουσαλήμ, μπροστά από τον Πανάγιο Τάφο, το 1937 (ο μοναχός στα δεξιά είναι ο Άγιος Ιωάννης )

Κατά την εξέγερση των αραβικών πληθυσμών κατά των Άγγλων, το μοναστήρι μετατράπηκε σε νοσοκομείο και ο Ιωάννης αναλώθηκε σε τέτοιο βαθμό στην φροντίδα των τραυματιών ώστε αρρώστησε και ο ίδιος. Έλαβε τότε την άδεια να αποσυρθεί στην έρημο για να ξεκουραστεί, αλλά εξαιτίας των στερήσεων και της έλλειψης νερού προσβλήθηκε από δυσεντερία.

Στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η Ρουμανία ήταν σύμμαχος του Ράιχ, όλοι οι Ρουμάνοι μοναχοί φυλακίσθηκαν από τους Άγγλους και ο όσιος Ιωάννης, που είχε επιλεγεί ως διερμηνέας, παρέμεινε φυλακισμένος περισσότερο καιρό από τους αδελφούς του. 
Όταν επί τέλους απελευθερώθηκε, γιατρεύτηκε από την δυσεντερία ασπαζόμενος την κάρα του αγίου Θεοδοσίου και μπόρεσε έτσι να αρχίσει πάλι τις δραστηριότητές του στο μοναστήρι. 
Έλαβε το Μεγάλο Σχήμα και σκεφτόταν πως είχε έλθει πια η ώρα γι’ αυτόν να αφιερωθεί στον ησυχαστικό βίο, όταν τον όρισαν ηγούμενο της ρουμανικής Μονής της Κοιλάδας του Ιορδάνη. 
Άσκησε τα καθήκοντά του με σοφία και ταπείνωση (1947-1953) και ενέπνευσε στους υποτακτικούς του τον ζήλο για τους ασκητικούς μόχθους. Οι μέρες του ήσαν όλες αφιερωμένες στην εργασία και στην καθοδήγηση των αδελφών, ενώ περνούσε τις νύκτες του προσευχόμενος στην έρημο. 



Ο Άγιος Ιωάννης, αριστερά, μπροστά από τη σπηλιά του στην έρημο της Χοζέβα, δίπλα στον μοναχό Παύλο, στα δεξιά

Το 1953 μπόρεσε επιτέλους να αποσυρθεί στην έρημο κοντά στην Μονή του Χοζεβά και εγκαταστάθηκε σε μία σπηλιά 50 μέτρα πάνω από το φαράγγι στο οποίο, κατά την παράδοση, είχε προσευχηθεί η αγία Άννα, η μητέρα της Παναγίας. 
Προσκαρτερώντας για επτά χρόνια στην αδιάλειπτη προσευχή, την οποία διάνθιζε με την μελέτη των αγίων Πατέρων και με την σύνθεση πνευματικών ποιημάτων, υπέμενε με καρτερία την ζέστη και το ψύχος, τις κάθε είδους στερήσεις, τον πόλεμο των δαιμόνων και τις επιθέσεις των Αράβων που ήθελαν να τον βγάλουν από τον τόπο του. 

Μιλώντας για την σύνθεση των ποιημάτων του έγραφε σε μία επιστολή: «Οι λέξεις αναβλύζουν από την καρδιά μου όμοιες με τις σπίθες μιας στουρναρόπετρας, τούτο όμως δεν συμβαίνει παρά μόνο όταν ο πυρόλιθος της καρδιάς πλήττεται από τον πόνο ή την χαρά, την θλίψη για τα σφάλματα ή την ευγνωμοσύνη απέναντι στον Θεό… Όταν γράφω μια γραμμή που συγκινεί, νιώθω έναν πόνο στην καρδιά, σάμπως οι στίχοι να ήσαν ψιχία ξεριζωμένα από την καρδιά μου· γι’ αυτόν τον λόγο ρέουν μαζί με δάκρυα». 
Κατέβαινε στο μοναστήρι μονάχα για τις μεγάλες γιορτές και δεχόταν μόνο τον μαθητή του στην σπηλιά, που ήταν απρόσιτη όταν ανέβαζε την σκάλα. 
Μετά από μία ουράνια οπτασία παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό ευλογώντας τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, στις 5 Αυγούστου 1960. 


Κατά την νεκρώσιμη Ακολουθία αγριοπούλια εισέβαλαν αίφνης μέσα στην σπηλιά και ήλθαν να καθίσουν πάνω στο σκήνωμα του οσίου, για να ενώσουν τους κρωγμούς τους με τους επικήδειους ύμνους των μοναχών. 
Είκοσι χρόνια αργότερα, ο μαθητής του Ιωαννίκιος είδε σε όνειρο τον όσιο Ιωάννη, που του ζήτησε να προβεί στην εκταφή του σκηνώματός του. Το αίτημα όμως απορρίφθηκε από τον ηγούμενο της μονής, ως αντίθετο στα έθη. 

Λίγο αργότερα ήλθαν προσκυνητές που είχαν παλαιότερα εξομολογηθεί στον ασκητή και ζήτησαν να επισκεφτούν την σπηλιά του και να τιμήσουν το σώμα του. Ανοίχθηκε τότε ο τάφος και ανακαλύφθηκε ότι το σώμα του είχε μείνει παντελώς άφθορο, ενώ ανέδιδε λεπτή ευωδία. Μεταφέρθηκε μετά δέους στην Μονή Χοζεβά, όπου τιμάται έκτοτε από τους προσκυνητές. 
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 12ος, Αύγουστος,Ίνδικτος,


 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις