Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ

 


 ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ


Α΄. Το Πνευματικό Παλληκάρι στη μεγάλη θλιβερή φυγή

Ο ευλογημένος άνθρωπος του Θεού «Χατζεφεντής»*, ο άγιος Αρσένιος από τα Φάρασα της Καππαδοκίας (1840–10/11/1924), εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, από χρόνια μπροστά, πως θα έφευγαν για την Ελλάδα και έλεγε στους Φαρασιώτες να μη ξανοίγονται, αλλά να κάνουν οικονομίες για τον δρόμο. Ένα χρόνο πριν την ανταλλαγή, πήγε μια γυναίκα και του είπε: «Νά ’χω την ευχή σου, Χατζεφεντή, άκουσα ότι φέτος θα μας σηκώσουν...». Ο Πατήρ Αρσένιος τής είπε: «Ησύχασε και κάνε ακόμη τις δουλειές σου, διότι θέλουμε άλλον έναν χρόνο». 
Όταν πέρασε κι εκείνος ο χρόνος, έφθασε και το θλιβερό μήνυμα, να ετοιμασθούν γρήγορα για δρόμο. Ήταν, φυσικά, πολύ πικρό το ξεσπίτωμα· αλλά ο καλός Πατέρας κι αυτό το είχε γλυκάνει με το ότι θα επέστρεφαν πάλι στη Μητέρα Ελλάδα. Όλοι οι Φαρασιώτες άρχισαν αμέσως τις ετοιμασίες τους, όπως και ο Πατήρ έκανε τις δικές του: βάπτισε πρώτα όλα τα αβάπτιστα παιδιά, καθώς και ένα παιδί του Προέδρου των Φαράσων (του Πρόδρομου Εζνεπίδη, του πατέρα του αγίου Παϊσίου), οπότε συνέβη και το εξής: 
Οι γονείς του παιδιού (ο Πρόδρομος και η Ευλαμπία Εζνεπίδη) ήθελαν να δώσουν το όνομα του παππού: Χρήστος. Ο Πατήρ Αρσένιος όμως δεν δέχθηκε, διότι ήθελε κι αυτός να δώσει το δικό του όνομα και είπε στους γονείς: «Εσείς καλά θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού· εγώ, δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;». Οπότε, γυρίζει στη νουνά και λέγει: «Αρσένιο, να το πεις!». Το παιδί αυτό (ο άγιος Παΐσιος) πράγματι από μικρός ήθελε να γίνει καλόγηρος, όπως και έγινε· ή η ευχή του ενήργησε ή το είδε με το προορατικό του χάρισμα· και τα δύο αυτά, φανερώνουν άγιο άνθρωπο. 
Μετά λοιπόν από το βάπτισμα των παιδιών, έσκαβε επί μια βδομάδα κι έκρυβε τα ιερά Σκεύη, για να μη μολυνθούν από τους Τούρκους. Άλλα εντός της εκκλησίας των οσιομαρτύρων Βαραχησίου και Ιωνά και άλλα στο κοιμητήρι. Ήταν φυσικά αδύνατον να μεταφερθούν, διότι στα ζώα είχαν φορτωμένα παιδάκια ή τους πολύ γέρους και τρόφιμα με πράγματα πρώτης ανάγκης για τη μακρινή πορεία. 
Όπως ο στοργικός Πατέρας φρόντισε να τακτοποιήσει τα παιδιά του, έτσι και τα φιλότιμα παιδιά του φρόντισαν να τον ανακουφίσουν λίγο, έστω και σωματικά, στη θλιβερή εκείνη φυγή τους. Γι’ αυτό ετοίμασαν ένα φρόνιμο ζώο, για να μη κουρασθεί, αλλά αυτός με κανέναν τρόπο δεν δέχθηκε. Τότε το Συμβούλιο αναγκάστηκε να ορίσει τρία ευλαβέστατα γερά παιδιά για να τον ακολουθούν, αν και ο Πατήρ Αρσένιος δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινες προστασίες διότι ήταν Πνευματικό Παλληκάρι ο ίδιος και διέθετε θείες δυνάμεις, όπως θα φανεί και στη συνέχεια. 
Η φυγή έγινε στις 14 Αυγούστου 1924, διότι οι Τούρκοι είχαν έρθει νωρίτερα και τους ξεσπίτωσαν. Της Παναγίας γιόρτασαν στο πρώτο χωριό που στάθμευσαν, στις Αγχιαβούδες. Από τις Αγχιαβούδες ο Πατήρ γύρισε πάλι πίσω στα Φάρασα, 60 χιλιόμετρα ποδαρόδρομο (30 και 30 χλμ), για να βγάλει και το ιερό Λείψανο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από την αγία Τράπεζα του ναού στα Φάρασα που είχε λησμονήσει, χωρίς να πάρει κανέναν από τη συνοδεία του για να μη τους κουράσει, και επέστρεψε στο ποίμνιό του, που τον περίμενε με αγωνία. 
Στις Αγχιαβούδες η Τουρκική αρχή, για την προστασία του, έδωσε και έναν χωροφύλακα για να τον προφυλάξει και να τον παραδώσει στη Νίγδη ζωντανό. Ενώ λοιπόν βάδιζαν, συνάντησαν έναν καβαλάρη Τούρκο, πολύ αγριεμένο, ο οποίος λέγει στον χωροφύλακα: «Τι τον θέλεις αυτόν (τον Πατέρα Αρσένιο) και δεν τον ρίχνεις κάπου να τελειώνεις;». Ένα από τα τρία παιδιά φοβήθηκε μη κάνουν κακό στον Πατέρα και του είπε να πει στους Τούρκους πως είναι επίσημο πρόσωπο και να προσέξουν. Ο Πατήρ τού απάντησε: «Λέγονται τέτοια πράγματα; Άντε, προχωρείτε!»· και συνέχισαν το δρόμο τους. Ο Τούρκος δεν πρόλαβε να προχωρήσει ούτε είκοσι μέτρα κι έπεσε κάτω από το άλογό του. Όταν το είδε αυτό ο χωροφύλακας, είπε στον Πατέρα Αρσένιο: «Εσύ είσαι άγιος!». Από εκείνη τη στιγμή τού φερόταν με μεγάλη ευγένεια. Είπε, μετά, στα παιδιά ο Χατζεφεντής: «ακόμη δεν του έδωσα κατάρα κι αυτός έπεσε από το άλογό του!». 
Οι Φαρασιώτες βλέποντας τον Πατέρα Αρσένιο μετά από ποδαρόδρομη ταλαιπωρία 5 περίπου ημερών, να θέλει να συνεχίσει το «τυπικό» του και να περπατάει, παρ’ όλο που ήταν 83 ετών, τον έβαλαν με τη βία πάνω στο κάρο για να έχουν έτσι την ευλογία μαζί τους.

Β΄. Η κοίμηση του Αγίου Αρσενίου·
του στοργικού Πατέρα   
Πλησίασαν οι μέρες και ο άγιος Αρσένιος έπρεπε φυσικά να φύγει στον Ουρανό και να βοηθάει πια από εκεί περισσότερο τα παιδιά του, εφόσον είχε παρρησία στον Θεό. Όπως και ο ίδιος το προείπε, έζησε συνολικά σαράντα μέρες στην Ελλάδα· από αυτές, δύο βδομάδες στο Κάστρο της Κέρκυρας, όπου και λειτούργησε δύο φορές εκεί, στον ιερό ναό του αγίου Γεωργίου. Άλλη μια βδομάδα έζησε στο νοσοκομείο, όπου τον επισκέφθηκαν με αγωνία οι Φαρασιώτες. Μια μέρα που τον είχε επισκεφθεί πάλι ο Πρόεδρος των Φαράσων και ψάλτης του, ο Πρόδρομος Εζνεπίδης (ο πατέρας του αγίου Παϊσίου), του ζήτησε και τα ρούχα του για να του τα πλύνει. Ο Πατήρ τού απάντησε: 
     –Τι, «να τα πλύνεις»;! Όχι αύριο, μεθαύριο, στο χώμα θα μπούνε! 
     Ο Πρόδρομος δεν είχε καταλάβει καλά και ξανά του λέγει: 
     –Δός μου τα, να τα πλύνω, μια που τώρα είσαι άρρωστος και γέρος.  
     Ο Πατήρ απάντησε: 
     –Επειδή είμαι γέρος, δεν είμαι και καλόγηρος; 
     Εκείνη τη μέρα είδε ο Πρόδρομος μια ψείρα να περπατάει πάνω του και του την πήρε με τρόπο, επειδή ήταν παρόντες κι άλλοι, να τη σκοτώσει. Ο Χατζεφεντής φώναξε δυνατά: «Μη!... Μη τη σκοτώσεις, την καημένη!...». Και την πήρε αμέσως από το χέρι του, την έχωσε μέσα στα ρούχα του και του είπε: «Άφησέ την κι αυτήν να φάει λίγη σάρκα, μια που τώρα βρήκε ευκαιρία να με πλησιάσει. Τι; Μόνο τα σκουλήκια θα τη φάνε όλη την σάρκα;». Έριξε μια ματιά γύρω σε όλους τους επισκέπτες και είπε: «Τη ψυχή!... Τη ψυχή να φροντίζετε περισσότερο και όχι την σάρκα, που θα πάει στο χώμα και θα τη φάνε τα σκουλήκια!...». Αυτό, πια, ήταν και το τελευταίο του κήρυγμα με το βαθύτερο νόημα της ζωής. 
Όταν έφυγαν μετά όλοι οι άλλοι κι έμεινε μόνο ο Πρόδρομος, ο Πατήρ τού είπε: «Έλα να αποχαιρετιστούμε, Πρόδρομε, γιατί μεθαύριο φεύγω για την άλλη ζωή. Ήρθε η Παναγία, χθες το μεσημέρι, και μου το είπε· και με γύρισε και στο Άγιον Όρος και είδα τα Μοναστήρια, που τόσο πολύ επιθυμούσα να δω, αλλά δεν είχα αξιωθεί. Τι, να σου διηγηθώ, Πρόδρομε! Τι, πολλά Μοναστήρια που έχει το Άγιον Όρος! Τι, μεγάλους ναούς! Τι, μεγαλοπρέπεια!...». 
Όταν λοιπόν είχαν περάσει οι «δικές του» οι δύο μέρες και ήρθε το «μεθαύριο» που θά ’φευγε ο αληθινός δούλος του Θεού, Πατήρ Αρσένιος, αφού προηγουμένως κοινώνησε, έφυγε για την αληθινή ζωή κοντά στον Χριστό. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν κανένας Φαρασιώτης δίπλα του. Δεν ήθελε να μείνει κανείς κοντά του, για να μη τον περισπούν στην αέναη προσευχή του. 
Αυτός ήταν ο όσιος Πατήρ Αρσένιος!  
Μόνος, μικρός, με μόνη του Θεού την προστασία!  
Μόνος, μεγάλος, δοσμένος μόνο στον Θεό και την εικόνα Του!  
Μόνος, στο τέλος της ζωής του, με τον Θεό μόνο! 
Όταν ο ευλαβής ψάλτης του τον επισκέφθηκε πάλι, πήρε αυτή την φορά την ευλογία του Πατρός Αρσενίου, το Λείψανό του. Τον βρήκε να κρατάει σφιχτά με το δεξί του χέρι στον κόρφο του το πολύτιμο πνευματικό του κομπόδεμα, το ιερό Λείψανο του Ιερού Χρυσοστόμου. 
Ο ακτήμων Πατήρ Αρσένιος δεν είχε υλική περιουσία να αφήσει. Μόνο μερικά τριμμένα βιβλία. Όταν έμαθαν μετά οι Φαρασιώτες ότι κοιμήθηκε, ήταν απαρηγόρητοι, αν και ο Χατζεφεντής τούς είχε προετοιμάσει. Συγκεντρώθηκαν πολλοί και του έκαναν μεγαλοπρεπέστατη κηδεία. Ετάφη στο κοιμητήρι της Κέρκυρας μαζί με τους ιερωμένους νεκρούς. Τα παιδιά του, έβαλαν επάνω στον τάφο του μια μαρμάρινη πλάκα με το όνομά του γραμμένο. Ο Πατήρ Αρσένιος κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1924 (με το νέο ημερολόγιο), σε ηλικία 83 ετών. Ο όσιος Πατήρ Αρσένιος, το αστέρι της Ανατολής, βασίλεψε πια στην Ελλάδα και της άφησε το ιερό του λείψανο. 
Για να έχει κανείς και μια εξωτερική εικόνα του οσίου Πατρός Αρσενίου, θεώρησα χρέος να δώσω και τα χαρακτηριστικά του. Ο Πατήρ ήταν υψηλός: 1,80 ύψος· γεροδεμένος και σκελετωμένος από την πολλή του άσκηση. Ήταν πολύ δασύς και έκλινε προς το ξανθός (όταν ήταν πολύ νέος). Είχε γενειάδα μεγάλη και μακριά, φρύδια δασιά και εξογκωμένα και μέτωπο γυαλιστερό. Τα μάτια του ήταν γαλάζια και μεγάλα· και το πρόσωπό του ήταν μακρύ. Τα μάγουλά του ήταν βαθουλωμένα και τα κάλυπταν τα πυκνά του γένια. Δύο κόκαλα γυαλιστερά έβλεπε κανείς να φαίνονται κάτω από τα μάτια του· «χρώμα κυδωνιού φτιασμένου», μου έλεγαν. Από μικρός που ήταν, μεγαλόφερνε πάντα και στη συνέχεια όλοι «γέρο» τον θεωρούσαν.

Γ΄. Ηλιόλουστη εκταφή και μάχη τη νύχτα 
Αποφάσισα να πάω μόνος μου στην Κέρκυρα, για να κάνω την εκταφή και ανακομιδή του. Δεν γνωρίζω, όμως, εάν η ευλάβειά μου ήταν περισσότερη ή η αναίδειά μου. Φθάνω, λοιπόν, στην Κέρκυρα τον Οκτώβριο του 1958· και εκεί συνέχεια βροχές. Ο ιερεύς του κοιμητηρίου μού είπε, ή να πάω ξανά άλλη εποχή ή να παραμείνω μέχρι να σταματήσουν οι βροχές. Του είπα: «Θα έρθω αύριο το πρωί στο κοιμητήρι και ο Πατήρ θα βοηθήσει!». Την επομένη το πρωί ξεκίνησα με κατακλυσμό, αλλά μόλις έφθασα στο κοιμητήρι, έπαψε αμέσως η δυνατή εκείνη βροχή και βγήκε και ο ήλιος! Έγινε με καλοσύνη η εκταφή του, διάβασε και το τρισάγιο ο ιερεύς και, φεύγοντας με τα Λείψανα, άρχισε πάλι η δυνατή βροχή να συνεχίζει! Ο ιερεύς τότε μου είπε: «Ο Πατήρ, έκανε το θαύμα του!». 
Έφθασα μετά στο ξενοδοχείο. Τοποθέτησα τα Λείψανα στο μαξιλάρι μου και άνοιξα το καπάκι της βαλίτσας, όπου τα είχα μέσα, για να τα βλέπω και γονατιστός προσευχόμουν. Όταν είχε νυχτώσει πια, άναψα το φως για να τα βλέπω και στη συνέχεια της νυκτός και να προσεύχομαι... 
Στις 9 με 10 το βράδυ, ενώ προσευχόμουν γονατιστός, άκουσα μια φωνή άγρια να με απειλεί και να μου λέγει: «Τι λείψανα είναι αυτά;!». Και μια δύναμη ένοιωσα να ορμάει επάνω μου, χωρίς να βλέπω ολόκληρο το σώμα· δυο χέρια μαύρα και άγρια να με σφίγγουν γερά, για να με πνίξουν. Εκείνη τη στιγμή που κινδύνεψα, δεν ξέρω πώς μου ήρθε, φώναξα δυνατά: «Άγιε Αρσένιε, βοήθησέ με!». Αμέσως, τότε, ένοιωσα μια άλλη δύναμη, δύναμη ενός αθλητού, να αρπάζει εκείνα τα φοβερά χέρια και να τα πετάει πέρα και να με ελευθερώνει. Η καρδιά μου, πια, χτυπούσε γλυκά και συνέχισα την προσευχή μου με περισσότερη ευλάβεια προς τον όσιο Πατέρα Αρσένιο και την επομένη έφυγα για την Κόνιτσα με τα Λείψανά του. 
Η Χάρη του Θεού δεν είναι στέρνα που τελειώνει το νερό της και μετά στερεύει, αλλά ανεξάντλητη πηγή. Ο όσιος Αρσένιος είναι φυσικό, νομίζω, να βοηθάει περισσότερο τώρα, απ’ ό,τι βοηθούσε όταν ζούσε στη γη, διότι τώρα πια βρίσκεται κοντά στον Ουράνιο Πατέρα και, σαν παιδί Του, με παρρησία που είχε αποκτήσει από πριν, μπορεί να πάρει άφθονη Χάρη και να καταφθάνει αμέσως στους πονεμένους ανθρώπους για να τους βοηθάει, δίνοντας την ανάλογη θεραπεία. 
 Στον εξαϋλωμένο άνθρωπο του Θεού, τον Πατέρα Αρσένιο, λειτουργούσαν οι πνευματικοί νόμοι· ενώ ζούσε μυστικά και έφευγε τις δόξες του κόσμου, τον πρόδιδε η Χάρη του Θεού. Τώρα, πια, ο Χατζεφεντής δεν τρέχει με τα πόδια και δεν λαχανιάζει για να προλαβαίνει τους αρρώστους, να τους διαβάζει την ανάλογη ευχή και να τους θεραπεύει, αλλά πετάει άνετα σαν άγγελος από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη και μπορεί να προλαβαίνει όλους τους πιστούς που τον επικαλούνται με ευλάβεια. 
Ο Χατζεφεντής, ο άγιος Αρσένιος, κήρυττε την Ορθοδοξία ορθά με τον ορθόδοξο βίο του. Έλειωνε στην άσκηση τη σάρκα του από τη θερμή του αγάπη προς τον Θεό και αλλοίωνε τις ψυχές με τη θεία του Χάρη. Πίστευε πολύ και θεράπευε πολλούς, πιστούς και απίστους. Λίγα λόγια, πολλά θαύματα. Ζούσε πολλά και έκρυβε πολλά. Μέσα στο σκληρό του φλοιό έκρυβε τον πνευματικό του γλυκό καρπό. Πολύ αυστηρός Πατέρας με τον εαυτό του, αλλά και πολύ στοργικός Πατέρας στα παιδιά του. Δεν τα χτυπούσε με το νόμο, αλλά με το φιλότιμο, με το νόημα του νόμου. Ως λειτουργός του Υψίστου δεν πατούσε στη γη· και ως συλλειτουργός άστραφτε στον κόσμο. Τον δόξασε ο Θεός, γιατί συνέχεια με την αγία του ζωή δοξαζόταν το όνομα του Θεού, εις τον Οποίον ανήκει πάσα δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

 

 ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

(1924–1994)
«Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης»,
σελ.: (Α) 65–69· (Β) 72–76· 
(Γ) 7–9 και 113–116.
Έκδοση Ησυχαστηρίου 
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», 
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 198911.
–Επεξηγηματικό σχόλιο 
για το *«Χατζεφεντής»:
«Μέχρι το τριακοστό έτος 
της ηλικίας του περίπου (το 1870),
ο άγιος Αρσένιος δίδασκε σαν Διάκος. 
Μετά, χειροτονήθηκε
στην Καισάρεια Πρεσβύτερος,
με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου 
και την ευλογία ως Πνευματικός. 
Από την Καισάρεια συνέχεια, 
μετά τη χειροτονία του,
πήγε πρώτα προσκύνημα 
στους Αγίους Τόπους 
και μετά επέστρεψε στα Φάρασα. 
Οι Φαρασιώτες από τότε 
τον έλεγαν “Χατζεφεντή”» 
(όπ. π., σελ. 36).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Βίον ἔνθεον, καλῶς ἀνύσας,
σκεῦος τίμιον τοῦ Παρακλήτου,
ἀνεδείχθης θεοφόρε Ἀρσένιε,
καὶ τῶν θαυμάτων τὴν χάριν δεξάμενος,
πᾶσι παρέχεις ταχεῖαν βοήθειαν,
Πάτερ Ὅσιε, 
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,
δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος α΄. 
ὑψωθεὶς ἐν τῶ Σταυρῷ.
Καππαδοκίας τὸ νεόφυτον ἄνθος,
καὶ ἀρετῶν τὸ πολυτίμητον σκεῦος,
ὁ ἱερὸς Ἀρσένιος ὑμνείσθω μοι·
οὗτος γὰρ ὡς ἄγγελος,
ἐν σαρκὶ βιοτεύσας,
σύσκηνος ἐγένετο, 
τῶν Ἁγίων ἁπάντων,
μεθ’ ὧν πρεσβεύει 
πάντοτε Χριστῷ,
ἡμῖν διδόναι,
πταισμάτων συγχώρησιν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός,
διὰ πολιτείας, καὶ ἀσκήσεως ἱερᾶς·
χαίροις μοναζόντων, καὶ ἱερέων κλέος,
Καππαδοκίας δόξα, Πάτερ Ἀρσένιε.

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2023

Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιο και Θεοφόρον Πατέρα ημών Αρσένιο τον Καππαδόκη



Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιο και Θεοφόρον Πατέρα ημών Αρσένιο τον Καππαδόκη 
Ποίημα Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου

Εΰλογήσαντος τοϋ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες 
τον ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου. Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου˙ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος, καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ἐμὲ τὸ πνεῦμα μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖρας μου˙ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε˙ ἐξέλιπε τὸ πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον˙ δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Τὸ πνεῦμα σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ˙ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὀνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτοῦς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ’. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἶτα τὰ παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ΄. 
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶς εὐαρεστήσας Κυρίῳ, χάριν πλουσίαν παρ’αὐτοῦ ἐκομίσω, τῶν Ἀσωμάτων σύσκηνε Ἀρσένιε˙ ὅθεν σου δεόμεθα, μὴ ἐλλίπῃς πρεσβεύων, πάσης ἡμᾶς ῥύεσθαι, ἐπηρείας καὶ βλάβης, τοὺς τῇ σῇ σκέπῃ σπεύδοντας σοφέ, καὶ τὴν θερμήν σου, αἰτοῦντας ἀντίληψιν.

Δόξα. Τὸ αὐτό.
Καππαδοκίας τὸ νεόφυτον ἄνθος, καί ἀρετῶν τὸ πολυτίμητον σκεῦος, ὁ ἱερός Ἀρσένιος ὑμνείσθω μοι˙ οὗτος γὰρ ὡς ἄγγελος, ἐν σαρκὶ βιοτεύσας, σύσκηνος ἐγένετο, τῶν Ἁγίων ἁπάντων, μεθ’ὧν πρεσβεύει πάντοτε Χριστῷ, ἡμῖν διδόναι, πταισμάτων συγχώρησιν.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι˙ εἰμὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ˙ σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμὸς Ν´(50)
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Καὶ ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς˙
Χάριν μοι δίδου, Ὅσιε Πάτερ. Γερασίμου.

ᾨδῇ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Χαρὰν κεκτημένος τὴν ἀληθῆ, πάσης ἀθυμίας, καὶ μανίας τοῦ δυσμενοῦς, Ἀρσένιε Πάτερ θεοφόρε, τοὺς τῇ σῇ σκέπῃ προστρέχοντας λυτρωσαι.

Ἀνέτειλας νέος ὥσπερ ἀστήρ, ἡμᾶς καταυγάζων, τῇ ὁσίᾳ σου βιοτῇ˙ διὸ τῶν παθῶν ἡμῶν τὸν ζόφον, ταῖς σαῖς πρεσβείαις ἀπέλασον Ὅσιε.

Ῥεόντων ἀπέσχες ὁλοσχερῶς, ἐντεῦθεν φροντίδων, ἀπαλλάττεις ὀδυνηρῶν, τὸν νοῦν τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν, τῶν προσιόντων σοι Πάτερ Ἀρσένιε.

Θεοτοκίον.
Ἰάτρευσον Κόρη ὡς συμπαθής, τετραυματισμένην, τὴν καρδίαν μου χαλεπῶς, καὶ αἴτει μοι ἄφεσιν πταισμάτων, πρὸς τὸν Υἱόν σου πρεσβείαις τὸν εὔσπλαγχνον.

ᾨδῇ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Νοσημάτων ὡς πάλαι, πολυειδῶν Ὅσιε, πλείστους ἐλυτρώσω ἐντεύξει, τῇ πρὸς τὸν Κύριον, οὕτως ἀπάλλαξον, ἡμᾶς παθῶν ἀκαθάρτων, καὶ πάσης κακώσεως, Πάτερ Ἀρσένιε.

Μεγαλύνας ἐν βίῳ, τὸν τοῦ παντὸς Κύριον, εὔκλειαν μεγίστην ἐκτήσω, Πάτερ Ἀρσένιε˙ ὅθεν ἐκλύτρωσαι, ἡμᾶς μεγάλων κινδύνων, καὶ τῶν ἐπιθέσεων, τοῦ παναλάστορος.

Ὁ θεράπων Κυρίου, καὶ τῶν πιστῶν πρόμαχος, Ὅσιε Ἀρσένιε πάντας ἡμᾶς κυβέρνησον, πρὸς ἀκυμάντους τε καὶ σωτηρίους λιμένας, πρὸς ζωὴν τὴν ἄλυπον καὶ ἀτελεύτητον.

Θεοτοκίον.
Ἵνα σώσῃ τὸν κόσμον, ὁ τοῦ παντὸς αἴτιος, σάρκα ἐξ ἁγνῶν σου αἱμάτων, Κόρη προσείληφεν˙ ὅθεν θεράπευσον, τὸ ἀσθενές μου σαρκίον, καὶ τὸν νοῦν μου λάμπρυνον, φέγγει τῆς Χάριτος.

Διάσωσον, ταῖς σαῖς πρεσβείαις Ἀρσένιε θεοφόρε, ἀπὸ πάσης ἐπιφορᾶς καὶ κακώσεως, τοὺς τῇ θερμῇ σου προστρέχοντας προστασίᾳ.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αῖτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Χριστὸν ἐκτενῶς, ἱκέτευε Ἀρσένιε, διδόναι ἡμῖν, πταισμάτων τὴν συγχώρησιν, καὶ παθῶν τὴν ἴασιν, καὶ ὑγείαν ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ πολιτείας σεμνῆς προκοπήν, ὡς ἄν θείας δόξης ἐπιτύχωμεν.

ᾨδῇ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Δωρεαῖς θείου Πνεύματος, καταλαμπρυνόμενος Πάτερ Ὅσιε, δωρεὰν ἡμᾶς οἰκτείρησον, καὶ τῆς συνεχούσης ῥῦσαι θλίψεως.

Ἰσχὺν θείαν Ἀρσένιε, τῇ ἐξασθενούσῃ ψυχῇ μου αἴτησαι, ὡς ἄν πάσης περιγίνωμαι, πλάνης καὶ ἀπάτης τοῦ ἀλάστορος.

Δαιμονῶντας ὡς ἔσωσας, ἐκ τῆς δυναστείας τοῦ πολεμήτορος, οὕτω λύτρωσαι Ἀρσένιε, καὶ ἡμᾶς τῶν τούτου ἐπιθέσεων.

Θεοτοκίον.
Ὄρος θεῖον καὶ σύσκιον, ὤφθης Θεοτόκε πλουσίαις χάρισιν, ἐξ οὗ κόσμῳ ἐπεδήμησεν, ὁ Σωτὴρ καὶ ἔσωσε τὸν ἄνθρωπον.

ᾨδῇ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ὑψωσον ἡμῶν, τὴν καρδίαν Πάτερ Ὅσιε, πρὸς ἀγάπην τὴν τελείαν τοῦ Χριστοῦ, ἐν εἰρήνῃ κυβερνῶν ἡμᾶς Ἀρσένιε.

Ὄμβροις μυστικοῖς, πρεσβειῶν σου πρὸς τὸν Κύριον, ἐναπόσβεσον τὴν φλόγα τῶν παθῶν, τὴν συντήκουσαν ἡμᾶς Πάτερ Ἀρσένιε.

Σύντριψον σοφέ, τοῦ ἐχθροῦ τὰ μηχανήματα, ἀβλαβεῖς ἐκ τῆς αὐτοῦ ἐπιβουλῆς, διασῴζων ἡμᾶς πάντοτε δεόμεθα.

Θεοτοκίον.
Ἴθυνον ἡμᾶς, πρὸς ζωὴν Παρθένε κρείττονα, ἐναπείργουσα ἐχθροῦ τὰς προσβολάς, καὶ παρέχουσα εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

ᾨδῇ στ΄. Τὴν δέησιν.
Ἐδέξω, παρὰ Θεοῦ Ἀρσένιε, τῶν θαυμάτων τὴν σωτήριον χάριν˙ ὅθεν ἰᾶσαι ψυχῶν καὶ σωμάτων, τὰ ἀρρωστήματα πάντα ἑκάστοτε, ἐξ ὧν με τήρει ἀσινῆ, τὸν προσφεύγοντα Πάτερ τῇ σκέπῃ σου.

Παθῶν μου, τὴν χαλεπὴν τρικυμίαν, τῇ γαλήνῃ τῆς θερμῆς σου πρεσβείας, εἰς ἠρεμίαν μετάβαλε Πάτερ, καὶ πρὸς λιμένα τοῦ θείου θελήματος, ὁδήγησόν με ἀσφαλῶς, παῤῥησίαν ὡς ἔχων πρὸς Κύριον.

Ἁγίων, ἠριθμημένος χορείᾳ, ὡς ἁγίως διανύσας τὸν βίον, ἁγιασμόν καὶ χαρὰν καὶ εἰρήνην, τῇ Θεολόγου Μονῇ Πάτερ δώρησαι, τῇ ὥσπερ θεῖον θησαυρὸν, κεκτημένη τὰ θεῖα σου λείψανα.

Θεοτοκίον.
Τὸν πάντων, Δημιουργὸν καὶ Σωτῆρα, ἐκ γαστρός σου τῆς ἀχράντου τεκοῦσα, σῶσόν με Κόρη ἐχθροῦ τῆς μανίας, καὶ τείχισόν με τῷ φόβῳ τοῦ Κτίσαντος, ἵνα βαδίσω ἀκλινῶς, τὴν ὁδὸν τοῦ ἁγίου θελήματος.

Διάσωσον, ταῖς σαῖς πρεσβείαις Ἀρσένιε θεοφόρε, ἀπὸ πάσης ἐπιφορᾶς καὶ κακώσεως, τοὺς τῇ θερμῇ σου προστρέχοντας προστασίᾳ.

Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παῤῥησίαν.

Αῖτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῇ σῇ ἀσκήσει δοξάσας τὸν Κύριον, τῆς παρ’αὐτοῦ θείας δόξης ἠξίωσαι˙ διὸ ἀδοξίας ἀπάλλαξον, φθοροποιῶν παθημάτων καὶ θλίψεων, ἡμᾶς θεοφόρε Ἀρσένιε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ Θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ (δίς).
Στίχ. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.

Εὐαγγέλιον. 
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον.(Ματθ. ια΄ 27-30)
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς˙ πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου˙ καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱὸν εἰ μὴ ὁ Πατήρ˙ οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱός, καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ἐμοῦ ὅτι πρᾷος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν˙ ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.

Δόξα.
Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, έλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Ἄστρον ὡς νεόφωτον, ἐκ τῆς Ἑῴας ἐκλάμψας, ἀρετῶν λαμπρότησι, καταυγάζεις ἅπαντας τοὺς τιμῶντας σε˙ διὸ νῦν Ὅσιε, πάσης ἐπηρείας, τοῦ ἐχθροῦ τοῦ πολεμήτορος, καὶ πάσης θλίψεως, καὶ πολυειδῶν περιστάσεων, καὶ νόσων καὶ κακώσεων, ταῖς σαῖς ἱκεσίαις πρὸς Κύριον, φύλαττε ἀτρώτους, Ἀρσένιε θεράπον τοῦ Χριστοῦ, τοὺς τοῖς ἁγίοις λειψάνοις σου, εὐλαβῶς προσπίπτοντας.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου,

ᾨδῇ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἐν θερμῇ διανοίᾳ, προσελθοῦσαι γυναῖκες αἱ στεῖραι πρότερον, τοῖς θείοις σου λειψάνοις, ἐγένοντο μητέρες, ἐπὶ τέκνοις γηθόμεναι, τῇ ἀντιλήψει τῇ σῇ, Ἀρσένιε τρισμάκαρ.

Ῥυπτικῇ σου πρεσβείᾳ, τῆς ψυχῆς μου τοὺς μώλωπας ἀποκάθαρον, καὶ δίδου ἀφορμάς μοι, γνησίας μετανοίας, ὡς θερμὸς ἀντιλήπτωρ μου, Ἀρσένιε ἱερέ, Ἀγγέλων συμπολῖτα.

Γέρας κέκτηται θεῖον, ἡ Μονὴ Θεολόγου Πάτερ Ἀρσένιε, τὰ θεῖα λείψανά σου, οἷς πίστει προσιοῦσα, θείαν χάριν κομίζεται, καὶ οὐρανίου χαρᾶς, πληροῦται ἀοράτως.

Θεοτοκίον.
Ἐφαπλώσασα Κόρη, ἐφ’ἡμᾶς τῆς σῆς σκέπης χάριν τὴν ἄφθονον, ἀπόστρεψον εἰς τέλος, ἐχθροῦ τοῦ βροντοκτόνου, ἀφ’ἡμῶν δόλον ἅπάντα, καὶ καθοδήγει ἡμᾶς, πρὸς τρίβον σωτηρίας.

ᾨδῇ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Ῥάβδῳ ἁγίᾳ, ἐπισκοπῆς σου τῆς θείας, ὥσπερ πρόβατα ὁδήγει ἡμᾶς Πάτερ, πρὸς ἀθανασίας, τοὺς μυστικούς λειμῶνας.

Ἄνωθεν ἴδε, τοὺς εὐλαβῶς παρεστῶτας, τοῖς λειψάνοις σου καὶ δίδου τούτοις Πάτερ, τῆς σῆς βοηθείας, τὰς δαψιλεῖς ἐκφάνσεις.

Σκέπε ἀπαύστως, τῇ πατρικῇ ἀρωγῇ σου, τοὺς δειναῖς αἰχμαλωσίαις κειμένους, τούτους περισῴζων, ἐκ βλάβης καὶ κινδύνων.

Θεοτοκίον.
Ἴασαι Κόρη, τὴν ἀσθενοῦσαν ψυχήν μου, καὶ παράσχου μοι δάκρυα μετανοίας, ἵνα σε δοξάζω τὴν Κεχαριτωμένην.

ᾨδῇ θ΄.Κυρίως Θεοτόκον.
Μανίας πάσης ῥύου, ἐχθρῶν ἀοράτων, καὶ ὁρατῶν θεοφόρε Ἀρσένιε, τῶν Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη σὲ μεγαλύνοντα.

Ὁσίοις συγχορεύων, σὺν αὐτοῖς δυσώπει, ὑπὲρ ἡμῶν θεοφόρε Ἀρσένιε, τῶν ἀνυμνούντων τὰ θεῖά σου προτερήματα.

Ὑμνῶν σὺν τοῖς Ἀγγέλοις, ἤδη ἐν ὑψίστοις, τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν Πάτερ Ὅσιε, ἀεὶ δυσώπει σωθῆναι τοὺς σὲ γεραίροντας.

Θεοτοκίον.
Ὑμνοῦμέν σε Παρθένε, ὡς Θεοῦ Μητέρα, καὶ ἀσιγήτως τὸ Χαῖρε βοῶμέν σοι˙ τῇ γὰρ πρεσβείᾳ σου Κόρη ἀεὶ σῳζόμεθα.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.

Καὶ τα παρόντα Μεγαλυνάρια,
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός, διὰ πολιτείας, καὶ ἀσκήσεως ἱερᾶς˙ χαίροις Μοναζόντων, καὶ Ἱερέων κλέος, Καππαδοκίας δόξα, Πάτερ Ἀρσένιε.

Πόνοις ἐναρέτου Πάτερ ζωῆς, σεαυτὸν καθάρας, φρονημάτων τῶν γεηρῶν, ἐκ Θεοῦ ἐδέξω, τὴν χάριν τῶν θαυμάτων, Ἀρσένιε ἐκφαίνων, πᾶσι τὰ κρείττονα.

Πάθη ἐθεράπευσας χαλεπά, καὶ δαιμόνων Πάτερ, ἐταπείνωσας τὴν ἰσχύν, ὧν τῆς ἐπηρείας, ἀτρώτους ἡμᾶς τήρει, ὡς ἔχων παῤῥησίαν, Χριστῷ Ἀρσένιε.

Χαίρων τὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς, ὑπῆλθες θεόφρον, οὐρανόφρονι λογισμῷ, καὶ τῆς ἀπαθείας, τὰς χάριτας ἐδρέψω, Ἀγγέλων συμπολῖτα, Πάτερ Ἀρσένιε.

Φύλαττε καὶ σκέπε πάσης ὀργῆς, καὶ δαιμόνων βλάβης καὶ παντοίας ἐπιβουλῆς τοὺς πίστει προσκυνοῦντας, τὰ λείψανά σου Πάτερ, καὶ ἐπιβοωμένους τὴν προστασίαν σου.

Δίδου εὐλογίαν τὴν πατρικήν, καὶ ἔνθεον ζῆλον, πρὸς ἀγῶνας πνευματικούς, ταῖς τῶν μοναζόντων χορείαις θεοφόρε, καὶ ταύτας, τῶν παγίδων ῥύου τοῦ ὄφεως.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

τι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. 
Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Καὶ τὸ Απολυτίκιον. 
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Βίον ἔνθεον, καλῶς ἀνύσας, σκεῦος τίμιον τοῦ Παρακλήτου, ἀνεδείχθης θεοφόρε Ἀρσένιε, καὶ τῶν θαυμάτων την χάριν δεξάμενος, πᾶσι παρέχεις ταχεῖαν βοήθειαν, Πάτερ Ὅσιε Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τὸ ἑξῆς·

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάντας τοὺς προστρέχοντας πιστῶς, τῇ σῇ ἀντιλήψει θεόφρον, Πάτερ Ἀρσένιε, πάσης περιστάσεως, ῥῦσαι καὶ θλίψεως, καὶ ἀπάλλαξον τάχιστα ἐχθροῦ δυναστείας, βλῦσόν τε ἰάματα τοῖς ἀσθενοῦσι δεινῶς, δίδου δὲ εἰρήνην ἐν βίῳ, καὶ τὴν ἐκ Θεοῦ εὐλογίαν, τοῖς τὰς ἀρετάς σου μακαρίζουσι.

Δέσποινα, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὅ Θεός ἡμῶν έλέησον ἡμᾶς.
’Ἀμήν.

Δίστιχον.
Ἀρσένιε δέησιν πρόσδεξαι τήνδε
Καὶ δίδου τὴν Χάριν σου τῷ Γερασίμῳ.


Δημοφιλείς αναρτήσεις