Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΞΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΜΕΓΑΡΟΙΣ ΑΘΛΗΣΑΝΤΩΝ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΕΛΕΙΤΕ



 
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΞΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΜΕΓΑΡΟΙΣ ΑΘΛΗΣΑΝΤΩΝ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΕΛΕΙΤΕ 
16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ.
Α ΟΜΑΔΑ. 
ΔΩΡΟΘΕΟΥ- ΣΑΡΑΝΤΗ- ΣΕΡΑΦΕΙΜ- ΙΑΚΩΒΟΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ - ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ 
Β ΟΜΑΔΑ. 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΠΛΑΤΩΝΟΣ - ΑΔΡΙΑΝΟΥ - ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΥ

Η εύρεση των ιερών λειψάνων των αγίων έξι Μαρτύρων Σεραφείμ, Δωροθέου, Ιακώβου, Δημητρίου, Βασιλείου και Σαράντη έγινε, με τον εξής θαυμαστό τρόπο. 
Το έτος 1798 εμφανίσθηκαν, σε όραμα σε ένα παιδί ηλικίας τότε εννέα χρονών, πού ονομαζόταν Παίσιος, τρεις άνδρες, σαν έφιπποι στρατιώτες, λέγοντας σ' αυτό, ότι πρέπει να βγάλουν από την γη τα λείψανα τους, χωρίς όμως να γνωστοποιήσουν τα ονόματά τους. 
Το παιδί αυτό μετά από λίγες μέρες ανέφερε το όραμα του στον παππού του, ονόματι Σιδέρη, ό οποίος ήταν άνθρωπος αγροίκος και άπιστος και ο οποίος έδειρε το παιδί, γιατί νόμισε ότι έπλασε μόνο του την ιστορία για την εύρεση των Αγίων. 
Οί Άγιοι όμως δεν έπαυσαν να παρουσιάζονται συνέχεια στο όνειρο του παιδιού, και να του δείχνουν τον τόπο της ταφής των, ζητώντας την εξαγωγή από την γη των ιερών τους λειψάνων. Κάθε φορά πού ό παππούς του παιδιού άκουγε κάτι τέτοιο, οργιζόταν όλο και περισσότερο, πολλαπλασιάζοντας τις τιμωρίες. Ό άνθρωπος αυτός αφού τιμωρήθηκε από τη Θεία Δικαιοσύνη με διάφορες τιμωρίες, τελικά πέθανε αμετανόητος.
Μετά ένα χρόνο αρχίζουν και πάλι να εμφανίζονται οι άγιοι Μάρτυρες στο παιδί, λέγοντας τα ίδια, δηλαδή ότι πρέπει να βγάλουν τα λείψανα τους από τη γη. Με αφορμή τις νέες αποκαλύψεις πήρε θάρρος το παιδί και ανακοίνωσε στον πατέρα του Ιωάννη τα καθέκαστα, ό οποίος με πολύ προθυμία δέχτηκε να αναλάβει το έργο. 
Επειδή όμως φοβόντουσαν τους Τούρκους κατακτητές, έσκαβαν μόνο τη νύχτα στον τόπο πού είχε υποδειχθεί, και σε βάθος περίπου τεσσάρων μέτρων βρήκαν την επομένη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου [16 Αυγούστου] τα ιερά λείψανα των Αγίων, τα όποια ευωδίαζαν υπερκόσμια ευωδιά. Με τα αγία λείψανα αυτά άρχισαν να γίνονται πάμπολλα θαύματα όχι μόνο σε ανθρώπους αλλά και σε κτήνη και σε αμπελώνες. 
Επειδή όμως αγνοούσαν οι Μεγαρείς τα ονόματα των Αγίων, άρχισαν να κάνουν νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές και ό Θεός δεν άργησε να αποκάλυψη τα ονόματα τους. Ήσαν οί άγιοι Μάρτυρες Σεραφείμ, Δωρόθεος και Ιάκωβος. 
Μετά από ένα χρόνο περίπου εμφανίσθηκαν στο ίδιο παιδί, πού ήταν και ό φύλακας των ανευρεθέντων αγίων λειψάνων, και άλλοι δύο άγιοι Μάρτυρες Δημήτριος και Βασίλειος ονόματι, οί οποίοι έδειξαν τον τάφο τους, πού βρίσκεται σε μικρή απόσταση λίγων μέτρων προς βορά των πρώτων. Αφού βοήθησαν αρκετοί ευσεβείς χριστιανοί έβγαλαν με πολλή ευλάβεια και των δύο αυτών Αγίων τα ιερά λείψανα. Κατά την ώρα εκείνη βοή έβγαινε από τον τάφο, ενώ το πλήθος με πολλή ευλάβεια και φόβο παρακολουθούσε τα γεγονότα. Μετά τον ασπασμό των αγίων αυτών λειψάνων, τα ένωσαν μαζί με των άγ. Μαρτύρων Σεραφείμ, Δωροθέου και Ιακώβου. 
Μετά από είκοσι περίπου χρόνια υποδείχθηκε στον ίδιο νέο, από τον άγιο Μάρτυρα Σαράντη ή ανεύρεση και των δικών του λειψάνων, τα όποια βρίσκονταν μέσα σε χείμαρρο θαμμένα, σε αγροτική περιοχή βορείως της πόλεως των Μεγάρων. Ό Πάίσιος πήρε μαζί του τον ιερέα Ιωάννη Μουστάκα, οί οποίοι αφού ήρθαν στον ορισμένο τόπο, είδαν ότι υπήρχαν θάμνοι ανέπαφοι και μεγάλη πέτρα, κάτω από την οποία υπήρχαν δύο τεράστια φίδια, γι' αυτό και ήταν αδύνατο να σκάψουν. Αφού γονάτισαν και προσευχήθηκαν, με τη χάρι του Θεού εξαφανίσθηκαν τα φίδια, και φωτεινή λάμψη βγήκε από τους θάμνους, κάτω από τους οποίους υπήρχαν τα ιερά λείψανα. Αφού τα μάζεψαν με ευλάβεια και κατάνυξη, τα έφεραν στα Μέγαρα και τα τοποθέτησαν μαζί με τα λείψανα των άλλων πέντε Μαρτύρων. Στο μέρος αυτό πού βρέθηκαν τα ιερά λείψανα του αγίου Σαράντη, κτίσθηκε αργότερα μικρό ξωκλήσι, που αν και βρίσκεται στην κοίτη του χειμάρρου, διατηρείται χωρίς βλάβη, μέχρι σήμερα. 
Ό Παΐσιος όταν έφτασε σε ηλικία σαράντα περίπου χρονών αν και δεν είχε πάει σχολείο, με τον φωτισμό του Θεού έμαθε τα απαραίτητα γράμματα και χειροτονήθηκε ιερεύς το έτος 1828, προκόπτοντας πάντοτε με την ευλογία του Θεού και την βοήθεια των αγίων Μαρτύρων. 
Μετά το θάνατο του ιερέα Παϊσίου το έτος 1848, πολλοί ευσεβείς Μεγαρείς, οι οποίοι πολλές φορές είχαν ευεργετηθεί από τους Αγίους, θεωρούσαν απρεπές να βρίσκονται τα αγία λείψανα στο ερειπωμένο σπιτάκι, πού είχε κτισθεί από τον Παΐσιο στον τόπο πού βρέθηκαν οι Άγιοι. Άρχισαν λοιπόν ενέργειες να κτισθεί ιερός Ναός, στον τόπο πού υπήρχαν οι τάφοι των Άγιων, προς τιμήν και μνήμη τους. Ό θεμέλιος λίθος ετέθη το έτος 1889, και με κοινή δαπάνη και βοήθεια όλων των Μεγαρέων κτίσθηκε το ωραίο Παρεκκλήσιο των αγίων Μαρτύρων, ακριβώς στον τόπο πού βρίσκονται και οι τάφοι τους, οπού προστρέχουν με ευλάβεια οί ευσεβείς Μεγαρείς όλο το χρόνο, για να προσευχηθούν και να ζητήσουν τη βοήθεια των Αγίων, και ιδιαίτερα τη μέρα της μνήμης τους, όταν με κάθε μεγαλοπρέπεια λιτανεύονται τα ιερά λείψανα τους. 
Πλήθος θαυμάτων έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται σ' εκείνους που με καθαρή καρδιά και ακλόνητη πίστη ζητούν την προστασία τους. Από αυτά σημειώνουμε μερικά, προς δόξα του εν Τριάδι Θεού και τιμή των θαυματουργών Μαρτύρων Του. 
1ετά πέντε μήνες από την εμφάνιση των Αγίων, είχε ήδη διαδοθεί ή φήμη τους ως θαυματουργών. Όταν το έμαθε κάποιος ονόματι Αναστάσιος από το χωριό Κακόσι της Θίσβης ο οποίος έπασχε από ακάθαρτα πνεύματα, Αφού ήρθε με τη βοήθεια των γονέων του και προσευχόταν επί εννέα μέρες στον τάφο των Αγίων θεραπεύθηκε, και γύρισε υγιής στο σπίτι του δοξάζοντας το Θεό. Μετά απ' αυτά έγινε Μοναχός και αφιέρωσε τον εαυτό του στη Μονή της Μακαριωτίσσης κοντά στην Δόμβραινα. 
2)Από τις Σπέτσες κάποιος αόμματος ονόματι Ιωάννης Μανδρόζος, αφού ήρθε με μεγάλη προθυμία και ευλάβεια στον τάφο των Αγίων και Αφού προσευχήθηκε με πολλά δάκρυα ζητώντας να δή το φως της ημέρας, θεραπεύθηκε με τη χάρι των Αγίων, τελείως. Ευγνωμονώντας το Θεό για το θαύμα αυτό, έγινε μοναχός και αφιέρωσε τον εαυτό του στο Άγιο Όρος. 
3)Ή Παγώνα σύζυγος Αθανασίου Οικονομοπούλου, από το Μαζί των Μεγάρων, θεραπεύθηκε από το δαιμόνιο που έπασχε, Αφού με νηστεία και προσευχή παρακαλούσε τους αγίους Μάρτυρες. 
4) Όταν κατά το έτος 1828, καταδιωγμένοι οί Μεγαρίτες από την επιδρομή των Τούρκων, οχυρώθηκαν στον λεγόμενο «τοίχο» πού σώζεται μέχρι σήμερα, έπεσε μεγάλη επιδημική αρρώστια και είχαν αρρωστήσει περισσότερα από εκατόν ογδόντα άτομα. Όταν όμως γινόταν για τον καθένα αγιασμός με την παρουσία των αγίων λειψάνων ερχόταν θαυμαστή θεραπεία. 
Σημαντικό είναι και το εξής γεγονός πού συνέβαινε την ίδια εποχή. Οι αποκλεισμένοι Μεγαρίτες στον «τοίχο», που μάχοντο κατά των Τούρκων είχαν μόνο σαράντα δύο μαχητές. Την ώρα όμως του πολέμου γινόντουσαν σαράντα οκτώ, γιατί μεταξύ τους βρίσκονταν και έξι ακόμα πολεμιστές άγνωστοι, οι οποίοι ενίσχυαν τους συμπολεμιστές τους, λέγοντας τους να έχουν θάρρος και βεβαιώνοντας τους ότι δεν πρόκειται να νικηθούν. Και πράγματι ποτέ δεν νικήθηκαν οι Μεγαρίτες από τους χιλιάδες Οθωμανούς Τούρκους. Μετά το τέλος κάθε μάχης οι μαχητές ήσαν πάλι σαράντα δύο, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιοι ήσαν και από που είχαν έρθει οί άλλοι έξι συμπολεμιστές τους. 
Αυτό το παράξενο θαύμα γινόταν σ' όλες τις μάχες πού έκαναν οί Μεγαρίτες με τους Τούρκους. Ή απορία τους λύθηκε όταν μετά την τελευταία μάχη οι εχθροί υποχώρησαν νικημένοι και οι άγιοι Μάρτυρες φανέρωσαν τη δύναμη τους, μετατραπέντες από πεζούς σε εφίππους στρατιώτες, φανερώνοντας ταυτόχρονα στους συμπολεμιστές τους τον τόπο στον όποιο βρίσκονταν και στον όποιο μπορούσαν να ζητούν τη βοήθεια τους. Ό τόπος αυτός είναι ό τόπος στον οποίο βρέθηκαν τα άγια λείψανα τους. 
5)Διπλό θαύμα περιγράφεται ότι συνέβη στις μέρες του εκδότη της παλιάς ακολουθίας, Αθανασίου Ί. Παπασιδέρη: Στις 2 Ιουλίου 1881 έμεινε άφωνος από αρρώστια ό εργαζόμενος στους αγίους Θεοδώρους της Θήβας, Μεγαρίτης Αθανάσιος Δέσκος και τον έφεραν σε κακή κατάσταση στα Μέγαρα. Αρχικά τον πήγαν στον Άγιο Ιερόθεο προκειμένου να θεραπευθεί. Μη μπορώντας όμως να παραμείνει άλλο ή γριά σύζυγος του, μετά από πέντε μέρες επανήλθαν στα Μέγαρα και κατέφυγαν στη προστασία των αγίων Μαρτύρων, στο μικρό σπιτάκι πού φυλάσσονταν τα άγια λείψανα, διανυκτερεύοντας και προσευχόμενοι επί τέσσερις μέρες. Την τελευταία, πού ήταν ή 26η προς την 27η Ιουλίου, κατά τα μεσάνυχτα άκουσαν θόρυβο ιππέων, οι οποίοι αφού σε λίγο μπήκαν μέσα, άφησαν κατάπληκτο τον άρρωστο. Από τους ιππείς αυτός πού μπήκε πρώτος ακούστηκε να λέει «Δωρόθεε, άνθρωποι εδώ». Αμέσως κατεβαίνει ένας από τους ιππείς, και πιάνει, τον μέχρι της στιγμής άφωνο, από τη μασχάλη και αφού τον τίναξε του είπε: «Να μην πάψης να πιστεύεις στο Χριστό», ενώ ταυτόχρονα ακούσθηκε άλλη φωνή να λέει: «Δωρόθεε φόνος γίνεται». Και αμέσως ακούστηκε θόρυβος από την γρήγορη έξοδο των ιππέων από το σπιτάκι. Την στιγμή αυτή αρχίζει να μιλά ό άρρωστος στη σύζυγο του, ή οποία ήταν γεμάτη τρόμο, και από τον φοβερό θόρυβο της εξόδου των ιππέων, και από την απροσδόκητη ομιλία του συζύγου της. Όταν συνήλθε γονάτισαν και προσευχήθηκαν και δόξασαν το Θεό και τους Άγιους, για το θαύμα, και έφυγαν για το σπίτι τους. Όταν έφτασαν, πρώτος ό θεραπευμένος χαιρέτησε τα παιδιά του λέγοντας τους «Καλημέρα», τα όποια και δοκίμασαν πολλή μεγάλη χαρά, ακούγοντας τον πατέρα τους να μιλά. Τους είπε ακόμα ότι εκείνη τη νύχτα έγινε φόνος, άγνωστο όμως ποιος και πού. Σ αυτό το τελευταίο δίσταζαν να πιστέψουν ή σύζυγος του και τα παιδιά του, νομίζοντας ότι παραλογίζεται. Πράγματι όμως το πρωί της 27 ης Ιουλίου φονεύθηκε ό Γεώργιος Ί. Μαργέτης. 
Τα θαύματα πού αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως και μερικά άλλα, περιγράφονται στην ακολουθία του 1896. Τα θαύματα των Άγιων πού περιγράφονται στη συνέχεια, είναι λίγα από τα πολλά σύγχρονα, και μας τα διηγήθηκαν ό πανοσιολ. Άρχιμ. π. Δαμασκηνός Κατρακούλης και οι αδελφές της Ί. Μονής άγ. Ιωάννου Μακρινού. 
1.Το έτος 1977, την παραμονή της εορτής των αγίων Μαρτύρων [15 Αυγούστου], ασθενούσε πολύ βαριά ό ιδρυτής της ιεράς Μονής αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Μακρινού) Άρχιμ. π. Δαμασκηνός Κατρακούλης, έτσι ώστε, για πρώτη φορά στη ζωή του, προς μεγάλη του λύπη, δεν μπόρεσε να παρευρέθη στο πανηγύρι των Αγίων και τη λιτάνευση των αγίων λειψάνων τους. 
Το βράδυ οι αδελφές της Μονής, για παρηγοριά τους έλεγαν μεταξύ τους: «Να αφήσομε την εξώπορτα ανοιχτή να περάσουν οι άγιοι Μάρτυρες». Και στην απελπισία τους παρακαλούσαν θερμά τους Αγίους, να θεραπεύσουν τον π. Δαμασκηνό. Άλλα και ό πιστός Μεγαρικός λαός όταν έμαθε τον λόγο για τον οποίο δεν παρευρισκόταν στο πανηγύρι ό πατήρ Δαμασκηνός, άρχισε να λέει με μεγάλη απλότητα και πεποίθηση: «Οι άγιοι Μάρτυρες θα πάνε με τα αλόγα τους και θα τον κάνουν καλά». 
Στο Μοναστήρι περίπου στις 11 τη νύκτα και ενώ οι μοναχές είχαν αποσυρθεί στα κελιά τους, ακούγεται θόρυβος πολύς, σαν καλπασμός αλόγων. Την ίδια στιγμή υπερκόσμιο φως έλαμψε στα κελιά μερικών αδελφών, ενώ ό άγιος Ιάκωβος ξύπνησε μία αδελφή ή οποία κοιμόταν. Γεμάτες έκσταση και χαρά οι μοναχές, μόλις συνειδητοποίησαν την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων, άρχισαν να μαζεύονται στο κελί της Ηγουμένης. Και το παράδοξο είναι, ότι κάθε μια απ' αυτές ισχυριζόταν ότι ό καλπασμός έγινε έξω από το δικό της κελί. 
Με δάκρυα, βαθιά κατάνυξη και θερμή ευγνωμοσύνη, άρχισαν δοξολογία προς τον Άγιο Θεό και ευχαριστία προς τους αγίους Μάρτυρες, οι οποίοι άκουσαν την ταπεινή τους δέηση. Πράγματι από την ώρα εκείνη θεραπεύθηκε ό π. Δαμασκηνός, με την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων, προς δόξα του Πανάγαθου Θεού, ό οποίος δόξασε για άλλη μια φορά τους αγίους Του Μάρτυρες. 
Λίγα χρόνια πριν απ' αυτό το θαύμα οι ίδιες μοναχές είχαν ακούσει, με τρόπο θαυμαστό, πολύ καθαρά στην αυλή της Μονής των, τις καμπάνες του πανηγυρικού εσπερινού των αγίων Μαρτύρων. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το Μοναστήρι του αγίου Ιωάννου Μακρινού απέχει από τα Μέγαρα περίπου 22 χιλιόμετρα. 
2.Ή πρώην καθηγουμένη της ιεράς Μονής Όσιου Μελετίου, μοναχή Χριστονύμφη Χατζοπούλου, με πολύ συγκίνηση διηγείται την εμφάνιση των αγίων Μαρτύρων σ' αυτήν. Στη νεανική της ηλικία, είδε δέκα έφιππους και λαμπρότατους στρατιώτες να περνούν κάτω από το σπίτι της. Τα άλογα τους ήσαν ρωμαλέα, χρώματος λευκού και κόκκινου. Έκπληκτη φώναξε την ευσεβή γιαγιά της (το γένος Ζήσου) και τη ρώτησε ποιοι ήσαν. Εκείνη, με πολύ απλότητα και βεβαιότητα, αποκρίθηκε ότι ήσαν οι άγιοι δέκα Μάρτυρες. Από τη γλυκύτητα δε την οποία αισθάνθηκαν στην καρδιά τους με την εμφάνιση των Αγίων, βεβαιώθηκε , ή αλήθεια των λόγων της γιαγιάς της. 
3.Κατά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής και κατά τη νύχτα, Όταν ή κυκλοφορία ήταν αυστηρά απαγορευμένη κάποια γυναίκα από τα Μέγαρα είδε να περνούν δέκα έφιπποι στρατιώτες έξω από το σπίτι της. Όταν γεμάτη φόβο τους συνέστησε, ότι υπάρχει κίνδυνος από τους φοβερούς κατακτητές, πήρε την εξής απάντηση: «Μη φοβάσαι, εμείς σας φυλάμε, οι δέκα Μάρτυρες». Και έγιναν άφαντοι. Αυτή δεν ήταν ή μόνη φορά πού οι Άγιοι έδειξαν την προστασία τους στο Μεγαρικό λαό, κατά τους δύσκολους εκείνους χρόνους. 
4.Το έτος 1958 ασθενούσε βαρεία από διφθερίτιδα ή μικρή θυγατέρα του Γεωργίου και της Ευγενίας Μαργέτη από τα Μέγαρα. Οι γιατροί τους είχαν απελπίσει για την εξελίξει της ασθενείας. Γύρω στα μεσάνυχτα ή μητέρα του ασθενούς κοριτσιού αγρυπνούσε κοντά στο κρεβάτι του και παρακαλούσε τους αγίους Μάρτυρες να σώσουν το παιδί της. Ξαφνικά άκουσε καλπασμό αλόγων, χλιμίντρισμα και ρουθούνισμα στο παράθυρο του δωματίου, πού βρισκόταν το άρρωστο παιδί. Αγανακτισμένη ή μητέρα, σηκώθηκε να μαλώσει τους ανθρώπους πού είχαν τα άλογα, έτοιμη, να τους πει: «Μα δε μαζεύετε τέτοια ώρα τα άλογα σας απ' τα ξένα σπίτια;» Οι ιππείς όμως είχαν εξαφανισθεί. Αμέσως κατάλαβε την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων και από το γεγονός ότι το παιδί της από την ώρα εκείνη έγινε τελείως καλά, προς δόξα του Αγίου θεού και των αγίων ενδόξων Μαρτύρων Του. 
Τα τρία θαύματα τα όποια αναφέρονται στη συνέχεια, τα διηγήθηκαν προσωπικώς σ' εμάς, τα πρόσωπα στα όποια συνέβησαν και τα οποία ευεργετήθηκαν από τους αγίους Μάρτυρας. 
1)Το έτος 1925, όταν ή κ. Μαρία Κοντομηνά (το γένος Παναγ. Κακαρίκου) ήταν 15-16 ετών, αρρώστησε πολύ βαριά από τύφο. Ό τότε γιατρός Πίνδαρος Ξεκούκης αγωνίσθηκε πολύ να την θεραπεύσει, άλλα χωρίς αποτέλεσμα. Ένα από τα βραδιά εκείνα, ή γιαγιά της (μητέρα της μητέρας της) είδε στο όνειρο της την άρρωστη εγγονή της, να έχη κρεμασμένη στο λαιμό της την εικόνα των αγίων Μαρτύρων και να ανεβαίνει στο βουνό, προς τον άγιο Γεώργιο της Πάχης. Άπ' αυτό παρακινήθηκαν και πήραν στο σπίτι της άρρωστης, την λειψανοθήκη με τα ιερά λείψανα των αγίων Μαρτύρων. Ξενυχτούσαν προσευχόμενοι, όταν άκουσαν ποδοβολητά αλόγων και είδαν το καπάκι της λειψανοθήκης να ανοίγει μόνο του, μερικά εκατοστά. Ήταν φανερή ή παρουσία των αγίων Μαρτύρων. Με χαρά και δέος γονάτισαν και ευχαρίστησαν, ενώ ή άρρωστη Μαρία, ή οποία μέχρις εκείνη τη στιγμή παρέμενε με κλειστά μάτια και χωρίς να μιλά, άνοιξε τα μάτια και ζήτησε νερό. Είχε θεραπευθεί από τους αγίους Μάρτυρας. 
2) Στις 15 Φεβρουαρίου 1984, στις 12 περίπου τα μεσάνυχτα ό Αθανάσιος Άνδρ. Παπαβασίλης, μόλις είχε παρκάρει το αυτοκίνητο του κι έμπαινε στην αυλή του σπιτιού του, άκουσε καλπασμό αλόγων τα όποια πλησίαζαν από το δυτικό μέρος του δρόμου (της οδού Δημοσθένους), ενώ έβλεπε μόνο φως να έρχεται προς το μέρος του. Του έκανε εντύπωση ό καλπασμός και, περίεργος, περίμενε να δή τα άλογα. Το φως και ό καλπασμός πέρασαν εμπρός του, και επέστρεψαν σε λίγο από το ανατολικό μέρος του δρόμου. Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο του κάποιον να του παραγγέλλει: Αύριο πού θα ταξιδέψεις, να προσεχής αυτόν πού θα έρχεται πίσω σου. Πράγματι το πρωί ταξίδεψε με το Ι.Χ. αυτοκίνητο του προς την Θεσσαλονίκη, με πολλή προσοχή, λόγω της ανωτέρω προειδοποιήσεως. Κι όμως κάποιος πού ακολουθούσε με αυτοκίνητο, έπεσε με μεγάλη ταχύτητα επάνω στο δικό του Ι.Χ. και του προξένησε μεγάλη ζημιά, χωρίς όμως να πάθη ό κ. Παπαβασίλης τον παραμικρό τραυματισμό. Ήταν ή προστασία των αγίων Μαρτύρων. 
3)Το νεώτερο γνωστό θαύμα των άγιων Μαρτύρων, έγινε στις 15 Αυγούστου 1990, παραμονή της εορτής των. 
Ό μικρός Νίκος, ηλικίας 10 ετών, γιος του Ιεροθέου και της Σοφίας Καρώνη, είχε εκ γενετής μεγάλο πρόβλημα με την ακοή του. Οι γιατροί είχαν αποφανθεί ότι δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτε. Την παραμονή της εορτής των Αγίων, όπως αναφέρθηκε, επισκέφθηκαν οί γονείς μαζί με τον μικρό Νίκο το Ί. Παρεκκλήσιο των αγίων Μαρτύρων για να προσκυνήσουν. Ό Νίκος ρωτούσε με πολλή περιέργεια και ζήλο να μάθη τι είναι οί άγιοι Μάρτυρες. Ό ευσεβής πατέρας του, του εξηγούσε με υπομονή. Μεταξύ των άλλων του ανέφερε ότι οί άγιοι Μάρτυρες έχουν από τον Θεό το χάρισμα να θεραπεύουν αρρώστους. Ό Νίκος ρώτησε: Μπορούν να θεραπεύσουν κι εμένα; Βεβαίως μπορούν, του απάντησε ό πατέρας του. (Ήταν περίεργη ή όλη συζήτηση, λέει ό πατέρας του, λες και ό Νίκος προαισθανόταν ότι κάτι θα γίνει). Σε λίγο 6 μικρός ζήτησε να κατεβεί στον τόπο πού βρέθηκαν τα ιερά λείψανα. Πράγματι κατέβηκαν τα σκαλοπάτια, μέχρις ενός σημείου, ό Νίκος και οί γονείς του. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή εκείνη το παιδί έπαψε να εχη ακουστικό πρόβλημα. Έγινε τελείως καλά, πράγμα πού ανακοίνωσε με χαρά στους γονείς του. 
Όντως, θαυμαστός ό θεός εν τοις Άγίοις αυτού. 
Άρχιμ. Δωρόθεος Μουρτζούκος. 
 
ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΝ ΜΕΓΑΡΟΙΣ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ 
Ο χρόνος του μαρτυρίου των αγίων έξι Μαρτύρων (όπως και των άλλων τεσσάρων, συνολικώς δέκα) οι οποίοι μαρτύρησαν στα Μέγαρα, παραμένει άγνωστος, εφ' όσον ούτε στα Μαρτυρολόγια αναφέρεται, ούτε οι ίδιοι οι άγιοι Μάρτυρες απεκάλυψαν κάτι περί αυτού. 
Όμως, αν και δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις,, οι οποίες μας βοηθούν να τοποθετήσομε, κατά προσέγγιση τουλάχιστον, τον χρόνο του μαρτυρίου των εν Μεγαρείς αγίων Μαρτύρων. Οι ενδείξεις αυτές είναι: 
1) Οσάκις εμφανίζονται οί άγιοι Μάρτυρες, από της ανευρέσεως των ιερών λειψάνων τους το 1798, μέχρι σήμερα, εμφανίζονται σχεδόν πάντοτε ως έφιπποι ρωμαίοι στρατιώτες. 
2) Στις πρώτες εικόνες τους, οί όποιες έγιναν με την υπόδειξη του Παϊσίου, στον όποιο είχαν εμφανιστεί οί άγιοι Μάρτυρες επανειλημμένως, και υπέδειξαν την ύπαρξη των ιερών λειψάνων τους, απεικονίσθηκαν οί Άγιοι να φορούν στολές ρωμαίων στρατιωτών, διότι έτσι τους είδε στις εμφανίσεις τους ό Παΐσιος. 
3) Το όνομα ΣΑΡΑΝΤΗΣ το όποιο φέρει ό ένας από τους αγίους Μάρτυρας, έχω την γνώμη, ότι μας δίδει την δυνατότητα τοποθετήσεως των Αγίων, σε συγκεκριμένη πλέον ιστορική περίοδο. 
Το όνομα Σαράντης είναι άγνωστο στους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αρχίζει όμως να δίδεται ως βαπτιστικό όνομα στους Χριστιανούς, προς τιμήν των αγίων Τεσσαράκοντα (Σαράντα) Μαρτύρων, οί οποίοι μαρτύρησαν στην παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας της Αρμενίας (Μ. Ασίας) το έτος 320, επί του Αυτοκράτορας της Ανατολής Λικινίου. (Ό αυτοκράτωρ της Ανατολής Λικινιος, 308-323, παρά την Απόφαση ή Διάταγμα των Μεδιολάνων του Φεβρουαρίου 313, περί ανεξιθρησκίας, το όποιο εξέδωσε από κοινού με τον Μ. Κωνσταντίνο, αργότερα για λόγους καθαρώς πολιτικούς άλλαξε γνώμη, και με διαταγή του υποχρεώθηκαν οί χριστιανοί να αρνηθούν την πίστη τους, κήρυξε δηλαδή διωγμό). 
Κατά τον διωγμό αυτόν μαρτύρησαν οί άγιοι Σαράντα μάρτυρες, των οποίων ή Εκκλησία μας τίμα την μνήμη Στις 9 Μαρτίου. Ό Σεβασμός των χριστιανών για τους άγ. Σαράντα Μάρτυρες υπήρξε πολύ μεγάλος, και ή τιμή της μνήμης τους διαδοθεί ταχύτατα σε όλη την Ανατολή. Εκτίσθησαν 1. Ναοί (και αργότερα Ί. Μονές) προς τιμήν τους, εξεφωνούντο εγκωμιαστικοί λόγοι, τελούντο αγρυπνίες (παννυχίδες) την ήμερα της μνήμης τους, και οί Χριστιανοί κατά το βάπτισμα τους έπαιρναν το όνομα Σαράντης, προς τιμήν των άγ. Σαράντα.

Ό αγ. Μάρτυς Σαράντης, επομένως, βαπτισθεί και έλαβε το όνομα αυτό, μετά τον Μάρτιο του έτους 320 μ.Χ. Αυτό σημαίνει ότι μαρτύρησε μετά την ημερομηνία αύτη.

Αλλά δεν ήταν δυνατόν να μαρτυρήσει στα Μέγαρα της Αττικής μετά την ημερομηνία αυτή, διότι γνωρίζομε ότι από το έτος 314 μ.Χ. ό Λικίνιος είχε παραχωρήσει την κυρίως Ελλάδα (μαζί με την Μακεδονία, την Ιλλυρία, την Δαρδανία και μέρος της Μοισίας) στον Μ. Κωνσταντίνο. Άρα ό άγιος Μάρτυς Σαράντης μαρτύρησε μετά το τέλος της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου (21 Μαΐου 337 μ.Χ.), σε επόμενο διωγμό.

Κι ό επόμενος διωγμός είναι της εποχής του αυτοκράτορας Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363). Βεβαίως ό Ιουλιανός δεν κήρυξε επισήμως διωγμό, με κάποιο Διάταγμα. Άλλα λόγω της αντιχριστιανικής πολιτικής του, του χλευασμού εκ μέρους του της πίστεως των Χριστιανών και της υποστηρίξεως με διαφόρους τρόπους και μέσα της ειδωλολατρικής θρησκείας, πολλοί Διοικητές επαρχιών, πολιτειακοί αξιωματούχοι και παράγοντες της ειδωλολατρικής κοινωνίας, ή οποία ήταν ακόμα εν δράσει αν και έπνεε τα λοίσθια, με την κάλυψη ή και προτροπή του Ιουλιανού κατεδίωξαν, κακοποίησαν, βασάνισαν και θανάτωσαν πολλούς χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς, επισήμους και απλοϊκούς, οί οποίοι έδειχναν εμμονή και σταθερότητα στην αγία πίστη του Χριστού. Αναφέρομε μερικά παραδείγματα αγίων , οί οποίοι μαρτύρησαν κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτου: Ό αγ. Ιερομάρτυς Βασίλειος πρεσβύτερος εν Άγκυρα [22 Μαρτίου], ό αγ. Ιερομάρτυς Μάρκος επίσκοπος Άρεθουσίων, Κύριλλος ό Διάκονος και οί συν αύτοίς [29 Μαρτίου], ό αγ. Ιερομάρτυς Δωρόθεος επίσκοπος Τύρου [5 Ιουνίου], ό αγ. Ιερομάρτυς Τιμόθεος επίσκοπος Προύσσης [10 Ιουνίου], οι αγ. Μάρτυρες Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ [17 Ιουνίου], ό αγ. Μεγαλομάρτυς Αρτέμιος [20 Οκτωβρίου], ό αγ. Μάρτυς Θεόδωρος ό εν Αντιόχεια [24 Νοέμβρη]. οι άγιοι δεκαπέντε Ιερομάρτυρες εν Τιβεριουπόλει (Στρωμνίτση της Μακεδονίας) [28 Νοέμβρη], οι αγ. Μάρτυρες Πατερμούθιος, Κόπρις και Αλέξανδρος [17 Δεκεμβρίου], και άλλοι. 
Κατά την περίοδο λοιπόν της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτου, βάσει των όσων αναφέραμε, έχομε τη γνώμη, ότι μαρτύρησαν και οι εν Μεγαροις άγιοι Μάρτυρες.

Αρχιμ. Δωρόθεος Μουρτζούκος

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ


 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 
ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ

Ο άγιος και ένδοξος μάρτυς του Χριστού Αρτέμιος έζησε την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Γόνος αρχοντικής οικογένειας, έχαιρε της εύνοιας του αυτοκράτορα και έλαβε τα αξιώματα του πατρικίου και του αυγουσταλίου (του στρατιωτικού διοικητή) της Αλεξάνδρειας και όλης της Αιγύπτου (περί το 330). Οι τιμές αυτές όμως δεν τον παρέσυραν να χάσει την Πίστη του και να εγκαταλείψει την πρόθεσή του να διαδώσει παντού το χαρμόσυνο άγγελμα της Σωτηρίας. Όταν εκοιμήθη ο Μέγας Κωνσταντίνος, την αυτοκρατορία μοιράσθηκαν οι τρεις γιοι του. Ο Κωνστάντιος κληρονόμησε όλο το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας (από το Ιλλυρικό ως την Περσίδα, καθώς και την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη), και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Μόλις ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι τα λείψανα του μεν αποστόλου Ανδρέα βρίσκονται στην Πάτρα, τα δε του αποστόλου Λουκά στις Θήβες της Βοιωτίας, έδωσε εντολή στον άγιο Αρτέμιο να προβεί στην μετακομιδή και των δύο στη Βασιλεύουσα, για να κατατεθούν στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

Λίγο καιρό αργότερα, ο Κωνστάντιος χρειάσθηκε να μεταβεί με το στράτευμά του στην Αντιόχεια, για να πολεμήσει κατά των Περσών. Εκμεταλλευόμενος ο εξάδελφός του Ιουλιανός τη συγκυρία αυτή, ανέλαβε την εξουσία στη δυτική αυτοκρατορία (την οποία ο Κωνστάντιος είχε προσαρτήσει το 351) και θέλησε να ανακηρυχθεί αυτοκράτορας στη θέση του Κωνστάντιου. Ο Κωνστάντιος έφυγε αμέσως για να αποκαταστήσει την εξουσία του, πέθανε όμως κατά τη διάρκεια της επιστροφής του στην Κικιλία, και μόλις που πρόλαβε να λάβει εκεί το άγιο Βάπτισμα. Ο Ιουλιανός έμεινε τότε εκ των πραγμάτων μόνος αυτοκράτορας (360) και αμέσως επιδόθηκε στην επαναφορά της παλαιάς θρησκείας των ειδώλων, της οποίας νέον προφήτη –δήθεν κατά το θέλημα των θεών– θεωρούσε τον εαυτό του. Έστειλε λοιπόν παντού διατάγματα, προστάζοντας την επαναφορά της λατρείας των ειδώλων στους ναούς που είχαν μετατραπεί σε εκκλησίες την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Απαγόρευσε ιδιαίτερα στους χριστιανούς διδασκάλους και ρήτορες να διδάσκουν ελεύθερα, και διέταξε να ραντίζουν τις αγορές με αίματα των ειδωλολατρικών θυσιών, ώστε να αναγκασθούν οι χριστιανοί κάτοικοι και πολίτες να τρώνε μιασμένα τρόφιμα. Τότε σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας άνθισε πάλι το μαρτύριο.

Όταν ο Ιουλιανός εγκαταστάθηκε στην Αντιόχεια για να συνεχίσει τον πόλεμο κατά των Περσών, διέταξε όλους τους ηγεμόνες των επαρχιών με τα στρατεύματά τους να πάνε εκεί. Η διαταγή του έφθασε και στον Αρτέμιο, ο οποίος –πιστός στις αρχές και εξουσίες σύμφωνα με τις επιταγές των ιερών Γραφών (Ρωμ. 13, 1-2) - συγκέντρωσε το στράτευμά του και ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια για την Αντιόχεια. Μετά από μεγάλη διαδρομή έφθασε στην πόλη, όπου για πρώτη φορά την εποχή των Αποστόλων είχε ακουσθεί η λέξη «χριστιανός» (Πράξ. 11, 26), τη στιγμή ακριβώς που ο αυτοκράτορας διέτασσε να παρουσιασθούν ενώπιόν του δύο ιερείς, ο Ευλόγιος και ο Μακάριος, για να τους αναγκάσει να αρνηθούν την Πίστη τους και να υποταγούν στανικά στη λατρεία των ψευδών θεών. Οι δύο ομολογητές σε όλα τα σαθρά επιχειρήματα του Ιουλιανού αντέταξαν ανδρείως το θείο δόγμα της εν Χριστώ απολύτρωσης. Μετά την ανάκριση ο Ιουλιανός έδωσε εντολή να τους δείρουν με πεντακόσιους ραβδισμούς.

Τότε ο Αρτέμιος εξανέστη ενώπιον του θεάματος, προχώρησε προς τον αυτοκράτορα και ομολόγησε: «Όλα τα μηχανεύματά σου κατά των χριστιανών είναι εκ του πονηρού, μάταια και χωρίς δύναμη· διότι, όταν υψώθηκε στον Σταυρό ο Χριστός, κατεβλήθη των δαιμόνων η έπαρση. Οι δικοί σου θεοί, τους οποίους λατρεύεις εν ονόματι του Ερμή ή του Απόλλωνα, δεν είναι παρά ξύλο και μέταλλο!».

Η αρχική κατάπληξη του αυτοκράτορα μετατράπηκε σε οργή και μανία, όταν πληροφορήθηκε ότι εκείνος που του απηύθυνε τους πλήρεις παρρησίας λόγους δεν ήταν άλλος από τον περιλάλητο Αρτέμιο, τον αυγουστάλιο της Αιγύπτου, τον οποίο υποψιαζόταν ως συμμέτοχο στον θάνατο του αδελφού του Γάιου Κωνσταντίνου, καίσαρα της Ανατολής. Διέταξε τότε να συλλάβουν τον Αρτέμιο, να του αφαιρέσουν τα διακριτικά των αξιωμάτων του και να τον φέρουν την επαύριο ενώπιόν του, ώστε να τιμωρηθεί παραδειγματικά για το ανήκουστο θράσος του. Χωρίς κανέναν σεβασμό προς το αξίωμά του, οι στρατιώτες τον έδεσαν, τον μαστίγωσαν, και τον έριξαν σχεδόν νεκρό στη φυλακή μαζί με τους άλλους δύο μάρτυρες. Ο Αρτέμιος όμως, γεμάτος χαρά και αγαλλίαση, ανέπεμψε προσευχή προς τον Κύριο λέγοντας: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, διότι με αξίωσες να υποστώ βασανιστήρια χάριν της αγάπης Σου και να συναριθμηθώ στον χορό των αγίων Σου!». Την επομένη εξόρισαν τους μάρτυρες Ευγένιο και Μακάριο στις εχθρικές και αφιλόξενες περιοχές της Αραβίας, και εκεί σύντομα αποκεφαλίσθηκαν [σημ.: μια διαφορετική παράδοση αναφέρει τη μνήμη τους στις 19 Φεβρουαρίου].

Εν συνεχεία, ο αυτοκράτορας διέταξε να παρουσιασθεί ο Αρτέμιος. Αρχικά, του υποσχέθηκε όλες τις τιμές που αρμόζουν στους οικείους του βασιλιά, και επιπλέον το αξίωμα του αρχιερέα των θεών, αν φυσικά αποφάσιζε να εγκαταλείψει τις δοξασίες εκείνων που ο Ιουλιανός ονόμαζε υποτιμητικά «Γαλιλαίους». Τέτοιες υποσχέσεις όμως, δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσουν τον άγιο, ο οποίος, ζώντας εν Χριστώ, είχε ήδη νεκρωθεί ως προς τον κόσμο και τις επιθυμίες του. Του φαινόταν, επίσης, ανώφελο να προβεί σε μακρά απολογία της χριστιανικής Πίστεως, εφόσον ο Ιουλιανός είχε, έστω και τυπικά, λάβει από παιδί χριστιανική αγωγή. Για τον λόγο αυτό, αρκέσθηκε στην άρνηση των ψευδών κατηγοριών για τη συμμετοχή του στον φόνο του Γάιου, και στη διακήρυξη ενώπιον του Παραβάτη ότι τίποτε στον κόσμο αυτό δεν ήταν ικανό να τον πείσει να εγκαταλείψει την Πίστη προς τον Σωτήρα Χριστό. Δεν απέμεινε λοιπόν τίποτε άλλο στον αναίσχυντο τύραννο, παρά να ξεσπάσει η οργή του σε βασανιστήρια. Έδωσε τότε εντολή να τρυπήσουν το σώμα του αγίου με πυρακτωμένες βελόνες. Προς μεγάλη του όμως απογοήτευση, ούτε φωνή ούτε αναστεναγμός εξήλθε από το στόμα του Αρτεμίου, και τη νύκτα παρουσιάσθηκε ο Χριστός στο κελλί του και του θεράπευσε όλες τις πληγές. Ενδυναμωμένος ο Αρτέμιος από το θείο όραμα, έμεινε δεκαπέντε ημέρες όρθιος, χωρίς τροφή και νερό, προσευχόμενος νυχθημερόν και ατενίζοντας με τα όμματα της φιλόθεης καρδιάς του τα ουράνια μυστήρια.

Εν τω μεταξύ, ο Ιουλιανός έφθασε στη Δάφνη, στα περίχωρα της Αντιόχειας, και διέταξε να μεταφέρουν από εκεί το τίμιο λείψανο του αγίου Βαβύλα [4 Σεπτ.] και να το ενταφιάσουν σε κοιμητήριο της πόλης, για να ανεγερθεί στον αρχικό τόπο του ενταφιασμού του αγίου χρυσό άγαλμα του Απόλλωνα και ναός αφιερωμένος στη λατρεία του. Μια νύκτα όμως, ενώ οι ιερείς επιδίδονταν σε θυσίες και προσευχές για να ανοίξει ο θεός τους το ξύλινο και μεταλλικό στόμα του και να εξαγγείλει τον χρησμό του, φωτιά κατέβηκε από τον ουρανό και κατέκαυσε τον ναό και το άγαλμα, χωρίς κανείς να μπορεί να τη σβήσει. Τότε ο Ιουλιανός μέσα στη μανία του θεώρησε υπεύθυνους τους χριστιανούς· διέταξε να κλείσουν οι νέες εκκλησίες και εξαπέλυσε αγριότερο διωγμό εναντίον τους σε όλη την αυτοκρατορία. Στη Σαμάρεια (Σεβάστεια) μάλιστα, διέταξε να ρίξουν στη φωτιά τα λείψανα του προφήτη Ελισαίου και του Τιμίου Προδρόμου, και στην Καισάρεια Φιλίππου να γκρεμίσουν τον ανδριάντα του Σωτήρος Χριστού, που είχε φιλοτεχνήσει η Αιμορροούσα Βερονίκη [12 Ιουλ.]. Έδωσε, επίσης, διαταγή να επιτραπεί στους Ιουδαίους να ανοικοδομήσουν τον ναό τους στα Ιεροσόλυμα - που είχε καταστραφεί το έτος 70 - με χρήματα από τα ταμεία του κράτους, με σκοπό να αποδείξει ως πλάνη την αψευδή προφητεία του Χριστού για την καταστροφή του ναού των Ιουδαίων και το οριστικό τέλος του παλαιού Νόμου (βλ. Ματθ. 23, 38 και 24, 2· Μάρκ. 13, 1-2· Λουκ. 21, 5-6).

Και, ενώ παντού διώκονταν οι χριστιανοί με πρωτοφανή σκληρότητα, ο Ιουλιανός διέταξε να βγάλουν τον Αρτέμιο από τη φυλακή, αποφασισμένος να θέσει πια τέλος στη ζωή του και στη μεγάλη επιρροή που ασκούσε αυτός προς τον λαό με τον εξής τρόπο· πρόσταξε να κόψουν στη μέση έναν μεγάλο βράχο, που βρισκόταν κοντά στο θέατρο της Αντιόχειας, να ξαπλώσουν τον άγιο στο ένα κομμάτι και να ρίξουν επάνω στο σώμα του το άλλο κομμάτι του βράχου. Μόλις έπεσε βαρύς ο λίθος, όλοι άκουσαν τον δυνατό τριγμό των οστών του αγίου που συντρίφθηκαν· οι πάντες άφησαν μόνο και εγκαταλειμμένο τον άγιο ανάμεσα στους δύο ογκόλιθους μέχρι την επόμενη μέρα, νομίζοντας ότι σίγουρα θα ξεψυχούσε. Μεγάλη όμως ήταν η έκπληξη του τυράννου και του παριστάμενου κόσμου, όταν την επομένη, ανασηκώνοντας τον λίθο, σηκώθηκε όρθιος ο μάρτυς του Χριστού –του οποίου τα οστά είχαν συντριβεί, τα σπλάχνα είχαν χυθεί, οι οφθαλμοί του είχαν βγει - και συνέχισε να κατηγορεί τους ψευδείς θεούς και να καυχάται με ιερή παρρησία στον Σταυρό του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, αντί ο τύραννος να αλλάξει γνώμη και διάθεση, διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Αρτέμιο. Ο μάρτυς με χαρά δέχθηκε την καταδίκη του, ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό για να ευχαριστήσει τον Θεό, και προσευχήθηκε για τη σωτηρία της Εκκλησίας. Και αφού μόνος του προχώρησε προς τον τόπο της εκτέλεσης, έκανε τρεις μετάνοιες προς την ανατολή και παρέδωσε χαρούμενος τον αυχένα του στο ξίφος του δήμιου. Τότε, μια ευλαβής και φιλόχριστη αρχόντισσα, έλαβε το πολύαθλο λείψανο και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου για αιώνες επιτελούσε πολυάριθμα θαύματα σε ασθενείς, ιδίως σε όσους έπασχαν από κήλη, ενώ με ζήλο το προσκυνούσαν και το τιμούσαν οι πιστοί.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 2ος (Οκτώβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία


Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία

Η Παράκληση των Αγίων - εδώ 

Ο άγιος μάρτυς Αδριανός και η σύζυγός του Ναταλία κατάγονταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο (ήτοι 302-305 μ.Χ.) της βασιλείας του Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.) συνελήφθησαν είκοσι τρεις χριστιανοί άνδρες, οι οποίοι κρύπτονταν στα σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πλεί­στα όσα βασανιστήρια και κακώσεις. Αυτούς λοιπόν ο Αδριανός, προ του μαρτυρίου τους, τούς ρώτησε το εξής: «Για ποιό λόγο, καλοί μου άνθρωποι, υπομένετε αυτές τις ανυπόφορες και δεινές τιμωρίες;». Αυτοί του αποκρίθηκαν: «Για να κερδίσουμε τα αγαθά που έχει ετοιμάσει ο Θεός για όσους πάσχουν υπέρ Αυτού, τα οποία βεβαίως δεν εί­ναι δυνατόν ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος ανθρώπι­νος να τα περιγράψει». 
Αμέσως λοιπόν τότε ο μακαριστός Αδριανός, διεγερθείς από τη θεία χάρη, είπε στους γραμματείς που έγραφαν τα ονόματα των μελλόντων να υποστούν μαρτυρικό θάνατο χριστιανών: «Γράψτε και το δικό μου όνομα· στ’ αλήθεια, ευχαρίστως συναριθμούμαι με αυτούς». Εκείνοι, πράγματι, έγραψαν το όνομά του και, αφού του έδεσαν τα χέρια με αλυσίδες, τον έριξαν στη φυλακή. Πληροφορηθείσα δε η σύζυγός του Ναταλία τη σύλληψη και φυλάκισή του, νόμι­σε ότι αυτά έγιναν για άλλο λόγο και στενοχωρήθηκε πά­ρα πολύ. Ύστερα όμως έμαθε ποιά ήταν η αιτία της καθείρξεως του συζύγου της Αδριανού. Αμέσως, αφού φό­ρεσε λαμπρά ενδύματα, έσπευσε στο δεσμωτήριο, μπήκε μέσα και καταφιλούσε τις αλυσίδες με τις οποίες ήταν δε­μένα τα χέρια του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον, τον μακάριζε για την προθυμία του και τον συμβούλευε να υπομένει με καρτερία τους αφόρητους πόνους των βασανι­στηρίων, μένοντας ασάλευτος και ακλόνητος στην πίστη του στο Χριστό. Και, ακόμη, παρακαλούσε τους συνδεσμώ­τες του χριστιανούς να προσεύχονται γι’ αυτόν. 
Αλλά τότε, ύστερα από προτροπή του μάρτυρος Αδριανού, η Ναταλία επέστρεψε στην οικία της. Μετά δε από λίγο ο Μάρτυς, επειδή είχε την εντύπωση ότι θα οδη­γούνταν στον τύραννο, χαιρέτισε τους συνδεσμώτες του χριστιανούς και, αφού έδωσε χρήματα στους δεσμοφύλα­κες, έλαβε άδεια και πήγε στην οικία του, για να μηνύσει στη σύζυγό του Ναταλία να είναι παρούσα κατά την τελείωσή του. Εκείνη όμως, μόλις αντίκρισε το σύζυγό της, νόμιζε ότι φοβήθηκε τα βασανιστήρια και για το λόγο αυ­τό αρνήθηκε το Χριστό και, έτσι, αφέθηκε ελεύθερος. Αφού λοιπόν η Ναταλία έκαμε τη σκέψη αυτή, του έκλει­σε την πόρτα κατάμουτρα, ονειδίζοντας τον για την άρνη­ση του Χριστού και αποκαλώντας τον φιλόζωο και δειλό. Ακόμη δε η Αγία του υπενθύμισε την απειλή του Χριστού προς εκείνους που θα αθετήσουν την πίστη τους σ’ Αυτόν. Επιπλέον δε και τον εαυτό της τον αποκαλούσε άθλιο και δυστυχισμένο, γιατί ούτε μια ήμερα, έλεγε, δεν είχε την ευτυχία να ονομαστεί γυναίκα Μάρτυρος, αλλά την ευτυ­χία και τη μακαριότητα, που είχε την ελπίδα να λάβει, τη διαδέχτηκαν μεμιάς η δυσφημία και η αθλιότητα. Όταν όμως αυτή έμαθε το σκοπό για τον οποίον ο Άγιος πήγε στην οικία του, του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες και, αφού τον αγκάλιασε, τον ασπαζόταν με απέραντη αγαλλίαση και χαρά. Αμέσως δε, όπως ήταν, τον ακολούθησε στην πο­ρεία του προς τον τύραννο. 
Οδηγήθηκε λοιπόν ο άγιος Αδριανός στο βασιλιά, στον οποίο και διακήρυξε με παρρησία ότι ο Χριστός εί­ναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως τότε ο τύραννος πρόσταξε και υποβλήθηκε ο Άγιος σε βασανιστήρια. Και πρώτα – πρώτα, τον έριξαν στο έδαφος μπρούμυτα και τον έδειραν ανηλεώς με ξύλα. Έπειτα τον γύρισαν ανάσκελα και τον χτύπησαν τόσο πολύ στην κοιλιά, ώστε αυτή άνοιξε και φάνηκαν τα σπλάχνα του. Ήταν δε τότε ο Άγιος είκο­σι οχτώ χρόνων. Ακολούθως οι δήμιοι τον ακρωτηρίασαν μαζί με τους υπόλοιπους Αγίους. Και βέβαια ο πρώτος που του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια ήταν ο Αδριανός. Μάλιστα δε η σύζυγός του Ναταλία έθετε πάνω στο αμόνι κάθε μέλος και τον μεν δήμιο τον παρακαλούσε να χτυ­πάει δυνατά με το σφυρί την κοπίδα, τον δε σύζυγό της Αδριανό τον ενθάρρυνε και τον ενδυνάμωνε να υπομένει καρτερικά τους πόνους και να μην προδώσει από δειλία την υπέρ του Χριστού άθλησή του. 
Όταν λοιπόν ο άγιος Αδριανός ετελειώθη, και μαζί και οι άλλοι άγιοι Μάρτυρες, τα δε σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στο πυρ, για να καούν, η Ναταλία πήρε στην αγκαλιά της το ένα χέρι του συζύγου της Αδριανού και ακολουθούσε τα άγια λείψανα. Αλλά και με τα αίματα που έσταζαν από τα ιερά αυτά λείψανα άλειφε τον εαυτό της. 
Μόλις οι δήμιοι έφτασαν στον προκαθορισμένο τόπο, έριξαν στο πυρ τα άγια λείψανα. Αμέσως όμως τότε ξέ­σπασε μεγάλη νεροποντή, η οποία έσβησε το πυρ, και τα λείψανα έμειναν άθιχτα. Έτσι ένας χριστιανός, ονόματι Ευσέβιος, περισυνέλεξε τα άγια λείψανα και, αφού τα έβαλε σε ένα πλοιάριο, τα μετέφερε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο, και τα ενταφίασε. Εκεί και η αγία Ναταλία, μεταβάσα αργότερα, παρέδωσε το πνεύμα της στο Θεό και ενταφιάστηκε δίπλα στα λείψανα των αγίων Μαρτύρων. 
Πηγή: Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Με τους Αγίους μας, Συναξαριστής μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.148-152.


 Δόξα. 

Ἦχος α'. Ἐφραὶμ Καρίας 
Ζῆλος ἀνδρὸς εὐσεβοῦς, εἵλκυσε γυναῖκα θεοφιλῆ, πρὸς παραίνεσιν φαιδράν· Ἀδριανὸς γὰρ ὁ πανάριστος, Ναταλίας τῶν ῥημάτων ὑπαχθείς, ἀθλήσεως τὸν δρόμον ἐκτετέλεκεν· Ὢ γυναικὸς θεοφιλοῦς! οὐχ ὡς γὰρ Εὔα τῷ, Ἀδὰμ ἤνεγκε φθοράν, ἀλλὰ ζωὴν ἄληκτον τῷ συζύγῳ προεξένησε. Ταύτην σὺν τῷ ἀνδρὶ ἐπαινοῦντες, βοήσωμεν Χριστῷ· Δὸς ἡμῖν βοήθειαν, ταῖς πρεσβείαις τῶν Ἁγίων σου.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2025

Τῇ ΙΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Φωτίου καὶ Ἀνικήτου.

 

Τῇ ΙΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Φωτίου καὶ Ἀνικήτου.

Πῦρ Ἀνίκητον συμφλέγει τῷ Φωτίῳ, 
Οὓς φωτὸς οἶκος ὡς ἀνικήτους φέρει. 
Πῦρ κατὰ δωδεκάτην κτάνε Φώτιον ἠδ' Ἀνίκητον.

Φώτιος ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀνίκητου. Κατάγονταν καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ τὴν Νικομήδεια. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς θέλησε νὰ κινήσει διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, μίλησε μπροστὰ στὴ Σύγκλητο μὲ τοὺς πιὸ ὑβριστικοὺς λόγους ἐναντίον τους. Ἐκεῖ ἦταν παρὼν καὶ ὁ Ἀνίκητος, ποὺ ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια του βασιλιᾶ, ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ σηκώθηκε μὲ θάρρος, δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ εἶπε στὸ Διοκλητιανό: «Πλανᾶσαι, βασιλιά, ἂν νομίζεις ὅτι μὲ τὰ μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν θὰ πετύχεις τοὺς ἀσεβεῖς σκοπούς σου. Μάθε ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν σήμερα τὴν ὑγιέστερη μερίδα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ θὰ ἦταν ἀνόητοι καὶ ἀναίσθητοι ἂν πίστευαν στὰ εἴδωλα. Γι᾿ αὐτὸ ὅποια μέτρα καὶ ἂν πάρεις ἐναντίον τους, στὸ τέλος ζημιωμένος θὰ εἶσαι ἐσύ, ἐνῷ αὐτοὶ ἔνδοξοι μάρτυρες». Ὁ Διοκλητιανός, προσβεβλημένος ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀνίκητου, διέταξε καὶ τὸν ἔριξαν τροφὴ σὲ ἕνα τρομερὸ λιοντάρι. Ἀλλὰ τὸ λιοντάρι σταμάτησε τὴν ἄγρια ὁρμή του καὶ ἡμέρεψε σὰν πρόβατο. Τότε ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ συνετρίβησαν πολλὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα. Κατόπιν τὸν ἔβαλαν σὲ τροχὸ μὲ ἀναμμένη φωτιὰ ἀπὸ κάτω. Ἀλλ᾿ ὢ τοῦ θαύματος, ὁ τροχὸς σταμάτησε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε. Τότε ἔτρεξε καὶ τὸν ἀγκάλιασε ὁ ἀνεψιός του Φώτιος. Μόλις εἶδαν αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες, ἔδεσαν καὶ τοὺς δυὸ μέσα στὸ λεγόμενο λουτρὸ τοῦ Ἀντωνίου. Καὶ ἀφοῦ ὑπερθέρμαναν τὸ νερό, παρέδωσαν καὶ οἱ δυὸ ἔνδοξα τὸ πνεῦμα τους.

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΕΛΛΑ




ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΕΛΛΑ

ΠΗΓΗ:ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ 

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΔΩ 

Η αγία αυτή αμνάδα του Χριστού καταγόταν από τη Βολισσό της Χίου. Όταν πέθανε η μητέρα της, την ανέθρεψε ο πατέρας της. Μεγαλώνοντας προόδευσε σε αρετή, έτσι που το σώμα της ακτινοβολούσε από την περίσσεια αγνότητας της ψυχής της. Ο διάβολος, φθονώντας μία τόσο λαμπρή αρετή, προσπάθησε να της υποβάλει ακάθαρτους λογισμούς, αλλά η αγία απέκρουσε εύκολα όλους τους πειρασμούς με τη δύναμη του Σταυρού. Ο άρχων του σκότους στράφηκε τότε προς τον πατέρα της και γέννησε στον σαρκικό και ολιγόπιστο αυτόν άνθρωπο ασελγή πόθο για την ίδια τη θυγατέρα του. Αφήνοντας τους ρυπαρούς λογισμούς να βλαστήσουν στη ψυχή του, άρχισε να κάνει απρεπείς προτάσεις στη νεαρή κόρη που, ταραγμένη από μια τέτοια αναισχυντία, έφυγε κρυφά από το χωριό της και κατέφυγε στο βουνό. Η αποτυχία αυτή κόρωσε περισσότερο τη φλόγα που έκαιγε στην καρδιά του παραλογισμένου και παράφρονος αυτού ανθρώπου και σαν δαιμονισμένος άρχισε να τη αναζητά μανιωδώς παντού. Βλέποντάς τον να πλησιάζει η αγία Μαρκέλλα, έτρεξε προς τη θάλασσα και κρύφτηκε σ’ έναν βάτο. Δεν μπόρεσε όμως να μείνει απαρατήρητη από τον πατέρα της που, μη μπορώντας να μπει στον βάτο, έβαλε φωτιά να τον κάψει. Η Μαρκέλλα διέφυγε από αλλού κι άρχισε να τρέχει πάνω στα βράχια της ακρογιαλιάς. Καθώς ο πατέρας της δεν μπορούσε να τη φτάσει, της έριξε ένα βέλος που τραυμάτισε σοβαρά τη μακαρία, αλλά δεν κατάφερε να την εμποδίσει να συνεχίσει το ξέφρενο τρέξιμό της.

Καταλαβαίνοντας ότι οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν, ανέπεμψε προσευχή προς τον επουράνιο Νυμφίο της, παρακαλώντας να τη βοηθήσει. Αμέσως ο Κύριος έκανε να σχισθεί ένας βράχος, που δέχθηκε μέσα του την αγία, όπως ακριβώς συνέβη άλλοτε και στην αγία Θέκλα [24 Σεπτ.]. Όταν έφθασε ο πατέρας της, μη μπορώντας να την τραβήξει από τον βράχο, απέκοψε τα στήθη της κόρης του, κατόπιν την αποκεφάλισε και έριξε το κεφάλι της στη θάλασσα, ανοίγοντάς την έτσι τις πύλες της αιώνιας αυλής του Παραδείσου, μεταξύ των συνετών παρθένων που συνοδεύουν παντοτινά τον Νυμφίο Χριστό. 
Υποθέτουν ότι η κάρα της αγίας Παρθενομάρτυρος μεταφέρθηκε στην Ιταλία και τη βενετική κατοχή της Χίου.

Από τον βράχο που στέγασε την αγία αναβλύζει αγίασμα, που έχει την ιδιότητα να καλύπτει τα βότσαλα με μια λεπτή κοκκινωπή κρούστα, που οι κάτοικοι του νησιού ονομάζουν «άγιο αίμα» και συρρέουν κατά πλήθη στο προσκύνημα αυτό. Μαζεύουν τα βότσαλα αυτά, τα ξύνουν και φυλάνε τα ξύσματα σε βάζα χρησιμοποιώντας τα σε κάθε είδους αρρώστιες. Η αγία έχει εμφανισθεί εξάλλου πολλές φορές, φορώντας μοναχικό ένδυμα και δείχνοντας να αναδύεται από τη θάλασσα, σε αρρώστους που έρχονται να περάσουν τη νύχτα στον ναό που έχει κτιστεί στον μαρτυρικό τόπο του βάτου.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),

Τρίτη 22 Απριλίου 2025

Οι άγιοι Αλέξανδρος και Επιπόδιος της Λυών


 
22 Απριλίου  
Οι άγιοι Αλέξανδρος και Επιπόδιος της Λυών 
Κατά τους διωγμούς του Μάρκου Αυρηλίου (177), όταν οι ειδωλολάτρες θεώρησαν ότι όλοι οι χριστιανοί της Λυών είχαν εξαλειφθεί μετά το μαρτύριο του αγίου Ποθεινού και των συν αυτώ [2 Ιουν.], ο Αλέξανδρος και ο Επιπόδιος, οι οποίοι από παιδικής ηλικίας συνδέονταν με στενή πνευματική φιλία, διέφυγαν από την πόλη και βρήκαν καταφύγιο στα περίχωρα, στο σπίτι μιας χριστιανής χήρας. Τους ανακάλυψαν όμως και τους έριξαν στην φυλακή, εν αναμονή της ανάκρισής τους. 
Όταν οι δύο νέοι διακήρυξαν ότι είναι χριστιανοί, το πλήθος κραύγασε και ο δικαστής κατελήφθη από έξαλλη μανία διαπιστώνοντας ότι όλο το αίμα που είχε χυθεί δεν είχε κατορθώσει να εξαλείψει τους μαθητές του Χριστού, και έτσι διέταξε να φυλακίσουν χωριστά τον έναν από τον άλλο και να υποβάλουν τον Επιπόδιο σε βασανιστήρια. 
Στις κολακείες με τις οποίες προσπάθησε ο δικαστής να κάμψει το φρόνημα του Επιποδίου, ο μάρτυς απάντησε: «Η ζωή που μου προτείνεις είναι για μένα θάνατος αιώνιος, και ο θάνατος με τον οποίο με απειλείς δεν είναι παρά μετάβαση στην ζωή την ατελεύτητη! Όταν διατάξεις να θανατωθούμε, τα βασανιστήριά σας θα μας επιτρέψουν να περάσουμε από τον χρόνο στην αιωνιότητα, από τα δεινά του θνητού βίου στην μακαριότητα της αθανάτου ζωής». 
Ο δικαστής χτύπησε άγρια το στόμα που πρόφερε αυτά τα λόγια και διέταξε να κρεμάσουν τον Επιπόδιο σε ικρίωμα και να γδάρουν οι δήμιοι τις σάρκες του με σιδερένια άγκιστρα. Διψασμένος για αίμα, ο λαός εξεγέρθηκε απαιτώντας να του παραδώσουν τον χριστιανό αυτόν, ώστε ο δικαστής, φοβούμενος αναταραχή, διέταξε να αποκεφαλίσουν χωρίς χρονοτριβή τον Επιπόδιο. 
Την επομένη διέταξε να παρουσιαστεί ο Αλέξανδρος και επιχείρησε να τον εκφοβίσει, υπενθυμίζοντάς του τα βασανιστήρια που επιφυλάσσονται στους μάρτυρες. Ο Αλέξανδρος αποκρίθηκε: «Νομίζεις ότι θα με κάνεις να φοβηθώ με την υπενθύμιση των μαρτυρίων; Να ξέρεις ότι απλώς συδαυλίζεις τον πόθο μου να τα ακολουθήσω. Το όνομα χριστιανός, που προσπαθείς να εξαλείψεις, θα λάμψει τότε ακόμη περισσότερο!» Ο δικαστής διέταξε να τον ξυλοκοπήσουν ανελέητα τρεις δήμιοι, και όταν έχασε κάθε ελπίδα ότι θα μπορούσε να κάμψει το φρόνημα του αγίου, διέταξε να τον σταυρώσουν. 
Ευσεβείς χριστιανοί ήλθαν αργότερα, πήραν τα σώματα των δύο μαρτύρων και τα έκρυψαν σε σπήλαιο, στα περίχωρα της Λυών, το οποίο κατέστη ονομαστό εξαιτίας των θαυμάτων που επιτελούνταν. 

  

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

«Οφείλουμε να πάμε κι εμείς να αγωνιστούμε μαζί τους, αν μας καλέσει ο Κύριος, ή έστω να δούμε όσους αγωνίζονται και να τους συμπαρασταθούμε».

 

Στο διωγμό του Μαξιμίνου. 

Λίγο καιρό αργότερα ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος κήρυξε διωγμό κατά της Εκκλησίας-311. Όταν ο Αντώνιος έμαθε ότι οι άγιοι μάρτυρες οδηγούνται στα δικαστήρια, καταδικάζονται και ρίχνονται στις φυλακές ή σε άλλα μαρτύρια, άφησε την ασκητική καλύβα του, σύναξε τους μοναχούς και τους κάλεσε σε αγώνα με τα ακόλουθα λόγια: «Οφείλουμε να πάμε κι εμείς να αγωνιστούμε μαζί τους, αν μας καλέσει ο Κύριος, ή έστω να δούμε όσους αγωνίζονται και να τους συμπαρασταθούμε». Και κατέβηκε στην πόλη της Αλεξάνδρειας συνοδευόμενος από πολλούς μοναχούς. Και βέβαια είχε μεγάλο πόθο να υποστεί και μαρτύριο, αλλά επειδή δεν ήθελε από μόνος του να παραδοθεί, πήγε και υπηρετούσε τους ομολογητές της πίστης στις φυλακές, και στα μεταλλεία, και όπου τους είχαν εξορίσει. Πήγαινε και στα δικαστήρια, και προσπαθούσε να ενισχύσει ψυχικά όσους καταδικάζονταν σε μαρτυρικό θάνατο, ή να περισυλλέγει, να κηδεύει και να ενταφιάζει τα σώματα όσων μαρτυρούσαν.

Κι ο δικαστής που διέκρινε και είδε το μεγάλο του θάρρος, όπως κι αυτό της μοναχικής του συνοδείας, καθώς επίσης και την προθυμία του για το μαρτύριο, απαγόρεψε την είσοδό τους στο δικαστήριο και την παραμονή τους στην πόλη σ’ αυτόν και τη συνοδεία του. Και, πολλοί μοναχοί είχαν τη γνώμη, ότι οφείλουν να συμμορφωθούν με την εντολή, και να μην εμφανιστούν στο δικαστήριο την άλλη μέρα. Ο Αντώνιος όμως δε συμφωνούσε καθόλου με αυτή την πρόταση, και αποφάσισε να συνεχίσει. Φρόντισε, μάλιστα, και έπλυνε το πανωφόρι του, το φόρεσε, και την άλλη μέρα πήγε και στάθηκε σε μέρος ψηλό, κατάντικρυ από τον ηγεμόνα-δικαστή για να τον βλέπει. Και όπως ήταν φυσικό και επόμενο θαύμαζαν το θάρρος του όλοι!

Αλλά, όπως ήταν επίσης φυσικό και επόμενο, δεν άργησε να τον ιδεί κι ο ηγεμόνας-δικαστής. Μα εκείνος σαν να μη συνέβαινε τίποτα, συνέχισε να στέκεται άφοβα εκεί με τη μοναχική του συνοδεία. Ήθελε με τον τρόπο αυτό να στείλει ένα μήνυμα, ότι οι χριστιανοί διαθέτουν ζήλο αγωνιστικό για την πίστη τους, και ότι καμιά απειλή και κανένα μαρτύριο δεν τους τρομάζει. Γιατί όπως σας είπα πριν, ευχόταν πολύ να αξιωθεί κι ίδιος να μαρτυρήσει. Και φαινόταν ευδιάκριτα ότι τον λυπούσε, που δεν του γινόταν αυτή η τιμή και χάρη. Ο Κύριος, βλέπετε, είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν, τον φύλαγε για τη δική μας πνευματική ωφέλεια, καθώς και των άλλων, για να γίνει σε πιο πολλούς διδάσκαλος στην άσκηση, που είχε διδαχτεί από τις Γραφές. Όπως και έγινε, αφού δεν είναι λίγοι αυτοί που και μόνον που έβλεπαν τον εκπληκτικό τρόπο της ζωής του, έσπευδαν να την ακολουθήσουν με μεγάλο ζήλο.

Και συνέχισε να συμπαραστέκεται στους ομολογητές, να τους υπηρετεί, και να κοπιάζει κι αυτός ως αιχμάλωτος μαζί τους όσο καιρό κράτησε ο διωγμός εκείνος.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

ΠΗΓΗ : ΕΔΩ 

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


Ο μέγας και θαυμαστός αθλητής του Χριστού Γεώργιος ήταν γόνος πλούσιας και υψηλά ιστάμενης οικογένειας της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του, Γερόντιος, εκοιμήθη όταν ο Γεώργιος ήταν δέκα ετών και η μητέρα του, Πολυχρονία, που είχε ασπασθεί τον χριστιανισμό εν αγνοία του συζύγου της, επέστρεψε στη γενέτειρά της Παλαιστίνη και ανέθρεψε τον νεαρό γιο της με τις ευαγγελικές αρετές. Προικισμένος με εύμορφο παρουσιαστικό, ευφυΐα και τρόπους ευγενικούς, ο Γεώργιος κατατάχθηκε στον στρατό σε ηλικία δεκαοκτώ ετών. Ευαρέστησε τους αξιωματικούς του και σύντομα ανήλθε στο αξίωμα του τριβούνου της αυτοκρατορικής φρουράς και κατόπιν, όπως φαίνεται, σε εκείνου του στρατηλάτου (επάρχου).

Επιστρέφοντας στην Καππαδοκία μετά από μία νικηφόρα εκστρατεία, πέρασε από την περιοχή της Αττάλειας στην Παμφυλία, όπου έσωσε από βέβαιο και αναπόδραστο θάνατο την κόρη του βασιλέα, την οποία είχαν αφήσει βορά σ’ έναν φοβερό δράκοντα, και σκότωσε το θηρίο με την υπερφυσική δύναμη που αντλούσε από την πίστη του. Θαυμάζοντας την ισχύ που χαρίζει ο Χριστός στους πιστούς Του ενάντια στη δύναμη των δαιμόνων, οι ειδωλολάτρες της περιοχής ασπάσθηκαν όλοι τον Χριστιανισμό. Και παρότι δεν αναφέρεται αυτό στα πλέον αρχαία Μαρτύρια, το θαύμα αυτό κατέστη η πλέον γνωστή εικονογραφική παράσταση του αγίου Γεωργίου.

Την εποχή του μεγάλου διωγμού που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός (περί το 304), ο αυτοκράτορας συνεκάλεσε στη Νικομήδεια όλους τους επάρχους της Ανατολής για να τους ανακοινώσει τα διατάγματά του κατά των χριστιανών. Ο άγιος Γεώργιος ένιωσε ότι είχε φθάσει η στιγμή να ομολογήσει δημοσίως τον Χριστό. Μοίρασε τα υπάρχοντά του στους πτωχούς, απελευθέρωσε τους δούλους του και παρουσιάστηκε στην αυλή. Στάθηκε στο μέσον της συνέλευσης και στηλίτευσε τον αυτοκράτορα λέγοντας ότι άδικα σφαγιάζει τους αθώους χριστιανούς. Κατάπληκτος ο Διοκλητιανός, έδωσε εντολή στον υπασπιστή του Μαγνέντιο να ανακρίνει τον αυθάδη και τολμητία αξιωματικό. Στις ερωτήσεις του υπασπιστή ο Γεώργιος απάντησε ότι ήταν δούλος του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, και ότι ήλθε άφοβα να ελέγξει τον αυτοκράτορα εμπιστευόμενος την ακαταμάχητη δύναμη του Θεού του. Όταν συνήλθε από την κατάπληξη ο Διοκλητιανός, φοβούμενος την αναστάτωση της συνέλευσης, πρότεινε στον Γεώργιο τιμές και αξιώματα αν δεχόταν να προσφέρει θυσία στους θεούς της αυτοκρατορίας. Ο Γεώργιος αποκρίθηκε: «Η βασιλεία σου ταχέως φθείρεται και αφανίζεται, χωρίς να σου δώσει κανένα όφελος· όσοι όμως προσφέρουν θυσία αινέσεως προς τον Βασιλέα των Ουρανών, θα βασιλεύσουν μαζί Του αιωνίως».

Διέταξε τότε ο ηγεμόνας τους στρατιώτες της φρουράς να λογχίσουν τον άγιο στην κοιλιακή χώρα. Άφθονο άρχισε τότε να τρέχει το αίμα του καλλίνικου Μάρτυρος· όμως αμέσως μετά τα πρώτα πλήγματα, οι λόγχες στράβωσαν σαν να ήταν από κερί. Έριξαν τότε τον στρατιώτη του Χριστού στη φυλακή με μια βαριά πέτρα δεμένη επάνω στο στέρνο του. Την επαύριο προσήγαγαν εκ νέου ενώπιον του τυράννου τον άγιο, ο οποίος επέδειξε το ίδιο ακλόνητο φρόνημα. Τον έδεσαν τότε σ’ έναν τροχό που κρεμόταν πάνω από μια σανίδα στην οποία ήταν προσαρμοσμένα μαχαίρια και, κάθε φορά που περιστρεφόταν ο τροχός, τα μαχαίρια κατέκοπταν το σώμα του αγίου. Ξεπερνώντας τον πόνο χάρις στην αγάπη του Θεού που ανέβλυζε άφθονη μέσα του, ο άγιος Γεώργιος δεν έπαυσε να δοξάζει τον Κύριο. Φωνή ακούστηκε τότε εξ ουρανού να λέει: «Μη φοβάσαι, Γεώργιε, είμαι μαζί σου!»· και κατήλθε Άγγελος, ενδεδυμένος μανδύα λευκό πιο απαστράπτοντα από τον ήλιο, ο οποίος έλυσε τον άγιο από τον τροχό και θεράπευσε τις πληγές του.

Όταν ο Γεώργιος παρουσιάστηκε σώος και αβλαβής ενώπιον του τυράννου, δύο αξιωματικοί της φρουράς, οι στρατηλάτες Ανατόλιος και Πρωτολέων, ομολόγησαν μεγαλοφώνως τον Χριστό. Αποκεφαλίστηκαν επί τόπου. Η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα [21 Απρ.] διακήρυξε κι εκείνη ότι ήταν χριστιανή και ο Μαγνέντιος την υποχρέωσε πάραυτα να αποσυρθεί στο ανάκτορο.

Έριξαν τότε τον άγιο σε λάκκο γεμάτο ασβέστη, ώστε να λιώσει όλο το σώμα του και να μη μείνει ούτε ένα οστό. Όπως όμως οι Τρεις Παίδες στην κάμινο της Βαβυλώνας, ο άγιος εξήλθε μετά από τρεις ημέρες ανέπαφος και το πλήθος τον επευφημούσε φωνάζοντας: «Μέγας ο Θεός του Γεωργίου!».

Αναίσθητος μπροστά σε όλες αυτές τις εκφάνσεις της εκπληκτικής δυνάμεως του Χριστού, ο τύραννος διέταξε τότε να φορέσουν στον άγιο υποδήματα που είχαν στο εσωτερικό τους πυρακτωμένα καρφιά και να τον αναγκάσουν να περπατήσει με αυτά. «Τρέχα, Γεώργιε, προς τον ποθητό σου Κύριο!» φώναξε ο άγιος επικαλούμενος τη βοήθεια του Χριστού. Και για μια ακόμη φορά παρουσιάστηκε ενώπιον του Διοκλητιανού σώος ακτινοβολώντας χάρη Ουρανού.

Με τη δύναμη του Θεού, ο Γεώργιος διατηρήθηκε αβλαβής και άτρωτος από το δηλητήριο που του ετοίμασε ένας μάγος ονόματι Αθανάσιος. Καθώς ο Αθανάσιος και οι ομότεχνοί του εξακολουθούσαν να μην πιστεύουν και νόμιζαν ότι ο Γεώργιος χρησιμοποιούσε κάποιο μαγικό τέχνασμα, του ζήτησαν να αναστήσει έναν νεκρό για να αποδειχθεί περίτρανα η δύναμη του Θεού του. Εκεί κοντά βρισκόταν ένας ειδωλολατρικός τάφος και ο άγιος πράγματι ανέστησε τον νεκρό που είχε ταφεί εκεί πριν από τριακόσια χρόνια, ο οποίος αμέσως προσκύνησε τον Γεώργιο διακηρύσσοντας ότι η προσευχή του αγίου τον έβγαλε από την κόλαση και ομολόγησε κι αυτός τον Χριστό. Ο μάγος Αθανάσιος προσέπεσε τότε στα πόδια του δούλου του Θεού, ζήτησε συγχώρεση και ομολόγησε με τη σειρά του την αληθή Πίστη. Έξαλλος από θυμό ο Διοκλητιανός, διέταξε να αποκεφαλίσουν επί τόπου τον μάγο αλλά και τον αναστηθέντα.

Πολλοί από εκείνους που πίστευσαν στον Χριστό μετά τα θαύματα του αγίου Γεωργίου βρήκαν τρόπο να τον επισκεφθούν στη φυλακή για να κατηχηθούν στην αλήθεια του Ευαγγελίου ή να βρουν με την προσευχή του τη θεραπεία των δεινών τους. Ο άγιος συμπόνεσε τον καθένα και ανέστησε μάλιστα το βόδι του Γλυκερίου, ενός απλού χωρικού γεωργού ο οποίος κατόπιν συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε χωρίς ανάκριση και δίκη.

Την επομένη, ο Διοκλητιανός διέταξε να φέρουν τον Γεώργιο στο ιερό του Απόλλωνα, ενώ μέγα πλήθος συγκεντρώθηκε εκεί. Υποκρινόμενος ότι ήταν έτοιμος να προσφέρει θυσία, ο μάρτυς εισήλθε στο ιερό, στάθηκε μπροστά στο είδωλο και έκανε το σημείο του Σταυρού. Τότε οι δαίμονες που ενοικούσαν στο είδωλο ομολόγησαν με τρόμο ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και εξήλθαν με μανιώδη βοή και με γοερές κραυγές, ενώ τα υπόλοιπα είδωλα κατέπεσαν και συνετρίβησαν με πάταγο. Οι ιερείς των ειδώλων και οι εθνικοί έδιωξαν τότε τον άγιο με αλαλαγμούς και τον πήγαν στο ανάκτορο. Ακούγοντας την οχλαγωγία η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, βγήκε έξω, διέσχισε τον όχλο λέγοντας μεγαλοφώνως: «Θεέ του Γεωργίου, βοήθει μοι!» και προσέπεσε με δέος στα πόδια του αγίου. Μη μπορώντας πλέον να συγκρατήσει τη μανία του ο τύραννος, σκληρόκαρδος όπως άλλοτε ο Φαραώ, διέταξε να τους αποκεφαλίσουν και τους δύο. Την παραμονή όμως της θανάτωσης, η Αλεξάνδρα παρέδωσε ειρηνικά τη ψυχή της στον Κύριο μέσα στη φυλακή όπου βρισκόταν.

Ο άγιος Γεώργιος έφθασε στον τόπο της θανάτωσης ακολουθούμενος από μεγάλο πλήθος κόσμου. Ευχαρίστησε τον Θεό για όλες τις ευεργεσίες Του, ζήτησε τη βοήθειά Του υπέρ εκείνων που θα επικαλούνταν με πίστη το όνομά του ανά τους αιώνες και κατόπιν έκλινε τον αυχένα κάτω από το ξίφος και ανήλθε στους ουρανούς για να λάβει τα τρόπαια της αιώνιας δόξης.

Σύμφωνα με την εντολή του αγίου, ο δούλος του μετέφερε κατόπιν το τίμιο λείψανο στην πατρίδα του, στη Λύδδα (Διόσπολη) της Παλαιστίνης [3 Νοεμ.], όπου αναρίθμητα θαύματα επιτελέστηκαν στον μεγάλο ναό που ανηγέρθη προς τιμήν του.

Η τιμή του αγίου Γεωργίου γνώρισε μεγάλη εξάπλωση σε όλη την χριστιανοσύνη, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Τιμάται ως πολιούχος προστάτης χωρών όπως η Γεωργία και η Αγγλία, χιλιάδες ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του και κάθε χριστιανική ψυχή διαβλέπει στον άγιο τη δυναμική ενσάρκωση των αρετών της γενναιότητας, της ανδρείας, της καρτερικότητας, του θείου πόθου προς τον Χριστό και της πλήρους εμπιστοσύνης στη βοήθεια της θείας Χάριτος που συνιστά ο Κύριος σε όλους τους στρατιώτες και τους αγωνιστές της ευσεβείας.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
σελ. 213–218.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ





Η Εκκλησία του Θεού που παροικεί στη Σμύρνη, προς την Εκκλησία του Θεού που παροικεί στο Φιλομήλιο και προς όλες τις παροικίες της αγίας και καθολικής Εκκλησίας που βρίσκονται σε κάθε τόπο· εύχομαι το έλεος, η ειρήνη και η αγάπη του Θεού Πατρός και του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να πληθαίνουν ανάμεσά σας.

Προοίμιο

Ι. Σάς γράφουμε, αδελφοί, τα σχετικά με τους μάρτυρες και τον μακάριο Πολύκαρπο, ο οποίος τερμάτισε τον διωγμό, ωσάν με το μαρτύριό του να τον σφράγισε. Όλα σχεδόν όσα συνέβησαν, καταδεικνύει από επάνω ο Κύριος σε εμάς το μαρτύριο που είναι σύμφωνο με το Ευαγγέλιο. Διότι περίμενε ο Πολύκαρπος να παραδοθεί, όπως είχε κάνει κι ο Κύριος, για να τον μιμηθούμε κι εμείς, ώστε να μη φροντίζουμε μόνον ό,τι ενδιαφέρει εμάς τους ίδιους, αλλά να φροντίζουμε και για την ωφέλεια των πλησίον μας. Διότι γνώρισμα της αυθεντικής και σταθερής αγάπης είναι να επιδιώκει κανείς όχι μόνον την επίτευξη της δικής του σωτηρίας, αλλά και όλων των αδελφών του.


Τα μαρτύρια των χριστιανών

ΙΙ. Είναι πράγματι μακάρια και γενναία όλα τα μαρτύρια που έγιναν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Γι' αυτό στον Θεό οφείλουμε να αναθέτουμε με περισσότερη ευλάβεια τη φροντίδα για όλα τα πράγματα της ζωής μας. Ποιος λοιπόν δεν θα έπρεπε να θαυμάσει τη γενναιότητα, την καρτερία και την αγάπη τους που είχαν για τον Κύριο; Με το μαστίγωμα καταξέσχιζαν το κορμί των μαρτύρων, μέχρι του σημείου να διακρίνεται η δομή της σάρκας, ως τις εσωτερικές φλέβες και αρτηρίες· εκείνοι όμως υπέμειναν θαρραλέα, ώστε οι παρευρισκόμενοι να αισθάνονται οίκτο και να ξεσπούν σε οδυρμό. Έφθασαν επίσης σε τέτοιο βαθμό γενναιότητας, ώστε κανένας από τους μάρτυρες να μη βγάλει άχνα και στεναγμό, φανερώνοντας σε όλους μας ότι την ώρα που βασανίζονταν οι μάρτυρες του Χριστού ήταν απόντες από τη σάρκα τους, η καλύτερα ότι ήταν εκεί παρών ο ίδιος ο Κύριος και ομιλούσε μαζί τους. Και καθώς ήταν προσηλωμένοι στη χάρη του Χριστού, περιφρονούσαν τα εγκόσμια βάσανα, εξαγοράζοντας εντός μιας ώρας την αιώνια κόλαση. Ακόμη και το καμίνι της φωτιάς, στο οποίο ρίχνονταν από τους απάνθρωπους βασανιστές, τους φαινόταν δροσερό. Γιατί ένα μέλημα είχαν μπροστά στα μάτια τους, το να ξεφύγουν το αιώνιο πυρ που δεν σβήνει ποτέ, και με τα μάτια της καρδιάς τους έβλεπαν υψηλά τα αγαθά, τα προοριζόμενα για όσους υπομείνουν, αγαθά που ούτε αυτί άκουσε, ούτε μάτι τα είδε, κι ούτε λογισμός του ανθρώπου τα 'βαλε. Αυτά τα αγαθά επιδεικνύονταν από τον Κύριο μόνο σε εκείνους, οι οποίοι δεν ήταν πλέον άνθρωποι, αλλά άγγελοι. Το ίδιο και όσοι καταδικάστηκαν στα θηρία υπέφεραν τρομερές τιμωρίες, καθώς τοποθετούνταν επάνω σε αγκαθωτά κολαστήρια όργανα και υφίσταντο ποικίλα άλλα είδη βασάνων, με σκοπό να τους εξαναγκάσει ο τύραννος να αρνηθούν την πίστη τους με την επίμονη τιμωρία, εάν βέβαια μπορέσει.

Η γενναιότητα των μαρτύρων

ΙΙΙ. Πολλά λοιπόν ο διάβολος μηχανευόταν εναντίον τους, αλλά δόξα τω Θεώ, διότι δεν τους κατέβαλε όλους. Διότι ο γενναιότατος Γερμανικός τους εμψύχωνε όταν έδειχναν δειλία με την υπομονή του, ο οποίος αντιμετώπισε με ανδρεία τα θηρία. Αν και ο ανθύπατος επιθυμούσε να τον μεταπείσει από τη γνώμη του, λέγοντάς του να λυπηθεί τη νεότητά του, αυτός προκάλεσε το θηρίο δυναμικά προς τον εαυτό του, θέλοντας να απαλλαγεί το ταχύτερο από την άδικη και παράνομη πολιτεία των ειδωλολατρών. Από τη στιγμή αυτή όλο το πλήθος, αφού θαύμασε τη γενναιότητα του θεοφιλούς και θεοσεβούς γένους των χριστιανών, φώναξε δυνατά:
– Έξω οι άθεοι. Να 'ρθεί εδώ ο Πολύκαρπος!

Η περίπτωση του Κόιντου

IV. Ένας όμως από τους χριστιανούς, ονομαζόμενος Κόιντος, ο οποίος πρόσφατα είχε έλθει από τη Φρυγία, μόλις είδε τα θηρία δείλιασε. Ενώ ο ίδιος ήταν εκείνος ο οποίος είχε πείσει και τον εαυτό του και μερικούς άλλους να προσέλθουν για να μαρτυρήσουν εκουσίως. Αυτόν έπεισε με επίμονες συστάσεις ο ανθύπατος να ορκιστεί και να θυσιάσει στα είδωλα. Γι' αυτό λοιπόν, αδελφοί, δεν επαινούμε εκείνους που πάνε να μαρτυρήσουν χωρίς να τους πιέσει κανείς, επειδή δεν διδάσκει έτσι το Ευαγγέλιο.

Ο επίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος

V. Ο δε θαυμασιότατος Πολύκαρπος, μόλις άκουσε κατά πρώτον περί του επεισοδίου, δεν ταράχθηκε, αλλά ήθελε να μείνει μέσα στην πόλη. Οι πολλοί όμως τον έπεισαν να εξέλθει κρυφά. Και εξήλθε μυστικά σε μικρό αγρόκτημα, το οποίο δεν απείχε πολύ από την πόλη και διέμενε εκεί μαζί με λίγους συνοδούς. Νύκτα και ημέρα δεν έκαμε τίποτα άλλο, παρά προσευχόταν για όλους και για τις Εκκλησίες της οικουμένης, όπως συνήθιζε. Και ενώ προσευχόταν τρεις μέρες προτού συλληφθεί, περιήλθε σε οπτασία και είδε το προσκέφαλό του να καίγεται από πυρ. Και στραφείς είπε προς τους συνοδούς του:
– Πρόκειται να καώ ζωντανός.

VI. Και επειδή οι διώκτες επέμεναν στην αναζήτηση, μετέβη σε άλλο αγρόκτημα. Και αμέσως κατέφθασαν οι διώκτες του και, επειδή τον βρήκαν, συνέλαβαν δύο υπηρέτες, των οποίων ο ένας, έπειτα από βασανισμό, ομολόγησε. Ήταν άλλωστε αδύνατο να διαφύγει την προσοχή, εφ' όσον οι προδότες προέρχονταν από τους δικούς του. Και ο αστυνόμος, ο οποίος έτυχε να έχει το ίδιο όνομα λεγόμενος Ηρώδης, έσπευδε για να τον εισαγάγει στο στάδιο, έτσι ώστε εκείνος μεν να εκπληρώσει την αποστολή η οποία του ορίσθηκε, γινόμενος κοινωνός του Χριστού, οι δε προδώσαντες αυτόν να λάβουν την ίδια με τον Ιούδα τιμωρία.

VII. Αστυνομικοί λοιπόν και ιππείς, έχοντες μαζί τους τον υπηρέτη, εξήλθαν με τον συνήθη οπλισμό τους την Παρασκευή κατά την ώρα του δείπνου, σαν να έτρεχαν εναντίον ληστού (Μτ. 26,55). Όταν αργά το βράδυ εισέβαλαν, τον βρήκαν ξαπλωμένο σε ένα ανώγειο δωμάτιο. Αν και μπορούσε να απομακρυνθεί επίσης από εκεί σε άλλο τόπο, αλλά δεν θέλησε ειπών: «Ας γίνει το θέλημα του Θεού» (Πράξ. 21,14). Καθώς άκουσε λοιπόν ότι είχαν φθάσει, κατέβη στο ισόγειο και συζήτησε μαζί τους, ενώ όλοι οι παρόντες θαύμαζαν την ηλικία και το παράστημά του, και απορούσαν διατί υπήρχε τόση σπουδή να συλληφθεί τέτοιος γέρων. Παρήγγειλε λοιπόν αμέσως να τους παρατεθεί τράπεζα εκείνη την ώρα για να φάγουν και να πιούν όσο θέλουν, τους παρακάλεσε δε να του δώσουν καιρό να προσευχηθεί ανενόχλητα. Αφού δε του το επέτρεψαν, σταθείς προσευχήθηκε και ήταν τόσο γεμάτος θεία χάρη, ώστε επί δύο ώρες να μην μπορεί να σιωπήσει. Οι δε ακούσαντες εξεπλήσσοντο και πολλοί μετανοούσαν διότι είχαν έλθει εναντίον ενός τόσο θεοπρεπούς γέροντος.

VIII. Όταν δε κάποτε αφού τελείωσε την προσευχή του, αφού εμνημόνευσε όλους όσοι κάποτε είχαν έλθει σε επαφή μαζί του, μικρούς και μεγάλους, ενδόξους και αδόξους, και όλη την ανά την οικουμένη καθολική Εκκλησία, ήλθε η ώρα να εξέλθουν. Τοποθετήσαντες λοιπόν αυτόν επάνω σε όνο, τον έφεραν στην πόλη την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου. Τον προϋπάντησαν δε ο αστυνόμος Ηρώδης και ο πατέρας του Νικήτης, οι οποίοι, αφού τον μετέφεραν στην άμαξα, κάθισαν δίπλα του και προσπαθούσαν να τον πείσουν λέγοντες:
– Τι κακό είναι να πεις «ο Καίσαρας είναι Κύριος», και να θυσιάσεις και να κάνεις τα ακόλουθα σ' αυτά και να σωθείς;
Αυτός δε αρχικώς μεν δεν αποκρινόταν σ' αυτούς, επειδή όμως επέμεναν, είπε:
– Δεν πρόκειται να κάνω ό,τι με συμβουλεύετε. Εκείνοι δε, αφού απέτυχαν να τον μεταπείσουν, έλεγαν σκληρούς λόγους και τον καταβίβασαν με σπουδή, ώστε κατερχόμενος από την άμαξα να ξεσχίσει το αντικνήμιό του. Και χωρίς να το λάβει υπ' όψιν του, σαν να μην είχε πάθει τίποτα, βάδιζε με προθυμία και σπουδή οδηγούμενος προς το στάδιο, όπου επικρατούσε τόσος θόρυβος, ώστε να είναι δυνατόν ούτε να ακουσθεί κανείς.

Η ομολογία του Πολυκάρπου

IX. Καθώς δε εισερχόταν στο στάδιο ο Πολύκαρπος, του ήλθε φωνή εξ ουρανού:
– «Να είσαι ισχυρός και ανδρείος, Πολύκαρπε», διότι είμαι μαζί σου.
Και τον μεν ομιλήσαντα δεν είδε κανείς, τη δε φωνή άκουσαν οι παρόντες από τους δικούς του. Στη συνέχεια, καθώς προσήχθη, έγινε μέγας θόρυβος, μόλις άκουσαν ότι είχε συλληφθεί ο Πολύκαρπος. Μόλις λοιπόν προσήχθη, τον ρώτησε ο ανθύπατος, αν αυτός είναι ο Πολύκαρπος. Αφού δε το ομολόγησε, προσπαθούσε να τον πείσει να αρνηθεί λέγων:
– «Λυπήσου την ηλικία σου», και άλλα παρόμοια μ' αυτά, όπως συνηθίζουν αυτοί να λέγουν:
– «Ορκίσου στην τύχη του Καίσαρα, μετανόησε, πές "έξω οι άθεοι"».
Ο δε Πολύκαρπος κοιτάζοντας με σοβαρό πρόσωπο προς όλο το πλήθος των άνομων ειδωλολατρών, οι οποίοι βρισκόντουσαν στο στάδιο, και σηκώνοντας προς αυτούς το χέρι, στενάξας και παρατηρήσας προς τον ουρανό είπε:
– «Έξω οι άθεοι».
Όταν δε ο ανθύπατος επέμενε λέγων «ορκίσου και θα σε απολύσω, καταράσου τον Χριστόν», είπε ο Πολύκαρπος:
– «Ογδόντα έξι χρόνια τον υπηρετώ και δεν με αδίκησε σε τίποτα. Πως λοιπόν μπορώ να βλασφημήσω τον βασιλέα και σωτήρα μου»;
X. Όταν δε πάλι εκείνος επέμενε, λέγων «ορκίσου στην τύχη του Καίσαρα», ο Πολύκαρπος αποκρινόταν:
– Εάν αυταπατάσαι νομίζοντας ότι θα ορκισθώ στην τύχη του Καίσαρα, όπως λέγεις, και προσποιήσαι ότι αγνοείς ποιος είμαι, άκουσε τον θαρραλέο λόγο μου «είμαι Χριστιανός». Εάν δε θέλεις να μάθεις τη διδασκαλία του Χριστιανισμού, όρισε ημέρα συνεντεύξεως και θα ακούσεις.
Ο ανθύπατος είπε:
– Πείσε γι' αυτά τον λαό.
Ο δε Πολύκαρπος είπε:
– Σε μεν θεώρησα άξιο να σου απευθύνω τον λόγο, διότι έχουμε διδαχθεί να απονέμουμε στις αρχές και τις εξουσίες τις διορισμένες υπό του Θεού, την αρμόζουσα τιμή, εφ' όσον δεν ζημιώνεται η πίστη μας. Εκείνους όμως δεν τους θεωρώ αξίους να ακούσουν την απολογία μου.
XI. Ο δε ανθύπατος είπε:
– Θηρία έχω θα σε ρίξω σ' αυτά, εάν δεν μετανοήσεις.
Αυτός δε είπε:
– Κάλεσέ τα. Διότι για μας είναι αδιανόητη η μετάνοια από τα καλύτερα προς τα χειρότερα, καλό δε είναι η μετάνοια από τα άδικα προς τα δίκαια.
Εκείνος δε είπε πάλι προς αυτόν:
– Εάν περιφρονείς τα θηρία, θα ορίσω να φαγωθείς από πυρ, εφ' όσον δεν μετανοήσεις.
Ο δε Πολύκαρπος είπε:
– Με απειλείς με πυρ το οποίο καίεται πρόσκαιρα και μετ' ολίγο σβήνεται. Διότι αγνοείς το πυρ της μελλούσης κρίσεως και αιωνίου κολάσεως, το οποίο επιφυλάσσεται για τους ασεβείς. Αλλά γιατί βραδύνεις; Φέρε ό,τι θέλεις.

Το μαρτυρικό τέλος του Πολυκάρπου

XII. Λέγοντας δε αυτά και άλλα πολλά, ήταν γεμάτος θάρρος και χαρά και το πρόσωπό του ήταν πλήρες χάριτος, ώστε όχι μόνο μα μην καταρρεύσει ταραγμένος από τα λεχθέντα προς αυτόν, αλλ' αντιθέτως ο ανθύπατος να εκπλαγεί και να στείλει τον κήρυκά του στο μέσο του σταδίου για να κηρύξει τρεις φορές «ο Πολύκαρπος ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός».
Όταν λέχθηκε αυτό υπό του κήρυκα, όλο το πλήθος των Εθνικών και Ιουδαίων, των κατοικούντων στη Σμύρνη, κραύγαζε με μεγάλη φωνή και ασυγκράτητο θυμό:
– Αυτός είναι ο διδάσκαλος της Ασίας, ο πατήρ των Χριστιανών, ο καθαιρέτης των θεών μας, ο διδάσκων τα πλήθη να μη θυσιάζουν και να μην προσκυνούν.
Λέγοντας αυτά ζητούσαν με κραυγές από τον ασιάρχη Φίλιππο να απολύσει τον λέοντα κατά του Πολυκάρπου. Αυτός όμως είπε ότι δεν του επιτρέπεται τούτο, γιατί οι θηριομαχίες είχαν τελειώσει. Τότε αποφάσισαν να κραυγάζουν μαζικώς «να καεί ζωντανός ο Πολύκαρπος». Διότι έπρεπε να εκπληρωθεί το προαγγελθέν με την οπτασία, η οποία του είχε φανερωθεί σχετικώς με το προσκεφάλαιο, όταν προσευχόμενος το είδε να καίεται και στραφείς προς τους πλησίον του πιστούς είπε προφητικώς:
– Πρόκειται να καώ ζωντανός.

XIII. Συνέβησαν δε αυτά με εξαιρετική ταχύτητα, γρηγορότερα απ' όσο ελέγοντο. Τα πλήθη συνέλεγαν αυτοστιγμεί ξύλα και φρύγανα από εργαστήρια και τα λουτρά, ενώ οι Ιουδαίοι κατά τη συνήθειά τους τους βοηθούσαν στο έργο πρόθυμα. Όταν δε ετοιμάσθηκε η φωτιά, αφού απέθεσε δίπλα του όλα τα ενδύματα και έλυσε τη ζώνη, προσπάθησε να λύσει και τα υποδήματα, ενώ προηγουμένως δεν το έκανε ποτέ, διότι πάντοτε όλοι οι πιστοί έσπευδαν, ποιος να αγγίξει γρηγορότερα το δέρμα του. Διότι και προ του μαρτυρίου ήταν στολισμένος με κάθε χάρη λόγω της αγαθής του διαγωγής. Αμέσως έπειτα τέθηκαν σ' αυτόν τα κατάλληλα για τη φωτιά όργανα. Όταν δε επρόκειτο να τον καρφώσουν είπε:
– Αφήστε με έτσι. Διότι αυτός, ο οποίος μου έδωσε τη δύναμη να υποφέρω το πυρ, θα μου δώσει τη δύναμη να μείνω ατάραχος στη φωτιά και χωρίς την ασφάλεια από τα καρφιά σας.

XIV. Εκείνοι λοιπόν δεν τον κάρφωσαν μεν, αλλά τον έδεσαν. Αφού δε έβαλε πίσω τα χέρια του και προσδέθηκε σαν ευγενής κριός διαλεγμένος από μεγάλο ποίμνιο για θυσία, ολοκαύτωμα ετοιμασμένο και δεκτό από τον Θεό, κοίταξε επάνω προς τον ουρανό και είπε:
– Κύριε, ο παντοκράτωρ Θεός (Αποκ. 4,8. 11,17. 21,22), ο πατήρ του αγαπητού και ευλογητού παιδός σου Ιησού Χριστού, δια του οποίου δεχθήκαμε την επίγνωση περί σου, ο Θεός των αγγέλων και των δυνάμεων, όλης της κτίσεως και όλου του γένους των δικαίων οι οποίοι ζουν ενώπιόν σου, Σε ευλογώ διότι με αξίωσες αυτής της ημέρας και ώρας, να λάβω μέρος στον αριθμό των μαρτύρων εντός του ποτηρίου του Χριστού σου, για ανάσταση σε αιώνια ζωή ψυχής και σώματος, σε αφθαρσία Αγίου Πνεύματος. Είθε σήμερα να γίνω σ' αυτούς δεκτός ενώπιόν σου ως θυσία πλουσία και ευπρόσδεκτος, καθώς προετοίμασες και προφανέρωσες και εξεπλήρωσες Συ ο αψευδής και αληθινός Θεός. Δια τούτο και δι' όλα τα άλλα Σε αινώ, Σε ευλογώ, Σε δοξάζω δια του αιωνίου και επουρανίου αρχιερέως Ιησού Χριστού, αγαπητού παιδός σου, δια του οποίου σε Σένα μαζί με Αυτόν και το Άγιο Πνεύμα αρμόζει δόξα τώρα και στους μέλλοντες αιώνες. Αμήν.

XV. Αφού δε ανέπεμψε το αμήν και τελείωσε την ευχή, οι αρμόδιοι άνθρωποι δια το πυρ, άναψαν τη φωτιά. Καθώς δε έλαμψε μεγάλη φλόγα, είδαμε θαύμα εμείς στους οποίους δόθηκε να δούμε, οι οποίοι και διασωθήκαμε για να απαγγείλλουμε τα συμβάντα στους άλλους. Δηλαδή το πυρ, σχημάτισαν είδος καμάρας, σαν ιστίου πλοίου φουσκωμένο από τον άνεμο, κύκλωσε γύρω το σώμα του μάρτυρος, και τούτο ήταν εκεί στο μέσο όχι σαν σάρκα καιομένη, αλλά σαν άρτος ψημένος η σαν χρυσός και άργυρος καθαριζόμενος σε κάμινο. Και η ευωδία την οποία αισθανόμασταν ήταν δυνατή, σαν να κάπνιζε λιβανωτό ή άλλο πολύτιμο άρωμα.

XVI. Τέλος, ιδόντες οι άνομοι ότι το σώμα του δεν ήταν δυνατόν να φαγωθεί από το πυρ, διέταξαν να τον πλησιάσει εκτελεστής και να βυθίσει στο σώμα του ξιφίδιο. Όταν δε έπραξε τούτο, εξήλθε άφθονο αίμα γύρω στο στήθος, ώστε να σβήσει τη φωτιά και να θαυμάσει όλος ο όχλος ότι τόση διαφορά υπάρχει μεταξύ των απίστων και των εκλεκτών. Ένας απ' εκείνους και αυτός, ο θαυμασιότατος Πολύκαρπος, ο οποίος ανεδείχθη κατά τους χρόνους μας αποστολικός και προφητικός διδάσκαλος και επίσκοπος της καθολικής Εκκλησίας στη Σμύρνη. Διότι κάθε λόγος τον οποίο άφησε από το στόμα του και εκπληρώθηκε και θα εκπληρωθεί.

Μετά από το μαρτύριο

XVII. Ο δε αντίζηλος, ο φθονερός, ο πονηρός, ο εχθρός του γένους των δικαίων, καθώς αντιλήφθηκε τη σπουδαιότητα της μαρτυρίας του και την εξ αρχής ανεπίληπτη σταδιοδρομία του και τον είδε στεφανωμένο με τον στέφανο της αφθαρσίας και κατακτητή ενός ασυναγώνιστου βραβείου, κατάφερε ώστε ούτε το πτώμα του να μην παραληφθεί από εμάς, αν και πολλοί επιθυμούσαν να το παραλάβουν, για να αγγίξουν ούτω το άγιο σαρκίο του. Υπέβαλε λοιπόν στον Νικητή, τον πατέρα του Ηρώδη και αδελφό της Άλκης, να ζητήσει από τον άρχοντα να μη δώσει το σώμα του, «μη τυχόν, λέγει, αφήσαντες τον εσταυρωμένο αρχίσουν να λατρεύουν τούτο». Και ταύτα είπε με υποβολή και ενίσχυση των Ιουδαίων, οι οποίοι και προφύλαξαν όταν επεχειρήσαμε να τον παραλάβουμε από την πυρά, αγνοούντες ότι δεν θα μπορέσουμε ούτε τον Χριστό να εγκαταλείψουμε ποτέ, τον παθόντα υπέρ της σωτηρίας των σωζωμένων σε ολόκληρο τον κόσμο, τον άμωμο υπέρ των αμαρτωλών, ούτε κάποιον άλλο να λατρεύσουμε. Διότι τούτον μεν προσκυνούμε ως Υιόν του Θεού, τους δε μάρτυρες αγαπούμε ως μαθητές και μιμητές του Κυρίου, επαξίως λόγω της ανυπερβλήτου αφοσιώσεως στο βασιλέα και διδάσκαλό τους. Είθε και εμείς να γίνουμε κοινωνοί και συμμαθητές αυτών.

XVIII. Ιδών λοιπόν ο εκατόνταρχος την υποκινηθείσα από τους Ιουδαίους φιλονικία, τον τοποθέτησαν στο μέσο και κατά τη συνήθειά τους τον έκαψε. Έτσι εμείς, συλλέξαντες ύστερα τα οστά του, τα τιμιώτερα από πολυτελείς λίθους, και ευγενέστερα από χρυσό, τα ενταφιάσαμεν σε κατάλληλο τόπο. Καθώς δε θα συναθροιζόμαστε εκεί κατά δύναμη με αγγαλλίαση και χαρά, ο Κύριος θα επιτρέψει να εορτάζουμε τη γενέθλιο ημέρα του μαρτυρίου του τόσο σε μνήμη των προαθλησάντων, όσο και σε άσκηση και ετοιμασία των μελλοντικών αθλητών.

Επίλογος

XIX. Αυτά συνέβησαν στον μακάριο Πολύκαρπο, ο οποίος μαρτύρησε στη Σμύρνη δωδέκατος κατά σειρά μαζί με τους προερχόμενους από τη Φιλαδέλφεια. Βεβαίως μόνον αυτός μνημονεύεται κατ' εξοχήν από όλους και διαλαλείται επίσης υπό των Εθνικών σε κάθε τόπο. Διότι δεν ήταν μόνον επίσημος διδάσκαλος, αλλ' έγινε και έξοχος μάρτυς, του οποίου το μαρτύριο όλοι επιθυμούν να μιμηθούν, ως γενόμενο κατά το ευαγγέλιο του Χριστού. Κατανικήσας δια της υπομονής του τον άδικο άρχοντα και ούτω κερδίσας τον στέφανο της αφθαρσίας, αγαλλόμενος μαζί με τους αποστόλους και όλους τους δικαίους, δοξάζει τον Θεόν και Πατέρα παντοκράτορα και ευλογεί τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον σωτήρα των ψυχών ημών και κυβερνήτη των σωμάτων ημών και ποιμένα της ανά την οικουμένη Καθολικής Εκκλησίας.

XX. Σεις μεν εζητήσατε να σάς εκθέσουμε δια μακρών τα συμβάντα, εμείς δε προς το παρόν σάς τα διηγηθήκαμε επιτόμως δια του αδελφού ημών Μαρκίωνος. Αφού λοιπόν πληροφορηθείτε ταύτα, στείλατε την επιστολή και στους παραπέρα αδελφούς, δια να δοξάζουν και εκείνοι τον Κύριο, ο οποίος εκλέγει τους εξαιρέτους από τους δούλους του. Σ' αυτόν δε ο οποίος με τη χάρη και δωρεάν του μπορεί να εισαγάγει όλους εμάς στην επουράνια βασιλεία του δια του παιδός αυτού, του μονογενούς Ιησού Χριστού, δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλοσύνη στους αιώνας. Χαιρετήσατε όλους τους αγίους. Σάς χαιρετίζουν όσοι είναι μαζί μας. Και ο Ευάρεστος ο οποίος έγραψε την επιστολή με όλη την οικογένειά του.

Πρόσθετος επίλογος

XXI. Μαρτύρησε δε ο μακάριος Πολύκαρπος τη Δευτέρα του μηνός Ξανθικού ισταμένου, κατά δε το ρωμαϊκό ημερολόγιο επτά προ των καλανδών του Μαρτίου (= 23 Φεβρουαρίου), μέγα Σάββατο, ώρα ογδόη. Συνελήφθη δε υπό του Ηρώδη επί αρχιερέως Φιλίππου Τραλλιανού, ανθυπατεύοντος του Στατίου Κοδράτου, βασιλεύοντος δε εις τους αιώνας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή, μεγαλοσύνη, θρόνος αιώνιος από γενεάς εις γενεάν. Αμήν.

XXII. Ευχόμεθα, αδελφοί, να είσθε υγιείς, ακολουθούντες τον κατά το Ευαγγέλιο λόγο του Ιησού Χριστού (μετά του οποίου δόξα ανήκει στον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, χάριν της σωτηρίας των εκλεκτών αγίων), σύμφωνα με τον οποίο μαρτύρησε ο μακάριος Πολύκαρπος, επί των ιχνών του οποίου είθε να βρεθούμε και εμείς στη βασιλεία του Ιησού Χριστού.

[Η νεοελληνική μετάφραση του «Μαρτυρίου του Αγίου Πολυκάρπου» προέρχεται από την ομώνυμη έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης (2003), με νεότερη μεταφραστική εργασία και επιμέλεια του π. Κων/νου Παπαθανασίου]



Δημοφιλείς αναρτήσεις