Ο προφήτης Ζαχαρίας καταγόταν από τον οίκο του αρχιερέως Αβιά, απογόνου του Ααρών, και έμενε στα Ιεροσόλυμα με τη γυναίκα του την Ελισάβετ, απόγονο και αυτή του Ααρών. Και οι δύο ζούσαν σύμφωνα με τις θείες εντολές, ήταν δε δίκαιοι και άμεμπτοι ενώπιον του Θεού. Είχαν μείνει όμως άτεκνοι και η ηλικία τους είχε περάσει.
Την ημέρα της μεγάλης εορτής του Εξιλασμού (σημ.: ήταν η δέκατη ημέρα του έβδομου ιουδαϊκού μήνα Τιρσί, ο οποίος αντιστοιχεί προς τα μέσα περίπου Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Οκτωβρίου· βλ. Λευϊτ. 16, 29), όταν ο Ζαχαρίας εισήλθε μόνος ως εφημερεύων αρχιερεύς στον Ναό για να προσφέρει θυμίαμα, παρουσιάσθηκε στα δεξιά του Θυσιαστηρίου του θυμιαμάτος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Εξαστράπτοντας από θείο φως, του ευαγγελίσθηκε ότι ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές του και θα του δώσει στα γηρατειά του γιο, ο οποίος θα ονομασθεί Ιωάννης· πρόσθεσε δε και τα εξής: «Αυτός θα είναι γεμάτος με Πνεύμα Άγιο ήδη από την κοιλιά της μητέρας του και θα κάνει πολλούς Ισραηλίτες να επιστρέψουν στον Κύριο και Θεό τους. Θα προπορευτεί στο έργο Κυρίου και θα ετοιμάσει τον λαό για να υποδεχτεί τον Κύριο»(Λουκ. 1, 16-17).
Ο Ζαχαρίας, έκθαμβος από την οπτασία, απόρησε και δυσπίστησε στο χαρμόσυνο μήνυμα και ο άγγελος του Κυρίου τον παιδαγώγησε με αφωνία μέχρι τη γέννηση και τα ονομαστήρια του Τιμίου Προδρόμου, για να τον διδάξει έμπρακτα να μην αμφιβάλλει ποτέ για τις θείες επαγγελίες.
Την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού, κατά την περιτομή και την ονοματοδοσία του, οι συγγενείς ρώτησαν τον πατέρα του πώς θα το ονομάσει. Ο Ζαχαρίας ζήτησε πλάκα και έγραψε: «Ιωάννης είναι το όνομά του». Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και πλήρης Πνεύματος Αγίου έψαλε με ιερή μέθεξη την προφητική ωδή: «Ας είναι ευλογημένος ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, γιατί μας επισκέφθηκε κι έφερε τη λύτρωση στο λαό Του! Για χάρη μας έστειλε έναν δυνατό Σωτήρα από τη γενιά του Δαβίδ, του δούλου Του… Κι εσύ, παιδί μου, θα ονομαστείς και θα γίνεις προφήτης του υψίστου Θεού, γιατί θα προπορευτείς πιο μπροστά από τον Κύριο για να ετοιμάσεις τον θρόνο Του, κάνοντας γνωστή τη σωτηρία στον λαό Του με τη συγχώρεση των αμαρτιών τους, γιατί ο Θεός μας είναι γεμάτος ευσπλαχνία. Έκανε ν’ ανατείλει ένα Φως από ψηλά, για να φωτίσει αυτούς που ζούνε μέσα στο σκοτάδι και κάτω από τη σκιά του θανάτου και να οδηγήσει τα βήματά μας στον δρόμο της ειρήνης»(Λουκ. 1, 5-20· 53-79).
Μετά τη Γέννηση του Χριστού, ο Ζαχαρίας, σύμφωνα με την παράδοση, κήρυττε με παρρησία ότι η Μαριάμ γέννησε όντως τον μόνο και αληθινό Θεό και ότι έμεινε μετά τον θείο και απόρρητο τοκετό πάλι Παρθένος. Μάλιστα, επειδή Της υπέδειξε, με σθένος θείας πληροφορίας, να στέκεται στον Ναό εκεί όπου στέκονταν οι παρθένοι, διήγειρε εναντίον του τη μανία και το μίσος των Εβραίων.
Έτσι, όταν κατά τη φρικτή βρεφοκτονία της Βηθλεέμ [29 Δεκ.] έκρυψε την Ελισάβετ μαζί με τον Ιωάννη -νήπιο τότε δυόμισι ετών- σε ένα σπήλαιο πέραν του Ιορδάνου, τον κατήγγειλαν στον θηριώδη Ηρώδη και τον κατεδίωξαν ως το εσωτερικό του Ναού. Εκεί, τον εφόνευσαν μεταξύ του Ναού και του Θυσιαστηρίου, στον τόπο όπου είχε ορίσει να παρίσταται η Παρθένος μετά την θεοτοκία της. Το αίμα του κύλησε ως το εσωτερικό του θυσιαστηρίου, μαρτυρώντας ενώπιον του Θεού τη μιαιφονία των Εβραίων. Κατόπιν οι ιερείς ενταφίασαν το μαρτυρικό σώμα του στον τάφο των πατέρων του, στα Ιεροσόλυμα.
Από το αποτρόπαιο γεγονός αυτό και εξής, μέσα στον Ναό των Ιεροσολύμων έλαβαν χώρα σημεία και τέρατα, που προμήνυαν προσεχώς την οριστική κατάργηση της λατρείας και του Νόμου. Το επιτίμιο του Θεού ήταν δριμύ και άμεσο: Οι ιερείς έπαυσαν να έχουν οπτασίες θεόπεμπτων αγγέλων· τους αφαιρέθηκε πια το χάρισμα της προφητείας και δεν μπορούσαν πλέον να δώσουν χρησμό από το Δαβίρ (το άδυτο του Ναού), ούτε και να τολμήσουν να επερωτήσουν στο Εφούδ (το άμφιο του Ααρών) και να διασαφηνίσουν στον πνευματικά άμοιρο λαό τα δυσνόητα σημεία των Γραφών και τα απροσπέλαστα μυστήρια του Θεού, για τους οποίους αυτά έγιναν κλειστά και επτασφράγιστα κεφάλαια.
Αυτή η αφήγηση του μαρτυρίου του Ζαχαρία, που αναφέρεται στους Συναξαριστές, βασίζεται στην απόκρυφη παράδοση και στη μαρτυρία αρκετών Πατέρων της Εκκλησίας, επιτρέπει δε την ταύτιση του πατρός του Προδρόμου με τον Ζαχαρία, τον γιο του Βαραχίου, που φονεύθηκε επίσης μεταξύ Ναού και Θυσιαστηρίου. Τούτον τον τελευταίο έφερε ο Χριστός μαζί με τον Άβελ ως παράδειγμα άμεμπτων Δικαίων, οι οποίοι υπήρξαν θύματα της αχαριστίας του λαού (Ματθ. 23, 35) Το πιθανότερο όμως είναι να έκανε εδώ ο Χριστός έναν υπαινιγμό στον Ζαχαρία –όπως ονομάζεται στο Εβραϊκό, ενώ στο κείμενο των Ο΄ αναφέρεται ως Αζαρίας– γιο του ιερέως Ιωδαέ, ο οποίος, επειδή καταδίκασε τις παραβάσεις του λαού, λιθοβολήθηκε με διαταγή του βασιλέως των Ιουδαίων Ιωάς (638-608 π.Χ.) στο προαύλιο του Ναού (Β΄ Παραλ. 24, 20-22).
Άγιος Αριστίων Ιερομάρτυρας επίσκοπος Αλεξανδρείας
3 Σεπτεμβρίου
Ὡς εἰς ἄριστον τὴν πυρὰν σπεύδων τρέχεις,
Χριστοῦ ἄριστε Μαρτύρων Ἀριστίων.
Ο Άγιος Αριστίων γεννήθηκε στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. στην επαρχία της Συρίας Απάμεια και έγινε Χριστιανός από τον Άγιο Αντώνιο (9 Νοεμβρίου) σε ηλικία μόλις 10 ετών. Λόγω του ενάρετου βίου του, εκλέχτηκε από τον λαό, δεύτερος επίσκοπος της Αλεξάνδρειας της μικρής που βρησκόταν στην Κιλικία της Μικράς Ασίας (κοντά στην πόλη Ισσόν). Ως ποιμενάρχης, ο Αριστίων, ποίμανε θεάρεστα το ποίμνιο του και δίδασκε με παρρησία το Λόγο του Χριστού με αποτέλεσμά να γίνουν Χριστιανοί πολλοί ειδωλολάτρες. Αυτό όμως δεν άρεσε στον Ρωμαίο έπαρχο που διέταξε να τον συλλάβουν και να τον ρίξουν στην πυρρά. Μέσα στο καμίνι, ο Αριστίων, υμνώντας και δοξάζοντας τον Χριστό έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ ΕΠΕΔΕΙΞΕ ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΑΡΕΤΕΣ ΣΤΟΝ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΤΟΥ ΒΙΟ
1.Τα υπέρλαμπρα τάγματα των κορυφαίων Αγίων διαφέρουν μεταξύ τους. Έτσι ο ρυθμιστής των πάντων Κύριος οδηγεί τους εκλεκτούς του στον Ουρανό από διαφορετικούς δρόμους, ώστε κάθε αρετή να ληφθεί υπ’ όψιν και όλες οι αρετές να επιβραβεύονται για κάθε έναν από εκείνους. Ούτε τους έκρινε όλους άξιους να περιβληθούν τον πορφυρό μανδύα του διακεκριμένου μάρτυρα, αλλά τους κατηγοριοποιεί με βάση κάποιο θείο σχέδιο, ώστε για όσους δεν αντιμετώπισαν αιμοσταγείς βασανιστές, να είναι αρκετή η προθυμία και η πίστη τους. Σε άλλους πάλι, που επέλεξαν να ασκήσουν την αρετή τους με διαφορετικό τρόπο, εξασφάλισε αιώνια δόξα.
2.Για να παραλείψομε τα υπόλοιπα, η ιερή συνάθροιση των αναχωρητών αποτελεί ένα παράδειγμα προς μίμησιν, διότι εκείνοι που εγγράφονται σε αυτήν απαρνούνται κάθε κοσμική παραμυθία και διεξάγουν καθημερινά συνεχή πόλεμο με τους αόρατους δαίμονες, πιστεύοντας μόνο στον Θεό. Σε αυτούς επιδαψιλεύεται η εξαίρετη τιμή να απεκδύονται τις χαμερπείς ηδονές και να φλέγονται από ζήλο για τα θεία. Αυτοί δεν πρέπει να αποκαλούνται άνθρωποι, αλλά άγγελοι επί γης. Μεταξύ αυτών, εξαιρετικά διαπρεπής είναι ο Μακαριστός Κοσμάς, στον οποίο είναι αφιερωμένη η σημερινή λαμπρή ημέρα. Αυτός στην νήσο Κρήτη, όσο έζησε, εζήλωσε τη ζωή των αγγέλων, διάγοντας μοναχικό βίο.
3.Διότι αφοσιωμένος καθημερινά στην ενατένιση των ουρανών και στην προσευχή, κατοικούσε σε αυτό το αφιλόξενο σπήλαιο, επεδείκνυε πρόθυμα και ακούραστα πίστη στον παντοδύναμο Κύριο. Μέσα σε αυτήν την εκλεκτή μοναξιά, βέβαια, το δικό του σώμα περικυκλωμένο από τα τοιχώματα και εξασθενημένο από τις κακουχίες, την πείνα, την επίπονη και επίμονη άσκησή του, είχε ως μοναδικό σκοπό το να υπηρετεί τον Κύριο. Υπομένοντας την υγρασία και το ψύχος και περιφρονώντας τις ανέσεις είχε εξασκήσει το σώμα του στο να αντιστέκεται σε κάθε απόλαυση. Ύστερα, έχοντας ιδιαίτερα βαθιά γνώση του πώς θα πολεμήσει τον δαίμονα, αν και υπέφερε καθημερινά από στομαχικές διαταραχές, τον απωθούσε με μεγάλη ευκολία. Και έτσι, περνώντας από αρετή σε αρετή, ξεπέρασε όλους τους προηγούμενους και ανέβαινε συνεχώς όλο και ψηλότερα.
4.Φλεγόμενος από την επιθυμία να προοδεύσει, όσο προόδευε τόσο περισσότερο προσπαθούσε να προσεγγίσει το Θεό. Διαρκώς είχε στο μυαλό του τον Κύριο, και πάσχιζε ασθμαίνοντας να φτάσει σε Αυτόν. Δεν σταμάτησε να μοχθεί νυχθημερόν για να κερδίσει την αγάπη του Κυρίου. Υψώνοντας λοιπόν με την περισυλλογή τα μάτια της ψυχής του προς την αιωνιότητα, περιφρονούσε τα εγκόσμια. Και πάντοτε, καθοδηγούμενος από το φως του Θεού, μέσα από τη μοναξιά αποκάλυπτε τα μυστικά που Αυτός έκρυβε. Ευχαριστούσε τον Κύριο ο οποίος τον απέσπασε από τα ταραχώδη ανθρώπινα και του εξασφάλισε θεία προστασία
5.Περιφρονούσε τη μακροζωία, και αισθανόταν οίκτο για εκείνους που την επεδίωκαν. Αναστενάζοντας ασταμάτητα γι’ αυτούς, προσευχόταν για την επιείκεια του Κυρίου. Για χάρη τους ο οσιότατος άνδρας ασκούνταν στον μοναχικό βίο και οι καρποί των προσευχών του σε αυτούς αποδίδονταν. Προικισμένος με αυτές και άλλες αναρίθμητες αρετές, φορώντας το στέμμα της αθανασίας αναλήφθηκε στους ουρανούς, εκεί δηλαδή που τον οδηγούσε από καιρό το βήμα του, την 4η ημέρα του Σεπτεμβρίου του έτους 658 μ.Χ., και εκείνο το σπήλαιο στο οποίο κρυβόταν όσο ήταν εν ζωή, έγινε τελικά ο τάφος του.
6.To λείψανο του Αγίου παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα εκεί, και το επισκέπτονταν συχνά οι κάτοικοι της γύρω περιοχής. Αργότερα, η μεγάλη ευλάβεια που αισθάνονταν για τον Ερημίτη τους ώθησε να απομακρύνουν το σώμα από αυτό το μέρος της φρικτής απομόνωσης και να το αποθέσουν στην κοντινή πόλη σε ένα καλλωπισμένο μέρος. Ωστόσο αυτό που επακολούθησε έδειξε ότι τα ανθρώπινα σχέδια δεν ήταν συμβατά με τα θεϊκά. Διότι από τότε ο ουρανός δεν ξανάστειλε το δώρο της βροχής, και κάποιες φορές έριχνε χαλάζι.
7.Για όσο χρονικό διάστημα το σώμα του Αγίου Ερημίτη βρισκόταν στον κόσμο της κοσμικής τύρβης, ενέσκηψε τρομερή ξηρασία και επικράτησε μεγάλη σιτοδεία. Όταν λοιπόν δοκίμαζαν αυτές τις δυστυχίες οι άνθρωποι, διαπίστωναν ότι αναβιώνει η εποχή του προφήτη Ηλία,[1] που με δέηση του προφήτη έκλεισαν οι ουρανοί και δεν έβρεξε για τρία χρόνια και έξι μήνες.
Αρχικά οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν αυτή την τιμωρία, έπειτα όμως, με φώτιση Θεού την απέδωσαν στη μεταφορά του αγίου λειψάνου.
8.Αναθεώρησαν λοιπόν την απόφασή τους και επέστρεψαν το ιερό σώμα του Αγίου εκεί από όπου το είχαν πάρει, δηλαδή στην αγαπημένη του σπηλιά. Αμέσως άνοιξαν οι ουρανοί, έπεσε άφθονη βροχή και άρχισαν να ρέουν τεράστιες ποσότητες νερού, και όλη η περιοχή ξεχείλισε από γονιμότητα, δείγμα του ότι η θεία οργή είχε κατευναστεί. Έτσι έγινε αντιληπτό στους απαίδευτους κατοίκους ότι συνετελέσθη ένα θαύμα, και ότι πρέπει να τηρούμε ευλαβική απόσταση από εκείνα τα οποία θεωρούμε ιερά και όσια. Το λείψανο παρέμεινε εκεί (στη σπηλιά) για 400 χρόνια, και συνέχισε να λατρεύεται από τους ντόπιους. Ανάμεσα σε αυτούς και στον τάφο του Αγίου παρεμβαλλόταν μακρός και ανηφορικός δρόμος, που έπρεπε κανείς να διανύσει με τη χάρη του Θεού και του ίδιου του ερημίτη.
9.Ωστόσο, όπως στην αρχή υπάρχει ενθουσιασμός για όλα τα πράγματα, όμως στη συνέχεια εξασθενεί, έτσι και η φλόγα των πιστών συν τω χρόνω υποχώρησε, λόγω της ευάλωτης ανθρώπινης φύσης. Όμως ο παντοδύναμος Κύριος, που φροντίζει με αγάπη τους Αγίους του, μεριμνώντας για να ευρεθεί καταλληλότερος τόπος για τη λατρεία του Αγίου, σύμφωνα με την επιθυμία του μακαριστού ερημίτη να μην είναι εύκολα προσβάσιμος, επέλεξε τη Βενετία, αποφασίζοντας να κοσμήσει τη δυσπρόσιτη περιοχή μας με ένα τόσο ευγενές δώρο. Στη συνέχεια θα εκθέσομε πότε συνέβη αυτό και με ποιον τρόπο.
Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ
10.Η νήσος Κρήτη δεν είχε περιέλθει ακόμη στην εξουσία της Ενετίας. Ωστόσο κατέφθαναν εκεί καθημερινώς φορτηγά πλοία, για να φορτώσουν εξωτικά εμπορεύματα. Αυτή τη ναυτική διαδρομή την συνηθίζουν ακόμη και σήμερα οι Βενετοί έμποροι, οι οποίοι δεν διστάζουν χάριν της εμπορίας να διακινδυνεύουν σοβαρά πλέοντας σε βαρβαρικές επικράτειες. Ανάμεσα λοιπόν στα πολλά πλοία που κατέφθαναν στην προαναφερθείσα νήσο, κάποτε προσορμίσθηκε αγαθή τη τύχη ένα βενετικό πλοίο. Αυτό μετέφερε πολυπληθή ομάδα ανδρών που ταξίδευαν όχι για πλουτισμό, αλλά για θρησκευτικούς λόγους. Αυτοί, δελεασμένοι από τη φήμη του Κοσμά, κρυφά σχεδίαζαν μεταξύ τους την αρπαγή του σκηνώματός του και εστίαζαν σε αυτή την πράξη όλη τη σκέψη και την ενέργειά τους, μη γνωρίζοντας προφανώς αν ο ίδιος ο Κοσμάς θα συναινούσε ή θα ήταν αντίθετος σε αυτό το εγχείρημα. Σε αυτή την αγωνία ερχόταν να προστεθεί ο φόβος για τους Κρητικούς. Aν αυτοί μάθαιναν τη σχεδιαζόμενη αρπαγή, το αποτέλεσμα θα ήταν ασφαλώς o θάνατος εκείνων που τη σχεδίαζαν με συνοπτικές διαδικασίες.
11.Ενώ λοιπόν αγωνιούσαν, και αμφιταλαντεύονταν, ο Άγιος εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας καθ’ ύπνους σε όραμα σε έναν από αυτούς και του έδωσε λεπτομερείς οδηγίες για το πώς θα μετέφεραν με ασφάλεια το σκήνωμα στην Ενετία, με τη συναίνεση του Θεού. Όταν εκείνος ξύπνησε, απευθύνθηκε στους συντρόφους του και τους προέτρεψε να εκτελέσουν με επιτυχία το σχέδιο που του είχε προταθεί. Έτσι με αυτό τον τρόπο, αφού ανεθάρρησαν και ανέκτησαν τις ελπίδες τους, καθόρισαν μια συγκεκριμένη μέρα κατά την οποία θα πήγαιναν όλοι μαζί στο σπήλαιο. Μόλις λοιπόν έφεξε, με προθυμία όλοι τους έσπευδαν, βαδίζοντας από ένα μονοπάτι γεμάτο αιχμηρούς θάμνους, σχεδόν αδιάβατο λόγω της πυκνότητας των αγκαθιών.
12.Oι πιο πιστοί από αυτούς προχωρούσαν με γυμνά πέλματα, ενώ άλλοι προχωρούσαν με καλυμμένα τα πόδια. Τότε συνέβη ένα θαύμα, το οποίο επιβεβαίωσε την αγιότητα του Κοσμά και εξαφάνισε τη διστακτικότητα των Βενετών. Συγκεκριμένα, εκείνοι που πορεύονταν προς το σπήλαιο ανυπόδητοι, ελάχιστα ενοχλούνταν από την αιχμηρότητα των αγκαθιών. Αντιθέτως, τα πόδια εκείνων που προχωρούσαν φορώντας υποδήματα πληγώνονταν από ανυπόφορα τρυπήματα. Έκθαμβοι από το καινοφανές γεγονός, γέμιζαν με ανείπωτη αγαλλίαση και ανέπεμπαν θερμότερες δοξολογίες προς τον Κύριο, ο οποίος είχε ευοδώσει το ταξίδι τους. Καθώς πλησίαζαν στη σπηλιά ένας - ένας, γονατίζοντας ανέπεμπαν δεήσεις στο Θεό και στον ίδιο τον Ερημίτη, και ρίχνονταν με μεγαλύτερη λαχτάρα στην επιχείρηση της θρησκευτικής αρπαγής.
13.H πρόσβαση στη σπηλιά ήταν αρκετά δύσκολη, και η μοναδική είσοδος ήταν ένας πολύ στενός φεγγίτης, που μόλις χωρούσε ένα ανθρώπινο σώμα. Από αυτό εισήλθαν, και βρήκαν άθικτο τον πολύτιμο θησαυρό, που έδινε την εντύπωση ότι είχε πρόσφατα τοποθετηθεί εκεί με θαυμαστό τρόπο. Σήκωσαν με θρησκευτική ευλάβεια το σκήνωμα και το μετέφεραν προσεκτικά στο κατάλληλο πλοίο. Έτσι, ταχύτατα, πλέοντας σε ήρεμη θάλασσα και γαλήνιο ουρανό, έφθασαν στο νησί του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία, το έτος 1058 από τη γέννηση της Παρθένου, μήνα Απρίλιο, την ενδεκάτη Ινδικτιώνα, την εικοστή ημέρα, πριν ολοκληρωθεί ένας αιώνας από την περίοδο που εγκαταστάθηκαν οι μοναχοί στο νησί. Aξιώθηκε να είναι ο πρώτος Άγιος που εκόσμησε με την παρουσία του το νησί.
14.Ωστόσο, δεν έχομε τη δυνατότητα να ανασυνθέσομε όλα τα πεπραγμένα του Κοσμά, στο βαθμό που θα το θέλαμε. Διότι ο ίδιος επέλεξε ένα τρόπο ζωής αρκετά μυστικό, και γνωρίζομε μόνον ό,τι ήθελε ο Θεός να μάθομε. Οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν τις αρετές που είχε όσο ζούσε μόνο όταν έφυγε από τη ζωή. Γιατί έζησε μόνο με τον Θεό και με τον εαυτό του, εξ ου και τον γνώρισε μόνον ο Θεός και ο εαυτός του. Αν και θα θέλαμε περισσότερα, ας αρκεστούμε λοιπόν σε αυτά τα λίγα που γράψαμε, τα οποία ίσως μπορούν να ενισχύσουν την φλόγα της πίστης περισσότερο από ό,τι αν ήταν πολλά. Επειδή δηλαδή αποφεύγομε να μιμούμαστε τους αγίους, δικαιολογημένα ο Κύριος πολλές φορές δεν αποκαλύπτει τις μυστικές τους πράξεις, για να μην προβάλλονται εις μάτην παραδείγματα προς μίμησιν, τα οποία όμως δεν πρόκειται να μας εμφυσήσουν ανάλογο ζήλο.
15.Επομένως, αυτό που γίνεται στην πράξη δεν είναι καθόλου άσχετο με το έλεος του Κυρίου. Διότι την ημέρα της κρίσεως θα μας κρίνουν ως δικαστές εκείνοι τους οποίους είχαμε ως πρότυπα του ορθού βίου. Ας δοξάζομε λοιπόν τον Κύριο, γιατί χάρις στην πρόνοιά του κατέστη δυνατόν να μην περιπέσουν στη λήθη με κανένα τρόπο τα πεπραγμένα του μακαριστού ερημίτη, αλλά να διασωθούν στη μνήμη των επιγενομένων εκείνα τα στοιχεία που επιβε- βαιώνουν την αγιότητά του.
16.Tα θαύματα που πραγματοποιήθηκαν μετά θάνατον, όπως ακούσαμε, αποδεικνύουν ότι είναι δικαιολογημένη η λατρεία του. Αν λοιπόν θέλομε να αναζητήσομε τη βοήθειά του ή να προσφύγομε στη λατρεία του, ας γνωρίζομε ότι η αγιότητά του δεν θα μας αρνηθεί τη συνηγορία της. Ας προσευχηθούμε λοιπόν στον φιλεύσπλαχνο Κύριο, ώστε εκείνα τα έργα του τα οποία γνωρίζομε να μας καθοδηγούν, και εκείνες οι λαμπρές αρετές του, τις οποίες αγνοούμε, να μας βοηθούν, για να κατορθώσομε να κερδίσομε τη βασιλεία των ουρανών, με τη βοήθεια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Η βασιλεία του Θεού είη εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
Μετάφραση από το λατινικό πρωτότυπο:
Εμμανουήλ Κ. Αποστολάκης, Φιλόλογος
Θεώρηση μετάφρασης:Κωνσταντίνος Ε. Αποστολάκης,
Αναπληρωτής Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΟΥ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
Πρίν ἀπό 20 χρόνια ἡ Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ ἄρχισε νά ἐρευνᾶ τόν βίο τοῦ μεγάλου Ἐρημίτη καί Ὁμολογητή καί νά τόν τιμᾶ, κατασκευάζοντας ἕνα ναΐσκο σέ παρακείμενο σπήλαιο. Πρίν ἀπό 10 χρόνια ὑπῆρξε μάλιστα αἴτημα γιά ἀπότμημα τοῦ Ἱεροῦ του Λειψάνου, μέσῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο ὅμως ἀπαντήθηκε ἀρνητικά, λόγῳ τῆς ἐντοιχίσεως τοῦ λειψάνου ἐντός τοῦ ἀλταρίου τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου. Τότε ἔγινε γιά πρώτη φορά σέ μετάφραση τοῦ βίου του καί μελετήθηκαν προσεκτικά ὅλα τά στοιχεῖα.
Η παραβολή αυτή του αμπελώνος, που εδόθη από τον Κύριο σε κάποιους εργάτες και δεν απέδιδαν καρπούς, στις ερμηνευτικές της προσεγγίσεις θα τολμούσα να πω που είναι διττώς συγκλονιστική. Οι προσεγγίσεις αυτές είναι διττές, αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν ως δύο πλευρές ενός νομίσματος. Και έτσι και εμείς θα προσεγγίσουμε την περικοπή διττώς, όπως το απαιτεί η ερμηνευτική προοπτική του κειμένου· εκκλησιολογικώς μεν και θεραπευτικώς ταυτόχρονα.
Τι εννοώ με αυτό το διπλό στοιχείο: εκκλησιολογικώς και ταυτόχρονα θεραπευτικώς. Κοιτάξτε, αυτός «ο αμπελώνας» είναι η Εκκλησία που παραδόθηκε από τον Κύριο σε εμάς. Ο Κύριος ο ίδιος δεν είναι Εκείνος που είναι το αμπέλι και εμείς είμαστε τα κλήματα; Είναι λοιπόν στο κέντρο της Εκκλησίας του Χριστού ο «αμπελώνας». Και σε αυτόν τον αμπελώνα η Εκκλησία πρώτα-πρώτα έβαλε όρια, βλέπετε «φραγμόν περιέθηκε»: όρια αληθείας, όρια δογματικά, οικοδόμησε πύργο όπου παρατηρούμε μη γίνουν αποκλίσεις από την αλήθεια του Χριστού, που είναι στη σωτηριολογική. Και ταυτόχρονα ο Κύριος αυτός έβαλε μέσα στον αμπελώνα και «ληνόν», που σημαίνει το πατητήρι, ο χώρος που γίνεται η ζύμωση· η ζύμωση η αγιοπνευματική που γίνεται μέσα στην Εκκλησία και αναδεικνύει τους αγίους και αυξάνει την παράδοσή μας. Είναι λοιπόν πρωτογενώς αυτό το κείμενο, όταν το βλέπουμε, είναι καθαρά εκκλησιολογικό το κείμενο. Και φυσικά είναι εμφανέστατο πως εμείς, που μας εδόθη η Εκκλησία σαν δώρο, απορρίπτουμε και τον «Κύριο του αμπελώνος», αυτόν που έχει το αμπέλι, απορρίπτουμε και τα όρια της Εκκλησίας και καταλήγουμε την Εκκλησία (και να πούμε ότι ζούμε κοντά της) να τη χρησιμοποιούμε όπως θέλουμε. Αυτή είναι η πρώτη προοπτική η εκκλησιολογική.
Ταυτόχρονα όμως είναι και προσωπικά θεραπευτική, αν προσεγγίσουμε το κοίταγμα το οποίο κάνει σε αυτό το κείμενο ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος παρουσιάζει τον άνθρωπο, που είναι και αυτός μία μικρογραφία της Εκκλησίας: Στο κέντρο της ύπαρξής του είναι ο αμπελώνας, είναι ο Χριστός, είναι απάνω που έχει τα κλίματα, είναι το αμπέλι, και ο άνθρωπος λειτουργεί πρώτα-πρώτα τον «ληνόν», το πατητήρι όπου ζυμώνει τη ζωή του, την αναπτύσσει τη ζωή του, είναι ο χώρος της καρδιάς του ανθρώπου όπου γίνονται οι διεργασίες οι βαθιές, οι πνευματικές, οι αγιοπνευματικές και όπου ο άνθρωπος αγιάζει, είναι ο «ληνός», είναι το πατητήρι, είναι η ζύμωση. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος έχει νου, που είναι ο «φραγμός» όπου ελέγχει τα κριτήρια και τα στοιχεία που του έρχονται απ’ έξω, μήπως πέσει σε πλάνη, και αυτά τα στοιχεία τα οποία τον κάνουν να ζει είναι τα δογματικά στοιχεία της Εκκλησίας μας τα οποία τον προστατεύουν από τις πτώσεις και από την πλάνη. Και ταυτόχρονα ο ίδιος ο άνθρωπος έχει αυτό που είπε το κείμενο «πύργον»· έχει την εγρήγορση δια των αισθήσεων να παρατηρεί τους επερχόμενους πειρασμούς και να αξιοποιεί δεόντως αυτό το οποίο έχει να κάνει.
Έτσι λοιπόν το κείμενο, πέρα από την ουσιαστική και πολύ μεγάλη εκκλησιολογική του προοπτική, έχει μέσα του και κρύβει αυτό που αφορά και εμάς προσωπικά για τη πνευματική μας ζωή, αυτό το στοιχείο όπου και εμείς λειτουργούμε σαν Εκκλησία. Μέσα μας ο Χριστός, «το αμπέλι» , η καρδιά μας όπου γίνεται η «ζύμωση», ο νους μας που είναι ο «φραγμός» και οι αισθήσεις μας που είναι ο «πύργος» για να επιβλέπουμε. Αν από όλα αυτά βγάλουμε «το αμπέλι», βγάλουμε τον «Κύριο του αμπελώνος», εδώ βλέπετε στο κείμενο «εδολοφόνησαν τον Υιόν του Κυρίου», και αποδοκιμάσουμε τον «λίθον», όπως είπε το τέλος του κειμένου, που είναι ο Χριστός, τον «λίθον» που όλοι τον αποδοκιμάζουν και είναι ο «ακρογωνιαίος» λίθος, τότε παραμένουμε κενοί, παραμένουμε άνθρωποι συ-σχηματισμένοι, απλώς βιολογικά ζώντες, χωρίς να μπορούμε να έχουμε έρμα σ' αυτή τη ζωή. Και τότε η κάθε δυσκολία, μικρή ή μεγάλη, που έρχεται, η κάθε ταραχή του κόσμου, θα μας παίρνει σαν το φτερό στον άνεμο και θα μας πετάει από εδώ και από εκεί, γιατί καταστρέψαμε αυτά τα στοιχεία: τον «αμπελώνα», «τον ληνό» (το πατητήρι), τον «φραγμό», που είναι τα όρια, και τον «πύργο». Και η ζωή μας εκεί πάνω οικοδομείται. Και εκεί ακριβώς, έχοντας σαν κέντρο τον Χριστό, αν αυτό ολόκληρο το γεγονός, που αναπτύχθηκε εκκλησιολογικά και θεραπευτικά στην περικοπή την προηγούμενη, το αξιοποιήσουμε πραγματικά πνευματικά, τότε έχουμε καλύψει, τολμώ να πω, όλα τα θέματα της ζωής μας, από όπου και να υπάρχει το κοίταγμά τους, όποιο θέμα και να είναι, όποια προοπτική και να είναι.
Γι’ αυτό λοιπόν το κείμενο, όπως σας είπα, είναι βαθιά εκκλησιολογικό, πρώτον μεν για να μην συ-σχηματιστεί η Εκκλησία και γίνει κοσμικό γεγονός, και ταυτόχρονα είναι βαθιά θεραπευτικό για να μην συ-σχηματιστούμε εμείς, και γίνουμε άνθρωποι βιολογικά ζώντες δηλαδή κοσμικά όντα που δεν έχουμε προοπτικές αλλιώτικες, γιατί δεν οικοδομούμεθα πάνω στον Χριστό. Αξιοποιήστε παρακαλώ το κείμενο πλεοναζόντως, γιατί έχει, μέσα σε λίγες και λιτές γραμμές, πολλά έχει να μας δώσει, και δίνει τα όρια της ζωής, της υπάρξεώς μας ή της αποτυχίας μας.
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα:www.floga.gr
Σήμερα
αποδίδεται η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Και όπως συμβαίνει, αν έχουμε
παρατηρήσει καλά τον λειτουργικό τρόπο των αναγνωσμάτων, σε κάθε Θεομητορική εορτή
αναγιγνώσκονται τα αναγνώσματα, αποστολικό τε και ευαγγελικό, που πριν από λίγο
ακούσατε. Θαρρείς και η γιορτή δεν εναλλάσσεται, θαρρείς και τα γεγονότα δεν είναι
ποικίλα, αλλά τα αναγνώσματα είναι ολόιδια.
Αποδίδοντας λοιπόν τη γιορτή
της Παναγίας, να προσεγγίσουμε λίγο την θεολογική υφή των αναγνωσμάτων, για να
καταλάβουμε καλύτερα το προβαλλόμενο, που είναι το πρόσωπο της Παναγίας. Και
μέσα από Αυτή – μιας και Εκείνη είναι η Παναγία, καλύπτει δηλαδή όλες τις δυνατότητες
εκφράσεως όλων των αγίων – μέσα μέσα
εκεί θα βρεθούν όλοι οι άγιοι, όλοι οι ζώντες εν τη Εκκλησία, ζώντες και
νεκροί, και όλοι εμείς που αγωνιζόμαστε για να πιάσουμε τα μέτρα της αγιότητας,
κάτω από αυτή τη μεγάλη κάλυψη της Παν-αγίας, που αποκαλύπτει τη δυνατότητα της
ποικιλίας όλων των χαρισμάτων.
Τα αναγνώσματα λοιπόν τα πολύ γνωστά των Θεομητορικών Εορτών, είναι,
στην μεν περίπτωση του Αποστόλου, το ανάγνωσμα από την Επιστολή προς Φιλιππησίους
το οποίο ομιλεί για την κένωση του Χριστού – το ακούσαμε πριν από λίγο, «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου
λαβών».Το δε ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι το πολύ γνωστό,
από τις παρακλήσεις μάλιστα, της Μάρθας και της Μαρίας, που η μία διακονεί και
η άλλη, απ’ ό,τι φαίνεται, κάθεται «παρὰ τοὺς πόδας
τοῦ Ἰησοῦ».Τι θέλουν λοιπόν να φωνάξουν αυτά τα
κείμενα σε εμάς και τι θέλουν να προσδιορίσουν στη ζωή μας μέσα από το πρόσωπο
της Παναγίας;
Πρώτον, όσον αφορά το κείμενο του αποστολικού αναγνώσματος του
Αποστόλου Παύλου· ο Χριστός «ἑαυτὸν ἐκένωσεν
μορφὴν δούλου λαβών».Και
θέλει να φωνάξει το κείμενο και να πει: Κάποιος, η Παναγία δηλαδή, εμιμήθη απόλυτα
αυτή την κένωση, κατά τα μέτρα φυσικά τα ανθρώπινα. Και εφόσον εκείνη εμιμήθη
αυτή την κένωση, δηλαδή αυτό το άδειασμα, αυτή τη συγκατάβαση, κατά τα μέτρα
πάλι τα ανθρώπινα, αυτό είναι δυνατό για εμάς.Κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι αδύνατη στα μέτρα τα ανθρώπινα η
συγκατάβαση. Αν η Παναγία δεν το βίωνε, θα λέγαμε είναι αδύνατη η συγκατάβαση,
είμαστε άνθρωποι αδύναμοι και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τη ζωή μας. Τώρα κανείς
δεν μπορεί να το πει, τώρα είναι εφικτό, τώρα είναι δυνατό και ας είναι πραγματοποιημένο στο πρόσωπο της
Παναγίας, και ας πει κάποιος που και Αυτή είναι απρόσιτη. Δηλαδή, ο Χριστός
είναι απρόσιτος, η Παναγία είναι απρόσιτη οι άγιοι είναι απρόσιτοι… Τι είναι προσιτό
σε εμάς; Αφού είμαστε φτιαγμένοι για να τα προσεγγίσουμε όλα αυτά!Αλλά η φιλανθρωπία Του επιτρέπει να υπάρχει η
Παναγία, να καταλάβουμε που αυτό είναι στα ανθρώπινα μέτρα.
Να λοιπόν η συγκατάβαση, η δυνατή σε εμάς συγκατάβαση, το κομβικό
σημείο συγκατάβασης, το σημείο που παίζεται όλη η ιστορία της προσωπικής μας
πορείας της πνευματικής. Ή κερδίζεις εκεί τα πάντα ή τα χάνεις όλα.Είναι το κομβικό σημείο: που πραγματικά ο Θεός
ήτανε μεγάλος, ήτανε σπουδαίος, αλλά αν δεν έκανε τη συγκατάβαση Του δεν θα μας
έσωζε. Η Παναγία μπορεί να ήταν προσευχόμενη, μπορεί να ήταν από μικρή στα Άγια
των Αγίων, αλλά αν δεν έκανε συγκατάβαση να δεχθεί το μήνυμα του Αγγέλου, δεν
θα σωζόμασταν· άλλο τρόπο θα έβρισκε ο Χριστός μας. Αυτά για το αποστολικό ανάγνωσμα,
που ανοίγουν τον δρόμο πια της Παναγίας.
Μέσα από τη συγκατάβαση, στο πρόσωπο των δύο γυναικών, Μάρθας και
Μαρίας, παίζεται η ποικιλία των χαρισμάτων.Ουσιαστικά
στο Ευαγγέλιο, αν δούμε βαθιά τα κείμενα που τα αναλύουμε, δεν δίνεται βαρύτατα
στην μια ή στην άλλη ως υπερεχούσης. Γιατί η μια «ὑπεδέξατο»
και διακονούσε κατά το κείμενο και η άλλη εκάθητο και «ἤκουε». Δεν λέει το κείμενο ποιο είναι πιο σπουδαίο.Αλίμονο αν λέγαμε ποιο είναι πιο σπουδαίο. Δηλαδή
αν το «κάθημαι και ακούω» είναι πιο
σπουδαίο από το «υποδέχομαι και διακονώ»,τότε ανετράπη η ισορροπία της Ορθοδοξίας, τότε
χάσαμε τη δυνατότητα να διακονήσουμε και να δεχθούμε τον άλλον.Χωρίς να αναιρεθεί το «κάθημαι
και ακούω», γιατί αν διακονείς και υποδέχεσαι, χωρίς να μάθεις πώς
θα υποδεχθείς, και αυτό θα είναι μια ανατροπή των πραγμάτων. Και τα δύο λοιπόν
είναι καίρια, πίσω από εκεί κρύβεται η συγκατάβαση. Και στο «κάθημαι» συγκατάβαση, γιατί για να κάτσω να
ακούσω, για τι θα ακούσω;Θα ακούσω όχι απλώς για να ωφεληθώ εγώ, αλλά
για να γίνω κάτι για τους άλλους· θα μάθω να συγκαταβαίνω! Και αν διακονώ και
υποδέχομαι, γιατί διακονώ και υποδέχομαι;Γιατί
έμαθα να συγκαταβαίνω! Αυτό το σημείο κλειδί, το «συγκαταβαίνω».
Στο πρόσωπο λοιπόν της Μάρθας και της Μαρίας παίζεται αυτός ο μυστικός
κώδικας του «συγκαταβαίνω», και μια κινείται έτσι, μια κινείται αλλιώς.Καμία υπεροχή. Το μόνο σημείο στο οποίο μπορεί να
κατακριθεί η Μάρθα, είναι το ακόλουθο σημείο: ότι γκρίνιαξε γιατί η αδελφή της
δεν κάνει αυτό που κάνει [αυτή].Δεν
λέει το Ευαγγέλιο ποιο είναι καλύτερο. Μη στέκεστε στο κομμάτι «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά»- οιερμηνευτές Πατέρες λένε «μην κάνεις πολλά
φαγητά»· δεν κρίνει ο Χριστός τη
διακονία και τη δυναμική κίνηση.Αλλά
το κομβικό σημείο εδώ πέρα είναι το ότι δεν αντέχει την αδελφή της που δεν
κάνει αυτό που κάνει αυτή. Μα η Εκκλησία είναι αυτό το γεγονός ακριβώς: το ότι
ο καθένας λειτουργεί με αυτόν τον ειδικό χαρισματικό τρόπο, αρκεί να
συγκαταβαίνει.Το κοινό [σημείο] είναι η συγκατάβαση. Όλα τα
άλλα είναι η ποικιλία. Αν σήμερα ένας αγιορείτης έκρινε εμάς που κινούμαστε
στους δρόμους Αθήνας, ανετράπη η Ορθοδοξία.Και
αν εμείς τον κρίναμε, επειδή κάθεται και προσεύχεται για εμάς, άλλο τόσο
ανετράπη. Αν όμως χαθεί η συγκατάβαση, και εκείνος και εμείς είμαστε χαμένοι. Πιστεύω
να καταλαβαίνετε αυτό το σημείο-κλειδί που είπα και τότε δεν μπορείτε τίποτε
πια να κρίνετε και για κανέναν να γκρινιάξετε. Γιατί δεν ξέρετε γιατί κάθεται ή
γιατί κινείται.Δεν ξέρετε γιατί αύριο στους δρόμους του Συντάγματος
οι άνθρωποι θα τρέχουν. Θα τρέχουν για αμαρτία ή για αγιότητα; Δεν το ξέρετε.Δεν ξέρετε γιατί ο άλλος κάθεται σε μία γωνιά και
φαίνεται ακίνητος. Κάθεται από ακηδία, είναι ναρκωμένος; είναι ναρκομανής ή
προσευχόμενος; αυτό δεν το ξέρετε.Αυτό δεν είναι δουλειά σας. Θα μάθετε να
συγκαταβαίνετε.
Και αν συγκαταβείς πια, λέει ένας πατέρας νηπτικός, τότε θα έχεις
διάκριση.Και τότε μπορεί να μην καταλαβαίνεις ο ένας γιατί
κάθεται και ο άλλος κινείται, αλλά εσύ θα τους θεωρείς και τους δυο σπουδαίους,
γιατί δεν ξέρεις. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο της διακρίσεως.Και αν η διάκριση βαθαίνει, μετά από λίγο θα
ξέρεις κιόλας γιατί κάθεται ή γιατί κινείται. Και όταν θα ξέρεις πια, δεν θα τους
κατακρίνεις, θα κάνεις προσευχή για να αλλάξουν αν δεις [ότι] η πορεία είναι
λάθος πορεία.
Η Παναγία μας, η γιορτή Της που αποδίδεται και ο κρυμμένος κώδικας-συγκατάβαση
είναι εκείνο το οποίο αποκαλύπτεται σήμερα, και μέσα από όλη τη ζωή της
Παναγίας μας, μπροστά στα μάτια μας.Θα
έλεγα, αν θέλατε να ακούσετε ένα λόγο «εισοδικό» για την πνευματική μας ζωή,
τις αναζητήσεις σας από εκεί να τις αρχίσετε, για να πολλαπλασιαστείτε στις
άλλες δυνατότητες που θα ανοιχτούν στη ζωή μας. Αν θέλετε να κινηθείτε αύριο
δυναμικά, αν θέλετε να προσευχηθείτε, αν θέλετε να διακονήσετε, αν θέλετε να
ακούσετε, αν θέλετε να κάνετε ό,τι θέλετε, ξεκινήστε από εκεί. Και
συγκαταβαίνοντας, τότε θα ανοιχτούν οι πολυποίκιλοι δρόμοι, που θα οδηγήσουν
όλοι στον Χριστό, έτσι ή αλλιώς.
Να παρακαλέσουμε την Παναγία μας, μια που αποδίδουμε την γιορτή Της,
να μας δώσει χάρη και δύναμη να μάθουμε αυτό το μυστικό κλειδί, που πολλοί Χριστιανοί
το έχουμε χαμένο: την συγκατάβαση. Και τότε πραγματικά, όχι απλώς θα ανοίξουνε
οι ορίζοντες των οφθαλμών μας, όχι απλώς θα ανοίξουνε οι ορίζοντες των
προοπτικών της ζωής μας· θα ανοίξουνε στην καρδιά μας όλοι οι ουρανοί!
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα:www.floga.gr