Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Άγιος Διάδοχος Φωτικής)




Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού 
(Άγιος Διάδοχος Φωτικής)
Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα. Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των δυνάμεων, Αυτός είναι ο ένδοξος Βασιλιάς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αυτόν, που ο Ψαλμωδός προβλέποντας την άνοδό Του από τη γη στον ουρανό, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, έψαλλε: «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6). Γιατί αυτός ο θεόπνευστος προέβλεπε και την ωδή των αγίων Ευαγγελίων (Λουκ. β’ 14). 
Β’. Αυτοί όμως που καυχώνται πως έχουν πρόγονο τον πιστότατο Αβραάμ -οι Ιουδαίοι- (Ιω. η’ 33) δεν παραδέχονται ότι ο Σωτήρας όλων μας αναστήθηκε από τους νεκρούς, νομίζοντας οι ταλαίπωροι ότι με ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά την ωραιότητα της τόσο μεγάλης αλήθειας («διότι ο λόγος αυτός έχει διαδοθεί μέχρι σήμερα μεταξύ των Ιουδαίων» – Ματθ. κη’ 15). Αυτήν την αλήθεια οι μεν δαίμονες την αναγνώρισαν, οι Ιουδαίοι όμως, που ομολόγησαν ότι υποδέχτηκαν τις εντολές του Θεού, δεν έχουν την πρόθεση να την τιμήσουν ούτε με λόγια, ενώ ο Προφήτης λέει αυτά: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το όνομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2). Και πάλι λέει: «Υψώσου, Θεέ, επάνω από τους ουρανούς, κι η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5). Αυτά βέβαια δεν θα μπορέσουν με κανέναν τρόπο να τα διαστρέψουν οι σοφιστές της αλήθειας, μ’ όποιον τρόπο κι αν φιλοσοφήσουν το ψέμα του πατέρα τους - διαβόλου - (Ιω. η’ 44). Γιατί ο Κύριος, που ανέβηκε και υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ανέβηκε στους ουρανούς οπωσδήποτε, αφού πρώτα κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο ανήγγειλε από πριν ο Προφήτης λέγοντας: «Κύριε, γείρε τους ουρανούς και κατέβα. Άγγιξε τα βουνά και θα βγάλουν καπνό, άναψε την αστραπή και θα τους σκορπίσεις» (Ψαλμ. ρμγ’ 5). Και αυτό το έλεγε, προλέγοντας την καλή είδηση, σ’ αυτούς που ακόμη κάθονταν κάτω από τη σκιά του θανάτου, για τη συντριβή των δυνάμεων του άδη, η οποία, όπως μας διαβεβαιώνουν πολλές μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκε από την ταφή και την Ανάσταση του Κυρίου. Γι’ αυτό ακριβώς και σε άλλο πάλι κεφάλαιο έχουμε τον ψαλμωδό να λέει: «Αφού ανέβηκε υψηλά, πήρε τους αιχμαλώτους σε αιχμαλωσία, έδωσε δώρα στους ανθρώπους» (Ψαλμ, ξζ’ 19). Διότι, ο μονογενής Υιός του Θεού, αφού με την Ανάστασή Του πήρε την ανθρωπότητα από την αιχμαλωσία της στον θάνατο και ανέβηκε επάνω στους ουρανούς, ετοίμασε -ως δώρα- όπλα, γι’ αυτούς που θέλουν δικαιοσύνη (γιατί είναι βασιλιάς της δόξας), ασφαλίζοντας με λογικούς θώρακες αυτούς που στρατολογούνται καθημερινά από Αυτόν με τη σφραγίδα της δικαιοσύνης. Διότι Αυτός έπρεπε να συνθέσει, από το στόμα των νηπίων και όσων μικρών θηλάζουν δοξολογία (Ψαλμ, η’ 3), για να αποδοκιμάσει τελείως εκείνους που από υπερηφάνεια νομίζουν ότι είναι τέλειοι. Διότι πραγματικά η ταπείνωση είναι σφραγίδα ευσεβείας. Γι’ αυτό και όσοι δεν πείθονται από την προφητεία που λέει πως διά της Αναστάσεως του Χριστού θα κατασκηνώσουν στο φως των ζώντων, θα μαζέψουν τους καρπούς της ανοησίας τους.

Γ’. Εμείς, όμως, αδελφοί, ας μιλήσουμε καλά και πάλι τα λόγια του Ψαλμωδού, για να δούμε με τα πνευματικά μάτια τον Κύριο, που ανέβηκε στους ουρανούς επάνω σε νεφέλη. Ο λόγος με προτρέπει να αποσιωπήσω προσωρινά τη μαρτυρία των Αποστόλων, για να μη θεωρηθεί από τους άφρονες ότι υποστηρίζω τον εαυτό μου, ενώ κάθε λόγος των Αποστόλων επιβεβαιώνεται από την προφητική αλήθεια (Β’ Πέτρ. α’ 19), γιατί αναγνωρίζεται ότι οι λόγοι τους είναι γεννήματα των προφητικών λόγων. Πράγματι, όσα υπαινίχθηκαν οι Προφήτες από πρόγνωση για την ενανθρώπηση του Κυρίου, αυτά τα κήρυξαν οι Απόστολοι από επίγνωση με την έμπνευση του Ιδίου Αγίου Πνεύματος. Διότι λέει «καθώς πλησιάζουν τα έτη θα αναγνωρισθείς, καθώς φτάνει ο καιρός θα αναδειχθείς» (Αββ. γ’ 2). Ας πούμε, λοιπόν, πάλι: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το ονομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2), για να γνωρίσουμε με σαφήνεια ότι η ενανθρώπηση του Κυρίου και η επάνοδός Του από τη γη στον ουρανό, της οποίας σήμερα γιορτάζουμε τη μνήμη, γέμισε τον κόσμο με τη γνώση του Θεού. Γιατί, όσον καιρό ο Χριστός ήταν επάνω στη γη, οι πολλοί είχαν μικρή ιδέα για το μεγαλείο της δόξας Του. Επειδή όμως ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, και εκπλήρωσε όπως έπρεπε όλη τη βούληση του Πατέρα, όλη η κτίση γέμισε θαύμα και γνώση, βλέποντας τον Κύριο των όλων να ανεβαίνει, δηλαδή να αναλαμβάνεται. Γιατί σύμφωνα με την προφητεία σηκώθηκε, δηλαδή υψώθηκε πιο επάνω από όλους τους ουρανούς ως άνθρωπος, και ανέβηκε ως Θεός. Γιατί λέει, «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6).

Δ’. Ο Προφήτης ασφαλώς δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια, εάν δεν είχε προβλέψει την κάθοδό Του, χωρίς να πλανηθεί, με τα μάτια της προγνώσεως. Διότι, πώς θα ήταν επόμενο να πει, «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5), ή επίσης «ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς» (Ψαλμ. μστ’ 6), εάν ο θεολόγος -Δαβίδ- δεν είχε θεωρήσει με την πρόγνωση του Πνεύματος και την κατάβαση και την ανάβασή Του; Γι’ αυτό, όπως είπα πριν, αλλού λέει ότι υψώθηκε και αλλού ότι ανέβηκε, για να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση. Για μεν τη θεότητα λέει ότι ανέβηκε, για το σώμα όμως λέει πως υψώθηκε, δηλαδή αναλήφθηκε. Λοιπόν, από όλα αυτά πρέπει να εννοήσουμε ότι ο Ίδιος που κατέβηκε είναι και που ανέβηκε επάνω από όλους τους ουρανούς, για να γεμίσει τα πάντα με την αγαθοσύνη Του και για να υψώσει τελείως τους Αποστόλους Του αφού πρώτα τους ελευθερώσει από τα πάθη της αμαρτίας με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Γιατί τι λέει; «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη, για να λυτρωθούν οι αγαπητοί Σου» (Ψαλμ. νστ 6, νθ’ 7). Διότι αγαπητοί του Κυρίου στ’ αλήθεια είναι κατά πρώτο λόγο εκείνοι που συμμερίστηκαν καθ’ όλα το Πάθος Του και έγιναν αυτόπτες και κήρυκες της μεγαλειότητάς Του.

Ε’. Ώστε, λοιπόν, οι Προφήτες κήρυτταν ένα και τον Ίδιο Κύριο, αλλά δεν συνέχεαν σε μια φύση το σχήμα της σαρκώσεώς Του, όπως τώρα μερικοί - μονοφυσίτες - εισηγούνται. Αυτοί χρησιμοποιούσαν βέβαια τους όρους που αναφέρονται στη θεότητά Του όπως αρμόζει σε Θεό, ενώ ίσους όρους αναφέρονται στο σώμα όπως αρμόζει σε ανθρώπους, για να διδάξουν με σαφήνεια ότι ο Κύριος που ανέβηκε, δηλαδή που υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ό,τι είναι από τον Πατέρα υπάρχει, ό,τι δε έγινε από την Παρθένο, μένει άνθρωπος, ένας στο πρόσωπο και ένας στην υπόσταση. Γιατί ο ασώματος Υιός του Θεού αφού μορφοποίησε τον εαυτό Του όταν προσέλαβε σάρκα, ανέβηκε γι’ αυτό φανερά, εκεί από όπου κατέβηκε αφανώς και σαρκώθηκε. Γι’ αυτό αναλήφθηκε με δόξα και Τον πίστεψαν εξ αιτίας της δυνάμεώς Του και Τον προσμένουν πάλι με φόβο να πάρει στην κάθοδό Του ως προφητική υπηρέτρια τη νεφέλη (Λουκ. κα’ 27). Γιατί και τότε, προείπαν οι Προφήτες, ότι θα Τον υπηρετήσει νεφέλη, για να φανεί πάλι να βαστάξει τον Κύριο που έχει σώμα μια υλική και ελαφρή ουσία. Διότι βέβαια, όπως είπα, ο Κύριος βαστάζει τα σύμπαντα με τη βούλησή Του ως Θεός, από τη νεφέλη όμως θα βασταχθεί επίσης ως άνθρωπος, ώστε ο Κύριος που αγαπά τις ψυχές μας να μη αρνηθεί ούτε και τότε τους νόμους της φύσεως την οποία προσέλαβε.

ΣΤ’. Γι’ αυτό ακριβώς και ο θεσπέσιος Παύλος (Α’ Θεσ. δ’ 17) μας δίδαξε επιπλέον ότι και οι άγιοι θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες, όταν θα έρχεται ο Κύριος που περιμένουμε επάνω σε νεφέλη. Διότι, ό,τι αρμόζει στον Θεό που σαρκώθηκε εξ αιτίας του σώματός Του, αυτό θα συμβεί και σ’ εκείνους που εξ αιτίας της πλούσιας Χάρης Του θα θεωθούν, αφού ο Θεός φιλοτιμήθηκε να κάνει θεούς τους ανθρώπους. Λοιπόν, κανένας, αδελφοί, να μη υποθέτει ότι η πυκνότητα της φύσεως του ανθρώπου, την οποία προσέλαβε κατ’ ουσία ο άγιος Λόγος του Θεού, όπως αναγνωρίζεται, έχει αλλοιωθεί από τη λάμψη της θείας και ένδοξης ουσίας Του, σύμφωνα με την αλήθεια για τις δύο φύσεις που υπάρχουν σ’ Αυτόν αχώριστα. Διότι ο ένδοξος Υιός του Θεού δεν σαρκώθηκε για να πλανήσει το πλάσμα Του, αλλά για να αφανίσει τελείως με την κοινωνία μαζί του την έξη που μέσα στον άνθρωπο έσπειρε το φίδι (δηλαδή ο διάβολος). Ώστε η σάρκωση του Λόγου άλλαξε την έξη και όχι τη φύση, ώστε να ξεντυθούμε τη μνήμη του κακού και να ντυθούμε την αγάπη του Θεού, όχι με το να αλλάξουμε σε κάτι που δεν ήμασταν, αλλά να ανανεωθούμε με δόξα σε κάτι που ήμασταν, με την αλλαγή.

Σ’ Αυτόν, λοιπόν, ανήκει η δοξολογία και το κράτος, σ’ Αυτόν που κατέβηκε από τους ουρανούς χωρίς να φαίνεται και ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, σ’ Αυτόν που υπάρχει πριν από όλους τους αιώνες και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(P.G. 65,1141-1148)

(Απόσπασμα από το βιβλίο “Από την Ανάσταση του Χριστού στην Πεντηκοστή”, Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)

 


Tης Αναλήψεως



Tης Αναλήψεως

Την Πέμπτη της έκτης Εβδομάδας από το Πάσχα εορτάζουμε την ανάληψη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Όταν ακόμη ο Χριστός ήταν με τους μαθητές, πριν από το πάθος, τους υποσχέθηκε την παρουσία του παναγίου Πνεύματος λέγοντας: «Σας συμφέρει να φύγω· διότι αν εγώ δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έρθει» (Ιω. 16:7), και: «Όταν έρθει Εκείνος, θα σας διδάξει όλη την αλήθεια» (Ιω. 16:13). 
Γι’ αυτό, μετά την εκ νεκρών ανάσταση, ο Χριστός για σαράντα μέρες εμφανιζόταν στους μαθητές, όχι πάντοτε, αλλά με διαλείμματα, τρώγοντας και πίνοντας μαζί τους, κάνοντας έτσι την ανάσταση βεβαιότερη. 
Την τελευταία φορά, αφού τους είπε πολλά για τη βασιλεία του Θεού, τους παράγγειλε να μην απομακρυνθούν από την Ιερουσαλήμ, αλλά παραμένοντας εκεί, να περιμένουν την έλευση του παναγίου Πνεύματος, για να βαπτιστούν και απ’ Αυτό -διότι μόνο με νερό είχαν βαπτιστεί προηγουμένως από τον Ιωάννη (αν και αργότερα ο Επιφάνιος Κύπρου εξιστόρησε ότι ο Ιωάννης ο Θεολόγος βάπτισε την Θεοτόκο, και ο Πέτρος με τον Ιωάννη πάλι βάπτισαν τους υπόλοιπους αποστόλους). 
Τους παράγγειλε να παραμείνουν στην Ιερουσαλήμ, για να στερεωθεί πρώτα εκεί το κήρυγμα του Ευαγγελίου, μήπως πηγαίνοντας σε ξένους τόπους, εύκολα θα μπορούσαν να κατηγορηθούν, και διότι έπρεπε, όπως ακριβώς οι στρατιώτες, από εδώ να προετοιμαστούν με τα όπλα του Πνεύματος, και έτσι να προχωρήσουν σε μάχη με τους εχθρούς του Χριστού. 
Όταν λοιπόν έφτασε ο καιρός της αναλήψεως, ο Χριστός έβγαλε τους μαθητές στο Όρος των Ελαιών -που ονομάζεται έτσι γιατί ήταν κατάφυτο από πολλές ελιές- και μιλώντας τους για την κήρυξή Του από αυτούς στα πέρατα του κόσμου και για την ακατάλυτη μελλοντική βασιλεία Του, και επειδή έβλεπε ότι κι εκείνοι ήθελαν να κάνουν ερωτήσεις, και ενώ ήταν παρούσα εκεί και η άχραντη Μητέρα Του, έφερε μπροστά τους αγγέλους που θα τους έδειχναν την άνοδό Του στους ουρανούς. 
Και ενώ οι μαθητές έβλεπαν, άρχισε να ανεβαίνει από ανάμεσά τους, και μια νεφέλη Τον παρέλαβε. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, υποβασταζόμενος από τους αγγέλους, που ο ένας παρακινούσε τον άλλον να ανοίξουν τις ουράνιες θύρες και ήταν κατάπληκτοι βλέποντάς Τον να έχει σάρκα και αίμα, ο Χριστός ανέβηκε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα, και μ’ αυτό τον τρόπο θέωσε τη σάρκα Του, και τολμώ να πω, την έκανε ομόθεη, με την οποία εμείς οι άνθρωποι συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό, αφού διαλύθηκε η αρχαία έχθρα. 
Τότε παρουσιάστηκαν άγγελοι, με τη μορφή ανδρών, και έλεγαν στους αποστόλους: «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι στέκεστε κατάπληκτοι και κοιτάζετε στον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίο βλέπετε με σάρκα Θεό, έτσι θα έρθει πάλι, δηλαδή με σάρκα. Αλλά όχι όπως προηγουμένως φτωχός και αθόρυβα, αλλά με μεγάλη δόξα, καθώς τώρα τον βλέπετε να υποβαστάζεται από αγγέλους». 
Οι απόστολοι, όταν απέκαμαν να κοιτάζουν ψηλά, έφυγαν από το Όρος των Ελαιών. Αυτό είναι πολύ κοντά στην Ιερουσαλήμ, απέχει απ’ αυτήν δύο χιλιάδες σαράντα βήματα. Αυτή η απόσταση είναι η “οδός του Σαββάτου”. 
Έτσι είχε νομοθετήσει ο Μωυσής, τόσα βήματα να περπατούν το Σάββατο. Διότι ακριβώς και η Σκηνή του μαρτυρίου τόσα βήματα απείχε από το στρατόπεδο των Ιουδαίων στην έρημο. Γιατί επιτρεπόταν να πηγαίνουν εκεί και το Σάββατο για προσκύνηση και να μην προχωρούν περισσότερο. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκε “οδός Σαββάτου”. 
Από εδώ, μερικοί υποθέτουν ότι και η ανάληψη του Χριστού έγινε Σάββατο, το οποίο όμως είναι απίθανο. 
Αφού λοιπόν οι απόστολοι επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ, ανέβηκαν στο υπερώο, στο οποίο έμεναν μαζί με τις μυροφόρες γυναίκες και τη Μητέρα του Λόγου, ζώντας με νηστεία, προσευχή και δεήσεις και περιμένοντας την επιφοίτηση του παναγίου Πνεύματος, όπως τους είχε υποσχεθεί ο Κύριος.

Ο αναληφθείς εν δόξη, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Η Ανάληψη Του Κυρίου : κινήσεις λειτουργικές

 Της Αναλήψεως, 25 του Μάη - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE
Πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ της Ἀναλήψεως διαβάζεται ἡ Ἐνάτη Ὥρα τοῦ Πάσχα. Μετὰ τὸ «Εὐλογητός», τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν» καὶ συνεχίζεται ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἐνάτης Ὥρας ποὺ διαβάζεται τρεῖς φορές.

Μετὰ τὴν Θ΄ ὥρα εδώ τοῦ Πάσχα ὁ ἱερεὺς λαμβάνει τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν εὐρισκόμενον ἔμπροσθέν του τέμπλου ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἀποκαθηλώσεως καὶ φέρει αὐτόν, προπορευομένου θυμιατοῦ ὄπισθέν της Ἁγίας Τραπέζης, ἐν ὢ θέτει τὸν Ἐσταυρωμένον ὡς ἦτο πρὸ τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Ἔπειτα θυμιατίζει εὐλαβῶς τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπιταφίου, τὴν εὐρισκομένην ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ ἀσπασθεῖς περιτυλίσσει αὐτὴν καὶ ἐναποθέτει εἰς τὴν οἰκείαν αὐτῆς θέσιν. Ἐπίσης ἀντιστρέφει τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον τὸ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης διὰ νὰ φαίνεται ἡ εἰκὼν τῆς Σταυρώσεως.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Κυριακή της Σαμαρείτιδος Συναξάρι Πεντηκοσταρίου


Κυριακή της Σαμαρείτιδος
Συναξάρι Πεντηκοσταρίου
Την πέμπτη Κυριακή από το Πάσχα εορτάζουμε την εορτή της Σαμαρείτιδος.
Επειδή σ’ αυτήν ο Χριστός ολοφάνερα είπε τον εαυτό Του Μεσσία -στα ελληνικά Χριστό, δηλαδή χρισμένο ή αλειμμένο-, γι’ αυτό νομίζω ότι η παρούσα εορτή τοποθετήθηκε στην εβδομάδα της Μεσοπεντηκοστής· επίσης, επειδή την προηγούμενη Κυριακή θαυματούργησε στην Κολυμβήθρα, και σ’ αυτήν, στο πηγάδι του Ιακώβ.

Ο τόπος αυτός ήταν εξαίρετος, και επειδή ήταν κοντά το όρος Σομώρ, υπήρχαν πολλές πόλεις Σαμαρειτών. Ο Χριστός πήγε σε μια απ’ αυτές, τη Σιχάρ, στην οποία είχε κατοικήσει ο πατριάρχης Ιακώβ, όπου και άνοιξε αυτό το πηγάδι και το χάρισε στον γιο του Ιωσήφ.

(Παλιά στο όρος αυτό δεν κατοικούσαν Σαμαρείτες αλλά Ισραηλίτες. Επειδή όμως έσφαλαν στον Θεό, ήρθαν και τους κατέκτησαν οι Ασσύριοι. Ο βασιλιάς των Ασσυρίων αργότερα τους έστειλε στη Βαβυλώνα και στον τόπο εκείνο εγκατέστησε διάφορα έθνη. Ο Θεός όμως έστειλε λιοντάρια σ’ εκείνους τους αλλόφυλους. Όταν το έμαθε ο βασιλιάς, τους έστειλε έναν ιερέα από τους αιχμάλωτους Ιουδαίους να τους διδάξει, και αυτοί αμέσως εγκατέλειψαν τα είδωλα, αλλά δέχτηκαν μόνο τα βιβλία του Μωυσή απορρίπτοντας τα των προφητών και τα υπόλοιπα της Γραφής. Ονομάζονταν Σαμαρείτες, από το όρος Σομώρ, και οι Εβραίοι που γύρισαν από την αιχμαλωσία τούς αποστρέφονταν ως κατά το ήμισυ Ιουδαίους και δεν συνέτρωγαν με αυτούς.)

Ήρθε λοιπόν ο Χριστός στη Σιχάρ, στο πηγάδι, και κάθισε, κουρασμένος από την οδοιπορία, ενώ οι μαθητές πήγαν στην πόλη για να αγοράσουν τρόφιμα. Ήρθε τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια, για να πάρει νερό, και ο Ιησούς της ζήτησε να Του δώσει νερό να πιεί. Εκείνη, καταλαβαίνοντας από την ομιλία και την ενδυμασία Του ότι είναι Ιουδαίος, Του θύμισε ότι οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες.

Ο Ιησούς της μίλησε τότε υψηλότερα λέγοντας για το πνευματικό νερό, που είναι άφθονο και καθαρτικό -διότι το Πνεύμα πάντοτε μοιάζει με το νερό και με τη φωτιά.

Η γυναίκα τον ρώτησε πώς έχει τέτοιο νερό, αφού δεν έχει δοχείο για άντληση και το πηγάδι είναι βαθύ, και ανέφερε τον προπάτορα Ιακώβ που άνοιξε το πηγάδι και ήπιε από αυτό και ο ίδιος και τα ζωντανά του.

Ο Χριστός, αποφεύγοντας να πει ότι είναι ανώτερος από τον Ιακώβ, για να μη τη φοβίσει, της λέει πάλι για το νερό δείχνοντας τον υπερφυσικό του χαρακτήρα, αφού όποιος πίνει από αυτό δεν διψά καθόλου.

Η γυναίκα τού ζητά αυτό τό νερό, και ο Χριστός της λέει να φωνάξει τόν άντρα της. «Δεν έχω άντρα», απαντά εκείνη, και ο Παντογνώστης της λέει: «Σωστά είπες· διότι πέντε άντρες πήρες, όπως λέει ο Νόμος, και ο έκτος που έχεις τώρα, κατά παράβαση του Νόμου, δεν είναι άντρας σου».

(Μερικοί νόμισαν ότι “πέντε άντρες” είναι η Πεντάτευχος του Μωυσή, την οποία δέχονταν οι Σαμαρείτες, και “έκτος” τα λόγια του Χριστού, τα οποία δεν ήταν ακόμη δικά της, επειδή δεν είχε ακόμη ξεχυθεί η χάρη. Άλλοι, τους πέντε νόμους που έδωσε ο Θεός: στον Παράδεισο, μετά την εξορία, στον Νώε, στον Αβραάμ και στον Μωυσή· έκτο το Ευαγγέλιο, το οποίο αυτή ακόμη δεν είχε. Είναι και κάποιοι που λένε τις πέντε αισθήσεις.)

Του αποκρίνεται η γυναίκα ότι τον θεωρεί προφήτη και τον ρωτά, πού πρέπει να προσκυνούν τον Θεό, στο δικό τους όρος ή στα Ιεροσόλυμα - διότι οι Σαμαρείτες ως ατελείς δεν πίστευαν ότι ο Θεός είναι παντού αλλά μόνο εκεί που Τον προσκυνούσαν, δηλαδή στο όρος Γαριζίν· οι Ιουδαίοι πάλι έλεγαν ότι μόνο στα Ιεροσόλυμα πρέπει να προσκυνούν τον Θεό, και γι’ αυτό στις εορτές μαζεύονταν εκεί από όλα τα μέρη.

Ο Χριστός αποκρίνεται ότι οι σωτηρία του κόσμου είναι από τους Ιουδαίους· πλην όμως ο Θεός είναι άυλος και αυτοί που θα αξιωθούν να Τον προσκυνούν, πολύ σύντομα θα Τον προσκυνήσουν όχι με θυσίες αλλά «εν Πνεύματι και αληθεία». Δηλαδή θα γνωρίσουν τον Θεό όχι μόνο Του αλλά με το άγιο Πνεύμα και τον Υιό· διότι αυτός είναι η αλήθεια.

Η γυναίκα συνέχισε: «Ακούμε από τις Γραφές ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός». «Εγώ είμαι», λέει ο Ιησούς, γνωρίζοντας την καλή προαίρεση της γυναίκας· διότι και οι Σαμαρείτες ήξεραν για τον Μεσσία από τα βιβλία του Μωυσή, και κυρίως από τη φράση «Ο Κύριος ο Θεός θα αναδείξει σε σας έναν Προφήτη» (Δευτ. 18:15).

Όταν ολοκληρώθηκε η συνομιλία ήρθαν και οι Μαθητές και θαύμασαν την άκρα συγκατάβαση του Κυρίου που συνομιλούσε με γυναίκα. Έπειτα τον παρακαλούσαν να φάει, και επειδή ήταν κουρασμένος και επειδή έκανε ζέστη, Αυτός όμως τους μίλησε για την αιώνια τροφή, δηλαδή τη σωτηρία των ανθρώπων, και ότι αυτοί πρέπει να θερίσουν τους κόπους των προφητών.

Στο μεταξύ η γυναίκα πήγε στην πόλη και τα διηγήθηκε στους κατοίκους, οι οποίοι όλοι σηκώθηκαν και πήγαν στον Χριστό, διότι πείσθηκαν ότι η γυναίκα δεν θα έλεγε πράγματα που την εξέθεταν αν δεν είχε συμβεί κάτι σπουδαίο. Τον παρακάλεσαν λοιπόν και τον έπεισαν να μείνει κοντά τους δυο μέρες, κατά τις οποίες έκανε πάμπολλα θαύματα που δεν τα έγραψαν οι ευαγγελιστές λόγω του πλήθους τους.

Αυτή τη Σαμαρείτιδα ο Χριστός την ονόμασε αργότερα Φωτεινή, η οποία και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου στον καιρό του Νέρωνα (54-68) μαζί με τους επτά γιούς της μετά από πολλά και διάφορα σκληρά βασανιστήρια.

Το στόμιο του πηγαδιού εκείνου ο βασιλιάς Ιουστινιανός το μετέφερε με τιμή από εκεί στο ανάκτορο του Θεού Λόγου, εννοώ τον μεγάλο ναό της Αγίας Σοφίας, και το έβαλε πάνω στο πηγάδι που ήταν μπροστά από τον νάρθηκα. Ακόμη έφερε και τον λίθο εκείνο, πάνω στον οποίο κάθισε ο Χριστός και συζήτησε με τη Σαμαρείτιδα. Και τα δύο είναι εκεί μέχρι τώρα και θεραπεύουν κάθε λογής ασθένεια, και μάλιστα πυρετούς και ρίγη. 

Με τις πρεσβείες της μάρτυρός Σου Φωτεινής, Χριστέ ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Η Μεσοπεντηκοστή (Ιωάννης Φουντούλης)

 


ΠΗΓΉ:ΕΔΩ

Η Μεσοπεντηκοστή 
Ιωάννης Φουντούλης
Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή, αυτή. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της. 
Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αύτη και οι περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν, ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. 
Και όμως κάποτε αυτή η εορτή ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. 
Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντος ς’ του Σοφού [11 Μαΐου 903]. 
Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτορας το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μω­κίου. όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. 
Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλιάς και πατριάρχης εισέρχονταν επισήμως στον ναό. 
Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτορας παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλιάς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγοι την βασιλείαν υμών» και με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι. 
Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασή της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους. 
Ποιο όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. 
Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. 
Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» τη δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορταστεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσ­σίας». 
Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας -μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». 
«Διά ταύτην την αιτίαν την παρούσα εορτή εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες τον Μεσσίαν ανυμνούμεν Χριστόν». σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που επελέγη για την ημέρα αυτή. 
Μεσούσης της εορτής του ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρή αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς ή δεν είναι; Είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή δεν είναι; 
Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι ο διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού που κατασκεύασε τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. 
Εκείνος που διδάσκει στο ναό, στο μέσον των διδασκάλων του ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία. 
Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, ποy έγινε μεταξύ του Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. 
Αυτός αρχίζει με μία φράση του Κυρίου- «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω· ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος». Και σχολιάζει ο ευαγγελιστής· «Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν». 
Δεν έχει σημασία, ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξάλλου τόσο πολύ με το θέμα τής εορτής. 
Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. 
Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, «του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές· «Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος». «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στη Σαμαρείτιδα. 
Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. 
Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. 
Η έλλειψη ιστορικού υπόβαθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. 
Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακένωτου ύδατος. 
Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατάντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής ή του αγίου Πνεύματος ή της αγίας Τριάδος ή των Εισοδίων ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης. 
(Ι. Μ. Φουντούλη, «Λογική λατρεία»)

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Κυριακή του Παραλύτου Συναξάρι Πεντηκοσταρίου

Κυριακή του Παραλύτου 
Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 
Την τέταρτη Κυριακή από το Πάσχα τελούμε τη μνήμη τού Παραλύτου και όπως ταιριάζει εορτάζουμε αυτό το μεγάλο θαύμα. 
Το θαύμα αυτό τοποθετήθηκε σ’ αυτή την ημέρα γιατί ο Χριστός το έκανε κατά τον καιρό που οι Εβραίοι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή. 
Όταν δηλαδή ο Κύριος ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα για την εορτή αυτή, πήγε στην Κολυμβήθρα που είχε πέντε καμάρες, και που την είχε κτίσει ο Σολομών. Αυτή ονομαζόταν Προβατική, διότι εκεί έπλεναν τα εντόσθια των προβάτων που θυσιάζονταν στον Ναό· ή πιθανόν (από το πρώτος - βαίνω) επειδή ο πρώτος που έμπαινε σ’ αυτήν όταν ο άγγελος, μια φορά το χρόνο, ανατάραζε το νερό, γινόταν υγιής. 
Βρήκε λοιπόν εκεί ο Κύριος έναν άνθρωπο κατάκοιτο τριάντα οκτώ χρόνια επειδή δεν είχε ποιον να τον βάλει στο νερό. (Από αυτό μαθαίνουμε πόσο καλό είναι η καρτερία και η υπομονή). Και επειδή έμελλε να δοθεί το Βάπτισμα που καθαρίζει κάθε αμαρτία, ο Θεός οικονόμησε στην Παλαιά Διαθήκη να γίνονται με νερό θαύματα, ώστε όταν έρθει το βάπτισμα, να γίνει εύκολα δεκτό. 
Πλησίασε λοιπόν ο Ιησούς αυτόν τον παράλυτο, που λεγόταν Ίαρος, και τον ρώτησε, και πήρε την απάντηση ότι δεν έχει κάποιο βοηθό. Και ο Χριστός, ξέροντας ότι είχε λιώσει τόσα χρόνια στην αρρώστια, του είπε: «Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα». 
Και αμέσως ο παράλυτος βρέθηκε υγιής, σήκωσε στους ώμους το κρεβάτι του –για να μη νομιστεί φαντασία το θαύμα– και πήγαινε στο σπίτι του. Ήταν όμως Σάββατο, και οι Ιουδαίοι τον εμπόδιζαν να περπατά, αλλ’ αυτός αποκρίθηκε ότι έτσι τον πρόσταξε εκείνος που τον θεράπευσε - γιατί δεν Τον γνώριζε, επειδή ο Ιησούς, καθώς μαζεύτηκε κόσμος, έφυγε και κρύφτηκε. 
Αργότερα ο Χριστός τον βρήκε στον Ναό και του είπε: «Πρόσεξε, έγινες υγιής, μην αμαρτάνεις πια, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο». 
Αυτό -λένε κάποιοι, αλλά όχι ορθά- το είπε ο Χριστός επειδή αυτός έμελλε να του δώσει ράπισμα μπροστά στον αρχιερέα Καϊάφα και να κληρονομήσει χειρότερο πειρασμό, να βασανίζεται στην αιώνια φωτιά όχι τριάντα οκτώ χρόνια αλλά για πάντα. Μάλλον όμως ο Κύριος με τα λόγια αυτά του έδειξε ότι από τις αμαρτίες του έπαθε την ασθένεια της παραλυσίας. 
(Ωστόσο οι αρρώστιες δεν προέρχονται όλες από αμαρτίες, αλλά και από φυσικά αίτια και από πολυφαγία και απροσεξία και πολλά άλλα). 
Όταν ο παράλυτος έμαθε ότι ο Ιησούς είναι αυτός που τόν θεράπευσε, το είπε στους Ιουδαίους, και εκείνοι για εκδίκηση ζητούσαν να θανατώσουν τον Χριστό διότι δήθεν κατέλυσε το Σάββατο. Αυτός τους έλεγε πολλά εξηγώντας ότι είναι θεάρεστο το να κάνει κανείς το καλό και κατά το Σάββατο, και ότι Αυτός είναι που έδωσε την εντολή του Σαββάτου, και είναι ίσος με τον Πατέρα, και όπως Εκείνος εργάζεται, έτσι και Αυτός εργάζεται. 
Το θαύμα του παραλύτου εορτάζεται αυτή την περίοδο διότι και αυτό έγινε την Πεντηκοστή, όπως και το της Σαμαρείτιδος και του τυφλού. Διότι τον Θωμά και τις Μυροφόρες τους εορτάζουμε προς βεβαίωση της Αναστάσεως του Χριστού, ενώ τα άλλα μέχρι την Ανάληψη διότι έγιναν τον καιρό της εβραϊκής Πεντηκοστής και τα μνημόνευσε ο ευαγγελιστής Ιωάννης. 
Με το άπειρο έλεός Σου, Χριστέ ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν.

Ομιλία εις την Κυριακήν του Παραλύτου / Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος


Ομιλία εις την Κυριακήν του Παραλύτου 
Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος
Στό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος – κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει;
Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη . Τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους.

Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες. Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα». Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει.

Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής. Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; – Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν – ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ;
Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο. Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας. Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή – ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει – δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει.

Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική; Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας. Σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;

Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; Καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται. Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γιαυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο; Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης;

Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή. Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον. Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο. Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι.

Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση. Τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός. Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή. Τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα.

Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων. Δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήν ἐπιδιώκουν;

Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ̉ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα - ΣΥΝΑΞΑΡΙ


Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 
Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα 
Συναξάριον 
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.  
Την αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα εορτάζουμε τη ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού

Την παρούσα εορτή την ονομάζουμε Πάσχα, το οποίο στα εβραϊκά σημαίνει διάβαση· διότι αυτή είναι η μέρα -η Κυριακή- κατά την οποία ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον κόσμο από το μηδέν· κατά την ημέρα αυτή και τον ισραηλιτικό λαό τον άρπαξε από τα χέρια του Φαραώ διαπερνώντας τον από την Ερυθρά Θάλασσα· σ’ αυτή πάλι κατέβηκε από τον ουρανό και κατοίκησε στη μήτρα της Παρθένου· και τώρα όλο το ανθρώπινο γένος το άρπαξε από τους πυθμένες του Άδη και το ανέβασε στους ουρανούς και το έφερε στο αρχαίο αξίωμα της αφθαρσίας. 
 
Ωστόσο, όταν ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ανέστησε όλους, αλλά μόνο όσους πίστεψαν σ’ αυτόν. Τις ψυχές όμως των Αγίων όλων των αιώνων, τις οποίες ο Άδης βίαια κρατούσε, τις ελευθέρωσε, και χάρισε σε όλους την ανάβαση στους ουρανούς.

Γι’ αυτό πλημμυρισμένοι από χαρά εορτάζουμε με λαμπρότητα την Ανάσταση, εικονίζοντας τη χαρά που έλαβε πλούσια η φύση μας χάρη στην ευσπλαχνία του Θεού. Επίσης, δείχνοντας την κατάλυση της έχθρας και την ένωση με τον Θεό και τους αγγέλους, κάνουμε και τον συνήθη ασπασμό. 
 
Η δε Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής. Καθώς οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε μεγάλος σεισμός, διότι κατέβηκε άγγελος και αποκύλισε τον λίθο από τη θύρα του μνημείου. Όταν το είδαν οι φύλακες έφυγαν, και έτσι μπόρεσαν να έρθουν οι γυναίκες «οψέ Σαββάτου» (Ματθ. 28:1), δηλαδή στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.

Η πρώτη που είδε τον αναστημένο Χριστό ήταν η Μητέρα του Θεού που καθόταν απέναντι από τον τάφο, όπως λέει ο Ματθαίος (27:61), μαζί με τη Μαγδαληνή. Αλλά για να μην αμφισβητηθεί η Ανάσταση από τη στενή συγγενική σχέση της Μητέρας, γι’ αυτό οι ευαγγελιστές λένε ότι πρώτα εμφανίστηκε στη Μαγδαληνή Μαρία. Αυτή είδε και τον άγγελο στον λίθο, και επίσης σκύβοντας είδε και τους αγγέλους που ήταν μέσα στον τάφο, οι οποίοι και ανήγγειλαν την ανάσταση του Κυρίου λέγοντας: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· να ο τόπος όπου τον είχαν βάλει». 
 
Όταν τ’ άκουσε αυτά η Μαρία η Μαγδαληνή, έτρεξε και πήγε στους φλογερούς μαθητές Πέτρο και Ιωάννη και είπε σ’ αυτούς τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης. Και καθώς επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία, τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντας «Χαίρετε»· διότι έπρεπε το φύλο που πρώτο άκουσε «Με λύπες θα γεννήσεις τα παιδιά σου», αυτό πρώτο να ακούσει και τη χαρά.

Αυτές πάλι, με πολλή λαχτάρα, πλησίασαν τον Χριστό και έπιασαν τα άχραντα πόδια του για να σιγουρευτούν.

Οι δε απόστολοι πήγαν στον τάφο, και ο Πέτρος κοίταξε μόνο μέσα και έφυγε, ενώ ο Ιωάννης μπήκε μέσα και παρατήρησε με προσοχή και ψηλάφησε το σάβανο και το κάλυμμα της κεφαλής. 

Τα χαράματα η Μαγδαληνή ξαναπήγε μαζί με άλλες γυναίκες για να εξακριβώσει καλύτερα αυτά που είχε δει. Καθώς έκλαιγε έξω από τον τάφο, έσκυψε μέσα και βλέπει δυο αγγέλους που άστραφταν και έλαμπαν και που της είπαν, σαν να τη μάλωναν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Τον Ιησού ζητάτε, τον Ναζαρηνό, τον εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». 
Και αμέσως οι άγγελοι σηκώθηκαν με φόβο, γιατί είδαν τον Κύριο. Γι’ αυτό κι εκείνη στράφηκε πίσω και είδε τον Χριστό να στέκεται· και νομίζοντάς τον κηπουρό –γιατί το μνήμα ήταν σε κήπο– είπε: «Κύριε, αν τον πήρες εσύ, πες μου πού τον έβαλες, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί» Και καθώς η Μαγδαληνή στράφηκε πάλι προς τους αγγέλους, ο Σωτήρας της είπε: «Μαρία!» (Ιω. 20:14-16)
 
Μόλις εκείνη άκουσε τη γλυκιά και οικεία φωνή τού Χριστού, ήθελε να τον αγγίξει, αυτός όμως είπε: «Μη με αγγίζεις, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου, όπως σκέφτεσαι νομίζοντας ότι ακόμη είμαι άνθρωπος. Αλλά πήγαινε στους αδελφούς μου και πες σ’ αυτούς όσα είδες και άκουσες» -πράγμα που η Μαγδαληνή το έκανε. 
Όταν ξημέρωνε, πήγε πάλι στον τάφο με τις άλλες, ενώ η Ιωάννα με τη Σαλώμη ήρθαν μετά την ανατολή του ήλιου. Και γενικά, σε διάφορες ώρες πήγαν στον τάφο οι γυναίκες, και ανάμεσά τους ήταν και η Θεοτόκος· διότι αυτή είναι η Μαρία Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο, και ο Ιωσής αυτός ήταν γιος του Ιωσήφ. 
Είναι πάντως άγνωστο ποια ώρα αναστήθηκε ο Κύριος. Κάποιοι είπαν στο πρώτο λάλημα των πετεινών, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός και άλλοι άλλα. 
Αυτά λοιπόν έτσι έγιναν. Και να, μερικοί από τη φρουρά πήγαν και είπαν στους αρχιερείς τα γεγονότα· αυτοί τότε, δίνοντάς τους χρήματα, τους έπεισαν να πουν ότι οι Μαθητές του πήγαν νύχτα και τον έκλεψαν. 
Κατά το απόγευμα αυτής της ημέρας, και ενώ οι Μαθητές ήταν μαζεμένοι σ’ ένα μέρος για τον φόβο των Ιουδαίων και οι πόρτες ήταν καλά κλεισμένες, ήρθε μέσα ο Χριστός -διότι πλέον είχε άφθαρτο σώμα- και τους χαιρέτησε ως συνήθως λέγοντας «Ειρήνη». Αυτοί, όταν τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά, και με το φύσημά Του έλαβαν τελειότερα την ενέργεια του παναγίου Πνεύματος. 
Πώς τώρα είναι τριήμερη η ανάσταση του Κυρίου, μάθε: Το απόγευμα της Πέμπτης και η μέρα της Παρασκευής (διότι έτσι μετρούν το νυχθήμερο οι Εβραίοι), μία μέρα· η νύχτα πάλι της Παρασκευής και όλο το Σάββατο, άλλο ένα· να η δεύτερη μέρα. Άλλο τέλος νυχθήμερο η νύχτα του Σαββάτου και η μέρα της Κυριακής (διότι από το μέρος λαμβάνεται το όλο), να και η τρίτη μέρα. Ή και ως εξής: Την τρίτη ώρα της Παρασκευής σταυρώθηκε ο Χριστός· έπειτα, από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη, έγινε σκοτάδι· αυτό σκέψου το ως νύχτα· επομένως μέχρι την έκτη ώρα ένα νυχθήμερο. Έπειτα μετά το σκοτάδι πάλι μέρα, και η νύχτα της Παρασκευής· δεύτερο νυχθήμερο. Η μέρα του Σαββάτου και η νύχτα του, να τα τρία νυχθήμερα. Ο Σωτήρας δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να μας ευεργετήσει την τρίτη μέρα, συντομότερα διέπραξε την ευεργεσία. 

 

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Κυριακή των 318 θεοφόρων πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου


Κυριακή των 318 θεοφόρων πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου 
Την έβδομη Κυριακή από το Πάσχα εορτάζουμε την εν Νικαία πρώτη Οικουμενική Σύνοδο των τριακοσίων δεκαοκτώ θεοφόρων πατέρων. 
Την παρούσα εορτή εορτάζουμε για την ακόλουθη αιτία. 
Επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έγινε σαν εμάς άνθρωπος και πραγματοποίησε με τρόπο ανείπωτο όλη τη θεία οικονομία και αποκαταστάθηκε στον πατρικό θρόνο, θέλοντας οι Άγιοι να δείξουν ότι αληθινά ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος και ως τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ανελήφθη και κάθισε ψηλά, στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού (Εβρ. 1:3), και ότι η Σύνοδος αυτή των αγίων πατέρων έτσι Τον ανακήρυξε και Τον ομολόγησε, ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα, γι’ αυτό τον λόγο, μετά την ένδοξη Ανάληψη, θέσπισαν την παρούσα εορτή, σαν να φέρνουν μπροστά μας τη συνάθροιση των τόσων πατέρων, οι οποίοι Αυτόν τον Θεό που αναλήφθηκε με σώμα Τον ανακηρύττουν Θεό αληθινό και τέλειο άνθρωπο. 
Η Σύνοδος αυτή έγινε επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου, στο εικοστό έτος της βασιλείας του (325). 
Αφού σταμάτησε ο διωγμός εναντίον των Χριστιανών, αυτός στην αρχή έγινε αυτοκράτορας στη Ρώμη, και στη συνέχεια έκτισε την πανευδαίμονα Πόλη, που πήρε το όνομά του, κατά το έτος 5838 από κτίσεως κόσμου (330). 
Τότε άρχισε και η υπόθεση του Αρείου, ο οποίος καταγόταν από τη Λιβύη, ήρθε όμως στην Αλεξάνδρεια και χειροτονήθηκε διάκονος από τον άγιο ιερομάρτυρα Πέτρο Αλεξανδρείας. 
Ο Άρειος άρχισε να βλασφημεί κατά του Υιού του Θεού, ανακηρύττοντας Αυτόν κτίσμα και ότι δημιουργήθηκε από την ανυπαρξία και ότι ήταν μακριά από τη θεϊκή αξία και ότι καταχρηστικά λέγεται Σοφία και Λόγος του Θεού -τάχα για να αντικρούσει τον δυσσεβή Σαβέλιο που έλεγε ότι η Θεότητα είναι μονοπρόσωπη και μονοϋπόστατη και άλλοτε γίνεται Πατέρας, άλλοτε Υιός και άλλοτε άγιο Πνεύμα. 
Καθώς ο Άρειος έλεγε αυτές τις βλασφημίες, ο άγιος Πέτρος τον καθαίρεσε, διότι είδε τον Χριστό ως βρέφος πάνω στο άγιο Θυσιαστήριο να φορά ιμάτιο σχισμένο και να λέει ότι ο Άρειος το έσχισε. 
Ο Αχιλλάς, ο οποίος διαδέχθηκε τον Πέτρο στην Αλεξάνδρεια, πειθόμενος στις υποσχέσεις του Αρείου, τον αποκατέστησε και μάλιστα τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και του έδωσε τη διεύθυνση του διδασκαλείου της Αλεξανδρείας. 
Μετά τον θάνατο του Αχιλλά, αρχιεπίσκοπος έγινε ο Αλέξανδρος. Αυτός βρίσκοντας τον Άρειο να λέει τις ίδιες και χειρότερες βλασφημίες, τον έδιωξε από την Εκκλησία, αφού τον καθαίρεσε με τοπική Σύνοδο. Όπως λέει ο Θεοδώρητος, ο Άρειος δογμάτιζε ότι ο Χριστός είχε μεταβλητή φύση, και πρώτος αυτός είπε ότι ο Κύριος είχε λάβει σώμα χωρίς νου και χωρίς ψυχή. 
Ο Άρειος λοιπόν, αφού προσείλκυσε στη δυσσέβειά του πολλούς, έστειλε επιστολές και πήρε με το μέρος του τον Νικομηδείας Ευσέβιο, τον Τύρου Παυλίνο, τον Καισαρείας Ευσέβιο και άλλους, και στράφηκε εναντίον του Αλεξάνδρου. Ο Αλέξανδρος όμως κοινοποίησε σε όλη την οικουμένη τις βλασφημίες του Αρείου και την καθαίρεσή του και ξεσήκωσε πολλούς προς απόκρουσή του. 
Ενώ η Εκκλησία βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή και καμία λύση δεν φαινόταν σχετικά με τη φιλονικία για το δόγμα, ο Μέγας Κωνσταντίνος απ’ όλη την οικουμένη, με δημόσια οχήματα, συγκέντρωσε τους παρόντες πατέρες στη Νίκαια και πήγε εκεί και ο ίδιος. 
Όταν όλοι οι πατέρες κάθισαν, προέτρεψαν και αυτόν να καθίσει, και κάθισε όχι σε βασιλικό θρόνο αλλά σε κάθισμα μικρότερης αξίας. 
Και αφού συζητήθηκαν τα σχετικά με τον Άρειο, εκείνος και όλοι οι οπαδοί του υποβλήθηκαν σε αναθεματισμό, ενώ ο Λόγος του Θεού ανακηρύχθηκε από τους αγίους πατέρες ομοούσιος και ομότιμος και συνάναρχος με τον Πατέρα. Αυτοί μάλιστα συνέταξαν και το άγιο Σύμβολο της πίστεως μέχρι το “Και εις το Πνεύμα το Άγιον”· διότι τα επόμενα τα συμπλήρωσε η Δευτέρα Σύνοδος. 
Επιπλέον η πρώτη Σύνοδος εκύρωσε και την εορτή του Πάσχα, πότε και πώς πρέπει εμείς να την εορτάζουμε και όχι μαζί με τους Ιουδαίους, όπως ήταν προηγουμένως το έθιμο, και συνέταξε και είκοσι κανόνες περί εκκλησιαστικής ευταξίας. 
Το δε άγιο Σύμβολο, ο μέγας και ισαπόστολος Κωνσταντίνος, τελευταίος από όλους το επικύρωσε με ερυθρά γράμματα. 
Από τους αγίους αυτούς πατέρες οι διακόσιοι τριάντα δύο ήταν αρχιερείς και οι ογδόντα έξι ήταν ιερείς, διάκονοι και μοναχοί. Συνολικά ήταν τριακόσιοι δεκαοκτώ. 
Οι πιο επίσημοι ήταν οι εξής: ο Σίλβεστρος ο αρχιερέας της Ρώμης και ο Μητροφάνης Κωνσταντινουπόλεως που ήταν ασθενής, οι οποίοι συμμετείχαν με αντιπροσώπους· ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας μαζί με τον Μέγα Αθανάσιο που τότε ήταν Αρχιδιάκονος· ο Ευστάθιος Αντιοχείας και ο Μακάριος Ιεροσολύμων· ο Όσιος επίσκοπος Κουδρούβης· ο Παφνούτιος ο ομολογητής· ο μυροβλύτης Νικόλαος και ο Σπυρίδων Τριμυθούντος, ο οποίος νίκησε έναν παρόντα φιλόσοφο, και αφού (με το θαύμα της κεραμίδας) του απέδειξε το δόγμα της Αγίας Τριάδος, τον βάπτισε. 
Κατά τη διάρκεια της Συνόδου δύο από τους αρχιερείς πατέρες απεδήμησαν εις Κύριον. Ο Μέγας Κωνσταντίνος τοποθέτησε μέσα στα φέρετρά τους τον Όρο της αγίας Συνόδου, και αφού τα έκλεισε με ασφάλεια, βρήκε τον Όρο επικυρωμένο και υπογραμμένο και από αυτούς, σύμφωνα με τα άρρητα κρίματα του Θεού. 
Αφού τελείωσε η Σύνοδος και επειδή η νεοανεγερθείσα Πόλη είχε ολοκληρωθεί, ο Μέγας Κωνσταντίνος προσκάλεσε όλους τους αγίους εκείνους άνδρες, οι οποίοι και την περιήλθαν και προσευχήθηκαν γι’ αυτή και την αναγόρευσαν Βασιλεύουσα των πόλεων και την αφιέρωσαν στη Μητέρα του Λόγου, σύμφωνα με εντολή του βασιλιά, και έπειτα αναχώρησαν ο καθένας για τον τόπο του. 
Πριν όμως ακόμη ο Μέγας Κωνσταντίνος εκδημήσει προς τον Θεό, και ενώ είχε συναυτοκράτορα τον γιο του Κωνστάντιο, ο Άρειος παρουσιάστηκε σ’ αυτόν λέγοντας ότι άφησε όλα τα δικά του και θέλει να ενωθεί με την Εκκλησία του Θεού. Είχε όμως γράψει τις βλασφημίες του και τις είχε κρεμάσει στον λαιμό του (κάτω από το ένδυμά του), και χτυπώντας με το χέρι το στήθος του, έλεγε ότι αυτά πιστεύει, εννοώντας τάχα ότι υπακούει στη Σύνοδο. 
Τότε ο βασιλιάς διέταξε τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως να δεχτεί σε κοινωνία τον Άρειο. Πατριάρχης τότε, μετά τον Μητροφάνη, ήταν ο Αλέξανδρος, ο οποίος γνωρίζοντας τη δυστροπία του Αρείου, αμφέβαλλε για τη μετάνοια του και παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει αν ήταν αρεστό σ’ Αυτόν να δεχτεί σε κοινωνία τον Άρειο. Και όταν έφτασε η μέρα που έπρεπε να συλλειτουργήσει με αυτόν, προσευχόταν ακόμη πιο θερμά. 
Καθώς λοιπόν ο Άρειος πήγαινε στην Εκκλησία, κάπου κοντά στην κολόνα της αγοράς τον κέντησε η κοιλιά του και πήγε σε δημόσιο αποχωρητήριο. Και εκεί σχίστηκε και χύθηκαν από κάτω όλα τα σπλάχνα του. 
Έπαθε δηλαδή ό,τι και ο Ιούδας, διότι εξίσου πρόδωσε τον Λόγο· και αυτός που απέκοψε τον Υιό του Θεού από την πατρική ουσία, ο ίδιος σχίστηκε και βρέθηκε νεκρός. Και έτσι η Εκκλησία του Θεού απαλλάχτηκε από τη φθορά που αυτός προκαλούσε. 
Με τις πρεσβείες των αγίων τριακοσίων δεκαοκτώ θεοφόρων πατέρων, Χριστέ ο Θεός μας, ελέησέ μας. Αμήν. 


Δημοφιλείς αναρτήσεις