Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΔΩ 

ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


Ο Θρήνος της Κωνσταντινούπολης είναι ένα πεζό κείμενο, ανώνυμου συγγραφέα που αφορά την άλωση της Πόλης. Ο χρόνος της συγγραφής του τοποθετείται μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η γλώσσα του είναι ένας συνδυασμός από δημώδη και αρχαΐζοντα στοιχεία.

Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το γεγονός ότι διασώζει μια παράδοση για τον αυτοκράτορα, που δεν είναι γνωστή από αλλού και αναφέρεται σε μια συνάντηση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου με την Παναγία μέσα στο ναό της. Ο ναός δεν κατονομάζεται, αλλά μπορεί να υποτεθεί ότι είναι η εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών. Η Παναγία περίλυπη, επειδή η Πόλη πάσχει, θυμίζει στο βασιλιά ότι πολλές φορές στο παρελθόν μεσίτευσε στο Θεό για να σωθεί η πόλη από επιδρομείς. Όμως, αυτή τη φορά η απόφαση του Θεού είναι αμετάκλητη. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται έρχονται ως επακόλουθο των αμαρτιών του λαού και δεν είναι εφικτό να ανατραπούν. Προτρέπει, λοιπόν, τον αυτοκράτορα να παραδώσει το στέμμα της βασιλείας του για να το φυλάει η ίδια, μέχρι να έλθει άλλος ηγέτης να το παραλάβει. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος υπακούει και καταθέτει το στέμμα και το σκήπτρο του πάνω στην Αγία Τράπεζα. Με δάκρυα ομολογεί την προσωπική του ευθύνη για αυτά που υφίσταται η Πόλη και αποφασίζει να αγωνιστεί μέχρι θανάτου για την υπεράσπισή της. Η μορφή της Παναγίας και των αγγέλων της εξαφανίζονται. Παράλληλα, εξαφανίζονται το στέμμα και το σκήπτρο, τα οποία θα τα φυλάει η Θεοτόκος, μέχρι να παραδοθούν σε κάποιον μελλοντικό βασιλιά.

Το κείμενο κλείνει με την περιγραφή του θανάτου του βασιλιά. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του δόθηκε στον σουλτάνο. Σε όλες τις περιγραφές των τελευταίων στιγμών του αυτοκράτορα υπάρχει συμφωνία ως προς το ότι πολέμησε ως απλός στρατιώτης, όπως συμβαίνει και στο παρόν κείμενο. Σε άλλες αναφέρεται ότι ο βασιλιάς σκοτώθηκε, αλλά δεν ήταν εύκολη η αναγνώρισή του. Το γεγονός ότι δεν είναι με σαφήνεια γνωστό τί απέγινε, αποτέλεσε αφορμή για να διαμορφωθούν διάφοροι θρύλοι, ότι δηλαδή κοιμάται και, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα ξυπνήσει για να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Ο λαός, που συγκλονίστηκε ύστερα από την Άλωση, αρεσκόταν να πιστεύει σε τέτοιου είδους δοξασίες, ώστε να διατηρείται ζωντανή η ελπίδα του για την ανακατάληψη της Πόλης.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

δὲ ἐλεεινὸς βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, καθὼς ἐμπῆκαν οἱ Τοῦρκοι τὸ μέρος τοῦ Ἀγίου Ῥωμανοῦ, ἐπεριπάτει ἀπὸ τὰ τείχη καὶ ἔβλεπε διὰ τοὺς ἐχθρούς. Εἶχε καὶ μετ’ αὐτοῦ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας καὶ πρὸς τὸ δεξιὸν μέρος ἦτον ἕνας ναός τῆς Ὑπεραγίας, καὶ θεωρεῖ ὁ βασιλεὺς μίαν βασίλισσαν ὁποῦ ἔρχονταν ἀπὸ ἔξω μὲ πολλοὺς εὐνούχους καὶ ἐμπῆκε μέσα εἰς τὸν ναόν. Ὑπῆγε γοῦν καὶ ὁ βασιλεὺς μὲ τοὺς ἄρχοντας νὰ ἰδοῦν τι βασίλισσα ἦτον ἐκείνη ὁποῦ ἐμπῆκεν εἰς τὸν ναὸν ἐκεῖνον, καὶ ἐμπῆκαν μέσα. Ἡ δὲ βασίλισσα ἄνοιξε τὴν ὡραίαν πύλην καὶ ἐμπῆκε μέσα, καὶ ἐκάθησεν εἰς τὸ ἱερὸν σύνθρονον καὶ ἔδειξε σχῆμα λυπητικόν. Τότε ἄνοιξε τὸ ὑπεράγιον αὐτῆς στόμα καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα· 
«φόντις μοῦ ἐπαράδοσαν ταύτην τὴν ταλαίπωρον Πόλιν, πολλαῖς φοραῖς τὴν ἐγλύτωσα ἀπὸ ὀργαῖς θεϊκαῖς· ἀλλὰ καὶ τώρα ἐπαρακάλεσα τὸν υἱόν μου καὶ θεὸν, καὶ ὅμως ἔγινε ἀπόφασις, ὅτι νὰ παραδοθῆτε εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀλλοτρίων, διότι αἱ ἀμαρτίαι τοῦ λαοῦ ἄναψαν τὸν θυμὸν τοῦ θεοῦ. Καὶ λοιπὸν ἄφες τὸ στέμμα τῆς βασιλείας ἐδῶ νὰ τὸ φυλάγω, ἕως νὰ εὐδοκήσῃ ὁ θεὸς νὰ ἔλθῃ ἄλλος νὰ τὸ παραλάβῃ, καὶ σὺ ὕπαγε νὰ ἀποθάνῃς, ὅτι ἔτζι ὤρισεν ὁ θεός»
Καὶ ὡς ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς, ἔγινε περίλυπος, καὶ ἔβγαλε τὸ στέμμα τῆς βασιλείας καὶ τὸ σκῆπτρον ὁποῦ ἐβάστα εἰς τὸ χέρι, καὶ τὰ ἔβαλεν ἐπάνω εἰς τὴν ἁγίαν τράπεζαν· καὶ ἐστάθη μετὰ δακρύων καὶ εἶπεν· 
« δέσποινά μου, ἐπειδή διὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἐξεγυμνώθηκα τὴν τιμὴν τῆς βασιλείας καὶ χάνω καὶ τὴν ζωήν μου, ἰδοὺ παραδίδωμι καὶ τὴν ψυχήν μου εἰς χεῖράς σου, καθώς σε ἐπαρέδωκα καὶ τὸ στέφος τῆς βασιλείας»
Τότε ἀπεκρίθη ἡ κυρία τῶν ἀγγέλων· 
«Κύριος ὁ θεὸς νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ψυχήν σου μετὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ»
Ὁ δὲ βασιλεὺς ἔβαλε μετάνοιαν, καὶ ὑπῆγε νὰ φιλήσῃ τὸ γόνυ αὐτῆς, καὶ ἐκείνη ἔγινεν ἄφαντος μετὰ τῶν εὐνούχων, οἵτινες ἦσαν οἱ ἄγγελοι. Ἀλλὰ οὐδὲ τὸ στέμμα οὐδὲ τὸ σκῆπτρον εὑρέθησαν ἐκεῖ ὁποῦ τὸ ἄφησε, διότι τὸ ἐπῆρεν ἡ κυρία Θεοτόκος νὰ τὸ φυλάγῃ ἕως οὗ νὰ γένῃ ἔλεος εἰς τὸ ταλαίπωρον γένος τῶν Χριστιανῶν. Ταῦτα ἐξηγήθησάν τινες Χριστιανοὶ ὕστερον, παρόντες ἐκεῖ ὅπου εἶδαν τὸ θαῦμα. Τότε ἐβγῆκε ὁ βασιλεὺς γεγυμνωμένος τῆς βασιλείας, καὶ ὑπῆγε μετὰ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ, βλέποντες ἀπὸ τὰ τείχη τοὺς ἐχθρούς· καὶ ἐσύναξαν καὶ ἐσυναπαντήθη μὲ μερικοὺς Τούρκους, καὶ, δώσας πόλεμον μετ’ αὐτῶν, ἐνικήθη, καὶ ἔκοψαν αὐτὸν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ, καὶ ἤφεραν τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐλεεινοῦ βασιλέως εἰς τὸν σουλτάνον καὶ ἐχάρη μεγάλως. 
cityculture.gr 
γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης*

*Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ – ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


Γεώργιος Κλόντζας, «Επί Σοι Χαίρει», τέλη 16ου αι.

 ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ  

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Στην εικόνα αυτή του Γεωργίου Κλόντζα, συνδυάζονται διάφορα θέματα και συνθέτουν μία θριαμβευτική δοξολογία προς την Παναγία, η οποία εικονίζεται στο κέντρο της σύνθεσης, μέσα σε δόξα, με τον Χριστό στην αγκαλιά της και σε θρόνο από σεραφείμ. Γύρω της σε ομόκεντρους κύκλους που έχουν αυξανόμενο πλάτος, υπάρχουν οι τροχοί, τα χερουβείμ, οι άγγελοι, τα ζώδια, το Δωδεκάορτο και οι οίκοι του Ακάθιστου Ύμνου, σκηνές από τη Γένεση και επάνω και στη μέση, εκκλησία με τον Εσταυρωμένο. Στο κάτω μέρος, μέσα σε μία λιμνοθάλασσα που θυμίζει τη Βενετία, εικονίζεται η Άνω Ιερουσαλήμ, αλλά και άγιοι, οι οποίοι παρατάσσονται σε πυκνές ιεραρχημένες ομάδες. Έτσι όλο το σύμπαν και το ανθρώπινο γένος, υμνεί την Παναγία για τον ρόλο της στην Ενσάρκωση.

Το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, «ὀρθοστάδην» το πλήθος έψαλε τον, από τότε ονομαζόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ο ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Η παράδοση αποδίδει τον «Ακάθιστο ύμνο» στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. 
ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ 
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα Χαίρε , Νύμφη ανύμφευτε

 


πηγή cityculture.gr /Επί Σοι Χαίρει, Κεχαριτωμένη Ακάθιστος Ύμνος 

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Βασίλειος Γοντικάκης Ἀρχιμανδρίτης


Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Βασίλειος Γοντικάκης
Ἀρχιμανδρίτης

Ἐρώτησι: Ἕνας περίφημος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας ὀνομάζει τὴν Παναγία οὐρανό: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος». Θὰ θέλατε, π. Βασίλειε, νὰ συζητήσουμε λίγο τὴ θέσι τῆς Πλατυτέρας τῶν Οὐρανῶν μέσα στὴν Ὀρθόδοξή μας Ἐκκλησία; 
Ἀπάντησι: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος»… Θυμᾶμαι ἕνα ἄλλο θεοτοκίο, ποὺ λέει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα», εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔκανε τὴ γῆ οὐρανό. Καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας λέει ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα καί, βλέποντάς τα, εἶδε καὶ εἶπε ὅτι ἦταν «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ κάλλος καὶ αὐτὴ ἡ καλοσύνη, ἀφοροῦσαν τὴν Παναγία. Δηλαδή, ἦταν ὅλα «καλά λίαν», ἐπειδὴ ὁδηγοῦσαν στὴν Παναγία, ἐπειδὴ ἐν τέλει θὰ ἐγεννάτο ἡ Παναγία. Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς ἀναμονῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. 
Ὁ Θεὸς δημιούργησε ὅλο τὸν κόσμο «καλόν λίαν» καὶ δημιούργησε στὸ τέλος τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸ πλάσιμο τοῦ ὁποίου καταβάλλει μία ἰδιαίτερη προσπάθεια, κάνει μία ἰδιαίτερη ἐνέργεια. Δὲν λέγει καὶ γεννᾶται ἀλλὰ πλάθει τὸν ἄνθρωπο «ἐκ τῆς γῆς» καὶ ἐμφυσᾶ «πνοήν ζωῆς» σ’ αὐτόν. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο «μοῖραν τῆς αὐτοῦ θεότητος». Κι ἔτσι, ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ γινώμαστε θεοὶ κατὰ χάριν, ἂν ὑπακούαμε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐν τέλει, ἀφοῦ μᾶς ἔκανε αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία εἶναι δίκοπο μαχαίρι -εἴτε πηγαίνεις ἐπάνω διὰ τῆς ὑπακοῆς εἴτε καταστρέφεσαι διὰ τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς αὐτονομίας- ἐμεῖς ἀκολουθήσαμε τὴ φιλαυτία καὶ χάσαμε τὸν Παράδεισο, βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ζήσαμε μία ζωὴ βασανισμένη, χιλιετίες καὶ αἰῶνες πολλούς. Καὶ αὐτὸ τὸ βάσανο τὸ ξέρουμε ὅλοι μας. 
Γεννιέται τότε τὸ ἐρώτημα πολλὲς φορές: Γιατί ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔσωσε, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀγαποῦσε; Ἐμεῖς παρηκούσαμε τοῦ πλάσαντος, κάναμε, ὅπως λέμε, τοῦ κεφαλιοῦ μας. Ἀλλὰ Αὐτός, ὡς Θεὸς εὔσπλαγχνος καὶ Πατέρας, γιατί δὲν μᾶς ἔβαζε πάλι στὸν Παράδεισο; Ὅμως δὲν ὑπάρχει Παράδεισος χωρὶς τὴν ἐλευθερία. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ σώση τὸν Ἰούδα;». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος καὶ λέει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὰ πάντα ἀλλὰ δὲν ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ σώση τὸν Ἰούδα, γιατί διὰ τῆς βίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία, παρὰ μόνο ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. 
Ἔτσι, λοιπόν, περιμέναμε χιλιετίες ὁλόκληρες, γιὰ νὰ ἔρθη κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, τί σημαίνει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, γιὰ νὰ τὸ καταλάβαινε αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἦταν καθαρὸς καὶ πολὺ ταπεινός. Καὶ γεννήθηκε ἡ Παναγία. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουμε μ’ ἐκεῖνα ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του: «Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πρὶν νὰ ἔρθη ἡ πίστι, ἤμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν Νόμο. Ὁ Νόμος ἔγινε παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν ἀλλὰ ὁ Νόμος, ὁποιοσδήποτε νόμος, ἦταν ἀνίκανος καὶ εἶναι ἀνίκανος νὰ σώση καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἄνθρωπο ἀληθινά. 
Γι’ αὐτό, ὅταν ἦρθε τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ὑπὸ… νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶναι ἡ γέννησι τῆς Παρθένου, τῆς γυναικὸς διὰ τῆς ὁποίας ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός. Αὐτὴ εἶναι ἡ «κλῖμαξ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» καί ἡ «γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
Αὐτή, λοιπόν, ἡ «ἐκ κοιλίας μητρός» τῆς ἠγιασμένη, ἀκριβῶς γιατί ἦταν καρπὸς πολλῆς προσευχῆς τῶν γονέων της, τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, ποὺ ζήτησαν νὰ τοὺς χαρίση ὁ Θεὸς ἕνα παιδί καὶ νὰ τὸ ἀφιερώσουν ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό, ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ βρεφικῆς ἡλικίας. Καὶ ἀκοῦμε στὴν ἀκολουθία τῶν Εἰσοδίων νὰ ψάλλη ἡ Ἐκκλησία ὅτι «τῶν ἁγίων εἰς ἅγια ἡ ἁγία καὶ ἄμωμος ἐν ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται». Ἐκεῖ μένει ἡ Παρθένος ἐπὶ χρόνια, ἐκεῖ τρέφεται μὲ τροφὴ Ἀγγέλου καί, ὅταν φθάση σὲ μία ὥριμη ἡλικία καὶ ἔχη ὡς μνηστῆρα τὸν Ἰωσήφ, δέχεται τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό καὶ εἶναι πιὰ ἱκανὴ νὰ πῆ «ναί» στὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, νὰ πῆ «γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου», νὰ δεχθῆ νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτή. Κι ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς, νὰ γίνη ἐκείνη ἡ ὁποία, διὰ τῆς ὅλης ὑπάρξεώς της, σαρκοποιεῖ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι, γίνεται ἡ «εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν», ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων καὶ αὐτὴ ποὺ πράγματι ἀξιώνεται νὰ κάνη τὴ γῆ οὐρανό. 
Ἐρώτησι: Οἱ Πατέρες, μιλώντας μὲ τὴ γλώσσα τῆς θεολογίας καὶ τῆς θεοπνευστίας, καθόρισαν γιὰ τὴν Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ὅτι βρίσκεται μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Τί σημαίνει αὐτό; 
Ἀπάντησι: Μ’ αὐτὸ πού μοῦ λέτε, θυμᾶμαι τὸν ὕμνο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Αὐτὴ εἶναι «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν». 
Θὰ ἤθελα τώρα νὰ ἔλεγα κάτι γενικὰ γιὰ τὶς γυναῖκες. Ὅπως εἴπατε, ἡ Παναγία -τὸ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς- εἶναι «μεθόριον κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως» καὶ κανεὶς δὲν μπορῆ νὰ ἔρθη πρὸς τὸν Θεό, παρὰ μόνο δι’ αὐτῆς. Καὶ εἶναι ἡ δόξα τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι τὸ «μητροπάρθενον κλέος». Εἶναι αὐτὴ, στὴν ὁποία «πᾶσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Καὶ εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἐκείνη ἡ ὁποία μᾶς ἔθρεψε καὶ μᾶς θήλασε μὲ τὴ Χάρι καὶ μὲ τὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἡ πρώτη, ἡ Εὕα, μᾶς θήλασε μὲ τὴν ἀνταρσία, μὲ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατο. 
Ἡ Παναγία, ὅπως λέει ἡ λέξι, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Καὶ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους, γιατί ξεπέρασε ὅλους σὲ καθαρότητα, σὲ ταπείνωσι καὶ σὲ ὑπακοή. Μπορεῖ νὰ εἶναι μεγάλοι ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, οἱ μεγάλοι Πατέρες, Ὁμολογητὲς καὶ Μάρτυρες. Ὅμως κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν Παναγία. Γι’ αὐτό, βλέπουμε ὅτι τὸ κάλλος τῆς Παναγίας καὶ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἀπὸ τὴν Παναγία, εἶναι «ἔσωθεν», εἶναι «ὁ τῆς κοιλίας αὐτῆς καρπός».Αὐτὸ τὸ κάλλος ποὺ γέννησε καὶ τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Θεός της, εἶναι αὐτὸ ποὺ φωτίζει ὅλη τὴ ζωή μας, τὰ προβλήματά μας καὶ τὶς δυσκολίες μας. 
Καὶ γυρίζω πάλι σ’ αὐτό ποὺ εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅτι θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω γιὰ τὶς γυναῖκες. Τὸ πῶς θὰ τιμήσουμε τὴ γυναίκα, τὸ πῶς θὰ γίνη αὐτὸ καὶ πῶς θὰ συμβῆ, θὰ τὸ βροῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ Θεοτόκο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο. Καὶ βλέπουμε, ὅτι οἱ γυναῖκες τώρα θέλουν νὰ πάρουν μία θέσι ἔνδοξη. Ἀλλὰ τὸ ποὺ μπορεῖ νὰ φθάση ἡ γυναίκα, τὸ ἔδειξε ἡ Παναγία μὲ τὸ νὰ γίνη «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Καὶ ἂν εἶναι μεγάλοι οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, κανεὶς δὲν εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὴν Παναγία• καὶ ἂν ἡ Παναγία εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς, δὲν ἔγινε, ὡστόσο, οὔτε διάκος οὔτε ἱερέας οὔτε δεσπότης. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν γίνονται διάκοι ἢ ἱερεῖς, ὄχι γιατί ὑποτιμῶνται μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ γιατί τιμῶνται ὑπερτέρως. 
Ἔτσι, ἀναδεικνύεται ἡ ἀλήθεια ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι, ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός καὶ ὅταν ταπεινώνωμαι, τότε δοξάζομαι. Καὶ τὸ ἀσθενὲς φύλο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς ὑπακοῆς καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως, τὴν ὁποία ἐφαρμόζουν καὶ ζοῦν οἱ Ἅγιοι καὶ τὴν ὁποία ἐφήρμοσε καὶ ἐνσάρκωσε ἰδιαιτέρως ἡ Παναγία, ἀποδεικνύεται ἰσχυρὸ καὶ ἰσχυρότερο. 
Ἐρώτησι: π. Βασίλειε, λέμε στὸν ὕμνο «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα». Ποιό είναι αυτό «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας»; 
Ἀπάντησι: Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔχθρα μεταξὺ τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς ὑπακοῆς. Κι ἐμεῖς μὲ τὴν παράβασι ἀκολουθήσαμε τὸν διάβολο καὶ ὄχι τὸν Θεό. Καὶ μᾶς πέρασε ὁ λογισμὸς, ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ φθάσουμε στὴν ἁγιότητα διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φθάσουμε στὴ θέωσι μὲ τὸ νὰ ὑπακούσουμε στὸν διάβολο. Καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ὅλο αὐτὸ τὸ χάσμα, ὅλος ὁ μεσότοιχος πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. 
Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξη κάποιος ἄνθρωπος φωτισμένος, καθαρός, ταπεινός, πανάγιος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς φθάνουμε στὴν ἐλευθερία, διὰ τῆς ταπεινώσεως φθάνουμε στὴ δόξα καί, θὰ ἔλεγα, διὰ τῆς παρθενίας καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως στὸν Θεὸ φθάνουμε στὸν ὄντως γάμο καὶ στὴν ἑνότητα τὴν ἀληθινὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ μὲ τὸν Θεό. 
Ἐρώτησι: Ἐρχόμενος, π. Βασίλειε, ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, τὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Κύπρο, ποὺ ἔχει ἀφιερώσει στὴν Παναγία πολλοὺς ναοὺς καὶ πολλὰ μοναστήρια, πῶς νοιώθετε; 
Ἀπάντησι: Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἦρθα στὴν Κύπρο προσκεκλημένος, μὲ μία διάθεσι νὰ μιλήσω γιὰ τὴν Παναγία. Καί, ἔκπληκτος, βρέθηκα στὸ νησὶ τῆς Παναγίας, γιατί σχεδὸν ὅλα τὰ μοναστήρια σας εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία, τόσες θαυματουργὲς εἰκόνες ἔχετε σὲ πολλὲς ἐκκλησίες καὶ στὰ σπίτια σας ἐσείς, οἱ Κύπριοι. 
Ἀλλὰ κάτι πού μοῦ ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι καὶ ἦταν μία δωρεὰ τῆς Παναγίας ἦταν, ὅταν ἐπισκέφθηκα ἕνα χωριό, τὴν Ὁρᾶ. Εἴδαμε μία πολὺ μεγάλη, πετρόκτιστη καὶ ὡραῖα ἐκκλησία καὶ πήγαμε νὰ προσκυνήσουμε. Ζητήσαμε, λοιπόν, νὰ ἔρθη ὁ νεωκόρος. Προσκυνήσαμε τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ μπήκαμε μέσα στὸ ἱερό. Βγαίνοντας ἔξω, εἴδαμε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸν ἀριστερὸ τοῖχο. Ἦταν ἀρχαία καὶ πάρα πολὺ ὡραῖα εἰκόνα. Τὴν ὥρα ποὺ προσκυνούσαμε, ὁ νεωκόρος, ἕνας ἡλικιωμένος ἄρχοντας τοῦ χωριοῦ, μοῦ εἶπε μία φράσι, ποὺ σ’ αὐτὴ ἦταν ὅλο τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ μυστηρίου τῆς Παναγίας. Αὐθόρμητα μοῦ εἶπε: «Εἶναι ὡραία ἡ Βασίλισσά μας. Γειά στὰ χέρια ἐκείνου ποὺ τὴν ἔκανε». 
Ἡ Βασίλισσα τῆς Κύπρου εἶναι ἡ Παναγία. Καὶ ἡ Παναγία εἶναι ὡραία• καὶ ὡραῖα τὴ λένε οἱ Προφῆτες, τὴ λένε οἱ Πατέρες, τὴ λένε οἱ ὕμνοι. Καὶ τὸ κάλλος τῆς Παναγίας ἠράσθη, ἀγάπησε ὁ Θεὸς καὶ ἔγινε ἄνθρωπος. Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας εἶναι τὸ κάλλος τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς καθαρότητος. Τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο ὅλο. Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι «τὸ ἀληθινὸν καὶ ἐράσμιον», ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεότης. 
Ἔτσι, συγκινήθηκα ἰδιαίτερα, ὅταν ἔνοιωσα αὐτὸ τὸ κάλλος, αὐτὴ τὴ χάρι, νὰ ὑπάρχη σ’ ὅλο τὸ νησὶ τῆς Παναγίας, ποὺ εἶναι ἡ Κύπρος. Καὶ συγκινεῖται κανεὶς ἰδιαίτερα, ὅταν βλέπη πόσο ζῆ ἡ Παναγία μεταξύ μας καὶ πόσο πράγματι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ. Ὄχι ἀπὸ ἕναν Προφήτη, ὄχι ἀπὸ ἕναν Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, χωριάτη καὶ ἄρχοντα, ἄκουσα αὐτὴ τὴ μεγάλη φράσι: «Ἡ Βασίλισσά μας εἶναι ὡραία». Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι, ποὺ θὰ σώση τὴν Κύπρο καὶ θὰ σώση τὸν κόσμο ὅλο. 
*Συνέντευξη σὲ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Κύπρου τὸν Μάιο τοῦ 1989.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

 

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

 ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ

   

ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΥΧΑΪΤΩΝ.

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος βαρύς. Νεύσει σου.
Κλίνη με ῥαθυμίας, ἀνακείμενον Κόρη, ἁμαρτιῶν πολυτρόπων, αὑτῇ ἐξανάστησον, ῥῶσιν θείαν βραβεύουσα˙ ὅπως Πάναγνε δοξάζω, μεγαλείᾳ τά σά ὡς ὄντως ὑπερένδοξε.

Ίἄσαι τῆς ψυχῆς μου, τήν συντριβήν Θεοτόκε, ἐχθρός ἤν ἐσπάραξε, τῆς ἡδονῆς τῷ δελέατι, θείοις φαρμάκοις χρωμένῃ, τῆς σής εὐσπλαγχνίας ἁγνῇ καί δυνάμεως.

Στήσον τάς καταιγίδας, τῶν ἡδονῶν καί παθών μου, τῆ αὔρα τῆς θείας σου πρεσβείας παναμώμητε˙ ὅπως ἐν γαλήνῃ καρδίας σου δοξολογώ τήν ἀνείκαστον δύναμιν.

Δόξα τῆς οἰκουμένης, δεδοξασμένῃ Παρθένε, Θεόν ὑπερένδοξε ἐνδόξως ἡ γεννήσασα, δόξης ἀξίωσον θείας, τούς ὡς Θεοτόκον ἀεί σε δοξάζοντας.

ᾨδὴ γ’. Ὁ κατ’ ἀρχάς τούς οὐρανούς.
Ὁ Ιωσήφ κεκρατηκώς, τῆς ἀκολάστου Δεσποίνης, τήν ἀθέσμων πάλαι ἡδονῶν, λαμπρός βασιλεύς Αἰγύπτου γέγονεν˙ ἐγώ δε σώματος πολλοῖς, πάθεσιν εἴξας ἀφρόνως, ὑπό ἁμαρτίας βασιλεύομαι.

Θεογεννήτορ Μαριάμ, τῆς νοητῆς με Αἰγύπτου, καί δουλείας τῆς τοῦ πονηροῦ, ἐξάρπασον σύ θαλάσσας τέμνουσα, τῶν πονηρῶν μου ἐννοιῶν, καί ὄρει τῆς μετανοίας, ἐνδιαβιβάζουσα καί σῴζουσα.

Δραπέτης θείων ἐντολῶν, ἄφρονι νώ ἐγενόμην, καί ὑπῆρξα δοῦλος ἡδονών˙ δι’ ὤν τῆς ψυχῆς τό κάλλος ἔσβεσα, καί ἡμαυρώθην αγαθή˙ μεσίτης δε μι φανεῖσα, σύ ἀντιποιήθητι τοῦ δούλου σου.

Μεμολυσμένος ἡδοναῖς, σε τήν ἀμόλυντον Κόρην, ἱκετεύω ρύσαί με παντός, σαρκός μολυσμοῦ καί καθαρτήριον, πένθος μοι δός διηνεκές, καί τῆς φλογός τῆς γεέννης, δάκρυον σβεστήριον παράσχου μοι.

ᾨδὴ δ’’. Ὁ πατρικούς κόλπους.
Τἤν ἐκλεκτήν μόνην ἐκ πασῶν, τῶν γενεῶν πρό πάσης κτίσεως Θεώ˙ τό τῆς φύσεως καλλώπισμα, τό ἄνθος τό τίμιον, τήν Παρθένον Κόρην ὑμνήσωμεν.

Ὁ φωτισμός καί ὁ γλυκασμός, τῶν πεποιθότων ἐπί σοι Πανύμνητε, χαρμονῆς τήν πολυώδυνον καρδίαν μου πλήρωσον, τελειώσασα αὑτῆς τά αἰτήματα.

Τἤν σήν ῥοπήν δεῖξον ἀγαθή, ἐπί τόν δοῦλον σου ἡ ἁγνῇ Πανάμωμε, τόν ἐλπίζοντα εἰς σε ἐκ ψυχῆς, καί σε προσκαλούμενον, τήν ἐλπίδα πάντων καί καύχημα.

Νύμφη Θεοῦ πρόσδεξαι ἐμοῦ, τάς ἱκεσίας καί ἐκ πάσης θλίψεως, ἐπηρείας καί κακώσεως, καί κινδύνων λύτρωσαι, τόν ὑμνοῦντα πόθῳ τόν τόκον σου.

ᾨδὴ ἕ’. Κύριε ὁ Θεός μου.
Νοὑν τόν εκσορπισμένον, τόν ἐμόν συνάγαγε Θεοτόκε, καί βλέπειν με ποίησον τά οἰκεία τραύματα, καί θρηνεῖν καί στένειν ἐν τούτοις, τῶν δε ἀλλοτρίων ἀπέχεσθαι.

Ὁμβρισόν μοι ῥανίδα, συμπαθείας Κόρη Θεοκυήτορ, καί τάς ἁμαρτίας μου τάς πολλάς ἐξάλειψον, καί τῶν πληγῶν οὐλάς τε καί τύπους, ἰατρόν τεκοῦσα ἀφάνισον.

Ἤλιον ἡ τεκοῦσα, τῆς δικαιοσύνης κούφη νεφέλη, τά νέφη διάλυσον τά τῆς ῥαθυμίας μου, καί πρός μετάνοιαν αἰθρίαν, δία προθυμίας με ἴθυνον.

Ἆνώ τῆς διανοίας, ἐπί σε τό ὄμμα ἤρα καί κράζω˙ ἐλέησον Δέσποινα, ψυχήν πρός σε βλέπουσαν˙ καί εἰς τό μέγα σου ἔλεος ἐλπίζουσαν.

ᾨδὴ στ’. Ναυτιῶν τῷ σάλω.
Ναυαγίω μέσον, περιπεπτωκώς τοῦ πελάγους, τοῦ βίου κατέδυσα τήν ὁλκάδα, τήν ψυχικήν ἁγνή καί προσαπώλεσα, πᾶσαν τῶν καλῶν τήν ευπορίαν˙ ἀλλ’ ἐξ ἀπωλείας με βυθοῦ ἀνάγαγε.

Νοητού θηρός με, κήτους ψυχοφθόρου Παρθένε, ἐξάγαγε δόομαι, ἐκ κοιλίας ᾄδου κραυγῆς μου, ἀκούσασα Δέσποινα, καί ἔλθοι πρός σε ἡ προσευχῇ μου˙ ὅσα τε ηὐξάμην ἀγαθῇ ἀπόδος μοι.

Ἕμβολαίς πταισμάτων, καί ταῖς προσβολαῖς τῶν κυμάτων, τοῦ βίου χειμάζει με καί στροβεῖ με, ἀλλεπαλλήλων ἀνέμων αντίπνοια˙ ῥῦσαι κυβερνήτου Θεοῦ Μήτερ,εκ θανατηφόρου τήν ψυχήν μου κλύδωνος.

Σκοτεινήν τοῦ ᾄδου γῆν τήν γνοφεράν καί ζοφώδη˙ γῆν σκότους ὡς γέγραπται αἰωνίου, καί ἀφεγγῆ ἐν ἤ φέγγος οὑκ ἔστιν οράν˙ καί ζωήν βροτῶν ἐκεῖ ἰδέσθαι, Δέσποινα ἐλπίζων ἐπί σε μή ἴδοιμι.

Κάθισμα. 

Αὐτόμελον.
Ἀσπόρως συνέλαβες ἐν μήτρᾳ σου Παρθένε Θεοτόκε, τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός˙ ὀν ἀπαύστως ἱκέτευε, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

ᾨδὴ ζ’. Κάμινον παῖδες.
Ὅμβροις δακρύων κατάρδευσον Κόρη, τήν χερσωθείσαν καρδίαν μου, καί τῆς ψυχῆς μου τάς αὔλακας μέθυσον, δία κατανύξεως, ἀρετῶν τά γεννήματα πληθύνουσα.

Νύκτα καθάπερ, παρῆλθον τόν βίον, ἔργα νυκτός ἐργαζόμενος, ὁ σκοτεινός τήν ψυχήν, ἀλλά φώτισον φωτί με πρεσβειών σου, ἡ τεκοῦσα τό θεῖον φώς Πανύμνητε.

Ὁρμαῖς ἀσχέτοις, πρός τήν ἁμαρτίαν, ὐποσυρόμενος πάντοτε, καθάπερ δοῦλος ἐκτελῶ τό πρόσταγμα, τῆς σαρκός Πανάχραντε, τῆς πικρᾶς τυραννίδος ταύτης ῥῦσαι με.

Ποικιλοτρόπως ὁ δόλιος ὄφις, ἀεί ἐμοί ἐπιτίθεται, ἐν ἡδοναῖς τε καί λύπαις ταράσσων με˙ ἀλλά σύ στερέωσον, ἐπί πέτραν ἁγνῇ τῆς ἀπαθείας με.

ᾨδὴ ἡ’. Ἄφλεκτος πυρί.
Σἕ τό καθαρόν καί λαμπρόν καί φωτοφόρον, τοῦ Ἰησοῦ παλάτιον, καί λογικόν τοῦ Λόγου σκήνωμα˙ τήν ἔμψυχον κιβωτόν, τήν πλατυτέραν οὐρανοῦ, καί ἀνωτέραν τῆς γῆς πάντιμε Κόρη, ὑπέραγνε Μαρία, ἱκετεύω σῶσον τήν ταπεινήν ψυχήν μου.

Δὦρον παρ’ ἡμῶν ἡ δοθεῖσα τῷ Δεσπότῃ, ὡς ἀπαρχῇ τῆς φύσεως, τάς ἱκεσίας ἡμῶν Πάναγνε, προσδέχου δῶρα τερπνά, ἀντιπαρέχουσα ἡμῖν τήν σήν βοήθειαν˙ ὅπως ἐν πίστει καί πόθῳ προσκυνῶμεν, σε καί τόν Υἱόν σου εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ὗπό τῆς αὑτοῦ ὁ Υἱός σου Θεοτόκε, ὡς ἀγαθός καμπτόμενος, φιλανθρωπίας σε παρέσχετο, βοήθειαν κατ’ ἐχθρῶν, καί ἰατρεῖον τῶν παθών, τοῖς πίστει κράζουσι˙ πάντα τά ἔργα τόν Κύριον ὑμνεῖτε, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Φάνηθί μοι νῦν ἐν κινδύνοις προστασία, ἐν συμφοραῖς ἀνάψυξις, ἐν περιστάσεσι βοήθεια, ἐν νόσοις παντοδαπαῖς ἰαματόβρυτος πηγή, καί θεραπείᾳ παθών, πᾶσαν διώκουσα βλάβην ἐξ ἐμοῦ Θεοτόκε, ἶνα σε δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ὁ Εἱρμός.
Ἄφλεκτος πυρί ἐν Σινᾶ προσομιλοῦσα, βάτος Θεόν ἐγνώρισε, τῷ βραδυγλώσσῳ, καί δυσήχῳ Μωϋσεί˙ καί παῖδας ζῆλος Θεοῦ τρεῖς ἀναλώτους τῷ πυρί ὑμνῳδούς, έδειξε˙ πάντα τά ἔργα Κυρίου, τόν Κύριον ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Μή τῆς φθοράς.
Μἡ συληθεῖσα τόν πλοῦτον τῆς παρθενίας σου, Μήτηρ σαρκί ἀνεδείχθης τοῦ Παντοκράτορος, νύμφη ἀπείρανδρε, Παρθένε Θεοτόκε, ἐκτρέφουσα ὡς βρέφος, τόν τρέφοντα ὡς πλάστην, πάντα κόσμον καί ἁγιάζοντα.

Ἡ τοῦ ἀδύτου ἠλίου τῆς δόξης πάμφωτε, ἀνατολῇ ἐξ ἦς πάντες ὐπερηυγάσθημεν, φέγγει τῆς γνώσεως τῆς θείας ἀληθείας, Κυριώνυμε Κόρη, φώς τῶν ἐμῶν ὀμμάτων, μή παρίδῃς με τόν ἱκέτην σου.

Φιλαμαρτήμων ὑπάρχων, τρέμω καί δέδοικα μήπως ἐξαίφνης, τό τέλος τοῦ βίου φθάσῃ με, ἄχραντε Δέσποινα, ἡ πάντων προστασίᾳ, τῶν καταπονουμένων, τρόποις με μετανοίας, βελτιώσαι νῦν παρακλήθητι.

Ἀμαρτίων με τῷ κρύει καταπηγνύμενον, τῆς εὐσπλαγχνίας σου θέρμη Δέσποινα θέρμανον, καί πρός ἀγάπησιν, θερμήν τήν τοῦ Υἱοῦ σου, διέγειρον ὡς ἀν σε θερμῇ τῆ διαθέσει, μεγαλύνω θερμῶς ὁ δοῦλος σου.

Προσόμοια. 

Οὑκ ἔτι κωλυόμεθα.
Χαἶρε ἡ θείᾳ σκέπῃ καί προστασία τῶν τιμώντων σε, ὡς Ὑψίστου Θεοῦ Μητέρα, χαῖρε πανάσπιλε.

Χαἶρε δι’ ἦς, ὁ ᾄδῃς ἀπενεκρώθη, καί ὁ θάνατος ἠφανίσθη Θεογεννήτορ, καί ὁ Ἀδάμ σέσωσται.

Χαἶρε πιστῶν τό καύχημα Παναγία, χαῖρε Δέσποινα ἡ Θεόν σωματωθέντα σαρκί κυήσασα.

Στενάζοντά με δέξαι ὡς ἐλεήμων, καί ἐλέησον ὡς τόν τελώνην ταῖς τῆς Μητρός σου λιταῖς.

  


 

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Ἅπασαν ἔξωσον Δέσποινα, τῆς ταπειvής μου ψυχῆς...

 


Καὶ vύν... Θεοτοκίον 
Ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος 
πασαν ἔξωσον Δέσποινα, τῆς ταπεινής μου ψυχῆς, ραθυμίαν, ἀμέλειαν, ἀκηδίαν, ἄνοιαν, ἀσωτίαν, ἀσέλγειαν, ἀντιλογίαν, ἀνηκοΐαν δεινήν, τώv προσταγμάτωv τοῦ θείου Πvεύματος, πᾶσαν πρὸς τούτοις δέ, ἀπληστίαν, ἄγνοιαν, ἀσυμπαθῆ, τρόπον ἀσυνείδητον, γvώμηv καὶ σῶσον με.
ΤΗ Γ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ 
Μνήμη τοῦ Ἀγίου Ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.


Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

Η Παναγία της Σκριπούς

8 Αυγούστου  
Η Παναγία της Σκριπούς

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ  - ΕΔΩ 

Σεπτέμβριος του 1943 
Οι Ιταλοί συνθηκολογούν. Μία ομάδα από κατοίκους του Ορχομενού Βοιωτίας πλησιάζουν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λειβαδιάς και ζητούν από την εκεί ιταλική φρουρά να παραδώσει τον οπλισμό της. Διαφορετικά, τους απειλούν πως θα δεχθούν επίθεση από τους αντάρτες που βρίσκονται στην περιοχή του Τζαμαλιού (Διονύσου). 
Οι ιταλοί αρνούνται να παραδοθούν και ενημερώνουν τους γερμανούς, οι οποίοι αποφασίζουν να κάψουν τον Ορχομενό και να τιμωρήσουν τους κατοίκους. 
Το βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου μπαίνουν οι γερμανοί στον Ορχομενό και συλλαμβάνουν εξακόσιους ομήρους. Ένα τμήμα μένει στην πόλη, ενώ ένα άλλο με τρία τανκ προχωρεί προς τον Διόνυσο. 
Λίγο έξω από τον Ορχομενό είναι χτισμένη η πιο αρχαία εκκλησία της Βοιωτίας (874 μ.Χ.), αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου - παλιό μοναστήρι της Σκριπούς. 
Είναι ακόμη μεσάνυχτα. Η φάλαγγα έχει προσπεράσει πεντακόσια πενήντα μέτρα τον ναό, όταν ξαφνικά το πρώτο τανκ ακινητοποιείται στη μέση του δρόμου. Μπροστά τους οι γερμανοί βλέπουν μία μεγαλόπρεπη γυναίκα με το χέρι υψωμένο σε απαγορευτική στάση. Το δεύτερο τανκ προσπαθεί να προσπεράσει το πρώτο, αλλά πέφτει σ’ ένα χαντάκι, ενώ το τρίτο τανκ ακινητοποιείται σ’ ένα χωράφι, μέσα από το οποίο προσπαθούσε να περάσει. 
Ξημέρωσε η 10η Σεπτεμβρίου. Ο γερμανός διοικητής Χόφμαν ζήτησε από τους κατοίκους ένα τρακτέρ για να τραβήξει τα τανκ. Τότε συνέβη κάτι θαυμαστό. Τα βαριά αυτά άρματα μετακινήθηκαν από το τρακτέρ σαν άδεια σπιρτόκουτα! 
- Θαύμα, θαύμα! φώναξε ο διοικητής και ζήτησε από τους κατοίκους να πάει στην εκκλησία.
Εκείνοι τον οδήγησαν πράγματι στον ναό. Ο γερμανός στη θεομητορική εικόνα του τέμπλου αναγνώρισε τη γυναίκα που εμπόδισε τη φάλαγγα να προχωρήσει! 
Έπεσε αμέσως στα γόνατα και φώναξε με θαυμασμό: 
- Αυτή η γυναίκα σας έσωσε! Να την τιμάτε και να τη δοξάζετε.
Ο Ορχομενός σώθηκε. Ο Χόφμαν διατάζει να ελευθερωθούν οι εξακόσιοι μελλοθάνατοι και υπόσχεται πως μέχρι το τέλος του πολέμου η πόλη δεν θα πάθει κανένα κακό. Οι κάτοικοι ευχαριστούν και δοξολογούν την προστάτιδα Θεοτόκο για την ανέλπιστη σωτηρία τους. 
Ο ήλιος γέρνει στη δύση. Τα τανκ φεύγουν με τα πυροβόλα κατεβασμένα, γιατί νικήθηκαν από την υπέρμαχο Στρατηγό του Ορχομενού.

Από τότε η 10η Σεπτεμβρίου καθιερώθηκε σαν ημέρα πανηγύρεως. Όσο ζούσε ο Χόφμαν, παρευρισκόταν κι αυτός σχεδόν κάθε χρόνο. Αφιέρωσε μάλιστα στην Παναγία ένα μεγάλο καντήλι και χρηματοδότησε την πρώτη απεικόνιση του θαύματος.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ. 
Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014, σελ. 80.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

Ὃλος ὁ Αὒγουστος εἶναι ἀφιερωμένος στήν Παναγία μας.


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

λος ὁ Αὒγουστος εἶναι ἀφιερωμένος στήν Παναγία μας. Ἀπό τήν 1η Αὐγούστου ἀρχίζουν νά ψάλλονται πρός τιμήν τῆς Παναγίας ὁ μικρός καί ὀ μεγάλος παρακλητικός κανόνας ἑναλλάξ. Μικρή διήμερη διακοπή ἡ μεγάλη Δεσποτική ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτήρος. 
Μετά ἀπό ὃλους τους ὓμνους καί τή νηστεία πού προηγήθησαν στή μέση τοῦ μηνός ἡ 15η Αὐγούστου, ὁ Δεκαπενταύγουστος, τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριού, ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου καί ἡ Μετάστασίς Της στούς οὑρανούς, ἡ μεγάλη Θεομητορική ἑορτή. 
Μέχρι την 28η Αὐγούστου ψάλλονται τά τροπάρια τῆς ἀποδόσεως τῆς ἑορτής. Μικρή διήμερη διακοπή γιά τόν Τίμιο Πρόδρομο καί ἡ Παναγία πάλι παρούσα στίς 31 Αὐγούστου μέ τήν κατάθεση τῆς Ἁγίας Ζώνης Της. 
Μεγάλη δέησις ὁ Αὒγουστος, ὁ Σωτήρας Χριστός, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί ὁ Τίμιος Πρόδρομος. 
Ἀλλά ὃπως λέει καί ὁ κυρ-Ἁλἐξανδρος Παπαδιαμάντης, καί ζωδιακά ἀν δείς τόν Αὒγουστο εἶναι καί αὐτός ἀφιερωμένος στήν Παρθένο.

Κανών α', ᾨδὴ θ', τῆς Ἐορτῆς
Ἦχος α'
Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, μακαρίζομέν σε, τὴν μόνην Θεοτόκον.
Ὁ Εἱρμὸς
«Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν σοὶ Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ τὸκον Παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τὴν κληρονομίαν σου».

ξίσταντο Ἀγγέλων αἱ δυνάμεις, ἐν τῇ Σιὼν σκοπούμεναι, τὸν οἰκεῖον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχὴν χειριζόμενον· τῇ γὰρ ἀχράντως τεκούσῃ, υἱοπρεπῶς προσεφώνει· Δεῦρο Σεμνή, τῷ Υἱῷ καὶ Θεῷ συνδοξάσθητι.

Συνέστειλε χορὸς τῶν Ἀποστόλων, τὸ θεοδόχον Σῶμά σου, μετὰ δέους ὁρῶντες, καὶ φωνῇ λιγυρᾷ προσφθεγγόμενοι· Εἰς οὐρανίους θαλάμους, πρὸς τὸν Υἱὸν ἐκφοιτῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε τὴν κληρονομίαν σου.

Κανών β', ᾨδὴ θ', τῆς Ἐορτῆς
Ἦχος δ'
γγελοι τὴν Κοίμησιν τῆς Παρθένου, ὁρῶντες ἐξεπλήττοντο, πῶς ἡ Παρθένος ἀπαίρει, ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τὰ ἄνω.
Ὁ Εἱρμὸς
«πας γηγενής, σκιρτάτω τῷ πνεύματι, λαμπαδοχούμενος, πανηγυριζέτω δέ, ἀΰλων νόων φύσις γεραίρουσα, τὴν ἱερὰν Μετάστασιν τῆς Θεομήτορος, καὶ βοάτω· Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε ἁγνὴ ἀειπάρθενε».

Δεῦτε ἐν Σιών, τῷ θείῳ καὶ πίονι, ὄρει τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ἀγαλλιασώμεθα, τὴν Θεοτόκον ἐνοπτριζόμενοι· πρὸς γὰρ τὴν λίαν κρείττονα, καὶ θειοτέραν σκηνήν, ὡς Μητέρα, ταύτην εἰς τὰ Ἅγια, τῶν Ἁγίων Χριστὸς μετατίθησι.

Δεῦτε οἱ πιστοί, τῷ τάφῳ προσέλθωμεν, τῆς Θεομήτορος, καὶ περιπτυξώμεθα, καρδίας χείλη ὄμματα μέτωπα, εἰλικρινῶς προσάπτοντες, καὶ ἀρυσώμεθα, ἰαμάτων, ἄφθονα χαρίσματα, ἐκ πηγῆς ἀενάου βλυστάνοντα.

Δέχου παρ' ἡμῶν, ᾠδὴν τὴν ἐξόδιον, Μῆτερ τοῦ ζῶντος Θεοῦ, καὶ τῇ φωτοφόρῳ σου, καὶ θείᾳ ἐπισκίασον χάριτι, τῷ Βασιλεῖ τὰ τρόπαια, τῷ φιλοχρίστῳ λαῷ, τήν εἰρήνην, ἄφεσιν τοῖς μέλπουσι, καὶ ψυχῶν σωτηρίαν βραβεύουσα.

Καταβασία, Ἦχος α’
Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, μακαρίζομέν Σε, τὴν μόνην Θεοτόκον. 
Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν Σοὶ Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ τόκον παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε τὴν κληρονομίαν Σου.

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’, ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ 
ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’

ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.
ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΠΑΥΛΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ. 
Ου η ακροστιχίς.
«Τέλος με σώσον τον ανάξιον Κόρη Παύλον».

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. δ’’. Ἁρματηλάτην Φαραώ.
Τἦς πρός ἐμέ σου συμπαθείας Ἂχραντε, τήν ὑπερβάλλουσαν, πώς δυνηθῶ χάριν, ἀνυμνήσαι Δέσποινα; ἤ πώς σου τό ἐξαίρετον, τῆς προνοίας δοξάσω, ὅτι θανάτου διέσωσας, τόν πολλάκις τούτου με ἄξιον;

Ἕn ἀνομίαις συλληφθείς ὁ ἄθλιος, ὅλος γεγένημαι, ἁμαρτιῶν πλήρης, μή εἰδώς τί έτερον˙ μόνος γάρ ἐγώ γέγονα, σκεῦος ἄχρηστον πάντῃ, τῷ φιλανθρώπως με πλάσαντι˙ Δέσποινα τοῦ κόσμου βοήθει μοι.

Λὗσον παθών μου τήν ὀμίχλην Πάναγνε, φωτί τοῦ τόκου σου, τά ζοφερά νέφη τῶν ἐμῶν προλήψεων, πόρρω ἀπελαύνουσα, τῆς ἐμῆς διανοίας, καί καθαρόν ἀπαθείας μου, φέγγος τῷ σῶ δούλῳ ἀνάτειλον.

Ὁίμοι τῷ φαύλη συνηθείᾳ Δέσποινα, συνεχομένῳ δεινῶς! Οἷμοι βροτῶν μόνῳ, τῷ κατολισθήσαντι, εἰς ἀπωλείας βάραθρα, καί παθών δυσωδίας, ἀνεχομένῳ καί μένοντι, τήν ἐκ τοῦ πυρός τούτων ἔκτισιν.

ᾨδὴ γ’. Ὁ στερεώσας κατ’ ἀρχάς.
Σύνδρομον ἔχω ἀληθῶς, τῆ τῆς σαρκός μου γεννήσει, τό τοῖς πάθεσιν αὑτοῖς ὑπαχθῆναι, καί ἀλόγως τοῖς αὑτῶν, ὑπηρετήσαι πράγμασι˙ φεῦ μοι τῷ ταλαιπώρῳ! Δέσποινα πάντων βοήθει μοι.

Μἴαν ἡμέραν τῷ Θεῶ, μετανοῶ τάς δε πάσας, παροργίζω τήν αὑτοῦ εὐσπλαγχνίαν, ὁ ἀναίσθητος ἐγώ, καί τήν ψυχήν αμείλικτος˙ ἀλλά μακροθυμεῖν μοι, τοῦτον δυσώπει Πανάχραντε.

Ἕταλαιπώρησα δεινῶς, καί κατεκάμφθην εἰς τέλος, βαρυτάτοις τῶν κακῶν μου φορτίοις, οἷς ὑπέκυψα ἑκών, ἐκ παίδων ὁ ἀνόητος, ἀλλά μή με παρίδῃς τούτοις ἁγνή ἀπολλύμενον.

Σὠμά καί πνεῦμα καί ψυχήν, μεμολυσμένος ὑπάρχων, περιέχομαι σπιλῶν τόν ἀέρα, καί τοῖς ἔργοις μου τήν γῆν, μιαίνων ὁ ταλαίπωρος, ἀλλά μεταβολῆς με, τρόποις Παρθένε βελτίωσον.

ᾨδὴ δ’’. Σύ μου ἰσχύς Κύριε.
Ὦς ἐν νυκτί, μόνος ἐκ πάντων πορεύομαι, ἔργα πράττων, τά τοῦ σκότους ἄξια, καί τούς βροτῶν λήσειν ὀφθαλμούς, ὅλως ἠπειγμένος, Θεόν λαθεῖν οὐ δεδύνημαι˙ παρ’ οὐ δικαία κρίσει, ἐκδοθήσομαι σκότει, ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἁγνή με οικτείρησον.

Στενῶ πικρῶς, ἐκ βάθους νῦν τῆς καρδίας μου, ἐννοῶν μου, τήν ἀπερινόητον, πληθύν κακῶν τήν ὡς ἀληθῶς, ψάμμον τῆς θαλλάσσης, τῷ ἀριθμῶ υπερβαίνουσαν˙ διό με Θεοτόκε, πρό τοῦ τέλους εὐχαῖς σου, ἐπιστρέψασα σῶσον τόν δοῦλον σου.

Ὁὒκ εὐτονεῖ, γένος βροτῶν προσευχόμενον, ἰλεώσαι Θεόν οἷς ἐξήμαρτον, ἐπί τῆς γῆς μόνος τήν ψυχήν, τῆς δυσωδεστάτης, παθών ἐμπλήσας αισχρότητος˙ εἰ μή σύ Θεοτόκε, τοῦ Θεοῦ μου ἡ Μήτηρ, ἐξιλάσῃ καί σώσης τόν δοῦλον σου.

Νὗν ἐπ’ ἐμέ, στένει τῆς γῆς τά πληρώματα, τήν τοῦ Κτίστου ἄγαν ἐκπληττόμενα, μακροθυμίαν καί ἀνοχήν, ἐπί τοῖς πολλοῖς μου, καί ὀλεθρίοις συμπτώμασι˙ καί γάρ τήν κτίσιν Κόρη, συνεκίνησα πᾶσαν, τά δεινά θαμβουμένην μου πταίσματα.

ᾨδὴ ἕ’. Ἶνα τι με ἀπώσω.
Τὤν ἀψύχων τήν φύσιν, Κόρη ἐν οἷς μόνοις οὑκ ἔδει ἐκμιμησάμενος, ἐν οἷς ἔδει ταύτᾳ, οὑκ ἐπείσθην ζηλώσαιο ἄθλιος, παραβάς τούς νόμους, τούς φυσικούς καί παρά φύσιν, βιωτεύσας διό με ἐλέησον.

Ὁί τοῦ σκότους προστάται, ἔργων τῶν αὑτῶν ἐν μυήσει με ἔθεντο καί ἑτέρων αὖθις, δι’ αὑτῶν ἀσεβῆ με διδάσκαλον˙ οἷμοι τι ποιήσω! Ὁ τούς πολλούς ἐν τοῖς κακοῖς μου, παγιδεύσας Πανάχραντε σῶσον με.

Νεκρωθήναι τῷ κόσμῳ, πᾶσι νομισθείς τοῖς εἰδόσι με Πάναγνε, ἐναντίαν Κόρη, τῆς αὑτῶν ὑπολήψεως ἔρχομαι, διοδεύσας τρίβον, ὁ δυστυχής ἀλλ’ ὄντως φεῦ μοι! Ειμή τάχος αὑτῆς ἀπαγάγῃς με.

Ἀμαρτίαις ἐπαύξω, ἄλλας ἁμαρτίας ὁ τλήμων ἑκάστοτε, καί ἐπισυνάγω, τῆς γεέννης τό πῦρ τό ἀνύποιστον, ἐν τῆ παναθλία ἐμοῦ ψυχή ἀφοῦ με ῥῦσαι, πρό τῆς πείρας ἐκείνης Πανάμωμε.

ᾨδὴ στ’. Ἱλάσθητι μοι Σωτήρ.
Νεκρός ἐκ πάντων καλῶν, ὑπάρχων πάντῃ καί ἄχρηστος, ἐν μόνοις φθοροποιοῖς, ἔργοις οὑκ αἰσχύνομαι, ζῶν καί αγαλλόμενος˙ ὦ πώς οὑκ αἰδοῦμαι, τῆς ψυχῆς μου τό ἀξίωμα!

Ἀπάσης μέν ἐντολῆς, ἐξέκλινα ὁ ταλαίπωρος, κατήχθην δε ἐν σπουδή, πρός τά ἀπευκτότατα, τῆς κακίας βάραθρα, δία ῥαθυμίας, ἀλλ’ ἐπίστρεψόν με Δέσποινα.

Ξηρά καί ἄκαρπος γῆς, καρπῶν τοῦ Πνεύματος γέγονα, χερσομανούσα δεινῶς, καί ὕλη φλογώσεως τοῦ πυρός τοῦ μέλλοντος, βλαστάνουσα Κόρη˙ ἀλλά σύ με μετασκεύασον.

Ίδοῦ με πᾶσα κακῶν, περιεκύκλωσε θάλασσα, καί ποταμοί τῶν παθών, ἐπῆραν φωνάς αὑτῶν, ἐπ’ ἐμέ Πανάχραντε, ὤν τῆς καταιγίδος, καί ἀτάκτου φοράς ρύσαί με.

Κάθισμα. 

Τήν σοφίαν καί Λόγον.
Φωτεινήν σε νεφέλην καί λογικήν, θεϊκήν ὄντως δρόσον καί μυστικήν, ὕδωρ τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν τήν αἰώνιον, καί σωτηρίας ὄμβρον, ομβρίσασαν Δέσποινα, ἐπεγνωκώς αἰτοῦμαι, τήν σήν αγαθότητα˙ δός τῆ κεφαλή μου, κατανύξεως ὕδωρ, πηγήν τε βλυστάνουσαν, ὤσπερ νάματα δάκρυα, ἶνα ἄνωθεν πλύνῃ με, ἐκ τοῦ ῥύπου πταισμάτων μου, καί χιόνος δείξῃ με λευκότερον, ἐπί σε γάρ ἐλπίζω, ὁ ἀχρεῖος ἱκέτης σου.

ᾨδὴ ζ’. Θἑοῦ συγκατάβασιν.
Οὑκ ἔχω κατάνυξιν, οὐδέ ταπείνωσιν ἐν καρδία μου, οὔτε μήν ἀγρυπνίαν, οὐ προσευχήν τε οὐδέ εγκράτειαν˙ οὐ τινός ἄλλους ἀγαθοῦ ενέργειαν˙διο βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

Νοός ἀμαυρότητι, οὑκ ἐκτησάμην ὅλως μετάνοιαν, οὐ μελέτην θανάτου, οὐ σωφροσύνην ὄντως οὐ φρόνησιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἀνδρείαν οὐ δικαιοσύνην τε, διό βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

Κὀμῶν ἐν τοῖς πάθεσι, καί θάλλων πᾶσιν ἐν ἁμαρτήματι, προσοχῆς θείου φόβου καί προσεδρίας Θεῶ παρημέλησα˙ ἀγάπης πάσης, ἐλπίδος καί πίστεως˙ διό βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

Ὁυκ ἔστιν ὅς ἥμαρτεν, ἐν γῆ τις πλέον ἐμοῦ Πανάχραντε, οὐδέ ἐστίν ὅς οὕτω, παρώργισε τόν ποιήσαντα, ζήσας ἀσώτως ὡς ἐγώ ὁ άθλιος˙ διό βοῶ δωρεάν Δέσποινα σῶσον με.

ᾨδὴ ἡ’. Ἕπταπλασίως κάμινον.
Ῥῦσαι κακῶν ἀπᾴσῃς με, συνηθείας Πανάχραντε, δός μοι καθαράν, ἐπιστροφήν πρός Κύριον, ἁγνείας οἰκείωσιν, τοῖς ὑπερτάτοις κάλλεσι, σώφρονα Παρθένε, ποίησόν μου τόν βίον˙ καί πᾶσαν ἀγαθῶν μοι μετουσίαν παράσχου, ὅπως δοξολογώ σε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ἡ φώς θεοῦ τό ἄφραστον, τοῖς βροτοῖς ἀνατείλασα, φώτισον ψυχῆς μου, τάς αἰσθήσεις δέομαι, τό σκότος διώκουσα τῆς δεινῆς ἀμελείας μου˙ ἀναψόν μοι πῦρ, ἐν τῆ καρδία Παρθένε, τοῦ πόθου τοῦ Υἱοῦ σου, καί τῆς τούτου γλυκείας, πλῆσον με εὐφροσύνης εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Πἄσαις καλῶν ἰδέαις με, κατακόσμησον Δέσποινα˙ πλήρωσον χαράς, πνευματικῆς τόν δοῦλον σου, τῷ κύκλῳ στεφάνωσον, τῶν ἀρετῶν Πανάμωμε˙ ἔμπλησον παντοίας, δωρεῶν μετουσίας, καί μέτοχον με δεῖξον, οὐρανῶν βασιλείας, κἀν μου ὑπέρ ἀξίαν, τό αἰτηθέν ὑπάρχει.

Ἀνεπιστρόφω νεύματι, ἀκλινεῖ τε ὁρμήματι, τήν πρός ἀρετήν ἀνεμποδίστως στέλλεσθαι, πορείαν ευόδωσον, καί τοῖς πρόσω ἐκτείνεσθαι, τῶν ὄπισθεν ἁπάντων, ἐπιλαθόμενον με˙ καί θέρμην μετανοίας, καί εὐχῶν μοι παράσχου,Παρθένε ἶνα πόθῳ, ὑμνῶ σε εἰς αἰῶνας.

Ὁ Εἱρμός.
Ἑπταπλασίως κάμινον, τῶν Χαλδαίων ὁ τύραννος, τοῖς θεοσεβέσιν, εμμανώς εξέκαυσε˙ δυνάμει δε κρείττονι, περισωθέντας τούτους ἰδών, τόν Δημιουργόν καί Λυτρωτήν ανεβόα˙ οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαός ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Ἐξέστη ἐπί τούτῳ.
Ὗμνήσαι πώς ἰσχύσω τήν καθαράν, ὁ ψυχήν καί καρδίαν ἀκάθαρτος, πώς τήν ἁγνήν λόγοις εὐφημήσω ὁ ἐναγής; Πώς ἤν ὁρᾶν συστέλλονται, τάξεις τῶν Ἀγγέλων βλέπειν ἐγώ, τολμήσω ἐν εἰκόνι, οὕτω κακῶς ὡς ἔχω; Διό μοι Δέσποινα οἰκτείρησον.

Λαβούσα δεξιάς με Κόρη χειρός, βασιλεῖ ἀθανάτῳ οἰκείωσον, τῷ σῶ Υἱῶ, τήν τῶν ἐσφαλμένων μοι παρασχεῖν, αἰτοῦσα θείαν ἄφεσιν, καί βίου διόρθωσιν παντελή˙ καί γάρ σε προστασίαν, ἐλπίδα τε καί σκέπην, καί ζῶν καί θνήσκων ἐπιγράφομαι.

Ὁ λόγος ὀν ἐλάλησα νῦν πρός σε, οὐ τό πάν τῶν κακῶν μου ἠρίθμησε, οὐ τά κρυφή, αἴσχη ἀπεκάλυψεν ἀλλ’ αἰδοῖ, τῆς τῶν ἀνθρώπων γνώσεως, ἔκρυψε τά πλείονα συσταλείς˙ σύ δε μου δεχομένῃ, τήν πρόθεσιν Παρθένε, δός μοι τελείαν τούτων ἄφεσιν.

Νυμφώνος ἀθανάτου ἐπιτυχεῖν, καί τρυφῆς Παραδείσου ἀξίωσον, τόν ἐπί γῆς, μόνην σε ἐλπίδα μετά Θεόν, μόνην πρεσβείαν ἔχοντα, μόνην προστασίαν μόνην ἰσχύν, διό ἐνδιαθέτως, τολμῶντα ταύτᾳ λέγειν, Δέσποινα σῶσον με τόν δοῦλον σου.

Προσόμοια. 

Κύριε εἰ καί κριτηρίῳ παρέστης.
Χαἶρε ἡ λευκοφαῆ μαργαρίτην, καί διαυγῆ καί πολύτιμον, ἐκ κοκκοβαφῶν σου αἱμάτων, συμπεπηγμένον γεννήσασα, τόν ταῖς γλυκείαις αὑτοῦ, καί φωτοβόλοις λάμψεσι, παντός τοῦ κόσμου τό ζοφῶδες, καταυγάζοντα Πανύμνητε.

Χαἶρε ἡ βρεφοπρεπώς ἐν ἀγκάλαις, ταῖς σαῖς Παρθένε βαστάσασα, τόν ἐφ’ ὑψηλοῦ θρόνου δόξης, Θεοπρεπώς καθεζόμενον˙ καί ἐν τοῖς στέρνοις τοῖς σοῖς, ὑπνώσαντα κρατήσασα, τόν ἀνύστακτον καί πάντα, ἐφορῶν ὄμμα ἔχοντα.

Χαἶρε ἡ ὑπέρ μέλι γλυκάζον, τόν αἰσθητόν Κόρη φάρυγγα, καί ὑπέρ κηρίον ἡδῦνον, γλῶσσαν ἁπάντων καί λάρυγγα, καί ἀμβροσίας αὑτῆς, μᾶλλον καταγλυκαίνουσα, ἐν τῷ γλυκεῖ ὀνόματι σου, τάς καρδίας τῶν υμνούτων σε.

κδυσόν με τόν πενθήρη χιτῶνα, καί σωτηρίου με ἔνδυσον, καί ἀγαλλιάσεως θείας, καί εὐφροσύνης ἱμάτιον, ὅπως μή ἐκβληθῶ, γάμου μή ἔχων ἔνδυμα, ἐκ τοῦ νυμφῶνος τοῦ Υἱοῦ σου, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα.


Κυριακή 6 Απριλίου 2025

ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 


ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ  
ΗΧΟΣ ΠΛ. Δ’

 

 ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ. 
Ως οράται εν τοις υστέροις Θεοτοκίοις. 

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. δ’’. Ἁρματηλάτην Φαραώ.
Ἀπό χειλέων ῥυπαρῶν ἐφύμνιον, δέχου Πανάμωμε, ὡς πρίν ὁ Υἱός σου, Θεός μου καί Κύριος, τῆς χήρας κατεδέξατο, τά λεπτά καί τήν λύσιν, τῶν ὀφλημάτων παράσχου μοι˙ ὅπως κατά χρέος γεραίρω σε.

Λόγον Θεοῦ σωματωθέντα τέτοκας, τόν πρίν ἀσώματον, θεανδρικῶς κόσμῳ συναναστρεφόμενον, ὑπερφυῶς Πανάμωμε Θεοτόκε Μαρία˙ διό σε πάντες γεραίρομεν, καί χρεωστικῶς μακαρίζομεν.

Τὁ Θεοτόκον σε κηρύττειν ἄχραντε, πάσης αἱρέσεως ἀποτροπήν φέρει, σάρκα γάρ γενόμενον ἀναλλοιώτως τέτοκας τόν ἐπέκεινα φύσει, Θεογεννήτορ τῆς κτίσεως, Λόγον τοῦ Θεοῦ τόν ἀΐδιον.

Θεοκυήτορ Μαριάμ θεώσεως, τετύχηκε δία σου, ἡ ταπεινή φύσις, τῶν βροτῶν καί ρέουσα˙ ἐν σοι γάρ νυμφευσάμενος, ὁ Θεός μου τήν σάρκα, ἐνυποστάτως ἐλάμπρυνε, καί εἰς οὐρανούς ἀνεβίβασεν.

ᾨδὴ γ’. Ὁ στερεώσας κατ’ ἀρχάς.
Πὕλη ἐδείχθης νοητή, ἀνατολῆς τῆς ἐξ ὕψους, ἐν τῆ γῆ φανερωθείσης Παρθένε˙ δία σου γάρ πρός ἡμᾶς, ὁ Λόγος εἰσελήλυθεν, ἐπί τῷ σώσαι πάντας, τῆς ἀλογίας Πανάχραντε.

Ῥάβδον βλαστήσασαν Χριστόν, τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας, καί χρυσοῦν θυμιατήριον πάντες, σε γινώσκομεν ἁγνή, θείας οὐσίας φέρουσαν, ἐν ταῖς ἀγκάλαις Κόρη, ἄνθρακα Θεοχαρίτωτε.

Σωτηριώδους δι’ ἡμᾶς, τοῦ Λόγου οἰκονομίας, φωτεινή σύ Μητροπάρθενε πύλη, ἐγνωρίσθης αληθώς˙ σύ γάρ ἡμῖν εἰσήγαγες, τήν νοητήν ἀκτῖνα, τῆς ὑπερθέου Θεότητος.

Ἕπί τήν ἄχραντον νηδύν, ὡς ὑετός ἐπί πόκον, σου κατέβη ὁ Θεός μου Παρθένε, καί ἐδρόσισεν ἡμᾶς τούς ἐκτακέντας καύσωνι, τῆς ἁμαρτίας δρόσῳ φιλανθρωπίας καί χάριτος.

ᾨδὴ δ’’. Σύ μου ἰσχύς Κύριε.
Σὗ ἀληθῇς, τῆς σωτηρίας ὑπόθεσις, Θεομῆτορ μόνη ἐχρημάτισας, τῷ Ποιητῇ καί Δημιουργῷ, ἐκ τῶν σῶν ἀχράντων αἱμάτων, σάρκα δανείσασα˙ δι’ ἦς αἱ τοῦ θανάτου, συνετρίβησαν πύλαι, καί ζωή τοῖς ἀνθρώποις δεδώρηται.

Νεοθαλής, ἀθανασίας Παράδεισος, καί ὡραῖος ὄντως ἀναδέδειξαι, ξύλον ζωῆς ἐν σοι φυτευθέν, θεαρχικωτάτως, κυοφοροῦσα, καί τίκτουσα, τό πᾶσιν ἀποστάζον ζωηφόρους ἐλπίδας, τοῖς πιστῶς Θεοτόκον φρονοῦσι σε.

Δαβιτικής, ἐκ βασιλίδος βλαστήσασα, συγγενείας τόν παμβασιλεύοντα, καί πρό αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρός, Λόγον ἀπορρήτως καί ὑπέρ νοῦν ἀναλάμψαντα, ἐγέννησας Παρθένε˙ Θεοτόκον διό σε, θεοφρόνως πιστοί καταγγέλομεν.

Ὁ πλαστουργός, ἐκ τοῦ αἰῶνος σε εὒρατο, ἐν κοιλάδι, κρίνον καθαρώτατον, ταῖς ἀρεταῖς λάμπουσαν σεμνή˙ βάθει τῆς ἁγνείας, εὐρύτητι τῆς σεμνότητος, καί ὕψωσεν ἐν γένει, τῶν ἀνθρώπων διό σε, ὡς Μητέρα τοῦ Κτίστου δοξάζομεν.

ᾨδὴ ἕ’. Ἶνα τι με ἀπώσω.
Στρατηγίαι τῶν ἄνω, Πάναγνε Δυνάμεων σε μακαρίζουσι˙ γενεαί δε πᾶσαι, τῶν ἀνθρώπων ἀξίως δοξάζουσι˙ δία σου γάρ μόνης, οἱ ἐπί γῆς τοῖς οὐρανίοις, συναφθέντες ὑμνοῦμεν τόν τόκον σου.

Τἤν ἀθάνατον φύσιν, ἡ θνητῇ παρέδραμεν εἰς ἁγιότητα, καί Παρθένος Κόρη, τούς ἀσάρκους Ἀγγέλους παρήλασεν˙ ὡς Θεόν τεκούσα˙ τόν βασιλέα τῶν Αγγέλων˙ ὦ προσβλέπειν ἐκείνοις ἀδύνατον.

Τὤν πιστῶν ἡ προστάτις, τεῖχος ἀκατάλυτον τῶν εὐφημούντων σε˙ ἡ παντί τῷ γένει, τῶν ἀνθρώπων φανεῖσα σωτήριος, ὡς Θεόν τεκοῦσα, σωματικῶς ἐπιφανέντα, τήν ψυχήν μου διάσωσον Πάναγνε.

Φωτεινήν σε νεφέλην, φέρουσαν τόν ἄδυτον ἥλιον Δέσποινα, οἱ βροτοί εἰδότες, ἀνυμνοῦμεν καί πόθῳ γεραίρομεν˙ τήν γάρ ἀμορφίαν, τήν ἐν Ἀδάμ ἀμαυρωθεῖσαν, ἀνεμόρφωσας θείαις λαμπρότησιν.

ᾨδὴ στ’. Ἱλάσθητι μοι Σωτήρ.
Ὁ θρόνος ὁ τοῦ Θεοῦ, τῶν Χερουβείμ ὁ υπέρτερος˙ νεφέλη ἡ τοῦ φωτός, ψυχῆς μου τά ὄμματα, Παναγίᾳ φώτισον, καί παθών ἀχλύος, τήν καρδίαν μου καθάρισον.

Ἡ μήτηρ τοῦ λυτρωτοῦ, καί τῶν κτισμάτων βασίλισσα, αἰχμαλωσίᾳ δεινή, ληφθέντα με λύτρωσαι, Μαρίᾳ Πανάμωμε˙ καί τῆς βασιλείας, τοῦ Υἱοῦ σου καταξίωσον.

Ἡ κλῆσις σου ἀληθῶς, ψυχῶν ὑπάρχει καθάρσιον˙ καί ῥυπαρῶν λογισμῶν, ἐστίν ἐλατήριον καί φυγαδευτήριον, πονηρῶν πνευμάτων, Θεοτόκε ἀειπάρθενε.

Ἀσμάτων ἄσμα σύ εἰ, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα˙ Ἀγγέλων ἡ καλλονῇ, βροτῶν ἡ ανάπλασις˙ Θεόν γάρ ἐγέννησας, σεσωματωμένον, τόν τάς φύσεις μεταλλάττοντα.

Κάθισμα. 

Τήν σοφίαν καί Λόγον.
Δεὖτε πάντα τά ἔθνη Θεοπρεπώς, τήν Μητέρα τοῦ πάντων Δημιουργοῦ, ὑμνήσωμεν λέγοντες˙ χαῖρε θρόνε πυρίμορφε, τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων, Χριστοῦ τοῦ Παντάνακτος˙ χαῖρε μόνη Κυρία, ἀπᾴσῃς τῆς Κτίσεως˙ χαῖρε τό δοχεῖον, τῆς Ἀγίας Τριάδος˙ Πατρός Υἱοῦ καί Πνεύματος, τό λαμπρόν καί ἀκήρατον, Μαριάμ Θεοδόξαστε˙ πρέσβευε τῷ σῶ Υἱῶ καί Θεῶ, τῶν πταισμάτων, ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς σοι προστρέχουσι πίστει, καί πόθῳ ὑμνοῦσι σε.

ᾨδὴ ζ’. Θεοῦ συγκατάβασιν.
Νὗν πάντα πεπλήρωται, φωτός τοῦ θείου δία σου Πάναγνε˙ σύ γάρ πύλης ἐφάνης, δι’ ἦς τῷ κόσμῳ Θεός ὡμίλησε, καταφωτίζων τούς πίστει κραυγάζοντας˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Συνέλαβες ἄχραντε, τόν ἐπί πάντων Θεόν καί Κύριον, εὐδοκήσαντα σώσαι, τό τῶν ἀνθρώπων γένος θανάτου φθοράς˙ ὀν ἐπαξίως ὑμνοῦμεν κραυγάζομεν˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Πἁλάτιον ἔμψυχον, τοῦ βασιλέως Χριστοῦ Πανύμνητε˙ χαῖρε στάμνε τό μάννα, ἐν τῆ γαστρί σου θείω βαστάσασα, τό διατρέφον τούς πόθῳ κραυγάζοντας˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Νυμφώνα πανάχραντον, τῆς ὑπέρ λόγον θείας σαρκώσεως, καί παστάδα καί θρόνον, ὀρθά φρονοῦντες σε ονομάζομεν˙ καί γεγηθότες τῷ τόκῳ σου ψάλλομεν˙ εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

ᾨδὴ ἡ’. Ἑπταπλασίως κάμινον.
Θεογεννήτορ Δέσποινα,των πιστῶν τό κραταίωμα˙ ταῖς πρός τόν Υἱόν σου, μητρικαῖς δεήσεσι, αὑτόν μοι ἰλέωσον, τόν ἀληθῶς εὐίλατον, καί ἁμαρτιῶν μου, τό χειρόγραφον ρήξον˙ καί δεῖξον Παναγίᾳ, σῳζομένων με κλήρου, ἶνα σε μεγαλύνω εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ἡ ἐν ἀνάγκαις σῴζουσα, καί θερμῶς προστατεύουσα, πάντων τῶν ἐν θλίψει, Παναγίᾳ Δέσποινα σπλαγχνίσθητι, σῶσον με καί πεπτωκότα ἔγειρον, χεῖρα βοηθείας, πρό τοῦ τέλους διδούσα˙ μή νῦν με τοῦ θανάτου, καταλάβῃ ὑπνοῦντα, ἶνα σε κατά χρέος δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ἆλλην ἐκτός σου Δέσποινα, βοηθόν οὑκ ἐπίσταμαι, πλήν σου πρός Θεόν, καταλλαγήν οὐ κέκτημαι˙ ἐλέησον ἄχραντε, ἐμέ τόν ἀπολλύμενον, δία τάς ἐκ βρέφους ἀθεμίτους μου πράξεις˙ καί σῶσον με βοῶντα χαῖρε εὐλογημένῃ, χαῖρε δεδοξασμένῃ εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Ὁυρανομήκη κλίμακα, νοητήν σε γινώσκομεν˙ δι’ ἦς καταβάς, μετά σαρκός, ὁ Ὕψιστος, ἀνθρώποις ὡμίλησε, καί ταπεινούς ἀνύψωσε, πρός τήν ὑψηλήν, τῶν οὐρανῶν πολιείαν˙ ἐντεῦθεν ἀνωτέραν, οὐρανῶν καί Ἀγγέλων, καί πάντων ποιημάτων κηρύττομεν σε Κόρη.

Ὁ Εἱρμός.
Ἑπταπλασίως κάμινον, τῶν Χαλδαίων, ὁ τύραννος, τοῖς θεοσεβέσιν, εμμανώς εξέκαυσε˙ δυνάμει δε κρείττονι, περισωθέντας τούτους ἰδών, τόν Δημιουργόν καί λυτρωτήν ανεβόα˙ οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαός ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Ἐξέστη ἐπί τούτῳ.
Τὀν θρόνον τοῦ Δεσπότου τόν ὑψηλόν, τήν καθέδραν Χριστοῦ τήν περίδοξον˙ τόν εὐαγῇ θάλαμον τό πάγχρυσον ἱερόν, τό Θεοδόχον τέμενος, τήν παντοβασίλισσαν Μαριάμ, τήν δόξαν τῶν Ἀγγέλων, βροτῶν τήν σωτηρίαν, πάντες οἱ πιστοί ἀνευφημήσωμεν.

Τὀν πάντων βασιλέα καί Ποιητήν, συλλαβοῦσα Παρθένε εκύησας˙ καί νῦν ἰδού, οίά περ βασίλισσα δεξιά, τούτου ἁγνή παρίστασαι˙ ὅθεν δυσωπῶ σε ἀριστερᾶς, μερίδος λύτρωσαι με, ἐν ὤρα τῆ τῆς δίκης, καί δεξιοῖς προβάτοις σύνταξον.

Ἀὑλῶν ἐκ λειμώνων τῶν τῆς ψυχῆς, τῶν ἀσμάτων τά ἄνθη δρεψάμενος, καί τῆ ῥοῇ μίξας τῶν δακρύων μου ἐν πυρί, τῷ τῆς καρδίας ἔψησα, Δέσποινα καί μύρον ἐσκευακώς, τόν ὕμνον ὡς ἡ πόρνη, τούς σούς ἀχράντους πόδας, ἐν τούτῳ βρέχω κράζων σῶσον με.

Σωτήριος γενοῦ μοι πύργος ἁγνῇ, τῶν δαιμόνων ἀπείργων τάς φάλαγγας, καί πειρασμῶν, ὄχλον καί κινδύνων αποσοβών˙ καί τῶν παθών τήν ἔφοδον, πόρρω ἀπελαύνων καί καθαράν, διδούς ἐλευθερίαν, καί θείων χαρισμάτων, τήν ἀφθονίαν παρεχόμενος.

Προσόμοια. 

Ὦ τοῦ παραδόξου.
Χαἶρε πηγῇ ἡ ζωήρυτος, χαῖρε λαβίς νοητή, ἡ τόν θεῖον καί ἄσβεστον, ἐν κοιλία φέρουσα, Ἠσαΐας ὀν ἔβλεψε, Θεογεννήτορ ἄνθρακα ῥύπτοντα, παντός τοῦ κόσμου τά ἁμαρτήματα, χαῖρε περίδοξον, ἄκουσμα καί λάλημα, χαῖρε σεμνῇ, χαῖρε θεῖον οἴκημα, καί ὄρος ἅγιον.

Χαἶρε Παρθένε Πανάμωμε, χαῖρε ζωῆς θησαυρέ, χαῖρε ὄρος κατάσκιον, χαῖρε στῦλε πύρινε, καί νεφέλη ὑπέρφωτε, παντός ῥυπώδους χαῖρε καθαίρεσις, χαῖρε τοῦ κόσμου ἡ ἀνακαίνισις, χαῖρε ἀνύμφευτε, χαῖρε Μήτηρ ἄχραντε, χαῖρε φλογμόν, σβέσασα τῷ τόκῳ σου, χαῖρε ἡ πάντων ἐλπίς.

Χαἶρε ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε φωτός καθαρόν, καί φαιδρόν ἐνδιαίτημα, χαῖρε στάμνε πάγχρυσε, καί παλάτιον ἔμψυχον, τοῦ βασιλέως θρόνε πυρίμορφε, εὐλογημένῃ χαῖρε ἀπείρανδρε, χαῖρε πανάσπιλε, χαῖρε καταφύγιον, χαῖρε ἁγνῇ, χαῖρε Θεοδόξαστε, χαῖρε ἡ πάντων χαρᾷ.

Σὠμά ψυχήν καί τό πνεῦμα μου, πάσαις δειναῖς ὁ δεινός, ἐργασίαις ἐμόλυνα, τό μέν σῶμα πάθεσι, παραδούς τῆς αἰσχρότητος, ψυχήν δε πᾶσιν ἐπιτηδεύμασι, πονηροτάτοις οἷς περ συνέζησα, αὖθις τό πνεῦμα, δε, ἐπηρμένοις ἤθεσι καί σκολιοῖς, Δέσποινα φρονήμασιν, ἐξ ὤν με λύτρωσαι.


Σάββατο 5 Απριλίου 2025

ΚΑΝΩΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ Ψαλλόμενος τῷ Σαββάτω τῆς Ἀκαθίστου.

 

 ΚΑΝΩΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

Ψαλλόμενος τῷ Σαββάτω τῆς Ἀκαθίστου.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ.

Ὁὗ ἤ ἆκρὁστιχίς.
Χαράς δοχεῖον σοί πρέπει χαίρειν μόνη· Ιωσήφ.

ᾨδή ἆ’ 

Ἦχος δ’. Ἀνοίξω τό στόμα μου.
Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σε Πνεύματι, Ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, Ἁγνή θεώμενος, ἐπεφώνει σοι, Χαῖρε χαράς δοχεῖον, δι’ ᾖς τῆς Προμήτορος ἀρά λυθήσεται.

Ἀδάμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε Θεόνυμφε, τοῦ ᾌδου ἡ Ανέκρωσις, χαῖρε πανάμωμε, τό παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως. χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος.

Ῥόδον τό ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα, τό μῆλον τό εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα, τό ὀσφράδιον, τοῦ πάντων Βασιλέως, χαῖρε ἀπειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε δι’ ᾖς ἐκ τοῦ πτώματος, ἡμῶν ἐξανέστημεν, χαῖρε ἡδύπνοον, κρίνον Δέσποινα, πιστούς εὐωδιάζον, θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον.

ᾨδή γ’. Τούς σούς ὑμνολόγους.
Στάχυν ἡ βλαστήσασα τόν θεῖον, ὡς χώρα ἀνήροτος σαφῶς, χαῖρε ἔμψυχε τράπεζα, ἄρτον ζωῆς χωρήσασα, χαῖρε τοῦ ζῶντος ὕδατος, πηγή ἀκένωτος Δέσποινα.

Δάμαλις τόν μόσχον ἡ τεκοῦσα, τόν ἄμωμον, χαῖρε τοῖς πιστοῖς, χαῖρε ἀμνάς Κυήσασα, Θεοῦ ἀμνόν τόν αἴροντα, κόσμου παντός τά πταίσματα, χαῖρε θερμόν ἱλαστήριον.

Ὄρθρος φαεινός χαῖρε ἡ μόνη, τόν Ἥλιον φέρουσα Χριστόν, φωτός κατοικητήριον, χαῖρε τό σκότος λύσασα, καί τούς ζοφώδεις δαίμονας, ὁλοτελῶς εκμειώσασα.

Χαῖρε πύλη μόνη ἤν ὁ Λόγος, διώδευσε μόνος ἡ μοχλούς, καί πύλας ᾌδου Δέσποινα, τῷ τόκῳ σου συντρίψασα, χαῖρε ἡ θεία εἴσοδος, τῶν σῳζομένων πανύμνητε.

ᾨδή δ’. Ὅ καθήμενος ἐν δόξῃ.
Ἐν φωναῖς ἀσμάτων πίστει, σοί βοῶμεν Πανύμνητε, Χαῖρε πῖον ὄρος, καί τετυρωμένον ἐν Πνεύματι, χαῖρε λυχνία καί στάμνε, Μάννα φέρουσα, τό γλυκαίνοv, τά τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια.

Ἱλαστήριον τοῦ κόσμου, χαῖρε ἄχραντε Δέσποινα, χαῖρε κλῖμαξ γῆθεν, πάντας ἀνυψώσασα χάριτι, χαῖρε ἡ γέφυρα ὄντως, ἡ μετάγουσα, ἐκ θανάτου πάντας, πρός ζωήν τούς ὑμνοῦντας σε.

Οὐρανῶν ὑψηλοτέρα, χαῖρε γῆς τό θεμέλιον, ἐν τῇ σή νηδύϊ, Ἄχραντε ἀκόπως βαστάσασα, χαῖρε κογχύλη πορφύραν θείαν βάψασα, ἐξ αἱμάτων σου, τῷ Bασιλεί τῶν Δυνάμεων.

Νομοθέτην ἡ τεκοῦσα, ἀληθῶς χαῖρε Δέσποινα, τόν τάς ἀνομίας, πάντων δωρεάν ἐξαλείφοντα, ἀκατανόητον βάθος, ὕψος ἄρρητον, ἀπειρόγαμε, δι’ ᾖς ἡμεῖς εθεώθημεν.

Σέ τήν πλέξασαν τῷ κόσμῳ, αχειρόπλοκον στέφανον, ανυμνολογούμεν, Χαῖρε σοι Παρθένε κραυγάζοντες, τό φυλακτήριον πάντων καί χαράκωμα, καί κραταίωμα, καί ἱερόν καταφύγιον.

ᾨδή ἕ’. Ἐξέστη τά σύμπαντα.
Ὀδόν ἡ κυήσασα, ζωῆς χαῖρε Πανάμωμε, ἡ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας, σώσασα κόσμον, χαῖρε Θεόνυμφε, ἄκουσμα καί λάλημα φρικτόν, χαῖρε ἐνδιαίτημα, τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως.

Ἰσχύς καί ὀχύρωμα, ἀνθρώπων χαῖρε Ἄχραντε, τόπε ἁγιάσματος τῆς δόξης, νέκρωσις ᾌδου, νυμφών ὁλόφωτε, χαῖρε τῶν Ἀγγέλων χαρμονή, χαῖρε ἡ βοήθεια, τῶν πιστῶς δεομένων σου.

Πυρίμορφον ὄχημα, τοῦ Λόγου χαῖρε Δέσποινα, ἔμψυχε Παράδεισε τό ξύλον, ἐν μέσῳ ἔχων ζωῆς τόν Κύριον, οὗ ὁ γλυκασμός ζωοποιεῖ, πίστει τούς μετέχοντας, καί φθορά ὑποκύψαντας.

Ῥωννύμενοι σθένει σου, πιστῶς ἀναβοῷμεν σοι, Χαῖρε πόλις τοῦ Παμβασιλέως, δεδοξασμένα, καί ἀξιάκουστα, περί ᾖς λελάληνται σαφῶς, ὄρος ἀλατόμητον, χαῖρε βάθος ἀμέτρητον.

Εὐρύχωρον σκήνωμα, τοῦ Λόγου χαῖρε Ἄχραντε, κόχλος ἡ τόν, θεῖον μαργαρίτην, προαγαγοῦσα, χαῖρε πανθαύμαστε, πάντων πρός Θεόν καταλλαγῇ τῶν μακαριζόντων σε, Θεοτόκε ἑκάστοτε.

ᾨδή ς’. Τήν θείαν ταύτην.
Παστάς τοῦ Λόγου ἀμόλυντε, αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, χαῖρε Πανάχραντε, τῶν Προφητῶν περιήχημα, χαῖρε τῶν Ἀποστόλων, τό ἐγκαλλώπισμα.

Ἐκ σοῦ ἡ δρόσος απέσταξε, φλογμόν πολυθεΐας ἡ λύσασα, ὅθεν βοῷμεν σοι, Χαῖρε, ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος, ὄν Γεδεών Παρθένε, προεθεάσατο.

Ἰδού σοι Χαῖρε κραυγάζομεν, λιμήν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι καί Ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων, καί τῶν σκανδάλων πάντων, τοῦ πολεμήτορος.

Χαράς αἰτία χαρίτωσον, ἡμῶν τόν λογισμόν τοῦ κραυγάζειν σοι, Χαῖρε ἡ ἄφλεκτος βάτος νεφέλη Ὁλόφωτε, ἡ τούς πιστούς ἀπαύστως, ἐπισκιάζουσα.

ᾨδή ζ’. Οὐκ ἐλάτρευσαν.
Ἀνυμνοῦμεν σε, βοῶντες Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, ἄμπελος ἀληθινή, τόν βότρυν τόν πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζρντα, τόν τάς ψυχάς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σε δοξαζόντων.

Ἰατῆρα, τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα χαῖρε Θεόνυμφε, ἤ ῥάβδος ἡ μυστικῇ, ἄνθος τό ἀμάραντον, ἡ ἐξανθήσασα, χαῖρε Δέσποινα, δι’ ᾖς χαράς πληρούμεθα, καί ζωήν κληρονομοῦμεν.

Ῥητορεύουσα, οὐ σθένει γλῶσσα Δέσποινα, ὐμνολογήσαί σε, ὑπέρ γάρ τά Σεραφείμ, ὑψώθης κυήσασα, τόν Βασιλέα Χριστόν, ὄν ἱκέτευε, πάσης νῦν βλάβης ῥύσασθαι, τούς πιστῶς σε προσκυνοῦντας.

Εὐφημεῖ σε, μακαρίζοντα τά πέρατα, καί ἀνακράζει σοι. Χαῖρε ὁ τόμος ἐν ὦ, δακτύλῳ ἐγγέγραπται, Πατρός ὁ Λόγος Ἁγνή, ὄν ἱκέτευε, βίβλῳ ζωῆς τούς δούλους σου, καταγράψαι Θεοτόκε.

Ἱκετεύομεν οἱ δούλοί σου καί κλίνομεν ἱκετεύομεν, γόνυ καρδίας ἡμῶν. Κλῖνον τό οὕς σου Ἁγνή, καί σῶσον τούς θλίψεσι, βυθιζομένους ἡμᾶς, καί συντήρησον, πάσης ἐχθρῶν ἁλώσεως, τήν σήν ποίμνην Θεοτόκε.

ᾨδή ἡ’. Παῖδας εὐαγεῖς.
Νηδύϊ τόν Λόγον ὑπεδέξω, τόν πάντα βαστάζοντα ἐβάστασας, γάλακτι ἐξέθρεψας, νεύματι τόν τρέφοντα, τήν οἰκουμένην ἅπασαν, Ἁγνή ὦ ψάλλομεν. Τόν Κύριον ὑμνεῖτε τά ἔργα, καί ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Μώσης κατενόησεν ἐν βάτῳ, τό μέγα μυστήριον τοῦ τόκου σου. Παῖδες προεικόνισαν, τοῦτο ἐμφανέστατα μέσον πυρός ἱστάμενοι, καί μή φλεγόμενοι, ἀκήρατε ἁγία Παρθένε, ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Οἱ πρώην ἀπάτη γυμνωθέντες, στολήν ἀφθαρσίας ἐνεδύθημεν, τῇ κυοφορία σου, καί οἱ καθεζόμενοι, ἐν σκότει παραπτώσεων, φῶς κατωπτεύσαμεν, φωτός κατοικητήριον, Κόρη, ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

Νεκροί διά σοῦ ζωοποιούνται, ζωήν γάρ τήν ἐνυπόστατον ἐκύησας, εὔλαλοι οἱ ἄλαλοι, πρώην χρηματίζοντες, λεπροί ἀποκαθαίρονται, νόσοι διώκονται, πνευμάτων ἀερίων τά πλήθη, ἥττηνται Παρθένε, βροτώνη σωτηρίᾳ.

Ἡ κόσμῳ τεκοῦσα σωτηρίαν, δι’ ᾖς ἀπό γῆς εἰς ὕψος ἤρθημεν, χαίροις παντευλόγητε, σκέπη καί κραταίωμα, τεῖχος καί ὀχύρωμα, τῶν μελῳδούντων Ἁγνή. Τόν Κύριον ὑμνεῖτε τά ἔργα, καί ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδή θ’. Ἅπας γηγενής.
Ἶνα σοι πιστοί, τό Χαῖρε κραυγάζωμεν, οἱ διά σοῦ τῆς χαράς, μέτοχοι γενόμενοι, τῆς ἀϊδίου, ῥῦσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ, βαρβαρικῆς ἁλώσεως, καί πάσης ἄλλης πληγῆς, διά πλῆθος, Κόρη παραπτώσεων, ἐπιούσης βροτοῖς ἁμαρτάνουσιν.

Ὤφθης φωτισμός, ἡμῶν καί βεβαίωσις, ὅθεν βοῷμεν σοι. Χαῖρε ἄστρον ἄδυτον, εἰσάγον κόσμῳ, τόν μέγαν Ἥλιον, χαῖρε Ἐδέμ ἀνοίξασα, τήν κεκλεισμένην Ἁγνή, χαῖρε στῦλε, πύρινε εἰσάγουσα, εἰς τήν ἄνω ζωήν τό ἀνθρώπινον.

Στῶμεν εὐλαβῶς, ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν, καί ἐκβοήσωμεν. Χαῖρε κόσμου Δέσποινα, χαῖρε Μαρίᾳ, Κυρίᾳ πάντων ἡμῶν, χαῖρε ἤ μόνη ἄμωμος, ἐν γυναιξί καί καλή, χαῖρε σκεῦος, μύρον τό ἀκένωτον, ἐπί σέ κενωθέν εἰσδεξάμενον.

Ἡ περιστερά, ἡ τόν ἐλεήμονα ἀποκυήσασα, χαῖρε ἀειπάρθενε Ὁσίων πάντων, χαῖρε τό καύχημα, τῶν Ἀθλητῶν στεφάνωμα, χαῖρε ἁπάντων τε, τῶν Δικαίων, θεῖον ἐγκαλλώπισμα, καί ἡμῶν τῶν πιστῶν τό διάσωσμα.

Φεῖσαι ὁ Θεός, τῆς κληρονομίας σου, τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πάσας παραβλέπων νῦν, εἰς τοῦτο ἔχων, ἐκδυσωποῦσαν σε, τήν ἐπί γῆς ἀσπόρως σε, κυοφορήσασαν, διά μέγα ἔλεος θελήσαντα, μορφωθῆναι Χριστέ, τό ἀλλότριον.

Δημοφιλείς αναρτήσεις