Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

Οι θεόστεπτοι Βασιλείς και Ισαπόστολοι

πηγή:εδώ 

Ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ο οποίος με τη χάρη του Θεού έγινε «Απόστολος του Κυρίου μεταξύ των βασιλέων» [1], ήταν γιος του λαμπρού στρατηγού Κωνστάντιου του Χλωρού και της αγίας Ελένης. Γεννήθηκε στη Ναϊσσό (Νίσα), περί του 286, και μεγάλωσε στα πεδία των μαχών, μαθαίνοντας από τον πατέρα του, όχι μόνο την τέχνη του πολέμου, αλλά και τη σοφή διακυβέρνηση των υπηκόων του, όπως και την επιείκεια έναντι των χριστιανών. 
Μετά την αναγόρευσή του (286), ο Διοκλητιανός, αναγκασμένος να διοικήσει μια υπερβολικά μεγάλη αυτοκρατορία, που απειλείτο πανταχόθεν από τους βαρβάρους και κλυδωνιζόταν από συνεχείς συνωμοσίες, εμπιστεύθηκε στον φίλο του Μαξιμιανό τη διακυβέρνηση της Δύσεως και, λίγα χρόνια μετά (293), τοποθέτησε δύο καίσαρες, ως συμβοηθούς των δύο αυγούστων: τον Μαξιμιανό Γαλέριο στην Ανατολή και τον Κωνστάντιο Χλωρό στη Δύση, με δικαιοδοσία επί της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλατίας και της Ισπανίας. Για να εξασφαλίσει την αφοσίωση εκείνου, τον υποχρέωσε να αποπέμψει την αγία Ελένη και να νυμφευθεί τη θυγατέρα του Μαξιμιανού, κράτησε δε τον νεαρό Κωνσταντίνο ως όμηρο στη Νικομήδεια, την πρωτεύουσά του. Έτσι ο Κωνσταντίνος πέρασε τη νεότητά του μέσα σε ειδωλολατρικά ήθη, στην αυλή του Διοκλητιανού και κατόπιν του Γαλέριου, όπου διακρίθηκε για τη μεγαλοπρέπεια στο παρουσιαστικό και στους τρόπους και την ανδρεία του στις μάχες, πρωτίστως όμως για την ηθική ευθύτητα και την καλοσύνη που κέρδιζαν τη συμπάθεια όλων όσοι τον πλησίαζαν. Διέλαμπε με τις αληθινές βασιλικές αρετές της αγνότητας και της επιείκειας που τον ανύψωναν υπεράνω των δολοπλοκιών και των χαμερπών συνηθειών που ενδημούν στους αυλικούς κύκλους. Τα προτερήματα αυτά, ωστόσο, γεννούσαν τον φθόνο, ιδιαιτέρως από τη μεριά του Γαλέριου, ο οποίος τον έστελνε διαρκώς σε επικίνδυνες εκστρατείες, από τις οποίες ο Κωνσταντίνος έβγαινε πάντα νικηφόρος και αποκομίζοντας στο τέλος περισσότερη δόξα. 
Μετά την παραίτηση του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού, οι δύο καίσαρες, Γαλέριος και Κωνστάντιος Χλωρός, ανήλθαν στο αξίωμα του αυγούστου. Ειδοποιημένος για τις ραδιουργίες που εξυφαίνονταν κατά του γιου του, ο Κωνστάντιος, που ήταν άρρωστος και γερνούσε, ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να πάει να τον επισκεφθεί. Μόλις κατάφερε να διαφύγει από τους άνδρες που στάλθηκαν να τον σταματήσουν, ο Κωνσταντίνος έσπευσε στη Βουλώνη, όπου είχε τη μεγάλη χαρά να ξαναδεί τον πατέρα του, ο οποίος ετοιμαζόταν να περάσει στη Μεγάλη Βρετανία εκστρατεύοντας κατά των Πικτών. Ο Κωνστάντιος τού εμπιστεύθηκε τη διαδοχή στην αυτοκρατορία της Δύσεως και τον συμβούλευσε να βοηθήσει και να υπερασπιστεί τους χριστιανούς που διώκονταν απηνώς από τα διατάγματα του Διοκλητιανού. Μετά τον θάνατό του στο Εβόρακο (Γιορκ), ο Κωνσταντίνος αναγορεύθηκε αυτοκράτορας από τον στρατό (25 Ιουλίου 306). Εν τω μεταξύ, όμως, ο Γαλέριος, που θεωρούσε τον εαυτό του πρώτο αυτοκράτορα, είχε ορίσει δύο καίσαρες: τον Μαξιμίνο Δάια στην Ανατολή και τον Σεβήρο στη Δύση, με πρωτεύουσα τη Ρώμη. 
Όταν πέθανε ο Κωνστάντιος Χλωρός, αναβίβασε στο αξίωμα του αυγούστου τον Σεβήρο, ο τελευταίος όμως ανατράπηκε μετά από εξέγερση του λαού, υποκινημένη από την πραιτωριανή φρουρά, και αντικαταστάθηκε από τον Μαξέντιο, τον γιο του Μαξιμιανού, ο οποίος σύντομα επέβαλε στη Ρώμη μια αιματηρή και διεφθαρμένη τυραννία. Ο Μαξέντιος έκλεισε συμφωνία με τον Κωνσταντίνο, στον οποίο άφηνε την εξουσία επί των δυτικότερων περιοχών, με πρωτεύουσα την Αρελάτη (Αρλ). Ο Κωνσταντίνος σεβόμενους τους όρους αυτούς, κυβέρνησε το τμήμα που του αναλογούσε με δικαιοσύνη και καλοσύνη. Ήταν αγαπητός στον λαό και φόβητρο για τους Γερμανούς, όπως και για τις άλλες βαρβαρικές φυλές. Η κατάσταση αυτή, όμως, δεν κράτησε πολύ, διότι ο Μαξέντιος ήλθε σύντομα σε προστριβή με τον πατέρα του, με τον οποίο μοιραζόταν την εξουσία. Ο Μαξιμιανός κατέφυγε στο βασίλειο του Κωνσταντίνου, αλλά σύντομα επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία χάρη στη συνενοχή της θυγατέρας του Φαύστας, δεύτερης συζύγου του Κωνσταντίνου, μιας πανούργας και δολοπλόκου γυναικός που στάθηκε στη συνέχεια η αιτία για πολλές από τις συμφορές του ευσεβούς αυτοκράτορα. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε και ο Μαξιμιανός αναγκάσθηκε να βάλει τέλος στη ζωή του (310). 
Ο Γαλέριος, μαθαίνοντας τα γεγονότα που βασάνιζαν την αυτοκρατορία της Δύσεως και επιθυμώντας να συγκεντρώσει στα χέρια του όλες τις εξουσίες, όρισε τον Λικίνιο καίσαρα στη Δύση και βάδισε προς τη Ρώμη με ισχυρό στρατό. Ηττηθείς από τον Μαξέντιο, υποχώρησε ατάκτως και στράφηκε κατά του Κωνσταντίνου. Υπέστη τότε ολοκληρωτική ήττα και πέθανε με άθλιο τρόπο, αφού εξέδωσε διάταγμα που μετρίαζε τον γενικό διωγμό που μαινόταν στην Ανατολή (311). Ο Μαξιμίνος Δάιας, φανατικός ειδωλολάτρης και απηνής διώκτης των χριστιανών, έλαβε τότε τον τίτλο του αυγούστου της ανατολικής αυτοκρατορίας και ο Μαξέντιος, μένοντας μόνος στη Ρώμη, ανέλαβε εκστρατεία κατά του Κωνσταντίνου, με σκοπό να σφετερισθεί σύνολη την αυτοκρατορία της Δύσεως. Οι κάτοικοι της Ρώμης, που υπέφεραν κάτω από την τυραννία του Μαξέντιου, κάλεσαν σε άμεση βοήθεια τον Κωνσταντίνο, ο οποίος συγκέντρωσε τον στρατό, πέρασε τις Άλπεις (Σεπτέμβριος 312) και, καταλαμβάνοντας εύκολα τις πόλεις της βόρειας Ιταλίας, έφθασε μέχρι τα περίχωρα της Ρώμης, όπου ο Μαξέντιος είχε συγκεντρώσει τις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις του. 
Ανεβασμένος σε ένα ύψωμα, ο Κωνσταντίνος κοίταζε αμήχανος και σκεπτικός την εξόφθαλμη υπεροχή των αντιπάλων του, όταν αίφνης, κατά το καταμεσήμερο, εμφανίσθηκε στον ουρανό ένας πελώριος Σταυρός, συνιστάμενος από άστρα, γύρω από τον οποίο ήταν γραμμένο στα Ελληνικά: «Ἐν τούτῳ νίκα». Τη νύχτα, εμφανίσθηκε ο Ίδιος ο Χριστός στον αυτοκράτορα και του έδωσε εντολή να φτιάξει έναν Σταυρό παρόμοιο με εκείνον που του είχε αποκαλυφθεί στο όραμά του και να τον τοποθετήσει ως λάβαρο επικεφαλής του στρατού του. Το σημείο της νίκης έλαμψε τότε ξανά στον ουρανό και ο Κωνσταντίνος πίστεψε ολόψυχα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός· ο πανάγαθος και φιλάνθρωπος Δημιουργός του ουρανού και της γης, που δίνει τη νίκη στους βασιλείς και οδηγεί κάθε πράγμα στο τέλος του που Αυτός έχει προβλέψει προ καταβολής κόσμου. 
Μόλις ξημέρωσε, διέταξε να κατασκευάσουν το λάβαρο και έδωσε εντολή να τοποθετηθεί στην κεφαλή των στρατευμάτων του, στη θέση των αυτοκρατορικών αετών, ως «σημείο νίκης επί του θανάτου και τρόπαιον αθανασίας». Συνίστατο σε ένα μακρύ, επίχρυσο δόρυ με σταυροειδή απόληξη, το οποίο επέστεφε στέφανος από χρυσό και πολύτιμους λίθους, στο κέντρο του οποίου διακρινόταν το σύμβολο του Σωτήρος (μονόγραμμα αποτελούμενο από τα δύο πρώτα γράμματα του Χριστού: «ΧΡ»). Από την οριζόντια κεραία του σταυρού ήταν κρεμασμένο βασιλικό ύφασμα στολισμένο με πολύτιμους λίθους που άστραφταν με φωτεινές ανταύγειες, σαν τις ακτίνες του ήλιου. Στην κρίσιμη μάχη της Μιλβίας γέφυρας, στις 28 Οκτωβρίου 312, ο Σταυρός ήταν εκείνος που έδωσε τη νίκη. Ο Μαξέντιος τράπηκε σε φυγή· και προσπαθώντας να περάσει από την πλωτή γέφυρα που είχε κατασκευάσει, η γέφυρα κατάρρευσε με πάταγο και ο τύραννος καταποντίστηκε μαζί με όλους τους αξιωματικούς του στα νερά, όπως άλλοτε ο Φαραώ και τα άρματά του στην Ερυθρά θάλασσα (Έξ. 15). 
Απευθύνοντας ευχαριστία στον Θεό για τη νίκη αυτή που εγκαινίαζε μια νέα εποχή στην ανθρώπινη ιστορία, ο Κωνσταντίνος έκανε θριαμβευτική είσοδο στη Ρώμη που τον χαιρέτησε ως ελευθερωτή, σωτήρα και ευεργέτη. Σύντομα έλαβε μέριμνα να αναρτηθεί το σημείο του Σταυρού σε όλα τα μείζονα μνημεία της πόλης, ανεγέρθη δε ένα άγαλμα του αυτοκράτορα που κρατούσε στο χέρι του τον Σταυρό, ως σημείο νίκης και έμβλημα εξουσίας που έλαβε από τον Χριστό. Από τη στιγμή εκείνη ο Κωνσταντίνος άρχισε να καταρτίζεται στο χριστιανικό δόγμα και επιδόθηκε με επιμέλεια στην ανάγνωση των ιερών βιβλίων [2]. Έλαβε μέριμνα να επιστραφούν τα δημευμένα αγαθά, ανακάλεσε τους εξόριστους, ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους και φρόντισε να αναζητηθούν τα ιερά λείψανα των μαρτύρων που ήσαν θύματα του μεγάλου και ανελέητου διωγμού. Με τη νίκη αυτή επί του Μαξέντιου, η χριστιανική θρησκεία ή μάλλον η θεόσδοτη αποκάλυψη, επί μακρόν προπηλακισμένη και διωγμένη, μπόρεσε να βγει από τη σκιά και να απολαύσει την εύνοια και την προστασία του αγαθού ηγεμόνα.  
Παραμένοντας διακριτή εν σχέσει με την πολιτική εξουσία, η Εκκλησία, ήταν έκτοτε σε θέση να εμπνέει δυναμικά τους κυβερνώντες και να μετασχηματίζει σε βάθος τη ζωή των ανθρώπων και των κρατών, εμφυσώντας στις ανθρώπινες καρδιές τις ευαγγελικές αρετές. Λίγους μήνες αργότερα (313), ο άγιος Κωνσταντίνος συνάντησε τον Λικίνιο στα Μεδιόλανα (σημ. Μιλάνο), και οι δύο αυτοκράτορες που εφεξής θα μοιράζονταν τον κόσμο, υπέγραψαν διάταγμα που έθεσε τέλος στον διωγμό και επέτρεπε στους χριστιανούς να ασκούν ελεύθερα τη θρησκεία τους σε όλη την αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος αναγορεύθηκε τότε πρώτος αύγουστος και έγιναν οι γάμοι της αδελφής του Κωνσταντίας με τον Λικίνιο. 
Φωτισμένος από τη χάρη του Θεού, ο άγιος αυτοκράτορας δεν παραχώρησε μόνο γενική ελευθερία, αλλά ενεθάρρυνε επίσης την ανάπτυξη της χριστιανικής λατρείας. Επιδότησε την ανέγερση ναών και τον αντάξιο στολισμό των τάφων των μαρτύρων, επέστρεψε τα δημευθέντα από το κράτος αγαθά των ομολογητών και μαρτύρων και τα παραχώρησε στην Εκκλησία, εφόσον οι μεταστάντες δεν είχαν αφήσει κληρονόμους. Τιμούσε τους επισκόπους, τους οποίους δεχόταν στο τραπέζι του και παρευρισκόταν στις τοπικές συνόδους φροντίζοντας να επικρατεί ειρήνη και ομόνοια. 
Ενώ στη Δύση έλαμπε έτσι το φως της αλήθειας, στην Ανατολή εξακολουθούσε να επικρατεί το σκότος της ειδωλολατρίας και της τυραννίας από τον Μαξιμίνο Δάια, ο οποίος κήρυξε τον πόλεμο στον Λικίνιο. Αυτός τον νίκησε στη Θράκη (313) και, μένοντας κύριος της αυτοκρατορίας της Ανατολής, ενέτεινε τον διωγμό. Επέβαλε περιορισμούς στους επισκόπους [3], έκλεισε ναούς, εξόρισε χριστιανούς και δήμευσε τις περιουσίες τους, ενώ τιμωρούσε σκληρά όσους βοηθούσαν τους φυλακισμένους. Ανάγκασε τους αξιωματούχους να προσφέρουν θυσίες, και σε όλους τους τομείς της διοικήσεως επί των ημερών του βασίλευσε η αδικία, η πονηρία και η βία. Μαθαίνοντας τα τυραννικά αυτά μέτρα που επιβλήθηκαν στην Ανατολή εναντίον των χριστιανών, ο άγιος Κωνσταντίνος συγκέντρωσε ισχυρό στρατό, υπό την αιγίδα του σημείου του νικηφόρου Σταυρού, και κατά την εκστρατεία του εναντίον των βαρβάρων της Παννονίας εισέδυσε στην επικράτεια του Λικίνιου (322). Μετά από μια πρώτη ήττα στην Ανδριανούπολη, ο τύραννος αναδιπλώθηκε στο Βυζάντιο και εν συνεχεία ηττήθηκε οριστικά στη μάχη της Χρυσούπολης (18 Σεπτεμβρίου 324). Ο Κωνσταντίνος θριαμβεύοντας στο όνομα του Χριστού και της Αληθείας, ανέλαβε έκτοτε να προσφέρει την επανενωθείσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως δώρο προς τον Βασιλέα των βασιλέων και ως νέος Απόστολος εργάστηκε για να διαδοθεί μέχρι τις εσχατιές της Ανατολής και της Δύσεως, από τη Μεσοποταμία έως τη Μεγάλη Βρετανία, η Πίστη στον ένα και μόνο Θεό και στον Υιό Του που έλαβε σάρκα για τη δική μας Σωτηρία. 
Χρησιμοποιώντας επιείκεια απέναντι στους αιχμαλώτους του αντίπαλου στρατού, φρόντισε ώστε να εφαρμοστούν και στην Ανατολή τα ίδια μέτρα υπέρ της Εκκλησίας που είχε θεσπίσει προηγουμένως στη Δύση. Με διάταγμα που απευθύνθηκε σε όλη την Αυτοκρατορία, ανήγγειλε ότι ο Θεός και μόνο θα πρέπει να θεωρείται η αιτία για τις νίκες του και ότι είχε επιλεγεί από τη θεία Πρόνοια για να τεθεί στην υπηρεσία του καλού και της αλήθειας. Τοποθέτησε νέους άρχοντες στην επαρχία, στους οποίους απαγόρευσε να προσφέρουν ειδωλολατρικές θυσίες και έστειλε σε όλες τις περιοχές της επικρατείας του επιστολές που καταδίκαζαν την ειδωλολατρία και ενεθάρρυναν τη μεταστροφή. Παρότρυνε όλους τους υπηκόους του να ακολουθήσουν το δικό του παράδειγμα, χωρίς, ωστόσο, να εξαναγκάζει κανέναν. Έτσι, η Αυτοκρατορία, διοικούμενη από έναν και μόνον αυτοκράτορα, παρουσίαζε μία προεικόνιση της Βασιλείας του Θεού, παρούσα ήδη στη γη, όπου όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν συμφιλιωμένοι να απολαύσουν τα αγαθά της ειρήνης και να αναπέμπουν ακατάπαυστα στον Θεό ευχαριστηρίους ύμνους. 
Στη νέα αυτή χριστιανική Αυτοκρατορία, η οποία επρόκειτο να ζήσει μία χιλιετία, άρμοζε να δοθεί μία καινούργια πρωτεύουσα, με καλύτερη γεωγραφική θέση και απαλλαγμένη από τις μνήμες της ειδωλολατρίας και της τυραννίας. Εμπνευσμένος από θεόσταλτο σημείο, ο Κωνσταντίνος επέλεξε την πολίχνη του Βυζαντίου, της οποίας η τοποθεσία αποτελούσε γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Οδηγημένος από άγγελο, χάραξε ο ίδιος τα όρια της νέας πόλης και έδωσε εντολή στον επικεφαλής των έργων Ευφρατά να μην υπολογίσει τα έξοδα, προκειμένου η πόλη να διαθέτει μνημεία και δημόσιους δρόμους που να ξεπερνούν σε μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα όλες τις άλλες πόλεις του κόσμου. Κατά τη θεμελίωση της πόλης, στις 8 Νοεμβρίου του 324, το Βυζάντιο έλαβε την ονομασία «Νέα Ρώμη» και αφιερώθηκε κατόπιν στην Θεοτόκο. Στο κέντρο του παλατιού υψώθηκε πελώριος Σταυρός στολισμένος με πολύτιμους λίθους και στον φόρο (αγορά) τοποθετήθηκε στην κορυφή μιας στήλης από πορφυρίτη το άγαλμα του Κωνσταντίνου, μέσα στο οποίο κατατέθηκαν ιερά λείψανα, στη δε βάση της στήλης τοποθετήθηκαν τα κοφίνια που είχαν χρησιμεύσει στο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων [4]. Οι εργασίες προχώρησαν πολύ γρήγορα· και κατά την 25η επέτειο της βασιλείας του αυτοκράτορα (11 Αυγ. 330), τελέσθηκαν με μεγαλοπρέπεια τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας. 
Αμέσως μετά τη νίκη του επί του Λικίνιου, πρώτιστο μέλημα του αγίου Κωνσταντίνου ήταν η αποκατάσταση και στερέωση της ενότητας της Εκκλησίας που απειλούνταν σοβαρά από την αίρεση του Αρείου [5], η οποία ξεκινώντας από την Αίγυπτο είχε διαδοθεί σε διάφορες περιοχές, χάρη σε ένα διάταγμα του Λικίνιου που απαγόρευε τη σύγκλιση τοπικών συνόδων. Αφού έστειλε μέσω του αγίου Οσίου της Κορδούης [27 Αυγ.], παραινετικές επιστολές προς τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, Αλέξανδρο [29 Μαΐου], και προς τον Άρειο, στις οποίες εξέφραζε τον πόνο του για τη διχοστασία, ο αυτοκράτορας συγκάλεσε όλους τους επισκόπους της οικουμένης στη Νίκαια, για την πρώτη μεγάλη και αγία Οικουμενική Σύνοδο (325) [6]. Αυτή η πρώτη μεγάλη σύναξη επισκόπων που έφθασαν από κάθε άκρη της οικουμένης ήταν μια τέλεια έκφραση του πληρώματος της Εκκλησίας και της ενότητας της χριστιανικής Αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας παρακάθονταν μεταξύ των επισκόπων, λάμποντας μέσα στην κεκοσμημένη με πετράδια εσθήτα του. Κήρυξε την έναρξη στις συνεδριάσεις απευθύνοντας ευχαριστία προς τον Θεό για τη συγκέντρωση αυτή και προέτρεψε τους συμμετέχοντες να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές που έσπειρε ο δαίμονας στον Οίκο του Θεού. Συμμετείχε στις συζητήσεις και, με την πραότητα και ισορροπία που επέδειξε, κατάφερε να συμφιλιώσει τους αντιπάλους. Η Σύνοδος προχώρησε κατόπιν στην καταδίκη του Αρείου και των οπαδών του [7], ελήφθη δε η απόφαση να εορτάζεται το Πάσχα παντού την ίδια ημερομηνία, σε ένδειξη της ενότητας της Πίστεως. Οι εργασίες της Συνόδου έκλεισαν με ένα μεγάλο συμπόσιο που παρέθεσε ο άγιος Κωνσταντίνος σε όλους τους επισκόπους επ’ ευκαιρία της 20ης επετείου της βασιλείας του, το οποίο αποτέλεσε μια πλούσια προτύπωση της Βασιλείας του Θεού, και κατόπιν τους απέστειλε εν ειρήνη στις επισκοπές τους, αφού τους χάρισε πλούσια δώρα. 
Τον επόμενο χρόνο (326), η αυτοκράτειρα Ελένη, που μόλις είχε βαπτισθεί, ανέλαβε προσκύνημα στην Παλαιστίνη [8], κατά τη διάρκεια του οποίου ανακάλυψε την τοποθεσία του Γολγοθά και, χάρη σε θαυματουργική αποκάλυψη, τον Σταυρό του Κυρίου, θαμμένο στο χώμα [14 Σεπτ.]. Ο άγιος Κωνσταντίνος έδωσε τότε εντολή να ανεγερθεί στο μέρος εκείνο λαμπρή βασιλική αφιερωμένη στην Ανάσταση, η οποία εγκαινιάσθηκε το 335, επ’ ευκαιρία της 30ης επετείου της βασιλείας του. Η αγία Ελένη επισκέφθηκε επίσης και άλλες τοποθεσίες στους Αγίους Τόπους και φρόντισε να κτισθούν βασιλικές στη Βηθλεέμ και στο Όρος των Ελαιών. Ελευθέρωσε, εξάλλου, αιχμαλώτους και έκανε μεγάλες αγαθοεργίες σε όλη την Ανατολή. Λέγεται πως έτρεφε τέτοιο θαυμασμό για αφιερωμένες παρθένους, ώστε συγκάλεσε όλες τις αφιερωμένες στον Θεό γυναίκες και τις διακόνησε στο τραπέζι ως τραπεζοκόμος, μένοντας η ίδια νηστική [9]. Στο τέλος του προσκυνήματος αυτού παρέδωσε ειρηνικά τη ψυχή της στον Θεό σε ηλικία ογδόντα ετών. Η κηδεία της έγινε στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια η σορός της μεταφέρθηκε στη Ρώμη [10]. 
Αφού πέτυχε την ασφάλεια των συνόρων με μια επιδέξια τακτική συμμαχιών ώστε οι βάρβαροι να μεταστρέψουν «τα ξίφη τους σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια» (Ησ. 2, 4), ο ευσεβής ηγεμόνας μπόρεσε να περάσει ειρηνικά το υπόλοιπο της βασιλείας του και ασχολήθηκε με τη στερέωση των βάσεων και των θεσμών της νέας χριστιανικής Αυτοκρατορίας. Ενεθάρρυνε όλα τα μέσα διαδόσεως του χριστιανισμού και τροποποίησε ταυτόχρονα σε βάθος όλους τους ρωμαϊκούς νόμους, προκειμένου να είναι σύμφωνοι προς την ευαγγελική αγάπη και χρηστότητα. Ήδη από την ανάρρησή του στον θρόνο, είχε επιβάλει με διάταγμα την αργία της Κυριακής σε όλη την Αυτοκρατορία, κατάργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, απαγόρευσε τις μονομαχίες και επέβαλε αυστηρές τιμωρίες για αρπαγές νεανίδων και προσβολές της αιδούς. Στη συνέχεια, ενεθάρρυνε τον θεσμό της οικογένειας, ως θεμέλιο του κοινωνικού οικοδομήματος, περιορίζοντας τα διαζύγια, καταδικάζοντας τη μοιχεία και θεσπίζοντας νόμους για τα κληρονομικά δικαιώματα. Κατάργησε επιπλέον τους νόμους που υπήρχαν παλιά κατά των ατέκνων, με σκοπό να ενθαρρύνει τον μοναχισμό, ο οποίος γνώρισε έκτοτε μεγάλη ανάπτυξη· έκανε επίσης ο Κωνσταντίνος μεγάλες δωρεές στις αφιερωμένες στον Θεό παρθένους, τις οποίες σεβόταν μέχρι λατρείας. Όταν η έδρα της διοίκησης μεταφέρθηκε οριστικά στην Κωνσταντινούπολη (330), ο αυτοκράτορας απαγόρευσε εκεί την τέλεση ειδωλολατρικών εορτών και απέκλεισε τους ειδωλολάτρες από τα κρατικά αξιώματα. Θεωρώντας τον εαυτό του «επίσκοπο των έξω πραγμάτων» [11], εμφανιζόταν σε όλη τη διακυβέρνησή του ως ζώσα εικόνα του Θεού που μοιράζει σε όλους τις αγαθοεργίες Του. Ελεούσε αφειδώς όσους είχαν ανάγκη, χριστιανούς και μη, στήριζε τις χήρες και γινόταν πατέρας για τα ορφανά. Προστάτευε τους πτωχούς από τις αυθαιρεσίες των ισχυρών και ευνοούσε την ευημερία των υπηκόων του ελαφρύνοντας κατά ένα τέταρτο τον ετήσιο φόρο και αναπροσαρμόζοντας τις αξίες των ιδιοκτησιών με σκοπό την ανακατανομή των φορολογικών βαρών. 
 Ήρεμος, μειλίχιος, κύριος των παθών που τυραννούν εν γένει τους ισχυρούς, παριστανόταν στα νομίσματα όρθιος, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, επιβεβαιώνοντας κατά τον τρόπο αυτό ότι ο ηγεμόνας πρέπει να είναι ένας άνθρωπος της προσευχής που μεσιτεύει υπέρ της ειρήνης και της ομονοίας του βασιλείου του. Στο παλάτι του διέθετε ιδιαίτερη αίθουσα, όπου απομονωνόταν καθημερινά για να προσευχηθεί και να μελετήσει τις ιερές Γραφές και περνούσε συχνά τη νύχτα συντάσσοντας ομιλίες, στις οποίες προέτρεπε με τη ζωή του τον λαό προς την πρακτική οδό της αλήθειας και της αρετής. Μαθαίνοντας μία ημέρα ότι κάποιος είχε πετάξει μια πέτρα σε ένα από τα ομοιώματά του, ο αυτοκράτορας, στην πρόταση που του έγινε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον ένοχο, απάντησε περνώντας το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του και χαμογελώντας: «Δεν νιώθω κανένα τραύμα και είμαι υγιέστατος!». Άφησε δε τον άνθρωπο τελείως απείραχτο και ελεύθερο. Όποιος τον πλησίαζε για να ζητήσει κάποια χάρη, ήταν εκ των προτέρων σίγουρος ότι αυτή θα ικανοποιούνταν· και, έτσι, σε όλα τα χρόνια εκείνα, γενική και ακλόνητη ήταν η πεποίθηση ότι ο Θεός βασίλευε πραγματικά μεταξύ των ανθρώπων. 
Λίγο μετά την 30η επέτειο της βασιλείας που εορτάστηκε μεγαλοπρεπώς (335), ο βασιλιάς της Περσίας Σαβώριος Β΄ εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών του βασιλείου του και στη συνέχεια καταστρατηγώντας τη συμμαχία του με τον Κωνσταντίνο, εισέβαλε στην Αρμενία. Ο θεοσεβής αυτοκράτορας συγκέντρωσε τότε ισχυρό στρατό, με σκοπό να εκστρατεύσει προς άμυνα των χριστιανών και αποφάσισε να συμμετάσχει αυτοπροσώπως στην εκστρατεία. Στην Ελληνούπολη, όμως, αρρώστησε και μεταφέρθηκε εσπευσμένα μέχρι τα περίχωρα της Νικομήδειας, όπου έλαβε το άγιο Βάπτισμα, το οποίο από βαθύ σεβασμό είχε καθυστερήσει τόσα χρόνια. Αρνούμενος να ξαναφορέσει την αυτοκρατορική πορφύρα, παρέδωσε τη ψυχή του στον Βασιλέα των ουρανών και της γης, ανήμερα της Πεντηκοστής του έτους 337, ενδεδυμένος ακόμη με τη λευκή εσθήτα των νεοφωτίστων. Αφού ανέπεμψε ευχαριστήρια προσευχή, τα τελευταία του λόγια ήσαν τα εξής: «Τώρα γνωρίζω ότι είμαι αληθινά μακάριος, τώρα γνωρίζω ότι αξιώθηκα την αιώνια ζωή, τώρα γνωρίζω ότι μετέχω του θείου Φωτός!» [12]. Η σορός του μεταφέρθηκε αμέσως στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά τη μεγαλοπρεπή κηδεία, παρουσία όλου του λαού, κατατέθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων, εν μέσω των κενών σαρκοφάγων των δώδεκα Αποστόλων του Κυρίου. Αυτός, που μεταστραφείς από μία αποκάλυψη, παρόμοια με εκείνη του Αποστόλου των Εθνών, Παύλου, υπέταξε με το κολοσσιαίο έργο του τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο δόγμα του Χριστού, δοξάσθηκε έτσι υπεράνω όλων των αυτοκρατόρων και δικαίως τιμάται και μεγαλύνεται έκτοτε ως θεόστεπτος μέγας Ισαπόστολος Χριστού [13].

— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]Η μνήμη του αγίου Κωνσταντίνου μάς δίνει την ευκαιρία να υπενθυμίσουμε ότι ο «Συναξαριστής» τοποθετείται σε επίπεδο τελείως διαφορετικό από εκείνο της πολιτικής ιστορίας. Η τιμή του αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, όπως και όλα τα «κωνσταντίνεια» στοιχεία που διατηρήθηκαν στην ορθόδοξη λατρεία, αποβλέπουν στην οικοδομή της Εκκλησίας και στη στερέωση της εσχατολογικής της διάστασης. Η δόξα της Αυτοκρατορίας δεν είναι παρά το σύμβολο και η προεικόνιση της άφθαρτης δόξας της Βασιλείας του Θεού. Με τον τρόπο αυτό και όχι ως μια στείρα αυτοκρατορική νοσταλγία, οι πιστοί τιμούν τους αγίους αυτοκράτορες και προσεύχονται, ακόμη και σήμερα, στην εποχή των εκκοσμικευμένων δημοκρατιών, για τη στερέωση της «Βασιλείας». 
[2]Ορισμένα Συναξάρια αλλά και η Ακολουθία της ημέρας αυτής (βλ. το Δοξαστικό του Εσπερινού) αναφέρουν εσφαλμένα ότι ο άγιος Κωνσταντίνος βαπτίσθηκε από τον άγιο Σίλβεστρο [2 Ιαν.], κατά την είσοδό του στη Ρώμη. Στην πραγματικότητα όμως, ο αυτοκράτορας παρέμεινε σε όλη του τη ζωή κατηχούμενος, όπως συνέβαινε αρκετά συχνά τότε, και έλαβε το άγιο Βάπτισμα μόλις λίγο πριν πεθάνει. 
[3]Τότε μαρτύρησε ο άγιος Βασίλειος Αμασείας [26 Απρ.]. 
[4]βλ. Ματθ. 14, 13-21· Μάρκ. 6, 30-44· Λουκ. 9, 10-17 και Ιωάν. 6, 1-15. 
[5]Βλ. μνήμη αγίου Αθανασίου [18 Ιαν.]. 
[6]Η μνήμη της Συνόδου αυτής τελείται την Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής· πιο συγκεκριμένα, την Ζ΄ Κυριακή από του Πάσχα. 
[7]Δυστυχώς, μετά τη Σύνοδο, οι δολοπλοκίες της Κωνσταντίας, αδελφής του αυτοκράτορα, κατέληξαν στην ανάκληση του αρειανού Ευσεβίου Νικομηδείας, στην εκθρόνιση του Ευσταθίου Αντιοχείας και στην εξορία του αγίου Αθανασίου. Ο αρειανισμός και οι διάφορες παραλλαγές του τάραξαν την ειρήνη της Εκκλησίας για πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο (381) [Α΄ Κυριακή του Ιουνίου], η οποία σηματοδότησε και τον οριστικό θρίαμβο της Ορθοδοξίας. 
[8]Φαίνεται πως η αγία Ελένη πραγματοποίησε το προσκύνημα αυτό ως εξιλέωση για τη διπλή θανάτωση που σκίασε τη βασιλεία του γιου της. Ο Κρίσπος, γιος της πρώτης συζύγου του Κωνσταντίνου, είχε κατηγορηθεί για συνωμοσία εναντίον του πατέρα του. Λίγο μετά τη θανάτωσή του, ο αυτοκράτορας κατάλαβε ότι επρόκειτο για ψεύτικη κατηγορία που είχε υποκινήσει η Φαύστα, επιθυμώντας να εξασφαλίσει τη διαδοχή προς όφελος των τριών γιων της, και τη θανάτωσε. Τα τραγικά αυτά συμβάντα είναι η βασική αιτία που οι ιστορικοί θέτουν σε αμφιβολία την προσωπική αγιότητα του Κωνσταντίνου. Πρέπει, ωστόσο, να επανατοποθετήσουμε τις ενέργειες αυτές μέσα στις συνθήκες της εποχής, όπου ο μονάρχης συγκέντρωνε στα χέρια του όλη τη δικαστική εξουσία και ως εκ τούτου είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των υπηκόων του. Οι ιστορικοί αυτοί, παραλείπουν, εξάλλου, να σημειώσουν τα σημεία μετανοίας του αυτοκράτορα, τα οποία επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι η μετέπειτα διαγωγή και διακυβέρνησή του εμπνέονταν ανελλιπώς από τις ευαγγελικές αρχές. 
[9]Θεοδώρητος Κύρου, «Εκκλ. Ιστ. Α΄», 18. 
[10]Η σαρκοφάγος της φυλάσσεται στο μουσείο του Βατικανού. 
[11]Ευσέβιος Καισαρείας, «Βίοι Μ. Κωνσταντίνου Δ΄», 24, PG 20, 1172.
[12]Ευσέβιος Καισαρείας, «Βίοι Μ. Κωνσταντίνου Δ΄», 24, PG 20, 1217. 
[13]«Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει τους αγίους της με μέτρα ατομικής ηθικής τελειότητας… Η ατομική αρετή δεν συνιστά αγιότητα, αν δεν υπηρετεί τη φανέρωση και μαρτυρία της αληθείας της Εκκλησίας. Μόνον αυτή η σύνδεση της αγιότητος με την αλήθεια της Εκκλησίας, και όχι με την ατομική αρετή, μπορεί να μας οδηγήσει σε μια σωστή κατανόηση του γεγονότος της αγιοποίησης του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αν στα πρόσωπα των Αποστόλων είδε η Εκκλησία τους “θεμελίους” της θείας οικοδομής της, “ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ”, τους θεμελιωτές της φανέρωσης-βασιλείας του Θεού πάνω στη γη, στο πρόσωπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου είδε τον Ισαπόστολο, τον θεμελιωτή της ορατής καθολικότητας και οικουμενικότητας της Εκκλησίας… Στο πρόσωπο, λοιπόν, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και στην αναγνώρισή της από την πολιτεία είδε η Εκκλησία να παίρνει συγκεκριμένες ιστορικές διαστάσεις η αλήθεια της καθολικότητας της φύσεώς της: η πρόσληψη του συνόλου κόσμου και η μεταμόρφωσή του σε Βασιλεία του Θεού» (βλ. Χρήστος Γιανναράς: «Αλήθεια και Ενότητα της Εκκλησίας», Αθήνα 1977, σσ. 121 και 124).
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 237–247.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2025

Τὰς αἰσθήσεις ἐκτείνας πρὸς οὐρανόν, καὶ τῶν ἄστρων μανθάνων τὴν καλλονήν...

 


 Κάθισμα τῶν Ἁγίων

Ἦχος πλ. δ'
Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον 
Τὰς αἰσθήσεις ἐκτείνας πρὸς οὐρανόν, καὶ τῶν ἄστρων μανθάνων τὴν καλλονήν, ἐκ τούτων μεμύησαι, τῶν ἁπάντων τὸν Κύριον, τοῦ Σταυροῦ δὲ τὸ ὅπλον, ἐν μέσῳ ἀνέλαμψε, διαγράφον ἐν τούτῳ, νικᾶν καὶ κρατύνεσθαι· ὅθεν τῆς ψυχῆς σου, ἐπανοίξας τὸ ὄμμα, τὸ γράμμα ἀνέγνωκας, καὶ τὸν τρόπον μεμάθηκας, Κωνσταντῖνε πανσέβαστε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

 

Κυριακή 21 Μαΐου 2023

Ὅπως κοινό εἶχαν τῆς γῆς ὡς βασιλεῖς τό στέμμα, ἔχουν κοινό καί τ΄ οὐρανοῦ (τό ἄφθαρτο) τό στέμμα.



Τῇ ΚΑ΄ (21) Μαΐου μνήμη τῶν Ἁγίων καί ἐνδόξων θεοσέπτων μεγάλων βασιλέων καί Ἰσαποστόλων, Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, (4ος αἰών). 
ς κοινὸν εἶχον γῆς Βασιλεῖς τὸ στέφος,
χουσι κοινὸν καὶ τὸ τοῦ πόλου στέφος.
Ξύνθανε μητέρι εἰκάδι πρώτῃ Κωνσταντῖνος.

 ***

πως κοινό εἶχαν τῆς γῆς ὡς βασιλεῖς τό στέμμα,
ἔχουν κοινό καί τ΄ οὐρανοῦ (τό ἄφθαρτο) τό στέμμα.
Μέ τή μητέρα του μαζί τήν εἰκοστή τήν πρώτη
ὁ Κωσταντίνος πέθανε.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΝ

 ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΝ

Μετά το ευλογητός, το Κύριε εισάκουσον.
Είτα το, Θεός Κύριος˙ και το τροπάριον. 

Ήχος Δ’ .
Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ…
Τους Ορθοδόξων Βασιλέων προστάτας, οι συνεχόμενοι δεινοίς ανυποίστοις, εκλιπαρούντες κράξωμεν εκ βάθους ψυχής, Κωνσταντίνε μέγιστε, και θεόφρον Ελένη, λιταίς υμών, Θεόστεπτοι, πάσης ρύσασθε βλάβης, και εκ δεινών λυτρώσασθε ημάς, ως πρεσβευταί αεί ημών, θερμότατοι. 
Δόξα. Και νύν Θεοτόκιον.
Τη Θεοτόκω εκτενώς νύν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν εν μετανοία κράζοντες εκ βάθους ψυχής˙ Δέσποινα βοήθησον, εφ’ ημίν σπλαγχνισθείσα, σπεύσον απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων, μη αποστρέψης σους δούλους κενούς˙ σε γάρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα. 
Ο Ν’ . Και ο Κανών. 
Ωδή Α’ . 
Ήχος Πλ. Δ’ . Υγράν διοδεύσας.
Κύριε της δόξης και Βασιλεύ, της κυριευούσης, ασθενείας με χαλεπής, των σεπτών Ανάκτων ικεσίαις, τον σον οικέτην ευσπλάγχνως απάλλαξον. 
Ως όντως εγένου συ εραστής, Κωνσταντίνε μέγα, Βασιλείας των Ουρανών, ούτω τον σον δούλον βασιλεύειν, κατά παθών και δαιμόνων αξίωσον. 
Νοός μου το σκότος ταις σαις ευχαίς, Ελένη θεόφρον, καταλάμπρυνον ταις φαιδραίς, άς απολαμβάνεις αεννάως, θεαρχικάς Ουρανίας λαμπρότητας. 
Θεοτόκιον.
Σύ όντως της θείας Ανατολής, υπάρχουσα Πύλη, πύλας άνοιξόν μοι Αγνή, μετανοίας αληθούς και εκ πυλών με, της αμαρτίας λιταίς σου εξάρπασον. 
Ωδή Γ’ . Ουρανίας αψίδος…
Τυχείν σπεύσας ενθέων, ανταμοιβών, Πάνσεπτε, πλάνην συ κατέλιπες και σκότος πατροπαράδοτον˙ καμέ ούν δέομαι, δαιμονικής σαίς πρεσβείαις, πλάνης σκοτιζούσης μου τον νούν απάλλαξον. 
Από πάσης ανάγκης, και των δεινών λύτρωσαι, άπαντας τους πίστει Ελένη, σοι καταφεύγοντας, ταις ικεσίαις σου, προς τον τεχθέντα αφράστως, και Σταυρόν και θάνατον, καθυπομείναντα. 
Ναόν θείον, Ελένη, εν τη Σιών κτίσασα, και το αρραγές Χριστιανών, θείον τρόπαιον, συ φανερώσασα, υπέρ των εκδυσώπει, αρραγή και άτρεπτον, την πίστιν τηρήσασθαι. 
Θεοτόκιον.
Τον βυθώ αμαρτίας, διηνεκώς κείμενον, δούλόν σου Παρθένε, ως εύσπλαχνος, σύ εξέγειρον˙ σώσόν με οίκτειρον. Σύ γάρ λιμήν των εν ζάλη, και των πεπτωκότων, θεία αντίληψις. 
Ωδή Δ’ . Εισακήκοα Κύριε.
Ιλασμόν και συγχώρησιν, τον Παμβασιλέα Θεόν ικέτευε, των πταισμάτων μοι δωρήσασθαι, Κωνσταντίνε Μέδων αγιώτατε. 
Νύν ανάκτων το καύχημα, θείε Κωνσταντίνε, φωτί παρίστασαι, της Τριάδος τας ψυχάς ημών, καταλάμπων θείαις ικεσίαις σου. 
Όντως Μέδων Παμπόθητε, συ των Ορθοδόξων εί το κραταίωμα, των πτωχών μέγας υπέρμαχος, και των αιχμαλώτων η ανάρρυσις.

Θεοτόκιον.
Νύν ψυχήν μου Πανάχραντε, την εσκοτισμένην τοις παραπτώμασι, ως Θεόν σαρκί κυήσασα, φωτί Ουρανίω καταλάμπρυνον. 
Ωδή Ε’ . Φώτισον ημάς.
Έλαβες, Σεπτέ, εκ Θεού σοφίαν άμετρον, και του Σολομώντος την φρόνησιν˙ διό σοφία λιταίς σου, θεία με καταγλάϊσον. 
Λάμπρυνον στολήν, της ψυχής μου, Ισαπόστολε, ήν παθών κηλίσιν ημαύρωσα, και εις νυμφώνα, του Υψίστου με εισάγαγε.

Έφερες εις φως, τον κρυπτόμενον εν έτεσι, πλείστοις του Σωτήρος τάφον τον άγιον, όν προσκυνήσαι, ώ Ελένη με αξίωσον. 
Θεοτόκιον.
Νέφη των παθών, αποσόβησον, Πανάχραντε, ως φωτός νεφέλη υπάρχουσα, εκ της ψυχής μου, και ση αίγλη με καταύγασον. 
Ωδή ΣΤ’ . Την δέησιν εκχεώ.
Ήθροισας, Κωνσταντίνε θεόφρον, εν Συνόδω τον χορόν των Πατέρων, και δι’ αυτών τας καρδίας απάντων, Πίστεως θείας, τοις νόμοις εστήριξας˙ αξίωσον ούν και ημάς, του φυλάττειν την Πίστιν αμόλυντον. 
Νούν σου, θεόφρον, εις τον Πλάστην στηρίξας, τον τοις πάσι παρέχοντα τον βίον, ειδωλικής και ματαίου θρησκείας, απεσκοράκισας όλως σεβάσματα˙ εύχου δε και υπέρ ημών, ακλινείς εν τη Πίστει φυλάττεσθαι. 
Άφθορον πολιτείαν ποθούσα, την Θεόσδοτον ησπάσθης θρησκείαν˙ τω Βασιλεί δε των αιώνων, Ελένη, υποταχθείσα χορεύεις αιώνια, πρεσβεύουσα υπέρ ημών, των πιστώς εκτελούντων την Μνήμην σου. 
Θεοτόκιον.
Νήχεται, Πανακήρατε Κόρη, η πανάθλιος ψυχή μου κακίαις˙ διο λουτρώ μετανοίας τελείας, και τοις κρουνοίς των δακρύων καθάρισον˙ και σώσόν με τον δυστυχή, επί σε αδιστάκτως προστρέχοντα.

Εκ θλίψεων και εκ παντοίων κινδύνων και νόσων, Ισαπόστολοι θείοι, ρύσασθε ημάς τους πιστώς, γεραίροντας, λιταίς υμών προς Θεόν ταις ενθέρμοις. 
Και Θεοτόκιον. Επίβλεψον….
Ο Ιερεύς μνημονεύει. 
Είτα το Κοντάκιον Ήχος Γ’ .
Κωνσταντίνος σήμερον, σύν τη Μητρί τη Ελένη, τον Σταυρόν εμφαίνουσι, το πανσεβάσμιον Ξύλον, πάντων μεν των Ιουδαίων, αισχύνην όντα, όπλον δε, πιστών Ανάκτων κατ’ εναντίων˙ δι’ ημάς γάρ ανεδείχθη, σημείον μέγα, και εν πολέμοις φρικτόν. 
Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος Δ’ .
Ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου εν ελαίω αγίω μου έχρισα αυτόν… 
Στίχος. Υπέταξε λαούς ημίν και έθνη υπό τους πόδας ημών. 
Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Ματθαίον. (ΙΣΤ’ . 13 -19 ).
Τω καιρώ εκείνω, ελθών ο Ιησούς εις τα μέρη Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους μαθητάς αυτού λέγων˙ Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του ανθρώπου; Οι δε είπον˙ οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν˙ έτεροι δε Ιερεμίαν, ή ένα των Προφητών. Λέγει αυτοίς˙ Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι; Αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος, είπε˙ Σύ εί, ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος. Και αποκριθείς ο Ιησούς, είιπεν αυτώ˙ Μακάριος εί, Σίμων Βάρ Ιωνά, ότι σάρξ και αίμα ούκ απεκάλυψέ σοι, άλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω, ότι σύ εί Πέτρος, και επί ταύτη τη Πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής˙ και δώσω σοι τας κλείς της βασιλείας των ουρανών˙ και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς.
Δόξα.
Ταις των Θεοστέπτων.
Και νύν.
Ταις της Θεοτόκου.
Στίχος. Ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός. Και το παρόν Προσόμοιον. 
Ήχος Πλ. Β’ . Μεταβολή των θλιβομένων. 
Μεταβολή των αιχμαλώτων, ανόρθωσιν των πεπτωκότων υπάρχοντες, Βασιλείς θεοφόροι, σώσατε Πόλιν και Λαόν, των πολεμουμένων οι προστάται, και ανορθωταί τυραννουμένων, ταις θείαις ημών εντεύξεσι. 
Το, Σώσον ο Θεός τον Λαόν σου κ.τ.λ.
Ωδή Ζ’ . Παίδες Εβραίων.
Άναξ, το κλέος ανεδείχθης, των Ανάκτων σκηνώματα δ’ Αγγέλων, κατοικών των πιστώς ημών σε ανυμνούντων, το κοσμικόν κλυδώνιον, καταπράϋνον λιταίς σου. 
Κύριος στέφανον, ώ Άναξ, απονέμει σοι γενναίως καθελόντι, των ειδώλων βωμούς, και πάντας τους ανθρώπους, εις Πίστιν οδηγήσαντι, την ορθήν και παναγίαν. 
Τις διηγήσεται, Ελένη, ούς υπέστης θεοφιλείς αγώνας, υπέρ Πίστεως, ήν ηγάπησας, θεόφρον˙ έν ταύτη ούν στερέωσον, σαίς λιταίς τους σούς οικέτας. 
Θεοτόκιον.
Άχραντε Κόρη, αμαρτάνων, και δουλούμενος ατόποις συνηθείαις, τη σεπτή σου αεί, προστρέχω συμπαθεία, απηλπισμένον σώσόν με, μητρικαίς σου ικεσίαις. 
Ωδή Η’ . Τον Βασιλέα…
Σοί Κωνσταντίνε, καταφεύγων ο τάλας, ανακούφισιν απολαβείν ελπίζω, των κακών ών πάσχω, ταίς θείαις σου πρεσβείαις. 
Γραπτούς τους ύμνους, ευλαβώς σοι προσφέρω, ικετεύων, ώ Άναξ, όπως σώσης, εκ των ενοχλούντων, εχθρών με σαίς πρεσβείαις. 
Ευσεβοφρόνως, οι φιλέορτοι δεύτε, προσπελάσωμεν Ελένη τη θεία, όπως νοσημάτων, ρυσθώμεν και κινδύνων. 
Θεοτόκιον.
Ρανίδα στάξον, θείας γνώσεως, Κόρη, εκ των άνω μοι ως τάξας σοφίας, χορηγόν τον θείον, και φώτισον τον νούν μου. 
Ωδή Θ’ . Κυρίως Θεοτόκον…
Αγίως την ζωήν μου, τελέσας, Κωνσταντίνε, σύν τοις Αγίοις οικείν κατηξίωσαι, υπέρ ημών ικετεύων, τον Παντοκράτορα.

Ιάματα παντοία, βλύζει η Εικών σου, και απελαύνει Τυράννων φρυάγματα, ώ Κωνσταντίνε, διο σε πίστει γεραίρομεν. 
Ρύσαι εκ κινδύνων, πάντας, ώ Ελένη, τους μετά πίστεώς σοι προστρέχοντας, και εκ των νόσων απάλλαξον, ταις πρεσβείαις σου. 
Θεοτόκιον.
Ω Θεοτόκε Κόρη, πυρός αιωνίου, τους προσκυνούντας τον Τόκον σου, λύτρωσαι. Σύ γάρ ημών εί προστάτις, των ανυμνούντων σε. 
Άξιόν εστιν ώ αληθώς. Και τα παρόντα Μεγαλυνάρια. 
Τον μέγαν Κωνσταντίνον σύν τη μητρί, Ελένη τη θεία, τους προστάτας των ευσεβών, και ασείστους βάσεις, της ευσεβούς θρησκείας, ευφήμως κατ’ αξίαν ανευφημήσωμεν. 
Δώρησαι, Θεόστεπτε Βασιλεύ, τοις Μνήμην τελούσι, την αγίαν σου σαις λιταίς, άφεσιν πταισμάτων, και των δεινών την λύσιν, ως έχων παρρησίαν προς τον φιλάνθρωπον. 
Ορφανών υπέρμαχον και πτωχών, θησαυρόν σε μέγαν, απορούντων τε φροντιστήν, αιχμαλώτων ρύστην, και ταπεινών προστάτην, ειδότες σε τιμώμεν , ώ Ισαπόστολε. 
Πλήρης γενομένη αγιασμού, Ελένη θεόφρον, Ιαμάτων βλύζεις κρουνούς, δι’ ών αποπλύνεις, δυσώδεις ασθενείας, των σε ανευφημούντων, ταις ικεσίαις σου. 
Πάντες σε τιμώμεν χρεωστικώς, θείε Κωνσταντίνε, ως ανάκτων θεοσεβών, πρώτον και κρηπίδα, της πίστεως της θείας, σύν τη Μητρί Ελένη, ύμνοις γεραίροντες. 
Θεοτόκιον.
Ίλεως γενού μοι τω ταπεινώ, ότι πλήν σου άλλην, ού γινώσκω καταφυγήν, ο έν αμαρτίαις παντοίαις πεπλησμένος˙ ελέησόν με μόνη, Χριστιανών η ελπίς. 
Τρισάγιον. Και το Τροπάριον Ήχος Δ’ .
Του Σταυρού σου τον τύπον, εν Ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν, ούκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν Βασιλεύσιν Απόστολός σου, Κύριε, Βασιλεύουσαν Πόλιν, τη χειρί σου παρέθετο, ήν περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.

Ο Ιερεύς μνημονεύει. Είτα εκτενής, και απόλυσις
καθ’ ήν ψάλλομεν το παρόν Προσόμοιον.
Ήχος Β’ .
Ότε εκ του ξύλου Νεκρόν…
Δεύτε ανυμνήσωμεν Πιστοί, τους των ευσεβών βασιλέων, προστάτας δεύτε φαιδρώς, τούτους ευφημήσωμεν, αναβοώντες αυτοίς˙ Κωνσταντίνε θεόστεπτε, θεόφρον Ελένη, παύσατε δεόμεθα, κακών την πρόοδον, θλίψεων πραΰνατε σάλον, και τοις αιχμαλώτοις την ρύσιν, ταις λιταίς ημών νύν χορηγήσατε.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΝ


ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΝ

Μετά το ευλογητός, το Κύριε εισάκουσον.
Είτα το, Θεός Κύριος˙ και το τροπάριον. Ήχος Δ’ .
Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ…
Τους Ορθοδόξων Βασιλέων προστάτας, οι συνεχόμενοι δεινοίς ανυποίστοις, εκλιπαρούντες κράξωμεν εκ βάθους ψυχής, Κωνσταντίνε μέγιστε, και θεόφρον Ελένη, λιταίς υμών, Θεόστεπτοι, πάσης ρύσασθε βλάβης, και εκ δεινών λυτρώσασθε ημάς, ως πρεσβευταί αεί ημών, θερμότατοι.
Δόξα. Και νύν Θεοτόκιον.
Τη Θεοτόκω εκτενώς νύν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν εν μετανοία κράζοντες εκ βάθους ψυχής˙ Δέσποινα βοήθησον, εφ’ ημίν σπλαγχνισθείσα, σπεύσον απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων, μη αποστρέψης σους δούλους κενούς˙ σε γάρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα.
Ο Ν’ . Και ο Κανών.
Ωδή Α’ . Ήχος Πλ. Δ’ . Υγράν διοδεύσας.
Κύριε της δόξης και Βασιλεύ, της κυριευούσης, ασθενείας με χαλεπής, των σεπτών Ανάκτων ικεσίαις, τον σον οικέτην ευσπλάγχνως απάλλαξον.
Ως όντως εγένου συ εραστής, Κωνσταντίνε μέγα, Βασιλείας των Ουρανών, ούτω τον σον δούλον βασιλεύειν, κατά παθών και δαιμόνων αξίωσον.
Νοός μου το σκότος ταις σαις ευχαίς, Ελένη θεόφρον, καταλάμπρυνον ταις φαιδραίς, άς απολαμβάνεις αεννάως, θεαρχικάς Ουρανίας λαμπρότητας.
Θεοτόκιον.
Σύ όντως της θείας Ανατολής, υπάρχουσα Πύλη, πύλας άνοιξόν μοι Αγνή, μετανοίας αληθούς και εκ πυλών με, της αμαρτίας λιταίς σου εξάρπασον.
Ωδή Γ’ . Ουρανίας αψίδος…
Τυχείν σπεύσας ενθέων, ανταμοιβών, Πάνσεπτε, πλάνην συ κατέλιπες και σκότος πατροπαράδοτον˙ καμέ ούν δέομαι, δαιμονικής σαίς πρεσβείαις, πλάνης σκοτιζούσης μου τον νούν απάλλαξον.
Από πάσης ανάγκης, και των δεινών λύτρωσαι, άπαντας τους πίστει Ελένη, σοι καταφεύγοντας, ταις ικεσίαις σου, προς τον τεχθέντα αφράστως, και Σταυρόν και θάνατον, καθυπομείναντα.
Ναόν θείον, Ελένη, εν τη Σιών κτίσασα, και το αρραγές Χριστιανών, θείον τρόπαιον, συ φανερώσασα, υπέρ των εκδυσώπει, αρραγή και άτρεπτον, την πίστιν τηρήσασθαι.
Θεοτόκιον.
Τον βυθώ αμαρτίας, διηνεκώς κείμενον, δούλόν σου Παρθένε, ως εύσπλαχνος, σύ εξέγειρον˙ σώσόν με οίκτειρον. Σύ γάρ λιμήν των εν ζάλη, και των πεπτωκότων, θεία αντίληψις.
Ωδή Δ’ . Εισακήκοα Κύριε.
Ιλασμόν και συγχώρησιν, τον Παμβασιλέα Θεόν ικέτευε, των πταισμάτων μοι δωρήσασθαι, Κωνσταντίνε Μέδων αγιώτατε.
Νύν ανάκτων το καύχημα, θείε Κωνσταντίνε, φωτί παρίστασαι, της Τριάδος τας ψυχάς ημών, καταλάμπων θείαις ικεσίαις σου.
Όντως Μέδων Παμπόθητε, συ των Ορθοδόξων εί το κραταίωμα, των πτωχών μέγας υπέρμαχος, και των αιχμαλώτων η ανάρρυσις.
Θεοτόκιον.
Νύν ψυχήν μου Πανάχραντε, την εσκοτισμένην τοις παραπτώμασι, ως Θεόν σαρκί κυήσασα, φωτί Ουρανίω καταλάμπρυνον.
Ωδή Ε’ . Φώτισον ημάς.
Έλαβες, Σεπτέ, εκ Θεού σοφίαν άμετρον, και του Σολομώντος την φρόνησιν˙ διό σοφία λιταίς σου, θεία με καταγλάϊσον.
Λάμπρυνον στολήν, της ψυχής μου, Ισαπόστολε, ήν παθών κηλίσιν ημαύρωσα, και εις νυμφώνα, του Υψίστου με εισάγαγε.
Έφερες εις φως, τον κρυπτόμενον εν έτεσι, πλείστοις του Σωτήρος τάφον τον άγιον, όν προσκυνήσαι, ώ Ελένη με αξίωσον.
Θεοτόκιον.
Νέφη των παθών, αποσόβησον, Πανάχραντε, ως φωτός νεφέλη υπάρχουσα, εκ της ψυχής μου, και ση αίγλη με καταύγασον.
Ωδή ΣΤ’ . Την δέησιν εκχεώ.
Ήθροισας, Κωνσταντίνε θεόφρον, εν Συνόδω τον χορόν των Πατέρων, και δι’ αυτών τας καρδίας απάντων, Πίστεως θείας, τοις νόμοις εστήριξας˙ αξίωσον ούν και ημάς, του φυλάττειν την Πίστιν αμόλυντον.
Νούν σου, θεόφρον, εις τον Πλάστην στηρίξας, τον τοις πάσι παρέχοντα τον βίον, ειδωλικής και ματαίου θρησκείας, απεσκοράκισας όλως σεβάσματα˙ εύχου δε και υπέρ ημών, ακλινείς εν τη Πίστει φυλάττεσθαι.
Άφθορον πολιτείαν ποθούσα, την Θεόσδοτον ησπάσθης θρησκείαν˙ τω Βασιλεί δε των αιώνων, Ελένη, υποταχθείσα χορεύεις αιώνια, πρεσβεύουσα υπέρ ημών, των πιστώς εκτελούντων την Μνήμην σου.
Θεοτόκιον.
Νήχεται, Πανακήρατε Κόρη, η πανάθλιος ψυχή μου κακίαις˙ διο λουτρώ μετανοίας τελείας, και τοις κρουνοίς των δακρύων καθάρισον˙ και σώσόν με τον δυστυχή, επί σε αδιστάκτως προστρέχοντα.

Εκ θλίψεων και εκ παντοίων κινδύνων και νόσων, Ισαπόστολοι θείοι, ρύσασθε ημάς τους πιστώς, γεραίροντας, λιταίς υμών προς Θεόν ταις ενθέρμοις.
Και Θεοτόκιον. Επίβλεψον….
Ο Ιερεύς μνημονεύει. Είτα το Κοντάκιον Ήχος Γ’ .
Κωνσταντίνος σήμερον, σύν τη Μητρί τη Ελένη, τον Σταυρόν εμφαίνουσι, το πανσεβάσμιον Ξύλον, πάντων μεν των Ιουδαίων, αισχύνην όντα, όπλον δε, πιστών Ανάκτων κατ’ εναντίων˙ δι’ ημάς γάρ ανεδείχθη, σημείον μέγα, και εν πολέμοις φρικτόν.
Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος Δ’ .
Ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου εν ελαίω αγίω μου έχρισα αυτόν…
Στίχος. Υπέταξε λαούς ημίν και έθνη υπό τους πόδας ημών.
Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Ματθαίον. (ΙΣΤ’ . 13 -19 ).
Τω καιρώ εκείνω, ελθών ο Ιησούς εις τα μέρη Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους μαθητάς αυτού λέγων˙ Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του ανθρώπου; Οι δε είπον˙ οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν˙ έτεροι δε Ιερεμίαν, ή ένα των Προφητών. Λέγει αυτοίς˙ Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι; Αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος, είπε˙ Σύ εί, ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος. Και αποκριθείς ο Ιησούς, είιπεν αυτώ˙ Μακάριος εί, Σίμων Βάρ Ιωνά, ότι σάρξ και αίμα ούκ απεκάλυψέ σοι, άλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω, ότι σύ εί Πέτρος, και επί ταύτη τη Πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής˙ και δώσω σοι τας κλείς της βασιλείας των ουρανών˙ και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς.
Δόξα.
Ταις των Θεοστέπτων.
Και νύν.
Ταις της Θεοτόκου.
Στίχος. Ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός. Και το παρόν Προσόμοιον. Ήχος Πλ. Β’ . Μεταβολή των θλιβομένων.
Μεταβολή των αιχμαλώτων, ανόρθωσιν των πεπτωκότων υπάρχοντες, Βασιλείς θεοφόροι, σώσατε Πόλιν και Λαόν, των πολεμουμένων οι προστάται, και ανορθωταί τυραννουμένων, ταις θείαις ημών εντεύξεσι.
Το, Σώσον ο Θεός τον Λαόν σου κ.τ.λ.
Ωδή Ζ’ . Παίδες Εβραίων.
Άναξ, το κλέος ανεδείχθης, των Ανάκτων σκηνώματα δ’ Αγγέλων, κατοικών των πιστώς ημών σε ανυμνούντων, το κοσμικόν κλυδώνιον, καταπράϋνον λιταίς σου.
Κύριος στέφανον, ώ Άναξ, απονέμει σοι γενναίως καθελόντι, των ειδώλων βωμούς, και πάντας τους ανθρώπους, εις Πίστιν οδηγήσαντι, την ορθήν και παναγίαν.
Τις διηγήσεται, Ελένη, ούς υπέστης θεοφιλείς αγώνας, υπέρ Πίστεως, ήν ηγάπησας, θεόφρον˙ έν ταύτη ούν στερέωσον, σαίς λιταίς τους σούς οικέτας.
Θεοτόκιον.
Άχραντε Κόρη, αμαρτάνων, και δουλούμενος ατόποις συνηθείαις, τη σεπτή σου αεί, προστρέχω συμπαθεία, απηλπισμένον σώσόν με, μητρικαίς σου ικεσίαις.
Ωδή Η’ . Τον Βασιλέα…
Σοί Κωνσταντίνε, καταφεύγων ο τάλας, ανακούφισιν απολαβείν ελπίζω, των κακών ών πάσχω, ταίς θείαις σου πρεσβείαις.
Γραπτούς τους ύμνους, ευλαβώς σοι προσφέρω, ικετεύων, ώ Άναξ, όπως σώσης, εκ των ενοχλούντων, εχθρών με σαίς πρεσβείαις.
Ευσεβοφρόνως, οι φιλέορτοι δεύτε, προσπελάσωμεν Ελένη τη θεία, όπως νοσημάτων, ρυσθώμεν και κινδύνων.
Θεοτόκιον.
Ρανίδα στάξον, θείας γνώσεως, Κόρη, εκ των άνω μοι ως τάξας σοφίας, χορηγόν τον θείον, και φώτισον τον νούν μου.
Ωδή Θ’ . Κυρίως Θεοτόκον…
Αγίως την ζωήν μου, τελέσας, Κωνσταντίνε, σύν τοις Αγίοις οικείν κατηξίωσαι, υπέρ ημών ικετεύων, τον Παντοκράτορα.
Ιάματα παντοία, βλύζει η Εικών σου, και απελαύνει Τυράννων φρυάγματα, ώ Κωνσταντίνε, διο σε πίστει γεραίρομεν.
Ρύσαι εκ κινδύνων, πάντας, ώ Ελένη, τους μετά πίστεώς σοι προστρέχοντας, και εκ των νόσων απάλλαξον, ταις πρεσβείαις σου.
Θεοτόκιον.
Ω Θεοτόκε Κόρη, πυρός αιωνίου, τους προσκυνούντας τον Τόκον σου, λύτρωσαι. Σύ γάρ ημών εί προστάτις, των ανυμνούντων σε.
Άξιόν εστιν ώ αληθώς. Και τα παρόντα Μεγαλυνάρια.
Τον μέγαν Κωνσταντίνον σύν τη μητρί, Ελένη τη θεία, τους προστάτας των ευσεβών, και ασείστους βάσεις, της ευσεβούς θρησκείας, ευφήμως κατ’ αξίαν ανευφημήσωμεν.
Δώρησαι, Θεόστεπτε Βασιλεύ, τοις Μνήμην τελούσι, την αγίαν σου σαις λιταίς, άφεσιν πταισμάτων, και των δεινών την λύσιν, ως έχων παρρησίαν προς τον φιλάνθρωπον.
Ορφανών υπέρμαχον και πτωχών, θησαυρόν σε μέγαν, απορούντων τε φροντιστήν, αιχμαλώτων ρύστην, και ταπεινών προστάτην, ειδότες σε τιμώμεν , ώ Ισαπόστολε.
Πλήρης γενομένη αγιασμού, Ελένη θεόφρον, Ιαμάτων βλύζεις κρουνούς, δι’ ών αποπλύνεις, δυσώδεις ασθενείας, των σε ανευφημούντων, ταις ικεσίαις σου.
Πάντες σε τιμώμεν χρεωστικώς, θείε Κωνσταντίνε, ως ανάκτων θεοσεβών, πρώτον και κρηπίδα, της πίστεως της θείας, σύν τη Μητρί Ελένη, ύμνοις γεραίροντες.
Θεοτόκιον.
Ίλεως γενού μοι τω ταπεινώ, ότι πλήν σου άλλην, ού γινώσκω καταφυγήν, ο έν αμαρτίαις παντοίαις πεπλησμένος˙ ελέησόν με μόνη, Χριστιανών η ελπίς.
Τρισάγιον. Και το Τροπάριον Ήχος Δ’ .
Του Σταυρού σου τον τύπον, εν Ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν, ούκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν Βασιλεύσιν Απόστολός σου, Κύριε, Βασιλεύουσαν Πόλιν, τη χειρί σου παρέθετο, ήν περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.
Ο Ιερεύς μνημονεύει. Είτα εκτενής, και απόλυσις
καθ’ ήν ψάλλομεν το παρόν Προσόμοιον. Ήχος Β’ .
Ότε εκ του ξύλου Νεκρόν…
Δεύτε ανυμνήσωμεν Πιστοί, τους των ευσεβών βασιλέων, προστάτας δεύτε φαιδρώς, τούτους ευφημήσωμεν, αναβοώντες αυτοίς˙ Κωνσταντίνε θεόστεπτε, θεόφρον Ελένη, παύσατε δεόμεθα, κακών την πρόοδον, θλίψεων πραΰνατε σάλον, και τοις αιχμαλώτοις την ρύσιν, ταις λιταίς ημών νύν χορηγήσατε.

Δημοφιλείς αναρτήσεις