Κυριακή των Αγίων Πάντων σήμερα. Η Εκκλησία μας γιορτάζει τους Αγίους
Πάντες. Και αυτό το «πάντες» φαίνεται πάρα πολύ γενικό. Τί σημαίνει «πάντες»; Εντάξει, γνωρίζουμε
που η Εκκλησία μας έχει τους Αγίους της, που είναι μάρτυρες, είναι όσιοι, είναι
ομολογητές, γνωρίζει τη ζωή τους, ξέρει τι έκαναν. Αυτό το «πάντες» είναι πολύ
γενικό. Και ας πούμε ότι σ’ αυτό το «πάντες» μέσα
βρίσκονται οι άγνωστοι μάρτυρες, οι άγνωστοι όσιοι, οι άγνωστοι ομολογητές – αλλά
το «πάντες» είναι πιο μεγάλο απ’ αυτό. Είναι και πέρα από τους μάρτυρες και
πέρα από τους όσιους και πέρα από τους ομολογητές… Στο «πάντες» βρίσκονται όλοι εκείνοι που
ευσεβώς αγωνίστηκαν κοντά στον Χριστό, και τα συναξάρια και οι βίοι των Αγίων
δεν τους χώρεσαν, γιατί κανείς δεν τους γνώρισε και κανείς δεν αναφέρθηκε σ’ αυτούς,
και αυτό το «πάντες» είναι πιο πολύ απ’ ό,τι φανταζόμαστε.
Και θα έρχεται στο μυαλό σας το ερώτημα: και ποιο είναι το κριτήριο
γι’ αυτούς Αγίους Πάντες;
Πώς ακριβώς κρίνεται η αγιότητα αυτών των
«πάντων»; Το σημερινό Ευαγγέλιο έδωσε την απάντηση και γι’ αυτό ακριβώς οι θεοφόροι
Πατέρες, που όλα τα έταξαν να είναι καλά, έβαλαν να αναγιγνώσκεται αυτή περικοπή
σήμερα, που ακούσαμε πριν από λίγο. Κοιτάξτε
την απάντηση που δίνει ο Χριστός στο ερώτημα των μαθητών που Του είπανε «εντάξει,
εμείς Σ’ ακολουθήσαμε. Τι θα γίνει τώρα σε εμάς;» Αυτό το κλασικό ερώτημα όλων
των ανθρώπων. «Εντάξει, εμείς να Σ’ ακολουθήσουμε. Τι θα γίνει τώρα;» Το «τι θα γίνει;» κρύβει μέσα μια διπλή απελπισία. Η πρώτη απελπισία είναι: «Δεν
βλέπεις τα πράγματα του κόσμου πώς πηγαίνουνε; Πηγαίνουν άσχημα. Εμείς Σε ακολουθούμε
και δεν βλέπουμε να αλλάζει τίποτε. Τα πάντα έτσι συνεχίζουνε. Άντε να Σ΄ ακολουθήσουμε,
μέχρι πού θα πάει αυτό…». Η δεύτερη πτυχή αυτής της απελπισίας
είναι η εσωτερική πάλη που δίνει ο κάθε άνθρωπος, ο κάθε Χριστιανός, με τους
πειρασμούς, με το μαρτύριο της συνειδήσεως. «Ε, τι θα γίνει, Χριστέ; Θα
συνεχίσει αυτή η πάλη μέχρι τέλους; Μέχρι πού θα πάει; Εμείς Σε ακολουθήσαμε.
Έλεος! Δώσε ανάπαυση!».
Αυτό το διπλό κλασικό ερώτημα των εξωτερικών ταραχών, που φαίνονται να
μην ξεπερνιόνται, και των εσωτερικών πειρασμών και των πνευματικών πολέμων, που
φαίνονται να μην σταματούνε, έρχονται να βρουν απάντηση μέσα από τα λόγια του
Χριστού· και ουσιαστικά να δώσουν απάντηση σε αυτή την ευρύτητα των Αγίων Πάντων.
Ο Χριστός, ακριβώς απαντώντας το ερώτημα των μαθητών το διπλό, έδωσε την διπλή
απάντηση την εξής. Είπε: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων…». Προσέξτε. «έμπροσθεν των ανθρώπων ομολογήσει». Δεν λέγαμε πως ο πρώτος πειρασμός είναι η
δυσκολία του κόσμου, η ταραχή του κόσμου, τα αξεπέραστα προβλήματα που οι Χριστιανοί
δεν αντέχουν, και λένε «Τι θα να γίνει Χριστέ; Κάνε κάτι». Κοιτάξτε. Όποιος
ομολογήσει έμπροσθεν των ανθρώπων, τι σημαίνει; Να αντιμετωπίσει κοινώς, «ὁμοῦ» λόγος: κοινός Λόγος: να αντιμετωπίσει όπως ο Χριστός τα πράγματα του
κόσμου. Όποιος τα πράγματα του κόσμου δεν τα αντιμετωπίζει όπως ο Χριστός, με
τη δική Του ταπείνωση, με τη δική Του απάθεια, με τη δική Του αγάπη, και
βιάζεται γρήγορα- γρήγορα να ξεπεραστούν τα δύσκολα, δεν ομολογεί Χριστό. Γιατί
δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα όπως ο Χριστός. Αυτή είναι η ομολογία που δίνουμε
για τις εξωτερικές ταραχές.
Και όσο ρωτούμε το ερώτημα «γιατί δεν ξεπερνιόνται;» και «γιατί δεν
ξεπερνιόνται;», αυτή τη στιγμή που ρωτούμε το ερώτημα, ακριβώς χάνουμε χρόνο
για να αποκτήσουμε και να βαθύνουμε πάνω μας αυτό το ήθος της ομολογίας. Όποιος
ρωτάει συνέχεια χάνει αυτή την άσκηση της καθημερινής ομολογίας. Και μόνο να
μην ρωτάς και μόνο να λες «Κύριε ελέησον» και μόνο να λες «Δόξα τω Θεώ»,
αρχίζει να λειτουργεί πάνω σου η ομολογία γι’ αυτά τα εξωτερικά πράγματα και τη
δυσκολία. Και όσο ρωτάς και ρωτάς, ο Χριστός από την αγάπη Του – για να μην πας
χαμένος – περιμένει να πάψεις να ρωτάς και μετά να δοθεί απάντηση στα πράγματα
του κόσμου. Η ευθύνη μας είναι τα πράγματα του κόσμου. Η ομολογία λοιπόν για τα
έξω. Για το μέσα, για τους πειρασμούς, για το μαρτύριο της συνειδήσεως, πάλι ο Χριστός έδωσε την απάντηση. Λέει: «Καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» τώρα, ενώ πριν ήταν ενώπιον των ανθρώπων να ομολογήσει. Τώρα «τον
σταυρόν αυτού», το μαρτύριο της συνειδήσεως, οι πειρασμοί, οι πόλεμοι που γίνονται μέσα μας· «τον σταυρόν αυτού»: η
ταπείνωση, το να σκεφτείς αυτό που κάνει ο Χριστός για τη ζωή σου, το να
σκεφτείς ότι ο Χριστός σού έδωσε τέτοιες δυνάμεις που, αν πάρεις το σταυρό σου
όπως Εκείνος, θα τα ξεπεράσεις. Το διπλό ερώτημα
λοιπόν ξεπερνιέται εν τη ομολογία προς τα έξω και εν τη άρσει του σταυρού.
Και τότε το ερώτημα «Γιατί, Χριστέ, τα πράγματα πάνε έτσι; τι θα γίνει
μαζί μας;» ξεπερνιέται και δεν είναι πρόβλημα. Και να, που φτιάχνονται οι άγιοι. Από εκεί φτιάχνονται οι άγιοι! Πέρα από
τους όσιους, πέρα από τους μάρτυρες, πέρα από τους ομολογητές – η Εκκλησία τόλμησε και είπε «οι Άγιοι Πάντες!».
Όλοι εκείνοι που δεν φάνηκαν ποτέ να μαρτύρησαν, όλοι εκείνοι που φάνηκαν ότι
δεν είχαν κάποιο οσιακό βίο, όλοι εκείνοι που φάνηκαν ότι δεν ήταν στηλίτες,
δεν ομολόγησαν! Αλλά αυτοί, οι οποίοι έζησαν αυτή την διπλή κατάθεση της
ομολογίας και της άρσης του σταυρού, είναι μέσα στον χώρο των Αγίων. Και αυτό
σήμερα γιορτάζει η Εκκλησία μας. Και έτσι δίνει –ολοκληρώνοντας τον μεγάλο κύκλο του σωτήριου
έργου τού Χριστού, της θείας οικονομίας Του, μετά την γιορτή της Πεντηκοστής – δίνει
κουράγιο και θάρρος στους πιστούς και λέει: Ανοιχτός ο δρόμος της αγιότητας! Μπορεί να μη μιμηθείτε κανέναν από αυτούς
που είναι γραμμένοι στη Συναξάρια. Αυτό κάνετε και είστε μέσα στα Συναξάρια!
Και είσαι μέσα στους Άγιους Πάντες!
Ευχή και προσευχή: Ο πιστός λαός του Θεού αυτό να το καταλάβει! Και να
μην απελπίζεται ούτε από το μαρτύριο της συνειδήσεως ούτε από τους δύσκολους
καιρούς. Και αν το καταλάβει, τότε τα Συναξάρια είναι
ανοιχτά γι’ αυτούς και είναι ανοιχτά να μπουν μέσα και αυτοί στους Άγιους Πάντες!
Και να το ευχηθούμε όλοι να καταλήξουν εκεί, μέσα στην αγάπη του Χριστού! Και
μέσα από τη δική τους ομολογία και μέσα από τη δική τους άρση του σταυρού του
μαρτυρίου της συνειδήσεως τους!
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα:www.floga.gr
Ένα απόγευμα καθόταν στο μπαλκόνι κοιτάζοντας προς την θάλασσα ο Γέρο Γελάσιος. Είχε εκπλαγεί από την φανταστική ομορφιά της Δημιουργίας του Θεού και αναφωνούσε:
Τί ωραία είναι τα πάντα μπροστά μου, η θάλασσα, ο ουρανός, τα δάση, τα πουλιά, τα λουλούδια!! Γιατί Χριστέ μου έφτιαξες ένα τέτοιο θαυμαστό κόσμο;
Και άκουσε φωνή να του λέγει δυνατά;
-Για σένα τα έφτιαξα Γέροντα.
Και αμέσως Ο παππούς τον ερώτησε:
-Και εγώ τι να κάνω για Σένα, Χριστέ μου;
-Να με αγαπάς σαν Πατέρα και να με φοβάσαι σαν Θεό.
Η αγάπη του Θεού, επειδή είναι μυστήριο, είναι ακατανόητη και ακατάληπτη. Απλώς ο άνθρωπος μπορεί να την καταλάβει μερικώς και αποσπασματικώς, μέχρι εκεί που αντέχει ο άνθρωπος. Η σημερινή γιορτή είναι ακριβώς το όριο της απαντοχής του ανθρώπου για να καταλάβει την αγάπη του Θεού. Ο Θεός με το γεγονός της Πεντηκοστής, της αποστολής του Αγίου Πνεύματος, σφραγίζει όλο το έργο της Θείας Οικονομίας. Από τότε που ο άνθρωπος έπεσε, ο Θεός ετοίμαζε τον άνθρωπο γι’ αυτή τη μέρα, για να μπορεί ακριβώς να πάρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και να ανέλθει στο ύψος του Ουρανού και να μπορεί κι αυτός να γίνει Θεός. Και έτσι λοιπόν, αυτή η μέρα ακριβώς, που είναι το αποκορύφωμα του έργου της Θείας Οικονομίας και το σφράγισμά της, είναι και το όριο της ανθρώπινης κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.
Ο Θεός ό,τι κάνει το κάνει για να το ζήσουμε εμείς. Κοιτάξτε τι
γίνεται στην Πεντηκοστή. Κατεβαίνει το Άγιο το Πνεύμα και κατεβαίνει, θα έλεγα,
με κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες προϋποθέσεις αφορούν εμάς. Και αν εμείς αυτές τις προϋποθέσεις τις
βάλουμε στη ζωή μας, τότε φτάνουμε σε αυτό το όριο, το πιο ακραίο σημείο τού να
καταλάβουμε την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις που αφορούν
εμάς; Εμείς είμαστε πεπερασμένοι και έχουμε όρια, γι’ αυτό έχουμε προϋποθέσεις.
Ο Θεός δεν έχει προϋποθέσεις, επειδή είναι απέραντος και αιώνιος. Και εμείς αν
ζήσουμε σαν κι Αυτόν, θα γίνουμε χωρίς προϋποθέσεις. Αλλά να ποιες είναι οι προϋποθέσεις τώρα, για να μπορέσουμε να
φτάσουμε σε αυτό το ακρότατο σημείο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.
Το κείμενο το αποστολικό, που ακούσαμε πριν από λίγο, τις διάγραφε
αδρά και πεντακάθαρα. Να ποιες ήταν. Οι Απόστολοι ήτανε, λέει, συνηγμένοι «ὁμοθυμαδὸν» και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Αυτές είναι οι πρώτες προϋποθέσεις.
Προσέξτε το «ὁμοθυμαδὸν» και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Θα νόμιζε κάποιος που ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που γράφει το κείμενο
των Πράξεων, λέει το ίδιο πράγμα. Αλλά δεν είναι το ίδιο το πράγμα. Το «ἐπὶ τὸ αὐτό» σημαίνει ήταν μαζεμένοι σ’ έναν τόπο, δηλαδή,
άντεχαν ο ένας να βλέπει τον άλλο και άντεχαν ο ένας να ζει μαζί με τον άλλο. Αλλά ούτε αυτό θα ήταν αρκετό, η τοπική
τους σύναξη, αν δεν είχαν και το «ὁμοθυμαδὸν». Δηλαδή, είχαν
κάτι πολύ βαθύ, βλέπετε, το θυμικό είναι το «ὁμοθυμαδὸν», κάτι πολύ
βαθύ στον άνθρωπο, και το «ὁμοῦ». Είχανε μια κοινότητα ζωής που δεν έπαυε
να τους κάνει να έχουνε και διαφορετικές σκέψεις. Αλλά ένα πράγμα ήταν για αυτούς σπουδαίο: να πορεύονται προς τον
Χριστό, και μέσα από εκεί, μπορούσαν να έχουν ποικίλες σκέψεις. Δεν ήταν δηλαδή
ρομπότ που δεν σκεφτόταν διαφορετικά, όλοι είχαν τον χαρακτήρα τους, και όμως
είχαν το «ὁμοθυμαδὸν». Όλοι ένα πράγμα επιδίωκαν. Γιατί καθόντουσαν εκεί; τι περίμεναν; Κάτι
που τους είχε πει ο Χριστός: «Θα σας στείλω την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος».
Ό,τι λοιπόν σκέψεις και να ’χανε, όποιες προσωπικότητες και να ’χανε, αυτό τους
χαρακτήριζε και αυτό τους έκανε να έχουν κοινό θυμικό, δηλαδή κοινό εσωτερικό
κόσμο, που δεν καταργούσε τα χαρίσματά τους, αλλά τους έκανε να ’χουνε ενότητα
ζωής.
Να λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις για να μπορούμε να φτάσουμε
σε αυτό το ακρότατο όριο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Να έχουμε κοινό
θυμικό, να έχουμε κοινές προοπτικές όλοι μας, που αν έχουμε κοινές προοπτικές,
ποτέ δεν μπορεί να διαταραχθεί η ενότητα. Η ενότητα θα διαταράσσεται, όταν
έχουμε άλλες προοπτικές.
Μια Εκκλησία ή Χριστιανοί που δεν έχουν
ενότητα δηλώνουνε που δεν πιστεύουν στον Χριστό και στην κοινή προοπτική που
μας ανοίγει: το «ὁμοθυμαδὸν» αλλά και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Όχι μια θεωρητική σχέση με τον Χριστό,
όχι είμαστε κάπου όλοι στον τόπο μας, στα κελιά μας κρυμμένοι και Σε
σκεπτόμαστε, είμαστε και «ἐπὶ τὸ αὐτό»! Ο ένας αντέχει να ζήσει τον άλλον. Μέσα
εδώ θα βρείτε μετά την παράδοση της Εκκλησίας μας, που καλλιέργησε την έννοια
του κοινοβίου, την έννοια της συνάξεως, την έννοια της λειτουργικής συνάξεως,
την έννοια του σώματος που είναι παρόν και βλέπεται ο ένας με τον άλλον. Να
λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις, για να φτάσουμε σε αυτό το όριο της
κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Και
αν τις έχουμε, τότε η αγάπη του Θεού, μέσα από μας, γίνεται πράξη, και τότε
καταλαβαίνουμε την αγάπη του Θεού. Αλλιώς δεν μπορούμε να την καταλάβουμε,
απλώς την ψάχνουμε με το μυαλό μας και δεν μπορούμε ποτέ να την «πιάσουμε» με
την καρδιά μας. Να λοιπόν πώς καλλιεργείται η καρδιά: με το ὁμοθυμαδὸν» και «ἐπὶ τὸ αὐτό».
Και όμως οι προϋποθέσεις συνεχίζονται. Το Άγιο το Πνεύμα έρχεται ως «βιαία φερομένη πνοή». Έρχεται με μια
βία μέσα – που τι σημαίνει αυτό; Το Άγιο το Πνεύμα έχει βία; Μα φυσικά έχει βία. Τι σημαίνει αυτή η βία; Θέλει να
συνταράξει τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου. Αλλά είναι μια βία η οποία δεν
έρχεται να σε δείρει, να σε χτυπήσει, να σε εξαφανίσει. Μπαίνει μέσα, με ένα δικό της τρόπο,
απαλό μεν, αλλά βίαιο. Πώς μπορεί το απαλό να είναι βίαιο; Είναι βίαιο ακριβώς γιατί
προκαλεί για μια άλλη στάση ζωής που μέχρι τώρα δεν ήταν κατανοητή. Και συνταράσσει τα μέχρι τότε δεδομένα
του κόσμου – που σημαίνει το Άγιο το Πνεύμα δεν αφήνει τον κόσμο να λιμνάσει σε
θεωρίες, απόψεις, σε τρόπους ζωής, που απλώς θα συντηρούν μια κατάσταση και
απλώς θα γιατρεύουνε μικρο-καταστάσεις. Το
Άγιο το Πνεύμα προτείνει μια ριζική αλλαγή! Αυτή είναι η βία Του!
Και οι Χριστιανοί με αυτόν τον τρόπο, όλοι οι Χριστιανοί, είναι βίαιοι,
αλλά η βία τους έχει μέσα ένα άλλο ήθος. Έρχονται να συνταράξουνε τα λιμνάζοντα
νερά του κόσμου που λένε «όλα καλά», όλα τα πάμε καλά, όλα συντηρούνται, μπορεί
να είναι εντάξει, μπορεί να είναι ειρήνη, μπορεί να είναι ασφάλεια, μπορεί να
είναι ρυθμοί αναπτύξεως, μπορεί να είναι ειρηνικές διαδικασίες, και όμως, λέει
το Άγιο το Πνεύμα, οι Χριστιανοί σε αυτά δεν κολλάνε. Οι χριστιανοί πάνε
παρακάτω και υπ’ αυτή την έννοια είναι βίαιοι γιατί προκαλούν, είναι
προκλητικοί, για να αλλάξει κάτι βαθύτερο.
Οι Χριστιανοί δεν μπορούν να παίξουν το παιχνίδι τού να συντηρούνε τα
πράγματα του κόσμου όπως είναι: την ψεύτικη ειρήνη του, την ψεύτικη ενότητά
του. Είναι βίαιοι.
Αλλά αυτή η βία πώς έρχεται; Όχι με
τρόπους που θέλει ο κόσμος· έρχονται οι ίδιοι να δώσουν μια ισχυρή απάντηση σε
εκείνα που προτείνει ο κόσμος, με τη ζωή τους, γιατί ακριβώς είναι «ὁμοθυμαδὸν», είναι «ἐπὶ τὸ αὐτό», και έτσι είναι βίαιοι και δεν κάνουν
με τίποτε πίσω. Η βία τους είναι αγαπητική μεν αλλά είναι βία. Αλίμονο αν οι Χριστιανοί δεν είχαν αυτή
τη βία, και αλίμονο αν οι Χριστιανοί πλανηθούν και, για να καταξιώσουν τη ζωή τους,
να αποκτήσουν τα μέτρα της βίας του κόσμου και των φωνασκιών του κόσμου. Η βία
που προτείνει το Άγιο το Πνεύμα τους είναι απείρως μεγαλύτερη από όλες τις βίες
και τις δυνάμεις του κόσμου. Απλώς πολλές φορές τα μεγέθη του κόσμου φάνηκαν να
καταλαμβάνουν τον Χριστιανισμό, γιατί εμείς δεν αξιοποιήσαμε τη βία του Αγίου
Πνεύματος, γιατί πουληθήκαμε στο ήθος του κόσμου, γιατί δεν είχαμε ήθος πάνω
μας. Κάθε φορά που φοβόμαστε τα πράγματα του
κόσμου και συμβιβαζόμαστε, τα συντηρούμε και δεν αξιοποιούμε τη χάρη του Άγιου
Πνεύματος που προτείνει μια άλλη βία. Να λοιπόν η μεγάλη προϋπόθεση η επόμενη.
Και μια ακόμη μεγάλη προϋπόθεση, μετά: έρχεται το Άγιο το Πνεύμα και
κάθεται πάνω σε κάθε μαθητή, γίνεται προσωπικό γεγονός ενώ είναι κοινό γεγονός,
είναι όλης της Εκκλησίας, είναι [και] προσωπικό γεγονός. Ο καθένας ζει μέσα από αυτές τις
προϋποθέσεις που βάζει στη ζωή του το «ὁμοθυμαδὸν», το «ἐπὶ τὸ αὐτό», το «βίαιον», ζει τη χάρη του Άγιου Πνεύματος προσωπικά
– που σημαίνει αυτό το «προσωπικά»: έχει έναν προσωπικό αγιασμό ο οποίος όμως
ωφελεί τον κόσμο, είναι προσωπικός ο αγιασμός του, προσωπική η βίωσή του, αλλά
την ίδια ώρα αυτό γίνεται δωρεά για τον κόσμο. Ααυτοί είναι οι Άγιοι της
Εκκλησίας μας, που παίρνουν αυτή τη δωρεά και την εκχέουν απλόχερα στη ζωή του
κόσμου, δηλαδή ό,τι κάνουνε το κάνουνε για να ζήσει ο κόσμος· όπως ο Θεός ό,τι
έκανε το έκανε για να ζήσει ο κόσμος. Και τότε κανείς από τον γύρω κόσμο δεν
καταλαβαίνει πώς αυτοί έζησαν το «ὁμοθυμαδὸν», πώς έζησαν «ἐπὶ τὸ αὐτό», πώς έζησαν τη «βία». Γεύονται πάνω
τους την αγάπη των Αγίων, και τότε γι’ αυτούς είναι μια γεύση Παραδείσου και Ουρανού.
Αρκεί να μπορούν και αυτοί να ανοίξουν τα μάτια τους.
Και τότε οι Άγιοι, επειδή έζησαν προσωπικά τον Θεό και είναι προσωπικό
τους γεγονός, που κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει, κανείς δεν μπορεί να το
παραχαράξει, γίνονται ευεργέτες του κόσμου. Και τότε γίνεται κατανοητό, γι’
αυτούς και για τη ζωή του κόσμου, το τι είναι η αγάπη του Θεού. Και έτσι
μετριέται η αγάπη του Θεού: μέσα από το γεγονός της Πεντηκοστής, της κοινωνίας
του κόσμου και της προσωπικής μας Πεντηκοστής. Η Πεντηκοστή έχει λοιπόν διπλό
χαρακτήρα: καταυγάζει την ενότητα του κόσμου και την ίδια ώρα αναδεικνύει τους
Αγίους. Και αυτή είναι η προοπτική της ζωής μας, της εδώ της οριζόντιας, και
της κάθετης προς τον Ουρανό. Ενότητα εν τω Χριστώ μέσα από το «ὁμοθυμαδὸν» και το «ἐπὶ τὸ αὐτό», μέσα από τη «βία», που
μίλησα πριν από λίγο, μέσα από την προσωπική βίωση. Και έτσι ο κόσμος γίνεται
ενότητα – και έχουμε ευθύνη για την
ενότητα του κόσμου – και την ίδια ώρα αγιασμός και προσωπική άνοδος προς τον
Χριστό. Να λοιπόν γιατί είπα στην αρχή πως τώρα που καλύπτεται το ακατανόητο
μυστήριο της αγάπης του Θεού – και μόνο έτσι και όχι αλλιώς – μπορούμε να το «πιάσουμε»,
όσο αντέχει ο ανθρώπινος νους.
Η μέρα της Πεντηκοστής, μια μέρα που προκαλείται ο κάθε Χριστιανός να
βάλει τον εαυτό του για δύο πράγματα: να λειτουργήσει την ενότητα του κόσμου
και να λειτουργήσει την προσωπική του αγιότητα. Και τα δυο θα ξεχυθούν σαν
δυναμικές προτάσεις ζωής στον κόσμο. Η ενότητα του κόσμου θα κάνει τον κόσμο να
ξεπεράσει τους διχασμούς. Και ο προσωπικός του αγιασμός θα εμφανίσει την αγάπη
του Θεού πάνω στον κόσμο.
Αν έχουμε κάποιον άλλο σκοπό στη ζωή μας
που είναι πάνω από αυτό, ας το βρούμε… Δεν έχουμε τίποτε, παρά μόνο αυτό! Και η
ζωή μας τώρα υπάρχει γιατί υπάρχει η Πεντηκοστή, γιατί υπάρχει η Εκκλησία, και
άλλο τίποτε δεν υπάρχει παρά μόνο αυτό. Χωρίς
αυτό, όλα τα άλλα είναι σκύβαλα και όλα τα άλλα είναι σκουπίδια: να λοιπόν, η
αγάπη του Θεού να αποκαλύπτεται και εμείς να παραμένουμε κοιμισμένοι μπροστά
της.
Να ευχηθούμε αυτή η Πεντηκοστή να αποτελέσει ένα πιθανώς καινούργιο
έναυσμα. Για μια δυναμική στάση μπρος στα πράγματα
του κόσμου. Για μια στάση η οποία θα δώσει ηχηρές απαντήσεις, χαστούκια
πραγματικά, βία ακατανόητη για τον κόσμο.
Αν οι χριστιανοί είμαστε αληθινοί και αν κάτι ακόμη νομίζουμε ότι έμεινε
να πούμε στον κόσμο.
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα:www.floga.gr
Την όγδοη Κυριακή από το Πάσχα εορτάζουμε την αγία Πεντηκοστή.
Και αυτή την εορτή την έχουμε παραλάβει από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Γιατί όπως ακριβώς οι Εβραίοι εορτάζουν την Πεντηκοστή, τιμώντας τον αριθμό επτά και διότι πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα (τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας) έλαβαν τον Νόμο, έτσι κι εμείς, μετά το Πάσχα, αφού εορτάσουμε πενήντα ημέρες, λαμβάνουμε το πανάγιο Πνεύμα, το οποίο νομοθετεί και οδηγεί σε όλη την αλήθεια και διατάσσει τα αρεστά στον Θεό.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι Εβραίοι είχαν τρεις εορτές, το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τη Σκηνοπηγία.
Το Πάσχα το έκαναν σε ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας -η λέξη Πάσχα σημαίνει διάβαση- και αυτή η εορτή προτύπωνε τη δική μας διάβαση από τη σκοτεινή αμαρτία και την επάνοδό μας στον Παράδεισο.
Την Πεντηκοστή την εόρταζαν σε ανάμνηση της κακοπάθειάς τους στην έρημο και του ότι μέσα από πολλές θλίψεις μπήκαν στη γη της επαγγελίας, οπότε και απόλαυσαν τους καρπούς, το σιτάρι και το κρασί. Και η εορτή αυτή προτύπωνε τη δική μας ταλαιπωρία από την απιστία και την είσοδό μας στην Εκκλησία, γιατί τότε κι εμείς μεταλαμβάνουμε του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου.
Άλλοι λοιπόν λένε ότι την Πεντηκοστή οι Εβραίοι την εορτάζουν γι’ αυτή την αιτία. Άλλοι ότι για να τιμήσουν τις πενήντα μέρες, κατά τις οποίες αφού νήστεψε ο Μωϋσής, δέχθηκε τον θεόγραφο Νόμο, και συγχρόνως για να θυμούνται και τη θυσία στον χρυσό μόσχο και τα άλλα όσα έκανε ο Μωυσής όταν ανέβηκε στο όρος και μετά κατέβηκε. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι η Πεντηκοστή επινοήθηκε στους Εβραίους για την τιμή του αριθμού επτά, όπως είπαμε· γιατί επτά επί επτά κάνει πενήντα μέρες παρά μία.
Και η τιμή της Πεντηκοστής δεν ήταν μόνο για τις ημέρες αλλά και για τα έτη· γιατί μετά από επτά επί επτά έτη ερχόταν το Ιωβηλαίο (το πεντηκοστό), κατά τη διάρκεια του οποίου άφηναν τη γη χωρίς σπορά, παρείχαν άνεση στα ζώα και άφηναν ελεύθερους τους αγορασμένους δούλους τους.
Τρίτη εορτή των Εβραίων ήταν η Σκηνοπηγία, η οποία εορταζόταν μετά τη συγκομιδή των καρπών, δηλαδή πέντε μήνες μετά την εορτή του Πάσχα.
Αυτή η εορτή γινόταν σε ανάμνηση της ημέρας κατά την οποία ο Μωυσής έστησε για πρώτη φορά τη Σκηνή, την οποία είδε μέσα σε νεφέλη στο όρος Σινά και στη συνέχεια την κατασκεύασε ο αρχιτέκτονας Βεσελεήλ. Έτσι και οι Εβραίοι έκαναν σκηνές και εόρταζαν μένοντας στους αγρούς και έκαναν τη συγκομιδή των κόπων τους ευχαριστώντας τον Θεό.
Αυτή η εορτή ήταν προτύπωση της δικής μας ανάστασης από τους νεκρούς, τότε που τά σώματά μας, που σαν σκηνές διαλύθηκαν (με τον θάνατο), θα ξαναστηθούν και θα απολαύσουμε τους καρπούς των κόπων μας, πανηγυρίζοντας στις αιώνιες σκηνές.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ημέρα αυτή της Πεντηκοστής ήρθε το Πνεύμα το άγιο στους Μαθητές. Επειδή όμως οι άγιοι πατέρες θεώρησαν σωστό να χωρίσουν τις δυο εορτές, για το μεγαλείο του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος, διότι είναι ένα από τα πρόσωπα της αγίας και ζωαρχικής Τριάδος, έτσι και εμείς αύριο θα πούμε πώς ήρθε το Πνεύμα το άγιο.
Με τις πρεσβείες των αγίων Αποστόλων, Χριστέ ο Θεός μας, ελέησέ μας. Αμήν.