Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του Αγίου Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων.



Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του Αγίου Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων. 
Το κείμενο που εκφωνείται, πάρθηκε από το βιβλίο: «Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας», που εξέδωσε το 2002 η Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή. 
Όταν ήταν 12 χρονών έφυγε και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού. 
Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, εμποδιζόταν να εισέλθει από κάποια αόρατη δύναμη, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα. 
Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ' αυτό, αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές. Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι' αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ' Αυτόν. 
Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα. 
Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη. Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ' ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων». Ο άγιος Ζωσιμάς κήδευσε την Οσία, με την βοήθεια ενός λιονταριού. 
Η Εκκλησία τιμά την Οσία Μαρία την Αιγυπτία την 1η Απριλίου και την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σαν παράδειγμα πραγματικής μετάνοιας, ασκητικού βίου και αγάπης προς τον Θεό. 
Ο όσιος Ζωσιμάς εορτάζεται στις 4 Απριλίου.


 

«Το ακατάληπτο της αγάπης του Θεού».



«Το ακατάληπτο της αγάπης του Θεού». 
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, που έγινε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, στις 5/4/2009.

Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ  MP3 ΕΔΩ


Σεβασμιώτατε Δέσποτα, Σεβαστοί Πατέρες, Θεοφιλές πλήρωμα της Εκκλησίας μας

Τα σαράντα τέσσερα χρόνια της μακροχρόνιας καθ’ ημάς ασκήσεως της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας στην έρημο, ήταν πολλά ή όχι; Για τα μέτρα τα ανθρώπινα θα λέγαμε πολλά. Και πώς μπορούν να συγκριθούν αυτά τα τόσα πολλά χρόνια με το ένα δευτερόλεπτο της μετανοίας του ληστού πάνω στο σταυρό; Και οι δυο εισέρχονται στον Παράδεισο. Υπάρχει λογική σε τέτοιες ισορροπίες που εμείς τις λειτουργούμε ως μαθηματικές αναζητήσεις; Να τολμήσω να προσεγγίσω αυτό το ερώτημα αρχίζοντας λόγο σύντομο, και αξιοποιώντας την απάντηση που δίνει ο εν αγίοις πατέρας ημών o Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε αυτό το φοβερό και συγκλονιστικό ερώτημα. Ποια είναι τα μαθηματικά του Θεού και ποια είναι τα δικά μας; 
Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «εκείνο που μπορώ να καταλάβω περισσότερο από το Θεό είναι το ακατάληπτό Του. Και μάλιστα το ακατάληπτο της Αγάπης Του». Και τονίζει, «ω, βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα Αυτού, ερευνηθήναι ου δύναται. Πολλώ μάλλον καταληφθήναι αδύνατον. Τα κρίματα Αυτού ανεξερεύνητα. Η ωδή Αυτού ανεξιχνίαστη. Η ειρήνη Του υπερέχει πάντα νουν. Η δωρεά Του ανεκδιήγητος». 
Αρχίζοντας το λόγο μας με αυτόν τον προβληματισμό, πιθανώς να αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι το πώς μπορούμε να εννοήσουμε τα πράγματα του Θεού είναι πολύ σχετικό. Και σίγουρα ακολουθώντας τη διδασκαλία των Πατέρων μας, είναι καλύτερα να αφηνώμεθα στα χέρια Του, παρά να ψάχνουμε το πώς και το γιατί. Αλήθεια, σκεφτήκατε γιατί την πρώτη φορά που μίλησε ο Κύριος στον προφήτη Ωσηέ … την πρώτη φορά που μίλησε, προσέξτε, είπε: «πήγαινε και πάρε γυναίκα σου μια πόρνη. Κι έτσι τα παιδιά που θα κάνεις μαζί της δεν θα έχουν καθόλου δικαιώματα». Πρώτη φορά ομιλεί ο Θεός στον Ωσηέ και του λέει να πάρει μια πόρνη. Ανεξιχνίαστο. Βέβαια οι Πατέρες της Εκκλησίας μετά τόλμησαν να προσεγγίσουν το κείμενο ερμηνευτικά και να πούνε : μα φυσικά θα πάρει ο Ωσηέ μια πόρνη, μια που ο Θεός μετά, μέσα από το έργο της Θείας οικονομίας Του, διάλεξε να αγαπήσει εμάς που είμαστε πόρνοι. 
Αλήθεια, ποια λογική, φιλοσοφική ή ακόμη και θεολογική, μπορεί να εξηγήσει το ανεξιχνίαστο της αιτήσεως του Θεού προς τον Αβραάμ για να θυσιάσει το γιο του; Μυστήριο ιλιγγιώδες. Το προσέγγισε -σχετικώς πως- ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγοντας ότι «μας προετοίμαζε ο Θεός. Εκείνος το Υιό του θυσίασε. Κι εμείς ανοίξαμε τον δρόμο για Αυτόν, μιας και τολμήσαμε μέσα από το χέρι του Αβραάμ, να θυσιάσουμε το γιο του». 
Όπως και να’ χουν τα πράγματα, οι βουλές του Θεού που λειτουργούν πάντοτε αγαπητικά δεν μπορούν να ερευνηθούν. Γι’ αυτό η ζωή μας είναι καλύτερο να λειτουργήσει σε αυτό το μυστήριο που κατανοείται σχετικώς πως, για να γίνουμε ελεύθεροι. Για να βοηθήσω αυτήν την κουβέντα που αρχίσαμε τώρα, θα αφήσω κάποια στίγματα από την ιστορία της Εκκλησίας μας. Θα σας δώσω κάποιες μικρές πτυχές ζωής κάποιων αγίων, οι οποίοι μέσα από το παράλογο μερικές φορές που έζησαν, ήρθαν όχι μόνο σε επίγνωση του Θεού, ήρθαν σε ύψη αγιότητας. 

 

Να, να θυμηθούμε συμβολικά αγίους αρκετά αγνώστους στη δική μας σκέψη. Την Οσία Αθανασία τη θαυματουργό, την εν Αιγίνη. Από μικρό παιδί διακρινόταν για την αρετή της. Και επιθυμούσε να αφιερωθεί στο Χριστό, να γίνει μοναχή. Οι γονείς της όμως την υποχρέωσαν να παντρευτεί. Δεκαέξι μέρες μετά το γάμο της κάποιοι βάρβαροι επιτέθηκαν στο νησί, στην Αίγινα, και σκότωσαν τον άντρα της. Η Οσία σκέφτηκε να επωφεληθεί από το γεγονός πια και να επιτελέσει τον πόθο της. Να γίνει μοναχή. Αλλά τότε εξεδόθη ένα αυτοκρατορικό διάταγμα που όριζε την εποχή εκείνη όλες οι χήρες κι ανύπαντρες κοπέλες να νυμφεύονται ειδωλολάτρες. Η Αθανασία έκανε υπακοή στο νόμο. Και σύναψε δεύτερο γάμο. Όμως το παράδειγμα των αρετών της επηρέασε τόσο πολύ τον ειδωλολάτρη σύζυγό της, που μετά έγινε μοναχός. Ποιες είναι οι βουλές του Θεού; Ποιος θα το περίμενε; Μέσα από ανέλπιστα γεγονότα ζωής, η αγία Αθανασία όχι απλώς να σώζεται η ίδια και να γίνεται αγία, [αλλά] να διασώζεται και ο δεύτερος άντρας της, ο ειδωλολάτρης.  

 

Ποιος έχει σκεφτεί άραγε το μυστήριο που λειτουργήθηκε στη ζωή ενός μεγάλου Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας; Του αγίου Βασιλείου επισκόπου Ριαζάν. Η βιοτή του ήταν άμεμπτη. Και το υπόδειγμα των αρετών που οικοδομούσε ήταν ακραίο. Ο διάβολος θέλησε να δοθεί εντύπωση ότι ο επίσκοπος αυτός ζούσε βίο ακόλαστο. Πήρε λοιπόν τη μορφή νεαρής κοπέλας και εμφανιζόταν στο παράθυρο της επισκοπικής κατοικίας. Ο λαός σκανδαλισμένος από το θέαμα απεφάσισε να τιμωρήσει τον επίσκοπο. Χωρίς να προηγηθεί εκκλησιαστικό δικαστήριο. Ήταν σίγουροι για την πτώση του επισκόπου. Μια μέρα που το συγκεντρωμένο πλήθος είδε την κοπέλα να φεύγει από το σπίτι του επισκόπου, οι φήμες πολλαπλασιάστηκαν. Ακούγονταν διάφορες κατηγορίες και κάποιοι μάλιστα απειλούσαν να σκοτώσουν τον επίσκοπο. Ο Άγιος κατόρθωσε να πάρει αναβολή, έτσι ζήτησε, μόνο λίγες ώρες. Τη νύχτα προσευχήθηκε πολύ. Ετέλεσε αγρυπνία. Και κατόπιν μετέβη στον καθεδρικό ναό της πόλης του. Κι ανέπεμψε δέηση. Και κατόπιν εναποθέτοντας κάθε ελπίδα του στην Παναγία, με ένα εικόνισμά της στα χέρια του κατευθύνθηκε στον ποταμό Όκα που είναι πλάι στην πόλη αυτή. Ο λαός τον περίμενε για να τον σκοτώσει. Ο Άγιος πήρε τότε τον μανδύα του τον άπλωσε στα νερά του ποταμού και ανέβηκε το ποτάμι σα να ήταν βάρκα. Το είδε ο λαός. Και κατάλαβαν ότι κατέκριναν τον άγιο. Γιατί ο Θεός το επέτρεψε; Γιατί ο Θεός το άφησε; Είναι περιττό το ερώτημα. Το είπαμε. Οι βουλές του Θεού είναι ανεξιχνίαστες. Αλλά όλα αυτά με άλλο τρόπο -και μοναδικό τρόπο- ωφέλησαν το λαό. Κι ακόμη περισσότερο τον επίσκοπο. 


Η μακαρία Σοφία (εδώ) καταγόταν από τη Θράκη. Ήταν παντρεμένη και μητέρα έξι παιδιών. Οι φροντίδες όμως του σπιτιού της δεν την αποσπούσαν από τα καθήκοντα της ευσεβείας της. Την προσευχή και τον εκκλησιασμό. Επιστρέφοντας στο σπίτι περνούσε μεγάλο μέρος της νύχτας προσευχόμενη. Έγινε το ανέλπιστο. Τα έξι παιδιά της από κάποιους λόγους νόσων πέθαναν το ένα μετά το άλλο. Τότε εκείνη μοίρασε όλα τα υπάρχοντά της στους φτωχούς κι έγινε μητέρα άλλων ορφανών παιδιών. Και στήριγμα στις χήρες. Μην έχοντας άλλη μέριμνα από το να ευαρεστεί το Θεό, πέρασε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής της με νηστεία και προσευχή. Τα μάτια της ήτανε αστείρευτη πηγή δακρύων. Η τραγωδία του θανάτου έξι παιδιών της άλλαξε πιο βαθιά τη ζωή της. Θα μπορούσε να γίνει αγία και χωρίς τον θάνατο των παιδιών της. Δεν ξέρω το γιατί. Αλλά η τραγωδία δεν ερευνάται. Ερευνάται η κατάληξη. Πού μας πάει η τραγωδία. 


 

Μην ξεχνάτε την ιστορία μιας άλλης Αγίας της Εκκλησίας μας. Της αγίας Ισιδώρας. Της δια Χριστόν σαλής. Ήταν στο μοναστήρι του Ταβενησίου, στην αντίπερα όχθη του Νείλου. Εγκαταβίωνε εκεί και υποκρινόταν τη σαλή. Με σκοπό να επισύρει πάνω της τη χλεύη των ανθρώπων. Ντυμένη στα κουρέλια, επιτελούσε τις πιο ταπεινές εργασίες του μαγειρείου. Και για τροφή αρκούνταν στα ψίχουλα που μάζευε από την τράπεζα. Μιας κι οι άλλες μοναχές την περιφρονούσαν ως τρελή, και μερικές έλεγαν ότι είναι δαιμονισμένη. Μια μέρα ήρθε στο μοναστήρι κατόπιν εντολής Αγγέλου ο άγιος Πιτιρούν. Μεγάλος άγιος της ερήμου του Ταβενησίου. Ονομαστός ασκητής. Κι αφού είδε τις αδελφές, ζήτησε να δει την Ισιδώρα. Αλλά κρίθηκε σωστό να μην έρθει για να μην ρεζιλευτεί η κοινότητα από τη σαλότητά της. Εκείνος όμως επέμενε. Και τότε μόλις ήρθε η Ισιδώρα, ο άγιος Πιτιρούν έπεσε στα πόδια της λέγοντας : «ευλόγησον». Στις αντιρρήσεις ότι η αδερφή αυτή ήταν σαλή και άξια περιφρόνησης, εκείνος απήντησε στις μοναχές ότι αυτή πρέπει να είναι η πνευματική μητέρα τους. Ανέλπιστα γεγονότα αποκαλύπτουν μέσα από την αγάπη του Θεού την αγιότητα της αγίας. Μπορεί και να μην αποκαλυπτόταν. Θα παρέμενε αγία. Αλλά η αγάπη του Θεού έτσι το θέλησε. Για την ταπείνωση των άλλων αδελφών και τη σωτηρία τους. 
Ποιος έχει ακούσει την ιστορία εκείνων που νομίζουμε πως είναι ζευγάρι, όταν στα συναξάρια της ημέρας της γιορτής τους ακούμε «μνήμη των Οσίων Θεοφάνους και Πανσέμνης»; Όλοι πιστεύουμε πως είναι ένα αγιασμένο ζευγάρι το οποίο ασκήθηκε θεοφιλώς μέσα στο γάμο κι αγίασε. Ακούστε το παράξενο της ιστορίας τους. Ο Άγιος Θεοφάνης ζούσε στην Αντιόχεια. Προήλθε από γονείς ειδωλολάτρες. Παντρεύτηκε σε ηλικία 15 χρόνων. Και τρία χρόνια αργότερα η γυναίκα του εκοιμήθη. Άλλη ήταν η γυναίκα του. Όχι η Πανσέμνη. Τότε έλαβε το βάπτισμα και εγκλείστηκε σε ένα μικρό κελάκι, όχι μακριά από την Αντιόχεια. Για να εργαστεί προς σωτηρία της ψυχής του. Έμαθε ότι εκεί κοντά στην Αντιόχεια, η οποία ήταν μεγάλη και περίφημη πόλη αλλά και πολύ αμαρτωλή ταυτόχρονα, ζούσε μια πόρνη που λεγόταν Πανσέμνη κι έκανε πολλά πράγματα για να απολεστούν οι ψυχές των ανθρώπων λόγω του αμαρτωλού επαγγέλματός της, προσευχήθηκε πολύ στο Θεό. Και του ήρθε ένας φωτισμός. Άφησε το ερημητήριο του και κατέβηκε στο σπίτι του πατέρα του και του ζήτησε, αυτός ο ασκητής ο μοναχός, δέκα λίτρες χρυσού για να παντρευτεί. Έβγαλε τον τρίχινο χιτώνα του, φόρεσε λαμπρά ενδύματα και πήγε στο σπίτι της Πανσέμνης της πόρνης. Αφού έφαγε και ήπιε, τη ρώτησε πόσο καιρό είναι σε αυτό το άθλιο επάγγελμα. Δώδεκα χρόνια, του είπε. Όμως από όλους τους εραστές μου εσύ είσαι ο ομορφότερος, του είπε εκείνη. Και τότε είπε ο Θεοφάνης, «αφού είμαι όμορφος, θέλεις να με παντρευτείς»; Και της είπε μάλιστα, «να, πάρε και χρυσάφι σαν προίκα σου». Εκείνη δέχτηκε. Και της είπε : «πάμε να κάνουμε τις ετοιμασίες του γάμου». Πήγε λοιπόν εκεί που ήταν το κελί του κι απέναντι έκτισε ένα άλλο κελί κοντά στο δικό του. Και επέστρεψε για να επιτελέσει την υπόσχεσή του, το γάμο με την Πανσέμνη. Βέβαια της είπε : «επειδή είμαι χριστιανός, σε παρακαλώ πρέπει να γίνεις χριστιανή για να παντρευτούμε». Εκείνη δίστασε στην αρχή, αλλά το δέχτηκε. Δεν είχε να χάσει και τίποτε. Ωραίος άντρας, νέος και πολλά χρήματα. Κι άρχισε η κατήχηση. Κατά την περίοδο της κατηχήσεως άκουσε η Πανσέμνη για την μέλλουσα κρίση. Και ότι όλες μας οι αμαρτίες μας θα κριθούν από το Θεό. Κι ανάλογα θα κριθούμε για τη σωτηρία μας. Και περιήλθε σε σωτήρια συντριβή. Βαπτίστηκε, ελευθέρωσε τους δούλους της, μοίρασε όλη την περιουσία που απέκτησε με τις αμαρτίες της, και αποσύρθηκε στο κελί που ετοίμασε γι’ αυτήν ο Θεοφάνης. Και οι δυο ασκήθηκαν θεοφιλώς. 
Πράγματι ανεξιχνίαστες οι βουλές του Θεού. Το ανέλπιστο. Καμιά φορά αφήνουμε το Θεό να λειτουργήσει πάνω στη ζωή μας το ανέλπιστο; Ήταν τολμηρό αυτό που έκανε ο Θεοφάνης. Αλλά για το Θεό τα τολμηρά είναι σωτήρια. Μήπως κάποια φορά το μυαλό μας είναι τόσο στατικό και τόσο κλεισμένο, ακόμη - να τολμήσω να το πω- και σε χριστιανικές συμβατικότητες, και δεν αντέχουμε αυτό το ξεπέρασμα; Αυτή την έξοδο; 
Μέσα από αυτές τις σκέψεις πιθανώς μπορώ να καταλάβω τον Άγιο Ευθύμιο της Ουσδαλίας. Μια μεγάλη περιοχή της Ρωσίας όπου ήταν επίσκοπος. Είχε πολλές αρετές αλλά τις έκρυβε. Και ποτέ δεν τις απεκάλυπτε. Το μόνο που κατάλαβαν από αυτόν ήταν η απάντηση που έδινε στο ερώτημα που τον ρωτούσαν. Άνθρωπε του Θεού, ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή, μας λες; Κι απαντούσε «η κρυφίως επιτελουμένη». Κι όλη η ζωή ήταν ένα κρυφτούλι. Όχι από το Θεό. Από τα μάτια των ανθρώπων. Μετά ο Θεός τον δόξασε και τον αγίασε. Άλλη τρέλα. Άλλη υπέρβαση. Ποια η μεγαλύτερη αρετή; Η «κρυφίως επιτελουμένη»! 

 


Αν δεν σας κούρασα ήδη, να μιλήσω με δυο λόγια για έναν άλλον άγνωστο Άγιο και πάλι της Ρωσικής γης. Τον άγιο Αρτέμιο της Βέρκολα. Ήταν νέο παιδί 13 χρονών όταν βρισκόταν στο χωράφι του για να δουλέψει εκεί που ήταν τα χωράφια του πατέρα του. Χτύπησε κεραυνός μέσα σε μια καταιγίδα και πέθανε 13 χρονών. Τι είχε κάνει αυτό το παιδί άραγε; Τι άσκηση πρόλαβε να κάνει; Οι χωρικοί βλέποντας ότι το παιδί πέθανε από τον κεραυνό, θεώρησαν ότι ήταν μια κατάρα θεϊκή και μάλιστα ότι το παιδί ήταν πολύ αμαρτωλό. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε από το Θεό. Γρήγορα-γρήγορα τον έθαψαν κάτω από κάτι ξερόκλαδα μπας και δαιμονιστούν από τον κακό άνθρωπο που χτυπήθηκε από την οργή του Θεού, όπως έλεγαν. Εικοσιδύο χρόνια αργότερα -το 1547- ένας νεωκόρος του ναού του Αγίου Νικολάου της περιοχής, ο Αγάθων, είδε στον τόπο εκείνον ένα φως μυστηριώδες. Κι ανακάλυψε το σώμα του παιδιού. Το οποίο ευωδίαζε. Κι από τότε και μετά άρχισε να κάνει ατέλειωτα θαύματα. Τι έκανε αυτό το παιδί στη ζωή του; Κανείς δε το ξέρει. Το μυστήριο του Θεού. Το μυστήριο της αγάπης του Θεού. Οι ανεξιχνίαστες βουλές Του. Ποιος μπορεί να τις συλλάβει; Ποιος μπορεί να τις προσεγγίσει; 
Ποιος μπορεί να καταλάβει το μυστήριο της ανεξιχνίαστης βουλής του Θεού που παίχτηκε εκεί - το Μάιο του ’41- στη Σερβική γη; Όταν οι συνεργάτες των Ναζί, οι Ουστάσι, συνέλαβαν κάποιους δήθεν στασιαστές ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο γιος του ιερέα της περιοχής - ο γιος ενός ευσεβούς ιερέως. Ήταν ο πατήρ Μπράνκο Ντομπροσάλεβιτς. Συνέλαβαν το γιο του και πήγαν να τον εκτελέσουν με τους άλλους. Και πήραν μαζί και τον ιερέα. Εκτέλεσαν μπρος στα μάτια του το γιο του και του είπαν, «ξέρεις γιατί σε φέραμε; Για να κάνεις την νεκρώσιμή του ακολουθία». Ο ιερέας, ευσεβέστατος ων, τους είπε : «βεβαίως». Κι έκανε πλήρως την Ορθόδοξη ακολουθία. Υπάκουσε στο θέλημα του Θεού. Και μόλις είπε το «δι’ ευχών», τον εξετέλεσαν. Μυστήριο η αγάπη του Θεού. Και πώς αναδεικνύει τους Αγίους. 

 

Τι έκανε το μυστήριο του Θεού στην καρδιά του οχτάχρονου Ιωάννη του Κινέζου όταν στο μεγάλο αντιχριστιανικό κίνημα των Μπόξερς στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μαρτύρησαν πολλοί Κινέζοι Ορθόδοξοι. Έπιασαν το παιδί και το ακρωτηρίασαν και του είπαν: «Πονάς; Υποφέρεις;» Και είπε το παιδάκι, «δεν είναι δύσκολο να υποφέρει κανείς όταν είναι με το Χριστό». Τι μυστήριο έκανε αυτό το παιδάκι να πει ότι δεν υποφέρει; Τι μυστήριο επέτρεψε κατά τη δική μας την εσφαλμένη λογική ένα παιδάκι οχτώ χρονών να πεθάνει; 
Ποιος ξέρει για τον Άγιο Μάλχο από τη Συρία; Που έφυγε κρυφά από το σπίτι του το πατρικό γιατί ήθελαν να τον παντρέψουν. Κι εκείνος δεν ήθελε. Ήθελε να γίνει μοναχός. Και πήγε κι έγινε μοναχός. Κοντά στην Αντιόχεια και πάλι. Όταν πέθανε ο πατέρας του γύρισε σπίτι για να παρηγορήσει τη μητέρα του. Και να ρυθμίσει κάποιες υποθέσεις οικογενειακές. Παρόλη την εντολή του γέροντά του, “μη γυρνάς πίσω, κάνε προσευχή για τον πατέρα σου”. Έγινε επιδρομή Σαρακηνών και τον συνέλαβαν οι Σαρακηνοί σα δούλο. Τον πούλησαν μαζί με μια γυναίκα σε ένα καραβάνι. Αυτός που τους αγόρασε τους υποχρέωσε να παντρευτούν. Πού να το περίμενε ο Μάλχος. Από μια ανυπακοή να βρεθεί με το ζόρι παντρεμένος. Αλλά ο Θεός έχει άλλες βουλές. Στο χείλος της απελπισίας ο Μάλχος σκεφτόταν να αυτοκτονήσει. Όταν τότε αυτή η γυναίκα με την οποία δια της βίας τον πάντρεψαν του πρότεινε να ζήσουν με αγνότητα και να παραμείνουν ως ασκητές σε όλη τη ζωή τους. Διδάχτηκε από τη γυναίκα ο Μάλχος. 


 

Και τελειώνοντας πώς να ξεχάσω άλλες ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού μας. Ας τελειώσω με τον Άγιο Θαλάσσιο το Λίβυο. Από τη Λιβύη ο Άγιος Θαλάσσιος. Αν ψάξετε το συναξάρι της ζωής του δεν θα δείτε κάτι που να μυρίζει -έτσι φαίνεται- αγιότητα. Άλλα τα μέτρα του Θεού όμως. Ο Θεός επέτρεψε να συναντήσει εκεί στη Λιβύη ο Άγιος Θαλάσσιος έναν από τους μεγαλύτερους Αγίους της Εκκλησίας μας. Τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Και επειδή είχε πολλά ερωτήματα, τον ρώτησε μερικά. Κι ο άγιος Μάξιμος του απαντούσε. Του είπε : “τώρα φεύγεις για το ταξίδι σου. Μπορώ να σου γράφω γράμματα και να μου απαντάς; ” «Ναι» του είπε ο Άγιος Μάξιμος. Άρχισε να του γράφει γράμματα. «Απορίες του Αγίου Θαλασσίου». Κι ο άγιος Μάξιμος απαντούσε. Έχουν εκδοθεί αυτές οι απαντήσεις. Απαντούσε, απαντούσε, απαντούσε. Κι ο άγιος Θαλάσσιος αυτά που έβλεπε γραμμένα άρχισε να τα ζει. Κι άρχισε η ζωή του να είναι μια μίμηση του αγίου Μαξίμου. Ολόκληρη η ζωή του. Ζούσε από τα γράμματά του. Κι είπε αυτός ο άγιος άνθρωπος μου δίνει απαντήσεις κι εγώ θα είμαι μόνο αναγνώστης; Κι όλη η ζωή του έγινε αγιασμένη. Και τόσο πολύ φωτίστηκε, που στο τέλος έγραψε κι αυτός ένα περίφημο έργο. «Περί αγάπης κι εγκρατείας». Σπουδαίο έργο. Με τέσσερις εκατοντάδες κεφαλαίων. Μιμούμενος τον άγιο Μάξιμο. Από μια γνωριμία. Από κάποια γράμματα. Οι βουλές του Θεού. Το ανεξιχνίαστο του Θεού. Αυτό που δεν μπορείς να καταλάβεις. «τις γαρ έγνω νουν Κυρίου»; 
Η Αγία Μαρία η Αιγυπτία 44 χρόνια στην Αίγυπτο. Ο ληστής σε ένα λεπτό. Δεν είναι αυτά τα μαθηματικά σωστά. Ο Θεός έχει άλλα μαθηματικά για κείνους σίγουρα τους αγίους που ανέφερα και για όλους εμάς. Το μυαλό μας να είναι πάντοτε ανοιχτό στην αγάπη του Θεού. Το πώς και το γιατί και το πόθεν μπορεί να είναι ανθρώπινα ερωτήματα. Και δεν τα απεμπολούμε. Αλλά έχουμε την τόλμη να ξεπεράσουμε τα δικά μας μαθηματικά για να μπούμε μέσα στην αγάπη του Θεού που έχει άλλα μαθηματικά; Και μας σώζει με έναν άλλο τρόπο; Μέσα από μια σαλότητα και μέσα από μια έξοδο;
Εύχεστε Σεβασμιώτατε Δέσποτα η ζωή μας να χαρακτηριστεί από αυτή την ελευθερία κι από αυτήν την έξοδο!

 


Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ


Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ 
Παρακλητικός Κανών εις την Οσία Μαρία την Αιγυπτίαν ΕΔΩ

Τῇ Α΄ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Στιχ. Ἀπῆρε πνεῦμα, σὰρξ ἀπεῤῥύη πάλαι·
Τὸν ὄστινον γῆ κρύπτε νεκρὸν Μαρίας.
Πρώτῃ Ἀπριλίου Μαρίη θάνεν εὖχος ἐρήμου.

Η οσία μήτηρ ημών Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Σε ηλικία δώδεκα ετών εγκατέλειψε τους γονείς της και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί δεκαεπτά χρόνια έζησε βίο έκλυτο και άστατο. Προσποριζόταν τα προς το ζην ζητιανεύοντας και υφαίνοντας λινά υφάσματα, ενώ πρόσφερε το κορμί της στους άνδρες, κινούμενη όχι τόσο από την εξαθλίωση, όπως άλλες φτωχές γυναίκες, αλλά σαν να καταφλεγόταν από το πυρ μιας ακατάσχετης επιθυμίας. Μία ημέρα, βλέποντας πλήθος Αιγυπτίων και Λιβύων να κατευθύνονται προς το λιμάνι, τους ακολούθησε και επιβιβάστηκε σε πλοίο για τους Αγίους Τόπους, προσφέροντας το κορμί της για να πληρώσει το ναύλο. Όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, ακολούθησε το πλήθος και κατευθύνθηκε προς την βασιλική της Αναστάσεως, ανήμερα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Όταν όμως έφθασε στο κατώφλι του Ναού, μια δύναμη αόρατη την εμπόδισε να εισέλθει, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της, ενώ όλοι οι άλλοι προσκυνητές εισέρχονταν χωρίς καμιά δυσκολία. Μένοντας μόνη σε μια γωνιά του νάρθηκα, συνειδητοποίησε ότι ο ρύπος της φαύλης βιοτής της την εμπόδιζε να πλησιάσει το Τίμιο Ξύλο. Αναλύθηκε σε λυγμούς, τύπτοντας τα στήθη της· και, βλέποντας μια εικόνα της Παναγίας, προσευχήθηκε λέγοντας: «Παρθένε Δέσποινα, εσύ που γέννησες κατά σάρκα τον Θεό, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω τη σεπτή Σου εικόνα, εσύ που είσαι πάναγνη στη ψυχή και στο σώμα, και ότι εξαιτίας των αμαρτιών μου προκαλώ τον βδελυγμό. Καθώς, όμως, ο Θεός που γεννήθηκε από Σένα έγινε άνθρωπος για να καλέσει τους αμαρτωλούς στη μετάνοια, βοήθησέ με τώρα να εισέλθω στον Ναό ώστε να προσκυνήσω τον Τίμιο Σταυρό του Υιού Σου· και, όταν αξιωθώ να τον προσκυνήσω, να γίνεις εγγυήτρια προς τον Υιό Σου ότι θα εγκαταλείψω τον κόσμο και τις ηδονές και θα ακολουθήσω την οδό της σωτηρίας που εσύ θα μου υποδείξεις». Η εικόνα αυτή λέγεται «Η Εγγυήτρια των αμαρτωλών», τιμάται σήμερα στο Άγιον Όρος και βρίσκεται μέσα στο Σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, στην κορφή ενός απόκρημνου βράχου κοντά στη Μεγίστη Λαύρα. 
Αμέσως, ένιωσε να μην εμποδίζεται πλέον από την αόρατη δύναμη, εισήλθε στον Ναό και προσκύνησε με θέρμη τον Τίμιο Σταυρό. Επιστρέφοντας στην εικόνα της Θεοτόκου, υποσχέθηκε ότι ήταν έτοιμη να ακολουθήσει τον δρόμο που θα της υποδείκνυε. Φωνή εξ ουρανού ακούστηκε τότε και της είπε: «Αν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις μεγάλη ανάπαυση».
 
Βγαίνοντας από την εκκλησία, αγόρασε τρεις άρτους με την ελεημοσύνη που της έδωσε ένας προσκυνητής, πληροφορήθηκε ποιος δρόμος οδηγούσε στον Ιορδάνη και έφθασε το βράδυ στον Ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Πλύθηκε στα νερά του ποταμού, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, έφαγε το μισό από τους τρεις άρτους και αποκοιμήθηκε στην όχθη. Το επόμενο πρωί, διέσχισε τον ποταμό Ιορδάνη και εγκαταβίωσε στην έρημο επί σαράντα επτά έτη χωρίς να συναντήσει ποτέ ούτε άνθρωπο ούτε κάποιο ζωντανό. 
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά έτη παραμονής στην έρημο, με τα ενδύματά της κουρελιασμένα πλέον, υπέφερε αγόγγυστα τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός και τρεφόταν με ρίζες και άγρια χόρτα. Πέρα από τις δοκιμασίες της σαρκός, είχε να αντιμετωπίσει τις βίαιες επιθέσεις των παθών και την ενθύμηση των αμαρτημάτων της, που είχαν γίνει δεύτερη φύση μέσα της· με αναρίθμητες εδαφιαίες μετάνοιες παρακαλούσε την Παναγία να της σταθεί αρωγός. Με την προστασία του Θεού, ο Οποίος τίποτα δεν επιθυμεί περισσότερο από το να επιστρέψει εις Αυτόν ο αμαρτωλός για να ζήσει (πρβλ. Ιεζ. 33, 11), εκρίζωσε από την καρδία της όλα τα πάθη, διά της ασκήσεως, και κατόρθωσε να μεταμορφώσει το πυρ της σαρκικής επιθυμίας σε φλόγα θείου έρωτος, χάρις στον οποίο άντεχε, ωσάν ον ασώματο, την τραχύτητα της ερήμου. 
Μετά από πολλά χρόνια, ένας άγιος γέροντας ονόματι Ζωσιμάς [4 Απρ.], ο οποίος, ακολουθώντας την παράδοση που εγκαινίασε ο όσιος Ευθύμιος ο Μέγας [20 Ιαν.] είχε μεταβεί στην έρημο πέραν του Ιορδάνη για το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αντιλήφθηκε μία ημέρα έναν άνθρωπο, με σώμα κατάμαυρο από τον ήλιο και μαλλιά άσπρα σαν βαμβάκι που έφθαναν στους ώμους. Άρχισε αμέσως να τρέχει πίσω από την παράδοξη μορφή αυτή, ικετεύοντάς την να τον ευλογήσει και να του εμπιστευθεί κάποιον σωτηριώδη λόγο, αλλ’ όσο εκείνος πλησίαζε τόσο η μορφή απομακρυνόταν. Όταν πλησίασε τόσο, ώστε να ακούει την φωνή της, η Μαρία τον κάλεσε με το όνομά του, εκείνον που δεν τον είχε δει ποτέ πριν, του αποκάλυψε ότι ήταν γυναίκα και τον παρακάλεσε να της δώσει το ράσο του ώστε να κρύψει τη γυμνότητά της. 
Περιχαρής που συνάντησε επιτέλους έναν θεοφόρο άνθρωπο, ο οποίος είχε φθάσει στην τελειότητα του μοναχικού βίου, ο αββάς Ζωσιμάς επέμενε να πληροφορηθεί τα του βίου της αγίας, και εκείνη με δάκρυα τού διηγήθηκε την πρότερή της ζωή και τη μετάνοιά της. Όταν ολοκλήρωσε τη διήγησή της, παρακάλεσε τον αββά να ξαναέλθει στις όχθες του Ιορδάνη το επόμενο έτος την Μεγάλη Πέμπτη φέρνοντας τη θεία Ευχαριστία. 
Όταν έφθασε η ημέρα εκείνη, ο Ζωσιμάς είδε την οσία Μαρία να εμφανίζεται στην απέναντι όχθη του ποταμού. Έκανε το σημείο του Σταυρού και διέσχισε τον Ιορδάνη βαδίζοντας πάνω στα νερά. Κοινώνησε με δάκρυα των Αχράντων Μυστηρίων και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην Σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά Σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου» (βλ. Λουκ. 2, 29–30). Κατόπιν, αποχαιρέτησε τον Ζωσιμά και του παρήγγειλε να μεταβεί την επόμενη χρονιά στον τόπο της πρώτης τους συνάντησης. 
Όταν συμπληρώθηκε ένα έτος, ο Ζωσιμάς βρήκε στο σημείο εκείνο το σώμα της οσίας απλωμένο στη γη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στέρνο και το πρόσωπο στραμμένο προς την ανατολή. Η συγκίνηση και τα δάκρυα εμπόδισαν τον αββά να δει αμέσως ένα μήνυμα που η οσία Μαρία είχε χαράξει στο χώμα με τα χέρια της και το οποίο έλεγε: «Αββά Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας ενθάδε, ώστε να επιστρέψει εις τον χουν αυτό που χους εστι, και ευχήσου δι’ εμέ. Απεβίωσα την πρώτη του μηνός Απριλίου, το ίδιο βράδυ του Πάθους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αφού προηγουμένως κοινώνησα των θείων Μυστηρίων». 
Μαθαίνοντας το όνομα της οσίας, ο Ζωσιμάς βρήκε κάποια παρηγοριά στη θλίψη του και θαύμασε διαπιστώνοντας ότι μέσα σε λίγες ώρες η Μαρία είχε διανύσει απόσταση μεγαλύτερη από πεζοπορία είκοσι ημερών. Προσπάθησε μάταια να σκάψει λάκκο στο χώμα μ’ ένα κομμάτι ξύλο και αίφνης είδε ένα λιοντάρι να πλησιάζει το σώμα της Μαρίας και να γλείφει τα πόδια της. Το πρόσταξε τότε ο αββάς να σκάψει λάκκο και πράγματι το θηρίο έσκαψε τον τάφο όπου ο αββάς εναπόθεσε ευλαβικά το σώμα της αγίας. 
Επιστρέφοντας στη μονή του ο αββάς διηγήθηκε τα θαυμάσια που επιτελεί ο Κύριος υπέρ εκείνων οι οποίοι αποστρέφονται την αμαρτία και επιστρέφουν ολόψυχα σ’ Εκείνον. Από αμαρτωλή πωρωμένη, η οσία Μαρία κατέστη πηγή ελπίδος και υπόδειγμα μετανοίας για πλήθος ψυχών που στενάζουν από το βάρος των αμαρτιών τους. Για τον λόγο αυτόν οι Πατέρες καθιέρωσαν πανηγυρικά τη μνήμη της την τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως εύγλωττη ενθάρρυνση προς όσους αμελούν τα της σωτηρίας τους, διακηρύττοντας ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή η μετάνοια δύναται να τους φέρει στον Θεό. Ο Βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του μεγάλου αυτού προτύπου της μετανοίας, βίος που συνέγραψε ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων [11 Μαρτ.], αναγιγνώσκεται κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέα Κρήτης [4 Ιουλ.], στον Όρθρο της Πέμπτης πριν την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, και στο τέλος κάθε ωδής ψέλνονται υπομνηστικά δύο τροπάρια της Αγίας. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
Τόμος 8ος 
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Ομιλία εις την Ε΄ Κυριακήν των νηστειών: «Κύριε, προτού χαθώ τελείως σώσε με»



Ομιλία εις την Ε΄ Κυριακήν των νηστειών: «Κύριε, προτού χαθώ τελείως σώσε με» 
Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς


Ομιλία εις την E΄ Κυριακήν των Νηστειών (1965)Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.

Μετάφραση αδελφών της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγ. Όρους, από το βιβλίο: Πασχαλινές Ομιλίες (Pashalne Besede), Βελιγράδι 1998


Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ιδού η πέμπτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Κυριακή [που σφραγίζει την εβδομάδα] των μεγάλων αγρυπνιών και των μεγάλων ασκήσεων, την εβδομάδα των μεγάλων θρήνων και αναστεναγμών, η Κυριακή της πιο μεγάλης μεταξύ των αγίων γυναικών Αγίας, της οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας. 
Σαράντα επτά χρόνια έκανε στην έρημο, και ο Κύριος της έδωσε εκείνο που σπάνια δίνει σε κάποιον από τους Αγίους. Χρόνια ολόκληρα δεν γεύθηκε ψωμί και νερό. Στην ερώτηση του αββά Ζωσιμά εκείνη απάντησε: «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4, 4). Ο Κύριος την έτρεφε με έναν ιδιαίτερο τρόπο και την οδηγούσε στην ερημητική ζωή, στους ερημητικούς της αγώνες. 
Και ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Η Αγία μετέτρεψε την κόλασή της σε παράδεισο! Νίκησε το διάβολο και ανέβηκε ψηλά στον Θεό! Πώς, με τι; Με τη νηστεία και την προσευχή, με νηστεία και προσευχή! Διότι η νηστεία, η νηστεία μαζί με την προσευχή, είναι δύναμη που νικά τα πάντα. Ένας θαυμάσιος ύμνος της Μ. Τεσσαρακοστής λέει: «ακολουθήσωμεν τω διά νηστείας ημίν, την κατά του διαβόλου νίκην υποδείξαντι, Σωτήρι των ψυχών ημών». Με τη νηστεία μας έδειξε τη νίκη κατά του διαβόλου… Δεν υπάρχει άλλο όπλο, δεν υπάρχει άλλο μέσον. 
Νηστεία! Ιδού το μέσον για να νικήσεις το διάβολο, τον κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, η αγία Μαρία η Αιγυπτία. Τι θεία δύναμη η νηστεία! Νηστεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά να σταυρώνεις το σώμα, να σταυρώνεις ο ίδιος τον εαυτό σου. 
Εφόσον υπάρχει σταυρός, η νίκη είναι σίγουρη. Το σώμα της πρώην πόρνης της Αλεξάνδρειας, της Μαρίας, με την αμαρτία παραδόθηκε στη δουλεία του διαβόλου. Αλλά όταν αγκάλιασε το Σταυρό του Χριστού, όταν πήρε αυτό το όπλο στα χέρια της, νίκησε το διάβολο. Νηστεία είναι η ανάσταση της ψυχής εκ νεκρών. Η νηστεία και η προσευχή ανοίγουν τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να αντικρύσει και να καταλάβει πραγματικά τον εαυτό του, να δει τον εαυτό του. Βλέπει τότε ότι κάθε αμαρτία στη ψυχή του είναι ο τάφος του, ο θάνατός του. Καταλαβαίνει ότι η αμαρτία μέσα στη ψυχή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μετατρέπει σε πτώματα όλα όσα ανήκουν στη ψυχή: τους λογισμούς της, τα συναισθήματά της και τις διαθέσεις της· σειρά από τάφους. Και τότε…, τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή από τη ψυχή: «Πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με». Αυτή είναι η κραυγή μας κατά την αγία αυτή εβδομάδα: Κύριε, προτού χαθώ τελείως, σώσέ με. Έτσι προσευχηθήκαμε αυτή την εβδομάδα στον Κύριο, τέτοιες προσευχητικές αναβοήσεις μας παρέδωσε στο Μ. Κανόνα του ο μεγάλος άγιος πατήρ ημών Ανδρέας Κρήτης.

«Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με». Αυτή η κραυγή μας αφορά όλους, όλους όσοι έχουμε αμαρτίες. Ποιός δεν έχει αμαρτίες; Είναι αδύνατον αν κυττάξεις τον εαυτό σου να μή βρεις κάπου, σε κάποια γωνιά της ψυχης σου, να μη εντοπίσεις σε κάποια άκρη της μία ξεχασμένη ίσως αμαρτία. Και… κάθε αμαρτία, για την οποία δεν έχεις μετανοήσει, ειναι ο τάφος σου, είναι ο θάνατός σου. Και εσύ, για να μπορέσεις να σωθείς και να αναστήσεις τον εαυτό σου από τον τάφο σου, κράζε με τις προσευχητικές θρηνητικές κραυγές της Μ. Τεσσαρακοστής: «Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με». 
Ας μη ξεγελάμε τον εαυτό μας, αδελφοί, ας μη απατώμεθα. Και μία μόνο αμαρτία αν έμεινε στη ψυχή σου, και συ δεν μετανοείς και δεν την εξομολογείσαι αλλά την ανέχεσαι μέσα σου, αυτή η αμαρτία θα σε οδηγήσει στο βασίλειο της κολάσεως. Για την αμαρτία δεν υπάρχει τόπος στον παράδεισο του Θεού. Για την αμαρτία δεν υπάρχει τόπος στη Βασιλεία των Ουρανών. Για να αξιωθείς της Βασιλείας των Ουρανών, φρόντισε να διώξεις από μέσα σου κάθε αμαρτία, να ξεριζώσεις από μέσα σου με τη μετάνοια κάθε αμαρτία. Διότι, τίποτε δεν γλυτώνει από τη μετάνοια του ανθρώπου. Τέτοια δύναμη έδωσε ο Κύριος στην Αγία Μετάνοια. 
Κοίταξε! Αφού η μετάνοια μπόρεσε να σώσει μία τόσο μεγάλη άσωτη γυναίκα, όπως ήταν κάποτε η Μαρία η Αιγυπτία, πως να μη σώσει και άλλους αμαρτωλούς, τον κάθε αμαρτωλό, και τον πιο μεγάλο αμαρτωλό και εγκληματία; Ναι, η Αγία και Μ. Τεσσαρακοστή είναι το πεδίο της μάχης, επί του οποίου εμείς οι Χριστιανοί με τη νηστεία και την προσευχή νικάμε το διάβολο, νικάμε όλες τις αμαρτίες, νικάμε όλα τα πάθη και εξασφαλίζουμε στον εαυτό μας την αθανασία και την αιώνιο ζωή. Στη ζωή των αγίων και αληθινών Χριστιανών υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα που δείχνουν ότι όντως μόνο με την προσευχή και τη νηστεία εμείς οι Χριστιανοί νικάμε τους δαίμονες, όλους εκείνους που μας βασανίζουν και θέλουν να μας παρασύρουν στο βασίλειο του κακού, στην κόλαση. Αυτή η Αγία Νηστεία…! είναι νηστεία των αγίων αρετών μας. Κάθε αγία αρετή ανασταίνει τη ψυχή μου και τη ψυχή σου εκ των νεκρών. 
Προσευχή! Τι είναι η προσευχή; Είναι η μεγάλη αρετή που σε ανασταίνει και με ανασταίνει. Σηκώθηκες μήπως για προσευχή, έκραξες προς τον Κύριο να καθαρίσει τη ψυχή σου από τις αμαρτίες, από το κάθε κακό, από κάθε πάθος; Τότε οι τάφοι σου και οι τάφοι μου ανοίγουν και οι νεκροί ανασταίνονται. Ό,τι είναι αμαρτωλό φεύγει, ό,τι σύρει προς το κακό εξαφανίζεται. Η αγία προσευχή ανασταίνει τον καθένα από μας, όταν είναι ειλικρινής, όταν φέρνει όλη τη ψυχή στον ουρανό, όταν εσύ με φόβο και τρόμο λες στον Κύριο: « Δες, δες τους τάφους μου, αναρίθμητοι είναι οι τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σε κάθε ένα από αυτούς τους τάφους, νάτην η ψυχή μου, νάτην νεκρή, μακρυά από Σένα, Κύριε! Ειπέ λόγον και ανάστησον πάντας τους νεκρούς μου! Διότι, Συ, Συ, Κύριε, μας έδωσες πολλές θείες δυνάμεις να μας ανασταίνουν διά της αγίας Αναστάσεως, να μας ανασταίνουν από τον τάφο της ραθυμίας». 
Ναι, με την αμαρτία, με τα πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Η ψυχή πεθαίνει, όταν χωρίζεται από τον Θεό. Η αμαρτία είναι δύναμη που χωρίζει τη ψυχή από τον Θεό. Και εμείς, όταν αγαπάμε την αμαρτία, όταν αγαπάμε τις αμαρτωλές ηδονές, στην πραγματικότητα αγαπάμε τον θάνατό μας, αγαπάμε τους τάφους, τους βρωμερούς τάφους, μέσα στους οποίους η ψυχή μας αποσυντίθεται. 
Αντίθετα, όταν ανανήψουμε, όταν με τον κεραυνό της μετανοίας χτυπήσουμε την καρδιά μας, τότε…, τότε οι νεκροί μας ανασταίνονται. Τότε η ψυχή μας νικά όλους τους φονείς της, νικά τον κατεξοχή δημιουργό όλων των αμαρτιών, το διάβολο, νικά με τη δύναμη του Αναστάντος Κυρίου Ιησού Χριστού. 
Γι’ αυτό, για μας τους Χριστιανούς δεν υπάρχει αμαρτία πιο ισχυρή από μας. Να είσαι βέβαιος ότι πάντοτε είσαι δυνατότερος από κάθε αμαρτία που σε βασανίζει, πάντοτε είσαι δυνατότερος από κάθε πάθος που σε βασανίζει. Πώς; -ρωτάς. Με τη μετάνοια! Και τι είναι ευκολότερο απ’ αυτήν; Πάντοτε μπορείς μέσα σου, μέσα στη ψυχή σου, να κραυγάζεις: «Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με». Η βοήθεια του Θεού δεν θα σε παραβλέψει. Θα αναστήσεις τον εαυτό σου από τους νεκρούς και θα ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο σαν κάποιος που ήρθε από εκείνον τον κόσμο, που αναστήθηκε και ζει μία νέα ζωή, τη ζωή του Αναστάντος Κυρίου, που υπάρχουν μέσα του όλες οι θείες δυνάμεις, έτσι ώστε καμμία αμαρτία πλέον δεν μπορεί να σε φονεύσει. Ίσως να ξαναπέφτεις, αλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις το όπλο, γνωρίζεις τη δύναμη με την οποία ανασταίνεσαι εκ των νεκρών. Αν πενήντα φορές την ημέρα αμαρτήσεις, αν πενήντα φορές ντροπιασθείς, αν πενήντα τάφους σκάψεις σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δος μου μετάνοια. Πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με».

Ο Αγαθός Κύριος, ο οποίος γνωρίζει την ασθένεια και αδυναμία της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης θελήσεως, είπε: Έλα, αδελφέ. Ακόμη κι αν εβδομηκοντάκις την ημέρα αμαρτήσεις, πάλι έλα και πες: ήμαρτον (Ματθ. 18,21-22). Αυτή την εντολή δίνει ο Κύριος σε εμάς τους ανθρώπους, τους ασθενείς και αδυνάτους. Συγχωρεί τους αμαρτωλούς. Γι’ αυτό και δήλωσε ότι χαρά μεγάλη γίνεται στον ουρανό για κάθε αμαρτωλό που μετανοεί στη γη (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Όλος ο ουράνιος κόσμος κοιτάζει εσένα, αδελφέ και αδελφή, πως ζεις στη γη. Πέφτεις στην αμαρτία και δεν μετανοείς; Να, οι Άγγελοι κλαίνε και θλίβονται στον Ουρανό εξαιτίας σου. Μόλις αρχίσεις να μετανοείς, να, οι Άγγελοι στον Ουρανό χαίρονται, και σαν ουράνιοι αδελφοί σου χορεύουν…

Να η σημερινή μεγάλη αγία, η Μαρία η Αιγυπτία. Πόσο αμαρτωλή! Απ’ αυτήν ο Κύριος έκανε μία αγία ύπαρξη σαν τα Χερουβίμ. Με τη μετάνοια έγινε ισάγγελη· με τη μετάνοια κατέστρεψε την κόλαση, στην οποία βρισκόταν, και ανέβηκε ολόκληρη στον παράδεισο του Χριστού. Δεν υπάρχει Χριστιανός αδύνατος σ’ αυτόν τον κόσμο, έστω κι αν του επιτίθενται οι φρικωδέστερες αμαρτίες και πειρασμοί αυτού του κόσμου. Αρκεί μόνο ο Χριστιανός να μη ξεχάσει τα μεγάλα του όπλα: τη μετάνοια, την προσευχή, τη νηστεία· να επιδοθεί σε κάποια ευαγγελική άσκηση, σε κάποια αρετή: είτε στην προσευχή, είτε στη νηστεία, είτε στην ευαγγελική αγάπη, είτε στην ευσπλαχνία. Ας θυμηθούμε τους μεγάλους Αγίους του Θεού, ας θυμηθούμε την εορταζομένη σήμερα μεγάλη Αγία, την Οσία Μητέρα μας Μαρία την Αιγυπτία, και ας είμαστε βέβαιοι ότι ο Κύριος θα είναι άμεσος βοηθός μας. Η αγία Μαρία βίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια από την Υπεραγία Θεοτόκο και σώθηκε από τη φοβερή της κόλαση, από τους φοβερούς της δαίμονες. Η Υπεραγία Θεοτόκος και σήμερα και πάντοτε μας βοηθεί σε όλες τις ευαγγελικές μας αρετές: στην προσευχή, και στη νηστεία, και στην αγρυπνία, και στην αγάπη, και στους οικτιρμούς, και στην υπομονή, και σε κάθε άλλη αρετή. Εύχομαι να μας βοηθεί πάντα και να μας καθοδηγεί…

Γι’ αυτό, ποτέ να μην αποκάμεις στον αγώνα και στον πόλεμο με τις αμαρτίες σου… Σε όλες τις δυσκολίες σου και στις πιο μεγάλες πτώσεις σου να θυμάσαι την κραυγή αυτής της αγίας εβδομάδας, που έχει τη δύναμη να σε αναστήσει: «Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με».  

Πηγή: "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ, ΒΥΡΩΝΑ ΚΑΙ ΥΜΗΤΤΟΥ
"

Ο όσιος Αλέξανδρος του Όσεβεν



20 Απριλίου  
Ο όσιος Αλέξανδρος του Όσεβεν

Πέμπτος γιος ενός γαιοκτήμονας της περιοχής της Λευκής Λίμνης, ο όσιος Αλέξανδρος γεννήθηκε το 1427 και από παιδί επέδειξε μεγάλο πόθο για την μελέτη των ιερών βιβλίων και διακρίθηκε για την ευλάβειά του. Αρνήθηκε να νυμφευθεί και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης [9 Ιουν.]. Βλέποντας την ταπείνωση και τον ένθεο ζήλο του, ο ηγούμενος της μονής πρότεινε να γίνει αμέσως η κουρά του, ο όσιος όμως αρνήθηκε και παρέμεινε δόκιμος επί έξι σχεδόν χρόνια, αφοσιωμένος στην διακονία όλων των αδελφών. 
Στο μεταξύ ο κατά σάρκα πατέρας του είχε ιδρύσει ένα χωριό στις όχθες του ποταμού Κουργιούγκα, στην επισκοπική επαρχία του Όλονετς και του είχε δώσει το οικογενειακό τους όνομα: Όσεβεν. Μία μέρα που ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε τους γονείς και τα αδέλφια του, βρήκε εκεί μια τοποθεσία αποκομμένη από τον κόσμο και ο πατέρας του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να χτίσει ένα κελλί για να αποσυρθεί εκεί ο Αλέξανδρος και να ζήσει το υπόλοιπο του βίου του στην ησυχία. 
Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι, ο όσιος ανέλαβε διάφορα διακονήματα στο μαγειρείο και στον φούρνο και χειροτονήθηκε διάκονος. Τρεις φορές άκουσε φωνή ουράνια να τον καλεί να επιστρέψει στο Όσεβεν για να ιδρύσει εκεί μονή. Ανέφερε το γεγονός στον ηγούμενο, ο οποίος του έδωσε ευλογία και μία εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, με την οποία ο όσιος καθαγίασε την τοποθεσία. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο του Νόβγκοροντ Ιωνά (1459-1470) και διορίστηκε ηγούμενος του καθιδρύματος. Άρχισε αμέσως την ανέγερση ναού αφιερωμένου στον άγιο Νικόλαο, και χάρις στη συνδρομή του κατά σάρκα πατέρα του το έργο πολύ σύντομα ολοκληρώθηκε. 
Κινούμενος από διάπυρο ζήλο, ο όσιος Αλέξανδρος καθιέρωσε αυστηρό τυπικό στην αδελφότητα και ενεθάρρυνε τους μοναχούς στα έργα της αρετής, λέγοντας: «Ιδού η οδός της σωτηρίας: νηστεία, προσευχή, καρδιά καθαρά, ταπείνωση έναντι όλων, ειλικρινής αγάπη προς τον Θεό, ελεημοσύνη προς τους πτωχούς, φιλοξενία προς τους ξένους, επίσκεψη των φυλακισμένων». Οι απαιτήσεις του ήσαν τέτοιες, ώστε κάποιοι από τους μαθητές του προτίμησαν να φύγουν από την αδελφότητα και να ζήσουν ως ερημίτες στα πέριξ, στερούμενοι όμως με τον τρόπο αυτό την παραινετική παρουσία του οσίου. 
Πλήθος μοναχοί και λαϊκοί έρχονταν από παντού για να ακούσουν τη διδασκαλία του. Η σκληραγωγία και ο άθλος της πνευματικής καθοδήγησης επηρέασαν την υγεία του και ο όσιος αρρώστησε. Αντί για άλλη θεραπεία, επικαλέστηκε την βοήθεια του αγίου Κυρίλλου, ο οποίος του παρουσιάστηκε ενδεδυμένος στα λευκά, έκανε το σημείο του Σταυρού πάνω στον άρρωστο και τον διαβεβαίωσε ότι πάντα θα έχαιρε της προστασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εγκατέλειπε ποτέ το μοναστήρι. 
Μετά από είκοσι επτά χρόνια αδιάκοπης άσκησης, ο όσιος Αλέξανδρος αναπαύθηκε ειρηνικά εν Κυρίω το 1479. Μερικά χρόνια αργότερα, ενώ έσκαβαν για να θεμελιώσουν νέο ναό, οι μοναχοί βρήκαν τα λείψανα του οσίου άφθορα και τα κατέθεσαν σε παρεκκλήσιο του καθολικού της μονής, όπου έχουν επιτελέσει πολυάριθμα θαύματα.

 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

ΚΑΝΩΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ Ψαλλόμενος τῷ Σαββάτω τῆς Ἀκαθίστου.

 

 ΚΑΝΩΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

Ψαλλόμενος τῷ Σαββάτω τῆς Ἀκαθίστου.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ.

Ὁὗ ἤ ἆκρὁστιχίς.
Χαράς δοχεῖον σοί πρέπει χαίρειν μόνη· Ιωσήφ.

ᾨδή ἆ’ 

Ἦχος δ’. Ἀνοίξω τό στόμα μου.
Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σε Πνεύματι, Ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, Ἁγνή θεώμενος, ἐπεφώνει σοι, Χαῖρε χαράς δοχεῖον, δι’ ᾖς τῆς Προμήτορος ἀρά λυθήσεται.

Ἀδάμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε Θεόνυμφε, τοῦ ᾌδου ἡ Ανέκρωσις, χαῖρε πανάμωμε, τό παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως. χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος.

Ῥόδον τό ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα, τό μῆλον τό εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα, τό ὀσφράδιον, τοῦ πάντων Βασιλέως, χαῖρε ἀπειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε δι’ ᾖς ἐκ τοῦ πτώματος, ἡμῶν ἐξανέστημεν, χαῖρε ἡδύπνοον, κρίνον Δέσποινα, πιστούς εὐωδιάζον, θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον.

ᾨδή γ’. Τούς σούς ὑμνολόγους.
Στάχυν ἡ βλαστήσασα τόν θεῖον, ὡς χώρα ἀνήροτος σαφῶς, χαῖρε ἔμψυχε τράπεζα, ἄρτον ζωῆς χωρήσασα, χαῖρε τοῦ ζῶντος ὕδατος, πηγή ἀκένωτος Δέσποινα.

Δάμαλις τόν μόσχον ἡ τεκοῦσα, τόν ἄμωμον, χαῖρε τοῖς πιστοῖς, χαῖρε ἀμνάς Κυήσασα, Θεοῦ ἀμνόν τόν αἴροντα, κόσμου παντός τά πταίσματα, χαῖρε θερμόν ἱλαστήριον.

Ὄρθρος φαεινός χαῖρε ἡ μόνη, τόν Ἥλιον φέρουσα Χριστόν, φωτός κατοικητήριον, χαῖρε τό σκότος λύσασα, καί τούς ζοφώδεις δαίμονας, ὁλοτελῶς εκμειώσασα.

Χαῖρε πύλη μόνη ἤν ὁ Λόγος, διώδευσε μόνος ἡ μοχλούς, καί πύλας ᾌδου Δέσποινα, τῷ τόκῳ σου συντρίψασα, χαῖρε ἡ θεία εἴσοδος, τῶν σῳζομένων πανύμνητε.

ᾨδή δ’. Ὅ καθήμενος ἐν δόξῃ.
Ἐν φωναῖς ἀσμάτων πίστει, σοί βοῶμεν Πανύμνητε, Χαῖρε πῖον ὄρος, καί τετυρωμένον ἐν Πνεύματι, χαῖρε λυχνία καί στάμνε, Μάννα φέρουσα, τό γλυκαίνοv, τά τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια.

Ἱλαστήριον τοῦ κόσμου, χαῖρε ἄχραντε Δέσποινα, χαῖρε κλῖμαξ γῆθεν, πάντας ἀνυψώσασα χάριτι, χαῖρε ἡ γέφυρα ὄντως, ἡ μετάγουσα, ἐκ θανάτου πάντας, πρός ζωήν τούς ὑμνοῦντας σε.

Οὐρανῶν ὑψηλοτέρα, χαῖρε γῆς τό θεμέλιον, ἐν τῇ σή νηδύϊ, Ἄχραντε ἀκόπως βαστάσασα, χαῖρε κογχύλη πορφύραν θείαν βάψασα, ἐξ αἱμάτων σου, τῷ Bασιλεί τῶν Δυνάμεων.

Νομοθέτην ἡ τεκοῦσα, ἀληθῶς χαῖρε Δέσποινα, τόν τάς ἀνομίας, πάντων δωρεάν ἐξαλείφοντα, ἀκατανόητον βάθος, ὕψος ἄρρητον, ἀπειρόγαμε, δι’ ᾖς ἡμεῖς εθεώθημεν.

Σέ τήν πλέξασαν τῷ κόσμῳ, αχειρόπλοκον στέφανον, ανυμνολογούμεν, Χαῖρε σοι Παρθένε κραυγάζοντες, τό φυλακτήριον πάντων καί χαράκωμα, καί κραταίωμα, καί ἱερόν καταφύγιον.

ᾨδή ἕ’. Ἐξέστη τά σύμπαντα.
Ὀδόν ἡ κυήσασα, ζωῆς χαῖρε Πανάμωμε, ἡ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας, σώσασα κόσμον, χαῖρε Θεόνυμφε, ἄκουσμα καί λάλημα φρικτόν, χαῖρε ἐνδιαίτημα, τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως.

Ἰσχύς καί ὀχύρωμα, ἀνθρώπων χαῖρε Ἄχραντε, τόπε ἁγιάσματος τῆς δόξης, νέκρωσις ᾌδου, νυμφών ὁλόφωτε, χαῖρε τῶν Ἀγγέλων χαρμονή, χαῖρε ἡ βοήθεια, τῶν πιστῶς δεομένων σου.

Πυρίμορφον ὄχημα, τοῦ Λόγου χαῖρε Δέσποινα, ἔμψυχε Παράδεισε τό ξύλον, ἐν μέσῳ ἔχων ζωῆς τόν Κύριον, οὗ ὁ γλυκασμός ζωοποιεῖ, πίστει τούς μετέχοντας, καί φθορά ὑποκύψαντας.

Ῥωννύμενοι σθένει σου, πιστῶς ἀναβοῷμεν σοι, Χαῖρε πόλις τοῦ Παμβασιλέως, δεδοξασμένα, καί ἀξιάκουστα, περί ᾖς λελάληνται σαφῶς, ὄρος ἀλατόμητον, χαῖρε βάθος ἀμέτρητον.

Εὐρύχωρον σκήνωμα, τοῦ Λόγου χαῖρε Ἄχραντε, κόχλος ἡ τόν, θεῖον μαργαρίτην, προαγαγοῦσα, χαῖρε πανθαύμαστε, πάντων πρός Θεόν καταλλαγῇ τῶν μακαριζόντων σε, Θεοτόκε ἑκάστοτε.

ᾨδή ς’. Τήν θείαν ταύτην.
Παστάς τοῦ Λόγου ἀμόλυντε, αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, χαῖρε Πανάχραντε, τῶν Προφητῶν περιήχημα, χαῖρε τῶν Ἀποστόλων, τό ἐγκαλλώπισμα.

Ἐκ σοῦ ἡ δρόσος απέσταξε, φλογμόν πολυθεΐας ἡ λύσασα, ὅθεν βοῷμεν σοι, Χαῖρε, ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος, ὄν Γεδεών Παρθένε, προεθεάσατο.

Ἰδού σοι Χαῖρε κραυγάζομεν, λιμήν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι καί Ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων, καί τῶν σκανδάλων πάντων, τοῦ πολεμήτορος.

Χαράς αἰτία χαρίτωσον, ἡμῶν τόν λογισμόν τοῦ κραυγάζειν σοι, Χαῖρε ἡ ἄφλεκτος βάτος νεφέλη Ὁλόφωτε, ἡ τούς πιστούς ἀπαύστως, ἐπισκιάζουσα.

ᾨδή ζ’. Οὐκ ἐλάτρευσαν.
Ἀνυμνοῦμεν σε, βοῶντες Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, ἄμπελος ἀληθινή, τόν βότρυν τόν πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζρντα, τόν τάς ψυχάς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σε δοξαζόντων.

Ἰατῆρα, τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα χαῖρε Θεόνυμφε, ἤ ῥάβδος ἡ μυστικῇ, ἄνθος τό ἀμάραντον, ἡ ἐξανθήσασα, χαῖρε Δέσποινα, δι’ ᾖς χαράς πληρούμεθα, καί ζωήν κληρονομοῦμεν.

Ῥητορεύουσα, οὐ σθένει γλῶσσα Δέσποινα, ὐμνολογήσαί σε, ὑπέρ γάρ τά Σεραφείμ, ὑψώθης κυήσασα, τόν Βασιλέα Χριστόν, ὄν ἱκέτευε, πάσης νῦν βλάβης ῥύσασθαι, τούς πιστῶς σε προσκυνοῦντας.

Εὐφημεῖ σε, μακαρίζοντα τά πέρατα, καί ἀνακράζει σοι. Χαῖρε ὁ τόμος ἐν ὦ, δακτύλῳ ἐγγέγραπται, Πατρός ὁ Λόγος Ἁγνή, ὄν ἱκέτευε, βίβλῳ ζωῆς τούς δούλους σου, καταγράψαι Θεοτόκε.

Ἱκετεύομεν οἱ δούλοί σου καί κλίνομεν ἱκετεύομεν, γόνυ καρδίας ἡμῶν. Κλῖνον τό οὕς σου Ἁγνή, καί σῶσον τούς θλίψεσι, βυθιζομένους ἡμᾶς, καί συντήρησον, πάσης ἐχθρῶν ἁλώσεως, τήν σήν ποίμνην Θεοτόκε.

ᾨδή ἡ’. Παῖδας εὐαγεῖς.
Νηδύϊ τόν Λόγον ὑπεδέξω, τόν πάντα βαστάζοντα ἐβάστασας, γάλακτι ἐξέθρεψας, νεύματι τόν τρέφοντα, τήν οἰκουμένην ἅπασαν, Ἁγνή ὦ ψάλλομεν. Τόν Κύριον ὑμνεῖτε τά ἔργα, καί ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Μώσης κατενόησεν ἐν βάτῳ, τό μέγα μυστήριον τοῦ τόκου σου. Παῖδες προεικόνισαν, τοῦτο ἐμφανέστατα μέσον πυρός ἱστάμενοι, καί μή φλεγόμενοι, ἀκήρατε ἁγία Παρθένε, ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Οἱ πρώην ἀπάτη γυμνωθέντες, στολήν ἀφθαρσίας ἐνεδύθημεν, τῇ κυοφορία σου, καί οἱ καθεζόμενοι, ἐν σκότει παραπτώσεων, φῶς κατωπτεύσαμεν, φωτός κατοικητήριον, Κόρη, ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Νεκροί διά σοῦ ζωοποιούνται, ζωήν γάρ τήν ἐνυπόστατον ἐκύησας, εὔλαλοι οἱ ἄλαλοι, πρώην χρηματίζοντες, λεπροί ἀποκαθαίρονται, νόσοι διώκονται, πνευμάτων ἀερίων τά πλήθη, ἥττηνται Παρθένε, βροτώνη σωτηρίᾳ.

Ἡ κόσμῳ τεκοῦσα σωτηρίαν, δι’ ᾖς ἀπό γῆς εἰς ὕψος ἤρθημεν, χαίροις παντευλόγητε, σκέπη καί κραταίωμα, τεῖχος καί ὀχύρωμα, τῶν μελῳδούντων Ἁγνή. Τόν Κύριον ὑμνεῖτε τά ἔργα, καί ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδή θ’. Ἅπας γηγενής.
Ἶνα σοι πιστοί, τό Χαῖρε κραυγάζωμεν, οἱ διά σοῦ τῆς χαράς, μέτοχοι γενόμενοι, τῆς ἀϊδίου, ῥῦσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ, βαρβαρικῆς ἁλώσεως, καί πάσης ἄλλης πληγῆς, διά πλῆθος, Κόρη παραπτώσεων, ἐπιούσης βροτοῖς ἁμαρτάνουσιν.

Ὤφθης φωτισμός, ἡμῶν καί βεβαίωσις, ὅθεν βοῷμεν σοι. Χαῖρε ἄστρον ἄδυτον, εἰσάγον κόσμῳ, τόν μέγαν Ἥλιον, χαῖρε Ἐδέμ ἀνοίξασα, τήν κεκλεισμένην Ἁγνή, χαῖρε στῦλε, πύρινε εἰσάγουσα, εἰς τήν ἄνω ζωήν τό ἀνθρώπινον.

Στῶμεν εὐλαβῶς, ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν, καί ἐκβοήσωμεν. Χαῖρε κόσμου Δέσποινα, χαῖρε Μαρίᾳ, Κυρίᾳ πάντων ἡμῶν, χαῖρε ἤ μόνη ἄμωμος, ἐν γυναιξί καί καλή, χαῖρε σκεῦος, μύρον τό ἀκένωτον, ἐπί σέ κενωθέν εἰσδεξάμενον.

Ἡ περιστερά, ἡ τόν ἐλεήμονα ἀποκυήσασα, χαῖρε ἀειπάρθενε Ὁσίων πάντων, χαῖρε τό καύχημα, τῶν Ἀθλητῶν στεφάνωμα, χαῖρε ἁπάντων τε, τῶν Δικαίων, θεῖον ἐγκαλλώπισμα, καί ἡμῶν τῶν πιστῶν τό διάσωσμα.

Φεῖσαι ὁ Θεός, τῆς κληρονομίας σου, τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πάσας παραβλέπων νῦν, εἰς τοῦτο ἔχων, ἐκδυσωποῦσαν σε, τήν ἐπί γῆς ἀσπόρως σε, κυοφορήσασαν, διά μέγα ἔλεος θελήσαντα, μορφωθῆναι Χριστέ, τό ἀλλότριον.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ – ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


Γεώργιος Κλόντζας, «Επί Σοι Χαίρει», τέλη 16ου αι.

 ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ  

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Στην εικόνα αυτή του Γεωργίου Κλόντζα, συνδυάζονται διάφορα θέματα και συνθέτουν μία θριαμβευτική δοξολογία προς την Παναγία, η οποία εικονίζεται στο κέντρο της σύνθεσης, μέσα σε δόξα, με τον Χριστό στην αγκαλιά της και σε θρόνο από σεραφείμ. Γύρω της σε ομόκεντρους κύκλους που έχουν αυξανόμενο πλάτος, υπάρχουν οι τροχοί, τα χερουβείμ, οι άγγελοι, τα ζώδια, το Δωδεκάορτο και οι οίκοι του Ακάθιστου Ύμνου, σκηνές από τη Γένεση και επάνω και στη μέση, εκκλησία με τον Εσταυρωμένο. Στο κάτω μέρος, μέσα σε μία λιμνοθάλασσα που θυμίζει τη Βενετία, εικονίζεται η Άνω Ιερουσαλήμ, αλλά και άγιοι, οι οποίοι παρατάσσονται σε πυκνές ιεραρχημένες ομάδες. Έτσι όλο το σύμπαν και το ανθρώπινο γένος, υμνεί την Παναγία για τον ρόλο της στην Ενσάρκωση.

Το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, «ὀρθοστάδην» το πλήθος έψαλε τον, από τότε ονομαζόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ο ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Η παράδοση αποδίδει τον «Ακάθιστο ύμνο» στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. 
ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ 
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα Χαίρε , Νύμφη ανύμφευτε

 


πηγή cityculture.gr /Επί Σοι Χαίρει, Κεχαριτωμένη Ακάθιστος Ύμνος 

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Ο όσιος Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος

 Ο όσιος Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ

Ο όσιος πατήρ ημών Συμεών ήταν γιος του εφημερίου του χωριού Βαθύρρευμα, κοντά στον Βόλο. Γεννήθηκε περί το 1500. Σε ηλικία δεκαέξι ετών άφησε τους γονείς του και υποτάχθηκε στην πνευματική καθοδήγηση του επισκόπου Δημητριάδος Παχωμίου, ο οποίος τον έκειρε μοναχό και τον χειροτόνησε διάκονο.

Εισήλθε κατόπιν ο Συμεών στην Κομνήνειο Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Κίσσαβο, όπου εγκαταβίωσε με άκρα αυστηρότητα, φορώντας πάντα μόνο έναν κουρελιασμένο χιτώνα, περπατώντας ανυπόδητος και περνώντας νύχτες ολόκληρες ορθός ενώπιον του αοράτου Θεού.

Ποθώντας να αναλάβει πλέον ένδοξους αγώνες, μετέβη στο Άγιον Όρος και έγινε δεκτός στην Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Μονή του Φιλοθέου.

Ο όσιος Συμεών ήταν ζώσα εικόνα της τέλειας ασκητικής βιοτής και πολλοί αδελφοί επωφελήθηκαν από το παράδειγμά του, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να δεχθεί την ηγουμενία της μονής. Ο δαίμονας τότε κίνησε τον φθόνο κάποιων μοναχών.

Μια φορά, ανήμερα το Πάσχα, η σκανδαλώδης διαγωγή των παραστρατημένων αυτών μοναχών προκάλεσε τις επιπλήξεις του οσίου, και τότε οι μοναχοί σαν μανιασμένα θηρία κατέπεσαν επάνω του και τον έκλεισαν στον πύργο της μονής για να συνεχίσουν τα γλεντοκοπήματά τους. Ο Συμεών κατόρθωσε ωστόσο να διαφύγει από ένα παράθυρο, εγκατέλειψε το Άγιον Όρος, επέστρεψε στην γενέτειρά του και αποσύρθηκε σε ερημική τοποθεσία του Ζαγοραίου όρους (Πήλιο), ονόματι Φλαμούριον.

Επί τρία χρόνια ζούσε στο ύπαιθρο, κάτω από μια μηλιά, προσκαρτερώντας στην νηστεία και την προσευχή, παρά τις αντιξοότητες και την δριμύτητα του κλίματος. Σύντομα απέκτησε μαθητές, ενώ μετά επτά χρόνια άρχισε την ανοικοδόμηση ναού και μονής αφιερωμένης στην Αγία Τριάδα.

Οργάνωσε την μονή σύμφωνα με το κοινοβιακό σύστημα, διασφαλίζοντας την αυτονομία και υπάγοντάς την απ’ ευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο· κατόπιν ο όσιος Συμεών αναχώρησε για να κηρύξει τον Λόγο του Θεού σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, έργο κατήχησης μείζονος σημασίας στα δύσκολα εκείνα χρόνια της σκλαβιάς, όταν κάθε διδασκαλία ήταν απαγορευμένη.

Ως νέος απόστολος, ανυπόδητος, οπλισμένος μόνο με την χάρη του Θεού που γέμιζε την καρδία του, διέτρεξε την Θεσσαλία και κατόπιν την Φθιώτιδα και την Βοιωτία, διδάσκοντας στους χριστιανούς να τηρούν τις εντολές του Κυρίου, να μην επιδιώκουν εκδίκηση, να μην απευθύνονται σε μάγους και μάντεις, να τηρούν την αργία της Κυριακής για να εκκλησιάζονται, ενώ θεράπευε πολλές αρρώστιες με την προσευχή του.

Μετέβη κατόπιν στην Αθήνα, όπου τον δέχθηκε θερμά ο επίσκοπος Λαυρέντιος (1528-1550), ο οποίος τον κάλεσε να κηρύξει τον Λόγο του Θεού στους ναούς της πόλεως.

Καθώς ο Συμεών συνέχισε τις ιεραποστολικές του περιοδείες στην Εύβοια, κάποιοι Τούρκοι της περιοχής, από φθόνο τον κατηγόρησαν ψευδώς στον επίτροπο του πασά, ότι επιδιώκει να προσηλυτίσει μουσουλμάνους στον Χριστιανισμό.

Όταν τον συνέλαβαν, προς κατάπληξη όλων, ο Συμεών άρχισε να βοηθά το πλήθος που είχε αρχίσει να μαζεύει ξύλα για να φτιάξει πυρά στην κεντρική πλατεία. Με παρέμβαση της μητέρας του δικαστή, η θανάτωση αναβλήθηκε και στην ανάκρισή του ο όσιος εξήγησε ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος του κηρύγματός του, οπότε ο δικαστής, μη βρίσκοντας τίποτα το αξιόποινο τον άφησε να συνεχίσει ελεύθερος τις περιοδείες του.

Επέστρεψε τότε ο Συμεών στην Μονή Φλαμουρίου, όπου ενέδυσε με το μοναχικό Σχήμα μεγάλο αριθμό μαθητών που είχαν συγκεντρωθεί κατά τις ιεραποστολικές περιοδείες του. Μετέβη κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατριάρχης Ιερεμίας Β’ (1587-1595) τον δέχτηκε με τιμές.

Και στην Κωνσταντινούπολη, όπως στην Ελλάδα, ο λόγος του αγίου, επισφραγισμένος από το υπόδειγμα της ζωής του, που ήταν όλη αφιερωμένη στον Θεό, ανέβλυζε ωσάν πηγή αστείρευτος και επανέφερε στην Εκκλησία πλήθος χριστιανών, οι οποίοι αφού εξομολογούνταν στον όσιο διήγαν πλέον βίο σύμφωνο με τις επιταγές του Ευαγγελίου, ενώ πολλοί από αυτούς ζήτησαν να ασπασθούν τον μοναχικό βίο.

Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, τον κάλεσε ο Κύριος στις μονές των αγίων, στις 19 Απριλίου 1594.

Ετάφη στον ναό της Θεοτόκου στην νήσο Χάλκη της Προποντίδος και δύο χρόνια αργότερα, τα τίμια λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Μονή Φλαμουρίου, όπου κατά την διάρκεια των αιώνων έχουν επιτελέσει μεγάλο αριθμό θαυματουργικών ιάσεων.
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος 8ος, Απρίλιος, Ίνδικτος, 

Δημοφιλείς αναρτήσεις