Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η αμοιβή δεν δίνεται για την εργασία, αλλά για την ταπείνωση. Όποιος καταφρονεί την δεύτερη, χάνει την πρώτη.

Αν επιτελέσεις αξιόλογη αρετή, χωρίς να αισθανθείς την γεύση της ωφελείας της, να μην θαυμάσεις. Διότι ώσπου να ταπεινωθεί ο άνθρωπος δεν παίρνει τον μισθό απ' την εργασία του. Η αμοιβή δεν δίνεται για την εργασία, αλλά για την ταπείνωση. Όποιος καταφρονεί την δεύτερη, χάνει την πρώτη. Όποιος προλάβει να πάρει την αμοιβή για τα αγαθά που έκανε, υπερέχει εκείνου που έχει το έργο της αρετής. 
Η αρετή είναι μητέρα της λύπης. Από την λύπη γεννιέται η ταπείνωση και στην ταπείνωση δίδεται η χάρις. Επομένως η ανταπόδοσις δεν ανήκει στην αρετή, ούτε στον κόπο γι' αυτήν, αλλά στην ταπείνωση που γεννάται από αυτήν. 
Αν αυτή λείψει τα προηγούμενα γίνονται ματαίως.

ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ



ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ

Ο αββάς Ισαάκ, ο πρίγκιπας των ερημιτών και μέγας διδάσκαλος της μυστικής ζωής, γεννήθηκε κατά το πρώτο ήμισυ του 7ου αιώνα, στον Μπέιτ Κατραγιέ, στην περιοχή του Κατάρ, στην νότια άκρη του Περσικού Κόλπου. Νέος ακόμη εισήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Λαύρα του Αγίου Ματθαίου και, αφού προόδευσε αρκούντως στην οδό των αρετών, στην υπακοή και στην γνώση των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε στην ησυχία. Απαλλαγμένος από κάθε δεσμό με τον κόσμο, καθάρισε τον νου του με νηστεία, αγρυπνίες, αδιάλειπτα δάκρυα και προσευχή. Ο αδελφός του όμως εξελέγη ηγούμενος της Λαύρας και δεν έπαυε να τον πιέζει να επιστρέψει στην Λαύρα για την πνευματική ωφέλεια των αδελφών.

Η φήμη του αγίου αναχωρητή έφθασε ως την Νινευί και οι πιστοί αυτής της ονομαστής πόλης κατόρθωσαν να πείσουν τον καθολικό (αρχιεπίσκοπο) Γιβαρτζή να τον χειροτονήσει επίσκοπο (περί το 648). Ο Ισαάκ υπάκουσε στο θέλημα του Θεού και άρχισε να καθοδηγεί με πολλή σοφία το πνευματικό του ποίμνιο. Δεν είχαν όμως περάσει ούτε πέντε μήνες, όταν δύο πιστοί που τον είχαν παρακαλέσει να λύσει τη διαφορά τους σχετικά με την εξόφληση ενός δανείου, απέρριψαν τις συμβουλές του και του είπαν: «Άσε για την ώρα στην άκρη τις διδαχές του Ευαγγελίου!». Αυτό ήταν αρκετό για να αποφασίσει ο άνθρωπος του Θεού να επιστρέψει πίσω στην έρημο, λέγοντας: «Εάν το Ευαγγέλιο δεν μπορεί να είναι εδώ παρόν, τι ήλθα να κάνω;». Παραιτήθηκε των καθηκόντων του και αποσύρθηκε στο όρος Ματούτ, στην περιοχή του Μπέιτ Χουζάγιε (σημ. Κουρδιστάν), όπου εγκαταβίωναν πολλοί ασκητές και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Μονή Αββά Σαμπούρ, στο όρος Τσουχτάρ (βόρειο Κουρδιστάν). 
Μελετούσε την Αγία Γραφή με τόσο ζήλο και έχυνε τόσα δάκρυα που έχασε το φως του. Αποξενωμένος από τον κόσμο, δεν έτρωγε παρά τρεις άρτους την εβδομάδα με μερικά λαχανικά, χωρίς ποτέ ν’ αγγίζει μαγειρεμένο φαγητό και η καρδία του φλεγόταν από αγάπη για όλους τους αδελφούς του, κάνοντας να αναβλύζουν σαν ζωογόνα νάματα ουράνιες διδαχές, τις οποίες κατέγραφαν οι μαθητές του. 
«Αγαπητοί», έγραφε, «έγινα πια μωρός, γιατί δεν αντέχω άλλο να κρύψω στη σιωπή το μυστήριο του Θεού, αλλά τουναντίον γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών!» (Λόγος ΛΗ΄). Με ασύγκριτη τέχνη και λεπτότητα, μοναδική σε όλη την πατερική γραμματεία, περιγράφει όλες τις καταστάσεις της ψυχής που πορεύεται προς την λύτρωση και την ένωσή της με τον Θεό. «Πολλές φορές όταν τα έγραφα όλα αυτά, δεν είχαν δύναμη τα δάχτυλά μου να γράψουν πάνω στο χαρτί, μην αντέχοντας από την πνευματική ηδονή που ερχόταν και πλημμύριζε την καρδιά μου και έπαυε την λειτουργία των αισθήσεων» (όπ.π.). 
Το βιβλίο του αγίου Ισαάκ δεν αποτελεί συστηματική πραγματεία, αλλά είναι μάλλον μια μόνιμη πρόσκληση για προσευχή, ένα εφαλτήριο απ’ όπου η ψυχή φτερουγίζει προς την Βασιλεία του Θεού. Κατά τον αββά Ισαάκ, το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης από την υποδούλωση στον κόσμο και στα πάθη είναι η πίστη. Με την πίστη ο άνθρωπος αφυπνίζεται και αρχίζει τότε το έργο με την αποταγή, την νηστεία, την νίψη, την μελέτη της Αγίας Γραφής, την αγρυπνία και την προσευχή. Με την πίστη, που συνοδεύεται από αυτές τις ενάρετες πράξεις, μπορεί να εισέλθει μέσα του και να βρει στην καρδιά του την θύρα του ουρανού: «Ειρήνευσε μέσα σου και θα ειρηνεύσουν με σένα ο ουρανός και η γη. Κοίταξε να μπεις μέσα στο δωμάτιο που βρίσκεται εντός σου και θα αντικρίσεις μετά και τον χώρο τ’ ουρανού. Το ίδιο και το αυτό είναι το ένα και το άλλο. Με την ίδια είσοδο που θα κάνεις, θα βλέπεις και τα δύο ταυτόχρονα. Η κλίμακα εκείνης της βασιλείας είναι μέσα σου κρυμμένη στην ψυχή σου. Βούτηξε τον εαυτό σου μέσα στον καθαρμό από την αμαρτία και θα βρεις απ’ αυτόν αναβάσεις που μπορείς ν’ ανέβεις» (Λόγος Λ΄). 
Έχοντας ασπασθεί την ησυχαστική ζωή και την σιωπή - η οποία «είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος» (Επιστολή Γ΄) - ο μοναχός (αλλά και κάθε αγωνιζόμενος χριστιανός) θα δει να αναδύονται μέσα του χωρίς προσπάθεια θαυμαστά που το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να συλλάβει. Με την κάθαρση της καρδίας θα δυνηθεί να φθάσει και να προοδεύσει αδιάκοπα στην ταπείνωση, την αρετή που αποτελεί την «στολή της θεότητας», διότι αυτήν ακριβώς ενδύθηκε ο Λόγος του Θεού για να γίνει άνθρωπος (Λόγος Κ΄). «Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο κανένας δεν τον μισεί, κανένας δεν τον επιπλήττει με λόγια, κανένας δεν τον καταφρονεί. Γιατί αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπά ο δικός του ο Δεσπότης Χριστός κι έτσι αγαπιέται απ’ όλους· όλους τους αγαπά κι όλοι τον αγαπούν· όλοι τον θέλουν και όπου κι αν περάσει σαν άγγελο του φωτός τον βλέπουν. Ένας τέτοιος ταπεινός άνθρωπος πλησιάζει τ’ άγρια θηρία και με το που τον βλέπουν αυτά αμέσως ημερεύει η αγριότητά τους και τον πλησιάζουν σαν να είναι αυτός ο κύριός τους, με το κεφάλι κατεβασμένο γλείφοντας τα χέρια και τα πόδια του. Γιατί αισθάνθηκαν σ’ αυτόν τον ταπεινό άνθρωπο εκείνη την ευωδία που έβγαινε από τον Αδάμ πριν την παρακοή» (Λόγος Κ΄). Η ταπείνωση περικλείει όλες τις άλλες αρετές και μας παρέχει την καθαρότητα, η οποία μας κάνει να θεωρούμε τους πάντες καλούς ή αθώους (Λόγος ΜΘ΄). 
Προοδεύοντας στην ταπείνωση ο ησυχαστής θα αποκτήσει εμπειρία των διαδοχικών βαθμών της προσευχής, οι οποίοι οδηγούν από την επώδυνη προσευχή της μετανοίας στα εκούσια δάκρυα και, από εκεί, στα αυθόρμητα και αδιάκοπα δάκρυα που καθαρίζουν και φωτίζουν τον νου και που οδηγούν προς την καθαρά προσευχή. Κατόπιν, όταν φθάσει στην κατάσταση πέραν της προσευχής, πέρα από κάθε κίνηση και φθαρτή πραγματικότητα, τότε θα δει τον Θεό και θα εισέλθει στην Βασιλεία Του. 
Καρπός της προσευχής και σκοπός της, πάντα κατά τον αββά Ισαάκ, είναι η ένωση με τον Θεό εν αγάπη. Μετά από μακρά περίοδο ησυχαστικής βιοτής και μετά από συχνές επισκέψεις της θείας Χάριτος, ο καθαρμένος και ειρηνεμένος άνθρωπος θα γίνει για όλους ζωντανή εικόνα της αγάπης του Θεού και της ευσπλαχνίας Του. 
«Και τι σημαίνει ελεήμων καρδιά;», τον ρώτησαν. Και είπε: «Το να καίγεται κάποιος για όλη την κτίση· για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα, ακόμη και για τους δαίμονες, αλλά και για κάθε κτίσμα. Και μόνο από την μνήμη και την θεωρία τους, χύνουν οι οφθαλμοί του άφθονα δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή ελεημοσύνη που συνέχει την καρδιά του και από την πολλή καρτερία που δείχνει σε όλους, σμικρύνεται η καρδιά με την ταπείνωση και δεν μπορεί να βαστάξει ν’ ακούσει ή ν’ αντικρίσει την παραμικρή βλάβη ή λύπη να γίνεται κάπου στην κτίση. Γι’ αυτό τον λόγο και κάθε ώρα και στιγμή προσφέρει με δάκρυα ευχή για όλα τα άλογα όντα, για τους εχθρούς της αλήθειας, γι’ αυτούς που τον βλάπτουν, να τους λυπηθεί ο Θεός και να τους φυλάξει· το ίδιο συμβαίνει και για κάθε ερπετό στη γη, κι όλα αυτά από την πολλή ελεημοσύνη που κινεί άμετρα την καρδιά του, σύμφωνα με την κατάσταση της ομοιότητας του Θεού στην οποία έχει φτάσει και την οποία βιώνει» (Λόγος ΠΑ΄). 
Από μαρτυρίες ορισμένων χειρογράφων φαίνεται ότι η μνήμη του αγίου Ισαάκ εορταζόταν στο Άγιον Όρος στις [28 Σεπτεμβρίου]. Μεταφέρθηκε κατόπιν στις [28 Ιανουαρίου] για να συνδεθεί με εκείνη του αγίου Εφραίμ, αλλά τελικά δεν διατηρήθηκε στην ελληνική εκκλησιαστική παράδοση, ενώ μνημονευόταν στην ρωσική Εκκλησία. Ο αββάς Ισαάκ ανήκε στην συριακή Εκκλησία της Ανατολής, η οποία λόγω της απομόνωσής της εν μέσω της περσικής αυτοκρατορίας δεν ακολούθησε τις εξελίξεις του χριστολογικού δόγματος και έμεινε προσκολλημένη στην διδασκαλία του Θεόδωρου Μοψουεστίας, διδασκάλου του Νεστορίου. Μολονότι δεν απείχε από την διδασκαλία του Θεοδώρου, η περσική Εκκλησία ήταν ξένη στην αντίληψη του Νεστορίου περί «δύο υιών» και κατά ακυριολεξία αποκαλείται «νεστοριανή». Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι τα γραπτά του αββά Ισαάκ δεν φέρουν κανένα ίχνος χριστολογικής αίρεσης και η σπουδαία θέση που κατέχει στην ορθόδοξη παράδοση δικαιολογεί την σεβάσμια μνήμη που του αφιερώνεται.

Το βιβλίο του αββά Ισαάκ μαζί με την «Κλίμακα» του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου [30 Μαρτ. - Δ΄ Κυριακή Νηστειών] είναι ο απαραίτητος οδηγός κάθε ορθόδοξης ψυχής για να βαδίσει προς τον Θεό με ασφάλεια. Γι’ αυτό και ένας σύγχρονος Γέροντας, ο Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966), συμβούλευε να μην διστάσουμε ακόμη και να ζητιανέψουμε για να αποκτήσουμε ένα αντίτυπο των έργων του αββά Ισαάκ.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος πλ. α΄. 
Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἀκτίσι
καταλαμπόμενος,
τῆς ἐν Χριστῷ πολιτείας
φωστὴρ πολύφωτος,
θεοφόρε Ἰσαὰκ
ὤφθης ἐν Πνεύματι,
καὶ κατευθύνεις ἀσφαλῶς,
σωτηρίας πρὸς ὁδόν,
διδάγμασι θεοπνεύστοις,
τοὺς εὐφημοῦντάς σε Πάτερ,
ὡς τοῦ Χριστοῦ
θεῖον θεράποντα.
 

※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

※

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ - ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ

 

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ 
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ 
ΟΓΔΟΟΣ ΤΟΜΟΣ  


- ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ -  
ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ Α' - ΚΣΤ' - ΕΔΩ

 -ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ - 
ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΖ'-ΞΑ' - ΕΔΩ

-ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ- 
ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΞΒ'-ΠΣΤ' - ΕΔΩ 

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Να προσέχεις τους Λογισμούς σου, και να μην σκέφτεσαι για κανέναν πώς είναι κακός!




68. Να προσέχεις τους Λογισμούς σου, και να μην σκέφτεσαι για κανέναν πώς είναι κακός, γιατί σε κάποια άλλη περίσταση μπορεί να δεις τον ίδιο άνθρωπο πού τώρα σου φαίνεται κακός με τελείως διαφορετικό μάτι. Συνεπώς, μην ακο­λουθείς λογισμούς πού σου παρουσιάζουν τα πράγματα όπως αυτοί θέλουν. Γιατί αν υπάρχει αγάπη, θα καλύψει και τα φταιξίματα των άλλων. Κι η απουσία της αγάπης προέρχεται από τον σκοτισμό της ψυχής. 
69. Οποίος δεν αγαπά τον γείτονα του και λέει πώς αγαπά τον Θεό βρίσκεται σε πλάνη, χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Τίποτε δεν εξοργίζει τόσο τον Θεό, τίποτε δεν τον ερεθίζει όσο ό μοναχός πού κάνει το κελί του δικαστήριο, όπου αυτός σαν δικαστής κάθεται και κατακρίνει τους συντρόφους του για τις ανεπάρκειες τους. Κι εντού­τοις θεωρεί τον εαυτό του ως μετανοούντα, και προσεύχεται λέγοντας, «όπως εγώ συγχώρησα, συγχώρησε με!». 
70. Αν αυτός πού κρίνει όσους τον αδικούν κα­ταδικάζεται από την δικαιοσύνη τού Θεού, τί θα συμβεί άραγε με εμάς, πού κρίνουμε από μακριά πράξεις πού δεν μάς βλάπτουν; Αν δεν μπορείς να βλέπεις τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες των άλλων, αν δεν τις αντέχει ό νους σου, φύγε και πήγαινε κάπου άλλου. Δεν είναι δυνατόν να θεω­ρήσεις τον κάθε άνθρωπο αγαθό αν δεν έχεις αποκτήσει την ησυχία. 
71. Να είσαι ειρηνικός και ταπεινός, ώστε όλοι να σε συμπονούν. Ανάλογα με τον προσανατολι­σμό της ενέργειας της καρδιάς προς το αγαθό ή προς τους πειρασμούς, βλέπουμε τις εξωτερικές περιστάσεις με διαφορετικό μάτι. Να μην κατηγο­ρείς ούτε να διορθώνεις κανέναν, να μην έχεις τέτοιου είδους οίστρο και ταραχή στην ψυχή σου. Γιατί όποιος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση οίστρου και ταραχής εξαιτίας των συνανθρώπων του δεν μπορεί να αξιωθεί την πνευματική ειρή­νη, διά της οποίας ενεργοποιούνται θεωρίες της αγαθότητας τού Θεού για τους κόσμους. Ό οί­στρος αυτός οφείλεται στον μετεωρισμό της διά­νοιας, γεννάται δηλαδή όταν αφήνει κανείς την διάνοια να μετεωρίζεται, σαν πλοίο χωρίς κυβερ­νήτη, εξετάζοντας τις πράξεις των άλλων. 
72. Αυτός πού μετεωρίζεται και εξοργίζεται εξαιτίας των κακών πράξεων των ανθρώπων δεν μπορεί να νεκρωθεί για τον κόσμο τούτο. 
73. Η συνεχής αναστάτωση εξαιτίας τού τρό­που ζωής των άλλων ανθρώπων έχει ως αιτία την υπερηφάνεια ή την βλακεία. Εκτός από τις δύο αυτές αιτίες, δεν υπάρχει άλλος λόγος για να εξοργιστεί κανείς με τους συνανθρώπους του. Γιατί για να θεωρεί πώς είναι ικανός να οδηγήσει τον καθένα στην αλήθεια, είτε νομίζει πώς οι δι­κές του αμαρτίες είναι μικρότερες απ' όλων των άλλων ανθρώπων, ή πώς δεν έχει καμιά, είτε φαντάζεται πώς γίνεται φίλος τού Θεού μισών­τας τους αμαρτωλούς. Αυτή ή αντίληψη είναι εντελώς βλακώδης και ξένη προς Κάθε αληθινή γνώση τού θεού. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί πώς οι άγιοι σήκωναν στους ώμους τους κάθε μορφή θανάτου για λογαριασμό κακών ανθρώπων, μέχρι και φονιάδων, ώστε με την αγάπη να τους φέρουν στον δρόμο τού Θεού. 
74. Όσοι έχουν επίγνωση τού σκοπού του Θεού, και αξιώθηκαν να γνωρίσουν πλήρως το θέλημα Του, είναι έτοιμοι να πεθάνουν για χάρη των αμαρτωλών, σαν τον Υιό Του. 
Ισαάκ του Σύρου Ασκητικά 
Τόμος Β1, 
Λόγοι Α΄-Γ΄

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιον Ισαάκ τον Σύρο Επίσκοπο Νινευί



Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιον Ισαάκ τον Σύρο Επίσκοπο Νινευί

Ποίημα Αθανασίου Ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου

†Εορτάζεται στις 28 Σεπτεμβρίου

Εῦλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον 

ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὂτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. Δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὀνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτοῦς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ’. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

καὶ τὰ Τροπάρια·

Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τῆς μετανοίας τὴν χριστόῤῥειθρον γλῶτταν, τῆς κατανύξεως καὶ πένθους ἐργάτην, διδάσκαλον θεόπνευστον χοροῦ τῶν μοναστῶν, ᾿Ισαὰκ τὸν πάνσοφον, ἱκετεύσωμεν πόθῳ, ὅπως ἅπερ γέγραφεν ἐν τῇ βίβλῳ εἰς πρᾶξιν, μεταποιήσωμεν προθύμως ἀδελφοί, καὶ αἰωνίαν, ζωὴν ἀπολαύσωμεν.

Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῥῤύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων, τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους, οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ, σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Εἶτα ὁ Ν΄ ψαλμός.

Ελέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα έλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημα μου. Ἐπί πλεῖον πλύνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιον μου ἐστι διά παντός. Σοι μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιον Σου ἐποίησα, ὅπως ἀν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαι Σε. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις εκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσας μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, αγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπον Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα ευθές εγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή αντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὀδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σε ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσιν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἀν, ὁλοκαυτώματα οὑκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὑκ ἐξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, ἐν τῆ εὐδοκία Σου τήν Σίων καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον Σου μόσχους.

εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Ἀββᾶ ᾿Ισαάκ, δὸς ἡμῖν εὐχὴν ἐν μετανοίᾳ.Ἀ(θανάσιος).

ᾨδὴ α΄. ῏Ηχος πλ.δ΄. ῾Υγρὰν διοδεύσας.
Ἀγγέλων πολίτευμα διελθών, διδάσκεις πανσόφως, τὸν ἀγῶνα κατὰ παθῶν, Ἀββᾶ ᾿Ισαὰκ τοῖς μελετῶσι, ἐν προσοχῇ θεοχάρακτον βίβλον σου.

Βαρύνει ἀμέλεια τὴν ψυχήν, Ἀββᾶ ἑκουσίως, καὶ σκοτίζει τὸν λογισμόν, ταῖς σαῖς ἱκεσίαις ἔγειρόν με, πρὸς ἐργασίαν σωτήριον δέομαι.

Βασίλισσα πέλει τῶν ἀρετῶν, ἡ θεία ἀγάπη, καὶ ὁ ἔρως πρὸς τὸν Θεόν, ὧν Πάτερ στερούμενος αἰτοῦμαι, ταῦτά μοι δοῦναι ἁγίαις πρεσβείαις σου.

Θεοτοκίον.
Ἀθάνατον ἔχων μου τὴν ψυχήν, οὐδόλως μοι μέλει, Θεοτόκε περὶ αὐτῆς, παρόντων φροντίζων οὐ μενόντων, ὅθεν βοῶ σοι ἀνάνηψιν δίδου μοι.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἰσαὰκ θεοφόρε καταγελῶν ἔλιπες, πάντα τὰ ἡδέα τοῦ κόσμου, κατὰ τὴν κλῆσίν σου, Θεὸν θηρώμενος, ῞Ον σχὼν ἐν μέσῃ καρδίᾳ, πάντοτε ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν δούλων σου.

Συνεχῶς ἁμαρτάνων, τὸν ᾿Ιησοῦν Ὂσιε, τὸν γλυκὺν λυπῶ ἀναισθήτως ἐπιδεικνύμενος, θέλημα ὅπερ μου, εὐχαῖς σου σύντριψον πάτερ, καὶ πραῢν ἀνάδειξον, τὸν ἀνυπότακτον.

Ἀδεῶς μου τὸν βίον, ἐκδαπανῶ Ὂσιε, καὶ ἐν πρακτικῇ ἀθεΐᾳ διαπορεύομαι, ὅθεν τὴν αἴσθησιν, τῆς πανταχοῦ παρουσίας, τοῦ Δεσπότου δώρησαι, τὴν ἐγερτήριον.

Θεοτοκίον.
Ἀγνοτάτη καθ᾿ ὅλα, τὴν τοῦ Θεοῦ εἵλκυσας, Χάριν Παναγία Παρθένε, ἐγὼ δὲ κάλλος μου, ψυχῆς ἠμαύρωσα, παντοδαπαῖς αἰσχρουργίαις, ὧν με ρῦσαι Δέσποινα, τῇ μεσιτείᾳ σου.

Διάσωσον, ἀπὸ παθῶν ψυχοφθόρων τοὺς σοὺς ἱκέτας, ὦ Ἀββᾶ ᾿Ισαὰκ ὡς ἰσάγγελος, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς δεινῆς, τυραννίας δαιμόνων.

Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἲτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
῏Ηχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Ἀββᾶ Ἰσαάκ, διδάσκαλε θεώσεως, δακρύων κρουνούς, ἐν κατανύξει δώρησαι, ὅπως πλύνω ὅσιε, τῆς ψυχῆς μου τὸν βόρβορον, καὶ σὲ δοξάζω ἀεί, ὡς σωτηρίας πρόξενον.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Κύνας Πάτερ ἐκδίωξον, τοὺς φιλομακέλλους κατασπαράξαι μου, τὴν καρδίαν ἀναμένοντας, καὶ ἀλλοτριῶσαι τοῦ Δεσπότου μου.

Δεδεμένον ἀφύκτως με, τοῖς πλημμελημάτων δεσμοῖς μακάριε, ἐλευθέρωσον σοῦ δέομαι, ἵνα πετασθῶ πρὸς τὰ οὐράνια.

Ο καιρός μου παρέρχεται, ἄκαρπος Ἀββᾶ μου καὶ τί γενήσομαι; σπεῦσον τόνωσον ἰσχύας μου, καὶ τῆς παραλύσεως ἐξέγειρον.

Θεοτοκίον.
Σοὶ προσπίπτω Πανάμωμε, τῇ διασῳζούσῃ τοὺς ἁμαρτάνοντας, καὶ Κυρίῳ ἐπιστρέφοντας, διὰ τῆς ἁγίας μεσιτείας σου.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἢδη ὁ καιρός, τῆς ζωῆς Ἀββᾶ συντέτμηται, καὶ ὡς ἡ ἄκαρπος συκῆ τὴν ἐκκοπήν, πτοοῦμαι σπεῦσον, ἐν ἐσχάτῃ ὥρᾳ σῶσόν με.

Μέγας ὁ ποιῶν, ἀγρυπνίαν λέγεις ῞Οσιε, τοῖς ἀσωμάτοις ἁμιλλώμενος, διὸ ὑπνοῦντα, πρὸς ἐγρήγορσίν με ἔγειρον.

Ἲσχυσεν Ἀββᾶ, ἡ συνήθεια καὶ ἕλκει με, ὥσπερ δήμιος τὸ θῦμα πρὸς σφαγήν, ὅθεν βοῶ σοι· λογισμούς μου ἐξαλλοίωσον.

Θεοτοκίον.
Νοῦν μου ᾿Αγαθή, τὸν ἀκράτητον συμπέδησον, τῇ σωτηρίῳ μνήμῃ γλυκυτάτου ᾿Ιησοῦ, ὅπως ἐκφύγω, τῆς δουλείας τοῦ ἀλάστορος.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.
Εὐλόγησον, τὴν μικράν μου Ὂσιε, λειτουργίαν ἣν προσάγω Κυρίῳ, καὶ τὸν πτωχόν, ὀβολὸν πλήθυνόν μου, εἰς ἑκατὸν ἀρετῆς τὰ νομίσματα, ἀκούει γὰρ τὴν σὴν εὐχήν, ὁ Δεσπότης πληρῶν τὰ αἰτήματα.

‘Υψώσας μου, λογισμὸν ἐκπέπτωκα, ὡσεὶ κέδρος ὑψηλὴ τοῦ Λιβάνου, σαῖς προσευχαῖς, Ἰσαὰκ θεοφόρε, ἐν ταπεινώσει τὸν βίον περάσαι με, ἀξίωσον καὶ ἐφεξῆς, τῷ Χριστῷ εὐαρέστως πορεύεσθαι.

Χαλίνωσον, ἀναιδές μου ὄρνεον, ὡς ἐκάλεσας νοὸς τὰς κινήσεις, σεπτὲ ᾿Αββᾶ, καὶ εὐχῇ τοῦτον θρέψον, ἵνα πτωμάτων μὴ θέλῃ τὴν σκύλευσιν, καὶ πότισόν με δαψιλῶς, τῇ πηγῇ τῶν δακρύων τρισόλβιε.

Θεοτοκίον.
Ἠνέῳξας, τοῖς ἀνθρώποις Δέσποινα, τῆς ζωῆς τῆς ἀληθοῦς θείαν θύραν, ἥν ὡς στενήν, ἀξιώσαις περάσαι, κἀμὲ τὸν ράθυμον σφόδρα πρεσβείαις σου, καθαίρουσα τὸ ὀπτικόν, τῆς ταλαίνης ψυχῆς μου ἐν δάκρυσι.

Διάσωσον, ἀπὸ παθῶν ψυχοφθόρων τοὺς σοὺς ἱκέτας, ὦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ ὡς ἰσάγγελος, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς δεινῆς, τυραννίας δαιμόνων.

Ἂχραντε ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παρρησίαν.

Αἲτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
῏Ηχος β΄. Προστασία τῶν χριστιανῶν.
Τῇ σῇ βίβλῳ ἐδίδαξας ἄπειρα, μοναστῶν καὶ μιγάδων συστήματα, ὅθεν Πάτερ, εὐγνωμοσύνης δέχου τὰς φωνάς, Ἀββᾶ Ἰσαὰκ καὶ πρὸς παθῶν, τὴν ἐκκοπὴν δίδου ἡμῖν, πατρικὴν εὐλογίαν σου, ὅπως κεκαθαρμένοι, ζήσωμεν ἐν Κυρίῳ, καὶ συναφθῶμεν μυστικῶς, εἰς αἰῶνα ἀτελεύτητον.

Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ῾Οσίου αὐτοῦ.
Στίχ. Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὑτοῦ.

Ευαγγέλιον, 

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον.

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱόν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ· οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ῎ᾼρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. ῾Ο γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι.

Δόξα.
Ταῖς τοῦ σοῦ Ὀσίου πρεσβείαις ᾿Ελεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ Νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. ᾿Ελεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός…
῏Ηχος πλ.β΄. ῞Ολην ἀποθέμενοι.
᾿Ισαὰκ μακάριε, τῶν ἀσκητῶν μέγα κλέος, ἱσταμένων στήριγμα, πεπτωκότων ἔγερσις, καὶ διδάσκαλε, τῶν ποθούντων κάθαρσιν, καὶ μετὰ Κυρίου, τὴν σωτήριον συνένωσιν, σὲ ἱκετεύομεν, δὸς ἡμῖν εὐχῶν σου βοήθειαν, καὶ σκεύη τιμιώτατα, ἀπὸ ἀναξίων ἐξάγαγε· ὅπως εὐγνωμόνως, τιμῶμέν σου τὴν μνήμην τὴν σεπτήν, καὶ τὸν Δεσπότην δοξάζωμεν, σὲ ὑπερδοξάσαντα.

Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου…

ᾨδὴ ζ΄. Παῖδες ἑβραίων.
Νῆψιν ᾿Αββᾶ χαρίσαις πᾶσι, τοῖς τὴν βίβλον σου, ἐκ πόθου μελετῶσι, καὶ ποθοῦσι τὸν σὸν, μιμεῖσθαι θεῖον βίον, ὅπως εὐχὴν κτησώμεθα, ἐν γνησίᾳ μετανοίᾳ.

Εὗρες τὸν θεῖον Μαργαρίτην, δι᾿ ὅν πέπρακες, τὸν ἅπαντά σου βίον, καὶ πλουτήσας ᾿Αββᾶ, τῇ ἀρετῶν ἀσκήσει, ταύτας ἡμῖν ὡς φρόνιμος, οἰκονόμος μεταδοίης.

Νέκρωσον φρόνημα τοῦ κόσμου, ὦ θνησίζωε, ἐκ τῆς ἡμῶν καρδίας, καὶ τὴν μνήμην ἀεί, θανάτου ἐγκαινίσαις, ὅπως Χριστῷ συζήσωμεν, Ἰσαὰκ εἰς τοὺς αἰῶνας.

Θεοτοκίον.
Μόνη ὑπάρχεις σωτηρία, Παναμώμητε ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, διὸ πρόσχες κἀμοῦ, φωνῆς ἀπηλπισμένου, καὶ δωρεὰν παράσχου μοι, Παραδείσου θεῖον κλῆρον.

ᾨδὴ η΄. Τὸν ἐν ὄρει.
Ἐλεήμων ὡς ἔχων τὴν καρδίαν, πάντας ἤθελες, σωθῆναι ἐν Κυρίῳ, διὸ καῦσιν τὴν σήν, μετάδος μοι ὦ Πάτερ, τῷ ἐψυγμένῳ πάθεσι, καὶ παντοίαις ἁμαρτίαις.

Τρέμω Πάτερ τὴν τελευταίαν ὥραν, τῆς ἐτάσεως, ὡς φύλλον ἐξ ἀνέμου, ἔνδυσόν με γυμνόν, ἐσθῆτι τῇ τοῦ γάμου, μήπως τοῦ Δείπνου μέτοχος, κἀγὼ γένωμαι εὐχαῖς σου.

Ἀγγελός τις ὡς σεσωματωμένος, καὶ ἀσκήσεως, ὢν λύχνος φωτοφόρος, δίδαξόν με πῶς δεῖ, Θεῷ εὐαρεστῆσαι, καὶ μὴ ἀκάρπως δόλιχον, μοναζόντων διατρέξω.

Θεοτοκίον
Νίκην δίδου ἀεὶ κατὰ ἐχθρῶν μου, Παναμώμητε, σαῖς θείαις ἱκεσίαις, ἵνα μὴ δι᾿ ἐμέ, βλασφημηθῇ Υἱός σου, Χριστὸς ῞Ον περ δοξάζομεν, οἱ πιστοὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ΄. ᾿Εξέστη ἐπὶ τούτῳ.
Οὐράνιον ὡς μάννα σαὶ διδαχαί, καὶ ποτὸν ὡς ἐκ πέτρας γνωρίζονται τοῖς μονασταῖς, ὧν καταγλυκαίνουσι δαψιλῶς, καρδίας καὶ συντείνουσιν, εἰς τὸν ἐν Χριστῷ ἀνακαινισμόν, οὗ ᾿Ισαὰκ θεόφρον, ἡμᾶς καταξιώσαις, τοὺς ἐντρυφῶντας τοῖς πυξίοις σου.

Ἰᾶσαι πρακτικώτατε ἰατρέ, ψυχοφθόρων παθῶν ἀναγνώστας σου καὶ τὰς πληγάς, ἐν ἐλαίῳ πίονι θαυμαστῶς, καθαίρεις ἐξ ὧν ἔμαθες, ὢν ἐν τῇ ἐρήμῳ Ἀββᾶ σοφέ, διὸ ἀντίμισθόν σοι, τὸν ὕμνον τοῦτον δέχου, ὃν εὐγνωμόνως ἀναμέλπομεν.

Ἀέρα ἧττον ἔπνεις τοῦ ᾿Ιησοῦ, ᾿Ισαὰκ ὅθεν τούτῳ συγγέγονας, ἐξ Οὗ τὸ πᾶν, ρῆμα ἀπεξήντλησας καὶ γραφαῖς, ἡμῖν κλῆρον παρέδωκας, ὑπὲρ πλοῦτον πρόσκαιρον καὶ φθαρτόν, δι᾿ οὗ υἱοὺς γενέσθαι, τῆς θείας Βασιλείας, τοὺς σὲ γεραίροντας ἀξίωσον.

Θεοτοκίον
Ἀκένωτος ὑπάρχουσα ποταμός, τῶν χαρίτων τοῦ Πνεύματος Δέσποινα, δίδου ἡμῖν, τοῖς ἀνευφημοῦσί σε ἐκ ψυχῆς, τὸ ὕδωρ τὸ σωτήριον, καὶ τῆς Βασιλείας ἀναψυχήν, πρεσβεύουσα Κυρίῳ, σὺν ᾿Ισαὰκ τῷ μύστῃ, καὶ λατρευτῇ σου Θεονύμφευτε.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξωτέραν, ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.

Καὶ τὰ παρόντα μεγαλυνάρια,
Σύρος ὢν τὸ γένος τὸ σαρκικόν, ἄγγελος Κυρίου, ἀνεδείχθης ὦ ᾿Ισαάκ, σάλπιγγι ἀγάπης, μετάνοιαν κηρύττων, καὶ σωτηρίας τρίβον, εὐθύνων λόγοις σου.

Ἀρχιερωσύνης τὸν στολισμόν, πόθῳ ἡσυχίας, καταλέλοιπας ᾿Ισαάκ, καὶ ἐπενεδύθης, τοῦ Πνεύματος τὴν Χάριν, δι᾿ ἧς τοὺς πεπτωκότας, ἐγείρεις πάνσοφε.

Μοναστῶν παιδεύεις Ἀββᾶ χορούς, δίαυλον βαδίζειν, ἐν ἀσκήσει καθαρτικῇ, καὶ Χριστὸν διώκειν, πάσῃ ψυχῆς δυνάμει, τὸν πλοῦτον Βασιλείας, διδόντα ἄφθονον.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).

Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ.α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῷ πυρὶ τῆς ἀγάπης ὁλοκαυτούμενος, ἀντὶ σώματος πνεῦμά σου ὥσπερ σφάγιον, ἀνενενέγκας τῷ Θεῷ φιλοσοφώτατε, τὰ βαθέα παρ’ Αὐτοῦ, ἐμυήθης Ἰσαάκ,
καὶ ὥσπερ στόμα τι θεῖον, ἐκληροδότησας Πάτερ, ἡμῖν τὴν βίβλον σου.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς·

῏Ηχος β΄. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου σε.
Νέας Διαθήκης ᾿Ισαάκ, τὸν ἐγκαινισμὸν τῆς καρδίας σοφῶς διδάσκοντα, δεῦτε εὐφημήσωμεν, καθικετεύοντες· τῶν ρευμάτων τοῦ Πνεύματος, ἀξίωσον Πάτερ, πάντας τοὺς τὴν βίβλον σου, ἀναγινώσκοντας, ὅπως ἐν καρποῖς μετανοίας, ἴδωμεν προσώπου Κυρίου, κάλλος τὸ ἀμήχανον πρεσβείαις σου.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς.
Ἀμήν.

Στίχοι·
Σφάττειν πονηροὺς υἱοὺς τῇ κατανύξει,
Ἀββᾶ ᾿Ισαάκ, ἀξίωσον σοὺς δούλους.


Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

Περί των έγγιστα του Θεού ζώντων και εν τη ζωή της γνώσεως τας ημέρας.


Όσιος Ισαάκ ο Σύρος 
Ασκητικά 
Λόγος ΛΖ΄: 
Περί των έγγιστα του Θεού ζώντων και εν τη ζωή της γνώσεως τας ημέρας.
Γέρων τις έγραψεν εις τα τείχη του κελλίου αυτού λόγους και εννοίας πολυτρόπους και ηρωτήθη, τι εστί ταύτα; 
Και είπεν: 
Ούτοι εισίν οι λογισμοί της δικαιοσύνης, οι ερχόμενοι υπό του Αγγέλου του παραμένοντος μοι, και οι διαλογισμοί της φύσεως οι ευθείς, οι κινούμενοι εν εμοί. Και διαγράφω αυ­τούς εν τω καιρώ αυτών της κινήσεως, όπως εν τω καιρώ της σκοτώσεώς μου αδολεσχήσω εν αυτοίς και λυτρώσωνταί με της πλάνης. 
Άλλος γέρων μακαριζόμενος υπό των εαυτού λογισμών, ότι, Αντί του παρερχομένου κόσμου ηξιώθης της μη αφανιζομένης ελπίδος, Άπεκρίθη ο γέρων 
Ακμήν εν όσω ειμί εν τη οδώ, μάτην επαινείτε με. Ακμήν ουκ ετελείωσα την οδόν.
 
Εάν ποίησης αρετήν καλήν και μη αισθανθής της γνώσεως της αντιλήψεως αυτής, μη θαυμάσης. ‘Έως γαρ αν ταπεινωθή ο άνθρωπος, ου λαμβάνει τον μισθόν της εαυτού έργασίας, η δε αμοιβή ου τη εργασία δίδοται, αλλά τη ταπεινώσει. Ό αδικών την δευτέραν, την πρώτην απόλλυσιν. Ό προλαβών και λαβών την αμοιβήν των αγαθών, ούτος υπερέχει τον έχον­τα την εργασίαν της αρετής. Ή αρετή μήτηρ της λύπης εστί και εκ της λύπης γεννάται η ταπείνωσις και τη ταπεινώσει δίδοται η χάρις. Λοιπόν η άνταπόδοσις ου τη αρετή ουδέ τω υπέρ αυτής πονώ, αλλά τη τικτομένη εξ αυτών ταπεινώσει εστίν. Εάν δε αυτή υστερηθή, τα πρώτα ματαίως γίνονται. 
Η εργασία της αρετής, η φυλακή των εντολών εστί του Κυρίου. Η περίσσεια της εργασίας, αύτη εστίν η αγαθή κα­τασκευή της διανοίας, ήτις συνίσταται εκ της ταπεινοφροσύνης και εκ της φυλακής. Όταν η των πρώτων δύναμις υστερηθή, αυτή άντ’ αυτών αποδεκτός γίνεται. Ό Χριστός δε ου την εργασίαν των εντολών, αλλά την διόρθωσιν απαιτεί της ψυχής, δι’ ην τάς εντολάς τοις νομικοίς ενομοθέτησε. Το μεν σώμα εργάζεται εν τοις δεξιοίς και τοις αριστεροίς επίσης, η δε διάνοια, καθώς θέλει, η δικαιούται ή πλημμελεί.Εστίν ο εν τοις πράγμασι τοις αριστεροίς εργαζόμενος την ζωήν εν τη σοφία του Θεού, και εστίν ο την αμαρτίαν πραγματευόμενος ως εν προσώπω των θεϊκών. 
Τα ελαττώματα εν τισι τοις φυλάττουσιν εαυτούς φύλακες εισί της δικαιοσύνης. Χάρισμα άνευ πειρασμών, απώλεια των δεχόμενων αυτό εστίν. Εάν εργάζη αγαθόν ενώπιον του Θεού και δω σοι χάρισμα, πείσον αυτόν δούναι σοι επίγνωσιν,πώς αρμόζει σοι ταπεινωθήναι ή στήσαί σοι φρουρόν υπέρ αυτού ή λαβείν αυτό από σου, ίνα μη πρόξενος απώλειας σοι γένηται. Ου πάντων γαρ εστί το φυλάξαι τον πλουτον εκτός βλάβης. 
Ψυχή η λαβούσα μέριμναν της αρετής και εν ακριβεία και φόβω ζώσα Θεού, ου δύναται είναι χωρίς λύπης καθ ημέραν. Διότι συμπεπλεγμένας έχουσιν αι αρεταί τάς λύπας εν αυταίς. Ό εξερχόμενος εκ των θλίψεων, πάντως και της αρετής αδιστάκτως χωρίζεται. Εάν επιθυμής την αρετήν, παράδος εαυτόν εις πάσαν θλίψιν. Αι γαρ θλίψεις γεννώσι την ταπείνωσιν. Ου θέλει ο Θεός την ψυχήν είναι δίχα μερίμνης, και ο θέλων αμεριμνείν, έξωθεν του θελήματος ευρίσεται του Θεού, εν τω εαυτού φρονήματι. Μέριμναν δε ου την περί των σωματικών λέγομεν, αλλά την περί των καταπονούντων, των ακολουθούντων τοις έργοις τοις αγαθοίς. Εως εάν φθάσωμεν την αληθινήν γνώσιν, ήτις εστίν η αποκάλυψις των μυστηρίων, εν πειρασμοίς προσεγγίζομεν τη ταπεινώσει. Τω άνευ θλίψεως εν τη εαυτού αρετή εύρισκομένω, θύρα υπερηφανίας ηνοίχθη αυτώ. 
Και τις εστί λοιπόν ο επιθυμών άλυπος είναι εν τω εαυτού φρονήματι; Ου δύναται η διάνοια χωρίς αιτίας των κολαφισμάτων εν τη ταπεινώσει εμμείναι, άλλ’ ουδέ εν τη αδολεσχία της δεήσεως προς τον Θεόν καθαρώς, εκτός ταπεινοφροσύνης. Πρώτον μεν εκ της καθηκούσης μερίμνης μακρύνεται ο άνθρωπος εν τω εαυτού φρονήματι και μετά ταύτα προσεγγίζει εαυτώ το πνεύμα της υπερηφανίας καί, εμμένοντος αυτή του ανθρώπου, τότε ο Άγγελος της προνοίας μακρύνεται άπ’ αυτού, ος εστί πλησίον αυτού κινών εν αυτώ την μέριμναν της δικαιοσύνης. Και ότε αδικήσει τούτον και εξ αυτού μακρυνθείη τότε ο αλλότριος προσεγγίζει αυτώ, και έκτοτε ουκ εστίν εν ούτω μία μέριμνα δικαιοσύνης. 
Πρό της συντριβής, υπερηφανία, λέγει ο σοφός, και προ του χαρίσματος, η ταπείνωσις. Κατά το μέτρον της υπερηφανίας της εν τη ψυχή ορωμένης, κατά το μέτρον της συντρι­βής της παιδείας της εκ του Θεού γινομένης αύτη. 
Υπερηφανία εστίν ούχ όταν εν τη διανοία ο ταύτης πέραση λογισμός, ουδέ εάν νικαταί τις εξ αυτής κατά καιρόν, αλλ’ εκείνη η διαμένουσα εν τω ανθρώπω. Εκείνω μεν τω πρώτω η κατάνυξις ακολουθεί, ούτος δε, ότε αυτήν αγαπήσειεν, ουκ οίδε κατάνυξιν. 
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα και μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας. Αμήν.

Τρίτη 28 Μαΐου 2024

Γραφείσα προς τινα αδελφόν αγαπώντα την ησυχίαν.


Επιστολή Α΄ 
Γραφείσα προς τινα αδελφόν αγαπώντα την ησυχίαν.
Διότι γνωρίζω σε αγαπώντα την ησυχίαν και συμπλέκει σε ο διάβολος εν πολλοίς, προφάσει του αγαθού, ότι γνωρίζει το θέλημα της διανοίας σου, έως αν διασκέ­δαση σε και εμποδίση εκ της αρετής της περιεκτικής των πολλών τρόπων των αγαθών, ώ αδελφέ αγαθέ, ώσπερ μέλος προς το ομόζυγον αυτού αντιλαβέσθαι του πόθου σου του αγαθού εν τω λόγω της ωφελείας, εμερίμνησα ποιήσαι α παρά των σο­φών ανδρών εν τη αρετή και από των γραφών και παρά των πατέρων και εκ της πείρας εκτησάμην αυτά. 
Εαν γαρ μη καταφρονήση άνθρωπος των τιμών και των ατιμιών και υπομείνη υπέρ της ησυχίας όνειδος και μυκτηρισμόν και ζημίαν, έως και τυπτήματα, και γένηται κατάγελως και νομισθή μωρός και λήρος παρά των θεωρουντων αύτον, ου δύναται υπομείναι εν τω αγαθώ της ησυχίας σκοπώ. Διότι, εάν προσάπαξ ανοίξη την θύραν ταίς αιτίαις ο άνθρωπος, ουχ ησυχάζει ο διάβολος επάγων αυτώ τινας δια πολλών προ­φάσεων μετά συνεχών απαντήσεων των αναριθμήτων. 
Δια τούτο, ώ αδελφέ, εάν αγαπάς εν ακριβεία την αρετήν της ησυχίας, της μη εχούσης διασκεδασμόν και εκπηδασμόν και διακοπήν εν μέσω αυτής, εν η ενίκησαν οι αρχαίοι, ούτως ευρήσεις τελειώσαι την επιθυμίαν σου την επαινουμένην, ηνίκα ομοιώθης τοις πατράσι σου και λάβης εν τη διανοία σου την δήλωσιν του βίου αυτών, οίτινες ηγάπησαν την τελείαν ησυχίαν και ουκ εμερίμνησαν στήσαι την αγάπην των ιδίων αυ­τών ή εζήτησαν απλώσαι εαυτούς προς ανάπαυσιν αυτών, ουδέ ηδέσθησαν φυγείν εκ της απαντήσεως των οιομένων είναι τιμίων. 
Και ούτοι ούτως ήσαν οδεύοντες και ουχ ως καταφρονούντες των αδελφών παρά τοις σοφοίς και γνωστικοίς εκρίνοντο, ουδέ ως περιφρονούντες ή αμελούντες ή υστερούντες εν διακρίσει. Καθάπερ ερρέθη τινι αυτών απολογία τιμώντι την ησυχίαν και την υποχώρησιν μάλλον της απαντήσεως των ανθρώπων Άνθρωπος, φησίν, ός μανθάνει εν πείρα την γλυκύ­τητα της ησυχίας εν τω κελλίω αυτού, ουχ ως καταφρονών του πλησίον φεύγει την απάντησιν αυτού, αλλά δια τον καρπόν, όν τρυγά εκ της ησυχίας. 
Πως έφευγεν ο αββάς, φησίν, Αρσένιος και ουκ ανεπαύετο απαντήσαί τινι, ο δε αββάς Θεόδωρος υπήντα μεν, αλλ’ ως ρομφαία ην η απάντησις αυτού; Όμως ουδέ ασπασμόν ησπάζετο τίνα, όταν ηυρίσκετο έξωθεν του κελλίου αυτού. Ο δε άγιος Αρσένιος ουδέ τον ερχόμενον προς αυτόν προς ασπα­σμόν ησπάζετο. Εν καιρώ γαρ τις των πατέρων απήλθε θεάσασθαι τον αββάν Αρσένιον και ήνοιξεν γέρων δοκών, ότι αυτός εστίν ο διακονητής αυτού και ότε εθεάσατο αυτόν τις εστίν, έρριψεν εαυτόν επί πρόσωπον και πολλά παρακληθείς υπ’ αυτού αναστήναι και ευλογηθήναι υπ’ αυτού και απελθείν, παρητήσατο ο άγιος λέγων, ου μη αναστώ, έως αν απέλθης. Και ουκ ανέστη, έως ου απήλθε. Και τούτο εποίει ο μακάριος, ίνα μη δω αυτοίς προσάπαξ χείρα και πάλιν στραφώσι προς αυτόν. 
Όρα το ακόλουθον του λόγου, ίνα μη είπης, ίσως δια την ελαχιστίαν αυτού κατεφρόνησεν αυτού ή τινος άλλου, και άλλον δια την τιμήν αυτού επροσωπολήπτει και συνωμίλει αυτώ, άλλ’ εξ ίσης εκτήσατο φυγήν από πάντων των μικρών και των μεγάλων. Έν είχεν εν τοις οφθαλμοίς αυτού, καταφρονείν της απαντήσεως αυτών όπερ της ησυχίας, τον μέγαν τε και τον μικρόν, και βαστάσαι την μέμψιν αυτών επάνω αυτού εκ πάντων, υπέρ της τιμής της ησυχίας και της σιωπής. 
Επιστάμεθα γαρ, ως απήλθε προς αυτόν ο μακάριος Θεόφιλος ο αρχιεπίσκοπος, έχων μεθ’ εαυτού και τον κριτήν της χώρας προς τιμήν και προς επιθυμίαν της θεωρίας του αγίου. Ότε δε εκάθισε προς αυτούς, ουδέ προς λόγον μικρόν ανέπαυσεν αυτούς δια την τιμήν αυτών, καίπερ επιθυμούντας πλείστα ακούσαι του λόγου αυτού. Και ότε παρεκάλεσεν αυτόν ο αρχιεπίσκοπος περί τούτου, ησύχασε μικρόν ο καλόγηρος, και μετά τούτο λέγει’ Και εάν είπω υμίν, φυλάττετε; Και ωμολόγησαν λέγοντες, Ναί, Και είπεν αυτοίς ο γέρων Όπου ακούσετε, ότι εστίν ο Αρσένιος, μη εγγίσητε εκείσε. Είδες το θαυμαστόν του γέροντος; είδες καταφρόνησιν της συντυχίας των ανθρώπων; Ούτος ο τρυγήσας τον καρπόν της ησυ­χίας. Και ουκ ελογίσατο ο μακάριος, ότι ανήρ εστί καθολικός και κεφαλή της Εκκλησίας, αλλά τούτο διενοήσατο, ότι εγώ προσάπαξ απέθανον τω κόσμω. Τι ωφελεί ο νεκρός τους ζώντας; Και εμέμψατο αυτόν ο αββάς Μακάριος μέμψιν πεπληρωμένην αγάπης, λέγων ‘Τί φεύγεις εξ ημών;’ Και απελογίσατο ο γέρων απολογίαν θαυμαστήν και αξιέπαινον, λέγων. 
Ό Θεός οίδεν, ότι αγαπώ υμάς, άλλ’ ου δύναμαι είναι μετά του Θεού και μετά των ανθρώπων. Και την γνώσιν ταύτην την θαυμαστήν, ουχ ετέρωθεν, άλλ’ εκτης θεϊκής φωνής εξέμαθεν Αρσένιε*, γαρ φησι, φεύγε τους ανθρώπους, και σώζη’. 
Μηδείς άνθρωπος των αργών και αγαπώντων τάς συντυχίας αναιδευθή και αναλύση ταύτα εν τη καταστροφή των λόγων αυτού και λαλήση κατέναντι τούτων, ότι ανθρώπινον εύρημα εστίν εν τη αφορμή της ησυχίας ευρεθέν διότι διδαχή εστίν ουράνιος. Και ίνα μη νομίσωμεν, ότι τούτο ερρέθη αυτώτου φυγείν και εξελθείν εκ του κόσμου, αλλά μη εξίσης και εκτων αδελφών φυγείν, μετά το καταλιπείν αυτόν τον κόσμον καιελθείν και οικήσαι την λαύραν, πάλιν ηύξατο τω Θεώ, πώς κα­λώς ζήσαι δυνηθή, Κύριε, φησίν, οδήγησον με πώς σωθώ. 
Και εδόκει, ότι άλλο τι μέλλει ακούσαι. Και φωνής δεσποτικής πάλιν ήκουσεν εκ δευτέρου της αυτής Αρσένιε, φεύγε, σιώπα, ησύχαζε. Και εάν, φησί, πολύ ωφελή η θέα και η ομιλία των αδελφών, αλλ’ ούτως ουκ ωφελεί σοι το συντυχείν αυτοίς, ως το φυγείν εξ αυτών. 
Και ως εδέξατο ταύτα ο μακάριος Αρσένιος εν αποκαλύψει τη θεϊκή, ως ην εν τω κόσμω και επετράπη φυγείν και μετά των αδελφών δε πάλιν γενομένω το αυτό ερρέθη αυτώ, τότε εβεβαίωσε και έγνω, ότι ουκ αρκεί αυτώ εις κτήσιν ζωής αγαθής το φυγείν μόνον από των κοσμικών, άλλ’ επίσης εκ πάντων. Μη γαρ δύναται τις αντιστήναι και ειπείν προς την θείαν φωνήν; 
Και τω θείω δε Αντωνίω ερρέθη εν αποκαλύψει «Εάν θέλης»’, φησίν, «ησυχάσαι, ουχί μόνον εις Θηβαΐδα απέλθης, αλλά και εις την εσωτέραν έρημον». Εάν ουν ο Θεός επιτρέπη ημίν φυγείν εκ πάντων, και ούτως αγαπά την ησυχίαν, οπόταν υπομείνωσιν εν αυτή οι αγαπώντες αυτόν, τις εστίν ο προφασιζόμενος προφάσεις, παραμένειν τη συντυχία και τω πλησιασμώ των ανθρώπων; Εάν δε τω Αντωνίω και τω Αρσενίω ωφέλιμος η φυγή και η φυλακή, πόσω μάλλον τοις ασθενέσι; Και εάν τούτους, ων ο κόσμος όλος έχρηζε και του λόγου και της θέας και της βοηθείας αυτών, ετίμησεν ο Θεός του είναι αυτούς εν ησυχία, πλέον της αντιλήψεως πάσης της αδελφότητος, μάλλον δε της ανθρωπότητος, πόσω μάλλον τω μη δυναμένω εαυτόν φυλάξαι καλώς; 
Οίδαμεν και άλλον τινά των αγίων, ότι ο αδελφός αυτού ησθένει και ην κεκλεισμένος εν άλλω κελλίω και ότε κατεκράτησε την συμπάθειαν αυτού εν όλη τη αρρωστία αυτού και ουκ εξήλθε θεάσασθαι αυτόν, εν τω καιρώ της εξόδου αυτού εκ του βίου έπεμψε, λέγων αυτώ Ει και ουκ ήλθες προς με έως άρτι, αλλά νυν ελθέ, και ιδώ σε προ του εξελθείν με του κόσμου, ή καν εν νυκτί, όπως ασπάσωμαι σε και αναπαύσωμαι. Και ουκ επείσθη ο μακάριος ουδέ εν τη ώρα εκείνη, εν η είωθεν η φύσις συμπάσχειν αλλήλοις και υπερβαίνειν τον όρον του θελήματος, αλλ’ είπεν, εάν εξέλθω, ου καθαρισθήσομαι εν τη καρδία μου ενώπιον του Θεού, ότι τους πνευματικούς αδελφούς ημέλησα επισκέψασθαι, την φύσιν δε ετίμησα πλέον του Χριστού. Και απέθανεν ο αδελφός αυτού και ουκ είδεν αυτόν. 
Μηδείς ουν εν ραθυμία των λογισμών προφασίσηται, ως αδύνατα είναι και κατάλυση αυτά και κατάργηση την ησυχίαν αυτού, αθετήσας την περί αυτόν του Θεού πρόνοιαν. Και εάν την φύσιν την ούτως ισχυράν ενίκησαν οι άγιοι, και ο Χριστός ηνίκα τα τέκνα αυτού αμελούνται, αγαπά ότε τιμάται η ησυχία, ποία ανάγκη άλλη δύναται γενέσθαι σοι, μη δυναμένη καταφρονηθήναι υπό σου, ηνίκα εμπέσης εν αυτή; Η εντολή εκείνη η λέγουσα, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου, πλέον όλου του κόσμου και της φύσεως και των αυ­τής», ούτω πληρούται, ηνίκα υπομείνεις εν τη ησυχία σου. Και η εντολή η λέγουσα περί της αγάπης του πλησίον έσωθεν ταύτης εστί κεκλεισμένη, θέλεις κτήσασθαι την αγάπην του πλησίον κατά την ευαγγελικήν εντολήν εντός της ψυχής σου; 
Μάκρυνον εαυτόν εξ αυτού, και τότε κατακαίεται εν σοι η έκκαυσις της αγάπης αυτού, και χαρήση επί τη θέα αυτού, ώσπερ επί αγγέλου φωτός, θέλεις πάλιν ίνα διψήσωσί σε οι αγαπώντες σε; Ωρισμέναις ημέραις θέασαι τάς όψεις αυτών. Ως αλη­θώς η πείρα διδάσκαλος πάντων. Γίνου υγιής. 
Τω δε Θεώ ημών χάρις και δόξα εις τους αιώνας τωναιώνων. Αμήν.
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: Ασκητικά

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Περί ψυχής και παθών και καθαρότητας του νου, κατά ερώτηση και απόκριση.




Όσιος Ισαάκ ο Σύρος τα σωζόμενα Ασκητικά. 
Λόγος ΠΓ΄: 
Περί ψυχής και παθών και καθαρότητας του νου, κατά ερώτηση και απόκριση.
Ερώτηση. Τι είναι η κατά φύσιν κατάσταση της ψυχής Τι είναι η παρά φύσιν και τι η υπέρ φύσιν;
Απόκριση. Ή κατά φύσιν κατάσταση της ψυχής, είναι γνώση των κτισμάτων του Θεού, των αισθητών και των νοητών. Η υπέρ φύσιν είναι ή κίνηση από την θεωρία της θεότητας. Η παρά φύσιν είναι ή κίνηση μέσα στα πάθη. 
Όπως λέει ο θείος και Μέγας Βασίλειος, όταν ή ψυχή βρεθεί κατά φύσιν, ζει επάνω, ενώ όταν βρεθεί έξω από την φύση, είναι κάτω στη γη. Όταν είναι επάνω, είναι απαθής, όταν όμως κατέβει ή φύση από την τάξη της, τότε τα πάθη βρίσκονται μέσα της. 
Είναι λοιπόν φανερό, ότι τα ψυχικά πάθη δεν είναι εκ φύσεως ψυχικά. Βέβαια η ψυχή, κινείται από τα ψεκτά πάθη που είναι στο σώμα, καθώς επίσης και από την πείνα και την δίψα, τα οποία, επειδή δεν ορίστηκε γι’ αυτά απαγορευτικός νόμος, δεν είναι καθόλου αξιόμεμπτα, όπως τα άλλα που υπόκεινται στην μομφή. 
Μερικές φορές επιτρέπεται από τον Θεό σε κάποιον να πράξει κάτι πού φαίνεται άτοπο και, αντί μομφής και έλεγχου, να αμειφθεί με αγαθές ανταμοιβές, όπως ο προφήτης Ωσηέ πού νυμφεύθηκε μια πόρνη, και ο προφήτης Ηλίας πού από θείο ζήλο φόνευσε, και εκείνοι πού με προσταγή του Μωϋσή σκότωσαν με μαχαίρια τους συγγενείς τους. 
Λέγεται όμως ότι ή επιθυμία και ο θυμός ανήκουν φυσικώς στην φύση της ψυχής, είναι πέρα από την φύση του σώματος, και αυτά είναι τα πάθη της. 
Ερώτηση. Πότε είναι κατά φύσιν ή ψυχή, όταν ή επιθυμία της εξαφθεί από τα θεία, ή όταν βρεθεί στα γήινα και τα σωματικά; Και γιατί εξάπτεται ή φύσις της ψυχής από τον θυμό; Και πώς λέγεται φυσικός ο θυμός; Άραγε γιατί εξάπτεται από κάποια σαρκική επιθυμία, ή από φθόνο και κενοδοξία; από κάτι παρόμοιο ή από κάτι αντίθετο; Ας αποκριθεί ο ομιλητής κι’ εμείς θα ακολουθήσουμε.
Απόκριση. Πολλά λέει ή θεία Γραφή σχετικά με αυτά και πολλές φορές χρησιμοποιεί τις λέξεις μεταφορικά. Μερικές φορές, όρους πού ανήκουν στο σώμα, τους αναφέρει στην ψυχή και επίσης όρους πού ανήκουν στην ψυχή, τους αναφέρει στο σώμα, και δεν κάνει διάκριση σ’ αυτούς. Άλλα οι συνετοί τα καταλαβαίνουν αυτά. Παραδείγματος χάριν, τα λεγόμενα για την θεότητα του Κυρίου λέγονται για το πανάγιο σώμα του, ενώ δεν ταιριάζουν στην ανθρώπινη φύση, και αντιθέτως λέγονται ταπεινά πράγματα για την θεότητα του, αν και ανήκουν στην ανθρωπότητα. Πολλοί, αγνοώντας τον σκοπό των θείων λόγων, ολισθαίνουν εδώ ανεπανόρθωτα. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. 
Αν λοιπόν ή αρετή είναι υγεία της ψυχής φυσικώς, τότε τα πάθη είναι αρρώστια της ψυχής, αφού επήλθαν και εισήλθαν στην φύση και της αφαίρεσαν την υγεία. Είναι λοιπό φανερό ότι ή υγεία υπάρχει στην φύση πριν από το συμβάν της αρρώστιας (συμβεβηκότος αρρωστήματος). Και αν αυτά είναι έτσι, όπως και πράγματι είναι, τότε ή αρετή ευρίσκεται φυσικώς στην ψυχή, ενώ όσα έχουν συμβεί (συμβεβηκότα), είναι έξω από την φύση. 
Ερώτηση. Τα σωματικά πάθη φυσικώς αναφέρονται στο σώμα ή κατά συμβεβηκός; Και τα πάθη της ψυχής, πού τα έχει λόγω της σχέσεως της με το σώμα, αναφέρονται σ’ αυτήν φυσικώς ή καταχρηστικώς;
Απόκριση. Τα πάθη του σώματος δεν τολμά κανείς να τα πει καταχρηστικώς. Ως προς την ψυχή όμως, αφού είναι γνωστό και πανθομολογούμενο ότι ή καθαρότητα είναι φυσικώς φυτεμένη στην ψυχή, πρέπει ανεπιφύλακτα να δεχθούμε ότι τα πάθη δεν της ανήκουν φυσικώς με κανένα τρόπο. Διότι ή νόσος έρχεται δεύτερη από την υγεία. Είναι αδύνατο ή ίδια φύση να είναι και αγαθή και πονηρή, ώστε αναγκαστικά ή μία προηγείται της άλλης. Φυσική δε είναι εκείνη πού προϋπάρχει απ’ έξω και κάθε συμβεβηκός και υπεισερχόμενο υπόκειται σε αλλοίωση, ή φύση όμως δεν αλλοιώνεται ούτε μετακινείται. 
Κάθε πάθος πού υπάρχει για ωφέλεια, έχει δωρηθεί από τον Θεό. Τα σωματικά πάθη έχουν τεθεί στον άνθρωπο για ωφέλεια και αύξηση του, καθώς επίσης και τα ψυχικά. Όταν όμως το σώμα αναγκασθεί να εξέλθει από την οικεία κατάσταση του, με την στέρηση των χρειωδών του, και ν’ ακολουθήσει την ψυχή, τότε εξασθενεί και βλάπτεται. Επίσης όταν ή ψυχή, εγκαταλείποντας τα υπάρχοντα της, ακολουθήσει το σώμα, τότε και αυτή βλάπτεται, κατά τον θείο απόστολο πού λέει, «το πνεύμα επιθυμεί αντίθετα προς την σάρκα, και ή σάρκα αντίθετα προς το πνεύμα, διότι αυτά είναι ενάντια μεταξύ τους. » [ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός. ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις] (Γαλ. 5, 17). 
Κανείς λοιπόν να μη βλασφημεί τον Θεό, με τον ισχυρισμό ότι αυτός έβαλε στην φύση μας τα πάθη και την αμαρτία. Στην πραγματικότητα αυτός έβαλε στις φύσεις όσα αυξάνουν την καθεμιά τους, αλλά όταν ή μια συνδεθεί με την άλλη, τότε δεν βρίσκεται στην δική της κατάσταση, άλλα στην αντίθετη. Αν τα πάθη υπήρχαν φυσικώς στην ψυχή, για ποιο λόγο θα βλαπτόταν απ’ αυτά; Διότι τα ιδιώματα της φύσεως δεν παραβλάπτουν την φύση.
Ερώτηση. Για ποιο λόγο τα σωματικά πάθη, πού αυξάνουν και ενδυναμώνουν το σώμα, βλάπτουν την ψυχή, αν δεν είναι δικά της; Και για ποιο λόγο ή αρετή τιμωρεί το σώμα, άλλα αυξάνει την ψυχή; 
Απόκριση. Δεν βλέπεις πώς τα ευρισκόμενα εκτός της φύσεως την βλάπτουν; Διότι κάθε φύση πού προσεγγίζει τα δικά της καταλαμβάνεται από ευφροσύνη. Θέλεις τώρα να μάθεις τι είναι ίδιον καθεμιάς από τις φύσεις αυτές; Πρόσεχε, ότι όσα βοηθούν κάθε φύση είναι ιδιότητες της, ενώ τα βλαβερά σ’ αυτήν είναι ξένα και έρχονται απ’ έξω. Αφού λοιπόν είναι γνωστό ότι τα πάθη των φύσεων τούτων είναι μεταξύ τους ενάντια, επομένως κάθε τι πού βοηθεί το σώμα, του παρέχει και άνεση, ενώ όταν χρησιμοποιηθεί από την ψυχή, δεν θεωρείται φυσικό γι’ αυτήν, εφ’ όσον οι φυσικές ιδιότητες της ψυχής σημαίνουν θάνατο του σώματος, καταχρηστικώς όμως αποδίδεται σ’ αυτήν καν λόγω της ασθενείας του σώματος δεν μπορεί να ελευθερωθεί όσο είναι περιβεβλημένη με αυτό. Διότι φυσικώς έχει κοινωνήσει με τις λύπες του, λόγω της ενώσεως της κινήσεως της με την κίνηση του σώματος κατά την ακατάληπτη σοφία. Άλλα, αν και έχουν κοινωνήσει μεταξύ τους κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως είναι διακεκριμένη ή κίνηση από την κίνηση και το θέλημα από το θέλημα, καθώς και το σώμα από το πνεύμα. 
Η φύση όμως δεν αλλοιώνεται, αλλά ή καθεμιά τους, έστω και αν κλίνει πολύ, είτε προς την αμαρτία είτε προς την αρετή, κινείται με το δικό της θέλημα. Και όταν ή ψυχή υψωθεί από την μέριμνα του σώματος, τότε όλη γενικώς εκδηλώνει τις κινήσεις της δια του πνεύματος, κολυμπώντας στο μέσο του ουρανού μέσα σε ακατανόητα πράγματα. Αλλά και σ’ αυτήν την κατάσταση επιτρέπει στο σώμα να θυμάται τα δικά του. Και αν πάλι το σώμα βρεθεί μέσα στις αμαρτίες, οι διαλογισμοί της ψυχής δεν παύουν να αναπηδούν στην διάνοια. 
Ερώτηση. Τι είναι ή καθαρότητα του νου; 
Απόκριση. Καθαρός στον νου δεν είναι εκείνος πού δεν γνωρίζει το κακό, διότι αυτός θα ήταν κτηνώδης, ούτε εκείνος πού φυσικώς βρίσκεται στην κατάσταση του νηπίου ούτε ό υποκρινόμενος ξένο πρόσωπο. Καθαρότητα του νου είναι αυτή, δηλαδή ο διαλογισμός πού φθάνει στα θεία μετά την εκτέλεση των αρετών. Δεν τολμούμε βέβαια να πούμε, ότι την αποκτά κανείς χωρίς την πείρα των κακών λογισμών, διότι αλλιώς δεν θα ήταν ενδεδυμένος με σώμα. Εμείς βέβαια δεν τολμούμε να πούμε ότι ή ψυχή δεν πολεμείται ή δεν βλάπτεται έως την ώρα του θανάτου ακόμη. Λέγοντας πείρα των λογισμών, δεν εννοώ το να υποταγεί κανείς σ’ αυτούς, αλλά την έναρξη του αγώνος με αυτούς. 
Η κίνηση των λογισμών στον άνθρωπο προκαλείται από τέσσερις αιτίες. 
Πρώτα από το φυσικό θέλημα της σάρκας, δεύτερο από την φαντασία της αισθήσεως των πραγμάτων του κόσμου, πού ακούει και βλέπει, τρίτο από τις προλήψεις και τις παρεκκλίσεις της ψυχής, από όσα έχει στον νου, τέταρτο από τις προσβολές των δαιμόνων πού μας πολεμούν με όλα τα πάθη για τις αιτίες πού αναφέραμε προηγουμένως. 
Γι’ αυτό ο άνθρωπος, δεν μπορεί να μη έχει λογισμούς και πόλεμο όσον καιρό βρίσκεται στην ζωή της σάρκας έως τον θάνατο. 
Κρίνε εσύ ο ίδιος, αν είναι δυνατό να καταργηθεί μια από τις τέσσερις αυτές αιτίες, ή αν είναι δυνατό να μη ζητεί το σώμα τα αναγκαία του και να πιέζεται από την φύση να επιθυμεί κάτι από τα κοσμικά πράγματα. Αν όμως είναι άτοπο να σκεφθεί κανείς κάτι τέτοιο, επειδή ή φύση χρειάζεται αυτά τα πράγματα, λοιπόν τα πάθη κινούνται σε κάθε όν πού φοράει σάρκα, είτε θέλει είτε όχι. 
Γι’ αυτό είναι αναγκαίο κάθε άνθρωπος να προφυλάσσεται, όχι από ένα πάθος, πού κινείται μέσα του φανερά και συνεχώς, ούτε από δύο, άλλα από περισσότερα, αφού φοράει σώμα. 
Εκείνοι πού νίκησαν τα πάθη δια των αρετών, αν και ενοχλούνται από τους λογισμούς και από τις προσβολές των τεσσάρων αίτιων, δεν νικιούνται διότι έχουν δύναμη και αρπάζεται ο νους τους από αγαθές και θείες αναμνήσεις.
Ερώτηση. Τι διαφέρει ή καθαρότης του νου από την καθαρότητα της καρδιάς; 
Απόκριση. Άλλη είναι ή καθαρότης του νου και άλλη της καρδιάς. Ο νους είναι μια από τις αισθήσεις της ψυχής, ενώ ή καρδιά είναι εκείνη πού περικλείει και κρατεί τις εσωτερικές αισθήσεις, και είναι αυτή ή ρίζα. Και αν ή ρίζα είναι αγία, άγιοι είναι και οι κλάδοι. Δηλαδή αν καθαρθεί η καρδιά, προφανώς καθαρίζονται και όλες οι αισθήσεις. 
Διότι ο νους λησμονεί την προηγούμενη διαγωγή και καθαρίζεται, αν δείξει επιμέλεια για την ανάγνωση των θείων Γραφών, ή μοχθήσει λίγο στις νηστείες, τις αγρυπνίες και τις ησυχίες, απομακρυνόμενος από τις αισχρές συνήθειες. Αλλά δεν αποκτά μόνιμη καθαρότητα, διότι όσο γρήγορα καθαρίζεται, τόσο γρήγορα μολύνεται. 
Η δε καρδιά καθαρίζεται με τις πολλές θλίψεις, τις στερήσεις, την απομάκρυνση από την συναναστροφή με όλους τους κοσμικούς και την από κάθε πλευρά απονέκρωση. Όταν όμως καθαριστεί από τα μικρά πράγματα, δεν μολύνεται ή καθαρότητα της, ούτε πτοείται από τους μεγάλους και φανερούς πολέμους, εννοώ τους φοβερούς. Καθ’ όσον απέκτησε δυνατό στομάχι πού μπορεί γρήγορα να χωνέψει κάθε τροφή, πού είναι δύσπεπτη στους ασθενείς. Διότι αυτό λένε οι ιατροί, ότι ή βρώση κρέατος είναι βέβαια δύσπεπτη, άλλα προκαλεί πολλή δύναμη στα υγιεινά σώματα, όταν το στομάχι πού την δέχεται είναι δυνατό. Έτσι κάθε καθαρότητα πού επιτυγχάνεται γρήγορα, σε σύντομο χρόνο και με λίγο κόπο, γρήγορα εξαφανίζεται και μολύνεται. Ή καθαρότητα όμως, πού αποκτάται με πολλές θλίψεις και με πολύ χρόνο, δεν κινδυνεύει από καμιά ασήμαντη προσβολή σε κάποιο μέρος της ψυχής, διότι την δυναμώνει ο Θεός.
Σ’ αυτόν ανήκει ή δόξα στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.


Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Τέτοιοι άνθρωποι ζουν σε ένα είδος νυκτομαχίας και ψηλαφούν το σκοτάδι




ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ 
Ισαάκ του Σύρου 
Λόγος ΜΓ΄
Είναι ανώτερος ο κοσμικός που ταλαιπωρείται μαζί με τους κοσμικούς και κακοπαθεί στα βιοτικά από το μοναχό που κακοπαθεί στα βιοτικά και συζεί με τους κοσμικούς. Όποιος αναζητεί τον Θεό με θερμό ζήλο και με όλη την καρδιά του νύχτα και ημέρα και ξεριζώνει από αυτήν τις προσβολές που φυτεύονται από τον εχθρό είναι φοβερός στους δαίμονες και ποθητός το Θεό και τους αγγέλους του. Η νοητή χώρα του καθαρού στην ψυχή είναι μέσα του, ο ήλιος που λάμπει σε αυτόν είναι το φως της Αγίας Τριάδος, ο αέρας που αναπνέουν οι κάτοικοι αυτής της χώρας είναι το παράκλητο και Πανάγιο πνεύμα, οι συγκάθεδροι αυτού είναι οι άγιες και ασώματες φύσεις και η ζωή και η χαρά και η ευφροσύνη αυτού είναι ο Χριστός, το φως από το φως του Πατρός. 
Τέτοιος άνθρωπος ευφραίνεται πάντοτε με τη θεωρία της ψυχής του και θαυμάζει το κάλλος του εαυτού του και είναι εκατονταπλασίως φωτεινότερος από τη λαμπρότητα του ήλιου. 
Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ και η Βασιλεία του Θεού η κρυμμένη μέσα μας κατά το λόγο του Κυρίου. Αυτή η χώρα είναι νεφέλη της Δόξας του Θεού στην οποία θα εισέλθουν μόνο οι καθαροί στην καρδιά για να ιδούν το πρόσωπο του Δεσπότη των και να καταυγάσουν στο νου τους από τις ακτίνες του φωτός του. 
Αντιθέτως ο θυμώδης, ο οργίλος, ο πλεονέκτης, ο γαστρίμαργος, ο συναναστρεφόμενος με τους κοσμικούς, εκείνους που θέλει να επιβάλει το δικό του θέλημα, ο οξύχολος ο γεμάτος πάθη· τέτοιοι άνθρωποι ζουν σε ένα είδος νυκτομαχίας και ψηλαφούν το σκοτάδι ευρισκόμενει έξω από τον τόπο της ζωής και του φωτός· διότι η χώρα εκείνη της ζωής έχει κληροδοτηθεί στους αγαθούς και ταπεινόφρονες που έχουν καθαρίσει τις καρδιές τους.
***
Κρείσσων κοσμικός ταλαιπωρών εν τοις κοσμικοίς και τοις βιωτικοίς κακοπαθών, μοναχού τοις βιωτικοίς κακοπαθούντος και τοις κοσμικοίς συνδιάγοντος. Φοβερός εστί τοις δαίμοσι και ποθητός τω Θεώ και τοις Άγγέλοις αυτού ο μετά θερμού ζήλου εκζητών εν τη καρδία αυτού τον Θεόν εν νυκτί και ημέρα και εκριζών άπ’ αυτής τάς προσβολάς τάς υπό του εχθρού φυομένας. Του καθαρού εν τη ψυχή η χώρα η νοητή ένδοθεν αυτού εστί, και ο ήλιος ο λάμπων εν αυτώ, το φως της αγίας Τριάδος υπάρχει, και ο αήρ, όν πνέουσιν οι οικήτορες αυτής, το παράκλητον και πανάγιον Πνεύμα εστίν, οι δε συγκάθεδροι αυτού, αι άγιαι και ασώματοι φύσεις. Και η ζωή και η χαρά και ή ευφροσύνη αυτών, ο Χριστός εστί, το εκ φωτός του Πατρός φώς. 
Ο τοιούτος και εν τη θεωρία της ψυχής αυτού εν πάση ώρα ευφραίνεται και εν τω κάλλει εαυτού θαυμάζει, τηλαυγεστέρω όντι εκατονταπλασίως της του ηλίου λαμπρότητος. 
Αύτη εστίν η Ιερουσαλήμ και του Θεού η βασιλεία, εντός ημών κεκρυμμένη, κατά το του Κυρίου λόγιον. Αύτη η χώρα, νεφέλη εστί της δόξης του Θεού, εις ην μόνοι οι καθαροί τη καρδία εισελεύσονται, του θεάσασθαι το πρόσωπον του ίδιου Δεσπότου και καταυγασθήναι τους νόας αυτών δια της ακτίνος του φωτός αυτού. 
Ο δε θυμώδης και ο οργίλος και ο φιλόδοξος και ο πλεονέκτης και ο γαστρίμαργος και ο κοσμικοίς συναναστρεφόμενος και ο το ίδιον θέλημα στήσαι θέλων και ο οξύχολος και ο παθών πλήρης, οι τοιούτοι ως εν νυκτομαχία διάγουσι και σκότος ψηλαφούσιν, έξωθεν όντες της χώρας της ζωής και του φωτός εκείνη γαρ η χώρα τοις αγαθοίς και ταπεινόφροσι και τοις καθαρίσασι τάς εαυτών καρδίας κεκλήρωται.

Δημοφιλείς αναρτήσεις