Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Δημήτριος Στανιλοάε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Δημήτριος Στανιλοάε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Μαΐου 2025

Ἡ ἀνάγκη τῆς συγγνώμης καί ἀνανεώσεως μέσα στήν Ἐκκλησία - Άγιος Δημήτριος Στανιλοάε



Ἡ ἀνάγκη τῆς συγγνώμης καί ἀνανεώσεως μέσα στήν Ἐκκλησία

Άγιος Δημήτριος Στανιλοάε 

Ο Κύριος μας συνέδεσε άρρηκτα τη συγχώρηση που παρέχει ο Θεός με αυτή που οφείλουμε να παρέχουμε σ’ όσους μας έχουν προκαλέσει κακό. Στην πραγματικότητα, τα αμαρτήματα για τα οποία ζητάμε συγχώρηση από τον Θεό αφορούν, τις περισσότερες φορές, κακά που έχουμε προξενήσει, στους ανθρώπους. Συνεπώς, οφείλουμε να ζητάμε συγχώρηση γι’ αυτά όχι μόνο από τον Θεό άλλα και από όσους έχουμε βλάψει, με τις αμαρτίες μας. Σε διαφορετική περίπτωση ο Θεός δεν μας συγχωρεί.

Πίσω από τους ανθρώπους που έχουμε βλάψει συναντάμε πάντοτε τον Θεό, και πίσω από τις αμαρτίες που διαπράττουμε έναντι του Θεού βρίσκουμε πάντοτε τους ανθρώπους. Παραβαίνοντας το θέλημα του Θεού, κάμπτουμε τις ηθικές αντιστάσεις των ανθρώπων δίνοντάς τους ένα κακό παράδειγμα. Ο άνθρωπος που συμπεριφέρεται ανάρμοστα στον Θεό, κάνει το ίδιο και στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, ενώ συμβάλλει στην αύξηση της αδιαφορίας τους προς τον Θεό.

Έτσι, προκειμένου να μας συγχωρήσει για τα αμαρτήματα που έχουμε διαπράξει ενώπιον του, ο Θεός μας ζητά να αιτούμαστε πρώτα τη συγχώρηση από τους συνανθρώπους μας. Αν όμως προκειμένου να λάβουμε τη Θεία συγχώρηση έχουμε ανάγκη την ανθρώπινη, τότε και οι άλλοι άνθρωποι έχουν ανάγκη τη δική μας προκειμένου να λάβουν τη συγχώρηση από τον Θεό.

Για να λάβουμε τη συγχώρηση από τον Θεό πρέπει συγχρόνως να συγχωρέσουμε τις αμαρτίες των συνανθρώπων μας και να ζητήσουμε συγγνώμη από αυτούς που έχουμε βλάψει. Δεν αρκεί να συγχωρούμε, χρειάζεται επιπλέον να ζητάμε τη συγχώρηση από τους άλλους. Τόσο η μία όσο και η άλλη πράξη μας είναι πολύ δύσκολες. Είναι πολύ πιο εύκολο να ζητάμε συγχώρηση από τον Θεό, διότι Εκείνος μας «επιβάλλεται» , κατά κάποιον τρόπο, λόγω της μεγαλοπρέπειάς Του και επειδή εύκολα αναγνωρίζουμε την εξάρτηση μας από Εκείνον, σε θεωρητικό επίπεδο -δεν μιλώ για όσους δεν πιστεύουν αλλά για τους πιστούς. Αντιθέτως είναι πολύ δύσκολο ακόμα και για εμάς τους πιστούς να αποφύγουμε την περιφρόνηση προς τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν μας επιβάλλονται προβάλλοντας το μεγαλείο τους με τρόπο εμφανή. Ακόμα, ανάμεσα στις δύο πράξεις, τη συγχώρηση που οφείλουμε να δίνουμε στους άλλους ανθρώπους και την ανάγκη να ζητάμε τη δική τους συγχώρηση, η δεύτερη είναι η δυσκολότερη. Όταν οι άλλοι μ μας ζητούν τη συγχώρηση, μοιάζουν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και αυτό αγγίζει την καρδιά μας καθώς τονώνει την έπαρσή μας. Όμως το να ζητάμε οι ίδιοι συγχώρηση μας υποχρεώνει να κατέλθουμε από το βάθρο της φαινομενικής ανωτερότητάς μας και να αναγνωρίσουμε την εξάρτησή μας από τους άλλους.

Η ίδια έπαρση κρύβεται τόσο πίσω από την άρνησή μας να συγχωρήσουμε όσο και από τη δυσκολία να ζητήσουμε συγχώρηση. Όμως δίνοντας άφεση δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι παραιτούμαστε από την έπαρσή μας· ενώ αν κάνουμε ένα βήμα παραπάνω φτάνοντας να ζητήσουμε εμείς συγχώρηση τότε έχουμε εξαλείψει κάθε ίχνος της έπαρσης μας. Σε αυτή μονάχα την περίπτωση η καρδιά μας συγκινείται ειλικρινά και ολοκληρωτικά χωρίς κανένα αμφιταλαντευόμενο κίνητρο.

Αρνούμενοι να δώσουμε ή να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών κάνουμε την ψυχή ολοένα και πιο σκληρή. Το κακό που μας έχει προξενήσει ο πλησίον και παραμένει στη μνήμη μας, αποτελεί μία ακαθαρσία που βρίσκεται μέσα μας και μας δηλητηριάζει συνεχώς, εξαπλώνοντας τη δυσοσμία της στην ύπαρξή μας. Η εκτυφλωτική λάμψη ή το σκότος που προέρχεται από αυτό το δηλητήριο, μας τυφλώνει εμποδίζοντάς μας να αντικρίσουμε τον άλλο καθαρά. Έτσι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τον Θεό ούτε να αγαπηθούμε από τους άλλους.

Μόνο η ειλικρινής συγχώρηση διαλύει αυτό το ξένο σώμα στην ψυχή μας και απομακρύνει το δοκάρι από τα μάτια μας. Επομένως μόνο η αγάπη του Θεού μπορεί να μας δώσει την άφεση. Ο άββάς Ησαΐας λέει: «Να μην έχεις μοχθηρότητα για τον άνθρωπο για να μην είναι μάταιοι οι κόποι σου. Κράτησε την καρδιά σου καθαρή προς όλους τους ανθρώπους για να δεις μέσα σου την ειρήνη του Θεού. Διότι, όπως ακριβώς το δηλητήριο διαχέεται σε όλο του το σώμα και φτάνει στην καρδιά, αν τύχει και τσιμπηθεί κάποιος από σκορπιό, έτσι και το δηλητήριο της μοχθηρίας πληγώνει την ψυχή του ανθρώπου και απειλεί να την καταστρέψει εξαιτίας του κακού που έχει υποστεί. Έτσι αυτός που δεν θέλει να ματαιοπονεί τινάζει αμέσως από πάνω του αυτό το σκορπιό , δηλαδή τη μοχθηρία και την κακοβουλία».

Το κακό που έχουμε κάνει στον άλλο αναστατώνει και αυτό ακόμα την ψυχή μας. Μας κάνει ανήσυχους. Μας εμποδίζει να κοιτάξουμε τον άλλο καθαρά στα μάτια. Κάθε φορά που τον συναντάμε νιώθουμε αμήχανα καθώς υποψιαζόμαστε ότι κρατάει μέσα του τη θύμηση από το κακό που του έχουμε κάνει. Η έπαρσή μου είναι και πάλι αυτή που με εμποδίζει να έχω καθαρές σχέσεις μαζί του. Αρκεί όμως να του ζητήσω συγχώρηση και αυτό θα οδηγήσει και τους δυο μας σε σχέσεις ανοικτές, άμεσες και ελεύθερες. Αν επιμείνω στην έπαρσή μου χωρίς να ζητήσω συγχώρηση , δεν μπορώ να σταθώ ενώπιον του Θεού και να τον αντικρίσω με το πρόσωπο και την καρδιά καθαρή. Πίσω από το αίτημα για συγχώρηση πρέπει να βρίσκεται ένα ειλικρινές αίσθημα μετανοίας. Η μετάνοια φέρνει θλίψη στα μάτια, μια θλίψη μετάνοιας, που όταν εκδηλώνεται, τα μάτια μας αποκτούν ένα βλέμμα άμεσο και διαυγές. Με αυτή την ευθύτητα της ειλικρινούς μετανοίας πρέπει να στέκομαι ενώπιον του Θεού ζητώντας την άφεση, που έχω προηγουμένως ζητήσει από τον πλησίον. Οι αμαρτίες μου προς τον Θεό είναι αναρίθμητες και συνεχείς. Όλα όσα έχω προέρχονται από τον Θεό και θα όφειλα να τα προσφέρω σε Εκείνον και στους ανθρώπους. Θα όφειλα να Τον δοξάζω συνεχώς για τις ευεργεσίες Του μέσω των λόγων και των έργων μου· όμως δεν το κάνω. Γι’ αυτό λοιπόν η μετάνοιά μου πρέπει να είναι αδιάκοπη όπως και η παράκληση για τη συγχώρηση και το έλεος Του. Να γιατί ο μοναχός της Ανατολής επικαλείται το έλεος του Θεού προσευχόμενος αδιαλείπτως. Έτσι, βλέπουμε τον Μεγάλο Αντώνιο τη στιγμή που πεθαίνει να ζητά λίγο χρόνο ακόμα για να μετανοήσει. Καθώς λοιπόν τα αμαρτήματα προς τον Θεό αποτελούν ταυτοχρόνως αμαρτήματα προς τους ανθρώπους και αντιστρόφως, τα αμαρτήματα προς τους ανθρώπους είναι και αυτά συνεχή και πρέπει να ζητάμε διαρκώς συγχώρηση για αυτά.

Εν τέλει μου είναι δύσκολο, σε οποιαδήποτε στιγμή της σχέσης μου με τον πλησίον, να πω ότι έχω συμπεριφερθεί κατά τρόπο άψογο ή ότι έχω κάνει κάθε καλό που όφειλα ή μπορούσα να κάνω για τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστράφηκα. Όταν λοιπόν κάποιος μου καταλογίζει μία συμπεριφορά, την οποία δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ήταν κακή, δεν θα πρέπει να την αρνηθώ αλλά να αναγνωρίσω την ενοχή μου. Α ν μη τί άλλο, το λάθος μου είναι ότι έδωσα (άθελα μου έστω) την εντύπωση αυτής της κακής συμπεριφοράς. Ο αββάς Ησαΐας λέει:«Αν από επιπολαιότητα ο αδερφός σου αποδώσει μία κατηγορία, δέξου τη με χαρά· και αν εξετάσεις τον συλλογισμό του σύμφωνα με την κρίση του Θεού θα διαπιστώσεις ότι έχεις αμαρτήσει». Είναι δύσκολο να διαβεβαιώσω ότι δεν έχω καμία ευθύνη για τη δημιουργία των αναπόφευκτων όσο και συνεχών κακών που αναφύονται μέσα στους ανθρώπους και πληγώνουν και εμένα τον ίδιο. Μου είναι δύσκολο να ομολογήσω ότι η συμπεριφορά μου, οι σκέψεις και τα λόγια μου προς τους άλλους είναι όλα άψογα· ακόμα, ότι έχω δώσει στους άλλους τη δέουσα προσοχή, ώστε να μην τους δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αδιαφορώ για αυτούς. Όλοι αμαρτάνουμε προς όλους. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να μετανοούμε για τη συμπεριφορά μας προς τους άλλους. Αυτός είναι και ο λόγος που ζητάμε πάντοτε από τους ιερείς να μας μνημονεύουν κατά την προσκομιδή της Θείας Λειτουργίας, και από όλους τους ανθρώπους που γνωρίζουμε να προσεύχονται για εμάς· όπως ακριβώς οφείλουμε και εμείς να θυμόμαστε , όσο μπορούμε, στις προσευχές μας όσους γνωρίζουμε και γενικότερα όλους τους ανθρώπους. Η προσευχή μας για τους άλλους συνεπάγεται τη συγχώρηση προς εκείνους, και η παράκλησή μας να προσεύχονται για εμάς συνεπάγεται τη δική τους συγχώρηση προς εμάς.

Προσευχόμαστε για όσους γνωρίσαμε κι έχουν πεθάνει και διαμέσου της προσευχής μας τους συγχωρούμε, προσδοκώντας παράλληλα να εξασφαλίσουμε από όσους θα βρίσκονται στο μέλλον εν ζωή και ευρύτερα από ολόκληρη την Εκκλησία τη μετά θάνατον προσευχή για εμάς. Τους ζητάμε με αυτόν τον τρόπο να μας δίνουν συγχώρηση μετά τον θάνατό μας όχι στιγμιαία αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Προσευχόμαστε επίσης για τους προγόνους μας, για κάθε ψυχή εν πίστει κεκοιμημένου, επιθυμώντας να προσεύχονται μελλοντικά και για εμάς κάποιοι άλλοι, όσο θα διαρκεί το ανθρώπινο γένος. Η αδιαφορία προς τους νεκρούς αποτελεί και αυτή μια αμαρτία που μας βασανίζει.

Οι έμμεσες και οι άμεσες ανθρώπινες σχέσεις εμπεριέχουν τις αδυναμίες που έχουν όλοι οι άνθρωποι· αυτό που επιζητούμε, στον χώρο της Εκκλησίας τουλάχιστον, είναι να περικλείουν αυτές οι σχέσεις , οι οποίες δεν διακόπτονται με τον θάνατο, την αμοιβαία συγχώρηση, την προσευχή δηλαδή όλων προς όλους, έτσι ώστε ο Θεός να μας δώσει πλήρη άφεση αμαρτιών.

Αυτό ακριβώς αποτελεί μία σημαντική πτυχή της καθολικότητας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία εξαγνίζεται διαρκώς μέσα από αυτή την προσευχή όλων προς όλους, μέσα από τη συνεχή και αμοιβαία μετάνοια όλων. Η καθαρότητα ή η αγιότητα της Εκκλησίας αποτελούν δυναμικά στοιχεία της ζωής της. Οι αμαρτωλοί δεν απομακρύνονται από το σώμα της Εκκλησίας, αφού δεν υπάρχουν άλλωστε μέλη της που να μην αμαρτάνουν όλοι συμμετέχουν σε αυτήν την προσπάθεια εξαγνισμού μέσω της μετανοίας, της αμοιβαίας συγχώρησης και της προσευχής όλων προς όλους, την οποία απευθύνουμε στον Θεό για να μας δώσει άφεση αμαρτιών. Η Εκκλησία δεν είναι μία κοινωνία άκαμπτη και ακίνητη αλλά μία κοινότητα σε κίνηση, που αποτελείται από ανθρώπους που αμαρτάνουν και ταυτόχρονα εξαγνίζονται μέσω της αμοιβαίας προσευχής -όχι για κάποιες αόριστες αμαρτίες αλλά για τα αμαρτήματα , τις ατελείς πράξεις και την αδιαφορία που εκδηλώνουν προς συγκεκριμένα πρόσωπα.

Μέσα σε αυτή τη ζώσα οικογένεια, εμφανίζονται συνεχώς δυσχέρειες, οι οποίες όμως ξεπερνώνται καθώς εμβαπτίζονται μέσα στη θάλασσα της αγάπης καθενός από εμάς, μέσα στην αμοιβαία αγάπη των μελών της. Όλοι αμαρτάνουν και όλοι όμως συμβάλλουν στον εξαγνισμό: μέσω του αιτήματος της συγχώρησης, μέσω της απόδοσης της συγχώρησης, μέσω της κοινής και αμφίδρομης προσευχής υπέρ της δικής τους συγχώρησης. Η αμαρτία δεν είναι μία κατάσταση που παγιώνεται. Όσοι αμαρτάνουν δεν μπορούν να αφεθούν στην αδιαφορία αλλά ωθούνται να ζητήσουν συγχώρηση. Η συνείδηση τους, που κινητοποιείται από το Άγιο Πνεύμα, τους οδηγεί σε αυτό το αίτημα. Έτσι χάρη στη μετάνοια, η αμαρτία ήδη από την εμφάνισή της αρχίζει να διαλύεται. Διαλύεται από τα αλλεπάλληλα κύματα συγχώρησης, προσευχής και αγάπης τα οποία καθοδηγούνται από το Άγιο Πνεύμα.

Κατ’ αυτό τον τρόπο όλοι παρακινούνται από το Άγιο Πνεύμα, που τους ενώνει. Το Άγιο Πνεύμα είναι ο παράγοντας αυτής της διαπροσωπικής ζωής που κατευθύνεται προς την αγνότητα και δεν μπορεί ποτέ να συμφιλιωθεί με την αδιαλλαξία ή την ακαμψία των σχέσεων εντός της Εκκλησίας. Είναι Πνεύμα ελευθερίας, διαπροσωπικής σχέσης, που αναπτύσσεται μέσα στην ελευθερία της αγάπης και δεν συμβιβάζεται με την αδιαλλαξία και τις άκαμπτες συμπεριφορές της δυσπιστίας και της αποστασιοποίησης. Τέτοιες συμπεριφορές δυσπιστίας και αποστασιοποίησης δημιουργούνται και συντηρούνται από την έπαρση, η οποία ούτε ζητά ούτε δίνει συγχώρηση. Εκεί που βασιλεύουν τα πάθη (παρότι τα πάθη μοιάζουν πολύ ευέλικτα) κυριαρχεί μια δυσκαμψία και μια έλλειψη ελευθερίας, που μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να κάμψει, καθώς Εκείνο δίνει στους ανθρώπους το χάρισμα να παραχωρούν και να ζητούν συγχώρηση, υπερπηδώντας την έπαρσή τους και τα υπόλοιπα εγωιστικά πάθη τους.

Η αμφίδρομη συγχώρηση και η προσευχή από όλους προς όλους δεν ακυρώνουν μόνο την αμαρτία· αντιπροσωπεύουν επίσης και την πνοή της αγάπης, που ανοίγει την ψυχή του ενός προς τον άλλο. Μιλώντας για την πνοή του Αγίου Πνεύματος εννοούμε ότι αυτό φέρνει την αγάπη, τη ζωή και την ελευθερία. Η πραγματική ελευθερία είναι συνδεδεμένη με την αγάπη και εκεί που υπάρχει αγάπη βρίσκεται κατεξοχήν το αγαθό, η πηγή κάθε καλού λογισμού, λόγου και πράξης. Εκεί βρίσκεται η ζωή, που είναι πλήρης δυναμισμού, διαθέσιμη σε όλους, απελευθερωμένη από κάθε έπαρση και εγωιστικό πάθος.

Με αυτόν τον τρόπο, η Εκκλησία ανανεώνεται χάρη στο Άγιο Πνεύμα, μέσω της αμφίδρομης συγχώρησης και προσευχής. Ανανεώνεται διαρκώς και επανασυνδέει τους εσωτερικούς δεσμούς της αγάπης μεταξύ των μελών της. Με άλλα λόγια ανασυγκροτεί την εσωτερική της ενότητα, αρμονία και καθολικότητα.

Η αδυναμία της χριστιανικής ψυχής να αντέξει την αμαρτία και το κακό που προκαλεί στους άλλους, και η ανάγκη της να ζητήσει και να δώσει συγχώρηση, φανερώνουν την εγγενή ικανότητα της Εκκλησίας να εξαγνίζεται, να ανανεώνεται και να ανασυγκροτεί συνεχώς την ενότητα και τους εσωτερικούς δεσμούς της, προκειμένου να αποτελεί συνεχώς μια εν Χριστώ αρμονία. Με αυτό τον τρόπο εκδηλώνεται το μυστήριο της αντοχής της μέσα στον χρόνο και της αέναης ανανέωσής της.

Πηγή:

Άγιος Δημήτριος Στανιλοάε, «Προσευχή και ελευθερία», εκδ. Εν πλω.

www.synodoiporia.blogspot.com

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

Ὁ κόσμος ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο



Ὁ κόσμος ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο 
Στανιλοάε Δημήτριος
Πρεσβύτερος (+) 
Μέσα στὴν μυστηριακὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀνακαλύπτει κανεὶς ξανὰ τὴν μυστηριακὴ δομὴ τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος δὲν ἔχει ἔννοια, παρὰ μόνο ἂν τὸν ἀποδεχτοῦμε σὰν δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ὁ κόσμος εἶναι ἡ ἄμπελος ποὺ δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ κόσμος ἔγινε γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν κόσμο, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (18 ὄμ. εἰς Ρωμαίους). Ὅλα εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἄμπελος τῆς ἀγάπης του. Μ’ ὅλα ἐπιβεβαιώνεται καὶ μᾶς μεταδίδεται ἡ πλημμύρα τῆς θείας ἀγάπης, ἡ εὐδοκία καὶ ἡ χάρη Του. Κατὰ συνέπεια, ὅλα εἶναι μυστήριο, ὅπως καὶ κάθε δῶρο πού μᾶς κάνει καθένας ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας, εἶναι δεῖγμα καὶ φορέας τῆς ἀγάπης του γιὰ μᾶς.
Ὅμως τὸ δῶρο ἀπαιτεῖ μία ἀπάντηση πάλι μὲ δῶρο, γιὰ νὰ μπορέσει ἔτσι νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ κύκλωμα τῆς ἀγάπης. Γιὰ τὸν λόγο, ὅμως, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τοῦ ἔχει δοθεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες του, τὸ δῶρο του εἶναι θυσία ποὺ τὴν προσφέρει στὸν Θεό, ὡς ἐκδήλωση ἀναγνώρισης. Τὸ δῶρο λοιπὸν τῶν ἀνθρώπων στὸν Θεὸ εἶναι θυσία καὶ εὐχαριστία. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἔτσι ἕνας ἱερέας ποὺ προσφέρει τὴν εὐχαριστία του στὸν Θεό. «Ἐν Χριστῷ», συγκεφαλαιώνονται οἱ μεγαλύτερες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἁγιότερη εὐχαριστία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «μέγας ἀρχιερεύς», ὁ ὕψιστος θύτης. Καὶ στὸ φῶς του καταλαβαίνουμε τὸν κόσμο ὁλόκληρο ὡς δῶρο, κι ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὸν προσφέρουμε στὸ Θεὸ ἁγνὴ εὐχαριστία. 
Προσφέροντας ὅμως στὸν Θεὸ εἶτε δῶρα εἶτε θυσία, βάζουμε στὸν κόσμο τὴν σφραγίδα τῆς ἐργασίας μας, τὴν σφραγίδα ἐκείνη ποὺ δείχνει τὸ Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο κατανοοῦμε τὸν κόσμο, τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας μας, τὴν ἀνύψωσή μας πρὸς τὸν Θεό. Κατὰ τὸ μέτρο, λοιπὸν, ποὺ καταλαβαίνουμε τὴν ἀξία καὶ τὴν πολλαπλότητα αὐτοῦ τοῦ θείου δώρου καὶ ἀναπτύσσουμε καλλιεργώντας τὶς ἀρετές μας, ὅσο περισσότερο δηλαδὴ πολλαπλασιάζουμε τὰ ταλέντα πού μᾶς ἔχουν δοθεῖ, ἄλλο τόσο ὑμνοῦμε τὸν Θεὸ καὶ τὸν γιορτάζουμε περισσότερο, ἀποδείχνοντας ἔτσι, ὅτι εἴμαστε σύντροφοι ἐνεργητικοὶ στὸν διάλογο τῆς ἀγάπης μαζί του. 
Οἱ καρποὶ λοιπὸν αὐτοὶ ποὺ προσφέρουμε στὸν Θεό, ἀποτελοῦν τὴν σύνθεση ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ τῶν δώρων τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον κατανοοῦμε τὸν κόσμο, καὶ τὴν ἐργασία μας πάνω σ’ αὐτόν. Κι ἐνῶ τοὺς προσφέρουμε στὸν Θεό, μᾶς ξαναδίνονται ἐμπλουτισμένοι μὲ μία καινούργια εὐλογία, μὲ μία καινούργια πλημμύρα ἀγάπης. 
Τὸ θεϊκὸ μυστήριο ἀκολουθεῖ ἡ δική μας εὐχαριστία, κι αὐτὴν πάλι διαδέχεται ξανὰ τὸ θεϊκὸ μυστήριο. Αὐτὸ τὸ κύκλωμα ἀγάπης αὐξάνει χωρὶς διακοπῆ, μεταμορφώνοντάς μας καὶ ταυτόχρονα ἐξανθρωπίζοντας καὶ πνευματοποιώντας τὸν κόσμο. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀντιμετωπίζει τὸν κόσμο σὰν ἕνα ἀντικείμενο χωρὶς νόημα ἢ μὲ μία ἔννοια μονάχα χρησιμοθηρική. Ἀλλ’ ὁ κόσμος τοποθετεῖται στὸν χῶρο τῆς προσωπικῆς σχέσης, ἀναπτύσσοντας κι ἐξελίσσοντας συνεχῶς αὐτὴ τὴν σχέση ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. 
Ὅμως, ὁ κόσμος ὡς δῶρο στὸν ἄνθρωπο πρέπει νὰ διατηρεῖ αὐτὴ του τὴν ἰδιότητα καὶ στὶς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Μιμησώμεθα νόμον Θεοῦ τὸν ἀνωτάτω καὶ πρώτον, ὃς βρέχει μὲν ἐπὶ δικαίους καὶ ἁμαρτωλούς, ἀνατέλλει δὲ πᾶσιν ὁμοίως τὸν ἥλιον… ἀλλὰ καὶ κοινὰς τὰς αὐτὰς καὶ πλουσίας καὶ οὐδὲν παρὰ τοῦτο ἐνδεεστέρας προέθηκεν τὸ τὲ φύσεως ὁμότιμον ἰσότητι τῆς δωρεᾶς ἡμῶν…» (Περὶ φιλοπτωχίας, Migne P.G. 35, 888c). 
Ὁ κόσμος δὲν δόθηκε μόνο ὡς ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διακηρύξει τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Ὁ σύνδεσμος τῶν δυὸ εἰδῶν ἀγάπης, τῆς χρησιμοποίησης, δηλαδή, τοῦ κόσμου ὡς δώρου τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ τῶν ἀνθρώπων μεταξὺ των φανερώνεται στὴν ὀρθόδοξη εὐσέβεια μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ὅλοι οἱ καρποὶ ποὺ προσφέρονται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους στὸν Θεό, στὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ πρῶτα εὐλογηθοῦν, δὲν καταναλίσκονται μονάχα ἀπὸ τὸν δότη ἀλλ’, ἀντίθετα, μοιράζονται καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, κάθε δῶρο ποὺ γίνεται ἀπὸ ἕναν πιστὸ σ’ ἕναν φτωχό, εἶναι σὰν νὰ γίνεται στὸν ἴδιο τὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου (Μάτθ. 25, 34- 41). 
Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κόσμος εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἔχει ὡς συνέπεια τὸ καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου νὰ τὸν χαρίζει συνεχῶς στὸν συνάνθρωπό του. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ χρήση μεταμορφώνει τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ πνευματικά, γκρεμίζει τὰ μεσότοιχα, παύει κάθε εἴδους φιλονικία, παραμερίζει τὴν πάλη καὶ τὸν ἐγωισμὸ καὶ ἀνοίγει τοὺς δρόμους τῆς ἀγάπης, τῆς κοινωνίας καὶ τῆς καθολικότητας. 
Μία τέτοια μόνο θεώρηση τῶν πραγμάτων, ποὺ εἶναι ριζικὰ διάφορη ἀπὸ τὴν ἀτομικιστική, μπορεῖ νὰ λύσει τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα.

πηγή :εδώ 

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Παράδεισος καί γῆ εἶναι ἕνα!


Παράδεισος καί γῆ εἶναι ἕνα! 
π. Δημητρίου Στανιλοάε. 
Νά πίνει κανείς πνευματικά ἀπό ἕνα πρόσωπο, σημαίνει κοινωνία μαζί του. Νά πίνει πνευματικά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, σημαίνει νά κοινωνεῖ μέ μία πηγή ἀτελεύτητης πνευματικῆς δύναμης, πού ἔκανε ἄφθαρτο καί τό σῶμα πού προσέλαβε καί τά σώματα ἐκείνων, πού κοινωνοῦν μαζί της. Τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει πνευματωθεῖ ἀπό τή δύναμη τοῦ θεωμένου πνεύματός του. Κι αὐτή ἡ πνευματοποιημένη κατάσταση τό πνευματώνει σέ τέτοιο βαθμό, πού δέν νοεῖται πιά ὡς ἀδιαπέραστο ἀντικείμενο, ἀλλά, μέ τό νά ἔχει ἀφομοιώσει τήν ἰδιότητα τοῦ ρευστοῦ ὑποκειμένου, (νοεῖται) ὡς διεισδυτικό καί μεταδόσιμο, ἱκανό νά ἐσωτερικευθεῖ στά ἄλλα ὑποκείμενα, ὡς τό καθαυτό πνευματικό ὑποκείμενο. «Τήν ἑαυτοῦ σάρκα λύχνου τρόπον ἐξάψας τῷ φωτί τῆς ἑαυτοῦ θεότητας», λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Τό σῶμα γίνεται φωτεινό ὅπως ἡ θεότητά του, καθώς αὐτή τό φωτίζει, ἤ ὅπως ἡ θεωμένη φύση τοῦ Χριστοῦ. 
Μέσα σ’ αὐτές τίς συνθῆκες, τό ὅριο ἀνάμεσα στό ὑποκείμενο καί τό ἀντικείμενο ὑπερβαίνεται. Ἀκόμη καί τά ὅρια ἀνάμεσα στό ἐγώ καί στό ἐσύ ὑπερβαίνονται, χωρίς νά συγχέονται. Εἶσαι μέσα μου, μέσα στό ὑποκείμενό μου κι ἐγώ γίνομαι ὑποκείμενο μέσα σου. Ὅλα εἶναι μέσα στήν ὑποκειμενικότητά μου, χωρίς νά χάνουν τήν πραγματικότητά τους ἤ τήν ἀντικειμενικότητά τους μέσα μου, ἄλλα νά βρίσκουν ὅλη τους τή σημασία καί τό βάθος καί νά παραμένουν πηγή ἀστείρευτή τοῦ πλούτου μου. 
Ἡ ἰδέα τῆς πανενότητας τῆς δημιουργίας ἐν Θεῷ (ἄνθρωποι, ἄγγελοι, φύση), ἔχει ἐκφραστεῖ ἀπό τόν ἅγιο Ἀθανάσιο μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο: «Ὁ Λόγος, πού δι’ αὐτοῦ κι ἐν αὐτῷ δημιουργήθηκαν τά πάντα, ὁδηγεῖ ἐκ νέου ὁλόκληρη τήν κτίση -πού εἶχε ἐγκαταλείψει τήν κίνηση πού τῆς εἶχε δοθεῖ (νά ἀκολουθεῖ) -καί τήν ἀνασυστήνει καί τήν συνάγει. Οἱ διαιρέσεις πού φάνηκαν μέσα στή κτίση, ἀπό τό χωρισμό τῶν στοιχείων -πού ἦταν προορισμένα νά συγκρατοῦν τή κτίση σ’ ἕνα ὅλον καί νά μήν τήν ἀφήνουν νά διαιρεθεῖ- ξεπεράστηκαν στό Χριστό καί ἡ ἑνοποιός ἐξουσία πραγματοποιημένη μέσα του, ἐνεργεῖ ἑνοποιητικά μέσα σ’ ὅλη τή δημιουργία. Μέ τό θάνατο καί τήν ἀνάστασή του ἀπομάκρυνε τό χωρισμό ἀνάμεσα στόν παράδεισο καί στόν κόσμο, πού φάνηκε μετά τήν πτώση καί ἄνοιξε στό ἀνθρώπινο γένος τόν ἀπαγορευμένο παράδεισο, γιατί Αὐτός ὁ Ἴδιος ξαναγυρνᾶ μετά τήν ἀνάσταση στή γῆ καί δείχνει πώς παράδεισος καί γῆ εἶναι ἕνα. Μέ τήν Ἀνάληψη στόν οὐρανό, ἑνώνει, τόν οὐρανό μέ τή γῆ καί ὑψώνει τό ἀνθρώπινο σῶμα, πού προσέλαβε, τό ἀποτελεσμένο ἀπό τήν ἴδια οὐσία καί ὕλη μέ τό δικό μας. Ἀνεβαίνοντας μαζί μέ τή ψυχή καί τό σῶμα ψηλότερα ἀπό τίς ἀγγελικές χοροστασίες, ἀποκαθιστᾶ τήν ἑνότητα ἀνάμεσα στόν αἰσθητό κόσμο καί στό νοητό καί ἐξασφαλίζει τήν ἁρμονία ὁλόκληρης τῆς κτίσης». (J, Meyendorff, Le Christ dans la theoologie byzantine, Cerf, Paris 1969 p. 194) 
Τά πάντα βρῆκαν τό πλῆρες φῶς τοῦ σκοποῦ τους μέ τήν ἀνάσταση. Ἄνοιξε ὁ παράδεισος τῆς πλήρους κοινωνίας ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί τό Θεό καί ἀναμεταξύ τους. Χάρη σ’ αὐτό, τώρα ὅλοι δοξάζουν συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα τό Χριστό. «Πεφώτισται τά σύμπαντα τῇ Ἀναστάσει σου, Κύριε, καί ὁ Παράδεισος πάλιν ἠνέωκται πᾶσα δέ ἡ κτίσις ἀνευφημοῦσα σε, ὕμνον σοι καθ’ ἑκάστην προσφέρει» (Ἀναστάσιμο στιχηρό τῶν Αἴνων γ’ ἤχου). Ὁ ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τήν ἐμπειρία τῆς οἰκουμενικῆς ἀπαρχῆς μιᾶς πλήρους κοινωνίας τῶν πάντων (πανενότητας) σάν παρόρμηση, πού κάνει τούς πιστούς ν’ ἀγκαλιάζονται, νά ἀποκαλοῦν ἀδελφούς καί τούς ἐχθρούς τους ἀκόμη, νά ἀλληλοσυγχωροῦνται: «Ἀναστάσεως ἡμέρα, καί λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει καί ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν, ἀδελφοί, καί τοῖς μισοῦσιν ἠμᾶς· συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει…» (Δοξαστικό Κυριακῆς τοῦ Πάσχα). 
Ἡ διαφάνεια τῶν σωμάτων, ἐπειδή ἀντιστοιχεῖ στή διαφάνεια τῶν ψυχῶν, σημαίνει μία ὁλοκληρωτική ἐσωτερική οἰκειότητα. 
Μέσα σέ αὐτή τήν ἀμοιβαία καί βαθειά ἐσωτερικότητα τῶν προσώπων, πού ἔχει γιά κεντρικό ὑποκείμενο τό Χριστό, Αὐτός δέν εἶναι μόνο ἡ πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος μίας ἀνακαινισμένης αἰώνια καί ἀνεξάντλητης ὕπαρξης, σέ ὅλο τόν πλοῦτο καί τήν ἀνεξάντλητη ἀνανέωσή της, ἀλλά ἀκόμη εἶναι ἡ πηγή τοῦ φωτός πού φωτίζει ὁλόκληρη τήν πραγματικότητα, πού ἔχει γίνει κοινωνία τῶν πάντων (πανενότητα). Αὐτή ἡ ἐν προσώπῳ κοινωνία τῶν πάντων φωτίζεται ἀπό ἕνα φῶς ἰσοδύναμο μέ τήν τέλεια ἁπλότητα, μέ τήν καθαρότητα, μέ τήν ἁγιότητα αὐτῆς τῆς τέλειας καί παγκόσμιας κοινωνίας. Ὅπου δέν ὑπάρχει καθαρότητα μέσα στίς σχέσεις, δέν ὑπάρχει οὔτε ἡ πλήρης κοινωνία καί ἀντίστροφα. 
Ὁ Χριστός εἶναι τό φῶς ὡς θεανθρώπινο πρόσωπο, πού ἀνακαλύπτεται πλήρως. Ἀνακαλύπτεται ἀπό τήν ἀναστημένη ἀνθρωπότητα, σέ ὅλο τό ἀπέραντο βάθος μέ τήν ἰδιότητα τῆς δημιουργικῆς αἰτίας, πού συντηρεῖ τά πάντα μέσα στήν ἑνότητα, γιατί ἀπό Αὐτόν πηγάζει ἡ καθαρότητα τῆς ἀπέραντα γενναιόδωρης ἀγάπης γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Αὐτή ἡ ἁγιότητα τῆς πλήρους κοινωνίας πού ἀρχίζει, πού πηγάζει ἀπό τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γεμίζει τόν κόσμο στή μέση τῆς νύχτας, μέ μία ἀτμόσφαιρα ἁγιότητας, φωτεινότητας, διαφάνειας καί προσέγγισης. Ὅλα αὐτά γεννοῦν τό ὁλικό συναίσθημα τῆς εἰρήνης πού ὑπερβαίνει τόν κόσμο. Ὁ οὐρανός εἰσχωρεῖ μέσα στόν κόσμο καί τόν φαιδρύνει, ὅπως στήν ἀρχή, δίνοντάς του τό μεγαλεῖο της γιορτῆς: «Ὡς ὄντως ἱερά καί πανέορτος αὕτη ἡ σωτήριος νῦξ καί φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας τῆς ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος ἐν ᾗ τό ἄχρονον φῶς ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν» (ζ’ ὠδή Κανόνα Ἀναστάσεως). 
Ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα βιώνεται σάν μία ὁλική ὑπέρβαση, πού πραγματοποιεῖ ἡ κτίση μέσα στόν ἀναστημένο Χριστό. Αὐτή ἡ ὑπέρβαση -ποὺ ὀνομάζεται ἀπ’ τήν Ἐκκλησία Πάσχα- βιώνεται μέσα σέ ἄφατη χαρά. Οἱ θαυμαστές ἰδιότητες αὐτῆς τῆς ζωῆς τοῦ ἐπέκεινα, στήν ὁποία μεταβάλλει τήν ἐπίγεια ζωή ἡ ἀνάσταση, ἐκφράστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ μία σειρά κατηγοριῶν χωρίς τέλος καί μέ τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία προσπαθεῖ νά περιγράψει τήν ἀπερίγραπτη τάξη, τήν ἐντελῶς καινούργια καί ἀπέραντα πλούσια αὐτῆς τῆς ζωῆς: «Πάσχα ἱερόν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται• Πάσχα καινόν, ἅγιον Πάσχα μυστικόν· Πάσχα πανσεβάσμιον Πάσχα Χριστός ὁ λυτρωτής· Πάσχα ἄμωμον Πάσχα μέγα, Πάσχα τῶν πιστῶν Πάσχα τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν, Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς» (θ’ ὠδή Κανόνα Ἀναστάσεως). 
Ἤδη ἀναφέραμε ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, εἶδε στό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Κυρίου, ἕνα λυχνάρι πνευματικοποιημένο, ἀπ’ ὅπου ἀκτινοβολεῖ ἡ θεότητα ἀνεμπόδιστα. Ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας προσθέτει σ’ αὐτό τό γεγονός, ὅτι αὐτή ἡ λειτουργία τοῦ ἀναστημένου σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τόν ὑψηλότερο βαθμό, τόν ὁποῖο μπορεῖ νά φθάσει ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα. Εἶναι ὁ ἐσχατολογικός βαθμός, στόν ὁποῖο θά ὑψωθοῦν τά σώματα ὅλων. Τό φῶς πού ἀκτινοβολεῖ ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό ἀνέσπερο φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ὁ Χριστός εἶναι ἔτσι τό τέλος τῶν αἰώνων. Στήν ἀνθρωπότητά του συμπυκνώνεται συνάμα καί τό φῶς, στό ὁποῖο θά ὑψωθεῖ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, μέσα ἀπό τίς ἱστορικές της προσπάθειες. Βλέπουμε ἀκόμη στό Χριστό τό ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας μελλοντικῆς ἱστορίας. Ὅλα τά σκοτάδια, ἀκόμα κι αὐτά ποὺ μπορεῖ νά προβάλλει ἡ κόλαση, σκοτάδια μέσα στά ὁποῖα συμπυκνώνονται καί τά ἱστορικά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, θά κλειστοῦν αὐστηρά στή κόλαση. Ἄν ὑπάρχει ἀκόμη κόλαση δέν μπορεῖ πιά νά ρίχνει πάνω στό κόσμο καμιά σκιά, τίποτε τό χωρίς νόημα. Οἱ δεσμοί της μέ τό κόσμο θά κοποῦν. Ἀναμφίβολα, πρόκειται γιά τό κόσμο ἐκείνων πού πίστεψαν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γιατί σ’ αὐτό τό κόσμο, πού τό ὅριο μεταξύ ὑποκειμενικότητας καί ἀντικειμενικότητας ἔχει ξεπεραστεῖ, ἡ ἀντικειμενικότητα ἔχει μεταμορφωθεῖ πραγματικά ἀπό τήν ὑποκειμενικότητα τῆς πίστης, ἀπό τό φῶς τῆς πίστης. Τά σκοτάδια τῆς κόλασης θά ἔχουν κι αὐτά ἀκόμη μία ἀντικειμενικότητα, πού δύσκολα χωρίζεται ἀπό τή φαντασία ὅσων ἀλλοίωσαν ὁλοκληρωτικά τό εἶναι τους, κόβοντας τούς δεσμούς μέ τήν αὐθεντική πραγματικότητα. Δέν θά εἶναι μία ἀντικειμενική ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητας καί τοῦ φωτός, στό ὁποῖο ὑψώθηκε ἡ ἐν Θεῷ πραγματικότητα. Ἀλλά, ἐνῶ οἱ ἀναστημένοι θά μεταμορφώσουν τήν πραγματικότητα, κάνοντάς την ὑποκειμενική, σύμφωνα μέ τή δική τους θεωμένη κατάσταση, ἀντίθετα οἱ κάτοικοι τῆς κόλασης θά σχηματίσουν μία ὑποκειμενική εἰκόνα τῆς πραγματικότητας, ἀλλοιωμένη, χωρίς νά τήν τροποποιήσουν ἀντικειμενικά. 
Ἀντίστοιχα τό φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, παρόν μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δέν θά εἶναι ἕνα ἀπρόσωπο φῶς, δηλαδή ἕνα σύστημα λογικῶν ἀρχῶν αἰωνίων, πλήρως ἀποκαλυμμένων. 
Θά εἶναι τό φῶς τοῦ ἀνώτερου Προσώπου, ταυτόχρονα θείου καί ἀνθρώπινου. Ἑπομένως καί ἡ πνευματική θαλπωρή τῆς ὑψηλότερης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γίνεται συγκεκριμένη κατά τρόπον ἀνθρώπινο, ἀφοῦ ὁ Θεός ἔγινε καί παραμένει στόν αἰώνα καί ἄνθρωπος. «Ἑσπερινήν προσκύνησιν προσφέρομέν σοι τῷ ἀνεσπέρῳ φωτί, τῷ ἐπί τέλει τῶν αἰώνων, ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διά σαρκός λάμψαντι τῷ κόσμῳ καί μέχρις Ἅδου κατελθόντι καί τό ἐκεῖσε σκότος λύσαντι, καί τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῖς ἔθνεσι δείξαντι, Φωτοδότα Κύριε, δόξα σοι» (Στιχηρό Ἑσπερινοῦ Τετάρτης Πάσχα).
Στό φῶς τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, Κύμη, 1984

Κυριακή 19 Μαρτίου 2023

O Σταυρός στην Oδύνη και την Ηδονή


O Σταυρός στην Oδύνη και την Ηδονή 

π. Δημήτριος Στανιλοάε
O άγιος Μάξιμος o Ομολογητής κάνει λόγο και για ένα άλλο είδος μαρτυρίου. Αναφέρεται στην οδύνη πού ακο­λουθεί την ηδονή. H κάθε απόλαυση της ηδονής προκαλεί πόνο και λύπη, στην αρχή της. Τόσο o πόνος όσο και η ηδονή φανερώνουν μια υπερβολική ευαισθησία -ικανότη­τα αίσθησης- εκ μέρους του σώματος και της σάρκας και, επομένως, υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα τους. Ωστόσο, μιλώντας επακριβώς, η ηδονή οδηγεί στην οδύνη, άλλα η οδύνη δεν οδηγεί στην ηδονή. Η απόλαυση της ηδονής, μπορεί μόνο να σπρώξει τον άνθρωπο σε επι­πλέον ηδονή, σε μια περαιτέρω απόπειρα να ξεφύγει από τον πόνο. Ενώ ο άνθρωπος με τη θέληση του μπορεί να αποκηρύξει την ηδονή, δεν μπορεί να αποφύγει πλήρως την οδύνη και τη θλίψη. Μπορεί μόνο να ξεπεράσει τη θλίψη του, δηλαδή να παραμείνει μέσα σε αυτήν, σηκώνοντας το σταυρό του, χωρίς να βρει καταφύγιο σε μια νέα ηδονή, η οποία θα φέρει μαζί της μια νέα οδύνη και ούτω καθεξής μέχρι το τέλος της ζωής του, καθώς ο θάνατος θα έλθει ως η τελική θλίψη. Ο Χριστός ξεπέρασε την ανθρώπινη τάση για ηδονή, παραμένοντας στο πένθος και σηκώνοντας νι­κηφόρα το σταυρό, ως την ύστατη οδύνη. Με αυτό τον τρόπο ελευθέρωσε την ανθρώπινη φύση από την κυριαρχία της υπερβολικής ευαισθησίας, της ανισόρρο­πης δύναμης της αίσθησης, και έπανεγκαθίδρυσε τη δύνα­μη του πνεύματος. Γιατί δεν ξεπέρασε την ηδονή και την οδύνη με ένα είδος στωικής απάθειας, με έλλειψη της ικα­νότητας αίσθησης. Κυριάρχησε πάνω τους μέσα από την ενδυνάμωση του πνεύματος Του, διατηρώντας, άλλα και μεταμορφώνοντας, ταυτόχρονα, ολόκληρη την ανθρώπινη ευαισθησία μας στο μαρτύριο και την τάση μας να επιθυ­μούμε να το αποφύγουμε. 
Ο σταυρός του σημαίνει ότι το πνεύμα είναι νικητής επί της ύλης, χωρίς να ακυρώνει την ύλη, αλλά μεταμορ­φώνοντας τον υλικό κόσμο μέσα από την ανταπόκριση μιας θέλησης πού προσφέρεται πλήρως στον Θεό. Αυτό μπορούμε να το δούμε στην ίδια τη μορφή του ανθρωπίνου σώματος: απλώνουμε τα χέρια μας πάνω στη φύση, για να κυριαρχήσουμε πάνω της και δεν την αφήνουμε παθη­τικά ως έχει, άλλα το κεφάλι μας υψώνεται πάνω από την οριζόντια διάσταση και κρατιέται ψηλά. Ο σταυρός εμποδίζει τις ευτελείς τάσεις του κόσμου και του ανθρω­πίνου σώματος από το να υψώνονται όπως ο πύργος της Βαβέλ. Όμως, τους δίνει και την πιθανότητα να μεταμορφωθούν, περνώντας μέσα από την οριζόντια γραμμή του σταυρού, ή οποία τους αγνίζει. Στην Ορθόδοξη ακο­λουθία της κηδείας ψάλλουμε: «ό θάνατος ήλθε, ώστε το κακό του άνθρωπου να μην είναι αθάνατο*». Το ίδιο ισχύει, ως ένα βαθμό, για κάθε μαρτύριο. 
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας μιλά για μια τυφλή ηδονή, από την οποία απουσιάζει ή θεωρία του πνεύματος, πού δεν βλέπει προς την ευθύνη μας ούτε ένα­ντι του Θεού ούτε έναντι του πλησίον. Μια ηδονή, στην οποία θα ήταν παρούσα η πνευματική θεωρία, ακόμη και αν εν μέρει ήταν μια σωματική ηδονή, δεν θα συνεπαγό­ταν αναπόφευκτα τη λύπη και το σταυρό ως επιπτώσεις. Όμως, στην πτωτική κατάσταση του, ο άνθρωπος μόνο με δυσκολία μπορεί να νιώσει στο σώμα του τέτοιας μορ­φής ηδονές, πού φωτίζονται από τη ζωή του πνεύματος του θεού και από αίσθηση ευθύνης έναντι του πλησίον. Όλες οι ηδονές τείνουν να είναι τυφλές. Εμποδίζουν την περαιτέρω θέαση. Είναι υπερβολικά εγωκεντρικές και σαρκικές. Μέσα από αυτές ο άνθρωπος πέφτει σε αισθη­σιασμό χωρίς προοπτική. Πέφτει στο σκοτάδι ενός εγώ πού υποβιβάζεται στο επίπεδο των αισθήσεων, οι όποιες παράγονται από τον υλικό κόσμο και, έτσι, καθίστανται βαρείς και όχι πλέον διαυγείς σε υψηλότερες πραγματικό­τητες. Επομένως, η οδύνη, πού προέρχεται από την ηδονή, φέρνει μαζί της μια πνευματική αίσθηση αδυνα­μίας και δυσλειτουργίας στην υλική πλευρά της ανθρώπι­νης ζωής. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της κατάχρησης της ηδονής. Η οδύνη πού ακολουθεί την ηδονή αποτελεί αντα­νάκλαση της αποδυνάμωσης της ύλης στον κόσμο του πνεύματος και, μ' αυτή την έννοια, μπορεί να κατανοηθεί ως φανέρωση του πνεύματος. Το πένθος και ό σταυρός καθιστούν το πνεύμα διαφανές στην ύλη ή καθιστούν την ύλη διαυγή για το πνεύμα. Με αυτό τον τρόπο, ή θλίψη γίνεται μεταμορφωτική και προφητική. Μας δείχνει ότι ό υλικός κόσμος και ή αίσθηση της ηδονής πού αυτός παρά­γει δεν αποτελούν την τελική πραγματικότητα, άλλα ότι πέρα από αυτά υπάρχει ή ζωή του πνεύματος, πού βιώνε­ται μέσα στην -και μέσα από την- ύλη, μεταμορφωμένη από το πνεύμα. Ό σταυρός μας στρέφει προς την ανάστα­ση και στο δρόμο πού οδηγεί εκεί. Οι Πατέρες αναφέρουν ότι αυτός πού τρέφεται από το σταυρό, τρέφεται από το δένδρο της ζωής. Με το σταυρό, ο κόσμος και η ίδια μας η ζωή καθίστανται διαυγείς. 
Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η κάθε θλίψη αποτελεί το σημάδι του πνεύματος, την ένδειξη μιας μελλοντικής καλύτερης ζωής. Μόνο εκείνες οι θλί­ψεις, τις όποιες φέρουμε χωρίς να επαναστατούμε εναντίον τους, κατανοώντας, δηλαδή, το νόημα τους, ενέχουν αυτή την ποιότητα. Ή αποκάλυψη του πνεύματος δεν παράγε­ται μόνο από το μαρτύριο, άλλα από την κατανόηση, η οποία μπορεί να αφυπνιστεί στο πνεύμα. Αν ο άνθρωπος αρνείται να ανοίξει τα πνευματικά του μάτια, αρνείται να δει τι βρίσκεται πέρα από τον υλικό κόσμο και συνεχίζει να ταυτίζει τον εαυτό του αποκλειστικά με τον υλικό κόσμο, τότε ό σταυρός του μαρτυρίου του δεν μπορεί να του αποφέρει κέρδος. Τελικά, ένας τέτοιος άνθρωπος, καθώς βρίσκεται χωρίς ελπίδα και με την πάροδο του χρόνου χάνει την ίδια την πιθανότητα να ξεφύγει σε εγωι­στικές και υλικές ηδονές, οι όποιες του δίνουν τουλάχιστον την αίσθηση ότι είναι ζωντανός, πρέπει να βυθιστεί στο σκοτάδι και την απόγνωση της πλήρους ά-νοησίας της ζωής. Ένας τέτοιος άνθρωπος καταδικάζεται στην αιωνιότητα από το σταυρό. Ό άγιος Αυγουστίνος είπε: «Γνωρίζω τρεις ανθρώπους. Ό ένας δια του σταυρού σώ­ζει, ό άλλος διά του σταυρού σώζεται, και ό τρίτος δια του σταυρού καταδικάζεται». Μόνο ό Χριστός ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Εμείς, όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, ανήκουμε στις άλλες δύο. 
Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από το σταυρό σε αυτή τη ζωή. Άλλα αυτός πού επιθυμεί να τον αποφύγει, εκείνος πού δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει τον θεό μέσα από αυτόν, θα καταδικαστεί από αυτόν. Αυτός πού προσπαθεί να διαχωρίσει το δώρο του κόσμου, το δώρο της ζωής, από το σταυρό, ποτέ δεν το επιτυγχάνει πραγματικά. Τελικά, χάνει το ίδιο το δώρο, γιατί δεν το αντιλαμβάνεται ως δώρο του Θεού, πού αποκαλύπτει την πραγματικότητα Του ως μεγαλύτερη από το δώρο και δείχνει την οδό προς τον εαυτό Του μέσω του σταυρού. Παραμένει ολοκληρωτικά προσκολλημένος προς τα κάτω υπό το βάρος του μαρτυρί­ου του, δηλαδή βρίσκεται στην κόλαση. Ό σταυρός δίνεται σε όλους μας, για να μας οδηγήσει προς τη ζωή του πνεύ­ματος και ως μέσο έπανεδραίωσης του διαλόγου του άνθρωπου με τον Θεό. Δίνεται σε όλους, γιατί το νόημα της ζωής βρίσκεται αντικειμενικά μέσα του. Όμως, εκείνος πού δεν ανακαλύπτει αυτό το νόημα του σταυρού θα χαθεί ολοκληρωτικά στο σκοτάδι πού του προκαλεί το μαρτύριο του, αφού το μαρτύριο του, αντί να του αποκαλύ­ψει το νόημα του, θα το αποκρύψει, καθιστώντας το πιο απροσπέλαστο.
*
«Ίνα μη το κακόν άθάνατον γένηται...». Από την πρώτη συγχωρητική ευχή πού διαβάζει ό αρχιερέας στη Νεκρώσιμη Ακολου­θία: «Κύριε ό θεός ημών, ό τη ση άρρήτω σοφία δημιουργήσας τόν κόσμον έκ του χοός...» (Σ.τ.Μ.).

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ  - 
  ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΜΑΪΣΤΡΟΣ

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Ἐκεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ

 


π. Δημήτριος Στανιλοάε
Ἐκεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ
σα ἀκολουθοῦν ἀποτελοῦν κατὰ ἕνα μέρος, πληροφορίες προερχόμενες ἀπὸ ἕναν Ρουμάνο μοναχό, καὶ κατὰ ἕνα ἄλλο, στοχασμοὺς πάνω στὶς πληροφορίες αὐτές.

Ἡ καρδιακὴ προσευχὴ, γιὰ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς μιλοῦσε ἐκ πείρας, ἔχει τὶς βάσεις της κατὰ κύριο λόγο στὴν παράδοση τῶν πατέρων τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ καθαρὴ προσευχὴ σχετίζεται μὲ τὴν ἐπανασύνδεση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Δὲν πρέπει ὁ νοῦς νὰ παραμένει ἀπομονωμένος - οὔτε κι ἡ καρδιά. Προσευχὴ ποὺ προέρχεται μόνο ἀπὸ τὸ μυαλὸ εἶναι ψυχρή. Προσευχὴ ποὺ προέρχεται μόνο ἀπὸ τὴν καρδιὰ εἶναι καθαρὰ συναισθηματικὴ· εἶναι προσευχὴ ποὺ ἀγνοεῖ ὅσα μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός, ὅσα μᾶς δίνει καὶ ὅλα ὅσα θὰ μᾶς δώσει ἐν Χριστῷ. Εἶναι προσευχὴ χωρὶς ὁρίζοντα καὶ προοπτικὴ, προσευχὴ ποὺ δὲν ξέρει γιὰ ποιὸ λόγο νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, γιατί νὰ Τὸν δοξάσει καὶ τί νὰ Τοῦ ζητήσει. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσεύχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι ἐξατμίζεται μέσα στὸ ἀπρόσωπο ἄπειρο - μία αἴσθηση ποὺ ἀγνοεῖ κάθε ἀντάμωμα μὲ τὸν προσωπικὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ μιὰ τέτοια προσευχὴ δὲν εἶναι στὴν οὐσία προσευχή.

Πρέπει ἐπίσης νὰ ξεκαθαρίσουμε πὼς αὐτὴ ἡ συνάντηση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἄνοδο τῆς καρδιᾶς στὸν νοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν κάθοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιά. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ βρίσκει τὴν ἀνάπαυσή της στὸν νοῦ, ἀλλὰ ὁ νοῦς ποὺ βρίσκει τὴν ποθητὴ ἀνάπαυσή του στὴν καρδιὰ (ἢ καλύτερα ἐκεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ).

Σίγουρα οἱ Πατέρες κάνουν λόγο καὶ γιὰ μία διάνοιξη τοῦ νοὸς πρὸς τὸ ἄπειρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ φαίνεται πὼς ἕνα τέτοιο ἄνοιγμα λαμβάνει χώρα στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς. Ὁ νοῦς ἀναζητώντας τὸν Θεὸ ἐνεργοποιεῖ τὰ ἀπέραντα βάθη τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ καθιστᾶ κατάλληλα γιὰ τὸν Θεὸ - τὸν μόνο πραγματικὰ Ἀπέραντο καὶ Ἄπειρο. «Ἄβυσσος ἄβυσσον καλεῖ». Ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπροσπέλαστη χωρὶς τὴν ἀγάπη Του γιά μᾶς. Κι αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς καλεῖ τὴ δική μας ἀγάπη· καὶ ἡ καρδιά, τὸ ὄργανο αὐτὸ τῆς ἀγάπης, εἶναι ὁ τόπος ὅπου βιώνουμε τὴν ἀγάπη Του.

Ὅμως ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ μία καρδιὰ πού, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει κατέλθει ἐντός της ὁ νοῦς, γνωρίζει ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπεραντοσύνη εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἰσέρχεται σὲ σχέση στενῆς κοινωνίας μαζί μας μέσα ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ κάνει τὸν νοῦ νὰ κατέρχεται καὶ νὰ ἀναπαύεται, στὴν καρδιά. Στὴν καρδιὰ εἶναι ποὺ συναντᾶ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ ἀναπαύεται στὸν νοῦ, γιατί κάτι τέτοιο θὰ σήμαινε πὼς ἡ αἴσθηση τῆς ἀπεραντοσύνης τοῦ Θεοῦ ἔχει γίνει μία θεωρία παγωμένη ἀπὸ τὴ σκέψη. Δὲν εἶναι ἡ αἴσθηση ποὺ πρέπει νὰ παγώσει ἀπὸ τὴ σκέψη, ἀλλὰ εἶναι ἡ σκέψη ποὺ πρέπει νὰ ζεστάνει τὸν ἑαυτὸ της μέσα στὴν καρδιακὴ αἴσθηση, ἐπικοινωνώντας ἀληθινὰ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ δώσει σ’ αὐτὴ τὴν αἴσθηση συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, θὰ λέγαμε πὼς ὅταν ὁ νοῦς ἔχει κατέλθει στὴν καρδιά, δὲν ἀνταμώνουμε πλέον τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ ἰδέες, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐπίγνωση τῆς παρουσίας Του, ποὺ μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ὑποβάλουμε τὶς σκέψεις μας στὴ δοκιμασία τῆς πραγματικότητας. Ἐδῶ, ἡ αἴσθηση μιᾶς ἀκατόρθωτης πραγματικότητας, ποὺ δοκιμάζει ὁ νοῦς, ἐξανεμίζεται ἀπὸ τὴν ἄμεση παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ ἢ οἱ ἰδέες μας γιὰ Ἐκεῖνον βρίσκουν τὸ πλήρωμά τους στὴ ζωντανὴ συναίσθηση τῆς πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ, ποὺ διεισδύει ἐντός τους καὶ τὶς μπολιάζει. Τὸ πραγματικὸ παίρνει τὴ θέση τῆς ἰδέας καὶ ταυτόχρονα τὴν ἐπαληθεύει. Ἡ ἰδέα παύει νὰ μπαίνει ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ τὸν Θεό. Συνεπῶς, ἡ καρδιὰ εἶναι γιὰ τὸν νοῦ ἕνα εἶδος αἰσθητηρίου ὀργάνου στὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ αἰσθητήρια ὄργανα τοῦ σώματος εἶναι τὰ ἐργαλεῖα ἐκεῖνα, ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀντιλαμβανόμαστε καὶ νὰ αἰσθανόμαστε τὶς ἐπιμέρους πραγματικότητες, μὲ τὶς ὁποῖες ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ τὸ σῶμα μας.

Ὡστόσο, πολλὰ ἐμπόδια ὀρθώνονται μπροστὰ στὸν νοῦ ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθει στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς, καὶ νὰ ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ, διεισδύοντας πέρα ἀπὸ τὶς ἰδέες καὶ ταυτόχρονα ἐπαληθεύοντας τὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν ἰδεῶν. Αὐτὰ τὰ ἐμπόδια προέρχονται κατὰ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ σωματικὰ αἰσθητήρια ὄργανα ἢ τὶς φαντασίες, ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ σωματικὰ αἰσθητήρια ὄργανα καὶ διαμορφώνονται κατὰ τὸ πρότυπό τους.

Ἐκτὸς αὐτοῦ, τὰ ἐμπόδια προέρχονται κι ἀπὸ τὴ δυσκολία τοῦ νοῦ νὰ ὑπερβεῖ τὶς ἴδιες του τὶς ἰδέες, ποὺ ἐκπηγάζουν ἀπὸ μέσα του μὲ τρόπο φυσικὸ -σκοπὸς τους βέβαια δὲν εἶναι νὰ τὸν φυλακίζουν, ἀλλὰ νὰ τὸν παραπέμπουν καὶ νὰ τὸν ὑποψιάζουν γιὰ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα βιωθεῖ.

Οἱ αἰσθήσεις καὶ οἱ φαντασίες, ποὺ ἐμποδίζουν τὸν νοῦ νὰ εἰσέλθει στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ φτάσει στὴν καθαρὴ ἢ καρδιακὴ προσευχή, εἴτε παράγονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, εἴτε ἑλκύουν τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἢ τοῦ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκεται κοντὰ σὲ μία καλὴ ἐνέργεια ἢ κοντὰ σὲ μία ἀληθινὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν ὁδηγοῦν κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἄλλωστε καὶ οἱ Πατέρες συνιστοῦν στοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι σὲ ἐπιφυλακὴ ἀκόμα καὶ ἔναντι ἐκείνων τῶν παραστάσεων ποὺ μοιάζουν καλές· τοὺς προτρέπουν νὰ μὴν ἐμπιστεύονται κανένα εἶδος φαντασίας ἢ ἐντύπωσης.

Κι ἀκόμα, γιὰ τοὺς Πατέρες, ἐμπόδιο ὄχι λιγότερο ἐπικίνδυνο γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ εἶναι καὶ οἱ διαλογισμοὶ -ἀκόμα καὶ οἱ θεολογικοὶ διαλογισμοί. Πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς προσεκτικός, ὥστε νὰ μὴν ἀγκυλώνεται στὸν θεολογικὸ στοχασμὸ ἢ νὰ μὴν διολισθαίνει σ’ αὐτόν, τὴν ὥρα ποὺ πρέπει νὰ πάει νὰ προσευχηθεῖ ἢ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς. Ὁ στοχασμὸς περὶ τοῦ Θεοῦ διακόπτει τὴν ἄμεση σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἢ τὴ συνάντηση μαζί Του. Μὲ τὸν θεολογικὸ στοχασμὸ ὁ ἄνθρωπος κλείνεται στὸν ἑαυτό του.

Οἱ Πατέρες κάνουν λόγο γιὰ τὴ μονολόγιστη εὐχή. Δὲν πρόκειται γιὰ ἕναν στοχασμό, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἴδια τὴ συνείδηση, ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Θὰ μποροῦσε ὡστόσο κανεὶς νὰ ὀνομάσει αὐτὴ τὴν ἐνσυνείδητη ἐμπειρία «στοχασμό», διότι δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνα συγκεχυμένο συναίσθημα ἢ μία αἴσθηση ἀπώλειας τοῦ ἑαυτοῦ στὸ πέλαγος ἑνὸς ἀνέκφραστου βιώματος, ἀλλὰ εἶναι ἡ συνείδηση τῆς συνάντησης μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ. Εἶναι μία ἐπίρρωση τῆς πραγματικότητας ἀπὸ τὴν σκέψη. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν χάνομαι, γιατί εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη τῆς ἀγάπης ἑνὸς Θεοῦ προσωπικοῦ, στὸν ὁποῖο ἀπαντῶ μὲ τὴ δική μου προσωπικὴ ἀγάπη. Διότι ἡ καρδιὰ εἶναι ἀκριβῶς ὁ τόπος ὅπου βιώνουμε τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου καὶ ὅπου ἀποκρινόμαστε σ’ αὐτήν. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν χάνω τὸν ἑαυτό μου, διότι εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη ἑνὸς προσωπικοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τὸ ἀγαλλίαμά μου. Ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του ὅπως ἐξαρτῶμαι καὶ ἀπὸ τὸ ἔλεός Του, διότι κατέναντι τοῦ προσώπου Του συνεχίζω νὰ αἰσθάνομαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀπειροελάχιστος.

Αὐτὴ ἡ συνάντηση μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ συναίσθηση τῆς ἀπέραντης διαφορᾶς μου ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἔλεός Του, ἐκφράζεται στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ τόπος ἀπ’ ὅπου ἐκπηγάζουν τὰ αἰσθήματα καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία συνεπάγεται συνάντηση μὲ τὸν ἄλλο. Κι ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη εἶναι μπολιασμένη μὲ μία ἀπέραντη ὁρμή, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ πλήρως παρὰ μονάχα στὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, τὴ θεία Ἀπεραντοσύνη.

Ὅμως ἀπὸ τὴν καρδιὰ ἐκπηγάζει καὶ ἡ θλίψη, καὶ μέσα στὴν καρδιὰ γίνεται ἡ θλίψη αἰσθητή. Ἐνώπιον τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιὰ δοκιμάζει θλίψη γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ γιὰ τὴν προσβολὴ ποὺ Τοῦ προξενεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας. Μέσα στὴν καρδιὰ του ὁ ἄνθρωπος θρηνεῖ καὶ ζητᾶ συγχώρηση. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναβλύζουν τὰ δάκρυα· τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας ἀλλὰ καὶ τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς. Στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὁ ἄνθρωπος παραιτεῖται ἀπὸ τὴ δυσκαμψία τοῦ μυαλοῦ. Ὡστόσο, ἂν ἡ καρδιὰ διολισθήσει σὲ ἕνα κατώτερο ἐπίπεδο, μετατρέπεται σὲ τόπο τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα προσκολλοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό του. Τὰ πάθη συνεπάγονται προσήλωση ἀπόλυτη σὲ πράγματα καὶ πρόσωπα σχετικά. Συνεπῶς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ καρδιὰ μπορεῖ νὰ ἀκτινοβολεῖ τὴν ἀπόλυτη ἀγάπη, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μπορεῖ νὰ ἐκπέμπει ἀπέραντο μίσος ἀπέναντι σὲ ὅ,τι τὴν ἐμποδίζει νὰ προσκολλᾶται ἁμαρτωλὰ στὰ ἀντικείμενα τοῦ πόθου της. Ἀπὸ τὴν καρδιὰ προέρχονται οἱ ἀγαθὲς σκέψεις καὶ τὰ καλὰ λόγια, ἀλλὰ καὶ οἱ λογισμοὶ τῆς ἀπληστίας, τοῦ μίσους, καθὼς καὶ οἱ φονικὲς διαθέσεις. Ἀκόμα καὶ οἱ κακοὶ λογισμοὶ καὶ τὰ λόγια χρωματίζονται ἀπὸ τὴν καρδιὰ μὲ ἕνα τόνο ἀπόλυτο, ἔστω κι ἂν ἀναφέρονται σὲ πράγματα σχετικά. Ὅμως αὐτὴ ἡ ἀπέραντη προσκόλληση σὲ πράγματα σχετικά, δὲν μπορεῖ νὰ κορέσει τὴν πραγματικὰ ἀπόλυτη δίψα τῆς καρδιᾶς. Μόνο ἡ συνάντηση τῆς καρδιᾶς μὲ τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει αὐτὴ τὴ δίψα. Ἑπομένως, ἡ καρδιά, λόγω τῆς ἱκανότητάς της πρὸς τὸ ἀπόλυτο, πρέπει νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν προσήλωση σὲ πράγματα σχετικά.

Στὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, τὸ ἀπόλυτο προσλαμβάνεται ὡς ἀπεριόριστη χαρὰ καὶ φῶς δίχως ὅρια. Τὰ λόγια μόνο ὑπαινικτικὰ μποροῦν νὰ ἐκφράσουν τὴ χαρὰ αὐτή, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε περιορισμό. Αὐτὸ τὸ συναίσθημα τῆς χαρᾶς, τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀπέραντης ταπείνωσης, μποροῦν νὰ τὸ ἐκφράσουν τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ -καὶ πάλι ἀτελῶς. Ὅμως αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ἐξεύρεση τῶν κατάλληλων λέξεων, ἀλλὰ αὐτὴ καθαυτὴ ἡ βίωση τῆς χαρᾶς, τῆς εὐγνωμοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης ἢ κι ἀκόμα τῆς ἀπέραντης ὀδύνης ποὺ γεννᾶ ἡ ἁμαρτία. Οἱ λέξεις πλέον, γιὰ κεῖνον ποὺ τὶς προφέρει, δὲν ἀποτελοῦν ἕνα ἀντικείμενο στοχασμοῦ. Δὲν ὀρθώνονται μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέσω αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος ἀπευθύνεται στὸν Θεό, ποὺ εἶναι παρών. Κι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀναπληρώνει ὅ,τι λείπει.

Τώρα πλέον, οἱ λέξεις προφέρονται καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ὑπερβαίνονται,. Συνεπῶς, δὲν μᾶς ξεγελοῦν δίνοντάς μας τὴν ἐντύπωση μιᾶς δικῆς τους, αὐτόνομης πραγματικότητας, ἀλλὰ ἀποτελοῦν τὴν ἔκφραση μιᾶς ἄμεσης ἐπαφῆς μὲ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσοχή μας δὲν κατευθύνεται πρὸς τὶς λέξεις ἀλλὰ πρὸς τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο ἐκεῖνες ἀπευθύνονται μέσα στὰ ὅρια ἑνὸς διαλόγου. Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ζήσουμε αὐτὸ τὸν διάλογο καὶ χωρὶς λέξεις.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μοναχός, στὸν ὁποῖο ἀναφέρθηκα στὴν ἀρχή, ἔλεγε πὼς σ’ ἕνα προχωρημένο πνευματικὸ στάδιο, μπορεῖ κανεὶς ἀκόμα καὶ νὰ σταματήσει τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ -μόνο τὸ περιεχόμενό της χρειάζεται νὰ διατηρηθεῖ. Στρέφεται στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸ ἴδιο του τὸ εἶναι Τὸν δοξάζει, ἐκφράζει ἐνώπιόν Του τὸ θάμβος, τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ταπείνωσή του. Αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς ἐσώτατης αἴσθησης ἐκφράζεται πιὸ ἀποτελεσματικὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης παρὰ μὲ τὰ λόγια, διότι αὐτὸ ποὺ ἐκφράζεται ὑπερβαίνει τὰ λόγια. Εἶναι προσευχὴ καθαρή, προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης, ποὺ φανερώνει ἔτσι τὴ συναισθηματική της ἔξοδο ἀπ’ ὅλα τὰ πράγματα, ἀπ’ ὅλες τὶς σκέψεις, ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό, πρὸς συνάντηση τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτὴ ἡ ἔξοδος βιώνεται μέσα στὴν καρδιὰ μὲ μία ἐντονότατη προσευχητικὴ κατάσταση. Ἐντός τοῦ τόπου τῆς καρδιᾶς, ἡ ὕπαρξη ὠθεῖται πρὸς τὸν Θεὸ φορτισμένη μὲ ἕνα ἀπεριόριστο αἴσθημα ἀγάπης. 


Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Τρυφερότητα και Αγιότητα



Στο πρόσωπο του αγίου, με τον προσιτό χαρακτήρα του στις σχέσεις του, με την ύψιστη προσοχή για τον άλλο, με την ετοιμότητα όπου δίνεται στον Χριστό, η ανθρωπότητα θεραπεύεται και ανανεώνεται. Πώς όμως εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο, αυτή η ανανεωμένη ανθρωπότητα; Ο άγιος αφήνει να διαφανεί, σε αναφορά προς κάθε ανθρώπινο ον, μια συμπεριφορά γεμάτη λεπτότητα, διαφάνεια, καθαρότητα σκέψεως και αισθημάτων.

Η λεπτότητά του επεκτείνεται ακόμη και στα ζώα και τα πράγματα, επειδή σε κάθε πλάσμα βλέπει ένα δώρο της αγάπης του Θεού και δεν θέλει να πληγώσει αυτή την αγάπη, με το να μεταχειρίζεται αυτά τα δώρα με αμέλεια ή αδιαφορία. Σέβεται κάθε άνθρωπο και κάθε πράγμα. Εάν κάποιος άνθρωπος ή ακόμη ένα ζώο υποφέρει, τους φανερώνει μια βαθειά συμπάθεια.

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει για την συμπάθεια του αγίου: «Και τί έστι καρδία ελεήμων; Και είπε· καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων, και των ορνέων, και των ζώων, και των δαιμόνων, και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών, και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Εκ τής πολλής και σφοδράς ελεημοσύνης της συνεχούσης την καρδίαν, και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού, και ου δύναται βαστάξαι, ή ακούσαι, ή ιδείν βλάβην τινά, ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Και διά τούτο και υπέρ των αλόγων, και υπέρ των εχθρών της αληθείας, και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει, του φυλαχθήναι αυτούς, και ιλασθήναι αυτοίς ομοίως και υπέρ της φύσεως των ερπετών εκ της πολλής αυτού ελεημοσύνης της κινούμενης εν τη καρδία αυτού αμέτρως καθ’ ομοιότητα του Θεού». (Λόγος πα’, σ. 306). Όσο για τον άγιο Καλλίνικο de Cernica, όταν δεν είχε χρήματα να δώσει στους φτωχούς, σε κάθε πόλη, στρεφόταν κλαίγοντας προς όσους τον περικύκλωναν και έλεγε: «Δώστε μου χρήματα, να στείλω στους μικρούς αδελφούς του Ιησού».

Αυτή η συμπάθεια αποκαλύπτει μια καρδιά τρυφερή, εξαιρετικά ευαίσθητη, ξένη σε κάθε σκληρότητα, στην αδιαφορία και τη βιαιότητα. Μας δείχνει πως η σκληρότητα προήλθε από την αμαρτία και τα πάθη. Στη συμπεριφορά του αγίου και ακόμα στις σκέψεις του, δεν συναντάμε ούτε χυδαιότητα, ούτε μικροπρέπεια, ούτε αγένεια. Κανένα ίχνος προσποιήσεως καμιά έλλειψη αλήθειας. Στο πρόσωπό του κορυφώνεται η τρυφερότητα, η διαφάνεια, που ενώνεται με την καθαρότητα, τη γενναιόδωρη προσοχή για τους ανθρώπους, μ’ αυτή τη διάθεση με την οποία όλο το είναι του συμμετέχει στα προβλήματα και τους πόνους τους. Σ’ όλες αυτές τις αρετές φανερώνεται μια έξοχη πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσεως.

Υπάρχει πραγματικά μια διακριτικότητα και μια ευγένεια γεμάτες στοργή, μέσα σ’ αυτή την ανώτερη μορφή τρυφερότητας, που ξεπερνάνε πολύ τη συνηθισμένη διακριτικότητα και ευγένεια, που κρατούν τις αποστάσεις και τηρούν τους τύπους. Η τρυφερότητα αυτή δεν αποφεύγει τις σχέσεις με τους ταπεινότερους ανθρώπους και δεν την ξενίζουν καταστάσεις, όπου άλλοι θα πίστευαν ότι τους μειώνουν. Το παράδειγμα αυτής της τρυφερότητας είναι η κένωση του Χριστού, η συγκατάβασή Του. Εκείνος δεν θέλησε να μείνει μακρυά από τους αμαρτωλούς ούτε από τις γυναίκες, που αποφεύγουν όσοι άνθρωποι προσέχουν την υπόληψή τους. Η κένωση του Χριστού, είναι αυτή η ύψιστη τρυφερότητα. Εδώ γίνεται φανερή η θέληση να μη βαρύνει τους ταπεινούς, να μην τους ενοχλήσει. Με την κένωσή Του θέλησε ν’ ανοίξει ένα δρόμο προς την καρδιά τους. Με την τρυφερότητά Του είχε την πρόθεση να τους κάνει να εγκαταλείψουν τη βαναυσότητά τους, αντί να επιμένουν σε μια σκληρότητα, όπου η περιφρόνηση του κατωτέρου απαντά σ’ εκείνη του ανωτέρου.

Ο Χριστός με την κένωσή Του, θέλησε να γκρεμίσει τον τοίχο της βαναυσότητας και της σκληρότητας, που περιζώνει σαν όστρακο την ευπαθή ουσία της αληθινής ανθρώπινης φύσεως.

Στην τρυφερότητα της συμπεριφοράς τους οι άγιοι εμπνέονται από την κένωση του Χριστού. Ταυτόχρονα είναι οι πρόδρομοι αυτού του μέλλοντος επιπέδου μιας ανθρωπότητας, όπου θα βασιλεύει η τρυφερότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί οι άνθρωποι, πάντοτε ανικανοποίητοι από την επιφανειακή ισότητα, που προσπαθούν να πραγματοποιήσουν, τείνουν τώρα προς ένα ανώτερο επίπεδο αμοιβαίων σχέσεων, γεμάτων από τρυφερότητα.

Χάρη σε μια συνείδηση, που η ευαισθησία της τράφηκε και καθαρίστηκε μ’ αυτή την ευαισθησία του Θεού, που έγινε άνθρωπος για τους ανθρώπους και στην οποία συμμετέχουν, οι άγιοι διακρίνουν στους άλλους τις πιο λεπτές καταστάσεις της ψυχής και αποφεύγουν όλα όσα θα μπορούσαν να τους προκαλέσουν κάποια ενόχληση, χωρίς όμως να παραλείπουν να τους βοηθούν να θριαμβεύουν πάνω στις αδυναμίες τους και να νικούν τις δυσκολίες τους. Ακόμη, ο άγιος είναι περιζήτητος ως ο έμπιστος, που θα του φανερώσουν τα πιο μύχια μυστικά. Γιατί μπορεί να διαβάσει στους άλλους μια ανάγκη που μόλις εμφανίσθηκε κι όλα όσα καλά μπορούν να επιθυμήσουν.

Βιάζεται τότε να ικανοποιήσει αυτό το αίτημα και σ’ αυτό δίνεται ολόκληρος. Αλλά το ίδιο εύκολα διακρίνει στους άλλους τις αμαρτίες τους, ακόμα κι εκείνες που συγκαλύπτουν έπιτηδειότατα. Τότε η συμπάθειά του γίνεται καθαρτική, με την τρυφερή δύναμη της καθαρότητάς του και με την οδύνη, που του προξενούν οι άσχημες προθέσεις των άλλων ή οι διεστραμμένες επιθυμίες τους. Και αυτή η οδύνη ζει μέσα του.

Σε κάθε μια απ’ αυτές τις περιστάσεις ο άγιος γνωρίζει ποιά είναι η κατάλληλη στιγμή για να μιλήσει και τι πρέπει να πει. Γνωρίζει επίσης πότε πρέπει να σιωπήσει και τι να αποσιωπήσει. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα είδος «ποιμαντικής διπλωματίας», αυτή η λεπτή διορατικότητα των αγίων, αυτή η νέα φανέρωση της ευγένειας και της διακριτικότητάς τους.

Από τον άγιο ακτινοβολεί πάντοτε ένα πνεύμα γενναιοδωρίας, αυταπάρνησης, προσοχής, συμμετοχής, χωρίς καμμιά φροντίδα του εαυτού του· μια θέρμη, που θερμαίνει τους άλλους και τούς δίνει το αίσθημα ότι αποκτούν δυνάμεις και τους κάνουν να νοιώθουν τη χαρά πως δεν είναι μόνοι. Ο άγιος είναι ένα αθώο πρόβατο, πρόθυμο πάντοτε να θυσιαστεί, για ν’ αναλάβει τον πόνο των άλλων, αλλά κι ένας άσειστος τοίχος, που πάνω του μπορούν να στηριχτούν όλοι. Συμμετέχοντας μ’ αυτό τον τρόπο στη μοίρα των άλλων, δείχνει άλλοτε μια μεγάλη σύνεση κι άλλοτε, αντίθετα εκφράζεται με διάχυση. Είναι περιττό να μιλήσει κανείς για την τέλεια ανιδιοτέλειά του στις σχέσεις του με τους άλλους.

Εξάλλου, κανείς δεν είναι πιο ταπεινός απ’ αυτόν, πιο ελεύθερος από κάθε τι το τεχνητό, πιο μακρυά από κάθε κομπορρημοσύνη, πιο φυσικός στη συμπεριφορά του, ενώ δέχεται και κατανοεί κάθε τι αληθινά ανθρώπινο, όλες τις ταπεινές και κάποτε γελοίες καταστάσεις της ανθρώπινης φύσεως μας, που δεν είναι μεγάλη, παρά μόνο όταν δεν καυχιέται για το μεγαλείο της. Έτσι, ο άγιος δημιουργεί αμέσως μια ατμόσφαιρα οικειότητας, ανθρώπινης προσεγγίσεως, φιλίας ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους. Εξανθρωπίζει αυτές τις σχέσεις του με τους άλλους και τους βάζει τη σφραγίδα της αυθεντικότητας, επειδή και ο ίδιος έγινε βαθειά ανθρώπινος και αυθεντικός. Μιλάει με τρυφερότητα, αποφεύγοντας να κατονομάσει με βαναυσότητα τις αδυναμίες των άλλων και συνάμα δημιουργεί τις συνθήκες μιας άμεσης, ειλικρινούς και ανοικτής σχέσεως με τους άλλους. Μ’ αυτό τον τρόπο τους ωθεί να ομολογήσουν τις αδυναμίες και τις αμαρτίες τους με ειλικρίνεια και τους δίνει τη δύναμη να τις νικήσουν.

Οι άγιοι έφτασαν στην καθαρή απλότητα, γιατί εντός τους έχουν ξεπεράσει κάθε δυαδικότητα, κάθε διπροσωπία, λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Έχουν ξεπεράσει τον αγώνα της ψυχής και του σώματος, των καλών προθέσεων και των έργων που πράττουν, των απατηλών φαινομένων και των κρυφών λογισμών, αυτού που προσποιούνται πως είναι και αυτού που πραγματικά είναι. Έχουν γίνει απλοί, γιατί δόθηκαν ολοκληρωτικά στο Θεό. Αυτός είναι ο λόγος, που μπορούν να δοθούν ολοκληρωτικά και στους ανθρώπους, στις σχέσεις τους μ’ αυτούς. Αν κάποτε αποφεύγουν να κατονομάσουν με βάναυσο τρόπο τις αδυναμίες των ανθρώπων, το κάνουν για να μην τους αποθαρρύνουν και για να αυξήσουν μέσα τους την αιδώ, τη λεπτότητα, την αναγνώριση, την απλότητα και την ειλικρίνεια. Οι άγιοι πάντοτε ενθαρρύνουν. Γι’ αυτό και κάποτε μειώνουν τις υπερβολικές διαστάσεις, που δίνουν στις αμαρτίες τους, τα πάθη και τις αδυναμίες τους οι άνθρωποι με τη φαντασία τους. Τους ελευθερώνουν από το αίσθημα της απελπισίας ή της ολοκληρωτικής αδυναμίας. Αλλά και την υπερηφάνεια των άλλων την μειώνουν κάποτε με μια λεπτή διάθεση.

Χαμογελούν, μα δεν ξεσπούν σε γέλια ή σαρκασμό. Άλλοτε μπροστά σε ανήθικες πράξεις και καταδικαστέα πάθη εκφράζουν τη σοβαρότητά τους, χωρίς να εμπνέουν τον τρόμο. Προσδίνουν μια άπειρη αξία στους πιο ταπεινούς ανθρώπους, επειδή ο ίδιος ο Υιός του Θεού με τη σάρκωσή Του έδωσε σε κάθε άνθρωπο την άπειρη αυτή αξία. Στον κάθε άνθρωπο οι άγιοι βλέπουν τον Χριστό, καθώς αναφέρουν στους λόγους τους ορισμένοι πνευματικοί Πατέρες. Αλλά ταυτόχρονα κατεβάζουν τον εγωισμό των άλλων, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως υπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Μ’ αυτό τον τρόπο αποκαθιστούν συνεχώς τη φυσική ενότητα ανάμεσα στους ανθρώπους.

Με την ταπεινοφροσύνη του ο άγιος διαβαίνει σχεδόν απαρατήρητος, αλλά είναι πάντα παρών, όταν κάποιος έχει ανάγκη στηρίξεως, παρηγοριάς, ενθαρρύνσεως. Παραμένει κοντά σε εκείνον, που οι άλλοι εγκαταλείπουν. Γι’ αυτόν καμιά δυσκολία δεν είναι ανυπέρβλητη, κανένα εμπόδιο ανίκητο, όταν πρόκειται να σώσει κάποιον από μια απελπιστική κατάσταση. Δείχνει τότε μια καταπληκτική δύναμη και δεξιοτεχνία, συνυφασμένη με μια ηρεμία και μια άσειστη εμπιστοσύνη, γιατί πιστεύει σταθερά στη βοήθεια του Θεού, την οποία ζητεί με επίμονη προσευχή.

Είναι το πιο ανθρώπινο και ταπεινό ον, αλλά συνάμα και μια ασυνήθιστη και εκπληκτική φυσιογνωμία. Προκαλεί στους άλλους το αίσθημα ότι αποκαλύπτει εντός του και εντός τους, την αληθινή ανθρώπινη φύση.

Κι αυτή η ανθρώπινη φύση έχει τόσο καλυφθεί από το τεχνητό, από μια προσπάθεια να φαίνεται αυτό που δεν είναι, ώστε, σαν φθάσει ν’ αποκαλυφθεί, να εκπλήσσει, γιατί μοιάζει με κάτι αφύσικο.

Ο άγιος είναι ο πιο ευπροσήγορος από τους ανθρώπους και συνάμα, άθελά του, επιβάλλεται. Είναι εκείνος, που προσελκύει περισσότερο την προσοχή και προκαλεί περισσότερο τον σεβασμό. Γίνεται στενός φίλος για τον καθένα, εκείνος που σας καταλαβαίνει καλύτερα, που σας κάνει να αισθάνεστε πιο άνετα μπροστά του, και συνάμα στενόχωρα, με το να σας οδηγεί στη γνώση των ηθικών σας ελλείψεων και των αμαρτημάτων, που αποφεύγετε να δήτε. Σας γεμίζει με το απλό μεγαλείο της καθαρότητάς του και με τη θέρμη της καλοσύνης και της προσοχής του· προκαλεί εντός σας τη ντροπή, που έχετε ένα τόσο χαμηλό επίπεδο, που έχετε παραμορφώσει μέσα σας την ανθρώπινη φύση, που είστε ακάθαρτος, τεχνητός, γεμάτος υποκρισία, μικροπρέπεια. Όλα αυτά παίρνουν μιαν ανάγλυφη όψη καταπληκτική, στην ακούσια σύγκρισή της με αυτή του αγίου.

Ο άγιος δεν ασκεί καμία επίγεια εξουσία. Δεν διατάζει με αυστηρότητα. Κι έπειτα δεν δημιουργείται μέσα σας καμία κριτική εναντίον του και δεν γεννιέται καμιά αντίθεση. Γιατί για σας «ενσαρκώνει» το πρόσωπο του Χριστού, τρυφερό και ισχυρό συνάμα. Κι έτσι δεν ζητάτε να κρυφτείτε ή να εξαφανιστείτε μπροστά του. Μα ίσως και να ζητάτε να τον αποφύγετε περισσότερο από κάποιον που θα σας διέταζε με αυστηρότητα, γιατί αισθάνεστε πως κατέχει αυτή την αμείωτη σταθερότητα, την ολοκληρωτική ταύτιση του προσώπου του με το αγαθό, αν κι αυτή η σταθερότητα στις πεποιθήσεις, τη ζωή, τις γνώμες, τις συμβουλές που δίνει, είναι σταθερότητα χωρίς ακαμψία.

Κι αυτή είναι η αιτία, για την οποία οι γνώμες και οι συμβουλές που σας δίνει για το τι πρέπει να κάνετε, παρά τον τελείως παράδοξο χαρακτήρα τους, γίνονται για σας διαταγές περισσότερο επιτακτικές από κάθε γήινη προσταγή, διαταγές τέτοιες, που μπορεί κανείς να καταβάλει κάθε προσπάθεια και θυσία, για να τις εκτελέσει. Γιατί η τρυφερότητα του αγίου είναι ταυτόχρονα σταθερότητα και καλωσύνη. Και η μια και η άλλη παίρνουν θέση μέσα στη θεία ακτινοβολία κι αφήνουν να φανεί η διαταγή της θείας καλοσύνης, που επιβάλλει με γλυκύτητα μιαν απόλυτη εξουσία. Έτσι η συμβουλή του αγίου επιβάλλεται ως απελευθέρωση. Σας ελευθερώνει απ’ αυτή την παραμόρφωση και την αδυναμία που βρίσκεστε, από αυτή τη δυσπιστία που βασιλεύει μέσα σας. Αισθάνεσθε αυτό που ο άγιος σάς έμαθε πως είναι δύναμη και βέβαιος φωτισμός στο δρόμο της σωτηρίας όπου πρέπει να πορευθείτε, για να σωθείτε απ’ την καταστροφή. Αισθάνεσθε ότι με τη βοήθεια του Θεού γίνεσθε η δύναμη και το φως, που προέρχονται από την ύψιστη πηγή της δυνάμεως και του φωτισμού, αλλά και η καλοσύνη, που ρέει από την ύψιστη πηγή της καλοσύνης. Φοβάστε, μήπως ο άγιος βυθίσει το βλέμμα του στη ψυχή σας, ακριβώς όπως φοβάστε, μήπως ανακαλύψουν μιαν αλήθεια, που θα σας ήταν δυσάρεστη. Αλλά όπως και να έχει, το περιμένετε σαν το βλέμμα ενός γιατρού, με αδιαμφισβήτητη αρμοδιότητα και δοκιμασμένη φιλία. Το ξέρετε, πως αυτός θα σας δώσει και τη διάγνωση και το φάρμακο το αποτελεσματικό, για να σας θεραπεύσει από μιαν αρρώστια, που αόριστα γνωρίζετε πως είναι θανατηφόρα.

Μέσα στην τρυφερότητα του αγίου, μέσα στην γλυκύτητα και την ταπεινοφροσύνη του, διακρίνετε ένα σθένος, που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να λυγίσει, ώστε να το κάνει να ξεπέσει από την καθαρότητά του, από την αγάπη του για το Θεά και τους ανθρώπους, από τη θέλησή του να δοθεί ολοκληρωτικά στο Θεό και στην υπηρεσία των ανθρώπων, για να τους βοηθήσει να σωθούν.

Όποιος πλησιάζει έναν άγιο, ανακαλύπτει σ’ αυτόν το αποκορύφωμα της καλοσύνης και της καθαρότητας, καλυμμένα με το πέπλο της ταπεινοφροσύνης, που τον κάνει πιο ελκυστικό. Πρέπει κάνεις να καταβάλει προσπάθεια, για ν’ ανακάλυψη τ’ ανδραγαθήματα των απαρνήσεών του, της ασκήσεως και της αγάπης του για τους ανθρώπους, μα το μεγαλείο του επιβάλλεται με την εμφάνιση της καλοσύνης, της απλότητας, της ταπεινοφροσύνης και της καθαρότητας, που προέρχονται απ’ αυτόν. Με την προσέγγισή του φανερώνεται κι η μεγαλοψυχία του. Είναι η λαμπρότητα του μεγαλείου της «κενώσεως» ή της ταπεινοφροσύνης. Από το πρόσωπο του αγίου ακτινοβολεί μια ηρεμία, μια αδιατάρακτη γαλήνη. Αλλ’ αυτή η ηρεμία κι αυτή η γαλήνη, κερδήθηκαν και διατηρήθηκαν με μεγάλο αγώνα, ενώ ταυτόχρονα, ο άγιος συμμετέχει μέχρι δακρύων και στους πόνους των άλλων. Ο άγιος είναι ριζωμένος μέσα στη σταθερότητα της αγάπης και του πάθους του σαρκωθέντος Θεού, γιατί αυτή η αγάπη εκπέμπεται από το Θεό, που φόρεσε σάρκα και υπέφερε για τους ανθρώπους. Αναπαύεται μέσα στην αιωνιότητα της δυνάμεως και της καλοσύνης του Θεού, που έγιναν προσιτές στους ανθρώπους διά του Ιησού Χριστού, καθώς λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής· κι αυτό, γιατί ολόκληρος είναι σημειωμένος από την παρουσία του Θεού, σαν τον Μελχισεδέκ.

Αλλά η παραμονή του αγίου μέσα στην αιώνια αγάπη του Θεού και των ανθρώπων, δεν αποκλείει και τη μετοχή του στους πόνους των ανθρώπων ή στους πόθους τους, όπως ακριβώς ο Χριστός δεν παύει να θυσιάζεται γι’ αυτούς και οι άγγελοι δεν παύουν να προσφέρουν διαρκώς τη λατρεία τους. Γιατί η παραμονή μέσα στην αρωγό αγάπη που συμπάσχει είναι μια αιωνιότητα, μια ζωντανή αιωνιότητα. Αυτή είναι η κατάπαυση, η σταθερότητα, το Σάββατο στο οποίο ζουν οι άγιοι (Εβρ. γ’, 18- δ’, 11), αυτοί που βγήκαν από την Αίγυπτο των παθών. Δεν είναι το Σάββατο της απαθούς Νιρβάνα. Γιατί η ανάπαυση του αγίου μέσα στην αιωνιότητα της αδιάσειστης αγάπης, της αγάπης του Θεού προς τούς ανθρώπους, έχει τη δύναμη και να ελκύσει τούς άλλους προς το μέρος της και να τους βοηθήσει έτσι να νικήσουν τους πόνους τους με θάρρος, να μην περιπέσουν σε απελπισία. Για τούτο ο άγιος είναι ο πρόδρομος και ο υποστηρικτής της ανθρωπότητας στο δρόμο, που οδηγεί στη μέλλουσα τελειότητα των έσχατων.

Ο άγιος έχει νικήσει τον χρόνο, ενώ παραμένει έντονα παρών μέσα σ’ αυτόν. Έτσι, έχει φτάσει στη μεγαλύτερη ομοιότητα με τον Θεό, που, ενώ υπάρχει στον ουρανό, ταυτόχρονα είναι μαζί μας με τη μεγαλύτερη πληρότητα. Ο άγιος φέρει μέσα του τον Χριστό και την ανίκητη δύναμη της αγάπης Του, για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Παρουσιάζει το ανθρώπινο είναι, καθαρμένο από τη σκουριά της κατώτερης ανθρώπινης φύσεως ή της απανθρωπιάς. Είναι η επανόρθωση του παραμορφωμένου από το ζωώδες ανθρώπινου είναι. Και η αποκαταστημένη διαύγειά του αφήνει να δει κανείς το πρόσωπο της απεριόριστης αγάπης, της απεριόριστης δύναμης και ευαισθησίας του σαρκωθέντος Θεού. Είναι η επανορθωμένη εικόνα του ζωντανού και προσωπικού Απολύτου, που έγινε άνθρωπος. Έγινε μια κορυφή ιλιγγιώδους ύψους και τελείως οικείας προσεγγίσεως με την ανθρώπινη φύση του, που στον Θεό βρήκε την τελειότητά της. Είναι ένα πρόσωπο που εισέδυσε σ’ ένα διάλογο εντελώς ανοικτό και αδιάκοπο με τον Θεό και τους ανθρώπους. Είναι η πεντακάθαρη διαφάνεια της αυγής του αιώνιου θείου φωτός, όπου η ανθρώπινη φύση φθάνει στην τελειότητά της. Είναι η ακέραιη αντανάκλαση της ανθρωπότητας του Χριστού.

πηγή: π. Δημητρίου Στανιλοάε, «Προσευχή, ελευθερία, αγιότητα», εκδ. Λειμών, σ. 55-65

αναδημοσίευση απο την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Δημοφιλείς αναρτήσεις