Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

Ἐν πᾶσι τούτοις, ἀρχὴν καὶ τέλος ἔχειν, Τὸ κεφάλαιον ἀρετῶν, τὴν ἀγάπην.


Στίχοι παραινετικοὶ τοῦ Χρυσοστόμου.

Ὅστις βούλεται τὸ φῶς ἐκεῖνο βλέψαι, 
Ὀφείλει ταῦτα φυλάττειν ἐν καρδίᾳ·
Παθῶν σαρκικῶν καὶ λογισμῶν ἀχρείων, 
Ὅρκου τε παντὸς, θυμοῦ καὶ ταραχῆς δὲ,
Καὶ περισπασμοῦ καὶ τῆς μνησικακίας, 
Καὶ τοῦ μὴ κρῖναι τὸ σύνοχον ἀνθρώπους,
Εἶναι δὲ αὐτὸν λογικὸν καὶ τοὺς φρένας, 
Καθαρόν τε τῶν σαρκικῶν μολυσμάτων,
Πρᾶον, ταπεινὸν, ἡσύχιον ὑπάρχειν, 
Ἐξαγγελτικὸν καὶ τῆς εἰρήνης τέκνον, 
Ἐγκρατῆ εἶναι βρωμάτων καὶ πομάτων, 
Καὶ τῇ προσευχῇ σχολάζειν ἀνενδότως, 
Ἐν πᾶσι τούτοις, ἀρχὴν καὶ τέλος ἔχειν, 
Τὸ κεφάλαιον ἀρετῶν, τὴν ἀγάπην.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Μέτρο της περιουσίας του καθενός είναι το σώμα...



Μέτρο της περιουσίας του καθενός είναι το σώμα, όπως το πόδι είναι μέτρο του υποδήματος. Αν σταθείς σ΄ αυτό, θα διαφυλάξεις το μέτρο, εάν όμως το υπερβείς, κατ΄ ανάγκη θα πέσεις σε γκρεμό. Όπως συμβαίνει και με το υπόδημα, όταν ξεπεράσει τις ανάγκες που έχει το πόδι, γίνεται τότε είτε ολόχρυσο, είτε πορφυρένιο, είτε κεντητό. Γιατί σ΄ αυτό που ξεπερνά το μέτρο, δεν υπάρχει κανένα όριο. 
*** 
Μέτρον κτήσεως τὸ σῶμα ἑκάστῳ ὡς ὁ ποὺς ὑποδήματος. ἐὰν μὲν οὖν ἐπὶ τούτου στῇς, φυλάξεις τὸ μέτρον: ἐὰν δὲ ὑπερβῇς, ὡς κατὰ κρημνοῦ λοιπὸν ἀνάγκη φέρεσθαι: καθάπερ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑποδήματος, ἐὰν ὑπὲρ τὸν πόδα ὑπερβῇς, γίνεται κατάχρυσον ὑπόδημα, εἶτα πορφυροῦν, κεντητόν. τοῦ γὰρ ἅπαξ ὑπὲρ τὸ μέτρον ὅρος οὐθείς ἐστιν.
Λόγος Ασκητικός και Πολυμερής ΚΕΦΑΛΑΙΟ 58ο


Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ὁ Ὁμολογητής - Επιστολή στον Πατριάρχη Νικηφόρο




Χρησιμοποιώντας το ασήμαντο γραμματάκι μας σαν προπέτασμα, από ντροπή του αγγέλου της μακαριότητος σου, παρουσιάζουμε τούς εαυτούς μας εμείς οι ταπεινοί στην ιερότατη κορυφή της από ανάγκη. Ήδη προς το παρόν μας ανέφερε ο σύνδουλος και μαθητής μας Ιωάννης ότι όταν αξιώθηκε να προσκυνήσει τη σε-βασμιότητα σου, άκουσε από αυτήν κάποια παράξενα απευκταία πράγματα. Είπε δηλαδή ότι διασπάτε την Εκκλησία. Πόση λύπη φυσικό ήταν, μακαριότατε, να αισθανθεί η ψυχή μας γι’ αυτά; Πώς λοιπόν να μη απαντήσουμε απολογητικά στην αγιοσύνη σου και να μη επικυρώσουμε την κατηγορία με τη σιωπή μας; Εγώ όμως πριν από την απολογία θα αναφέρω επιπλέον με σεβασμό και τούτο, ότι δεν πρέπει να ανοίγουμε τα αυτιά στον καθένα πού θέλει να πει κάτι εναντίον κάποιου, ούτε και να εκφράζουμε τη γνώμη μας απερίσκεπτα για το συκοφαντούμενο πρόσωπο. Μήπως δηλαδή «ο νόμος σας», λέγει, «καταδικάζει τον άνθρωπο χωρίς προηγουμένως να ακούσει και να μάθει από αυτόν τι έκανε», ώστε να ακούσει η μακαριότητα σου αυτό το βαρύ και ελεεινό για την ευτέλεια μας; Γιατί τι μεγαλύτερο κακό υπάρχει από την απόσχιση της Εκκλησίας και από το να χάσει το πρόβατο τον αρχιποίμενα ή συμποίμενα; Υπάρχει δηλαδή, έστω και χωρίς να το αξίζουμε, δοσμένο και σε μας τούς αμαρτωλούς από τον ποιμένα Θεό χρίσμα και όνομα, τολμώ να πω, να προσάγουμε, να ανακρίνουμε και να νουθετούμε, άλλοτε ιδιαιτέρως, άλλοτε πάλι δημοσίως  σύμφωνα με τη διδασκαλία πού υπαγορεύεται από τον Κύριο, ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτόν μόνο, ή μαζί με άλλους δύο, κι έπειτα, εάν επιμένει, όπως λέγει ο ίδιος, τότε να τον θεωρείς ως εθνικό και τελώνη. Εμείς όμως μέχρι τώρα ούτε με απεσταλμένο, ούτε με αυτοπρόσωπη εξέταση ακούσαμε κάτι τέτοιο για την άγια σου ψυχή, ούτε και δεχθήκαμε κάποια υπόδειξη, ώστε έτσι να βγάλουμε απόφαση. Ας εξετάσει η τελειότητα σου, εάν προξενήθηκε λύπη στα τέκνα σου χωρίς να το αξίζουμε.
Ας έρθουμε λοιπόν στην ίδια την απολογία, απολογούμενοι στον Θεό πού τα εποπτεύει όλα, και στην αρχιεροσύνη σου. Δεν είμαστε σχισματικοί άγια κορυφή της Εκκλησίας του Θεού, και είθε να μη το πάθουμε αυτό ποτέ. Αλλά, έστω και αν είμαστε ένοχοι για άλλα πολλά αμαρτήματα, όμως είμαστε ορθόδοξοι και τρόφιμοι της καθολικής Εκκλησίας απορρίπτοντας κάθε αίρεση, και αποδεχόμενοι κάθε οικουμενική και τοπική σύνοδο, και όχι μόνο, αλλά και τις κανονικές διατάξεις πού διατυπώθηκαν από αυτές. Ούτε ο ορθόδοξος βέβαια είναι τέλειος, αλλά κατά το ήμισυ, αυτός πού νομίζει ότι κρατά την ορθόδοξη πίστη, αλλά δεν ακολουθεί τούς θείους κανόνες. Και την μακαριότητα σου, όταν κατηγορήθηκε, την αποδεχθήκαμε, όπως απολογηθήκαμε ενώπιον σου, και από τότε και μέχρι τώρα κατά τη λειτουργία την μνημονεύουμε, όπως πρέπει. Και μάρτυρας ο Θεός, εάν και την ημέρα αυτή μας ζητούσε να μας κοινωνήσει, θα κοινωνούσαμε μαζί της χωρίς διάκριση, επειδή από την αρχή είναι σε μας αγαπητή. Για ποιο λόγο όμως διαδίδεται αυτό πού λέγεται για τον οικονόμο, τον όποιο καθήρεσε η ίδια η αλήθεια, επειδή παρέβη πολλούς κανόνες; Γιατί και πριν από τη φανερή μοιχεία, ενώ ο προηγούμενος βασιλιάς διέπραττε μοιχεία με διάφορα πρόσωπα, όχι μόνο λειτουργούσε και τον κοινωνούσε και έτρωγε μαζί του, αλλά ήταν και με το μέρος του, γι’ αυτό και έγινε ολοφάνερα πρόθυμος στην ασέλγεια, περιφρονώντας τον Θεό και τις θείες εντολές του. Και για να γίνει πιο φανερό αυτό πού λέμε, όχι προς διδασκαλία, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά μόνο προς υπενθύμιση, εάν εγκρίνει η μακαριότητα σας, ας εξετάσει εκ νέου αυτήν την ιερή μυσταγωγία του στεφανώματος και θα διαπιστώσει πόσο παροργισμός του άγιου Πνεύματος μπορεί να προξενηθεί από αυτά εξαιτίας αυτών των αντιφάσεων. Γιατί οπωσδήποτε όσα τελεί ο ιερεύς, αυτά υπόσχεται ότι τα επικυρώνει και ο Θεός, σύμφωνα με τον μέγα Διονύσιο. Γι’ αυτό ακριβώς παρακαλούμε την τελειότητά σου, αυτόν πού είναι καθηρημένος από τούς κανόνες και από τον προκάτοχο της αγιοσύνης σου, και εμποδίστηκε επί εννιά ολόκληρα χρόνια, να τον παύσει από την Ιερουργία στην όποια εισήλθε κατά παράλογο τρόπο.
Ανοίξαμε βέβαια το ταπεινό στόμα μας τώρα, όταν κατηγορηθήκαμε. Γιατί, όταν είχε γίνει η μικρή εκείνη συνέλευση, και δεν ξέρω ποια να πω, μόλις είχα βγει από τη φυλακή, και επειδή έβλεπα συγκεντρωμένους εκείνους πού προηγουμένως είχαν αποδεχθεί τη μοιχεία να αποδέχονται τον νυμφευμένο μοιχό, θυμήθηκα εκείνο το προφητικό «Αυτός πού καταλαβαίνει, τον καιρό εκείνο θα σωπάσει, γιατί ο καιρός είναι πονηρός». Επειδή όμως ο ίδιος λέγει, «Σιώπησα, αλλά μήπως θα σιω­πώ πάντοτε;», γι’ αυτό στον κατάλληλο καιρό, όταν συκοφαντήθηκα, ανέφερα αυτά πού είχαν συμβεί, γιατί, όσο εξαρτιόταν από μένα, στα δύο αυτά χρόνια φυλάχτηκα με κάθε τρόπο, για να μη γίνει φανερή η υπόθεση, λέγοντας στον εαυτό μου το έξης· Αφού δεν είμαι επίσκοπος, ώστε να έχω το δικαίωμα να μπορώ να ελέγχω, μου είναι αρκετή η φυλακή μου και το να μη παίρνω μέρος στην κοινωνία εκείνου και αυτών πού εν γνώσει τους λειτουργούν μαζί του, μέχρι πού να εξαλειφθεί το σκάνδαλο .Αυτό λοιπόν παρακαλούμε και ικετεύουμε, να καμφθεί η άγια ψυχή σου και να παύσει τον άνδρα, για να μη κατηγορείται η άμεμπτη οσιότητα σου, ούτε να μολύνεται το θείο θυσιαστήριο με τη λειτουργία καθηρημένου, ούτε να είναι αιτία πολλών σχισμάτων. Γιατί, ας γνωρίζει η μακαριότητα σου ειλικρινά και καθαρά, ότι, αν δεν γίνει αυτό με τη συγκατάθεση της φιλόθεης ψυχής και των ευσεβέστατων και ένδοξων βασιλέ­ων μας (γιατί είναι ζηλωτές), όσων αφορά εμάς το πώς θα εκδηλωθεί η ένσταση μας είναι γνωστό στον Θεό, θα γίνει όμως μεγάλο σχίσμα στην Εκκλησία μας, με μάρτυρα τον Θεό και τούς εκλεκτούς αγγέλους. Αλλά δείξε το έλεος σου, συ ο καλός ποιμένας, βοήθησε συ ο επιστήμονας γιατρός την ποίμνη σου, τα πρόβατά σου, τις εκκλησίες σου, με τις μεθόδους της σοφίας σου, με τα λόγια της σύνεσης σου, με τα ιατρικά φάρμακο σου εμπόδισε το ένα πρόβατο μόνο από την ιερουργία, και κέρδισε όλα τα άλλα, για να μη μολυνθεί από την ψώρα του ενός η Εκκλησία «την όποια απέκτησε με το πολύτιμο αίμα του» ο Κύριος και Θεός μας.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ 
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ των νηπτικών πατέρων, 
Θεοδώρου Στουδίτου επιστολές 18Β, σελ. 118-125 



Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Τρυφερότητα και Αγιότητα



Στο πρόσωπο του αγίου, με τον προσιτό χαρακτήρα του στις σχέσεις του, με την ύψιστη προσοχή για τον άλλο, με την ετοιμότητα όπου δίνεται στον Χριστό, η ανθρωπότητα θεραπεύεται και ανανεώνεται. Πώς όμως εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο, αυτή η ανανεωμένη ανθρωπότητα; Ο άγιος αφήνει να διαφανεί, σε αναφορά προς κάθε ανθρώπινο ον, μια συμπεριφορά γεμάτη λεπτότητα, διαφάνεια, καθαρότητα σκέψεως και αισθημάτων.

Η λεπτότητά του επεκτείνεται ακόμη και στα ζώα και τα πράγματα, επειδή σε κάθε πλάσμα βλέπει ένα δώρο της αγάπης του Θεού και δεν θέλει να πληγώσει αυτή την αγάπη, με το να μεταχειρίζεται αυτά τα δώρα με αμέλεια ή αδιαφορία. Σέβεται κάθε άνθρωπο και κάθε πράγμα. Εάν κάποιος άνθρωπος ή ακόμη ένα ζώο υποφέρει, τους φανερώνει μια βαθειά συμπάθεια.

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει για την συμπάθεια του αγίου: «Και τί έστι καρδία ελεήμων; Και είπε· καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων, και των ορνέων, και των ζώων, και των δαιμόνων, και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών, και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Εκ τής πολλής και σφοδράς ελεημοσύνης της συνεχούσης την καρδίαν, και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού, και ου δύναται βαστάξαι, ή ακούσαι, ή ιδείν βλάβην τινά, ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Και διά τούτο και υπέρ των αλόγων, και υπέρ των εχθρών της αληθείας, και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει, του φυλαχθήναι αυτούς, και ιλασθήναι αυτοίς ομοίως και υπέρ της φύσεως των ερπετών εκ της πολλής αυτού ελεημοσύνης της κινούμενης εν τη καρδία αυτού αμέτρως καθ’ ομοιότητα του Θεού». (Λόγος πα’, σ. 306). Όσο για τον άγιο Καλλίνικο de Cernica, όταν δεν είχε χρήματα να δώσει στους φτωχούς, σε κάθε πόλη, στρεφόταν κλαίγοντας προς όσους τον περικύκλωναν και έλεγε: «Δώστε μου χρήματα, να στείλω στους μικρούς αδελφούς του Ιησού».

Αυτή η συμπάθεια αποκαλύπτει μια καρδιά τρυφερή, εξαιρετικά ευαίσθητη, ξένη σε κάθε σκληρότητα, στην αδιαφορία και τη βιαιότητα. Μας δείχνει πως η σκληρότητα προήλθε από την αμαρτία και τα πάθη. Στη συμπεριφορά του αγίου και ακόμα στις σκέψεις του, δεν συναντάμε ούτε χυδαιότητα, ούτε μικροπρέπεια, ούτε αγένεια. Κανένα ίχνος προσποιήσεως καμιά έλλειψη αλήθειας. Στο πρόσωπό του κορυφώνεται η τρυφερότητα, η διαφάνεια, που ενώνεται με την καθαρότητα, τη γενναιόδωρη προσοχή για τους ανθρώπους, μ’ αυτή τη διάθεση με την οποία όλο το είναι του συμμετέχει στα προβλήματα και τους πόνους τους. Σ’ όλες αυτές τις αρετές φανερώνεται μια έξοχη πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσεως.

Υπάρχει πραγματικά μια διακριτικότητα και μια ευγένεια γεμάτες στοργή, μέσα σ’ αυτή την ανώτερη μορφή τρυφερότητας, που ξεπερνάνε πολύ τη συνηθισμένη διακριτικότητα και ευγένεια, που κρατούν τις αποστάσεις και τηρούν τους τύπους. Η τρυφερότητα αυτή δεν αποφεύγει τις σχέσεις με τους ταπεινότερους ανθρώπους και δεν την ξενίζουν καταστάσεις, όπου άλλοι θα πίστευαν ότι τους μειώνουν. Το παράδειγμα αυτής της τρυφερότητας είναι η κένωση του Χριστού, η συγκατάβασή Του. Εκείνος δεν θέλησε να μείνει μακρυά από τους αμαρτωλούς ούτε από τις γυναίκες, που αποφεύγουν όσοι άνθρωποι προσέχουν την υπόληψή τους. Η κένωση του Χριστού, είναι αυτή η ύψιστη τρυφερότητα. Εδώ γίνεται φανερή η θέληση να μη βαρύνει τους ταπεινούς, να μην τους ενοχλήσει. Με την κένωσή Του θέλησε ν’ ανοίξει ένα δρόμο προς την καρδιά τους. Με την τρυφερότητά Του είχε την πρόθεση να τους κάνει να εγκαταλείψουν τη βαναυσότητά τους, αντί να επιμένουν σε μια σκληρότητα, όπου η περιφρόνηση του κατωτέρου απαντά σ’ εκείνη του ανωτέρου.

Ο Χριστός με την κένωσή Του, θέλησε να γκρεμίσει τον τοίχο της βαναυσότητας και της σκληρότητας, που περιζώνει σαν όστρακο την ευπαθή ουσία της αληθινής ανθρώπινης φύσεως.

Στην τρυφερότητα της συμπεριφοράς τους οι άγιοι εμπνέονται από την κένωση του Χριστού. Ταυτόχρονα είναι οι πρόδρομοι αυτού του μέλλοντος επιπέδου μιας ανθρωπότητας, όπου θα βασιλεύει η τρυφερότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί οι άνθρωποι, πάντοτε ανικανοποίητοι από την επιφανειακή ισότητα, που προσπαθούν να πραγματοποιήσουν, τείνουν τώρα προς ένα ανώτερο επίπεδο αμοιβαίων σχέσεων, γεμάτων από τρυφερότητα.

Χάρη σε μια συνείδηση, που η ευαισθησία της τράφηκε και καθαρίστηκε μ’ αυτή την ευαισθησία του Θεού, που έγινε άνθρωπος για τους ανθρώπους και στην οποία συμμετέχουν, οι άγιοι διακρίνουν στους άλλους τις πιο λεπτές καταστάσεις της ψυχής και αποφεύγουν όλα όσα θα μπορούσαν να τους προκαλέσουν κάποια ενόχληση, χωρίς όμως να παραλείπουν να τους βοηθούν να θριαμβεύουν πάνω στις αδυναμίες τους και να νικούν τις δυσκολίες τους. Ακόμη, ο άγιος είναι περιζήτητος ως ο έμπιστος, που θα του φανερώσουν τα πιο μύχια μυστικά. Γιατί μπορεί να διαβάσει στους άλλους μια ανάγκη που μόλις εμφανίσθηκε κι όλα όσα καλά μπορούν να επιθυμήσουν.

Βιάζεται τότε να ικανοποιήσει αυτό το αίτημα και σ’ αυτό δίνεται ολόκληρος. Αλλά το ίδιο εύκολα διακρίνει στους άλλους τις αμαρτίες τους, ακόμα κι εκείνες που συγκαλύπτουν έπιτηδειότατα. Τότε η συμπάθειά του γίνεται καθαρτική, με την τρυφερή δύναμη της καθαρότητάς του και με την οδύνη, που του προξενούν οι άσχημες προθέσεις των άλλων ή οι διεστραμμένες επιθυμίες τους. Και αυτή η οδύνη ζει μέσα του.

Σε κάθε μια απ’ αυτές τις περιστάσεις ο άγιος γνωρίζει ποιά είναι η κατάλληλη στιγμή για να μιλήσει και τι πρέπει να πει. Γνωρίζει επίσης πότε πρέπει να σιωπήσει και τι να αποσιωπήσει. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα είδος «ποιμαντικής διπλωματίας», αυτή η λεπτή διορατικότητα των αγίων, αυτή η νέα φανέρωση της ευγένειας και της διακριτικότητάς τους.

Από τον άγιο ακτινοβολεί πάντοτε ένα πνεύμα γενναιοδωρίας, αυταπάρνησης, προσοχής, συμμετοχής, χωρίς καμμιά φροντίδα του εαυτού του· μια θέρμη, που θερμαίνει τους άλλους και τούς δίνει το αίσθημα ότι αποκτούν δυνάμεις και τους κάνουν να νοιώθουν τη χαρά πως δεν είναι μόνοι. Ο άγιος είναι ένα αθώο πρόβατο, πρόθυμο πάντοτε να θυσιαστεί, για ν’ αναλάβει τον πόνο των άλλων, αλλά κι ένας άσειστος τοίχος, που πάνω του μπορούν να στηριχτούν όλοι. Συμμετέχοντας μ’ αυτό τον τρόπο στη μοίρα των άλλων, δείχνει άλλοτε μια μεγάλη σύνεση κι άλλοτε, αντίθετα εκφράζεται με διάχυση. Είναι περιττό να μιλήσει κανείς για την τέλεια ανιδιοτέλειά του στις σχέσεις του με τους άλλους.

Εξάλλου, κανείς δεν είναι πιο ταπεινός απ’ αυτόν, πιο ελεύθερος από κάθε τι το τεχνητό, πιο μακρυά από κάθε κομπορρημοσύνη, πιο φυσικός στη συμπεριφορά του, ενώ δέχεται και κατανοεί κάθε τι αληθινά ανθρώπινο, όλες τις ταπεινές και κάποτε γελοίες καταστάσεις της ανθρώπινης φύσεως μας, που δεν είναι μεγάλη, παρά μόνο όταν δεν καυχιέται για το μεγαλείο της. Έτσι, ο άγιος δημιουργεί αμέσως μια ατμόσφαιρα οικειότητας, ανθρώπινης προσεγγίσεως, φιλίας ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους. Εξανθρωπίζει αυτές τις σχέσεις του με τους άλλους και τους βάζει τη σφραγίδα της αυθεντικότητας, επειδή και ο ίδιος έγινε βαθειά ανθρώπινος και αυθεντικός. Μιλάει με τρυφερότητα, αποφεύγοντας να κατονομάσει με βαναυσότητα τις αδυναμίες των άλλων και συνάμα δημιουργεί τις συνθήκες μιας άμεσης, ειλικρινούς και ανοικτής σχέσεως με τους άλλους. Μ’ αυτό τον τρόπο τους ωθεί να ομολογήσουν τις αδυναμίες και τις αμαρτίες τους με ειλικρίνεια και τους δίνει τη δύναμη να τις νικήσουν.

Οι άγιοι έφτασαν στην καθαρή απλότητα, γιατί εντός τους έχουν ξεπεράσει κάθε δυαδικότητα, κάθε διπροσωπία, λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Έχουν ξεπεράσει τον αγώνα της ψυχής και του σώματος, των καλών προθέσεων και των έργων που πράττουν, των απατηλών φαινομένων και των κρυφών λογισμών, αυτού που προσποιούνται πως είναι και αυτού που πραγματικά είναι. Έχουν γίνει απλοί, γιατί δόθηκαν ολοκληρωτικά στο Θεό. Αυτός είναι ο λόγος, που μπορούν να δοθούν ολοκληρωτικά και στους ανθρώπους, στις σχέσεις τους μ’ αυτούς. Αν κάποτε αποφεύγουν να κατονομάσουν με βάναυσο τρόπο τις αδυναμίες των ανθρώπων, το κάνουν για να μην τους αποθαρρύνουν και για να αυξήσουν μέσα τους την αιδώ, τη λεπτότητα, την αναγνώριση, την απλότητα και την ειλικρίνεια. Οι άγιοι πάντοτε ενθαρρύνουν. Γι’ αυτό και κάποτε μειώνουν τις υπερβολικές διαστάσεις, που δίνουν στις αμαρτίες τους, τα πάθη και τις αδυναμίες τους οι άνθρωποι με τη φαντασία τους. Τους ελευθερώνουν από το αίσθημα της απελπισίας ή της ολοκληρωτικής αδυναμίας. Αλλά και την υπερηφάνεια των άλλων την μειώνουν κάποτε με μια λεπτή διάθεση.

Χαμογελούν, μα δεν ξεσπούν σε γέλια ή σαρκασμό. Άλλοτε μπροστά σε ανήθικες πράξεις και καταδικαστέα πάθη εκφράζουν τη σοβαρότητά τους, χωρίς να εμπνέουν τον τρόμο. Προσδίνουν μια άπειρη αξία στους πιο ταπεινούς ανθρώπους, επειδή ο ίδιος ο Υιός του Θεού με τη σάρκωσή Του έδωσε σε κάθε άνθρωπο την άπειρη αυτή αξία. Στον κάθε άνθρωπο οι άγιοι βλέπουν τον Χριστό, καθώς αναφέρουν στους λόγους τους ορισμένοι πνευματικοί Πατέρες. Αλλά ταυτόχρονα κατεβάζουν τον εγωισμό των άλλων, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως υπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Μ’ αυτό τον τρόπο αποκαθιστούν συνεχώς τη φυσική ενότητα ανάμεσα στους ανθρώπους.

Με την ταπεινοφροσύνη του ο άγιος διαβαίνει σχεδόν απαρατήρητος, αλλά είναι πάντα παρών, όταν κάποιος έχει ανάγκη στηρίξεως, παρηγοριάς, ενθαρρύνσεως. Παραμένει κοντά σε εκείνον, που οι άλλοι εγκαταλείπουν. Γι’ αυτόν καμιά δυσκολία δεν είναι ανυπέρβλητη, κανένα εμπόδιο ανίκητο, όταν πρόκειται να σώσει κάποιον από μια απελπιστική κατάσταση. Δείχνει τότε μια καταπληκτική δύναμη και δεξιοτεχνία, συνυφασμένη με μια ηρεμία και μια άσειστη εμπιστοσύνη, γιατί πιστεύει σταθερά στη βοήθεια του Θεού, την οποία ζητεί με επίμονη προσευχή.

Είναι το πιο ανθρώπινο και ταπεινό ον, αλλά συνάμα και μια ασυνήθιστη και εκπληκτική φυσιογνωμία. Προκαλεί στους άλλους το αίσθημα ότι αποκαλύπτει εντός του και εντός τους, την αληθινή ανθρώπινη φύση.

Κι αυτή η ανθρώπινη φύση έχει τόσο καλυφθεί από το τεχνητό, από μια προσπάθεια να φαίνεται αυτό που δεν είναι, ώστε, σαν φθάσει ν’ αποκαλυφθεί, να εκπλήσσει, γιατί μοιάζει με κάτι αφύσικο.

Ο άγιος είναι ο πιο ευπροσήγορος από τους ανθρώπους και συνάμα, άθελά του, επιβάλλεται. Είναι εκείνος, που προσελκύει περισσότερο την προσοχή και προκαλεί περισσότερο τον σεβασμό. Γίνεται στενός φίλος για τον καθένα, εκείνος που σας καταλαβαίνει καλύτερα, που σας κάνει να αισθάνεστε πιο άνετα μπροστά του, και συνάμα στενόχωρα, με το να σας οδηγεί στη γνώση των ηθικών σας ελλείψεων και των αμαρτημάτων, που αποφεύγετε να δήτε. Σας γεμίζει με το απλό μεγαλείο της καθαρότητάς του και με τη θέρμη της καλοσύνης και της προσοχής του· προκαλεί εντός σας τη ντροπή, που έχετε ένα τόσο χαμηλό επίπεδο, που έχετε παραμορφώσει μέσα σας την ανθρώπινη φύση, που είστε ακάθαρτος, τεχνητός, γεμάτος υποκρισία, μικροπρέπεια. Όλα αυτά παίρνουν μιαν ανάγλυφη όψη καταπληκτική, στην ακούσια σύγκρισή της με αυτή του αγίου.

Ο άγιος δεν ασκεί καμία επίγεια εξουσία. Δεν διατάζει με αυστηρότητα. Κι έπειτα δεν δημιουργείται μέσα σας καμία κριτική εναντίον του και δεν γεννιέται καμιά αντίθεση. Γιατί για σας «ενσαρκώνει» το πρόσωπο του Χριστού, τρυφερό και ισχυρό συνάμα. Κι έτσι δεν ζητάτε να κρυφτείτε ή να εξαφανιστείτε μπροστά του. Μα ίσως και να ζητάτε να τον αποφύγετε περισσότερο από κάποιον που θα σας διέταζε με αυστηρότητα, γιατί αισθάνεστε πως κατέχει αυτή την αμείωτη σταθερότητα, την ολοκληρωτική ταύτιση του προσώπου του με το αγαθό, αν κι αυτή η σταθερότητα στις πεποιθήσεις, τη ζωή, τις γνώμες, τις συμβουλές που δίνει, είναι σταθερότητα χωρίς ακαμψία.

Κι αυτή είναι η αιτία, για την οποία οι γνώμες και οι συμβουλές που σας δίνει για το τι πρέπει να κάνετε, παρά τον τελείως παράδοξο χαρακτήρα τους, γίνονται για σας διαταγές περισσότερο επιτακτικές από κάθε γήινη προσταγή, διαταγές τέτοιες, που μπορεί κανείς να καταβάλει κάθε προσπάθεια και θυσία, για να τις εκτελέσει. Γιατί η τρυφερότητα του αγίου είναι ταυτόχρονα σταθερότητα και καλωσύνη. Και η μια και η άλλη παίρνουν θέση μέσα στη θεία ακτινοβολία κι αφήνουν να φανεί η διαταγή της θείας καλοσύνης, που επιβάλλει με γλυκύτητα μιαν απόλυτη εξουσία. Έτσι η συμβουλή του αγίου επιβάλλεται ως απελευθέρωση. Σας ελευθερώνει απ’ αυτή την παραμόρφωση και την αδυναμία που βρίσκεστε, από αυτή τη δυσπιστία που βασιλεύει μέσα σας. Αισθάνεσθε αυτό που ο άγιος σάς έμαθε πως είναι δύναμη και βέβαιος φωτισμός στο δρόμο της σωτηρίας όπου πρέπει να πορευθείτε, για να σωθείτε απ’ την καταστροφή. Αισθάνεσθε ότι με τη βοήθεια του Θεού γίνεσθε η δύναμη και το φως, που προέρχονται από την ύψιστη πηγή της δυνάμεως και του φωτισμού, αλλά και η καλοσύνη, που ρέει από την ύψιστη πηγή της καλοσύνης. Φοβάστε, μήπως ο άγιος βυθίσει το βλέμμα του στη ψυχή σας, ακριβώς όπως φοβάστε, μήπως ανακαλύψουν μιαν αλήθεια, που θα σας ήταν δυσάρεστη. Αλλά όπως και να έχει, το περιμένετε σαν το βλέμμα ενός γιατρού, με αδιαμφισβήτητη αρμοδιότητα και δοκιμασμένη φιλία. Το ξέρετε, πως αυτός θα σας δώσει και τη διάγνωση και το φάρμακο το αποτελεσματικό, για να σας θεραπεύσει από μιαν αρρώστια, που αόριστα γνωρίζετε πως είναι θανατηφόρα.

Μέσα στην τρυφερότητα του αγίου, μέσα στην γλυκύτητα και την ταπεινοφροσύνη του, διακρίνετε ένα σθένος, που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να λυγίσει, ώστε να το κάνει να ξεπέσει από την καθαρότητά του, από την αγάπη του για το Θεά και τους ανθρώπους, από τη θέλησή του να δοθεί ολοκληρωτικά στο Θεό και στην υπηρεσία των ανθρώπων, για να τους βοηθήσει να σωθούν.

Όποιος πλησιάζει έναν άγιο, ανακαλύπτει σ’ αυτόν το αποκορύφωμα της καλοσύνης και της καθαρότητας, καλυμμένα με το πέπλο της ταπεινοφροσύνης, που τον κάνει πιο ελκυστικό. Πρέπει κάνεις να καταβάλει προσπάθεια, για ν’ ανακάλυψη τ’ ανδραγαθήματα των απαρνήσεών του, της ασκήσεως και της αγάπης του για τους ανθρώπους, μα το μεγαλείο του επιβάλλεται με την εμφάνιση της καλοσύνης, της απλότητας, της ταπεινοφροσύνης και της καθαρότητας, που προέρχονται απ’ αυτόν. Με την προσέγγισή του φανερώνεται κι η μεγαλοψυχία του. Είναι η λαμπρότητα του μεγαλείου της «κενώσεως» ή της ταπεινοφροσύνης. Από το πρόσωπο του αγίου ακτινοβολεί μια ηρεμία, μια αδιατάρακτη γαλήνη. Αλλ’ αυτή η ηρεμία κι αυτή η γαλήνη, κερδήθηκαν και διατηρήθηκαν με μεγάλο αγώνα, ενώ ταυτόχρονα, ο άγιος συμμετέχει μέχρι δακρύων και στους πόνους των άλλων. Ο άγιος είναι ριζωμένος μέσα στη σταθερότητα της αγάπης και του πάθους του σαρκωθέντος Θεού, γιατί αυτή η αγάπη εκπέμπεται από το Θεό, που φόρεσε σάρκα και υπέφερε για τους ανθρώπους. Αναπαύεται μέσα στην αιωνιότητα της δυνάμεως και της καλοσύνης του Θεού, που έγιναν προσιτές στους ανθρώπους διά του Ιησού Χριστού, καθώς λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής· κι αυτό, γιατί ολόκληρος είναι σημειωμένος από την παρουσία του Θεού, σαν τον Μελχισεδέκ.

Αλλά η παραμονή του αγίου μέσα στην αιώνια αγάπη του Θεού και των ανθρώπων, δεν αποκλείει και τη μετοχή του στους πόνους των ανθρώπων ή στους πόθους τους, όπως ακριβώς ο Χριστός δεν παύει να θυσιάζεται γι’ αυτούς και οι άγγελοι δεν παύουν να προσφέρουν διαρκώς τη λατρεία τους. Γιατί η παραμονή μέσα στην αρωγό αγάπη που συμπάσχει είναι μια αιωνιότητα, μια ζωντανή αιωνιότητα. Αυτή είναι η κατάπαυση, η σταθερότητα, το Σάββατο στο οποίο ζουν οι άγιοι (Εβρ. γ’, 18- δ’, 11), αυτοί που βγήκαν από την Αίγυπτο των παθών. Δεν είναι το Σάββατο της απαθούς Νιρβάνα. Γιατί η ανάπαυση του αγίου μέσα στην αιωνιότητα της αδιάσειστης αγάπης, της αγάπης του Θεού προς τούς ανθρώπους, έχει τη δύναμη και να ελκύσει τούς άλλους προς το μέρος της και να τους βοηθήσει έτσι να νικήσουν τους πόνους τους με θάρρος, να μην περιπέσουν σε απελπισία. Για τούτο ο άγιος είναι ο πρόδρομος και ο υποστηρικτής της ανθρωπότητας στο δρόμο, που οδηγεί στη μέλλουσα τελειότητα των έσχατων.

Ο άγιος έχει νικήσει τον χρόνο, ενώ παραμένει έντονα παρών μέσα σ’ αυτόν. Έτσι, έχει φτάσει στη μεγαλύτερη ομοιότητα με τον Θεό, που, ενώ υπάρχει στον ουρανό, ταυτόχρονα είναι μαζί μας με τη μεγαλύτερη πληρότητα. Ο άγιος φέρει μέσα του τον Χριστό και την ανίκητη δύναμη της αγάπης Του, για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Παρουσιάζει το ανθρώπινο είναι, καθαρμένο από τη σκουριά της κατώτερης ανθρώπινης φύσεως ή της απανθρωπιάς. Είναι η επανόρθωση του παραμορφωμένου από το ζωώδες ανθρώπινου είναι. Και η αποκαταστημένη διαύγειά του αφήνει να δει κανείς το πρόσωπο της απεριόριστης αγάπης, της απεριόριστης δύναμης και ευαισθησίας του σαρκωθέντος Θεού. Είναι η επανορθωμένη εικόνα του ζωντανού και προσωπικού Απολύτου, που έγινε άνθρωπος. Έγινε μια κορυφή ιλιγγιώδους ύψους και τελείως οικείας προσεγγίσεως με την ανθρώπινη φύση του, που στον Θεό βρήκε την τελειότητά της. Είναι ένα πρόσωπο που εισέδυσε σ’ ένα διάλογο εντελώς ανοικτό και αδιάκοπο με τον Θεό και τους ανθρώπους. Είναι η πεντακάθαρη διαφάνεια της αυγής του αιώνιου θείου φωτός, όπου η ανθρώπινη φύση φθάνει στην τελειότητά της. Είναι η ακέραιη αντανάκλαση της ανθρωπότητας του Χριστού.

πηγή: π. Δημητρίου Στανιλοάε, «Προσευχή, ελευθερία, αγιότητα», εκδ. Λειμών, σ. 55-65

αναδημοσίευση απο την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Άγιος Νείλος ο Ασκητής - περί γαστριμαργίας





ΚΕΦΑΛ. Αʹ. Περὶ γαστριμαργίας.

Ἀρχὴ καρποφορίας, ἄνθος, 
καὶ ἀρχὴ πρακτικῆς, ἐγκράτεια· 
ὁ κρατῶν γαστρὸς, ἐλαττοῖ πάθη,
 ἡττώμενος δὲ βρώμασιν αὔξει τὰς ἡδονάς. 
Ἀρχὴ ἐθνῶν Ἀμαλὴκ, 
καὶ ἀρχὴ παθῶν γαστριμαργία. 
Ὕλη πυρὸς ξύλα, 
ὕλη δὲ γαστρὸς βρώματα.
Ξύλα πολλὰ μεγάλην ἐγείρει φλόγα, 
πλῆθος δὲ βρωμάτων τρέφει ἐπιθυμίαν. 
Φλὸξ ἀμαυροῦται ἐπιλειπούσης ὕλης,
 καὶ βρωμάτων ἔνδεια μαραίνει ἐπιθυμίαν.
 Ὁ κρατήσας σιαγόνος, ἀνεῖλεν ἀλλοφύλους, 
καὶ δεσμὰ χειρῶν αὐτοῦ διέσπασεν εὐχερῶς. 
Ἀναίρεσις σιαγόνος πηγὴν ἐγέννησεν ὕδατος, 
καὶ γαστριμαργία καταργηθεῖσα, θεωρίαν ἔτεκε πρακτικήν. 
Πάσσαλος σκηνῆς παρελθὼν, σιαγόνα ἀνεῖλε πολέμιον, 
καὶ λόγος ἐγκρατείας ἐνέκρωσε πάθος. 
Ἐπιθυμία βρώσεως ἔτεκε παρακοὴν, 
καὶ γεῦσις ἡδεῖα ἐξέβαλε παραδείσου. 
Πολυτέλεια βρωμάτων τέρπει λαιμὸν, 
τρέφει δὲ σκώληκα ἀκολασίας ἀκοίμητον. 
Ἐνδεὴς γαστὴρ ἐν προσευχῇ ἀγρυπνεῖν παρασκευάζει,
 ἡ δὲ πεπληρωμένη ὕπνον ἐπάγει πολύν.
 Νηφάλιον φρόνημα ἐν ξηροτάτῃ διαίτῃ,
 ὑγρὸς δὲ βίος βαπτίζει νοῦν εἰς βυθόν. 
Νηστεύοντος προσευχὴ, νεοσσὸς ἀετοῦ ἀνιπτάμενος,
 ἡ δὲ τοῦ κραιπαλοῦντος βαρυνομένη τῷ κόρῳ, καθέλκεται· 
νηστεύοντος νοῦς, ἀστὴρ ἐν αἰθρίᾳ λαμπρὸς, 
ὁ δὲ τοῦ κραιπαλοῦντος ἐν σκοτομήνῃ καλύπτεται· 
ὀμίχλη καλύπτει ἡλιακὰς ἀκτῖνας, 
καὶ νοῦν σκοτίζει παχεῖα βρωμάτων ἀνάδοσις.

ΚΕΦΑΛ. Βʹ.

Ἔσοπτρον ῥυπωθὲν 
οὐ διαρθροῖ τὴν προσπεσοῦσαν μορφὴν,
 καὶ διανοητικὸν ἀμβλυνθὲν κόρῳ, 
οὐ δέχεται γνῶσιν Θεοῦ. 
Χερσωθεῖσα γῆ ἀκάνθας τίκτει, 
καὶ νοῦς γαστριμάργου βλαστάνει λογισμοὺς αἰσχρούς. 
Οὐκ ἔστιν ἐν βορβόρῳ εὑρεῖν ἀρώματα, 
οὐδὲ ἐν γαστριμάργῳ θεωρίας εὐωδίαν. 
Ὀφθαλμὸς γαστριμάργου περιεργάζεται συμπόσια· 
ὀφθαλμὸς δὲ ἐγκρατοῦς συνέδρια σοφῶν. 
Μνήμας μαρτύρων ἀριθμεῖ ψυχὴ γαστριμάργου, 
ἡ δὲ τοῦ ἐγκρατοῦς μιμεῖται βίους αὐτῶν.
Δειλὸς στρατιώτης φρίσσει σάλπιγγα σημαίνουσαν πόλεμον, 
καὶ γαστρίμαργος κηρυσσομένην ἐγκράτειαν. 
Γαστρίμαργος μοναχὸς, κοιλίας ὑπόφορος, 
καὶ μαστιζόμενος ἀπαιτεῖται δασμὸν ἡμερούσιον. 
Ὁδοιπόρος ὀξὺς ταχέως καταλήψεται πόλιν, 
καὶ μοναχὸς ἐγκρατὴς εἰρηνικὴν κατάστασιν· 
ὁδοιπόρος βραδὺς ἐν ἐρημίᾳ αὐλισθήσεται ὕπαιθρος, 
καὶ μοναχὸς γαστρίμαργος οὐ φθάσει εἰς οἶκον ἀπαθείας. 
Ἀτμὶς θυμιάματος εὐωδιάζει ἀέρα, 
καὶ προσευχὴ ἐγκρατοῦς ὄσφρησιν Θεοῦ. 
Ἐὰν δῷς σεαυτὸν ἐπιθυμίᾳ βρωμάτων, 
οὐδὲν ἀρκέσει πρὸς τὸ πληρῶσαι τὴν ἡδονήν· 
πῦρ γάρ ἐστιν ἐπιθυμία βρωμάτων, 
ἀεὶ δεχομένη, καὶ ἀεὶ φλεγομένη.
Μέτρον αὔταρκες ἐπλήρωσεν ἀγγεῖον, 
γαστὴρ δὲ ῥηγνυμένη, οὐ λέγει, Ἀρκεῖ.
Χειρῶν ἔκτασις ἐτροπώσατο τὸν Ἀμαλὴκ, 
καὶ πράξεις ἐπηρμέναι χειροῦνται πάθη σαρκός.

ΚΕΦΑΛ. Γʹ. 

Ἐξολόθρευσον ἐκ σοῦ πᾶν ἔμπνεον κακίας, 
καὶ μέλη σαρκός σου νέκρωσον ἰσχυρῶς. 
Ὃν τρόπον γὰρ ἀνῃρημένος πολέμιος, οὐ παρέξει σοι φόβον,
οὕτω νεκρωθὲν σῶμα οὐ ταράξει σου τὴν ψυχήν. 
Οὐκ οἶδε πυρὸς ὀδύνην σῶμα νεκρὸν, 
οὐδὲ ἐγκρατὴς ἡδονὴν ἐπιθυμίας νεκρᾶς. 
Ἐὰν πατάξῃς Αἰγύπτιον, ἐν ἄμμῳ κρύψον αὐτὸν, 
καὶ μὴ πιάνῃς σῶμα ἐπὶ ἡττωμένῳ πάθει·
 ὡς γὰρ ἐν λιπώσῃ γῇ φύει τὸ κρυφθὲν, 
οὕτως ἐν σώματι πιμελώδει ἀναθάλλει τὸ πάθος. 
Μαρανθεῖσα φλὸξ ἀναλάμπει ἐπιλαβομένη φρυγάνων, 
καὶ ἡδονὴ σβεσθεῖσα ἀναζωπυροῦται ἐν κόρῳ βρωμάτων.
 Μὴ ἐλεήσῃς σῶμα ἀτονίαν ἀποδυρόμενον, 
μηδὲ πιάνῃς αὐτὸ πολυτελείᾳ βρωμάτων· 
ἐὰν γὰρ ἰσχύσῃ, ἐπαναστήσεταί σοι,
 καὶ πόλεμον ἄσπονδον κινήσει κατὰ σοῦ, 
ἕως ἂν αἰχμαλωτεύσῃ σὴν ψυχὴν, 
καὶ δοῦλον παραδώσει σε τῷ τῆς πορνείας πάθει. 
Ἵππος εὐήνιος, ἐνδεὲς σῶμα, 
καὶ οὐ μὴ καταβαλεῖ τὸν ἀναβάτην ποτὲ, 
ὁ μὲν γὰρ εἴκει ἀγχόμενος χαλινῷ, 
καὶ τῇ χειρὶ πείθεται τοῦ ἡνιόχου, 
σῶμα δὲ δαμάζεται ἐν λιμῷ, καὶ ἀγρυπνίᾳ, 
καὶ οὐκ ἀποσκιρτᾷ τοῦ ἐπιβατοῦντος λογισμοῦ, 
οὐδὲ χρεμετίσει κινούμενον ὑπὸ ὁρμῆς ἐμπαθοῦς.

Έβαλα μέσα στην ψυχή μου τέτοια υπόσχεση…


μικρό απόσπασμα
από την αυτοβιογραφία του Παϊσίου Βελιτσκόφσκι

Έχοντας απόλυτη ελευθερία, δεν ασχολούμουν με τίποτε άλλο παρά με την ανάγνωση των ιερών βιβλίων, από την όποια όλο και περισσότερο βεβαι­ωνόμουν για την αμετάβλητη πρόθεση μου να γίνω μοναχός. Επίσης κα­τανόησα τελείως ότι χωρίς καλά έργα, δηλαδή χωρίς την ακριβή τήρηση των εντολών του Χριστού, με μόνη την ορθόδοξη πίστη, είναι αδύνατο να σωθεί κανείς. Και τότε έβαλα μέσα στην ψυχή μου τέτοια υπόσχεση: με τη βοήθεια της χάριτος του Θεού, να μην κατακρίνω τον πλησίον μου, και αν ακόμη με τα ίδια μου τα μάτια τον έβλεπα να αμαρτάνει, γνωρίζοντας καλά ότι ένας μόνο υπάρχει δίκαιος και αληθινός κριτής ζωντανών και νεκρών, ό αληθινός Θεός ημών ό Χριστός, ό όποιος θα αποδώσει στον κα­θένα κατά τα έργα του. Αυτός πού κατακρίνει τον πλησίον του ιδιοποι­είται για τον εαυτό του το θείο τούτο αξίωμα, και γίνεται ό ίδιος κριτής ζωντανών και νεκρών τί υπάρχει τρομερότερο από αυτό; Ακόμη υποσχέθηκα να μην έχω μίσος μέσα στην ψυχή μου, το όποιο, κατά τη μαρ­τυρία των άγιων Γραφών, είναι το μεγαλύτερο από όλα τα αμαρτήματα. Επίσης, από όλη μου την καρδιά και την ψυχή να συγχωρώ στον πλησίον μου τα αμαρτήματα του, με την ελπίδα της άφεσης και των δικών μου από τον Θεό. Διότι αυτός πού δεν χαρίζει στον πλησίον τα αμαρτήματα του, δεν πρόκειται να έχει άφεση και των δικών του αμαρτιών από τον ουρά­νιο Πατέρα. Ακολούθησα λοιπόν αύτη την υπόσχεση μου ενώπιον του Θεού για την τήρηση αυτών των εντολών, έστω και αν εξαιτίας της αμέ­λειας μου δεν αξιώθηκα στην πράξη να την εφαρμόσω. Εντούτοις, με τη θεία βοήθεια, στο μέτρο της δύναμης μου, ακολουθώ με σωστή γνώση αυτές τις εντολές του Θεού, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, ως την ευθετότερη και ευκολότερη οδό για τη σωτηρία· άλλος, σωστότε­ρος δρόμος, προς τη σωτηρία δεν υπάρχει.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος UNIVERSITY STUDIO PRESS
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Γεννήθηκε το 1722 στην Πολτάβα της Ουκρανίας, ο κατά κόσμον Πέτρος, από πατέρα ιερέα και μητέρα πού αργότερα έγινε μοναχή. Δεκαπέντε ετών μετέβη στη μονή Λιοΰμπεσκ και κατόπιν στη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου. Πνευματικό οδηγό είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων. Το 1742, ύστερα άπό διωγμούς Ουνιτών στην πατρίδα του, μετέβη στη Βλαχία και μόνασε εκεί επί τετραετία, λαμβάνοντας τ΄ όνομα Πλάτων. Το 1746 αναχώρησε για το πολυπόθητο Άγιον Όρος.
Ασκήθηκε στην Καψάλα, όπου εκάρη μοναχός άπό τον Γέροντα του Βασίλειο με τ΄ όνομα Παΐσιος. Το 1758 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς και απέκτησε δωδεκαμελή συνοδεία. Κατόπιν πήγε με τη συνοδεία του στο Κελλί του Προφήτου Ηλιού, το όποιο μετέτρεψε σε σκήτη, πού ανήκει στη μονή Παντοκράτορος. Απέκτησε περί τους πενήντα καλούς μαθητές, για τους οποίους συνέταξε τυπικό κατά την αγιορείτικη τάξη, και άρχισε τις μεταφράσεις των Πατέρων της Εκκλησίας στα σλαβικά, όπως Ισαάκ του Σύρου και Γρηγορίου του Σιναΐτου, διδάσκοντας σε όλους την ευχή του Ιησού. Το τελευταίο εξάμηνο της αγιορείτικης ζωής του το διήλθε στην Ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας (1762). Μετά άπό δεκαεπτά χρόνων παραμονή στον ιερό Άθωνα, ο όσιος Παΐσιος επέστρεψε το 1763 στη Μολδαβία παίρνοντας μαζί του αρκετούς μοναχούς.
Εγκαταστάθηκε στη μονή Δραγκομίρνα και απέκτησε πολλούς μαθητές Ρώσους, Ρουμάνους και Βουλγάρους. Τους δίδασκε καθη μερινά στη γλώσσα τους να τηρούν πενία, υπακοή, ταπεινοφροσύνη, σιωπή και να εντρυφούν στη μελέτη των νηπτικών πατέρων. Έγινε ηγούμενος της αρχαίας μονής του Νεάμτς, την οποία κατέστησε σπουδαίο πνευματικό κέντρο, με τις μεταφράσεις Ελλήνων Πατέρων και ασκητών και τη ζωή της ευχής του Ιησού. Αξιοσημείωτη είναι ή μετάφραση της Φιλοκαλίας (1793). Τη φήμη του αγίου Γέροντος Παϊσίου ακούγοντας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης θέλησε να γίνει μαθητής του, μα εμποδίσθηκε από διάφορες συμπτώσεις κι επέστρεψε στο Άγιον Όρος.
Στη μονή Νεάμτς ανεπαύθη ειρηνικά στις 15 Νοεμβρίου 1794 ο μεγάλος στάρετς, για το έργο του οποίου μιλούν πολλοί με δικαιολογημένο θαυμασμό. Υπήρξε αναζωογονητής του μοναχισμού στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Οι πολυάριθμοι και αξιόλογοι μαθητές του έγιναν, μετά την κοίμηση του, κήρυκες των διδαχών του. Οι μονές Δραγομίρνα, Σέκου και Νεάμτς ήταν τα κέντρα της λαμπρής ασκητικοφιλολογικής κινήσεως κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, όπου οι μαθητές του, με τη νηπτική τους εργασία και τ΄ ανεπτυγμένα φιλολογικά τους κριτήρια, μόχθησαν για την πνευματική ανύψωση της Μολδαβίας. Το πνεύμα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων μετέφερε ο όσιος Παΐσιος στα Βαλκάνια και τη Ρωσία. Τιμάται ιδιαίτερα από τους Ρώσους και τους Ρουμάνους. Η επίσημη αναγνώριση της αγιότητας του έγινε από το Πατριαρχείο Μόσχας το 1988 και από το Πατριαρχείο Ρουμανίας το 1992.
Την πρώτη βιογραφία του έγραψε το 1817 ο μαθητής του μοναχός Μητροφάνης, πού στηρίχθηκε στην αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου και στις προσωπικές αναμνήσεις του. Ακολούθησαν αρκετές άλλες, πού κυκλοφόρησαν ευρύτατα στα ρουμανικά και ρωσικά και μεταφράσθηκαν στα ελληνικά.
Η μνήμη του τιμάται στις 15 Νοεμβρίου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους
Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2007

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Λίγο καιρό μετά την δεύτερη εξορία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου μια σειρά από θεομηνίες έπληξε την Κωνσταντινούπολη.


Η απάντηση που έδωσε ο Άγιος Νείλος ο ασκητής στον Αυτοκράτορα Αρκάδιο  
Η φαντασία του αυτοκράτορα, όπως καλά κανείς αντιλαμβάνεται, δεν άργησε να ταραχθεί από το συνδυασμό αυτών των γεγονότων … η πόλη τραντάχτηκε επανειλημμένα από τόσο βίαιους σεισμούς, ώστε οι χρονογράφοι θεώρησαν καθήκον τους να τους συμπεριλάβουν στα βιβλία τους. Ταυτόχρονα καταιγίδες διαδέχονταν η μία την άλλη σε μικρά χρονικά διαστήματα. Κεραυνός έπεσε πολλές φορές στο χώρο μέσα από τα τείχη, ενώ χαλάζι τεράστιου μεγέθους κατέστρεφε σε αρκετά μίλια τα γύρω σπαρτά. Δεν χρειάζονταν περισσότερα, για να πείσουν τον αυτοκράτορα ότι η σφοδρή οργή του ουρανού αληθινά ξέσπασε εναντίον αυτού και των υπηκόων του. ’Έγραψε, λοιπόν, σε κάποιον ερημίτη αναγνωρισμένης αγιότητας, που κατοικούσε στο Όρος Σινά, για να ζητήσει τις πανίσχυρες, όπως έλεγαν, προσευχές του προς τον Θεό. Αυτός ο ερημίτης ονομαζόταν Νείλος και η Εκκλησία τον τιμά και σήμερα ως άγιο.

Ο Νείλος δεν ήταν πάντα ένας φτωχός μοναχός κρυμμένος στα βάθη της έρημου. Είχε διαπρέψει στην αυλή του Μ. Θεοδοσίου με τον πλούτο, την ευγένεια των τρόπων του, την ωραιότητα του σώματος κι ένα πνεύμα έντιμο και δίκαιο, που του είχε δώσει την προσωνυμία σοφός. Εκτιμώντας επάξια τα σπάνια χαρίσματά του, ο Θεοδόσιος του εμπιστεύτηκε σπουδαίες θέσεις και μεταξύ άλλων τη θέση του πραίτορα της ’Ανατολής. Παντρεύτηκε μια νεαρή γυναίκα, που την αγαπούσε, και απέκτησε μαζί της δύο γιους. 'Ένα πρωινό ο άνθρωπος αυτός, ο τόσο ευνοημένος απ’ όλα όσα o κόσμος επιζητεί, απέθεσε τις τιμές του, χαιρέτησε τη γυναίκα του κι έφυγε παίρνοντας μαζί του έναν από τους γιους του. Που πήγαινε; Πήγαινε ν’ αναζητήσει τη γαλήνη της ψυχής, που ο κόσμος δεν του είχε δώσει, και ν’ αφιερώσει τον γιο του στον Θεό σε κάποιο ερημικό βουνό, όπως ο πατριάρχης ’Αβραάμ στα ύψη του Μωρία. ’Αλλά περίμενε να του αποκαλύψει o ουρανός τον τόπο.

Οι έρημοι της Αιγύπτου και της Συρίας δεν του άρεσαν. Ήταν πολύ πυκνοκατοικημένες από μοναχούς και πολύ κοντά στις πόλεις. Δεν σταμάτησε παρά στη μεγάλη έρημο της ’Αραβίας, σε μια από τις πλαγιές του όρους Σίνα. Βρήκε εκεί λίγους αναχωρητές, που ζούσαν σκόρπιοι σε σπηλιές. Τους συγκέντρωσε και προσείλκυσε κι άλλους. Με χρήματα, που του έμειναν από την περιουσία του, έκτισε μια εκκλησία κι ένα μοναστήρι στην τοποθεσία που ονομαζόταν Βάτος, διότι εκεί είχε εμφανιστεί ο Θεός στον Μωυσή σε μια φλεγόμενη βάτο. Οι μοναχοί θέλησαν να έχουν τον Νείλο ηγούμενο τους. Στη νέα του θέση ο πρώην πραίτορας διακρίθηκε για τις αυστηρές του αρετές. Η άσκηση αυτών των αρετών σε συνδυασμό με πλατιά θύραθεν μόρφωση και επίμονες μελέτες της Γραφής ανέδειξε τον Νείλο σύμβουλο των μοναχών της εποχής του. Έλεγαν ότι ήταν τόσο προνοητικός και εξυπηρετικός, ώστε ο Θεός του εμπιστεύτηκε το χάρισμα της προφητείας και της θαυματουργίας κι ότι πάντοτε ανταποκρινόταν σ’ όλα τα αιτήματα των προσευχών του.

Ο Αρκάδιος, που τον γνώριζε από παιδί στην αυλή του πατέρα του, νόμισε ότι μπορούσε να προστρέξει σ’ αυτόν με εμπιστοσύνη, για να αποτρέψει την οργή του Θεού, που απειλούσε την αυτοκρατορική πόλη και τον ίδιο. Αλλά ο Νείλος αρνήθηκε να προσευχηθεί. 

«Πως θέλεις», του απάντησε με άγια παρρησία, «να τολμήσω να προσευχηθώ για μια πόλη, που αξίζει την τιμωρία του Θεού για τις τόσες ένοχες πράξεις της, για μια πόλη, όπου το έγκλημα στηρίζεται στην εξουσία των νόμων και που εξόρισε τον μακάριο Ιωάννη, το στύλο της Εκκλησίας, το λύχνο της αλήθειας, τη σάλπιγγα του Κυρίου; Ζητάς να προσευχηθώ γι’ αυτήν; ’Αλλά το ζητάς από μια ψυχή πολύ συντετριμμένη από θλίψη για τα υπερβολικά κακά, που η πόλη διέπραξε».
 Του γράφει ακόμη σ’ άλλη επιστολή:
«Εξόρισες τον Ιωάννη, το λαμπρότερο φως της γης, εντελώς άδικα κι άφησες τον εαυτό σου πολύ επιπόλαια να παρασυρθεί από τις κακές συμβουλές κάποιων επισκόπων, που το πνεύμα τους δεν είναι υγιές. Συλλογίσου, λοιπόν, αναγνώρισε τουλάχιστον το σφάλμα σου και μετανόησε, διότι στέρησες την Εκκλησία από τις καθάριες και άγιες διδασκαλίες, που δεχόταν απ’ αυτόν».

Ο Αρκάδιος καθόλου δεν μετανόησε. Οι μάστιγες της φύσης κατευνάστηκαν κι ο αυτοκράτορας με τη συνηθισμένη αμεριμνησία του άρχισε ν’ ασχολείται ξανά με τις υποθέσεις του. Του ήταν γλυκύτερες οι κακές συμβουλές των κολάκων παρά οι σκληροί λόγοι, που έφθαναν από το Σινά. Σύντομα μάλιστα με τους νέους κυρίους του ξέχασε τη διακυβέρνηση της Ευδοξίας. Η καταδίωξη ατόνησε. ’Αλλά το πνεύμα του διωγμού, τα πάθη της ζήλιας και του μίσους εξακολουθούσαν να υποβόσκουν και να σπρώχνουν τον ανίσχυρο αυτοκράτορα στο δρόμο, όπου τον είχαν καταντήσει.
 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Μεγαλομάρτυρας μετά τους διωγμούς, S.D.Amedee Thierry, Εκδόσεις ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ   σελ. 304-306

Δημοφιλείς αναρτήσεις