Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

κοσμικές υποθέσεις…

1

Κανὼν ΣΤ'

Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, κοσμικάς φροντίδας μὴ ἀναλαμβανέτω· εἰ δὲ μή, καθαιρείσθω.
6ος Αποστολικός κανόνας
Ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος, ο διάκονος να μην αναλαμβάνουν κοσμικές υποθέσεις, αλλιώς να καθαιρούνται
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο κανόνας αυτός είναι μια αφορμή για να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε σοβαρά για τις σχέσης εκκλησίας και κράτους. Αποτρέπει σε επισκόπους, πρεσβυτέρους και διακόνους από το να αναλαμβάνουν κοσμικές υποθέσεις. Κάποιος θα πει « Καίσαρι τα του Καίσαρος και Θεώ τα του Θεόυ». Και θα αρχίσουν εδω πάλι και πολλάκις οι αντιπαραθέσεις οι προβληματισμοί οι αοριστολογίες και τα χίλια δυο τα οποία ακούμε καθημερινά στον τόπο μας.
Δεν θα προσπαθήσω να αναπτύξω τα όσα θα γράψω, απλά σκέψεις καταγράφω και αν έχει κάποιος διαφορετική άποψη ας την καταθέσει.
1. Για κάποιον που αποδέχεται τη διδασκαλία του Ιησού, η πίστη του σε Αυτός δεν είναι θρησκεία, αλλά ένας τρόπος ζωής που είναι η Ζωή. Ξεκαθαρίζουμε μια και καλή λοιπόν πώς η πίστη στον Ιησού Χριστό δεν είναι θρήσκευμα αλλά ο ορθόδοξος τρόπος Ζωής. Αν εμείς σαν χριστιανοί καταντήσαμε τον τρόπο της ζωής μας θρησκεία καλά να πάθουμε.
2. Αυτός ο τρόπος της Ζωής δεν είναι κοσμικός. Κοσμικός είναι ένας τρόπος ζωής που αρρωσταίνει τον άνθρωπο, δεν νοηματοδοτεί τη ζωή του και που στο τέλος τον σκοτώνει και σωματικά, και ψυχικά και πνευματικά.
3. άλλο Ζωή λοιπόν και άλλο ζωή, άλλο κόσμος και άλλο Εκκλησία άλλο Εκκλησία και άλλο εκκλησία, η Εκκλησία είναι η πολιτεία μέσα στην δημιουργία του Θεού όλων αυτών που πασχίζουν να ζήσουν ως εν ουρανό και επί της Γής. Η εκκλησία είναι ένας θεσμός, είναι κόσμος, είναι κοσμική αφού αδυνατεί ή έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια να παραλάβει τον κόσμο και να τον κάνει Εκκλησία.
4. Ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος και ο διάκονος είναι τα κατεξοχήν λειτουργικά πρόσωπα μέσα στην Εκκλησία. Είναι αυτοί που παραλαμβάνουν τον κόσμο και τον προσφέρουν ευχαριστιακά στον Θεό. Τον προσφέρουν σε Αυτόν για να τον μεταμορφώσει σε Σώμα Του.
5. Όταν λοιπόν ένας επίσκοπος, ένας πρεσβύτερος ή ένας διάκονος αναλαμβάνει κοσμικές υποθέσεις είναι σα να είναι σα να λέμε πως δεν λειτουργεί στον τόπο τον οποίο βρίσκεται τη θείας λειτουργία δεν παραλαμβάνει τον κόσμο και δεν τον πλάθει σε ψωμί και σε κρασί, δεν τον σηματοδοτεί για να τον μεταμορφώσει σε δώρα προσφοράς σε Αυτός. Δεν λειτουργεί ευχαριστιακά δηλαδή.
6. Για τον λόγο αυτό και θα πρέπει να καθαιρείτε, γιατί αδυνατεί να λειτουργήσει μέσα στον κόσμο το μυστήριο της μεταμόρφωσης του κόσμου σε Εκκλησία.
7. Η πολιτική μέσα στην εκκλησία η τέχνη του εφικτού ως εν ουρανό και επί της Γής και αγγίζει όλο τον άνθρωπο και το σώμα και την ψυχή του με σκοπό να τον κάνει πνευματικό. Αν δεν το κάνει ο άνθρωπος παραμένει διχασμένος και με υπαρξιακά προβλήματα.
8. Μέσα στην Εκκλησία θεραπεύεται όλος ο άνθρωπος και όχι ένα μέρος του και από την στιγμή που αρχίζει η θεραπεία αυτή θεραπεύει σιγά σιγά και την σχέση του με τους άλλους, τη σχέση του με τον κόσμο, και αγγίζει ακόμα και δημιουργήματα των χειρών τον ανθρώπων, τον τρόπο που καταπιάνεται μαζί τους, που τα φτιάχνει τα πλάθει και τα λειτουργεί στην πορεία του μέσα στον χρόνο.
9. Ένας άνθρωπος αφήνοντας τον κόσμο εισέρχεται στην Εκκλησία, σε μια κοινωνία προσώπων τα οποία διαρκώς εξέρχονται η καλούνται να εξέρχονται της ατομικότητας και του βολέματος και τον ψυχικών τους καταστάσεων. Καλούνται να γίνουν πρόσωπα.
10. Το πρόβλημα μας σήμερα όμως είναι πως αρχικά μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε τη ζωή μέσα στην εκκλησία και όχι μέσα στην Εκκλησία. Σήμερα η Εκκλησία μοιάζει αχαρτογράφητη και αόριστη και η πορεία μας προς αυτή μοιάζει μοναχική.
11. Λίγοι είναι αυτοί που την λειτουργούν, λίγοι οι Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι της. Αν τους γνωρίσεις όμως τότε αρχίζει σιγά, σιγά να συγκροτείτε μέσα στον κόσμο εκκλησία η Εκκλησία. Τότε αρχίζεις σιγά, σιγά να βλέπεις αλλιώς πολλά πράγματα.
12. Η Εκκλησία και οι Χριστιανοί δεν απαξιώνουν τις εκλογές με την αποχή τους από αυτές. Η Εκκλησία είναι η αντιπολίτευση σε όλα τα πολιτεύματα. Εμείς έχουμε επιλέξει και πασχίζουμε μέσα στην Εκκλησία να Ζήσουμε.
13. Ο κόσμος μπορεί να λέει και να κάνει ότι θέλει. Να μας προτρέπει ακόμα και να ψηφίσουμε γιατί αγνοεί ότι, «πνευματικό δεν είναι το μη υλικό, ούτε σαρκικό είναι το σωματικό. Πνευματικό είναι κάθε τι (υλικό και άυλο) που έχει καθαγιαστεί από το μυστήριο του Σταυρού και της Ανάστασης, κάθε τι μεταμορφωμένο από την άκτιστη θεία ενέργεια». π. Βασίλειος Γοντικάκης

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακή Α΄ Λουκά


saint_lucas


Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο Κεφ .5, 1-11


Κλῆσις τῶν πρώτων μαθητῶν


«Τω καιρώ εκείνω, εστώς ο Ιησούς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ 2 εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσαςἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα·ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸδίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲΣίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν ᾿Ιησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗσυνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷΣίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.»


Απόδοση στα νέα ελληνικά



Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς στεκόταν κοντά στη λίμνη της Γεννησαρέτ και είδε δυο πλοιάρια κοντά στη λίμνη. Οι ψαράδες όμως είχαν βγει έξω και έπλεναν τα δίχτυα. Μπήκε λοιπόν ο Ιησούς σ' ένα από αυτά (πλοιάρια), πού ανήκε στον Σίμωνα και τον παρεκάλεσε να απομακρυνθεί λίγο από την ακρογιαλιά. Τότε κάθισε και δίδασκε από το πλοιάριο τα μαζεμένα πλήθη. Μόλις όμως τελείωσε να μιλάει, είπε στον Σίμωνα: «Πήγαινε στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». Και ο Σίμων αποκρίθηκε: «Διδάσκαλε όλη τη νύχτα κοπιάσαμε χωρίς να πιάσουμε τίποτε. Άλλα, επειδή εσύ το λέγεις, θα ξαναρίξω το δίχτυ για χατήρι σου. Όταν το έκαναν, έπιασαν τόσα πολλά ψάρια, πού το δίχτυ τους άρχισε να σχίζεται. Και έκαναν νεύματα στους συντρόφους τους, πού ήσαν στο άλλο πλοιάριο, να έλθουν και να τους βοηθήσουν. Και ήλθαν. Και γέμισαν και τα δυο πλοιάρια, ώστε να κινδυνεύουν να βυθιστούν. Όταν ο Σίμων Πέτρος είδε τι έγινε έπεσε στα γόνατα του Ιησού και είπε: «Άπομακρύνσου άπ' εδώ, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός». Αυτό το είπε, γιατί και αυτός και οι άλλοι, όσοι ήταν μαζί του, δοκίμασαν μεγάλη έκπληξη με τα ψάρια πού έπιασαν. Επίσης και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, υιοί Ζεβεδαίου, πού ήσαν συνεταίροι του Πέτρου.
Και είπε ο Ιησούς στον Σίμωνα: «Μη φοβάσαι. Από εδώ και πέρα θα ψαρεύεις και θα πιάνεις ανθρώπους». Και όταν έφεραν τα πλοιάρια στην ξηρά, τα εγκατέλειψαν όλα και ακολούθησαν τον Χριστό.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Οι Ισραηλίτες ζητούν βασιλιά…

po

Στον προβληματισμό μου για τη σχέση των χριστιανών με την πολιτική εντάσσεται και αυτό το κεφάλαιο από την π.Δ είναι η στιγμή που ο λαός του Θεού ζητάει από τον Σαμουήλ βασιλιά το παραθέτω για προβληματισμό. Η άρνηση του λαού να ακούσει αυτά που του λέει ο ένας και γερασμένος Σαμουήλ με προβλημάτισε ακόμα περισσότερο… «Όχι! ε­μείς θέλουμε βασιλιά, για να είμαστε κι ε­μείς σαν τα άλλα έθνη. Θέλουμε βασιλιάς να μας κυβερνάει, να είναι αρχηγός μας και να διεξάγει τους πολέμους μας». Είμαι της γνώμης πως ο λαός του, εμείς οι χριστιανοί η εκκλησία ακροβατούμε πάνω σε ένα τεντωμένο σκηνή η περπατάμε πάνω στα κύματα διαρκώς μέσα στην ιστορία. Η παρουσία μας μέσα στον κόσμο καταγράφεται στην προς Διόγνητον επιστολή. Η ανάγνωση της έχει πολλά να δώσει σε αυτόν τον προβληματισμό. Ο Ιησούς στο σώμα Του θεραπεύει τα πάντα, που είναι έργα των χειρών Του και μέσω αυτής της θεραπείας και τα έργα των χειρών των ανθρώπων. Έργα που ευχαριστιακά τα προσφέρουμε σε Αυτόν για να τα κάνει και αυτά Σώμα του.

Α΄ΣΑΜΟΥΗΛ (ή ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄) ΚΕΦ 8

Οι Ισραηλίτες ζητούν βασιλιά

8 Όταν γέρασε ο Σαμουήλ, τοποθέτησε τους γιους του "Κριτές στον Ισραήλ. 20 "πρωτότοκος γιος του ονομαζόταν Ιωήλ και ο δευτερότοκος, Αβια. Αυτοί ήταν Κριτές στη Βέερ-Σεβά. 3 Αλλά οι γιοι του Σαμουήλ δεν ακολούθησαν το δικό του δρόμο. Παρα­δόθηκαν στο άνομο κέρδος, εξαγοράζονταν με δώρα και διέστρεφαν το δίκαιο. 4Τότε συγκεντρώθηκαν όλοι οι "πρεσβύτεροι του Ισραήλ και ήρθαν στο Σαμουήλ, στη Ραμά. 5 «Τώρα, εσύ γέρασες», του είπαν, «και οι γιοι σου δεν ακολουθούν το δρόμο σου. Γι' αυτό, όρισε έναν βασιλιά να μας κυβερνάει, όπως γίνεται σ' όλα τα άλλα έθνη».

6 Αυτό δεν άρεσε στο Σαμουήλ, που του είπαν: «Δώσε μας έναν βασιλιά για να μας κυβερνάει», και προσευχήθηκε στον Κύριο. 10 Κύριος του απάντησε: «Άκουσε το λαό και δέξου όλα όσα σου ζητούν δεν περιφρό­νησαν εσένα, αλλά εμένα, κι αρνήθηκαν να είμαι πια βασιλιάς τους. 8Από την ημέρα που τους έβγαλα από την Αίγυπτο μέχρι σή­μερα με εγκαταλείπουν και λατρεύουν άλ­λους θεούς. Όπως συμπεριφέρθηκαν σ' ε­μένα, τα ίδια κάνουν και σ' εσένα. 9Τώρα, λοιπόν, κάνε ό,τι σου ζητάνε, αλλά ξεκαθά­ρισε τους με σαφήνεια ποια θα είναι τα δι­καιώματα του βασιλιά που θα τους κυβερνά­ει». 10 Ο Σαμουήλ ανακοίνωσε όλα τα λόγια του Κυρίου στο λαό, που του ζητούσε βασι­λιά: 11 «Να ποια θα είναι τα δικαιώματα του βασιλιά, που θα σας κυβερνάει;» τους είπε. «0α παίρνει τους γιους σας και θα τους χρησιμοποιεί για τον εαυτό του στις άμαξες του και στ' άλογα του, και για να τρέχουν μπροστά από τη δική του άμαξα. 120α διορί­ζει για τον εαυτό του χιλίαρχους και πεντη-κόνταρχους, θα παίρνει άλλους για να ορ­γώνουν τα χωράφια του, να θερίζουν τα σπαρτά του ή για να του κατασκευάζουν τα πολεμικά του όπλα και τα εξαρτήματα των α­μαξών του. 130α παίρνει τις κόρες σας για να του φτιάχνουν αρώματα, να του μαγει­ρεύουν και να του ζυμώνουν. 14θα πάρει τα καλύτερα χωράφια σας και τα αμπέλια σας και τους ελαιώνες σας και θα τα δώσει στους αξιωματούχους του. 15Κι από τα σπαρτά σας κι από τα αμπέλια σας θα παίρ­νει το *δέκατο και θα το δίνει στους "ευνού­χους και στους αξιωματούχους του. 16Τους υπηρέτες σας και τις υπηρέτριες σας, και τα καλύτερα βόδια και τα γαϊδούρια σας θα τα παίρνει να δουλεύουν γι' αυτόν. 17Από τα πρόβατα σας θα παίρνει το δέκατο κι εσείς θα είστε δούλοι του. 18Θ' αρχίσετε τότε να παραπονιέστε στον Κύριο για το βασιλιά σας, που εσείς τον εκλέξατε να σας κυβερ­νάει, αλλά ο Κύριος δε θα σας απαντάει».

19 Ο λαός αρνήθηκε ν' ακούσει αυτά που του έλεγε ο Σαμουήλ και έλεγαν: «Όχι! ε­μείς θέλουμε βασιλιά, 20για να είμαστε κι ε­μείς σαν τα άλλα έθνη. Θέλουμε βασιλιάς να μας κυβερνάει, να είναι αρχηγός μας και να διεξάγει τους πολέμους μας».210 Σαμουήλ άκουσε αυτά που του είπε ο λαός και τα α­νέφερε στον Κύριο. 220 Κύριος του απάντη­σε: «Κάνε ό,τι σου ζητούν και δώσ' τους έ­ναν βασιλιά».

Τότε κι ο Σαμουήλ είπε στους Ισραηλίτες να γυρίσουν καθένας στην πόλη του»

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Να ζεις Λειτουργικά …

normal_mdeipnos

Το να ζεις λειτουργικά*, το να έχεις μια λειτουργική ζωή είναι μια απόφαση ζωής. Δεν θα εστιάσω και δεν θα επικεντρωθώ στα λειτουργικά κείμενα της εκκλησίας μας. Αυτά αποτελούν έκφραση αυτού του σκιρτήματος του καρδιακού μέσα μας το οποίο αρχίζει να αναγινώσκει, να διακονεί, να ιερουργεί και να επισκοπεί τη λειτουργία της Ζωής του κόσμου.

Η εκκλησία γίνεται όταν ανοίγετε και εγώ θα προσθέσω η λειτουργία Της Ζωής για τον καθένα μας προσωπικά μέσα σε αυτόν τον κόσμο αρχίζει όταν αρχίζει να ανοίγεται, να εξέρχεται, από τα υποστατικά εγώ του το πρόσωπο, (ατομικότητα, οικογένεια, ομάδα, εθνικότητα, θρησκεία) και να εισέρχεται στην Εκκλησία, το σώμα του Χριστού.

Η εκκλησία για χρόνια προετοίμαζε τον άνθρωπο να εισέλθει σε αυτή τη Λειτουργία. Την προετοιμασία αυτή την ονομάζουμε κατήχηση και δεν έχει να κάνει μόνο αυτή η κατήχηση με μια διδασκαλία, αλλά με όρους με κανόνες λειτουργίας τους οποίους ο άνθρωπος σταδιακά αρχίζει να λειτουργεί μέσα στον κόσμο τη Ζωή Του. Αυτή η λειτουργία σε αντίθεση με το πνεύμα του κόσμου δεν γεμίζει περηφάνια και εγωισμό τον άνθρωπο, δεν υψώνει τείχη μέσα στα οποία εγκλωβίζουμε και προφυλάσσουμε την πνευματικότητα ή τον πλούτο μας. Αντιθέτως τον μεταμορφώνει σε ταπεινό λειτουργό της ζωής του κόσμου. Έτσι από άνθρωπος του κόσμου εισέρχεται στις τάξεις των κατηχουμένων και πορεύετε όλο και ποιο χαμηλά . H σκάλα των αρετών που μας ανεβάζει στον Ουρανό είναι μια σκάλα που στα μάτια του κόσμου μας κατεβάζει όλο και πιο χαμηλά και  μας ταπεινώνει εν Χριστό.

Τα όρια της κατήχησης εισέρχονται μέσα στη θεία Λειτουργία. Η μαθητεία στη λειτουργία χρειάζεται να περάσει από το καμίνι των πειρασμών και την αναμέτρηση με της δυνάμεις αυτού του κόσμου. Δίπλα στους κατηχούμενους για αιώνες οι λειτουργοί της Ζωής οι βαπτισμένοι χριστιανοί διδάσκουν, επιτιμούν, καθοδηγούν, επιβλέπουν είναι φώς εκ Φωτός για αυτούς και για όλους όσους θέλουν και έχουν τα μάτια να δουν και να ακούσουν να ψηλαφίσουν.

Η λειτουργία είναι ο μοναδικός τρόπος να ζεις εν Χριστό μέσα στον κόσμο κάθε ανάσα σου. Και είναι και ακολουθία, γιατί έχουμε πάντα μπροστάρι και συνοδοιπόρο μας και πάντοτε πίσω μας ερχόμενο τον Ιησού Χριστό.

Η παρουσία μας μέσα στον κόσμο δεν είναι εργασία, ούτε αγγαρεία, είναι λειτουργία και διακονία εν Χριστό.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

*Στην Εγκυκλοπαίδια ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANNICA 32 η λέξη λειτουργία, η (αρχ.) παροχή ή υπηρεσία που προσφερόταν από ένα πολίτη προς το αθηναϊκό κράτος. Η προσφορά αυτή συνίστατο στην εκτέλεση δημοσίου έργου ή στην ανάληψη μιας εξουσίας από κάποιον εύπορο πολίτη ή μέτοικο( ο οποίος έτσι έλπιζε ότι θα αποκτούσε το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη). Ο Θεσμός αυτός των λειτουργιών τέθηκε σε εφαρμογή τον 5ο π.Χ αιώνα και αποτελούσε είδος φορολογίας των πολιτών… Αποτελούσε επίσης χαρακτηριστικό στοιχείο της δημοσιονομικής πολιτικής της Αθήνας, αλλά και δείγμα της αγάπης των πολιτών για την πατρίδα τους και απόδειξη της έμπρακτης και ουσιαστικής συμμετοχής στα κοινά.

Έρχονται πολλά στο μυαλό μου και δεν είναι εύκολο να τα βάλω σε τάξη και σειρά. Χρησιμοποιώ εσκεμμένα τις λέξεις αναγνώστης, διάκονος, ιερέας και επίσκοπος, είναι μερικές φορές που οι σκέψεις καταργούν τους περιορισμούς που βάζουμε στις λέξεις και σου δίνεται η δυνατότητα έστω και για λίγο να τις πλάσεις μέσα σου και να δεις πως ταιριάζουν και έτσι

Κυριακή Μετά την Ύψωσιν

xeirografa_048

 Κεφ. 8 , 34-Κεφ. 9,1 Ομιλία στο κατά Μάρκον  από τον π.Κωνσταντίνο Στρατηγόπουλο

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο

Κεφ. 8, χωρία 34 έως Κεφ. 9, χωρίο 1.

«Είπεν ο Κύριος, 34 ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸνσταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσειαὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

Θ´\ΚΑΙ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴγεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.»

 Απόδοσή στα νέα ελληνικά

Και αφού προσκάλεσε τον λαό με τους μαθητές του, τους είπε: Όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας αρνηθεί τελείως τον εαυτό του, ας σηκώνει το σταυρό του και ας με ακολουθεί. Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, αυτός θα την χάσει. Και οποίος θα χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και για χάρη του Ευαγγελίου, αυτός θα την σώσει.

Τι Θα ωφελήσει τον άνθρωπο, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο και όμως χάσει την ψυχήν του; Και τι αντάλλαγμα θα δώσει ο άνθρωπος για την ψυχή του;

Όποιος σε τούτο τον άπιστο και αμαρτωλό κόσμο θα ντραπεί για μένα και θα καταφρονήσει τα λόγια μου, και ο Υιός του ανθρώπου θα ντραπεί γι' αυτόν, όταν έλθει μέσα στη θεϊκή Του δόξα μαζί με τους αγίους αγγέλους.

Και έλεγε σ' αυτούς: σας βεβαιώνω πώς υπάρχουν τώρα κάποιοι εδώ μεταξύ σας, πού δεν θα πεθάνουν και θα προφθάσουν να δουν τη βασιλεία και τη δύναμη του θεού.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ή αναμέτρηση. «Μεγαλειότατε νικηθήκαμε». Ό Βασίλειος είναι Μέγας.

5331_1221457457779_1269234149_641076_5989358_n
Φθινόπωρο κι ύστερα χειμώνας τού 371. Τότε κορυ­φώθηκε το μαρτύριο της Εκκλησίας και μεσουράνησε ή δόξα της. Τότε ή Εκκλησία της Καππαδοκίας φανέρωσε τη φωτιά της αληθείας πού έκρυβε στο στήθος της.
Μέχρι τότε ή ορθοδοξία της Καππαδοκίας έμοιαζε λίγο-πολύ με νησίδα στην 5Ανατολή. Ό Ουάλης απέλυσε τους ασκούς της αιρέσεως παντού. Συνδυασμένες ή βία και πονηριά τού έδωσαν αποτελέσματα μεθυστικά. Σά­ρωσε την Ορθοδοξία κι έσφιγγε τώρα σαν τανάλια την Καισαρεία. Είναι αλήθεια πώς οι Καππαδόκες δεν είχαν γνωρίσει καλά τη βάναυση σκληρότητα τού Ουάλη. "Άκουγαν ο,τι συνέβαινε αλλού. Τους κοβόταν το αίμα.
Τα διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας υποτάχθηκαν πράγματι στην πολιτική τού αρειανόφρονα. Μα τούτο έγινε γιατί διώχθηκαν οι ορθόδοξοι, δημεύθηκαν οι περι­ουσίες τους, εξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν με βίαια μέσα. Κι όσοι αντιστέκονταν αντικαταστάθηκαν.
Ή θηριωδία και το μίσος δεν είχαν όρια. Έφθασαν στο σημείο να κάψουν στη Νικομήδεια ορθόδοξους πρεσβυτέ­ρους μέσα σε πλοίο72. Όσο πλησίαζαν μάλιστα στην Και­σαρεία τόσο πιο άγρια γινόταν ή θηριωδία τους. Όργανα τού αυτοκράτορα βεβήλωναν τους ναούς. Σε κάποια πόλη μπήκαν στο ναό, ανέβηκαν στην άγια Τράπεζα και χό­ρευαν πάνω σ' αυτήν73. Σε άλλο ναό, πού ό ορθόδοξος ιερέας προσπάθησε να εμποδίσει τους βέβηλους, σκότω­σαν κι έχυσαν ανθρώπινο αίμα επάνω στην ίδια την άγια Τράπεζα74. Θύμα και ό ιερέας. Τα φοβερά τούτα σφυρο­κοπούσαν κάθε μέρα τ' αυτιά της ορθόδοξης Καισαρείας.
Το 371 είχε παραγίνει το κακό. Ό λαός είχε τρομοκρα­τηθεί. Έτρεμε και λύγιζε σαν αδύνατο φυλλαράκι πού ετοιμάζεται να χαθεί στο ποτάμι πού κυλάει δίπλα του. Δε μπορούσαν ν' αντισταθούν στο μανιασμένο άνεμο. Ήταν φοβερός και γκρέμιζε τειχιά.
Και ό Βασίλειος τι έκανε;
Κάτι προσπαθεί. Γυρεύει να ανασυντάξει τις ελάχιστες δυνάμεις τού σώματος του. Να στήσει όρθιο το πνεύμα του. Μικρά πράγματα δηλαδή για τόσο μεγάλη μάχη. Εκεί όμως πού φαινόταν και ήταν πράγματι λίγος, άρχισε να γίνεται μεγάλος, ατέλειωτος. Ό Θεός τον ήθελε και τον έκανε μεγάλο, τόσο μεγάλο πού δεν μπορούν να το δουν τα μάτια μας.
Τον ήθελε μεγάλο γιατί με το πρόσωπο τού ισχνού ιερού άνδρα θα γκρέμιζε τον ίδιο το Σατανά. Τη δύναμη πού δούλευε μέσα στον αυτοκράτορα, στους παλατιανούς και τους αιρετικούς. Όσο ή φοβερή στιγμή της αναμετρήσεως πλησίαζε τόσο πιο νηφάλιος γινόταν ό απογοητευμέ­νος Βασίλειος. Το εξασθενημένο σώμα του αντέχει ακόμα περισσότερο στην προσευχή και την αγρύπνια:
«Βλέπεις, Χριστέ μου. Για σένα, για να πιστεύουν σε σένα το ζητάω. Δυνάμωσε με να σταθώ καλά, να σε ομολο­γήσω, να μη λυγίσω ούτε στιγμή. Σε παρακαλώ, ούτε στι­γμή. Όχι, δεν είναι από δικό μου εγωισμό. Σύντριψε με, κατεξευτέλισε με τώρα, μπροστά σε όλο τον κόσμο, δε με πειράζει. Χάνομαι, αν θές. Δε σκοτίζομαι για τον εαυτό μου. "Άλλωστε μήπως μπορώ να ζήσω για πολύ με το χάλι πού έχω; Αυτό πού θέλω είναι να σταθώ εγώ καλά μπρο­στά στο Σατανά για να στυλωθεί ή ορθόδοξη πίστη σε σένα. Βοήθα με, λοιπόν. Κράτησε με όρθιο. Τη δόξα σου ποθώ. Τίποτε άλλο...».
Κάθε νύχτα κουβέντιαζε και πολέμαγε με το Θεό μέχρι πού έπεφτε μισολιπόθυμος στο σανιδένιο κρεβάτι του, τυλιγμένος κατάσαρκα με το ράσο πού ήταν από γιδότριχα.
Σε τέτοια επιμονή τόσο καθάριας ψυχής δε μπορεί ούτε ό Θεός ν' αντισταθεί, δεν το κάνει, δε θέλει. Αγαπάει τον άνθρωπο τόσο πολύ.
Πρέπει να ήταν Νοέμβριος-Δεκέμβριος. Οι πιέσεις στο Βασίλειο διαδέχονταν ή μία την άλλη. Σήμερα τον προσ­έβαλαν. Αύριο τού υπόσχονταν πολλά.
Πριν αποφασίσει ό Ουάλης την ώρα της τελικής εφό­δου δοκίμασε πολλούς τρόπους για να φέρει στα νερά του το Βασίλειο. Ένοιωθε μάλιστα ότι και μόνο το γεγονός ότι ό Βασίλειος παραμένει ορθόδοξος Μητροπολίτης Καισα­ρείας αποτελεί γι' αυτόν αποτυχία της πολιτικής του, γε­λοιοποίηση τού Βασιλικού του κύρους75.
Δεν είχε μπει λοιπόν ακόμη στην Καισαρεία και με χίλια τεχνάσματα προσπάθησε να κάνει αρειανόφρονα ποιόν; το Βασίλειο! Τι αφέλεια μπορεί να δείξει και ό ίδιος ό Σατανάς μερικές φορές! Σημαντικό ρόλο στις πιέσεις έπαιζαν οι δικαστικοί, πού είχαν κιόλας γίνει πέρα για πέρα όργανα του αυτοκράτορα. Δεν υστέρησαν όμως και οι στρατιωτικοί, καθώς και οι παλατιανοί ευνούχοι, το άθλιο τούτο κατάντημα τού άνδρα76.
Τα τεχνάσματα δεν έφερναν αποτέλεσμα και ό Ουάλης βιαζόταν. Ήθελε να τελειώνει όσο γινόταν γρηγορότερα με την τελευταία εστία αντιστάσεως, με το Βασίλειο. Έτσι θα υποτάσσονταν αμέσως Καππαδοκία, Πόντος και Αρ­μενία. Αναγκάσθηκε λοιπόν ό Βασιλιάς να παίξει το τε­λευταίο του χαρτί. Έστειλε προπομπό στην Καισαρεία τον έπαρχο Μόδεστο, τον ύπαρχο των πραιτωριανών. Ήξερε τι έκανε.
Ό Μόδεστος ήταν από την άθλια εκείνη πάστα των ανθρώπων πού γίνονται βασιλικότεροι τού βασιλέως για να κρατήσουν τη θέση τους. Αδίστακτος και απάνθρω­πος, για να υπηρετεί και να αρέσει στον αφέντη του. Ή Εκκλησία στην Ανατολή γνώρισε τη θηριωδία του από την καλή. Ωρυόταν σαν λιοντάρι και ήξερε να κάνει πράξη τις απειλές του, όπως ήξερε και να κολακεύει με υστεροβουλία. Έτσι στερέωνε τη θέση του δίπλα στον αυτοκράτορα.
Ό Γρηγόριος Ναζιανζηνός περιγράφει με ακρίβεια τα γεγονότα πού ακολούθησαν και πού θα διηγηθούμε πιο κάτω, προσφεύγοντας και σε ιστορικούς τού Ε' αιώνα77.
Στην Καισαρεία ό Μόδεστος εγκαταστάθηκε στο Διοι­κητήριο. Ή αναμέτρηση όμως με το Βασίλειο έγινε μάλλον στο δικαστήριο. Ό στρατός πού τον συνόδευε τόνιζε περισσότερο τις διαθέσεις του. Από την πρώτη στιγμή φρόντισε να πείσει τους πάντες ότι θα ήταν σκληρός κι ανελέητος. Δε χρειαζόταν όμως να κοπιάσει γι' αυτό. Δι­έταξε να τού φέρουν το Βασίλειο, πού ήταν κιόλας έτοι­μος.
Όλη τη νύχτα ό επίσκοπος προσευχόταν. Για κάποια στιγμή ένοιωσε τα γόνατα του να λύνονται από φόβο. Θα τα κατάφερνε; Θα στεκόταν όσο χρειαζόταν άξιος μπρο­στά στο θηρίο; Το πικρό ποτήρι μένει πικρό και για τους μεγάλους. Πέρασε όμως ό φόβος του. Το άγιο Πνεύμα έσφιξε τους αρμούς του και άρχισε να αισθάνεται αλλιώτικα.
Ό χειμώνας της Καππαδοκίας είχε πέσει βαρύς. Όλα ήσαν παγωμένα κι έδειχναν ακίνητα.
Ήταν προχωρημένος Δεκέμβριος.
Στο σπίτι του ό Βασίλειος δεν είχε ανέσεις. Το κρύο τον περόνιαζε. Κινήθηκε όμως από μέσα του μια σπίθα πού έγινε λίγο-λίγο φωτιά. Τον έκαιγε και τον δρόσιζε μαζί! Πώς; κάνεις δεν το καταλαβαίνει. Τον είδαν όμως το πρωί ιλαρό, γιορταστικό.
Είδαν, επί τέλους, να γελούν λίγο τα χείλη του. Οι δικοί του τρόμαξαν βλέποντας τον. Ύστερα όμως ηρέμησαν κι αυτοί και τον ακολούθησαν.
Ό Βασίλειος είχε μέσα του άγιο πανηγύρι και το ακτι­νοβολούσε.
Περπατούσε για το Διοικητήριο. Όλα προμηνούσαν γιορτή. Το αφανισμένο του πρόσωπο δειχνόταν τώρα ωραίο, ιλαρό.
Το κουρασμένο βήμα του χαριτωμένο, σίγουρο.
Ακόμη και το τριμμένο ράσο του στεκόταν σήμερα με αξιοπρέπεια, με χάρη.
Πίσω του σχηματίσθηκε μικρή πομπή πού τον ακολου­θούσε αθόρυβα.
- Ήσαν εκείνοι πού δεν πάγωσαν από το κρύο και την αγριότητα τού Μόδεστου. Ήσαν αυτοί πού λίγο ή πολύ ένοιωσαν κάτι από το ιερό πανηγύρι τού Βασιλείου.
Ήθελαν κι αυτοί να γιορτάσουν με τον ήρωα τους. Ήθελαν να είναι μπροστά στον αγώνα.
Δεν τους άφησαν όμως. Οι στρατιώτες πρότειναν τα σιδερένια κοντάρια. Σημάδι ότι όλοι έπρεπε να μείνουν έξω.
Προχώρησε μόνον ό ιερός άνδρας.
Σιγά, σταθερά ανέβηκε την κλίμακα του Πραιτώριου. Ή σιλουέτα του μάκραινε, αλλά ό ίδιος μεγάλωνε, πλάταινε, γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ό μικρός άνδρας ήταν εκεί, πάνω και μέσα σε όλα. Στα μάτια πού τον παρακολουθού­σαν μίκρυναν όλα τα άλλα-στρατιώτες, κτήρια λαμπρά -γιατί μεγάλωσε υπερφυσικά ό Βασίλειος.
Και ό Μόδεστος; Μόλις τον ειδοποίησαν πήγε στην επίσημη αίθουσα κι έκατσε στο θρόνο προκλητικά, περισ­σότερο απειλητικά.
Έπρεπε από την πρώτη στιγμή να ξαφνιάσει το Βασί­λειο. Είχε ακούσει τόσα πολλά για τον ισχνό τούτο άνδρα πού τον έκαναν λιγότερο σίγουρο.
Αμηχανία κι ένας αδιόρατος φόβος καρφώθηκε κά­που στην καρδιά του Μόδεστου και δεν έλεγε να φύγει.
Γι' αυτό έπρεπε από την αρχή. Να του πάρει αμέσως τον αέρα με τρόπο απότομο, έτσιθελικό, σκληρό. Να τε­λειώσει μια ώρα γρηγορότερα.
Λίγο πίσω από τον έπαρχο στάθηκαν μερικά επίσημα πρόσωπα: ό διοικητής, ευνούχοι, δικαστές ξοφλημένοι....
Έφεραν στην αίθουσα το Βασίλειο. Προχώρησε στο θρόνο αγέρωχα, χωρίς να προκαλεί. Εύχαρης, χωρίς να γελάει.
Ηλεκτρικό ρεύμα κενώθηκε στην αίθουσα. Οι καρδιές των βλοσυρών παλατιανών έχασαν για λίγο το ρυθμό τους. Τον ξαναβρήκαν όμως γρήγορα. Έπρεπε να κάνουν καλά τη δουλειά τους.
Ό Μόδεστος τεντώθηκε, έβαλε πάγο και σίδερο στη φωνή του, μίλησε:
Μόδεστος: Βασίλειε, πώς τόλμησες -μόνο εσύ- να πάς κόντρα στο θέλημα του βασιλιά μας; Ποιος είσαι συ πού τόλμησες να τον περιφρονήσεις;
Ό Βασίλειος κατάλαβε την τακτική: επίθεση κι αιφνιδιασμός. Δεν θα παρασυρόταν όμως. Θα επέβαλλε το δικό του ρυθμό στη φοβερή αναμέτρηση. Θα γινόταν βράχος πού επάνω του θα τσακιζόταν ή οργή και το μίσος των αιρετικών. Θα υψωνόταν σύμβολο για το όρθωμα της Εκ­κλησίας μπροστά στις εξουσίες του κόσμου τούτου. Ζητάει λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία, κατηγορία καθαρή:
Βασίλειος: Για ποιο πράγμα με κατηγορείς, ποιο είναι το σφάλμα μου και δεν το ξέρω;
Μόδεστος: Δεν έχεις την πίστη του βασιλιά, τώρα πού όλοι υποτάχθηκαν.
Βασίλειος: Κάνω έτσι γιατί ό δικός μου βασιλιάς δε στέργει την πίστη του Ουάλη, πού προσκυνά το κτίσμα (οι αρειανοί δέχονταν τον Υιό σαν κτίσμα). Πώς να το κάνω τούτο, αφού εγώ πού είμαι κτίσμα κλήθηκα να γίνω Θεός. Προσκυνώ τον Υιό σαν Θεό και όχι σαν κτίσμα.
Μόδεστος: Και τότε τι είμαστε εμείς, πού πιστεύουμε όπως ο αυτοκράτορας;
Βασίλειος: Τίποτα, όσο προστάζετε τέτοια πράγματα! Ίδρωτας, αγωνία και μαζί οργή χωρίς όρια πάλευαν στο άρρυθμο πνεύμα του έπαρχου. "Άρχισε κιόλας να τα χάνει. Έτσι εξηγείται ή αφελής του ερώτηση:
Μόδεστος: Γιατί δε τώχεις για σπουδαίο να είσαι με το μέρος μας, να μας έχεις φίλους;
Βασίλειος: Βεβαίως είσαστε κιόλας έπαρχοι και μάλιστα από τους ισχυρούς · μα δε σας έχω πιο σεβαστούς από το Θεό! Και σαν τέκνα του Θεού πού είσαστε είναι σπουδαίο να σας έχω φίλους. Τόσο σπουδαίο όσο να έχω φίλους και τους υφισταμένους σας. Ό χριστιανισμός δε φαίνεται από τα αξιώματα, αλλά από την πίστη των προσώπων.
Με τα λόγια τούτα ό Βασίλειος φώτισε με δυνατό φως τον ισχυρό άρχοντα. Του έδειξε πόσο μικρός είναι και πόσο κωμική γίνεται ή αυθάδεια του.
Ό Μόδεστος το κατάλαβε. Ένοιωσε να τον ξεγυμνώ­νουν. Να του παίρνουν τη δύναμη, με την οποία τρόμαζε τους μικρούς.
"Άναψε λοιπόν και κόρωσε. Οι φλέβες του τινάχθηκαν. Το αίμα τους γύρευε να χυθεί στο πρόσωπο του ιλαρού αγέρωχου άνδρα· να το κάψει, να το σκορπίσει. Με μιας ορθώθηκε στο θρόνο και σχεδόν άναρθρα φοβέρισε:
Μόδεστος: Δε φοβάσαι, λοιπόν, την εξουσία μου;
Βασίλειος: Μα τι μπορείς να μου κάνεις, τι πρόκειται να πάθω;
Τώρα πια ό έπαρχος είχε χάσει ολότελα τον έλεγχο. "Άθελα του ή θηριωδία τον πήγαινε στον εξευτελισμό. Πάντα έτσι κάνει ό Σατανάς. Εκεί οδηγεί τα θύματα του. Όρθιος και αγριότερος απαντά στο ερώτημα του ιερού άνδρα:
Μόδεστος: Τι μπορώ; Ένα από τα πολλά πού έχω δικαι­οδοσία.
Ή ώρα του θριάμβου έφθασε για το Βασίλειο. Δεν την είχε προγραμματίσει. Από τη στιγμή όμως πού δε φοβή­θηκε την ανθρώπινη οργή κέρδισε τον αγώνα. Τώρα του ήρθε να γελάσει, ειρωνικά βέβαια. Δεν το έκανε. Θα ήταν μικρή ανθρώπινη προσβολή του δύστυχου έπαρχου και δεν ήθελε να τον ταπεινώσει, δεν ήθελε να πονέσει ο βασα­νιστής του. Μα σαν αστραπή το πνεύμα του μειδίασε: «Θεέ μου, πόσο αφελείς είναι καμιά φορά οι άνθρωποι. Δεν βλέπει πώς δεν έχω τίποτα από αυτά πού μπορεί να βλάψει ό άνθρωπος τούτος»; Δεν έφθασαν οι σκέψεις και το μει­δίαμα στα ιερά χείλη. Ρώτησε μόνο απλά! Βασίλειος: Ποια είναι αυτά πού θα πάθω, πέστα μου να τ' ακούσω!
Μόδεστος: Δήμευση της περιουσίας σου, εξορία, βασανι­στήρια, θάνατο.
Βασίλειος: Με άλλο τίποτε φοβέρισε με, αυτά δε με νοι­άζουν.
Ό εξαγριωμένος έπαρχος ένοιωσε τα λόγια τούτα μα­χαίρι στα νεφρά του. Τα μάτια του έγιναν πιο κόκκινα. Ή φωνή του τσάκισε. Τα νεύρα του έκλαιγαν και παραδίνον­ταν. Όλα γύρω του χάνονταν. Από δυνατά γίνονται αδύνατα. Από ισχυρά ανίσχυρα. Γιατί ο ίδιος μίκραινε. Γινό­ταν αυτός πού ήταν: μικρός. Μάζεψε τις δυνάμεις του όμως και ψέλλισε:
Μόδεστος: Πώς γίνεται αυτό, πώς και δε φοβάσαι; Βασίλειος: Γιατί δε φοβάται δήμευση αυτός πού δεν έχει τίποτα, εκτός από τριμμένα παλιά ρούχα και μερικά βι­βλία. Αυτά είναι όλο το βίος μου, Μόδεστε! Ή εξορία πάλι δε με τρομάζει γιατί δεν έχω τόπο δικό μου. Και ή Καισα­ρεία στην οποία τώρα κατοικώ δεν είναι δική μου. Όπου λοιπόν κι αν με πετάξετε θα είναι τόπος του Θεού κι εγώ θα είμαι πάροικος και παρεπίδημος.
Τα βασανιστήρια; Τι να κάνουν κι αυτά σε σώμα σαν το δικό μου! Ένα πρώτο χτύπημα θα δώσεις κι όλα τελεί­ωσαν αμέσως. Αυτό είσαι ικανός να το κάνεις. Με απειλείς με θάνατο; Θα μου γίνεις ευεργέτης. Αυτό ποθώ κι εγώ, να πάω πιο γρήγορα στο Θεό, για τον όποιο ζω και αγωνίζο­μαι. Βιάζομαι να φθάσω στο Θεό μου, στον Πατέρα μου!
Ποιος θα μπορούσε να τρομάξει κάποιον πού ζούσε και σκεπτόταν έτσι; Κανείς βέβαια. Πολύ περισσότερο ένα παλατιανό όργανο των αιρετικών.
Ό Μόδεστος ομολόγησε μέσα του την ήττα. Το θηρίο νικήθηκε από τον ήμερο άνθρωπο. Κάθισε αποκαμωμένος στον ανώφελο θρόνο. Δεν τον είχε βοηθήσει να δαμάσει τον ήμερο, γιατί ο Βασίλειος ημέρεψε κοινωνώντας με το Θεό. Θέλοντας και μη έπρεπε να δείξει ρεαλισμό. Δεν θα έλεγε βέβαια μπροστά στον εχθρό του τη λέξη «νικήθηκα». Σώπασε όμως για λίγο. Βυθίσθηκε περισσότερο στο θρό­νο. Έγειρε μπρος το κεφάλι. Συλλογίσθηκε... Όλα λοιπόν ανώφελα με το ιερό αυτό τέρας, το Βασίλειο. Σήκωσε αργά το κεφάλι. Δεν το έστησε ολόρθο στους ώμους. Τόσο πού να μπορεί να κοιτάξει τον ισχνό άνδρα πού γέμιζε την αίθουσα. Ζήτησε να πει κάτι. Δεν του ερχόταν. "Άνοιξε κάποτε το στόμα του κι αυτό για μια έμμεση ομολογία της ήττας του, αναγνώριση του μεγαλείου του Βασιλείου. Μόδεστος: Κανείς μέχρι τώρα δε μίλησε με τόσο θάρρος στο Μόδεστο, κανείς δεν είχε μπροστά μου τόση παρρη­σία.
- Ήρθε και ή ώρα του κεραυνού. Ό Βασίλειος δεν κρατήθηκε. Οι ώρες είναι μεγάλες, κρίσιμες, ιστορικές. Γι' αυτό δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς εγωιστή! Βασίλειος: Γιατί δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό επίσκο­πο. Αλλιώς θα σου μιλούσε με τον 'ίδιο τρόπο, αφού θ' αγωνιζόταν για τόσο υψηλά πράγματα. (Ό Βασίλειος είδε τώρα το συντριμμένο έπαρχο, μέτρησε και το βαρύ λόγο πού ξεστόμισε και θέλησε να μαλακώσει την ατμόσφαι­ρα). Εμείς οι ορθόδοξοι, έπαρχε, είμαστε καλοί και τα­πεινοί όσο κανείς άλλος. Όχι μόνο στο βασιλιά δε φερό­μαστε υπεροπτικά, μα ούτε και στον πιο μικρό άνθρωπο. "Αν όμως τύχει να κινδυνεύει ή πίστη στο Θεό, τότε περι­φρονούμε τα πάντα και αγκαλιάζουμε αυτήν. Τότε ή φω­τιά, το ξίφος του δήμιου, τα θηρία και το ξέσκισμα της σάρκας μας με τα νύχια των βασανιστών φέρνει σε μας περισσότερο ευχαρίστηση παρά φόβο. Γι' αυτό κάνε ο,τι θέλεις, ο,τι έχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, απείλησε με όσο θέλεις. "Ας το ακούσει όμως κι ο βασιλιάς, δεν θα με καταφέρεις να δεχθώ την κακοδοξία, έστω κι αν απειλή­σεις χειρότερα.
Ήταν ή τελευταία ψυχρολουσία πού δέχθηκε ό τραγι­κός άρχοντας από το Βασίλειο στη φοβερή και ιστορική τούτη αναμέτρηση. Μουδιασμένος ό Μόδεστος, σαν το δαρμένο ζώο, έκανε νόημα στους φρουρούς ν' αφήσουν ελεύθερο το Βασίλειο.
Έξω ένα μέρος από το ποίμνιο του περίμενε. Και περί­εργο... Δεν αγωνιούσε. Ήξερε ότι στην κρίσιμη ώρα ό Βασίλειος, (πες καλύτερα ό Θεός) θα νικούσε.
Τον κύκλωσαν, τον έβαλαν στη μέση προστατευτικά, με δέος, με σεβασμό. Όπως άλλοτε τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τα λείψανα των μαρτύρων.
Ήταν το παλλάδιο τους, ο ήρωας τους, το πρόσωπο πού όλοι θα ήθελαν να είναι μα πού δε χαριτώθηκαν από το Θεό τόσο πολύ!
Πρώτος μεταξύ αυτών πού περίμεναν ήταν και ο φίλος του Γρηγόριος.
Μόλις ο αθλητής Βασίλειος τον είδε, ένοιωσε μια τρυ­φερή ανακούφιση. Ανεπαίσθητα όμως, διακριτικά. Δεν ήταν ώρα για συναισθηματισμούς. Την ίδια ώρα ο Γρηγό­ριος ήθελε πολύ να πάρει στην αγκαλιά του το Βασίλειο. Συγκρατήθηκε. Τώρα δεν περνούσε ο Βασίλειος, ο επι­στήθιος φίλος του. Περνούσε ο εκλεκτός του θεού, το πρόσωπο με το όποιο νίκησε ο Θεός το Σατανά. Το ιερό σύμβολο, πού όλοι έπρεπε να σέβονται σαν φανέρωση της δυνάμεως του Θεού. Χωρίς επιφωνήματα για τη νίκη, χωρίς περιττές κουβέντες οδήγησαν το Βασίλειο στο σπίτι του. Έμεινε κοντά του μόνον ό Γρηγόριος. Οι άλλοι σκόρ­πισαν στην Καισαρεία να βεβαιώσουν την ιστορική νίκη. Τι απέγινε με το Μόδεστο; Έμεινε πολλή ώρα συλλο­γισμένος. "Όχι πάνω στο θρόνο -κι αυτός του έφταιγε-. Δίπλα στο γραφείο του διοικητή.
Ή ταπείνωση τον είχε συντρίψει. Δεν έλεγε όμως ν' αλλάξει φρόνημα. Αγαπούσε πιο πολύ το αξίωμα του από το Θεό και γι' αυτό αρνιόταν τη θεία χάρη.
Την άλλη μέρα δοκίμασε πάλι ο Μόδεστος, χωρίς αγριάδες τώρα.
Μήπως ο Βασίλειος είχε αλλάξει γνώμη. Φυσικά ούτε και ο ίδιος πίστευε σε κάτι τέτοιο. Τήρησε απλώς τη συν­ήθεια.Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε στο Βασιλιά, πού έφθανε στην Καισαρεία.
Δε δίστασε να του πει όλη την αλήθεια: «Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, από τον επίσκοπο αυτής εδώ της Εκκλησίας. Δε φοβάται απειλές. Είναι πιο σταθερός από τους λόγους μας, πιο ισχυρός από την πειθώ μας. "Ας απειλήσουμε κανένα δειλό, όχι το Βασίλειο. "Αν θέλουμε αποτελέσμα­τα, πρέπει να καταφύγουμε στον εξαναγκασμό»78 (να τον εξορίσουν δηλαδή).
Ό αυτοκράτορας, πού στο μεταξύ έμαθε τα καθέκα­στα, όσα χρειαζόταν για να καταλάβει τη δύναμη του Βασιλείου, δε συμφώνησε. Είχε το κουράγιο να θαυμάζει τις αρετές των ανθρώπων79.
Έδωσε εντολή να μη χρησιμοποιήσουν βία.
Όχι, πώς άλλαξε γνώμη για το Βασίλειο. Ό θαυμα­σμός του στο Βασίλειο δε σήμαινε αναγνώριση της πλάνης του. Απλώς άλλαξε τακτική. Το σίδερο στη φωτιά λυγίζει, μα μένει σίδερο80.
Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία. Θα έβρισκε τρόπο να προωθήσει τα σχέδια του. Όλους μέχρι τώρα τους είχε καταφέρει. Με λίγη υπομονή θα έσκυβε και ό Βασίλειος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η ΖΩΗ ΕΝΟC ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑCΙΛΕΙΟC ΚΑΙCΑΡΕΙΑC Εκδόσεις:Αποστολικής Διακονίας
ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
η εικόνα είναι του αγιογράφου Γεωργίου Κόρδη


Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

το σπίρτο, το σπιρτόκουτο …. και ένα τσάφφφ….

Το σπίρτο είναι ένα αναλώσιμο αντικείμενο που ανάβει φωτιά κατ' επιθυμία, υπό ελεγχόμενες συνθήκες.

Ένα τσάφφφφφφφφφ. Μέσα στο μυαλό και σαν το σπίρτο που ανάβει μια σκέψη φωτίζει για λίγο το χώρο του μυαλού. Και είναι που πρέπει πριν το μικρό αυτό σπίρτο καεί και μου κάψει και το δάχτυλο να το χρησιμοποιήσω για τον λόγο που το άναψα.

Μάλλον δεν είναι σκέψη, είναι λογισμός αυτό το τσαφφφ που άλλες φορές επιλέγουμε να κρατήσουμε τη φλόγα του αναμμένη και να την χρησιμοποιήσουμε και άλλες φορές με ένα Φου πρέπει άμεσος να τη σβήσουμε. Έτσι είναι με τους λογισμούς πρέπει να προλάβεις να τους διακρίνεις μέσα σου πριν γίνουν σκέψεις.

Το τσαφφφφ… ο λογισμός, οι σκέψεις, με έφεραν μέχρι εδώ. Πόσα παραθυράκια αλήθεια ανοίγουν με ένα λογισμό και πού μπορεί αλήθεια αυτός να σε οδηγήσει. Για άλλα ξεκίνησα να γράψω και αυτός αλλού με πάει.

Α) Θέλω να αρχίσω μια ανίχνευση περιστατικών μέσα από την Καινή Διαθήκη. Αφορμή το Ματθ Κεφ ιζ΄24-27 χωρίο που με αφορμή τις εκλογές και την πολιτική θέλω να καταπιαστώ μαζί τους, μπας και καταφέρω μέσα μου και από τις πληροφορίες που θα μαζέψω να πάω κάπου μαζί Του. Αυτός ήταν και ο λόγος που δημιούργησα το blog http://anixneusi.blogspot.com/ πιο πολύ σαν πρόχειρο σημειώσεων και αποθήκευση αρχείων παρά για να το βλέπει κάποιος. Μην πάτε να το δείτε δεν έκανα και τίποτα απλά το δημιούργησα …

Β) και ενώ είπα να καταγράψω αυτές τις σκέψεις εδώ. Αυτό το τσαφφφ… ο λογισμός και οι σκέψεις οι οποίες προήλθαν από αυτόν με οδήγησαν στο να διορθώσω γράφοντας τον εαυτό μου το τσάφ δεν είναι σκέψη, είναι λογισμός. Είπα να ψάξω και να γράψω και για τους λογισμούς μερικά πράγματα…

Θα δούμε για την ώρα πρέπει να βρω μια εικόνα για αυτό το στάφφφ … να παλέψω μέσα μου με θεριά ανήμερα για να καταφέρω να μην βαρεθώ να κάνω το απόδειπνο, να, να να… να βαριέσαι κάνοντας μια ακολουθία να ακολουθήσεις τον Θεό. Άλλο να γράφεις για κάτι και να προσπαθείς να το ζήσεις να το μεταφέρεις μέσα στην καθημερινότητα σου. Και άλλο να ζεις και να μιλάς μέσα από αυτό.

_______________________________

Η αναζήτηση της εικόνας με έφερε στο σπιρτόκουτο . Μου θύμισε η περιγραφή της ταινίας με την ψυχή στο στόμα, ένα γνωστό μου και τι ζωή του. ο Θεός να τον βοηθήσει, Νίκο τον λένε.

Από το με την ψυχή στο στόμα στο με την ευχή στο στόμα…

Συναξαριστικό υπόμνημα ως δίδαγμα στο σήμερα

450px-First_Council_of_Nicea-stavropoleos_church

14η Σεπτεμβρίου: η Παγκόσμιος Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Τη αυτή ημέρα η Εκκλησία μας τιμά και μία δεύτερη «ύψωση». Ύψωση της αληθείας της Πίστεώς μας κατά της πλάνης και του ψεύδους. Επιτελείται η μνήμη της Αγίας Στ’ Οικουμενικής Συνόδου των 170 Αγίων Πατέρων που κατεδίκασαν την φρικτή αίρεση του μονοθελητισμού. Φυσικά αυτές οι σειρές στον Συναξαριστή δεν χαράσσονται ως μια απλή ενθύμηση αλλά ως ζώσα παρακαταθήκη στην αγιοπνευματική πορεία της Εκκλησίας του Χριστού.

Στο συναξαριστικό υπόμνημα διαβάζουμε πως η Σύνοδος αυτή κατεδίκασε ως αιρετικούς επτά (7) Πατριάρχες (!!) και άλλους Επισκόπους καθώς και αρκετούς κληρικούς. Ασφαλώς τούτο δεν χαροποιεί ούτε αποτελεί καύχηση για κάποιον. Όμως είναι ένα από τα σπουδαιότερα μαθήματα Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, που δυστυχώς λησμονούμε σήμερα. Η Εκκλησία δεν συγκροτείται από τους Πατριάρχες, τους Επισκόπους και τους Κληρικούς εν γένει. Αυτοί όντως είναι οι αξιωματούχοι Αυτής. Είναι οι Πατέρες και Ποιμένες της «λογικής ποίμνης» που φέρουν τον υπέρτατο βαθμό της ιεροσύνης ως διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων. Συγχρόνως όμως είναι και μέλη του σώματος της Εκκλησίας που μόνη κεφαλή έχει τον Θεάνθρωπο Χριστό Εάν η συμπεριφορά τους ή οι θέσεις τους είναι ανάρμοστες προς την Κεφαλή- και συνεπώς προς όσα θέσπισαν οι Άγιοι εν Αγίω Πνεύματι- τότε αποκόπτονται από σώμα ως μολυσμένα μέλη.

Άρρηκτα συνδεδεμένος με την Στ’ Οικουμενική Σύνοδο είναι ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Δεν έζησε για να παραστεί σ’ αυτήν, όμως δια των μαρτυρικών αγώνων του υπέρ της Ορθοδοξίας και δια της θεοπνεύστους θεολογίας του απετέλεσε τον εμπνευστή και το θεμέλιο αυτής της Συνόδου. Δεν κατείχε κάποια ιδιαίτερη θέση. Ήταν ένας απλός μοναχός που η πίστη και η αγάπη του στον Θεό τον έκανε αδιαπραγμάτευτο σε θέματα Πίστεως και αλύγιστο εμπρός στα φρικτά βασανιστήρια που πέρασε. Αψήφησε όχι μόνον την κοσμική εξουσία αλλά και Πατριάρχες και Επισκόπους της εποχής του, αφού δυστυχώς πολλοί είχαν αποδεχθεί την αίρεση του μονοθελητισμού. Ασφαλώς δεν διακατεχόταν από φανατισμό. Ήξερε να υπακούει και να ταπεινώνεται πρωτίστως ενώπιον των εκκλησιαστικών αρχών. Τιμούσε και σεβόταν υπέρμετρα- όπως κάθε άγιος- την ιεροσύνη και τους ταγούς της Εκκλησίας, όμως είχε την διάκριση να αντιτίθεται όταν αυτοί οι ίδιοι είχαν αντιταχθεί στο Θείο θέλημα. Εκεί η υπακοή δεν είχε τόπο. Τότε απαιτούνταν ομολογία.

Φιλόθεος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

πηγή: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

«ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

῾Ο Μακάριος Θεόδωρος ὁ διὰ Χριστὸν Σαλὸς ἀπὸ τὴν Γεωργία*

Σε κάποιο χωριὸ τῆς ᾿Ιβηρίας/Γεωργίας ζοῦσε ἕνας ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος μὲ τὸ ὄνομα Θεόδωρος, τὸν ὁποῖον ὅλοι θεωροῦσαν ἀνόητο ἀκόμη καὶ τρελλό. Δὲν πήγαινε ποτὲ στὴν ᾿Εκκλησία, δὲν φαινόταν ὅμως νὰ ἔχη ἄλλα ἐλαττώματα.

Κάποτε, τὴν ἡμέρα τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατὰ τὴν ὁποία πλῆθος πιστῶν συνάγεται στοὺς Ναοὺς γιὰ νὰ προσκυνήση τὸ πάντιμο Ξύλο, σκέφθηκε ὁ Θεόδωρος: «Σήμερα θὰ πάω στὴν ᾿Εκκλησία, γιὰ νὰ ἰδῶ τοὐλάχιστον μία φορὰ στὴν ζωή μου, τί κάνουν ἐκεῖ». ῎Ετσι καὶ ἔγινε: προσκύνησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς, παρηκολούθησε τὴν Θεία Λειτουγία καὶ συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

Μετὰ τὴν ἀπόλυσι, ἐπισκέφθηκε κάποιον γνωστό του καὶ τὸν ἐρώτησε, τί ἆραγε ἐσήμαιναν τὰ λόγια αὐτά. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε, ἀστειευόμενος: «Αὐτὸ σημαίνει, νὰ πᾶς σὲ ἕνα δάσος, νὰ κόψης ἕνα δένδρο, νὰ φτιάξης ἕναν σταυρό, νὰ τὸν βαστάζης (φέρης) καὶ νὰ βαδίζης πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». «Αὐτὸ εἶναι πολὺ εὔκολο», ἀπάντησε ὁ Θεόδωρος, «καὶ θὰ τὸ κάνω ἀμέσως. Σὲ εὐχαριστῶ, ἀδελφέ μου, γιὰ τὴν καλὴ συμβουλή».

Πράγματι, πῆγε στὸ δάσος καὶ ἔφτιαξε ἕναν μεγάλο σταυρό, τόσο βαρύ, ὥστε τὸν ἔφερε μὲ πολὺ δυσκολία. ῎Αρχισε ἔτσι νὰ βαδίζη, ἐρωτώντας κάθε διαβάτη: «Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;». Μία τέτοια ἐρώτησις ἔκανε τὸν καθ᾿ ἕνα νὰ νομίζη, ὅτι πρόκειται περὶ τρελλοῦ, καὶ ἀπαντοῦσαν: «Βάδιζε γρήγορα!... Αὐτὸς ὁ δρόμος πάει κατ᾿ εὐθεῖαν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ...».

῎Ετσι, ὁ Θεόδωρος ἔσπευδε περισσότερο...

Περιπλανήθηκε πολλὲς ἡμέρες, ξεχνώντας νὰ φάη καὶ νὰ πιῆ. Τελικά, ἔφθασε στὰ σύνορα τῆς ᾿Ιβηρίας καὶ Τουρκίας. ᾿Εκεῖ ἀντίκρυσε ἀπὸ μακρυὰ ἕνα Μοναστήρι καὶ μονολόγησε γεμᾶτος χαρά: «Δόξα τῷ Θεῷ! Μᾶλλον αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!

῞Οταν ἔφθασε στὸ Μοναστήρι καὶ ἔκανε τὴν συνηθισμένη του ἐρώτησι, κατάλαβαν τὴν ἁπλότητά του καὶ τοῦ ἀπάντησαν: «῾Η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη ἐδῶ, ἀλλὰ εἶναι κοντά, πάρα πολὺ κοντά. Ξεκουράσου λίγο καὶ ἴσως ἄλλοι ταξιδιῶτες θὰ ἔλθουν γιὰ νὰ σὲ συνοδεύσουν, διότι τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ δρόμου ἕως τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο».

῾Ο ἁπλοϊκὸς Θεόδωρος συμφώνησε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸν νάρθηκα τοῦ Ναοῦ τῆς Μονῆς, ὅπου ἀπόθεσε καὶ τὸν σταυρό του, γιὰ νὰ μὴ τὸν ἀποχωρισθῆ ποτέ.

῾Ο ῾Ηγούμενος ποὺ εἶχε ἀντιληφθῆ τὴν ἀγάπη καὶ ἁπλότητά του, ἀνέθεσε εἰς αὐτὸν τὴν φροντίδα τοῦ κήπου. ῾Ο Θεόδωρος ἐκτελοῦσε μὲ μεγάλο ζῆλο καὶ εὐλάβεια τὴν διακονία του.

Μία ἡμέρα, κοίταξε τὸν ἐσταυρωμένο Κύριό μας καὶ ἐρώτησε μὲ μεγάλη συντριβὴ καρδιᾶς τὸν ῾Ηγούμενο: «Πάτερ, ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ βαστάζει σταυρὸ ὅπως καὶ ἐγώ; Γιὰ ποιό λόγο εἶναι καρφωμένος στὸν σταυρό του;».

῾Ο ῾Ηγούμενος ἀπάντησε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός», καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ διηγήθηκε τὴν ζωὴ τοῦ Κυρίου μας. ῎Εκτοτε, ὁ Θεόδωρος αἰσθανόταν ἀδελφικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό μας, λόγῳ τῆς ὁμοιότητος τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ ὡμιλοῦσε μὲ παρρησία.

Μία φορὰ ποὺ τοῦ ἔφεραν φαγητό, σκέφθηκε ὁ μακάριος: «῾Ο ἀδελφός μου Χριστὸς ἔτρωγε, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅταν περιφερόταν στὴν γῆ; Θὰ τοῦ ζητήσω νὰ συμμετάσχη, ἂν θέλη, στὸ φτωχικό μου δεῖπνο».

Καθὼς σκεπτόταν ἔτσι, ξαφνικὰ ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ Ναοῦ καὶ ἕνα λαμπρὸ φῶς πλημμύρισε τὴν ᾿Εκκλησία. ῾Η εἰκόνα τοῦ ᾿Εσταυρωμένου ζωντάνεψε καὶ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς γεμᾶτος δόξα καὶ ὡραιότητα!

῾Ο Χριστός μας ἀπευθύνθηκε στὸν Θεόδωρο μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «῎Ηπια καὶ ἔφαγα ὅταν ἤμουν στὴν γῆ καὶ τώρα ἡ τροφὴ δὲν μοῦ εἶναι ἀναγκαία.

Σύντομα τὸ ἴδιο θὰ συμβῆ καὶ μὲ σένα. Εἶμαι ὁ Υἱὸς ἑνὸς πλουσίου Πατέρα. Γρήγορα θὰ πάω εἰς Αὐτὸν καὶ θὰ σὲ πάρω μαζί μου καὶ θὰ σοῦ δείξω τὴν δόξα Του καὶ θὰ εἶσαι μαζί μου ἐκεῖ αἰωνίως!».

᾿Εν τῷ μεταξύ, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ἡ ᾿Αδελφότης, μὲ τὸν ξαφνικὸ φωτισμὸ τοῦ Ναοῦ, ἔτρεξαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. ᾿Εσκέφθησαν, ὅτι ὁ σαλὸς Θεόδωρος εἶχε βάλει φωτιά. ῞Οταν ἔφθασαν στὴν ᾿Εκκλησία, εἶδαν τὸ θαυμαστὸ φῶς καὶ ἄκουσαν τὴν ἢσυχη καὶ γλυκειὰ συνομιλία μεταξὺ τοῦ ἀγνώστου ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοδώρου. Στὶς ἐρωτήσεις τους, γιὰ τὸ τί συνέβη, ὁ μακάριος ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήση καὶ ἔκανε τὸν ἀνήξερο.

Τελικά, ὁ Θεόδωρος ἐφανέρωσε στὸν ῾Ηγούμενο τὴν ἀποκάλυψι.

᾿Εκεῖνος, γεμᾶτος ἔκπληξι, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ μακαρίου καὶ τὸν παρακαλοῦσε: «᾿Αληθῶς, εἶσαι ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ. ῏Ω ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ! Μεσίτευσε γιὰ νὰ μὲ πάρη μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός Του!»

Τὴν νύκτα, ὁ Θεόδωρος μὲ τὴν συνηθισμένη του ἁπλότητα καὶ παρρησία, προσευχήθηκε γιὰ τὸν ῾Ηγούμενο. Τότε, τοῦ ἐμφανίσθηκε πάλι ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Πρέπει ὁ ῾Ηγούμενος νὰ ἐργασθῆ ἀκόμη ἐκεῖ».

῞Οταν ὁ ῾Ηγούμενος ἔμαθε, τί εἶπε ὁ Κύριός μας, παρεκάλεσε μὲ δάκρυα τὸν Θεόδωρο: «Προσευχήσου στὸν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη γιὰ μᾶς, ἂν καὶ εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Οἴκου τοῦ Πατρός Του, νὰ μὲ ἐλεήση χάριν τῆς ῾Υπεραγίας Μητρός Του».

῾Ο μακάριος προσευχήθηκε πάλι στὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ῾Οποῖος τοῦ ἀπάντησε: «Χάριν τῆς Μητρός μου, σὲ σαράντα ἡμέρες θὰ παραλάβω καὶ τὸν ῾Ηγούμενο μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός μου».

Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ὁ Θεόδωρος πέρασαν τὶς ἡμέρες τους μὲ προσευχή· ὅταν συμπληρώθηκε ἡ τεσσαρακοστὴ ἡμέρα, ἐκοιμήθησαν καὶ οἱ δύο εἰρηνικά, ἐνῶ εὑρίσκοντο σὲ στάσι προσευχῆς!

____________________________________

(*) Περίληψις σχετικῆς διηγήσεως ἀπὸ τὸ περιοδ. «Nikodemos», ἀριθ. 3/Μαϊος-᾿Ιούνιος 1976

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακή προ της Υψώσεως

Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο Κεφ. 3, 13 - 17.

«Είπεν ο Κύριος, οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτωςὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃζωὴν αἰώνιον. οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὐ γὰρἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ.»

Απόδοση στα νέα ελληνικά

Είπεν ό Κύριος· κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μό νον εκείνος πού κατέβηκε από τον ουρανό, ο Υιός του ανθρώπου πού είναι πάντα στον ουρανό. Κι όπως ακριβώς ο Μωϋσής σήκωσε ψηλά το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να σηκωθεί ψηλά και ο Υιός του αν θρώπου, ώστε καθένας πού πι στεύει σ' Αυτόν να μην χαθεί, αλλά να έχει ζωή αιώνιο. Γιατί τόσο πολύ αγάπησε ο θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Μονογενής πού τον πιστεύει, αλλά να έχει ζωή αιώνιο. Γιατί ο θεός δεν έστειλε τον Υίόν του στον κόσμο για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί με αυτόν ο κόσμος.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

῾Ο Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ οἱ ῾ Εορτὲς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου

π. ᾿Ιωάννου ῾Ράφαν

Πολλές ἀπὸ τὶς κυριώτερες ῾Εορτὲς τοῦ Σεπτεμβρίου (1η ἡ ᾿Αρχὴ τοῦ᾿Εκκλησιαστικοῦ ῎Ετους, 13η ᾿Εγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς ᾿Αναστάσεως, 14η ῞Υψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, 23η Σύλληψις τοῦ Προδρόμου) συνδέονται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ ἀρχιτέκτονος τῆς εἰρήνης τῆς ᾿Εκκλησίας.

Στὸ σημείωμα ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε τὴν συμβολὴ τοῦ Αγίου στὴν διαμόρφωση τοῦ ῾Εορτολογίου τοῦ μηνός.

1η καὶ 23η Σεπτεμβρίου

Με τὸ γνωστὸ Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων τὸ ἔτος 313, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐξασφάλισε γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλευθερία Της. Τὴν ἴδια χρονιὰ ὅμως, ὁ Αὐτοκράτορας αὐτός, σκεπτόμενος ὄχι μόνον ὡς Χριστιανός, ἀλλὰ καὶ ὡς ῾Ρωμαῖος, ἐκδίδει ἄλλο ἕνα Διάταγμα ποὺ ὁρίζει τὴν 23η Σεπτεμβρίου ὡς ἀρχὴ τῆς ᾿Ινδίκτου, δηλαδὴ τοῦ φορολογικοῦ ἔτους στὴ ῾Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία.

῾Η 23η Σεπτεμβρίου ἦταν γιὰ τοὺς ῾Ρωμαίους ἡ ἑορτὴ τῶν γενεθλίων τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου, βασιλέως κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ καὶ δημιουργοῦ τῆς μεγάλης Pax Romana. Σὲ ἀρκετὲς ἐπαρχίες τῆς ᾿Ανατολῆς ἡ ἡμέρα ἐκείνη εἶχε ἐπικρατήσει ὡς ἑορτὴ τοῦ Νέου ῎Ετους.

῾Η ᾿Εκκλησία μὲ τὴ σειρά Της ὥρισε τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἡμέρα ὡς τὴν ᾿Αρχὴ τοῦ ᾿Εκκλησιαστικοῦ ῎Ετους. Μόνο ποὺ γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία ἡ σημασία τῆς ἡμέρας δὲν εἶναι ὁ Natalis Augusti (τὰ γενέθλια τοῦ Καίσαρος), ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ τοῦ Μυστηρίου τῆς Σωτηρίας. Γι᾿ αὐτὸ ὡς πρῶτο εὐαγγελικὸ ᾿Ανάγνωσμα τοῦ ἔτους καθιερώθηκε ἡ διήγησις τῆς Συλλήψεως τοῦ Προδρόμου ἀπὸ τὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου. ῾Η Σύλληψις τοῦ Προδρόμου εἶναι χρονολογικὰ τὸ πρῶτο Μυστήριο τοῦ Εὐαγγελίου.

῞Ομως ἡ κατάργησις τῆς λατρείας τοῦ Αὐγούστου καὶ τῶν ἄλλων εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τὸν Μεγάλο τὸ ἔτος 393, στέρησε τὴν 23η Σεπτεμβρίου τῆς πολιτικῆς της σημασίας.
Παράλληλα, μειώθηκε καὶ ἡ ἐκκλησιαστική της σημασία, ὡς «ἡ ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας», μὲ τὸ θέσπισμα τῆς χρονολογικὰ προγενέστερης ῾Εορτῆς τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου τὴν 8η Σεπτεμβρίου.

᾿Απὸ δὲ τὸ ἔτος 462 ἡ ἀρχὴ τῆς ᾿Ινδίκτου μεταφέρθηκε στὴν 1η Σεπτεμβρίου, ὅπου τὴν βρίσκουμε καὶ σήμερα.
῾Η ῾Εορτὴ τῆς Συλλήψεως τοῦ Προδρόμου, βέβαια, παρέμεινε στὶς 23 Σεπτεμβρίου καὶ μέχρι σήμερα ἡ ᾿Εκκλησία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου.

13η καὶ 14η Σεπτεμβρίου

Κατά τὰς ἱερὰς «εἰδοὺς»** τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 509 π.Χ. ἡ ῾Ρώμη ἑώρτασε τὰ ἐγκαίνια τοῦ μεγάλου ναοῦ τοῦ Juppiter Optimus Maximus (τοῦ κρατίστου καὶ μεγίστου Διὸς) στὸ Καπιτώλιο. ῾Η ἑορτὴ αὐτὴ μᾶς δίδει τὴν πρώτη σίγουρη ἡμερομηνία γιὰ τὴν ἱστορία τῆς πόλεως: 13η Σεπτεμβρίου 509 π.Χ. ᾿Απὸ τότε, τὶς «εἰδοὺς» τοῦ κάθε μηνὸς ἕνα τέλειο λευκὸ πρόβατο ὡδηγεῖτο ἐν πομπῇ πάνω στὸ Καπιτώλιο γιὰ νὰ θυσιαστεῖ πρὸς τιμὴν τοῦ ὑψίστου θεοῦ τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ πανθέου καὶ εἰς μνήμην τῆς ἱδρύσεως τοῦ ναοῦ του. ᾿Εξάλλου, κάθε θρίαμβος αὐτοκράτορος ἦταν συγχρόνως ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Καπιτωλίου Διός.


῞Ομως, καὶ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση ἡ 13η Σεπτεμβρίου ἀναφέρεται ὡς ἡμέρα ἐξεχούσης σημασίας. Μέσα στὸν ῾Εβραϊκὸ μῆνα τοῦ᾿Εθανὶμ καὶ ὀλίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Σκηνοπηγίων τοῦ ἔτους 960 πρὸ Χριστοῦ, «ὁ Βασιλεὺς Σαλωμὼν καὶ πάντες οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἐνεκαίνισεν τὸν οἶκον Κυρίου» στὰ ῾Ιεροσόλυμα, τὸν περικάλλιστο καὶ περιλάλητο Ναὸ τοῦ Σολομῶντος (Γʹ Βασ. ηʹ 63). ᾿Απ᾿ ὅ,τι δὲ μᾶς πληροφορεῖ ἡ Μοναχὴ Αἰθερία, προσκυνήτρια εἰς τοὺς ῾Αγίους Τόπους τὸν τέταρτο αἰῶνα, ἡ ἀντίστοιχη ἡμερομηνία στὸ ῾Ρωμαϊκὸ ἡμερολόγιο γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος εἶναι ἡ 13η Σεπτεμβρίου! ῾Η ἁγία Πόλις ῾Ιερουσαλὴμ ἐρημώθηκε τὸ 135 μ.Χ. καὶ μετατράπη-
κε σὲ ἕνα ῾Ρωμαϊκὸ στρατόπεδο μὲ τὸ καινούργιο ὄνομα Aelia Capitolina. Πάνω στὰ ἐρείπια τῆς παλαιᾶς Πόλεως- πιθανὸν πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ Ναοῦ τοῦ ῾Ηρώδου ποὺ γνώρισε ὁ Χριστὸς- κτίζεται ναὸς τοῦ Καπιτωλίου Διὸς καὶ δεσπόζει φοβερὸς γιὰ 200 περίπου χρόνια...

Αὐτὴ ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ἁγίας Πόλεως, ὅταν ἔλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Κωνσταντῖνος. ᾿Αμέσως ὁ Αὐτοκράτορας ἀρχίζει νὰ θεμελιώνει περικαλλεῖς Ναοὺς γύρω ἀπὸ τὶς «μυστικὲς σπηλιὲς» ποὺ καθηγίασε ὁ Χριστὸς στὴν Βηθλεέμ, στὸ ῎Ορος τῶν᾿Ελαιῶν καί, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, στὸν Γολγοθᾶ, στὸν τόπο τοῦ Πάθους καὶ τῆς ᾿Αναστάσεως, ζητώντας νὰ ἐκπληρώσει τὸ ὅραμά του, ποὺ ἦταν ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς ῾Ιερουσαλὴμ ὡς θρησκευτικῆς πρωτεύουσας τῆς Αὐτοκρατορίας. ῾Ο καινούργιος βασιλικὸς Ναὸς στὸν Γολγοθᾶ περατώνεται τὸ ἔτος 335 καὶ ὁ Κωνσταντῖνος διαλέγει τὴν 13η Σεπτεμβρίου γιὰ τὰ ᾿Εγκαίνια τοῦ Ναοῦ — τὴν ἱστορικὴ ἡμερομηνία τόσο γιὰ
τὴ ῾Ρώμη ὅσο καὶ γιὰ τὴν ῾Ιερουσαλήμ.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἑορτάζεται ἡ συμφιλίωση τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀδιάσπαστη συνέχειαμὲ τὶς παλαιὲς παραδόσεις τῆς ῾Ρώμης καὶ τοῦ ᾿Ισραήλ. Αὐτὸς εἶναι ὁ προσωπικὸς θρίαμβος τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ὁ θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας Του. ῾Η ῞Υψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὴν ἑπομένη ἡμέρα, 14η Σεπτεμβρίου, σφραγίζει τὴν εἰρήνη τῆς ᾿Εκκλησίας...

῾Ο θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, δὲν εἶναι τοῦ κόσμου τούτου καὶ ἡ πορεία τῆς ᾿Εκκλησίας παραμένει πάντοτε σταυρική· ὁ σοβᾶς στὸν καινούργιο Ναὸ δὲν εἶχε ἀκόμα στεγνώσει, ὅταν ἕνας ᾿Αρειανὸς καθόταν στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Γιὰ τὰ ἑπόμενα 500 χρόνια θὰ ἦταν πιὸ πολὺ ἐξαίρεση παρὰ κανόνας νὰ κυβερνᾶ ἕνας ᾿Ορθόδοξος Αὐτοκράτορας. ῾Η διαδοχὴ τῶν ᾿Αρειανῶν, Μονοφυσιτῶν, Μονοθελητῶν, καὶ Εἰκονομάχων στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο δὲν ἀφήνει ἀμφιβολία ὅτι ἡ προστασία ἐκ μέρους τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ κράτους ὑπῆρξε ἕνας βαρύτερος σταυρὸς
γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία, ἀπ᾿ ὅ,τι ὑπῆρξαν οἱ διωγμοί. ῎Ισως ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος νὰ προσπάθησε νὰ χωρέσει τὴν
᾿Εκκλησία στὰ σχήματα τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, ἡ ᾿Εκκλησία ὅμως ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ αὐτὰ τὰ σχήματα.
῾Εορτάζουσα τὸν Τίμιον Σταυρὸν κάθε χρόνο ἡ ᾿Εκκλησία θυμᾶται: ἡ ἀληθινή Της εἰρήνη ἔρχεται, ὄχι ἀπὸ κάποια κοσμικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ μονάχα διὰ τοῦ «ὅπλου εἰρήνης» καὶ «ἀηττήτου τροπαίου», τοῦ Σταυροῦ.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

απόσπασμα από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ήταν παραμονή εκλογών και ο κόσμος είχε απομακρυνθεί από τον Ιησού, ακόμα και αυτοί που αποκαλούν τους εαυτούς τους αδέρφια Του. Επέστεφαν ο καθένας από αυτούς, στην πατρίδα τους. Στον τόπο καταγωγής τους. Για να καταθέσουν ψήφο εμπιστοσύνης στο κόμμα της αρεσκείας τους.

Εκείνη την μέρα, κάποιος ξεχώρισε τον εαυτό του από το πλήθος και πλησίασε τον Ιησού.

Δάσκαλε του είπε. Με προβληματίζει αυτή η κατάσταση...

Κάποιος που άκουσε την κουβέντα, πετάχτηκε, απότομα και ρώτησε τον Ιησού. Αλήθεια, ποιο κόμμα νομίζεις πως είναι καλύτερο να εκλέξουμε;

Και ο Ιησούς απάντησε: Μακάριος ο άνθρωπος που γνώρισε τον τόπο καταγωγής του. Βγήκε (βρήκε) (σ)τον Δρόμο και πορεύεται στον Δρόμο της επιστροφής του προς τον Πατέρα. Αυτός σας βεβαιώνω είναι ο εκλεκτός.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο τόπος στον οποίο καλούμαστε να ζήσουμε εν Χριστό για άλλη μια φορά μας ζητάει να εκλέξουμε τον άνθρωπο τον οποίο θα μας κυβερνήσει. Σαν Χριστιανός γνωρίζω πως αυτόν ποτέ μα ποτέ δεν θα τον βρω στα μπαλκόνια και τα έδρανα της βουλής. Δεν θα βάλει ποτέ υποψηφιότητα δεν θα θελήσει ποτέ μα ποτέ να διχάσει τα πλήθη για να προβληθεί! Δεν θα είναι η προβολή του που θα διχάσει αλλά αυτός που προσπαθεί να προβάλει μέσα από τη Ζωή του.

Η Ζωή του Ιησού και η διδασκαλία Του είναι που θα διχάσει τους ανθρώπους και όχι αυτός. Σε αυτόν τον διχασμό η απόφαση είναι μία, ή είμαι μαζί Του ή εναντίον Του. Τα άλλα κουράζουν και θα μας κουράζουν για πολλή αν θελήσουμε να καταπιαστούμε μαζί τους.

Δεν μου αρκεί το βόλεμα σε αυτή τη ζωή και σε αυτόν τον τόπο. Τι να την κάνω την πολιτική και τις ιδεολογίες τους όταν δεν διακονούν ουσιαστικά τη Ζωή και τον άνθρωπο; Τέτοια εκκλησία και τέτοιο κράτος δεν το θέλω και δεν είναι που θα τα παρατήσω και θα φύγω. Όχι δεν θα τους κάνω τη χάρη, μέσα στην εκκλησία και μέσα στο κράτος θα Ζώ, εγώ προσπαθώ να είμαι μέλος της Εκκλησίας, και η διακονία μου είναι αυτή: καθημερινά να εργάζομαι μέσα στον κόσμο το θέλημα Του, να προσλαμβάνω το στάρι και το σταφύλι, τα υλικά τα οποία μου προσφέρει ο κόσμος, και να παλεύω χωρίς να ανταγωνίζομαι τους άλλους να τα μετατρέψω σε ψωμί και κρασί, να τα κάνω βρώση και πόση για να μπορέσει ο αδελφός μου να αναπαυθεί … να μπορέσω να τα προσφέρω ευχαριστιακά σε Αυτόν που απλόχερα μας τα προσφέρει όλα. Να τα προσφέρω σε Αυτόν για να γίνει το Σώμα Του και το Αίμα Του.

Τότε όλα σιγά, σιγά μεταμορφώνονται σε Εκκλησία και η Ζωή στην Εκκλησία είναι πάντα, μα πάντα μια αντι - πολίτευση στα πολιτεύματα του κόσμου.

Αντιπολίτευση δεν είναι οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων! Την αναγνωρίζει ο Κέλσος και την καταγράφει η Εκκλησία στην προς Διόγνητο επιστολή. Αντιπολίτευση δεν είναι και τα κοινόβια μέσα στη Αυτοκρατορία; Ο Αθανάσιος, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος, ο Χρυσόστομος, η αγία Ισιδώρα η σαλή, όλοι όσοι διακόνησαν εν Χριστό τον Άνθρωπο πάνω σε αυτή τη Γη Θα πω ναι γνωρίζοντας πως το να παλεύεις με τα υλικά του κόσμου σε κάθε εποχή για να τα κάνεις τροφή εύπεπτη για τον άνθρωπο είναι ακροβασία με το καντηλάκι στα χέρια σου πάντα να τρεμοπαίζει ή αλλιώς να περπατάς και να κτίζεις σπίτια πάνω στα κύματα!

---------------------------------------------------------------------------------

Συγχωρέστε με που τόλμησα να σας κάνω γνωστές σελίδες από αυτό το απόκρυφο ευαγγέλιο. Γράφτηκε πριν από μερικά χρόνια με αφορμή τις βουλευτικές εκλογές.

Επιστολή προς Διόνγητο ( απόδοση στα νέα ελληνικά)

1. Έχω επισημάνει, κύριε μου Διόγνητε, το βαθύ εν­διαφέρον που δείχνεις για τον Χριστιανισμό και τις προσεκτικές έρευνες που κάνεις γι' αυτόν. Θα ήθελες ασφαλώς να γνωρίζεις σε τι Θεό πιστεύουν οι Χριστια­νοί και ποια είναι αυτή η λατρεία τους που τους κάνει να μη δίνουν τόση σημασία στα εγκόσμια αγαθά κι α­κόμη να αψηφούν το θάνατο —μια που απορρίπτουν τις θεότητες που σέβονται οι Έλληνες, αλλά και τις δυσειδαιμονίες των Ιουδαίων. Έχεις επίσης περιέρ­γεια για τη θερμή αδελφική σχέση που νιώθουν ο ένας για τον άλλον, αλλά και αναρωτιέσαι γιατί άραγε αυτή η νέα γενιά ανθρώπων ή έστω αυτός ο νέος τρόπος ζωής εμφανίστηκε πρόσφατα στη ζωή μας και δεν υπήρχε παλαιότερα.

Χαιρετίζω αυτή τη θέρμη σου για γνώση και προσεύχομαι όπως ο Θεός, ο Δημιουργός της ομιλίας και της ακοής, με αξιώσει να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα έτσι ώστε να ωφεληθείς όσο γίνεται περισσότερο ακούγοντάς με και σένα να αξιώσει τέτοιας προσεκτικής ακοής ώστε να μη μετανιώσω (αργότερα) που σου μίλη­σα.

2. Άρχισε, λοιπόν, καθαρίζοντας το νου σου από τις προκαταλήψεις του. Διώξε τις κρυφές δοξασίες που μόνο στην πλάνη οδηγούν και φέρε τον εαυτό σου στη θέση ενός εξ ολοκλήρου ανακαινισμένου ανθρώ­που που επιθυμεί να ακούσει μια καινούργια γλώσσα. Ύστερα κοίταξε προσεκτικά —με τη νοημοσύνη σου κι όχι μόνο με τα μάτια σου— τις μορφές και τα υλικά αυτών των αντικειμένων που ονομάζετε θεούς και θε­ωρείτε ότι έχουν θεϊκές ιδιότητες. Είναι λοιπόν αυτό εδώ, για παράδειγμα, οτιδήποτε άλλο από μια πέτρα, σαν κι εκείνες που ποδοπατούμε καθώς βαδίζουμε; Εκείνο πάλι εκεί, δεν είναι κατασκευασμένο από ορεί­χαλκο, ο οποίος δεν είναι καλύτερης ποιότητας από τον ορείχαλκο που χρησιμοποιούμε για την κατα­σκευή των καθημερινών μας σκευών; Το τρίτο δεν εί­ναι από ξύλο, το οποίο ήδη σαπίζει; Το τέταρτο δεν είναι από ασήμι που πρέπει πάντα να προσέχεις μη τύ­χει και το κλέψουν οι κλέφτες; Το πέμπτο δεν είναι από σίδερο που έχει σκουριάσει και το έκτο δεν είναι από πηλό, όπως και τα σκεύη που χρησιμοποιούμε για τις πιο ταπεινές οικιακές χρήσεις; Το καθένα απ' όλα αυ­τά, δεν είναι άραγε κατασκευασμένο από φθαρτά υλι­κά; Το ένα δεν κατασκευάστηκε από λιθοξόο, το άλλο από σιδηρουργό, το τρίτο από αργυροχόο και το τέ­ταρτο από αγγειοπλάστη; Και μέχρι τη στιγμή που η επιδεξιότητα αυτών των τεχνητών έδωσε την τωρινή τους μορφή, δεν ήταν άραγε εφικτό να γίνει το καθένα απ’ αυτά και κάτι άλλο; Πέραν τούτου, δεν θα μπο­ρούσαν αυτά τα καθημερινά σκεύη να γίνουν —ως υλικό στα χέρια των τεχνιτών αυτών θεοί; Ή αντίθετα, δεν θα μπορούσαν οι εικόνες που εσείς λατρεύετε να αναμορφωθούν από ανθρώπινα χέρια και να μετα­βληθούν σε συνηθισμένα δοχεία και τηγάνια, σαν όλα τ' άλλα; Με λίγα λόγια, δεν είναι άραγε όλα αυτά βουβά, κουφά, δίχως ζωή, αισθήσεις και κινήσεις αντι­κείμενα που σαπίζουν και φθείρονται;

Αποκαλείτε, στ' αλήθεια, αυτά τα αντικείμενα θεούς και τα διακονείτε; Αυτό πράγματι κάνετε" τα λατρεύετε και καταλήγετε να γίνεστε σαν κι αυτά. Το ότι δεν συ­μπαθείτε εμάς τους Χριστιανούς, δεν οφείλεται άραγε στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζουμε τη θεϊκότητά τους; Πάντως κι εσείς δείχνετε λίγο σεβασμό με τον τρόπο που τα μεταχειρίζεστε, έστω κι αν φαντάζεστε και πιστεύετε ότι τα δοξάζετε. Είναι σίγουρα κοροϊδία και προσβολή προς αυτά, το ότι όταν οι θεότητες αυτές που λατρεύετε είναι φτιαγμένες από πέτρα ή πηλό τις αφήνετε εντελώς απροστάτευτες, ενώ όταν είναι κα­τασκευασμένες από ασήμι ή χρυσάφι τις κλειδώνετε κάθε νύχτα και βάζετε σκοπιές όλη την ημέρα μη τυ­χόν και τις κλέψουν. Αν είναι πράγματι προικισμένες με νοημοσύνη, τότε οι τιμές που αποδίδετε σ' αυτές πρέπει να είναι περισσότερο η ταπείνωση παρά μια προσφορά- αν όμως δεν είναι (προικισμένες με νοημο­σύνη) τότε διαπράττετε ανοησίες όταν τις λατρεύετε προσφέροντας αίμα και λίπος των θυσιών σας. Φαντα­στείτε να γίνεται κάτι τέτοιο σε κάποιον από σας! Κα­νένας άνθρωπος δεν θα άντεχε μια τέτοια αναξιοπρέ­πεια, επειδή διαθέτει νου και λογική- οι πέτρες το δέ­χονται επειδή δεν τα διαθέτουν αυτά. Οι πράξεις σας λοιπόν αποκαλύπτουν παραλογισμό Υπάρχουν κι άλλα πολλά που θα μπορούσα να πω για την άρνηση των Χριστιανών να γίνουν δούλοι τέτοιων θεών αν πάντως οι παραπάνω συλλογισμοί δεν θεω­ρούνται αρκετοί, δεν βλέπω ότι υπάρχει λόγος να επι­μείνω περισσότερο στο θέμα.

3. Φαντάζομαι ότι, περισσότερο απ' όλα, θα ήθελες να ακούσεις για την απροθυμία μας να αποδεχτούμε την πίστη των Ιουδαίων. Επειδή οι Ιουδαίοι δεν έχουν επαφές με τη θρησκεία που μόλις περιέγραψα, ίσως υποστηρίζουν ότι είναι αφοσιωμένοι στον ένα και αλη­θινό Θεό, τον οποίο αναγνωρίζουν ως Ύψιστο. Όσο πάντως τον λατρεύουν με τελετουργίες παρόμοιες μ' εκείνες των ειδωλολατρών, βρίσκονται σε πλάνη. Διότι αν οι Έλληνες είναι καταδικαστέοι για παραλογι­σμό για τις θυσίες που κάνουν σε άνοα και βουβά αγάλ­ματα, οι Ιουδαίοι θα 'πρεπε να καταλαβαίνουν ότι επι­δεικνύουν ανάλογο παραλογισμό και όχι αληθινή ευ­σέβεια, θεωρώντας ότι ο Θεός έχει ανάγκη από τέτοια πράγματα. Ο Δημιουργός του ουρανού και της γης και όλων όσων υπάρχουν σ' αυτά, ο Τροφοδότης κάθε α­νάγκης μας, δεν έχει ποτέ ανάγκη από όλα αυτά που είναι δικά του δώρα στους αυτοθεωρούμενους ως προσφέροντες. Όσο αυτοί πιστεύουν ότι εκπληρώ­νουν το καθήκον της θυσίας προς Αυτόν προσφέρο­ντας αίμα και λίπος και σφάγια και φανταχτερές τελε­τουργίες, εγώ δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω από κεί­νους που ακολουθούν παρόμοια τακτική σε άλαλα και κουφά είδωλα. Οι μεν προσφέρουν θυσίες σε δημιουρ­γήματα που δεν μπορούν να τις λάβουν και οι δε σ' Εκείνον που δεν τις χρειάζεται.

4. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες τους για τα κρέατα (που τρώνε), για τις δεισιδαιμονίες τους σχετικά με το Σάββατο, για την πολυδιαφημιζόμενη περιτομή τους και για τις απαιτητικές τους γιορτές και νεομηνίες, όλα αυτά είναι τόσο γελοία ώστε δεν αξίζει να συζητώνται —και ούτε νομίζω ότι έχεις ανάγκη από τη δική μου καθοδήγηση. Διότι τι άλλο από ανόσιο μπο­ρεί να είναι το να δεχόμαστε ορισμένα από τα δημιουρ­γήματα του Θεού ως κατάλληλα για χρήση από μας και άλλα να τα απορρίπτουμε ως ακατάλληλα; Και τι άλλο από ασέβεια μπορεί να υπάρχει στη συκοφαντική άπο­ψη ότι ο Θεός απαγορεύει να γίνεται μια καλή πράξη την ημέρα του Σαββάτου; Και όταν κομπάζουν ότι έ­νας σωματικός ακρωτηριασμός αποτελεί απόδειξη για την ένταξη τους στους εκλεκτούς, λες και αυτό τους δίνει το δικαίωμα ειδικών απαιτήσεων από τον Θεό, τι άλλο από περιγελώ μπορεί να επιφέρει; Όσο για τη λεπτολόγο μέθοδο διερεύνησης της σελήνης και των άστρων (που ασκούν) προκειμένου να γιορτά­ζουν τους μήνες και τις μέρες και να διαχωρίζουν τον θεϊκά καθορισμένο κύκλο των εποχών με τρόπο που να ταιριάζει στις φαντασιώσεις τους, διακυρήττοντας ότι ορισμένες περίοδοι είναι κατάλληλες για γιορτές και άλλες για θρήνους, θα μπορούσε άραγε κανείς να προ­σποιηθεί ότι φανερώνει αληθινή ευσέβεια και όχι αρ­ρωστημένα μυαλά;

Φαντάζομαι ότι έχεις ήδη ακούσει αρκετά ώστε να μπορείς πλέον να δεις πόσο σωστοί είναι οι Χριστια­νοί όταν αποκηρύττουν τον παραλογισμό και την αυτα­πάτη που είναι τόσο κοινά σ' αυτές τις δύο λατρείες, καθώς επίσης και τις ματαιόσχολες πρακτικές για τις οποίες οι Ιουδαίοι είναι τόσο περήφανοι. Ταυτόχρο­να, πάντως, δεν πρέπει να περιμένεις ότι θα μάθεις το εσώτερο μυστήριο της θρησκείας τους από απλά ανθρώπινα χείλη.

5. Η διαφορά ανάμεσα στους Χριστιανούς και στους υπόλοιπους ανθρώπους δεν είναι θέμα εθνικότητας ή γλώσσας ή εθίμων. Οι Χριστιανοί δεν ζουν σε ξεχωρι­στές πόλεις ούτε μιλούν κάποια ιδιαίτερη διάλεκτο ού­τε και ζουν κάποιο εκκεντρικό τρόπο ζωής. Το δόγμα που διακηρύττουν δεν είναι επινόηση πολυάσχολων ανθρώπινων μυαλών ούτε, όπως συμβαίνει με άλ­λους, ανήκουν σ' αυτήν ή στην άλλη σχολή της ανθρώ­πινης σκέψης. Περνούν το βίο τους σε κάποια πόλη - ελληνική ή ξένη - με προκαθορισμένη τη ζωή τους και συμμορφώνονται στον τρόπο ένδυσης που ισχύει στην περιοχή τους, στη διατροφή και στις άλλες συνή­θειες. Η οργάνωση όμως της κοινότητας τους επιδει­κνύει ορισμένα αξιοθαύμαστα και ίσως εκπληκτικά χα­ρακτηριστικά. Για παράδειγμα, ενώ κατοικούν στα σπί­τια τους, στις πόλεις τους, η συμπεριφορά τους είναι τέτοια που δίνει την εντύπωση ότι είναι περαστικοί* συμμετέχουν ισότιμα ως πολίτες (στην κοινωνία) αλλ’ επίσης υποτάσσονται σε οποιονδήποτε και οτιδή­ποτε λες και είναι ξένοι. Γι' αυτούς η κάθε χώρα είναι μητρική τους χώρα και η μητρική τους χώρα είναι ξένη χώρα. Όπως κι όλοι οι άλλοι, έτσι κι αυτοί παντρεύο­νται κι αποκτούν παιδιά. Ο κάθε χριστιανός είναι ελεύ­θερος να μοιραστεί το τραπέζι του με το γείτονα του, όχι όμως και το κρεβάτι του παρά το ότι το πεπρωμένο τους, τους έφερε εδώ μέσα στη σάρκα, δεν ζουν για τη σάρκα - οι μέρες τους περνούν πάνω στη γη, αλλά είναι πολίτες του ουρανού. Υπακούν τους γραπτούς νόμους αλλά στην ιδιωτική τους ζωή υπερβαίνουν αυτούς τους νόμους. Δείχνουν αγάπη προς όλους τους ανθρώπους - και όλοι οι άνθρωποι τους καταδιώκουν. Παρεξηγού­νται και καταδικάζονται, υποφέροντας όμως το θάνατο έρχονται γρηγορότερα στη ζωή. Είναι πτωχοί κι όμως νιώθουν πλούσιοι τους λείπουν τα πάντα κι όμως νιώ­θουν μια πλήρη αφθονία. Ατιμάζονται (από το πλήθος) κι όμως δοξάζονται μ’ αυτή την ατίμωση τους - συκοφα­ντούνται κι όμως δικαιώνονται. Ανταποδίδουν ευλο­γίες στις διαβολές και αβροφροσύνη στις προσβο­λές. Για το καλό που κάνουν δέχονται πλήγματα και αδικίες κι όμως εκείνοι νιώθουν αγαλλίαση σαν άνθρωποι στους οποίους έχει δοθεί μια καινούργια ζωή. Οι Ιουδαίοι τους θεωρούν αιρετικούς και οι Έλληνες τους καταδιώκουν. Κανένας όμως από τους διώκτες τους δεν μπορεί να υποστηρίξει με επιχειρήματα την εχθρότητα του.

6. Για να το πω λακωνικά, η σχέση των Χριστιανών προς τον κόσμο είναι η σχέση της ψυχής προς το σώ­μα. Όπως η ψυχή διαχέεται σε κάθε σημείο τους σώμα­τος, χωρίς να αποτελεί συγκεκριμένο τμήμα του, έτσι και οι Χριστιανοί, ζουν μεν στον κόσμο αλλά δεν είναι τμήμα του. Η ψυχή, αόρατη όπως είναι, εγκλωβίζεται μέσα σ' ένα ορατό σώμα - έτσι και οι Χριστιανοί μπο­ρούν να αναγνωριστούν μέσα στον κόσμο, αλλά η χριστιανικότητά τους παραμένει κρυμμένη από τα μάτια. Η σάρκα μισεί την ψυχή και την πολεμά χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια πρόκληση (εκ μέρους της), επειδή η ψυχή είναι εμπόδιο στις απολαύσεις της σάρκας. Έ­τσι και ο κόσμος μισεί τους Χριστιανούς χωρίς αιτία, επειδή αυτοί αντιτίθενται στις απολαύσεις του. Η ψυ­χή όμως αγαπά τη σάρκα και όλα τα μέλη του (σαρκι­κού) σώματος παρά το μίσος της σάρκας προς αυτήν. Κατά τον ίδιο τρόπο και οι Χριστιανοί αγαπούν όσους τους μισούν. Η ψυχή είναι μεν εγκλωβισμένη μέσα στο σώμα, αλλά το διατηρεί. Έτσι και οι Χριστιανοί, που εί­ναι περιορισμένοι μέσα στα πλαίσια του κόσμου, σαν σε φυλακή, διατηρούν τη συνοχή του κόσμου. Η μεν ψυχή, η οποία είναι αθάνατη, είναι υποχρεωμένη να κατοικεί μέσα σε μια θνητή κιβωτό, οι δε Χριστιανοί, καθώς διαμένουν για ένα διάστημα ανάμεσα στην επί­γεια φθαρτότητα, αναζητούν την αφθαρσία των ουρα­νών Τέλος, όπως ο περιορισμός της τροφής και των ποτών βοηθά στη βελτίωση της ψυχής, έτσι και οι Χρι­στιανοί όταν υποφέρουν καθημερινά ένα σωρό βασά­νους, αυξάνονται και πληθαίνουν. Αυτό είναι το υψηλό καθήκον που ο Θεός τους επιφύλαξε και το καθήκον τους ως θνητοί άνθρωποι είναι να μην το αποφεύγουν.

7. Όπως είπα προηγουμένως, αυτό το οποίο τους έ­χει παραδοθεί δεν είναι κάτι το γήινο, δεν είναι προϊόν θνητής σκέψης, δεν έχει να κάνει με τη διαφύλαξη αν­θρώπινων μυστηρίων. Ο ίδιος ο Παντοδύναμος, ο Δη­μιουργός του σύμπαντος, ο Θεός τον οποίο κανένας οφθαλμός δεν μπορεί να δει, έστειλε κάτω (στη γη) την Αλήθεια Του από τους ουρανούς, τον άγιο και άφα­το Λόγο Του, για να φυτευθεί στους ανθρώπους και να θεμελιωθεί μέσα στις καρδιές τους. Γι' αυτό το σκοπό δεν απέστειλε, όπως θα μπορούσε κανείς να φαντα­στεί, κάποιον υπηρέτη Του, κάποιον άγγελο ή πρίγκηπα ούτε κάποιον από τους επιφανείς της γης ούτε κά­ποιον από τους αντιπροσώπους του ουρανού, αλλά τον συμπαντικό Αρχιτέκτονα και Κατασκευαστή, μέσω του οποίου ο Θεός δημιούργησε τους ουρανούς και όρισε τις θάλασσες. Είναι αυτός, στο μυστικό λόγο του ο­ποίου υποτάσσονται τα στοιχεία της δημιουργίας. Εί­ναι αυτός που καθόρισε την τροχιά του ήλιου στη διάρ­κεια της μέρας, που πρόσταξε την υπάκουη σελήνη να φέγγει με τις ακτίνες της τη νύχτα και όλα τα αστέρια να ακολουθούν την τροχιά τους. Είναι ο Διατάσσων, ο Διαθέτων, ο Κυβερνήτης των πάντων: των ουρανών και όσων υπάρχουν σ' αυτούς, της γης και όσων υπάρχουν σ' αυτήν, της θάλασσας και όλων των πλασμάτων της, της φωτιάς, του αέρα, της αβύσσου, των υπεράνω και των υποκάτω και των ενδιάμεσων. Αυτός ήταν ο Αγγε­λιαφόρος που ο Θεός έστειλε σ' αυτούς.

Συνέβη μήπως ο ερχομός του —όπως ίσως υποθέτει κανείς— μέσα σε δύναμη, τρόμο και φόβο; Όχι. Ο ερ­χομός του έγινε με ευγένεια και ταπεινότητα. Όπως ένας βασιλιάς αποστέλλει το γιό του, έτσι κι Εκείνος έστειλε αυτόν. Τον απέστειλε ως Θεό και ως Άνθρω­πο σε ανθρώπους. Και το έπραξε αυτό επειδή ήταν πρόθυμος να μας σώσει πείθοντας μας και όχι με εξαναγκασμό — διότι δεν υπάρχει εξαναγκασμός στον Θεό. Η αποστολή του δεν ήταν να μας καταδιώ­ξει ή να μας φοβίσει, αλλά να μας προσκαλέσει. Τον απέστειλε από αγάπη και όχι για να μας κρίνει — αν και κάποια μέρα θα τον αποστείλει για να μας κρίνει και τότε ποιος θα αντέξει τον ερχομό του;

...Δεν έχετε δει τους Χριστιανούς να ρίχνονται στα θηρία για να εξαναγκασθούν να αρνηθούν τον Κύριο τους κι όμως να παραμένουν αήττητοι;* Δεν βλέπετε ότι όσο περισσότερο βασανίζονται τόσο περισσότερο πληθαίνουν οι εναπομένοντες; Αυτά δεν μοιάζουν με έργο ανθρώπων. Είναι η δύναμη του Θεού και οι απτές αποδείξεις της παρουσίας Του.

8. Πριν από τον ερχομό του, ποιος απ' τους ανθρώ­πους είχε έστω και την ελάχιστη γνώση για τον Θεό; Ή μήπως αποδέχεσαι τις ανούσιες και γελοίες απόψεις των απαιτητικών φιλοσόφων σας; (Μερικοί από τους οποίους υποστηρίζουν ότι ο Θεός είναι Φωτιά —αποδίδοντας έτσι το όνομα του Θεού σε κάτι που θα τους βρεί σίγουρα κάποια μέρα!—, άλλοι ότι ο Θε­ός είναι Νερό και άλλοι ότι είναι τα διάφορα στοιχεία της δημιουργίας Του). Αν κάποια από τις απόψεις αυ­τές ήταν παραδεκτή, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να μην διακηρύσσεται ως θεός οτιδήποτε υπάρχει στον κό­σμο. Τέτοιου όμως είδους ισχυρισμοί δεν είναι τίποτε περισσότερο από τις αγυρτείες των επαγγελματιών θαυματοποιών, διότι κανένας άνθρωπος δεν έχει δει ή γνωρίσει τον Θεό. Ο Θεός ο ίδιος είναι που μας προ­σέφερε την αποκάλυψη του εαυτού Του. Αυτοαποκαλύφθηκε μόνο στην πίστη, μέσω της οποίας μπορούμε να τον γνωρίσουμε. Διότι ο Θεός, μολονότι είναι ο Κύ­ριος και ο Αρχιτέκτονας όλου του κόσμου, ο οποίος δημιούργησε και οργάνωσε τα πάντα, έδειξε προς τον άνθρωπο κάτι περισσότερο από συμπάθεια: έδειξε μακροθυμία. (Έτσι ήταν ανέκαθεν έτσι είναι και έτσι θα είναι αιώνια: ελεήμων, αγαθός, αργός στην οργή και αληθινός- δεν υπάρχει άλλος τόσο αγαθός όσο είναι Αυτός). Συνέλαβε ένα μεγαλειώδες και ασύλληπτο σχέδιο και το ανέθεσε στον Υιό Του και μόνο. [Και όσο διατηρούσε αυτή τη μυστικότητα και την κρυφή βούληση Του, υπήρχε η εντύπωση ότι δεν νοιαζόταν για μας και ότι μας είχε βγάλει από τη διάνοια Του. Μό­λις όμως αποκάλυψε αυτό το μυστικό, μέσω του αγα­πημένου του Υιού και φανέρωσε ότι (το σχέδιο) είχε συλληφθεί ευθύς εξ αρχής, τότε αμέσως εκδήλωσε την αφθονία της γενναιοδωρίας του και μας επέτρεψε να γνωρίσουμε τις ευλογίες του όσο κανείς άλλος δεν είχε μεριμνήσει μέχρι τότε].

9. Στη συνέχεια, αφού διαβουλεύτηκε μαζί με τον Υιό Του, μας επέτρεψε να ζήσουμε για ένα διάστημα κατά το δοκούν, αφήνοντας μας να κινηθούμε βάσει των ά­ναρχων ενστίκτων μας και στο έλεος του αισθησια­σμού και της (σαρκικής) απόλαυσης. Αυτό (το επέτρε­ψε) όχι επειδή ετέρπετο με τις αμαρτίες μας, αλλά ως συνέπεια της ανοχής του. Δεν ενέκρινε την προηγού­μενη εποχή της ανομίας, αλλά προετοίμαζε την τωρινή εποχή της δικαιοσύνης, ώστε εμείς που εκείνες τις η­μέρες είχαμε αποδειχθεί διά των πράξεων μας ανάξιοι της ζωής, να μπορούμε τώρα να γίνουμε άξιοί της χάρη στην καλοσύνη του Θεού* και επίσης έχοντας αποδει­χθεί αδύναμοι να εισέλθουμε στη βασιλεία του Θεού με τη δική μας δύναμη, να μπορούμε τώρα να το κάνου­με χάρη στη δύναμη του Θεού. Όταν λοιπόν η ανομία μας έφτασε στο ζενίθ της και ήταν πλέον σαφές ότι θα έπρεπε να επακολουθήσει η ανταπόδοση με τη μορφή της τιμωρίας και του θανάτου, έφτασε η ώρα που ο Θε­ός αποφάσισε να φανερώσει την καλοσύνη και τη δύ­ναμη Του. Αξεπέραστη είναι στ' αλήθεια η αγάπη και η τρυφερότητα του Θεού! Εκείνη την ώρα, αντί να μας μισήσει και να μας απορρίψει ενθυμούμενος τη φαυ­λότητα μας. Εκείνος έδειξε πόσο μακρόθυμος είναι. Μας ανέχτηκε και γεμάτος έλεος πήρε επάνω Του τις αμαρτίες μας και προσέφερε τον Υιό του ως εξιλέ­ωση για μας — τον Άγιο για τους φαύλους, τον Αδιά­φθορο για την διαφθορά, τον Αθάνατο για τους θνη­τούς. Διότι υπήρχε άραγε οτιδήποτε άλλο εκτός από τη δικαιοσύνη Του που θα μπορούσε να καλύψει τις αμαρτίες μας; Από ποιόν άλλον, εμείς οι άνομοι και άθεοι, καθαγιαστήκαμε, παρά μόνο από τον Υιό του Θε­ού; Ω γλυκιά ανταλλαγή! Ω αδιερεύνητο έργο! Ω ανέλ­πιστες ευεργεσίες! Διότι η πληθώρα της φαυλότητας έπρεπε να αποκρύβει στον άγιο Ένα και η αγιότητα του Ενός έπρεπε να καθαγιάσει την πληθώρα της φαυ­λότητας!

Στις περασμένες εποχές μας έπεισε ότι η ανθρώπινη φύση δεν είχε τη δύναμη να κερδίσει μόνη της τη ζωή. Σήμερα μας αποκάλυψε έναν Σωτήρα, ο οποίος έχει τη δύναμη να σώσει ακόμη και τους αδύνατους. Ο σκοπός που υπάρχει πίσω απ' αυτές τις δύο πράξεις είναι να πιστέψουμε στην καλοσύνη Του και να Τον θεωρήσου­με Πατέρα μας, Ενδυναμωτή μας, Δάσκαλο μας, σύμ­βουλο μας, Θεραπευτή μας, Σοφία για μας, Φως για μας, Τιμή για μας, Δόξα για μας, Δύναμη για μας, Ζωή για μας και να μην μεριμνάμε για την ένδυση και τη διατροφή μας.

10. Αν τώρα επιθυμείς κι εσύ να έχεις αυτή την πίστη, το πρώτο σου μάθημα πρέπει να είναι η γνώση του Πα­τέρα.Ο Θεός αγάπησε το γένος των ανθρώπων. Προς χά­ριν τους δημιούργησε τον κόσμο και σ' αυτούς έδωσε την εξουσία επί παντός υπάρχοντος σ' αυτόν. Τους χά­ρισε λογική και νοημοσύνη και μόνο σ' αυτούς επέτρε­ψε να υψώνουν το βλέμμα τους προς Αυτόν. Τους έπλάσε κατ" εικόνα Του-απέστειλε τον μονογενή Υιό Του σ' αυτούς- τους υποσχέθηκε τη βασιλεία των ου­ρανών και σε όσους Τον αγάπησαν είναι βέβαιο ότι θα την προσφέρει.

Από τη στιγμή που κατανοήσεις αυτές τις αλήθειες, συλλογίσου πόση θα είναι η χαρά που θα σε κατακλύσει και πόση αγάπη θα νιώθεις προς Εκείνον που σε αγά­πησε τόσο πολύ. Και αν Τον αγαπήσεις, θα γίνεις μιμη­τής της αγαθότητας Του. Μην εκπλήτεσαι που λέω ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει μιμητής του Θεού, διότι αυτό είναι και το εφικτό εφόσον ο Θεός το θέλησε. Η ευτυχία όμως δεν βρίσκεται στο να εξουσιάζεις τους συνανθρώπους σου ή να επιθυμείς να έχεις πε­ρισσότερα από τον ασθενέστερο πλησίον σου ή να κα­τέχεις πλούτη και να ποδοπατάς τους κατωτέρους σου. Κανένας δεν μπορεί να μιμηθεί μ' αυτό τον τρόπο τον Θεό, διότι τέτοιου είδους ενέργειες είναι εντελώς ξένες προς τη φύση Του. Αν όμως κάποιος βοηθήσει το γείτονα του να σηκώσει το φορτίο του, αν είναι πρόθυ­μος να φροντίσει τις ανάγκες του από τη δική του α­φθονία, αν μοιράζεται τις ευλογίες που δέχθηκε από τον Θεό με κείνους που τις στερούνται, τότε γίνεται θεός για κείνους που δέχονται από την αφθονία του και είναι πράγματι μιμητής του Θεού. Τότε θα δεις, κα­θώς θα βαδίζεις στη γη, ότι υπάρχει ένας Θεός ο ο­ποίος ενεργεί στους ουρανούς και θ' αρχίσεις να κα­τανοείς τα μυστήρια Του και θα νιώσεις την αγάπη και τον θαυμασμό για όλους εκείνους που διώκονται επει­δή δεν δέχονται να Τον αρνηθούν. Και τότε θα μπορείς να διακρίνεις μέσα από την εξαπάτηση και την πλάνη αυτού του κόσμου γιατί θα έχεις ανακαλύψει τι σημαί­νει να ζεις την αληθινή ζωή των ουρανών και θα έχεις μάθει να περιφρονείς το θάνατο του σώματος και να φοβάσαι μόνο τον αληθινό θάνατο που αναμένει ό­σους έχουν καταδικαστεί στις αιώνιες φωτιές- φωτιές που θα νιώσεις θαυμασμό για όλους εκείνους που περνούν από μια περισσότερο μεταβατική φωτιά προς χάριν της δικαιοσύνης και θα τους χαρακτηρίσεις ό­ντως ευτυχείς...

11. Δεν αναφέρομαι σε κάτι το καινοφανές ή το πα­ράξενο ή σε κάτι που εγείρει νέες ερωτήσεις. Μολο­νότι είμαι τώρα καθοδηγητής των Εθνικών, υπήρξα κά­ποτε μαθητής των Αποστόλων και όσα μου παραδόθη­καν τότε, τα διδάσκω και γω τώρα στους μαθητές της αλήθειας. Πώς είναι δυνατόν, κάποιος που έχει διδα­χθεί σωστά κι έχει μάθει να αγαπά το Λόγο, να μην ε­πιθυμεί να γνωρίσει την ακριβή φύση των αποκαλύψε­ων που έκανε τόσο ανοιχτά ο Λόγος προς τους μαθη­τές Του; Ορατός ανάμεσα τους, ο Λόγος έκανε τις α­ποκαλύψεις του μιλώντας ξεκάθαρα. Αν και οι άπιστοι δεν τον κατανόησαν, συζήτησε χωρίς υπεκφυγές με τους μαθητές Του· και επειδή εκείνοι εκτιμήθηκαν ως πιστοί Του, μπόρεσαν να εννοήσουν τα μυστήρια του Θεού. Αυτός ήταν ο σκοπός για τον οποίο ο Θεός έστειλε το Λόγο να εκδηλωθεί στον κόσμο. Κι Εκείνος περιφρονήθηκε από τον Εκλεκτό Λαό, αλλά διακηρύ­χθηκε από τους Αποστόλους και έγινε πιστευτός από τους Εθνικούς. Αν και υπήρχε από την αρχή, εμφα­νίστηκε πρόσφατα- παρά το ότι εμείς γνωρίζουμε ότι είναι παλαιός, γεννήθηκε νέος μέσα στις καρδιές των οσίων Του. Είναι Αυτός που υπάρχει ανέκαθεν, εί­ναι Αυτός που ονομάζεται σήμερα Υιός. Μέσω Αυτού η Εκκλησία έγινε πλούτος, μέσω Αυτού η χάρις πολλα­πλασιάστηκε ανάμεσα στους οσίους, φέρουσα κατα­νόηση, αποκαλύπτουσα μυστήρια, εξαγγέλουσα χρό­νους και εποχές και προσφέρουσα αγαλλίαση στους πιστούς. Είναι η χάρις που δόθηκε σε κάθε αναζητη­τή, ο οποίος δεν παραβιάζει τους όρκους της πίστης του και δεν καταπατά τα όρια που καθόρισαν οι Πατέ­ρες. Ώστε λοιπόν:

Ένας ύμνος επαινεί το φόβο του Κυρίου,

η χάρις των Προφητών έγινε πια γνωστή,

η πίστη των Ευαγγελίων εμφυτεύθηκε,

η παράδοση των Αποστόλων στερεώθηκε

και η χάρις της Εκκλησίας επαυξάνεται θριαμβευτικά.

Μην θλίβετε αυτή τη χάρη και τότε θα κατανοήσετε όλα εκείνα που ο Λόγος, όταν βούλεται, εκδηλώνει μέ­σα από χείλια ατόμων που επιλέγει. Διότι αν μας προ­στάζει η βούληση του Λόγου να κηρύξουμε, εμείς μο­χθούμε να τα μεταφέρουμε σε σας, με όλη την αγάπη που έχουμε για τις αλήθειες τις οποίες Εκείνος απο­κάλυψε σε μας.

12. Από τη στιγμή που αυτές οι αλήθειες παρουσια­στούν ενώπιον σου και τις ακούσεις προσεκτικά, θα γνωρίζεις όλα όσα ο θεός απονέμει σε όσους Τον α­γαπούν σωστά. Οι αλήθειες αυτές γίνονται παράδει­σος τέρψεων, πηγή που αναβλύζει μέσα τους και προ­σφέρει στήριξη και καρπούς κάθε είδους. Επειδή σ' αυτό τον κήπο είναι φυτεμένα το Δέντρο της Γνώσης και το Δέντρο της Ζωής — διότι δεν επιφέρει το θάνα­το το Δέντρο της Γνώσης, ο θάνατος έρχεται με την ανυπακοή. Οι γραφές λένε καθαρά «Και ο θεός έκαμε να βλάστηση ... και το ξύλον της ζωής εν μέσω του πα­ραδείσου και το ξύλον της γνώσεως του καλού και του κακού» φανερώνοντας έτσι ότι ο δρόμος για τη ζωή περνά μέσα από τη γνώση. Επειδή-και μόνο-το πρωτοδημιούργητο ζευγάρι δεν χρησιμοποίησε σω­στά τη γνώση, στερήθηκε όλων όσων κατείχε.

Χωρίς γνώση δεν μπορεί να υπάρξει ζωή και χωρίς ζωή δεν υπάρχει αξιόπιστη γνώση. Αυτός είναι ο λό­γος που φυτεύθηκαν και τα δύο δέντρα το ένα πλάι στο άλλο. Ο Απόστολος είχε κατανοήσει αυτή την αλή­θεια όταν μας έλεγε, «η γνώση είναι ασκός ενώ η αγά­πη δημιουργός». Με τα λόγια αυτά επιτιμούσε τη γνώση εκείνη που εκδηλώνεται χωρίς να εμπεριέχει στο ζωοφόρα στοιχεία της αλήθειας. Διότι ο άνθρωπος ε­κείνος που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει, αλλά του λείπει η αληθινή και επιβεβαιωμένη από τη ζωή γνώση, δεν γνωρίζει τίποτε- το φίδι τον έχει παραπλανήσει, γιατί η καρδιά του δεν οραματίζεται τη ζωή. Εκείνος όμως που κατέχει τη γνώση η οποία συνοδεύεται από φόβο Θεού και που αναζητά διακαώς τη ζωή, μπορεί να φυ­τεύει ελπίζοντας και να αναζητά καρπούς.

Άφησε λοιπόν τη καρδιά σου ν' αποκτήσει γνώση και τη ζωή σου να γίνει αποδέκτης του Λόγου. Φροντίζο­ντας μ' αυτό τον τρόπο το δέντρο σου και συλλέγοντας τους καρπούς του θα απολαμβάνεις πάντοτε μια σο­δειά που θα είναι ευχάριστη στον θεό, μια σοδειά που κανένα φίδι δεν θα μπορεί να αγγίξει ούτε η πλά­νη να διεισδύσει. Τότε πια η Εύα δεν θα παραπλανιέται-θα υπάρχει εμπιστοσύνη στην Παρθένο- η σωτηρία θα εξαγγέλεται- οι απόστολοι θα είναι προικισμένοι με κατανόηση- το Πάσχα του Κυρίου θα τελειούται- οι ε­ποχές θα κυλούν ομαλά, κατά την τάξη διαδοχής τους-ο Λόγος θα καθοδηγεί με χαρά τους οσίους και μέσω Αυτού θα δοξάζεται ο Θεός.

Η δόξα ανήκει αιώνια σ' Αυτόν.

Αμήν.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΟΜΟΣ 5

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

απόδοση στα νέα ελληνικά από τον Δημήτρη Κουτσούκη

Επιστολή προς Διόγνητο ( αρχαίο κείμενο)

πηγή :ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΔΙΟΓΝΗΤΟΝ

I Ἐπιστολὴ ὁρῶ, κράτιστε Διόγνητε, ὑπερεσπουδακότα σε τὴν θεοσέβειαν τῶν Χριστιανῶν μαθεῖν καὶ πάνυ σαφῶς καὶ ἐπιμελῶς πυνθανόμενον περὶ αὐτῶν, τίνι τε θεῷ πεποιθότες καὶ πῶς θρησκεύοντες αὐτὸν τόν τε κόσμον ὑπερορῶσι πάντες καὶ θανάτου καταφρονοῦσι καὶ οὔτε τοὺς νομιζομένους ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων θεοὺς λογίζονται οὔτε τὴν Ἰουδαίων δεισιδαιμονίαν φυλάσσουσι, καὶ τίνα τὴν φιλοστοργίαν ἔχουσι πρὸς ἀλλήλους, καὶ τί δή ποτε καινὸν τοῦτο γένος ἢ ἐπιτήδευμα εἰσῆλθεν εἰς τὸν βίον νῦν καὶ οὐ πρότερον· ἀποδέχομαί γε τῆς προθυμίας σε ταύτης καὶ παρὰ τοῦ θεοῦ, τοῦ καὶ τὸ λέγειν καὶ τὸ ἀκούειν ἡμῖν χορηγοῦντος, αἰτοῦμαι δοθῆναι ἐμοὶ μὲν εἰπεῖν οὕτως, ὡς μάλιστα ἂν ἀκούσαντά σε βελτίω γενέσθαι, σοί τε οὕτως ἀκοῦσαι, ὡς μὴ λυπηθῆναι τὸν εἰπόντα.


II 1. Ἄγε δή, καθάρας σεαυτὸν ἀπὸ πάντων τῶν προκατεχόντων σου τὴν διάνοιαν λογισμῶν καὶ τὴν ἀπατῶσάν σε συνήθειαν ἀποσκευασάμενος καὶ γενόμενος ὥσπερ ἐξ ἀρχῆς καινὸς ἄνθρωπος, ὡς ἂν καὶ λόγον καινοῦ, καθάπερ καὶ αὐτὸς ὡμολόγησας, ἀκροατὴς ἐσόμεονος· ἴδε μὴ μόνον τοῦς ὀφθαλμοῖς, ἀλλὰ καὶ τῇ φρονήσει, τίνος ὑποστάσεως ἢ τίνος εἴδους υγχάνουσιν, οὓς ἐρεῖτε καὶ νομίζετε θεούς. 2. οὐχ ὁ μέν τις λίθος ἐστίν, ὅμοιος τῷ πατρουμένῳ, ὁ δ’ ἐστὶ χαλκός, οὐ κρείσσων τῶν εἰς τὴν χρῆσιν ἡμῖν κεχαλκευμένων σκευῶν, ὁ δὲ ξύλον, ἤδη καὶ σεσηπός, ὁ δὲ ἄργυρος, χρῄζων ἀνθρώπου τοῦ φυλάξαντος, ἵνα μὴ κλαπῇ, ὁ δὲ σίδηρος, ὑπὸ ἰοῦ διεφθαρμένος, ὁ δὲ ὄστρακον, οὐδὲν τοῦ κατεσκευασμένου πρὸς τὴν ἀτιμοτάτην ὑπηρεσίαν εὐπρεπέστερον; 3. οὐ φθαρτῆς ὕλης ταῦτα πάντα; οὐχ ὑπὸ σιδήρου καὶ πυρὸς κεχαλκευμένα; οὐχ ὃ μὲν αὐτῶν λιθοξόος, ὃ δὲ χαλκεύς, ὃ μὲν αὐτῶν λιθοξόος, ὃ δὲ χαλκεύς, ὃ δὲ αργυροκόπος, ὃ δὲ κεραμεὺς ἔπλασεν; οὐ πρὶν ἢ ταῖς τέχναις τούτων εἰς τὴν μορφὴν τούτων ἐκτυπωθῆναι, ἦν ἕκαστον αὐτῶν ἑκάστῳ, ἔτι καὶ νῦν, μεταμεμορφωμένον; οὐ τὰ νῦν ἐκ τῆς αὐτῆς ὕλης ὄντα σκεύη γένοιτ’ ἄν, εἰ τύχοι τῶν αὐτῶν τεχνιτῶν, ὅμοια γενέσθαι τοῖς λοιποῖς; οὐ κωφὰ πάντα; οὐ τυφλά; οὐκ ἄψυχα; οὐκ ἀναίσθητα; οὐκ ἀκίνητα; οὐ πάντα σηπόμενα; οὐ πάντα φθειρόμενα; 5. ταῦτα θεοὺς καλεῖτε; τούτοις δουλεύετε; τούτοις προσκυνεῖτε, τέλεον δ’ αὐτοῖς ἐξομοιοῦσθε. 6. διὰ τοῦτο μισεῖτε Χριστιανούς, ὅτι τούτους οὐχ ἡγοῦνται θεούς; 7. ὑμεῖς γὰρ αἰνεῖν νομίζοντεσ καὶ οἰόμενοι, οὐ πολὺ πλέον αὐτῶν καταφρονεῖτε; οὐ πολὺ μᾶλλον αὐτοὺς χλευάζετε και ὑβρίζετε, τοὺς μὲν λιθίνους καὶ ὀστρακίνους σέβοντες ἀφυλάκτους, τοὺς δὲ ἀργυρέους καὶ χρυσοῦς ἐγκλείοντες ταῖς νυξὶ καὶ ταῖς ἡμέραις φύλακας παρατιμαῖς προσφέρειν, εἰ μὲν αἰσθάνονται, κολάζετε μᾶλλον αὐτούς· εἰ δὲ ἀναισθητοῦσιν, ἐλέγχοντες αἵματι καὶ κνίσαις αὐτοὺς θρησκεύετε. 9. ταῦθ’ ὑμῶν τις ὑπομεινάτω, ταῦτα ἀνασχέσθω τις ἑαυτῷ γενέσθαι. ἀλλὰ ἄνθρωπος μὲν οὐδὲ εἷς ταύτης τῆς κολάσεως ἑκὼν ἀνέξεται, αἴσθησιν γὰρ ἔχει καὶ λογισμόν· ὁ δὲ λίθος ἀνέχεται, ἀναισθητεῖ γάρ. οὐκ οὖν τὴν αἴσθησιν αὐτοῦ ἐλέγχετε; 10. περὶ μὲν οὖν τοῦ μὴ δεδουλῶσθαι Χριστιανοὺς τοιούτοις θεοῖς πολλὰ μὲν ἂν καὶ ἄλλα εἰπεῖν ἔχοιμι· εἰ δέ τινι μὴ δοκοίη κἂν ταῦτα ἱκανά, περισσὸν ἡγοῦμαι καὶ τὸ πλείω λέγειν.


III 1. Ἑξῆς δὲ περὶ τοῦ μὴ κατὰ τὰ αὐτὰ Ἰουδαίοις θεοσεβεῖν αὐτοὺς οἶμαι σε μάλιστα ποθεῖν ἀκοῦσαι. 2. Ἰουδαῖοι τοίνυν, εἰ μὲν ἀπέχονται ταύτης τῆς προειρημένης λατρείας, καλῶς θεὸν ἕνα τς῀ν πάντων σέβειν καὶ δεσπότην ἀξιοῦσι φρονεῖν· εἰ δὲ τοῖς προειρημένοις ὁμοιοτρόπως τὴν θρησκείαν ροσάγουσιν αὐτῷ ταύτην, διαμαρτάνουσιν. 3. ἃ γὰρ τοῖς ἀναισθήτοις καὶ κωφοῖς προσφέροντες οἱ Ἕλληνες ἀφροσύνης δεῖγμα παρέχουσι, ταῦθ’ οὗτοι καθάπερ προσδεομένῳ τῷ θεῷ λογιζόμενοι παρέχειν μωρίαν εἰκὸς μᾶλλον ἡγοιντ’ ἂν, οὐ θεοσέβειαν. 4. ὁ γὰρ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ πᾶσιν ἡμῖν χορηγῶν, ὧν προσδεόμεθα, οὐδενὸς ἂν αὐτὸς προσδέοιτο τούτων ὧν τοῖς οἰομένοις διδόναι παρέχει αὐτός. 5. οἱ δέ γε θυσίας αὐτῷ δι’ αἵματος καὶ κνίσης καὶ ταύταις ταῖς τιμαῖς αὐτὸν γεραίρειν, οὐδέν μοι δοκοῦσι διαφέρειν τῶν εἰς τὰ κωφὰ τὴν αὐτὴν ἐνδεικνυμένων φιλοτιμίαν· τῶν μὲν μὴ δυναμένοις τῆς τιμῆς μεταλαμβάνειν, τῶν δὲ δοκούντων παρέχειν τῷ μηδενὸς προσδεομένῳ.

IV 1. Ἀλλὰ μὴν τό γε περὶ τὰς βρώσεις αὐτῶν ψοφοδεὲς καὶ τὴν περὶ τὰ σάββατα δεισιδαιμονίαν καὶ τὴν τῆς περιτομῆς ἀλαζονείαν καὶ τὴν τῆς νηστείας καὶ νουμηνίας εἰρωνείαν, καταγέλαστα καὶ οὐδενὸς ἄξια λόγου, οὐ νομίζω σε χρῄζειν παρ’ ἐμοῦ μαθεῖν. 2. τό τε γὰρ τῶν ὑπὸ τοῦ θεοῦ κτισθέντα παραδέχεσθαι, ἃ δ’ ὡς ἄχρηστα καὶ περισσὰ παραιτεῖσθαι θεοῦ ὡς κωλύοντος ἐν τῇ τῶν σαββάτων ἡμέρᾳ καλόν τι ποιεῖν, πῶς οὐκ ἀσεβές; 4. τὸ δὲ καὶ τὴν μείωσιν τῆς σαρκὸς μαρτύριον ἐκλογῆς ἀλαζονεύεσθαι ὡς διὰ τοῦτο ἐξαιρέτως ἠγαπημένους ὑπὸ θεοῦ, πῶς οὐ χλεύης ἄξιον; 5. τὸ δὲ παρεδρεύοντας αὐτοὺς ἄστροις καὶ σελήνῃ τὴν παρατήρησιν τῶν μηνῶν καὶ τῶν ἡμερῶν ποιεῖσθαι καὶ τὰς οἰκονομίας θεοῦ καὶ τὰς τῶν καιρῶν ἀλλαγὰς καταδιαιρεῖν πρὸς τὰς αὐτῶν ὁρμάς, ἃς μὲν εἰς ἑορτάς, ἃς δὲ εἰς πένθη· τίς ἂν θεοσεβείας καὶ οὐκ ἀφροσύνης πολὺ πλέον ἡγήσαιτο δεῖγμα; 6. τῆς μὲν οὖν κοινῆς εἰκαιότητος καὶ ἀπάτης καὶ τῆς Ἰουδαίων πολυπραγμοσύνης καὶ ἀλαζονείας ὡς ὀρθῶς ἀπέχονται Χριστιανοί, ἀρκούντως σε νομίζω μεμαθηκέναι· τὸ δὲ τῆς ἰδίας αὐτῶν θεοσεβείας μυστήριον μὴ προσδοκήσῃς δύνασθαι παρὰ ἀνθρώπου μαθεῖν.

V 1. Χριστιανοὶ γὰρ οὔτε γῇ οὔτε φωνῇ οὔτε ἔθεσι διακεκριμένοι τῶν λοιπῶν εἰσιν ἀνθρώπων. 2. οὔτε γάρ που πόλεις ἰδίας κατοικοῦσι οὔτε διαλέκτῳ τινὶ παρηλλαγμένῃ χρῶνται οὔτε βίον παράσημον ἀκοῦσιν. 3. οὐ μὴν ἐπινοίᾳ τινὶ καὶ φροντίδι πολυπραγμόνων ἀνθρώπων μάθημα τοῦτ’ αυτοῖς ἐστιν εὑρημένον, οὐδὲ δόματος ἀνθρωπίνου προεστᾶσιν, ὥσπερ ἔνιοι. 4. κατοικοῦντες δὲ πόλεις ἑλληνίδας τε καὶ βαρβάρους, ὡς ἕκαστος ἐκληρώθη, καὶ τοῖς ἐγχωρίοις ἔθεσιν ἀκολουθοῦντες ἔν τε ἐσθῆτι καὶ διαίτῃ καὶ τῷ λοιπῳ βίῳ θαυμαστὴν καὶ ὁμολογουμένως παράδοξον ἐνδείκνυνται τὴν κατάστασιν τῆς ἑαυτῶν πολιτείας. 5. πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται, καὶ πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι· πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αυτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη. 6. γαμοῦσιν ὡς πάντες, τεκνογονοῦσιν· ἀλλ’ οὐ ῥίπτουσι τὰ γεννώμενα. 7. τράπεζαν κοινὴν παρατίθενται, ἀλλ’ οὐ κοίτην. 8. ἐν σαρκὶ τυγχάνουσιν, ἀλλ’ οὐ κατὰ σάρκα ζῶσιν. 9. ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται. 10. πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις, καὶ τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόμους. 11. ἀγαπῶσι πάντας, καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται. 12. ἀγνοοῦνται, καὶ τατακρίνονται· θανατοῦνται, καὶ ζωοποιοῦνται. 13. πτωχεύουσι, καὶ πλουτίζουσι πολλούς· πάντων ὑστεροῦνται, καὶ ἐν πᾶσι περισσεύουσιν. 14. ἀτιμοῦνται, καὶ ἐν ταῖς ἀτιμίαις δοξάζονται. βλασφημοῦνται, καὶ δκιαιοῦνται. 15. λοιδοροῦνται, καὶ εὐλογοῦσιν· ὑβρίζονται, καὶ τιμῶσιν. 16. ἀγαθοποιοῦντες ὡς κακοὶ κολάζονται· κολαζόμενοι χαίρουσιν ὡς ζωοποιούμενοι. 17. ὑπὸ Ἰουδαίων ὡς ἀλλόφυλοι πολεμοῦνται καὶ ὑπὸ Ἑλλήνων διώκονται· καὶ τὴν αἰτίαν τῆς ἔχθρας εἰπεῖν οἱ μισοῦντες οὐκ ἔχουσιν.

VI 1. Ἁπλῶς δ’ εἰπεῖν, ὅπερ ἐστὶν σώματι ψυχή, τοῦτ’ εἰσὶν ἐν κόσμῳ Χριστιανοί. 2. ἔσπαρται κατὰ πάντων τῶν τοῦ σώματος μελῶν ἡ ψυχή, καὶ Χριστιανοὶ κατὰ τὰς τοῦ κόσμου πόλεις. 3. οἰκεῖ μὲν ἐν τῷ ἐν τῷ σώματι ψυχή, οὐκ ἔστι δὲ ἐκ τοῦ σώματος· καὶ Χριστιανοὶ ἐν κόσμῳ οἰκοῦσιν, οὐκ εἰσὶ δὲ ἐκ τοῦ κόσμου. 4. ἀόρατος ἡ ψυχὴ ἐν ὀρατῷ φρουρεῖται τῷ κόσμῳ, ἀόρατος δὲ αὐτῶν ἡ θεοσέβεια μένει. 5. μισεῖ τὴν ψυχὴν ἡ σὰρξ καὶ πολεμεῖ μηδὲν ἀδικουμένη, διότι ταῖς ἡδοναῖς κωλύεται· μισεῖ καὶ Χριστιανοὺς ὁ κόσμος μηδὲν ἀδικούμενος, ὅτι ταῖς ἡδοναῖς ἀντιτάσσονται. 6. ἡ ψυχὴ τὴν μισοῦσαν ἀγαπᾷ σάρκα καὶ τὰ μέλη· καὶ Χριστιανοὶ τοὺς μισοῦντας ἀγαπῶσιν. 7. ἐγκέκλεισται μὲν ἡ ψυχὴ τῷ σώματι, συνέχει δὲ αὐτὴ τὸ σῶμα· καὶ Χριστιανοὶ κατέχονται μὲν ὡς ἐν φρουρᾷ τῷ κόσμῳ, αὐτοὶ δὲ συνέχουσι τὸν κόσμον. 8. ἀθάνατος ἡ ψυχὴ ἐν θνητῷ σκηνώματι κατοικεῖ· καὶ Χριστιανοὶ παροικοῦσιν ἐν φθαρτοῖς, τὴν ἐν οὐρανοῖς ἀφθαρσίαν προσδεχόμενοι. 9. κακουργουμένη σιτίοις καὶ ποτοῖς ἡ ψυχὴ βελτιοῦται· καὶ Χριστιανοὶ κολαζόμενοι καθ’ ἡμέραν πλεονάζουσι μᾶλλον. 10. εἰς τοαύτην αὐτοὺς τάξιν ἔθετο ὁ θεός, ἣν οὐ θεμιτὸν αὐτοῖς παραιτήσασθαι.

VII 1. Οὐ γὰρ ἐπίγειον, ὡς ἔφην, εὕρημα τοῦτ’ αὐτοῦς παρεδόθη, οὐδὲ θνητὴν ἐπίνοιαν φυλάσσειν οὕτως ἀξιοῦσιν ἐπιμελῶς, οὐδὲ ἀνθρωπίνων οἰκονομίαν μυστηρίων πεπίστευνται. 2. ἀλλ’ αὐτὸς ἀληθῶς ὁ παντοκράτωρ καὶ παντοκτίστης καὶ ἀόρατος θεός, αὐτὸς ἀπ’ οὐρανῶν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν λόγον τὸν ἅγιον καὶ ἀπερινόητον ἀνθρώποις ἐνίδρυσε καὶ ἐγκατεστήριξε ταῖς καρδίαις αὐτῶν· οὐ, καθάπερ ἄν τις εἰκάσειεν, ἀνθρώποις ὑπηρέτην τινὰ πέμψας ἡ ἄγγελον ἢ ἄρχοντα ἤ τινα τῶν διεπόντων τὰ ἐπίγεια ἤ τινα τῶν πεπιστευμένων τὰς ἐν οὐρανοῖς διοικήσεις, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν τεχνίτην καὶ δημιουργὸν τῶν ὅλων, ᾧ τοὺς οὐρανοὺς ἔκτισεν, ᾧ τὴν θάλασσαν ἰδίοις ἐνέκλεισεν, οὗ τὰ μυστήρια πιστῶς πάντα φυλάσσει τὰ στοιχεῖα, παρ’ οὗ τὰ μέτρα τῶν τῆς ἡμέρας δρόμων ὁ ἥλιος εἴληφε φυλάσσειν, ᾧ πειθαρχεῖ τὰ ἄστρα τῷ τῆς σελήνης ἀκολουθοῦντα δρόμῳ· ᾧ πάντα διατέτακται καὶ διώρισται καὶ ὑποτέτακται, οὐρανοὶ καὶ τὰ ἐν οὐρανοῖς, γῆ καὶ τὰ ἐν τῇ θάλασσα καὶ τὰ ἐν τῇ θαλάσσῃ, πῦρ, ἀήρ, ἄβυσσος, τὰ ἐν ὕψεσι, τὰ ἐν βάθεσι, τὰ ἐν τῷ μεταξύ· τοῦτον πρὸς αὐτοὺς ἀπέστειλεν. 3. ἆρά γε, ὡς σώζων ἔπεμψεν, ὡς πείθων, οὐ βιαζόμενος· βία γὰρ οὐ πρόσεστι τῷ ὡς ἀγαπῶν, οὐ κρίνων. 6. πέμψει γὰρ αὐτὸν κρίνοντα· καὶ τίς αὐτοῦ τὴν παρουσίαν ὑπουσίαν ὑποστήσεται; . . . 7. . . . παραβαλλομένους θηρίοις, ἵνα ἀρνήσωνται τὸν κύριον, καὶ μὴ νικωμένους; 8. οὐχ ὁρᾷς, ὅσῳ πλείονες κολάζονται, τοσούτῳ πλεονάζοντας ἄλλους; 9. ταῦτα ἀνθρώπου οὐ δοκεῖ τὰ ἔργα· ταῦτα δύναμίς ἐστι θεοῦ ταῦτα τῆς παρουσίας αὐτοῦ δείγματα.

VIII 1. Τίς γὰρ ὅλως ἀνθρώπων ἠπίστατο, τί ποτ’ ἐστὶ θεὸς πρὶν αὐτὸν ἐλθεῖν; 2. ἢ τοῦς κενοὺς καὶ ληρώδεις ἐκείνων λόγους ἀποδέχῃ τῶν ἀξιοπίστων φιλοσόφων, ὧν οἱ μέν τινες πῦρ ἔφασαν εἶναι τὸν θεὸν (οὖ μέλλουσι χωρήσειν αὐτοί, τοῦτο καλοῦσι θεόν), οἱ δὲ ὕδωρ, οἱ δ’ ἄλλο τι τῶν στοιχείων τῶν ἐκτισμένων ὑπὸ θεοῦ; 3. καίτοί γε, εἴ τις τούτων τῶν λόγων ἀποδεκτός ἐστι, δύανιτ’ ἂν καὶ τῶν λοιπῶν κτισμάτων ἓν ἓν ἕκαστον ὁμοίως ἀπροφαίνεσθαι θεό. 4. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τερατεία καὶ πλάνη τῶν γοήτων ἐστίν· 5. ἀνθρώπων δὲ οὐδεὶς οὔτε εἶδεν οὔτε ἐγνώρισεν, αὐτὸς δὲ ἑαυτὸν ἐπέδειξεν. 6. ἐπέδειξε δὲ διὰ πίστεως, ᾗ μόνῃ θεὸν ἰδεῖν συγκεχώρηται. 7. ὁ γὰρ δεσπότης καὶ δημιουργὸς τῶν ὅλων θεός, ὁ ποιήσας τὰ πάντα καὶ κατὰ τάξιν διακρίνας, οὐ μόνον φιλάνθρπος ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ μακρόθυμος. 8. ἀλλ’ οὗτος ἧν μὲν ἀεὶ τοιοῦτος καὶ ἔστι, χρηστὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ ἀόργητος καὶ ἀληθής, καὶ μόνος ἀγαθός ἐστιν· 9. ἐννοήσας δὲ μεγάλην καὶ ἄφραστον ἔννοιαν οὖν κατεῖχεν ἐν μυστηρίῳ καὶ διετηρει τὴν σοφὴν αὐτοῦ βουλήν, ἀμελεῖν ἡμῶν κὰ ἀφροντιστεῖν ἐδόκει· 11. ἐπεὶ δὲ ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ ἀγαπητοῦ παιδὸς καὶ ἐφανέρωσε τὰ ἐξ ἀρχῆς ἡτοιμασμένα, πάνθ’ ἅμα παρέσχεν ἡμῖν καὶ μετασχεῖν τῶν εὐεργεσιῶν αὐτοῦ καὶ ἰδεῖν καὶ νοῆσαι, ἃ τίς ἂν πώποτε προσεδόκησεν ἡμῶν;

IX 1. Πάντ’ οὖν ἤδη παρ’ ἑαυτῷ σὺν τῷ παιδὶ οὐκονομηκώς, μέχρι μὲν τοῦ πρόσθεν χρόνου εἴασεν ἡμᾶς, ὡς εβουλόμεθα, ἀτάκτοις φοραῖς φέρεσθαι, ἡδοναῖς καὶ ἐπιθυμίαις ἀπαγομένους. οὐ πάντως ἐφηδόμενος τοῖς ἁμαρτήμασιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἀνεχόμενος, οὐδὲ τῷ τότε τῆς ἀδικίας καιρῷ συνευδοκῶν, ἀλλὰ τὸν νῦν τῆς δικαιοσύνης δημιουργῶν, ἵνα ἐν τῷ τότε χρόνῳ ἐλεγχθέντες ἐκ τῶν ἰδίων ἔρων ἀνάξιοι ζωῆς νῦν ὑπὸ τῆς τοῦ θεοῦ χρηστότητος ἀξιωθῶμεν, καὶ τὸ καθ’ ἑαυτοὺς φανερώσαντες ἀδύνατον εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ τῇ δυνάμει τοῦ θεοῦ δυνατοὶ γενηθῶμεν. 2. ἐπεὶ δὲ πεπλήρωτο μὲν ἡ ἡμετέρα ἀδιδία καὶ τελείως πεφανέρωτο, ὅτι ὁ μισθὸς αὐτῆς κόλασις καὶ θάνατος προσεδοκᾶτο, ἦλθε δὲ ὁ καιρός, ὃν θεὸς πρέθετο λοιπὸν φανερῶσαι τὴν ἑαυτοῦ χρηστότητα καὶ δύναμιν (ὢ τῆς ὑπερβαλλούσης φιλανθρωπίας και ἀγάπης τοῦ θεοῦ), οὐκ ἐμίσησεν ἡμᾶς οὐδὲ ἀπώσατο οὐδὲ ἐμνησικάκησεν, ἀλλὰ ἐμακροθύμησεν, ἠνέσχετο, ἐλεῶν αὐτὸς τὰς ἡμετέρας ἁμαρτίας ἀνεδέξατο, αὐτὸς τὸν ἴδιον υἱὸν ἀπέδοτο λύτρον ὑπὲρ ἡμῶν, τὸν ἅγιον ὑπέρ ἀνόμων, τὸ ἄκακον ὑπὲρ τῶν κακῶν, τὸν δίκαιον ὑπέρ τῶν ἀδίκων, τὸν ἄφθαρτον ὑπέρ τῶν θνητῶν. 3. τί γὰρ ἄλλο τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἠδυνήθη καλύψαι ἢ ἐκείνου δικαιοσύνη; 4. ἐν τίνι δικαιωθῆναι δυνατὸν τοὺς ἀνόμους ἡμᾶς καὶ ἀσεβεῖς ἢ ἐν μόνῳ τῷ υἱῷ τοῦ θεοῦ; 5. ὢ τῆς γλυκείας ἀνταλλαγῆς, ὢ τῆς ἀνεξιχνιάστου δημιουργίας, ὢ τῶν ἀπροσδοκήτων εὐεργεσιῶν· ἵνα ἀνομία μὲν πολλῶν ἐν δικαίῳ ἑνὶ κρυβῇ, δικαιοσύνη δὲ ἑνὸς πολλοὺς ἀνόμους δικαιώσυνῃ. 6. ἐλέγξας οὖν ἐν μὲν τῷ πρόσθεν χρόνῳ τὸ ἀδύνατον τῆς ἡμέτερας φύσεως εἰς τὸ τυχεῖν ζωῆς, νῦν δὲ τὸν σωτῆρα δείξας δυνατὸν σώζειν και τὰ ἀδύνατα, ἐξ ἀμφοτέρων ἐβουλήθη πιστεύειν ἡμᾶς τῇ χρηστότητι αὐτοῦ, αὐτὸν ἡγεῖσθαι τροφέα, πατέρα, διδάσκαλον, σύμβουλον, ἰατρόν, νοῦν, φῶς, τιμήν, δόξαν, ἰσχύν, ζωήν, περὶ ἐνδύσεως καὶ τροφῆς μὴ μεριμνᾶν.

X 1. Ταύτην καὶ σὺ τὴν πίστιν ἐὰν ποθύσῃς, καὶ λάβῃς πρῶτον μὲν ἐπίνωσιν πατρός . . . . 2. ὁ γὰρ θεὸς τοὺς ἀνθρώπους ἠγάπησε, δι’ οὓς ἐποίησε τὸν κόσμον, οἷς ὑπέταξε πάντα τὰ ἐν τῇ γῇ, οἷς λόγον ἔδωκεν, οἷς νοῦν, οἷς μόνοις ἄνω πρὸς αὐτὸν ὁρᾶν ἐπέτρεψεν, οὓς ἐκ τῆς ἰδίας εἰκόνος ἔπλασε, πρὸς οὓς ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ, οἷς τὴν ἐν οὐρανῷ βασιλείαν ἐπηγγείλατο, καὶ δώσει τοῖς ἀγαπήσασιν αὐτόν. 3. ἐπιγνοὺς δὲ τίνος οἴει πληρωθήσεσθαι χαρᾶς; ἢ πῶς ἀγαπήσεις τὸν οὕτως προαγαπήσαντά σε; 4. ἀγαπήσας δὲ μιμητὴς ἔσῃ αὐτοῦ τῆς χρηστότητος. καὶ μὴ θαυμάσῃς, εἰ δύναται θέλοντος αὐτοῦ. 5. οὐ γὰρ τὸ καταδυναστεύειν τῶν πλησίον οὐδὲ τὸ πλέον ἔχειν βούλεσθαι τῶν ἀσθενεστέρων οὐδὲ τὸ πλουτεῖν καὶ βιάζεσθαι τοὺς ὑποδεεστέρους εὐδαιμονεῖν ἐστιν, οὐδὲ ἐν τούτοις δύναταί τις μιμήσασθαι θεόν, ἀλλὰ ταῦτα ἐκτὸς τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος. 6. ἀλλ’ ὅστις τὸ τοῦ πλησίον ἀναδέχεται βάρος, ὃς ἐν ᾧ κρείσσων ἐστὶν ἕτερον τὸν ἐλαττούμενον εὐεργετεῖν ἐθέλει, ὃς ἃ παρὰ τοῦ θεοῦ λαβὼν ἔχει, ταῦτα τοῖς ἐπιδεομένοις χορηγῶν θεὸς γίνεται τῶν λαμβανόντων, οὗτος μιμητής ἐστι θεοῦ. 7. τότε θεάσῃ τυγχάνων ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι θεὸς ἐν οὐρανοῖς πολιτεύεται, τότε μυστήρια θεοῦ λαλεῖν ἄρξῃ, τότε τοὺς κολαζομένους ἐπὶ τῷ μὴ θέλειν ἀρνήσασθαι θεὸν καὶ ἀγαπήσεις καὶ θαυμάσεις· τότε τῆς ἀπάτης τοῦ κόσμου καὶ τῆς πλάνης καταγνώσῃ, ὅταν τὸ ἀληθῶς ἐν οὐρανῷ ζῆν ἐπιγνῷς, ὅταν τοῦ δοκοῦντος ἐνθάδε θανάτου καταφρονήσῃς, ὅταν τὸν ὄντως θάνατον φοβηθῇς, ὃς φυλάσσεται τοῖς κατακριθησομένοις εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, ὃ τοὺς παραδοθέντας αὐτῷ μέχρι τέλους κολάσει. 8. τότε τοὺς ὑπομένοντας ὑπὲρ δικαιοσύνης θαυμάσεις τὸ πῦρ τὸ πρόσκαιρον καὶ μακαρίσεις, ὅταν ἐκεῖνο τὸ πῦρ ἐπιγνῷς.

XI 1. Οὐ ξένα ὁμιλῶ οὐδὲ παραλόγως ζητῶ, ἀλλὰ ἀποστόλων γενόμενος μαθητὴς γίνομαι διδάσκαλος ἐθνῶν· τὰ παραδοθέντα ἀξίως ὑπηρετῶ γινομένοις ἀληθείας μαθηταῖς. 2. τίς γὰρ ὀρθῶς διδαχθεὶς καὶ λόγῳ προσφιλὴς γενηθεὶς οὐκ ἐπιζητεῖ σαφῶς μαθεῖν τὰ διὰ λόγου δειχθέντα φανερῶς μαθηταῖς, οἷς ἐφανέρωσεν ὁ λόγος φανείς, παρρησίᾳ λαλῶν, ὐπὸ ἀπίστων μὴ νοούμενος, μαθηταῖς δὲ διηγούμενος, οἳ πιστοὶ λογισθέντες ὑπ’ αὐτοῦ ἔγνωσαν πατρὸς μυστήρια; 3. οὗ χάριν ἀπέστειλε λόγον, ἵνα κόσμῳ φανῇ, ὃς ὑπὸ λαοῦ ἀτιμασθείς, διὰ ἀποστόλων κηρυχθείς, ὑπὸ ἐθνῶν ἐπιστεύθη. 4. οὗτος ὁ ἀπ’ ἀρχῆς, ὁ καινὸς φανεὶς καὶ παλαιὸς εὑρεθεὶς καὶ πάντοτε νέος ἐν ἁγίων καρδίαις γεννώμενος. 5. οὗτος ὁ ἀεί, ὁ σήμερον υἱὸς λογισθείς, δι’ οὗ πλουτίζεται ἡ ἐκκλησία καὶ χάρις ἁπλουμένη ἐν ἁγίοις πληθύνεται, παρέχουσα νοῦν, φανεροῦσα μυστήρια, διαγγέλουσα καιρούς, χαίρουσα ἐπὶ πιστοῖς, ἐπιζητοῦσι δωρουμένη, οἷς ὅρια πίστεως οὐ θραύεται οὐδὲ ὅρια πατέρων παρορίζεται. 6. εἶτα φόβος νόμου ᾄδεται, καὶ προφητῶν χάρις γινώσκεται, καὶ εὐαγγελίων πίστις ἵδρυται, καὶ ἀποστόλων παράδοσις φυλάσσεται, καὶ ἐκκλησίας χάρις σκιρτᾷ. 7. ἣν χάριν μὴ λυπῶν ἐπιγνώσῃ, ἃ λόγος ὁμιλεῖ δι’ ὧν βούλεται, ὅτε θέλει. 8. ὅσα γὰρ θελήματι τοῦ κελεύοντος λόγου ἐκινήθημεν ἐξειπεῖν μετὰ πόνου, ἐξ ἀγάπης τῶν ἀποκαλυφθέντων ἡμῖν γινόμεθα ὑμῖν κοινωνοί.

XII 1. Οἷς ἐντυχόντες καὶ ἀκούσαντες μετὰ σπουδῆς εἴσεσθε, ὅσα παρέχει ὁ θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν ὀρθῶς, οἱ γενόμενοι παράδεισος τρυφῆς, πάγκαρπον ξύλον εὐθαλοῦν ἀνατείλαντες ἐν ἑαυτοῖς, ποικίλοις καρποῖς κεκοσμημένοι. 2. ἐν γὰρ τούτῳ τῷ χωρίῳ ξύλον γνώσεως καὶ ξύλον ζωῆς πεφύτευται· ἀλλ’ οὐ τὸ τῆς γνώσεως ἀναιρεῖ, ἀλλ’ ἡ παρακοὴ ἀναιρεῖ. 3. οὐδὲ γὰρ ἄσημα τὰ γεγραμμένα, ὡς θεὸς ἀπ’ ἀρχῆς ξύλον γνώσεως καὶ ξύλον ζωῆς ἐν μέσῳ παραδείσου ἐφύτευσε, διὰ γνώσεως ζωὴν ἐπιδιεκνύς· ᾗ μὴ καθαρῶς χρησάμενοι οἱ ἀπ’ ἀρχῆς πλάνῃ τοῦ ὄφεως γεγύμνωνται. 4. οὐδὲ γὰρ ζωὴ ἄνευ γνώσεως οὐδὲ γνῶσις ἀσφαλὴς ἄνευ ζωῆς ἀληθοῦς· διὸ πλησίον ἑκάτερον πεφύτευται. 5. ἣν δύναμιν ἐνιδὼν ὁ ἀπόστολος τήν τε ἄνευ ἀληθείας προστάγματος εἰς ζωὴν ἀσκουμένην γνῶσιν μεμφόμενος λέγει· Ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. 6. ὁ γὰρ νομίζων εἰδέναι τι ἄνευ γνώσεως ἀληθοῦς καὶ μαρτυρουμένης ὑπὸ τῆς ζωῆς οὐκ ἔγνω, ὑπὸ τοῦ ὄφεως πλανᾶται, μὴ ἀγαπήσας τὸ ζῆν. ὁ δὲ μετὰ φόβου ἐπιγνοὺς καὶ ζωὴν ἐπιζητῶν ἐπ’ ἐλπίδι φυτευει, καρπὸν προσδοκῶν. 7. ἤτω σοὶ καρδία γνῶσις, ζωὴ δὲ λόγος ἀληθής, χωρούμενος. 8. οὗ ξύλον φέρων καὶ καρπὸν αἱρῶν τρυγήσεις ἀεὶ τὰ παρὰ θεῷ ποθούμενα, ὧν ὄφις οὐχ ἅπτεται οὐδὲ πλάνη συγχρωτίζεται· 9. καὶ σωτήριον δείκνυται, καὶ ἀπόστολοι συνετίζονται, καὶ τὸ κυριου πάσχα προέρχεται, καὶ καιροὶ συνάγονται καὶ μετὰ κόσμου ἁρμόζονται, καὶ διδάσων ἁγίους ὁ λόγος εὐφαίνεται, δι’ οὗ πατὴρ δοξάζεται· ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. ἀμήν.

Anonymous - Diognetus

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email