Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η βαθιά αγάπη και το ξεπέρασμα της μοναξιάς.






[…] Η βαθιά αγάπη και το ξεπέρασμα της μοναξιάς. Προσέξτε το! Το ξεπέρασμα της μοναξιάς! Είναι ένα άλλο κοίταγμα και πάλι της αρνήσεως της Εκκλησίας για τις προγαμιαίες σχέσεις. Είναι μια μάχη το ξεπέρασμα της μοναξιάς! Δηλαδή ένας ο οποίος οδηγείται σε έναν γάμο πρέπει να κάνει την μεγάλη πάλη, την μεγάλη άσκηση να ξεπεράσει τη μοναξιά του. Γιατί μετά τι νόημα έχει μια σεξουαλική πράξη; Εκεί είναι η μεγάλη άσκηση! Και εδώ ο γάμος έχει τρομερή άσκηση! Αυτό δεν το πιάνουνε πολλοί! Και είναι πραγματικά δύσκολο σε μια εποχή μάλιστα ερωτομανή.

Και έτσι δεν δέχομαι αυτούς που λένε: «Και τι είναι ο γάμος; Ο ασκητής κάνει αυτά κι αυτά». Μα, κάνει άσκηση ο άλλος! Και όταν λέω του άλλου αυτό που λέει η Εκκλησία «όχι σεξ πριν από τον γάμο», δεν του λέω μια νομολογική εντολή. Δεν είναι τέτοιο πράγμα. Τον βάζω σε μια άσκηση όπου θα υπερβεί τον εαυτό του, δεν θα θέλει απλώς να ικανοποιήσει τον εαυτό του. Πώς θα αγαπάει μετά την γυναίκα του και πως θα ξεπερνά τον εαυτό του; Πάντα θα είναι αυτός που χρησιμοποιεί τη γυναίκα, ό,τι κακό για τη συνέχεια. Δύσκολα το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι… Και αυτό είναι μια τρομερή άσκηση, μια οριακή άσκηση σε μια εποχή τόσο δύσκολη πραγματικά από τα ερεθίσματα που έχουμε. Αυτό το καταλαβαίνω…

Και αυτή η άσκηση μπορεί να οδηγήσει στο κάλλος του γάμου. Δούλεψες πάνω σου, δουλεύεις να σπάσεις το εγώ σου και καταλήγεις πλέον στο μυστήριο του γάμου έχοντας σπάσει το Εγώ σου και ξέρεις ότι θα ζεις και για τον άλλον. Μεγάλο πράγμα είναι αυτό. Πώς θα ζεις για τον άλλον όταν τον χρησιμοποιείς; Μου λένε: «Μα αφού αγαπιόμαστε…» Τι είναι η λέξη αγάπη; Αυτά όλα που λένε αναιρούνε αυτά που λέμε εμείς ότι είναι αγάπη.

Και μέσα εκεί πια λειτουργεί το σωματικό μέγεθος ως κάλλος στην Εκκλησία. Αυτό που έλεγε ο Χρυσόστομος, ότι τίποτε δεν είναι βέβηλο. Εμείς όλα τα κάναμε βέβηλα, τα κάναμε έτσι κρύφια, τα κάναμε αμαρτία όλα τα πράγματα. Και έτσι φτάνεις στον πόλο του άκρου, στην αποκτήνωση της γυναίκας. Στον υποβιβασμό της στην άλογη δημιουργία. Η γυναίκα γίνεται, όπως τη βλέπουμε σήμερα, ένα ενδιάμεσο ον μεταξύ ανθρώπου και ζώου, χρήσιμο για την σεξουαλική ικανοποίηση των ανδρών. Αυτό σήμερα καταλήγει να είναι η γυναίκα και το θέλει και η ίδια δηλαδή… Αυτό κάνει και γίνεται κάτι μεταξύ ανθρώπου και ζώου. Ενώ μέσα στον γάμο της θα κάνει την άσκηση να ξεπεράσει τον εγωισμό της και να δοθεί στον άλλον. Άσκηση ξεπεράσματος του εγωισμού! Πρέπει να το καταλάβετε! Το λέω πολλές φορές αυτό…

Και εκεί πλέον αρχίζει ο γάμος να βρίσκει τον στόχο του που είναι οι άνθρωποι, αγαπώντας και ξεπερνώντας τον εγωισμό τους, να γίνουν άγιοι. Βλέπετε, όλη η προοπτική του γάμου είναι να γίνουν άγιοι. Και όταν η γυναίκα αγαπάει τον άνδρα της και του δίνεται ολόκληρη (ψυχικά και σωματικά), δεν υπάρχει καμιά αμαρτία σε αυτό που κάνουνε ως σχέση ερωτική και ταυτόχρονα είναι μια πληρότητα αγάπης, μια ολοκληρωμένη αγάπη που τους οδηγεί πάρα πολύ μακριά. Αυτό είναι μια σχέση πολύ βαθιά. Ειδάλλως, αν η γυναίκα δεν λειτουργήσει αυτή την ασκητική, αυτοχαρακτηρίζεται πια σαν μια ύπαρξη μεταξύ ανθρώπου και ζώου, όπως σήμερα το βλέπουμε.

Βλέπετε, μετά την πτώση πώς ονομάζει ο Αδάμ τη γυναίκα; Τη λέει Ζωή (Εύα). Εύα δεν ήταν πριν. Μετά την πτώση την αποκαλεί Ζωή (Εύα), «ὅτι αὕτη μήτηρ πάντων τῶν ζώντων». Θεωρεί δηλαδή ότι αυτή και όχι ο Θεός είναι η πηγή της ζωής. Τραγωδία! Βλέπετε; Αναιρείται πια η αγάπη προς τον Θεό, η γυναίκα γίνεται είδωλο σεξουαλικό και απλώς είναι πηγή της ζωής, γεννάει παιδιά. Δηλαδή παύει ο Θεός να είναι πηγή της ζωής και θέλεις να πάρεις από την γυναίκα κάτι, να την ρουφήξεις ερωτικά και ταυτόχρονα να σου κάνει παιδιά για να καταξιωθείς. Μα, δεν είναι εκεί η ιστορία! Βλέπετε, ακόμα και μέσα στον γάμο ο Θεός είναι πηγή της ζωής και όχι η γυναίκα. […]

Ο άνδρας ειδωλοποιεί τη γυναίκα αναδεικνύοντάς της σε απρόσωπο ασώματο ιδεώδες. Βλέπετε, ο ρομαντικός έρωτας του μεσαίωνα… Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα σε εμάς. Δεν υπάρχει κάτι ρομαντικό, δεν υπάρχει μια αποσαρκωμένη γυναίκα. Η ορθοδοξία δεν έχει ένα ρομάντζο ερωτικό. Δεν βάζει κανένα απρόσωπο ερωτικό μοντέλο, δεν αποσαρκώνει. Έχει σάρκα η γυναίκα. Η αυτονόμηση της αγάπης από την σεξουαλικότητα οδηγεί σε άλλο δυισμό. Αγαπώ γενικά δηλαδή, χωρίς σεξουαλικότητα. Είναι δυισμός, είναι τραγωδία. Αγαπώ μια γυναίκα, έτσι, πάρα πολύ θεωρητικά…

Βλέπετε ότι ποτέ η ορθοδοξία μας δεν είχε ρομαντισμό στην τέχνη της και σε όλες τις εκφράσεις της και γι’ αυτό τον λόγο. Γιατί το αποκορύφωμα του δυτικού ρομαντισμού είναι το ιδεατό της γυναίκας. Βλέπετε πώς περνάει στο πρόσωπο της Μαντόνας οποιουδήποτε δυτικού αγιογράφου μια ωραία γυναίκα, μια ιδεατή γυναίκα που δεν προκαλεί καμία σεξουαλικότητα. Πριν να είναι μια ρομαντική γυναίκα, είναι μια αποσαρκωμένη γυναίκα. Αυτή, όμως, δεν είναι γυναίκα! Η Εκκλησία μας πάντα διαγράφει το ρομαντικό. Έχει μια αντίσταση στο ρομαντικό. Έχει την Παναγία που την ζωγραφίζει. Είναι η Υπεραγία Θεοτόκος, η Παρθένος. Τίποτα το ρομαντικό. Είναι αυτή. Η Μήτηρ της Ζωής. Αυτή είναι η Μήτηρ της Ζωής, γιατί γεννάει τον Χριστό. Δεν υπάρχει ρομαντική γυναίκα στην ορθοδοξία. Καμία αποσαρκωμένη γυναίκα. Είναι αυτή η γυναίκα η συγκεκριμένη που θα την αγαπήσεις ψυχικά και σωματικά.

Και έτσι αυτός ο ανδροκεντρισμός μερικές φορές επιτείνει την πτώση του ανθρώπου. Γιατί ο άντρας σφετερίστηκε αυτό που του έδωσε ο Θεός. Όλα τα σφετερίζεται. Γιατί χρησιμοποιεί την γυναίκα με έναν δικό του τρόπο. Και η γυναίκα ή υποτάσσεται ή επαναστατεί. Και κρατάει μέσα της απωθημένα. Ο ρόλος της γυναίκας εκείνη τη στιγμή είναι να ξανασπάσει τον εγωισμό της και να διακονήσει τον άνδρα της, να ανοιχτεί προς αυτόν με χίλιους τρόπους.

Την αρχική ισοτιμία των φύλων την επαναφέρει με την γέννησή του ο Χριστός. Όπως στην αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, από έναν άνδρα, τον Αδάμ, γεννήθηκε χωρίς μεσολάβηση γυναίκας μια γυναίκα, τώρα στην επανόρθωση της ιστορίας, από μια γυναίκα, την Παναγία, γεννιέται χωρίς μεσολάβηση άνδρα, ένας άνδρας, ο Χριστός. Είναι τρομερή ισορροπία αυτή. […]

πηγή :  σάρκα μία

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου με θέμα: «Η σημερινή αλλοτρίωση των σεξουαλικών σχέσεων, προ και μετά γάμου», η οποία δόθηκε στις 22-07-2004 στα πλαίσια των καλοκαιρινών αναζητήσεων.
Για να κατεβάσετε και να ακούσετε ολόκληρη την ομιλία κάντε κλικ εδώ.

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Όταν η ψυχή ταράζεται από οργή, ή θολώνεται από μέθη, ή ενοχλείται από φοβερή λύπη, δεν μπορεί ο νους να κρατήσει τη μνήμη του Κυρίου Ιησού


61. Όταν η ψυχή ταράζεται από οργή, ή θολώνεται από μέθη, ή ενοχλείται από φοβερή λύπη, δεν μπορεί ο νους να κρατήσει τη μνήμη του Κυρίου Ιησού, ακόμη και αν κανείς τον βιάζει. Γιατί όπως είναι σκοτισμένος από την σκληρότητα των παθών, χάνει την πνευματική του αίσθηση. Γι' αυτό η επιθυμία της ευχής δεν έχει πού να τυπώσει τη σφραγίδα της, ώστε ο νους να διατηρεί αλησμόνητα τα λόγια της ευχής, επειδή η μνήμη της διάνοιας σκληραίνει από την ωμότητα των παθών. Αν όμως η ψυχή είναι ελεύθερη από αυτά τα πάθη, ακόμη και αν για λίγο λησμονήσει το ποθούμενο όνομα, αμέσως ο νους μεταχειρίζεται την ενεργητικότητά του και ξαναπιάνει γερά το πολυπόθητο εκείνο και σωτήριο θήραμα. Γιατί τότε η ψυχή έχει την ίδια τη θεία χάρη που μελετά και κράζει μαζί της το «Κύριε Ιησού», όπως μια μητέρα διδάσκει στο βρέφος της το όνομα «πατέρα» και το επαναλαμβάνει μαζί του μέχρις ότου το συνηθίσει να φωνάζει «πατέρα» ακόμη και όταν κοιμάται, αντί να λέει ο,τιδήποτε άλλο από αυτά που συνηθίζουν τα βρέφη. Γι' αυτό ο Απόστολος λέει: «Έτσι και το Πνεύμα μάς βοηθεί και μας στηρίζει στην ασθένειά μας· γιατί δε γνωρίζομε τι να προσευχηθούμε όπως πρέπει, αλλά το ίδιο το Πνεύμα μεσιτεύει για χάρη μας και μας εμπνέει στεναγμούς που δεν εκφράζονται με λόγια»(Ρωμ. 8, 26). Επειδή εμείς είμαστε νήπια απέναντι στην τελειότητα της προσευχητικής αρετής, έχομε πάντοτε ανάγκη από τη βοήθεια του Πνεύματος, το οποίο με την ανέκφραστη γλυκύτητά Του συγκεντρώνει και γλυκαίνει όλους τους λογισμούς μας και μας κατευθύνει ώστε να κινηθούμε με ολόκληρη τη διάθεσή μας στη μνήμη και την αγάπη του Θεού και Πατέρα μας. Γι' αυτό, όπως πάλι λέει ο θεσπέσιος Παύλος, με την παρακίνηση του Αγίου Πνεύματος, όταν Αυτό μας διδάσκει να ονομάζομε ακατάπαυστα το Θεό Πατέρα, λέμε: «Αββά, Πατέρα»(Ρωμ. 8, 15).
 Άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ ΟΣΙΟΥ ΧΑΡΙΤΩΝΑ

ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ ΟΣΙΟΥ ΧΑΡΙΤΩΝΑ


Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Δοκιμασθεὶς τοῖς τῆς ἀθλήσεως πόνοις, βεβαιωθεὶς τοῖς τῆς ἀσκήσεως ἄθλοις, ἐξέλαμψας ὡς ἥλιος, Χαρίτων φαεινός· ὅθεν ἀπαυγάσμασι, τῆς σεπτῆς χάριτός σου, μυστικῶς καταύγασον, τὴν ζοφώδη ψυχήν μου, ἵνα ἀεί σε ὕμνοις εὐφημῶν, ἐπιτελῶν τὴν πανέκλαμπρον μνήμην σου.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα, ὁ Κανών.
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. Δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Μαρτύρων τοὺς πόνους ὑπενεγκών, ἀσκήσεως ἄθλοις, ἐθεράπευσας τὸν Θεόν, ᾧ πρέσβευε πάντοτε Χαρίτων, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων τὴν ἄφεσιν.

Τριάδος τῷ ἔρωτι τὴν ψυχήν, τρωθεὶς ἐν τῷ κόσμῳ, ξένην ὔνυσας βιοτήν· διὸ τῶν ἐν κόσμῳ με πραγμάτων, εὐχαῖς σου ξένον Χαρίτων ἀνάδειξον.

Αἰσίως Χαρίτων τὸν κοσμικόν, πόντον διαπλεύσας, τὸν λιμένα τὸν γαληνόν, τῆς ἄνω κατέλαβες εὐκλείας, οὗ καὶ ἡμᾶς τῆς γαλήνης ἀξίωσον.
Θεοτοκίον.
Ἁγνὴ παντευλόγητε Μαριάμ, ὕψωσον Σὰς χείρας, πρὸς Υἱόν Σου τὸν ἀγαθόν, ἵνα ἐλέησῃ τοὺς ἐν πίστει, τὰ μεγαλεῖά Σου ὕμνοις γεραίροντας.

ᾨδὴ γ΄. Σὺ εἶ τὸ στερεώμα.
Τὰ πάθη τοῦ σώματος, δι’ ἐγκρατείας ἐμάρανας, καὶ οἶκος λαμπρὸς τῆς ἀπαθείας, ὦ Χαρίτων γεγένησαι.

Χαρίτων μακάριε, τὴν ψυχρανθεῖσαν καρδίαν μου, θέρμανον σῆς χάριτος τῇ θέρμῃ, ἵνα πόθῳ γεραίρω σε.

Παθῶν τῆς φλογώσεως, Χαρίτων Ὅσιε ῥῦσαί με, ταῖς δροσιστικαῖς σου ἱκεσίαις, πρὸς τὸν μόνον φιλάνθρωπον.
Θεοτοκίον.
Ὦ θεοχαρίτωτε, διηνθισμένε Παράδεισε, ῥῦσαί με τοῦ πλάνου τῶν ἀρκύων, τῇ δοθείσῃ Σοι χάριτι.

Διάσωσον, τῆς ἐξωτέρου γεέννης Πάτερ Χαρίτων, ταῖς πρὸς Χριστὸν ἱεραῖς ἱκεσίαις σου, τοὺς τὰς διττάς σου γεραίροντας ἀριστείας.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Διττῶς ἐπὶ γῆς τελέσας τὸν ἀγῶνά σου, ζωῆς ἀληθοῦς, ἀπέλαβες χαρίσματα, Χαρίτων θεοδόξαστε· ὅθεν πίστει θερμῇ ἀνακράζω σοι· χαρίτωσόν μου Πάτερ τὴν ζωήν, ὡς πέλων τῆς χάριτος ἐπώνυμος.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Τῆς ζωῆς ἧς ἀπέλαβες, μυστικῶς Χαρίτων Πάτερ τὰς χάριτας, καταξίωσον τοὺς μέλποντας, τὰ πολυειδῆ σου κατορθώματα.

Τοῦ φωτὸς κατηξίωσαι, τοῦ ἐπουρανίου βιώσας ἄριστα, ὦ Χαρίτων· διὸ φώτισον, τὴν ἀμαυρωθεῖσάν μου διάνοιαν.

Κυριεύσας τοῦ σώματος, θείαν ἀπαθείας στολὴν ἐνδέδυσαι, καὶ Χριστῷ παρέστης Ὅσιε, μνημονεύων ἡμῶν τῶν τιμώντων σε.
Θεοτοκίον.
Νοσημάτων καὶ θλίψεων, ῥῦσαι τοὺς οἰκέτας Σου Μητροπάρθενε, τοὺς ὑμνοῦντας τὴν λοχείαν Σου, δι’ ἧς σέσωσται γένος τὸ βρότειον.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Χαίρων τὸν Σταυρόν, ἐπωμάδιον ἐβάστασας· διὸ Ὅσιε Χαρίτων δὸς κἀμοί, ταῖς πρεσβείαις σου ἰσχὺν ἐν περιστάσεσιν.

Ὕδατι τῆς σῆς, ὦ Χαρίτων Πάτερ χάριτος, τὴν τακεῖσαν ἐν τοῖς πάθεσι ψυχήν, καταδρόσισον εὐσπλάγχνως τοῦ ἱκέτου σου.

Πόνων χαλεπῶν, καὶ δεινῶν τῶν συνεχόντων με, ἐλευθέρωσον τῇ σῇ ἐπισκοπῇ, ὦ Χαρίτων μοναζόντων ἐγκαλλώπισμα.
Θεοτοκίον.
Σὺ εἶ ἡ αὐγή, μυστικῆς ἡμέρας ἄχραντε· διὸ λάμψον μοι τὸ φῶς τὸ νοητόν, τῇ λαμπρᾷ ἀνατολῇ Σῆς ἀντιλήψεως.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
Ἐκήρυξας, τὸν Χριστὸν θείῳ ζήλῳ, κατενώπιον ἀθέων τυράννων, καὶ δι’ αὐτόν, τὰς βασάνους ὑπέστης, ὥσπερ τινὸς ἄλλου Ἅγιε πάσχοντος· ὅθεν δεδόξασαι ἡμᾶς, περιέπων εὐχαῖς ταῖς τιμίαις σου.

Συνέχομαι, νυσταγμῷ ἀμελείας, καὶ καθεύδω ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις· ἀλλ’ ἐπιστὰς τῇ σεπτῇ χάριτί σου, διάσωσόν με Χαρίτων μακάριε, καὶ μετανοίας λογισμόν, δός μοι ἵνα ὁ τάλας σωθήσομαι.

Τοῦ ὄφεως, τῷ ἰῷ τὴν ψυχήν μου, φαρμαχθεῖσαν ὦ Χαρίτων τρισμάκαρ, τῆς χάριτός σου τῷ θείῳ φαρμάκῳ, ὡς συμπαθὴς δραστικῶς περιποίησαι, ἵνα σῳζόμενος ὑμνῶ, ἣν ἀπείληφας δόξαν ἀμάραντον.
Θεοτοκίον.
Ὡς σκήνωμα, τοῦ Θεοῦ πανάγιον, ὡς πυρίμορφον τοῦ Κτίστου καθέδραν, ὡς τοῦ Ὑψίστου ὑπέρλαμπρον θρόνον, ὡς τοῦ Χριστοῦ ἀστραπόμορφον ὄχημα, Σὲ ἀνυμνοῦμεν εὐλαβῶς, τὴν Σὴν Χάριν ἁγνὴ ἐξαιτούμενοι.

Διάσωσον, τῆς ἐξωτέρου γεέννης Πάτερ Χαρίτων, ταῖς πρὸς Χριστὸν ἱεραῖς ἱκεσίαις σου, τοὺς τὰς διττάς σου γεραίροντας ἀριστείας.

Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῇ συμμαχίᾳ Χαρίτων τῆς χάριτος, τὸν παλαμναῖον δυνάστην κατήσχυνας, καὶ νίκης ἐδέξω διάσημα, παρὰ Κυρίου ὃν ἵλεων ποίησον, εὐχαῖς σου ἡμῖν τοῖς ὑμνοῦσί σε.

Προκείμενον: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου, ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου Αὐτοῦ.
Στ.: Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.

Εὐαγγέλιον.

Δόξα: Ταῖς τοῦ Σοῦ Ὁσίου...
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι. Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός...
Χαρίτων μακάριε, ὁμολογίας ὁ λύχνος, μοναστῶν ἀγλάϊσμα, καὶ Ὁσίων καύχημα χαριτώνυμον, τοὺς καταφεύγοντας, θερμοτάτῃ πίστει, τῇ δυνάμει τῆς πρεσβείας σου, ῥῦσαι δεόμεθα, τῶν μαγγανειῶν τοῦ ἀλάστορος, καὶ λύτρωσαι κακώσεων, καὶ παντοειδῶν περιστάσεων· ἵνα σε τιμῶμεν, ἀπαύστως ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ὡς εὐεργέτην καὶ πρόμαχον, τῶν προσκαλουμένων σε.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἀρνηθεὶς τὰ ἐν κόσμῳ ἐξεζήτησας πόθῳ τὰ διαμένοντα, καὶ ἄσκησιν τελείαν διήνυσας Χαρίτων, ἀνακράζων τῷ Κτίσαντι· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Ψυχικὴν δός μοι ῥῶσιν καὶ ὑγείαν τελείαν ὡς συμπαθέστατος, Χαρίτων θεοφόρε, Χριστοῦ ὁ θεῖος φίλος, καὶ θεράπων οὐράνιος, ἵνα ἐν ὕμνοις τὰ σά, θαυμάσια γεραίρω.

Τοῦ Δεσπότου τῷ θρόνῳ παριστάμενος χαίρων Χαρίτων Πάτερ σοφέ, Αὐτὸν καθικετεύων, μὴ παύσῃ τὴν εἰρήνην, ὡς οἰκτίρμων δωρήσασθαι, τοῖς εὐφημοῦσι λαμπρῶς, τὰς σὰς τρισαριστείας.
Θεοτοκίον.
Ἀπειρόγαμε Κόρη ἡ τεκοῦσα ἀφράστως τὸν πολυεύσπλαγχνον, κακίας ἐκ βαράθρων, ἀνάγαγε τὸν νοῦν μου, συμπαθῶς ἵνα ψάλλων Σοι· χαῖρε Παρθένε ἁγνή, τοῦ ἀχωρήτου χώρα.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Τῇ ἐπομβρίᾳ, τῆς χάριτός σου Χαρίτων, καταδρόσισον θερμῶς καθικετεύω, τὴν ἐν ἁμαρτίας, αὐχμῶσάν μου καρδίαν.

Ἐν τοῖς ὑψίστοις, κατατρυφῶν ὦ Χαρίτων, τῆς ἐνθέου φωταυγείας τε καὶ δόξης, μὴ ἡμῶν παρίδῃς, τὰς ἐκ ψυχῆς δεήσεις.

Δός μοι Χαρίτων, τὴν τοῦ θανάτου μελέτην, ἵνα τύχω τῶν αὐτῆς δωρημάτων, καὶ τῆς αἰωνίου, ῥυσθήσομαι γεέννης.
Θεοτοκίον.
Νοός μου Κόρη, τὴν χαλεπὴν σκοτομήνην, διασκέδασον τῇ Σῇ φωταγωγίᾳ, ἡ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, τεκοῦσα ἀπειράνδρως.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Πρυτάνευσον Χαρίτων, τοῖς προστρέχουσί σοι, τὴν τῶν πταισμάτων τελείαν συγχώρησιν, τῇ δραστικῇ σου πρεσβείᾳ πρὸς τὸν φιλάνθρωπον.

Ἰάσεων τὴν χάριν, παρὰ τοῦ Κυρίου, λαβὼν πλουσίως Χαρίτων μακάριε, ἀσθενειῶν τῶν κατ’ ἄμφω δέομαι ῥῦσαί με.

Ὁ χάριτος ἀφράστου, κατηξιωμένος, ἐν τοῖς ὑψίστοις Χαρίτων μακάριε, τὴν ἱκετήριον ταύτην ᾠδήν μου πρόσδεξαι.
Θεοτοκίον.
Ὑπέραγνε Μαρία, Μῆτερ τοῦ Ὑψίστου, δεῦρο εὐσπλάγχνως νομῆς Σου τὰ πρόβατα, πρὸς εὐσεβείας ἀπαύστως νομὰς ποιμαίνουσα.


Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ λαμπηδών, Ὅσιε Χαρίτων, καὶ Ὁσίων κλέος λαμπρόν· χαίροις ὁ Ἀγγέλοις, συνόμιλος ἐν πόλῳ, καὶ τῶν πιστῶν προστάτης, ἀκαταγώνιστος.
Πρότερον ἀθλήσει δοκιμασθείς, ὕστερον ἀσκήσει, ὦ Χαρίτων βεβαιωθείς, ἤστραψας ἐν κόσμῳ, ὡς ἥλιος φωσφόρος, ὑπερφυῶς αὐγάζων, πιστῶν τὸ πλήρωμα.
Πίστει τὰ ἐπίκηρα παριδών, καὶ ἐνθέῳ ζήλῳ, τὴν πατρίδα καταλιπών, ὤφθης τῆς ἐρήμου, οὐράνιος πολίτης, Χαρίτων θεοφόρε, ἀζύγων καύχημα.
Οἶκος τῆς Τριάδος φωτολαμπής, ἐεδείχθης ἀσκήσας, ἐν τῷ κόσμῳ τὴν ἀρετήν· ὅθεν ὦ Χαρίτων, πιστῶς σε εὐφημοῦμεν, αἰτούμενοι σὴν χάριν, τὴν πλουσιόδωρον.
Σὺ τῆς ἐγκρατείας ὁ ἀσκητής, καὶ τῆς εὐσεβείας, ὁ ἀηττητος ἀθλητής, Χαρίτων θεόφρον, ἱκέτευε ἀπαύστως, Χριστὸν ἡμῖν διδόναι, χάριν σωτήριον.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα Τροπάρια:
Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Ὅτε, ὡμολόγησας Χριστόν, ψυχικῇ ἀνδρείᾳ Χαρίτων, πρὸ τῶν ἀνόμων κριτῶν, τότε ὥσπερ ἄσαρκος, βασάνους ἤνεγκας, καὶ ῥυσθεὶς θείᾳ χάριτι, χειρῶν μιαιφόνων, χαίρων τῆς ἀσκήσεως, τὸν δρόμον ἤνυσας· ὅθεν, παρεστὼς τῷ Κυρίῳ, πρέσβευε ἀεὶ ὑπὲρ πάντων, τῶν ἀνευφημούντων σε μακάριε.
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.


Δι’ εὐχῶν

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ




Ξεκινάμε από την Βηθλεέμ (με πούλμαν) την αναχώρηση μας για την Λαύρα του Αγίου Χαρίτωνα η οποία βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα  ανατολικά της Ιερουσαλήμ στην έρημο της Ιουδαίας στην κοιλάδα  του Nahal Prat ( Engl.  En Prat (En Fara) ), στα αραβικά Wadi Kelt ( Engl.  Wadi Qelt ). Ο τόπος έρημος, έρημα και τα χρώματα ξεθωριασμένα, ώχρα ψημένη από τον ήλιο και όμπρα ωμή με το λευκό να σου επιτρέπει να παίξεις μαζί τους τόσο που το μάτι ξεμακραίνοντας τα βλέπει όλα κίτρινο λευκά. Και ανάμεσα τους μια μακρόσυρτη  γαλάζια πινελιά να διασχίζει την έρημο και τα χρώματα της. Κιτρινόλευκο και μπλε. Έτσι εξηγείτε αυτό το πράσινο χρώμα ανάμεσα τους στο οποίο πλησιάζοντα μπορείς να διακρίνει την Λαύρα του Αγίου Χαρίτωνα.
 

Η Λαύρα του αγίου Χαρίτωνα είναι η αρχαιότερη στην  Παλαιστίνη.

Κατά κυριολεξία «λαύ­ρα» σημαίνει στα Ελληνικά «δρόμος» ή «διάδρομος». Η λαύρα ήταν μια αποικία αναχωρητών, οι χωριστές τους καλύ­βες ή κελλιά σχημάτιζαν το «δρόμο» ή «διάδρομο». Αυτοί οι αναχωρητές σε μια λαύρα ζούσαν στην πράξη μια μισοέρημητική ζωή. Οι καλύβες τους ήταν συγκεντρωμένες γύρω από ένα κεντρικό κτίριο πού ονομάζονταν κοινόβιο πού ήταν κα­νονικά κοντά σε μια γειτονική Εκκλησία. Οι μοναχοί μιας λαύρας υπόκεινταν σ’ έναν πνευματικό πατέρα και συγκεν­τρώνονταν τα Σάββατα και τις Κυριακές για την κοινή τέλε­ση της λειτουργίας. Οι αρχαιότερες λαύρες ιδρύθηκαν στην Παλαιστίνη στις αρχές του τέταρτου αιώνα και εξακολούθησαν να ανθούν για αιώνες. Σε πρόσφατες εποχές ο όρος λαύρα αποδίδεται σε κοινοβιακές κοινότητες ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Ή πρώτη λαύρα ιδρύθηκε από τον Άγ. Χαρίτωνα (περί τό 330) στη Φαράν, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ύστερα από αυτήν μια ολόκληρη σειρά από άλλες λαύρες ι­δρύθηκε στο δρόμο από τα Ιεροσόλυμα προς την Ιεριχώ, και κοντά στη Βηθλεέμ. 'Η λαύρα αντιπροσωπεύει ένα μεσά­ζοντα τύπο ζωής ανάμεσα στη ζωή του απομονωμένου ερημίτη και της πλήρως κοινοβιακής μοναστικής ζωής πού αναπτύχτηκε από τον Αγ. Παχώμιο. (Γεωργίου Φλορόφσυ, Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί  και  Πνευματικοί  Πατέρες, εκδόσεις Π.ΠΟΥΡΝΑΡΑ σελ. 207 )


Η Λαύρα του αγίου Χαρίτωνα καταστράφηκε το 614 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της περσικής κατάκτησης και το αναπαλαιωμένο κτίριο το οποίο συναντάμε  σήμερα σε αυτή την τοποθεσία ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησιά της  Ρωσικής διασποράς .  Η  μονή είναι ανοιχτεί για τους προσκυνητές από Δευτ-Σάβ από της 8:00-11:00 π.μ. και 1:00-3:00 μ.μ.

Ο τάφος του αγίου Χαρίτωνα βρίσκεται εντός της μονής. 



 Στην τοποθεσία αυτή σώζονται τα ερείπια παλαιού ναού και μπορεί να διακρίνει κάποιος στο χώμα κομμάτια από το ψηφιδωτό που κοσμούσε το πάτωμα.

το ψηφιδωτό που κοσμούσε το πάτωμα.


Εκτός από τον τάφο του Αγίου Χαρίτωνα στο μοναστήρι υπάρχουν δύο ναοί. Ο πρώτος και  αρχαιότερος είναι αφιερωμένος στον άγιο Χαρίτωνα και βρίσκεται  ψηλά μέσα στους βράχους.   Για να φθάσεις σε αυτό χρειάζεται να ανέβεις μια  σιδερένια σκάλα η οποία οδηγεί μπροστά στην είσοδο του ναού. 





Το σπήλαιο είναι μεγάλο αλλά χαμηλό τόσο που αν θυμάμαι καλά με τα χέρια σου υψωμένα ακουμπάς το επάνω μέρος του σπηλαίου το οποίο είναι μαυρισμένο από φωτιά ή από την κάπνα από τα κεριά και το θυμίαμα. 

Ο δεύτερος ναός βρίσκεται κάτω δίπλα στον τάφο του αγίου Χαρίτωνα και είναι καινούργιος.  



    



Οι φωτογραφίες είναι από το προσκύνημα που κάναμε
με την ενορία του Αγίου Φιλίππου Θησείου τον Αύγουστο του 2012μ.Χ



Τη ΚΗ ‘ (28η) του Μηνός Σεπτεμβρίου, μνήμη του οσίου πατρός ημών Χαρίτωνος του ομολογητού και καθηγητού της έρημου.

Όσιος Χαρίτων ο Ομολογητής
Θεοφάνους του Κρητός Καθολικόν Μ. Λαύρας

Ο όσιος Χαρίτων γεννήθηκε και ανατράφηκε στο Ικόνιο της Μ. Ασίας την εποχή του αυτοκράτορος Αυρηλιανού (270- 276). Αρχικά ο Αυρηλιανός δεν φάνηκε εχθρικός προς τους χριστιανούς. Αργότερα όμως, ωθούμενος από τον διάβολο, κίνησε βίαιον διωγμό εναντίον τους. Όταν το αυτοκρατορικό διάταγμα έφθασε στο Ικόνιο, ο Χαρίτων, περιβόητος για την ευσέβεια και τον ζήλο του προς διάδοσιν του Ευαγγελίου, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, εδάρη βάναυσα και κατακάηκε στο σώμα με αναμμένες λαμπάδες. Ενώ έφρουρείτο στην φυλακή, αναμένοντας με χαρά την μαρτυρική του τελείωσι, οι διωγμοί κατέπαυσαν και σύντομα επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας έγινε η χριστιανική (313).


Ελεύθερος πλέον, με τα στίγματα του Κυρίου στο αθλητικό του σώμα, ποθούσε στο εξής να ζήση ως ασκητής «αναπληρώνοντας τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί» του. Στις εκούσιες κακουχίες, τις οποίες επέβαλε στο σώμα του για να το δουλαγωγήση και να το ύποτάξη στο πνεύμα, προστέθηκαν και ακούσιες δοκιμασίες. Καθώς μετέβαινε για να έγκατασταθή στην έρημο του Ιορδανού, περιέπεσε σε ληστάς, οι οποίοι τον απήγαγαν δέσμιον στο κρησφύγετο τους, σε σπήλαιο της ερήμου Φαράν, κοντά στα Ιεροσόλυμα. Κατά θείαν όμως παραχώρηση, οχιά εξέμεσε το δηλητήριο της στο αγγείο πού είχαν το κρασί τους, πίνοντας δε αυτοί από το δηλητηριώδες ποτό βρήκαν όλοι τον θάνατο. Λυτρωμένος ο όσιος Χαρίτων από τα χέρια τους λύθηκε αοράτως από τα δεσμά και, επειδή βρήκε το σπήλαιο εκείνο κατάλληλο για ησυχία, απεφάσισε να παραμείνη. Από τα συναχθέντα χρήματα των ληστών, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, διεμοίρασε τα περισσότερα στους πτωχούς και στους ερημίτες, που άσκήτευαν κοντά στην Νεκρά θάλασσα. Με τα υπόλοιπα μετέτρεψε το σπήλαιο σε ναό του Θεού και ίδρυσε την πρώτη λαύρα της Παλαιστίνης, την λαύρα της Φαράν. Τον ναό της εγκαινίασε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων άγιος Μακάριος (314-333, βλ. 16 Αύγ.).
Σύγχρονος του μεγάλου Ίλαρίωνος (βλ. 21 Όκτ.), πού από την Αίγυπτο εισήγαγε στην Παλαιστίνη την αναχωρητική μορφή του μοναχικού βίου - μεμονωμένα κελλιά εγκατεσπαρμένα στην έρημο - ο όσιος Χαρίτων ένωσε τους αναχωρητάς υπό κοινή ζωή και διοίκηση, αν και ακόμη ο κοινός αυτός βίος στην Παλαιστίνη είχε υποτυπώδη χαρακτήρα.

Ενώ ο όσιος ησύχαζε μόνος σε σπήλαιο της Φαράν, αγωνιζόμενος με νηστεία, χαμαικοιτία, ολονύκτιες προσευχές και ψαλμωδίες, έχοντας ως τρυφή το τρίχινο ένδυμα του πού κατέξεε τις μαρτυρικές του πληγές, έγινε φανερός στην περιοχή μέσω των θαυμάτων πού επιτελούσε. Πολλοί προσέτρεχαν στην λαύρα του, για να ταχθούν υπό την χειραγωγία του. Αλλά και από τους Ιουδαίους και τους Έλληνες της περιοχής πολλοί προσήλθαν μέσω αυτού στον χριστιανισμό.

Αυτή ή κοσμοσυρροή τον αποσπούσε από την ησυχία και, επειδή φοβόταν μήπως ή δόξα των ανθρώπων λικμήση σαν το άνεμο τις αρετές πού με κόπους και ιδρώτες είχε αποκτήσει, απεφάσισε να αναχώρηση από την Φαράν. Με κοινή ψήφο της άδελφότητος τους άφησε ώς προεστώτα τον πλέον ενάρετο των μαθητών του και τους έδωσε τις δέουσες νουθεσίες. Τους όρισε να τρώγουν μία φορά την ήμερα, και τότε με εγκράτεια, να προσεύχωνται κατά την ήμερα και κατά την νύκτα τις τακτές ώρες πού ό ίδιος τους είχε παραδώσει, και να είναι ελεήμονες και φιλόξενοι προς τους πτωχούς. Τέλος, τους ευλόγησε και ανεχώρησε.

Βαδίζοντας οδό μιας ημέρας έφθασε στα μέρη της Τεριχούς. Στην κορυφή Δώκ (άραβ. Δούκ ή Ντούκ) του Σαρανταρίου όρους βρήκε κατάλληλο σπήλαιο και ησύχαζε εκεί, κρυμμένος πολύν καιρό από τους ανθρώπους. Τρεφόταν με τα άγρια χόρτα της ερήμου και ζούσε όλος απορροφημένος από την αδολεσχία του Θεού. Ο Θεός όμως θέλησε να τον χρησιμοποίηση ως όργανο του για τον ευαγγελισμό της περιοχής και τον φανέρωσε στον κόσμο. Πολλοί, θαυμάζοντας τον ισάγγελο βίο του, θέλησαν να τον μιμηθούν, αρνούμενοι το φρόνημα της σαρκός, και ζήτησαν να τους δεχθή υπό την καθοδήγησή του.

Για τους μαθητάς του αυτούς οικοδόμησε λαύρα, που έμεινε γνωστή από την ονομασία του τόπου ως λαύρα του Δούκα. Ο θόρυβος όμως από την συρροή των ανθρώπων τον ανάγκασε να εγκατάλειψη και αυτήν, για να ζήση μόνος με μόνον τον Θεό. Παρέδωσε στους μαθητάς του τον τρόπο της μοναχικής πολιτείας, τους άφησε άξιον ποιμένα και απεχώρησε.

Αναζητώντας έρημο τόπο προς τα νότια, κατέφυγε στα σπήλαια της θεκωέ, όπου βρήκε για λίγο την ποθητή του ησυχία. Αλλά και εκεί, εξ αιτίας της φήμης της αγιότητας του, άρχισαν να προσέρχωνται πολλοί, για να γίνουν μοναχοί. Ετσι, ο όσιος Χαρίτων ίδρυσε και τρίτη λαύρα, την οποία στα συριακά ονόμαζαν Σουκά (δύη= αγορά, οικισμός, λαύρα) ή Παλαιά Λαύρα.

Το ασυγκράτητο πλήθος των νέων μαθητών και των ειδωλολατρών, πού συνέρρεε για να εύφρανθή από το μέλι των λόγων του και να δή αυτην την ζωντανή εικόνα του Χριστού, ανάγκασε τον όσιο να άποσυρθή σε παρακείμενο απόκρημνο σπήλαιο, το «κρεμαστό σπήλαιο», δπως ονομάσθηκε εξ αιτίας του μεγάλου ύψους του από την γη, στο οποίο μόνον με κλίμακα μπορούσε κάποιος ν’ ανεβή. Στο σπήλαιο αυτό ο όσιος έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Λόγω του γήρατος όμως και των μακροχρονίων κόπων της ασκήσεως δεν μπορούσε να αυτοϋπηρετήται και να μεταφέρη νερό- προσέτρεξε λοιπόν στον θεό και με την προσευχή του ανέβλυσε από μια πλευρά του σπηλαίου νερό ψυχρό και διαυγέστατο.


Όταν του αποκαλύφθηκε η ημέρα της προς θεόν εκδημίας του, μετέβη στην πρώτη του λαύρα, στην Φαράν. Εκεί κάλεσε τα λογικά του ποίμνια με τους προεστώτες και τους απηύθυνε την πνευματική του διαθήκη, διά της οποίας υπεδείκνυε την ασφαλή οδό της ενώσεως τους με τον θεό, δηλαδή την άσκησι συνδεδεμένη με την ταπείνωση και την αγάπη προς πάντας. Τέλος, τους ευλόγησε και, χωρίς να ασθενήση, παρέδωσε εν ειρήνη την μακαρία ψυχή του στα χέρια των αγίων αγγέλων.




Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις Ίνδικτος

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Άσκηση δεν είναι να μην έχεις μέσα στο γάμο σχέση ερωτική. π.ΚΣ


Άσκηση δεν είναι να μην έχεις μέσα στο γάμο σχέση ερωτική. Άσκηση είναι να μπορείς να υπερβείς την μοναξιά σου και να αγαπήσεις τον άλλο. Αυτή είναι η μεγάλη άσκηση . 
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Από ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου με θέμα: “Η σημερινή αλλοτρίωση των σεξουαλικών σχέσεων, προ και μετά γάμου”, η οποία δόθηκε στις 22-07-2004 στα πλαίσια των καλοκαιρινών αναζητήσεων.
Για να κατεβάσετε και να ακούσετε ολόκληρη την ομιλία κάντε κλικ εδώ.  

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΝ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΤΗΝ



ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ
ΣΙΛΟΥΑΝΟΝ
ΤΟΝ
ΑΘΩΝΙΤΗΝ

«Χαροποίησον,   Κύριε,   δι  τς   λεύσεως  τοῦ Πνεύματός Σου τοῦ γίου πσαν ψυχν θλιβομένην».




Ελογήσαντος τοῦ ερέως, τ Κύριε εσάκουσον, Θες Κύριος κα τ Τροπάριον.
Ἦχος δ'. ψωθείς.

Ὁ νον κρατήσας ες κατώτατα δου, κα νελθν τ ταπεινώσει ες ψος, θεωριν τ Χάριτι σεπτ Σιλουανέ, δέχου τος προστρέχοντας, πατρικαῖς σου πρεσβείαις, δίδου πεῖραν Πνεύματος, λογισμν μετανοίας, ὅπως τ γνώσει Πάτερ τοῦ Θεοῦ, ξιωθμεν, τς νω συστάσεως.

Δόξα, τ ατό. Κα νῦν. Θεοτοκίον,
Ο σιωπήσομεν...
Ό Ν' ψαλμς κα ετα Κανών, ο κροστιχς·
«Διψητικς ξίωσον, ζητεῖν Θεόν, Πάτερ.
(θανάσιος)».

δ α'. Ἦχς πλ. δ'. γρὰν διοδεύσας.

Διψντες τν Χάριν τοῦ ησοῦ, προστρέχομεν πίστει, σοί, Πάτερ Σιλουανέ, πρεσβείαις γίαις σου χορήγει, τάς δωρες κα μῖν Θείου Πνεύματος.

Ἱλέωσαι Πάτερ τν γαθόν, Δεσπότην κα δίδου, τς ερήνης γκαινισμόν, καρδίαις ζητούσαις τν γαλήνην, ν περ παρέχει τ Πνεῦμα τ γιον.

Ψυχς ποκάθαρον τν παθν, τρισόλβιε Πάτερ, κα οκίας φωτολαμπεῖς, νάδειξον ταύτας Παρακλήτου, ς τν ψυχήν σου τελείως κάθηρας.

Θεοτοκίον.

Ἣν σχες ταπείνωσιν ληθ, Παρθένε παράσχου, σος οκέταις γκατοικεν, γενέσθαι δ πάντας κατ χάριν, τοῦ γλυκυτάτου Υοῦ σου σκηνώματα.

δ γ'. Ορανίας ψῖδος.

Τν σφοδράν σου γάπην, πρς τν Θεν δειξας, δι μετανοίας ρίστης, μακαριώτατε, ρον σου θέμενος, μ προσβαλεν Τούτ τι, κουσίῳ πταίσματι παραπτώματι.

Ἰησοῦ πικλήσει, τ ζωηρ σέσωσαι, ὅτε λυττώτων σοι κύων, Πάτερ προσήγγισε, διό με λύτρωσαι, κ τοῦ κυνς διαβόλου, προσευχν διδάσκων μοι τν διάλειπτον.

Κεκμηκότα με Πάτερ, κ πονηρν πράξεων, στσον κα νόρθωσον πάλιν τ μεσιτείᾳ σου, σ γρ φιλάνθρωπα, κ δωρες χεις σπλάγχνα, περ μοι πίδειξαι, να δοξάζω σε.

Θεοτοκίον.

ς τν ὄφιν Παρθένε, τν πονηρν λασας, π Συμεν νυπνί, πάντοτε δίωκε, π καρδίας μου, τάς καθάρτους ννοίας, σκεῦος  καθαρώτατον, ποδεικνῦσα με.

Διάσωσον, Σιλουαν σας πρεσβείαις τος σος κέτας,  π  παντοίων  πηρειν πονηρν, κα φύλαττε ατούς, ν τ Χάριτι τοῦ Κυρίου.

Ἐπίβλεψον, ν εμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, π τν μν χαλεπν τοῦ σώματος κάκωσιν, κα ασαι τς ψυχς μου τ λγος.
 
Ατησις π το ερέως κα τ κάθισμα.
χος β'. Πρεσβεία θερμή.

Πρεσβείας τὰς σάς, πλουτοῦντες Παμμακάριστε, κινδύνων εί, λυτρούμεθα ο δοῦλοί σου, κα Θεν γνωρίζοντες, δι Χάριτος σιώτατε, Σιλουαν κ ψυχς, τν μνον σοι ναπέμπομεν.

δ δ'. Εσακήκοα Κύριε.

Σταθερν ς πέδειξας, φεσίν σου Πάτερ φιερώσεως, οτω πάντοτε τν δοῦλόν σου, πολιτεύεσθαι Θε ξίωσον.

δου Πάτερ κύκλωσαν, φλόγες τν καρδίαν μετανοοσάν σουν  με λύτρωσαι τν τάλανα, δροσισμν παρέχων Χάριτος.

Ξένς γέγονας σιε, τν σταυρν ράμενος  θείου Σχήματος, τν Χριστν οκεῖον χων σοι, με παρρησίᾳ σου οκείωσον.

Θεοτοκίον.

Ἱερν ς νάθημα, δέδεξαι Παρθένε ν θεί Ἄθωνι, τν σν δοῦλον κατασκέπουσα, μητρικ σου σκέπῃ, με σκέπασον.

δὴ ε'.  Φώτισον μς.
  
Ὤφθη σοι Χριστός, τ πολέμ τονήσαντι, καὶ ψυχς λλοίωσε σχύν, ν τονοντι, ντιλήπτορα παράσχου μοι.

Σμα κα ψυχή, εληφότα θείαν ὅρασιν, νενεώθησάν σου Πάτερ εθύς, κἀμοῦ κραυγάζω, νανεούσθω σω νθρωπος.

μμα νοερόν, σπερ γγελος τήρησας, ν γρυπνίαις κτηκόμενος, ν νήψει Πάτερ, διό με νήφειν καταξίωσον.
Θεοτοκίον.
Νέωσον τν νον, καὶ καρδίαν μου Θεόνυμφε, γκατασπείρουσα τ σπέρμα εχς, ς εὐχομένῳ, τ σί ξένως σπειρας.

δ στ'. Τν δέησιν κχεῶ.
Ζωήν σου, τος δελφος οόμενος, δι' ν ερισκες Θεν τν Πατέρα, Σιλουανέ, διηκόνεις προθύμως, ατοῖς τν Χάριν λαμβάνων τοῦ Πνεύματος, δι κἀμὲ παρακαλ, βλέπειν πάντας ς σ καταξίωσον.

Ἠλόγησας, τς φθαρτς σου φύσεως, κα γνας πρ μέτρον τέλεις, φόβον ν ν, χων μήπως κπέσς, τς ησο γαπήσεως σιε, ς πάντοτε μν ψυχήν, ξαρτᾶσθαι εχαῖς σου μοι δώρησαι.

Τηρήσας σου, ες τοῦ δου πέταυρα, λογισμν μακαριώτατε Πάτερ, τς γαθς, τοῦ Σωτρος λπίδος, μ μακρυνθναι ξίωσαι σιε, δι βοῶ σοι κ ψυχς, ργασίαν τοιαύτην ργάζοιμι.

Θεοτοκίον.
  
Ἐλέους σου, μητρικο πήλαυσεν, θεράπων   σου Παρθένε Κυρία, καὶ γρ οδείς, μετ πόθου προσπίπτων, οκ ν κενς πορευθείη τς χάριτος, ς δέομαι μελής, πολαῦσαι ν βί μου παντι.

Διάσωσον, Σιλουαν σας πρεσβείαις τος σος κέτας, π παντοίων πηρειν πονηρῶν, κα φύλαττε ατούς, ν τ Χάριτι τοῦ Κυρίου.

Ἄχραντε, δι λόγου τν Λόγον νερμηνεύτως, π' σχάτων τν μερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ς χουσα μητρικν παρρησίαν.

ατησις κα τ Κάθισμα.
Ἦχος δ'. Προστασία τν Χριστιανν.

Διὰ πείρας μαθν τ θεα μυστήρια, τν γάπην καλς πρς πάντας ναπέδειξας, ν κα νν Σιλουανέ, τος χρήζουσι πιστοῖς, κα
προστρέχουσι τ σῇ, μεσιτείᾳ πίδειξαι, πάθη ψυχν σωμάτων, πόρρω ποδιώκων, κα τν τοῦ Πνεύματος χαράν, παρέχων τν μισθον.

Προκείμενον.
                     Τίμιος ναντίον Κυρίου θάνατος τοῦ σίου Ατοῦ.

Στίχ. πομένων πέμεινα τν Κύριον κα προσέσχε μοι.
Εαγγέλιον.
κ τοῦ κατ Ματθαον (ια', 27-30)

Εἶπεν Κύριος τος αυτο μαθητας· πάντα   μοι παρεδόθη π τοῦ Πατρός μου κα οδες πιγινώσκει τν Υἱὸν ε μ Πατήρ, οδ τν Πατέρα τις πιγινώσκει ε μ Υἱὸς κα ἐὰν βούληται Υἱὸς ποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες ο κοπιντες κα πεφορτισμένοι, κἀγὼ ναπαύσω μς. Ἄρατε τν ζυγόν μου φ' μς κα μάθετε π' μοῦ, ὅτι πρός εμι κα ταπεινς τ καρδί κα ερήσετε νάπαυσιν ταῖς ψυχας μν. γρ ζυγός μου χρηστς κα τ φορτίον μου λαφρόν στι.

Δόξα. Τας τοῦ σοῦ  σίου.
Κα νῦν. Τας τς Θεοτόκου.
Ετα τ Προσόμοιον.
χος πλ. β'.  λην ποθέμενοι.

Στίχ. λεῆμον, λέησόν με Θεός, κατ τ μέγα λεός σου...

Ὅλην σου τν φεσιν, πρς τν Θεν νατείνας, δρόμον τς σκήσεως, Πάτερ σιώτατε διεπέρασας, καὶ δραγμος Χάριτος, ἀποδρέψας πόθ, νν πλουτες παναληθέστατα, τν κατόμμοιραν, τοῦ Εαγγελίου ς ερηται, δι κα τος προστρέχουσι, είθροις τν ημάτων σου πάρεχε, δροσισμν καρδίας, κα τρόπους μετανοίας ψευδοῦς, Σιλουαν θείου Πνεύματος, κττορ κα διδάσκαλε.
  
δ ζ.   Ο κ τς ουδαίας.

Ἱερν πολιτείαν τν μοναστν ᾔνυσας, Πάτερ ν πολλ κατανύξει, καὶ χων πάντοτε, πρ τν μμάτων σου, τν Παρουσίαν Κυρίου, ν κἀμὲ νώπιον, βλέπειν ξίωσον.

Νον τετήρηκας ξένον, τν κοσμικν πράξεων, κα θεωριν θεοφόρε, δι τοῦ Πνεύματος, συγκατερχόμενος, ταλαιπωρίαις τοῦ κόσμου, κα εχς ποιούμενος, ς κα νν ποίησον.

Θρηνδίας παρλθε τς τοῦ δμ σιε, χρόνος ὅτι νν πολαύεις, Οπερ πόθησας, λλὰ ς μείζονα, τν παρρησίαν κατέχων, τοῦ λαο μνημόνευε, φιλοψυχότατε.
Θεοτοκίον.

ν Σταυρ σταμένη, κεανν θλίψεως, χραντε βάστασας ὅμως, χαρς πεπλήρωσαι, ὅτε ώρακας, τν σν Υἱὸν ναστάντα, ς χαρς ξίωσον, λαν μνοῦντά Σε.
δ η'. Τν Βασιλέα.

Ορανωθέντες, χορς πάντων γίων, πρ κόσμου πρεσβεύετε παύστως, μα συνευχέτ, Σιλουαν τ θεί.
 
Νίκην ερίσκει, ταπεινν ως τέλους, τν  ψαύχενον διάθεσιν καρδίας, ν εχαῖς σου Πάτερ, εὕροιμεν μνηταί σου.                                  

Ὢ τῆς φράστου, φιλανθρωπίας Δεσπότου,   τοῦ παρέχοντος παράκλησιν τος δούλοις, Χάριν Παρακλήτου, πρεσβείαις τν γίων.
Θεοτοκίον.
Πάλιν Παρθένε, προσπίπτοντά με προσδέχου, ξαιτούμενον τν μαχον πρεσβείαν, δι' ς κα λπίζω, τυχεν τς σωτηρίας.

δὴ θ'. Κυρίως Θεοτόκον.

  Ἀγάπης τ ταμεῖον, σ καθικετεύω, Σιλουαν παμμακάριστε σιε, διπλν μοι ταύτην  παράσχου, τας μεσιτείαις σου.

Τν φύσιν περῆρας, Πνεύματι γί, κα πρ φύσιν ς γγελος ζησας, οὕτω βιον μνητάς σου, Πάτερ κέτευε.

Εφραίνομαι τρισμάκαρ,  βίον μελετν σου, κα τοῦ Κυρίου ρν μέγα λεος, Σιλουαν σωθναι, κἀμὲ ξίωσον.
 
ημάτων πορήσας, μίαν νακράζω, φωνν κέτιδα Πάτερ μακάριε, τν κόσμον παντα γνναι, Πνεύματι Κύριον.

Θεοτοκίον.

Ατοῦντί μοι τ φς Σου, τ σκοτισμένῳ, Φωτοκυτορ κτνα κατάπεμψον, κα Βασιλείας φωτός με, μέτοχον ποίησον.

Ετα τ ξιον στι κα τ Μεγαλυνάρια.

Τν τς μετανοίας καθηγητήν, κα φωτς κτίστου, πλανέστατον μυητήν, Πνεύματος γίου, διδάσκαλον καὶ οκον, Σιλουανν ν μνοις, νευφημήσωμεν.

σπειρας ν δάκρυσι δαψιλῶς, Πάτερ θεοφόρε, ὅθεν δράγματα νν κρατν, ρετν τν θείων, χορήγει τος ατοῦσι, Σιλουαν
θεόφρον, καρπος τς Χάριτος.

Πνεμα τ Πανάγιον σας εχαῖς, γκαίνισον Πάτερ, τος τιμσί σε ελαβς, κα τν κόσμον πάντα, ξίωσον πλησθναι, τς γνώσεως Κυρίου, μακαριώτατε.

Πίστει προσκυνοῦντας Σιλουανέ, Λειψάνων σου θήκην, χαρισμάτων ζωοοποιῶν, πλήρωσον κα ζέσιν, πάναψον γάπης, να σε εγνωμόνως, πάντες δοξάζωμεν.
                                  Πσαι τν γγέλων αἱ στρατιαί...

Τ Τρισάγιον, τ συνήθη τροπάρια, κτενς κα πόλυσις, μεθ' ν τ ξς·

Ἦχος β'. τε κ τοῦ ξύλου σε.

Δός μοι, τν τοῦ Πνεύματος χαράν, δός μοι τς ἀγάπης Πάτερ, τν τελειότητα, δς τν πιπόθησιν, τοῦ γλυκυτάτου Χριστο, ρετν τν πληρότητα, ταπείνωσιν θείαν, να πνευματέμφορος, ὅλως δοξάζω σε, Ὄρους τοῦ γίου δόξα, κα τς κκλησίας τ στόμα, Σιλουαν θεομακάριστε.
Δέσποινα πρόσδεξαι...
Τν πσαν λπίδα μου...
κ παντοίων κινδύνων...
Τ πρεσβεί Κύριε...

  

Κα τέλος τ Δι' εχν.
Στίχοι κετικοί.


Πλήρωσον δος τοῦ θλίου μου βίου, Σιλουανέ, Πνεύματος Παναγίου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email