Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2025

Από τον βίο της οσίας Θεοδώρας [Από τον Ευεργετινό]


Από τον βίο της οσίας Θεοδώρας
Από τον Ευεργετινό
Η αγία Θεοδώρα ασκήτευε, περνώντας για άντρας, σε ανδρικό μοναστήρι. Κάποτε κατηγορήθηκε ψευδώς ότι άφησε έγκυο μια κοπέλα, και εξορίστηκε από το μοναστήρι μαζί με το μωρό, το οποίο αναγκάστηκε να το ανατρέφει με πολύν κόπο επί επτά χρόνια.

Όταν πέρασαν τα επτά χρόνια, οι μοναχοί της λαύρας του Ενάτου ήρθαν να παρακαλέσουν τον ηγούμενο της μονής της αγίας να τη δεχτεί πάλι και να τη συναριθμήσει με την υπόλοιπη μοναχική αδελφότητα. Γιατί, έλεγαν, αρκετά τιμωρήθηκε με το να μένει επτά ολόκληρα χρόνια δίπλα στην είσοδο της μονής. Και πρόσθεσαν ότι από θεϊκή αποκάλυψη βεβαιώθηκαν ότι συγχωρήθηκε πια το αμάρτημα του Θεοδώρου. 
Ο ηγούμενος άκουσε την παράκλησή τους και απάλλαξε τη Θεοδώρα από την άδικη καταδίκη, προστάζοντάς την να μένει από εκεί και πέρα σε απομονωμένο κελλί χωρίς να βγαίνει καθόλου, και να μην της αναθέτουν κανένα διακόνημα της μονής.

Πέρασαν δύο ακόμη χρόνια που η αγία ασκήτευε έτσι με περισσότερη εγκράτεια και θερμότερες προσευχές. Τότε έγινε ξηρασία στον τόπο και οι στέρνες του κοινοβίου έμειναν χωρίς σταγόνα νερό. Ο ηγούμενος, επειδή από όσα άκουγε και έβλεπε, είχε βεβαιωθεί ότι η ευλογημένη Θεοδώρα αξιώθηκε να λάβει το χάρισμα των θεραπειών, την κάλεσε και την πρόσταξε να ρίξει στη στέρνα τη στάμνα και να φέρει νερό. Εκείνη, μαθημένη να υπακούει στα λόγια του πατέρα, χωρίς να εξετάσει ή να προφασιστεί τίποτε, έκανε ό,τι την πρόσταξε, και αμέσως ανέβασε τη στάμνα γεμάτη νερό. Και τότε και άλλες στέρνες φάνηκαν γεμάτες νερό. 
Αφού πέρασαν λίγες μέρες, η αγία πήρε το παιδί και το βράδυ κλείστηκε στο κελλί και όλη τη νύχτα τού έδινε τις πιο πνευματικές συμβουλές. Και ενώ ακόμη το συμβούλευε, παρέδωσε με χαρά την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Αμέσως το παιδί ξέσπασε σε κλάματα και γέμισε το κελλί με τις φωνές του. Όσοι βρέθηκαν κοντά, διαπίστωσαν τι έγινε και το είπαν στον ηγούμενο. Και εκείνος, μόλις το άκουσε, διηγήθηκε στους μοναχούς ένα όνειρο που είδε. 
«Μου φάνηκε», είπε, «ότι είδα δύο άντρες να με ανεβάζουν ψηλά, σε ύψος ανυπολόγιστο. Εκεί είδα ένα τάγμα αγγέλων και μια φωνή αντήχησε στα αυτιά μου που έλεγε· “Βλέπε ποια αγαθά έχουν ετοιμαστεί για τη Θεοδώρα, τη νύφη μου”. Τότε μου παρουσιάστηκε ένα κρεβάτι που το φρουρούσε άγγελος και ένα νυφικό δωμάτιο με ανείπωτη ομορφιά. Εγώ λαχταρούσα να μάθω ποιο είναι το νυφικό δωμάτιο που έβλεπα και ποια είναι εκείνη, για την οποία ετοιμάστηκαν αυτά, και ρωτούσα τους συνοδούς μου. Αμέσως όμως είδα πλήθος προφητών, αποστόλων, μαρτύρων και άλλων αγίων που στο κέντρο τους είχαν μια γυναίκα στολισμένη με θεϊκή δόξα· αυτή μπήκε στο νυφικό δωμάτιο και την είδα να κάθεται στο κρεβάτι. 
Οι συνοδοί μου είπαν ότι αυτή είναι ο αββάς Θεόδωρος, η οποία συκοφαντήθηκε με ψεύτικη κατηγορία πορνείας και προτίμησε καλύτερα να ταλαιπωρείται επτά ολόκληρα χρόνια διωγμένη από τη μονή και να θεωρείται πατέρας ξένου παιδιού και να αναλάβει τη φροντίδα και την ανατροφή του, παρά να φανερωθεί ότι είναι γυναίκα και να γλυτώσει από την ντροπή και την τόση κακοπάθεια. Γι’ αυτό και αξιώθηκε να λάβει αυτή τη λαμπρότητα που βλέπεις”. 
Όταν τα είδα αυτά, ο ύπνος μου έφυγε και άρχισα να κλαίω τις αμαρτίες μου». 
Αφού τα διηγήθηκε αυτά, πήγε αμέσως όπως ήταν στο κελλί της οσίας μαζί με τους μοναχούς. Μπαίνοντας, είδαν νεκρή αυτή που στ’ αλήθεια ζούσε και στάθηκαν γύρω, βρέχοντας με τα δάκρυά τους το ιερό σώμα. 
Ο ηγούμενος κάλεσε τότε και τους μοναχούς του Ενάτου, τους έδειξε κάποια μέρη του ιερού σώματος και είπε: «Κοιτάξτε αυτό το πρωτοφανές θέαμα· πώς μια γυναίκα ξεγέλασε με τέτοιο τέχνασμα τον άρχοντα του σκότους». 
Όλοι έμειναν έκπληκτοι από το θέαμα, και στη συνέχεια κυριεύτηκαν από πολύ φόβο, καθώς σκέφτηκαν με πόσον κόπο πρέπει να παλεύουν όσοι είναι αιχμαλωτισμένοι σε σωματικά πάθη, και τον φόβο τους τον ακολούθησαν κλάματα. Όταν με τα πολλά σταμάτησαν τους θρήνους, απέδωσαν με ψαλμούς και ύμνους τις επικήδειες τιμές στο πολύπαθο και ιερό εκείνο σώμα και το έθαψαν. 

ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Μ’ (40), σελ. 376. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

Από τον βίο της οσίας Θεοδώρας

 
Από τον βίο της οσίας Θεοδώρας
11 Σεπτεμβρίου 
Στο μοναστήρι όπου ασκήτευε, περνώντας για άντρας, η αγία Θεοδώρα, τελείωσε κάποτε το σιτάρι. Ο ηγούμενος τότε την πρόσταξε να πάρει τις καμήλες και να πάει στην πόλη να αγοράσει σιτάρι για το μοναστήρι, προσθέτοντας και τούτο: αν της είναι αδύνατο να επιστρέψει πριν το βράδυ, να καταλύσει στο μοναστήρι του Ενάτου [1] και εκεί να ξεκουράσει τις καμήλες. 
Επιστρέφοντας από την πόλη η αγία, είδε ότι ο ήλιος κόντευε να δύσει και πήγε, σύμφωνα με την εντολή που πήρε, στη μονή του Ενάτου, όπου ζήτησε ένα μέρος για να ξεκουραστεί μαζί με τις καμήλες. Πράγματι, αφού τακτοποίησε τις καμήλες, ξεκουραζόταν και η ίδια κοντά τους. 
Εκεί έμενε και μια κοπέλα που είχε συγγένεια με κάποιους μοναχούς. Αυτή την ερέθισε τότε ο πονηρός ώστε να θέλει ασυγκράτητα την αμαρτία· και νομίζοντας, από όσα έβλεπε, ότι η αγία είναι άντρας, έδιωξε κάθε ντροπή και από το πρόσωπο και από την ψυχή της και την παρακινούσε να κοιμηθεί μαζί της. Επειδή όμως εκείνη ούτε που την άκουγε και προτιμούσε να πλαγιάζει στο γυμνό έδαφος δίπλα στις καμήλες, η κοπέλα, μη μπορώντας να σβήσει τη φλόγα της, δόθηκε σε κάποιον που κοιμόταν εκεί, ταξιδιώτη και αυτόν περαστικό που διανυκτέρευε στη μονή. 
Εκείνος έκανε την αμαρτία και πρωί πρωί έφυγε από τη μονή, και η οσία γύρισε και αυτή στο μοναστήρι της. Καθώς όμως περνούσε ο καιρός, φούσκωνε η κοιλιά της κοπέλας και οι συγγενείς της μοναχοί τη ρωτούσαν επίμονα πώς συνέβη αυτό. Αυτή τότε είπε ότι ο μοναχός Θεόδωρος της μονής του Δεκάτου Ογδόου αμάρτησε μαζί της. 
Οι μοναχοί πίστεψαν αμέσως τα λόγια της· γιατί ο εχθρός που επινοούσε τους πειρασμούς σε βάρος της αγίας, αυτός έβαζε και την κοπέλα να τα λέει αυτά, και εκείνους να τα πιστεύουν. 
Στη συνέχεια πήγαν στο μοναστήρι όπου ασκήτευε η αγία, και με φασαρία και θόρυβο φώναζαν: «Ο Θεόδωρος, ο μοναχός σας, δεν φοβήθηκε να κάνει τέτοια σιχαμερή αμαρτία». Ρώτησε λοιπόν ο ηγούμενος την αγία αν έκανε μια τέτοια σιχαμερή πράξη, και αυτή απάντησε ότι δεν έχει κάνει τίποτε αξιοκατηγόρητο. Οι μοναχοί του Ενάτου γύρισαν τότε στο μοναστήρι τους, και μόλις γεννήθηκε το παιδί και είδε το φως, το πήραν και το έριξαν στην αυλή της μονής όπου ζούσε η αγία. 
Τι έγινε λοιπόν από εκεί και πέρα; Η Θεοδώρα θεωρήθηκε πατέρας του μωρού και χωρίς να βγάλει μιλιά καταδικάστηκε και εξορίστηκε από το μοναστήρι μαζί με το μωρό. Έγινε λοιπόν παραμάνα του παιδιού και αναγκάστηκε να το ανατρέφει σαν μητέρα, ταΐζοντάς το με γάλα των προβάτων και ζητώντας μαλλιά από τους βοσκούς, με τα οποία του έφτιαχνε ρούχα. Ποια όμως ψυχή μπορούσε να δεχτεί μια τόσο βαριά συκοφαντία; Και ποια χέρια δεν θα δυσκολεύονταν με μια τόσο κουραστική υπηρεσία; 
Πέρασαν επτά χρόνια που ταλαιπωρούνταν μια αδύναμη γυναίκα - ω Θεέ μου, που όλα τα βλέπεις! - συκοφαντημένη με ψεύτικη κατηγορία και πεταμένη έξω από το μοναστήρι της, ώστε την αισχρότητα, που τάχα έκανε θεληματικά, να την αντισταθμίσει με θεληματική ντροπή. Και, κοντά στα άλλα, πώς περνούσε; Τροφή της είχε τα άγρια χόρτα και ποτό το νερό που έπαιρνε πρόχειρα από τη λίμνη, ή, να πούμε πιο σωστά, τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της, ώστε να επαληθεύεται σε αυτήν ο ψαλμικός στίχος: «Και το νερό που έπινα, το ανακάτωνα με τα δάκρυά μου» (Ψαλμ. 101:10). 
Καθώς λοιπόν το σώμα της έλιωνε έτσι και έμενε αφρόντιστο, τα νύχια της μάκρυναν και έμοιαζαν με τα νύχια ορισμένων άγριων ζώων· τα μαλλιά της ήταν ξερά και πυκνά και έμοιαζαν σε μεγάλο βαθμό με άγρια χορτάρια· το πρόσωπό της ψήθηκε από την άμεση έκθεσή του στις ηλιακές ακτίνες και μαύρισε όπως των Αιθιόπων, και τα μάτια της έπαθαν από τη συνεχή ταλαιπωρία της αγρυπνίας. Και όμως· αν και πάλευε με τέτοια μαζεμένα δεινά και δερνόταν από τις θύελλες όχι μόνο του καιρού, αλλά και των πειρασμών, αυτή δεν θέλησε ούτε για ελάχιστο να απομακρυνθεί από το μοναστήρι. Αντίθετα, έμενε εκεί, αφού έφτιαξε ένα καλύβι κοντά στην πύλη, και ευχαρίστως ανεχόταν να είναι σε αυτό παραπεταμένη, όπως λέει και ο προφήτης (Ψαλμ. 83:11). Ποιος όμως θα μπορούσε να διηγηθεί και πόσους άλλους πειρασμούς τής προξένησε εκεί ο εχθρός, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να τη νικήσει; 
[1] Λεγόταν έτσι γιατί βρισκόταν εννιά “σημεία” (μίλια) έξω από την Αλεξάνδρεια. Αντίστοιχα, η μονή του Δεκάτου Ογδόου, που αναφέρεται στη συνέχεια, απείχε 18 μίλια.

ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Μ’ (40), σελ. 374. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

Δημοφιλείς αναρτήσεις