Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Όσιος Συμεών ο Στυλίτης - 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΣΥΝΑΞΑΡΙ - εδώ 

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ - εδώ 

Λιπὼν Συμεὼν τὴν ἐπὶ στύλου βάσιν,
Τὴν ἐγγὺς εὗρε τοῦ Θεοῦ Λόγου στάσιν.
Ὑψιβάτης Συμεὼν Σεπτεμβρίου ἔκθανε πρώτῃ.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς στήλην θεόγραφον τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, τοῦ βίου σου ἔλειπες τὰς ἀναβάσεις ἡμῖν, Συμεὼν παμμακάριστε· σὺ γὰρ ἐπὶ τοῦ στύλου ὡς πυρσὸς διαλάμπων, ἕλκεις ἡμᾶς χαμόθεν πρὸς ζωὴν οὐρανίαν, τὸν τρόπον τῆς εὐδρομίας φαίνων τοῖς ἔργοις σου.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
πομονῆς στύλος γέγονας, ζηλώσας τοὺς προπάτορας Ὅσιε, τὸν Ἰὼβ ἐν τοῖς πάθεσι, τὸν Ἰωσὴφ ἐν τοῖς πειρασμοῖς, καὶ τὴν τῶν Ἀσωμάτων πολιτείαν, ὑπάρχων ἐν σώματι, Συμεὼν Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τὰ ἄνω ζητῶν, τοῖς κάτω συναπτόμενος, καὶ ἅρμα πυρός, τὸν στύλον ἐργασάμενος, δι᾽ αὐτοῦ συνόμιλος, τῶν Ἀγγέλων γέγονας Ὅσιε, σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Τοῦ Συμεὼν τὸν ἄμεμπτον βίον, ποία γλῶσσα ἀνθρώπων ἐξαρκέσει ποτέ, πρὸς ἔπαινον ἐξηγήσασθαι; ὅμως ὑμνήσω Θεοῦ σοφία, τὰ τοῦ ἥρωος ἆθλα καὶ τοὺς ἀγῶνας, τοῦ ἐν τῇ γῇ ὡς φωστῆρος φανέντος τοῖς πᾶσι βροτοῖς, καὶ μεγάλως τῇ καρτερίᾳ τῷ χορῷ τῶν Ἀγγέλων ἐκλάμψαντος· σὺν τούτοις γὰρ ψάλλων ἀπαύστως Χριστῷ, πρεσβεύων οὐ παύει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
περζέσας τῇ πίστει Πάτερ σοφέ, καὶ προσκαίρων ἁπάντων ὑπεριδών, Χριστῷ ἠκολούθησας, τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος, ἐγκρατείᾳ τήξας, τὸ σῶμά σου Ὅσιε, οὐρανῶν τὴν δόξαν, ἀεὶ προορώμενος· ὅθεν καὶ ἐφεῦρες, πρὸς ἀνάβασιν θείαν, τοῦ στύλου τὴν κλίμακα, τῷ σῷ πόθῳ κατάλληλον, Συμεὼν ἱερώτατε. Πρέσβευε Χριστῷ τῶ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθω, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης – 1 Σεπτεμβρίου




Ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης 
 1 Σεπτεμβρίου
Ο όσιος Συμεών γεννήθηκε στο χωριό Σισάν, στα μεθόρια Συρίας και Κιλικίας, το έτος 390, κατά τούς χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου A' (379-395), όταν πατριάρχης Αντιόχειας ήταν ο Φλαβιανός Α' (381-404). 
Από την νεανική του ηλικία οι γονείς του συνήθιζαν να τον στέλνουν στις ερήμους, για να βόσκει τα πρόβατα. Μια ημέρα, πού είχε πέσει πολύ χιόνι και ο νέος δεν μπορούσα να βγάλει το ποίμνιό του στην βοσκή, εισήλθε σε ένα ναό και άκουσε να διαβάζουν «μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε· μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ…» (Λουκ. 6, 21· Ματθ. 5, 8). Ρώτησε τότε τί έπρεπε να κάνει, για να είναι και αυτός μεταξύ των μακαρίων, και πήρε την απάντηση ότι ο μόνος τρόπος είναι η μοναχική ζωή. Αμέσως εγκατέλειψε τους δικούς του και κάθε τι πού τον κρατούσε στον κόσμο και πήγε σε ένα γειτονικό ησυχαστήριο, όπου έμεινε δύο χρόνια. 
Επειδή ο Συμεών επιθυμούσε ζωή αυστηρότερη από αυτήν πού βρήκε εκεί, μετέβη στην κωμόπολη Τελεδάν (σημερ. Tell΄ Ada), κοντά στην Αντιόχεια, στον θαυμαστό ηγούμενο Ηλιόδωρο, ο οποίος καθοδηγούσε με πολλή σοφία και αυστηρότητα ογδόντα μοναχούς. Μαζί τους έμεινε δέκα χρόνια. Από την αρχή της δια­μονής του υπερέβαλε όλους τούς συναγωνιστάς του στην τραχύτη­τα της ασκήσεως. Ενώ οι άλλοι έτρωγαν κάθε δύο ημέρες, αυτός έπαιρνε ελάχιστη τροφή μία φορά την εβδομάδα. Η επιθυμία του να αναπληρώσει στην σάρκα του τα υστερήματα των θλίψεων του Χρι­στού (Κολ. 1, 24) ήταν τόση, ώστε έδεσε κατάσαρκα σχοινί κατα­σκευασμένο από φύλλα φοινίκων και το περιέσφιξε τόσο δυνατά στην μέση του, πού καταπλήγωσε το σώμα του. Βλέποντας τούς σκλη­ρούς αγώνες του οι γέροντες της μονής, τον πρόσταξαν να απομακρυνθεί, για να μη γίνει αιτία βλάβης σε όσους θα ήθελαν να τον μιμηθούν επιχειρώντας ασκήσεις ανώτερες των δυνάμεων τους. 
Ο Συμεών αναχώρησε από το μοναστήρι προς τα ερημικότερα μέρη του γειτονικού όρους και έμεινε μέσα σε ένα ξεροπήγαδο, υμνο­λογώντας απερίσπαστα νύκτα και ημέρα τον Θεό. Ύστερα από πέντε ημέρες οι μοναχοί μετανόησαν που τον έδιωξαν και ήθελαν να τον επαναφέρουν κοντά τους. Μετά από πολλές έρευνες τον ανακάλυψαν στον εγκαταλελειμμένο αυτόν τόπο, όπου μόνον οι δαίμονες είχαν το θάρρος να κατοικήσουν, και ο Συμεών υπακούοντας επέστρεψε μαζί τους στο μοναστήρι.

Ανικανοποίητος όμως από τα κοινά ασκητικά μέτρα, μετά από λίγο αναχώρησε οριστικά και πήγε στο χωριό Τελάνισσο. Εκεί, στους πρόποδες του όρους, βρήκε ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο κελί, στο όποιο έμεινε έγκλειστος επί τρία χρόνια. Κατά το παρά­δειγμα του Μωυσέως, του Ηλιού και του Σωτήρος Χριστού, επιθυμούσε να μείνει και αυτός επί σαράντα ημέρες τελείως άσιτος και ζήτησε από ένα πιστό, ονομαζόμενο Βάσσο, να του κλείσει με πηλό την είσοδο του κελιού. Εκείνος δέχθηκε, υπό τον όρο να αφήσει στον αθλητή τού Χριστού δέκα ψωμιά και ένα σταμνί με νερό, για να τα έχει σε περίπτωση εσχάτης ανάγκης. Αφού πέρασαν οι σα­ράντα ημέρες, ο Βάσσος βρήκε τα ψωμιά και το νερό άθικτα, τον δε Συμεών να κείτεται κατά γης άφωνος και ακίνητος από την εξάντληση συνήλθε μόνον όταν ο Βάσσος του έφερε και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Από τό­τε, ενδυναμούμενος από την Χάρη Του Θεού, σε όλη του την ζωή κρατούσε αλλε­πάλληλες τεσσαρακονθήμερες νη­στείες, κατά τις όποιες προσευχόταν και μελετούσε τα θεία λόγια με εξαι­ρετική αγαλλίαση μένοντας όρθιος, άστεγος, άσιτος, σχεδόν σαν άσαρκος.

Τρία χρόνια αγωνίστηκε σε αυτό το κελί να καταστολίσει την ψυχή του με θείες αρετές και μετά ανέβηκε στην κορυφή του όρους. Περιμάνδρωσε κάποιον χώρο, όπου έμεινε υπαίθριος, και έδεσε σε βράχο το δεξί του πόδι με βαρεία αλυσίδα είκοσι πήχεων, για να μη μπορεί να εξέλθει από την μάνδρα του. Ο σοφός όμως χωρεπίσκοπος Αντιόχειας Μελέτιος του υπέδειξε να δέση τον εαυτό του με την θέληση, διότι όταν αυτή χειραγωγείται από το λογικό, είναι ισχυρό­τερη από όλες τις αλυσίδες και εμποδίζει τον λογισμό να περιφέρε­ται εδώ και εκεί. Ο Συμεών, πού γνώριζε ότι η άσκησης είναι επαινετή μόνον όταν γίνεται με μέτρο και με σκοπό να επαναφέρει την εικόνα του Θεού στο πρωτόκτιστο κάλλος της, υπάκουσε στον ιεράρχη και έλυσε τις αλυσίδες. Τα μεγάλα σκουλήκια, πού βγήκαν τότε από τις πληγές του, φανέρω­σαν την υπομονή πού έδειχνε ο άγιος στις θλίψεις υπομονή παρό­μοια και ίσως ανώτερη από αυτήν των μαρτύρων, αφού εκουσίως επέβαλλε στον εαυτό του αυτές τις κακώσεις για την αγάπη του Χριστού. 
Η φήμη της αγιότητας του σύντομέ διέτρεξε τα περίχωρα και τον κατέστησε γνωστό ως τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Περσίας, Αρμενίας, Γεωργίας, Ιταλίας, Γαλατίας και Αγγλίας. Στην Ρώμη τον ευλαβούντο τόσο, ώστε κρεμούσαν εικονίδιά του στις εισόδους των σπιτιών και των εργαστηρίων για προστασία και ασφάλεια. Κάθε δρόμος πού οδηγούσε στην μάνδρα του έμοιαζε με πολυάνθρωπη αγορά από το πλήθος των ποικίλων ανθρώπων, που ασταμάτητα συνέρρεαν για να πάρουν την ευλογία του. Ο Συμεών όμως αγαπούσε και επιζητούσε την μόνωση και την θεωρία. Για να αποφύγει τις ενοχλητικές τιμές, επινόησε -πρώτος αυτός - την κατασκευή ενός στύλου, στην κορυφή του οποίου εγκαταστάθηκε μέσα σε μικρό κιγκλίδωμα. Πρώτα έκανε ένα στύλο ύψους έξι πήχεων, έπειτα ένα δεύτερο δώδεκα πήχεων, ένα τρίτο είκοσι δύο πήχεων και τέλος έζησε τριάντα χρόνια, ως την κοίμηση του, σε ένα στύλο υψηλότερο από δεκαέξι μέτρα. Αυτοί οι όλο και υψηλό­τεροι στύλοι, τούς οποίους είχε ως ενδιαίτημα του, ήσαν σαν ένα ορατό σημάδι των αναβάσεων της ψυχής του στο φως του Θεού. Εκτεθειμένος στην θέα όλων, σαν φωτεινός λύχνος επάνω σε υψηλό λυχνοστάτη, ο όσιος Συμεών είλκυε όλο και περισσότερο πλήθος ανθρώπων στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακος και φώτιζε τούς έσκοτισμένους από την είδωλομανία βαρβάρους, πού έφθαναν κατά αγέλες, για να δουν αυτό το ξενοπρεπές θέαμα. 
Επάνω από τον στύλο του, μεταξύ ουρανού και γης ευρισκόμε­νος ό άγιος, δεν έπαυσε να είναι όργανο τού θείου ελέους. Από την γη μεν ανέφερε προς τον Θεό τις προσευχές του υπέρ όλου του κόσμου, από τον ουρανό δε κατεβίβαζε διαρκώς το θείον έλεος. Όταν έδυε ο ήλιος, ύψωνε τα χέρια του και όρθιος όλη την νύκτα προσευχόταν απερίσπαστος ως το πρωί. Την ήμερα δίδασκε στον συναθροισμένο λαό τον θείο λόγο και έπειτα, ανάλογα με το αίτημα του καθενός, παρείχε τις ιάσεις, έδιδε την γνώμη του στα διάφορα ζητήματα, προέλεγε τις θεομηνίες και τελούσε άπειρα θαύματα. Για όλους ήταν λιμήν σωτηρίας και παρακλήσεως. Μολονότι λοιπόν με τόσους κόπους, τόσα κατορθώματα και πλήθος θαυμάτων είχε υπερβεί το όριο κάθε αρετής, εν τούτοις ήταν τόσο μετριόφρων και ταπεινός, γλυκύς και ευχάριστος, ώστε η χάρις του Θεού μονίμως κατηύγαζε την όψη του και ήταν αρκετή η θέα του προσώπου του, για να μαλάξει και την σκληρότερη καρ­διά ή να συμφιλιώσει τις άγριες και ανυπότακτες φυλές των ’Ισμαηλιτών. 
Αν και γινόταν «τοίς πάσι τά πάντα», όμως δεν δίσταζε να υπερασπιστεί με ιερό ζήλο τα δόγματα της Εκκλησίας, αποβλέπον­τας στην σωτηρία των αιρετικών. Έγραψε επιστολές για εκκλησιαστικά ζητήματα προς τον Θεοδόσιο Β , ό όποιος μαζί με τις αδελ­φές του τον εσέβοντο και τον αποκαλούσαν «πανάγιον καί αέριον μάρτυρα». Προς δε τον αυτοκράτορα Λέοντα Α ' απεύθυνε επιστολές κατά του μονοφυσιτισμού και υπέρ της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. 
Εσταυρωμένος ως προς τον κόσμο, χωρίς να αποκρύπτει τίποτε από την ζωή του, «ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. (Α' Κορ. 4, 9.), ο σελασφόρος αυτός ήλιος εκοιμήθει εν ειρήνη τό 459, σε ηλικία εξήντα εννέα ετών. Τρεις ημέρες πρόσμεναν τα πλήθη γονατιστά κάτω από τον στύλο να τα ευλογήσει ο όσιος, όπως είχε συνήθεια. Αλλά εκείνος επάνω, σκυφτός σε στάση προσκυνήσεως, δεν έκινειτο. Την τρίτη ημέρα ο μαθητής του Αντωνίνος ανήσυ­χος ανέβηκε στο κιγκλίδωμα και είδε το πρόσωπό του λαμπρό σαν ήλιο και όλο του το σώμα να αναδίδει ευωδία. Του ζήτησε να ευλογήσει τον λαό, άλλ’ ο όσιος δεν απαντούσε. Τότε τον ψηλάφησε και κατάλαβε ότι εκοιμηθεί. Την επομένη ο επίσκοπος Αντιόχειας Μαρτύριος (459-468) με πολλούς επισκόπους τοποθέτησαν τον πάνσε­πτο νεκρό σε άμαξα και ξεκίνησαν για την Αντιόχεια συνοδευόμενοι από αναρίθμητα πλήθη πιστών, πού ακολουθούσαν με λαμπάδες και θυμιάματα, οδυρόμενα για την στέρηση του οσίου. Την πομπή φρουρούσε ο στρατηλάτης της Ανατολής Άρδαβουριος με έξι χιλιάδες στρατιώτες, για να μην ορμήσουν στο ιερό λείψανο οι γύρω κώμες των Αράβων χριστιανών και το αρπάξουν - όπως και εσκέπτοντο να κάνουν - φιλονικώντας ποιά θα το κληρονομήσει. Φθάνοντας στην Αντιόχεια, όλη ή πόλις βγήκε να τον υποδεχτεί με κεριά και ύμνους λέγοντας: «Ήρθε ο ποιμένας μας. Ανοίξτε, πύλες, να δεχτείτε τον φύλακα της πόλεώς μας». Το ιερό λείψανο έναπετέθη αρχικά, την 1η Σεπτεμβρίου 459, στον ναό του αγίου Κασσιανού, μέχρις ότου έκτι­σαν δικό του, όπου τον μετέθεσαν.

 


Ο αυτοκράτωρ Λέων Α' ο Μακέλλης (457-474) θέλησε να μετακόμιση την σορό των τιμίων λειψάνων στην Βασιλεύουσα, αλλά οι Αντιοχείς με δεήσεις και ικεσίες τον έπεισαν να τούς αφήσει τον άγιο, για να τον έχουν ως τείχος και οχύρωμα της πόλεώς τους. Τελικώς όμως, το 467 ο Λέων διενήργησε την μετακομιδή, χάρις σε αίτημα του οσίου Δανιήλ του Στυλίτου, εφάμιλλου του Συμεών. Κοντά στον δικό του στύλο ανεγέρθη ναός για την κατάθεση των λειψάνων, τα όποια αμέσως άρχισαν ιάσεις και θαύματα. 
Στην Συρία, γύρω από τον στύλο του οσίου Συμεών, το 480 κτίσθηκαν τέσσερις βασιλικές σε σχήμα σταυρού. Στο μέσον υπήρχε οκταγωνική υπαίθριος αυλή, όπου ήταν ο στύλος, επάνω από τον όποιο κάθε χρόνο την ημέρα της μνήμης του υπερμεγέθης αστήρ περιέλαμπε όλο τον χώρο. Ο εσωτερικός περίβολος ήταν άβατος για τις γυναίκες- έφθαναν ως τα εξωτερικά κατώφλια και από εκεί, μέσω των θυρίδων, έβλεπαν τον αστέρα ή προσεύχονταν στραμμένες προς τον στύλο. Το μεγάλο αυτό προσκυνηματικό κέντρο αρχικά περιήλθε στα χέρια των μονοφυσιτών και αργότερα (638) καταστράφηκε από τους Άραβες.


Το ιερό λείψανο του Αγίου Συμεών του Στυλίτου φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Μεταμόρφωσης (Μεταμόρφωση) του Σωτήρος των στη Βέροια.. Είναι το δεξί χέρι του Αγίου Συμεών, εσώκλειστο σε ασήμι το οποίο διαμορφώνεται σε ένα χέρι. Το περίβλημα είναι απο ασημί χρονολογείται από το 1939. Πριν το λείψανο φυλάσσόταν μέσα σε ένα κουτί και η ιστορία της χάνεται στο χρόνο. Ωστόσο, υπάρχουν αρχαίες μάρτυρες που μαρτυρούν την ύπαρξη αυτού του λείψανου. Είναι ενδιαφέρον, ο πυλώνας του Αγίου Συμεών στη Συρία ήταν λίγο έξω από την Βέροια, τη Συρία (το σημερινό Χαλέπι) και τα λείψανα του χεριού του είναι στην Βέροια, Ελλάδα.Πολλά θαύματα αποδίδονται στο δεξί χέρι του Αγίου Συμεών Στυλίτη. Αν και η ημέρα γιορτής του είναι 1 Σεπτεμβρίου, κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο ο ηγούμενος της Μονής παίρνει τα λείψανα στα γύρω χωριά και ευλογεί τους πιστούς με αυτό.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Παρακλητικός Κανών Ὁσίου ΣΥΝΕΩΝ τοῦ Στυλίτου



Παρακλητικός Κανών Ὁσίου ΣΥΝΕΩΝ τοῦ Στυλίτου,
μ. Γερασίμου
Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως ὁ ρμβ΄ (142) Ψαλμός καί τό Θεός Κύριος μετά τῶν στίχων αὐτοῦ. Εἶτα τά Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ σταυρῷ.
ς δοξασθεὶς τῇ θεϊκῇ χορηγίᾳ, ἡμῶν προστάτης ἐναργὴς ἀνεδείχθης, καὶ πρεσβευτὴς πρὸς Κύριον θερμότατος· ὅθεν ἀεὶ πρέσβευε, Συμεὼν θεοφόρε, πάσης ἡμᾶς ῥύεσθαι, συμφορᾶς καὶ ἀνάγκης, καὶ πολυτρόπων Πάτερ πειρασμῶν, τοὺς ἀδιστάκτῳ ψυχῇ προσιόντας σοι.

Δόξα. Καὶ νῦν. 
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

O N΄ (50) Ψαλμός.

Εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Συμεών, σκέπε ἡμᾶς παμμάκαρ. Γερασίμου.
ᾨδὴ α΄.
Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Συμεὼν τοῖς Ἀγγέλοις Πάτερ χοροῖς, σὺν αὐτοῖς δυσώπει, πάσης ῥύεσθαι ἀπειλῆς, τοὺς πίστει καὶ πόθῳ προσιόντας, θαυματουγὲ Συμεὼν τῇ πρεσβείᾳ σου.

ψίστου θεράπων θεοειδής, Συμεὼν θεόφρον, τῶν Ὁσίων ἡ καλλονή, ψυχῆς μου θεράπευσον τὸ ἄλγος, καὶ τὴν προσιοῦσάν μοι λύπην ἀφάνισον.

Μυρίοις κυκλούμενος πειρασμοῖς, πρὸς σὲ καταφεύγω, καὶ κραυγάζω σοι ἐκ ψυχῆς· σπεῦσον Συμεὼν θαυματοφόρε, καὶ τῶν εὑρόντων δεινῶν με ἀπάλλαξον.

Θεοτοκίον.
κ Σοῦ προελήλυθεν ὑπὲρ νοῦν, σαρκὸς ἐν προσλήψει, ὁ τῶν ὅλων Δημιουργός, καὶ ἔσωσε πάντας Θεοτόκε, τοὺς προσκυνοῦντας τὸν ἄφραστον τόκον Σου.

ᾨδὴ γ΄. 
Οὐρανίας ἁψῖδος.
ς θερμὸς ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθὸς ἕτοιμος, Συμεὼν σοφὲ τῆς σῆς ποίμνης, ταύτην περίεπε, τῇ ἀντιλήψει σου, ἐκ συμφορῶν καὶ κινδύνων, ἀπαλλάττων Ὅσιε, ὡς συμπαθέστατος.

Νοσημάτων ποικίλων καὶ πολλαπλῶν θλίψεων, Συμεὼν ἀτρώτους συντήρει, τοὺς σὲ γεραίροντας, καὶ αἴτει πάντοτε, ἀπὸ Κυρίου εἰρήνην, καὶ πταισμάτων ἄφεσιν, ἡμῖν δεόμεθα.

Σοφιστείας τοῦ πλάνου καὶ πονηρᾶς ἕξεως, καὶ ἐπηρειῶν ὀλεθρίων, ἡμᾶς ἀπάλλαττε, Συμεὼν Ὅσιε, τοὺς ἐν θερμῇ διανοίᾳ, σπεύδοντας ἑκάτοτε, τῇ προστασίᾳ σου.
Θεοτοκίον.
Καταφύγιον κόσμου καὶ ἀσφαλὲς στήριγμα, στήριξον ἡμᾶς Θεοτόκε, φόβῳ τῷ κρείττονι, τοὺς καταφεύγοντας, ὑπὸ τὴν θείαν Σου σκέπην, καὶ ζητοῦντας Δέσποινα, τὴν Σὴν βοήθειαν.

Διάσωσον, ὦ Συμεὼν θεοφόρε ταῖς σαῖς πρεσβείαις, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς καὶ κακώσεως, τοὺς προσιόντας τῇ θείᾳ σου προστασίᾳ.

πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Κάθισμα. 
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
κ στύλου σοφὲ ἐκλάμπων ἐν τοῖς πέρασι, θαυμάτων αὐγαῖς πυρσεύεις τὰς ψυχὰς ἡμῶν· διὸ πιστῶς βοῶμέν σοι· Συμεὼν ἀσκητὰ ἐγκαλλώπισμα, τὴν τῶν παθῶν ἡμῶν λῦσον ἀχλύν, φωτὶ τῶν θερμῶν σου παρακλήσεων.

ᾨδὴ δ΄. 
Εἰσακήκοα Κύριε.
πωδύνων κακώσεων, καὶ πολυειδῶν δεινῶν περιστάσεων, ἀσινεῖς ἡμᾶς διάσωζε, Πάτερ Συμεὼν ταῖς ἱκεσίαις σου.

Παῤῥησίαν πρὸς Κύριον, ἔχων Συμεὼν μὴ παύσῃ δεόμενος, λυτρωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν, τῶν ἐπηρειῶν τοῦ πολεμήτορος.

ντολῶν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τὴν ὁδὸν ὁδεύειν Πάτερ ἐνίσχυσον, τοὺς ἐν πίστει καταφεύγοντας, τῇ σωτηριώδει ἀντιλήψει σου. 
Θεοτοκίον.
Θεὸν σωματώσασα, καὶ μετὰ τὸν τόκον ἄφθορος μείνασα, Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, ἐκ φθοροποιῶν παθῶν με λύτρωσαι.

ᾨδὴ ε΄. 
Φώτισον ἡμᾶς.
Μέγας ἀρωγός, Συμεὼν καὶ τεῖχος ἄῤῥηκτον, τῆς Μονῆς ταύτης ὑπάρχεις ἀληθῶς, αὐτὴν τείχιζε ταῖς θείαις ἱκεσίαις σου.

νωθεν ἡμᾶς, ἐφορῶν μὴ παύσῃ Ὅσιε, ἀποτρέπων τὰς ποικίλας καθ’ ἡμῶν, μεθοδείας τοῦ δολίου πολεμήτορος.

Σύνεσιν ἡμῖν, καὶ εἰρήνην ἀεὶ βράβευε, καὶ πταισμάτων Συμεὼν τὸν ἱλασμόν, ταῖς πρὸς Κύριον πρεσβείαις σου δεόμεθα.

Θεοτοκίον.
Πόνων χαλεπῶν, τὴν ζωὴν ἡμῶν ἀπάλλαξον, ἡ τὸν Πρύτανιν τεκοῦσα τῆς ζωῆς, σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν Πανύμνητε.

ᾨδὴ στ΄. 
Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.
γγέλων, τὴν πολιτείαν ἀνύων, περιβόητος ἐν κόσμῳ ἐγένου· ὅθεν ἡμᾶς, κοσμικῶν φρονημάτων, καὶ ἐννοιῶν ματαιότητος λύτρωσαι, καὶ δίδου θεῖον φωτισμόν, ταῖς ψυχαῖς Συμεὼν ἡμῶν πάντοτε.

Μεγίσταις, θαυματουργίαις ἐμπρέπων, θεραπεύεις τὰ δυσίατα πάθη· ὅθεν κἀμοῦ, τὴν νοσοῦσαν καρδίαν, καὶ τὰ τοῦ σωματος ἴασαι τραύματα, καὶ θεῖον φόβον τῷ νοΐ, Συμεὼν θεοφόρε χορήγησον.

Μονήν σου, τὴν ἱερὰν θεοφόρε, μὴ ἐλλίπῃς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, καὶ ἀπειλῆς ἀπαλλάττων ἀπαύστως, ὡς ἀντιλήπτωρ αὐτῆς καὶ ὑπέρμαχος, καὶ καθοδήγει Συμεών, πρὸς νομὰς σωτηρίους δεόμεθα.

Θεοτοκίον.
φράστως, τὸν Ποιητὴν τετοκυῖα, ὡς ηὐδόκησεν ἁγνὴ Θεοτόκε, τὸν τῆς ἀρχαῖας κατάρας τὸν κόσμον, δι’ εὐσπλαγχνίαν πολλὴν λυτρωσάμενον, ἱκέτευε διὰ παντός, τοῦ σωθῆναι ἡμᾶς τοὺς τιμῶντάς Σε.

Διάσωσον, ὦ Συμεὼν θεοφόρε ταῖς σαῖς πρεσβείαις, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς καὶ κακώσεως, τοὺς προσιόντας τῇ θείᾳ σου προστασίᾳ.

χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. 
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ταῖς πρὸς Θεὸν ἱκεσίαις σου Ἅγιε, ἐπερχομένων δεινῶν ἡμᾶς λύτρωσαι, καὶ αἴτει πταισμάτων συγχώρησιν, καὶ παθημάτων παντοίων τὴν ἴασιν, ἡμῖν Συμεὼν τοῖς τιμῶσί σε.

Προκείμενον
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου, ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου Αὐτοῦ.

Στ. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.

Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (Κεφ. ια΄ 27-30).
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱὸν εἰ μὴ ὁ Πατήρ· οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.

Δόξα. Ταῖς τοῦ Σοῦ Ὁσίου...

Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου...

 Στ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός...
Προσόμοιον. 
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Στῦλος οὐρανόφωτος, τῶν ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσιν, Ἐκκλησίας πέφηνας, ἐπὶ στύλου Ὅσιε ὡς ἐβίωσας, καὶ φωτὶ πάντοτε, τῆς σῆς προστασίας, τῶν παθῶν σκότος βαθύτατον, λύεις ἑκάστοτε, καὶ ἀσθενειῶν τὴν σκοτόμαιναν, ὑγείαν τε καὶ λύτρωσιν, νέμων τοῖς πιστῶς προσιοῦσί σοι· Συμεὼν τρισμάκαρ, Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα σεπτόν, καὶ πρεσβευτὰ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, πρὸς Χριστὸν τὸν Κύριον. 
 
ᾨδὴ ζ΄. 
Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Καθαιρέτης ἐδείχθης ἀκαθάρτων πνεύματων Συμεὼν Ὅσιε· αὐτῶν τῆς ἐπηρείας, καὶ τῆς κακοτροπίας, ἀσινεῖς ἀεὶ φύλαττε, τῇ ἀντιλήψει τῇ σῇ, τοὺς σὲ ἀνευφημοῦντας.

νωτέρους συντήρει ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ πάσης θλίψεως, τῇ σῇ ἐπιστασίᾳ, καὶ θείᾳ προστασίᾳ, Συμεὼν τοὺς κραυγάζοντας· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

υπωθέντα μοι σπίλοις ἁμαρτίας ἀπόπλυνον τῇ σῇ χάριτι, καὶ δίδου θεοφόρε, δάκρυα μετανοίας, τῷ βοῶντι ἱκέτῃ σου· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον.
Γεωργήσας Παρθένε τῶν παθῶν τὰς αἰτίας νοὸς κουφότητι, ἐμόλυνα ψυχῆς μου, τὸ εὐγενὲς ὁ τάλας· ἀλλὰ Σύ με ἐκκάθαρον, ἐκ μολυσμῶν χαλεπῶν, διὰ τῆς μετανοίας.

ᾨδὴ η΄. 
Τὸν Βασιλέα.
ργοις ἁγίοις, τῶν ἀρετῶν θεοφόρε, ὥσπερ ἄμπελον κομῶσαν τὴν Μονήν σου, δεῖξον γεωργίᾳ, τῶν θείων πρεσβειῶν σου.

ῦσαί με Πάτερ, τῆς τοῦ ἐχθροῦ δυναστείας, καὶ ἀπάλλαξον πικρᾶς με συνηθείας, ὡς παρὰ Κυρίου, λαβὼν πλουσίαν χάριν.

ῤῥωστημάτων, καὶ συνοχῆς ψυχοφθόρου, ῥύου πάντοτε ὦ Συμεὼν παμμάκαρ, τοὺς ἐπικαλουμένους, τὴν κλῆσίν σου τὴν θείαν.

Θεοτοκίον.
Σωματικῶν με, καὶ ψυχικῶν συντριμμάτων, ἀπολύτρωσαι Παρθένε Θεοτόκε, τὸν οἰκτρόν Σου δοῦλον, πολλῇ Σου εὐσπλαγχνίᾳ

ᾨδὴ θ΄. 
Κυρίως Θεοτόκον.
σχὺν καὶ θείαν ῥώμην, παρὰ τοῦ Κυρίου, αἴτει ἡμῖν Συμεὼν παναοίδιμε, ὡς ἂν ἐχθροῦ τῆς δυνάμεως κατισχύσωμεν.

Μονήν σου τὴν ἁγίαν, φύλαττε ἀπαύστως, ἀνακειμένην τῇ θείᾳ πρεσβείᾳ σου, ταύτῃ παρέχων, ἐξ ὕψους τὴν εὐλογίαν σου.

σίως καὶ ἀμέμπτως, ἡμᾶς διανύειν, τὴν βιοτὴν Συμεὼν καταξίωσον, ὡς ἂν ζωὴν τὴν ἀγήρω κληρονομήσωμεν.

Θεοτοκίον.
πέραγνε Παρθένε, Μῆτερ τοῦ Κυρίου, τὴν ἄναγνόν μου καρδίαν ἐκκάθαρον, καὶ καθαρῶς βιοτεύειν με ἐνδυνάμωσον.

Μεγαλυνάρια.
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Στήλη ἐναρέτου ὤφθης ζωῆς, ἐπὶ στύλου ζήσας, ὑπεράνθρωπος Συμεών· ὅθεν ὑπὲρ φύσιν, θεόθεν ἐδοξάσθης, καὶ ἅπασι παρέχεις, τὴν προστασίαν σου.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ἡ καλλονή, καὶ τῶν μοναζόντων ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις παλαισμάτων, μεγίστων θεῖον θαῦμα, ὦ Συμεὼν καὶ πρέσβυς, ἡμῶν πρὸς Κύριον.

ρθης ἐπὶ στύλου σωματικῶς, καὶ πνεύματι Πάτερ, ἀνυψώθης πρὸς οὐρανόν· ὅθεν οὐρανίων, ἠξίωσαι χαρίτων, καὶ ἅπασι βλυστάνεις, χάριν ἀέναον.

Σώματος τοὺς πόνους ὑπειδών, Συμεὼν ὡράθης, ἀπαθείας θεῖον λειμών· ὅθεν πάντα πόνον, κουφίζεις θεοφόρε, τῶν πίστει προσιόντων, τῇ ἀντιλήψει σου.

Θαύμασιν ἐκλάμπων πάσῃ τῇ γῇ, νόσους θεραπεύεις, χορηγίᾳ τῇ θεϊκῇ· ὅθεν ἡμᾶς ῥῦσαι, ποικίλων συμπτωμάτων, καὶ νόσων ὀλεθρίων, Συμεὼν Ὅσιε.

Σκέπε καὶ διάσωζε ἐσαεί, ταύτην τὴν Μονήν σου, τῇ θερμῇ σου ἐπισκοπῇ, καὶ ἐξαίτει ταύτῃ, ὦ Συμεὼν εἰρήνην, καὶ πᾶσαν εὐπραγίαν, ὁσίων πράξεων.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. 
Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάσης, τοῦ ἐχθροῦ ἐπιβουλῆς, Πάτερ Συμεὼν θεοφόρε, ἀξιοθαύμαστε, φύλαττε ἀπήμονας, τῇ προστασίᾳ σου, τοὺς πιστῶς σοι προσέρχοντας, εἰρήνην ὑψόθεν, καὶ πταισμάτων ἄφεσιν, ἡμῖν αἰτούμενος· σὲ γάρ, πρὸς τὸν πάντων Σωτῆρα, ἔχομεν μεσίτην καὶ πρέσβυν, καὶ ταχὺν ἐν πᾶσιν ἀντιλήπτορα.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις