Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Ποίαν ἤμέραν καὶ ὥραν γίνεται ἢ καθήλωσις καὶ ἢ ἄποκαθήλωσίς τῆς εἰκόνος τοῦ σώματος τοῦ Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρό;

 27

Ποίαν ἤμέραν καὶ ὥραν γίνεται ἢ καθήλωσις καὶ ἢ ἄποκαθήλωσίς τῆς εἰκόνος τοῦ σώματος τοῦ Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρό;

τελετὴ τῆς ἄποκαθηλώσεως διεδόθῃ στὰ μέρη μᾶς ἄπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, ὅπου ὕφίστατο ἄπὸ πολὺ παλαιά. Ἐκεῖ δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀπαγγελία στὸ ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου του πρώτου τροπαρίου τοῦ ἰε' ἄντιφώνου «Σήμερον κρεμᾷται ἔπὶ ξύλου...» τῆς ἀκολουθίας τῶν ἅγιων Παθῶν, τοῦ ὄρθρου δη­λαδὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἔλιτανεύετο ἄπὸ τὸν ἱερέα μεγά­λων διαστάσεων σταυρὸς μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστου καρφωμένο ἔπάνω σ' αὔτὸν κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἢ ἄποκαθήλωσί του. Ἔστήνετο δὲ στὸ μέσον τοῦ ναοῦ καὶ ἐκεῖ παρέ­μενε μέχρι τὴν ψαλμωδία τὼν ἄποστίχων του ἔσπερινου τῆς Με­γάλης Παρασκευῆς. Κατ' αὔτὴ ἔγίνετο ἢ ἄποκαθήλωσίς κατὰ τὸν ἄκόλουθο τρόπο: 

λιτανεύετο, ὅπως συνήθως, ὸ ἐπιτάφιος, ἔτοποθετεῖτο στὸ κουβούκλιο, ἄπεσπάτο κατόπιν ἢ εἴκῶν τοῦ νεκρου Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρὸ καὶ ἄπετίθετο καὶ αὔτὴ στὸ κουβούκλιο ἐπάνω στὸν ἐπιτάφιο, ἔκαλύπτετο μὲ πέπλους καὶ ἄνθη καὶ στὸ μέσον ἔτίθετο τὸ Εὔαγγέλιο. 'Ἡ ἄκολουθία αὔτὴ τῆς ἄποκαθη­λώσεως ἦταν ἄγνωστη στὴν λοιπή 'Ὀρθόδοξο 'Ἐκκλησία. Κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμαται ἔπὶ ξύλου...» ἔλιτανεύετο ἢ εἴκῶν τῆς σταυρώσεως καὶ ἔτίθετο στὸ προσκυνητάριο, κατὰ δὲ τὰ ἄπόστιχα τοῦ ἔσπερινοῦ ἔγίνετο ἢ εἴσοδος τοῦ ἔπιταφίου καὶ ἢ ἄπόθεσίς του στὸ κουβούκλιο ἢ σὲ ἄπλὸ τραπέζι, χωρὶς νὰ γίνῃ προηγουμένως ἄποκαθήλωσι. Αὔτὸ ἄκριβὼς τηρεῖται καὶ σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος, Ὅρος καὶ στὶς σλαβικές 'Ὀρθόδοξες 'Ἐκκλησίες.

Πρὶν ἄπὸ ἑκατὸ περίπου χρόνια κατὰ τὰ μέσα τού περασμέ­νου αἴῶνος, θέλησαν στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ μιμηθουν τὴν πρᾶξι τῆς 'Ἀντιόχειας, ποῦ τόσο παραστατικὰ ἔξεικόνιζε τὰ σχετικὰ γεγονότα τοῦ πάθους τοῦ Χρίστου. 'Ἡ τε­λετὴ ἐγινε τόσο προσφιλὴς στὸν κλῆρο καὶ στὸν λαό, ποῦ γρήγορα διαδόθηκε στὶς μεγάλες πρῶτα πόλεις καὶ σιγὰ σιγὰ καὶ στὰ χω­ριὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄκόμη μοναστήρια. Τροποποιήθηκε ὅμως ἐλα­φρά. Εἴσήχθη δηλαδὴ ὸ μεγάλος σταυρὸς μὲ καρφωμένο ἔπάνω σ' αὔτὸν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου, γίνεται ἢ εἴσο­δός του κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμᾷται...», ἄλλα ἢ ἄποκαθήλωσι γιὰ νὰ εἶναι πιὸ παραστατικὴ γίνεται ἄπὸ τὸν ἱερέα τὴν ὥρα ποῦ ὸ διάκονος ἄναγινώσκει τίς τελευταῖες φράσεις τοῦ μεγάλου εὐαγ­γελίου του ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς«...'Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἄπὸ Ἄριμαθαίας τούνομα 'Ἰωσήφ... καὶ λαβὼν τὸ σῶμα τοῦ Ἴησοὺ ἔνετύλιξεν αὔτὸ ἔν σινδόνι καθαρα...», ἤ, ἂν τελῇ τὴν ἄκολουθία μόνος ὸ ἴερέύς, ἀμέ­σως μετὰ τὴν ἄνάγνωσι τοῦ εὔαγγελίου ἔν σιγὴ ἢ ψαλλομένου τοΰ καθίσματος «Σινδόνι καθαρα, καὶ ἄρώμασι θείοις...», καὶ ἄποθέτει τὸ σῶμα στὴν ἄγία τράπεζα, ἄλλὰ ὀχι καὶ στὸ κουβούκλιο γιὰ λόγους καθαρὰ τεχνικοὺς (στήν 'Ἀντιόχεια τὰ χέρια τοῦ σώ­ματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατεσκευασμένα κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ διπλωθοῦν πρὸς τὰ κάτω). Σὲ μερικὰ ὅμως μέρη δὲν ἔχει ἐπικρατήσει ἢ πρᾶξι αὔτὴ ἄκόμη καὶ δὲν γίνεται ἄποκαθήλωσις, ἄλλὰ κατὰ τὴν ἄνάγνωσι τοῦ Εὔαγγελίου ἢ ὕστερα ἄπο αὔτὴν καλύπτεται καὶ ἄποσύρεται στὸ ἱερὸ βῆμα ὁλόκληρος ὸ σταυ­ρὸς μαζὶ μὲ τὸν ἐσταυρωμένο Χριστό, ποῦ εἶναι ζωγραφισμέ­νος ἐπάνω στὸν σταυρὸ ἄπ' εὐθείας ἢ δὲν εἶναι δυνατὴ ἢ ἄπόσπασίς του ἄπ' αὔτόν. Βλέπετε μὲ πόση δυσκολία μπαίνουν στὴν λει­τουργικὴ πρᾶξι νέα ἔθιμα ὀσο ὡραῖα καὶ ἄγαπητὰ ἄπ' τὸν λαὸ καὶ ἂν εἶναι.

Ἡ ἄποσπασθείσα κατὰ τὴν ἄποκαθήλωσι ἄπὸ τὸ σταυρὸ εἴκῶν τού ἔσταυρωμένου Χριστού παραμένει στὸ ἅγιο βῆμα τυλιγμένη σὲ σινδόνα καθ' ὀλη τὴν ἄναστάσιμο περίοδο, μέχρι τῆς ἄποδόσεως τοῦ Πάσχα, μέχρι δηλαδὴ τοῦ ἔσπερινοῦ τῆς Πέμπτης τῆς Ἄναλήψεως, όπότε καθηλοῦται καὶ πάλι καὶ καταλαμβάνει τὴν συνήθη θέσι τοῦ πίσω ἄπὸ τὴν ἄγία τράπεζα ἢ στὸ βάθος τῆς ἄψίδος, ἔνὼ ὸ ἔπιτάφιος, ποῦ ἄπὸ τὸ τέλος τῆς ἄκολουθίας τοΰ ὄρθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, κατὰ τὴν δική μας πρᾶξι, ἢ ἄπὸ τὸ τέλος τοῦ μεσονυκτικοῦ τῆς παννυχίδος τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴν πρᾶξι τὼν σλαβικῶν 'Ἐκκλησιῶν, βρισκόταν ἄπλωμένος ἐπάνω στὴν ἄγία τράπεζα, ἄποσύρεται ἄπ' αὔτὴ γιὰ νὰ τοποθετηθῇ στὴν κα­θιερωμένη θέσι του. 

 

ΙΩΑΝΝΟΥ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑΣ ΑΠΟΡΙΑΣ  

Α΄
1-100

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Ἢ λιτάνεύσις τοῦ σταυρωμένου κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμᾷται ἐπὶ ξύλου...»

 


358
λιτάνεύσις τοῦ σταυρωμένου κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμᾷται ἐπὶ ξύλου...» τῆς ἀκολουθίας τῶν ἄγίων παθῶν γίνεται ὅπως εἶναι καρφωμένος ὁ ἐσταυρωμένος στὸν σταυρὸ ἢ χωριστά, καὶ ἢ σταύρωσις γίνεται στὸ μέσον τοῦ ναοῦ; 
πως καὶ ἄλλοτε γράψαμε, ὸ ἔσταυρωμένος πῆρε τὴν μορφὴ ποῦ ἔχει σήμερα σὲ πολὺ μεταγενεστέρα ἔποχή. Στὸ Ἅγιον Ὄρος,Ὅρος, στὶς Σλαβικὲς Ἐκκλησίες καὶ σὲ ἄκραία χωριὰ τῆς πατρίδος μας εἶναι ἀκόμη ἄγνωστος. Ἄντὶ ἔσταυ­ρωμένου λιτανεύεται ἢ εἰκόνα τῆς σταυρώσεως ἢ σταυρός, ἐπάνω στὸν ὅποιο εἶναι ζωγραφισμένο τὸ σῶμα τοῦ Χρι­στοῦ ἢ ζωγραφισμένο μὲν χωριστά, ἀλλὰ καρφωμένο στὸν σταυρὸ κατὰ τρόπο ποῦ νὰ μὴ μπορῇ νὰ ἄποσπασθὴ ἄπὸ αὔτόν. 
Τὸ ἴδιο καὶ ἢ ἄποκαθήλωσις ποῦ γίνεται σήμερα κατὰ τὸ Εὔαγγέλιο τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶναι πολὺ νεωτέρα. Κατὰ τὴν παλαιοτέρα πρᾶξι κατὰ τὴν ωρα αὔτὴ ἄπεσύρετο ἢ ἔκαλύπτετο ἢ εἰκόνα τῆς σταυρώ­σεως ἢ ὸ σταυρός, ὅπως τὸν περιγράψαμε ἄνωτέρω. 
Ἔστω ὅμως κι' ἂν ἔπρόκειτο γιὰ νεωτερικὰ στοιχεῖα, καὶ ἢ λιτάνευσις τοῦ ἔσταυρωμένου κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμᾷται...» καὶ ἢ ἄναπαράστασις τῆς ἄποκαθηλώσεως εἶναι πολὺ ἐντυπωσιακὰ καὶ συγκινοῦν καὶ κατανυσσουν τὸν λαό. Ἴσως καὶ ἢ σταύρωσις θὰ ἄπεδεικνύετο ἔξ ἴσου λαοφι­λὴς καὶ θὰ προξενοῦσε συγκινήσεις καὶ κατάνυξι στὸ ἔκκλησίασμα. Ἄλλὰ ἂς ἄφήσωμε τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν γιὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν σοβαρότητά της ἢ ἴερὰ ἄκολουθία. Ἔ­χει ἄρκετὰ λαϊκὰ στοιχεῖα τὰ περισσότερα θὰ τὴν κατα­στρέψουν. Στὸ τέλος θὰ χάσωμε τὸν ἔλεγχο τὼν πραγμά­των, μὲ κίνδυνο νὰ μεταβληθοῦν οἴ ἄκολουθίες τῆς Μεγά­λης Ἔβδομάδος σὲ ἱερὴ θεατρικὴ παράστασι. Οἴ ὕπερβολὲς πρέπει νὰ ἄποφεύγωνται.

ΙΩΑΝΝΟΥ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑΣ ΑΠΟΡΙΑΣ  

Δ΄
301-400

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Κυριακή τοῦ Θωμᾶ - Ἰωάννου Φουντούλη


Κυριακή τοῦ Θωμᾶ

Ἰωάννου Φουντούλη

 πηγή:εδώ

πανηγυρισμός τοῦ Πάσχα συνεχίζεται καθ᾽ ὅλην τήν ἑβδομάδα πού τό ἀκολουθεῖ, τήν Διακαινήσιμο, τήν νέα ἑβδομάδα. Ὅλη αὐτή λογίζεται ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα, κατά τήν ὁποία «αὐτήν τήν ζωηφόρον ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», κατά τό συναξάριο. Καί ἡ ἑβδομάς κατακλείεται μέ τήν ὀγδόη ἡμέρα, τήν Νέα Κυριακή, τήν ἄλλως λεγομένη Κυριακή τοῦ Θωμᾶ ἤ τοῦ Ἀντίπασχα.

Αὐτή εἶναι ὁ τύπος τῆς ὀγδόης ἡμέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, «ὅτι εἰς εἰκόνα τάττεται τῆς ἀπεράντου ἐκείνης ἡμέρας, τῆς ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ἥτις καί πρώτη καί μία ἔσται πάντως, μή νυκτί διακοπτομένη», κατά τό συναξάριο.

Δέν εἶναι ὅμως ἡ Κυριακή τοῦ Θωμᾶ ἐξεικόνισμα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἁπλῶς καί μόνο γιατί εἶναι ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τοῦ Πάσχα. Ἀλλά καί γιατί εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στό μέσον τοῦ κύκλου τῶν ἕνδεκα μαθητῶν, τῆς διαπιστώσεως τοῦ γεγονότος τῆς ἀναστάσεως, τῆς ἄρσεως κάθε ἀμφιβολίας, τῆς προσωπικῆς κοινωνίας καί τῆς ψηλαφήσεως τοῦ ἀναστάντος. Ἀκριβῶς δέ ἡ παρουσία αὐτή καί ἡ ψηλάφησις εἶναι τύπος τῆς αἰωνίου παρουσίας τοῦ Χριστοῦ κατά τόν μέλλοντα αἰῶνα ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας Του. Τότε τίποτε δέν θά ἐμποδίσῃ τήν ποθητή θέα τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, καί τήν προσωπική κοινωνία μέ Αὐτόν. Τότε τά φράγματα τῆς δυσπιστίας θά πέσουν καί μαζί μέ τόν Θωμᾶ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ θά ὁμολογῇ τήν σωτήριο ὁμολογία: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰω. 20, 28).

Ἀπό τήν ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς σταχυολογοῦμε τό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β΄ἤχου. Ἀναφέρεται στήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατά τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα στό ὑπερῷο τῆς Σιών. Ὁ Θωμᾶς ἀπουσίαζε καί μέ δυσπιστία ἐκφράζεται γιά τό γεγονός τῆς ἀναστάσεως. Θέλει γιά νά βεβαιωθῇ νά ἴδῃ μέ τά ἴδια του τά μάτια τόν Κύριο. Νά ἴδῃ τήν πλευρά, ἀπό τήν ὁποία ἔρρευσε τό αἷμα καί τό ὕδωρ, ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος. Νά ἴδῃ τήν πληγή, ἀπό τήν ὁποία ἰάθη ἡ μεγάλη πληγή, ὁ ἄνθρωπος. Νά ἴδῃ ὅτι ὁ ἀναστάς δέν εἶναι πνεῦμα, φάντασμα, ἀλλά ἄνθρωπος μέ σάρκα καί ὀστᾶ. Καί αὐτόν τόν ἀναστάντα Κύριο, πού πάτησε τόν θάνατο καί πληροφόρησε τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς Του στόν δύσπιστο Θωμᾶ δοξολογεῖ ὁ ποιητής τοῦ ὕμνου.
«Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ἐπέστης, Χριστέ, πρός τούς μαθητάς. Τότε ὁ Θωμᾶς οἰκονομικῶς οὐχ εὑρέθη μετ᾽ αὐτῶν.Ἔλεγε γάρ· Οὐ μή πιστεύσω, ἐάν μή ἴδω κἀγώ τόν δεσπότην· ἴδω τήν πλευράν, ὅθεν ἐξῆλθε τό αἷμα, τό ὕδωρ, τό βάπτισμα· ἴδω τήν πληγήν, ἐξ ἧς ἰάθη τό μέγα τραῦμα, ὁ ἄνθρωπος· ἴδω πῶς οὐκ ἦν ὡς πνεῦμα, ἀλλά σάρξ καί ὀστέα. Ὁ τόν θάνατον πατήσας καί Θωμᾶν πληροφορήσας, Κύριε, δόξα σοι».
Στό τέλος παρουσιάζουμε τήν ἐνάτη ᾠδή τοῦ κανόνος τῆς ἡμέρας, ποίημα τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ. Ὁ εἰρμός δοξολογεῖ τήν Θεοτόκο, τήν μητέρα τοῦ ἀναστάντος. Τά τρία τροπάρια ἀναφέρονται στήν ἐμφάνισι τοῦ Χριστοῦ στούς μαθητάς, στήν ψηλάφησι τοῦ Θωμᾶ καί στήν βεβαίωσι τῆς θείας ἀναστάσεως. Εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα τροπάρια τῆς Νέας Κυριακῆς:

«Σέ τήν φαεινήν λαμπάδα
καί μητέρα τοῦ Θεοῦ,
τήν ἀρίζηλον δόξαν
καί ἀνωτέραν πάντων τῶν ποιημάτων,
ἐν ὕμνοις μεγαλύνομεν».

«Σοῦ τήν φαεινήν ἡμέραν
καί ὑπέρλαμπρον, Χριστέ,
τήν ὁλόφωτον χάριν,
ἐν ᾗ ὡραῖος κάλλει τοῖς μαθηταῖς σου
ἐπέστης, μεγαλύνομεν».

«Σέ τόν χοϊκή παλάμῃ
ψηλαφώμενον πλευράν
καί μή φλέξαντα ταύτην
πυρί τῷ τῆς ἀΰλου θείας οὐσίας,
ἐν ὕμνοις μεγαλύνομεν».

«Σέ τόν ὡς Θεόν ἐκ τάφου
ἀναστάντα Χριστόν,
οὐ βλεφάροις ἰδόντες,
ἀλλά καρδίας πόθῳ πεπιστευκότες,
ἐν ὕμνοις μεγαλύνομεν».

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

Οι Ακολουθίες των Ωρών – Ιωάννου Φουντούλη

Οι Ακολουθίες των Ωρών  
Ιωάννου Φουντούλη.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

Πολλοί από τους ακροατές μου θα έχουν παρακολουθήσει την ακολουθία των μεγάλων ωρών το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής. Ολιγώτεροι ίσως τις ακολουθίες των μεγάλων ωρών της παραμονής των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων. Ακόμη δε ίσως ολιγώτεροι τις συνήθεις ακολουθίες των μικρών ωρών, που ψάλλονται καθημερινώς στα μοναστήρια και την μεγάλη μόνο Τεσσαρακοστή και στους ενοριακούς ναούς. Με τις ακολουθίες αυτές θα ασχοληθούμε σήμερα. Θα τις βρούμε μέσα σ΄ένα λειτουργικό βιβλίο, που πήρε το όνομά του από αυτές, στο Ωρολόγιον. Εκεί εκτός από τις άλλες ακολουθίες της νυχθημέρου προσευχής, για τις οποίες μιλήσαμε σε προηγούμενες εκπομπές (τον εσπερινό, το απόδειπνο, το μεσονυκτικό και τον όρθρο), θα συναντήσωμε μία σειρά ακολουθιών, που τιτλοφορούνται: ώρα πρώτη, ώρα Τρίτη, ώρα έκτη και ώρα ενάτη. Πρόκειται για ακολουθίες που έχουν προορισμό να ψάλλωνται κατά τις ανωτέρω ώρες της ημέρας. Για να καταλάβωμε την αντιστοιχία των με τον σημερινό, τον νεώτερο τρόπο της αριθμήσεως των ωρών του ημερονυκτίου πρέπει να γνωρίζωμε, ότι αυτές συνετάχθησαν σε εποχή που ίσχυε ακόμη ο παλαιός τρόπος αριθμήσεως των ωρών της ημέρας και της νυκτός. Πρώτη δηλαδή ώρα είναι η από της ανατολής του ηλίου πρώτη ώρα, δευτέρα η δευτέρα και ούτω καθ΄εξής. Πρώτη πάλι ώρα της νυκτός είναι η από την δύσι του ηλίου πρώτη ώρα, δευτέρα η δευτέρα κ.ο.κ. Έτσι έκτη ώρα της ημέρας είναι η μεσημβρία και έκτη της νυκτός το μεσονύκτιο. Δωδεκάτη ώρα της ημέρας η δύσις του ηλίου και δωδεκάτη της νυκτός η ανατολή του. Στις περιπτώσεις δηλαδή της ισημερίας η πρώτη ώρα της ημέρας συμπίπτει περίπου με την 7η πρωϊνή, η τρίτη με τις 9 π.μ., η έκτη με την 12η μεσημβρινή και η ενάτη με τις 3 το απόγευμα. Ακριβώς αυτόν τον τρόπο αριθμήσεως των ωρών τον βρίσκομε και στα Ευαγγέλια. Εξακολουθεί δε και μέχρι σήμερα να τηρήται στο Άγιον Όρος «βυζαντινή ώρα». 
Στην Καινή Διαθήκη βρίσκομε και τις πρώτες ενδείξεις ότι οι πρώτοι χριστιανοί, οι απόστολοι, προσηύχοντο, όπως και οι Ιουδαίοι, κατά την ενάτη ώρα της ημέρας. Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης βλέπομε στις Πράξεις των Αποστόλων να ανεβαίνουν στον ναό του Σολομώντος για να προσευχηθούν «επί την ώραν της προσευχής την ενάτην» [1] . Ο Πέτρος πάλι να προσεύχεται στο δώμα της οικίας του Σίμωνος του βυρσέως στην Ιόππη «περί ώραν έκτην» [2] . Και μετά από την Καινή Διαθήκη τα πρώτα χριστιανικά κείμενα μαρτυρούν ότι οι πιστοί συνέχιζαν την ιδία παράδοσι. Προσηύχοντο και αυτοί κατ΄ιδίαν σε ωρισμένους σταθμούς της ημέρας. Όταν αργότερα ωργανώθηκαν οι μοναχικές αδελφότητες, με την κοινή ζωή και την κοινή προσευχή, η ιδιωτική προσευχή μετεβλήθη σχεδόν αμέσως σε κοινή λατρεία. Οι ενδιάμεσοι αυτοί σταθμοί προσευχής κατά την διάρκεια της ημέρας έδωσαν την ευκαιρία στους Πατέρας να συνθέσουν ακολουθίες ειδικές για τον κάθε σταθμό, έτσι ώστε σχεδόν κάθε τρίωρο να συγκεντρώνονται στον ναό και να δοξολογούν τον Θεό. Έτσι όλη η ζωή των ήταν μία διαδοχή προσευχής και εργασίας. Και οι σταθμοί αυτοί έγιναν τέσσαρες, η Α΄, η Γ΄, η Στ΄ και η Θ΄ώρα. 
Η κάθε μία από τις τέσσαρες αυτές ακολουθίες είχε και ένα ιδιαίτερο θέμα, που το έδιδε είτε η ώρα κατά την οποία θα ετελείτο, πρωΐ, μεσημέρι, απόγευμα κλπ., ή ένα γεγονός του βίου του Χριστού ή γενικώτερα ένας σταθμός της σωτηρίας μας που συνέπεσε κατ΄αυτήν, ή και τα δύο συγχρόνως. Τα θέματα αυτά καθώρισαν και το περιεχόμενο των ακολουθιών αυτών. Επί τη βάσει δηλαδή των θεμάτων επελέγησαν οι κατάλληλοι ψαλμοί και τα τροπάρια και από αυτά ενεπνεύσθησαν και οι συντάκται των ευχών που προωρίζοντο για την κάθε μία από αυτές. 
Στις γενικές των γραμμές όλες έχουν το ίδιο διάγραμμα. Τρεις δηλαδή ψαλμούς, ένα τροπάριο με θεοτόκιο, το «προκείμενο» της ώρας, τρισάγιο, τροπάρια και μία ευχή. Βραδύτερα προσέθεσαν και άλλα στοιχεία δευτερευούσης σημασίας. Ας ιδούμε χωριστά την κάθε μία. 
Η Α΄ ώρα έχει ως θέμα την έλευσι του φωτός, την αρχή της ημέρας. Είναι δηλαδή δοξολογία και ευχαριστία προς τον Θεό που μας αξίωσε να ιδούμε και πάλι το αισθητό φως, αλλά και δέησις για την κατευόδωσι των έργων των χειρών μας και την καθοδήγησι των διαβημάτων μας. Το αισθητό φως είναι εικών και τύπος του Χριστού, που είναι το φως το αληθινόν που φωτίζει κάθε άνθρωπον ερχόμενον στον κόσμο. Προ παντός αυτόν τον φωτισμό του θείου προσώπου Του ζητούμε να λάμψη στις καρδιές μας, για να γίνωμε «υιοί φωτός και ημέρας» [3] και να διακρίνωμε την ορθή οδό, στην οποία πρέπει να βαδίζωμε. Στα βασικά αυτά πρωϊνά αιτήματα αναφέρεται το τροπάριο της ώρας αυτής. Είναι ένα σύντομο εφύμνιο, μία διασκευή ενός στίχου του 5ου ψαλμού που ψάλλεται σε πλ. β΄ ήχο, μόνο και τη συνοδία άλλων δύο στίχων του ιδίου ψαλμού:

«Το πρωΐ εισάκουσον της φωνής μου,
ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου.

Τα ρήματά μου ενώτισαι, Κύριε,
σύνες της κραυγής μου.

Ότι προς σε προσεύξομαι, Κύριε,
το πρωΐ εισακούση της φωνής μου».

Ανάλογα αιτήματα περιέχονται και στο «προκείμενο» της Α΄ώρας. Και αυτό είναι μία ανθολογία στίχων του 118ου ψαλμού:

«Τα διαβήματά μου κατεύθυνον
κατά το λόγιόν σου
και μη κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία.
Λύτρωσαί με από συκοφαντίας ανθρώπων
και φυλάξω τας εντολάς σου.
Πληρωθήτω το στόμα μου αινέσεώς σου, Κύριε,
όπως υμνήσω την δόξαν σου,
όλην την ημέραν
την μεγαλοπρέπειάν σου».

Κατά την τρίτη ώρα, την 9η δηλαδή πρωϊνή, κατήλθε το άγιον Πνεύμα στους αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, σύμφωνα με την μαρτυρία των Πράξεων των Αποστόλων [4] . Στο γεγονός αυτό αναφέρεται και η ακολουθία της Γ΄ ώρας. Ένας από τους τρείς ψαλμούς της είναι και ο 50ος , που περιέχει αιτήσεις για την αποστολή του Πνεύματος του Θεού και τον εγκαινισμό Του στις καρδιές μας: «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου … και το Πνεύμα σου το άγιον μη ανατέλης απ΄εμού … και Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με». Από αυτόν εμπνέεται και το τροπάριο της Γ΄ ώρας, που ψάλλεται σε ήχο πλ. β΄ με τους καιρίους στίχους του ιδίου ψαλμού:

«Κύριε, ο το πανάγιόν σου Πνεύμα
εν τη τρίτη ώρα τοις αποστόλοις σου καταπέμψας,
τούτο, αγαθέ, μη αντενέλης αφ΄ημών,
αλλ΄εγκαίνισον ημίν τοις δεομένοις σου».

«Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός,
και Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου».
«Κύριε, ο το πανάγιόν σου Πνεύμα …».

Η ζωή των πιστών είναι ζωή εν Πνεύματι αγίω. Αυτό κατευθύνει τις σκέψεις και τις ενέργειές των, το Πνεύμα το «ηγεμονικόν». Αυτό χαρίζει την ειρήνη στις θλιβόμενες και πιεζόμενες από την ταραχή του κόσμου καρδιές των πιστών και αυτό προσανατολίζει τις επιθυμίες και τα αιτήματα των ανθρώπων προς το θέλημα του Θεού. «Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» [5] . 
Η έκτη ώρα είναι η μεσημβρία, που συμπίπτει με την ώρα της σταυρώσεως του Κυρίου [6] . Στο σωτήριο λοιπόν πάθος συγκεντρώνει η Εκκλησία την προσοχή μας κατά την ακολουθία της S΄ώρας. Και ανάλογα με αυτό προσαρμόζει την προσευχή μας. Είναι ευχαριστήριος για την μεγάλη αγάπη του σταυρωθέντος για μας, αλλά και ικετήριος για να μπορέσωμε και ημείς οι ταπεινοί μιμηταί του Χριστού να σταυρώσωμε τα πάθη μας και να λυτρωθούμε από τους ποικίλους πειρασμούς του εχθρού που μας περικυκλώνουν την ώρα αυτή, στο μέσον της καθημερινής δραστηριότητός μας. Αυτό ακριβώς συγκεφαλαιώνει και το ωραίο τροπάριο της S΄ώρας του β΄ήχου. Απευθύνεται προς τον Χριστό που την έκτη ημέρα, την Παρασκευή, και την έκτη ώρα κάρφωσε και έσχισε στον σταυρό το χειρόγραφο των οφειλών του Αδάμ, του ανθρωπίνου γένους:

«Ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα
τω σταυρώ προσηλώσας
την εν τω Παραδείσω
τολμηθείσαν τω Αδάμ αμαρτίαν
και των πταισμάτων ημών το χειρόγραφον
διάρρηξον, Χριστέ ο Θεός, και σώσον ημάς».

«Ενώτισαι, ο Θεός, την προσευχήν μου
και μη υπερίδης την δέησίν μου».
Ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα…».

«Εγώ προς τον Θεόν εκέκραξα
και ο Κύριος εισήκουσέ μου».
«Ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα…».

Η ενάτη ώρα είναι η ώρα του θανάτου του Κυρίου. «Περί δε την ενάτην ώραν… ο Ιησούς κράξας φωνή μεγάλη αφήκεν το πνεύμα» [7] . Κατ΄αυτήν «εγεύθη σαρκί του θανάτου» και δια του θανάτου «ώλεσε» τον θάνατον. Ευχαριστήριος και πάλι και νικητήριος είναι η δοξολογία μας. Αλλά και δέησις για να μπορέσωμε και ημείς να νεκρώσωμε το φρόνημα της σαρκός μας, να αποθέσωμε τον παλαιό άνθρωπο και να ζήσωμε την νέα εν Χριστώ ζωή, των σταυρωθέντων εν Χριστώ, αλλά και συναναστάντων μαζί Του νέων ανθρώπων. Στο αίτημα αυτό αναφέρεται εκτός των άλλων και το τροπάριο της ώρας αυτής, του πλ. δ΄ ήχου:

«Ο εν τη ενάτη ώρα δι΄ημάς
σαρκί του θανάτου γευσάμενος,
νέκρωσον της σαρκός ημών το φρόνημα,
Χριστέ ο Θεός, και σώσον ημάς».

«Εγγισάτω η δέησίς μου ενώπιόν σου, Κύριε ˙
κατά το λόγιόν σου συνέτισόν με».
«Ο εν τη ενάτη ώρα δι΄ημάς…».

«Εισέλθοι το αξίωμά μου ενώπιόν σου, Κύριε ˙
κατά το λόγιόν σου ρύσαι με».
«Ο εν τη ενάτη ώρα δι΄ημάς…».

Στις ημέρες των εορτών οι ακολουθίες αυτές υφίστανται μία μικρά μετατροπή. Την θέσι των τροπαρίων που ακούσαμε παίρνουν τα απολυτίκια της εορτής. Έτσι το θέμα της ώρας και το θέμα της ημέρας από κοινού φέρονται στην μνήμη μας κατά τους ενδιαμέσους αυτούς σταθμούς προσευχής. Στις δε μεγάλες ημέρες του έτους, την Μεγάλη Παρασκευή, την παραμονή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, η αλλοίωσις των ακολουθιών αυτών είναι ριζική. Οι ψαλμοί εκλέγονται κατά τα θέματα των ημερών αυτών, τα τροπάρια είναι πολλά και κατάλληλα για την εορτή, επί πλέον δε προστίθενται και αναγνώσματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, που αναφέρονται στα εορταζόμενα γεγονότα. Είναι οι ακολουθίες των μεγάλων ωρών, της Μεγάλης Παρασκευής, των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων. 
Οι ακολουθίες των ωρών, που είδαμε, δεν μπόρεσαν να ζήσουν έξω από τα μοναστήρια. Και τούτο γιατί οι πιστοί στον κόσμο δεν ήταν δυνατόν να διακόπτουν τις εργασίες των τέσσαρες φορές την ημέρα και να προστρέχουν στους ναούς. Παραμένουν όμως για όλους μας σαν ένα ωραίο ιδεώδες, προς το οποίο μέσα στην τύρβη του κόσμου και στους περισπασμούς τους βιοτικούς πρέπει να αποβλέπωμε. Στον αγιασμό δηλαδή των ημερών της ζωής μας και των ωρών του βίου μας με την αναφορά στα γεγονότα του βίου του Χριστού, στην σωτηρία μας. Στο φως το αληθινό που έλαμψε στον κόσμο κατά την ενανθρώπησί Του, στο Πνεύμα το άγιον που μας ανεκαίνισε, στο σωτήριο σταυρό Του, στο λυτρωτικό Του θάνατο. Και κάθε ημέρα να ζούμε μέσα σ΄αυτή την ιερή ατμόσφαιρα, εφαρμόζοντες στον εαυτό μας τα γεγονότα αυτά, ζώντες εν Χριστώ, ζώντες εν Πνεύματι αγίω.

(31 Οκτωβρίου 1970)

Υ Π Ο Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ 
1. Πράξ. 3, 1 εξ.
2. Πράξ. 10, 9.
3. Α΄Θεσ. 5, 5.
4. Κεφ. 2, 15.
5. Πράξ. 17, 28.
6. Ματθ. 27, 45. Λουκ. 23, 44. Ιω. 19, 14.
7. Ματθ. 27, 46. 50.


Από το βιβλίο “Λογική Λατρεία”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1984

Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Ο Φουντούλης καταρρίπτει την απόφαση της ΔΙΣ περί της Αναστάσεως

Ο Φουντούλης καταρρίπτει την απόφαση της ΔΙΣ περί της Αναστάσεως

ΠΗΓΗ : ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ο χαρακτηρισθείς και «Πρύτανης των Λειτουργιολόγων» αείμνηστος Καθηγητής Ι. Φουντούλης είχε ασχοληθεί με το ζήτημα της τελέσεως της Αναστάσεως. Παρακάτω θα παραθέσουμε το κείμενό του, που αποτελεί κόλαφο προς την ΔΙΣ αλλά και προς τους κυρίους Διονύσιο Ανατολικιώτη, συντάκτη του Κανοναρίου των Διπτύχων της Εκκλησίας της Ελλάδος, και Αναστάσιο Βαβούσκο, Άρχοντα του Πατριαρχείου Κων/λεως, οι οποίοι με κείμενά τους έσπευσαν να «διαγράψουν» τους Ι. Κανόνες και την Ι. Παράδοση, για να επικροτήσουν την αυθαιρεσίαν. Παραθέτουμε το κείμενο:

«Κατά την νύκτα του Πάσχα σχεδόν από τους πρώτους χρόνους της χριστιανικής Εκκλησίας ετελείτο μακρά ολονύκτιος ακολουθία, που άρχιζε από το εσπέρας του Σαββάτου και ετελείωνε το πρωϊ της Κυριακής. Αυτή είναι η αρχαιοτέρα χριστιανική παννυχίς. Κατά το βυζαντινό λειτουργικό τυπικό περιελάμβανε τον εσπερισνό του Μεγάλου Σαββάτου, κατά τα αναγνώσματα του οποίου εγίνετο το βάπτισμα των κατηχουμένων, την λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, μακρά ανάγνωσι εκ των Πράξεων των Αποστόλων, την ακολουθία του μεσονυκτικού της Κυριακής του Πάσχα, στο οποίο αντί του συνήθους τριαδικού κανόνος ψάλλεται ο κανών του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι θαλάσης», την ακολουθία του όρθρου και την αναστάσιμο λειτουργία.

Στις ενορίες για ποιμαντικούς λόγους η μακρά ακολουθία χωρίσθηκε στα δύο και ο εσπερινός με την λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου μετετέθη στο πρωί του Μεγάλου Σαββάτου για να διευκολύνθή η κοινωνία των πιστών, το βάπτισμα των κατηχουμένων έπαυσε πια να τελήται, η μακρά ανάγνωσις των Πράξεων, που συνέδεε την λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου με το μεσονυκτικό, δεν γίνεται πια και η ακολουθία της παννυχίδος περιωρίσθηκε μόνο στο μεσονυκτικό, στον όρθρο και στη λειτουργία.

Η ακολουθία της αναστάσεως στο λειτουργικό πλαίσιο των ακολουθιών αυτών ευρίσκεται μετά την απόλυσι του μεσονυκτικού και στην αρχή του όρθρου, του οποίου και αποτελεί την κάπως ιδιόρρυθμο έναρξι. Ακριβώς αυτή η λειτουργική θέσις της ακολουθίας της Αναστάσεως υποδηλώνει, ότι αυτή ετελείτο κατά τις πρώτες μετά το μεσονύκτιο ώρες, τότε δηλαδή που άρχιζε και η συνήθης ακολουθία του όρθρου.

Τούτο ρητώς άλλως τε διατάσσουν και ωρισμένα αρχαία Τυπικά με τις χαρακτηριστικές φράσεις: «της αρμοζούσης ώρας του όρθρου ενστάσης (ή «φθασάσης») εξερχόμεθα κλ.π.» ή «περί ώραν όρθρου», όπως σημειώνει το τυπικό του εντύπου Πεντηκοσταρίου.

Άλλα εξ άλλου Τυπικά τοποθετούν την έναρξι της αναστασίμου ακολουθίας μετά την ογδόη ή μετά την ενάτη ώρα της νυκτός, δηλαδή περίπου μετά από τις 2 ή 3 μετά τα μεσάνυκτα.

Άλλα την θέτουν ολίγες ώρες πριν. Κατ’ αυτά η απόλυσις προ της Αναστάσεως ακολουθίας εγίνετο περίπου κατά την έκτη ώρα της νυκτός, δηλαδή τα μεσάνυκτα. Παρ’ όλη την ποικιλία που παρουσιάζουν εκ πρώτης όψεως οι μαρτυρίες αυτών των αρχαίων Τυπικών, είναι χαρακτηριστικό ότι συμφωνούν στο ότι η Ανάστασις γίνεται μετά τα μεσάνυκτα και πριν ακόμη αρχίση να υποχωρή η νύκτα, δηλαδή «όρθρου βαθέως» της Κυριακής. Η πράξις αυτή αιτιολογείται από ένα μεταγενέστερο (του έτους 1813) χειρόγραφο Τυπικό της Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους ως εξής: «όταν γίνη η Ανάστασις πρέπει να είναι η έκτη ώρα της νυκτός απερασμένη, διότι ο Κύριός μας μετά το μεσονύκτιον ανεστήθη».

Υπήρχε όμως παραλλήλως και η άλλη παράδοσις, ότι ο Κύριος ανεστήθη το μεσονύκτιο. Στο συναξάριο επί παραδείγματι της Κυριακής του Πάσχα, που περιέχεται στο Πεντηκοστάριο και που είναι γραμμένο από τον Νικηφόρο Ξανθόπουλο λέγεται ότι «περί μέσον της νυκτός» κατήλθε ο άγγελος και απεκύλησε τον λίθο του μνημείου. Η παράδοσις αυτή, καθώς και η τάσις να επιταχυνθή η λήξις της όλης ακολουθίας, επηρέασε και την σημερινή πράξι και η Ανάστασις τελείται ακριβώς κατά το μεσονύκτιο. Παρά τούτο σε ωρισμένα μέρης και της πατρίδος μας ακόμη, τελούν την Ανάστασι μετά το μεσονύκτιο κατά τις 3 το πρωί, δηλαδή κατά την ενάτη ώρα της νυκτός, όπως είδαμε σε μερικά αρχαία Τυπικά. Αυτό δεν γίνεται μόνο για λόγους ανάγκης, όταν δηλαδή ένας ιερεύς εξυπηρετή δύο χωριά, αλλά και υπό ομαλές συνθήκες κατά παλαιά παράδοσι» (Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, τ. Α΄, σ. 168-170. Αντιγραφή: «Ορθόδοξος Τύπος»)

Η Ι. Παράδοσις είναι σαφής, ως καταδεικνύεται από τα παραπάνω, και επιπλέον έχει ΑΠΑΡΑΒΑΤΟ χαρακτήρα σύμφωνα με τον 89ο Κανόνα της Πενθέκτης Αγίας Οικουμενικής Συνόδου. Αν αμφισβητούν Οικουμενική Σύνοδο, τότε αμφισβητούν την Εκκλησία!

Η Ανάστασις τελείται υποχρεωτικά το ενωρίτερο στις 12 μ.μ. Ακόμα και όταν πρέπει να τελεστούν περισσότερες από μία Αναστάσεις λόγω οποιασδήποτε ανάγκης, η πρώτη εξ αυτών δεν γίνεται να τελεστή πριν το μεσονύκτιο! Επομένως, τα όσα απεφάσισε η ΔΙΣ και επικροτούν τινές καταρρίπτονται ενώπιον της Ι. Παραδόσεως.

Δημοφιλείς αναρτήσεις