Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Σύντομο εγκώμιο στον Άγιο πατέρα μας και θαυματουργό Ανδρόνικο και τη σύζυγό του Οσία Αθανασία. Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου



Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου

Σύντομο εγκώμιο στον Άγιο πατέρα μας και θαυματουργό Ανδρόνικο και τη σύζυγό του Οσία Αθανασία και μερικά από τα θαύματά τους (9 Οκτωβρίου)

Ο λαμπρός και σπουδαίος βίος του Ανδρονίκου και της Αθανασίας μαρτυρεί καθαρά τη σωστή κλήση τους. Δέθηκαν με τα αναπόφευκτα δεσμά της ζωής και έγιναν γονείς δύο παιδιών, τα οποία πέθαναν. Αν και δεν έπαθαν κάτι εύκολο, όμως μιμήθηκαν την μεγαλοψυχία του Ιώβ που είπε «ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος τα αφαίρεσε». Έπειτα, αφού με ανδρεία και σύνεση έσπασαν τα δεσμά του βίου και διαμοίρασαν τον πλούτο σ’ όσους είχαν ανάγκη, θησαύρισαν στον ουρανό. Δεν έδωσαν σημασία στη ζωή και τη σάρκα, δεν νικήθηκαν από τον πλούτο και την άνεση, δεν είπαν, δώσε μας άλλο παιδί, Δημιουργέ της φύσεως, αλλά αφού έβαλαν κατά μέρος κάθε εύλογη πρόφαση, αποχαιρέτισαν την πόλη τους Αντιόχεια και όλους τους γνωστούς και πορεύθηκαν στους Αγίους Τόπους των Ιεροσολύμων. Μόνο σε κάποιον γαμπρό από την αδελφή τους εμπιστεύτηκαν: «Εάν ο θάνατος εμποδίσει την επιστροφή μας, κάνε ξενώνα το σπίτι μας, αδελφέ». Αυτό αφού είπαν, έφυγαν με πρόθυμη τη ψύχη προς τον Θεό, για να προσκυνήσουν τους ιερούς τόπους και να αξιωθούν να φορέσουν το άγιο και αγγελικό σχήμα.

Αφού προσκύνησαν τον τάφο του Κυρίου και τα άλλα προσκυνήματα και εκπλήρωσαν την επιθυμία τους, έφθασαν στην Αλεξάνδρεια και έμειναν στον ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Μηνά. Από εκεί έρχονται στη Σκήτη για να συναντήσουν τον Μεγάλο Δανιήλ και καθοδηγητή της. Τους δέχθηκε ευχαρίστως και αφού με το διορατικό βλέμμα του γνώρισε όσα θα γίνονταν στην μακαρία Αθανασία, προτρέπει τον Ανδρόνικο να την οδηγήσει στο γυναικείο μοναστήρι που ονομαζόταν Οκτωκαιδέκατο για να γίνει μοναχή. Τους έδωσε εντολή εις το εξής να μην επικοινωνούν μεταξύ τους και ο καθένας μόνος του να βαδίσει το δρόμο της ασκήσεως. Αφού δέχθηκαν οι μακάριοι με υπακοή την εντολή του Οσίου, ακολουθούσαν με βία το δρόμο της ασκήσεως, με νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, χαμαικοιτίες, δάκρυα και τις υπόλοιπες κακοπάθειες, με σκοπό να κατανικήσουν τη δύναμη του σώματος, να υποδουλώσουν το χειρότερο στο καλύτερο και να υποτάξουν τη σάρκα στο πνεύμα. Αυτά τα έκαναν οι μακάριοι ενδυναμωθέντες από τον Θεό και με εντονότερη άσκηση, η μεν Αθανασία έχυνε τους ασκητικούς ιδρώτες της στο μοναστήρι, που είπαμε, στο οποίο έγινε μοναχή, ο δε Ανδρόνικος έγινε μοναχός στον θειο καθηγητή τον Μεγάλο Δανιήλ. Ήταν ακούραστος υποτακτικός κάνοντας τους αγώνες της κατά Θεόν ζωής.

Μετά από δώδεκα χρόνια αποχωρισμού και αγώνων, αφού απονέκρωσαν τα πάθη του σώματος και δέχθηκαν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος την απαθή δόξα των αγγέλων, τους παρακίνησε πάλιν επιθυμία προσκυνήσεως του ζωηφόρου Παναγίου τάφου. Αυτό έγινε από κάποιο μυστικό σχέδιο του Θεού και ήταν σαφέστατο γνώρισμα μεγαλύτερης αρετής. Χωρίς να εμποδιστούν, ούτε ο Ανδρόνικος από τον Γέροντά του, ούτε η Αθανασία από την ηγουμένη, ξεκίνησαν από το ασκητήριο του ο καθένας απ’ αυτούς καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο έγιναν συνοδοιπόροι, και ο ένας ρωτούσε τον άλλον για την μοναχική του ζωή. Και ο μεν Ανδρόνικος φανέρωσε τον εαυτό του, η δε ονόμαζε τον εαυτό της Αθανάσιο. Ήταν ντυμένη με ανδρική ενδυμασία, θέλοντας να κρύψει την αδύνατη γυναικεία φύση, που μετέτρεψε με θαυμαστό τρόπο σε ανδρική και ενδυναμώθηκε με θειο ζήλο. Επειδή είχε το πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και τα σημάδια της αυστηρής νηστείας, δεν κατάλαβε καθόλου ο Ανδρόνικος, ποιος ήταν ο συνοδοιπόρος μοναχός και μόνον θαύμαζε την ευλάβεια και τη σύνεσή του. Η Αθανασία κατάλαβε τον Ανδρόνικο, γι’ αυτό του μιλούσε λίγο και συνεσταλμένα, επειδή φοβόταν, μήπως με τα πολλά λόγια έλθει στην επιφάνεια αυτό που λησμονήθηκε. Απ’ αυτό, ο Ανδρόνικος περισσότερο θαύμαζε τη σιωπή και τα λίγα λόγια του συνοδοιπόρου του.

Όταν έφθασαν στους Αγίους Τόπους και προσκύνησαν, όπως ποθούσαν, επιστρέφουν πάλιν στα μέρη της Σκήτης, και παρακινώντας ο ένας τον άλλον στην άρετε, αποφασίζουν να ζήσουν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους. Έρχεται λοιπόν ο θειος Ανδρόνικος στον Γέροντά του θειότατο Δανιήλ και ζητά τη συμβουλή του. Αυτός με το διορατικό βλέμμα γνωρίζοντας το μέλλον, συμφωνεί με τη γνώμη και προτρέπει τον Ανδρόνικο, επαινώντας την αρετή του Αθανασίου λέγοντας: «Γνωρίζω τον Αθανάσιο, που είναι σπουδαίος στην αρετή και η συναναστροφή μαζί του θα έχει καλά αποτελέσματα». Έτσι αφού πήρε ο Ανδρόνικος του οσίου καθηγητού τις γνώμες και τις ευχές, έρχεται προς τον δήθεν όσιο Αθανάσιο.

Έζησαν άλλα δώδεκα χρόνια μαζί, και ήταν ονομαστό και ξακουστό το όνομα του Ανδρόνικου και του Αθανασίου όχι μόνο στη Σκήτη, αλλά και στην Αλεξάνδρεια. Και σε όλη την περιοχή ήταν μεγάλη η δόξα τους, όχι απλά για την αρετή και τη φήμη, αλλά και για τα πολλά θαύματα, τα οποία έκανε αυτός που είπε ότι «αυτούς που με δοξάζουν θα τους δοξάσω». Ότι δε με έργα και με λόγια δόξασαν τον Θεό, ο Ανδρόνικος και η σύζυγός του, είναι σε όλους φανερό. Ήταν άνδρας σπουδαίος και θαυμαστός, πλούσιος και ξακουστός, είχε γνώση της κατεργασίας του αργύρου, επάγγελμα που είχε ο πατέρας του. Όταν με τη σύζυγό του άφησαν όλα τα ευχάριστα της ζωής και προτίμησαν την μοναχική ζωή για να δοξάσουν τον Θεό με όλη τους την ύπαρξη, εύλογα και ο Θεός τους αντιδόξασε «στη γη και στον ουρανό».

Έτσι, αφού ολοκλήρωσαν με δόξα και άξιο θαυμασμού το δρόμο της ενάρετης ζωής, έφτασε ο καιρός των στεφάνων και των αμοιβών με το θάνατό τους. Ήταν κοντά τους και ο θείος Γέροντας Δανιήλ, που συνήθιζε να τους επισκέπτεται κάθε χρόνο. Αφού τους είπε όσα έπρεπε, ετοιμάστηκε να επιστρέψει στο κελλί του. Ενώ βρισκόταν στο μέσο της διαδρομής, φθάνει τρέχοντας ο θείος Ανδρόνικος και του λέει: «Σε καλεί, πάτερ, ο αδελφός Αθανάσιος, για να προσευχηθείς γι’ αυτόν, γιατί φεύγει για τον Κύριο». Γύρισε γρήγορα πίσω ο θείος άνδρας και την βρήκε στις τελευταίες στιγμές της. Αφού της είπε τα κατάλληλα λόγια και της μετέδωσε τα Μυστήρια του Χριστού, είπε προς αυτόν μυστικά η μακαρία: «Θα βρεις επιστολή στο κρεβάτι μου και θα μάθεις απ’ αυτήν αυτά που προγνωρίζεις. Όταν θα κηδευθεί το σώμα μου, δώσε την επιστολή στον αδελφό Ανδρόνικο». Αυτά αφού είπε, παρέδωσε τη ψύχη της στα χέρια του Θεού και κοιμήθηκε με τρόπο οσιακό. Όταν της φορούσαν τα νεκρικά ενδύματα, τότε οι παρόντες είδαν με έκπληξη ότι ήταν γυναίκα. Συγκεντρώθηκε όλη η Σκήτη και πλήθος λαού από την Αλεξάνδρεια λόγω του παράδοξου ακούσματος και θεάματος. Πολλά θαύματα και θεραπείες ποικίλων ασθενειών πραγματοποίησε ο Θεός κατά την ταφή του ιερού λειψάνου και «όλοι δόξαζαν τον Θεό» διότι έδωσε σ’ αυτή την αδύνατη γυναικεία φύση τη νίκη. Όταν δε σύμφωνα με την απόφαση της μακαρίας δόθηκε η επιστολή στον αββά Ανδρόνικο, και τότε αποκαλύφθηκε σ’ αυτόν ότι δεν ήταν Αθανάσιος αλλά η Αθανασία, που παλαιότερα ήταν η σύζυγός του, ποιός μπορεί ακριβώς να περιγράψει την χαρμολύπη του και του λαού την έκπληξη; Δεν θέλω όλα να τα περιγράψω και να μακρύνω το λόγο.

Ο θειος Δανιήλ αφού παρέμεινε και έκανε το εννεαήμερο μνημόσυνο της όσιας, πήρε το δρόμο
της επιστροφής στην σκήτη του. Όταν κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου, πάλιν κάποιος τρέχοντας τον έφθασε και του είπε: «Μη συνεχίσεις, πάτερ, την πορεία σου, διότι σε φωνάζει το παιδί σου ο Ανδρόνικος, επειδή και αυτός αναχωρεί προς τον Κύριο». Αμέσως ο Γέροντας, όσο μπορούσε έτρεχε να γυρίσει πίσω, ειδοποιώντας τους μοναχούς της Σκήτης να έλθουν στην κηδεία του Ανδρόνικου. Πρόφθασε ο Γέροντας τον όσιο Ανδρόνικο ακόμα ζωντανό, του διάβασε ευχή και τον παρέδωσε στον Κύριο. Οι πατέρες της Σκήτης ήθελαν να μεταφέρουν εκεί το λείψανο, επειδή ήταν αδελφός τους, αλλά οι Ταβεννησιώτες ήθελαν να το θάψουν στο Οκτωκαιδέκατο επειδή ήταν συνασκητής του Αθανασίου, έγινε δε μεγάλη αναστάτωση γι’ αυτό. Ο θείος Δανιήλ αφού έκρινε δίκαιο να ταφεί μαζί με την αδελφή και συνασκήτριά του, σταμάτησε την ταραχή.

Έπρεπε και εμείς εδώ να σταματήσουμε τη συνέχεια του λόγου, εδώ που και οι όσιοι σταμάτησαν την εγκόσμια ζωή τους. Αλλά θα προσθέσω ακόμη λίγα για τον ναό και λίγα από τα πολλά θαύματά τους. Επειδή γίνονταν πολλά θαύματα από τα θεια λείψανα, κτίστηκε ναός αφιερωμένος στο όνομα του Ανδρόνικου και της Αθανασίας, στον οποίον υπήρχαν αγιογραφημένες εικόνες τους, από τις οποίες σαν ιδρώτας έσταζε μύρο, που ήταν θεραπευτικό ποικίλων ασθενειών. Θα αφηγηθώ δύο ή τρία θαύματα που βεβαιώνουν τη χάρη του Θεού στους αγίους.

Κάποιος άνθρωπος είχε ανίατη ασθένεια στη γλώσσα (καρκίνο την ονομάζουν οι γιατροί) που τον ταλαιπωρούσε με πολλούς πόνους. Επειδή από κανένα γιατρό δεν έβρισκε θεραπεία, προστρέχει στο πλούσιο ιατρείο, πήρε από το μύρο, που είπαμε, άλειψε τη γλώσσα και σε λίγες ημέρες θεραπεύθηκε και μιλούσε καλά.

Κάποιου άλλου άνδρα, η μικρή κόρη υπέφερε από απόστημα, όπως έλεγαν οι γιατροί, στα σπλάχνα, που ξεπερνούσε τα όρια της ιατρικής. Φέρνει ο πατέρας την κόρη του στο ναό των οσίων και αφού πήρε μύρο από την εικόνα τους, το ανέμειξε με νερό και της το έδωσε να το πιεί. Το υγρό που ήπιε έκοψε την αρρώστια σαν ξυράφι και μετά από ένα δυνατό εμετό η κόρη απαλλάχθηκε απ’ αυτήν.

Κάποιος άλλος ήταν μισοπεθαμένος, επειδή είχαν από φοβερή αρρώστια σαπίσει τα απόκρυφα μέλη του. Αφού θυμήθηκε τα θαύματα του Ανδρόνικου και της Αθανασίας, έστειλε και του έφεραν από το μύρο που έσταζε και άλειψε τα σαπισμένα μέλη του. Γρήγορα σταμάτησε ο πόνος, και τα σαπίσματα μετά από λίγες ημέρες αποκαταστάθηκαν. Ο άνδρας, που θεραπεύθηκε φρόντισε να παραδοθούν γραπτά από κάποιο μορφωμένο τα θαύματα των οσίων και η θαυμαστή ζωή τους.

Εγώ δε μετά από παρέλευση τόσων χρόνων, μακαρία δυάδα, ευτυχισμένο ζευγάρι ενωμένο από τον Θεό, ποιό αντάξιο εγκώμιο θα σας προσφέρω ή πώς θα σας προσφωνήσω; Η σπουδαιότατη και θαυμαστή ζωή σας επισκιάζει κάθε εγκώμιο. Αφού ενώσατε την πνευματική ανδρεία με την αθανασία των πράξεων, ανανεώσατε τους θείους αγρούς των ψυχών σας, σκορπίσατε τα έργα της αρετής, θερίσατε στάχυα γεμάτα ζωή, συγκεντρώσατε στις θείες αποθήκες τους καρπούς των πράξεών σας, τριάντα, εξήντα, εκατό θεοπρεπείς καρπούς, υπομείνατε τον καύσωνα όλης της ημέρας της κοπιαστικής ζωής σας, αντέξατε άγρυπνοι μέχρι τέλους τη νυκτερινή παγωνιά των παθών και των δαιμόνων, αποθηκεύσατε στον ουρανό το θησαυρό των πράξεών σας και τώρα απολαμβάνετε τον πλούτο της θείας αγαλλιάσεως, στην οποία δεν υπάρχει καμιά οδύνη, λύπη και στεναγμός, αλλά το ανέσπερο φως, οι ευφρόσυνες φωνές, η συμμετοχή στην αθανασία και η απόλαυση του παραδείσου.


Τα ιερά σας λείψανα, όμοια με πηγή, αναβλύζουν μύρο. Επικυρώνει το λόγο μου η περιοχή της Αττάλειας, στην οποίαν μικρή μερίδα των λειψάνων του θείου Ανδρόνικου, τόσο πολύ μύρο αναβλύζει, που αν και μοιράζεται παντού, δεν ελαττώνεται και δίνει πλούσια τις θεραπείες στους αρρώστους. Κάποιος νεαρός άνδρας, από τα Μύρα της Λυκίας, που είχε φίδι μέσα στην κοιλιά του και υπέφερε πολύ, αφού πήρε το μύρο, αμέσως έκανε εμετό το φίδι. Αυτού του μύρου, που μου έφερε κάποιος από την Αττάλεια σε γυάλινο δοχείο, είδα και εγώ την θεία ενέργεια σε ανθρώπους και σε ζώα και δόξασα τον Θεό και αυτούς που δοξάσθηκαν απ’ αυτόν, διότι αυτούς που τον δοξάζουν τους δοξάζει με ασύγκριτη δόξα.

Εσείς δε, ω ιερό και πανόσιο ζευγάρι, Ανδρόνικε και Αθανασία, αφού δεχθείτε σαν μικρή ευλογία την προσφορά του λόγου μου, παρακαλέστε τον Χριστό, τον Θεό μας, να σπλαχνιστεί εμένα και όσους τιμούν την ετήσια μνήμη σας, τον οποίον δοξάσατε με όλη σας την ύπαρξη, επειδή έχετε παρρησία σ’ Αυτόν, που και εμείς δοξολογούμε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο και ζωαρχικό του Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(Πηγή: Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Συγγράμματα τ. Γ΄, έκδ. Ι. Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, Πάφος 1999, σ.253-261.)

Μετάφραση κειμένου: από Α. Χριστοδούλου, Θεολόγο

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Δαμιανοῦ τοῦ ἰαματικοῦ των Σπηλαίων του Κιέβου (5 Οκτωβρίου)

Όσιος Δαμιανός ο πρεσβύτερος και ιαματικός

Δαμιανοῦ τοῦ ἰαματικοῦ (1071) 5 Οκτωβρίου 

Ο αξιοθαύμαστος Δαμιανός έζησε στη μονή των Σπηλαίων στα χρόνια της ηγουμενίας του οσίου Θεοδοσίου.

Ο μακάριος αυτός μοναχός έγινε ακριβής μιμητής της ισάγγελης ζωής του γέροντά του. Με φλογερό ζήλο και συνεχή βία, αγωνιζόταν να υπερβεί τη φύση του και να πλησιάσει την τελειότητα των ευαγγελικών αρετών. Όλοι οι αδελφοί ομολογούσαν με θαυμασμό την τελωνική ταπείνωση, την τέλεια υπακοή και τη βαθιά απλότητα του οσίου. Παρ’ όλο που προσπαθούσε να κρύψει την πνευματική του εργασία, αυτή είχε πέσει στην αντίληψη των άλλων συνασκητών του, που ένιωθαν δέος και ευλάβεια απέναντι στον πιστό θεράποντα του Χριστού και καθαιρέτη του εχθρού. Γιατί ο όσιος δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου.
Οι μέρες και οι νύχτες του περνούσαν με αγρυπνία, μελέτη των ιερών βιβλίων και αδιάλειπτη προσευχή. Επιπλέον αναδείχθηκε σε μεγάλο νηστευτή και εγκρατευτή. Πήρε ευλογία από τον όσιο Θεοδόσιο να μη γεύεται τίποτε άλλο, εκτός από λίγο ψωμί και νερό. Αυτή τη δίαιτα κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Γι’ αυτό ο αδιάψευστος Κύριος, που διαβεβαίωσε ότι το πονηρό γένος των δαιμόνων δεν καταβάλλεται «ει μη εν προσευχή και νηστεία», βράβευσε τους κόπους του εργάτη της προσευχής και της νηστείας οσίου Δαμιανού.

Τον τίμησε με το χάρισμα της θεραπείας των ασθενειών, που οι δαίμονες προκαλούν στους ανθρώπους.

Όποτε λοιπόν εμφανιζόταν στο μοναστήρι άνθρωπος άρρωστος, ο όσιος ηγούμενος Θεοδόσιος καλούσε το μακάριο Δαμιανό να προσευχηθεί πάνω από τον πάσχοντα. Κι εκείνος, με ταπεινό φρόνημα και αγαθή διάθεση υποταγής, κλαίγοντας και θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο του θείου χαρίσματος, άλειφε με άγιο έλαιο τον ασθενή και προσευχόταν κοντά του ώρα πολλή, με δάκρυα και στεναγμούς. Με τη χάρη του Θεού όλοι θεραπεύονταν και έφευγαν υγιείς και χαρούμενοι.

Όσα χρόνια έζησε σ’ αυτό τον πρόσκαιρο κόσμο ο θείος Δαμιανός, τα γέμισε με ασκητικούς αγώνες και καλά έργα, με τα οποία και το Θεό δόξασε και την αιώνια ζωή κέρδισε.
Κάποτε αρρώστησε και κατάλαβε πώς πλησίαζε το τέλος της επίγειας ζωής του.

Από την ασκητική στρωμνή του προσευχόταν με λυγμούς στο Θεό κι έλεγε:
Κύριε μου! Ιησού Χριστέ! Αξίωσέ με τον ανάξιο να γίνω μέτοχος της δόξης των αγίων Σου και κληρονόμος της βασιλείας Σου! Σε παρακαλώ, Δέσποτά μου, μη με χωρίσεις από τον πνευματικό μου πατέρα και διδάσκαλο, τον άγιο ηγούμενο Θεοδόσιο, αλλά «χάρισαι αυτώ και εμοί την βασιλείαν Σου και την μέθεξιν των αφράστων και αιωνίων Σου αγαθών και της Σης απέραντου και μακαρίας ζωής την απόλαυση», «ένθα ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η ανέκφραστος ηδονή των καθορώντων του σου προσώπου το κάλλος το άρρητον»!
Ενώ έτσι προσευχόταν, εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα στη στρωμνή του ο όσιος Θεοδόσιος. Έσκυψε στοργικά πάνω του, τον ασπάστηκε καλοσυνάτα και είπε:
– Τέκνο μου, η προσευχή σου εισακούστηκε από τον Κύριο. Αυτός μ’ έστειλε να σε πληροφορήσω για την εκπλήρωση του αιτήματός σου. Όταν ο Θεός επιτρέψει να φύγεις απ’ αυτή τη ζωή και να πάς κοντά Του, θα συναριθμηθής με τους αγίους Του και θα συγκατοίκησης με τους εκλεκτούς Του στην ουράνια βασιλεία. Και δεν θα χωριστής ποτέ από μένα! Θα είμαστε για πάντα μαζί στο Θείο νυμφώνα της δόξης του Κυρίου, «ένθα ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος…»!

Αυτά είπε ο όσιος Θεοδόσιος κι έγινε άφαντος.
Παραξενεύτηκε ο μακάριος Δαμιανός, επειδή δεν κατάλαβε ούτε πως μπήκε ούτε πως βγήκε ο πνευματικός του πατέρας. Ξαφνικά τον είδε δίπλα του, ξαφνικά και τον έχασε. «Μήπως ήταν όραμα;» σκέφτηκε.
Για να λύση το μυστήριο, κάλεσε το γηροκόμο και τον παρακάλεσε:
- Πήγαινε σε παρακαλώ αδελφέ μου και πες στον άγιο γέροντα ότι τον θέλω.
Όταν ήρθε ο όσιος Θεοδόσιος, ο Δαμιανός του είπε χαρούμενος:
- Μπάτουσκα- πατερούλη. Θα γίνουν όλα έτσι όπως μου υποσχέθηκες;
- Δεν καταλαβαίνω, παιδί μου. Για ποια υπόσχεση μου μιλάς; ρώτησε με απορία ο όσιος Θεοδόσιος.
Τότε ο μακάριος Δαμιανός του φανέρωσε για την προσευχή που έκανε στον Κύριο και για τη θαυμαστή εμφάνιση εκείνου του άνδρα με τη μορφή του Θεοδοσίου.
Ο θεοφώτιστος ηγούμενος δόξασε το Θεό και είπε δακρυσμένος:
- Ε, τέκνο μου! Άγγελος Κυρίου σου φανερώθηκε με τη μορφή μου! Επομένως να είσαι ήσυχος ότι θα γίνουν όλα όπως σου υποσχέθηκε. Πως ήταν δυνατόν εγώ, ένας αμαρτωλός άνθρωπος, να σου υποσχεθώ τη δόξα την ετοιμασμένη για τους δικαίους του;

Σαν άκουσε τη διαβεβαίωση του οσίου Θεοδοσίου, ο δίκαιος Δαμιανός ευφράνθηκε πνευματικά και πληρώθηκε ολόκληρος με την παρηγορητική ελπίδα.
Ύστερα ζήτησε να έρθουν κοντά του οι αδελφοί.
Μαζεύτηκαν οι περισσότεροι. Τους ασπάσθηκε με δάκρυα, ζητώντας ταπεινά συγγνώμη, ο αθώος και άκακος, για κάθε φταίξιμό του.

Με την καλή αυτή ομολογία της ταπεινοφροσύνης, παρέδωσε το πνεύμα «εν χειρί Θεού», με συνοδούς τους αγγέλους που ήρθαν για να παραλάβουν την οσία ψυχή του. Την ώρα του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, το πρόσωπό του φωτίστηκε μ’ ένα υπερκόσμιο φως, ενώ ένα γλυκύτατο χαμόγελο άνθισε στα χείλη του, φανερώνοντας τη χαρά της νύμφης ψυχής, που αντάμωνε τον ποθητό της Νυμφίο.

Τότε ο όσιος Θεοδόσιος, έδωσε εντολή να χτυπήσουν το σήμαντρο για να έρθουν και οι υπόλοιποι αδελφοί. Και μετά, με μεγάλη τιμή και ψαλμωδίες, κήδεψαν στο σπήλαιο το τίμιο σώμα του δούλου του Χριστού, που έζησε στη γη σαν άγγελος για τη δόξα του Τριαδικού Θεού και ανήλθε στους ουρανού

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Άγιος Edwin (Έντγιν), Μάρτυρας-Βασιλιάς της Northumbria (†633)

Άγιος Edwin (Έντγιν), Μάρτυρας-Βασιλιάς της Northumbria(†633)
Εορτάζει στις 4 Οκτωβρίου

Ο  άγιος Edwin (Eadwine) ήταν γιος του  Alla, βασιλέα της Deira, και γεννήθηκε γύρω στο 584. Όταν ο πατέρας του πέθανε,  ο Edwin διώχθηκε από το βασίλειο του από τον βασιλιά Ethelred της Bernicia, ο οποίος ένωσε την  Bernicia και την Deira σε ένα ενιαίο βασίλειο της Northumbria.

Ο Edwin βρήκε καταφύγιο στην Ανατολική Αγγλία στον βασιλιά Redwald. Ο Redwald, λόγο των απειλών και των υποσχέσεων που του έδωσαν, πείστηκε να παραδώσει τον  Edwin στους εχθρούς του. Ο Edwin πληροφορήθηκε από έναν φίλο του για τον κίνδυνο που είχε να αντιμετωπίσει. Εκείνη τη νύχτα, ένας ξένος του υποσχέθηκε πως το βασίλειο του θα επέστρεφε σε αυτόν εάν ο  Edwin θα έπραττε όπως θα τον δίδασκε.  Ο  Edwin συμφώνησε, και ο ξένος ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι του Edwin, λέγοντας του να θυμάται αυτή την χειρονομία.

Εκείνο τον καιρό, ο Edwin έγινε ο άρχοντας όλης της βόρειας Αγγλίας και με τη δύναμη των όπλων, ανάγκασε τους άλλους βασιλιάδες να τον αποδεχτούν σαν κυρίαρχο. Παντρεύτηκε την   Ethelburga, την κόρη του αγίου Ethelbert (μνήμη 25 Φεβρουαρίου), του πρώτου Χριστιανού βασιλιά της Αγγλίας. Η Ethelburga ήταν επίσης η αδερφή του βασιλιά Ealbald του Kent.

Έγινε μια απόπειρα δολοφονίας του Edwin το 626, την ημέρα του Πάσχα. Εκείνη τη νύχτα η
Lilla cross, North Yorkshire
βασίλισσα γέννησε ένα κοριτσάκι, και ο βασιλιάς  Quichelm των Δυτικών Σαξόνων έστειλε έναν δολοφόνο ονόματι  Eumer προκείμενου να σκοτώσει τον  Edwin με ένα δηλητηριασμένο μαχαίρι.  Ο Eumer προσπάθησε να καρφώσει τον  Edwin. Θα το κατάφερνε εάν δεν βρισκόταν εκεί ο Lilla, ο πιστός υπηρέτης του βασιλιά Edwin, ο οποίος μπήκε ανάμεσα στον βασιλιά και τον δολοφόνο. Παρόλα αυτά το μαχαίρι τον διαπέρασε και τραυμάτισε και τον βασιλιά.  Ο  δολοφόνος θανατώθηκε και ο   Lilla έσωσε την ζωή του  Edwin δίνοντας τη δική του. Αυτό το γεγονός μνημονεύεται σε μία πέτρα με σταυρό η οποία στέκεται στην περιοχή Lilla Howe στο βόρειο Yorkshire.

Ο Edwin ευχαρίστησε του θεούς του γιατί τον γλύτωσαν, αλλά ο Επίσκοπος  Paulinus του York του είπε πως σώθηκε χάρη στις προσευχές της βασίλισσας. Ο επίσκοπος είπε πως έπρεπε να δήξει την ευγνωμοσύνη του στον αληθινό Θεό επιτρέποντας στην νεογέννητη κόρη του να βαπτιστεί. Το παιδί βαπτίστηκε την ημέρα της Πεντηκοστής, και της δόθηκε το όνομα  Eanfleda.

Ο βασιλιάς, ο οποίος είχε τραυματιστεί ελάχιστα από την επίθεση, υποσχέθηκε στον Επίσκοπο  Paulinus πως θα γίνει Χριστιανός εάν επανακτούσε την υγεία του, και εάν νικούσε εκείνους που συνωμότησαν για να τον σκοτώσουν.

Μόλις η πληγή του θεραπεύτηκε, ο βασιλιάς Edwin εκστράτευσε ενάντια στον βασιλιά των Δυτικών Σαξόνων με έναν στρατό. Εξαφάνισε τον αντίπαλο στρατό σκοτώνοντας και αιχμαλωτίζοντας εκείνους που ήταν αναμιγμένοι στο σχέδιο εναντίον του. Έπαψε να ακολουθεί την παγανιστική θρησκεία, όμως δεν κράτησε την υπόσχεση του να γίνει χριστιανός, και πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου ο Edwin να αποδεχτεί την πίστη. Καθόταν για ώρες μόνος προσπαθώντας να αποφασίσει ποια θρησκεία θα έπρεπε να ακολουθήσει. Ο άγιος Paulinus, πληροφορημένος από μια αποκάλυψη σχετικά με την υπόσχεση του ξένου προς τον βασιλιά, πήγε στον Edwin και τοποθέτησε το χέρι του στο κεφάλι του και ρώτησε «Θυμάσαι αυτή τη χειρονομία;»

Ο βασιλιάς ρίγησε  ξαφνιασμένος και έπεσε στα πόδια του επισκόπου.  Ο άγιος Paulinus τον σήκωσε απαλά και είπε, «Βλέπεις πως ο Θεός σε λύτρωσε από τους εχθρούς σου. Επί πλέον, σου προσφέρει την Αιώνια Βασιλεία Του. Τήρησε την υπόσχεση σου να γίνεις Χριστιανός και τήρησε τις εντολές του Θεού.» 
 
Ο βασιλιάς  Edwin είπε πως θα ζητούσε τη γνώμη των συμβούλων του και θα τους παρότρυνε να ασπαστούν την πίστη μαζί του. Τους ρώτησε τι έπρεπε να κάνει. Ο  Coifi, ένας παγανιστής ιερέας, είπε πως ήταν ξεκάθαρο το ότι οι θεοί τους δεν είχαν καμία δύναμη. Κάποιος άλλος είπε πως αυτή η σύντομη ζωή είναι ασήμαντη συγκρινόμενη με την αιώνια.

Ο άγιος Paulinus κήρυξε στην συγκέντρωση και όταν τελείωσε ο   Coifi είπε στον βασιλιά πως τα ιερά και οι ναοί των ψεύτικων θεών τους έπρεπε να καούν. Ο βασιλιάς τον ρώτησε ποιος θα έπρεπε να είναι ο πρώτος που θα τα καταστρέψει.   Ο Coifi απάντησε πως θα έπρεπε να είναι ο ίδιος ο πρώτος από τη στιγμή που ηγούταν της λατρείας τους. Δεν επιτρεπόταν στον  κορυφαίο ιερέα των παγανιστών να κουβαλάει όπλα ή να ιππεύει άλογο.  Συνήθως ίππευε φοράδα.

Παρόλα αυτά ο Coifi, ζήτησε άλογο και όπλα. Ιππεύοντας το ίδιο το άλογο του βασιλιά , ο Coifi  έριξε ένα δόρυ στον ναό τους, διατάζοντας τους άλλους να το ρίξουν κάτω και να το κάψουν. Αυτό το μέρος δεν ήταν μακριά από το  York, και σήμερα είναι γνωστό σαν Goodmanham.

η εκκλησία των αγίων πάντων που χτίστηκε αργότερα 
στη θέση του ειδωλολατρικού ναού

Το 627, τον ενδέκατο χρόνο της βασιλείας, ο βασιλιάς  Edwin βαπτίστηκε από τον άγιο Paulinus του York στην ξύλινη εκκλησία του Αποστόλου Πέτρου. Ο βασιλιάς  Edwin ξεκίνησε την ανοικοδόμηση μιας νέας πέτρινης εκκλησίας, η οποία ολοκληρώθηκε από τον διάδοχο του άγιο βασιλέα Oswald (ημέρα μνήμης 5 Αυγούστου).

 Ο βασιλιάς Edwin κυβέρνησε το βασίλειο του με ειρήνη για έξι ακόμη χρόνια, και συνέχισε να υπηρετεί και να διαδίδει τον Χριστιανισμό. Σκοτώθηκε σε μια μάχη ενάντια στον βασιλιά Penda της Mercia και τον Cadwalla της Ουαλίας το 633, όταν ήταν 48 χρονών, σε ένα μέρος που σήμερα είναι γνωστό σαν Hatfield.

Το σώμα του Edwin θάφτηκε στο Whitby, όμως το κεφάλι του θάφτηκε στο York στην εκκλησία που έχτισε. Τα περισσότερα από τα παλιά Αγγλικά μαρτυρολόγια περιλαμβάνουν τον Edwin σαν μάρτυρα.

Μετά τον θάνατο του αγίου Edwin, η γυναίκα του Ethelburga (ημέρα μνήμης 5 Απριλίου)  επέστεψε στο Kent, όπου έγινε η ηγουμένη ενός μοναστηριού το οποίο ίδρυσε στο Lyminge.

πηγή : http://orthodoxy-rainbow.blogspot.gr/ 


Aγγλικό κείμενο
http://www.oodegr.com/english/biographies/arxaioi/edwin_northumbria.htm

μετάφραση orthodoxy-rainbow 

Αντίθετα, ειν΄η ψυχή μου ησυχασμένη και ήρεμη, σαν βρέφος θηλασμένο στη μάνα του κοντά.


Ψαλμός 130 
Κύριε δεν περηφανεύτηκε η καρδιά μου ούτε υπεροψία είχε το βλέμμα μου. Δεν καταπιάστηκα με πράγματα μεγάλα ούτε με εκείνα που με ξεπερνούν. Αντίθετα, ειν΄η ψυχή μου ησυχασμένη και ήρεμη, σαν βρέφος θηλασμένο στη μάνα του κοντά. είναι η ψυχή μου σαν το βρέφος το χορτάτο .
Έλπιζε, Ισραήλ στον Κύριο από τώρα και παντοτινά.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Ο έρωτας σταυρώνεται για να αναστηθεί με αγάπη.

π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου



Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email